Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Παπαδόπουλος Κυριάκος (παπά- Κυριάκος) Κωνσταντίνου (1797- ; )


 

 

Ο παπά Κυριάκος Παπαδόπουλος του Κωνσταντίνου, κάτοχος του ιερατικού οφφικίου του οικονόμου, γεννήθηκε στον Αχλαδόκαμπο [Αργολίδας] το 1797, και όπως υποδηλώνει το επώνυμό του, πιθανόν ο πατέρας ή ο παππούς του  να ήταν ιερέας. Δε γνωρίζουμε το όνομα της μητέρας του ούτε το γένος. Όπως φαίνεται από το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας Παπαδοπούλου, είχε έναν αδελφό, τον Αντρέα και δυο γιους, τον Κωνσταντίνο και τον Ιωάννη, από τους οποίους προέρχονται οι οικογένειες των αειμνήστων, Ευαγγέλου Κων/νου Παπαδοπούλου (Λεροβαγγέλη), του δωρητή της αρχικής Κοινοτικής Βιβλιοθήκης του Αχλαδοκάμπου Θεοδώρου Κων/νου Παπαδοπούλου και Αντωνίου Ιωάννου Παπαδοπούλου (Μαριαντώνη).

Από το οικογενειακό  περιβάλλον του και από την ενασχόληση και μελέτη με τα εκκλησιαστικά, φαίνεται, έμαθε λίγα γράμματα, τα οποία του χρησίμευσαν, και σαν αρχηγού εικοσιπενταμελούς ομάδας Αγωνιστών, κατά των Τούρκων, από την αρχή μέχρι το τέλος της Επανάστασης του 1821, και σαν ιερέα του χωριού, μετά το τέλος αυτής. Ο Κυριάκος Παπαδόπουλος υπηρέτησε την πατρίδα σαν Αγωνιστής, κατά την Επανάστασης του 1821, και σαν ιερέας του χωριού, μετά το τέλος αυτής.

Στο Παλαιό Μητρώο των Αγωνιστών του 1821, στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, με αύξοντα αριθ. 1417, αναφέρεται «ως απλούς στρατιώτης, Τάξεως Τρίτης», που παρευρέθη σε διάφορες μάχες. Στο Νέο Μητρώο με αύξοντα αριθ. 3192, αναφέρεται σαν αξιωματικός, γιατί κατά την 440 συνεδρίαση της σχετικής Επιτροπής του Υπουργείου των Στρατιωτικών, επανακρίθηκε και «ετάχθη εις την Εβδόμην Τάξιν αξιωματικών»  και σημειώνεται ότι  «ηγωνίσθη απ’ αρχής μέχρι τέλους του Αγώνα».

Για τη ζωή και τη δράση του, σαν Αγωνιστής του 1821, και μάλιστα επικεφαλής εικοσιπενταμελούς ή και πεντηκονταμελούς ομάδας συναγωνιστών, για τη συμμετοχή του στις  διάφορες μάχες της Πελοποννήσου, για τη φιλοξενία οπλαρχηγών και στρατιωτών στο πατρικό του σπίτι, για τα χρήματα που δαπάνησε για τη συντήρηση των στρατιωτών και για πολλά άλλα, πληροφορούμεθα από το σωζόμενο έγγραφο του Υπουργείου των Στρατιωτικών, με το οποίο του αποδόθηκε το Αργυρό νομισματόσημο, από το πιστοποιητικό του Δημάρχου Υσιών και από την τελευταία αίτησή του προς την Εθνική Επιτροπή, για αναγνώριση και αμοιβή των υπηρεσιών του. Τα έγγραφα αυτά, σχετικά με το πρόσωπο και τη δράση του, βρίσκονται στον οικείο φάκελο, στο κουτί 165, του Τμήματος Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης Αθηνών, όπου και το Μητρώο των Αγωνιστών του 1821.  

Παραθέτουμε χρονολογικά και αυτούσια τα σωζόμενα έγγραφα, χάρη της Ιστορίας.

α) Έγγραφο απονομής του Αργυρού νομισματοσήμου:

«Βασίλειον της Ελλάδος

Αριθ.8600

Το Υπουργείον των Στρατιωτικών,

Προς τον κυριον παπά- Κυριάκον Παπαδόπουλον, εξ Αχλαδοκάμπου.

Η αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς ηυδόκησε να εγκρίνη να δοθή κατά συνέπειαν των της 20 Μαΐου/ 1 Ιουνίου 1843 και 18/30 Σεπτεμβρίου 1835 διαταγμάτων εις τον κύριον παπά – Κυριάκον Παπαδόπουλον το Αργυρούν νομισματόσημον, δι’ ανταμοιβήν των κατά τον υπέρ της ανεξαρτησίας πόλεμον εκδουλεύσεών του, και χορηγεί εις αυτόν την άδειαν να το φέρη εις πάσαν περίστασιν.

Το δίπλωμα του νομισματοσήμου του ενχειρίζεται οσονούπω.

Αθήναι την 17 Μαΐου 1844

Ο Υπουργός 

(τ.σ.) Π. Γ. Ρόδιος»   

  

β) Πιστοποιητικό Δημάρχου:

 

«Βασίλειον της Ελλάδος

Αριθ. 460

Ο Δήμαρχος Υσιών πιστοποιεί ότι

Ο παπά – Κυριάκος οικονόμος Παπαδόπουλος είναι κάτοικος του χωρίου Αχλαδοκάμπου και δημότης του οποίου προϊστάμεθα Δήμου, είναι εγγεγραμμένος υπό τον αύξοντα αριθ. 582 του Δημοτολογίου μας, υπό ηλικίαν ετών 58, το επάγγελμα ιερεύς της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, νυν δε διάγει το 68 έτος της ηλικίας του.  

Όθεν τη αιτήσει αυτού χορηγούμεν το παρόν της ταυτότητός του πιστοποιητικόν, δια να του χρησιμεύση όπου δει. 

Εν Αχλαδοκάμπω τη 24 Μαΐου 1865 

Ο Δήμαρχος 

(τ. σ.) Αντώνιος Δημ. Αντωνόπουλος»

  

γ) Αίτηση για αμοιβή των εκδουλεύσεών του:

 

«Εν Αχλαδοκάμπω την 24ην Μαΐου 1865. 

Προς την επί της εκδουλεύσεως των Αγωνιστών Εθνικήν Επιτροπήν,  δια του κυρίου Δημάρχου Υσιών.

Ο ευσεβάστως υποσημειούμενος παπά – Κυριάκος οικονόμος Παπαδόπουλος, κάτοικος του χωρίου Αχλαδοκάμπου, του Δήμου Υσιών, της επαρχίας Άργους, αναφέρω δια της παρούσης μου τα εξής. 

Ότι κατά το  έτος 1821, όπου ήρχισεν η Επανάστασις, δράξας τα όπλα και τεθείς επί κεφαλής είκοσι πέντε  ανδρών, ηκολούθησα υπό τας διαταγάς  του αρχηγού Παναγ. Ζαφειροπούλου ή Άκουρου, Νικήτα Σταματελοπούλου και Γενναίου Κολοκοτρώνη, παρευρέθην εις τας πλείστας συγκροτηθείσας κατά την Πελοπόννησον μάχας, ήτοι εις Τρίκορφα, Βαλτέτζι, Δολιανά, Γράνα, Άγιον Σώστην, Ναύπλιον, Άργος, Νεόκατρον, Σπολιανά και Αβαρίνους. Παρευρέθην δε και εις την εκστρατείαν της Ρούμελης Δράμαλη, και είχον υπό τας διαταγάς μου πεντήκοντα στρατιώτας.

Εις τας μάχας ταύτας επολέμησα ανδρείως και καρτερικώς προς απελευθέρωσιν της φίλης ημών Πατρίδος, και πολλά χρήματα εδαπάνησα εις τους υπό την οδηγίαν μου στρατιώτας.

Η οικία μας ήτο, κατά την διάρκειαν της Επαναστάσεως, ως ξενοδοχείον διαφόρων οπλαρχηγών και πολλών στρατιωτών.

Προς ανταμοιβήν των εκδουλεύσεών μου εις τον υπέρ ανεξαρτησίας πόλεμον μοι εδόθη, από της παρελθούσης Κυβερνήσεως το Αργυρούν νομισματόσημον, δια της από 17 Μαΐου και υπ’ αριθ. 8600 διαταγής του Υπουργείου των Στρατιωτικών περί της εκδουλεύσεώς μου.  

Ανεφέρθην και εις την άλλοτε συσταθείσαν  επιτροπήν εις ην υπέβαλον και τα πιστοποιητικά των οπλαρχηγών μου, και ουδέν ενεργήθη. Αναφερόμενος και εις την Επιτροπήν ταύτην εις ην υποβάλλω αντίγραφον και  πιστοποιητικόν της Δημοτικής μου Αρχής περί της ταυτότητός μου και την παρακαλώ ίνα ευαρεστηθή να λάβη υπ’ όψιν την δικαίαν ταύτην αίτησίν μου, και να ενεργήση όπως μοι αποδοθούν τα στρατιωτικά μου δικαιώματα, δια  την προς την πατρίδα πιστών εκδουλεύσεών μου, δια να δυνηθώ ν’ ανακουφίσω τα  δεινοπαθήματά μου, ήδη ότε έφθασα εις γεροντικήν ηλικίαν ετών 68. 

Πέποιθα εις την δικαιοσύνην της σεβαστής ταύτης Επιτροπής.

Υποσημειούμαι, 

παπα – Κυριάκος οικονόμος Παπαδόπουλος

Κυριάκος Παπαδόπουλος ιερεύς

Οικονόμος».

Στην απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865, αν και ζει ακόμη και υποβάλει αίτηση και πιστοποιητικό του Δημάρχου, δεν αναφέρεται μεταξύ των πολλών άλλων Αχλαδοκαμπιτών Αγωνιστών.  

Ο Κυριάκος Παπαδόπουλος υπηρέτησε τον Αχλαδόκαμπο και σαν ιερέας στο ναό της   αγίας Κυριακής. Δε γνωρίζουμε όμως, ούτε το χρόνο της χειροτονίας του, ούτε το χρόνο του θανάτου του.

Η χρονική περίοδος της ιερατείας του πρέπει να τοποθετηθεί μεταξύ του 1827, χρόνου κατά τον οποίον έληξε η Επανάσταση και του χρονικού διαστήματος, μεταξύ 1865, ότε ακόμη ζει και υποβάλει αίτηση, για την αμοιβή των στρατιωτικών του δικαιωμάτων , και του 1888, γιατί στο δωρητήριο συμβόλαιο εκείνου του χρόνου, με το οποίο οι κάτοικοι  του Αχλαδοκάμπου, παραχώρησαν δασικές εκτάσεις δωρεάν υπέρ της αποπεράτωσης του ναού του αγίου Δημητρίου, δεν αναφέρεται το όνομά του μεταξύ των επιζώντων και εν ενεργεία διατελούντων τότε ιερέων, οι οποίοι σαν αντιπρόσωποι της Εκκλησίας αποδέχονται τη δωρεά των κατοίκων.

Παράδοση των απογόνων του, που την αντιπροσωπεύει σήμερα ο ηλικίας  90 περίπου  χρόνων Γεώργιος Ηλία Σκούμπης, γαμβρός επί θυγατρί του Ευαγγέλου Κων/νου Παπαδοπούλου, μαρτυρεί ότι μέχρι το 1940 διασώζονταν στην πατρική οικία του παπά – Κυριάκου Παπαδόπουλου πολλά εκκλησιαστικά βιβλία, μεταξύ των οποίων και το Πηδάλιον των ιερών κανόνων.

Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος

Φιλόλογος – Θεολόγος

Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγή  


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, «Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Ντρούλιας Ανδρέας Μήτρου (Αγωνιστής του 1821)


 

Αχλαδοκαμπίτης Αγωνιστής του 1821. Φέρεται γραμμένος στο Νέο Μητρώο των Αγωνιστών του 1821, με αύξοντα αριθ. 16518, όπου σημειούται: «Ντρούλιας Ανδρέας, παρευρέθη εις διαφόρους μάχας, υπαξιωματικός, Τάξεως Δευτέρας. Εφονεύθη».

Έγγραφα, σχετικά με το πρόσωπο και τη δράση του, [φυλάσσονται] στον οικείο φάκελο, μαζί με τον πεθερό του Μήτρο Πέρπυρο, στο κουτί 152, του Τμήματος Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, όπου και το Μητρώο των Αγωνιστών του 1821.

Ο Ανδρέας Ντρούλιας του Μήτρου είναι ο τελευταίος γιος του Μήτρου (ή Κωνσταντίνου) Σελλή. Επειδή είχε κάνει διάφορα ανδραγαθήματα κατά των Τούρκων και ακόμη από το επιβλητικό του παράστημα, ονομάστηκε Αντρούλιας – Ντρούλιας, επώνυμο το οποίο φέρει σήμερα η μεγάλη οικογένεια των Ντρουλιαίων.

 Η τοπική παράδοση αναφέρει, πως σκοτώθηκε σε συμπλοκή με Τούρκους, στου «Παπανικολού» τ’ αλώνι, λίγο πριν την Επανάσταση, όταν καταδιώχτηκε από Τούρκους, καθώς πήγε να κλέψει σταφύλια, στα αμπέλια της Μπερτζοβάς, (Βλ. Ιωάννου Σπ. Αναγνωστοπούλου, Λαογραφικά του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1985, σ. 169)

Στην αίτηση της συζύγου του Γιαννούλας, προς την Επιτροπή Εκδουλεύσεων του Αγώνος, σημειούται ότι σκοτώθηκε σε μάχη κατά του Ιμπραήμ.

Ότι ο Ανδρέας, Ντρούλιας ήταν ένας από τους πολλούς Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές, που σκοτώθηκε σε μάχη κατά των Τούρκων, στα χρόνια της Επανάστασης, φαίνεται και από την Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865.

 

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Ντούσιας Κ. Παναγιώτης (1795; – 1865;)


 

Ο Παναγιώτης Ντούσιας του Κωνσταντίνου, γεννήθηκε στον Αχλαδόκαμπο Αργολίδας γύρω στο 1795. Είναι γιος του κλεφταρματολού Κωνσταντίνου Ντούσια, που σκοτώθηκε σε συμπλοκή με τους Τούρκους έξω από την Αθήνα,  μεγαλύτερος και περισσότερο εγγράμματος από τον αδελφό του Αγωνιστή του 1821 Κωνσταντίνο Ντούσια.

Όπως φαίνεται από αίτηση των κληρονόμων του, που ζητούν αποζημίωση για τις εκδουλεύσεις του κατά τη διάρκεια του Αγώνα του 1821, της 24ης Μαΐου 1865 και από το πιστοποιητικό του τότε Δημάρχου Υσιών Αντωνίου Δημ. Αντωνοπούλου, της 24ης Μαΐου 1865, που απόκεινται στον οικείο φάκελλο, στο κουτί αριθ. 151, στο Τμήμα Χειρογράφων και ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, ο Παναγιώτης Ντούσιας έλαβε μέρος στις περισσότερες μάχες της Πελοποννήσου, Τρίκορφα, Βαλτέτσι, Άγιο Γεώργιο, Δολιανά, Γράνα, Δερβενάκια, Άργος κλπ., κάτω από τις διαταγές των οπλαρχηγών Π. Ζαφειροπούλου και Γενναίου Κολοκοτρώνη, ότι είχε κληρονόμους τα γνήσια παιδιά του Γεώργιο, Χρίστο, Παναγούλα, Γιαννούλα, και Κυριακή και ότι είχε στο μεταξύ αποβιώσει.

Πάντως δε φαίνεται πουθενά να πέτυχε η οικογένειά του υλικά οφέλη. Στο Νέο Μητρώο των Αγωνιστών του 1821 με αύξοντα αριθ. 586, αναγράφονται τα ακόλουθα:

«Ντούσιας Παναγιώτης, ως οδηγός στρατιωτών. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, Τάξεως Πέμπτης (Συνεδρίαση 432)».

Τη δράση του μαζί με τον αδελφό του Κωνσταντίνο, κατά την Επανάσταση του 1821, μαρτυρεί και ο ιστορικός Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος στο έργο του, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, σ.73: «Ο Κωνσταντίνος και Παναγιώτης, αδελφοί Δούσα, κατήγοντο από τον Αχλαδόκαμπον του Άργους και υπηρέτησαν στρατιωτικώς αμφότεροι».

Απεβίωσε με φυσιολογικό θάνατο στον Αχλαδόκαμπο, πριν το 1865, γιατί δεν αναφέρεται στην Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865.

  

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

 

 

Read Full Post »

Ντούσιας Κωνσταντίνος (ο κλεφταρματολός 1780; – 1821;)


Ο Κωνσταντίνος Ντούσιας, αγνώστων άλλων προγονικών στοιχείων, φαίνεται, όπως δείχνει το επίθετό του, ότι προέρχεται από το χωριό Ντούσια της Αχαΐας. Πρέπει να γεννήθηκε γύρω το 1780, αφού το 1800 φαίνεται να είναι εγκαταστημένος στον Αχλαδόκαμπο Αργολίδας και να έχει οικογένεια.

Γιοι του είναι οι Αγωνιστές του 1821 Παναγιώτης και Κωνσταντίνος Ντούσιας. Γύρω στο 1800, φαίνεται να υπηρετούσε σαν κλεφταρματολός, γιατί οικογενειακή παράδοση αναφέρει, πως σκοτώθηκε σε κάποια συμπλοκή με τους Τούρκους έξω από την Αθήνα, λίγο πριν την επανάσταση του 1821, και πως ο Νικηταράς έφερε τα όπλα του σκοτωμένου πατέρα στη χήρα και τα ορφανά και πρότεινε στους παρισταμένους ανηλίκους γιους του, Παναγιώτη και Κωνσταντίνο, ν’ ακολουθήσουν το παράδειγμα του πατέρα τους και να ανδραγαθήσουν, όπως και έγινε αργότερα.

  

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Αχλαδόκαμπος Άργολιδας (1821)


   

Ο Αχλαδόκαμπος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης του 1821

 

Αχλαδόκαμπος

Ο Αχλαδόκαμπος, σαν χωριό, συγκροτήθηκε, κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας, από διάφορους γεωργικούς και κτηνοτροφικούς μικροσυνοικισμούς της περιοχής, οι οποίοι υπήρχαν ανέκαθεν στην περιοχή, όπως μαρτυρούν τα μέχρι σήμερα τοπωνύμια: « Καλύβια», «Παλιόμαντρα», «Παλιόχωρα», «Παλιοχώρια», «Νερά» κλπ., πιθανόν από κατοίκους του Μουχλίου, καθώς και από κατοίκους άλλων περιοχών, οι οποίοι σαν φυγόδικοι βρήκαν καταφύγιο και εργασία στον Αχλαδόκαμπο ή ήρθαν σιόγαμπροι.

Χτίστηκε απόκρυφα και αμφιθεατρικά, μέσα σε δασώδη περιοχή, στο επάνω μέρος του «Πέρα» και του «Δώθε χωριού», αποτελούμενο από μικρούς οικίσκους (κονάκια), με μια πόρτα και ένα παράθυρο, πολλοί των οποίων χρησιμοποιούνται σήμερα, σαν στάβλοι και αχυρώνες, σε υψόμετρο εξακοσίων (600) περίπου μέτρων από τη θάλασσα.

Οι κάτοικοι προτίμησαν τη θέση αυτή για να έχουν κοντά το νερό των πηγών «Αγίου Γεωργίου» και «Καρυάς», για να αποφεύγουν τις ενοχλήσεις των Τούρκων, λόγω των διαβάσεων υποχρεωτικά δια μέσου Αχλαδοκάμπου και για να μπορούν εύκολα, σε περίπτωση τουρκικής επιδρομής να ανεβαίνουν προς το Αρτεμίσιο.

 

Σπίτια στον Αχλαδόκαμπο.

 

Το όνομα του χωριού, Αχλαδόκαμπος, μνημονεύεται στον Κατάλογο της γενικής απογραφής των πόλεων και χωριών της Πελοποννήσου, που έγινε από το μηχανικό και επόπτη του καταστίχου της Μορέως Alberghetti, έπειτα από σχετική εντολή του Ενετού Φραγκίσκου Μοροζίνη, το 1687, και δημοσιεύτηκε με τον τίτλο: «Νotitia Alberghetti», σαν παράρτημα, στο έργο του Ενετού ιερέα Antonio Pacifico, που έχει τον τίτλο: «Breve Descrittione Corografica del Peloponneso, Venetia 1704».

Πρώτη γραπτή μαρτυρία κατοίκου του χωριού, με το όνομα «Αχλαδοκαμπίτης», έχουμε του Αναγνώστη Κονδάκη, οπλαρχηγού της Κυνουρίας, ο οποίος στο έργο του: Απομνημονεύματα, Αθήναι [1957], σ.18, λέγει ότι κατά τη συντριβή των Αλβανών στην Τρίπολη, το 1779, από τους Κλεφταρματολούς, «ένας Αχλαδοκαμπίτης σημαιοφόρος πρώτος έστησε την σημαίαν εις το Σεράγιον».

Ο Αχλαδόκαμπος, κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, χρησίμευε, όπως και σήμερα, σαν σταθμός αναψυχής και διανυκτέρευσης των οδοιπόρων και του τουρκικού στρατού, έπειτα από εξάωρη πορεία τριάντα περίπου χιλιομέτρων, είτε από το Άργος, είτε από την Τρίπολη. Η διάβαση αυτή δια μέσου του Αχλαδοκάμπου λεγόταν Δερβένι, που σημαίνει πέρασμα. Το Δερβένι του Αχλαδοκάμπου φυλαγόταν από Αχλαδοκαμπίτες κυρίως φρουρούς, μισθωτούς, για την πρόληψη ληστειών, φονικών και άλλων κινδύνων, και ακόμη για να ελέγχονται τα είδη εισαγωγής και εξαγωγής.

Στη θέση «Λιά ρέμα», όπου γινόταν διακλάδωση του δρόμου, είτε προς το «Λυκάλωνο», είτε προς τα «Νερά», είτε ακόμη προς το «Δόκανο» και τα «Παλιοχώρια», υπήρχε έλεγχος και οι αμαξηλάτες και ταξιδιώτες με άλογα πλήρωναν ανάλογο φόρο, ένα είδος διοδίων.

Ο Αχλαδόκαμπος, σαν δερβενοχώρι, υπαγόταν διοικητικά στο Βιλαέτι του Αγίου Πέτρου της Κυνουρίας, που ήταν μια από τις έξι διοικητικές περιφέρειες της Πελοποννήσου.

 

Θέα από τον Αχλαδόκαμπο, στο βάθος η μεγάλη γέφυρα.

 

Σχετικά ο Άγγλος περιηγητής Will. M. Leake, στο έργο του, Travels in the Morea, Λονδίνο 1830, τ. Β’, σ. 334, σημειώνει, το 1809, τα ακόλουθα για τον Αχλαδόκαμπο:

«Το χωριό Αχλαδόκαμπος… ανήκει στο Βιλαέτι του Αγίου Πέτρου και όπως όλα τα χωριά αυτής της περιφέρειας είναι ένα κεφαλοχώρι. Ως δερβενοχώρι διατηρεί  με τα δικά του έξοδα μερικούς φύλακες, για την ασφάλεια.  Για την υπηρεσία που προσφέρει δεν έχει υποχρέωση να φιλοξενεί τους ταξιδιώτες».

 

Αγία Κυριακή Αχλαδοκάμπου – Εντός της ρεματιάς που ενώνει το πέρα και το εδώ χωριό, η εκκλησία της Αγίας Κυριακής βρίσκεται εκεί τουλάχιστον 200 χρόνια… Ο Ιερός Ναός της Αγίας Κυριακής Αχλαδοκάμπου αποτελεί αξιόλογο ιστορικό μνημείο της περιοχής, χτίστηκε κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας, με σκοπό να εξυπηρετήσει τις θρησκευτικές ανάγκες των συνεχώς αυξανόμενων οικογενειών του χωριού και κάτω από ορισμένες συνθήκες και παραχωρήσεις του Τούρκου διοικητή, όπως μαρτυρούν οι θρύλοι και οι τοπικές παραδόσεις.

 

Επίσης ο ιστορικός και υπασπιστής του Θ. Κολοκοτρώνη, Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, στο έργο του Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, Αθήναι 1888, σ. 74, γράφει τα εξής για το προνόμιο αυτό του Αχλαδοκάμπου:

«Το χωρίον τούτο η τουρκική εξουσία το είχεν εν μέρει ασύδοτον, και όλα τα χωριά, όσα ευρίσκονται εις θέσιν όπου υπήρχε διάβασις, και την οποίαν ωνόμαζον δερβένι, διότι τα τοιαύτα χωριά εχρησίμευον ως κατάλυμα των στρατιωτών και των άλλων ανθρώπων της εξουσίας, οι δε κάτοικοι τούτων ήσαν υπόχρεοι να φέρουν εις το δρόμον ψωμί, νερό και κρέας και ό,τι άλλο είχον και εκεί  τους επερίμεναν να φάγουν.

Όταν δε διήρχετο ο πασάς εφιλοδωρούσε τους χωρικούς δι’ όσα έφερον. Είχον δε την άδειαν οι δερβενοχωρίται ούτοι του Αχλαδοκάμπου να φέρουν όπλα  και να φυλάττουν εις το Νταούλι-Χάνι, ως σκοποί προς συνδρομήν και ασφάλειαν των διαβατών. Επειδή δε είχον και τύμπανον και αυλούς και έπαιζον ολίγον και ηυχαρίστουν τους διαβάτας, ούτοι εις αμοιβήν έδιδον εις αυτούς χρήματα και ως εκ τούτου έμεινεν η ονομασία του τόπου Νταούλι».  

Στο Δερβένι  του Αχλαδοκάμπου υπήρχαν πολλά χάνια, για την εξυπηρέτηση των οδοιπόρων και των τούρκικων στρατευμάτων, όπως πιο πάνω από τη θέση «Αγία Παρθένα», ονομαζόμενο «Κιόσκι», το «Χάνι του Γαλλή», το «Χάνι του Αγά πασά» (Παλιόχανο), το «Χάνι Νταούλι», το «Χάνι Νερά» και άλλα μικρότερα.

Από τα χάνια αυτά ονομαστότερα, ένεκα του ιστορικού τους ρόλου, είναι, «Το χάνι του Αγά πασά», στη σημερινή θέση «Παλιόχανο», το «Χάνι Νταούλι», στην ομώνυμη θέση και το «Χάνι Νερά», στις πηγές της περιοχής «Νερά».

Το «Χάνι του Αγά πασά», βρισκόταν στη σημερινή θέση «Παλιόχανο», νοτιοανατολικά  του σιδηροδρομικού σταθμού του Αχλαδοκάμπου και νοτιοδυτικά της θέσης «Γκετέ», όπου μέχρι σήμερα διασώζονται τα ερείπιά του, στην κτηματική ιδιοκτησία σήμερα της οικογένειας Αντωνοπούλου. (Βλ. Ιωάννου Σπ. Αναγνωστοπούλου, Η Ιστορία του Αχλαδοκάμπου. Αθήναι 1961, σ. 83).

Από τα ερείπια του κεντρικού κτιρίου και των διαφόρων γύρω συγκροτημάτων, αποθηκών και στάβλου, φαίνεται πως ήταν αρκετά μεγάλο. Είχε πολλά δωμάτια (κονάκια), για την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών και πολλές «θολογύριστες καμάρες» , κατά το Φωτάκο.

 

Σιδηροδρομικός Σταθμός Αχλαδοκάμπου – Σε υψόμετρο 295 μέτρων και στη θέση «Παλιόχανο» βρίσκεται ο σιδηροδρομικός σταθμός του χωριού, επί του 84ου χιλιομέτρου της γραμμής Μύλων Ναυπλίου – Καλαμάτας. Ο Σταθμός απέχει από το χωριό περίπου 1.5km. Η σημερινή γενιά αλλά κυρίως οι περαστικοί και αρκετοί που έχουν περάσει με το τρένο από την περιοχή μας έχουν την απορία γιατί ο σταθμός ενός τόσο μεγάλου χωριού χτίστηκε τόσο μακριά από τον οικισμό. Ο λόγος είναι ότι η σιδηροδρομική γραμμή βρισκόταν ακόμα σε χαμηλό υψόμετρο, ανηφορίζοντας συνεχώς προς την Τρίπολη.

 

Το «Χάνι του Αγά πασά» (Παλιόχανο) είναι ξακουστό, γιατί εκεί έγινε την 10η Ιουλίου 1822 το πολεμικό συμβούλιο των οπλαρχηγών, υπό την αρχηγία του Θ. Κολοκοτρώνη, κατά του Δράμαλη. Εκεί γράφτηκαν και υπογράφτηκαν οι προκηρύξεις επιστράτευσης, οι οποίες εστάλησαν προς όλα τα μέρη της Πελοποννήσου, για τη συγκέντρωση του ελληνικού στρατού. Από το χάνι τούτο ο Θ. Κολοκοτρώνης, την 12η Ιουλίου 1822 ειδοποίησε τους Αχλαδοκαμπίτες, πως θα διανυχτερεύσει στα «Νερά» και εκεί να του φέρουν τροφές για το στρατό και τα άλογά του, όπως αναφέρει ο Φωτάκος στα Απομνημονεύματά του, σ. 262:

«Την δε 12ην Ιουλίου παρήγγειλεν ο αρχηγός εις το χωρίον Αχλαδόκαμπον να του φέρουν τροφάς δια τους στρατιώτας και τα άλογά του, και ότι θα διανυκτερεύση εκεί εις τα Βρυσούλια ή Νεράκια, κατά τον δρόμον του Άργους».

Στο χάνι εκείνο, όταν επέστρεφαν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ, από τους Μύλους για την Τρίπολη, σκότωσαν έξι στρατιώτες, που τους βρήκαν μεθυσμένους να κοιμούνται, όπως αναφέρει ο Φωτάκος στα Απομνημονεύματά του, σ. 507:

«Οι δε Τούρκοι φθάσαντες ηύραν κοιμωμένους από την μέθην και τον κόπον έως έξ ‘Ελληνας, τους οποίους αμέσως εσκότωσαν και ούτω δεν εδυνήθησαν να εννοήσουν οι κοιμώμενοι, ποίοι και διατί τους εφόνευσαν. Οι δε λοιποί Έλληνες ετρύπωσαν μέσα εις τα γεννήματα και εσώθησαν».

Το «Χάνι Νταούλι», βρισκόταν στη σημερινή ομώνυμη θέση, στην κτηματική ιδιοκτησία σήμερα της οικογένειας Αντωνοπούλου, πέντε χιλιόμετρα ανατολικά του Αχλαδοκάμπου, λείψανα του κεντρικού κτιρίου και του παρακειμένου ευρύχωρου στάβλου σώζονται μέχρι σήμερα. (Βλ. Ιωάννη Σπ. Αναγνωστοπούλου , Η Ιστορία του Αχλαδοκάμπου σ. 75).

Από στρατιωτικής πλευράς πλεονεκτούσε, σε σύγκριση με το «Χάνι του Αγά πασά» (Παλιόχανο), γιατί είχε μεγάλη ορατότητα προς τα «Νερά», από τη θέση «Κόλλια», όπου επάνω σε λόφο, ανατολικά του δρόμου προς το Άργος, διακόσια περίπου μέτρα, υπήρχε παρατηρητήριο, ερείπια του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα, με την ονομασία «Ταμπουρίτσα», και προς τη θέση «Δόκανο» και τα Παλιοχώρια», αλλά και από άποψη νερού και ευρυχωρίας. Εκεί διασταυρώνονταν οι δρόμοι προς τα «Νερά» προς το «Λυκάλωνο» προς το «Δόκανο» και τα «Παλιοχώρια» ή προς τα «Λιθαράκια», «Μπάκα», «Κεφαλάρι», «Χάνι Αγά πασά» δια μέσου «Αγιά Παρθένας» προς Τρίπολη ή προς τον Αχλαδόκαμπο, «Γαλή Χάνι», δια μέσου «Αγιά Παρθένας» προς Τρίπολη ή δια μέσου «Κάτω Βρύσης» προς Τρίπολη.

 

Το Κεφαλάρι Αχλαδοκάμπου με το ξωκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής.

 

Ο ήχος του νταουλιού και των άλλων μουσικών οργάνων ακουγόταν σε μεγάλη απόσταση και έδινε θάρρος και δύναμη στους ταξιδιώτες, οι οποίοι έλεγαν: «Ακούεται το νταούλι», «να φτάσαμε στο νταούλι» και έτσι έμεινε η ονομασία του τόπου «Νταούλι».

Όπως σε όλα τα χάνια, έτσι και το «Χάνι Νταούλι», οι ταξιδιώτες και ο στρατός έτρωγαν, έπιναν, κοιμόντουσαν, μάθαιναν νέα, έπαιρναν και έστελναν επιστολές και εξυπηρετιόντουσαν τα υποζύγια από τροφή, νερό και στέγη, στον παρακείμενο ευρύχωρο στάβλο.

Το χάνι στην περιοχή «Νερά» βρισκόταν λίγα μέτρα πάνω από την πρώτη  μεγάλη πηγή, σε κτηματική ιδιοκτησία σήμερα της οικογένειας Ντρούλια, όπου σώζονται ερείπια και μεγάλος υπόγειος θόλος. Εκεί στον ευρύχωρο πεδινό τόπο συγκεντρώθηκε ο ελληνικός στρατός, τον Ιούλιο του 1822, και με αρχηγό το Θ. Κολοκοτρώνη βάδισε κατά του Δράμαλη στα Δερβενάκια. Εκεί οι Αχλαδοκαμπίτισσες γυναίκες έφεραν τρόφιμα και τους άντρες τους, τους οποίους παρέδωσαν στο Θ. Κολοκοτρώνη.

Αξιοσημείωτα είναι όσα γράφει για το γεγονός τούτο ο Φωτάκος στα Απομνημονεύματά του, σ. 263:

«Αι γυναίκες του χωρίου με μεγάλη των προθυμία έφερον φορτωμέναι τροφάς και τους άνδρας των εμπρός με τα άρματά των, τους οποίους παρέδωσαν εις τον αρχηγόν και του είπαν: Να τους άνδρας μας να τους πάρης εις τον πόλεμον, και αν δεν είναι παλικάρια, να βγάλουν τ’ άρματα και να τα φορέσωμεν εμείς. Τοιούτους άντρες δεν τους θέλομεν» . Ο Κολοκοτρώνης εγέλασε καθώς και ο Αρχιμανδρίτης Φλέσσας και οι λοιποί καπεταναίοι, τις ευχαρίστησαν, τις έστειλαν οπίσω εις τα σπίτια των και εκράτησε τους άνδρας των ως στρατιώτας».

Από το σημείο τούτο και ύστερα οι Αχλαδοκαμπίτες, αν και διστακτικοί στην αρχή, λόγω της γεωγραφικής θέσης του χωριού και της συμμετοχής τους στην ένοπλη Πολιτοφυλακή της διαφύλαξης του Δερβενίου του Αχλαδοκάμπου με έδρα το «Χάνι Νταούλι», παίρνουν ενεργό μέρος στην Επανάσταση του 1821.

Πρωτύτερα έδρασαν ως κλεφταρματολοί, με αρχηγό τον Κυριάκο Στεφόπουλο και αργότερα με τον Κωνσταντίνο Ντούσια, ο οποίος έχοντας ως ορμητήριο τις ομώνυμες απρόσιτες σπηλιές στα «Κόκκινα βράχια», απέναντι από τη θέση «Χαλκιά» του «Κολοσούρτη», συνεργάστηκε, κατά την Επανάσταση του 1821, με το Θ. Κολοκοτρώνη και έλαβε μέρος με την ομάδα των Αχλαδοκαμπιτών και ξένων παλικαριών του σε πλείστες όσες μάχες τις Πελοποννήσου. Το ίδιο συνέβη και με τον Κυριάκο Παπαδόπουλο και την ομάδα των παλικαριών του.

 

Άποψη του Αχλαδοκάμπου από την πλατεία του χωριού.

 

Ο Αχλαδόκαμπος, κατά τα χρόνια της Επανάστασης του 1821, υπέφερε τα πάνδεινα, λόγω της γεωγραφικής του θέσης. Απέβη ένα διαρκές ολοκαύτωμα υπέρ της Ελευθερίας. Μάλιστα την 1η Μαΐου 1821 λεηλατήθηκε από τους Τούρκους και τη 13η Ιουνίου 1825 πυρπολήθηκε και καταστράφηκε ριζικά από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ.

Πρόσφερε τις μεγαλύτερες θυσίες του στις κρισιμότερες περιστάσεις και στους αμεσότερους κινδύνους της Πατρίδας, κατά τρόπο γόνιμο και επωφελή, με σύνεση και γενναιότητα. Όσες φορές οι περιστάσεις ζητούσαν τις θυσίες του, τότε οι κάτοικοι έδειχναν τον ανιδιοτελή πατριωτισμό τους.

Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει Φωτάκος, για τη συμβολή του Αχλαδοκάμπου, κατά τα χρόνια της Επανάστασης του 1821, στο έργο του, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, σ. 74:

«Το χωρίον τούτο επί του Εθνικού Αγώνος εθυσιάσθη ολόκληρον, διότι οι στρατιώται κινούμενοι άνω και κάτω όλοι εις αυτό κατέλυον, και τους έθρεφον. Κατήντησε σταθμός στρατιωτικός, και όμως οι πτωχοί κάτοικοι υπέφεραν πολύ, καθώς και αι Καλάμαι από τους Μανιάτας.

Επί δε της εισβολής του Δράμαλη, ότε ο στρατηγός Θ. Κολοκοτρώνης διέβαινεν εκείθεν δια την Αργολίδα και συνάντησε τους υπό της εμπροσθοφυλακής του Δράμαλη σκορπισθέντας και φεύγοντας από το Άργος και τους Αφεντικούς Μύλους Έλληνας κατά το Χάνι Νταούλι, και εκείθεν εγύρισε πίσω εις το άλλο Χάνι του αυτού χωρίου, το οποίον κείται εις τον κάμπον και λέγεται του Αγά πασά, όπου όλοι εμού εστάθμευσαν  σχεδόν τρεις ημέρας, το χωρίον τούτο, ο Αχλαδόκαμπος, έθρεψεν όλους εκείνους τους συναχθέντας εκεί, και τον Κολοκοτρώνην , προς τον οποίον έστειλε τροφάς ως και δια τα άλογά του εις την θέσιν Βρυσούλια, όπου διενυκτέρευσε και την αυγήν εκίνησε να υπάγη κατά του Δράμαλη».

Εάν το 1809, όπως λέγει ο Will. M. Leake στο έργο του Travels in the Morea, τ. Β’, σ. 334, ο Αχλαδόκαμπος είχε «ογδόντα οικογένειες», το 1822 θα είχε τουλάχιστο εκατό και επομένως θα μπορούσε να προσφέρει πενήντα άντρες ως στρατιώτες.  

 

Πηγή  


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Σχολείο Θηλέων της Σαρλότ Βολμεράνζ (Charlotte Volmerange) στο Ναύπλιο 

 


 

Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832) 

 Η εκπαίδευση θηλέων στο Ναύπλιο – Παρθεναγωγείο Σαρλότ Βολμεράνζ

 

Όσο και να προσπαθήσει κανείς να ωραιοποιήσει την εικόνα μιας ιστορικής περιόδου χάρη σε σποραδικά μόνο και αποσπασματικά γεγονότα, όπως αυτά προέκυψαν κυρίως κατά τη διάρκεια του νεοελληνικού διαφωτισμού και λίγο μετά, αυτή η προσπάθεια στο τέλος δεν ευοδώνεται και δε μπορεί να αλλοιώσει την εικόνα και να προκαλέσει συμπεράσματα διαφορετικά απ’ αυτά που προκύπτουν αυτονόητα από μια γενική και αντικειμενική ιστορική θεώρηση.

Η διαπίστωση αυτή έχει σχέση και με την εκπαίδευση ή την αγωγή, όπως λεγόταν τότε, των θηλέων στους μετά την απελευθέρωση χρόνους που, ως συνέχεια  των αντιλήψεων που επικρατούσαν στην ανδροκρατούμενη ελληνική κοινωνία από τα χρόνια της τουρκοκρατίας εις βάρος της γυναίκας, την καθιστούσαν εξαιρετικά δυσχερή και προβληματική.

Και τούτο γιατί η κοινωνία αυτή από τη μια μεριά θεωρούσε τη γυναίκα κοινωνικά υποδεέστερη από τον άνδρα, αρνούμενη να της δοθούν ίσα δικαιώματα και ανάλογη θέση στη διαμορφούμενη κοινωνικά πραγματικότητα και από την άλλη πίστευε ότι δεν ήταν επιτρεπτή κι αμέτοχη κινδύνων η συμμετοχή και ο συγχρωτισμός της με το άλλο φύλο, για αυτό έπρεπε να αποφευχθεί κατά το δυνατόν, τουλάχιστον στους εκπαιδευτικούς χώρους.

  

Η Σαρλότ Βολμεράνζ έρχεται στην Ελλάδα του Καποδίστρια

 


 

Ιωάννης Καποδίστριας – Μουσείο Μπενάκη. Λιθογραφία του καλλιτέχνη Λ. Νικιάδη.

Αυτή η ζοφερή για την Ελληνίδα εικόνα και η συναφής αντίληψη του ελληνικού πληθυσμού για τη φοίτηση των κοριτσιών δεν έπρεπε να είχε αγνοηθεί ούτε να είχε περάσει απαρατήρητη από μια φωτισμένη κι έμπειρη παιδαγωγό, όπως η Σαρλότ Βολμεράνζ , η οποία είχε έρθει πρόσφατα, το 1831, στην Ελλάδα, έπειτα από μια επιτυχημένη εκπαιδευτική θητεία στη Ρωσία.

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας κατά το διάστημα της υπερτριετούς του διακυβέρνησης ενδιαφερόταν ο ίδιος προσωπικά, τόσο για την οργάνωση όσο και για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης. Το ενδιαφέρον του για τη δημόσια εκπαίδευση ήταν φανερό από της προσπάθειές του στην Επτάνησο Πολιτεία (είχε επιτελέσει Επιθεωρητής Σχολείων), ήταν ένας διαρκής αγώνας για την οργάνωση και επέκτασή της.

Αυτός είχε μάλιστα συλλάβει πρώτος και την ιδέα της ίδρυσης Πανεπιστημίου στην Επτάνησο Πολιτεία, που αν και δεν μπόρεσε να εφαρμόσει στις ημέρες του, λόγω του διορισμού του στην υπηρεσία του τσάρου της Ρωσίας, κατόρθωσε αργότερα, υποκινώντας, παροτρύνοντας και ενθαρρύνοντας το φιλέλληνα και φιλόμουσο Άγγλο λόρδο Γκίλφορδ να συμβάλλει αποφασιστικά στην ίδρυση της Ιόνιας Ακαδημίας[i], στην Κέρκυρα το 1824.

Αυτός είχε συμβάλει στην ίδρυση της Φιλομούσου Εταιρίας της Βιέννης. Αυτός, τέλος είχε παρακολουθήσει τη λειτουργία και τα μαθήματα στο σχολείο του Fellemberg[ii] που λειτουργούσε στη βάση των παιδαγωγικών και μεθοδολογικών αρχών του Pestalozzi.

Αυτή η εκπαιδευτική προπαίδεια του έδινε τις απαραίτητες εμπειρίες να συνεχίσει τις προσπάθειές του τώρα στην Ελλάδα. Λίγο αργότερα με την απελευθέρωση του τμήματος της Ελλάδας που αποτέλεσε το νεοσύστατο κι αδύναμο Ελληνικό Κράτος, είχε δώσει επείγουσα προτεραιότητα στην οργάνωση κι ανάπτυξη της εκπαίδευσής του. Με τα υφιστάμενα τότε σχολεία της Αλληλοδιδακτικής[iii] τα οποία ιδρύονταν κατά δεκάδες, το ένα μετά το άλλο, με την αμέριστη στήριξη, παρακολούθηση και βοήθειά του, η Ελλάδα προδιέγραφε ένα μέλλον αρκετά ευοίωνο για την εκπαίδευση, όπως άλλωστε για τους άλλους νευραλγικούς τομείς.

Στον Ιωάννη Καποδίστρια λοιπόν θα μπορούσε να προβλέπει με ελπίδα η Βολμεράνζ, όταν φθάνει στην Ελλάδα. Αποφασίζει λοιπόν να μεταβεί στο Ναύπλιο, το 1831, και να απευθυνθεί στον Ιωάννη Καποδίστρια ο οποίος συμφωνεί με το σχέδιο της για την μόρφωση των κοριτσιών[iv] και της υπόσχεται να συνεπικουρήσει το έργο της.

  

Παράλληλη λειτουργία δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης

 


  

Ιδιωτική εκπαίδευση  εγκαινίασε τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας και η Γαλλίδα παιδαγωγός Σαρλότ Βολμεράνζ, η οποία φρόντισε συστηματικά για την ομαλή λειτουργία της σχολής θηλέων που επέλεξε να υπηρετήσει.

Η έναρξη της λειτουργίας του σχολείου Βολμεράνζ, που ακολουθεί την έλευσή της στο Ναύπλιο, και η ένταξή της στο πλαίσιο της ιδιωτικής εκπαίδευσης δεν είναι κάτι το εντελώς καινούριο στο νεοσύστατο κράτος. Στο σημείο αυτό έχει τη θέση της η πληροφορία ότι εκτός από τη δημόσια εκπαίδευση έχουμε και τη λειτουργία ιδιωτικής εκπαίδευσης από Έλληνες και ξένους λόγιους.

Οι ξένοι όμως εκπαιδευτικοί, στην προσπάθειά τους να συστήσουν και να λειτουργήσουν ιδιωτικά σχολεία στη χώρα μας και να αντέξουν στο δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος της λειτουργίας τους, αναγκάζονται να χρηματοδοτούνται  ή από φιλελληνικές οργανώσεις του εξωτερικού ή από διάφορες ξένες ιεραποστολές, με σαφή την πρόθεση των τελευταίων να τους εξαναγκάσουν σε κατά παραγγελία προσηλυτιστική θρησκευτική δραστηριότητα. Αυτό φάνηκε περισσότερο στη συνέχεια της λειτουργίας τους  στα χρόνια που ακολούθησαν με αποτέλεσμα την έντονη παρέμβαση της ελληνικής εκκλησίας και άλλων ποικιλώνυμων παραγόντων και την πρόκληση αναταραχών.

Είχαμε εσφαλμένα την εντύπωση ότι η Σαρλότ Βολμεράνζ ανήκε στην κατηγορία που περιγράφηκε πιο πάνω, ότι δηλαδή είχε αποσταλεί στην Ελλάδα από το φιλελληνικό κομιτάτο των Παρισίων, το οποίο και τη χρηματοδοτούσε με απώτερο σκοπό την τέλεση ετερόδοξου προσηλυτισμού. Από ανέκδοτο όμως υπόμνημα, που έστειλε η Βολμεράνζ στον Ιωάννη Καποδίστρια το 1831, γίνεται σαφές ότι η Γαλλίδα βρισκόταν ήδη στη Ρωσία, όταν ξέσπασε η επανάσταση  κι εκπαίδευε δεσποινίδες της ανώτερης  κοινωνικής τάξης.

Εκεί ενημερωνόταν για τους αγώνες των Ελλήνων, που την επηρέασαν βαθύτατα. Γνωρίζει ακόμα το μέγεθος της συμμετοχής  και της προσφοράς της εκπαίδευσης και της παιδείας γενικότερα, ως απότοκο του νεοελληνικού διαφωτισμού στην εξέγερση των Ελλήνων  με την Ελληνική Επανάσταση του 1821, που συνδυαζόταν με την ομόθυμη απόφασή τους για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης. Κι επειδή ο θαυμασμός της  για τους Έλληνες ήταν μεγάλος ήθελε κι αυτή να μετάσχει  σε αυτόν τον φιλόδοξο αγώνα και να προσφέρει αυτό που μπορούσε: την αξιόλογη διδακτική και παιδαγωγική της πείρα, που απέρρεε από μια εικοσαετή επιτυχημένη εκπαιδευτική παρουσία.  

Η Βολμεράνζ προστατεύει με κοινωνική ευαισθησία ένα μικρό αριθμό απόρων κορασίδων, ενώ ταυτόχρονα γίνονται μαθήτριές της άλλα κορίτσια καταβάλλοντας μάλιστα ορισμένη αμοιβή. Ταυτόχρονα, ελπίζοντας σε βελτίωση των οικονομικών του κράτους, αναμένει τη βοήθεια του Ιωάννη Καποδίστρια, που της είχε υποσχεθεί με κάθε ειλικρίνεια. Δυστυχώς όμως γι’ αυτήν, έρχεται η στυγερή δολοφονία του κι έτσι ανατρέπονται όλα όσα της είχε υποσχεθεί.

Η Σαρλότ Βολμεράνζ, μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, την αναρχία που επικράτησε για πολύ καιρό και την εξαθλίωση του πληθυσμού και των προσφύγων που συνέρρεαν ακατάπαυστα από όλη την Ελλάδα, καθώς και την οικονομική ανυπαρξία του κράτους, βλέπει με απόγνωση να μειώνεται δραστικά ο αριθμός των μαθητριών της. Αυτό όμως δεν την απογοητεύει και συνεχίζει ακάθεκτη το μεγαλεπήβολο έργο της, αναμένοντας ταυτόχρονα τις μελλοντικές εξελίξεις.    

   

Άφιξη του Όθωνα και της Αντιβασιλείας

 


 

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος

Έπεται, τον Ιανουάριο του 1833, η εγκατάσταση του Όθωνα και της Αντιβασιλείας στο Ναύπλιο. Ο εντεταλμένος για την εκπαίδευση αντιβασιλέας, καθηγητής G. L. Von Maurer[v]  συντάσσει τον οργανικό νόμο της 6ης Φεβρουαρίου 1834 θέτοντας τις βάσεις για την οργάνωση της Δημοτικής Εκπαίδευσης.

Ο ίδιος « είναι άριστα καταρτισμένος και στα εκπαιδευτικά θέματα, αν και στηρίχθηκε σε λανθασμένες βάσεις, θεωρώντας ότι η πτωχή και αιμορροούσα ακόμα Ελλάδα μπορούσε να κινηθεί στο εκπαιδευτικό πλαίσιο της Βαυαρίας, που είχε σοβαρή οικονομική, διοικητική και εκπαιδευτική διάρθρωση  και που η αυτοδιοίκησή της στην οποία στηριζόταν η δημοτική εκπαίδευση είχε άπειρες οικονομικές δυνατότητες για τη λειτουργία της. Διαπιστώνει όμως και ευαισθητοποίηση στον τομέα της γυναικείας εκπαίδευσης, αν και το εκπαιδευτικό νομοθέτημα της 6ης Φεβρουαρίου 1834 δεν άφηνε πολλές δυνατότητες για ένα τέτοιο εγχείρημα που θα ήταν συμβατό με τα ισχύοντα τότε πρότυπα της Δύσης»[vi].

 

Η Βολμεράνζ υποβάλλει σχετικό «προσχέδιο»

 


 

Γι’ αυτό, τον ίδιο χρόνο της εγκατάστασης της αντιβασιλείας, τον Οκτώβριο του 1833, υπογράφει ένα υπόμνημα που καλύπτει 12 σελίδες, γραμμένες καλλιγραφικά με τον τίτλο: «Προσχέδιον εκπαιδευτικού οίκου νεαρών δεσποινίδων. Κάτω από τη διεύθυνση της κας Volmerange».

Κι αυτό το περιληπτικό αλλά περιεκτικό σχέδιο είχε υπογραφεί στο Ναύπλιο, την πρωτεύουσα του ελεύθερου πια κράτους, έπειτα από μια μακραίωνη δουλεία στους Τούρκους, το Ναύπλιο, που μαζί με την Αίγινα αποτελούν τώρα τα δύο από τα πιο σημαντικά πνευματικά και εκπαιδευτικά κέντρα της χώρας, χωρίς να αγνοούνται βέβαια και τα υπόλοιπα που διστακτικά αλλά φιλόδοξα παίρνουν τη θέση που τους αρμόζει, όπως το Άργος, η Ερμούπολη, η Πάτρα, η Αθήνα.

Μέχρι τότε είχαν γίνει προσπάθειες ίδρυσης παρόμοιων σχολείων, που είχαν όμως μικρή διάρκεια λειτουργίας. Ξεχώρισαν ανάμεσα τους τρία μόνο αλληλοδιδακτικά σχολεία θηλέων που λειτουργούσαν στο Άργος, στο Ναύπλιο και στην Αθήνα.

 

 Η λειτουργία του «Βασιλικού Σχολείου»

 


 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Αλλά ας επικεντρώσουμε την προσοχή μας στο «Βασιλικό Σχολείο», όπως το ονόμασε η Σαρλότ Βολμεράνζ. Τα αρχικό κτήριο που πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτεί η Βολμεράνζ, δε γνωρίζουμε που ακριβώς βρισκόταν.

Φυσικά, όταν την άνοιξη του 1834 βρίσκεται άλλο μεγαλύτερο και  περισσότερο κατάλληλο κτίριο, το σχολείο εγκαθίσταται εκεί. Δεν είναι όμως η μοναδική μεταφορά. Ακολουθεί για λίγους μήνες η χρήση της οικίας Βαρσαμή στην πλατεία Λουδοβίκου (σημερινή πλατεία Συντάγματος) το 1836, απ’ όπου στο τέλος του χρόνου έχουμε την οριστική μεταφορά του σχολείου στην Αθήνα που είναι πια από καιρό η νέα πρωτεύουσα. Η επιλογή του διδακτηρίου είναι ένα βαρύ διώροφο κτήριο, η οικία του πρίγκιπα Καρατζά, στην Πλάκα, στη γωνία των οδών Σαρρή και Κραναού.  

Η όχι καλή πορεία της Σχολής Θηλέων  στο Ναύπλιο και των άλλων σχολείων του ίδιου τύπου οφείλεται από τη μια στην απροθυμία των πολιτών για την εκπαίδευση των κοριτσιών και από την άλλη στη μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους από το Ναύπλιο στην Αθήνα, που είχε ως αποτέλεσμα τη μετακίνηση των πνευματικών, πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών και διοικητικών προσωπικοτήτων, όλης δηλαδή της νομενκλατούρας του νεοελληνικού κράτους που με τη φοίτηση των κοριτσιών της θα στήριζαν την λειτουργία αυτών των σχολείων. 

 

Στόχοι του Σχολείου

 


  

Το σχολείο, το οποίο αρχικά, λόγω ενοικίου  είχε επιχορηγηθεί από την Κυβέρνηση με «φοίνικες εξήκοντα κατά μήνα»[vii]  παρά το γενικότερο ιδεολογικοπολιτικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο που ευνοούσε την αυταρχική αγωγή, λειτούργησε σε ένα πλαίσιο αντιαυταρχικής αγωγής. Αυτό το πρωτότυπο αντιαυταρχικό σχολείο δε θέλει να δημιουργήσει «σοφές γυναίκες».

Οι μαθήτριες που δέχεται είναι από 5- 16 ετών και πρέπει να αποκτήσουν τόσες γνώσεις στις επιστήμες, όσες είναι απαραίτητες ώστε να τις ολοκληρώσουν ως καλές νοικοκυρές και καλές μητέρες για να δημιουργήσουν μια ισορροπημένη κι ευτυχισμένη οικογένεια.

Το δυναμικό του σχολείου απαρτίζεται από μαθήτριες που μπορεί να είναι εσωτερικές και εξωτερικές. Ένας αριθμός 15-20 νεαρών κοριτσιών είναι υπότροφοι του κράτους ως οφειλή στους πατέρες τους, οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους υπερασπιζόμενοι την ανεξαρτησία της Πατρίδας,  αργότερα δε προστίθενται  άλλες δύο, οι θυγατέρες του Γ. Καραϊσκάκη.

Η κατάθεση του ποσού, που είχε προσδιοριστεί ως δίδακτρα, δινόταν προκαταβολικά από το κράτος και μ’ αυτό τον  τρόπο διευκολυνόταν οικονομικά το σχολείο έτσι ώστε να οργανωθεί πιο σωστά. Φυσικά υπήρχαν και οι υπόλοιπες μαθήτριες που οι γονείς τους πλήρωναν κανονικά τα δίδακτρα.

  

Υλικοτεχνικές κι άλλες προϋποθέσεις του Σχολείου

 


 

Στο σχέδιο της ίδρυσης του παρθεναγωγείου, που αν και ήταν περιληπτικό ήταν σαφές και πλήρως οργανωμένο: Υπήρχε σαφής διαχωρισμός δεκατριών επιμέρους τμημάτων που αφορούσαν το κτήριο, το δυναμικό του σχολείου, τον ιματισμό, τη σίτιση, την αντιμετώπιση των ασθενειών, τους κοιτώνες, τις ασκήσεις, την εκπαίδευση τόσο τη θρησκευτική όσο και την ηθική, τις σπουδές, τα διαλείμματα, αλλά και την αξιολόγηση με τη χρήση επιβράβευσης αλλά και τιμωριών όπου κι όποτε απαιτούνταν.  

Ας ασχοληθούμε συνοπτικά με τους τομείς που αναφέρθηκαν. Για το  ποιες μαθήτριες φοιτούσαν και ποιες προϋποθέσεις απαιτούνταν έχουμε ήδη αναφερθεί παραπάνω.

Οι εκπαιδευτικές ανάγκες απαιτούσαν το κτηριακό να συγκεντρώνει τόσους χώρους ώστε να εξυπηρετούνται οι μαθήτριες. Ένα διώροφο οικοδόμημα με τον κήπο ήταν ιδανικό. Στον πρώτο όροφο στεγάζονταν όσα σχετίζονταν με τη σίτιση  των ατόμων που έμεναν εκεί, δηλαδή η κουζίνα, η τραπεζαρία, η αποθήκη τόσο των τροφίμων όσο και του καύσιμου υλικού (ξύλο και κάρβουνο), τα δωμάτια του υπηρετικού προσωπικού , καθώς και ο χώρος υποδοχής των γονέων – επισκεπτών. Στον επάνω όροφο δύο αίθουσες διδασκαλίας, ο κοιτώνας των μαθητριών, το δωμάτιο θρησκευτικών καθηκόντων και φυσικά ο ιδιαίτερος χώρος της κ. Βολμεράνζ.

Κάθε μαθήτρια υποχρεωνόταν να φέρνει μαζί και την «προίκα» της, που αποτελείτο από δύο ποδιές, δυο φορέματα ραμμένα σύμφωνα με το σχέδιο που είχε ορίσει το σχολείο, δύο κορσέδες, τρία μισοφόρια, έξι πουκάμισα, έξι εσώρουχα, έξι μαντήλια, έξι πετσέτες, τρία ζευγάρια παπούτσια, έξι ζευγάρια κάλτσες, ένα φέσι κι ένα μάλλινο καπέλο.

Δυστυχώς δεν είναι εξακριβωμένο μέχρι τώρα, αν τηρήθηκαν όλα όσα προαναφέρθηκαν, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα τότε περνούσε πολύ δύσκολα χρόνια μετά από την περίοδο της τουρκοκρατίας και της Ελληνικής επανάστασης.

Η ισορροπημένη διατροφή, που ήταν κατανεμημένη σε τέσσερα γεύματα ημερησίως, προσαρμόζεται ανάλογα με τα εποχιακά προϊόντα με την φροντίδα ειδικής επιτροπής κυριών. Το σίγουρο είναι ότι θα έπρεπε το διαιτολόγιο να ήταν άφθονο, ομοιόμορφο και κατά βάση θρεπτικό  και υγιεινό. Φυσικά, όπως η θρησκευτική διαπαιδαγώγηση το απαιτούσε, τηρούνταν και οι νηστείες, αλλά πάντα μετά από συνεννόηση του γιατρού και του εφημέριου.

 

Η Βολμεράνζ αποδέχεται την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης

 


 

Η Σαρλότ Βολμεράνζ  αντιστάθηκε στον πειρασμό να συνδέσει και να τροποποιήσει το πρόγραμμα, το πνεύμα της παρεχόμενης εκπαίδευσης και τις όποιες «άδηλες πρακτικές» της σχολής της  με μια προσηλυτιστική θρησκευτική πρόθεση κι ενέργεια στον καθολικισμό, όπως αποπειράθηκαν κι επιδίωξαν άλλα σχολεία ξένα, καθολικά και προτεσταντικά, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Η Σαρλότ Βολμεράνζ, αν και η ίδια ήταν καθολική, σεβάστηκε τη θρησκευτική, την πολιτική και την ηθική παράδοση της χώρας, την οποία επέλεξε να προσφέρει τη διδακτική της εμπειρία.

Έτσι ανέθεσε την κατήχηση των κοριτσιών στον ορθόδοξο εφημέριο, που φυσικά ήταν ο υπεύθυνος για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας αλλά και όλων των άλλων ακολουθιών, όσες έπρεπε να παρακολουθήσουν οι σπουδάστριες. Το βέβαιο ήταν ότι δινόταν εξέχουσα θέση στη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση, γιατί σύμφωνα με τις πεποιθήσεις της κας Βολμεράνζ από τη σωστή διαπαιδαγώγηση εξαρτιόταν και η ολοκλήρωση της προσωπικότητας των κοριτσιών και η επίτευξη της ευτυχίας τους, που περιλαμβανόταν στους  σκοπούς λειτουργίας της σχολής.   

 

Πρόγραμμα μαθημάτων – Μεθοδολογία – Παιδονομία

 


 

Το πρόγραμμα μαθημάτων απαρτιζόταν από την εκμάθηση ανάγνωσης της γραφής, τόσο στα Ελληνικά όσο και στα Γαλλικά, την καλλιγραφία, την αριθμητική, τη γεωγραφία, την ιστορία, τη μυθολογία, και τη λογοτεχνία. Από πρακτικής πλευράς, σε ότι αφορούσε κατ’ αρχάς, στην εξοικείωση και αργότερα στην εξάσκηση στις οικιακές τέχνες και λειτουργίες, δινόταν έμφαση στο ράψιμο και στο κέντημα.

Έμφαση δινόταν και στη ζωγραφική και τη μουσική. Σπουδαία θέση κατείχε κι ο χορός, καθώς και η γυμναστική με τη χρήση στεφανίων και κορίνων.  Η μεθοδολογία στη διδασκαλία των μαθημάτων στηριζόταν στις αρχές της αλληλοδιδακτικής, η οποία επικρατούσε, από έλλειψη δασκάλων, σε όλο τον κόσμο κ ιδιαίτερα στην Ελλάδα και τις άλλες υπανάπτυκτες χώρες.

Φυσικά, σύμφωνα με τις αρχές της αντιαυταρχικής αγωγής, δε γινόταν χρήση εργαλείων τιμωρίας, όπως βέργα ή μαστίγιο, ούτε καν αναφερόταν ως απειλή ο εγκλεισμός σε κάποιο σκοτεινό δωμάτιο.

Φυσικά υπήρχαν τιμωρίες που απευθυνόταν σε μαθήτριες που δε πειθαρχούσαν στους κανόνες λειτουργίας της σχολής, αλλά αυτές δεν ήταν εξουθενωτικές και ιδιαίτερα αντιπαιδαγωγικές αλλά ήπιες και αντιστοιχούσαν κυρίως στη στέρηση του φρούτου, του γλυκού ή στην παράθεση δείπνου χωρίς τραπεζομάντιλα για τις τιμωρημένες.

Όσο για την επιβράβευση  της σωστής συμπεριφοράς και της καλής επίδοσης στα μαθήματα, αυτή γινόταν μπροστά σε όλο το προσωπικό σε ειδική τελετή και μπορούσε να είναι κάτι το απλό για μας, όπως μια γαλάζια κορδέλα, (ένα είδος παράσημου), ή ένα λευκοκεντημένο φόρεμα  έργο – δημιούργημα των υπόλοιπων μαθητριών, με τη δέσμευση να είναι η «καλή» φορεσιά των κυριακάτικων πρωινών και των γιορτών. Η επιβράβευση μπορούσε να είναι ακόμα και η τιμητική θέση δίπλα στη διευθύντρια της Σχολής κατά τη διάρκεια του γεύματος.

  

Η εξέλιξη και το τέλος του Σχολείου Θηλέων της Βολμεράνζ  

 


  

Για την ιστορία και μόνο ως προς την τύχη της σχολής της Βολμεράνζ έχουμε να δηλώσουμε την πληροφορία ότι η Βολμεράνζ προσφέρει της υπηρεσίες τις μέχρι το 1840, θεωρώντας ότι δεν έχει τη δυνατότητα να προσφέρει η ίδια αυτά που επιθυμούσε, γιατί είχε αρχίσει πλέον να κουράζεται.

Τη θέση της Διευθύντριας παίρνει τότε η Ελένη Πιτταδάκη, η οποία είχε φοιτήσει ως μαθήτρια στο σχολείο Χίλντερ της Ερμούπολης. Είχε αποκτήσει αρκετή πείρα ως δασκάλα στη σχολή Χιλ (1832-1834), στο αλληλοδιδακτικό σχολείο θηλέων Ναυπλίου (3 χρόνια) και ως διευθύντρια στο σχολείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας (1840).

Το 1852 το σχολείο κλείνει οριστικά και οι μαθήτριές του προωθούνται στο Αρσάκειο. Ήδη το σχολείο είχε οδηγηθεί σε άσχημη οικονομική κατάσταση, γιατί από τα πενήντα οκτώ (58) παιδιά (και λέμε παιδιά ανάμεσα στα κορίτσια ήταν και τρία μικρά αγοράκια), έντεκα (11) κορίτσια φοιτούσαν με υποτροφία του κράτους, δεκαπέντε (15) κορίτσια ήταν άπορα κι έτσι σπούδαζαν χωρίς να καταβάλουν δίδακτρα, αλλά και τα υπόλοιπα, τριάντα δύο (32), είχαν γονείς που αδυνατούσαν να είναι συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις.

Ένα αναπάντητο, μέχρι σήμερα, ερώτημα αιωρείται: τι να απέγινε άραγε η Σαρλότ Βολμεράνζ, «η ευγενής και αξιοσέβαστη διδάσκαλος»[viii], όπως προσφυώς χαρακτηρίστηκε από τον τότε νομάρχη Αργολίδας και Κορινθίας (το 1836) σε υπηρεσιακή έκθεσή του, η οποία στην ηλικία των πενήντα ετών περίπου αποφασίζει να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη; Το μόνο που μπορούμε να υποθέσουμε, στηριζόμενοι στην άψογη συμπεριφορά της και την ανιδιοτελή άσκηση των καθηκόντων της, είναι ότι θα τελεύτησε τη μεστή εμπειριών κι εκπαιδευτικής δράσης επίγεια ζωή της με ήσυχη και ήρεμη τη συνείδηση της.  

 

 Βασιλική Α. Παγούνη

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V (2004), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

 

Υποσημειώσεις


 

[i] Η Ιόνια Ακαδημία αποτελούσε Πανεπιστήμιο με τέσσερις σχολές, τη Θεολογική, τη Φιλοσοφική,  τη Νομική, και την Ιατρική και λειτουργούσε μέχρι την ενσωμάτωση των Ιονίων Νήσων στην Ελλάδα, το 1864.

[ii]Από το συγκεκριμένο σχολείο και τις πρακτικές ασκήσεις και δραστηριότητές του πήρε τα απαραίτητα παιδαγωγικά και διδακτικά στοιχεία, στη βάση των οποίων στήριξε τη φιλοσοφία, τους στόχους και τη λειτουργία κάποιων εκπαιδευτηρίων, όπως του Ορφανοτροφείου της Αίγινας, της Γεωργικής Σχολής της Τίρυνθας.

[iii] Τα αλληλοδιδακτικά σχολεία ήταν σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης κι οφείλουν το όνομά τους  στη μέθοδο διδασκαλίας που ήταν τότε η αλληλοδιδακτική ή λανγκαστεριανή μέθοδος, όπου οι καλύτεροι μαθητές, οι πρωτόσχολοι, με την καθοδήγηση, τη βοήθεια και την επίβλεψη του δασκάλου  δίδασκαν τους υπολοίπους. Τα αλληλοδιδακτικά σχολεία ελλείψει δασκάλων λειτούργησαν ως το 1880, που αντικαταστάθηκαν από τα σχολεία της συνδιδακτικής μεθόδου.  

[iv] Πριν από την έλευσή του στην Ελλάδα είχε αποφασίσει με τη βοήθεια της αγαπημένης του φίλης Ρωξάνδρας Στρούτζα την εκπόνηση προγράμματος για τη μόρφωση της Ελληνίδας. Η αβεβαιότητα όμως των πρώτων χρόνων του ελευθέρου βίου και οι αμέτρητοι κίνδυνοι που το περιέβαλλαν δεν του είχαν επιτρέψει τελικά την πρόσκληση της Ρωξάνδρας Στρούτζα για την εφαρμογή του προγράμματος τους (βλ. Κούκου Ελένη, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ρωξάνδρα Στρούτζα), Έκτη έκδοση, Εκδ. Πατάκη, 2000. Πρώτη έκδοση Εστία, 1936.

[v]  Μάουρερ Γκ. Λ., Ο Ελληνικός λαός, (μετάφραση Όλγας Ρομπάκη) Αθήνα 1976, σ.σ 529-530.

[vi] Δρούγκα Αναστασίου, Η αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού στην Ελλάδα, Ναύπλιο 1991, σ.64.

[vii] Αθουσάκης Γ. Αδάμ, «Η Εκπαίδευση στην Αργολίδα και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή περίοδο» (Διδακτορική Διατριβή, Πάτρα 1998).

[viii]  Καρδαμίτση – Αδάμη Μάρω, Η φιλλέλην Σαρλότ Βολμεράνζ, Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (Επτά ημέρες), Ελληνικά παρθεναγωγεία, 27 Ιανουαρίου 2002.

 

 

Βιβλιογραφία

 


 

  • Αθουσάκης  Γ. Αδάμ, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή περίοδο», (Διδακτορική Διατριβή, Πάτρα 1998).
  • Αντωνίου Δαυΐδ, Τα προγράμματα της Μέσης Εκπαίδευσης (1833-1929), Τόμος Α’ Αθήνα, Ι. Α. Ε. Ν. – 17, 1987.
  • Δρούγκα Αναστασίου, Η αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού στην Ελλάδα, Ναύπλιο 1991.
  • Ζιώγου – Καραστεργίου Σ., Η μέση εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελλάδα (1830 – 1893), Αθήνα Ι. Α. Ε. Ν. – 2, 1986.
  • Ζιώγου – Καραστεργίου Σ., Γυναίκες και ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα, Θεσσαλονίκη, 1988.
  • Καρδαμίτση – Αδάμη Μάρω, Η φιλέλλην Σαρλότ Βολμεράνζ, Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (Επτά ημέρες), ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΘΕΝΑΓΩΓΕΙΑ, 27 Ιανουαρίου 2002.
  • Κούκου Ελένη, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ρωξάνδρα Στούρτζα, 1936.
  • Μάουρερ Γκ. Λ., Ο Ελληνικός λαός (μετάφραση Όλγας Ρομπάκη) Αθήνα 1976.
  • Μπουζάκης Σήφης, Νεοελληνική Εκπαίδευση (1821 – 1985), Αθήνα 1986.
  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα, IV (2000), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.
  • Παπαδάκη Λυδία, Η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1992.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Γαλλική Σχολή Ναυπλίου Αδελφών Ουρσουλινών (1916-1920)

 


Η παρουσία και η εκπαιδευτική δραστηριότητα των διαφόρων καθολικών ταγμάτων, είχε ως σκοπό όχι μόνο την διαποίμανση και εκπαίδευση των καθολικών κατοίκων της Ελλάδας αλλά και την διάδοση της καθολικής πίστης σε ορθόδοξους που φοιτούσαν στα σχολεία τους, και τα οποία λειτουργούσαν κυρίως με την υποστήριξη της καθολικής εκκλησίας. Μετά την εγκατάσταση τους στην Ελλάδα (Φραγκισκανών, Δομινικανών κυρίως όμως Ιησουιτών και Καπουτσίνων) άρχισαν να λειτουργούν τον 16ο, 17ο και 18ο αιώνα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης στις καθολικές κοινότητες διαφόρων πόλεων και κυρίως νησιών.

Στην Αθήνα, την Άνδρο, τα Επτάνησα, το Ναύπλιο, την Μήλο και την Πάρο, δημιούργησαν σχολεία οι Καπουτσίνοι. Στην Σαντορίνη και την Τήνο οι Ιησουίτες. Στην Κρήτη, την Μακεδονία, την Νάξο, την Σύρο και την Χίο, Καπουτσίνοι και Ιησουίτες, που μάλιστα αρκετές φορές λειτουργούσαν και ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Ιδιαίτερα στα νησιά Σύρο, Νάξο, Τήνο και Χίο, καπουτσίνοι και Ιησουίτες οργάνωναν χωριστά επιμορφωτικά σεμινάρια, ετοιμάζοντας στελέχη για τον καθολικό κλήρο του Αιγαίου.

 

Οι Αδελφές Ουρσουλίνες

 


  

Αγία Άγγελα Μερίτσι

Το 1533 η Αγία Άγγελα Μερίτσι* (Angela Merici: 1474-1540) άρχισε να συγκεντρώνει νέες κοπέλες, προτείνοντας τους να ζήσουν έναν άτυπο μοναχικό βίο. Η κάθε μία ζούσε στο σπίτι της αλλά ήταν στην υπηρεσία του Θεού.

Μέσα σε λίγα χρόνια ο αριθμός τους αυξήθηκε σημαντικά. Η Αδελφότητα πρόσφερε σημαντικό κοινωνικό έργο αλλά και δίδασκε την χριστιανική πίστη. Στις 18 Μαρτίου 1537 η ιδρύτρια αφιερώνει την Αδελφότητα στην Αγία Ούρσουλα, που μαρτύρησε τον 5ου αιώνα, προτιμώντας τον θάνατο παρά την προδοσία της παρθενίας της.

Όταν πέθανε η Αγία Άγγελα, στις 27 Ιανουαρίου 1540, η Αδελφότητα αριθμούσε περισσότερα από 150 μέλη. Κατά τον 17ο αιώνα οι Αδελφές Ουρσουλίνες, αρχίζουν να εξαπλώνονται σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Τον 18ο αιώνα φτάνουν και στην Ελλάδα. Στην Τήνο (15 Ιουλίου 1704) εμφανίζονται οι δύο πρώτες ελληνίδες Ουρσουλίνες από το Κάστρο της Νάξου.  Πρόκειται για αφιερωμένες γυναίκες που ζουν με την οικογένεια τους αλλά τηρούν το κανονισμό της Αγίας Άγγελας και βοηθούν τους εφημέριους στο ποιμαντικό και κατηχητικό τους έργο.

Εσωτερικό Ιεράς Μονής Ουρσουλινών, στα Λουτρά Τήνου.

Οργανωμένο μοναστήρι  δημιουργείται το 1862. Εκεί, στεγάστηκαν: ορφανοτροφείο, οικοτροφείο, γαλλικό Γυμνάσιο, Πανεπιστήμιο, ελληνικό Δημοτικό, ταπητουργία, ραπτική, αργαλειοί κ.λ.π. Το όλο έργο οφείλεται ουσιαστικά στην αγγλικής καταγωγής Μαρία- Άννα Ληβς, η οποία είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη το 1825 και είχε ασπαστεί το μοναχικό σχήμα των Ουρσουλινών από το 1853.

Την περίοδο 1910-1930 φοιτούν στη Σχολή 300 οικότροφες μαθήτριες απ’ όλη την Ελλάδα. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Σχολή έκλεισε. Μετά τον πόλεμο, η επαναλειτουργία της Σχολής ήταν πολύ δύσκολη. Η έλλειψη  μαθητριών και τα νέα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της. Περιορίζεται στην εκπαίδευση των παιδιών του Δημοτικού. Το 1984 το σχολείο έκλεισε οριστικά.   

Στην Νάξο το 1739, μετά από μερικές αποτυχημένες προσπάθειες τελικά κατορθώνουν να εγκατασταθούν. Ήταν απόλυτα αφοσιωμένες στην μόρφωση των κοριτσιών και την διάδοση της χριστιανικής καθολικής πίστης. Μετά την εγκατάστασή τους άρχισαν να συγκεντρώνουν κορίτσια από το Αιγαίο αλλά και από την Κωνσταντινούπολη και την Εγγύς Ανατολή. Μετά την Επανάσταση, η Σχολή γνωρίζει μεγάλη ακμή και εξελίσσεται σε ένα από τα καλλίτερα σχολεία του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Στο Παγκόσμιο πόλεμο η Σχολή αναγκάζεται να κλείσει. Μετά τον πόλεμο, έγιναν προσπάθειες να επαναλειτουργήσει, οι συνθήκες όμως είχαν αλλάξει και η σχολή το 1970 έκλεισε.

 

Οι Ουρσουλίνες στο Ναύπλιο

 


  

Μεγάλο μέρος της καλής κοινωνίας του Ναυπλίου, ήθελε τα κορίτσια της να μορφωθούν και να αποκτήσουν τα κατάλληλα εφόδια για την βελτίωση του πολιτιστικού και βιοτικού τους επιπέδου. Έτσι στο Ναύπλιο συναντάμε από τα χρόνια του Καποδίστρια ακόμη ιδιωτικά παρθεναγωγεία, όπως της Γαλλίδας Σαρλότ Βολμεράνζ (Charlotte Volmerang) όπου τα κορίτσια μάθαιναν γραφή και ανάγνωση στην Ελληνική και Γαλλική γλώσσα, ιστορία, γεωγραφία αλλά και οικοκυρικά και χειροτεχνία.

Γαλλική Σχολή Ναυπλίου. Δεκαετία του 1910. (Φωτ. Αρχείο Ν. Σαββάκη)

Στην Ενδεκάτη, εκεί που σήμερα υπάρχει η Alpha Bank, στη γωνία της 25ης Μαρτίου και Ασκληπιού, υπήρχε το κτίριο που στεγάζονταν οι καθολικές αδελφές Ουρσουλίνες. Εκεί ιδρύθηκε η σχολή των Ουρσουλινών που λειτούργησε μόλις τέσσερα χρόνια. Από τον Ιούλιο του 1916 μέχρι τον Ιούλιο του 1920. Οι Ναυπλιώτες την αποκαλούσαν συνήθως «Γαλλική Σχολή».

« Διευθύντρια στο Ναύπλιο ήταν η αδελφή Κλημεντίνη Carriere ( Marie de lenfant Jesus). O Μ. Ρούσσος Μηλιδώνης δημοσιεύει και αίτηση 139 οικογενειαρχών του Ναυπλίου, με ημερομηνία 1 Μαΐου (ή 14 Μαΐου) 1916 προς τον Καθολικό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών L. Petit, με την οποία ζητούν την σύσταση Γαλλικού Παρθεναγωγείου ( « καθόσον σπουδαίως θα συντελέσει εις την ταχείαν και τελείαν εκμάθησιν της γαλλικής γλώσσης υπό των τέκνων μας»).

 
 

Η εσωτερική αυλή του φράγκικου μοναστηριού των Καλογραιών. (Φωτ. Σ. Καρούζου: ‘‘Το Ναύπλιο’’)

Οι πρώτες υπογραφές είναι του Γενικού Αρχίατρου ε.α. Σωτ.Κ. Παπαδόπουλου, του φαρμακοποιού Ιωάννη Οικονόμου, του υπολοχαγού Πυροβολικού Θεοδ. Λιάπη, του κτηματία Β. Χρονά και του δικηγόρου Δ. Πασπαλιάρη. Από τους υπογράφοντες, μόνον ο Παναγιώτης Ιωάννου Ιατρός, ιδιοκτήτης- συντάκτης της εφημερίδας Σύνταγμα, ήταν καθολικός. Υπογράφουν ακόμη ο Σ. Θ. Σοφρώνης, Αρχίατρος και Δήμαρχος (1926-27), η οικογένεια Καραπαύλου, ο Ι. Τερζάκης, βουλευτής Αργολίδος, ο Α. Πιλαφιτζής, δικηγόρος και πρόξενος της Γαλλίας, ο Κ. Παπαντωνίου και άλλοι ανώτεροι αξιωματικοί.

 

Επτά μοναχές από την Τήνο και την Νάξο φτάνουν στο Ναύπλιο τον Ιούλιο του 1916 για να υπηρετήσουν το σχολείο, οι οποίες έγιναν δεκτές με εχθρική διάθεση από τον Μητροπολίτη Αργολίδος Αθ. Λάσκαρη. Το 1920 εκδηλώθηκε επιδημία πανώλης στην Αργολίδα, το σχολείο επιτάχθηκε για την στέγαση των ασθενών, ενώ ο ιδιοκτήτης του κτιρίου Νικ. Παπανικολάου ζητούσε αύξηση του ενοικίου, γεγονότα που οδήγησαν στο κλείσιμο του».  

Και συνεχίζει ο Γιώργος Ρούβαλης στο άρθρο του στην τριμηνιαία έκδοση πολιτισμού «ναύδετο» το Φθινόπωρο του 2008. « Φοίτησαν 67 κορίτσια, 50 εσωτερικά και 17 εξωτερικά. Κατ’ έτος, ο αριθμός φοιτητριών ήταν 50 με 60. Το 1/3 ήταν εσωτερικές από το Άργος και άλλες πόλεις της Πελοποννήσου. Το μόνο αγόρι ήταν ο Καίσαρ Χειλέλης, μετέπειτα ξενοδόχος και κληρονόμος του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία στην πλατεία Φιλελλήνων.

Κατά το σχολικό έτος 1918-19 τα δίδακτρα ήταν 360 δραχμές και 40 επιπλέον για όσα κορίτσια έπαιρναν μαθήματα πιάνου. Το πρόγραμμα μαθημάτων περιελάμβανε γραφή και ανάγνωση στα ελληνικά και γαλλικά, αριθμητική, γεωγραφία, μουσική και ιδιαίτερα μαθήματα κλειδοκυμβάλου ( πιάνου) και μαντολίνου, γραφικές τέχνες, κέντημα και εργόχειρο».  

Μετά από χρόνια, το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως στέγη των προσφύγων Μικρασιατών. Το 1949 στέγασε το παγοποιείο Κοκκίνου και τέλος κατεδαφίστηκε στην δεκαετία του 1970.

 

Η Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών Αθηνών

 


 

Έμβλημα των μαθητών των Ουρσουλινών

Η Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών Αθηνών λειτουργεί από το 1947. Το 1952 άρχισε να λειτουργεί στο Ψυχικό εκπαιδευτικό συγκρότημα Γυμνασίου – Λυκείου, το οποίο ολοκληρώθηκε με Δημοτικό Σχολείο το 1976 στην περιοχή του Αμαρουσίου. Σήμερα διατηρεί Νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο για αγόρια και κορίτσια. Είναι η συνέχεια των σχολείων της Τήνου και της Νάξου.

Μέσα στο 19ο αιώνα το σχολείο διαμορφώθηκε σιγά – σιγά σε «Ελληνογαλλικό», το πρώτο χρονικά εκπαιδευτικό ίδρυμα αυτού του είδους στην Ελλάδα, για την μαθητεία στη γαλλική γλώσσα και κουλτούρα. Διατηρεί αυτό το χαρακτήρα του μέχρι σήμερα με τις υψηλότατες επιδόσεις των μαθητών του στη γαλλοφωνία.

Στον 21ο αιώνα καλλιεργώντας πάντα το πνεύμα της Αγάπης και της Αλληλεγγύης, στοχεύει στην άρτια εκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση των μαθητών του σύμφωνα με τις σύγχρονες απαιτήσεις. Αποδεικνύουν την προσφορά του οι λαμπρές επιδόσεις των μαθητών του στο Πανεπιστήμιο και στη συνέχεια στον επιστημονικό τομέα, στις τέχνες, στα γράμματα αλλά και γενικά στο στίβο της ζωής!

 

 Υποσημείωση

 


 

* Άγγελα Μερίτσι (Angela Merici: 1474-1540). Γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου 1474 στο Ντεζεντιάνο της βόρειας Ιταλίας. Ήταν η δευτερότοκη κόρη μιας βαθειά θρησκευόμενης χριστιανικής αγροτικής οικογένειας. Από πολύ μικρή, ορφάνεψε από πατέρα και μητέρα. Ο αδελφός της μητέρας τους, αναλαμβάνει την κηδεμονία των δυο κοριτσιών. Δέκα χρόνια αργότερα πεθαίνει η μεγαλύτερή της αδελφή.

Η Άγγελα μένει μόνη της. Συνεχίζει να ζει μια έντονη πνευματική ζωή και μάλλον ασκητική. Το 1506, εξαιτίας ενός οράματος, αισθάνεται την ανάγκη να ιδρύσει μια κοινότητα που θα ήταν στην υπηρεσία του Θεού. Το 1516 μεταφέρεται στην πόλη Μπρέσια για να ζήσει με το ζεύγος Ιερώνυμου και Κατερίνας Ντεζεντζάνο, μια οικογένεια μεγαλοαστών της εποχής.

Η Άγγελα συνεχίζει, παρά ταύτα την απλή και έντονη θρησκευτική της ζωή, ενώ το 1524 επισκέπτεται τους Αγίους Τόπους. Από το 1525 ζει ήσυχα προσφέροντας τις κοινωνικές της υπηρεσίες και τις καλές της συμβουλές σε όποιον της τις ζητούσε και όπου μπορούσε. Το 1533 ιδρύει τη μοναχική αδελφότητα των Ουρσουλινών. Στις 27 Ιανουαρίου του 1540 και σε ηλικία 66 ετών, πεθαίνει. Στις 30 Απριλίου 1768, ο πάπας Κλήμης ο 13ος  την ανακήρυξε Μακαρία και στις 24 Μαΐου ο Πίος ο 7ος Αγία.

 

 

Πηγές


  • Γιώργος Ρούβαλης, «Οι πέτρες και οι Άνθρωποι / Μικροϊστορία του Ναυπλίου», Εκδόσεις Ναύδετο, Ναύπλιο, 2009.
  • Περιοδικό «Ναύδετο», Τριμηνιαία έκδοση πολιτισμού, τεύχος 8, Ναύπλιο, 2008.
  • Δαυίδ Αντωνίου, «Γαλλικά Σχολεία στην Ελλάδα / Απόπειρα Πρώτης Καταγραφής», Διεθνές Κέντρο Έρευνας Αίσωπος – La Fontaine,  Αθήνα, 2009.
  • Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών – http://www.ursulines.gr/
  • Καθολική Εκκλησία Τήνου – http://www.catholic.gr/

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »