Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Φλέσσας  Μ. Κωνσταντίνος (1919 -1982)

 

 

Γεννήθηκε το 1919 στο Ναύπλιο Αργολίδας. Ήταν το τρίτο στη σειρά παιδί του δάσκαλου  Μιχαήλ Κων/νου Φλέσσα από την Καρυά Αργολίδας και της Κωνσταντίνας Νικολάου Ζουγλή από το Κοφίνι. Τελειώνοντας το δημοτικό σχολείο Ναυπλίου το 1930 μετοικεί στην Αθήνα λόγω μεταθέσεως του πατέρα του. Το 1939 αποφοιτά από την Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία με βαθμό λίαν καλώς 8,50 . Το ίδιο έτος διορίζεται στο δημοτικό σχολείο Κολχικής Φλωρίνης.

 
 

Σχολή εφέδρων Αξιωματικών Σύρου Κ. Φλέσσας. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Σχολή εφέδρων Αξιωματικών Σύρου Κ. Φλέσσας. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

 

Το 1941 έπειτα από επιλογή κατατάσσεται στην σχολή εφέδρων αξιωματικών Σύρου. Ένα χρόνο αργότερα λαμβάνει φύλλο πορείας από την παραπάνω σχολή για να καταταγεί στο  τάγμα πεζικού Ιωαννίνων. Μετά την εισβολή του Γερμανικού στρατού και την κατάρρευση του μετώπου καλείται να επιστρέψει στην υπηρεσία του. Έπειτα από ένα ταξίδι το οποίο κράτησε δέκα έξι ημέρες και κάτω από άθλιες συνθήκες οι οποίες του προκάλεσαν ισχυρό αναπνευστικό πρόβλημα ζητά απόσπαση την οποία και πέτυχε για το δημοτικό σχολείο Αγίου Αδριανού Αργολίδας στο οποίο διδάσκει τα σχολικά έτη 1942-1943 & 1943-1944. Μετά την ανασύσταση του Ελληνικού κράτους το 1945 καλείται να υπηρετήσει το υπόλοιπο της στρατιωτικής του θητείας. Ενώ υπηρετεί, κατηγορείτε για: α) συναναστροφές με αριστερούς, β)  βιαιοπραγία κατά ανωτέρου, δικάζεται και στέλνεται στη Μακρόνησο* για περίπου ένα χρόνο, με τον επίσης δάσκαλο και συντοπίτη του Χρήστο Δωροβίνη από το Άργος. Μεσολαβεί ο εμφύλιος πόλεμος . Για τις νικηφόρες μάχες και τις επιτυχίες του στρατού εναντίον των ανταρτών στο Γράμμο και στο Βίτσι, προτάθηκε και τιμήθηκε με το δίπλωμα του πολεμικού σταυρού. Ο ίδιος δεν θεώρησε ηρωική πράξη και επιτυχία την εξόντωση «πολεμικών αντιπάλων» σε περίοδο αδελφοκτόνου πολέμου και αρνήθηκε να το παραλάβει, αν και αντιλαμβανόταν τις επιπτώσεις της άρνησης που θα σηματοδοτούσαν την μετέπειτα πορεία του. Απολύεται από τον στρατό το 1949 έχοντας συνολική θητεία πέντε έτη με τον βαθμό του έφεδρου Υπολοχαγού Πεζικού. Με το τέλος του Εμφυλίου παρουσιάζεται και πάλι στην Κολχική Φλωρίνης. Το 1950 μετατίθεται στο 1/τάξιο δημοτικό σχολείο Κουρκουλών, της εκπαιδευτικής περιφέρειας Ιστιαίας.

 

 

 
 

Δημοτικό σχολείο Λίμνης Ευβοίας Κ. Φλέσσας 1960. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Δημοτικό σχολείο Λίμνης Ευβοίας Κ. Φλέσσας 1960. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Το ίδιο έτος συγγράφει με τον δάσκαλο πατέρα του Μιχαήλ και την επίσης  δασκάλα αδελφή του Θεοδοσία ,το αναγνωστικό της δευτέρας δημοτικού με τίτλο «ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ», που λόγω του αιφνιδίου θανάτου του πατέρα του δεν εκδόθηκε.. Στο προσωπικό του αρχείο υπάρχει και μια σειρά ανέκδοτων εργασιών με τους τίτλους 1) Ο παιδικός φόβος, 2) Η ανάγνωσις είς τάς Β.Γ.Δ.! τάξεις, 3)Επωφελής χρησιμοποίησις του εκτός της κυρίως διδασκαλίας χρόνου.. «Διαλείμματα, ελεύθερα απογεύματα, εκδρομαί» 4) Περί διανοίας, 6) Ανάπτυξις και Ισχύς της μνήμης  καθώς και ένα χειρόγραφο ορθογραφικό και ερμηνευτικό λεξικό της δημοτικής. Το 1956 μετατίθεται στο δημοτικό σχολείο Λίμνης Ευβοίας . Το ίδιο έτος παντρεύεται την Καλλιόπη Αγγελή Τζουτζά και το 1957 αποκτούν δύο παιδιά.

 

 
 

Όρθιος με το μαντολίνο ο Κώστας Φλέσσας και καθιστός με την κιθάρα ο Γρηγόρης Μπιθικότσης στη Μακρόνησο το 1948. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Όρθιος με το μαντολίνο ο Κώστας Φλέσσας και καθιστός με την κιθάρα ο Γρηγόρης Μπιθικότσης στη Μακρόνησο το 1948. Αρχείο: Μιχάλη & Ελένης Φλέσσα.

Ο δάσκαλος πέρα από την πνευματική του κατάρτιση διέθετε και εξαιρετικό ταλέντο και αγάπη στην μουσική. Χρησιμοποιούσε με ιδιαίτερη ικανότητα τα έγχορδα κυρίως μουσικά όργανα και σε συνδυασμό με την  δυνατή σε ένταση και καλλιεργημένη φωνή του διοργάνωνε αξέχαστες μουσικές βραδιές με τις παρέες του . Είτε αυτό γινόταν κάτω από το φεγγαρόφωτο στον πλάτανο της Ελιτσάς στην Καρυά, η στα παλιά ταβερνάκια της Πλάκας στην Αθήνα παρέα με τον συνεξόριστο  και φίλο του Γρηγόρη Μπιθικότση (στο ξεκίνημα του ),  ή στη Λίμνη Ευβοίας την δεύτερη πατρίδα του συντροφιά με ανθρώπους κάθε ηλικίας. Συνταξιοδοτείτε έχοντας περίπου τριάντα χρόνια υπηρεσίας  το 1973 με τον βαθμό του Διευθυντή. Πεθαίνει το 1982 στην Αθήνα σε ηλικία 63 ετών δημιουργώντας μεγάλο και δυσαναπλήρωτο κενό στην οικογένεια του, στα αδέλφια του αλλά και στον κοινωνικό και φιλικό του περίγυρο αφήνοντας σε όλους μια γλυκιά και συγκινητική ανάμνηση.

 

 

 

Υποσημείωση

 

* Στην Μακρόνησο, ένα άγονο νησί 15 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ξεκίνησε η λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης με εισήγηση του Γενικού Επιτελείου Στρατού προς το υπουργείο Στρατιωτικών στις 19 Φεβρουαρίου 1947. Στο αρχικό εισηγητικό σημείωμα που συντάχθηκε μετά τις εκλογές της 1-4-1946, αναφέρεται επί λέξει: «Αποφασίζεται ο περιορισμός των αριστερών στρατευσίμων εις ορισμένα στρατόπεδα δια να υποστούν αποτοξίνωσιν. Όλες οι στρατιωτικές μονάδες δέον όπως εκκαθαρισθούν από αριστερίζοντες ή υπόπτους αριστερισμού».

Αφού δόθηκε η σχετική έγκριση στις 3 Απριλίου, στάλθηκαν στην Μακρόνησο στις 26 Μαΐου κατόπιν εντολής του τότε αρχηγού ΓΕΣ Κ. Βεντήρη, οι πρώτοι «σκαπανείς» που θα υλοποιούσαν το έργο και την «προσπάθεια επαναφοράς αυτών εις τους κόλπους της φιλτάτης πατρίδος» με διαφόρους «επωφελείς εργασίας». Στην αρχή, οι εκτοπισμένοι ήταν αριστεροί ή απλά δημοκρατικοί στρατιώτες που εξέτιαν τη θητεία τους χωρίς όπλο. Η Μακρόνησος λειτούργησε με αυτό τον τρόπο ως το 1958.

Ο Υπουργός Εσωτερικών που έδωσε την εντολή για τη λειτουργία του στρατοπέδου συγκέντρωσης της Μακρονήσου ήταν ο Χριστόφορος Στράτος. Ο Στράτος ανήκε στη γνωστή οικογένεια που στη συνέχεια κατείχε την Πειραική – Πατραϊκή. Οι πολιτικοί της εποχής χαιρέτησαν τη λειτουργία αυτού του σωφρονιστικού ιδρύματος. Για παράδειγμα, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος αναφέρθηκε σε αυτό ως «αναρρωτήριο ψυχών», «συνέχιση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού», «Εθνική κολυμβήθρα» και «Νέα Εδέμ στα μάτια της ελληνικής Ιστορίας». Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος ανέφερε ότι «στη Μακρόνησο αναγεννάται η Ελλάς ωραιοτέρα στην ψυχή των Ελλήνων».

Οι κρατούμενοι ήταν κατά κύριο λόγο πολίτες, άνδρες, γυναίκες αλλά και παιδιά τους, οι οποίοι είχαν ηγηθεί ή συμμετάσχει στην Εθνική Αντίσταση, κατά τη διάρκεια της σκοτεινής περιόδου του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Η άοπλη στρατιωτική θητεία, ενός παράδοξου για την εποχή θεσμού, αποσκοπούσε όχι απλά στον έλεγχο της εμφυλιοπολεμικής στράτευσης των ανδρών αλλά στην ολοκληρωτική εξαφάνιση του προοδευτικού κινήματος, καθώς συνοδευόταν από βασανιστήρια μεγάλης βαναυσότητας.

Η Μακρόνησος δεν ήταν απλώς ένας τόπος εξορίας. Η σκληρότητα των βασανιστηρίων που έλαβαν χώρα εκεί κάνει φανερό ότι επρόκειτο για ένα οργανωμένο σύστημα εξόντωσης. Με πρόσχημα την «αναμόρφωση» των κρατουμένων, ασκούνταν σωματική και ψυχολογική βία ώστε να καμφθεί η συνείδηση και το φρόνημά τους με σκοπό να αποκηρύξουν με γραπτές «δηλώσεις μετανοίας» τα φρονήματά, τις ιδέες ή τα ιδανικά τους. Ακολουθούσαν επιστολές που θα έπρεπε να συντάξει ο «ανανήψας» και οι οποίες απευθύνονταν στο δάσκαλο του χωριού του, τον παπά ή τον κοινοτάρχη με το ίδιο περιεχόμενο, αλλά και ομιλίες προς τους υπόλοιπους φαντάρους με τις οποίες θα διατράνωνε την πίστη του στα ιδανικά της πατρίδας και θα πιστοποιούσε την μεταμέλειά του όπως και την αποκήρυξη του «εαμοσλαυισμού» κ.λ.π. Όλα τα παραπάνω είχαν φυσικά σα στόχο την πλήρη καταρράκωση του «μεταμεληθέντος», ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι στη συνέχεια θα του δινόταν όπλο και θα τον έστελναν στο μέτωπο της εμφύλιας σύρραξης, κατά του Δημοκρατικού Στρατού (ΔΣΕ).

Να σημειωθεί ακόμη ότι η πλήρης επανένταξη απαιτούσε συχνά και την επίδειξη ιδιαίτερης σκληρότητας από τον «ανανήψαντα» προς τους «αμετανόητους» πρώην συντρόφους του, η οποία εάν δεν ήταν αρκούντως πειστική, προκαλούσε άγρια αντίδραση των φρουρών και την εξαρχής απαίτηση για όλα τα προηγούμενα. Με τον τρόπο αυτό, οι υπεύθυνοι του στρατοπέδου εξασφάλιζαν τη δημιουργία φανατισμένων «γενιτσάρων» (όπως τους αποκαλούσαν όσοι έμεναν αμετακίνητοι στα πιστεύω τους) που αδημονούσαν να οπλισθούν και να πάνε «εθνικά αναβαπτισμένοι» στο μέτωπο. (Βικιπαίδεια)

 

Πηγή

 

 

  • Ελένη Φλέσσα, « Φλεσσαίικες  ρίζες από την Πολιανή Μεσσηνίας στην Καρυά Αργολίδας και η Ιστορία του τέως Δήμου Λυρκείας »,  υπό Έκδοση.

 

  

Read Full Post »

Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου – Παράρτημα Ναυπλίου

 

To διατηρητέο    νεοκλασικό κτίριο της οδού Σιδηράς Μεραρχίας αρ. 23, κτίστηκε το έτος 1905. σε σχέδιο Τεκτονικής Κ. Π. Χαντζάρα, όπως αναγραφεί εντοιχισμένη μαρμάρινη  επιγραφή και χρησιμοποιήθηκε από τον ιδιοκτήτη του γυναικολόγο ιατρό και μετέπειτα Δήμαρχο Ναυπλιέων Γεώργιο Μηναίο ως κατοικία και ιδιωτική κλινική. Μεταγενέστερα, όταν έπαυσε η λειτουργία της κλινικής, στεγάστηκαν διαδοχικά στο κτίριο η  έδρα της 4ης Σιδηράς Μεραρχίας, το Νοσοκομείο Ναυπλίου,  Ανώτερα Διοίκηση  Χωροφυλακής και τελευταία, η ταβέρνα με τίτλο ο Νικόλας. Το κτίριο περιήλθε στην κυριότητα του Δήμου Ναυπλιέων, ύστερα  από  αναγκαστική  απαλλοτρίωση και το 1997, παραχωρήθηκε στην Εθνική Πινακοθήκη  για να λειτουργηθεί ως παράρτημα της. Η υποδειγματική ανακαίνιση του κτιρίου και ο μουσειολογικός εξοπλισμός του έγινε οπό το Κοινωφελές Ίδρυμα  Ωνάση.

 

Εθνική Πινακοθήκη Παράρτημα Ναυπλίου. Φωτ. Μ. Πετρόπουλος, περιοδικό Ναύδετο.

Εθνική Πινακοθήκη Παράρτημα Ναυπλίου. Φωτ. Μ. Πετρόπουλος, περιοδικό Ναύδετο.

 

 

Παράρτημα Ναυπλίου

 

 

«Το παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης στο Ναύπλιο ιδρύθηκε το 2004, επί διευθύνσεως Μαρίνας Λαμπράκη – Πλάκα και με πρωτοβουλία του επιφανούς Ναυπλιέως και ε.τ. Προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου Αποστόλου Μπότσου. Το κτίριο, το οποίο παραχωρήθηκε από τον Δήμο Ναυπλιέων, ανακαινίστηκε και εξοπλίστηκε μουσειολογικά από το Κοινωφελές Ίδρυμα  Ωνάση. Στο διατηρητέο νεοκλασικό κτίριο που στεγάζεται, διαθέτει μόνιμη συλλογή με έργα εμπνευσμένα από τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων (Θ. Βρυζάκης, Φ. Μαργαρίτης, Διον. Τσόκος, Ν. Λύτρας, Ν. Γύζης, κ.α.). Σκοπός  αυτής της ζωγραφικής είναι να απομνημονεύσει τα ηρωικά κατορθώματα των Ελλήνων αφαιρώντας τους  ωστόσο τον ρεαλιστικό τoυς χαρακτήρα και ανάγοντάς τα σε μια σφαίρα ιδανική.

 

ΠινακοθήκηΗ έκθεση των έργων ζωγραφικής διαρθρώνεται σε πέντε ενότητες οι οποίες καλύπτουν θέματα ή απεικονίζουν ιστορικά συμβάντα, των οποίων η εικονογραφία διαμορφώθηκε ενώ η τέχνη του 19ου αιώνα εξελισσόταν τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη. Το στοιχείο που πάνω απ’ όλα έδινε φτερά στη φαντασία αυτών των ρομαντικών δημιουργών ήταν η δραματική σειρά αντιπαραθέσεων, που εμπεριείχε η Ελληνική Επανάσταση. Ο αγώνας των Ελλήνων ενάντια στους Τούρκους συμβόλιζε τη σύγκρουση του Πολιτισμού με τη Βαρβαρότητα, του Σταυρού με την Ημισέληνο, της Ελευθερίας με την Καταπίεση.

 

Οι  περισσότερες σκηνές προδίδουν την προσπάθεια του καλλιτέχνη να συγκινήσει, να υπογραμμίσει τις ψυχικές συγκρούσεις, το πάθος και τα συναισθήματα των ηρώων, να διδάξει και να παραδειγματίσει το θεατή. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ιστορικά γεγονότα αναπλάθονται με ένα οικείο, ηθογραφικό ύφος, που μεταφέρει αμεσότερα στο θεατή το δράμα των πρωταγωνιστών. Το παράρτημα διαθέτει και μια αίθουσα περιοδικών εκθέσεων που εναλλάσσονται χαρίζοντας στο μουσείο το δυναμισμό και το θέλγητρο που πρέπει να το χαρακτηρίζουν. Παράλληλα με τα ζωγραφικά έργα, η έκθεση συμπληρώνεται με γλυπτά, με αντικείμενα καθημερινής χρήσης, και οπλισμό των αγωνιστών αποδεικνύοντας το εύρος της διάδοσης των εικονογραφικών θεμάτων του Αγώνα».

 

Λαμπρινή Καρακούρτη – Ορφανοπούλου

Ιστορικός Τέχνης Εθνικής Πινακοθήκης  

 

Εθνική Πινακοθήκη

 

ΠινακοθήκηΗ Εθνική Πινακοθήκη δημιουργήθηκε κατόπιν δωρεάς του νομικού Αλεξάνδρου Σούτζου, που το 1896 άφησε την περιουσία του στο κράτος με σκοπό τη δημιουργία ενός Μουσείου Καλών Τεχνών. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 28 Ιουλίου του 1900, ξεκίνησε να λειτουργεί η Πινακοθήκη με το ζωγράφο Γεώργιο Ιακωβίδη, στη θέση του Εφόρου. Λειτούργησε αρχικά εκθέτοντας 258 έργα από τις συλλογές του Πολυτεχνείου (στο οποίο είχε δημιουργηθεί λίγα χρόνια πριν μια μικρή πινακοθήκη) και του Πανεπιστημίου. Τον επόμενο χρόνο εντάχθηκαν και τα 107 έργα της συλλογής του Α. Σούτζου, τα οποία είχε επίσης κληροδοτήσει στο ελληνικό κράτος. Μέχρι το 1939 στεγάστηκε στο κεντρικό κτίριο του Πολυτεχνείου, και μετά τον πόλεμο άλλαξε πολλές φορές στέγη. Το 1976 εγκαταστάθηκε στο σημερινό κτίριο, που κατασκευάστηκε με σχέδια των αρχιτεκτόνων Παύλου Μυλωνά και Δημήτρη Φατούρου. Το Ίδρυμα Ωνάση χρηματοδότησε ένα νέο παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης στο Ναύπλιο, ενώ τα γλυπτά αποκτήσανε ένα δικό τους κτίριο με την Εθνική Γλυπτοθήκη η οποία βρίσκεται κοντά στη λεωφόρο Κατεχάκη, στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις του Γουδή.

 

Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου – Παράρτημα Ναυπλίου
Σιδηράς Μεραρχίας 23, Ναύπλιο
Τηλ. 27520 2 1915, 2 1935
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα, Πέμπτη, Σάββατο 10.00-15.00
Τετάρτη, Παρασκευή 10.00-15.00 & 17.00-20.00
Κυριακή 10.00-14.00 Τρίτη κλειστά
Είσοδος ελεύθερη την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα.

 

 

Πηγές

 

  • Περιοδικό «Ναύδετο », τεύχος 1, σελ. 12 – 19
  • Ιστότοπος –  Εικονική Περιήγηση στο Ναύπλιο
  • Εθνική Πινακοθήκη Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου

Read Full Post »

Αγωνιστές Επαρχίας Άργους το 1821

 

 

Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα, την ημέρα του Πάσχα του 1821.

Αλλοίμονο στους λαούς που λησμονούν την ιστορία τους. Αλλοίμονο στους γιούς και τις κόρες που ξεχνούν την φύτρα τους. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί ένα μικρό μνημόσυνο σε εκείνους που πολέμησαν για την ελευθερία της πατρίδας και θυσιάστηκαν για την ανεξαρτησία του γένους των Ελλήνων.

 

Η ιστορία του Άργους στην μακραίωνη πορεία της έχει αναδείξει πολλούς επιφανείς άνδρες. Σε αυτή την αναφορά μας όμως, θα καταθέσουμε τα ονόματα των αγωνιστών του 1821, γιατί πιστεύουμε ότι ήταν η στιγμή που η Ελλάδα, ως φοίνιξ, αναγεννήθηκε εκ της τέφρας της και απέκτησε ζώσα πνοή.

 

Ίδιοι κι απαράλλαχτοι οι νεότεροι αγωνιστές του έπους του ᾽40. Ίδια και ίσα τους τιμούμε κι αυτούς. Κι άλλους αργότερα.

 

Ο κατάλογος που ακολουθεί, ίσως να είναι σχετικά ελλιπής. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι πολλοί αγωνιστές δεν υπέβαλαν αίτηση αναγνώρισης των υπηρεσιών τους στις επιτροπές που  συγκροτήθηκαν τα έτη 1834, 1846 και 1865.

 

 

  • Αθανασίου Βασίλειος από το Άργος (1792-1849). Πολέμησε με τον Καν. Δεληγιάννη, τον Νικηταρά και τον Δ. Τσώκρη. Διακρίθηκε στη μάχη της Δαβιάς.

 

  • Αθανασίου Χατζηγιάννης από το Άργος. Πολέμησε με τον Νικηταρά, διακρίθηκε σε πολλές μάχες και πέθανε πολύ γέρος μετά το 1870.

 

  • Αθανασόπουλος Ιωάννης από το Άργος. Πολέμησε στον Μοριά με τον Νικηταρά και στη Στερεά Ελλάδα με τον Μπούσγο σαν μπουλουξής (μικροκαπετάνιος).

 

  • Αιγιατλής. Προτάθηκε από τον Τσώκρη για τον βαθμό του χιλιάρχου.

 

  • Αλίκουλης Ανδρέας. Πολέμησε με τον Τσώκρη. Ήταν μικροκαπετάνιος.

 

  • Αλίκουλης Γεώργιος, αδελφός του προηγουμένου. Σκοτώθηκε στη μάχη του Ξεριά (1821).

 

  • Αλμπάνης Ανδρέας. Υπηρέτησε στο πλοίο του Α. Μιαούλη και ως οπλοποιός στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη.

 

  • Αλμπανόπουλος Γεώργιος από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Αναγνωστόπουλος Αναγνώστης από τον Αχλαδόκαμπο. Από τουρκόφιλος έγινε φλογερός αγωνιστής μετά τη λεηλασία του χωριού του από τους Τούρκους (Απρ. 1821).

 

  • Αναγνωστόπουλος Αναστάσης από τον Αχλαδόκαμπο. Έγινε υποχιλίαρχος (1823). Σκοτώθηκε στον εμφύλιο.

 

  • Αναγνωστόπουλος Χριστόφορος ή Χρυσικός, μικροκαπετάνιος, αξιωματικός Ζ΄ τάξης. Πληγώθηκε δύο φορές. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

 

  • Ασημάκης Ιωάννης, πρόκριτος Άργους. Πέθανε στη φυλακή της Τρίπολης (1821). Πολέμησαν οι τρεις γιοι του.

 

  • Ασημακόπουλος Αθανάσιος από το Άργος, φιλικός, μικροκαπετάνιος. Πολέμησε στη μάχη του Ξεριά, υπερασπίστηκε με τον Παπαρσένη τα γυναικόπαιδα στο μοναστήρι της Κατακεκρυμμένης, όπου τραυματίστηκε. Ίσως ήταν γιος του Ι. Ασημάκη.

 

  • Ασημακόπουλος Δημήτριος, γιος του Ασημάκη Ι., μικροκαπετάνιος. Πολέμησε με τον Κολοκοτρώνη, Νικηταρά και τον Τσώκρη.

 

  • Αργέντος Γεώργιος. Από το χωριό Πασά. Έλαβε μέρος στην πολιορκία και έφοδο του Παλαμηδιού, όπου και τραυματίστηκε. Πολέμησε στα Δερβενάκια, στο γεφύρι της Αλαμάνας και σε πολλές άλλες μάχες.

 

  • Βαρβάρας Γεώργιος από το Άργος. Πολέμησε με τον Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Βαρβερόπουλος Δημήτριος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ.Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Βασιλείου Γιανν., δήμαρχος Μυσίας (Κουτσοποδίου). Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Βισβίκης Αθανάσιος, υπολοχαγός φάλαγγας.

 

  • Βλάσσης Θεόδωρος, πρόκριτος Άργους, υπουργός Δικαιοσύνης (1822).

 

  • Βλάσσης Ιωάννης, γιος του προηγουμένου, γιατρός, δήμαρχος Άργους και βουλευτής.

 

  • Βλάσσης Χρήστος, αδελφός του προηγουμένου, φιλικός και πρώτος δήμαρχος Άργους.

 

  • Γατσόπουλος Μήτρος από το Χαρβάτι (Μυκήνες). Πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ.

 

  • Γκιριμόζης Παναγιώτης από το Άργος. Έλαβε μέρος στον αγώνα από την αρχή. Σκοτώθηκε στη Σφακτηρία (1825).

 

  • Γρόσης ή Γκρόσιος Αδριανός από το Γυμνό. Πολέμησε με τον Δημ. Υψηλάντη και τον Νικηταρά.

 

 

  • Δαγρές Αθανάσιος αδελφός του Γέρο Γιαννάκου Δαγρέ. Έλαβε μέρος στη μάχη του Λεβιδίου, και στην κατά του Άργους εισβολή του Κεχαγιά μπέη την 24η Απριλίου 1821. Κατά τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τον ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη έπεσε ηρωικά στη μάχη της Γράνας την 10η Αυγούστου 1821. Κατά τον Φωτάκο Χρυσανθόπουλο (υπασπιστή του Θ. Κολοκοτρώνη) σκοτώθηκε μόνος του για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.

 

  • Δαγρές Σωτήρης από την Καρυά. Συμμετείχε στην πολιορκία του Ναυπλίου μέχρι πτώσεως, σε όλες κατά του Δράμαλη μάχες, στην πολιορκία της Κορίνθου μέχρι πτώσεως, στην μάχη της Πολιανής, σε όλες κατά του Ιμπραήμ μάχες και τελευταία στην εκστρατεία των Αθηνών .

  

  • Δαλάκης Ευάγγελος. Σκοτώθηκε κοντά στην Πάτρα το 1824.

 

  • Δαλαμαναριώτης Παναγής από τη Δαλαμανάρα, ναυτικός και πυρπολητής σε υδραίικα πλοία.

 

  • Δανόπουλος Γεώργιος από το Άργος, οπλαρχηγός. Πολέμησε με τον Κολοκοτρώνη σε πολλές μάχες και με τον Καραϊσκάκη στην Αττική. Πέθανε στην Αθήνα το 1853.

 

  • Δανόπουλος Σωτήρης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Δήμου Γεώργιος, μικροκαπετάνιος από το Τάτσι (Εξοχή). Έγινε λοχαγός.

 

  • Δαρίβας Αντώνιος. Πολέμησε υπό τις διαταγές του Νοταρά.

  

  • Διαμαντόπουλος Γεώργιος από το Άργος. Έμενε στην Ύδρα και έλαβε μέρος σε πολλές ναυτικές επιχειρήσεις.

 

  • Δούσιας Παναγιώτης. Από τον Αχλαδόκαμπο. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Κατετάγη στους αξιωματικούς ε΄τάξεως. Αδελφός του Κων/νου Δούσια.

 

  • Δούσιας Κωνσταντίνος από τον Αχλαδόκαμπο. Πολέμησε στο Βαλτέτσι, στα Δερβενάκια και αλλού.

 

  • Δράμαλης Ευστράτιος από το Άργος. Έμοιαζε του Δράμαλη, γι’ αυτό και τον έλεγαν έτσι. Πολέμησε με τον Θεόδ. Κολοκοτρώνη και τον Γενναίο Κολοκοτρώνη. Πέθανε το 1860.

 

  • Διβάνης Πέτρος. (1799-1862). Η καταγωγή του ήταν από την Κωνσταντινούπολη, αλλά εγκαταστάθηκε στο Άργος. Υπηρέτησε ως γιατρός στο πλοίο «Καρτερία» και έλαβε μέρος στην μάχη του Πέτα. Υπηρέτησε ως υπασπιστής του Φαβιέρου και το 1824 έγινε υπολοχαγός της Φάλαγγας. Αργότερα εξελέγη Δημογέροντας και Δήμαρχος Άργους.

 

  • Ζαφείρης Αναγνώστης από το Άργος. Πληγώθηκε στο Χαϊδάρι (1826) και τον επόμενο χρόνο σκοτώθηκε στη μάχη του Ανάλατου.

 

  • Ζαχαρίας Σπυρίδων ή Σκουριάς από το Άργος. Έγινε αξιωματικός.

 

  • Ζεγκίνης Ανδρέας, οπλαρχηγός από το Άργος. Το 1824 έγινε ταξίαρχος.

 

  • Ζεγκίνης Ιωάννης, έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Το 1824 έγινε υποχιλίαρχος.

 

  • Ζεγκίνης Νικόλαος, προεστός Άργους, εξάδελφος του προηγουμένου και σύγγαμβρος του Δ. Τσώκρη. Αργότερα έγινε ειρηνοδίκης.

 

  • Ζωγράφος Αντώνιος από το Άργος. Έγινε αξιωματικός Δ΄ τάξης.

 

  • Ηλιάδης Γεώργιος. Πολέμησε εναντίον του Δράμαλη, του Ιμπραήμ και του Κιουταχή στην Αττική.

 

  • Ηλιάδης Αθανάσιος, μεγαλοκτηματίας, πατέρας του προηγουμένου. Έλαβε μέρος στην επανάσταση μαζί με τους κoλίγους του, μέχρι που τραυματίστηκε. Αργότερα έγινε δημόσιος υπάλληλος. Γιοι του ήταν και οι επόμενοι δύο.

 

  • Ηλιάδης Αναστάσιος. Τραυματίστηκε στη μάχη της Γράνας (1821). Πολέμησε και κατά του Ιμπραήμ, τραυματίστηκε σοβαρά και έμεινε χωλός. Έγινε καλόγερος και αρχιμανδρίτης.

 

  • Ηλιάδης Ιωάννης. Πολέμησε σε πολλές μάχες εναντίον του Ιμπραήμ στον Μοριά, εναντίον του Κιουταχή στη Στερεά Ελλάδα και αλλού. Τραυματίστηκε στη μάχη της Αράχοβας και του Ανάλατου. Αργότερα υπηρέτησε στη χωροφυλακή.

 

  • Θεοδωρόπουλος Ηλίας ή Λιάκος. Διακρίθηκε στις μάχες γύρω από την Τρίπολη, όπου και πληγώθηκε.

 

  • Θεοφανόπουλος Δημήτρης, οπλαρχηγός από το Άργος. Έγινε χιλίαρχος.

 

  • Ιατρός Μιχαήλ από το Άργος. Συνεργάστηκε με τον Αλ. Μαυροκορδάτο και τους Υδραίους πρόκριτους. Έγινε βουλευτής και χιλίαρχος (1825).

 

  • Ιωαννίδης Ανδρέας από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Ιωάννου Παναγιώτης. Προτάθηκε από τον Τσώκρη για το βαθμό του χιλίαρχου.

 

  • Κάββας Μιχαήλ, οπλαρχηγός και γιατρός. Επί τουρκοκρατίας ήταν γιατρός των βεζύρηδων στην Τρίπολη, όπου και φυλακίστηκε μέχρι την άλωση της πόλης. Ήταν φιλικός και διετέλεσε βουλευτής το 1824.

 

  • Κάβρας Μερκούρης, πολέμησε με τον Νικηταρά, τον οποίο είχε γνωρίσει στη Ζάκυνθο, και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες στην Πελοπόννησο και στην Αττική. Σκοτώθηκε το 1832 σε εμφύλια συμπλοκή.

 

 

  • Καλαράς Ιωσήφ, μοναχός από το Άργος. Πολέμησε με τον Δημ.Τσώκρη, έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και πολέμησε επίσης με τον Ι. Νοταρά στην Αττική και στον Ανάλατο. Αργότερα πήγε στη μονή των Αγίων Αναργύρων στην Ερμιόνη, για να μονάσει.

 

  • Καλλιοντζής Γεώργιος από το Άργος. Πρόβαλε αντίσταση στο ασκέρι του Κεχαγιάμπεη μέσα από το σπίτι του. Οι εχθροί έβαλαν φωτιά και τον έκαψαν (1821).

 

  • Καλλιοντζής Δημήτριος από το Άργος, γιος του προηγουμένου. Σκοτώθηκε και αυτός πολεμώντας στο Άργος. Αργότερα ο Ιμπραήμ αιχμαλώτισε τη γυναίκα του και τις κόρες του, οι οποίες ελευθερώθηκαν με τη μεσολάβηση του Κόδριγκτον.

 

  • Καραμουτζάς Θεοδόσιος, καπετάνιος από το Άργος. Πολέμησε με τον Δημ. Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Καραμουτζάς Γεώργιος, ιερέας από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κατσαρός Μήτσος από το Άργος. Πολέμησε στη μάχη του Ξεριά, στα Δερβενάκια και αργότερα εναντίον του Ιμπραήμ. Αιχμαλωτίστηκε στο Νιόκαστρο το 1825 και πέθανε στην αιχμαλωσία.

 

  • Κιάφας Λάζαρος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κλαδούρης Αδριανός, πρωτοπαλίκαρο του Δαγρέ από το Μπέλεσι. Διακρίθηκε ιδιαίτερα εναντίον του Ιμπραήμ.

 

  • Κλειώσης Αγγελής, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι.

 

  • Κλειώσης Δημήτριος, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι. Έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, πολέμησε εναντίον του Δράμαλη και του Ιμπραήμ σε διάφορες μάχες.

 

  • Κοκκαλιάρης Γεώργιος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κολοπανάς Παναγιώτης. Πολέμησε με τον Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Κονταξής Πέτρου Δημήτριος. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες, ήταν γενναίος αξιωματικός.

 

  • Κορδίας Νικόλαος από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κωνσταντίνου Μιχαήλ. Προτάθηκε από τον Τσώκρη για τον βαθμό του χιλιάρχου.

 

  • Κουγιάρης Αθανάσιος από το Μπογιάτι. Διακρίθηκε τον Ιούλιο 1826 στη Σκοτεινή, όπου οι Έλληνες ανέκοψαν την πορεία του Ιμπραήμ προς άλλα χωριά της Αργολιδοκορινθίας.

 

  • Κωτσιάκος Κωνσταντίνος ή Δριμούρας. Πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ και αιχμαλωτίστηκε στο Νιόκαστρο. Έγινε χιλίαρχος.

 

  • Καλαματιανός Νικόλαος. Αγωνιστής και άξιος πολεμιστής. Κατετάγη στους αξιωματικούς στ΄τάξεως.

 

  • Κυριάκου Νικόλαος. Πολέμησε σε πολλές μάχες, έχοντας πολλούς στρατιώτες υπό τις διαταγές του.

 

  • Λαλουκιώτης Γεώργιος, ιερέας από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Λάμπας Νικόλαος, μικροκαπετάνιος από την Καρυά. Έγινε υποχιλίαρχος. Επί Καποδίστρια ήταν αξιωματικός της εθνικής φρουράς.

 

  • Μανσουρίδης Ηλίας, ιερέας από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Μαντάς, μικροκαπετάνιος από την επαρχία Άργους. Διακρίθηκε στην πολιορκία του Ναυπλίου, όπου και σκοτώθηκε.

 

  • Μαρίνος Σπύρος, μικροκαπετάνιος από το Άργος. Το 1825 έγινε εκατόνταρχος και στην συνέχεια αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Μελετόπουλος Σωτήρης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Μεντής Μήτρος, μικροκαπετάνιος από το Άργος. Είχε υπηρετήσει στο Ρωσικό ιππικό και είχε τη φήμη σπουδαίου ιππέα. Τραυματίστηκε στη Γλυκειά τον Αύγουστο του 1822 και πέθανε στους Μύλους, όπου είχε μεταφερθεί για νοσηλεία.

 

  • Μούλος Κωνσταντίνος, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι.

 

  • Μπεκιάρης Γεώργιος, μικροκαπετάνιος από τα Μπούτια. Έπεσε στη μάχη του Φαλήρου (1827).

 

  • Μπιλιαράς Κωνσταντίνος, μικροκαπετάνιος. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Μπουλτώρης Παναγιώτης, μικροκαπετάνιος. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ε΄ τάξης.

 

  • Μπούρας Α. από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Μπουχέλης Συμεών ή Ξηροκαστελιώτης, οπλαρχηγός και μοναχός. Πέθανε στην πολιορκία του Ναυπλίου. Η επιτροπή αργότερα τον κατέταξε στους αξιωματικούς Ε΄ τάξης.

 

  • Μουσταίρας ή Τζίριος Κυριάκος. Από την Δαλαμανάρα. Εκατόνταρχος. Πολέμησε κατά του Δράμαλη στην πολιορκία της Ακροκορίνθου. Στο Ναυαρίνο κατά του Ιμπραήμ και έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Αθήνας.

 

  • Μουλόπουλος Αναστάσιος. Από το Κουτσοπόδι. Έγινε χιλίαρχος..

 

  • Νέζος Τάσος, μικροκαπετάνιος. Έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και το καλοκαίρι του 1822 στη φύλαξη των στενών στα Μεγάλα Δερβένια, στα Γεράνεια όρη της Μεγαρίδας. Το 1823 έγινε υποχιλίαρχος. Πέθανε το 1859.

 

  • Νέζος Κων/νος. Από το Κουτσοπόδι. Έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες. Το 1825 έγινε ταξίαρχος.

 

  • Νικολαΐδης Ευστράτιος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Ντάκαρης Γεώργιος. Έπεσε στην πολιορκία του Ναυπλίου. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Νυστάζος Ιωάννης, σημαιοφόρος και μικροκαπετάνιος. Πληγώθηκε δυο φορές. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Οικονόμου Νικόλαος, στρατιωτικός ιερέας. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Οικονόμου Πάνος ή Παπανικολόπουλος. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Δ΄ τάξης.

 

  • Πάγκαλος Κων/νος, γραμματέας του Δημ. Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός Ε΄ τάξης.

 

 

  • Παπαδόπουλος Π. Ψάλτης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Παπαμιχαλόπουλος Σωτήριος, φροντιστής στρατοπέδου στο Άργος. Κατατάχθηκε στους αξιώματικούς ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Πασχάλης Ιωάννης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Παναγιώτου Αντώνιος. Πολέμησε σε διάφορες μάχες με τον βαθμό του πεντηκόνταρχου

 

  • Περούκας Δημήτριος από το Άργος.

 

 

  • Περούκας Χαράλαμπος, αδελφός των προηγουμένων.

 

  • Πυρλάς Δημήτριος, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι.

 

  • Ρετσίνας Θεόδωρος. Έπεσε στη μάχη του Ξεριά. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Ροδόπουλος Κωνσταντίνος. Για τις υπηρεσίες του κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Σκαρπέντζος Παναγιώτης από τη Δαλαμανάρα. Πολέμησε με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον Δημ. Τσώκρη. Αίτηση για την αναγνώριση των υπηρεσιών του έκανε ο γιος του Γεώργιος το 1865, ο οποίος σημειώνει ότι ήταν ορφανός και πάμπτωχoς.

 

  • Σουρήλος Δημήτριος ή Αναγνώστης από το Αβδήμπεη (Ηραίο). Έλαβε μέρος στην άλωση του Παλαμηδιού, διετέλεσε υπασπιστής του Καραϊσκάκη και έγινε αξιωματικός Β΄ τάξης. Δεν είχε καλές σχέσεις με τον Δημ. Τσώκρη. Πέθανε φτωχός και αβοήθητος.

 

  • Σταθόπουλος Παναγιώτης. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Σταμπολής Γεώργιος. Έγινε υποχιλίαρχος το 1825. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Στίγκας Γεώργιος. Πολέμησε ως μπουλουξής έχοντας πολλούς στρατιώτες μαζί του.

 

  • Τασσόπουλος Αναγνώστης, μικροκαπετάνιος από τη Δαλαμανάρα. Πολέμησε με τον Δημ. Τσώκρη στην πολιορκία του Ναυπλίου και σε άλλες μάχες. Έγινε υπολοχαγός.

 

  • Τριγγούνης ή Τριγγουνόπουλος Θεόδωρος. Πολέμησε με τον Τσώκρη και τον Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη, στα Δερβενάκια, στο Ναύπλιο και αλλού. Ονομάστηκε λοχαγός της Φάλαγγος.

 

  • Τσιρίκος Αναστάσιος. Έγινε εκατόνταρχος το 1825. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Τσώκρης Αναστάσιος, αδελφός του στρατηγού. Για τις υπηρεσίες του έγινε λοχαγός της Φάλαγγας (1845). Πέθανε το 1849.

 

 

  • Τζωτανίτης Παναγής. Πολέμησε ως σημαιοφόρος κατά την διάρκεια όλου του αγώνα.

 

  • Φιλιππόπουλος Αθανάσιος από το Γυμνό. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Έγινε αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Φλόκας Νικόλαος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Φράγκας  Γεώργιος. Έπεσε στην πολιορκία της Τρίπολης. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ε΄ τάξης.

 

  • Ψωμάς Αναγνώστης ή Μαρίνος, μικροκαπετάνιος. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

 

Πηγές

 

  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

 

Read Full Post »

Ρέπουλης Εμμανουήλ (1863-1924)


 

Δημοσιογράφος και βουλευτής. Είχε εκλεγεί τρεις φορές: 1899, 1905 (και τις δυο με το κόμμα του Γεωργίου Θεοτόκη), 1923 (με τους Φιλελευθέρους) και ήταν ένας από τους βουλευτές της ομάδας των Ιαπώνων (1906-1908). Είχε γίνει υπαρχηγός του κόμματος των Φιλελευθέρων. Είχε χρηματίσει Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών, Γενικός Διοικητής Μακεδονίας, αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, υπουργός Εσωτερικών, υπουργός Οικονομικών (1915).

Ο Εμμανουήλ Ρέπουλης γεννήθηκε το 1863, στο Κρανίδι Αργολίδας. Η οικογένεια του, αν και δεν ήταν σε ιδιαίτερα καλή οικονομική κατάσταση, ανήκε στις πιο έγκριτες οικογένειες της περιοχής. Πατέρας του ήταν ο Παντελής Ρέπουλης (ή Λιέπουρης), ναυτικός, και μητέρα του η Παρασκευή, το γένος Λάμπρου. Ήταν το τρίτο κατά σειρά παιδί της πολυμελούς οικογένειας και είχε τέσσερις αδερφούς και δύο αδερφές. Πρώτος σταθμός στην πνευματική του ζωή, υπήρξε το Σχολαρχείο του Κρανιδίου το μόνο που διέθετε εκείνη την εποχή το Κρανίδι. Εκεί έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Εκεί, διαπέρασε την ψυχή η φρεσκάδα της θάλασσας και του αλατιού που τού ‘στελνε η Κοιλάδα απ’ τα παράθυρα.

 

Φωτογραφία από το βιβλίο, Εμμανουήλ Ρέπουλης, «Κείμενα – Επιστολές – Άρθρα – Ομιλίες », Έκδοση Δήμου Κρανιδίου, 2001.

 

Έπειτα συνέχισε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Ναύπλιο και στην Αθήνα. Ο νεαρός τότε Ρέπουλης παρέδιδε δωρεάν μαθήματα στον ανιψιό του κ. Αργυρόπουλου, με μοναδικό αντίτιμο το καθημερινό του φαγητό, εκεί φαίνεται η φτώχεια που τον μάστιζε και ο δυνατός του χαρακτήρας που δεν λύγισε ποτέ, στο γνωστό εστιατόριο «Έλαφος», που ανήκε στην ιδιοκτησία του θείου του κ. Αργυρόπουλου.

Μετά από την φοίτηση του στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, γράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ασχολείται με τη δημοσιογραφία. Εργάζεται ως διορθωτής, από το 1889, στην εφημερίδα, την λεγόμενη, «Καθημερινή» του κ. Λάμπρου. Ύστερα από ένα χρόνο γίνεται αρχισυντάκτης της άλλης γνωστής εφημερίδας εν ονόματι «Ακροπόλεως» και μαζί με τον Βλάση Γαβριηλίδη διευρύνουν τους ορίζοντές τους στα βιομηχανικά και εμπορικά ζητήματα της χώρας, εκείνη η περίοδος σημειώνεται ως η απαρχή της ακμής της καριέρας του.

Ο Ρέπουλης ήταν ο πρώτος δημοσιογράφος που κατέκρινε μέσα από τα άρθρα του τη συναλλαγή, τις παλαιοκομματικές μεθόδους, τη βία των χωροφυλάκων, τη στρατοκρατία, τις παρεκτροπές των φιλοβασιλικών αξιωματικών και γενικά τα παραπτώματα της εποχής, τα οποία κανείς δεν τολμούσε να κρίνει, από εκεί φαινόταν ο δίκαιος χαρακτήρας του. Τη δημοσιογραφία δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Θεωρούσε ότι ήταν ένα από τα σημαντικότερα όπλα, που μπορούσε ν’ αφυπνίσει το λαό, να τον προβληματίσει, να τον αναγκάσει να πάρει τις τύχες στα χέρια του. Αργότερα συνεργάστηκε και με τις εφημερίδες «Εστία», «Νέον Άστυ» και «Σκριπ». Επίσης αρθρογραφούσε σε πολλά περιοδικά, όπως την «Ελλάδα» του κ. Σ. Ποταμιάνου.

Η οξεία παρατηρητικότητα που διέθετε, η ικανότητα του να αντιλαμβάνεται το ουσιώδες, η φιλομάθεια, το ήθος, η εργατικότητα και οι υψηλές αισθητικές του επιλογές, αναδείχθηκε ως ταλαντούχος δημοσιογράφος και καλλιτέχνης και ως ένας από τους ικανότερους και πιο έντιμους πολιτικούς της γενιάς του. Το όνομα του δεν έμεινε στην ιστορία μόνο μέσα από τις στήλες των εφημερίδων και των περιοδικών.

 

Η πολιτική του δράση

 

Το 1899 εκλέγεται βουλευτής Ερμιονίδος, η παρουσία του στο Ελληνικό Κοινοβούλιο γίνεται ιδιαίτερα αισθητή. Η φύσει δημοκρατική σου συμπεριφορά, η ιδέα ανιδιοτελούς προσφορά, η πρωτοποριακή σκέψη, η υπευθυνότητα και τα σπάνια διοικητικά του προσόντα τον έταξαν στην υπηρεσία του λαού, τον οποίο υπηρέτησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Ο τότε Πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης, διαβλέποντας τα ραγδαία εξέλιξη , του αναθέτει την εισήγηση του προϋπολογισμού του Κράτους, όπου ο Ρέπουλης εισηγείται προτάσεις νεωτεριστικές.

Μετά την εκλογική του αποτυχία, στην Ερμιονίδα το 1903, διορίζεται Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών. Διαφωνεί όμως με τις συνεχείς επεμβάσεις της φαυλοκρατίας στο έργο του και παραιτείται ύστερα από λίγο χρόνο. Το 1905 εκλέγεται και πάλι βουλευτής, αλλά αποσχίζεται σχεδόν αμέσως από το κόμμα του Θεοτόκη και προσχωρεί στην ομάδα των «Ιαπώνων» που έχει πρόγραμμα νεωτεριστικό. Οι ανακαινιστές όμως (Γούναρης, Παπαδάκης, Βζίκης, Αλεξανδρής, ε τον Στέφανο Δραγούμη στη ηγεσία) δεν καταφέρνουν να επιβληθούν παρά τις μαχητικές τους προσπάθειες και διαλύονται απογοητευμένοι. Ο Ρέπουλης μόνος, μαζί μ’ έναν- δυο άλλους συντρόφους του, επιμένει, αγωνίζεται, εξακολουθεί να ασκεί κριτική, και δραστηριοποιείται στην κίνηση που οδηγεί στην Επανάσταση του 1909.

Όταν πλησίασε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, το 1910, πίστεψε ότι οι οραματισμοί και οι αγώνες του θα αποκτούσαν οντότητα μόνο αν στήριζε με όλες του τις δυνάμεις το μεγάλο ηγέτη. Έτσι ανακηρύχθηκε υπαρχηγός του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Και πράγματι οι Φιλελεύθεροι βρήκαν στο πρόσωπο του τον ακρογωνιαίο λίθο που θα στήριζε την ιδεολογία τους, ενώ εκείνος κατόρθωσε να ντυθεί με σάρκα και οστά, τα μέχρι τότε μεγαλεπήβολα σχέδια του. Από το 1910 μέχρι το 1915 διοικεί το Υπουργείο Εσωτερικών, και διορίζεται για ένα χρονικό διάστημα Γενικός Διοικητής Μακεδονίας. Τότε συντάσσει και το περίφημο διάγγελμα τους βασιλέώς Κωνσταντίνου (1913) με το οποίο κηρύσσεται Ελληνοβουλγαρικός πόλεμος.

Οι λόγοι του στο επαναστατικό κράτος της Θεσσαλονίκης για τα Νοεμβριανά του 1916, για το θάνατο του υποστράτηγου Φικιώρη στην Κρήτη και για τον «Αγγλικόν πολιτισμόν εντός Ελληνικού πλαισίου», παρέμειναν στην ιστορία. Ως υπουργός Εσωτερικών εισάγει το νόμο «Περί Δήμων και Κοινοτήτων». Το 1915 αναλαμβάνει το Υπουργείο Οικονομικών, και από το 1917 μέχρι το 1920, επιστρέφει στο Υπουργείο Εσωτερικών.

Μετά τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του Ελευθέριου Βενιζέλου στις 31 Ιουνίου 1920, στην Αθήνα ξεσπούν ταραχές και προετοιμάζονται δολοφονίες επιφανών αντιβενιζελικών προσώπων. Ο Εμμ. Ρέπουλης, αντιπρόεδρος, τότε, στη Κυβέρνησης, διατάσσει να συλληφθούν και να φυλακιστούν όλοι οι απειλούμενοι, ενώ αναθέτει την προστασία τους σε ισχυρή φρουρά, με διοικητή της απόλυτης εμπιστοσύνης του. Αλλά η ενωμένη Αντιβενιζελική Παράταξη είναι η νικητήρια των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου του 1920. Μετά την εκλογική ήττα, ο Ρέπουλης κατηγορείται για μετριοπάθεια που οδήγησε στην αποτυχία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Έτσι στις 5 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, αναχωρεί μαζί με τον Βενιζέλο, αυτοεξόριστοι και οι δύο, για το Παρίσι, τον τόπο της εξορίας τους.

Το 1923 εκλέγεται και πάλι βουλευτής, αλλά αυτή τη φορά δεν προσήλθε στη Βουλή, για λόγους υγείας. Ο Εμμ. Ρέπουλης, «ο αναπολόγητος» της Ελληνικής Βουλής, κατά την έκφραση του Κώστα Αθάνατου, πεθαίνει το 1924, στη γενέτειρα του το Κρανίδι, από καρδιακό νόσημα. Η συμβολή του στο μεταρρυθμιστικό έργο του Βενιζέλου υπήρξε αποφασιστική. Όλα τα νομοσχέδια που έγιναν νόμοι του κράτους, έχουν τη σφραγίδα της δικής του προσωπικότητας. Ο ίδιος ο αρχηγός των Φιλελευθέρων τον προόριζε για διάδοχο του, στην αρχηγία του Κόμματος. Διότι ο Εμμ. Ρέπουλης είχε στην πρώτη γραμμή προτεραιότητας τα λαϊκά συμφέροντα και όχι τα προσωπικά. Τελευταία είχε εξομολογηθεί στους φίλους του: «Η μοίρα μου ήτο να δουλέψω δύο κυρίους αυταρχικούς, οι οποίοι όλο εταξίδευαν και με άφηναν αντικαταστάτη των: Τον Βλάσην Γαβριηλίδην και τον Βενιζέλον, και οι οποίοι μου εζητούσαν δι’ όλα ευθύνας. Ως δημοσιογράφος είχα τον Γαβριηλίδην ταξιδεύοντα διαρκώς και διά τηλεγραφημάτων του ζητοΰντα δι’ όλα παρ’ εμού ευθΰνας διά το τάδε και τάδε ζήτημα. Και ο Βενιζέλος από μένα εζητουσεν ευθΰνας…»

 

 

Πηγή


  • Εμμανουήλ Ρέπουλης, «Κείμενα – Επιστολές – Άρθρα – Ομιλίες », Έκδοση Δήμου Κρανιδίου, 2001.

 

Read Full Post »

Κουντουριώτης Γεώργιος (1782-1858)

 

 

Γεώργιος Κουντουριώτης - Karl Krazeisen

Γεώργιος Κουντουριώτης - Karl Krazeisen

Πρόκριτος και μεγαλονοικοκύρης της Ύδρας. Υπολογίζεται ότι τα μισά καράβια απ’ όσα διέθετε η Ύδρα το 1821, ήταν δικά του και του αδελφού του Λαζάρου.* Ο Γεώργιος Κουντουριώτης εμφανίζεται στο πολιτικό προσκήνιο για πρώτη φορά στα τέλη του 1823, όταν ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος πείθει τους Κουντουριώτες ν’ αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας. Μαζεύτηκαν τότε όλοι της φατρίας του Μαυροκορδάτου και του Κωλέτη στο Κρανίδι και εξέλεξαν παράνομα άλλη κυβέρνηση  – άλλο εκτελεστικό σώμα– με πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Ως πρωθυπουργός, λοιπόν, της επαναστατημένης Ελλάδας ο Γεώργιος Κουντουριώτης δεν κατόρθωσε να κάμει ούτε ένα καλό. Επί πρωθυπουργίας του ξέσπασε ο εμφύλιος, για τον οποίο δούλεψε από το παρασκήνιο μεθοδικά ο Μαυροκορδάτος και η φατρία του. Μίσθωσαν στρατεύματα από τη Ρούμελη, πληρώνοντάς τα με τα χρήματα του δανείου, τα οποία μόλις είχαν έρθει από την Αγγλία. Όσα χρήματα δε σπαταλήθηκαν στον εμφύλιο, δόθηκαν στους Υδραίους ως αποζημίωση για τον πόλεμο, κρατώντας οι Κουντουριωταίοι τη μερίδα του λέοντος για τον εαυτό τους. Συνέλαβαν τον Κολοκοτρώνη και τον φυλάκισαν στην Ύδρα. Το 1824 κατέστρεψαν οι Τούρκοι την Κάσο και τα Ψαρά. Τα στρατεύματα του Ιμπραήμ έσβησαν σχεδόν την επανάσταση στην Κρήτη κι αποβιβάστηκαν στον Μοριά. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης διόρισε τότε αρχιστράτηγο κάποιο ναυτικό, τον καπετάνιο Κυριάκο Σκούρτη, ο οποίος έδινε στους στρατιώτες ναυτικά παραγγέλματα. Ο Κολοκοτρώνης κουνούσε το κεφάλι κι έλεγε πως «δεν απομένει παρά να διορίσουν τον γέρο – Νοταρά ναύαρχο στη θέση του Μιαούλη».

 

 

 

Ο Γεώργιος Κουντουριώτης, πάλι, με χρυσοστόλιστο άλογο, πήγε  να πολεμήσει τον Ιμπραήμ, αλλά τον παρακρατούσαν δυο δούλοι από δεξιά κι αριστερά, για να μην πέσει. Και πριν αντικρίσει τον εχθρό, αρρώστησε κι επέστρεψε στ’ Ανάπλι κι ύστερα έφυγε για την Ύδρα, διατηρώντας όμως το αξίωμά του. Κάτω από τέτοιες συνθήκες κωμικοτραγικές και τέτοιες γελοιοποιήσεις ηττήθηκε το στράτευμα στο Κρεμμύδι κι ο Σκούρτης κρυβότανε μην τον σκοτώσουν οι στρατιώτες από την οργή τους, που χάθηκαν τότε 500 πατριώτες.  Τότε έπεσε κι ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι με 300 παλικάρια, ποτίζοντας με αίμα το δένδρο της ελευθερίας και με την ελπίδα ότι θα έβαζαν μυαλό εκείνοι που εξουσίαζαν τότε. Οπότε και αποφάσισαν να χορηγήσουν αμνηστεία και να στείλουν τον Κολοκοτρώνη εναντίον του Ιμπραήμ.

 

Όμως, οι Κουντουριώτες δε συνετίστηκαν από τα λάθη και τις συμφορές, ούτε από την πτώση του Μεσολογγίου. Γιατί τότε, τον Απρίλιο του 1826, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση που άρχισε τις εργασίες της στην Επίδαυρο και τις συνέχισε στην Τροιζήνα, απογύμνωσε τον Γεώργιο Κουντουριώτη από τα αξιώματά του. Αλλά αυτός αντιστάθηκε με πείσμα στην εκλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη. Οι Κουντουριώτες, ο Μαυροκορδάτος, ο Κωλέτης αντιλαμβάνονταν πως ο Καποδίστριας θα ήταν πολιτικός με πυγμή, που δεν θα θύμιζε τον Δημ. Υψηλάντη, και πως θα έχαναν τα τρανά αξιώματα. Τελικά όμως ψηφίστηκε η πρόταση του Κολοκοτρώνη και ο Καποδίτριας ήρθε στην Ελλάδα.

 

Η Ύδρα ήταν το πρώτο και δυναμικότερο αντικαποδιστριακό κέντρο. Εκεί κατέφευγαν οι δυσαρεστημένοι, οι αντιπολιτευόμενοι, οι υπονομευτές και συνωμότες. Οι Κουντουριώτηδες, όπως και οι Μαυρομιχαλαίοι, δεν εννοούσαν να ξεχάσουν τα παλιά τους προνόμια ή να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούσαν. Έτσι, καλλιεργήθηκε βαρύ κλίμα κατά του Καποδίστρια μέχρι που δολοφονήθηκε. Για τη δολοφονία δεν πρέπει να θεωρούνται άμοιροι ευθυνών οι Κουντουριώτηδες, όπως και για τη δολοφονία του Αντ. Οικονόμου, τον οποίο σκότωσαν οι μισθοφόροι του Ανδρέα Λόντου στον Ξεριά, έξω από το Άργος.

 

Λάζαρος Κουντουριώτης

Λάζαρος Κουντουριώτης

Οι Κουντουριώτηδες προσέφεραν πολλά στον αγώνα. Η προσφορά τους θεωρείται τεράστια, αφού διέθεταν ολόκληρο στόλο και οι στέρνες των σπιτιών τους ήταν γεμάτες χρυσάφι. Η συμβολή τους στην απελευθέρωση της πατρίδας θεωρείται τεράστια. Οι ιστορικοί εκτιμούν πως το θαύμα του 1821 δε θα είχε αίσιο τέλος χωρίς τη συμμετοχή του ναυτικού. Είναι αλήθεια βέβαια ότι δεν την ήθελαν την επανάσταση. Όταν ο Οικονόμου κατέλαβε βίαια την εξουσία και ξεσήκωσε το νησί, έκαναν την ανάγκη φιλοτιμία και μετά την πτώση του Οικονόμου, ρίχτηκαν στον αγώνα αναγκαστικά. Όλα αυτά βέβαια δεν μειώνουν το μέγεθος της προσφοράς. Στον πολιτικό τομέα όμως διέπραξαν πολλά σφάλματα, που έβλαψαν πολύ την επανάσταση και την πατρίδα. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης έγινε επί Καποδίστρια μέλος του «Πανελληνίου» και «Πρόβουλος της Οικονομίας», αλλά παραιτήθηκε, για να κάνει αντιπολίτευση. Επί βασιλείας του Όθωνα κατέλαβε διάφορα υψηλά αξιώματα. Εκλέχτηκε πληρεξούσιος Ύδρας στην Εθνοσυνέλευση του 1843, βουλευτής και γερουσιαστής. Πέθανε στην Αθήνα με το αξίωμα του Προέδρου της Γερουσίας.

 

Εγγονός του Γεωργίου Κουντουριώτη ήταν ο ένδοξος ναύαρχος των βαλκανικών πολέμων Παύλος Κουντουριώτης,** ο οποίος στήριξε το Βενιζέλο μαζί με τον στρατηγό Παν. Δαγκλή (1916-1917) και αργότερα έγινε ο πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας (1924).

 

Υποσημειώσεις

 

* Ο Λάζαρος Κουντουριώτης (1769 – 1852) ήταν γιος του Αναγνώστη Κουντουριώτη και της Μαρίας Κοκκίνη. Λόγω της εγκατάστασης του πατέρα του στη Γένουα για εμπορικούς λόγους ο Λάζαρος, ως πρωτότοκος γιος, ανέλαβε όλες τις ευθύνες της οικογένειας από τα δεκατέσσερά του χρόνια. Μετά το θάνατο του πατέρα του έγινε διαχειριστής της οικογενειακής περιουσίας. Το 1803 παντρεύτηκε τη Σταματίνα Ευαγγελίδη και απέκτησε μαζί της δεκατρία παιδιά.

Αναμίχθηκε νωρίς στα δημόσια πράγματα του τόπου του επιδεικνύοντας διοικητικές ικανότητες. Μαζί με τον αδελφό του Γεώργιο Κουντουριώτη στήριξε τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας με όλες του τις δυνάμεις, τόσο με σημαντικές οικονομικές προσφορές όσο και με τη συμμετοχή των πλοίων της οικογένειας στις πολεμικές ναυτικές ελληνικές επιχειρήσεις. Αν και δεν πολιτεύτηκε ποτέ, παρά τις προτάσεις που του έγιναν, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις του Αγώνα και, χάρη στον προσηνή χαρακτήρα του, απολάμβανε την εκτίμηση των συμπατριωτών του και όλων των Ελλήνων. Κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 31) ο Ιωάννης Καποδίστριας τον διόρισε προσωρινό διοικητή της Ύδρας ως «πρώτο των προκρίτων», ενώ το 1844 ο Όθων τον διόρισε γερουσιαστή, αξίωμα που διατήρησε μέχρι το θάνατό του.

Μέλη της οικογένειας Κουντουριώτη διακρίθηκαν κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, στην Επανάσταση του 1821 και κατά την περίοδο του ελεύθερου ελληνικού κράτους ως τα πρόσφατα χρόνια. Από τα πιο αξιόλογα όμως μέλη της υπήρξαν ο αδελφός του Λαζάρου, Γεώργιος Κουντουριώτης (1782-1858), πρόεδρος του Εκτελεστικού Σώματος κατά την  Επανάσταση και πρωθυπουργός (1848) και ο εγγονός του τελευταίου, ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας (1924-1929).

** Παύλος Κουντουριώτης (Απρίλιος 185522 Αυγούστου 1935). Ναύαρχος, εγγονός του Γεώργιου Κουντουριώτη, γεννημένος στην Ύδρα. Πήρε μέρος σε επιχειρήσεις κατά την Κρητική επανάσταση και το Β’ Βαλκανικό πόλεμο. Διετέλεσε υπουργός Ναυτικών στις κυβερνήσεις Ζαΐμη και Σκουλούδη και  υπασπιστής του βασιλιά. Καθώς διαφώνησε με την πολιτική που υπερασπιζόταν ο τελευταίος, συντάχθηκε στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας κι αργότερα υπήρξε μέλος της τριμελούς Προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης όπου κατείχε τη θέση του υπουργού Ναυτικών απ’ το 1916 ως το 1919. Πέθανε τον Αύγουστο του 1935.

 

 

 

«… Προσκυνισμούς του κυρ Λάζαρου (Kουντουριώτη) και ειπέτε του να προσπαθήση δια μπουρλότα, που αυτά είναι η μόνη μας σωτηρία, όσα περισσότερα ημπορέσετε και ο πασάς ας φλυαρή όσο θέλει. Όταν, όμως, μπουρλότα δεν έχομε, κάμνει ό,τι θέλει. Και μην υποστηρίζεσθε εις τα πολεμικά μας, ότι χωρίς μπουρλότα ουδέν ωφελούσι. Πασχίσατε δια μπουρλότα, να μη χάσωμε τους πολυχρονίους κόπους μας και έχομε αντί της ελευθερίας μας το όνειδος όλων των εχθρών…»

(Απόσπασμα από γράμμα του Tομπάζη προς το Γ. Kουντουριώτη)

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007. 

  • Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος

Read Full Post »

Τσακόπουλος Π. Αναστάσιος  (1876-1967)

 

 

ΤσακὀπουλοςΓεννήθηκε στο Άργος το 1875 ή κατά μία άλλη εκδοχή το 1876. Πέθανε στις 8 Αυγούστου του 1967 σε ηλικία 92 χρονών. Ο Τάσος Τσακόπουλος ήταν δάσκαλος και είχε σύζυγο την επίσης δασκάλα Ελευθερία Τσίγκα από την Ύδρα. Απέκτησαν τρία παιδιά. Δυο αγόρια και μια κόρη. Τον Αρίσταρχο, την Έλλη και τον Πέτρο. Η Έλλη πέθανε βρέφος και ο Πέτρος σε μικρή ηλικία. Απέμεινε ο Αρίσταρχος ως παρηγοριά και στήριγμα των πικραμένων γονέων του. Η καταγωγή του Τσακόπουλου ήταν από την Νεστάνη της Αρκαδίας. Μακρινοί πρόγονοι του ήταν αγωνιστές της επανάστασης του 1821. Μπορεί να έζησε, να αγάπησε και να έγραψε για το Άργος αλλά πάντα ενδιαφερόταν για την Αρκαδία και έγραφε και γι᾽αυτήν και την ιστορία της.

 

Ο Τάσος Τσακόπουλος, η γυναίκα του Ελευθερία και ο γιός του Αρίσταρχος. Τρίπολη 1932.

Ο Τάσος Τσακόπουλος, η γυναίκα του Ελευθερία και ο γιός του Αρίσταρχος. Τρίπολη 1932.

Υπάρχουν δημοσιευμένα άρθρα του στον τοπικό τύπο του  Άργους, αλλά και σε εφημερίδες του Ναυπλίου και της Τρίπολης. Άρχισε να δημοσιεύει άρθρα του πολύ νωρίτερα από τον Β΄Παγκόσμιο πόλεμο ενώ παραμένει άγνωστο το πλήθος των δημοσιευμάτων του. Ο Τσακόπουλος ήταν προσωπικός φίλος με έναν άλλο σπουδαίο Αργείο. Τον Δημήτρη Βαρδουνιώτη. Εκείνος παρακίνησε τον Τσακόπουλο να ασχοληθεί με την ιστορία και την Λαογραφία του Άργους. Υπήρξε σπουδαίος ιστοριοδίφης και ερευνητής. Διέσωσε πολλές πληροφορίες για τα ήθη και τα έθιμα του Άργους. Κατέγραψε στιχουργήματα και τραγούδια της Αργολίδας και της Αρκαδίας και  χαρτογράφησε τα ιστορικά οικήματα της πόλης. Το μεγάλο όμως ενδιαφέρον του απορρόφησε η Ελληνική Επανάσταση του ᾽21, καθώς και η καταγραφή των εκκλησιών και μονών της Αργολίδας. Έζησε για πολλά χρόνια στο νοικιασμένο από τον Παπαμήτσο παλιό σπίτι, που βρισκόταν νοτιότερα από τον Κινηματογράφο Ορφέα ενώ στα βαθιά του γεράματα μετακόμισε με την σύζυγο του σε διαμέρισμα οικοδομής, ακριβώς απέναντι από την είσοδο της εκκλησίας Αγίας Αικατερίνης, στην πλατεία Βλάσση, όπου και πέθανε.

« …ο Τάσος Τσακόπουλος θα πρέπει να θεωρηθεί, τώρα με την απόσταση του χρόνου, ως ένας πολύτιμος ιστοριοδίφης που μετά τον θάνατο του Βαρδουνιώτη κράτησε αναμμένη την λαμπάδα του ενδιαφέροντος για την τοπική και τη γενική ιστορία, ενώ διέσωσε, σε εποχή μάλιστα λήθης και αδιαφορίας, πλήθος στοιχείων της τοπικής ιστορίας και λαογραφίας».

( Βασίλης Δωροβίνης. Νομικός –Ιστορικός).

 

Από δεξιά προς αριστερά: Ο Τάσος Τσακόπουλος, ο τότε δήμαρχος Άργους Κ. Μπόμπος, οι πρίγκιπες Ανδρέας και Χριστόφορος και η σύζυγος του Χριστόφορου έξω από το Δημαρχείο Άργους το 1936.

Από δεξιά προς αριστερά: Ο Τάσος Τσακόπουλος, ο τότε δήμαρχος Άργους Κ. Μπόμπος, οι πρίγκιπες Ανδρέας και Χριστόφορος και η σύζυγος του Χριστόφορου έξω από το Δημαρχείο Άργους το 1936.

Τα αρχεία του πατέρα του διατήρησε ως κόρη οφθαλμού ο μονάκριβος γιος του Αρίσταρχος ή Μπέης, και τα οποία στην συνέχεια και λίγο πριν τον θάνατό του, εμπιστεύθηκε στον οικογενειακό φίλο του και εκλεκτό πολίτη του Άργους, Δικηγόρο, Πολιτικό Επιστήμονα και Ιστορικό Βασίλη Δωροβίνη.  Ο Βασίλης Δωροβίνης, αφού τα αρχειοθέτησε κατά είδος, τα δώρισε στο Γενικό Αρχείο του Κράτους- Αρχεία Ν. Αργολίδας και το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα , ανάλογα με την θεματολογία κάθε ενότητας. Τα αρχεία είναι στην διάθεση όλων των ενδιαφερομένων που επιθυμούν να πληροφορηθούν ότι έχει σχέση με τον Τάσο Τσακόπουλο, τα άρθρα του και γενικά το έργο του.

 

Έργα του:

 

Περιεχόμενα: α) Ο Παλαιός Ναός του Αγίου Πέτρου β) Ο Μητροπολιτικός Ναός του Αγίου Πέτρου γ) Ο Ναός του Αγίου Νικολάου στην πλατεία Άργους δ) Ο Αργείος όσιος Λεόντιος ο Μυροβλήτης ε) Ο βίος του Αγίου Πέτρου Άργους

Περιεχόμενα: α) Ο Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Άργους β) Ο Ναός των Εισοδίων  της Θεοτόκου – Πορτοκαλλούσας γ) Ο Ναός του Τιμίου Προδρόμου Άργους

Περιεχόμενα: Ο Εν Κεφαλαρίω Άργους Ιερός Ναός της Ζωοδόχου Πηγής

Περιεχόμενα: α) Το Μοναστηράκι του Αγίου Θεοδοσίου του νέου β) Ο εν Παλαμηδίω ιερός ναΐσκος του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου γ) Το εν Δερβενακίοις ιερόν ναΐδριον του Αγίου Μάρτυρος Σώζοντος δ) Η κηδεία του Αρχιμανδρίτου και Πρωτοσυγγέλου Α. Πιτσάκη

Περιεχόμενα: α) Το Μονύδριον του Αγίου Νικολάου Ελληνικού Άργους β) Το Μονύδριον του Ιερομονάχου Θεοκλήτου «Η Γέννησις του Κ.Η.Ι. Χριστού»  γ) Ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου Άργους δ) Ο ναΐσκος της Αγίας μεγαλομάρτυρος Μαρίνης ε) Ο βίος του νεομάρτυρος Αγγελή του Αργείου ζ) Προφήται – Σίβυλλαι – Το Μαντείον των Δελφών περί της ελεύσεως του Κ.Η.Ι.

Στα Αρχεία του Κράτους και μάλιστα στο κουτί 3 (Σύνολο 15) υπάρχει ο Α΄τόμος από τα « Ιστορικά και Λαογραφικά σημειώματα. Συμβολαί εις την Ιστορίαν- Λαογραφίαν». Εκεί περιέχονται σημειώσεις για τον Β΄τόμο του « Ιστορικά και Λαογραφικά σημειώματα»  που δεν εκδόθηκε ποτέ.

 

Πηγή


 

Ένθετο αφιέρωμα στην εφημερίδα «Τα Νέα της Αργολίδας» Ιούλιος 2004. Κοινή εκδήλωση Π.Λ.Ι. Ναυπλίου & Γ.Α.Κ.- Αρχείου Νομού Αργολίδας με θέμα: Τάσος Τσακόπουλος. Το αρχείο του, ιστορική μνήμη και ιστορία. ( Δωρεά του αρχείου από τον Βασίλη Δωροβίνη). Εισηγητής: Βασίλης Δωροβίνης – Επιμέλεια: Μαρία Βελιώτη –   Προλογίζει: Μιμή Φυρογένη

 

Read Full Post »

Μπονιφάτσιο Μποναφίν – Bonifaccio Bonafin (1800-1893)


 

Ιταλός φιλέλληνας, φαρμακοποιός. Γεννήθηκε στην Πάδοβα της Ιταλίας το 1800 και πέθανε στο Ναύπλιο το 1893. Μετά από 3 χρόνια παραμονής του στην Ύδρα, το 1829 εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο και παντρεύτηκε Υδραία. Προσπάθησε, όπως αυτό προκύπτει από τρεις επιστολές που έχουν διασωθεί, να διοριστεί ως φαρμακοποιός στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο του Ναυπλίου.

Bonifaccio Bonafin (1800-1893). Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

Αρχικά προτάθηκε από τον Ν. Καλογερόπουλο, ο οποίος με επιστολή του προς τον Φρούραρχο Ναυπλίου Χάιντεκ του συνιστούσε τον Μποναφίν ως τον πλέον κατάλληλο για την συγκεκριμένη κενή θέση. Τον πληροφορούσε ακόμη ότι ο ενδιαφερόμενος είναι πτυχιούχος του Πανεπιστημίου της Πάδοβας, και τον διαβεβαίωνε ότι ο προτεινόμενος ήταν πρόθυμος να περάσει από ειδικές εξετάσεις. (Η επιστολή είναι γραμμένη στη Γαλλική γλώσσα). Ο Φρούραρχος Χάιντεκ, με την σειρά του απευθύνεται προς το Γενικό Φροντιστήριο και αφού αναφέρεται στην διαφωνία του Μποναφίν σχετικά με τον προβλεπόμενο μισθό, τον προτείνει ως καταλληλότερο για την θέση του Φαρμακοποιού. (Η επιστολή είναι γραμμένη στην Ελληνική γλώσσα).

Παράλληλα ο Μποναφίν απευθύνει προσωπική επιστολή προς κάποιο σημαίνον πρόσωπο και ενημερώνει για τις σπουδές του και την αξιοσύνη του, τονίζοντας ότι τα προβλεπόμενα χρήματα ήταν λίγα.( Η επιστολή είναι γραμμένη στην Ιταλική γλώσσα).

Από πληροφορίες γνωρίζουμε ότι ο Μποναφίν δεν διορίστηκε στην επίζηλη θέση του Νοσοκομείου, αλλά άνοιξε δικό του φαρμακείο στο Ναύπλιο και υπήρξε από τους πρωτοπόρους της φαρμακευτικής τέχνης.

Το πρώτο φαρμακείο «Ο Σωτήρ» του Μποναφίν στεγαζόταν στο μεγάλο δρόμο, δίπλα από το πρώτο γυμνάσιο, το σημερινό δημαρχείο. Αρχικά, το φαρμακείο στεγαζόταν σε παλιότερη μη σωζόμενη διώροφη οικία. Η υπάρχουσα νεοκλασική οικία χτίστηκε περίπου γύρω στα 1880. Τον Μποναφίν στην συνέχεια διαδέχτηκε στο φαρμακείο ο ανιψιός του Α. Κάτσικας και κατά την τελευταία περίοδο το φαρμακείο λειτούργησε ως το 1972 από την Ε. Γουζουάση.

Τέλος  ήταν και ο άνθρωπος που ταρίχευσε τη σορό του Ιωάννη Καποδίστρια.

Με τον Μπονιφάτσιο Μποναφίν έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα, ο φαρμακοποιός και λογοτέχνης Θεόδωρος Κωστούρος. Αγαπητή και αξέχαστη μορφή τ᾽ Αναπλιού. Το βιβλίο του « Βονιφάτιος Μποναφίν»  έχει εκδοθεί με την φροντίδα του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος το 1979.

Πηγή


  • Βασίλης Κ. Δωροβίνης, «Τρεις  Φιλέλληνες στην Αργολίδα. Νέα και ανέκδοτα στοιχεία για τους Τζώρτζ Τζάρβις, Πέτρο Μπελλίνο και Μπονιφάτσιο Μποναφίν», Σελ. 155-160, Ανάτυπον από τα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», Τόμος ΙΙΙ ( 1998), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης – Ο Λόγος του στην Πνύκα (1838)

 

 

«Κατά την 7 ‘Οκτωβρίου ο στρατηγός Θ. Κολοκοτρώνης, σύμβουλος εν ενεργεία, επισκεφθείς το Ελληνικόν Γυμνάσιον της καθέδρας ηκροάσθη μίαν και ημίσειαν ώραν τον πεπαιδευμένον γυμνασιάρχην κ. Γεννάδιον παραδίδοντα. Ενθουσιασθείς και από την παράδοσιν και από την θέαν τοσούτων μαθητών είπε προς τον Γεννάδιον, την οποίαν συνέλαβεν επιθυμίαν του να ομιλήση, ει δυνατόν, και ο ίδιος προς τους νέους μαθητάς. Την πρότασίν του αυτήν απεδέχθη ο κ. Γυμνασιάρχης με την μεγαλυτέραν ευχαρίστησαν και προσδιόρισε την 10ην ώραν της επιούσης ως ημέρας εορτασίμου. Αλλά το πλήθος των μαθητών και ή στενότης του Γυμνασίου παρεκίνησε τους διδασκάλους να εξέλθωσιν εις την Πνύκα, ως μέρος ευρύχωρον και μεμακρυσμένον οπωσούν. Την επαύριον, δυο απεσταλμένοι μαθηταί επροσκάλεσαν από της οικίας του τον στρατηγόν Κολοκοτρώνην εις την Πνύκα. Οι κάτοικοι των Αθηνών ηγνόουν μέχρις εκείνης της στιγμής την περίστασιν ταύτην. Άμα ή φήμη διεδόθη, συνέρρευσε πλήθος διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων άνθρωποι. Ο δε στρατηγός Κολοκοτρώνης, περιτριγυρισμένος και από τους μαθητάς και από τούτους επί του βήματος της Πνυκός ομίλησε τον ακόλουθον λόγον, του οποίου εγγυώμεθα το ακριβές, καθ’ όσον δυνάμεθα να ενθυμηθώμεν». Εφημερίς «ΑΙΩΝ», 13 Νοεμβρίου 1838.

 

Παιδιά μου!

dervenakiaΕις τον τόπο* τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους όποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος μας και προ αυτού και ύστερα απ’ αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ’ αυτά να κάμομε συμπερασμούς και διά την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και διά τους παλαιούς Έλληνας, όποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, όποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, διά ταύτα σας λέγουν καθ’ ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.
Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους όποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφ’ ου ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιο του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους αλλ’ απλούς ανθρώπους, χωρικούς και ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητας και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμει τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.
Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοιαν και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι και τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, διά να αλλάξει ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ’ εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον έναν έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ (αντιβασιλέα), έναν πατριάρχη, και του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες (προεστοί) εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξις, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέροντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμέρα χειρότερα, διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές όπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Και τοιουτοτρόπως κάθε ήμέρα ο λαός ελίγνευε και επτώχαινε.
 

 

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετέφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς όπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποιους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποιαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν ή Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πώς δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;», άλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας ή επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι, εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, ή γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή ή ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν αρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!.

Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ’ αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ίσως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ’ επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ’ η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.

Να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και τα μπιλιάρδα. Να δοθείτε εις τας σπουδάς σας και καλύτερα να κοπιάσετε ολίγον, δύο και τρεις χρόνους και να ζήσετε ελεύθεροι εις το επίλοιπο της ζωής σας, παρά να περάσετε τέσσαρους – πέντε χρόνους τη νεότητά σας, και να μείνετε αγράμματοι. Να σκλαβωθείτε εις τα γράμματα σας. Να ακούετε τας συμβουλάς των διδασκάλων και γεροντοτέρων, και κατά την παροιμία, «μύρια ήξευρε και χίλια μάθαινε». Η προκοπή σας και ή μάθησή σας να μην γίνει σκεπάρνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κοιτάζει το καλό της κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας [καλό].

 

 

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος, και διά τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοί σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, διά να ωφεληθείτε από τα περασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχόνοιας, την οποίαν να αποστρέφεστε, και να έχετε ομόνοια.

Εμάς μη μας τηράτε, πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθεί η νύκτα και η αυριανή ήμέρα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε και διά να γίνει τούτο πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία!

 

Υποσημείωση

 

 

* Με το όνομα Πνύκα φέρεται η περιοχή όπου συνεκαλείτο η Εκκλησία του Δήμου, δηλαδή η Συνέλευση των Αθηναίων στην αρχαιότητα, από τον 6ο αιώνα μέχρι το τέλος του 4ο αιώνα π.Χ.. Βρίσκεται στο μέσον της κατά διεύθυνση Βορά Νότου λοφοσειράς έναντι και Δυτικά της Ακρόπολης και μεταξύ των ακραίων υψωμάτων, του λόφου Νυμφών (βόρειο άκρο) και λόφου Μουσών ή Φιλοπάππου (νότιο άκρο). Από το αρχαίο «βήμα» του ιερού χώρου αυτού αγόρευσαν σπουδαίοι πολιτικοί, στρατηγοί και ρήτορες όπως ο Θεμιστοκλής, ο Περικλής, ο Δημοσθένης, ο Αισχίνης κ.ά.

 

Πηγή

 

  •  Εφημερίς «ΑΙΩΝ», 13 Νοεμβρίου 1838.

 

Διαβάστε επίσης:

 

 

Read Full Post »

Παπαφλέσσας (1787-1825)

 

 

Παπαφλέσσας. Η γκραβούρα  φιλοτεχνήθηκε στο Παρίσι έπειτα από επιθυμία του Κωνσταντίνου Γιάγκου Φλέσσα (καπετάνιου) νομικού και βουλευτή Μεσσηνίας, εγγονό του Νικήτα Φλέσσα, για να κατασκευαστεί η προτομή του.

Παπαφλέσσας. Η γκραβούρα φιλοτεχνήθηκε στο Παρίσι έπειτα από επιθυμία του Κωνσταντίνου Γιάγκου Φλέσσα (καπετάνιου) νομικού και βουλευτή Μεσσηνίας, εγγονό του Νικήτα Φλέσσα, για να κατασκευαστεί η προτομή του.

Γεώργιος Δημητρίου Φλέσσας μετέπειτα Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας).  Αρχιμανδρίτης, από τους κορυφαίους αγωνιστές του 1821, ένθερμος οπαδός της επαναστατικής ιδέας. Γεννήθηκε στην Πολιανή Μεσσηνίας, γιος του Δημητρίου Φλέσσα και της Κωνσταντίνας Ανδροναίου δεύτερης γυναίκας του Δημητρίου Φλέσσα και  το 28ο και τελευταίο παιδί της οικογένειας. Φοίτησε στη Σχολή Δημητσάνας, μετά το τέλος των σπουδών του, πιθανώς το 1816, έγινε μοναχός στη Μονή Βελανιδιάς στην Καλαμάτα. Εκεί ήρθε σε ρήξη με την ιεραρχία και αναγκάστηκε να φύγει για να εγκατασταθεί στη Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Ρεκίτσας, μεταξύ Λεονταρίου και Μυστρά. Οι προσωπικές του διαμάχες δεν είχαν όμως τέλος. Λόγω κτηματικών διαφορών συγκρούστηκε με έναν ισχυρό Τούρκο της περιοχής και αναγκάστηκε να εκπατρισθεί. Στη νέα του προσωρινή πατρίδα, την Κωνσταντινούπολη, φιλοξενήθηκε εγκαρδίως από τους εκεί συμπατριώτες του. Επί πατριαρχίας Γρηγορίου Ε’* (1745-1821) ο Παπαφλέσσας χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης με το εκκλησιαστικό Οφφίκιο «Δικαίος». Στις 21 Ιουνίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Παναγιώτη Αναγνώστου (Αναγνωσταρά) και ανέλαβε τη σημαντική αποστολή της κατήχησης των κατοίκων των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών με το συνθηματικό όνομα Αρμόδιος. Όταν πλέον επέστρεψε στην Πελοπόννησο κατείχε ήδη το πνεύμα του αγωνιστή. Με δεκάδες έγγραφα της Φιλικής Εταιρείας στα χέρια του ξεκίνησε μια σειρά ομιλίες ευαγγελιζόμενος την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον ζυγό των Τούρκων. Ο ηγετικός του χαρακτήρας και οι πρωτοβουλίες του αυτές ανησύχησαν πολλούς προύχοντες, οι οποίοι δεν ήθελαν να διαταραχθεί η τάξη και οι Τούρκοι να προβούν σε αντίποινα. Πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι σκέφθηκαν να τον συλλάβουν και να τον παραδώσουν στα χέρια του εχθρού. Ο Παπαφλέσσας όμως διαισθάνθηκε τον κίνδυνο και φρόντισε να περιορίσει τη δράση του στους απλούς χωρικούς, οι οποίοι τον προστάτευαν, γοητευμένοι από τον χαρισματικό ηγέτη τους. Τον Ιανουάριο του 1821 στη Βοστίτσα, στο Αίγιο, ο Παπαφλέσσας κάλεσε συνέλευση, όπου και έθιξε τα μείζονα θέματα της χώρας. Μίλησε περί ελευθερίας και δικαιωμάτων, περί πνεύματος και ελληνικότητας και υποστήριξε την Επανάσταση. Μια επανάσταση την οποία αποδοκίμασαν πολλοί από τους συμμετέχοντες υποστηρίζοντας ότι το έδαφος δεν ήταν έτοιμο ακόμη. Ο Παπαφλέσσας τότε σήκωσε επιδεικτικά την επιστολή που είχε στείλει ο Υψηλάντης τονίζοντας την αναγκαιότητα της άμεσης έναρξης του αγώνα. Χωρίς όμως ανταπόκριση.

Ύστερα διέσχισε το Μοριά περνώντας  και δεν ησύχασε μέχρι την έκρηξη της επανάστασης, που τον βρίσκει στην Καλαμάτα. Η πόλη αυτή ελευθερώθηκε στις 23 Μαρτίου.  Από τον Μάρτιο του 1821 ως και τη μάχη στο Μανιάκι το 1825, όπου σκοτώθηκε, πρωταγωνίστησε σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις αλλά και σε πολιτικές δραστηριότητες. Στις περιοδείες του στην Αρκαδία, στη Γορτυνία, στην Ολυμπία, στην Αργολίδα και στην Κορινθία κινήθηκε με σκοπό να στρατολογήσει τους εκεί πληθυσμούς. Στην Αργολίδα, κατά την προσπάθειά του να εμποδίσει την προέλαση του Κεχαγιά Μπέη, εγκαταλείφθηκε από τους άοπλους και άπειρους χωρικούς που τον συνόδευαν και αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο κάστρο του Άργους, όπου και αντιμετώπισε τους Τούρκους. Στον επόμενο του προορισμό, στην Καρύταινα, ο τουρκικός στρατός ερχόμενος από την Τρίπολη ανάγκασε τον ίδιο και τον Κολοκοτρώνη να καταφύγουν στη Μεσσηνία, ενώ τον Ιούλιο του 1821 στα Μεγάλα Δερβένια της Μεγαρίδας μαζί με άλλους οπλαρχηγούς κατόρθωσε να παρεμποδίσει την είσοδο του τουρκικού στρατού του Ομέρ Βρυώνη στην Πελοπόννησο.

Η μάχη στο Μανιάκι

Η μάχη στο Μανιάκι

Τον Δεκέμβριο του 1821 έγινε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και έλαβε μέρος στην Α’ Γενική Συνέλευση της Επιδαύρου, στη Β’ Εθνική Συνέλευση του Άστρους και την 1η Ιουλίου 1823 ανέλαβε το υπουργείο Εσωτερικών. Στον εμφύλιο πόλεμο βρέθηκε αντίπαλος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, παρ’ ότι στο παρελθόν είχε πολεμήσει μαζί του. Στο πλευρό της κυβέρνησης Γ. Κουντουριώτη κυνήγησε τους Κολοκοτρωναίους, ενώ οι ένοπλες συγκρούσεις μαζί τους καθώς και με άλλους αγωνιστές της Επανάστασης αποτελούν γκρίζες σελίδες στην ιστορία του έθνους κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο. Παρ’ όλα αυτά, όταν ο Ιμπραήμ απείλησε σοβαρά την έκβαση της Επανάστασης, ο ίδιος ο Παπαφλέσσας πρότεινε την αποφυλάκιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και άλλων αντικυβερνητικών. Η απελευθέρωσή τους όμως δεν έγινε εγκαίρως. Ο Παπαφλέσσας έσπευσε στο Μανιάκι, το οποίο μετά την πτώση του Νεοκάστρου (11 Μαΐου 1825) αποτελούσε στόχο των Αιγυπτίων, όπου συγκέντρωσε αρχικά 1.500 άνδρες, από τους οποίους τελικά έμειναν μόνο 500. Κυκλωμένος από 3.000 ιππείς και πεζούς απέρριψε την πρόταση άλλων οπλαρχηγών να μετακινηθεί σε πιο ασφαλή θέση. Στην οκτάωρη αυτή μάχη ο Παπαφλέσσας έπεσε νεκρός μαζί με τους περισσότερους άνδρες του.

 

 

Ο Παπαφλέσσας προσέφερε τις μεγαλύτερες υπηρεσίες στην ιερή υπόθεση πριν το ξέσπασμα της επανάστασης σαν μπουρλοτιέρης των ψυχών. Χωρίς αυτόν – λένε μερικοί– ίσως να μην άναβε η επαναστατική φλόγα. Ξετρέλαινε τους ενθουσιασμένους, έπειθε τους διστακτικούς, πολεμούσε τους αντίθετους. Διαλαλούσε ότι μια μεγάλη δύναμη κρύβεται πίσω από τους Φιλικούς, εννοώντας τη Ρωσία. Ήταν έξυπνος, ενθουσιώδης, τολμηρός. Αυτές οι αρετές καθώς και το σχήμα του τον έκαναν ανεπανάληπτο για την προεπαναστατική του δράση.

 

 

Μανιάκι

 

 

Μανιάκι. Ελαιογραφία του Α. Γεωργιάδη, 1960.

Μανιάκι. Ελαιογραφία του Α. Γεωργιάδη, 1960.

Στις 20 Μαΐου δόθηκε η πολυθρύλητη μάχη του Μανιακίου στην οποία έπεσε ηρωικά ο Παπαφλέσσας και όσοι από τους συντρόφους του, περίπου πεντακόσιοι  είχαν μείνει πιστοί. Η μάχη αυτή μπορεί να ήταν άτυχη για τα Ελληνικά όπλα, αλλά ο ηρωισμός  και η αυτοθυσία του Φλέσσα είχε σαν αποτέλεσμα την τόνωση του ηθικού του λαού και τον ξεσηκωμό του.

 

 

Συνήθως η μάχη του Μανιακίου συγκρίνονται με εκείνη των Θερμοπυλών και τη θυσία του Λεωνίδα. Ο Λεωνίδας έπεσε πειθαρχώντας στους νόμους της Σπάρτης . Υποχρεώθηκε να μείνει « τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι» Ο Παπαφλέσσας δεν υποχρεώθηκε από κανένα. Πήγε μόνος να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ. Μπορούσε να φύγει χωρίς φόβο διασυρμού η τιμωρίας. Αντιμετώπισε παλικαρίσια τον εχθρό και τον θάνατο, και εδώ έγκειται το μεγαλείο της ψυχής και της αυτοθυσίας του. Κράτησε τον όρκο που έδωσε μπαίνοντας στη Φιλική Εταιρία και έδωσε το αίμα του για την απελευθέρωση της πατρίδας. Δεν γνωρίζουμε εάν υπάρχει άλλο τέτοιο παράδειγμα στην ιστορία υπουργού και μάλιστα μη πολεμικού υπουργείου να πέφτει στο πεδίο της τιμής και του καθήκοντος προς την πατρίδα. Είναι απόλυτα σωστή η άποψη του Μίμη Η. Φερέτου ότι το κράτος δεν τον τίμησε όσο έπρεπε, αφού τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του τα οστά του καθώς και των άλλων αγωνιστών έμεναν άταφα στο λόφο του Μανιακίου.  Αλλά και η κυβέρνηση Κουντουριώτη δεν έκανε τα δέοντα για τιμήσει τον υπουργό της.

 

Αρκέστηκε στην εφημερίδα της « Ο φίλος του νόμου» να γράψει την 1η Ιουνίου:

 

  « Μεταξύ των ηρωικως πεσόντων ελλήνων είς την κατά το Μανιάκι της Αρκαδίας μάχην μανθάνομεν ότι είναι ο υπουργός των Εσωτερικών  κύριος Γρηγόριος Δικαίος και ο στρατηγός Κεφάλας. Και οι δυο άνδρες των οποίων η αξιότης και γενναιότης απεδείχθησαν είς διαφόρους καιρίας περιστάσεις της πατρίδος. Αιωνία των η μνήμη».

Αυτό ήταν όλο. Πάρα ταύτα , και όσα γράφτηκαν κατά καιρούς ο Παπαφλέσσας κατέλαβε εξέχουσα θέση στη συνείδηση του λαού που ξέρει περισσότερο από τον καθένα να αξιολογεί τους ηγέτες του.

 

Δημοτικό Τραγούδι για τη μάχη στο Μανιάκι

 

Του Φλέσσα η μάνα κάθεται στης Πολιανής την ράχη,
τα Κοντοβούνια αγνάντευε και τα πουλιά ρωτάει:

– Πουλάκια μ’ κι αηδονάκια μου, που ‘ρχεσθε στον αέρα,
μην είδατε το στρατηγό, τον Φλέσσα αρχιμανδρίτη;

– Στα Κοντοβούνια πέρασε και στα Σουλιμοχώρια,
και παλληκάρια μάζωνε όλους Κοντοβουνίσιους.
τα μάζωξε, τα σύναξε τα ‘καμε τρεις χιλιάδες.
Κάθονταν και τ’ αρμήνενε σαν μάνα σαν πατέρας:
– Εμπρός, εμπρός, μωρέ παιδιά, στο Νιόκαστρο να πάμε,
να κάμωμ’ έναν πόλεμο με τούς στραβαραπάδες
κι αν δεν σας ντύσω μ ά λ α μ α, Φλέσσα να μην με πούνε.

Και ο Κεφάλας τώλεγε, και ο Κεφάλας λέγει:
– Τού Μισιριού η Αραπιά στο Νιόκαστρο είν’ φερμένη
– Σιώπα, Κεφάλα, μην το λες, και μην το κουβεντιάζης,
να μην τ’ ακούσ’ η Διοίκησις, λουφέδες δεν μας στείλη,
να μην τ’ ακούσουν τα ο ρ δ ι ά, μ ε ν τ ά τ ι δεν ελθούνε
να μην τ’ ακούσουν τα παιδιά, και τα λιγοκαρδίσης.

Ακόμη λόγος έστεκε και συτυχιά κρατιέται,
κι η Αραπιά τους έζωσε μια κoσαργιά χιλιάδες.
– Άϊντε, παιδιά, να πιάσωμε στο Ερημομανιάκι.
Κι αρχίσανε τον πόλεμο απ’ την αυγή ως το βράδυ.
Μπραϊμης βάνει την φωνή, λέγει του παπά Φλέσσα.

– Εύγα, Φλέσσα, προσκύνησε με ούλο σου τ’ ασκέρι.

– Δεν σε φοβούμ’ Μπραήμ πασά, στο νουν μου δεν σε βάνω
κι εμέ μ ε ν τ ά τ ι μώρχονται οι Κολοκοτρωναίοι
Και στα ταμπούρια πέσανε αυτοί οι Αραπάδες.

Ο Φλέσσας βάνει μια φωνή και λέγει των στρατιωτών του
– Τώρα παιδιά θα σας ειδώ αν είστε παλληκάρια.
Και τα σπαθιά τραβήξανε και κάμνουν το γιουρούσι.
Μια μπαταριά του ρίξανε πικρή φαρμακωμένη.

Υποσημείωση

* Γρηγόριος Ε΄ διετέλεσε τρεις φορές Οικουμενικός Πατριάρχης. Εθνομάρτυρας και  άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η μνήμη του οποίου τιμάται στις 10 Απριλίου.

Γεννήθηκε το 1746 στη Δημητσάνα από φτωχούς γονείς. Το κοσμικό όνομά του ήταν Γεώργιος Αγγελόπουλος. Μετά τις βασικές σπουδές στο χωριό του, το 1756 πήγε στην Αθήνα για δύο χρόνια. Ένας θείος του, ο οποίος ήταν νεωκόρος σε ναό στη Σμύρνη, τον βοήθησε να σπουδάσει στο Γυμνάσιο της πόλης για πέντε χρόνια. Από την παιδική του ηλικία είχε σχέση με τη Μονή Φιλοσόφου της Αρκαδίας, μέσω της οποίας ενισχύθηκε ο έμφυτος ασκητισμός του. Έτσι, εκάρη μοναχός στις Στροφάδες και πήρε το όνομα Γρηγόριος. Αφού σπούδασε θεολογία και φιλοσοφία στην Πατμιάδα Σχολή, επέστρεψε στη Σμύρνη, όπου χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Προκόπιο, του οποίου έγινε και αρχιδιάκονος. Γρήγορα χειροτονήθηκε ιερέας και κατόπιν έγινε πρωτοσύγγελος. Το 1785 ο Προκόπιος εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης, οπότε ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε επίσκοπος και τον διαδέχθηκε στη Μητρόπολη Σμύρνης. Από αυτή τη θέση ανέπτυξε πλούσια δραστηριότητα, η οποία τον έκανε ευρύτερα γνωστό. Έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο κήρυγμα και την κοινωνική δράση, ασχολούμενος ιδίως με την παιδεία του ποιμνίου του.

Τον Μάιο του 1797, μετά το θάνατο του Προκοπίου, ο Γρηγόριος εξελέγη διάδοχός του ως Γρηγόριος Ε΄. Η πατριαρχία του συνέπεσε με μια δύσκολη περίοδο και δεν ήταν καθόλου ανέφελη. Το 1798 εκθρονίστηκε και εξορίστηκε, οπότε αποσύρθηκε στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1806 επανεξελέγη Πατριάρχης, αλλά το 1808 εκθρονίστηκε και πάλι, εξορίστηκε στην Πρίγκηπο και κατόπιν κατέφυγε εκ νέου στο Άγιο Όρος. Στις 15 Δεκεμβρίου 1818 εξελέγη για τρίτη φορά Πατριάρχης και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο του 1819.

Κατά τη διάρκεια της τρίτης αυτής πατριαρχίας του ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ο Πατριάρχης, όπως και οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και της Μικράς Ασίας, παρέμεινε πιστός στον Σουλτάνο και αρνήθηκε να συμμετάσχει στη Φιλική Εταιρεία. Τελικά αναθεμάτισε τους επαναστατημένους Έλληνες, αν και λέγεται ότι ακύρωσε μυστικά το ανάθεμα, φήμη η οποία προκάλεσε την οργή του Σουλτάνου. Έτσι, μετά τη λειτουργία του Πάσχα (10 Απριλίου 1821) συνελήφθη, κηρύχθηκε έκπτωτος και φυλακίστηκε. Το απόγευμα της ίδιας μέρας απαγχονίστηκε στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου παρέμεινε κρεμασμένος για τρεις ημέρες, εξευτελιζόμενος από τον όχλο. Κατόπιν, μια ομάδα Εβραίων αγόρασαν το πτώμα του, το περιέφεραν στους δρόμους και το έριξαν στον Κεράτιο κόλπο. Ένας Κεφαλονίτης πλοίαρχος, ονόματι Νικόλαος Σκλάβος, βρήκε το σκήνωμα και το μετέφερε στην Οδησσό, όπου και ετάφη στον ελληνικό ναό της Αγίας Τριάδος. Από εκεί ανακομίστηκε στην Αθήνα, 50 χρόνια μετά, και έκτοτε φυλάσσεται σε μαρμάρινη λάρνακα στο Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών. Η κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου απαγχονίστηκε ο Γρηγόριος Ε΄, παραμένει κλειστή και σφραγισμένη μέχρι και σήμερα, σε ένδειξη τιμής. Στο Πατριαρχείο εισέρχεται κανείς από τότε μόνο από τις πλάγιες πύλες. (Βικιπαίδεια) 

 

Πηγές

 

  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.  
  • Ελένη Φλέσσα « Οι Φλεσσαίοι της Αργολίδας »,  υπό Έκδοση.
  • Α. ΖΕΝΑΚΟΣ, «Οι Αντίπαλοι», Εφημερίδα το Βήμα, Κυριακή 6 Απριλίου 2003.
  • Οικουμενικό Πατριαρχείο

  

Read Full Post »

Τζώρτζ Τζάρβις (George Jarvis, 1797-1828)


 

Ο πρώτος αμερικανικής καταγωγής φιλέλληνας. Γεννήθηκε στην Αλτόνα της Δανίας. Σήμερα η Αλτόνα είναι ένα προάστιο του Αμβούργου της Γερμανίας. Πατέρας του Jarvis ήταν ο Benjamin Jarvis (Βενιαμίν Τζάρβις), Αμερικανός έμπορος από την Νέα Υόρκη, ο οποίος ανέλαβε στη συνέχεια καθήκοντα Προξένου των ΗΠΑ στην Αλτόνα της Δανίας. Μητέρα του η Γερμανίδα Maria Carolina Dede (Μαρία-Καρολίνα Βέντε).

Ο Jarvis είχε λάβει κλασσική παιδεία, ήταν λάτρης του Ελληνικού πολιτισμού, και όταν ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση μεταβλήθηκε σε ενθουσιώδη οπαδό της. Επηρεάσθηκε από το Γερμανικό φιλελληνικό ρεύμα και είχε έντονη δράση ως φοιτητής, στο Πανεπιστημίου στο οποίο σπούδαζε στην Χαϊδελβέργη. To 1821 ήταν ήδη ένας μορφωμένος νέος ο οποίος μιλούσε Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά.

Τον Νοέμβριο του 1821 αποφασίζει να μεταβεί στην Ελλάδα. Μετά από ένα μεγάλο και δύσκολο ταξίδι, με το Σουηδικό πλοίο «Trondjem» που είχε προορισμό την Ελλάδα, και έφθασε στην Ύδρα στις 3 Απριλίου 1822. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ίδιο πλοίο μετέφερε στην Ελλάδα, έναν άλλο από τους ιδιαίτερα γενναίους και εμβληματικούς Φιλέλληνες, τον αξιωματικό του Βασιλικού Ναυτικού του Ηνωμένου Βασιλείου, τον Frank Abney Hastings.

Όταν έφθασε στην Ελλάδα, παρουσιάσθηκε στην κυβέρνηση στην Κόρινθο, και κατατάχθηκε στο Ελληνικό ναυτικό, υπό τον Γιακουμάκη Τομπάζη και τον Αντώνη Ραφαήλ, καπετάνιο της κορβέτας «Θεμιστοκλής». Επίσης ανέπτυξε στενή φιλία με τον Υδραίο Δημήτριο Βούλγαρη (μετέπειτα πρωθυπουργό της Ελλάδας) και τον Έλληνα έμπορο και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, Εμμανουήλ Ξένο. Με το Ελληνικό ναυτικό έλαβε μέρος σε 13 ναυμαχίες και πολεμικές επιχειρήσεις. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »