Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Κίος (μυθολογία) 

 

  

Η ίδρυση της Κίου ανάγεται στην μυθολογική εποχή και αυτό εξαιτίας της στρατηγικής γεωγραφικής θέσης και του σπουδαίου ρόλου που έπαιξε κατά την μακραίωνη ιστορία της αρχαίας και νεώτερης Ελλάδας. Ο μύθος της Αργοναυτικής εκστρατείας αναφέρει πως η Αργώ προσάραξε αναγκαστικά στον κόλπο του Κιανού ποταμού, γιατί το κουπί του ήρωα Ηρακλή, που ως είναι γνωστό αποτελούσε και αυτός μέλος του πληρώματος, είχε σπάσει και έπρεπε να βρεθεί κατάλληλος κορμός δέντρου στα απέραντα βαθύσκιωτα δάση της Βιθυνίας, για να λαξευτεί το κουπί του γίγαντα θεού. Στην ομάδα των ανδρών που μαζί με τον Ηρακλή ξεχύθηκαν για την αναζήτηση του κορμού ήταν ο αργοναύτης Πολύφημος και ο πανέμορφος νέος και πολύ αγαπητός σύντροφος του ήρωα θεού, ο ΄Υλας, που με χάλκινη στάμνα πήγε να φέρει νερό από την πηγή σε κάποια στιγμή, μετά την κοπιαστική μέρα.

Στην πηγή όμως βρίσκονταν οι νεράιδες και μια από αυτές η Κύπρις μόλις είδε τον γλυκό ΄Υλα, γοητεύθηκε, τον άρπαξε από τον λαιμό, τον φίλησε γλυκά και σφιχτά αγκαλιασμένοι χάθηκαν στο δάσος, μαγεμένοι για πάντα. Μάταια ο δυστυχής από τον χαμό του φίλου του Ηρακλής αναζητούσε νύχτες και ημέρες τον μοναδικό του φίλο. Το καθήκον όμως τον καλούσε να συνεχίσει την εκστρατεία, γιαυτό και άφησε πιστούς συντρόφους στην συνεχή αναζήτηση, με σκοπό να τους παραλάβουν όλους μαζί στην επιστροφή. Μεταξύ των αργοναυτών που παρέμειναν ήταν και κάποιος με το όνομα Κίος, αυτός που ίδρυσε την πόλη, γιατί η επιστροφή των αργοναυτών δεν έγινε από την Προποντίδα και έτσι οι ξεχασμένοι σύντροφοι αποτέλεσαν και τους πρώτους κατοίκους της Κίου. Η εξιστόρηση αυτή έγινε από τον Απολλώνιο τον Ρόδιο στα «Αργοναυτικά «του (295 π.Χ.). Σύμφωνα με άλλο μύθο η πόλη ιδρύθηκε από τον Ηρακλή και τον αργοναύτη Πολύφημο, που της έδωσε και τ΄ όνομα του παρακείμενου ποταμού Κίου.

  

 

Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΟΥ ΥΛΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΝΥΜΦΕΣ.

Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΟΥ ΥΛΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΝΥΜΦΕΣ.

 

 

Ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος (1ος αιών π.Χ.) σχολιάζοντας το έργο του Αριστοτέλη «ΚΙΑΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ» που έγραψε ειδικά για την Κίο, που δυστυχώς δεν σώθηκε, αναφέρεται στην ίδρυση της πόλης, αποδίδοντας την στους Μιλήσιους, που κατά την περίοδο της μεγάλης ακμής των 700-500 π.Χ. έκτισαν στον Βόσπορο πολλές αποικίες όπως Πρίαπος, Αρτάκη, Κολωναί, Κύζικος, Μιλητόπολις,΄Αβυδος, Προκόννησος, Αστακός, Καλχηδών.

Έτσι θεωρείται πιθανή χρονολογία ίδρυσης της το έτος 625 π.Χ.  Κατά τον Στράβωνα τ’ όνομα της πόλης οφείλεται στον Κίο, στρατηγό των Μιλησίων. Ακόμη από τον Αριστοτέλη πληροφορούμεθα πως η πόλη από αιώνες πριν κατοικήθηκε από τους Μυσούς και τους Κάρες.

 

 

 

 

Hylas and the Water Nymphs του Edouard Theophile Blanchard.

Hylas and the Water Nymphs του Edouard Theophile Blanchard.

 

 

Ο Ηρόδοτος (βιβλ Ε΄) αναφέρεται στην ίδρυση της Κίου, αποδίδοντας την στους Αργοναύτες. Τελικά φαίνεται πως η πόλη ιδρύθηκε από τους Αργοναύτες και κατόπιν ενισχύθηκε και ολοκληρώθηκε από τους αποίκους Μιλήσιους.΄ Ετσι από την Αργοναυτική εκστρατεία περίπου 1200 π.Χ. μέχρι το 1922 μ.Χ., αριθμούνται συνολικά 3122 χρόνια ελληνικότητας της Κίου.

 

 

 

Πηγή

 

Read Full Post »

ΚΙΟΣ – ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

Στην Προποντίδα, στο μυχό του Κιανού κόλπου, κοντά στους πρόποδες του Αργαθωνίου όρους στις εκβολές του Κιανού ποταμού, βρίσκεται χτισμένη η πόλη Κίος (γεωγρ.πλάτ. 40 μοίρες 20′, γεωγρ. μήκος 26 μοίρες 48′ ).

      Η Κίος ανήκει στην επαρχία Βιθυνίας. Νότια της Κίου βρίσκεται η οροσειρά του Ολύμπου της Προύσας. Ο Κιανός ή Ασκάνιος ποταμός πηγάζει από την Ασκανία λίμνη και χύνεται στον κόλπο της Κίου. Ανατολικά της βρίσκεται η Ασκανία λίμνη και δυτικά το νότιο τμήμα της Προποντίδας. Η Κίος απέχει από την Κωνσταντινούπολη περίπου 48 ναυτικά μίλια και από την Προύσα περίπου 25 χιλιόμετρα. Βορειοανατολικά της Κίου είναι κτισμένη η φημισμένη Νίκαια και κοντινά παραθαλάσσια μέρη είναι τα περίφημα Μουδανιά (αρχικά λεγόταν Μύρλεια και αργότερα Απάμεια), οι Ελεγμοί, η Σιγή, η Τρίγλεια (αρχαία Βρύλλιον), το Δασκύλειον, η Αρτάκη, η Πέραμος, η Πάνορμος κ.α. Βόρεια του Κιανού κόλπου, το Αργαθώνειο όρος καταλήγει στο Ποσείδιο ακρωτήριο, όπου ήταν κτισμένο το ιερό του θεού Ποσειδώνα. Στο Αργαθώνειο όρος υπάρχει σπήλαιο με πολύ διακοσμητικούς σταλακτίτες.

 

map1g

 

 

     Οι κάτοικοι της ήταν αποκλειστικά Έλληνες, με ελάχιστους Τούρκους, Αρμένιους και Εβραίους. Ο πληθυσμός πριν την καταστροφή ήταν περίπου 15000 κάτοικοι. Η κύρια ασχολία τους ήταν αλιεία, γεωργία, μεταξοσκωληκοτροφία, αλλά υπήρχαν και αρκετοί έμποροι μεταξιού και αγροτικών προϊόντων.

 

fount

 

 

 

 

 

 

Πηγή

 

ΦΟΥΝΔΟΥΚΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, www.musesnet.gr/pages/kios/

Read Full Post »

ΑΡΧΑΙΑ ΚΙΟΣ

Ανατολικά της σημερινής θέσης ήταν κτισμένη η αρχαία πόλη, όπου σήμερα σώζονται το αρχαίο νεκροταφείο, η ακρόπολη, τα μακρά τείχη, τα λατομεία κ.ά. όλα πελασγικής αρχιτεκτονικής. Τα μακρά τείχη περιέκλειαν την πόλη και την ακρόπολη μαζί μέχρι την θάλασσα, κατασκευασμένα από άξεστους, ακατέργαστους λίθους τεράστιων διαστάσεων 1,5-2 μέτρων, χωρίς συνδετικό υλικό. Η ακρόπολη ήταν κτισμένη στο ψηλότερο σημείο πάνω σε λόφο, ενώ χαμηλότερα απλωνόταν η πόλη μέχρι την θάλασσα. Η ακρόπολη είχε επιπλέον και τα δικά της τείχη. Υπόγειες στοές ευρύχωρες και αρκετά μακρές, άρχιζαν από την ακρόπολη και κατέληγαν στην θάλασσα ή σε κύρια αμυντικά σημεία της πόλης. Ακόμη υπόγειες αποθήκες μεγάλης χωρητικότητας υπήρχαν διάσπαρτες για την αποθήκευση τροφίμων απαραίτητων για την αντιμετώπιση των πολιορκιών. Λόγω της θέσης του ο λιμένας αποτελούσε ένα σπουδαιότατο σημείο εμπορίου του τότε γνωστού κόσμου.

Ο Στράβων αναφέρει πως το πλούσιο εμπόριο τροφίμων (παστά και καπνιστά ψάρια, κρασί, λάδι, ελιές, μέλι, ξηρά φρούτα) και πρώτων υλών (μαλλί, ξυλεία από τα απέραντα δάση) συνετέλεσε στην ακμή της πόλης. Από το Αργαθώνιο όρος γινόταν εξόρυξη σπουδαιότατου μαρμάρου (γνωστό με το όνομα σομακί, άσπρο-μαύρο). Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως η πόλη συμμετείχε στην Ιωνική επανάσταση και στην συμμαχία της Δήλου.

Το δημοκρατικό πολίτευμα της ,οι νόμοι, οι θεσμοί, η παιδεία, ο βίος των πολιτών, το φορολογικό σύστημα ήταν λόγοι που προσέλκυσαν το φιλόσοφο Αριστοτέλη να μελετήσει και να συγγράψει την «Κιανών Πολιτεία» του. Κατά την διάρκεια των δημοκρατικών καθεστώτων υπήρχαν όλα τα είδη αρχών που τόσο ο Πλάτωνας αναφέρει στο έργο του «Πολιτείαι», όσο και ο Αριστοτέλης στο «Πολιτικά» του. Υπήρχε Βουλή και Γερουσία, αξιωματούχοι για κάθε αρμοδιότητα ή δραστηριότητα, όπως πρυτάνεις, ιερείς του ήλιου, ιεροποιοί, νεοποιοί, στεφανοφόροι, εξεταστές, κοσμητεύοντες, φύλαρχοι, γυμνασιάρχες. Απέδιδαν εξαιρετικές τιμές σε κάθε πολίτη που προσέφερε για το καλό της πόλης του.  Το φορολογικό σύστημα βασίζονταν στην φορολογία του εισοδήματος. Επέβαλαν φόρους στα εισερχόμενα από τους αγρούς προς την πόλη προϊόντα και στα διακινούμενα μέσω του λιμένα αγαθά, εισερχόμενα και εξερχόμενα.

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Διδώ Σωτηρίου, Μικρασιατική καταστροφή και στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, εκδ. Κέδρος
Encarta 96, εγκυκλοπαίδεια, Microsoft
Έπος Μικρασίας, εκδόσεις Μορφωτικού κόσμου
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε.
ΚΙΑΝΑ, Ευρυσθ. Λασκαρίδη, 1966
Κουλιγκά Βασ., ΚΙΟΣ αναμνήσεις ενός Κιώτη, εκδ. Δωδώνη,1988
Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Γ. Ρούσσου
Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, εγκυκλοπαίδεια
Στρατηγός Ξεν., η Ελλάδα στην Μικρασία, εκδ. Μπάυρον, 1986
Σιμόπουλος Κυριάκος, Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Υποτέλεια,1990

 

Πηγή

 

ΦΟΥΝΔΟΥΚΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, www.musesnet.gr/pages/kios/

Read Full Post »

 Κίος – Ιστορική αναδρομή

 

 

Πρώιμα χρόνια 2000-1000 π.Χ.

           

Η ευρύτερη περιοχή της Βιθυνίας κατοικήθηκε αρχικά κατά την 2η χιλιετία π.Χ. από τους Χεταίους, οι οποίοι στην συνέχεια εκτοπίσθηκαν κατά τον 12ο αιώνα π.Χ. από τους Φρύγες και τους Μυσούς, ινδοευρωπαϊκές φυλές, που πέρασαν από την Ευρώπη προς την Μ. Ασία. Κατά τον 10ο αιώνα π.Χ. ένας άλλος λαός, οι Βιθυνοί, θρακικής καταγωγής επικράτησαν στην περιοχή μέχρι τον αποικισμό της από τους Μιλήσιους. Κατά την περίοδο αυτή, κτίστηκαν στα παράλια του Βοσπόρου πόλεις σπουδαιότατες, όπως Κίος, Χαλκηδών, Κύζικος, Ηράκλεια και Αστακός (αργότερα Νικομήδεια). 

 

1000 π.Χ.- Γέννηση Χριστού

 

Η αποίκιση της Κίου από τους Μιλήσιους 625 π.Χ. μέχρι 553 π.Χ. είχε συμβάλει στην πρόοδο και την ανάπτυξή της και διακρίθηκε κυρίως για το εμπόριο από τα παράλια προς την ενδοχώρα. Κατά το έτος 553 π.Χ. όλοι οι λαοί της Μ. Ασίας υποτάχθηκαν στους εμφανισθέντες Ληδούς και αργότερα στους Πέρσες. Ευτυχώς οι νέοι κατακτητές παρείχαν στους κατοίκους ελευθερία και αυτονομία με μόνη υποχρέωση την καταβολή φόρων. ΄Ετσι συνέχισαν να ευδαιμονούν μέχρι την απελευθέρωσή τους από τους Αθηναίους το 459 π.Χ. Ο αθηναίος στρατηγός Κίμων νίκησε στην Κύπρο τον περσικό στόλο και απομάκρυνε για πολύ τον κίνδυνο των Περσών, τόσο από την ξηρά όσο και την θάλασσα. Από το έτος 466 π.Χ. η Κίος με πολλές άλλες πόλεις της Μ. Ασίας συμμετείχαν στην συμμαχία της Δήλου. Ακόμη η Κίος συμμετείχε και στην Ιωνική επανάσταση. Μετά την ήττα των Αθηναίων στην Σικελία, οι Πέρσες επανέρχονται καταλαμβάνοντας και την Κίο το έτος 412 π.Χ. μέχρι το 334 π.Χ., οπότε και απελευθερώνονται από τον Μ. Αλέξανδρο.

Οι πόλεις της Μ. Ασίας, κατά την διάρκεια των διαφόρων κατοχών, ιδιαίτερα της περσικής, με τις συνεχείς εξεγέρσεις και αντιδράσεις κατάφερναν να εξασφαλίζουν καθεστώτα αυτονομίας και δεν εμποδίστηκαν να αναπτυχθούν και να διακριθούν. Από την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου και μετά οι πόλεις ανέρχονται στον Κολοφώνα της δόξας, προόδου και ανάπτυξης σ’ όλους τους τομείς,(το 330 π.Χ. κόβονται τα πρώτα χρυσά νομίσματα της Κίου). Το εμπόριο αναπτύχθηκε μέχρι την Αίγυπτο και την χώρα των Φοινίκων, όπου και βρέθηκαν τα χρυσά νομίσματα της Κίου. Η Κίος συμμετείχε ακόμη και στην Αιτωλική συμπολιτεία. Οι έριδες όμως , οι ανταγωνισμοί και οι διαμάχες των διαδόχων του Μ. Αλεξάνδρου, οδήγησαν την Κίο και άλλες ελληνικές πόλεις σε διαδοχικές καταστροφές. Σπουδαιότατη βέβαια ήταν η εκ βάθρων καταστροφή της από τον βασιλιά  Προυσία τον Α΄ της Βιθυνίας, με την βοήθεια του Φιλίππου Ε΄ της Μακεδονίας. Οι κάτοικοι εσφάγησαν, εκδιώχθηκαν ή εκρατήθηκαν δούλοι και νέα πόλη κτίστηκε με άλλο όνομα «Προυσιάδα η παραθαλάσσια». Η καταστροφή αυτή της Κίου ξεσήκωσε διαμαρτυρίες πλήθους ελληνικών πόλεων, ιδίως των Ροδίων. Το θέμα έγινε γνωστό μέχρι την ρωμαϊκή σύγκλητο, που δυστυχώς είχαν αρχίσει να ζητούν σε βοήθεια και μεσολάβηση οι διάφορες ελληνικές πόλεις. Οι Ρόδιοι και ο ΄Ατταλος Α’, ζητώντας την βοήθεια των Ρωμαίων, αποφάσιζαν μοιραία υπέρ της δικής των καταστροφής και ολοκλήρου της Ελλάδας. Οι Ρωμαίοι δράττοντας την ευκαιρία αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν τον Φίλιππο τον Ε΄ στην μάχη της πόλης Κυνός Κεφαλαί της Θεσσαλίας (197 π.Χ. β΄ μακεδονικός πόλεμος) όπου και νικήθηκε και υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει κάθε επιβουλή και διεκδίκηση συμφερόντων στις πόλεις του Βοσπόρου. Γρήγορα πετυχαίνοντας τα σχέδια τους οι Ρωμαίοι, κατά το έτος 74 π.Χ., μετά τον θάνατο του βασιλιά Νικομήδη Γ΄, με διαθήκη κληρονόμησαν και κατέλαβαν όλη την Βιθυνία και την Κίο μαζί. 

 

  

Ρωμαϊκή εποχή- Βυζαντινή εποχή

        

Η Κίος υποταγμένη στους Ρωμαίους έτυχε καθεστώτος αυτονόμου πολιτείας με εποπτεία Ρωμαίου υπάτου. Διατήρησε τον ελληνικό χαρακτήρα , το εμπόριο, τις τέχνες και τα γράμματα (ομοίως η Κύζικος και η Απάμεια). Η περιοχή έγινε η πιο αγαπητή για τον παραθερισμό των Ρωμαίων αρχόντων. Επιφανείς φιλόσοφοι της Κίου όπως ο Ασκληπιάδης και ο Φλάβιος Άρχιππος, με κάθε τρόπο κατόρθωναν να εξασφαλίζουν προνόμια υπέρ της Κίου και να αποκαταστήσουν το όνομα της πόλης από Προυσία σε Κίο. 

 Από τις αρχές του β’ αιώνα (112 μ.Χ.), ο χριστιανισμός γνώρισε τόση μεγάλη διάδοση στην περιοχή της Βιθυνίας (την περιοχή επισκέφθηκε και ο Απόστολος Πέτρος), ώστε ο Ρωμαίος διοικητής Πλίνιος ζήτησε από τον αυτοκράτορα Τραϊανό οδηγίες για την αντιμετώπιση των άπειρων χριστιανών. Η Κίος έδωσε κι αυτή φόρο αίματος στους διωγμούς κατά των χριστιανών. Με την ίδρυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και την ανακήρυξη του χριστιανισμού ως επίσημης θρησκείας, η Κίος αποκτά αρχιεπισκοπή με αρχιεπίσκοπο τον Κύριλλο που συμμετέχει στην Α’ Οικουμενική σύνοδο στην Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ. κατά του Αρείου. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης και την παρακμή των πόλεων, το Πατριαρχείο κατήργησε την αρχιεπισκοπή Κίου, η περιοχή υπήχθη στην Μητρόπολη Νίκαιας, της οποίας η έδρα ήταν η Κίος. Ο μητροπολίτης Νικαίας απέχτησε ισχύ και πανίσχυρος έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο στην εκλογή του πατριάρχου και την αντιμετώπιση πολλών ζητημάτων. (Κατά την έναρξη της επανάστασης το 1821 η Κίος διέθεται πέντε ενορίες, η Νίκαια μία και δεκαέξι τα διάφορα χριστιανικά χωριά της περιοχής).

Κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας η Κίος απέκτησε σημασία λόγω της θέσης της και αποτέλεσε το προσφιλές θέρετρο των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Επί αυτοκράτορος Ιουστινιανού ιδρύθηκε στη Κίο στρατιωτική σχολή που λειτούργησε για 37 χρόνια. Όμως πολλές φορές βρέθηκε στο θέατρο πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των βυζαντινών και διαφόρων εχθρών. Δέχτηκε επιδρομές από Γότθους, Άραβες, καταστροφές και λεηλασίες από Σταυροφόρους και Σελτζούκους Τούρκους, που άρχισαν από το 1100 μ.Χ. να απειλούν την Κίο και τη γύρω περιοχή. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι, λαός ηπειρωτικός και νομαδικός, κατόρθωσαν να αποκτήσουν και ναυτικές δυνάμεις, χρησιμοποιώντας τους ντόπιους κατοίκους ΄Έλληνες, έμπειρους ναυτικούς. Στην Κίο τότε λειτούργησε το πρώτο τούρκικο ναυπηγείο, που γρήγορα κατέστρεψε ο αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ το 1092 μ.Χ. προσπαθώντας να διασώσει την περιοχή της Βιθυνίας από τους Τούρκους. Πολύ αργότερα, το 1789 μ.Χ. με την ολοκληρωτική επικράτηση των Οσμανιδών Τούρκων, επί σουλτάνου Σελήμ, ιδρύθηκε νέο τουρκικό ναυπηγείο πολεμικών πλοίων, που λειτούργησε μέχρι το 1860 μ.Χ.

 

Σταυροφορίες

      

Δυστυχώς, κατά την εμφάνιση των Σταυροφόρων, πολλά ήταν τα δεινά και οι ζημιές που υπέστη η Κίος. Κατά την Α’ Σταυροφορία (1096 μ.Χ.) απετέλεσε στρατιωτική βάση των ιπποτών με το όνομα Κιβωτός (Civitot). Με συνεχείς επιδρομές οι Σταυροφόροι κατάφεραν να απομακρύνουν τους Τούρκους από τα παραθαλάσσια της Βιθυνίας και να υποχωρήσουν στο εσωτερικό, γύρω από το Ικόνιο. Κατά την Δ’ Σταυροφορία, επί αυτοκράτορος Αλεξίου Γ’ και την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης, η Κίος κατελήφθη από τους Φράγκους (1207 μ.Χ.) και παραχωρήθηκε στην δικαιοδοσία των ιπποτών, μέχρι την ανακατάληψή της από τον Μιχαήλ Παλαιολόγο (1261 μ.Χ.). 

  

Μεσαίωνας

     

Από το 1300 μ.Χ., οι επανεμφανισθέντες Τούρκοι, λεηλατούντες όλα τα παράλια της Προποντίδας, με αρχηγό τον Οσμάν Α’, κατόρθωσαν την άλωση της Προύσας (1326 μ.Χ.) και δέκα χρόνια αργότερα, μετά από δύο χρόνια πολιορκίας, κατέλαβαν και την Κίο (1336 μ.Χ.). Η Κίος κατεστράφη ολοσχερώς, εκ θεμελίων, οι κάτοικοι εκδιώχθηκαν και κατέφυγαν στο Αργαθώνιο όρος, όπου ζούσαν πρόχειρα με την ελπίδα της επιστροφής. Μετά από 3 χρόνια τους επετράπη να εγκατασταθούν στην περιοχή της Κίου κάτω από τα τείχη την ονομαζόμενη «καστρινά», γύρω από τον χώρο της κατεστραμμένης εκκλησίας της Θεομάννας. Επισκεύασαν την εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου (Μητρόπολη) ή Παζαριώτισσα και άρχισαν τον εκκλησιασμό τους και την κοινωνική οργάνωση. Οι κάτοικοι της, κυρίως ψαράδες και αγρότες, στερήθηκαν κάθε μόρφωση και παιδεία, με επιβεβλημένη την τουρκική γλώσσα. Φτώχεια, ατιμώσεις, στερήσεις, παιδομάζωμα, ήταν τα βασικά χαρακτηριστικά της ζωής των. Ο ετήσιος έγγειος φόρος για τους φτωχούς κατοίκους ήταν 159000 γρόσια. Πολλοί κάτοικοι προτίμησαν να φύγουν γιατί δεν άντεχαν την τουρκική παρουσία και καταπίεση. Ακόμη και την καλλιέργεια της αμπέλου απαγόρευσαν καθώς και την κατανάλωση του κρασιού ( οι Κιώτες, όμως, αντί των αμπελιών καλλιέργησαν ροδιές και παρήγαγαν ένα είδος αναψυκτικού από τον χυμό του ροδιού που το κρύωναν με πάγο από τον Όλυμπο της Προύσας, που διατηρούσαν για το ζεστό καλοκαίρι). Επί σουλτάνου Μουράτ Δ’, 1656-1710 μ.Χ., άρχισε η χαλάρωση των αυστηρών μέτρων και συγχρόνως άρχισε να διαφαίνονται συνθήκες για ανάπτυξη και πρόοδο. Με την ίδρυση του πολεμικού ναυπηγείου αρκετοί έλληνες της Κίου και της Κυζήκου σαν έμπειροι ναυπηγοί βρήκαν δουλειά. Η Κίος αποτελούμενη από αμιγή ελληνικό πληθυσμό απέκτησε τότε το δικαίωμα να εκλέγει δικό της δήμαρχο, (τελευταίος πριν την καταστροφή ήταν ο Αναστάσιος Πινάτσης που πέθανε πρόσφυγας το 1938 στην Θεσσαλονίκη).

 

19ος αιώνας

     

Επί σουλτάνου Μαχμούτ Β’, 1823-1839 μ.Χ., άρχισαν οι πρώτες μεταρρυθμίσεις και αργότερα επί Αβδούλ Μετζίτ βελτιώθηκε η κατάσταση των χριστιανών υπηκόων. Αποκαταστάθηκε η θρησκευτική, κοινωνική, εμπορική θέση της Κίου, επανήλθε η παιδεία με αύξηση του διδακτικού προσωπικού και ιδρύθηκε Αρρεναγωγείο και Παρθεναγωγείο, με έξοδα της Κοινότητας. Στα σχολεία συνέχισε πάλι να διδάσκεται το πνεύμα της αρχαίας Ελλάδας, χώρας κατ’ εξοχή πολιτισμού και ελευθερίας. Όλες οι θρησκευτικές εκδηλώσεις και γιορτές (Ανάσταση, Θεοφάνεια, πανηγύρεις), οι σχολικές εορτές των Τριών Ιεραρχών, οι διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις όπως γάμοι, βαπτίσεις, Αποκριές, γινόντουσαν κανονικά με πλήρη ελευθερία. Όλα ήταν τόσο αγαπητά και από τον απλό τουρκικό λαό , ώστε με τυφλή πίστη συμμετείχαν και πολλές φορές προσκυνούσαν τους εορτάζοντας θαυματουργούς αγίους της Κίου. Το εμπόριο αναπτύχθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο γύρω τουρκικός πληθυσμός ήταν οικονομικά εξαρτημένος από τον ελληνικό πληθυσμό της Κίου. Με την ανακήρυξη του τουρκικού συντάγματος το 1908, όλοι πανηγύριζαν για την εξαγγελλόμενη ισότητα και ελευθερία μεταξύ όλων των υπηκόων της τουρκικής επικράτειας, ασχέτως εθνικότητας και θρησκείας. Δυστυχώς η εμφάνιση των Νεότουρκων, οπαδών του φανατικού Κεμάλ, σήμανε την αρχή της καταστροφής. Άρχισε η γενική επιστράτευση των μη μουσουλμάνων και ο συστηματικός διωγμός των Ελλήνων και Αρμενίων δεν έλειψε φυσικά, ούτε οι μεμονωμένες πιέσεις, διώξεις, συλλήψεις, κατηγορίες εναντίων εντίμων κατοίκων της Κίου. Φοβερότερη ήταν η εξόντωση (εξοντώθηκαν περίπου 300.000 ‘Ελληνες μικρασιάτες) με τα τάγματα εργασίας, τα αποκαλούμενα «αμελέ ταμπουρού», αγριότερα ίσως και από τα φασιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεων.  

 

20ος αιώνας

 

 

Ελ�νης-Μιχοπούλου-Κουνδή)

Είσοδος του ελληνικού στρατού στην Κίο 1920. (Συλλογή:Ελένης-Μιχοπούλου-Κουνδή)

 Κατά την διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου πολέμου, η Τουρκία στο πλευρό της Γερμανίας, συνέχισε τις διώξεις, σφαγές και λεηλασίες του ελληνικού στοιχείου. Οι Κιώτες οργανώθηκαν για την αυτοάμυνά τους, εξοπλίζοντας τους περίφημους «νταήδες» τους με όπλα, αγορασμένα με χρήματα συγκεντρωμένα από τα εκκλησιαστικά ταμεία και την Φιλόπτωχο αδελφότητα. Με το τέλος του πολέμου οι σύμμαχοι και η Ελλάδα εισήλθαν στην Κωνσταντινούπολη. Στην Κίο και στην γύρω περιοχή, επειδή δρούσαν Τούρκοι αντάρτες, τσέτες, με την βοήθεια του αγγλικού στόλου, εκδιώχθηκαν και η Κίος παρεδόθη στον ελληνικό στρατό στις 25 Ιουλίου 1920, με διοικητή τον συνταγματάρχη Δ. Σαμαρτζή. Η υποδοχή ήταν μεγαλειώδης και ενθουσιώδης, όλος ο λαός με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Νίκαιας και αργότερα Οικουμενικό Πατριάρχη Βασίλειο Γ’ και τον Δήμαρχο Α. Πινάτση, υποδέχθηκαν τον ελληνικό στρατό ( δες και σχετική φωτογραφία), ψάλλοντες όλοι αντί άλλου το «Χριστός Ανέστη». Δυστυχώς ο εθνικός διχασμός και ο συμμαχικός εμπαιγμός οδήγησαν στην αποτυχία της ενδοξότατης εκστρατείας του στρατού μας στην Μ. Ασία και την εθνική συμφορά. Έγινε κάποια προσπάθεια αυτονόμησης της παραλιακής ζώνης με σκοπό να διασωθούν οι κάτοικοι και να μην ξεριζωθούν από τις εστίες τους. Η τότε Σοβιετική Ένωση προσφέρθηκε να μεσολαβήσει ανάμεσα στην Ελλάδα και Τουρκία, αλλά δυστυχώς η βασιλική κυβέρνηση της υποτέλειας απαξίωσε και ν’ απαντήσει στην ρωσική μεσολάβηση (καμιά ιστορία δεν αναφέρεται στην προσπάθεια των Ρώσων πλην του Γ .Κορδάτου, τόμος 5ος). ‘Άδικα ξεκίνησε η «Άμυνα» τόσο στην Σμύρνη όσο και σε κάθε πόλη της Μικρασίας. Στην Κίο έγινε μεγάλη συγκέντρωση με συμμετοχή και τούρκων κατοίκων των πέριξ χωριών που χαιρετούσαν την αυτονομία της Μικρασίας.

Τα σχέδια όμως των συμμάχων ήταν άλλα. Η μυρωδιά των πετρελαίων της Μοσούλης και της Μεσοποταμίας τους ανάγκαζαν να προχωρήσουν σε μοίρασμα των εδαφών που δεν τους ανήκαν χωρίς να λογαριάζουν το δικαίωμα τους για ανεξαρτησία, αυτοδιάθεση και ακεραιότητα. Σύμφωνα με την απογραφή του 1912 στην Μ. Ασία σε σύνολο 10.755.774 κατοίκων ζούσαν 2.522.151 Έλληνες. Το δικαίωμα διατήρησης της δικής τους εθνικής ζωής δεν το σεβάστηκε κανείς από τους μεγάλους που διακήρυτταν σε διεθνείς συναντήσεις, ότι τάχα προστατεύουν τα μικρά και αδύναμα έθνη. Ήδη οι ίδιοι οι Γερμανοί οργάνωσαν τα περίφημα πογκρόμ εναντίων του μικρασιατικού Ελληνισμού. Η επίθεση του Κεμάλ, ενισχυμένου τώρα από τους συμμάχους αλλά και τους μπολσεβίκους, ήταν σφοδρότατη και οργανωμένη. Μάταια ο εγκαταλειμμένος από τους συμμάχους ελληνικός στρατός πότιζε με αίμα τα «δικά μας χώματα«. Ο στρατιωτικός υποτομέας της Κίου από 22 Αυγούστου 1922 δέχτηκε επιθέσεις και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Κίο στις 28 Αυγούστου 1922. Ο πληθυσμός περίπου 30.000 πρόσφυγες πια, Κιώτες και άλλοι από τις γύρω περιοχές, στοιβαγμένοι στην παραλία, άδικα περίμεναν την άφιξη πλοίων. Γαλλικά πλοία στο λιμάνι των Μουδανίων, εμπόδιζαν με τους ισχυρότερους ασυρμάτους των την επαφή του αντιτορπιλικού «Πάνθηρα» με τον «Αβέρωφ» που βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Τελικά έφτασαν 11 φορτηγά πλοία και από ώρα 2 μ.μ. της 25ης Αυγούστου 1922, άρχισε η επιβίβαση των προσφύγων, αφήνοντας πίσω γλυκύτατη πατρίδα, αγώνες, θυσίες, τάφους αγαπημένων, περιουσίες ……..

ΦΟΥΝΔΟΥΚΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ

   

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Διδώ Σωτηρίου, Μικρασιατική καταστροφή και στρατηγική του ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο, εκδ. Κέδρος
Encarta 96, εγκυκλοπαίδεια, Microsoft
Έπος Μικρασίας, εκδόσεις Μορφωτικού κόσμου
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε.
ΚΙΑΝΑ, Ευρυσθ. Λασκαρίδη, 1966
Κουλιγκά Βασ., ΚΙΟΣ αναμνήσεις ενός Κιώτη, εκδ. Δωδώνη,1988
Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Γ. Ρούσσου
Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, εγκυκλοπαίδεια
Στρατηγός Ξεν., η Ελλάδα στην Μικρασία, εκδ. Μπάυρον, 1986
Σιμόπουλος Κυριάκος, Ξενοκρατία, Μισελληνισμός και Υποτέλεια,1990

 

Πηγή

 

ΦΟΥΝΔΟΥΚΑΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, www.musesnet.gr/pages/kios/

 

 

Read Full Post »

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου (1809-1899)


 

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Έδρα της επανάστασης του 1862 ήταν το Ναύπλιο και η ψυχή της μια κυρία. Το παράξενο είναι ότι μ’ αυτήν χόρεψε ο βασιλιάς, όταν έφτασε στην Ελλάδα, τις πρώτες καντρίλλιες του. Η κυρία τούτη, άλλοτε δεσποινίδα Καλλιόπη Καλομογδάρτη, έγινε αργότερα μια από τις αξιολογότερες γυναικείες φυσιογνωμίες της νεότερης Ελλάδας.

Γεννήθηκε στην Πάτρα και ήταν κόρη του προκρίτου Ανδρέα Καλαμογδάρτη. Κατά την έναρξη της επανάστασης κατέφυγε στη Ζάκυνθο με τη μητέρα της και στη συνέχεια στην Αγκόνα της Ιταλίας. Εκεί σπούδασε και έμαθε ιταλικά, γαλλικά και αγγλικά. Το 1824 η οικογένεια της μετακόμισε στο Ναύπλιο, όπου παντρεύτηκε τον Σπύρο Παπαλεξόπουλο, δήμαρχο Ναυπλίου και γερουσιαστή. Σύντομα η Καλλιόπη ξεχώρισε για το πνεύμα της ενώ το σπίτι της είχε μετατραπεί σε φιλολογικό σαλόνι. Προσέφερε μεγάλο μέρος της περιουσίας της στους φτωχούς και στους πρόσφυγες. Τάχθηκε φανερά εναντίον του Όθωνα και έλαβε μέρος σε όλες αντι-Οθωνικές αντιδράσεις. Μετά τον θάνατο του συζύγου της, το 1850, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση για ένα μεγάλο διάστημα. Πρωτοστάτησε στην αποτυχημένη εξέγερση του Ναυπλίου, την 1η Φεβρουαρίου του 1862, γι’ αυτό και καταδιώχθηκε από το παλάτι.

Η κυρία Παπαλεξοπούλου ήταν μια χαριτολόγος ετοιμόλογη γυναίκα. Για να εμποδίσει ένα επεισοδιακό στρατιωτικό πραξικόπημα στο Ναύπλιο, αυτό που προηγήθηκε από την τελευταία επανάσταση ενάντια στο βασιλιά Όθωνα, η κυβέρνηση της Αθήνας έστειλε στην ανήσυχη πόλη και αντιμέτωπο στη δημοκρατική φρουρά της ένα εκστρατευτικό σώμα με Γερμανό διοικητή. Ο στρατηγός Hahn, ο διοικητής, πληροφορημένος ότι οι νεότεροι αξιωματικοί της φρουράς είχαν το στέκι τους στο σπίτι της κυρά Καλλιόπης και ότι συγκεντρώνονταν εκεί με δική της έμπνευση και οδηγία, της έστειλε από το γειτονικό Άργος, όπου είχε περάσει σχεδόν χωρίς αντίσταση, ένα είδος τελεσίγραφου, ζητώντας της να φύγει από την πόλη, γατί τα βασιλικά στρατεύματα θα έμπαιναν στο Ναύπλιο και υπήρχε η πιθανότητα αιματηρών συγκρούσεων. Εξαιτίας της δράσης της, έλεγε ο στρατηγός, δεν θα ήταν η κυρία σε ασφάλεια. Η απάντηση ήταν πάνω – κάτω η ακόλουθη: «Θα μείνω όπου βρίσκομαι. Τα μόνα ζωντανά πλάσματα που φοβάμαι είναι οι ποντικοί, γι’ αυτό τους αφάνισα όλους μέσα στο σπίτι μου».

Λένε ότι ο Hahn, μπαίνοντας στην πόλη με τα στρατεύματά του, συνέλαβε όλους τους συνωμότες, αλλά έστειλε στην Κυρά τον υπασπιστή του για να υποβάλλει τα σεβάσματά του σε μιαν αρχόντισσα πολύ ευγενική, αλλά πολιτικά  παραστρατημένη.

Ύστερα από την εκθρόνιση του Βασιλιά, που έγινε έπειτα στην Αθήνα, ήρθε στην πρωτεύουσα. Οι κάτοικοι την υποδέχτηκαν θριαμβευτικά γεμάτοι ενθουσιασμό. Παρευρέθηκε στην Εθνική Συνέλευση,  όρθιοι οι βουλευτές την χειροκροτούσαν για αρκετή ώρα. Η κυρά – Καλλιόπη ήταν η ίδια η ενσάρκωση του ακατάβλητου δημοκρατικού πνεύματος του ελληνικού λαού.

Την τίμησαν για την δράση της και της απένειμαν τιμητική σύνταξη 500 δρχ. Ύστερα από την επίσκεψη στην πρωτεύουσα και την θριαμβευτική υποδοχή της γύρισε στο Ναύπλιο και δεν βγήκε ποτέ πια από το σπίτι της, στην πλατεία Συντάγματος.

Απεβίωσε στις 8 Φεβρουαρίου του 1899. Ήταν σχεδόν εκατό χρόνων, αλλά το πρόσωπό της έμενε ακόμα αρυτίδωτο.  Εξυμνήθηκε από γνωστούς ποιητές της εποχής όπως από τον Ηλία Καλαμογδάρτη, πρώτο ξάδελφό της, και τον Παναγιώτη Σούτσο.

 

Πηγές


  • Μ. Γ. Λαμπρυνίδης « Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου »,  Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ. Σκόκου,  Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.
  • Δημήτρης Κακλαμάνος, « Ένα πανόραμα της Ελλάδας στο Ναύπλιον », μτφ. Σ. Καρούζου,  Έκδοση, Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 1979.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Γεωργική Σχολή Τίρυνθας (1829)

 

Την αναγκαιότητα και τη σημασία της γεωργικής εκπαίδευσης, πρώτος διείδε ο Κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας και αποτέλεσε βασικό μέλημα της πολιτικής του από τα πρώτα ακόμη χρόνια ύπαρξης του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Για το λόγο αυτό, προχώρησε στην ίδρυση της Γεωργικής Σχολής της Τίρυνθας στο Ναύπλιο το έτος 1829«ο ίδιος μεταβαίνων καθ΄εκάστην» όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Δ. Ζωγράφος (1888 –  1948) στην «Ιστορία της παρ΄ημίν γεωργικής Εκπαιδεύσεως». Η σχολή αυτή παρείχε στοιχειώδη γεωργική εκπαίδευση, καθόσον ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος έκρινε ότι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για τη δημιουργία ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Με τη μοναδική αίσθηση του μέτρου και τη διορατικότητα που τον διέκρινε, θεωρούσε ότι έπρεπε να προηγηθεί η τεχνική, επαγγελματική και κυρίως η στοιχειώδης εκπαίδευση, η οποία ήταν η αρμόζουσα την περίοδο αυτή εξαιτίας των ειδικών συνθηκών και της γενικότερης ένδειας του νεοσύστατου κράτους. Η λειτουργία της Σχολής στην οποία φοιτούσαν παιδιά φτωχών γεωργών, ανατέθηκε στον Γρηγόριο Παλαιολόγο, γεωπόνο που είχε σπουδάσει στο Παρίσι.

Η λειτουργία της Σχολής αυτής όμως έμελλε να αποτελέσει ένα μόνιμο πρόβλημα για το ελληνικό κράτος αφού, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, παραμελήθηκε και μετά από πολλές απόπειρες που έγιναν για την αναδιοργάνωσή της, καταργήθηκε οριστικά το 1873. Κύριες αιτίες της αποδυνάμωσής της ήταν η έλλειψη πόρων, η κακοδιαχείριση, η γενικότερη οικονομική κατάσταση, αλλά και η ατολμία των κυβερνήσεων να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να αποτελέσει το ίδρυμα αυτό το πρότυπο που θα συνδύαζε αποτελεσματικά μια θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση υψηλού επιπέδου.

 

Πηγές

 

Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

  

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  

  • Η συμβολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθος στην οικονομική ανάπτυξη του Άργους. Χρήστος Π. Μπαλόγλου. Ά συνέδριο Αργειακών σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», 2004.  
  •  Πρότυπο Αγροκήπιο και Σχολείο Τίρυνθας στα Καποδιστριακά Χρόνια. Σπύρος Κ. Λουκάτος. Πρακτικά Β’ συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήνα, 1989.
  • Αγροκήπιο Τίρυνθας – Γεωργική Σχολή (Ίδρυση, σκοπός), Γρηγόριος Παλαιολόγος (Διευθυντής του  Αγροκηπίου Τίρυνθας) . Αθουσάκης Αδάμ, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο 1828-1832», Εκδόσεις Καταγράμμα, Κόρινθος, 2003.

 


Read Full Post »

Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

 

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ (1828-1831)

Στοχεύοντας στην πνευματική αναγέννηση του απελευθερωμένου από τον τουρκικό ζυγό ελληνικού κράτους ο πρώτος κυβερνήτης του κατέβαλλε προσπάθειες για την εξασφάλιση αρχικά της στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Το 1829 ιδρύει το Ορφανοτροφείο της Αίγινας για τα ορφανά του πολέμου, όπου λειτουργούσαν εκτός από τα αλληλοδιδακτικά σχολεία (σχολεία στα οποία οι μαθητές των ανώτερων τάξεων δίδασκαν τα παιδιά που φοιτούσαν στις κατώτερες ) τρεις κλάσεις ελληνικών μαθημάτων και πολλά “χειροτεχνεία”,πρακτικά εργαστήρια διαφόρων τεχνών για όσους μαθητές δεν είχαν ικανότητες προόδου στα μαθήματα.

Η στοιχειώδης εκπαίδευση ήταν υποχρεωτική.

Στο Ορφανοτροφείο εντάχθηκε και το Πρότυπο σχολείο, όπου εκπαιδεύονταν δάσκαλοι για τα αλληλοδιδακτικά.

Επιπλέον ιδρύθηκε το Κεντρικό σχολείο “ δια τους έχοντας έφεσιν να αναδεχθώσιν το διδασκαλικόν επάγγελμα” και για όσους νέους θα ήθελαν να ακολουθήσουν ανώτερες σπουδές.

Σχολεία λειτούργησαν και στη Σύρο, στο Ναύπλιο, την Αθήνα και την ΄Ύδρα.

Επίσης λειτούργησε το Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο Ναυπλίου, η Εκκλησιαστική Σχολή του Πόρου, η Αγροτική Σχολή της Τίρυνθας και η Εμπορική Σχολή Σύρου.

 

 

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού).

Συνέδριο Διδασκάλων. Ναύπλιο 1924. ( Αρχείο: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού).

 

 

Ο Καποδίστριας σε συνεργασία με την Επιτροπή για θέματα παιδείας φρόντισαν κατά το δυνατόν για τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό των σχολών και την έκδοση διαταγμάτων για τη σωστή οργάνωση και λειτουργία τους.

Ο κυβερνήτης είχε διατυπώσει την ανάγκη ιδρύσεως Πανεπιστημίου. ΄Όμως οι οικονομικές δυσκολίες και η έλλειψη διδακτικού προσωπικού, καθώς και ο πρόωρος θάνατός του δεν του επέτρεψαν να υλοποιήσει τους οραματισμούς του.

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΟΘΩΝΑ

Πολλοί χαρακτηρίζουν το εκπαιδευτικό σύστημα που εισήχθηκε στην Ελλάδα κατά την περίοδο της Αντιβασιλείας ως μίμηση του αντίστοιχου συστήματος που λειτουργούσε εκείνη την εποχή στη Γερμανία. Γι αυτό το λόγο οι δυσκολίες προσαρμογής του στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος ήταν αναμενόμενες.

Πρώτη βαθμίδα εκπαίδευσης ήταν το Επτατάξιο Δημοτικό ή του λαού σχολείο.

Ακολουθούσε το Τριτάξιο Ελληνικό σχολείο, στο οποίο μπορούσαν να εισαχθούν με εξετάσεις ακόμα και παιδιά που είχαν ολοκληρώσει τη φοίτησή τους μέχρι την τέταρτη τάξη του Δημοτικού.

Κατόπιν οι απόφοιτοι του Ελληνικού είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθήσουν το Τετρατάξιο Γυμνάσιο και τέλος το Πανεπιστήμιο, που λειτούργησε για πρώτη φορά το 1838, με τη φιλοσοφική, τη θεολογική, τη νομική και την ιατρική σχολή.

Βέβαια εκτός από την κρατική πρωτοβουλία, ουσιαστικά συνέβαλαν στη μόρφωση των ελληνοπαίδων οι κοινότητες, πολλοί ιδιώτες και ΄Έλληνες των παροικιών, με την ηθική, υλική και οικονομική ενίσχυσή τους.

 

Πρασινιώ Ψώρα Καθηγήτρια Φιλόλογος.

 

 

Read Full Post »

Το πρώτο χαρτοποιείο στην Ελλάδα – Κεφαλάρι Άργους (1827-1829-1833)


  

Παράξενα θα αντηχήσει στα αυτιά, όσων δεν έτυχε να εντρυφήσουν στην ανάγνωση παλιών βιβλίων, η είδηση ότι όταν η Ελλάδα αγωνιζόταν για την ανοικοδόμηση της και καθώς άρχισε να υποβόσκει το φως της σωτηρίας της, ιδρύθηκε και λειτούργησε σ’ αυτήν χαρτοποιείο. Δυστυχώς οι χρονογράφοι του αγώνα ουδέποτε ανέφεραν το κοινωνικό αυτό γεγονός, αλλά όπως συνηθιζόταν, ασχολούνταν μόνο με την καταγραφή και περιγραφή των πολιτικών και πολεμικών γεγονότων της επικαιρότητας. Ίσως πάλι η ύπαρξη τέτοιου βιομηχανικού ιδρύματος, να μην προκάλεσε τον θαυμασμό ή την προσοχή των πολιτών. Θα περνούσε λοιπόν απαρατήρητο και ασχολίαστο το γεγονός, αν δεν σωζόταν η αγγελία που εξήγγειλε ο ιδρυτής του χαρτοποιείου το 1829 και σύμφωνα με τον οποίο, ζητούσε βαμβακερά, λινά και μεταξωτά πανιά από τους κατοίκους της περιοχής.

 

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος ο Πύρρος

 

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος

Πρώτος ιδρυτής και δάσκαλος αυτής της βιομηχανίας υπήρξε ο ιατροδιδάσκαλος Αρχιμανδρίτης Διονύσιος ο Πύρρος. Ο άντρας αυτός, που κατά τη διάρκεια του αγώνα δίδασκε και δημοσίευε παιδαγωγικά, εκκλησιαστικά , ιατρικά, χημικά, βοτανικά γεωγραφικά και μαθηματικά βιβλία, γεννήθηκε το 1777 στην  Κασθεναία της Θεσσαλίας. Συνεχίζοντας μάλιστα τις προκαταρκτικές του σπουδές που έκανε στα σχολεία της Θεσσαλονίκης, στην Κωνσταντινούπολη και τα Ιεροσόλυμα, ταξίδεψε στην Ιταλία, για να επισκεφτεί διάφορες μεγαλουπόλεις. Εκτός των άλλων σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Παταυίου (1807)  Ιατρική, Χημεία, Βοτανική,  Φυσική και την χαρτοποιεία, αυξάνοντας τις γνώσεις του ποσοτικά και ποιοτικά, με απώτερο στόχο να τις μεταλαμπαδεύσει στο δύστυχο Γένος. 

 

Στην Ελλάδα τελικά επέστρεψε λίγα χρόνια πριν την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Αρχικά πήγε στην Πάτρα, όπου γνώρισε τον Σπυρίδωνα Τρικούπη και τον γιατρό Π. Σοφιανόπουλο. Στη συνέχεια μετέβη στην Αθήνα, όπου έμενε στη Μονή του Διονυσίου Πετράκη. Τότε λοιπόν με τις παροτρύνσεις του ηγούμενου Πετράκη και του αρχιερέα Γρηγορίου Λεσβίου και των υπόλοιπων μελών της Φιλόμουσης εταιρείας, ανέλαβε τη διδασκαλία των επιστημών και της φιλοσοφίας στην Αθήνα, ενώ συγχρόνως ασκούσε το ιερό λειτούργημα του γιατρού σε Χριστιανούς και Τούρκους ανιδιοτελώς. Κατά τη διάρκεια του 2ου έτους διδασκαλίας του στην Αθήνα, σύστησε πρώτος  Βοτανικό κήπο, που περιελάμβανε 300 είδη φυτών και ορυκτολογικό μουσείο με 300 είδη ορυκτών, στο σπίτι του Δημήτρη Καλλιφουρνά. Αργότερα ταξίδεψε για την  Κωνσταντινούπολη, όπου άσκησε το επάγγελμα του γιατρού και προάγη σε αρχιμανδρίτη απ’ τον πατριάρχη Γρηγόριο. Επανερχόμενος στην Ελλάδα γνώρισε στην Πελοπόννησο τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τους γιους του, τον Γιατράκο και Παναγιώτη Κρεββατά. Έκτοτε παρακολουθούσε από κοντά τον  απελευθερωτικό αγώνα  διδάσκοντας, εκφωνώντας πατριωτικούς λόγους, δημοσιεύοντας τους και διανέμοντας τα βιβλία του. Σ ένα από τα βιβλία του, εξέφρασε ανοιχτά το μένος που έτρεφε για το πρόσωπο του Καποδίστρια,  επισημαίνοντας πως ο Πρωθυπουργός δεν τηρεί τη Νηστεία και  του οποίου βιβλίου βέβαια την κυκλοφορία απαγόρευσε και γι’ αυτό τον λόγο δεν έχει σωθεί.

 

Ο δραστήριος αυτός αρχιμανδρίτης λοιπόν, εν όσο βρισκόταν στην Πελοπόννησο, έστησε χαρτοποιείο στον Μυστρά και κατασκεύασε χίλια φύλλα χαρτιού περίπου, μέχρι που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την προσπάθεια, υπό την απειλή της επιδρομής του Ιμπραήμ Πασά στη Λακωνία και κατέφυγε στα Κύθηρα.    

 

Ωστόσο ο Πύρρος δεν αποθαρρύνθηκε απ’ αυτήν του την αποτυχία, δεδομένου ότι η Ελλάδα εκείνο τον καιρό είχε πολλά θέματα να διευθετήσει και να επιλύσει. Αποφάσισε λοιπόν, όντας δραστήριο και ανήσυχο πνεύμα, ο αρχιμανδρίτης να συμπράξει με τον στρατηγό Νικηταρά και με  κοινή καταβολή των 3.000 γροσίων ίδρυσαν νέο χαρτοποιείο σ έναν μύλο του Ερασίνου ποταμού στο Κεφαλάρι Άργους. Τότε μάλιστα ανακοίνωσε και την αγγελία προς αναζήτηση κουρελιών. Τελικά κατασκεύασε χίλια φύλλα χαρτιού αλλά τα χρήματα εξαντλήθηκαν αμέσως και διακόπηκαν οι περαιτέρω διαδικασίες.

 

Μετά από άκαρπες προσπάθειες ανεύρεσης  κεφαλαίων, ο Πύρρος και ο Νικηταράς αναγκάστηκαν να αναζητήσουν την αρωγή του Καποδίστρια, αν και ο Πύρρος δεν ήταν θετικά διακείμενος προς τον Κυβερνήτη. Παρά ταύτα διατηρούσε ο αρχιμανδρίτης μια ελπίδα, ότι στο άκουσμα του ονόματος του Νικηταρά ο Καποδίστριας θα ανταποκρινόταν στην έκκληση των δύο για χρηματοδότηση του χαρτοποιείου. Ο Κυβερνήτης όμως, επειδή προέβλεπε την αποτυχία της επιχείρησης και συγχρόνως είχε να  αντιμετωπίσει πολλές δυσχερείς καταστάσεις στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής της Ελλάδας, αρνήθηκε να απαντήσει. Βέβαια ο Πύρρος με τη σειρά του μετάφρασε την απαξίωση του Πρωθυπουργού σε προσωπική εμπάθεια που θεωρούσε ότι έτρεφε για τον ίδιο, καθώς συνδεόταν  φιλικά με τον Πετρόμπεη, ο οποίος φυσικά δεν συγκαταλεγόταν στους οπαδούς του επίτιμου Κυβερνήτη.

 

Έτσι το χαρτοποιείο διαλύθηκε και ο Νικηταράς μετέφερε τις μηχανές στο σπίτι του ενώ ο Πύρρος συνέχισε απτόητος τις φιλότιμες προσπάθειες του. Πλησίασε λοιπόν μετά από παρότρυνση του Κολιόπουλου και του Νικηταρά, τον τότε υπουργό οικονομικών, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και ζήτησε την συνδρομή του. Αφού πέρασαν τρεις μήνες προσκάλεσε τον Πύρρο και τον ρώτησε ποια δαπάνη απαιτούνταν για την ανασύσταση του χαρτοποιείου και ποια θα ήταν τα πιθανά έξοδα. Ο Πύρρος απάντησε αμέσως ότι 30.000 δραχμές είναι το απαιτούμενο ποσό για να ιδρυθεί το κατάστημα, για τις μηχανές, για την αγορά ενός έτους υλικού και για την μισθοδοσία 40 εργατών. Οι εισπράξεις όμως θα ανέρχονταν στις 500.000 δραχμές, ίσως και περισσότερα. Η απάντηση του υπουργού δυστυχώς περιοριζόταν στο γεγονός ότι η Κυβέρνηση δεν διέθετε  την πολυτέλεια να χορηγήσει κεφάλαια σε βιομηχανίες.

 

 

Εργοστάσιο κατασκευής χάρτου. Χαλκογραφία, Παρίση 1767.

Εργοστάσιο κατασκευής χάρτου. Χαλκογραφία, Παρίσι 1767.

 

Η αλήθεια ήταν πως ο Μαυροκορδάτος συμπαθούσε και εκτιμούσε τέτοιες κινήσεις σαν αυτή του φιλοπρόοδου Πύρρου. Γνώριζε όμως πολύ καλύτερα απ’ τον καθένα ποια ήταν η τύχη των βιομηχανιών, που υποστηρίζονταν από δημόσιες δαπάνες και ότι η κατασκευή του χαρτιού δεν ήταν η πρώτη, την οποία έπρεπε να υποστηρίξει η Κυβέρνηση της Ελλάδας, η οποία μόλις συνερχόταν από τον λήθαργο της δουλείας. Η παραπάνω συνέντευξη εξάλλου δεν διατήρησε ήρεμους τόνους, αντίθετα οι δύο συνδιαλεγόμενοι αντάλλαξαν ανάρμοστες εκφράσεις και μετά από αρκετά χρόνια στην αυτοβιογραφία του ο αρχιμανδρίτης, εξέφρασε την οργή που συντηρούσε μέσα του για την μη ικανοποίηση του εύλογου αιτήματος του. Εντωμεταξύ την αρνητική ατμόσφαιρα ήρθε να παροξύνει και η εξέγερση των εμπόρων χαρτιού του Ναυπλίου και του Άργους, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι η επικείμενη βιομηχανία έβλαπτε τα συμφέροντα τους.

 

«Και αν η Κυβέρνηση», είπε χαρακτηριστικά στον Μαυροκορδάτο, «δεν μπορεί να στηρίξει τέτοια ωφέλιμα ιδρύματα, πως αξιώνει να ανελιχθεί οικονομικά το κράτος και μάλιστα στον κλάδο της οικονομίας; Αν η Κυβέρνηση ίδρυε τέτοια καταστήματα με πιστούς ανθρώπους, θα επωφελούνταν οι φτωχοί Έλληνες. Χάθηκαν όμως ήδη πολλά εκατομμύρια δραχμές και τίποτα ουσιαστικό δεν δημιουργήθηκε στην Ελλάδα. Ανόητοι Έλληνες, κατηγορεί με πάθος, εξαπατημένοι από τους φθονερούς υπουργούς και τους εμπόρους της Ελλάδας, που δεν επιζητούν την πρόοδο και τη βελτίωση της ζωής του».

 

 

Εφημερίδα "Ίναχος" 1903

Εφημερίδα

 

Κατέκρινε μάλιστα και τον βασιλιά Όθωνα ως εξής: «Οι βασιλιάδες του κόσμου δεν επιτρέπουν ούτως ή άλλως  την δραστηριοποίηση των αδύνατων», ενώ μετά την ίδρυση του σακχαροποιέιου και του υαλοποιείου στον Πειραιά το 1948 σχολίασε ανάλογα: Έτσι απογοητεύτηκα και εγώ και μούντζωσα αυτή την απαρχαιωμένη οικονομία. Έκτοτε ασχολήθηκε με τις γεωγραφικές του μελέτες και με την άσκηση του επαγγέλματος της ιατρικής μέχρι το τέλος της ζωής του (1853). Δυστυχώς καμιά άλλη πληροφορία δεν σώθηκε σχετικά με τα μηχανήματα που χρησιμοποιήθηκαν, ούτε η ποιότητα χαρτιού, ούτε αν το χαρτί ήταν κατάλληλο για εκτύπωση, κοινή γραφή ή και τα δύο.

Στο μουσείο της ιστορικής και εθνολογικής εταιρείας τρία μόνο ιστορικά βιβλία βρέθηκαν, τα οποία αναφέρονταν στη μνήμη του ιατροδιδάσκαλου Πύρρου: α) η χειρόγραφη  εικόνα του, β) το Επισκεπτήριο του πάνω σε απλό χαρτί (10 επί 0,4), όπου ήταν τυπωμένο το όνομά του με κόκκινα γράμματα, γ) η αγγελία με τη συλλογή πανιών, την οποία αναφέραμε παραπάνω. Η έντυπη αγγελία είναι τυπωμένη στο συνηθισμένο για την εποχή χοντρό χαρτί και διαθέτει υδατογραμμές. Δυστυχώς ούτε δείγμα του Αργείτικου χαρτιού βρέθηκε.

 Άξιο λόγου να αναφερθεί είναι και το γεγονός, ότι μετά από μισή  και πλέον εκατονταετηρίδα από τη σύσταση του πρώτου ελληνικού χαρτοποιείου, το οποίο εξέπνευσε πριν γεννηθεί, ιδρύθηκε χαρτοβιομηχανία στο Φάληρο.

 

Read Full Post »

Ζυγομαλάς Ιωάννης (1498-1584)


 

O Ιωάννης Ζυγομαλάς και ο υιός και ομότεχνός του Θεοδόσιος (1544-1607) διέγραψαν μια πνευματική πορεία που άφησε πολλά και πλούσια ίχνη και τεκμήρια. Υπηρέτησαν στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως σε θέσεις κλειδιά. Εκεί δίδαξαν την αρχαία ελληνική, ενώ αντέγραφαν και διακινούσαν χειρόγραφα με έργα αρχαίων και βυζαντινών συγγραφέων. Είναι γνωστή η αλληλογραφία τους με ευρωπαίους λογίους και περιηγητές, χάρις στην οποία η ουμανιστική Δύση γνώρισε τους Ρωμιούς του 16ου αιώνα, όσο και την τότε ομιλούμενη γλώσσα τους, ως συνέχεια του ελληνισμού της κλασσικής εποχής και του Βυζαντινού κόσμου.

Ο Ιωάννης Ζυγομαλάς (1498-1584) ήταν λόγιος, φιλόλογος, κωδικογράφος, εκκλησιαστικός ρήτωρ και αξιωματούχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Γόνος γνωστής οικογένειας από τo Άργος (το αρχικό όνομά της ήταν Σαγομαλάς), η οποία είναι γνωστή για τις υπηρεσίες της προς τον φράγκο φεουδάρχη του Άργους, Guy d’ Enghien.

Ο ίδιος γεννήθηκε το 1498 στο Ναύπλιο και μαθήτευσε κοντά στον Αρσένιο Αποστόλιο, ο οποίος του δίδαξε τα κλασικά γράμματα και την αρχαία ελληνική γλώσσα και παιδεία. Συνέχισε τις σπουδές του και στο πανεπιστήμιο της Πάδουας, όπου διδάχθηκε και τα λατινικά, κοντά στον Giovanni Foresto. Επέστρεψε στο Ναύπλιο και εργάσθηκε ως εκκλησιαστικός ρήτωρ στην εκεί μητρόπολη, δίδασκε επίσης αρχαία ελληνικά και άσκησε τα καθήκοντα του νοταρίου.

Το 1549 μετακόμισε χωρίς την οικογένεια στην Αδριανούπολη, προσκεκλημένος του τότε μητροπολίτη Ιωάσαφ, για να διδάξει και εκεί τα ελληνικά. Όταν ο Ιωάσαφ χειροτονήθηκε Οικουμενικός Πατριάρχης, ο Ιωάννης τον ακολούθησε στην Κωνσταντινούπολη. Η υπόλοιπη οικογένεια μετακόμισε εκεί γύρω στο 1555. Ο Ιωάννης ανέλαβε το αξίωμα (οφφίκιον) του «Μεγάλου Ρήτορος του Πατριαρχείου» και το 1576 χειροθετήθηκε από τον Πατριάρχη Ιερεμία Β΄ τον Τρανό «Μέγας Ερμηνευτής των Γραφών».

Συνέχισε να διδάσκει τα Αρχαία ελληνικά και να αντιγράφει χειρόγραφα κατά παραγγελία. Όπως και ο γιος του Θεοδόσιος Ζυγομαλάς έτσι και ο ίδιος ο Ιωάννης δεν φαίνεται να έλαβε αποφασιστικό μέρος στην ανταλλαγή θεολογικών θέσεων και στην απόπειρα προσέγγισης μεταξύ των λουθηρανών θεολόγων και του Πατριάρχη Ιερεμία Β’ του Τρανού. Από τον γάμο του με την Γρατζιόζα απέκτησε δύο γιους και δύο κόρες. Πέθανε το 1584 στην Κωνσταντινούπολη.

Έργα του είναι:

  • Βίος του Σταυρακίου Μαλαξού, πρωτοπαππά του Ναυπλίου.
  • Επιτομή της ελληνικής Γραμματικής.
  • Διάφορα επιγράμματα στα αρχαία ελληνικά ή τα λατινικά.
  • Προσευχή στην Θεομήτορα για την εορτή της Κοιμήσεως του 1576.
  • Πολυάριθμες επιστολές προς διάφορους παραλήπτες.

 

Πηγές


  • E. Legrand, «Notice biographique sur Jean et Theodose Zygomalas», Παρίσι, 1889.
  • S. Perentidis, «Théodose Zygomalas et sa Paraphrase de la Synopsis minor», Αθήνα, Εκδόσεις Α. Ν. Σάκκουλα, 1994.
  • « Ιωάννης και Θεοδόσιος Ζυγομαλάς / Πατριαρχείο – θεσμοί – χειρόγραφα», Πρακτικά συμποσίου, Ιούνιος 2006, Άργος, Σ. Περεντίδης – Γ. Στείρης (Επιμέλεια), Εκδόσεις «Δαίδαλος», Αθήνα, 2009.  

 

Read Full Post »

Θεοδόσιος Ζυγομαλάς (1544-1607)

 

Ο Θεοδόσιος Ζυγομαλάς (1544-1607) ήταν λόγιος, φιλόλογος, κωδικογράφος και αξιωματούχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο από γνωστή οικογένεια της Αργολίδας, το αρχικό επώνυμο της οποίας ήταν φαίνεται Σαγομαλάς. Μαθήτευσε κοντά στον πατέρα του Ιωάννη Ζυγομαλά. Το 1555 η οικογένεια μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο πατέρας ασκούσε ήδη καθήκοντα λαϊκού αξιωματούχου και ρήτορα στο Πατριαρχείο, διδάσκοντας ταυτόχρονα τα ελληνικά και αντιγράφοντας κατά παραγγελία χειρόγραφα.

 

Το 1564 ο εικοσάχρονος Θεοδόσιος μαρτυρείται ως νοτάριος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και κωδικογράφος, ενώ ήδη το 1574 έχει προαχθεί σε πρωτονοτάριο της Μεγάλης Εκκλησίας. Τέλος στα μέσα του 1591 ανέρχεται στο αξίωμα του δικαιοφύλακος.

 

Είναι γνωστός χάρις στην μακρόχρονη αλληλογραφία και φιλία του με τον Γερμανό φιλόλογο Martinus Crusius, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Τυβίγγης (Τübingen). Ο τελευταίος σημείωνε στο αναλυτικό του ημερολόγιο όλες τις πληροφορίες που του έστελνε ο Θεοδόσιος και πολλές από αυτές δημοσίευσε στα βιβλία του, κυρίως στο «Turcograeciae libri octo» (1584).

 

Χάρις σε αυτές τις πληροφορίες του Θεοδοσίου και στα δημοσιεύματα του Crusius, αρχίζει να αναπτύσσεται το ενδιαφέρον των τότε Ευρωπαίων για τους Έλληνες εκείνης της εποχής, χαρακτηρίζοντάς τους για πρώτη φορά απογόνους των αρχαίων Ελλήνων και των Βυζαντινών. Πρόκειται για το πνευματικό και ιδεολογικό ρεύμα που θα εξελιχθεί υπό το όνομα «Φιλελληνισμός». Προς χάριν του Crusius, ο Θεοδόσιος μετέφερε στην δημώδη γλώσσα της εποχής αρκετά κείμενα, που έτσι έκαναν γνωστό και το ομιλούμενο ιδίωμα στους συγχρόνους τους. Φιλίες ανέπτυξε και με άλλους ουμανιστές, όπως τον Johannes Leunclavius ή Löwenklau, τον Stefan Gerlach, τον Philippe du Fresne-Canaye, τον Georgius Dousa, τον Andrea Taranowski κ.ά.

 

Η συμμετοχή του στην ανταλλαγή θεολογικών θέσεων και προτάσεων μεταξύ του πατριάρχη Ιερεμία Β’ του Τρανού και των λουθηρανών θεολόγων της Τυβίγγης φαίνεται περιορισμένη και πάντως όχι αποφασιστική. Χάθηκε μάλλον στην επιδημία πανώλης που έπληξε την Κωνσταντινούπολη το 1607. Η πολυάριθμη οικογένειά του μετακόμισε σε διάφορα μέρη. Απόγονοί του μαρτυρούνται έως τον 19ο αιώνα στην Χίο, και σήμερα σε διάφορα μέρη του κόσμου.

 

 

Έργα

 

  • «Πολιτική Ιστορία Κωνσταντινουπόλεως από το 1391 έως το 1578»
  • Μακρά επιστολή προς τον Crusius με χρονολογία 7 Απριλίου 1581
  • «Θεματοεπιστολαί» στα αρχαία και τα δημώδη ελληνικά
  • Παράφραση σε δημώδη γλώσσα του βυζαντινού μυθιστορήματος «Στεφανίτης και Ιχνηλάτης»
  • Παράφραση, ωσαύτως, της βυζαντινής νομικής συλλογής «Μικρή σύνοψη»
  • Παράφραση της «Εξαβίβλου» του Κωνσταντίνου Αρμενόπουλου
  • Κατάλογος οφφικίων της Μεγάλης Εκκλησίας
  • Κατάλογοι δημοσίων και ιδιωτικών βιβλιοθηκών της Κωνσταντινούπολης,
  • Πολυάριθμες επιστολές προς διαφόρους παραλήπτες
  • Σύντομο Περιηγητικό του Αιγαίου πελάγους
  • Περιγραφή του Όρους Σινά
  • Περιγραφή του Αγίου Όρους (τα δύο τελευταία με αυτοσχέδιους χάρτες).

 

 

  

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

S. Perentidis, Théodose Zygomalas et sa Paraphrase de la Synopsis minor, Αθήνα, Εκδόσεις Αντ. Ν.Σάκκουλα, 1994.

 

Alland & Rials 2003 : D. Alland & S. Rials (ιd.), Dictionnaire de la culture juridique, Paris.

Burgman, Fφgen, Schminck & Simon 1995 : L. Burgmann, M. Th. Fφgen, A. Schminck, D. Simon, Repertorium des Handschriften des byzantinischen Rechts. Teil I. Die Handschriften des weltlichen Rechts, Frankfurt am Main [Forschungen zur Byzantinischen Rechtsgeschichte herausgegeben von Dieter Simon. 20].

 

Cornu 2003 A : G. Cornu, « Adages et brocards », in Alland & Rials 2003, p. 21-26.

Cornu 2003 B : G. Cornu, « Linguistique juridique», in Alland & Rials 2003, p. 952-959.

Cornu 2005 : G. Cornu, Linguistique juridique, Paris3.

Crusius 1584 : Turcogrζciζ libri octo a Martino Crusio (…) edita, Basileζ.

 

Du Cange 1688 : C. Du Cange, Glossarium ad Scirptores mediae et infimae Grζcitatis, Lugdunum.

 

Getov, Katsaros & Papastathis 1994 : D. Getov, V. Katsaros, Ch. Papastathis, Κατάλογος των

ελληνικών νομικών χειρογράφων των αποκειμένων στο Κέντρο Σλαβο-βυζαντινών σπουδών

« Ivan Dujčev » του Πανεπιστημίου « Sv. Kliment Ohridski » της Σόφιας, Thessalonique.

 

Gkinis 1966 : D. Gkinis, Περίγραμμα Ιστορίας τοῦ Μεταβυζαντινοῦ δικαίου, Athθnes3 [Πραγματεία της Ακαδημίας Αθηνών. 26]

 

Hinterberger 2005 : M. Hinterberger, « Les relations diplomatiques entre Constantinople et la Russie au XIVe siθcle. Les lettres patriarcales, les envoyιs et le langage diplomatique », in M. Ballard, Ι. Malamut & J.-M. Spieser (ιd.), Byzance et le monde extιrieur. Contacts, relations, ιchanges, Paris [Byzantina Sorbonensia. 21].

 

Holton 1974 : Διήγησις τοῦ Ἀλεξάνδρου. The tale of Alexander. The rythmed Version. Critical Edition with an Introduction and Commentary, Thessaloniki [Βυζαντινὴ καὶ Νεοελληνικὴ Βιβλιοθἠκη. 1].

 

Kahane & Kahane 1970-1976 : H. & R. Kahane, « Abendland und Byzanz : Sprache », in P. Wirth (ιd.), Reallexikon der Byzantinistik, Bd. I, Heft 4-6, col. 345-640, Amsterdam.

Krueger 1880 : Corpus Iuris Civilis, II. Codex Iustinianus recognovit et retractavit P. Krueger, Berlin.

 

Lemerle 1988 : P. Lemerle, Actes de Kutlumus. Nouvelle ιdition remaniιe et augmentιe, Paris2 [Archives de l’Athos. II2].

 

Maruhn & Perentidis 1985 : J. Mahrun / S. Perentidis, « Quelques aspects du fonctionnement de la Justice chypriote ΰ l’ιpoque des Lusignan », Chypre. La vie quotidienne de l’antiquitι ΰ nos jours. Actes du Colloque, [Paris], Musιe de l’Homme, p. 139-148.

 

Mihăescu 1976 : H. Mihăescu, « Die Lage der zwei Weltsprachen (Griechisch und Latein) im Byzantinischen Reich des 7. Jahrhunderts als Merkmal einer Seitwende », in H. Kφpstein & F. Winkelmann (ιd.), Studien zum 7. Jahrhundert in Byzanz. Probleme der Herausbildung des Feudalismus, Berlin, p. 95-100 [Berliner Byzantinische Arbeiten. Bd. 47].

 

Mommsen & Krueger 1889 : Corpus iuris civilis, II, Digesta, Berlin, p. 1-994. Nomokritθrion : ιd. Gkinis 1966, p. 65-112.

 

 

Oikonomidθs 1999 : N. Oikonomidθs, « L’“unilinguisme” officiel de Constantinople Byzantine (viie-xiie s.) », Σύμμεικτα, 13, p. 9-21.

 

Par. : Paraphrase de la SMin. par Thιodose Zygomalas, ιd. Perentidis 1994, p. 103-308. Peira : ιd. in J. & P. Zepos, Jus Graecoromanum, IV, Athθnes, p. 1-260.

 

Perentidis 1984 A : S. Perentidis, « Un manuscrit de l’Hexabible d’Harmιnopoulos en la possession de Thιodose Zygomalas », in P. Dimakis (ιd.), Μνήμη Γεωργίου Πετροπούλου (1897-1964), II, Athθnes, p. 207-228.

 

Perentidis 1984 B : S. Perentidis, « Recherches sur le texte de la Synopsis minor », in D. Simon, (ιd.), Fontes Minores VI, Frankfurt/Main, p. 219-273 [Forschungen zur Byzantinischen Rechtsgeschichte herausgegeben von Dieter Simon. 11].

 

Perentidis 1986 : S. Perentidis, « L’empereur nι le jour de Pβques. Michel IX Palιologue et la date de la Synopsis minor », in D. Simon (ιd.), Fontes Minores VII, Frankfurt/Main, p. 253- 257 [Forschungen zur Byzantinischen Rechtsgeschichte herausgegeben von Dieter Simon.

 

Perentidis 1994 : S. Perentidis, Thιodose Zygomalas et sa Paraphrase de la Synopsis minor, Athènes [Forschungen zur Byzantinischen Rechtsgeschichte. Athener Reihe, herausgegeben von Spyros Troianos. 5].

 

Perentidis sous presse : S. Perentidis, « ΐ quoi bon le latin ΰ Byzance aprθs Justinien ? ou la rhιtorique et le charme de l’incomprιhensible », sous presse dans A. A. Fursenko et V. N. Pleshkov (ιd.), Seules les lettres sonnent. Mιlanges pour Igor P. Medvedev, Saint Pιtersbourg.

 

Podskalsky 1988 : G. Podskalsky, Griechische Theologie in der Zeit der Tόrkenherrschaft. Die Orthodoxie im spannungsfeld der nachreformatorischen Konfessionen des Westens, Mόnchen.

 

Ponθma nomikon : ιd. in J. & P. Zepos, Jus Graecoromanum, VII, Athθnes, p. 411-497. Sathas 1877 : C. Sathas, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη συλλογὴ ἀνεκδότων μνημείων τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας, vι, Paris & Venise.

 

SBM : ιd. in J. & P. Zepos, Jus Graecoromanum, V, Athens, p. 7-598. Schoell & Kroll 1895 : R. Schoell & W. Kroll, Corpus iuris civilis, III, Novellae, Berlin, p. 1-795.

 

Simon 1973 : D. Simon et alii, Zyprische Prozeίprogramme, Mόnchen [Mόnchener Beitrδge zur Papyrusforschung und Antiken Rechtsgeschichte. 65]. SMin. : Synopsis minor, ιd. in J. & P. Zepos, Jus Graecoromanum, VI, Athnes, p. 327-547.

 

Toufexis 2005 : P. Toufexis, Das Alphabetum vulgaris linguae graecae des deutschen Humanisten Martin Crusius (1526-1607). Ein Beitrag zur Erforschung der gesprochener griechischen Sprache im 16. Jh., Kφln [Neograeca Medii Aevi herausgegeben von Hans Eideneier. VII].

 

Troianos 1999 : S. Troianos, Οι πηγές του βυζαντινού δικαίου, AthθnesKomotini.roblewski 1988 : J. Wroblewski, « Les langages juridiques : une typologie », Droit et Sociιtι, 8, p. 15-30.

 

Zachariae 1839 : C.E. Zachariae, Historiae Iuris Graecoromani delineatio cum appendice ineditorum, Heidelbergae.

 Κ. Ι. Δυοβουνιώτου, «Θεοδόσιος Ζυγομαλάς», Θεολογία, τ. 1 (1923), σ. 159.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »