Posts Tagged ‘Ιστορία’
Πρoστατευμένο: Οι φυλακές τ’ Αναπλιού στο έργο του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Κώστας Δανούσης, περιοδικό Αναγέννηση, Φεβρουάριος 1999.
Posted in Ναύπλιο - Ιστορικά, tagged alphaline, Άργολίδα, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Δανούσης, Ιστορία, Καρκαβίτσας, Ναύπλιο on 4 Νοεμβρίου, 2008|
Βρέλλος Νικόδημος (1898-1954): Αρχιμανδρίτης, Αγιογράφος, Ελεήμονας.
Posted in Εκκλησιαστική Ιστορία αφορώσα στην Αργολίδα, tagged alphaline, Άργος, Αρχιμανδρίτης, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βρέλλος, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Θρησκεία, Ιστορία, Ιερέας, Μητρὀπολη Αργολίδας, Νικόδημος on 31 Οκτωβρίου, 2008| Leave a Comment »
Νικόδημος Βρέλλος (1898-1954): Αρχιμανδρίτης, αγιογράφος, ελεήμονας και
μεγάλος ευεργέτης του Άργους.
Γεννήθηκε στον Πειραιά. Ο πατέρας του Μιχαήλ Βρέλλος ήταν Σπετσιώτης και η μητέρα του Ασπασία, το γένος Βούλγαρη, Αργειτοπούλα. Είχε έναν αδελφό, τον Ευάγγελο, μικρότερό του κατά τέσσερα έτη, ο οποίος παντρεύτηκε στο Άργος την Όλγα Μοσχόγιαννη. Ο πατέρας Μιχαήλ Βρέλλος εγκατέλειψε τον ονομαστό ελαιώνα Βρέλλου και ό λη την περιουσία του στις Σπέτσες και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου άνοιξε δύο μανάβικα σε μικρά απόσταση μεταξύ τους στα «Λεμονάδικα». Πέθανε όμως νέος, όταν τα παιδιά του ήταν 7 και 3 ετών αντίστοιχα. Γι’ αυτό και ο Νικόδημος, κατά κόσμον Γεώργιος Βρέλλος, ενώ φοιτούσε στο Α΄ Ελληνικό Σχολείο Πειραιά (αντίστοιχο προς το σημερινό γυμνάσιο) αναγκάστηκε να εργάζεται ταυτόχρονα σε εταιρεία παρασκευής χρωμάτων.
Ο Γεώργιος Βρέλλος από μικρός είχε ιδιαίτερη κλίση προς την εκκλησία και επιθυμούσε να γίνει ιερέας ή μοναχός, παρά τις αντιρρήσεις της χήρας μητέρας του. Γι’ αυτό, σε ηλικία 14 χρόνων έφυγε για το Άγιον Όρος χωρίς τη συναίνεση της μητέρας του. Εκεί έλαβε το όνομα Νικόδημος.
Από τον προσωπικό του φάκελο, τον οποίο εντοπίσαμε στα γραφεία της Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος, προκύπτει ότι ο Νικόδημος χειροτονήθηκε διάκονος στις 12 Ιουνίου 1918 από τον Κονίτσης Παΐσιο στο Άγιο Όρος και ότι μόνασε «εις την Ιεράν Σκήτην της Αγίας Άννης». Όμως, η μητέρα του αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα στο Άργος με το μικρότερό της γιο Ευάγγελο και παρακαλεί το Νικόδημο να έρθει μαζί της. Εκείνος υπακούει και εγκαταλείπει το Άγιον Όρος. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς, πιθανότατα το 1922 – έτος της μικρασιατικής καταστροφής – γιατί από τον προσωπικό του φάκελο πληροφορούμαστε ότι υπηρέτησε ως ιεροδιάκονος στον Άγιο Πέτρο Άργους από το 1922 έως το 1934. Την ίδια χρονιά (25-3-1934) χειροτονήθηκε πρεσβύτερος «από τον Αργολίδος Ιερόθεον εκ Ν. Σμύρνης» και «την αυτήν ημέραν ετοποθετήθη εις τον Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου ως προσωρινός εφημέριος». Αργότερα (1936 και μετά) ήταν εφημέριος στον Αϊ-Γιάννη, στην Παναγία την Πορτοκαλούσα, αλλά και στον Άγιο Νικόλαο, πιθανότατα την περίοδο της κατοχής και μετά, όπως θυμούνται και μαρτυρούν τα ανήψια του και άλλοι Αργείοι. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν και πάλι εφημέριος στον Αϊ-Γιάννη και λίγους μήνες πριν πεθάνει ιερουργούσε στον Άγιο Βασίλειο μαζί με τον π. Γεώργιο Πηλιαφά. Ο φάκελλός του είναι ελλιπής και δεν σημειώνονται οι αντίστοιχες χρονολογίες για τα παραπάνω, ούτε μνημονεύεται η χειροτονία του ως αρχιμανδρίτη. Όμως, η περιβολή του, τα αναγραφόμενα στον τάφο του και οι μαρτυρίες των συμπολιτών του βεβαιώνουν το βαθμό της ιεροσύνης.
Όσο μόναζε στο Άγιον Όρος, είχε την ευκαιρία ν’ αξιοποιήσει το ταλέντο του και να γίνει εξαίρετος αγιογράφος. Αρκετές εικόνες του κοσμούν εκκλησίες του Άργους και της ευρύτερης περιοχής ή ευρίσκονται σε σπίτια ιδιωτών. Πολλές από αυτές είναι ανυπόγραφες. Στην Παναγία την Κατακεκρυμμένη υπάρχει ανυπόγραφη εικόνα του Βρέλλου, στην οποία παριστάνεται ο Άγιος Πατρίκιος, Επίσκοπος Προύσης.
Όταν υπογράφει, η υπογραφή του ποικίλει: «Γεώργιος Βρέλλος ιεροδιάκονος», «Γερόντιος Νικόδημος Βρέλλος», «ΓΒ». Στον Ι. Ν. της Ζωοδόχου Πηγής Κεφαλαρίου εντοπίσαμε τρεις εικόνες ιδιαίτερα μεγάλου μεγέθους, τις οποίες πλαισιώνει πλατιά κορνίζα: του Μιχαήλ και Γαβριήλ (1928), του Αγίου Σώζοντος (1924) και του Αγίου Φανουρίου (1929).
Με βάση τα χρώματα, τα περιγράμματα και την έκφραση των εικονιζομένων, παρατηρούμε ότι ο Νικ. Βρέλλος προσπαθεί να ξεφύγει από τον αυστηρό ρυθμό της βυζαντινής αγιογραφίας, η οποία επιδιώκει την πνευματικότητα των μορφών με την εξαΰλωση τους. Ο Βρέλλος αναζητά πιο ανθρώπινες υπάρξεις, επιδιώκοντας την τρίτη διάσταση του βάθους και αφαιρώντας από τα πρόσωπα τη θεϊκή αυστηρότητα.
Το όνομα του Νικόδημου Βρέλλου έμεινε στη συνείδηση των Αργείων για τις μεγάλες φιλανθρωπίες του. Γνώριζε τις οικογένειες και ήξερε τις οικονομικές δυνατότητες καθεμιάς. Αγόραζε ρούχα και παπούτσια για τα γυμνά και ξυπόλητα παιδιά. Ζητούσε από τους παντοπώλες και του έδιναν ο ένας μια οκά ζάχαρη, ο άλλος μια οκά αλεύρι, ο άλλος λίγα μακαρόνια, γέμιζε τσάντες και τις έστελνε με τον νεωκόρο όπου υπήρχε μεγάλη ανάγκη. Άλλοτε έστελνε την κατσαρόλα με μαγειρεμένο φαγητό με τον ανηψιό του Πέτρο, που ήταν τότε μικρό παιδί (μαρτυρία του ίδιου).
Δεν κρατούσε για το σπίτι του ούτε ένα πρόσφορο. Τα ψυχοσάββατα φόρτωνε μια σούστα με πρόσφορα, τα οποία μοίραζε σε φτωχές οικογένειες.
Ο παπα-Νικόδημος έζησε και έδρασε σε εποχές δύσκολες. Το βιοτικό επίπεδο του λαού ήταν πολύ χαμηλό. Ιδιαίτερα την περίοδο της κατοχής αλλά και αργότερα, στα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου, λίγο ψωμί ή μια γαλοπούλα τα Χριστούγεννα ή μια κατσαρόλα με μαγειρεμένο φαγητό ήταν μια ανάσα για οικογένειες που λιμοκτονούσαν. Όταν έφυγε από τούτη τη ζωή, βρέθηκαν επάνω του λίγες δραχμές, που σημαίνει πως δεν είχε πάψει να αναλώνει το μισθό του στις φιλανθρωπίες και να νοιάζεται για το ποίμνιό του, παρόλο που η ασθένειά του τον κατέτρυχε. «Κράτα κάτι και για σένα», τον παρότρυναν οι δικοί του. «Ο Θεός έχει για μένα», απαντούσε.
Ο παπα-Νικόδημος είχε κατορθώσει να έχει άριστες σχέσεις με όλα τα κοινωνικά στρώματα και τις πολιτικές παρατάξεις. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι κατέφευγαν αντάρτες στο σπίτι του και κατόρθωνε μετά να τους κατευοδώνει μέχρι τον Ξεριά, ώστε να διαφύγουν προς τα βουνά, χωρίς να πέσουν σε γερμανική περίπολο. Εκτελούσε τα ιερατικά του καθήκοντα στο ακέραιο και ευσυνείδητα. Είχε κηδέψει σκοτωμένους Γερμανούς, ταγματασφαλίτες, χωροφύλακες και αντάρτες που αλληλοσκοτώνονταν στον εμφύλιο. Τους νεκρούς τους θεωρούσε ιερούς και δεν έκανε καμία απολύτως διάκριση.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1957 ήλθε στο Άργος πρεσβεία εκ μέρους της Δυτ. Γερμανίας, για να τον τιμήσει με παράσημο, επειδή κήδευε τους νεκρούς γερμανούς στρατιώτες με όλες τις τιμές των νεκρών (μαρτυρία Μιχ. Βρέλλου). Ο παπάς τότε δεν ζούσε. Αλλά πέραν τούτου, είχε κατορθώσει να έχει καλές σχέσεις με τους κατακτητές. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ήταν γερμανόφιλος· απεναντίας, μπορούσε να παρεμβαίνει όταν χρειαζόταν, και είχε γλιτώσει πολλούς από βέβαιο θάνατο.
Ο παπα-Νικόδημος ήταν ακέραιος χαρακτήρας και τον κοσμούσαν όλες οι χριστιανικές αρετές, γιατί έκανε πράξη τον λόγο του Ευαγγελίου. Όλοι τον εκτιμούσαν, τον σέβονταν και τον εμπιστεύονταν, γιατί ήξεραν ότι δεν θα τους προδώσει ποτέ. Ταυτόχρονα ήταν και πανέξυπνος, γι’ αυτό και μπορούσε να κρατάει ισορροπίες· και αξιοποιώντας το σχήμα του, την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό εκ μέρους των κατακτητών, μπορούσε να βοηθάει τους διωκόμενους ή όσους είχαν ανάγκη. Όταν π.χ. συνόδευε κάποιον αντάρτη της εθνικής αντίστασης, κρατούσε το Άγιο Δισκοπότηρο, για να δείξει τάχα ότι θα κοινωνούσε κάποιον ετοιμοθάνατο. Η γερμανική περίπολος – αν τύχαιν ε– σταματούσε και χαιρετούσε!…
Πέθανε στο σπίτι όπου διέμενε (Υψηλάντη 30, κοντά στον Αϊ-Γιάν-νη) στις 9 Οκτωβρίου 1954 σε ηλικία 56 ετών. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν χιλιάδες άνθρωποι, που τον κατευόδωσαν μέχρι την τελευταία του κατοικία στο κοιμητήρι της Παναγιάς, τιμώντας τον καλό χριστιανό και άξιο ποιμενάρχη.
Πηγή
-
Οδυσσέας Κουμαδωράκης. << ΑΡΓΟΣ τό πολυδίψιον>>. Ἐκδόσεις ἐκ Προοιμίου. Ἄργος 2007.
Άργος
Posted in Άργος, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Άργος - Ιστορικά, Αρχαίο θέατρο Άργους, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ευρώπη, Ιστορία, Κάστρο Άργους, Πόλεις, Πελοπόννησος, Πολιτισμός on 28 Οκτωβρίου, 2008| Leave a Comment »
Άργος
Ιστορική πόλη της Πελοποννήσου και σημαντικό εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο της Αργολίδας. Είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας του Άργους στο νομό Αργολίδας και είναι η μεγαλύτερη πόλη του νομού με πληθυσμό 24.239 κατοίκους (απογραφή 2001). Μετά την εφαρμογή του νόμου περί συνενώσεων των Δήμων, του γνωστού «Καλλικράτη» ο Δήμος Άργους μετονομάστηκε σε Δήμο Άργους-Μυκηνών και εντάχθηκαν οι πρώην Δήμοι: Μυκηναίων, Κουτσοποδίου, Λυρκείας, Λέρνας και Νέας Κίου. Βρίσκεται σε απόσταση 136 χιλιομέτρων από την Αθήνα και η απόστασή του από το Ναύπλιο, την πρωτεύουσα του νομού, είναι 12 χιλιόμετρα.
Το Άργος, η αρχαιότερη συνεχώς κατοικούμενη πόλη της Ευρώπης και της Ελλάδας, παρά τις καταστροφές που υπέστη κατά καιρούς από επιδρομείς και κατακτητές, πάντοτε κτιζόταν στην ίδια θέση. Αυτό βεβαιώνεται και σήμερα από την αρχαιολογική σκαπάνη στα υπό οικοδόμηση οικόπεδα, τα οποία αποκαλύπτουν τη ζωή των παλαιότερων εποχών.
Η θέση της πόλης ήταν ιδανική για δύο κυρίως λόγους. Οι δύο λόφοι, της Ασπίδας (84μ.) και ιδίως της Λάρισας (289μ.), παρείχαν μεγάλη ασφάλεια στους κατοίκους. Παράλληλα, τα δύο αυτά υψώματα εισχωρούν βαθιά στο αργολικό πεδίο και φέρνουν την πόλη κοντά στο Τημένιο, που ήταν ανέκαθεν το επίνειό της.
Έτσι εξηγείται γιατί διαμέσου των αιώνων, παρά τις αλλεπάλληλες διώξεις και καταστροφές, η πόλη επέμενε να ευρίσκεται στην ίδια πάντα θέση. Άμεση συνέπεια αυτής της πραγματικότητας ήταν να μη διατηρηθούν πολλά από τα μνημεία και επιπλέον να καθίσταται δύσκολος ή και αδύνατος ο εντοπισμός τους από τους αρχαιολόγους. [1] Το αρχαίο Άργος εκτεινόταν δυτικά και ΒΔ μέχρι τη Λάρισα και την Ασπίδα, ΝΔ μέχρι και την αρχαία αγορά και ΝΑ μέχρι τον Άγιο Κωνσταντίνο.
Η πόλη υπήρχε σαν οικισμός από τη νεολιθική εποχή. Τα κεραμικά που βρέθηκαν μαρτυρούν ότι στο τέλος της 3ης π.Χ. χιλιετίας υπήρχε σημαντικός οικισμός στην Ασπίδα, ο οποίος αυξήθηκε εντυπωσιακά στις αρχές της επόμενης χιλιετίας. Ανάμεσα στα λείψανα συγκαταλέγονται και ίχνη τείχους, που εντοπίστηκαν στην κορυφή και στη νότια πλαγιά του λόφου, καθώς και μεγάλο νεκροταφείο με τύμβους στις ανατολικές υπώρειες. Επίσης, βρέθηκαν αρκετοί θαλαμοειδείς τάφοι στις Πορτίτσες – αρχ. Δειράδα – στις υπώρειες των δύο λόφων. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν πίθους για την ταφή των νεκρών. Τέτοιοι πίθοι σώζονται στο μουσείο του Άργους.
Κατά τη μυκηναϊκή περίοδο πιθανότατα υπήρχαν ακροπόλεις στη Λάρισα και στην Ασπίδα, ενώ ο οικισμός εξακολουθούσε να απλώνεται προς νότο. Το μυκηναϊκό Άργος εντοπίζεται περίπου στην περιοχή που περικλείεται από τους δρόμους Κορίνθου, Τσώκρη και Καρατζά. Και φαίνεται πως το Άργος ήταν μέχρι το 1.200 π.X. μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της Αργολίδας.
Προϊστορικοί Χρόνοι
Ύστερα από μια σύντομη παρακμή, η οποία συμπίπτει με τη γενικότερη παρακμή του Μυκηναϊκού πολιτισμού, γνώρισε νέα ανάπτυξη μετά την κάθοδο των Δωριέων. Οι περισσότερες πληροφορίες για την ακμή και την έκταση της πόλης προέρχονται από τους τάφους, που εντοπίστηκαν από τη μια άκρη της πόλης μέχρι την άλλη, από τον Ξεριά μέχρι και πέρα από την Παναγία. Η πόλη είχε αρκετή ζωή και ήταν πυκνοκατοικημένη. Η κατάληψη της αργολικής πεδιάδας από τους Δωριείς έγινε περίπου το 1125-1120 π.Χ. [2]
Οι Δωριείς αυτοί ήταν εξαιρετικά δυναμικοί και εξοπλισμένοι με τα πλέον σύγχρονα όπλα της εποχής τους. Στα μέσα του επόμενου αιώνα κατέλαβαν την υπόλοιπη Αργολίδα, τη Σικυώνα και τη Μεγαρίδα. Από τη διάσπαση των Δωριέων, που εγκαταστάθηκαν στην πεδιάδα του Άργους, προέκυψαν τρία μικρότερα βασίλεια, το βασίλειο του Άργους, το βασίλειο των Μυκηνών και το βασίλειο της Τίρυνθας, με μικρό πληθυσμό, αφού και οι Δωριείς, που είχαν κατακλύσει την Πελοπόννησο, στο σύνολό τους ήταν oλιγάριθμoι (βλ. υποσ. 2 για τον μυθικό Τήμενο).
Το κράτος των Αργείων ξεπέρασε σε δύναμη και έκταση όλα τα άλλα της κεντρικής και βόρειας Πελοποννήσου. Κατέλαβε τη Θυρεάτιδα και την Κυνουρία, προωθήθηκε ως τον Μαλέα και κατέλαβε τα Κύθηρα, δηλαδή σημεία συνοριακά με τη Σπάρτη, για την οποία το Άργος εξελισσόταν έτσι σε πολύ ισχυρό και επικίνδυνο εχθρό. Για την ιστορία του δωρικού Άργους από τη σύστασή του (περ. 1.120 π.Χ.) μέχρι τον 8ο αι. π.Χ. ελάχιστα γνωρίζουμε, όπως την ύπαρξη κεραμικών εργαστηρίων και διάφορες συγκρούσεις με γειτονικά κράτη, όπως με την Κόρινθο και την Ασίνη, την οποία κατέστρεψε στο τέλος του 8ου αι. π.Χ. Επίσης, σχετικά με την κοινωνική οργάνωσή τους, γνωρίζουμε ότι υποχρέωναν τους κατακτημένους να καλλιεργούν τους κλήρους, που μοιράστηκαν σαν κατακτητές, και να τους προσφέρουν σημαντικό μέρος από το εισόδημα. Αυτοί οι «δουλοπάροικοι» στο Άργος ονομάζονταν γυμνήτες. [3]
Παρόμοια καθεστώτα συναντάμε σ’ όλες σχεδόν τις δωρικές κοινωνίες. Οι γυμνήτες διέφεραν από τους δούλους· οι τελευταίοι θεωρούνταν ιδιοκτησία των ιδιωτών. Το ισχυρό δωρικό Άργος προστατευόταν από τείχη, λείψανα των οποίων εντοπίζονται ακόμα και σήμερα. Οι δύο ακροπόλεις, φυσικά, ήταν οχυρωμένες και συνδέονταν μεταξύ τους με τείχος στον αυχένα.
Εκεί, στις σημερινές Πορτίτσες, ήταν και η σημαντικότερη ίσως πύλη, η πύλη της Δειράδος. Εξάλλου, με βεβαιότητα θεωρούμε ότι από εκεί ήταν η είσοδος προς την πόλη μέχρι τους νεότερους χρόνους (περίοδος 1821). Υπήρχαν άλλες τρεις πύλες, η μία στο ανατολικό άκρο, που οδηγούσε στις Μυκήνες, άλλη μία στο ΝΑ άκρο που οδηγούσε στην Τίρυνθα και η τρίτη στο ΝΔ προς Λέρνη και κεντρική Πελοπόννησο. Το τείχος κατέβαινε από τη ΝΑ πλευρά της Ασπίδας, περνούσε λίγο ανατολικότερα της οδού Κορίνθου και του Αγίου Πέτρου, άφηνε ανατολικά του το σημείο, όπου σήμερα βρίσκεται ο Άγιος Κωνσταντίνος, κατόπιν τραβούσε ΝΔ, αγκάλιαζε όλη την αγορά και ανηφορίζοντας επί της νότιας πλευράς του λόφου της Λάρισας, κατέληγε στο κάστρο της ακρόπολης.
Ιστορικοί Χρόνοι
Η ιστορική περίοδος ουσιαστικά έχει αφετηρία τη βασιλεία του Φείδωνος. Ο Φείδων (7ος αι. π.Χ.), που θεωρείται μακρινός απόγονος του Τήμενου, είναι το πρώτο ιστορικό πρόσωπο του Άργους. Επί της εποχής του η πόλη παρουσίασε ιδιαίτερη ακμή. Είναι η εποχή της μεγάλης ανάπτυξης πριν από την ανάδειξη της Σπάρτης σε πρώτη δύναμη της Πελοποννήσου. Ο μεγάλος κίνδυνος για το Άργος ήταν η ισχυρή Σπάρτη, η οποία του αμφισβητούσε την ηγεμονία της Πελοποννήσου. Γύρω από αυτό το μακροχρόνιο και αξεπέραστο μίσος διαμορφώνεται η πολιτική του Άργους, η οποία αργότερα θα έχει δημοκρατικούς προσανατολισμούς. Αυτός ήταν ένας πρόσθετος λόγος της οξύτητας μεταξύ των δύο πόλεων.
Μνημονεύονται διάφορες συγκρούσεις, όπως η μάχη του 669 π.Χ. στις Υσιές (Αχλαδόκαμπο), όπου νίκησαν οι Αργείοι, καθώς επίσης και η μάχη του 547 π.Χ. στη Θυρέα (περ. Κυνουρίας) με νικητές τους Σπαρτιάτες. Επίσης, το 494 π.Χ., τότε που χάθηκαν 8.000 Αργείοι στο Άλσος της Σηπείας, η πόλη απειλήθηκε σοβαρά από τον Κλεομένη. Γι’ αυτό και οι σύμμαχοι του Άργους το εγκαταλείπουν, πρώτα οι μακρινοί και ύστερα της Αργολίδας. Γρήγορα όμως θα συνέλθει, θα κυριαρχήσει στην ευρύτερη περιοχή και θα συνάψει συμμαχία με τους Αθηναίους. Κατά τους μηδικούς πολέμους οι Αργείοι έμειναν ουδέτεροι, γιατί δεν ήθελαν προφανώς να αγωνιστούν πλάι στους Λακεδαιμονίους. Αργότερα, στον πελοποννησιακό πόλεμο, ήταν πιστοί σύμμαχοι των Αθηναίων. Μετά το 404 π.Χ. δεν παρουσιάζει αξιόλογη δύναμη. Οι εχθροί εισέρχονται στην πόλη και τη λεηλατούν, όπως ο Πύρρος, ο βασιλιάς της Ηπείρου, το 272, ο οποίος σκοτώθηκε από κεραμίδι, που του έριξε Αργείτισσα στο κεφάλι. Αργότερα το Άργος προσχώρησε στην Aχαϊκή Συμπολιτεία (229 π.Χ.).
Από τους Ρωμαίους κατελήφθη το 146 π.Χ. Αν κρίνουμε από την ξενάγηση του Παυσανία, το Άργος επί ρωμαιοκρατίας βρισκόταν σε εξαιρετικά καλή κατάσταση. Πότε ακριβώς εκχριστιανίστηκε το Άργος δεν γνωρίζουμε. Ο λατίνος επίσκοπος και εκκλησιαστικός ποιητής Παυλίνος (353 – 431 μ.Χ.) μας πληροφορεί ότι το χριστιανισμό δίδαξε στο Άργος ο πρωτόκλητος μαθητής του Χριστού Ανδρέας. Ίσως όμως να κήρυξε πρώτος ο Απόστολος Παύλος, όταν βρισκόταν για αρκετούς μήνες στην Κόρινθο. Πιθανότατα, λοιπόν, το Άργος γνώρισε το χριστιανισμό στα μέσα περίπου του 1ου αιώνα.
Κατά τη βυζαντινή περίοδο το Άργος ήταν άσημο. Βέβαιο είναι ότι λεηλατήθηκε από τους Γότθους του Αλάριχου στο τέλος του 4ου αιώνα, οι οποίοι ξεκίνησαν από τη Θράκη, διέσχισαν τον Ελλαδικό χώρο και κατέληξαν στην Ισπανία, όπου ίδρυσαν το Βησιγοτθικό κράτος. Το Άργος παρουσιάζει εκ νέου αξιόλογη ακμή μετά το 1189, όταν έγινε μητρόπολη με την ένωση των Επισκοπών Άργους και Ναυπλίας.
Το Άργος υπέστη δύο μεγάλες καταστροφές από τους Τούρκους, την πρώτη επί Ενετοκρατίας το 1397 από το στρατηγό Βαγιαζήτ Γιακούβ. Κατεδαφίστηκαν τότε τα τείχη, η πόλη λεηλατήθηκε και πολλοί Αργείοι αιχμαλωτίστηκαν και διακομίστηκαν στη Μικρά Ασία. Η άλλη έγινε το 1463, όταν Έλληνες και Ενετοί δεν μπόρεσαν να σώσουν την πόλη από το νέο κατακτητή, ο οποίος σάρωνε προοδευτικά όλα τα βαλκάνια. Η πρώτη περίοδος της Τουρκοκρατίας κράτησε μέχρι το 1683 και η δεύτερη από το 1715-1821. Τα ενδιάμεσα χρόνια (1683-1715) το Άργος ήταν πάλι υπό Ενετική κυριαρχία.
Το 1821 το Άργος ήταν από τις πρώτες πόλεις που επαναστάτησαν στις 2 Απριλίου, όταν ένοπλο σώμα με επικεφαλή τον Σταματέλο Αντωνόπουλο ανέκοψε την πορεία 300 Τούρκων ιππέων στη Δαλαμανάρα, οι οποίοι κατευθύνονταν προς το Άργος, και τους ανάγκασε να επιστρέψουν στ’ Ανάπλι.
Το Άργος κινδύνευσε και υπέστη τρεις καταστροφές στη διάρκεια της επανάστασης. Πρώτος τη λεηλάτησε και έκανε σφαγές ο Κεχαγιάμπεης μετά τη νίκη του στον Ξεριά (Απρ. 1821). Ακολούθησε η προέλαση του Δράμαλη τον Ιούλιο 1822 και τέλος του Ιμπραήμ τον Ιούνιο 1825. Η τελευταία οδυνηρή καταστροφή, που υπέστη ο πληθυσμός του Άργους, ήταν η σφαγή του 1833 από τους Γάλλους.

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας, μεταξύ των ετών, 1861-1874. Σχέδιο του Γάλλου, γραμματέα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Ελλάδα, Herni Belle.
Το έτος 1822 το Άργος ήταν έδρα της γενικής διοίκησης. Πολλά γεγονότα, στρατιωτικά και πολιτικά, που σημάδεψαν την πορεία και την εξέλιξη της επανάστασης, συνδέθηκαν με την πόλη μας. Ο Δημήτριος Υψηλάντης την είχε επιλέξει για τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης. Οι αντιπρόσωποι ορκίστηκαν στην παλιά εκκλησία του Αϊ-Γιάννη, που ήταν ημιυπόγεια. Οι εργασίες τελικά έγιναν στη Νέα Επίδαυρο.
Επίσης, στο αρχαίο θέατρο του Άργους έγιναν οι εργασίες της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης επί Καποδίστρια (1829) και μετά τη δολοφονία του ήταν να γίνουν οι εργασίες της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης (Δεκέμβριος 1831), αλλά ήταν τόσο φορτισμένη η ατμόσφαιρα και είχαν φτάσει στα πρόθυρα σύρραξης, που οι εργασίες τελικά πραγματοποιήθηκαν στο Ναύπλιο. Γιατί, όταν οι κυβερνητικοί πληρεξούσιοι ανακήρυξαν τον Αυγουστίνο, αδελφό του Ιωάννη Καποδίστρια, Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβέρνησης, επήλθε οριστική ρήξη με τους «Συνταγματικούς» του Ι. Κωλέττη, που συνεδρίαζαν σε άλλο οίκημα, και μπροστά στη σύρραξη που θα ξεσπούσε, ο πληθυσμός του Άργους έντρομος εγκατέλειπε την πόλη, για να σωθεί.
Σήμερα
Σήμερα, είναι η δεύτερη σε πληθυσμό μεγαλύτερη πόλη της Περιφέρειας Πελοποννήσου, με έντονη εμπορική, βιομηχανική και αγροτική δραστηριότητα. Είναι μια σύγχρονη πόλη, που αναπτύσσεται πολύπλευρα και με δυναμισμό. Καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου και ιδιαίτερα το καλοκαίρι, μπορεί να αποτελέσει προορισμό πολιτιστικού τουρισμού, τόσο για τη γνωριμία με την πόλη, όσο και για τη παρακολούθηση επιλεγμένων καλλιτεχνικών γεγονότων που πραγματοποιούνται σε στεγασμένους αλλά και γοητευτικούς υπαίθριους χώρους, με βασικότερους αυτούς του Αρχαίου Θεάτρου και του κάστρου της Λάρισας.
Βρίσκεται στο κέντρο του μεγαλύτερου Αρχαιολογικού πάρκου του κόσμου, το οποίο περιλαμβάνει τις Μυκήνες (10 χλμ), την Αρχαία Τίρυνθα (6 χλμ), το Ναύπλιο (12χλμ), τη Λέρνα (10 χλμ) , την Επίδαυρο (40 χλμ ) μπορεί να αποτελέσει αφετηρία εξορμήσεων για τη γνωριμία τόσο με τους χώρους αυτούς, όσο και με τις φυσικές ομορφιές της Αργολίδας.
Ως η αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας, συμμετέχει στο Δίκτυο των Αρχαιότερων Πόλεων της Ευρώπης και αποτελεί το μεγαλύτερο υπαίθριο μουσείο της χώρας, με πολυάριθμα και μοναδικά ευρήματα που τοποθετούνται σε κάθε ιστορική περίοδο των Ελλήνων. Έχει να προτείνει στον επισκέπτη πλήθος μνημείων από τους προϊστορικούς και ιστορικούς χρόνους, μουσεία, ιστορικές εκκλησίες και πλούσια εκκλησιαστικά κειμήλια, την παλιά πόλη, χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, νεοκλασικά κτίρια, κ.λ.π.
Βιβλιογραφία
-
Ιωάννου Κ. Κοφινίωτου, « Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων Χρόνων Μέχρις Ημών», Εν Αθήναις, 1892.
-
Ιωάννου Ζεγκίνη, « Το Άργος Δια Μέσου των Αιώνων», Αθήναι, 1957.
-
Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις «Εκ προοιμίου», Άργος, 2007.
[1] Οι ανασκαφές άρχισαν στις αρχές του 20ου αι. από τον Ολλανδό αρχαιολόγο Βόλγκραφ (Vollgraff). Εντοπίστηκαν τα τείχη και ανασκάφηκε ο προϊστορικός οικισμός και το ιερό του Απόλλωνα και της Αθηνάς στην Ασπίδα. Παράλληλα άρχισε η έρευνα στην αρχαία αγορά και στο θέατρο. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν συστηματικά από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας το 1951 και συνεχίζονται. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η προσφορά του Πωλ Κουρμπέν. Επίσης, τα τελευταία 25 χρόνια Έλληνες αρχαιολόγοι μελετούν κυρίως ιδιοκτησίες ιδιωτών με αρχαιότητες.
[2] Σύμφωνα με την παράδοση των αρχαίων, οι Δωριείς διαπεραιώθηκαν στην Πελοπόννησο από το Ρίο και ο Τήμενος, προερχόμενος από την Αρκαδία, εισέβαλε στο αργολικό πεδίο –όπως και ο Ιμπραήμ το 1825 – και έδωσε μάχη με τους Αχαιούς στην παραθαλάσσια περιοχή που πήρε το όνομά του. Κατόπιν κατέλαβε το Άργος και τις Μυκήνες και στη συνέχεια επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την Επίδαυρο, την Κόρινθο και τη Σικυώνα. Ο μυθικός Τήμενος θεωρείται ο τρίτος κατά σειρά θεμελιωτής του Άργους μετά το Φορωνέα και το Δαναό.
Ιδρυτής του Άργους φέρεται ο Ίναχος, ο οποίος καταγόταν από παλαιούς Αργείους αποίκους της Αιγύπτου, επέστρεψε από την Αίγυπτο στην πατρίδα των πατέρων του, ίδρυσε το Άργος και έγινε βασιλιάς. Άλλη εκδοχή του μύθου θέλει τον Ίναχο αυτόχθονα. Από αυτόν η περιοχή ονομάστηκε Ιναχία και οι απόγονοί του Ιναχίδες. Επίσης, έδωσε το όνομά του στον ποταμό Ίναχο, ο οποίος στη συνέχεια στέρεψε από την οργή του Ποσειδώνα και το Άργος έγινε «πολυδίψιον», επειδή ο Ίναχος δέχτηκε ως προστάτισσα θεά της πόλης την Ήρα αντί του Ποσειδώνα. Κατόπιν κυβέρνησε ο γιος του Φορωνεύς, γι’ αυτό και η πόλη ονομάστηκε Φορωνικό άστυ.
Δώδεκα γενιές αργότερα έρχεται από την Αίγυπτο ο Δαναός με τις πενήντα θυγατέρες του και γίνεται βασιλιάς. Με αφορμή διάφορα κείμενα που βασίζονται στους μύθους για την προέλευση του Δαναού από την Αίγυπτο, μερικοί ιστορικοί «προσπάθησαν να βρουν επιβεβαιωτικά στοιχεία, αλλά παρά τη σοφία που χαρακτηρίζει τις υποθέσεις αυτές, δεν πέτυχαν το στόχο τους» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, τ. Α΄, σ. 362).
Άλλος μύθος θέλει το Δαναό εγγονό του Ίναχου. Κατόπιν βασίλεψε ο γαμπρός του προηγούμενου, ο Λυγκεύς, τον οποίο δεν σκότωσε η γυναίκα του Υπερμήστρα κατά το πρώτο βράδυ του γάμου τους, όπως έπραξαν οι άλλες Δαναΐδες με εντολή του πατέρα τους.
Τα εγγόνια του Λυγκέα και της Υπερμήστρας, ο Ακρίσιος και ο Προίτος, μάλωσαν και μοίρασαν το βασίλειο· ο Προίτος κράτησε την Τίρυνθα και ο Ακρίσιος το Άργος, που αναδείχτηκε ισχυρότερο και ενδοξότερο.
Ο Περσέας ήταν εγγονός του Aκρίσιoυ και γεννήθηκε με θαυματουργικό τρόπο, από την ένωση της Δανάης με το Δία, που την επισκέφτηκε στη φυλακή με τη μορφή χρυσής βροχής. Εγγονή του Περσέα ήταν η Αλκμήνη, η μητέρα του Ηρακλή, στον οποίο ανέθεσε ο Ευρυσθέας επικίνδυνες αποστολές και πραγματοποίησε έτσι τους δώδεκα γνωστούς άθλους του. Μετά το θάνατο του Ηρακλή, οι Ηρακλείδες διώχτηκαν από τον Ευρυσθέα. Εμφανίζονται και πάλι με αρχηγούς τον Τήμενο, τον Κρεσφόντη και τον Αριστόδημο, παιδιά του Αριστομάχου, οι οποίοι κατέλαβαν την Πελοπόννησο. Στη μοιρασιά ο Τήμενος κράτησε το Άργος.
[3] Βλ. Ιστορία του Ελλ. Έθνους, Εκδ. Αθηνών, τ. Β΄, σ. 42.
Napoli di Romania
Posted in Ναύπλιο, tagged Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βενετία, Ιστορία, Ναύπλιο on 27 Οκτωβρίου, 2008| Leave a Comment »
Napoli di Romania
NAPOLI DI ROMANIA
«Ή πολιτεία αύτη, πού ô Σοφιανός την ονομάζει Νάπλι, οι Έλληνες Άνάπλια και ό Πτολεμαίος Ναυπλία, είναι μία άπα τις πιο φημισμένες πολιτείες, πού έκαμαν το μεγαλείο της αρχαίας Άργείας, γνωστής σήμερα με το όνομα Sacanie ή Romanie Mineure, πού είναι το πιο όμορφο μέρος του Μοριά…. Μέ μια λέξη μπορεί κανείς νά πει γι αυτή τη θέση (το Ναύπλιο) ότι ή φύση δεν ξέχασε τίποτα απ’ όσα έπρεπε να την κάμουν οχυρή και ότι ή τέχνη την αγάπησε ακόμη περισσότερο.
Το 1460 ό ΜεχμέτΒ’ αποφάσισε να την πάρει από τούς Βενετσάνους και έδωσε διάτα στον Μαχμούτ Πασά να την πολιορκήσει. Ήρθε να τη χτυπήσει με μια μεγάλη στρατιά · όλες όμως οί προσπάθειες του βγήκαν ανώφελες· ή φρουρά έκαμε μια δυνατή αντίσταση, έτσι πού, υστέρα από αρκετές εφόδους, οι Άπιστοι υποχρεώθηκαν να λύσουν την πολιορκία με μεγάλες ζημιές. Ό Σουλεϊμάν, πού στάθηκε ένας από τούς αχόρταγους κατακτητές πού είχαν οί Τούρκοι, έστειλε το 1537 τον Κασίμ Πασά για να οργανώσει την πολιορκία αυτής της θέσης, δεν στάθηκε τυχερότερος του Μεχμέτ. Οι πολιορκημένοι την υποστήριξαν με τόση παλικαριά, πού ό Κασίμ, απελπισμένος να κυριέψει με δύναμη μια θέση τόσο καλά οχυρωμένη, πού τίποτα δεν τής έλειπε, από το φόβο ότι θά καταστρεφόταν ολότελα ή στρατιά του, αποφάσισε να φύγει. Μόλις δύο χρόνια πέρασαν από τότε και ξαναγύρισε και την παράδωσε στον Σουλεϊμάν.
Δέν χρωστούσε ωστόσο την κατάκτηση αύτη στη δύναμη των όπλων του, άλλα στη Δημοκρατία (τη Βενετία), πού, κουρασμένη από τόσους πολέμους και από έξοδα, θυσίασε τη θέση αυτή για να αγοράσει την ειρήνη, πού την είχε ανάγκη.
Το 1686 ό Αρχιστράτηγος Μοροζίνης, υστέρα από την ήττα του Σερασκέρη και το πάρσιμο των δύο Ναβαρίνων και τής Μεθώνης, νόμισε ότι ή πιο δοξασμένη επιχείρηση θα ήταν το πάρσιμο του Άναπλιού, τής πρωτεύουσας του Μοριά, πού θα εξασφάλιζε την απόκτηση του υπόλοιπου αυτής τής επαρχίας». («Ήθελε προπάντων να φτάσει πριν οι Τούρκοι οχυρώσουν το Παλαμήδι. Ακολουθεί λεπτομερέστατη περιγραφή τής πολιορκίας, των μαχών, τής επιμονής των Τούρκων να κρατηθούν στα κάστρα, τής παλικαριάς του Μοροζίνη,ένα τμήμα τής περιγραφής είναι το παρακάτω απόσπασμα.)
Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΚΑΣΤΡΩΝ ΤΟΥ ΑΝΑΠΛΙΟΥ
«Ό στρατηγός Καίνιγκσμαρκ διακρίθηκε, όπως το συνήθιζε, και σ’ αύτη την περίσταση, ένα άλογο σκοτώθηκε άποκάτω του, άλλα ανέβηκε αμέσως σ’ ένα άλλο και βρέθηκε παντού όπου ό κίνδυνος έκαμε αναγκαιότερη την παρουσία του. Ό στρατηγός πρίγκιπας τής Βρουνσβίκης και ό πρίγκιπας τής Τουρέννης έδωσαν όμοιες αποδείξεις τής αξίας τους. Ό Αρχιστράτηγος…. ΰστερ’ άπό την ήττα των έχθρων έκαμε στενότερη την πολιορκία με περισσότερη θέρμη… και για να υποχρεώσει τους πολιορκουμένους να παραδοθούν γρήγορα είπε να υψώσουν οι στρατιώτες του στην άκρη των δοράτων τα κεφάλια τών εχθρών τον.
Τό θέαμα αυτό τους έκαμε νά ζητήσουν την επιείκεια του νικητή. Ύψωσαν τη λευκή σημαία. Σταμάτησαν τις εχθροπραξίες. Δυο Τούρκοι βγήκαν από την πόλη και παρουσίασαν στον Αρχιστράτηγο ένα γράμμα του Πασά πού έλεγε πώς ήταν έτοιμοι να του παραδώσουν τα κάστρα με τον όρο ότι θά έβγαιναν με τον οπλισμό και τα υπάρχοντα τους, ότι θα τούς άφηναν δύο γαλέρες πού ήταν στο λιμάνι για νά τούς μεταφέρουν στην Τένεδο και ότι θα τούς παραχωρούσαν δυό ήμερες για νά εκτελέσουν την παράδοση.
Ό Αρχιστράτηγος τούς αρνήθηκε τούς σκλάβους και τις γαλέρες και τούς πρόσφερε τούς ίδιους όρους πού είχε δώσει στο Ναβαρίνο και στη Μεθώνη και να τούς οδηγήσει όπου θα ήθελαν πρώτα απ’ όλα όμως ζήτησε να του παραδώσουν το Κάστρο τής θάλασσας, πράγμα πού έγινε αμέσως, και μπήκε μέσα ή Βενετσάνικη φρουρά. Βρήκαν εκεί δεκαεφτά κανόνια χάλκινα, εφτά σιδερένια και ένα ολμοβόλο. Ζήτησε ακόμη να έχει οχτώ επίσημους Τούρκους για όμηρους, υστέρα’ απ’ αυτό άρχισε ή εφαρμογή τής παράδοσης και ή επιβίβαση των έχθρων στα πλοία.
Έτσι ή Napoli di Romania, πρωτεύουσα του Μοριά, πέρασε στην εξουσία τής Δημοκρατίας, αφού είχε στενάξει εκατόν πενήντα χρόνια κάτω από το ζυγό τούτων των «Απίστων».
-
Πηγή
Ναύπλιο
Posted in Ναύπλιο, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βενετία, Ελλάδα, Ενετοκρατία, Ιστορία, Ναύπλιο, Πόλεις, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Τόποι, Τουρκοκρατία on 27 Οκτωβρίου, 2008| Leave a Comment »
Ναύπλιο
Ναύπλιο, πρωτεύουσα της επαρχίας Ναυπλίας και του νομού Αργολίδας και πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους. Ιδρυτής της πόλης φέρεται ο μυθικός Ναύπλιος, γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης. Προστάτης της πόλης ήταν ο Ποσειδών, ο οποίος με κτύπημα της τρίαινάς του δημιούργησε την πηγή Κάναθο στη σημερινή Αγία Μονή. Εκεί έλουζε η ιέρεια της Ήρας το είδωλο της θεάς και γι’ αυτό πιθανότατα πλάστηκε ο μύθος ότι η Ήρα λουζόταν κάθε χρόνο στην Κάναθο και ανακτούσε την παρθενία της.
Απόγονος του Ναύπλιου ήταν ο Παλαμήδης, ο πατέρας του οποίου ονομαζόταν επίσης Ναύπλιος και ο οποίος έλαβε μέρος στον Τρωικό πόλεμο. Αλλά είχε οικτρό τέλος, γιατί λιθοβολήθηκε από τους Έλληνες. Η τραγική του ιστορία απετέλεσε πηγή έμπνευσης για τους τραγικούς και άλλους δημιουργούς της αρχαιότητας. Το κάστρο του Παλαμηδιού σ’ αυτόν οφείλει το όνομά του.
Το Ναύπλιο και το Άργος, μια και βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους, είχαν στο πέρασμα των αιώνων περίπου την ίδια μοίρα. Φαίνεται όμως πως από παλιά μάλωσαν, επειδή το Ναύπλιο συμμάχησε με τους Σπαρτιάτες κατά το Β΄ Μεσσηνιακό πόλεμο και τότε κυριεύτηκε από τον Αργείο Δαμοκρατίδα και οι κάτοικοί του εκδιώχθηκαν και εγκαταστάθηκαν στη Μεθώνη.
Το Ναύπλιο έγινε στη συνέχεια επίνειο του Άργους. Πέρασαν πολλά χρόνια χωρίς να παρουσιάσει η πόλη ιδιαίτερη ακμή. Σταχυολογώντας λίγα μόνο γεγονότα, σημειώνουμε ότι το 879 μ.Χ. έγινε έδρα επισκόπου και ότι ο επίσκοπος Λέων το 1149 έκτισε τη γνωστή σε όλους μας Αγία Μονή της Ζωοδόχου Πηγής έξω από την πόλη.
Το 1180 ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός διόρισε άρχοντα Ναυπλίου τον ντόπιο Θεόδωρο Σγουρό. Ο γιος του Λέων Σγουρός (1202-1208), έχοντας την πόλη ως πρωτεύουσα της ηγεμονίας του, επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την ανατολική Στερεά Ελλάδα και μέχρι τη Θεσσαλία. Ακολούθησε η Φραγκοκρατία μέχρι το 1388, οπότε το Ναύπλιο παραχωρείται στους Βενετούς, επί της εποχής των οποίων γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Ενισχύθηκε η οχύρωσή του και αυξήθηκε ο πληθυσμός του, γιατί συνέρρευσαν πολλοί άνθρωποι από πολλά μέρη, ιδίως μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους.
Επί Ενετοκρατίας η πόλη έγινε εμπορικό κέντρο και το λιμάνι της παρουσίασε μεγάλη κίνηση. Το 1540 έπεσε στους Τούρκους ύστερα από τριετή πολιορκία. Κατά την πρώτη τουρκοκρατία μαρτύρησε ο νεομάρτυρας Αναστάσιος (1η Φεβρουαρίου 1655) κοντά στην πλατεία Συντάγματος. Το 1686 οι Ενετοί ξανακέρδισαν την πόλη, όταν την κατέλαβε ο στρατηγός Φραγκίσκος Μοροζίνι, ο οποίος αμέσως οχύρωσε το Παλαμήδι και κατέστησε το Ναύπλιο πρωτεύουσα του Μορέως, της ΒΑ Πελοποννήσου. Τότε ήταν που ονομάστηκε Νάπολι ντι Ρομάνια.
Το 1715 το ξαναπήραν οι Τούρκοι και το κατείχαν μέχρι την άλωση του Παλαμηδιού από τον Στάικο Σταϊκόπουλο στις 30 Νοεμβρίου 1822, ύστερα από τρεις διαδοχικές πολιορκίες συνολικής διάρκειας σχεδόν είκοσι μηνών. Στην πολιορκία είχανε λάβει μέρος πολλοί καπεταναίοι και οπλαρχηγοί, όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ο Τσώκρης, ο Παπαρσένης, ο Δημ. Υψηλάντης, ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ο αδελφός του Νικηταρά Νικόλας Σταματελόπουλος, ο οποίος σκοτώθηκε σε μια έξοδο των Τούρκων τον Αύγουστο 1822, ο Δημ. Μοσχονησιώτης, που πρώτος πάτησε το κάστρο τη νύχτα της 29ης προς την 30ή Νοεμβρίου, και άλλοι.
Από τη θάλασσα πολιορκούσαν τα Σπετσιώτικα καράβια με τη θρυλική Μπουμπουλίνα κι άλλους καπεταναίους. Μετά την άλωση το Ναύπλιο έγινε κέντρο του αγώνα και έδρα της επαναστατικής κυβέρνησης. Στις 7 Ιανουαρίου 1828 αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο ο Ιω. Καποδίστριας και στις 25 Ιανουαρίου 1833 ο Όθωνας. Για πολλά χρόνια είχε καθιερωθεί η εορτή των αποβατηρίων σε ανάμνηση της άφιξης του πρώτου μας βασιλιά.
Το Ναύπλιο με βασιλικό διάταγμα της 18ης Σεπτ. 1834 έπαψε να είναι πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους. Ο πληθυσμός του Ναυπλίου, ο οποίος προεπαναστατικά ήταν τούρκικος με εξαίρεση λίγες οικογένειες Ελλήνων του «Ψαρομαχαλά», αυξήθηκε σημαντικά. Η αύξηση οφειλόταν και στο γεγονός ότι συνέρρευσαν από διάφορα μέρη πρόσφυγες και μάλιστα από την Κρήτη το 1830, όταν η μεγαλόνησος δεν απελευθερωνόταν με βάση το πρωτόκολλο του Λονδίνου.
Οι Κρήτες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στο Τολό και έξω από την πόλη του Ναυπλίου και ονομάστηκε το προάστιό της Πρόνοια από την πρόνοια που έλαβε ο Καποδίστριας για λογαριασμό τους. Αργότερα το Ναύπλιο έγινε αντιοθωνικό κέντρο. Την 1η Φεβρουαρίου του 1862 εκδηλώθηκε κίνημα στην πόλη με επικεφαλής τους αξιωματικούς Πάνο Κορωναίο, Αρτέμ. Μίχο και άλλους. Συμμετείχαν ακόμα πολλοί επώνυμοι της εποχής. Ανάμεσά τους ήταν και η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, η οποία είχε μετατρέψει το σπίτι της σε αντιδυναστικό κέντρο. Οι επαναστάτες ζητούσαν τη διάλυση της Βουλής και τη συγκρότηση εθνοσυνέλευσης. Η κυβέρνηση απέστειλε στρατό, η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα και οι νεκροί και τραυματίες κι από τις δυο πλευρές ήταν πολλοί. Αυτός ήταν ο τραγικός επίλογος της Ναυπλιακής επανάστασης.
Ο Όθωνας, ως γνωστόν, αναγκάστηκε λίγο μετά να εγκαταλείψει την Ελλάδα (12 Οκτωβρίου του 1862). Το Ναύπλιο είναι μικρή αλλά ζεστή πόλη, από τις ομορφότερες της πατρίδας μας. Συνδυάζει το βουνό με τη θάλασσα και την άγρια ομορφιά με την απλωσιά του κάμπου. Η παλιά πόλη με τα στενά δρομάκια και τα παραδοσιακά σπίτια διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τον παλιό όμορφο παραδοσιακό χρώμα.
Από τα πολλά μνημεία της πόλης σημειώνουμε λίγα μόνο, τον Άγιο Σπυρίδωνα (1702), στην είσοδο του οποίου δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας, το μνημείο του Δημ. Υψηλάντη στην πλατεία των Τριών Ναυάρχων, το πρώτο Ελληνικό σχολείο, τον σκαλισμένο σε βράχο λέοντα των Βαυαρών στην Πρόνοια, το παλιό βουλευτήριο και πρώην τζαμί στην πλατεία Συντάγματος, το μέγαρο του μουσείου, ενετικό κτίσμα του Σαγρέδου (1713) που χρησίμευσε αρχικά ως στρατώνας, επίσης μία ακόμα εκκλησία της ίδιας εποχής, του Αγίου Νικολάου (1713), τον ανδριάντα του Καποδίστρια και του έφιππου Κολοκοτρώνη.
Πηγή
-
Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
Μυκήνες
Posted in Αργολίδα Μνημεία, Μυκήνες, tagged alphaline, Άργος, Αργολίδα, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ερρίκος Σλήμαν, Ιστορία, Μυκήνες, Μνηνεία, Πόλεις, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Mycenae on 25 Οκτωβρίου, 2008| 2 Σχόλια »
Μυκήνες
Ιστορία

Πύλη Λεόντων. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.
Οι Μυκήνες ιδρύθηκαν ανάμεσα σε δύο ψηλούς κωνικούς λόφους, τον Προφήτη Ηλία (805 μ.) και τη Σάρα (660 μ.), πάνω σε χαμηλό ύψωμα που δέσποζε στην αργολική πεδιάδα και είχε τον έλεγχο των οδικών και θαλάσσιων επικοινωνιών. Η παλαιότερη ανθρώπινη δραστηριότητα στο χώρο τεκμηριώνεται από ελάχιστα κατάλοιπα λόγω των μεταγενέστερων οικοδομικών φάσεων και χρονολογείται στην 7η χιλιετία π.Χ., κατά τη νεολιθική εποχή. Η κατοίκηση ήταν συνεχής έως και τους ιστορικούς χρόνους, τα περισσότερα όμως μνημεία, που είναι ορατά σήμερα, ανήκουν στην εποχή ακμής του χώρου, την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, μεταξύ του 1350 και του 1200 π.Χ. Στις αρχές της 2ης χιλιετίας υπήρχε ένας μικρός οικισμός πάνω στο λόφο καθώς και ένα νεκροταφείο στη νοτιοδυτική του πλευρά, με απλές ταφές σε λάκκους. Γύρω στο 1700 π.Χ. εμφανίσθηκαν ηγεμονικές και αριστοκρατικές οικογένειες, όπως διαπιστώνεται από τη χρήση μνημειωδών τάφων, πλούσια κτερισμένων και περικλεισμένων σε λίθινο περίβολο, που ονομάσθηκε Ταφικός Κύκλος Β. Η εξέλιξη αυτή συνεχίσθηκε στην αρχή της μυκηναϊκής περιόδου, γύρω στο 1600 π.Χ., οπότε οικοδομήθηκε ένα μεγάλο κεντρικό κτήριο στην κορυφή του λόφου, ένας δεύτερος λίθινος περίβολος, ο Ταφικός Κύκλος Α, καθώς και οι πρώτοι θολωτοί τάφοι. Όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα, οι ηγεμόνες των Μυκηνών ήταν ισχυροί και συμμετείχαν σε ένα πολύπλοκο δίκτυο εμπορικών συναλλαγών με τις χώρες της Μεσογείου.
Η ανοικοδόμηση των ανακτόρων, που είναι ορατά σήμερα, άρχισε γύρω στο 1350 π.Χ., στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ2 περίοδο. Τότε ξεκίνησε και η οχύρωση της ακρόπολης, στην οποία διακρίνονται τρεις φάσεις. Ο πρώτος περίβολος κτίσθηκε με το κυκλώπειο σύστημα επάνω στο βράχο. Εκατό χρόνια αργότερα, στην ΥΕ ΙΙΙΒ1 περίοδο, η οχύρωση μετακινήθηκε προς τα δυτικά και νότια και κτίσθηκε η Πύλη των Λεόντων, η μνημειακή είσοδος με τον προμαχώνα της. Στον τειχισμένο χώρο εντάχθηκαν το θρησκευτικό κέντρο και ο Ταφικός Κύκλος Α, που διαμορφώθηκε σε χώρο προγονολατρείας, με την ανύψωση του αρχικού επιπέδου του. Τότε είναι πιθανό ότι οικοδομήθηκε και ο θολωτός τάφος γνωστός ως «θησαυρός του Ατρέα», με τα τεράστια υπέρθυρα και την ψηλή κυψελοειδή θόλο. Γύρω στο 1200 π.Χ., στην ΥΕ ΙΙΙΒ-Γ περίοδο, μετά από εκτεταμένη καταστροφή, πιθανόν από σεισμό, κατασκευάσθηκε η επέκταση των τειχών προς τα βορειοανατολικά του λόφου ώστε να ενταχθεί στον τειχισμένο χώρο η υπόγεια κρήνη. Αλλεπάλληλες καταστροφές συνοδευόμενες από πυρκαγιές οδήγησαν στην οριστική εγκατάλειψη του χώρου γύρω στο 1100 π.Χ.
Μετά την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος και τη διάλυση της «Μυκηναϊκής Κοινής», ο λόφος παρέμεινε πενιχρά κατοικημένος ως την κλασική περίοδο. Στο διάστημα αυτό δημιουργήθηκαν στην περιοχή τοπικές ηρωικές λατρείες, που οφείλονταν στη φήμη των Μυκηνών, που τα ομηρικά έπη μετέφεραν σε όλο τον ελληνικό κόσμο, ενώ στην κορυφή του λόφου ιδρύθηκε ένας αρχαϊκός ναός αφιερωμένος στην Ήρα ή στην Αθηνά. Το 468 π.Χ., μετά τους μηδικούς πολέμους στους οποίους συμμετείχε η πόλη, το Άργος την κατέκτησε και κατεδάφισε τμήματα της οχύρωσής της. Αργότερα, κατά την ελληνιστική περίοδο, οι Αργίτες ίδρυσαν στο λόφο μία «κώμη», επισκευάζοντας τα προϊστορικά τείχη και τον αρχαϊκό ναό και κτίζοντας ένα μικρό θέατρο πάνω από το δρόμο του θολωτού τάφου της Κλυταιμνήστρας. Τους επόμενους αιώνες η κωμόπολη παρέμεινε σχεδόν εγκαταλελειμμένη και ήταν ήδη ερειπωμένη όταν την επισκέφθηκε ο Παυσανίας το 2ο αι. μ.Χ.
Περιγραφή
Ο αρχαιολογικός χώρος των Μυκηνών περιλαμβάνει την τειχισμένη ακρόπολη στην κορυφή του υψώματος, καθώς και διάσπαρτα ταφικά και οικιστικά συγκροτήματα έξω από αυτήν, κυρίως στα δυτικά και νοτιοδυτικά. Τα περισσότερα από τα μνημεία, που είναι σήμερα ορατά, χρονολογούνται στην περίοδο της μεγάλης ακμής του ανακτορικού κέντρου, από το 1350 έως το 1200 π.Χ. Η ακρόπολη έχει κάτοψη σχεδόν τριγωνική και είναι οχυρωμένη με τα λεγόμενα κυκλώπεια τείχη. Η κύρια είσοδός της, στη βορειοδυτική γωνία των τειχών, είναι η περίφημη Πύλη των Λεόντων, σύμβολο εξουσίας και δύναμης των Μυκηναίων ηγεμόνων. Το ανάγλυφο που έδωσε στην πύλη το όνομά της, παριστάνει δύο συμμετρικά αντιμέτωπα λιοντάρια και είναι λαξευμένο σε μία πλάκα τοποθετημένη στο «ανακουφιστικό τρίγωνο», χαρακτηριστικό στοιχείο της μνημειακής μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής.
Δεξιά από την Πύλη των Λεόντων υπάρχουν τα κατάλοιπα κτηρίου, που ονομάσθηκε Σιταποθήκη, επειδή στα υπόγειά του βρέθηκε απανθρακωμένο σιτάρι. Προχωρώντας κατά μήκος του δυτικού σκέλους του τείχους ο επισκέπτης συναντά πρώτα τον Ταφικό Κύκλο Α, που περικλείει τους έξι μεγάλους λακκοειδείς τάφους, στους οποίους βρέθηκαν πολλά χρυσά αντικείμενα και άλλα πολύτιμα έργα τέχνης. Ακολουθεί μία σειρά κτηρίων, που πιθανότατα ήταν κατοικίες αξιωματούχων: η Οικία του Κρατήρα των Πολεμιστών, το Κτήριο της Αναβάθρας, η Νότια Οικία και η Οικία της Ακρόπολης. Το θρησκευτικό κέντρο, που αναπτύσσεται κατά μήκος του νότιου σκέλους του τείχους, περιλαμβάνει κτηριακά συγκροτήματα λατρευτικού χαρακτήρα, όπως το Ιερό των Ειδώλων, το Κτήριο των Τοιχογραφιών, την Οικία Τσούντα και την Οικία του Αρχιερέως. Ένα κλιμακοστάσιο και μία μεγάλη πομπική οδός συνέδεαν τα ιερά αυτά με το ανάκτορο.
Περίπου 50 μ. νότια του Ταφικού Κύκλου Β και δίπλα στο σύγχρονο δρόμο σώζονται τα λείψανα συγκροτήματος τεσσάρων κτηρίων, που ονομάσθηκαν Οικία των Ασπίδων, Οικία του Λαδεμπόρου, Οικία των Σφιγγών και Δυτική Οικία. Όπως υποδηλώνουν οι ενεπίγραφες πήλινες πινακίδες που βρέθηκαν στην Οικία του Λαδεμπόρου και αναφέρονται στο προσωπικό, σε λάδι και σε μυρωδικά, πρόκειται για εργαστήριο παραγωγής αρωμάτων και αρωματικού λαδιού, προϊόντων εξαγωγής των Μυκηναίων. Στην περιοχή γύρω από την ακρόπολη διατηρούνται ακόμη ίχνη του πολύ ανεπτυγμένου οδικού δικτύου, που συνέδεε τις Μυκήνες με άλλα μεγάλα κέντρα της περιοχής. Από αυτό το δίκτυο σώζεται ένας δρόμος με γέφυρα, κοντά στο νεκροταφείο του σημερινού χωριού, ενώ σε ένα δεύτερο δρόμο, που ακολουθούσε την πορεία του βόρειου τείχους, διακρίνονται ακόμη οι αυλακώσεις από τους τροχούς των αρμάτων επάνω στο βράχο.
Όλγα Ψυχογυιού
Αρχαιολόγος
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
-
Mylonas G.E., Mycenae Rich in Gold, Αθήνα 1983
-
Βασιλάκου Ν., Ο Μυκηναϊκός Πολιτισμός, Βιβλιοθήκη της εν Αρχαιολογικής Εταιρείας 152, Αθήνα 1995
-
Σπαθάρη Ε., Ιστορικός και αρχαιολογικός οδηγός των Μυκηνών, Αθήνα 2001
-
French E., MYCENAE, Agamemnon’ s Capital. The Site in its Setting, Tempus 2002
Πηγές
Υπουργείο Πολιτισμού
Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους
Posted in Άργος, Μουσεία Αργολίδας, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, Αργολίδα, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, Ιστορία, Καλλέργειο, Καλλέργης Δημήτριος, Μουσεία, Πελοπόννησος, Πολιτισμός on 25 Οκτωβρίου, 2008| Leave a Comment »
Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους
Στο Αρχαιολογικό Μουσείου του Άργους στεγάζονται κινητά ευρήματα από την περιοχή της πόλης του Άργους, το δυτικό τμήμα της πεδινής Αργολίδας και την ορεινή Αργολίδα. Χρονολογούνται από τις προϊστορικές περιόδους έως και τη ρωμαϊκή εποχή. Το κτιριακό συγκρότημα του μουσείου αποτελείται από δύο τμήματα, ένα διατηρητέο μνημείο, το ¨Καλλέργειο¨ και μία νέα πτέρυγα. Η μόνιμη έκθεση συμπεριλαμβάνει τρεις αίθουσες. Η μεγαλύτερη αίθουσα βρίσκεται στο ισόγειο του νέου τμήματος του μουσείου. Σ’ αυτήν, η έκθεση ακολουθεί χρονολογική σειρά, με ευρήματα από τη μεσοελλαδική περίοδο έως την κλασική εποχή.
Από τα σημαντικότερα εκθέματα είναι μία μεγάλη ταφική πυξίδα, μία χάλκινη πανοπλία, σιδερένιοι οβελοί με τους κρατευτές τους σε σχήμα πλοίου γεωμετρικής εποχής (8ου αιώνα π.Χ.), ένα τμήμα κρατήρος του 7ου αιώνα π.Χ. που εικονίζει την τύφλωση του Πολυφήμου, μία λύρα κατασκευασμένη με καβούκι χελώνας και ένα αττικό ερυθρόμορφο αγγείο του ζωγράφου Ερμόνακτα.
Στο ισόγειο του ¨Καλλέργειου¨ εκτίθενται ευρήματα από τον προϊστορικό οικισμό της Λέρνας που χρονολογούνται από την Αρχαιότερη Νεολιθική περίοδο έως την μυκηναϊκή εποχή. Από τα σημαντικότερα εκθέματα είναι το πήλινο γυναικείο ειδώλιο νεολιθικής εποχής, η πήλινη κυκλική εστία και τα αποτυπώματα σφραγιδόλιθων από τον πρωτοελλαδικό οικισμό της Λέρνας. Στον όροφο του ¨Καλλέργειου¨ εκτίθενται γλυπτά από την περιοχή, ως επί το πλείστον αντίγραφα κλασικών έργων. Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτα είναι ένα ανάγλυφο των Ευμενίδων ελληνιστικής εποχής καθώς και ένα αντίγραφο του λεγόμενου Ηρακλή ¨Farnese¨ του Λύσιππου.
Στην αυλή του μουσείου έχει γίνει αναπαράσταση τμήματος του κήπου ρωμαϊκής έπαυλης που βρέθηκε στην οδό Γούναρη στο Άργος. Στις στοές του στεγάζονται ψηφιδωτά δάπεδα που βρέθηκαν σ’ αυτήν ή στην περιοχή. Διακρίνονται σκηνές κυνηγιού με γεράκι και προσωποποιημένες εποχές και μήνες του έτους.
Ιστορικό
Το παλαιότερο τμήμα του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους αποτελείται από το ¨Καλλέργειο¨. Πρόκειται για ένα κηρυγμένο νεοκλασικό καποδιστριακό κτήριο που οικοδομήθηκε το 1830 ως κατοικία της οικογένειας του Στρατηγού Δημήτρη Καλλέργη. Για ένα διάστημα χρησιμοποιήθηκε ως ¨Παλάτιον της Κυβερνήσεως¨ από τον Καποδίστρια.
Τον Απρίλιο του 1932 οι κληρονόμοι του Δημήτρη Καλλέργη δώρισαν στο Δήμο Άργους το οίκημα και τον άμεσο περίβολό του για να στεγάσει μουσείο. Ο Δήμος του Άργους το παραχώρησε με το παρακείμενο οικόπεδο στο κράτος το 1955 γι’ αυτόν το σκοπό. Την ανέγερση του μουσείου ανέλαβε η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή με έξοδα του γαλλικού κράτους και την επίβλεψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Κατεδαφίστηκε τότε τμήμα της νοτιοανατολικής πλευράς του ¨Καλλέργειου¨ και κτίστηκε η νέα πτέρυγα του μουσείου από τον Φόμιν, αρχιτέκτονα ρωσικής καταγωγής. Το ¨Καλλέργειο¨- Μουσείο εγκαινιάστηκε το 1957 και η νέα πτέρυγα το 1961.
Το 2001 πραγματοποιήθηκαν εργασίες επισκευής του εκθεσιακού χώρου της Λέρνας στο ισόγειο του Καλλέργειου (επίστρωση δαπέδου, σοβάτισμα τοίχων, ανανέωση χρωματισμών). Το 2003 τοποθετήθηκαν στην αίθουσα Α του μουσείου μία μακέτα του Αρχαιολογικού Χώρου του Άργους (θεάτρου και αγοράς) καθώς και φωτογραφικό υλικό, δωρεά της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής.
Όλγα Ψυχογυιού, αρχαιολόγος
Πληροφορίες
Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων
Βασ. Όλγας 2, Τ.Κ. 21200, Άργος (Νομός Αργολίδας)
Τηλέφωνο: +30 27510 68819
Πηγή
Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα
Posted in Μουσεία Αργολίδας, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Εικαστικά, Ιστορία, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Πολιτισμός on 25 Οκτωβρίου, 2008| Leave a Comment »
Το κοινωφελές Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Β. Παπαντωνίου» ιδρύθηκε το 1974 και έχει έδρα το Ναύπλιο. Σκοπός του είναι η έρευνα, η διάσωση, η μελέτη και η προβολή του νεότερου ελληνικού πολιτισμού.
Το Ίδρυμα εκδίδει βιβλία, κάρτες, ημερολόγια, αφίσες, καθώς και τα επιστημονικά περιοδικά «Εθνογραφικά» και «Ενδυματολογικά». Στην εκδοτική του δραστηριότητα περιλαμβάνεται επίσης η παραγωγή δίσκων με ελληνική δημοτική μουσική, από ηχοληψίες συνεργατών του στην ύπαιθρο και η παραγωγή CD-ROM, που διατίθενται στο Πωλητήριό του.
Το 1989, με τη μετατροπή του κτιρίου της αποθήκης του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού Ναυπλίου – που παραχωρήθηκε ευγενικά από το Δήμο Ναυπλιέων – το ΠΛΙ δημιουργεί το «Σταθμό«, έναν παιδότοπο με πολλαπλές λειτουργίες, όπου παρουσιάζεται ένα τμήμα των συλλογών του, που αφορά το παιδί: αντικείμενα σχετικά με τη γέννηση, τη βάπτιση, το σχολείο, φιγούρες του κουκλοθέατρου και του Καραγκιόζη, παιχνίδια όλων των ειδών. Σ’ αυτό το χώρο εκτελούνται τα Εκπαιδευτικά Προγράμματα, που στοχεύουν στη μάθηση μέσα από το παιχνίδι και τη διασκέδαση, με αγάπη και σεβασμό στη λαϊκή παράδοση και το περιβάλλον.
Χρονολόγιο
Το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Β. Παπαντωνίου» (ΠΛΙ) είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με πενταμελές παλαιότερα και επταμελές σήμερα Διοικητικό Συμβούλιο. Ιδρύθηκε το 1974 από την Ιωάννα Παπαντωνίου στη μνήμη του πατέρα της Βασιλείου Παπαντωνίου. Στεγάζεται στην τροποποιημένη σε μουσείο οικία του Βασιλείου Παπαντωνίου και η πρώτη έκθεση είχε θέμα «Πελοποννησιακές Φορεσιές».
Οι συλλογές του Ιδρύματος αριθμούν σήμερα πάνω από 27.000 αντικείμενα, που καλύπτουν όλους τους κλάδους που αφορούν στο νεότερο ελληνικό πολιτισμό. Για την καλύτερη διαχείριση των συλλογών δημιουργήθηκε το πρόγραμμα ηλεκτρονικής καταγραφής μουσειακών συλλογών «ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ». Το 1976 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Μουσείου ο Στέλιος Παπαδόπουλος και δημιουργεί την απαραίτητη επιστημονική υποδομή.
Το 1977 ολοκληρώνεται η οικοδόμηση της νέας πτέρυγας και η ανακαίνιση του παλαιού κτιρίου από την αρχιτέκτονα Βιβή Μυλοπούλου και τον πολιτικό μηχανικό Δημήτρη Κρητικό. Την ίδια χρονιά γίνεται μέλος του ICOM.
Με την έκθεση αυτή το ΠΛΙ απέσπασε το 1981 το European Museum of the Year main Award (EMYA), που απονέμεται σε νέα ή ανακαινισμένα μουσεία «για την προσφορά του στη μελέτη του νεότερου ελληνικού πολιτισμού, το μέγεθος και την ποιότητα των συλλογών του, την εκπαιδευτική και καινοτόμο – από αισθητικής πλευράς – έκθεση και την πρωτοτυπία των εκπαιδευτικών του προγραμμάτων», όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της επιτροπής του ΕΜΥΑ.
Στον ερευνητικό τομέα, στις δεκαετίες 1970-1980, περιλαμβάνονται έρευνες σ’ όλη την Ελλάδα, με σκοπό την καταγραφή και μελέτη του λαϊκού πολιτισμού, της μουσικής και του χορού, της προβιομηχανικής τεχνολογίας και του παιδικού παιχνιδιού.
Τα αποτελέσματα των ερευνών γίνονται ο κορμός της εκδοτικής δραστηριότητας του Ιδρύματος, με ξεχωριστή την παρουσία της επιστημονικής επετηρίδας «Εθνογραφικά», που σήμερα αριθμεί 13 τόμους και της νεότερης σειράς «Ενδυματολογικά», που έχουν ήδη εκδοθεί οι δυο πρώτοι τόμοι.
Το 1983 εκδίδεται το βιβλίο του διακεκριμένου Ελβετού εθνομουσικολόγου Samuel Baud-Bovy «Essai sur la chanson populaire grecqe», με πρόλογο του Φοίβου Ανωγειανάκη, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφορεί ο διπλός μουσικός δίσκος με μουσική και τραγούδια από την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία, αποτέλεσμα της ερευνητικής εργασίας του Λάμπρου Λιάβα και του Νίκου Διονυσόπουλου.
Το 1985 ολοκληρώνεται η εθνομουσικολογική έρευνα σε χωριά της Κύπρου και αργότερα θα κυκλοφορήσει το μουσικό λεύκωμα «Ελληνική Δημοτική Μουσική της Κύπρου» σε επτά δίσκους, που αντιπροσωπεύουν μια επιλογή συνολικής διάρκειας 6 ωρών. Τη μουσική επιμέλεια είχε ο εθνομουσικολόγος Φοίβος Ανωγειανάκης. Την έρευνα προετοίμασε και οργάνωσε ο συνεργάτης του ΠΛΙ, Αλέκος Ιακωβίδης.
Τον Οκτώβριο του 1989 το ΠΛΙ ιδρύει το «Σταθμό», το πρώτο ελληνικό Μουσείο Παιδικής Ηλικίας, που στεγάστηκε στο μηχανοστάσιο του παλαιού σιδηροδρομικού σταθμού του Ναυπλίου. Στο «Σταθμό» εφαρμόζονται καθημερινά πρωτοποριακά προγράμματα για παιδιά. Σημαντική ήταν η συμμετοχή του ΠΛΙ στο πειραματικό πρόγραμμα «ΜΕΛΙΝΑ – Εκπαίδευση και Πολιτισμός«.
Το 1989 στο ΠΛΙ ανατέθηκε από τη Μελίνα Μερκούρη το Εθνικό Αρχείο Ελληνικής Παραδοσιακής Ενδυμασίας, ενώ πρόσφατα η Ιωάννα Παπαντωνίου ίδρυσε την Ελληνική Εταιρία Ενδυμασιολογίας, ως προέκταση του Αρχείου.
Ως μέλος του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM), το ΠΛΙ έχει οργανώσει οκτώ διεθνή συνέδρια και συναντήσεις.
Ιδιαίτερη υπήρξε η συνεργασία του ΠΛΙ με το Δήμο Λευκωσίας, το Λεβέντειο Δημοτικό Μουσείο Λευκωσίας και την Παιδαγωγική Ακαδημία της Κύπρου.
Στους κύριους στόχους του ΠΛΙ συγκαταλέγεται η μετεκπαίδευση και χορηγία υποτροφιών. Από το 1981 μέχρι το 2003 στελέχη του όπως ο Λάμπρος Λιάβας, η Ρένα Λουτζάκη, η Βασιλική Μηναίου, ο Γιάννης Κάλτσας, η Κλειώ Γκουγκουλή και ο Βασίλης Ζηδιανάκης, έχουν μετεκπαιδευτεί στο εξωτερικό σε τομείς όπως η εθνομουσικολογία, η ανθρωπολογία του χορού, η συντήρηση υφασμάτων, η βιβλιοθηκονομία, η κοινωνική ανθρωπολογία, η εθνολογία.
Το 1999 το ανανεωμένο κτίριο του Μουσείου «Βασίλειος Παπαντωνίου» στέγασε την έκθεση «Τα καλύτερα του ΠΛΙ«, σε σχεδιασμό του συνεργάτη του Ιδρύματος Σταμάτη Ζάννου. Η κτιριακή και γενικότερη ανανέωση οφείλεται στη γενναιόδωρη χορηγία του Λάζαρου Εφραίμογλου. Σημαντικά στοιχεία ανανέωσης ήταν ο χώρος υποδοχής και πολλαπλών χρήσεων, όπου από το 1999 έως σήμερα έχουν παρουσιαστεί 36 εικαστικές εκθέσεις και πολλές εκδηλώσεις, καθώς και το Πωλητήριο.
Το 2006, στα 32 του χρόνια, το ΠΛΙ γιόρτασε αλλάζοντας τις εκθέσεις του και το Πωλητήριο. Στο Μουσείο Παιδικής Ηλικίας «Σταθμός» παιδιά και καλλιτέχνες δημιούργησαν εικαστικές εγκαταστάσεις, προτείνοντας την αναμόρφωσή του.
Η νέα μόνιμη έκθεση αφιερώνεται στο «Ελληνικό Άστυ: Ναύπλιον 1822-1922«. Στο ισόγειο του Μουσείου, σε προθήκη, παρουσιάζονται ετερόκλητα μουσειακά αντικείμενα σε μια τολμηρή ελεύθερη εγκατάσταση για να τονιστεί η πολυμορφία των συλλογών του ΠΛΙ. Αυτή η μουσειολογική πρόταση παρουσιάστηκε στο Ναύπλιο σποραδικά ήδη από το 1999 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2006 και στις Πτυχώσεις, την έκθεση της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας του 2004, στο νέο κτίριο του Μουσείου Μπενάκη.
Τα 32 χρόνια του ΠΛΙ χαρακτηρίζονται από την εκτεταμένη επιτόπια έρευνα των συνεργατών του σε όλο τον ελλαδικό χώρο, στην Κύπρο και στην Κάτω Ιταλία
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΗ ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ
Posted in Μυκήνες, tagged Άργος, Αργολίδα, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ιστορία, Μυκήνες on 25 Οκτωβρίου, 2008| Leave a Comment »
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΗ ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ
Τέσσερα ιδιαίτερα και ταυτόχρονα χαρακτηριστικά, που μας περιγράφει ο Όμηρος, τα οποία δεν ξαναβρίσκουμε μαζί ούτε πριν, στη Μινωική Κρήτη, ούτε μετά, στον ελληνικό κόσμο εντυπωσιάζουν ιδιαίτερα το μελετητή το μυκηναϊκού πολιτισμού κατά την περίοδο Της μεγαλύτερης ακμής του: οι πολλές ακροπόλεις, η δύναμη Των πολεμιστών, η εκμετάλλευση των ανθρώπων της γης, ο πλούτος των ναυτικών. Και αυτό άσχετα με το έθνος, τη δυναστεία που βασίλευε, τη γλώσσα, τη γεωγραφική θέση. Έχουμε εδώ κάποιο είδος ανθοδέσμης με τέσσερα, λίγο-πολύ, φαρμακερά λουλούδια δεμένα με τον αρκετά χαλαρό δεσμό των οικονομικών αναγκών. Πάνω από Τις τρεις λειτουργικές και απόλυτα θεωρητικές τάξεις στις ινδοευρωπαϊκές κοινωνίες και στις τέσσερις οργανικές τάξεις στις αιγαιοπελαγίτικες κοινωνίες εμφανίζεται ένα ιεραρχικό μισοφεουδαρχικό, μισοφιλελεύθερο σύστημα. Μερικές, γερά ριζωμένες στις πόλεις οικογένειες, βασιλεύουν στο όνομα των θεοτήτων πάνω σ’ ένα λαό από στρατιώτες, χωριάτες, κτηνοτρόφους, τεχνίτες, ναυτικούς, τυχοδιώκτες και ληστές. Στα πόδια τους, ωστόσο, βρίσκεται η θάλασσα, που τους τραβάει όλους αυτούς. Μπορεί η ακρόπολη με τα ανάκτορα, τα ιερά, τα εργαστήρια και τις αποθήκες της, να δίνει την εντύπωση πως διατάζει, πως είναι η πρωτεύουσα, η κεφαλή μ’ άλλα λόγια σ’ αυτό το μεγάλο σώμα: η τόσο κοντινή Μεσόγειος, που τα νερά της προσφέρονται για πειρατεία και οι στεριές της για κατακτήσεις, με τους ασύγκριτους κατακτητές της και πειρατές της σιγοτρώει τον κοινωνικό δεσμό, όπως το νερό σιγοτρώει τους βράχους, ανεβαίνει και πλημμυρίζει τις ακτές. Μπορεί το τείχος της ακρόπολης να φαντάζει πελώριο και από αιώνα σε αιώνα να γίνεται πιο ισχυρό: Θα αδειάσει ωστόσο η ακρόπολη περισσότερο σίγουρα από τους κατοίκους της, παρά αν αυτοί αποφάσιζαν, όπως στην Τροία, να μην αμυνθούν πια.
ΑΚΡΟΠΟΛΕΙΣ
Μπορεί κανείς με την πρώτη ματιά να ξεχωρίσει στην Κρήτη ή στα νησιά ένα μεγαλοχώρι Μυκηναϊκής εποχής από μια πόλη μεταγενέστερης εποχής. Στις πλαγιές ενός χωματοσωρού ή ενός λόφου, σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα, τα χωματένια σπίτια του με το επίπεδο δώμα απλώνονται επάλληλα, κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο, ως την κορυφή που τη στεφανώνει το Βασιλικό ανάκτορο. Ένα ή δύο ακόμη περιτειχίσματα, από μεγάλα χαλίκια, που τα έχουν ανυψώσει με τοίχους από πλίθρα με ξύλινες συνδέσεις, προσφέρουν καταφύγιο στους άρχοντες της πόλης Βασιλιάδες και θεότητες, και στους υπηρέτες τους. Στρατιώτες φυλάνε τις πύλες ή περιπολούν πάνω στα οχυρά. Μέσα από τα τείχη υπάρχουν σκαμμένα μέσα στο βράχο πολλά μικρόσπιτα και τάφοι, που πλαισιώνουν έναν πλακόστρωτο δρόμο. Σε αυτά τα περίχωρα, τύμβοι, που το ύψος τους φτάνει καμιά φορά στο ύψος ενός τετραώροφου σπιτιού, σκεπάζουν σαν προστέγασμα θολωτές οικοδομές, που μέσα τους μπαίνει κανείς περνώντας από ένα διάδρομο με επένδυση από πέτρινες πλάκες. Είναι οι θόλοι, ή θολωτοί τάφοι. Στο βάθος, πίσω από την πόρτα και το τριγωνικό τόξο του υποστηρίγματος, αναπαύονται τα λείψανα των ανώτατων αξιωματούχων: ηγεμόνες ή ιερείς και τα μέλη των οικογενειών τους, που έχτισαν τα τείχη. Τα μικρά σπίτια έξω από τα τείχη εξαρτιόνταν κι αυτά από τα ανάκτορα. Στέγαζαν βοηθητικές υπηρεσίες, όπως στις Μυκήνες, όπου το λεγόμενο αυθαίρετο σπίτι του λαδέμπορου, με ολόκληρη τη λογιστική του, τα μεγάλα πιθάρια του και τα μυρωδικά του, δεν ήταν παρά μια από τις βασιλικές αποθήκες, που τις έλεγχαν έξι, το λιγότερο, γραφείς. Αυτό το αποδείχνουν τόσο οι τοιχογραφίες που διασώθηκαν στο διάδρομο και σε πολλά δωμάτια, όσο και οι σφραγίδες στα αγγεία, καθώς και το περιεχόμενο από τις τριάντα μία ενεπίγραφες πινακίδες, που ανακαλύφθηκαν εκεί το 1952: κατάλογοι από δεκαοχτώ άντρες και από διάφορους προμηθευτές λαδερών προϊόντων και γνεσμένου ή υφασμένου μαλλιού, περισσότεροι από ογδόντα άτομα όλοι μαζί. Στα βορινά και στο συνεχόμενο σπίτι, βρέθηκε από τους αρχαιολόγους, που έκαναν τις ανασκαφές το 1953, μια μοναδική συλλογή αντικειμένων από σκαλισμένο ελεφαντόδοντο. Επειδή βρέθηκαν πολλές απεικονίσεις από πολυάριθμες οκτάσχημες μυκηναϊκές ασπίδες, το ονόμασαν Σπίτι των Ασπίδων. Υπήρχαν, ωστόσο, ακόμη εκεί και αγγεία από λαξευτή πέτρα. Ήταν το αντίστοιχο ενός άλλου σπιτιού που το είχαν ανασκάψει το 1954 νότια από την πρώτη αποθήκη. Το ονομάζουν Σπίτι των Σφιγγών από μια πλάκα από ελεφαντόδοντο που τις απεικονίζει από την κάθε πλευρά μιας ιερής κολόνας. Σφραγίδες με σχήματα εραλδικά, λίστες από προμήθειες και κατάλογοι από αγγεία και διάφορα μυρωδικά, δείχνουν και εδώ πως πρόκειται για βασιλική αποθήκη. Ανεβαίνοντας, με λίγα λόγια, στο παλάτι, συναντούσε κανείς κάθε είδους τεχνίτες που δούλευαν γι’ αυτό.
ΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΟΙ
Ακριβώς γύρω στο 1250, έπειτα από έναν ισχυρό σεισμό, άρχισαν να μεγαλώνουν τα τείχη των Μυκηνών. Στον ανηφορικό δρόμο, ππγαινοέρχονταν αδιάκοπα αρχιτεχνίτες, που ήταν ταυτόχρονα αρχιτέκτονες και εργολάβοι, ξυλουργοί, χτιστάδες, σιδεράδες, βοηθοί και δούλοι. Στα περίχωρα κατοικούσαν από παλιά εμιγκρέδες δουλευτάδες και χειρώνακτες, που οι αστοί, που ζούσαν μέσα στα τείχη, θεωρούσαν τις ασχολίες τους κακόφημες ή επικίνδυνες: χύτες, μεταλλουργοί, βυρσοδέψες, βαφείς, λαναράδες, αγγειοπλάστες, γναφείς… Ακόμη και έξω «όλοι αυτοί εκεί οι άνθρωποι» χρειάζονταν κάποιο χώρο και ορισμένη ποσότητα νερού, που τους τα αρνιόνταν μέσα στις ακροπόλεις. Το Άργος, η Κόρινθος, οι Μυκήνες, η Τίρυνθα, η Μιδέα, η Αθήνα, η Θήβα δεν ξέφευγαν από τον κανόνα. Η Ελλάδα της κλασικής εποχής είδε μέσα στα πελώρια τείχη της, το έργο ξένων εργατών, των Κυκλώπων, που δούλευαν με τις οδηγίες των ειδικών, οι οποίοι κατάγονταν από τη μακρινή Λυκία. Οι βασιλιάδες της Τίρυνθας, της Κορίνθου και του Άργους, ο Προίτος, ο Βελλερεφόντης και ο Περσέας, πρόσωπα σίγουρα ιστορικά του τέλους του 14ου και της αρχής του 13ου αιώνα, πρέπει να είχαν φέρει, για τα οικοδομήματά τους, ολόκληρο στρατό από παρόμοιους μισθοφόρους που η παράδοση συνέχιζε να ονομάζει Εκατόγχειρες, Γαστερόχειρες ή Χειρογάστορες, «αυτοί δηλαδή που είναι όλο κοιλιά και χέρια». Η ίδια παράδοση διέκρινε τεσσάρων ειδών Κύκλωπες, που όλοι τους ήταν ξένοι, όλοι πρωτόγονοι κι ωστόσο απαραίτητοι στον μυκηναϊκό πολιτισμό: γίγαντες, ασυναγώνιστοι μεταλλουργοί, που είχαν, λένε, σφυρηλατήσει τα όπλα των θεών του Ολύμπου, όταν οι τελευταίοι μάχονταν με τους ντόπιους θεούς, χτίστες και βοηθοί από τη Λυκία, που έχτισαν όλα τα κολοσσιαία μνημεία της Ελλάδας και της Σικελίας, βοσκοί με τεράστια δύναμη, φημισμένοι κτηνοτρόφοι, που είχαν τα μαντριά τους μέσα σε σπηλιές αλλά και που ταυτόχρονα ήταν μεγάλοι φαγάδες, μεγάλοι πότες και καλοί μουσικοί και, τέλος, υπεράνθρωποι πολεμιστές, κάτοικοι της Πάνω Χώρας και παλιοί καταπιεστές των Φαιάκων. Αρχισιδηρουργοί, πρωτομάστορες, αρχιτσελιγκάδες, δάσκαλοι στα όπλα θεωρούνταν εξαίρετοι τεχνίτες. Ήταν οργανωμένοι σε μυστικές συντεχνίες και ήταν ικανοί να μυήσουν τη νεολαία. Όφειλαν, έλεγαν, τη δύναμή τους και την εξυπνάδα τους στο γεγονός ότι είχαν ένα εξαιρετικό μάτι, ή τοποθετημένο σε εξαιρετική θέση, το μάτι της μαντικής ικανότητας και της γνώσης. Οι αρχαίοι μύθοι της εποχής του ορείχαλκου δεν έχουν ολότελα εξαφανιστεί: μπόρεσα να συγκεντρώσω στα βουνά της Κρήτης, της Δωδεκανήσου και της Κύπρου εξήντα περίπου ιστορίες που μιλούν για Τριόματες, Τριμάτες ή Τριαμάτες, γι’ αυτούς τους πονηρούς και επίφοβους γίγαντες, που, όπως ο θεός Δίας της Λάρισας ή της ακρόπολης του Άργους, έχουν τρία μάτια κι ωστόσο τους ξεγελάνε άντρες ή παιδιά πιο πονηρά από αυτούς. Η απόδοση τιμής σ’ αυτούς τους επινοητικούς δημιουργούς του πολιτισμού δεν είναι σημερινό φαινόμενο: σε πολλές ενεπίγραφες πινακίδες του Οπλοστασίου της Κνωσού, αναφέρεται, γύρω στο 1300 π.Χ., ένα άτομο που το έλεγαν Τιrιοqa, δηλαδή Τριώπα, «αυτός που έχει τρία μάτια».
Πώς θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε τους χειρώνακτες αυτούς όταν βλέπουμε τα «κυκλώπεια» μνημεία που άφησαν; Τους λαξεμένους ή ακατέργαστους αυτούς όγκους που, όπως το υπέρθυρο του Θησαυρού του Ατρέα, ζυγίζουν γύρω στους εκατόν είκοσι τόνους και φτάνουν στο μάκρος τα 8,50 μ.; Οι τέσσερις μονόλιθοι που πλαισιώνουν την περίφημη Πύλη των Λεαινών στις Μυκήνες, που έχει ύψος πάνω από 3 μέτρα και άλλο τόσο φάρδος και βάθος, δεν ζυγίζουν λιγότερο. Με την πολυμάθειά τους, ωστόσο, και την ενεργητικότητά τους οι μυθικοί Κύκλωπες, μηχανικοί ή τεχνίτες, μπόρεσαν, τη στιγμή ακριβώς που θα ξεσπούσε ο Τρωικός Πόλεμος, να τους μεταφέρουν από τα λατομεία του Χαρβατιού, σε δύο χιλιόμετρα απόσταση νοτιοδυτικά από την ακρόπολη, να τους ανασηκώσουν πάνω από 200 μέτρα, να τους πελεκήσουν και να τους στήσουν όρθιους και να τους συναρμολογήσουν κατά τρόπο που να αψηφούν την οργή των στοιχείων της φύσης και των ανθρώπων. Οι αιγυπτιακές γκραβούρες, η μυκηναϊκή λογιστική, οι πραγματείες αρχιτεκτονικής και οι επιγραφές, οι αρχαιολογικές αποκαταστάσεις καθώς και οι εργασίες της Ελληνικής Υπηρεσίας Αναστηλώσεων, μας βοηθούν να διακρίνουμε με τι τρόπο εργάζονταν οι οικοδόμοι των μεγάλων και μικρών μνημείων. Και πρώτα απ’ όλα διαπιστώνουμε πόσο ο δικός μας τρόπος, με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ειδίκευση και τον καταμερισμό της εργασίας δεν μπορεί καθόλου να εφαρμοστεί στους μεροκαματιάρηδες της εποχής του ορείχαλκου. Αν αφήσουμε κατά μέρος τους χειρώνακτες με το τριγωνικό πανί στα γεννητικά τους όργανα, που η προσπάθειά τους κάτω από τον ήλιο περιορίζεται σε τρεις εξαντλητικές κινήσεις να περπατούν, να κουβαλούν και να σέρνουν, μαθαίνουμε ότι οι επικεφαλής ομάδων, οι αρχιτεχνίτες και οι εργολάβοι στα διάφορα οικοδομικά έργα, έπρεπε να ξέρουν να κατεργάζονται τόσο το ξύλο όσο και τον πηλό, την πέτρα ή το μέταλλο, να διακρίνονται ταυτόχρονα σαν μακετίστες, ξυλουργοί και επιπλοποιοί, να χαράζουν δρόμους δίπλα στα ποτάμια για να ρυμουλκούν πλοία ή να κατασκευάζουν αναχώματα, να χτίζουν φούρνους, να χρησιμοποιούν σοφά τον ασβέστη, το γύψο, την αμμοκονία, τα πλίθρα, να επινοούν, να πραγματοποιούν, να χειρίζονται τα κατάλληλα όργανα και ιδιαίτερα τα μέτρα και τα σταθμά, τα δοχεία, τα εργαλεία, τις συσκευές έλξης και ανύψωσης.
Άφθονη είναι η πέτρα στην Ελλάδα, είτε πρόκειται για γνεύσιο, ασβεστόλιθο ή ψαμμόλιθο, δεν χρειάζεται να την αναζητήσει κανείς πολύ μακριά. Τα σπίτια κτίζονται κατά κανόνα από άργιλο, πάνω σ’ ένα υπόβαθρο από σκληρές πέτρες, που τις βρίσκουν εκεί κοντά. Όταν, ωστόσο, πρόκειται για τους μεγάλους ογκόλιθους των θεμελίων κάποιου ιερού ή ηγεμονικού κτιρίου, των τειχών ή μόλων, έπρεπε να σηκώνουν και να μεταφέρουν φορτία πολλών τόνων. Τίποτε δεν μας επιτρέπει να πιστέψουμε ότι οι σύγχρονοι του Αγαμέμνονα γνώριζαν το παλάγκο με τροχαλίες, το βαρούλκο, το λοστό για τη μεταφορά των υλικών και τους αναγωγείς της ελληνικής κλασικής εποχής. Το πολύ-πολύ να χρησιμοποιούσαν τα μαγκάνια και τον εργάτη, ξύλινους δηλαδή κινητούς κυλίνδρους γύρω από τον άξονά τους, ιστούς για φορτία, ανάλογους με εκείνους των ψαράδικων του Αιγαίου, μάγκανα πηγαδιών, βαλμένα στη σειρά τους, για να ξεκολλούν από το έδαφος τους βαρείς όγκους, για να μπορούν να τους δένουν με σχοινιά και ψάθα και να τους τοποθετούν πάνω σ’ ένα είδος έλκηθρου για τις κατηφοριές ή σε φορτηγά αμάξια για τους άλλους δρόμους. Στην πρώτη περίπτωση οι εργάτες συγκρατούσαν το έλκηθρο με σχοινιά. Στην άλλη περίπτωση έζευαν στα φορτηγά αμάξια, που είχαν διπλό άξονα, πολλά ζευγάρια βόδια ή μουλάρια ή ακόμη και ανθρώπους. Έπαιρνε ο καθένας ένα σχοινί στον ώμο και τραβούσαν. Ο Ξενοφών, στην Κύρου Παιδεία του, ισχυρίζεται ότι ένα ζευγάρι υποζύγια μπορούσε να μετακινήσει πάνω σε καλό δρόμο γύρω στα εννιακόσια κιλά. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης (Βιβλιοθήκη, ΙΝ, 80) μας πληροφορεί ότι χρειάστηκαν εκατό ζευγάρια βόδια για να μεταφέρουν σε απόσταση δεκαεννιά χιλιομέτρων τις βαριές πέτρες του ναού της διπλής θεάς Έννας. Οι λογαριασμοί των μεγάλων ελληνικών ιερών μας δείχνουν ότι δούλευαν κάπου σαράντα ζευγάρια υποζύγια για να σύρουν ένα μόνο σπόνδυλο κίονα. Οι λογαριασμοί της Πύλου δίνουν μεγάλη θέση στους κατασκευαστές παλαμαριών και διχτυών. Η ανθρώπινη, ωστόσο, δύναμη, μαζί με τη δύναμη των ζώων, δεν θα αρκούσαν για να ανασηκώσουν τους εκατόν είκοσι τόνους ορισμένων ογκόλιθων από τα κυκλώπεια τείχη σε ύψος γύρω στα δεκαπέντε μέτρα πάνω από το έδαφος, αν οι μηχανικοί δεν σκέφτονταν να φτιάξουν, όπως και στην Αίγυπτο, προσωρινές κατωφέρειες από χώμα και να περιζώσουν, όπως στη Σικελία, με πολλά ξύλινα στεφάνια τους όγκους που θα μετακινούσαν. Τους έκλειναν, με τον τρόπο αυτό, σε μεγάλες ρόδες ή μέσα σ’ ένα ολόκληρο κύλινδρο και τις κυλούσαν κατόπιν σαν τεράστια καρούλια. Ένα σύστημα από ξύλινα κατρακύλια και λοστούς, στα τελευταία μέτρα της διαδρομής, έβαζε την πέτρα στη θέση που επιθυμούσαν. Τη στήριζαν κατόπιν με λιθάρια και γέμιζαν τα κενά με πηλό. Πόσα άραγε να κέρδιζαν οι χιλιάδες αυτοί μισθοφόροι, που δούλευαν από την αυγή ως το δείλι, ανάμεσα στις φωνές των καροτσέρηδων, στο τραγούδι που ρύθμιζε την προσπάθειά τους να τραβήξουν τις πέτρες, και στο κουδούνισμα των εργαλείων πάνω στην πέτρα; Το μαθαίνουμε από τη χωρίς τέλος λογιστική των ανακτόρων: ενώ στην Πύλο οι γυναίκες παίρνουν κάτι λιγότερο από ένα λίτρο δημητριακά για άλεσμα και ένα λίτρο σύκα την ημέρα και στην Κνωσό οι άντρες ενάμισι μόνο λίτρο δημητριακά, δώδεκα χτίστες που δουλεύουν στη Μεσσηνία και καταγράφονται στη λογιστική πινακίδα An 35 μοιράζονται 6 κιλά ακατέργαστο μαλλί, 4 κατσίκες, τρία κομμάτια πανί, 360 λίτρα κρασί και 480 λίτρα σύκα. Αυτό ήταν όλο το κέρδος τους, το «όφελός» τους (ΟΝΟ): ένα λίτρο κρασί και γύρω στο ενάμισι λίτρο σύκα το άτομο την ημέρα, λίγο κρέας, και ακόμη ένα μικρό δώρο, που θα τους επέτρεπε να μη δουλεύουν ολόγυμνοι. Και έχουν να ζήσουν ακόμη και ολόκληρη οικογένεια! Έχουν τάχα άδικο οι μεταγενέστεροι που βεβαιώνουν ότι «δεν είναι παρά κοιλιές και χέρια»; Και είχαν πάλι άδικο που καταδίκασαν το δόλιο Σίσυφο, τον ιδρυτή του Ακροκορίνθου, να κυλάει αιώνια πάνω στον ανήφορο της Κόλασης, έναν τεράστιο βράχο, που ξανακατρακυλούσε μόλις έφτανε στην κορυφή;
ΤΕΧΝΙΤΕΣ
Στις πύλες των τειχών έχουν εγκατασταθεί όλοι οι τεχνίτες της φωτιάς, αυτοί που βράζουν τις αλοιφές, οι βαφείς, οι σιδεράδες και, ιδιαίτερα, οι αγγειοπλάστες. Η μυθολογία συνδέει στενά στην Αθήνα, καθώς και στα νησιά, τον Ήφαιστο, τον αρχισιδερά, με την Αθηνά, τη θεά όλων των κεραμουργών. Ο ένας βοηθάει να γεννηθεί η άλλη, ξεγεννώντας τον Δία, ή την καταδιώκει με τις φιλοφρονήσεις του. Θα παραμείνουν στην πραγματικότητα και οι δύο παρθένοι, γιατί είναι πολύ άστατοι και πολύ ανεξάρτητοι για να δημιουργήσουν ένα και μοναδικό σπιτικό. Από τη μεριά τους, όλοι όσοι καταπιάνονται με χύτρες και ανασκαλεύουν τους φούρνους, λίγο-πολύ μόνιμοι, προτιμούν τα περίχωρα παρά το κέντρο της πόλης, όπου οι άνθρωποι φοβούνται τις πυρκαγιές, το θόρυβο και τον καπνό. Η βυρσοδεψία, που βρωμάει, απαιτεί, εκτός από τα δέρματα, πολύ αλάτι, νερό ταννίνη και χρωστικές ουσίες.
ΟΙ ΣΙΔHΡΟΥΡΓΟΙ
Οι πιο σημαντικοί από όλους αυτούς τους εργαζόμενους, οι πιο έξυπνοι και εκείνοι που η εξουσία περισσότερο κολακεύει είναι οι σιδηρουργοί. Είναι φανερό πως τους έχουν ανάγκη. Ήταν οι αποκλειστικοί δημιουργοί της δύναμης των ανακτόρων, γιατί τα εφοδίαζαν με άρματα μάχης, εξόπλιζαν τα πολεμικά και εμπορικά πλοία, θωράκιζαν τις πύλες, πολλαπλασίαζαν όλα τα εργαλεία και όλα τα σκεύη από μπρούντζο, που επιτρέπουν μεγαλύτερη παραγωγή και καλύτερη διατήρηση, διακοσμούσαν τα έπιπλα, γέμιζαν τους ισχυρούς με κοσμήματα. Πάνω από εκατό ενεπίγραφες πινακίδες στην Πύλο, στην Κνωσό και στις Μυκήνες αναφέρονται στην πολύμορφη δραστηριότητά τους. Σ’ αυτούς αποτάθηκαν ακόμη οι άρχοντες της Πύλου, την παραμονή της καταστροφής, για να σφυρηλατήσουν μάνι-μάνι το χαλκό και τον ορείχαλκο που αποσπούσαν από τους ναούς για να τους κάνουν όπλα: «Οι επίτροποι και οι επιστάτες, οι έπαρχοι, οι κλειδούχοι, οι ελεγκτές των καρπών και των συγκομιδών θα παραδώσουν τον μπρούντζο των ιερών για να γίνει αιχμές ακοντίων και λάμες σπαθιών , στις παρακάτω αναλογίες: ο επίτροπος της Πίσσας 2 κιλά, ο έπαρχος 750 γραμμάρια κ.λπ.». Συνολικά επίταξαν περισσότερο από 51 Κιλά θραύσματα και απομεινάρια, αρκετά για να χύσουν και να σφυρηλατήσουν 400 το λιγότερο, σπαθιά, 34.000 αιχμές βελών (πινακίδα ΡΥ, Jπ 829). Μπόρεσαν να υπολογίσουν ακόμη ότι όλος ο μπρούντζος που είχαν κιόλας μοιράσει την ίδια εποχή από το παλάτι στους σιδηρουργούς που δούλευαν στη Μεσσηνία λίγο περισσότερο δηλαδή από ένας τόνος τους επέτρεψε να εξοπλίσουν μια πολιτοφυλακή με δύναμη πάνω από 2.000 άντρες. Μάλιστα, η Αθηνά βγήκε πάνοπλη από το σφυρί του Ήφαιστου.
Τα συλλαβικά κείμενα της Μυκηναϊκής εποχής τούς ονομάζουν με το γενικό όρο ΚAΚEWE, που πιθανόν να το πρόφεραν «ΚHALΚEWES». Συχνά μας δίνουν το προσωπικό τους όνομα. διαπιστώνουμε έτσι ότι, αν οι περισσότεροι από αυτούς έχουν ονόματα αδιαφιλονίκητα ελληνικά, το ένα τρίτο περίπου φαίνονται ξένα για την Πελοπόννησο. Ξούθος, Πυρρός, Πέταλος, Μακρύς, Φιλουργός, Εργατικός, Πλουτεύς, Χαλκεύς, αλλά επίσης WΑUDοΝΟ, Πιερίατας, Λύκειος, Σαμύ(ν)θαιος ή Τεθρεύς, που τα ονόματά τους ή τα παρατσούκλια τους έρχονται κατευθείαν από τη Μακεδονία, τη Λυκία ή τα νησιά. Ταξιδεύουν, όπως ο ορειχαλκουργός αυτός που ξεκίνησε από τη Συρία με ολόκληρο φορτίο από μεταλλικές ράβδους, μεταλλεύματα, παλιά σκεύη και εργαλεία, και βούλιαξε στα ανοιχτά του ακρωτηρίου Γελιδονιά, γύρω στο 1200 π.Χ. Είναι ελεύθεροι εργαζόμενοι, αν και μερικοί μπήκαν στη δούλεψη των ναών σαν «υπηρέτες της θεότητας». Έχουν δικά τους ή με νοίκι χωράφια. Απαλλάσσονται από πολλούς φόρους. Εργάζονται κάτω από τις διαταγές τους μαθητευόμενοι ή συντεχνίτες, ΚΑSΙΚΟΝΟ και δούλοι, DΟERΟ. Μερικοί δικαιούνται να παίρνουν από τα ανάκτορα χορηγία σε μέταλλο, ΤΑRΑSΙΥΑ: πρόκειται για ένα αξίωμα, μια υπηρεσία. Οι άλλοι δεν παίρνουν χορηγία, ΑΤΑRΑSΙΥΑ. Άλλοι, που τους ονομάζουν Α(S)ΚEΤERE(S) φαίνεται πως είναι ειδικευμένοι στην κατεργασία των πολύτιμων μετάλλων, ή διακοσμητές, κοσμηματογλύπτες, ορειχαλκουργοί, που κατασκευάζουν πολύτιμα αντικείμενα. Οι ΡΙRΙΥEΤERE ή λεβητοποιοί κατασκευάζουν λεκάνες, ΡΙRΙΥE, και, αν τύχει, και όπλα. Είναι, με λίγα λόγια, η εμπορική και δυναμική πτέρυγα του πολιτισμού, μια κάστα ισχυρή και πλούσια.
Μέχρι το 1970 περίπου, μπορούσε ακόμη να δει κανείς σε πολλές πόλεις της Κρήτης, ακόμη και στο Μοναστηράκι στην Αθήνα, χαλκωματάδες, κατασκευαστές χάλκινων σκευών, λεβητοποιούς, που εργάζονταν με τον ίδιο τρόπο, όπως και οι άνθρωποι στο χωριό Ασιατία, εδώ και τρεις χιλιάδες διακόσια χρόνια, πάνω-κάτω. Από τα χαράματα ως το δειλινό ακουγόταν το βουητό από τα σφυριά τους, που γινόταν ακόμα περισσότερο διαπεραστικό, γιατί τα μαγαζιά τους βρίσκονταν το ένα κοντά στο άλλο. Μέσα στον καπνό που τον διαπερνούν οι κόκκινες λάμψεις της αναμμένης χόβολης ή η μουντή ανταύγεια του πυρρού χαλκού, βλέπουμε τέσσερις συντρόφους, που φορούν μια δερμάτινη ποδιά, να προσπαθούν να μετατρέψουν μια πλάκα από ζεστό μέταλλο σε λεβέτι με δύο λαβές και τρία πόδια. Κάτω από τα απανωτά χτυπήματα των μπρούντζινων βαριών ή των στρογγυλοκέφαλων σφυριών, ο δίσκος πλαταίνει, απλώνει. πιάνει όλη την επιφάνεια της πλάκας που είναι από γκρίζο ασβεστόλιθο κι ακουμπάει πάνω σ’ ένα χοντρό κούτσουρο από ξύλο ελιάς. Ενώ οι βοηθοί κατόπιν ξαναγεμίζουν το καμίνι, βάζουν τάξη στα εργαλεία, κάνουν χώρο, πίνουν μια γουλιά και φτιάχνουν κρίκους, ρεζέδες ή δικέφαλα καρφιά, ο αρχισιδηρουργός ισοπεδώνει με τον ξύλινο κόπανό του το πάχος του ελάσματός του. Με την ψαλίδα του δίνει το μέγεθος και το στρογγύλεμα που θέλει, κόβει ό,τι περισσεύει και, καθώς το μέταλλο, που το χτύπησε με χιλιάδες χτυπήματα, έχασε κάπως την ελαστικότητά του, το ξαναψήνει πάνω στα κάρβουνα, δυναμώνοντας πολύ τα φυσερά. Αρχίζει τελικά η πιο μακρόχρονη και πιο λεπτή διαδικασία, η μετατροπή ενός οριζόντιου και πλατιού φύλλου σε βαθύ και χωρίς πτυχές θύλακα, χωρίς κανένα τσάκισμα, χωρίς σχισμές και με απόλυτα ομοιόμορφο πάχος. Ο λεβητοποιός ακουμπάει με τη λαβίδα, και με το αριστερό χέρι, το φύλλο από χαλκό πάνω σ’ ένα στρογγυλοκέφαλο αμόνι και ξαναρχίζει να το σφυρηλατεί με το δεξί χέρι, ξεκινώντας από το κέντρο. Το πολύ χτυπημένο και ζυμωμένο από τα χτυπήματα μέταλλο διαστέλλεται εξωτερικά, ενώ διατηρεί την ίδια εσωτερική επιφάνεια. Αρχίζει να λυγίζει. Βαθουλώνει και παίρνει το σχήμα σκούφου. Μακραίνει τόσο, ώστε να κρύψει ακόμη και το επάνω υποστήριγμα του αμονιού. Το ξαναφέρνει πότε-πότε στη φωτιά. το μέταλλο χάνει λίγη από την ακαμψία του και, όταν κρυώσει, το τοποθετεί σ’ ένα καβαλέτο ή δίκερο αμόνι, δηλαδή σ’ ένα αμόνι με μία ή δύο κεφαλές. Τα απανωτά σφυρηλατήματά του δίνουν τελικά τη στρογγυλάδα, το βάθος και την επίπεδη επιφάνεια που περιμένει κανείς από ένα χωρίς σχισμές και προεξοχές δοχείο. Δεν μένει πια παρά να λιμάρουν, να στριφώσουν τα χείλη και να στερεώσουν με το γλωσσίδι τη σύνδεση των ποδιών και των αυτιών.
ΟΙ ΧΡΥΣΟΧΟΟΙ
Ειδικά ιδεογράμματα προσδιορίζουν το χρυσάφι και τον μπρούντζο. Το ιδεόγραμμα του χρυσαφιού μοιάζει με το σταυρό του Αγίου Ανδρέα, που έχει δύο πλάγιους κρίκους κομμένους στη μέση και ένα είδος Π στο πάνω μέρος. Με τον τρόπο αυτό απεικόνιζαν το υψηλότερο τμήμα του καμινιού που συγκρατούσε το χωνευτήρι, όπου το κίτρινο μέταλλο καθαριζόταν και αποχωριζόταν από τις προσμείξεις. Ξεχωρίζουν καθαρά στα κείμενα το χρυσοχόο, ΚURUSΟWΟΚΟ, από τον ορειχαλκουργό ή απλό σιδερά, ΚAΚEU, και από τον οπλοποιό, EΤΟDΟΜΟ, μα όχι λιγότερο καθαρά το μάλαμα, ΚURUSΟ, από το ασήμι, ΑΚURΟ, και από ένα λευκό μέταλλο, που φαίνεται πως είναι το ήλεκτρο. ΡΑRΑΚU. Το χρυσάφι, που παράσερνε ο Πακτωλός και τα ποτάμια της Κολχίδας ή της Γεωργίας, ήταν πάντοτε ανακατεμένο με ασήμι, που καμιά φορά έφτανε σε ποσοστό 30 στα 100. Όταν στην Ελλάδα δεν έφτανε καθαρισμένο και επεξεργασμένο, έπρεπε να το λιώσουν, να ανεβάσουν δηλαδή τη θερμοκρασία του κράματος στους 1.063 βαθμούς, είκοσι περίπου βαθμούς λιγότερο από όσους χρειάζονταν για το χαλκό. ΓΙα πολύ καιρό οι ίδιοι τεχνίτες ασχολούνταν με το ευγενές και με το ευτελές μέταλλο. Στις μυκηναϊκές πολιτείες, ακόμη και στα μεγαλοχώρια, που ήταν πραγματικά πλούσιες σε χρυσάφι, η εξειδίκευση είχε προχωρήσει πολύ περισσότερο από αλλού. Έπρεπε ακόμη να επιβλέπουν από κοντά αυτούς που το κατεργάζονταν. Οι τελευταίοι αυτοί υπηρετούσαν αποκλειστικά τους βασιλιάδες και τους πλούσιους, ζούσαν στη σκιά τους, ανάμεσα στα μικροσκοπικά πριόνια, στα τρυπάνια, στα γλύφανα, στις λίμες και στις ζυγαριές, με το κεφάλι σκυμμένο πάνω στον πάγκο τους και με ένα μεγάλο κομμάτι πετσί τεντωμένο ανάμεσα στη σανίδα και τη ζώνη τους, για να μαζεύουν όλη τη χρυσόσκονη που θα ξέφευγε από το εργαλείο τους. Το χρυσάφι αθάνατο, αναλλοίωτο και ακτινοβόλο υλικό, που έχει το ίδιο, πάνω-κάτω, βάρος με το μολύβι, αλλά είναι περισσότερο μαλακό και εύκαμπτο, είναι για τους Μυκηναίους τόσο θείο όσο και ο ήλιος. Στην Πύλο, γύρω στο 1225, όριζαν δεκατέσσερις ιερόδουλες ή σκλάβες της θεότητας, για να το φυλάνε και να διαχειρίζονται τον «ιερό χρυσό», ΚURUSΟΥΟ ΙΥERΟYΟ (πινακίδα ΡΥ, Αe 303). Την κρίσιμη εκείνη χρονιά, οι άρχοντες του παλατιού εισπράττουν έκτακτη εισφορά σε χρυσάφι από τους αξιωματούχους και τους πιο σημαντικούς γαιοκτήμονες δεκαέξι τμημάτων του μικρού βασιλείου. Στο περιθώριο αυτής της αρχαϊκής φορολογικής σελίδας (ΡΥ, jn 438) κάποιος γραφιάς, μπορεί και ο γενικός ελεγκτής των οικονομικών, υπογράμμισε ένα στα τρία ονόματα: εκείνους που δέχτηκαν ή εκείνους που εναντιώθηκαν; Εύκολα μπορούμε να φανταστούμε πόσους χρυσοχόους, εμπόρους και παραχαράκτες μπορούσε να έχει ένας τέτοιος πλούτος σ’ όλη την Ελλάδα.
ΟΙ ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΕΣ
Σιδηρουργοί και αγγειοπλάστες ήταν οι πρώτοι που απελευθερώθηκαν από την καταπίεση της πρωτόγονης γεωργικής κοινωνίας και σχημάτισαν οικογένειες, ακόμη και φύλα ή κάστες στα περιθώρια της αγροτικής αυτής κοινωνίας. Πριν από είκοσι χρόνια περίπου υπήρχαν ακόμη στην Κρήτη ολόκληρα χωριά αγγειοπλαστών. Πλανόδιοι με τον καλό καιρό, όταν μπορούσαν να φτιάχνουν και να πουλάνε τα αγγεία τους, περνούσαν το φθινόπωρο και το χειμώνα καλλιεργώντας τη γη και ασχολούμενοι με τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Η κατάσταση δεν ήταν καθόλου διαφορετική την εποχή του Τρωικού Πολέμου. Κάθε, ωστόσο, πρωτεύουσα είχε κιόλας, ακόμη και στη Μινωική εποχή, τα εργαστήρια των αγγειοπλαστών της, που εργάζονταν άλλοι στην αποκλειστική υπηρεσία των ιερών και του ανακτόρου και άλλοι στην υπηρεσία του πλήθους. Βρέθηκαν στις ανασκαφές οι κυψελόσχημοι φούρνοι τους από πυρίμαχη γη, τόσο στις Μυκήνες της Αργολίδας, όσο και στο Στύλο της Κρήτης. Ακουμπούν άλλοτε πάνω σ’ ένα βραχώδες τείχισμα και άλλοτε όχι. Έχουν το ύψος ανθρώπου και αποτελούνται από τρία μέρη: μια κυκλική εστία με χαμηλό άνοιγμα, ένα δάπεδο από οπτό άργιλο, ένα θάλαμο για το ψήσιμο αγγείων με πλάγιο άνοιγμα για να βλέπει ο αγγειοπλάστης και ένα άλλο ακόμη στρογγυλό άνοιγμα, στο πάνω μέρος, για να φεύγει ο καπνός. Από το άνοιγμα αυτό έβαζε ο αγγειοπλάστης τα διάφορα δοχεία του, από την οινοχόη ως τη σαρκοφάγο, που έπλαθε στο κατασκότεινο εργαστήρι του. Έκλεινε το άνοιγμα, αφού άναβε πρώτα μια φωτιά από ρείκια, που κράταγε οκτώ ώρες με θερμοκρασία από 800 ως 1.000 βαθμούς, όταν αυτός έκρινε, χάρη στον τοποθετημένο δίπλα στο άνοιγμα που του χρησίμευε για να βλέπει δείκτη, ότι τα δοχεία είχαν πάρει ωραίο χρώμα και ότι δεν έμενε παρά να τα αφήσει αργά-αργά να κρυώσουν, δώδεκα πάνω-κάτω ώρες. Δόξα στην Αθηνά. Οι κεραμουργοί, ΚERΑΜEWE, αναφέρονται συχνά στα μυκηναϊκά κείμενα. Εύκολα μπορούμε να αναμετρήσουμε και να εκτιμήσουμε την πολύπλοκη δραστηριότητά τους, μια και οι επιγραφές πάνω σε επιτραπέζια σκεύη είναι πολυάριθμες και μια που τα αγγεία που βρέθηκαν σ’ όλη τη γύρω από την Ανατολική Μεσόγειο περιοχή και που οι χημικοί και ιστορικοί ανάλυσαν, μας επιτρέπουν να καθορίσουμε μια τεχνική, ένα ρυθμό, ένα συρμό και ακόμη πολλούς εμπορεύσιμους τύπους. Είναι πιθανό να υπήρχαν από τότε στα μεγάλα αστικά κέντρα ή έστω και στις πύλες των πόλεων, στα τέλη του 13ου αιώνα, δυο ειδών κεραμουργοί αυτοί που κατασκεύαζαν και πουλούσαν, αντάλλασσαν, δηλαδή, μεγάλα κομμάτια με τρόφιμα: λουτήρες, λεκάνες, σαρκοφάγους, μεγάλα και υψηλά πιθάρια, πλάκες για διακόσμηση ή για επένδυση κ.λπ. και αυτοί που κατασκεύαζαν και πουλούσαν επιτραπέζια σκεύη καθημερινής χρήσης. Οι πρώτοι μάλαζαν με την τσάπα ένα, δύο είδη ντόπιου, μα αρκετά χοντροκοσκινισμένου πηλού, άφηναν να υποστεί τη ζύμωση και τον έπλαθαν με τα χέρια. Όταν ο αγγειοπλάστης επρόκειτο να φτιάξει την κοιλιά ενός πιθαριού, που για τους αρχαίους χρησίμευε για βαρέλι, κιβώτιο και αποθήκη σιταριού -στα μυκηναϊκά ονομαζόταν QΕΤΟ -έβαζε πάνω στον τροχό, που γύριζε με τα χέρια ο βοηθός ή ο δούλος του, ένα μεγάλο πλακούντα από ζύμη. Σώριαζε, κατόπι, ολόγυρα στις άκρες, απάνω στους κυλίνδρους από πηλό, όλο και πιο μεγάλους, που έφταναν ως το πάνω μέρος της κοιλιάς και κατόπιν όλο και πιο μικρούς που έφταναν ως τα χείλη. Για να αποφύγει να σπάσει η μάζα, άφηνε κάθε ζώνη να στεγνώσει μια ώρα. Δεν απόμενε πια, προτού τη βάλει στο φούρνο, παρά να κολλήσει, με κεραμόκολλα, τις λαβές, που είχαν ζυγό αριθμό, να αλείψει την εξωτερική επιφάνεια με ειδικό επίχρισμα, να τη διακοσμήσει με κυματοειδή σχήματα ή εγκάρσιες γραμμές και να την αφήσει δύο ολόκληρες ημέρες να στεγνώσει στον ήλιο. Κατάρα στους ανέμους, στους δαίμονες ή στους ανθρώπους με κακό μάτι που, αυτήν ακριβώς τη στιγμή, τους έρχεται η ιδέα να ρίξουν βροχή.
ΟΙ ΓNAΦEΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΒΑΦΕΙΣ
Πολλές άλλες ακόμη συντεχνίες επαγγελματιών συνωστίζονταν γύρω από τα τείχη και χρησιμοποιούσαν τα βουερά λεβέτια των σιδηρουργών , τις σκάφες και τους κάδους των αγγειοπλαστών. Εκεί δούλευαν οι γναφείς (ΚAΝΑΡEWE), που τους ονόμαζαν καμιά φορά «βασιλικούς», και οι βαφείς που καθάριζαν με ζεματιστό νερό τα μαλλιά, τα μπουγάδιαζαν με στάχτη και αιγυπτιακή σόδα ή με χώμα από την Κίμωλο, τα ξέβγαζαν, κατέστρεφαν τις φυτικές τρίχες ή ίνες με χυμό αλόης, ροδιάς, ξυνίθρας, στύψης, με ταννίνη ή με διάφορα αμμωνιούχα προϊόντα, για να πιάνουν καλά οι χρωστικές ουσίες, που έβγαζαν από την πορφύρα, την κοχενίλλη, τον κρόκο, την ίριδα, τον ίσατι, τον κάρθαμο ή τα σιδηρούχα χώματα. Μέσα από τα επίσημα έγγραφα των ανακτόρων βλέπουμε τους αξιωματούχους ντυμένους με άσπρους, κόκκινους και μαβιούς μανδύες, με άσπρα ή πολύχρωμα, γκρίζα, ασημένια, μπορεί ακόμη και χρυσά φεστόνια και άλλες γαρνιτούρες. Το ιδεόγραμμα 15β της γραμμικής γραφής Β εικονίζει, αναμφισβήτητα, έναν κάδο βαφέα που ανακατεύει με τη διχάλα του τα ρούχα ή τα κουβάρια του μαλλιού. Τα έτοιμα προϊόντα, ΤEΤUΚΟWΟΑ, στεγνώνουν στον ήλιο, πάνω σε ένα μικρό τοίχο ή σε μεταλλικές βέργες, ανάμεσα σε δυο σειρές δοκάρια, όπως συνηθίζουν ακόμη στη Λιβαδειά της Βοιωτίας ή στην Κρητσά της Κρήτης.
ΟΙ ΑΡΩΜΑTΟΠΟΙΟΙ
Αρωματοποιοί ονομάζονταν «αυτοί που βράζουν τις αλοιφές», ΑLΕΡΗΑΖΟΟΙ ή ΑLEΙΡΗΟΖΟΟΙ. Πρέπει να είχαν πολύ μεγάλη θέση και μέσα και έξω από τα ανάκτορα, αν σκεφτούμε ότι τα αρώματα, οι αλοιφές και τα κοσμητικά χρησιμοποιούνταν τόσο στη λατρεία όσο και σε μη θρησκευτικές χρήσεις, στην περιποίηση των ζωντανών όσο και των νεκρών, ότι αρωμάτιζαν τα κρασιά, τα τρόφιμα ακόμη και τα έπιπλα, ότι οι μυρωδιές ήταν η ευαίσθητη ψυχή των θεών, των ανθρώπων και των πραγμάτων και ότι τα είδη αρωματοποιίας στάθηκαν για πολύ καιρό μια από τις σημαντικές εισοδηματικές πηγές των ελληνικών πόλεων. Στην εποχή που μας απασχολεί ολόκληρα φορτία από φιάλες, οινοχόες, ψευδόστομους αμφορείς σφραγισμένους με κερί, που χωρούσαν δύο με τρία λίτρα αρωματικά έλαια, ξεκινούσαν από τα λιμάνια της Πελοποννήσου και της Κρήτης για όλα τα παράλια της Μεσογείου. Οι συμπληρωμένες με τις σημειώσεις του Θεόφραστου και του Πλίνιου του Πρεσβυτέρου, καθώς και από τις λαϊκές παραδόσεις, πινακίδες της Πύλου, μας δίνουν αρκετές πληροφορίες σχετικά με τη δουλειά της σημαντικής αυτής βιοτεχνίας, που ήταν συνδεδεμένη με τόσες άλλες και που την έλεγχαν οι άρχοντες των ναών και των ανακτόρων, Το 13ο αιώνα προ Χριστού αναφέρονται έλαια του φασκόμηλου, της κύπερης, του ρόδου. Το ελαιόλαδο ανακατεμένο με λίγο αλάτι, για να μην ταγκίζει, αποτελεί πολύ συχνά το είλημα, τη βάση ή, όπως λένε οι ειδικοί, «το σώμα» ή «την ουρά» του αρώματος. Με τη βοήθεια κάποιας ρητίνης ή μιας γόμμας δένδρου, ο τεχνίτης φιξάρει ή δένει σ’ αυτό ένα μύρο που εξατμίζεται πολύ συχνά, το χυμό κάποιου μέρους του φυτού, της ρίζας, του βλαστού, των φύλλων, των λουλουδιών, ακόμη και των καρπών ή των σπόρων.
ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΤΕΧΝΙΤΕΣ
Όλοι αυτοί οι ειδικευμένοι εργαζόμενοι ζούσαν συγκεντρωμένοι στην ίδια συνοικία, στοιβάζοντας την οικογένειά τους και τους δούλους τους μέσα σε μερικά μικροσκοπικά δωμάτια, δίπλα στα μαγαζιά και τους φούρνους τους. Διαβιβάζουν τα επαγγελματικά τους μυστικά από πατέρα σε γιο, αφού υπάρχουν ολόκληρες οικογένειες από τεχνίτες, όπως του ναυπηγού Φήρηκλου, γιου του Τέκτονα, του ξυλουργού και εγγονού του εφαρμοστού Άρμωνα. Ευκολονόητο είναι ότι τα εργαστήρια, που χρησιμοποιούσαν φωτιά, έπρεπε να είναι σχετικά απομακρυσμένα από τον κεντρικό συνοικισμό: η συνοικία του Κεραμεικού στην Αθήνα, με τους αγγειοπλάστες, τους σιδηρουργούς, τους χύτες, τους λαναράδες και τους αρωματοποιούς της, δεν συγχωνεύτηκε ποτέ με την Ακρόπολη, τη συνοικία με τους ναούς, τα ανάκτορα και τα βοηθητικά του κτίρια. Ακόμη και οι βυρσοδέψες, αυτοί που προετοιμάζουν τα δέρματα, οι οπλοποιοί που κατασκευάζουν λινούς μανδύες και δερμάτινες ασπίδες, οι σχοινοποιοί, οι αμαξοποιοί, αυτοί που κατασκευάζουν δίχτυα, που τόσο καλά απεικονίζονται στα κείμενα της Μυκηναϊκής εποχής, όλοι αυτοί χρειάζονται νερό, χώρο και πρώτες ύλες, πράγμα που τους απομάκρυνε από την Ακρόπολη. Όχι, αυτούς που συναντάει κανείς μέσα από τα στενά και φιδωτά σοκάκια της Ακρόπολης, ανάμεσα στους αχθοφόρους, τα παιδιά, τους δούλους, τα φορτωμένα με εμπορεύματα γαϊδούρια και μουλάρια, είναι αποκλειστικά οικογένειες εργατών και αρχιμαστόρων στην υπηρεσία των βασιλιάδων και των θεών. Στη σκιά του παλατιού ζούσε ένα πλήθος από τεχνίτες, άντρες και γυναίκες, αυτόχθονες ή ξένους, μόνιμους κατοίκους σ’ όλη τους τη ζωή ή περαστικούς επισκέπτες, δούλους αφιερωμένους σ’ ένα ναό και λαϊκούς δούλους, πλανόδιους τραγουδιστές, θεραπευτές, μάντεις, κήρυκες, που τους καλούσαν ή τους έδιωχναν οι πλούσιοι. Από τα αρχεία που βρέθηκαν, γνωρίζουμε κάποιους που άκουγαν στο όνομα «Πλουτεύς», που είχαν στις διαταγές τους αμέτρητες υφάντρες, κατασκευάστριες ενδυμάτων και ράφτρες, Πολλοί κατασκευαστές ειδών πολυτελείας δουλεύουν και μοχθούν γι’ αυτούς: υποδηματοποιοί, επιπλοποιοί, λεπτουργοί, σαμαράδες, σμαλτωτές, μαχαιροποιοί, τεχνίτες που επεξεργάζονται το κόκαλο ή το κέρατο, που φτιάχνουν έγχορδα όργανα, που συναρμολογούν τόξα… Οι ναοί που έχουν στην ιδιοκτησία τους απέραντες εκτάσεις και απολαμβάνουν μεγάλα εισοδήματα, έχουν τους δικούς τους αγγειοπλάστες, αρτοποιούς, ιεροφύλακες, οινοχόους, αρχειοφύλακες, δούλους και, καμιά φορά, όπως στην Κύπρο, τα Κύθηρα ή την Κόρινθο, τις ιερές πόρνες τους. Εδώ και πολύ καιρό αναζήτησαν να βρουν πώς έκαναν την περιουσία τους οι κατάφορτοι από χρυσάφι και κοσμήματα άρχοντες, που τους έθαβαν μαζί με τα θαυμάσια επιτραπέζια σκεύη και την πλουσιότατη ιματιοθήκη τους, με λίγα λόγια τον οικονομικό λόγο ύπαρξης του μυκηναϊκού πολιτισμού την παραμονή της καταστροφής. Οι λογιστικές πινακίδες μάς επιτρέπουν να προτείνουμε μια απάντηση: ο πλούτος των αρχόντων της Ελλάδας εξαρτιόταν, κατά μεγάλο μέρος, από το εμπόριο υφασμάτων, ακαθάριστων ή αρωματισμένων ελαίων, μεθυστικών κρασιών, από το δουλεμπόριο και την εκμετάλλευση των δούλων.
ΥΦΑΝΤΑ
Τριών ειδών είναι τα τεκμήρια στα οποία αξίζει να σταματήσουμε για λίγο. Αφορούν στη βιομηχανία υφασμάτων, στην επίπλωση και στη διαχείριση. Μια και τα υφάσματα χρειάζονται για να ντυθούν οι ζωντανοί και οι νεκροί, για την κατασκευή των πανιών και για την εξάρτυση των πλοίων, για την κατασκευή θωράκων, για το κλείσιμο των παραθύρων, για την ταπητουργία, για στρωσίδια του κρεβατιού, για την τυροκομία, για το κυνήγι, για την ιατρική κ.λπ., είναι εύκολο να καταλάβουμε ότι οι άρχοντες των ανακτόρων ή των ναών έλεγχαν αυστηρά την κατασκευή των λινών και μάλλινων υφασμάτων. Έξι διαφορετικά ιδεογράμματα παριστάνουν αντίστοιχα κουβάρια μαλλιών, σεντόνια ή ορθογώνια κομμάτια πανιού (ΡΑWEΑ), που τα αποτελούσαν ένα ως πέντε ραμμένα φύλλα, φορέματα (WEΑΝΟ, στα ελληνικά ελνός), κοντούς χιτώνες, σάρπες ή πολύχρωμα υφάσματα, χαλιά. Το ιδεόγραμμα του σεντονιού συνοδευόταν από πέντε διαφορετικά συλλαβικά σημεία, ΚΕ, KU, ΡΑ, ΡU, ΤΕ, WE, ΖΟ, που προσδιορίζουν το υλικό, την κατασκευή ή την κατεργασία του υφάσματος, αλεύκαντο για παράδειγμα, βαμμένο ή χωρίς γυαλάδα. Διάφορα επίθετα, καμιά φορά, προσδιορίζουν την προέλευση, τον παραλήπτη, τη γαρνιτούρα, το χρώμα. Γιατί ο ηγεμόνας μπορεί να ντύνεται με πορφύρα, οι άνθρωποι όμως της ακολουθίας του ΕQΕΤΑ -οι κόμητες θα λέγαμε- και οι βασιλικοί φιλοξενούμενοι φορούν άσπρα ή πολύχρωμα ρούχα.
Στην κατασκευή υφασμάτων για λογαριασμό του βασιλιά χρησιμοποιούσαν πολυάριθμο γυναικείο προσωπικό, ελεύθερες γυναίκες, δούλες με τα παιδιά τους, που το πλήρωναν με ορισμένη ποσότητα αλευριού και σύκων. Βλέπουμε αμυδρά μέσα από τα κείμενα τις γυναίκες που ξαίνουν, ΡEKΙΤΙRΥΑ, να λαναρίζουν το άγριο μαλλί μέσα στη μικρή τους αυλή, τις κλώστριες, ΑRΑKΑΤEYΑ, κι ανάμεσά τους τις ειδικευμένες στο λινάρι, RΙΝEYΑ, τις υφάντρες, ΙΤΕΥΑ, να εργάζονται σ’ έναν κάθετο αργαλειό και να τραγουδούν, όπως η Καλυψώ, στο βάθος της σκιερής και δροσερής κατοικίας τους, τις κατασκευάστριες, ΑΚΕΤΙRΙΥΑ, τις υφάντρες χαλιών, ΤΕΡΕΥΑ, τις ράφτρες, RΑΡΙΤΙRYΑ, καθισμένες όλες μαζί κατάχαμα, μέσα σε πραγματικά εργοστάσια, να βιάζονται να παραδώσουν τις παραγγελίες για τριάντα και σαράντα σεντόνια, δεκάδες φουστάνια και φούστες με βολάν ή χωρίς βολάν, με μανίκια ή ξεμανίκωτα. Έχουν στήσει κουβεντολόι. Προσπαθούν να αποφύγουν τα μαλώματα της επιστάτριας. Γιατί αυτή τους έχει επιβάλει μια πραγματική τιμωρία, ΤΑRΑSΙΥΑ, να επεξεργαστούν δηλαδή μέσα σε ορισμένο χρόνο μια ποσότητα ακατέργαστης ύλης, που την έχει ζυγίσει. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η πιο σημαντική θεά στις μυκηναϊκές ακροπόλεις, η Αθηνά, ήταν κλώστρια και το αγαπημένο της ζώο, η κουκουβάγια, είναι πουλί της ταπητουργίας. Στην Κνωσό, ορισμένα υφάσματα συνοδεύονται από ενδείξεις για το βάρος τους. ταυτόχρονα είναι και μονάδες αξίας. Εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι να γίνονται όλα πιο γρήγορα και όσο το δυνατόν καλύτερα. Χρειάζεται άραγε να πούμε πως δεν λαμβάνουν ποτέ υπόψη τους το χρόνο ούτε την παιδική θνησιμότητα; Όποιος έχει δει, και σήμερα ακόμη, τις νέες υφάντρες της Εγγύς και Μέσης Ανατολής να εργάζονται μαντεύει τι θέλω να πω.
ΟΙ ΛΕΠΤΟΥΡΓΟΙ
Οι λεπτουργοί και οι κατασκευαστές ψηφιδωτών φαίνεται πως ήταν περισσότερο προνομιούχοι, όχι μόνο γιατί ήταν απόλυτα εξειδικευμένοι διακοσμητές ή γιατί τους έφερναν, όπως τον Ικμάλιο, από την Κύπρο ή τις πόλεις της Συρίας ή της Φοινίκης, αλλά και γιατί τους εμπιστεύονταν πολύτιμα ξύλα και μέταλλα. Τα διακοσμητικά θέματα ταξιδεύουν, όπως και οι καλλιτέχνες και οι φιλοξενούμενοι. Μια μακρόχρονη παράδοση, που ξεκινάει από τα σουμεριακά και βαβυλωνιακά εργαστήρια, δίδαξε στους λεπτουργούς να κόβουν, να λειαίνουν και να συναρμολογούν με σφήνες και λούκια μικρές σανίδες από κέδρο, έβενο, τούγια, χαρούπι, να τις κοιλαίνουν, να κολλούν κόκκαλο, ελεφαντόδοντο, σμάλτο ή λεπτές πλάκες από ήλεκτρο (μείγμα χρυσού και ασημιού), χρυσάφι ή ασήμι, που σχηματίζουν όμορφα σχέδια πάνω στο σκούρο φόντο του επίπλου. Επικολλούν ακόμη ημιπολύτιμους λίθους. Καμιά φορά μέσα στις χαραξιές του ξύλου, που τις έχουν καταστήσει άφλεκτες, οι διακοσμητές χύνουν μια καυτή υαλόμαζα, KUWΑΝΟ, που έχει ένα χρώμα γαλάζιο προς το τυρκουάζ, ανάλογα με την ποσότητα της σκόνης του μαλαχίτη ή αζουρίτη που προσθέτουν σ’ αυτή. Το εργαστήρι τους μυρίζει ψαρόκολλα, άσφαλτο, πίσσα, βερνίκι. Όπως οι λεπτουργοί που είχαν διακοσμήσει τα διαμερίσματα του Τουταγχαμών, των ηγεμόνων της Αλαλάχ, στον Ορόντη ή της Νούζι φτιάχνουν πλαίσια στους τοίχους, έπιπλα, κιβώτια, που η σκαπάνη τα βρίσκει σε χίλια κομμάτια μέσα στους τάφους ή στα ερείπια των ανακτόρων. Είναι συχνά πολύ λεπτή δουλειά να αποδώσουμε τη σημασία των τεμαχίων των αρχείων που αφορούν μια τόσο λεπτομερειακή και τόσο πολύμορφη εργασία στις Μυκήνες, στην Πύλο και στην Κνωσό. Τα πιο σημαντικά είναι τα χαμηλά, πτυσσόμενα τραπέζια, τα ανάκλιντρα με σκαμνάκια, που χρησιμεύουν για να βάζουν τα πόδια. Μόνο οι επιφανείς και οι θεοί δικαιούνται να κάθονται στο κάθισμα που ονομαζόταν θρόνος ή στα κρεβάτια όπου έκθεταν τους επιφανείς νεκρούς. Ο γενικός όρος που προσδιορίζει όλους τους επιπλοποιούς είναι ΤΟRΟΝΟWΟKΟ, «κατασκευαστής θρόνων».
ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ
Οι μεγαλοκυράδες, με τους μπούστους τους και με το φαρδύ παντελόνι σε σχήμα φούστας, γαρνιρισμένο με φραμπαλάδες, καθώς και οι άρχοντες, με την τριγωνική πάνα που τους σκεπάζει τα γεννητικά όργανα ή με χιτώνα, πηγαινοέρχονται φορτωμένοι με κοσμήματα. Στολίζουν τα μαλλιά, τα αυτιά, το λαιμό, τους καρπούς, τα δάχτυλα των χεριών. Πόρπες και καρφίτσες, ροδόσχημα κουμπιά συγκρατούν τις σάρπες, στερεώνουν τα ρούχα. Οι κομμώσεις, που άλλες αφήνουν κυματιστά τα μαλλιά και άλλες πλεκτά, στολίζονται με χτένες, κορδέλες, διαδήματα, μακριές φουρκέτες. Όλοι έχουν το δικό τους σφραγιδόλιθο, από χαλκηδόνιο λίθο, αχάτη ή κρύσταλλο, που αποτελεί αντίτυπο της προσωπικότητάς τους και ταυτόχρονα σφραγίδα και φυλαχτό, γιατί οι σκηνές νίκης που εικονίζονται σ’ αυτόν έχουν συμβολική αξία. Έτσι οι χρυσοχόοι και οι λιθοχαράκτες του ανακτόρου δεν μένουν χωρίς δουλειά και χωρίς πελατεία. Εκείνοι, ωστόσο, που δέχονται τις περισσότερες παραγγελίες, είναι αυτοί που επεξεργάζονται το ελεφαντόδοντο. Δεν τους αρκεί να παραδίνουν στους επιπλοποιούς τα χαραγμένα ή ανάγλυφα στολίδια, που θα στολίσουν το δίφρο του άρματος, τα κιβώτια και τα σκαμνιά, όλα τα μικρά κιβώτια που θα δώσουν οι άρχοντες στους φιλοξενουμένους τους την ημέρα της αναχώρησής τους. Το ελεφαντόδοντο μεταβάλλεται κάτω από τα δάχτυλά τους σε ιντάλιο, σε κοσμήματα, σε φυλαχτά, σε λαβές, σε καθρέφτες, σε τραπέζια παιχνιδιών με τα πιόνια τους, τα ζάρια, τα κότσια τους, σε στρογγυλά κουτιά, σε αγαλματάκια, κεφάλια και μέλη που τα προσαρμόζουν ή τα σφηνώνουν σε μεγάλα επίχρυσα αγάλματα.
ΕΛΕΦΑΝΤΟΥΡΓΟΙ
Ο ελεφαντουργός των Μυκηνών έχει στον πάγκο του, που βρίσκεται πάντα σε μέρος πολύ φωτεινό, επτά μπρούντζινα εργαλεία: ένα μικρό πριόνι, τρία γλύφανα, το ένα με κυρτή λεπίδα, μια λίμα, ένα είδος κυλινδρικού τρίφτη και ένα τοξοειδές τρυπάνι Το ξέστρο του είναι από οψιδιανό λίθο, τη λάβα αυτή που μοιάζει με γυαλί και που τη φέρνει από τη Μήλο ή από το Γυαλί. Το υλικό που θα επεξεργαστεί, το πράσινο, το λευκό ή το κίτρινο ελεφαντόδοντο, του έρχεται κυρίως από τη Συρία: κοπάδια από ελέφαντες ζούσαν στις όχθες του Ορόντη ως τον 8ο αιώνα προ Χριστού. Δεν περιφρονεί, ωστόσο, τα δόντια του ελέφαντα και του ιπποπόταμου της Αιγύπτου, τους χαυλιόδοντες των ελληνικών κάπρων. Κόβει με πριόνι στο χαυλιόδοντα, έναν κύλινδρο με τόσο τέλεια τομή, ώστε θα έλεγε κανείς ότι είναι μια μεταλλική ρωγμή. Σκαλίζει, για να φέρουμε ένα παράδειγμα, πάνω στην εσωτερική επιφάνεια έναν άγριο ταύρο, που ανατρέπει έναν κυνηγό μέσα σ’ ένα τοπίο δάσους. Χαράζει το εσωτερικό μέρος της βάσης, για να στερεώσει με σφήνες και λούκια ένα στρογγυλό πάτο. Ένα σμιλεμένο καπάκι εφαρμόζει στο στόμιο του πάνω μέρους. Θα μουσκέψει το αντικείμενο μιάμιση μέρα, αν ο πελάτης το θέλει, μέσα σε ξίδι ή στύψη και θα το βάψει με πορφύρα. Ή θα κολλήσει στην επιφάνεια ένα φύλλο χρυσού. Διαφορετικά, ο καλλιτέχνης θα σβήσει κατόπιν, με την πιο ψιλή άμμο και με σκόνη από ελαφρόπετρα, τις σπάνιες ανωμαλίες και θα γυαλίσει ολόκληρο το αντικείμενο με ένα στουπί γεμάτο κιμωλία. Τα θέματά του τα δανείζεται από την πανίδα και τη χλωρίδα της πατρίδας του, αλλά και, γύρω στο 1250, από τη θεματογραφία της Μιλήτου, της Σιδώνας και της Κύπρου, όπου ακμάζουν σημαντικά εργαστήρια: σφίγγες η μία απέναντι στην άλλη, πάλη λιονταριού με γρύπες, λιοντάρια που καταβάλλουν ταύρους και ανθρώπους.
ΛΟΓΙΣΤΕΣ
Συχνά γίνεται λόγος για το επάγγελμα, και μάλιστα για την τάξη ή την κάστα των γραφέων. Σε κανένα, ωστόσο, από τα τέσσερις χιλιάδες πήλινα έγγραφα που υπάρχουν και που τα περισσότερα δεν είναι παρά προχειρογραφήματα ή προσωρινές σημειώσεις, δεν αναγράφεται το όνομά τους. Η έννοια όμως του γραφέα φαίνεται πως ήταν ξένη στο μυκηναϊκό πολιτισμό. Όποιος στην Ελλάδα ήξερε να γράφει, έστω κι αν ήταν ξένος, έπαιρνε, όπως και στην αρχαία Κίνα, σημαντική θέση στη διοίκηση των ανακτόρων και των ναών. Οι ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι έπρεπε να είναι όλοι γραμματισμένοι. Μετέγραφαν τους λογαριασμούς και τις χρονιάτικες αναφορές τους σε φθαρτά υλικά, λινό, περγαμηνή, φυτικές ίνες ή φλοιούς. Δέκα το λιγότερο αξιωματούχοι, ίσως και δώδεκα, έλεγχαν τις εισόδους και τις εξόδους των τροφίμων και των ακατέργαστων ή βιομηχανοποιημένων προϊόντων, συνέτασαν τις απογραφές των στάβλων, των αποθηκών των εφοδίων ή των κελαριών, κατέγραφαν λογιστικά τα χρέη και τις οφειλές, καθόριζαν το ρόλο και τη βάση της φορολογίας, πρόβαιναν στην απογραφή του πληθυσμού και των ζωντανών, έκαναν κατανομή της εργασίας στις εργάτριες και στους εργάτες και εξοικειώνονταν με τις πολύπλοκες υποδιαιρέσεις των μονάδων , των μέτρων και των σταθμών. Μερικοί πίστεψαν πως αναγνώρισαν σαράντα, το λιγότερο, διαφορετικά «γραφεία» στο ανάκτορο μόνο της Κνωσού, γύρω στα 1300 π.Χ. Στην πραγματικότητα τα λογιστικά έγγραφα μας γνωρίζουν διάφορους, πολύ ειδικευμένους υπαλλήλους, έναν επιστάτη για τα σύκα (ΟΡΙSUKΟ), έναν για τους καρπούς της γης ή τα δημητριακά (ΟΡΙΚΑΡΕΕU), έναν έφορο για το μέλι(ΜERΙDUΜΑ), έναν αποθηκάριο (ΟΡΙΤΕUΚΕΕU), έναν επιστάτη για τα κράματα (ΜΙΚΑΤΑ) ένα μετρητή (ΜΕΖΑΝΑ), έναν οπλοποιό (EΤΟWΟKΟ), ένα φύλακα των ιερών δερμάτων (;) (DΙΡRERΑΡΟRΟ), έναν επιφορτισμένο στο άναμμα της φωτιάς με πολλούς βοηθούς, έναν υπο-επιστάτη (ΡΟRΟDUΜΑ). Πάνω από αυτούς, που θα ‘πρεπε να ξέρουν να γράφουν, γιατί έπαιρναν και διαβίβαζαν γραπτές διαταγές, υπήρχε ένας επίτροπος (KΟRΑΤE) και ένας πληρεξούσιος (ΡΟΡΟKΟREΤE) και, στις επαρχίες, ένας επαρχιακός επόπτης (ΑΤΟΜΟ) και ένας επαρχιακός διαχειριστής (DΑΜΟKΟRΟ).
Είναι φανερό πως οι τελευταίοι αυτοί αξιωματούχοι (QΑSΙRΕWΙΥΟΤΕ) διακρίνονται σε σχέση με τους προηγούμενους από τα φανταχτερά τους ρούχα και τα εμβλήματά τους, από τη μεγάλη ζωή που έκαναν και από την ίδια την τροφή τους. Ο επαρχιακός ελεγκτής, για να φέρουμε ένα παράδειγμα, έπαιρνε τη χορηγία του σε γουρούνια. Οι επίτροποι και οι έπαρχοι φορολογούνταν διαφορετικά την ημέρα που το Κράτος είχε επείγουσες ανάγκες από μέταλλο ή λινάρι. Ορισμένοι υπάλληλοι με μυστηριώδεις αρμοδιότητες είχαν το δικαίωμα να απαλλάσσουν από ορισμένα βάρη αυτούς που διοικούσαν. Όπως αυτός ο ESΑREU, ίσως κάποιος διαχειριστής, που τον έλεγαν Κεύποδα, ο οποίος εξαιρούσε διάφορες κοινότητες στα νοτιοδυτικά της Πύλου, από τη φορολογία σε λινάρι ή σε είδη από λινάρι. Ή ακόμη ο WΑΤEU, κάποιος ίσως εφοριακός πράκτορας, που ήταν επιφορτισμένος με τις μισθώσεις της γης. Άλλοι μετακινούνταν, όπως ο ΑKERΟ, ελληνικά άγγελος ή αγγελιαφόρος, που ήταν επιφορτισμένος να στέλνει επιστολές, και ο KΑRUKΑ, ή ιερός κήρυκας. Τι να πούμε, ωστόσο, για τον ΡΑDEΥ, τον ΡΑDΑWEΥ και για πολλούς άλλους, που ο όνομά τους δεν εμφανίζεται παρά μια ή δυο φορές συνολικά; Και μια που δεν βρίσκουν κάτι καλύτερο, τους μεταφράζουν σαν κύρια ονόματα, ενώ μπορεί να είναι, για παράδειγμα, όπως οι ΑΜΟΤERE και οιEREUΤERE επίτροποι, επιθεωρητές, πληρεξούσιοι και φοροεισπράκτορες.
ΖΩΓΡΑΦΟΙ
Στην καρδιά του παλατιού, στο βάθος μιας αυλής, πίσω από μια στοά, από έναν προθάλαμο και από μια δίφυλλη πόρτα, απλώνεται μια μεγάλη τετράγωνη αίθουσα, που η οροφή της συγκρατείται από τέσσερις κίονες. Συγκεντρώνονται κοντά στην κεντρική εστία για τα γεύματα, για τα συμπόσια, που συνοδεύονται από τραγούδια και αφηγήσεις, για τις δεξιώσεις. Είναι το μέγαρο. Εκεί μέσα απασχολείται πότε-πότε μια ομάδα διακοσμητών με τους βοηθούς τους, για την επισκευή των τοιχογραφιών. Μιλούν αυθαίρετα για νωπογραφίες, αλλά πρόκειται για μια ολότελα διαφορετική τεχνοτροπία. Πάνω στις εσωτερικές πλευρές του τοίχου έχουν απλώσει οι χτίστες μια στρώση από κιτρινωπή άργιλο ανακατεμένη με ψιλοκομμένο άχυρο για να βαστάξει καλύτερα. Από πάνω οι γυψοποιοί πέρασαν δύο ή τρεις, πολύ λεπτές αλλά του ίδιου πάχους στρώσεις μαρμαροκονίας. Λειαίνουν τη μαρμαροκονία αυτή με μεγάλη προσοχή με το μαρμαρένιο στίλβωτρο, και σε μερικά σημεία ακόμη και με το νύχι: δεν υπάρχει πια η παραμικρότερη γούβα, μια ανωμαλία, ένα χαλίκι. Και κατόπιν τα αφήνουν όλα να στεγνώσουν έναν ολόκληρο μήνα. Οι ζωγράφοι εργάζονται πάνω στην τελευταία επίστρωση, μια στεγνή και σκληρή επένδυση, την ΚΙRΙSΕWΕ, σύμφωνα με τη μέθοδο που τώρα ονομάζουν Α FRESCΟ SECCΟ. Μουσκεύουν κομμάτι, κομμάτι, ελαφρά με το σφουγγάρι την επιφάνεια που θα διακοσμήσουν και που θα τη βάψουν με το πινέλο και το καλάμι. Οι κοπανισμένες χρωστικές ουσίες, που τις διαλύουν μόνο μέσα σ’ ένα αρκετά ανοιχτόχρωμο ασβεστοπολτό, είναι βασικά οργανικές και ορυκτές ουσίες. Όταν το μαύρο δεν είναι από μελάνι σουπιάς, το φτιάχνουν από σκόνη καρβουνιασμένων οστών ή από καπνιά. Η ώχρα δίνει το κίτρινο και όταν την καίνε, διάφορες άλλες αποχρώσεις, που αρχίζουν από το καφέ και φτάνουν στο κοκκινόξανθο. Από τον αιματίτη βγάζουν τα διάφορα κόκκινα χρώματα, από το ροζ μέχρι το κρεμεζί. Το κιννάβαρι δίνει ένα χρώμα ροδαλό. Το μπλε και το πράσινο δεν είναι παρά οι σκόνες αυτές του αζουρίτη και του μαλαχίτη, των δύο αυτών ανθρακικών αλάτων του χαλκού, που συναντήσαμε και παραπάνω στην κατασκευή της υαλόμαζας, που οι κιβδηλοποιοί και οι ερασιτέχνες εξακολουθούν να ονομάζουν λαζούρι, εμαγιέ, σμάλτο ή νιέλλο. Το πιο σκούρο ή πιο ανοιχτό καφέ δεν είναι παρά ένα χώμα με μικρότερη ή μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε οξείδια του σιδήρου και του μαγγανίου. Είναι πολύ πιθανό, μα όχι και βέβαιο, ότι οι μυαλωμένοι αυτοί τεχνίτες είχαν προσέξει τις χρωματικές αρετές που έχουν τα κράματα του κοβαλτίου και του χρωμίου, δύο ορυκτών που τα βρίσκουμε σε πολλά ορυχεία της Κρήτης. Όπως κι αν έχει το πράγμα, ένα είναι σίγουρο: ότι έκαναν διάφορες αναμείξεις μέσα στα δοχεία τους.
Πηγή:
-
Αποσπάσματα απο το βιβλίο «Η καθημερινή ζωή στη Μυκηναϊκή εποχή» Εκδόσεις Παπαδήμα, που αναδημοσίευσε ο Οικονομικός Ταχυδρόμος σε ειδικό αφιέρωμα τον Μάρτιο του 1997.
Αρχαιολογικό Μουσείο Μυκηνών
Posted in Μυκήνες, Μουσεία Αργολίδας, tagged Άργος, Άργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ιστορία, Μυκήνες, Μουσεία Αργολίδας, Πολιτισμός on 25 Οκτωβρίου, 2008| 5 Σχόλια »
Αρχαιολογικό Μουσείο Μυκηνών
Περιγραφή
Το Αρχαιολογικό Μουσείο Μυκηνών βρίσκεται εντός του αρχαιολογικού χώρου των Μυκηνών. Είναι διαμορφωμένο ώστε να εξυπηρετεί τόσο τη διαφύλαξη του υλικού που προέρχεται από τις ανασκαφές στην ακρόπολη των Μυκηνών, την άμεση περιοχή της και τον ευρύτερο περιβάλλοντα χώρο της, όσο και να λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος, για την ενημέρωση των επισκεπτών, συμπληρώνοντας την περιήγηση τους. Το μουσείο στεγάζεται σ΄ ένα σύγχρονο κτήριο, το οποίο ανεγέρθηκε στους πρόποδες του λόφου των Μυκηνών και σε άμεση γειτνίαση με την ακρόπολη. Κτίστηκε με τρόπο που να εξασφαλίζει άμεση επικοινωνία με τα αρχαία κατάλοιπα, τμήματα των οποίων είναι ορατά από τα μεγάλα παράθυρα του και που ο επισκέπτης συναντάει στην πορεία του από την είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, όπου βρίσκεται το εκδοτήριο. Είναι κτισμένο σε τρία επίπεδα και καλύπτει μία συνολική επιφάνεια 2000 τ.μ. Μεγάλη έκταση του μουσείου είναι αφιερωμένη στη φύλαξη του αρχαιολογικού υλικού που προέρχεται από τις ανασκαφικές έρευνες που διεξάχθηκαν στο παρελθόν και συνεχίζονται στις μέρες μας. Ο εκθεσιακός χώρος καλύπτει περίπου το ένα τέταρτο της έκτασης του μουσείου. Διαμορφώθηκε στην ανατολική πτέρυγα του κτηρίου, σε δύο επίπεδα και περιλαμβάνει τρεις αίθουσες. Η κεντρική του είσοδος βρίσκεται στη νοτιοδυτική του πλευρά. Πριν φτάσει στο προαύλιο όπου και η είσοδος της έκθεσης, ο επισκέπτης συναντά το «θολωτό τάφο των Λεόντων. Η είσοδος οδηγεί σ΄ έναν ευρύχωρο προθάλαμο (165 τ.μ), στο κέντρο του οποίου έχει τοποθετηθεί μία μακέτα της ακρόπολης, ενώ πίνακες με κείμενα και εποπτικό υλικό παρουσιάζουν τις συνδεδεμένες με τις Μυκήνες, απεικονίσεις του χώρου από περιηγητές των περασμένων αιώνων, καθώς και το ιστορικό των ανασκαφών. Η επίσκεψη αρχίζει από την αίθουσα που επικοινωνεί με τον προθάλαμο στη δεξιά του πλευρά. Οι άλλες δύο αίθουσες βρίσκονται σε χαμηλότερο επίπεδο και επικοινωνούν με την πρώτη με διπλό επικλινή διάδρομο. Μετά απ’ αυτές ο επισκέπτης επιστρέφει στον προθάλαμο από άλλο επικλινή διάδρομο.Η έκθεση αναπτύσσεται σε τέσσερις αυτοτελείς ενότητες, ως επί το πλείστον σε μεγάλες περιμετρικές επιτοίχιες προθήκες. Οι δύο πρώτες αίθουσες του εκθεσιακού χώρου είναι αφιερωμένες η πρώτη στη ζωή των Μυκηναίων και η δεύτερη σε κατώτερο επίπεδο, στα ταφικά τους έθιμα. Στην πρώτη αίθουσα, που είναι και η μεγαλύτερη (150 τ.μ.), παρουσιάζονται εκθέματα από την πρώτη χρήση του χώρου ως το τέλος των προϊστορικών χρόνων, ανάλογα με τα κτιριακά συγκροτήματα, στα οποία βρέθηκαν. Στη δεύτερη αίθουσα (115 τ.μ.) παρουσιάζεται το υλικό που προέρχεται από τάφους, αρχίζοντας από τους Ταφικούς Κύκλους Α και Β και συνεχίζοντας με τα εκθέματα από τα διάσπαρτα νεκροταφεία των θαλαμωτών τάφων στην ευρύτερη περιοχή των Μυκηνών. Οι άλλες δύο ενότητες αποτελούν τα θέματα της τρίτης αίθουσας (115 τ.μ.) της έκθεσης. Η πρώτη αφορά στη χρήση του χώρου στις Μυκήνες κατά τους ιστορικούς χρόνους ενώ η δεύτερη και τελευταία είναι αφιερωμένη στις δραστηριότητες των Μυκηναίων, στις οποίες οφείλεται η μοναδικότητα του μυκηναϊκού πολιτισμού. Στις ευρύχωρες αποθήκες του μουσείου στεγάζεται επίσης υλικό που μεταφέρθηκε από το Μουσείο Ναυπλίου και το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Εξειδικευμένα εργαστήρια, κεραμικών και μετάλλινων αντικειμένων επιτρέπουν τη συντήρησή του υλικού επί τόπου ενώ υπάρχουν χώροι γραφείων και βιβλιοθήκη για τη διευκόλυνση των μελετητών, που ενασχολούνται με αυτό.
Ιστορικό
Η ιδέα της κατασκευής ενός μουσείου ενταγμένου στον Αρχαιολογικό Χώρο Μυκηνών οφείλεται στον αείμνηστο αρχαιολόγο Γιώργο Μυλωνά, της Αρχαιολογικής Εταιρείας.Οι εργασίες ανέγερσης του μουσειακού συγκροτήματος των Μυκηνών άρχισαν το 1985. Μία πρώτη φάση ολοκληρώθηκε έως το 1987 αφού προηγήθηκαν ανασκαφές. Οι εργασίες ανέγερσης του κτηρίου και διαμόρφωσης των εσωτερικών και εξωτερικών του χώρων περατώθηκαν το 1997. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε εκεί το ανασκαφικό υλικό που φυλασσόταν έως τότε σε μικρή αποθήκη στο χώρο. Μεταφέρθηκε επίσης στο Μουσείο, από το 1999 έως το 2002, το σύνολο του υλικού που στεγαζόταν στις αποθήκες ή την μόνιμη έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Ναυπλίου και μέρος του υλικού που υπήρχε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών. Η επιλογή της θέσης του μουσείου και η σύλληψη της κτιριακής του μορφής του προήλθαν από την ανάγκη να στεγαστεί το άφθονο υλικό των Μυκηνών και ταυτόχρονα να δημιουργηθεί έκθεση, ενημερωτικού και διδακτικού χαρακτήρα, στην οποία να παρουσιάζονται στο φυσικό τους τοπίο οι διαδοχικές περίοδοι χρήσης του χώρου και να προβάλλεται επί τόπου ο μυκηναϊκός πολιτισμός. Το Μουσείο εγκαινιάστηκε στις 31 Ιουλίου 2003 από τον τότε Υπουργό Πολιτισμού, κ. Ευάγγελο Βενιζέλο. Το Σεπτέμβριο του 1999 η Ομάδα Εργασίας Μυκηνών, νυν Επιτροπή Μυκηνών, η οποία έγινε τότε αυτόνομη από την Ομάδα Εργασίας Συντήρησης και Στερέωσης Μνημείων Επιδαύρου (Ο.Ε.Σ.Μ.Ε.) ανέλαβε τις εργασίες για τη μόνιμη έκθεση του νέου μουσείου, με υπεύθυνη την κ. Ελισάβετ Σπαθάρη, Επίτιμη Διευθύντρια Αρχαιοτήτων, ενώ η οργάνωση και η λειτουργία του εντάχθηκαν στο Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για τα Μεγάλα Αρχαιολογικά Έργα (ΤΔΠΕΑΕ), με χρηματοδότηση από το Γ’ ΚΠΣ. Τον Απρίλιο του 2007, η Επιτροπή των Μυκηνών ανασυγκροτήθηκε και ανέλαβε το έργο για τη «Συντήρηση, στερέωση και ανάδειξη των Μνημείων Ακροπόλεως Μυκηνών και του ευρύτερου περιβάλλοντος χώρου». Η νέα αυτή Επιτροπή, τελεί τις εργασίες της υπό την προεδρία της κ. Ν. Σγουρίτσα και τη συμμετοχή των μελών κκ. Α. Νακάση, Α. Κόρκα, Ν. Μίνω, Ε. Παπάζογλου-Μανιουδάκη, Ε. Παλαιολόγου και Μ. Καρύδη-Βλασσοπούλου.
Εκθεσιακό υλικό
Το εκθεσιακό υλικό προέρχεται από τις Μυκήνες και τις θέσεις που έχουν ερευνηθεί στην ευρύτερη περιοχή και αντιπροσωπεύει όλες τις περιόδους χρήσης του χώρου από την αρχή της Εποχής του Χαλκού, γύρω στο 3000 π.Χ., έως και την ελληνιστική εποχή, τον 2ο αι. π.Χ. Το αποτελούν 2.500 εκθέματα, κυρίως πήλινα, αλλά και μετάλλινα, λίθινα, έργα μικροτεχνίας, χρυσοχοΐας, ελεφαντουργίας και τοιχογραφίες.
Το εκθεσιακό υλικό κατανέμεται σε τέσσερις αυτοτελείς ενότητες, δομημένες θεματικά και χρονικά. Οι δύο πρώτες αφορούν στην Εποχή του Χαλκού, με θέματα τη ζωή των Μυκηναίων και τη μεταθανάτια τους ζωή, η τρίτη, στη χρήση του χώρου κατά τους ιστορικούς χρόνους και η τέταρτη, στον Μυκηναϊκό πολιτισμό.
Τα εκθέματα συνοδεύονται από ανάλογο εποπτικό υλικό όπως πληροφοριακές πινακίδες, πινακίδες ταυτότητας των εκθεμάτων, χάρτες, σχέδια και αναπαραστάσεις. Το υλικό πλαισιώνει τα εκθέματα με τρόπο που ανταποκρίνεται στους σκοπούς της ενταγμένης στο φυσικό τοπίο των Μυκηνών έκθεσης, οι οποίοι είναι η ενημέρωση και η εκπαίδευση των επισκεπτών σχετικά με το χώρο και το μυκηναϊκό πολιτισμό.
Ενότητες της έκθεσης
Η ζωή των Μυκηναίων (πρώτη αίθουσα)
Στη πρώτη ενότητα παρουσιάζεται πρώτα η χρήση του χώρου συνοπτικά έως το τέλος της Μυκηναϊκής εποχής, μέσω της εξέλιξης της κεραμικής. Ακολουθούν τα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά συγκροτήματα της Ακρόπολης, η πύλη των Λεόντων, η Σιταποθήκη, τα τείχη, το ανακτορικό συγκρότημα, το Θρησκευτικό Κέντρο, στο οποίο γίνεται ιδιαίτερη μνεία, καθώς και τα δέκα οικιακά μυκηναϊκά συγκροτήματα εκτός της Ακρόπολης.
Μεταθανάτια ζωή (δεύτερη αίθουσα)
Το υλικό της δεύτερης ενότητας προέρχεται από τον Ταφικό Κύκλο Β, του οποίου οι τάφοι παρουσιάζονται αναλυτικά σε προθήκες με ημικυκλική διάταξη, καθώς και από διάφορα νεκροταφεία θαλαμωτών τάφων της περιοχής, σε τοπογραφικές ενότητες. Αντίγραφα των σημαντικότερων κτερισμάτων αντιπροσωπεύουν τον Ταφικό Κύκλο Α. Τα εκθέματα της ενότητας παρουσιάζονται κατά χρονολογική σειρά.
Χρήση του χώρου κατά τους ιστορικούς χρόνους (τρίτη αίθουσα)
Το μισό της τρίτης αίθουσας είναι αφιερωμένο στην τρίτη ενότητα, με υλικό που προέρχεται από ταφικά κτερίσματα της υπομυκηναϊκής, γεωμετρικής, αρχαϊκής και ελληνιστικής εποχής, ιερά της αρχαϊκής και κλασικής εποχής όπως το Αγαμεμνόνειον και το ιερό του Ενυαλίου, και από κτιριακά συγκροτήματα της ελληνιστικής εποχής. Σε ξεχωριστή προθήκη παρουσιάζεται η συλλογή νομισμάτων των Μυκηνών.
Μυκηναϊκός πολιτισμός (τρίτη αίθουσα)
Ο υπόλοιπος χώρος είναι αφιερωμένος στη μοναδικότητα του Μυκηναϊκού πολιτισμού, με ενότητες που αφορούν στις βασικές δραστηριότητες των Μυκηναίων και στα επιτεύγματα του ανακτορικού συστήματος διακυβέρνησης, στη θρησκεία, το εμπόριο, τη διοίκηση, την τέχνη και την τεχνολογία.
Όλγα Ψυχογυιού, αρχαιολόγος
Πηγές





















