Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

 

«Η Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862. Το στρατιωτικό μέρος: Προπαρασκευή, Σχεδίαση, Οργάνωση και Διεξαγωγή του Ένοπλου Αγώνα». Χρήστος Σ. Φωτόπουλος, Αντιστράτηγος ε.α. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Η ανακοίνωση περιλαμβάνει:

  • Μία λίαν συνοπτική ενημέρωση σχετικά με το Στρατό Ξηράς της οθωνικής περιόδου (1833-1862) και τη «στρατιωτική πολιτική» των τότε κυβερνήσεων ως προς την καταστολή των πολλαπλών εξεγέρσεων, στάσεων και κινημάτων που εκδηλώθηκαν κατά την ίδια χρονική περίοδο.
  • Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Ναυπλιακής Επανάστασης και το σχέδιο ταχείας αντιμετώπισής της από τον Υπουργό των Στρατιωτικών.
Πάνος Κορωναίος, ο οργανωτής της Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862 και ένας από τους ηγέτες της επανάστασης που κατέληξε στην εκθρόνισή του Όθωνα.

Πάνος Κορωναίος, ο οργανωτής της Ναυπλιακής Επανάστασης του 1862 και ένας από τους ηγέτες της επανάστασης που κατέληξε στην εκθρόνισή του Όθωνα.

  • Την ανάλυση, σε γενικές γραμμές, της στρατιωτικής αξίας του εδαφικού διαμερίσματος Αργολίδας και της γειτονικής ζωτικής εδαφικής περιοχής του Ισθμού της Κορίνθου.
  • Τις δυσμενείς επιπτώσεις στην εξέλιξη της Επανάστασης από την εξαρχής απώλεια του στοιχείου του αιφνιδιασμού (πρόωρη αποκάλυψη του σχεδίου των επαναστατών του Ναυπλίου).
  • Την οργάνωση και τα σχέδια ενέργειας των αντιπάλων στρατευμάτων (Κυβερνητικών και Επαναστατικών)
  • Τη σύντομη αναφορά στη διεξαγωγή του αγώνα (πολεμικών επιχειρήσεων) στην Αργολίδα μεταξύ των αντιπάλων στρατευμάτων κατά τη χρονική περίοδο Φεβρουάριος – Μάρτιος 1862.
  • Τα κυριότερα συμπεράσματα από το «στρατιωτικόν μέρος» της Επανάστασης.
  • Άγνωστα μέχρι σήμερα στοιχεία και πληροφορίες σχετικά με την Επανάσταση, που προέκυψαν από την έρευνα αταξινόμητου σήμερα πρωτογενούς αρχειακού υλικού των Γενικών Αρχείων του Κράτους.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Χρήστου Φωτόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862. Το στρατιωτικό μέρος.

Read Full Post »

«Αχνάρια Μεγαλοπρέπειας. Μια νέα ματιά στην παράδοση της Ελληνικής γυναικείας φορεσιάς». Έκθεση του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος (ΠΛΙ) για την εξέλιξη του ελληνικού γυναικείου ενδύματος στον «Ελληνικό Κόσμο»


Μια ιδιαίτερα σημαντική έκθεση για την εξέλιξη του ελληνικού γυναικείου ενδύματος από τον 18ο αιώνα μέχρι τις αρχές του 20ου παρουσιάζει από τις 8 Μαΐου το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα στο Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος».

Η έκθεση με τίτλο «Αχνάρια Μεγαλοπρέπειας. Μια νέα ματιά στην παράδοση της Ελληνικής γυναικείας φορεσιάς» συγκεντρώνει πάνω από 40 αυθεντικά χαρακτηριστικά ελληνικά ενδύματα από τον 18ο έως τις αρχές του 20ου αιώνα. Πρωτοπαρουσιάστηκε στο «Ελληνικό Κέντρο Λονδίνου» το Φεβρουάριο του 2014 – με αφορμή τα είκοσι χρόνια λειτουργίας του αλλά και τα σαράντα χρόνια λειτουργίας του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος – στη μνήμη της Κούλας Λαιμού.

 

Αχνάρια Μεγαλοπρέπειας

Αχνάρια Μεγαλοπρέπειας

 

Η έκθεση επικεντρώνεται στην εξέλιξη των τοπικών φορεσιών του ελλαδικού χώρου γύρω στο 18ο αι., εντοπίζοντας κατάλοιπα ενδυματολογικών σχημάτων μιας περιόδου με ελάχιστες σχετικές πληροφορίες. Τα σχήματα αυτά αποτέλεσαν τη βάση για ό,τι επρόκειτο να ακολουθήσει στα μέσα του 19ου αι., όταν με τα ρομαντικά κινήματα αποκρυσταλλώθηκαν οι τοπικές φορεσιές στην Ελλάδα, την Ευρώπη και αλλού.

Αφετηρία της έκθεσης αποτελούν δύο τύποι ενδυμάτων, το φόρεμα της Κάσου – Καρπάθου και το πολύπτυχο, ριχτό φόρεμα της Κρήτης που φαίνεται πως διαμορφώθηκε κυρίως στην Ιταλία στους χρόνους της Αναγέννησης. Τα ενδύματα αυτά αποτέλεσαν τη βάση για τις φορεσιές του Αιγαιοπελαγίτικου χώρου.

 

Φόρεμα της ενδυμασίας «σκλέτα» Αστυπάλαια, Δωδεκάνησα. Αρχές 20ού αιώνα

Φόρεμα της ενδυμασίας «σκλέτα»
Αστυπάλαια, Δωδεκάνησα. Αρχές 20ού αιώνα

 

Η έκθεση περιλαμβάνει επίσης μία σειρά από «πουκάμισα» που εισάγουν στη «δαλματική», ένδυμα που αποτέλεσε τη βάση των υπόλοιπων ελληνικών ενδυμάτων. Μεταξύ άλλων παρουσιάζονται φορεσιές της Σκοπέλου, της Κύμης, του Τρίκερι, της Σκύρου, της Αστυπάλαιας, των Ψαρών και των Σπετσών και παράλληλα ενδυματολογικά σύνολα από το Καστελλόριζο την Κάρπαθο, το Γιδά, το Σουφλί και το Στεφανοβίκι.

 

«Μόρκος», πολύπτυχο, μακρύ, αμάνικο φόρεμα  Σκόπελος, Σποράδες. Αρχές 20ού αιώνα

«Μόρκος», πολύπτυχο, μακρύ, αμάνικο φόρεμα
Σκόπελος, Σποράδες. Αρχές 20ού αιώνα

 

Η «δαλματική», λόγω της απλής της γραμμής, συμπληρώθηκε σε όλα τα Βαλκάνια από μια σειρά από ενδύματα το ένα επάνω στο άλλο κατά τη μακρά διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Έτσι πάνω από το βασικό αγροτικό Βυζαντινό ένδυμα όπως αυτό εξελίχθηκε μετά τη Ρωμαϊκή περίοδο εντοπίζονται διάφορα αστικά πανωφόρια, αντερί καβάδια, καφτάνια, ντουλαμάδες, σαγιάδες, πιρπιρί και τζουμπέδες.

Στην ενότητα αυτή, εκτός από μεμονωμένα δείγματα, παρουσιάζονται και σπάνιες φορεσιές από τα Γιάννενα, τον Πύργο και την Αθήνα. Έτσι, ανάμεσα στα εκθέματα ξεχωρίζουν το πλούσια κεντημένο κουστούμι από την Αστυπάλαια, το ένδυμα από το Στεφανοβίκι της Θεσσαλίας που χαρακτηρίζεται από τον εκπληκτικό συνδυασμό υφασμάτων, χρωμάτων και κοσμημάτων, το πολυτελές και χρυσοποίκιλτο φόρεμα από τα Γιάννενα καθώς επίσης και υπέροχα κοστούμια, που σπάνια εκτίθενται, από την Κύμη Ευβοίας και τα Ψαρά.

 

«Κοντογούνι» από  τούρκικο «αντερί» για τη φορεσιά «Αμαλία» Πελοπόννησος (;). Mέσα 19ου αιώνα

«Κοντογούνι» από τούρκικο «αντερί» για τη φορεσιά «Αμαλία»
Πελοπόννησος (;). Mέσα 19ου αιώνα

 

Σε ξεχωριστή ενότητα της έκθεσης τέλος, παρουσιάζονται οι φορεσιές της Αυλής. Πρόκειται για τις ενδυμασίες που εισήγαγαν η βασίλισσα Αμαλία (1837) και στη συνέχεια η βασίλισσα Όλγα (1867) οι οποίες επηρέασαν τις αστικές αλλά και τις αγροτικές ενδυμασίες στον ελλαδικό χώρο. Τα ενδύματα αυτά αναδεικνύουν την αλληλεπίδραση της δυτικής αισθητικής με την ελληνική.

 

Eνδυμασία κυρίας επί των τιμών της βασίλισσας Όλγας  Αθήνα, Αττική. Μέσα 19ου αιώνα

Eνδυμασία κυρίας επί των τιμών της βασίλισσας Όλγας
Αθήνα, Αττική. Μέσα 19ου αιώνα

 

Η συλλογή των ενδυμάτων που εκτίθενται στην έκθεση «Αχνάρια Μεγαλοπρέπειας. Μια νέα ματιά στην παράδοση της Ελληνικής γυναικείας φορεσιάς» αποτελούν μέρος της συλλογής του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος, εκτός από δύο (το φόρεμα της Κάσου – Καρπάθου και το πολύπτυχο, ριχτό φόρεμα της Κρήτης) που προέρχονται από τη συλλογή του Μουσείου Μπενάκη και παρουσιάζονται για πρώτη φορά. Οι κούκλες είναι από τη συλλογή του Λυκείου των Ελληνίδων. Την επιμέλεια της έκθεσης έχει αναλάβει η σκηνογράφος-ενδυματολόγος και πρόεδρος του ΠΛΙ, Ιωάννα Παπαντωνίου και την σκηνογραφική επιμέλεια ο Σταμάτης Ζάννος.

Ημέρες & ώρες λειτουργίας της έκθεσης: Δευτέρα-Πέμπτη: 09:00-13:30, Παρασκευή 09:00-20:00, Σάββατο 11:00-16:00, Κυριακή 10:00-18:00

Κέντρο Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος»
Πειραιώς 254, Ταύρος
Τηλ. 212 254 0000

Περισσότερες πληροφορίες: κα Λήδα Καρανικολού, Υπεύθυνη Επικοινωνίας Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος», τηλ. 212 254 0444.

 

Read Full Post »

«Η Επανάσταση του 1862 και το Ναύπλιο». Κωνσταντίνος Γ. Γκότσης, Δρ. Ιστορικός. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Η επανάσταση ξεσπά στο Ναύπλιο την 1η Φεβρουαρίου του 1862. Δυο παράγοντες είναι σημαντικοί για την κατανόηση των ιστορικών αυτών γεγονότων: ο χώρος και οι άνθρωποι της πόλης. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, από την προετοιμασία της έως και την καταστολή της, μνημονεύονται και αναδεικνύονται από τους πρωταγωνιστές της ορισμένα στοιχεία του χώρου:

–  Τα τείχη που περιβάλλουν την πόλη και ως ένα βαθμό την οριοθετούν.

–  Τα κάστρα, Παλαμήδι και Ακροναυπλία κυρίως, το Μπούρτζι δευτερευόντως.

– Οι δημόσιοι χώροι, όπως η πλατεία Συντάγματος.

–  Τα δημόσια κτίρια, όπως αυτό του Οπλοστασίου, το δημοτικό σχολείο, τα προξενεία, αλλά και κάποιες εκκλησίες, όπως αυτή του Αγίου Γεωργίου και η Παναγίτσα.

–  Τα ιδιωτικά κτίρια. Πρόκειται κυρίως για τις κατοικίες των πρωταγωνιστών.

 

Σκηνή από τη Ναυπλιακή Επανάσταση, 1862.

Σκηνή από τη Ναυπλιακή Επανάσταση, 1862.

 

Η πόλη επικοινωνεί με τα υπόλοιπα αστικά κέντρα με δύο τρόπους: μέσω θαλάσσης και μέσω του οδικού δικτύου. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης χρησιμοποιήθηκε τόσο η θαλάσσια επικοινωνία, όσο και η χερσαία. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η επιλογή του τρόπου, αλλά και η ταχύτητα της μετακίνησης των αντιπάλων από τον ένα στρατηγικό χώρο στον άλλο.

Η πόλη το 1861 κατοικείται από 6.024 κατοίκους, από τους οποίους ένας σημαντικός αριθμός είναι ετεροδημότες. Την ίδια χρονιά είχαν καταγραφεί 367 «βιομήχανοι», 87 «έμποροι», 103 «υπάλληλοι», 53 «επιστήμονες», από τους οποίους οι 32 είναι δικηγόροι και 12 «κληρικοί». Η πολυπληθέστερη όμως επαγγελματική κατηγορία είναι ο στρατός. Υπάρχουν επίσης πολυάριθμοι κατάδικοι.

Ο κλάδος, μετά το στρατό, που φαίνεται να έχει ιδιαίτερο ρόλο και συμμετοχή στην επανάσταση είναι οι δικηγόροι. Δεν είναι όμως οι μόνοι. Σημαντικά τμήματα του πληθυσμού, κυρίως της νεολαίας, κατατάσσονται σε εθελοντικά σώματα, παίρνουν ενεργό μέρος στα γεγονότα, αλλά και στις συγκρούσεις. Στην πόλη όμως λειτουργούν και θεσμοί, όπως το Δημοτικό Συμβούλιο, του οποίου ο ρόλος υπήρξε «επικουρικός» για τους επαναστάτες.

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι συγγενικοί δεσμοί. Υπάρχουν όμως και οι συμβολικοί δεσμοί. Έτσι, οι αδελφοποιήσεις παίρνουν μαζικό χαρακτήρα μεταξύ των εξεγερμένων στρατιωτών και των εθελοντών πολιτών. Μέσω των αδελφοποιήσεων έχουμε την περίπτωση του αίματος που ενώνει. Το «χυθέν αίμα» των επαναστατών όμως, θα προκαλέσει μεγάλες αντιδράσεις και θα συντελέσει αποφασιστικά στην έξωση του Όθωνα.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Κωνσταντίνου Γ. Γκότση πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η Επανάσταση του 1862 και το Ναύπλιο

Read Full Post »

Διάλεξη του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard, στο Πνευματικό Κέντρο Λυγουριού


 

 

 «Events Series 2014»

«Κλασικά πρότυπα και η πρόσληψή τους: Από τους Αχαιμενίδες έως τον γερμανικό εθνοσοσιαλισμό»

 

 Harvard

Harvard

Την Τετάρτη 7η Μαΐου 2014 και ώρα 8.00 μ.μ. στο Πνευματικό Κέντρο Λυγουριού θα δώσει διάλεξη ο Βασίλειος Λαμπρινουδάκης, Ομότιμος Καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πρόεδρος Επιτροπής Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της σειράς διαλέξεων και εκδηλώσεων «Events Series 2014» θα είναι: «Πόσο κοντά είναι το παρελθόν μας; Η κληρονομιά του κλασικού κόσμου στην ζωή και την τέχνη».

Συνομιλήτρια του κύριου Λαμπρινουδάκη θα είναι η Μαρία-Ξένη Γαρέζου, Διδάκτωρ Κλασικής Αρχαιολογίας, Αρχαιολόγος Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Η εκδήλωση διοργανώνεται σε συνεργασία με την Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία και με τη σύμπραξη της Δημοτικής Χορωδίας Επιδαύρου.

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2014» συνδιοργανώνεται με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών, Ερμιονίδας και Επιδαύρου.

Read Full Post »

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών –  «Η χρήση της ελληνικής αρχαιότητας στον γερμανικό ολοκληρωτισμό»


 

 

  “Events Series 2014”

«Κλασικά πρότυπα και η πρόσληψή τους: Από τους Αχαιμενίδες έως τον γερμανικό εθνοσοσιαλισμό»

 

 Harvard

Harvard

Την Τετάρτη, 30 Απριλίου 2014 και ώρα 8:00 μ.μ., στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη ο Ανδρέας Ιωαννίδης, Αντιπρύτανης, Αναπληρωτής Καθηγητής Νεοελληνικής Τέχνης από τον 19ο αιώνα έως σήμερα, Τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης, Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της σειράς διαλέξεων και εκδηλώσεων «Events Series 2014», θα είναι:

«Η χρήση της ελληνικής αρχαιότητας στον γερμανικό ολοκληρωτισμό».

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2014» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών, Ερμιονίδας και Επιδαύρου.

Read Full Post »

 

«Αντιπολίτευση στο οθωνικό καθεστώς και ρήξη: Η Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862». Δημήτρης Μαλέσης, Δρ. Ιστορικός. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Εξετάζονται οι κοινωνικές συνθήκες που επικρατούσαν στην ελληνική κοινωνία στα μέσα του 19ου αιώνα και αναζητούνται τα αίτια που οδήγησαν στα επαναστατικά γεγονότα του Ναυπλίου και, τελικά, στην κατάρρευση του οθωνικού καθεστώτος τον Οκτώβριο του 1862.

Νικόλαος Φλογαΐτης, διευθυντής της εφημερίδας «Συνταγματικός Έλλην».

Νικόλαος Φλογαΐτης, διευθυντής της εφημερίδας «Συνταγματικός Έλλην».

Συγκεκριμένα, επισημαίνεται η αστικοποίηση, η σταδιακή βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος με τη συνακόλουθη πτώση του ποσοστού των αναλφάβητων και η ανάδειξη μιάς νέας γενιάς, η οποία αποστασιοποιημένη από τις πολιτικές πρακτικές της γενιάς της Επανάστασης του 1821, επιδίωκε τη ρήξη με τις κατεστημένες νοοτροπίες. Ταυτόχρονα, τα παραδοσιακά κόμματα, έχοντας εξαντλήσει τις δυνατότητες εκπροσώπησης της κοινωνίας, είχαν κλείσει τον πολιτικό τους κύκλο, ενώ οι ελιγμοί του μονάρχη σε συνδυασμό με την επίταση των κατασταλτικών μηχανισμών δεν συνιστούσαν επαρκές πλαίσιο για την αναπαραγωγή του συστήματος.

Εστιάζεται, επίσης, η προσοχή σε αυτήν καθ’ εαυτή την πόλη του Ναυπλίου, η οποία ως ένα δυναμικό παραδοσιακό αστικό κέντρο συγκέντρωνε μία ανήσυχη κοινωνική και πνευματική ελίτ. Τα μέλη της, από τα τέλη της δεκαετίας του 1850, είχαν συγκροτήσει έναν ισχυρό αντιπολιτευτικό πόλο και εκδήλωναν σε κάθε ευκαιρία την αντίθεση τους στο «σύστημα». Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την παρουσία ενός ικανού αριθμού στρατιωτικών με αντικαθεστωτικά φρονήματα, οδήγησε στη δημιουργία ενός ισχυρού άξονα, ο οποίος με τη δυναμική ρήξη του Φεβρουαρίου θα δοκιμάσει τις αντοχές του καθεστώτος. Επιπλέον, η οχυρή θέση που διέθετε η αργολική πρωτεύουσα ευνοούσε την ανάπτυξη μιάς επαναστατικής δυναμικής.

Γίνεται αναφορά στα αιματηρά γεγονότα και τις διακηρύξεις των επαναστατών, ενώ επισημαίνεται ιδιαίτερα η τακτική της κυβερνητικής πλευράς, προκειμένου ν’ αντιμετωπίσει την πιο σοβαρή απειλή που γνώρισε πριν την ανατροπή της η δυναστεία, αλλά και η διχοστασία που παρατηρήθηκε μεταξύ των επαναστατών ως προς την τακτική που έπρεπε να ακολουθηθεί, δηλαδή παραμονή στην πόλη ή εκστρατεία στον πυρήνα του καθεστώτος, στην ίδια την πρωτεύουσα. Και ακόμη, η σημαντικότερη διάσταση στους κόλπους των επαναστατών, όταν η επανάσταση έπνεε τα λοίσθια, μεταξύ διαλλακτικών και αδιάλλακτων, οι οποίοι υποστήριζαν την άνευ όρων και προϋποθέσεων συνέχιση του επαναστατικού αγώνα.

Συμπερασματικά, η Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862 μπορεί να μην ανέτρεψε το οθωνικό καθεστώς, ωστόσο του προκάλεσε ισχυρότατο πλήγμα, προλειαίνοντας ουσιαστικά το έδαφος για τη μεταπολίτευση του Οκτωβρίου.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης του κυρίου Δημήτρη Μαλέσηπατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Αντιπολίτευση στο οθωνικό καθεστώς και ρήξη.

 

Read Full Post »

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – «Αρχαίες περσικές προσλήψεις του ελληνικού χώρου»


 

 

  “Events Series 2014”

«Κλασικά πρότυπα και η πρόσληψή τους: Από τους Αχαιμενίδες έως τον γερμανικό εθνοσοσιαλισμό»

 

 Harvard

Harvard

Την Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014 και ώρα 8:00 μ.μ., στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη η Δρ Αντιγόνη Ζουρνατζή, Ιστορικός/Αρχαιολόγος, Κύρια Ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Τομέας Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

 Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της σειράς διαλέξεων και εκδηλώσεων «Events Series 2014», θα είναι:

«Αρχαίες περσικές προσλήψεις του ελληνικού χώρου».

 

Συνομιλητής της κυρίας Ζουρνατζή θα είναι ο Δρ Μάκης Απέργης, Ιστορικός, Επίτιμος Ερευνητικός Εταίρος, University College London.

Η διάλεξη διοργανώνεται σε συνεργασία με τον Σύλλογο Αποφοίτων του Πανεπιστημίου Harvard στην Ελλάδα.

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2014» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών, Ερμιονίδας και Επιδαύρου.

 

Read Full Post »

Ο Νομικός Κόσμος του Ναυπλίου και η  Επανάσταση της 1ης  Φεβρουαρίου 1682. Γούναρης Αναστάσιος, Φιλόλογος – Ιστορικός – Συγγραφέας, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013


 

    

Η μαρτυρημένη δράση δικηγόρων, που ζούσαν τότε στο Ναύπλιο, αρχίζει ένα χρόνο πριν από την Επανάσταση. Οι παλαιότεροι ανήκουν στον πολιτικό κύκλο της Κ. Παπαλεξοπούλου.

 Πέντε από αυτούς, μαζί με τη στρατιωτική ηγεσία, αποφασίζουν την πρόωρη έναρξη του αγώνα και εργάζονται πυρετωδώς  για την επιτυχία του. Aυτοί αποτελούν την προσωρινή Κυβερνητική Επιτροπή, η οποία – ανάμεσα σε άλλα – ξεσηκώνει το λαό, αναθέτει στο φοιτητή της Νομικής Σχολής Θ. Φλογαϊτη την έκδοση της επαναστατικής εφημερίδας «Ο Συνταγματικός Έλλην» και διορίζει δημοτικό αστυνόμο τον κοσμαγάπητο δικηγόρο Κ. Ευθυμιόπουλο.

 Συγκροτείται νέα μόνιμη Κυβερνητική Επιτροπή, η οποία ως Κυβέρνηση ασχολείται και φροντίζει για όλα τα θέματα, πλην των στρατιωτικών. Έχει δέκα μέλη, τα έξη από τα οποία είναι δικαστές και δικηγόροι. Από αυτούς τρεις συγκροτούν ισάριθμα εθελοντικά σώματα και τρεις πηγαίνουν για να ξεσηκώσουν την Αρκαδία.

Άλλοι δικηγόροι εντάσσονται σε διάφορες εθελοντικές στρατιωτικές μονάδες. Κάποιοι με την ευγλωττία τους ενθουσιάζουν λαό και στρατό. Εκφωνούν επικήδειους για τα θύματα του αγώνα. Πρωτοστατούν στην καύση της λαιμητόμου και λύνουν ανθρωπιστικά το πρόβλημα των πολλών υποδίκων και καταδίκων στις φυλακές της πόλης. Σημαντική είναι η συμβολή των δικηγόρων στη σύνταξη της Έκθεσης των Επαναστατών προς τις Προστάτιδες Δυνάμεις. Την κρίσιμη μέρα της 1 Μαρτίου, όλοι τους, από τον εφέτη Πετιμεζά μέχρι το δικηγόρο Ααρών, αγωνίζονται με θάρρος, που κάποτε φθάνει τον ηρωισμό.

 Μετά την ήττα και τη διάσπαση, συνεχίζουν τον αγώνα και προσπαθούν να διευθετήσουν τα πράγματα όσο μπορούν. Ζητούν γενική αμνηστία για τους ίδιους και τους πρώην φυλακισμένους κι όταν αντιλαμβάνονται πως ο γερμανο-ελβετός  αρχηγός του βασιλικού στρατού τους εμπαίζει, ο δικηγόρος Κ. Φαρμακόπουλος του δηλώνει: «λοιπόν, στρατηγέ, έλθετε να κυριεύσητε ερείπια ουχί πόλιν». Τελικά, εξαιρούνται από την αμνηστία 19 άτομα: 12 στατιωτικοί  και 7 πολίτες. Από τους δεύτερους οι 2 είναι δικαστικοί και οι 3 δικηγόροι.

 

Σκηνή από τη Ναυπλιακή Επανάσταση, 1862.

Σκηνή από τη Ναυπλιακή Επανάσταση, 1862.

Αναδιφώντας τις πηγές και τα ιστορικά έργα που υπάρχουν για τη Ναυπλια­κή Επανάσταση της 1ης Φεβρουαρίου του 1862, διαπιστώνουμε αμέσως την ύπαρξη μιας πραγματικής εθνικολαϊκής εκδήλωσης. Την Επανάσταση όμως αποφάσισαν, οργάνωσαν και διεύθυναν άνθρωποι από το αστικό στρώμα της αναπλιώτικης κοινωνίας, με σκοπό την εφαρμογή των καταπατούμενων από το σύστημα[1] συνταγματικών όρων του 1844 και τη λύση των εθνικών και άλλων προβλημάτων,[2] που ταλάνιζαν το μικρό[3] τότε Βασίλειο της Ελλάδος.

Μια άλλη διαπίστωση, η οποία προκύπτει πάλι από τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας, είναι ότι μεγάλος αριθμός των αστών που πρωταγωνίστησαν στον επαναστατικό αγώνα της πόλης του Ναυπλίου ήσαν δικαστές και δικηγόροι.[4] Ο νομικός κόσμος, λόγω της ειδικής επιστημονικής συγκρό­τησής του και της συνεχούς επαγγελματικής απασχόλησής του στην απόδοση του δικαίου, ήταν πιο ευαίσθητος δέκτης των επαναστατικών μηνυμάτων.

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Στο Ναύπλιο – πριν ακόμη από την Επανάσταση – υπάρχει και δρα ένας σημαντικός επαναστατικός πυρήνας, αποτελούμενος κυρίως από δικηγόρους και αξιωματικούς. «Εκ των εποχών εκείνων του Μαρτίου και του Απριλίου του 1861», γράφει μετά τη Ναυπλιακή Επανάσταση στο προς τον Όθωνα Υπόμνημά του ο επί των Εσωτερικών υπουργός του Χ. Χριστόπουλος, «εί­χεν αναπτυχθεί και εφαίνετο παγιούμενον εν Ναυπλίω το αντιδραστικόν κατά των καθεστώτων πνεύμα, η δε οικία της Κ. Παπαλεξοπούλου, ήτις αείποτε ην η διδάσκαλος πάσης κατά των ιερών προσώπων των ΑΑΜΜ βλασφημίας και ύβρεως, συχναζομένη υπό διαφόρων νέων δικηγόρων και αξιωματικών του στρατού, υπήρξε το κέντρον πάσης κατά των καθεστώτων μηχανορραφίας και ραδιουργίας […]».[5]

Ο ίδιος υπουργός δίνει στο ιστορικώς πολύτιμο Υπόμνημά του δύο ακόμη ενδιαφέρουσες για το θέμα μας πληροφορίες: «Την νύκτα», γράφει, «της 24ης προς την 25ην Ιανουαρίου ε.έ., οπότε επρόκειτο να πανηγυρισθή η βασιλι­κή της ημέρας ταύτης εορτή,[6] νέοι λίβελλοι, περιέχοντες τας πλέον ανιέρους βλασφημίας και ύβρεις κατά των ιερών προσώπων των ΑΑΜΜ, ευρέθησαν εν Ναυπλίω, τοιχοκολλημένοι και ερριμένοι εις τας οδούς […]». Το ίδιο επαναλαμβάνεται και την επόμενη νύχτα, αλλά την 29η «αυθόρμητοι και αθρόοι οι εγκριτότεροι του Ναυπλίου εξ όλων σχεδόν των τάξεων, οίον έμποροι, κτηματίαι, δικηγόροι και ο δήμαρχος μετά των μελών του δημοτικού συμ­βουλίου, προσήλθον εις το νομαρχείον», για να εκφράσουν την αγανάκτησή τους «κατά του εν σκότει εργαζομένου λιβελλογράφου […]».[7] Ένα μέρος από αυτούς θα αποτελέσουν την πολιτική ηγεσία της Επανάστασης.

Η δεύτερη πληροφορία του Χριστόπουλου είναι γενική· αφορά στο ποιοι από τις επαρχίες είχαν επαναστατικό φρόνημα. Οι δικηγόροι είναι πρώτοι στη λίστα: «Ήσαν δε», γράφει, «εν ταις επαρχίαις οι περί των κοινών συζητούντες και μετά πικρίας τας πράξεις διερχόμενοι […]. Οι δικηγόροι σχεδόν οι πλεί­στοι».[8] Το ίδιο συνέβαινε και στ’ Ανάπλι.

Μία άλλη σημαντική πηγή, ο άγνωστος χρονικογράφος της Ναυπλιακής Επανάστασης, μας δίνει μια ακόμη σχετική πληροφορία. Την 1η Απριλίου 1861, ο άτυπος[9] ακόμη Δικηγορικός Σύλλογος Ναυπλίου οργάνωσε στο Άρ­γος ένα πολιτικό συμπόσιο «εις το οποίον παρευρέθησαν υπέρ τους τριάκοντα πολίτας και αξιωματικούς. […] των θυρών κεκλεισμένων εσυμφωνήθη αντι­κείμενον μεγίστης σημασίας […]. Εικών δε πρίγκηπός τινος[10] ξένου και με­γάλου […] ενηγκαλίσθη και ησπάσθη παρ’ όλων, ως μέλλοντος να συντελέση προς ευδαιμονίαν και μεγαλείον του έθνους».[11]

Προσωπογραφία Μιχαήλ Ιατρού (1848). Διονύσιος Τσόκος, λάδι σε μουσαμά, 69Χ54 εκ. Συλλογή: Ελένης Σπηλιωτάκη.

Προσωπογραφία Μιχαήλ Ιατρού (1848). Διονύσιος Τσόκος, λάδι σε μουσαμά, 69Χ54 εκ. Συλλογή: Ελένης Σπηλιωτάκη.

Όπως γνωρίζουμε, η Επανάσταση,[12] λόγω απροόπτου συμβάντος, ξεσπά πρόωρα τη νύχτα της 31ης Ιανουαρίου προς 1η Φεβρουαρίου. Ο χρόνος της έκρηξής της συζητείται και αποφασίζεται στο σπίτι του εφέτη Γ. Πετιμεζά. Προγραμματίζεται αμέσως στρατιωτικά και πολιτικά. Το πάνω χέρι έχουν οι πολιτικοί. Τα ηνία κρατά η πενταμελής Προσωρινή Κυβερνητική Επιτρο­πή. Την αποτελούν ο εφέτης Γ. Πετιμεζάς, ο πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης και οι έγκριτοι δικηγόροι, Γρηγ. Δημητριάδης, Γεώργ. Αντωνόπουλος, Ιω. Παπαζαφειρόπουλος. Γραμματέας της είναι ο δικαστικός υπάλληλος Δημ. Καλιοντζής. Η Επιτροπή αυτή – ανάμεσα σε άλλα – εκδίδει δύο Διακηρύξεις, ξεσηκώνει το λαό και αναθέτει στο νεαρό φοιτητή της Νομικής, μαχητή και δημοσιογράφο Θεόδωρο Φλογαΐτη την έκδοση της επαναστατικής εφημε­ρίδας Ο Συνταγματικός Έλλην. Στη συνέχεια, η Προσωρινή Κυβερνητική Επιτροπή διευρύνεται με την προσθήκη πέντε ακόμη αιρετών μελών: του δήμαρχου Πολ. Ζαρειφόπουλου, του πρόεδρου του Δημοτικού Συμβουλίου Μιχ. Ιατρού, του πρώην Βουλευτή Γ. Ι. Ιατρού, του δημοτικού σύμβουλου Β. Κόκκινου και του δικηγόρου Κ. Πετσάλη. Γραμματέας της αναλαμβάνει ο νέος δικηγόρος Γ. Δ. Ποσειδών.[13] Όπως βλέπουμε, οι νομικοί υπερτερούν όχι μόνο σε αριθμό αλλά – όπως θα διαπιστώσουμε – και σε δύναμη. Άλλοι δικηγόροι υπηρετούν σε λόχους εθελοντών και αλλού. Γενικά, οι άνθρωποι αυτοί κλιμακώνονται σε διάφορες θέσεις: από απλός μαχητής μέχρι μέλος της Κυβερνητικής Επιτροπής.

Αυτή η μόνιμη πλέον Κυβερνητική Επιτροπή ασχολείται και φροντίζει για όλα τα θέματα, πλην των στρατιωτικών. Τρία από τα μέλη της οργανώ­νουν ισάριθμους στρατιωτικούς λόχους εθελοντών: ο Μαυρομιχάλης το λόχο εκ Λακώνων, ο Πετιμεζάς το λόχο εκ Καλαβρυτινών και ο Αντωνόπουλος το λόχο εκ Τριπολιτών.[14] Ο Πετιμεζάς, ο Παπαζαφειρόπουλος και ο Αντωνόπου­λος, με ένα μικρό τμήμα Ιππικού, πηγαίνουν στην Τριπολιτσά, για να ξεση­κώσουν την Αρκαδία.[15]

Σημαντική είναι η συμβολή των νομικών της Επανάστασης στη σύνταξη της αναλυτικής έκθεσης «Προς τους εξοχωτάτους Κυρίους Πρέσβεις των τριών Μεγάλων Ευεργετίδων της Ελλάδος Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσσίας». Την υπέβαλαν γιατί κυρίως ήθελαν να τους διαβεβαιώσουν ότι η Επανάσταση «ουδόλως τείνει εις την προσβολήν τής διά των συνθηκών καθιερωθείσης και υφισταμένης εν Ελλάδι μοναρχικής και συνταγματικής τάξεως ή των διεθνών σχέσεων ουδέ το παράπαν αντίκειται εις τους υψηλούς περί της Ανατολής σκοπούς των Δυνάμεων». Την κύρια ευθύνη για τη σύνταξη της διπλωματικής αυτής έκθεσης είχαν οι δικηγόροι Γ. Στεφόπουλος, Κ. Φαρμα­κόπουλος και Κ. Πετσάλης,[16] καθώς και ο Θ. Φλογαΐτης.

Η προοδευτική αντίληψη αυτών των ανθρώπων νομίζω πως υπήρξε σημαντική και στην αντιμετώπιση του προβλήματος των φυλακισμένων, οι οποίοι βρίσκονταν τότε στις φυλακές του Παλαμηδιού και της πόλης: υπόδικοι – κα­τάδικοι (πολλοί βαρυποινίτες)· εξακόσιοι σύμφωνα με τον Καρολίδη, υπερχί­λιοι κατά το Λαμπρυνίδη. Το πρόβλημα ήταν δύσκολο και απασχόλησε πολύ την ηγεσία της Επανάστασης. Τελικά, ύστερα από τη γνωμοδότηση ενός ειδικού συμβουλίου, άρχισε η κατά τμήματα αποφυλάκισή τους και η εθελοντική κατάταξη των ικανοτέρων στον επαναστατικό στρατό. Η διαγωγή τους σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης υπήρξε ανεπίληπτη, ορισμένοι δε έπεσαν πολεμώντας στο πεδίο της μάχης.[17]

Οι ηγέτες της Επανάστασης, προκειμένου να διατηρήσουν ακμαίο, υψηλό και αμείωτο το ηθικό φρόνημα των αγωνιζομένων και του λαού, έλαβαν απο­φάσεις, για την πραγματοποίηση των οποίων η συμβολή του νομικού κόσμου ήταν σημαντική. Αποφάσισαν και κήδευσαν μεγαλόπρεπα τους νεκρούς του αγώνα: «η κηδεία του ανθυπασπιστού [Ιω.] Παγώνη εγένετο μεθ’ όλης της παρατάξεως αποδοθεισών αυτώ τιμών ανθυπολοχαγού· άπασα η πόλις συνώ­δευσε τον νεκρόν μέχρι του τάφου του. Ο Θ. Φλογαΐτης απήγγειλε επιτάφιον λόγον […]».

Με τον ίδιο τρόπο κηδεύτηκαν και ο ανθυπασπιστής Ιππικού Περ. Φαγκρίδης (για τον οποίο εκφώνησε επικήδειο λόγο ο Π. Μαυρομιχά­λης), ο ανθυπασπιστής Πυροβολικού Γεωργ. Σταύρου (για τον οποίο εκφώνη­σαν λόγους ο Π. Μαυρομιχάλης και ο Ηλ. Κρομμύδας) κ.ά.[18]

Παράλληλα, η Επαναστατική Επιτροπή οργανώνει τακτικά λαϊκές γιορτές και συγκεντρώσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων φλογεροί ρήτορες που προέρχονται κυρίως από τον νομικό κύκλο, αναρριπίζουν τον επαναστατικό ενθουσιασμό. Κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας συγκέντρωσης (που έγινε στις 21 Φεβρουαρίου) ο λαός προχώρησε σε μια εξαιρετικά συμβολική πράξη: «[…] έκαυσε την λαιμητόμον εν πομπή· δείξας το προς την θανατικήν ποινήν μίσος του, έπραξεν πράξιν αξίαν του ΙΘ΄ αιώνος. Ο δε ενθουσιώδης Π. Μαυ­ρομιχάλης εξεφώνησε τον επόμενον λόγον […]».[19] Πιστεύω πως στην υλοποίηση αυτής της ανθρωπιστικής σκέψης πρέπει να έπαιξε ρόλο και η παρουσία των δύο δικαστικών και των πολλών δικηγόρων που υπηρετούσαν στις τάξεις των αγωνιστών της Ναυπλιακής Επανάστασης.

Κοντά σ’ αυτά, οι ηγέτες της Επανάστασης ευνοούν την μεταξύ των πολεμιστών αναβίωση του παλαιού εθίμου της μπέσας. Στρατιώτες, υπαξιωματικοί και εθελοντές πολίτες δένονται μεταξύ τους με αμοιβαίους όρκους αδελφοσύ­νης και αφοσίωσης. Σε μια τέτοια τελετή αναφέρεται ο Συνταγματικός Έλλην: «Χθες [= 27 Φεβρουαρίου] την πρωίαν όλοι σχεδόν οι υπαξιωματικοί και πάμπολλοι πολίται συνεδέθησαν διά δεσμού αδελφότητος εκκλησιαστικής, αδελφοποιίας , ψαλείσης εν τω ναώ του Αγίου Γεωργίου. Κατόπιν επαιάνισεν η μουσική και πλήρεις ενθουσιασμού οι στρατιώται και οι πολίται έψαλαν άσματα εθνικά. Εις την τελετήν ταύτην παρήσαν και οι κ.κ. Γ. Α. Πετιμεζάς και Π. Μαυρομιχάλης […]».[20]

Και φθάνουμε πλέον στην αποφράδα μέρα της 1ης Μαρτίου. Όπως είπαμε, οι δικηγόροι έχουν κλιμακωθεί αναλαμβάνοντας θέσεις από απλός μαχη­τής μέχρι μέλος της Κυβερνητικής Επιτροπής. «Ο εφέτης Πετιμεζάς», γράφει ο ανώνυμος Ναυπλιεύς, «μετά υπερβολικού ενθουσιασμού περιφερόμενος εις τα κανονοστάσια της πόλεως από πρωίας ενεθάρρυνε τους πολίτας και τους στρατιώτας, εκτελών ο ίδιος και διαφόρους υπηρεσίας, ως και οι δικη­γόροι Γρ. Δημητριάδης, Κ. Αντωνόπουλος και Ιω. Παπαζαφειρόπουλος και ο πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης, όστις ουδέποτε απ’ αρχής της Επαναστάσεως έπαυσεν ενθουσιάζων τον λαόν διά της ευγλώττου ρητορείας του […]. Εις το εν Ακροναυπλία τοποθετημένον μέγα πολυβόλον Φειδιάς […] υπηρέτει από πρωίας μετά μεγάλου ζήλου και ο δικηγόρος Ααρών άσιτος μετ’ άλλων πολι­τών».[21] Όπως όμως γνωρίζουμε, οι επαναστάτες, αντιμετωπίζοντας μεγαλύ­τερες αριθμητικά και καλά οργανωμένες κυβερνητικές δυνάμεις, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και να χάσουν όλα τα εκτός του Ναυπλίου προπύργιά τους.

Με το χτύπημα της 1ης Μαρτίου η Επανάσταση κλονίζεται. Δεν καταβάλλεται, βέβαια, γονατίζει όμως και από τη θέση αυτή συνεχίζει τον αγώνα επί ένα και πλέον μήνα. Οι επαναστάτες μάταια ελπίζουν ακόμη τον ξεσηκω­μό και άλλων περιοχών. Στους κόλπους της ηγεσίας της επέρχεται μια σοβαρή διάσπαση σε δυο παρατάξεις: στους διαλλακτικούς και τους αδιάλλακτους. Η πρώτη είναι πολυπληθέστερη, έχει αρχηγό τον

Προσωπογραφία Αρτέμη Μίχου. Αγνώστου, Λάδι σε μουσαμά, 96 x 70,5εκ. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Προσωπογραφία Αρτέμη Μίχου. Αγνώστου, Λάδι σε μουσαμά, 96 x 70,5εκ.
Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

και είναι υπέρ της κατάπαυσης του εμφυλίου πολέμου, υπό τον όρο της παροχής γενικής αμνηστίας. Η δεύτερη είναι δυναμικότερη, έχει επικεφαλής τον υπολοχαγό Δημήτριο Θ. Γρίβα, τον οποίο ενισχύει με το κύρος του ο εφέτης Πετιμεζάς, και είναι υπέρ της συνέχισης του αγώνα.[22]

Αρχίζουν, λοιπόν, διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαλλακτικών και του αρχηγού του βασιλικού στρατού, στρατηγού Αμαδ. Χαν. Οι πρώτοι στέλνουν διαδοχικά στο δεύτερο τρεις επιτροπές, στις 2, 7 και 16 Μαρτίου. Στην πρώτη αποστολή μετέχει ο πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης, στη δεύτερη και την τρίτη ο δικηγόρος Κωνστ. Φαρμακόπουλος· πρόκειται για τον γενναίο εκείνο άνδρα που, όταν κατάλαβε την ανειλικρίνεια του ξένου στρατηγού στο θέμα της χο­ρήγησης γενικής αμνηστίας, του είπε ίσια και σταράτα: «Λοιπόν, στρατηγέ, έλθετε να κυριεύσητε ερείπια, ουχί πόλιν!».[23]

Ύστερα από αυτή την εξέλιξη των πραγμάτων, οι δύο αντίθετες επαναστατικές παρατάξεις συμφιλιώνονται. Στην πολιορκημένη πόλη, που ζούσε την 44η μέρα του εμφύλιου πολέμου, η ατμόσφαιρα αλλάζει αμέσως. Πλήθος πολιτών, ακολουθώντας την παιανίζουσα στους δρόμους μπάντα της μουσι­κής, διαδηλώνει την πεποίθησή του να συνεχίσει τον αγώνα και οι δικηγόροι διοργανώνουν λαϊκές συγκεντρώσεις.[24]

Τα πράγματα όμως μέρα τη μέρα διαρκώς δυσκολεύουν όλο και περισσότερο, κυρίως για το πλήθος των πολιτών. Εξάλλου, με εξαίρεση τον ξεσηκωμό στις Κυκλάδες (28 Φεβρουαρίου – 1 Μαρτίου) και κάποιες περιορισμένες εξεγέρσεις, τ’ Ανάπλι μένει μόνο και αβοήθητο. Τελικά, σχεδόν όλοι οι ηγέ­τες υποχρεώθηκαν να δεχτούν την παύση των συγκρούσεων με τη χορήγηση αμνηστίας, εξαιρουμένων 19 προσώπων: δώδεκα αξιωματικών του στρατού και επτά πολιτών· οι πέντε από τους δεύτερους ήταν ο εφέτης Γ. Πετιμεζάς, ο πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης και οι δικηγόροι Κ. Δ. Αντωνόπουλος, Γρ. Δημητριάδης, Ιω. Παπαζαφειρόπουλος, οι οποίοι αποφάσισαν να αυτοεξο­ριστούν. Την αυλαία στο ναυπλιακό δράμα έκλεισαν οι 300 περίπου αξιω­ματικοί, υπαξιωματικοί και πολίτες (κυρίως νέοι), που αποφάσισαν να τους ακολουθήσουν στην εξορία.[25]

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ατομικά Σημειώματα Πληροφοριών για τη δράση αγωνιστών

δικαστών και δικηγόρων κατά τη Ναυπλιακή Επανάσταση

(1 Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862)

 

Ααρών

Για τον απλό δικηγόρο μαχητή Ααρών, που αναφέρεται έτσι, χωρίς να διευκρινίζεται αν πρόκειται για το όνομα ή το επώνυμό του, έχουμε τρεισήμισι μόλις γραμμές από τον Ανώνυμο Ναυπλιέα: Εις το εν Ακροναυπλία τοποθετημένον μέγα πυροβόλον, Φειδιάς καλούμενον και διευθυνόμενον από τον λοχίαν Πετρόπουλον υπηρέτει  [την 1 Μαρτίου] από πρωΐας μετά μεγάλου ζήλου και ὁ δικηγόρος Ααρών άσιτος μετ’ άλλων πολιτών

Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σ. 41.

 

Κωνστ. Γ. Αντωνόπουλος.

Υπήρξε άνθρωπος του κύκλου της Κ. Παπαλεξοπούλου. Ανήκε στον πυρήνα των συνωμοτών επαναστατών του Ναυπλίου. Κινήθηκε δραστήρια τη νύχτα της 31/1 –1/2/1862. Τη δεύτερη μέρα της Επανάστασης, μετά την ορκωμοσία του στρατού και την ομιλία του αντισυνταγματάρχη Πάνου Κορωναίου, απάγγειλε στην Πλατεία του Πλατάνου «λόγον πλήρη ενθουσιασμού». Διατέλεσε μέλος της προσωρινής και, στη συνέχεια, της μόνιμης Κυβερνητικής Επιτροπής της Επανάστασης. Αυτός και δύο άλλα επαναστατικά στελέχη πηγαίνουν στην Τρίπολη, για να ξεσηκώσουν την Αρκαδία. Συγκροτεί «λόχον εκ Τριπολιτσιωτών» εθελοντών που πολέμησαν παλληκαρίσια. Τη δύσκολη μέρα της 1 Μαρτίου ενθουσιάζει τους πυροβολητές «εκτελών και ο ίδιος διαφόρους υπηρεσίας».

Η εν γένει πολιτεία του δικηγόρου Αντωνόπουλου φανερώνει ένα συνειδητό και δραστήριο επαναστάτη. Όπως ήταν φυσικό, εξαιρέθηκε από την αμνηστία που έδωσε ο Όθων. Προτίμησε τότε την αυτοεξορία και έζησε την πικρή ζωή του αυτοεξόριστου επαναστάτη. Γύρισε στην Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση (12/10/1862). Ο λαός της Μαντινείας τον εξέλεξε βουλευτή. Στη συνεδρίαση της Βουλής της 28 Ιανουαρίου 1863 έγινε λόγος για την Εθνική Εορτή. Ο Κ. Αντωνόπουλος υποστήριξε ″ότι η 25 Μαρτίου δεν ήτο η ημέρα της Επαναστάσεως και μολαταύτα αύτη καθιερώθη […]″. Η Εθνικὴ Συνέλευση συμφώνησε …».  Η ημερομηνία όμως της εορτής παραμένει…

Ανώνυμος, Τα συμβάντα, σελ. 9-10, 11, 14, 15, 17, 19, 25, 28, 40, 43- 44, 62, 69, 72, 79, 83, 85. Ο Συνταγματικός Έλλην  αριθ.1/ 1–2, 1/3, Παράρτημα 1, 2/ 1– 2, 2/ 3β΄, 3/1α΄, 3/2β, 4/1– 2, 4/4α,  12/4α. Γούναρης, Η ΝΕ, σ. 30, 40, 42/1, 43, 45, 54, 67, 76, 77, 102, 109, 121, 127. Κορδάτος, Ιστορία, τ.  Δ΄, σ. 41, 48, 53, 64. ΦΕΚ 25/26-4-1862 (ΒΔ 17- 2-1862).

                                               

Γρηγόριος Δημητριάδης (1830-1888)

Ανήκει και αυτός στον κύκλο της Κυράς τ’ Αναπλιού και είναι ενταγμένος στον στενό πυρήνα των επαναστατών. Δείχνει ιδιαίτερη δραστηριότητα τη βραδιά της 31ης Ιανουαρίου προς 1η Φεβρουαρίου 1862. Υπηρετεί κυρίως ως μέλος της προσωρινής και, κατόπιν, της μόνιμης Κυβερνητικής Επιτροπής. Αγωνίζεται σθεναρά κατά την κρίσιμη μέρα της 1ης Μαρτίου. Κατά τη διά­σπαση της ηγεσίας των επαναστατών πηγαίνει με το μέρος των διαλλακτικών. Εξαιρείται από την αμνηστία και αυτοεξορίζεται. Μετά τη μεταπολίτευση επιστρέφει, πολιτεύεται και εκλέγεται επανειλημμένως βουλευτής Ναυπλίου και το 1888 δήμαρχος.

Ανώνυμος, ό.π., σ. 9, 11, 25, 40, 44, 62, 69, 72, 74, 78, 84, 85. Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 1, σ. 2, 3, 4, στ. β΄, Παράρτημα 1, αρ. φύλλου 2, σ. 1-2, αρ. φύλλου 3, σ. 1, στ. α΄, σ. 2, στ. β΄, αρ. φύλλου 4, σ. 1-2, αρ. φύλλου 10, σ. 1-2, αρ. φύλλου 12, σ. 4, στ. α΄. Γούναρης, ό.π., σ. 30, 40, 42/1, 43, 67, 70, 76, 77, 102, 107, 127. Φ.Ε.Κ. 25/26.4.1862 (Β.Δ. 17.2.1862).

 

Κωνσταντίνος Δ. Ευθυμιόπουλος (1828-1885)

Ευθυμιόπουλος ΚωνσταντίνοςΟ Αναπλιώτης δικηγόρος Κ. Ευθυμιόπουλος είναι ένας κοσμοαγάπητος άν­θρωπος. Κατά την Επανάσταση διορίζεται δημοτικός αστυνόμος Ναυπλίου. Επιτελεί το έργο του κατά τρόπο υποδειγματικό. Τον βοηθούν σε αυτό η Εθνο­φυλακή του Σπ. Ζαβιτσιάνου και η Πολιτοφυλακή του λοχαγού Κ. Λώρη· «ου­δέποτε δε το Ναύπλιον ενθυμείται νύκτας ησυχωτέρας», γράφει ο Ανώνυμος.

Όταν ξεσπά η διαμάχη ανάμεσα σε διαλλακτικούς και σε αδιάλλακτους επαναστάτες, ο Ευθυμιόπουλος τάσσεται με τους δεύτερους. Ο Ζυμβρακάκης τον καθαιρεί, αλλά αναγκάζεται να τον αποκαταστήσει κατ’ απαίτηση του Δ. Γρίβα. Άγνωστο γιατί, αμνηστεύεται.

Μετά την έξωση του Όθωνα, τη 13η Οκτωβρίου «[…] ο όχλος θρασυν­θείς», γράφει ο Λαμπρυνίδης στη Ναυπλία, «κατέλυσε τον Δήμαρχον Γ. Ι. Ια­τρού, αντ’ αυτού δε ανεκήρυξε τοιούτον διά βοής τον Δικηγόρον Κ. Ευθυμιό­πουλον». Ο ίδιος «όχλος» στη συνέχεια τον ανέδειξε βουλευτή πολλές φορές. Υπήρξε ιδρυτής και αρχηγός του λαϊκού κόμματος των «Αρειμανίων». Το φτωχόπαιδο, που –όπως γράφει ο Δημόπουλος– «εσπούδασεν εν στερήσεσιν […] ανηγορεύθη διδάκτωρ Νομικής τω 1856» και έγινε για μία περίπου εικο­σαετία ο ισχυρότερος πολιτικός άνδρας του Ναυπλίου. Όταν πέθανε (1885) η κηδεία του έγινε «δημοσία δαπάνη», με απόφαση του τότε πρωθυπουργού Θ. Δηλιγιάννη.

Το ήθος του ανθρώπου φανερώνει και το ακόλουθο γεγονός που ιστορεί ο Δημόπουλος. Την 1.2.1864 αρχίζει στο Κοινοβούλιο συζήτηση για την απο­ζημίωση των καταστροφών που έγιναν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης στο Ναύπλιο, την Πρόνοια και τα γύρω χωριά:

Μετά τον Αρ. Μίχου, ωμίλησαν οι πληρεξούσιοι Ναυπλίου Κ. Ευθυμιόπου­λος και Γρ. Δημητριάδης, αναπτύξαντες διά μακρών τα όσα δεινά υπέστη­σαν οι Ναυπλιείς και τας υλικάς καταστροφάς της πόλεως και των περι­χώρων. Μετά τας αγορεύσεις ταύτας ωμίλησεν ο πληρεξούσιος Ροντήρης, αντικρούσας τους Ναυπλιείς πληρεξουσίους και ειπών ότι δεν είναι δυνα­τόν να εγκριθώσιν αποζημιώσεις εις τους «αντάρτας του Ναυπλίου διά το ανταρτικόν των κίνημα» […].

Δεν παρήλθε πολύς καιρός και ο πληρεξούσιος Ροντήρης διορίζεται νομάρχης Αργολίδος και Κορινθίας και έρχεται εις Ναύπλιον. Άμα όμως απεβιβάσθη εις την παραλίαν, ευρέθη προ αποσπάσματος της Εθνοφυλα­κής, του οποίου ο επικεφαλής –τη εισηγήσει του δημάρχου Ευθυμιοπού­λου– διατάσσει τον Ροντήρην ν’ απέλθη εκ Ναυπλίου, διότι δεν τον δέχεται η Εθνοφυλακή! Ο Νομάρχης, εκπλαγείς, ζητεί τον δήμαρχον, όστις σπεύδει εκεί και γίνεται ο εξής αξιομνημόνευτος διάλογος:

Διατί, κ. Ευθυμιόπουλε, δεν μοι έλεγες εν Αθήναις ότι δεν θα με εδέχοντο εδώ, να μην έλθω;

Διότι δεν επίστευον, κ. Ροντήρη, ότι, λαόν, ον εξύβρισες ως ληστα­ντάρτην, θα είχες την αξίωσιν και να τον διοικήσης!

Ηγόρευσα εν τη Συνελεύσει κατά του Ναυπλίου –υπέλαβεν ο νομάρ­χης– αλλ’ ήδη θα φροντίσω ν’ αποζημιωθώσιν οι Ναυπλιείς.

Οι Ναυπλιείς –απεκρίθη υπερήφανος ο Ευθυμιόπουλος– έχουν ανά­γκην της υπολήψεώς των και όχι των χρημάτων των!

Ο λαός επευφήμησεν εις τους υψηλούς λόγους του δημάρχου του και ο νομάρχης απήλθε παραχρήμα του Ναυπλίου υπό την προστάτιδα συνοδείαν του Ευθυμιοπούλου, όστις επέβαλε νεκρικήν σιγήν εις τον παριστάμενον πολυπληθή λαόν και επεβίβασε τον νομάρχην εις το αυτό ατμόπλοιον.

Ανώνυμος, ό.π., σ. 15, 50. Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 18, σ. 4, στ. α΄. Γούναρης, ό.π., σ. 43, 124. Δημόπουλος, ό.π., σ. 134, 211-213, 220-221, 228-231, 268-270.

 

Πέτρος Αν. Μαυρομιχάλης (1828-1892)

Γιος του μπεηζαδέ Αναστασίου και εγγονός του Πετρόμπεη. Κάνει σπουδές Νομικής στην Αθήνα και το Παρίσι. Μπαίνει στον δικαστικό κλάδο και κατά την εποχή αυτή υπηρετεί στο Ναύπλιο ως πρωτοδίκης. Ανήκει και αυτός στ πολιτικό κύκλο της Κ. Παπαλεξοπούλου. Θεωρείται από τους ηγέτες της Επα­νάστασης και έχει να παρουσιάσει μεγάλη δράση κατά τη διάρκειά της. Είναι από τα πρόσωπα που αποφασίζουν –λόγω εκτάκτου γεγονότος– την έκρηξη της Επανάστασης το βράδυ της 31ης Ιανουαρίου προς 1η Φεβρουαρίου αντί για το βράδυ της 3ης προς 4η Φεβρουαρίου 1862, όπως είχε πανελληνίως συμφωνηθεί. Διατελεί μέλος της προσωρινής και κατόπιν της μόνιμης Κυ­βερνητικής Επιτροπής. Ενθαρρύνει την μεταξύ των αγωνιστών διάδοση του εθίμου της «μπέσας» (αδελφοποιίας). Ο αρχιεπαναστάτης αυτός θεωρείται και λαμπρός ρήτορας. Σώζονται οι επικήδειοι λόγοι του για τους πεσόντες αν­θυπασπιστές Π. Φαγκρίδη και Γ. Σταύρου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο λόγος που εκφώνησε πριν από την καύση της απαίσιας λαιμητόμου: «[…] ουδέποτε από της αρχής της επαναστάσεως», γράφει ο Ανώνυμος, «έπαυσεν ενθουσιά­ζων τον λαόν διά της ευγλώττου ρητορικής του, καταρώμενος τους συγγενείς του εκείνους, οίτινες, αν και σύμφωνοι πρότερον μετ’ αυτού, εις την συνομω­σίαν, έλαβον τα όπλα κατά της επαναστάσεως».

Ο πρωτοδίκης Π. Μαυρομιχάλης συμμετέχει ενεργά στην κρίσιμη σύ­γκρουση της 1ης Μαρτίου. Κατά τη διάσπαση των επαναστατών στις 2 Μαρ­τίου συντάσσεται με τους διαλλακτικούς. Είναι μέλος της Επιτροπής που μεταφέρει το αιτητικό περί χορηγήσεως γενικής αμνηστίας έγγραφο στον αρχηγό του βασιλικού στρατού Αμαδ. Χαν. Εξαιρείται από την αμνηστία και απολύεται από τη θέση του. Αυτοεξορίζεται με άλλους τριακόσιους περίπου επαναστάτες. Φθάνει στη Σμύρνη. Εκεί νυμφεύεται τη θυγατέρα του πλουσιότατου Σμυρναίου ιατροφιλόσοφου Γαληνού Κλάδου.

Μετά την οκτωβριανή Επανάσταση και την έξωση του Όθωνα, επιστρέ­φει στην Ελλάδα και πολιτεύεται. Εκλέγεται επανειλημμένως βουλευτής και γίνεται υπουργός επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.

Ανώνυμος, ό.π., σ. 9, 10, 11, 19, 25, 28, 39, 40, 43-44, 44, 54, 62, 69, 72, 74, 79, 84, 85, 91-93, 93-94. Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 1, σ. 2, 3, στ. β΄, σ. 4, Παράρτημα 1, αρ. φύλλου 2, σ. 1-2, αρ. φύλλου 3, σ. 1, στ. α΄, σ. 2, στ. β΄, αρ. φύλλου 4, σ. 1-2, σ. 4, στ. α΄, αρ. φύλλου 10, σ. 3, στ. β΄, αρ. φύλλου 11, σ. 4, αρ. φύλλου 12, σ. 3, σ. 4, στ. α΄, αρ. φύλλου 15, σ. 2, στ. β΄, αρ. φύλλου 17, σ. 2-3. Γούναρης, ό.π., σ. 29-30, 37, 40, 43, 45, 67, 76, 77, 77-78, 90, 102, 107, 121, 128. Φ.Ε.Κ. 25/26.4.1862 (Β.Δ. 17.2.1862).

 

Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος (1829-1879)

Κάνει νομικές σπουδές στην Αθήνα και τη Λιψία και δικηγορεί στ’ Ανάπλι. Σφόδρα αντιδυναστικός. Συχνάζει και αυτός στο πολιτικό σαλόνι της Κ. Πα­παλεξοπούλου. Είναι από τα πρόσωπα που αποφάσισαν για την επιλογή της μέρας της έκρηξης της Ναυπλιακής Επανάστασης. Γίνεται μέλος της προσω­ρινής και κατόπιν της μόνιμης Κυβερνητικής Επιτροπής. Αποστέλλεται με τον εφέτη Πετιμεζά και το συνάδελφό του δικηγόρο Αντωνόπουλο στην Τρι­ πολιτσά, για να ξεσηκώσουν την Αρκαδία. Μαζί με δύο δικαστές και δύο συ­ναδέλφους του συμμετέχει στις αποφασιστικές συγκρούσεις της 1ης Μαρτί­ου. Κατά τη διάσπαση των επαναστατών σε διαλλακτικούς και αδιάλλακτους, συντάσσεται με τους πρώτους. Θεωρεί μάταιο τον περαιτέρω αγώνα και το χύσιμο του αδελφικού αίματος. Εξαιρείται από την αμνηστία και απολύεται από τη θέση του (ως δικηγόρος και β΄ πάρεδρος του Πρωτοδικείου Ναυπλίου). Αυτοεξορίζεται και ζει μέχρι την έξωση του Όθωνα (10.10.1862) τη δύσκολη ζωή του πολιτικού πρόσφυγα. Επανέρχεται τότε στην Ελλάδα, πολιτεύεται, εκλέγεται βουλευτής και γίνεται υπουργός Δικαιοσύνης.

 Ανώνυμος, ό.π., σ. 9, 11, 14, 17, 19, 20, 25, 28, 40, 43-44, 54, 62, 64, 69, 72, 79, 84, 85. Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 1, σ. 2, σ. 3, στ. α΄-β΄, Παράρτημα 1, αρ. φύλλου 2, σ. 1-2, αρ. φύλλου 3, σ. 1, στ. α΄, σ. 2, στ. β΄, αρ. φύλλου 4, σ. 1-2, αρ. φύλλου 12, σ. 4, στ. α΄. Γούναρης, ό.π., σ. 30, 39-40, 42-43, 50, 67, 76, 77, 102, 103,109, 121, 127. Φ.Ε.Κ. 25/26.4.1862 (Β.Δ. 6.2.1862) και Φ.Ε.Κ. 35/4.7.1862 (Β.Δ. 12.5.1862).

 

Γεώργιος Αν. Πετιμεζάς (1816-1884)

Γεώργιος Πετιμεζάς

Γεώργιος Πετιμεζάς

Ο Καλαβρυτινός εφέτης Γ. Πετιμεζάς ήταν γόνος της ιστορικής γενιάς των Πετιμεζάδων, οι οποίοι μετανάστευσαν από την Ήπειρο στην Πελοπόννησο. Σπούδασε νομικά στο Μόναχο. Υπηρετούσε ως εφέτης στο Ναύπλιο. Ψυχω­μένος επαναστάτης, είχε πολιτικές σχέσεις με την Κ. Παπαλεξοπούλου και τον κύκλο της. Στο σπίτι του λήφθηκε η απόφαση για την επίσπευση της Επα­νάστασης κατά τη νύχτα της 31ης Ιανουαρίου προς 1η Φεβρουαρίου λόγω τυχαίου περιστατικού που υποψίασε τις αρχές της πόλης. Πολύ μεγάλη ήταν η δραστηριότητά του για τη στερέωση και την εξάπλωση της Επανάστασης, ιδιαίτερα κατά τις πρώτες μέρες της. Η εξουσία βρισκόταν στα χέρια των πολιτικών και ο Πετιμεζάς ήταν εκλεκτό μέλος της, άτυπος, θα λέγαμε, Πρό­εδρος της Κυβερνητικής Επιτροπής, της προσωρινής, και κατόπιν της μόνι­μης. Με δύο δικηγόρους και ένα μικρό τμήμα Ιππικού πήγε στην Τριπολιτσά, για να ξεσηκώσει τους Αρκάδες. Συγκρότησε «λόχον εκ Καλαβρυτινών εθε­λοντών», από αυτούς που κατοικούσαν τότε στη Ναυπλία. Συναποφασίζει με την Κυβερνητική Επιτροπή και τη στρατιωτική ηγεσία τη σύνταξη της Έκθεσης προς τις Προστάτιδες Μεγάλες Δυνάμεις. Στη φοβερή σύγκρουση της 1ης Μαρτίου «Ο εφέτης Πετιμεζάς», γράφει ο Ανώνυμος, «μετά υπερ­βολικού ενθουσιασμού περιφερόμενος εις τα κανονοστάσια της πόλεως από πρωίας ενεθάρρυνε τους πολίτας και στρατιώτας, εκτελών ο ίδιος διαφόρους υπηρεσίας, ως και οι δικηγόροι Γ. Δημητριάδης, Κ. Αντωνόπουλος και Ιω. Παπαζαφειρόπουλος […]».

Κατά τη διάσπαση των επαναστατών σε διαλλακτικούς και αδιάλλακτους, τάσσεται με το μέρος των δεύτερων. «Εις την επαύξησιν της επιρροής του [αρχηγού των αδιάλλακτων] Γρίβα συνετέλει τα μέγιστα διά των πολλών σχέ­σεών του ο εφέτης Πετιμεζάς, απολαμβάνων μεγάλης δημοτικότητος παρά τω λαώ και τω στρατώ», γράφει πάλι γι’ αυτόν ο Ανώνυμος.

Όπως ήταν επόμενο, το οθωνικό «σύστημα» τον εξαιρεί από τη γενική αμνηστία και τον απολύει από τη θέση του. Παίρνει με αξιοπρέπεια το δρόμο της ξενιτειάς μαζί με 18 μη αμνηστευόμενους στρατιωτικούς και πολιτικούς και με ένα πλήθος αυτοεξορισθέντων αγωνιστών (300 περίπου), από τους οποίους οι περισσότεροι ήταν νέοι. Η εξορία του κράτησε έξι περίπου μήνες. Επαναπατρίστηκε μετά την έξωση του Όθωνα. Ορίστηκε αρχηγός της αρτι­σύστατης τότε Εθνοφυλακής, χωρίς να το έχει επιδιώξει. Κατόπιν εκλέχτηκε βουλευτής και χρημάτισε υπουργός επί των Εσωτερικών.

Ανώνυμος, ό.π., σ. 9, 10, 11, 17, 19, 22, 25, 28, 40, 43-44, 44, 45, 54, 62, 69, 72, 79, 84, 85. Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 1, σ. 1-2, σ. 3, στ. β΄, Παράρτημα 1, αρ. φύλλου 2, σ. 1-2, αρ. φύλλου 3, σ. 1, στ. α΄, σ. 2, στ. β΄, αρ. φύλλου 4, σ. 1-2, σ. 4, στ. α΄, αρ. φύλλου 12, σ. 4, στ. α΄, αρ. φύλλου 15, σ. 2, στ. β΄, αρ. φύλλου 18, σ. 4. Γούναρης, ό.π., σ. 29, 37, 39-40, 43, 65, 67, 76, 76-77, 85, 89-90, 102, 108, 109, 116, 121, 125. Φ.Ε.Κ. 25/26.4.1862 (Β.Δ. 17.2.1862).

 

Κωνσταντίνος Πετσάλης

Ο δικηγόρος Κ. Πετσάλης (και ο μεγαλύτερος αδελφός του Αθανάσιος[26]  που δικηγορούσε στην Αθήνα) ήσαν από τους ένθερμους αγωνιστές που αντιμά­χονταν το «σύστημα». Στο Ναύπλιο σύχναζε και αυτός στο πολιτικό σαλόνι της μεγάλης Κυράς, όπως έλεγαν την Κ. Παπαλεξοπούλου.

Τη βραδιά που ξέσπασε η Επανάσταση, ο Πετσάλης ήταν από τους πρώ­τους που έφτασαν στην Πλατεία Πλατάνου, όπου είχε παραταχθεί ο στρατός. Ο λαός συγκεντρώθηκε γύρω του και του ζητούσε να μιλήσει. Ανέβηκε σε ένα πρόχειρα στημένο βήμα και από εκεί, ανεμίζοντας μια κόκκινη σημαία, μέσα στις επευφημίες του συγκεντρωμένου λαού και του στρατού, κήρυξε επίσημα την Επανάσταση και ανέπτυξε εύγλωττα τους σκοπούς της. Στη συ­νέχεια, με πρόταση πολλών πολιτών, εκλέγεται μέλος της δεκαμελούς «επί της ασφαλείας Επιτροπής». Είναι ένας από τους κύριους συντάκτες της Έκθε­σης «Προς τας τρεις Προστάτιδας της Ελλάδος Δυνάμεις». Κατά τη διάσπαση των επαναστατών, στις 2 Μαρτίου, σε διαλλακτικούς και αδιάλλακτους είναι με το μέρος των πρώτων. Αμνηστεύεται, αλλά η κυβέρνηση τον απολύει από τη θέση του δικηγόρου και προχωρεί σε κατάσχεση πολλών κτημάτων της οικογένειάς του. Αποκαθίσταται μετά την έξωση του Όθωνα και πολιτεύεται με επιτυχία.

Ανώνυμος, ό.π., σ. 14, 25, 28, 43, 44, 54, 72, 74, 80-84, 85. Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 1, σ. 3, στ. β΄, σ. 4, στ. α΄, σ. 4, στ. α΄-β΄, Παράρτημα 1, αρ. φύλλου 2, σ. 1-2, αρ. φύλλου 3, σ. 2, στ. β΄. Γούναρης, ό.π., σ. 30, 42-43, 66-67, 75-76, 89, 102, 121. Φ.Ε.Κ. 25/26.4.1862 (Β.Δ. 17.2.1862).

 

Γεώργιος Δ. Ποσειδών

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, από την πρώτη μέρα, με τη συγκρότηση της προσωρινής Κυβερνητικής Επιτροπής, ορίστηκε ως «Γενικός Γραμματεύς» της ο δικαστικός υπάλληλος Δημ. Καλιοντζής. Φαίνεται όμως ότι οι επανα­στάτες, θέλοντας να «αναβαθμίσουν» τη θέση, τοποθέτησαν σε αυτήν στις 2 Φεβρουαρίου το δικηγόρο Γ. Δ. Ποσειδώνα. «Ο δικηγόρος Ποσειδών», γρά­φει ο Ανώνυμος, «νέος εμπνεόμενος υπό υγιών πατριωτικών αισθημάτων διο­ρίζεται Γενικός Γραμματεύς της διοικητικής Επιτροπής». Για τον νεαρό αυτό επαναστάτη έχουμε μία ακόμη μαρτυρία από την εφημερίδα των επαναστα­τών, τον Συνταγματικό Έλληνα: «Σήμερον δημοσιεύομεν», γράφει ο Θ. Φλο­γαΐτης, «τον επί του τάφου του […] αποθανόντος [ανθυπασπιστή του Ιππικού] Περ. Φαγκρίδη ενθουσιώδη λόγον του κ. Πέτρου Μαυρομιχάλη, επιφυλαττό­μενοι να δημοσιεύσωμεν ακολούθως τον επίσης ωραίον επικήδειον λόγον του κ. Γ. Ποσειδώνος». Ο Γ. Ποσειδών, με Βασιλικό Διάταγμα της 17.2.1862, που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 23/26-4-1862 απολύθηκε από τη θέση του.

Ανώνυμος, ό.π., σ. 14-15, 69. Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 1, σ. 3, στ. β΄ κ.εξ. Δημόπουλος, ό.π., σ. 138, 135. Φ.Ε.Κ. 25/26.4.1862 (Β.Δ. 17.2.1862).

 

Γεώργιος Στεφόπουλος

Για το δικηγόρο αυτό έχουμε μία μόνο πληροφορία, ότι υπήρξε ένας από τους τρεις δικηγόρους που συνέταξαν την Έκθεση «Προς τους εξοχωτάτους Κυρίους πρέσβεις των τριών Μεγάλων Ευεργετίδων της Ελλάδος Δυνάμεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσσίας», για την οποία έχει ήδη γίνει αναφορά προη­γουμένως.

«Προς αποφυγήν», γράφει ο Ανώνυμος, «ενδεχομένων παρεξηγήσεων […], ο αρχηγός εν συμβουλίω, εις το οποίον παρευρέθησαν και τα μέλη της Διοικητικής Επιτροπής και διάφοροι αξιωματικοί, προτείνει να συνταχθή έκ­θεσις προς τους πρέσβεις των τριών Ευεργετίδων Μεγάλων Δυνάμεων, εις ην να καταδεικνύηται ο σκοπός της επαναστάσεως και αι προκαλέσασαι αυτήν αιτίαι, καθ’ όσον –είπεν– δεν πρέπει να αμφιβάλλωμεν ότι εκείνοι, κατά των οποίων το κίνημά μας αποτείνεται, θέλουν δυσφημίσει δι’ όλων των μέσων την επανάστασιν και δώσει αυτή χαρακτήρα άλλον παρά τον αληθή. Μετά τινα συζήτησιν περί των βάσεων της εκθέσεως ταύτης, απεφασίσθη η σύντα­ξις αυτής, ανατεθέντος του έργου τούτου εις τους δικηγόρους Γ. Στεφόπου­λον, Κ. Φαρμακόπουλον, Κ. Πετσάλην και άλλα πρόσωπα […]».

Ανώνυμος, ό.π., σ. 25, 80-84. Γούναρης, ό.π., σ. 66-68. Δημόπουλος, ό.π., σ. 148-149.

 

Κωνσταντίνος Φαρμακόπουλος (1799-1899)

Ο Κ. Φαρμακόπουλος είναι ένας από τους τρεις έγκριτους δικηγόρους του Ναυπλίου, οι οποίοι συνέταξαν και συνυπέγραψαν στις 6.8.1862 την Έκθεση «Προς τους εξοχωτάτους Κυρίους πρέσβεις των τριών Μεγάλων Ευεργετίδων της Ελλάδος Δυνάμεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσσίας». Υπήρξε μέλος της δεύτερης και της τρίτης Επιτροπής, την οποία οι διαλλακτικοί επαναστάτες έστειλαν στον αρχηγό του πολιορκητικού στρατού Αμαδ. Χαν, στις 7 και 16 Μαρτίου, με γραπτή εντολή να διαπραγματευτούν την παράδοση της πόλης και των φρουρίων της υπό τον όρο της παροχής γενικής αμνηστίας «διά τε το Ναύπλιον και δι’ όσα άλλα μέρη […] εξετέθησαν οπωσδήποτε […]». Κατά τη δεύτερη συνάντηση ο στρατηγός Χαν «[…] εβεβαίωσε την Επιτροπήν επί τω λόγω της στρατιωτικής του τιμής ότι η αμνηστεία υπάρχει πλήρης και γενική […]. Τα αυτά επανέλαβε και ο Αντιστράτηγος και ο Νομάρχης». Στην τρίτη, και τελευταία, συνάντηση οι επαναστατικοί αντιπρόσωποι άκουσαν το Χαν να τους λέει και να επαναλαμβάνει πως «αμνηστεία δεν υπάρχει, διότι το Υπουργείον δεν ενδίδει». Τότε ο Φαρμακόπουλος, αηδιασμένος από την ανέ­ντιμη συμπεριφορά του ξένου στρατηγού και από την εμπαθή αδιαλλαξία της κυβέρνησης, του δήλωσε το εξής: «Λοιπόν, στρατηγέ, έλθετε να κυριεύσητε ερείπια και ουχί πόλιν!».

Ο Κ. Φαρμακόπουλος, διδάκτορας της Νομικής, είναι από τους ιδρυτές του Δικηγορικού Συλλόγου Ναυπλίου (1884) και δεύτερος πρόεδρός του (1886-1895). Πολιτεύτηκε και εκλέχτηκε βουλευτής Ναυπλίας.

Ανώνυμος, ό.π., σ. 25, 45-47, 50-51, 80-84. Γούναρης, ό.π., σ. 66-68, 94, 99. Δημόπουλος, ό.π., σ. 148-149, 165-167, 252-253, 268.

 

Θεόδωρος Νικολ. Φλογαΐτης (1840-1905)

Φλογαΐτης  Θεόδωρος

Φλογαΐτης Θεόδωρος

Γεννήθηκε στο Ναύπλιο, όπου έκανε τις στοιχειώδεις και γυμνασιακές του σπουδές. Κατά το βιογράφο του σε ηλικία δεκαπέντε ετών γράφτηκε στη Νο­μική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1860 άρχισε να αρθρογραφεί σε αθηναϊκές εφημερίδες ασκώντας αντικυβερνητική πολιτική· για το λόγο αυτό οι οθωνικές αρχές τον είχαν εκτοπίσει στη γενέτειρά του. Ήταν είκοσι δύο ετών όταν ξέσπασε η Ναυπλιακή Επανάσταση. Εντάχθηκε αμέσως στις δυ­ νάμεις της και πρόσφερε αξιόλογες υπηρεσίες. Από την πρώτη ακόμη μέρα της Επανάστασης, η προσωρινή Κυβερνητική Επιτροπή του αναθέτει «την σύνταξιν και έκδοσιν της Εφημερίδος Ο Συνταγματικός Έλλην – Εφημερίς των αρχών της Πρώτης Φεβρουαρίου». Ενδεχομένως σε αυτό το έντυπο συνεργα­ζόταν με την Κ. Παπαλεξοπούλου. Ο νεαρός τότε επαναστάτης δημοσιογρά­φος αγωνιζόταν με την πένα του να κρατήσει ακμαίο το φρόνημα λαού και του στρατού. Γι’ αυτό το σκοπό χρησιμοποιούσε και το χάρισμα της ρητορικής. Για παράδειγμα, στην παλλαϊκής συμμετοχής κηδεία του ανθυπολοχαγού Ιω. Παγώνη εκφώνησε έναν εμπνευσμένο επικήδειο. Ο Π. Μαυρομιχάλης και ο Θ. Φλογαΐτης ήσαν οι δημεγέρτες ρήτορες της Ναυπλιακής Επανάστασης.

Παράλληλα με τα παραπάνω, ο νεαρός Φλογαΐτης έχει να επιδείξει ακόμη ένα απλό μεν αλλά τιμητικό έργο: ζητεί και εντάσσεται ως απλός στρατιώτης στο λόχο του Πυροβολικού, στον οποίο υπηρετούσε επίσης ως εθελοντής και ο μοναδικός γιος της Κ. Παπαλεξοπούλου, ο Επαμεινώνδας.

Δεν γνωρίζουμε τι έπραξε ο Θ. Φλογαΐτης μετά την καταστολή της Ναυ­πλιακής Επανάστασης. Πήρε όμως το πτυχίο της Νομικής, έγινε διδάκτορας και κατόπιν υφηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, έγραψε με επιτυχία πολλά σχετικά έργα, αλλά αρνήθηκε την έδρα του καθηγητή του Διοικητικού Δικαί­ου για χάρη της δημοσιογραφίας, την οποία εξάσκησε με γνώση, μαχητικότη­τα και εντιμότητα. Πολιτεύτηκε και εκλέχτηκε δύο φορές βουλευτής.

Ανώνυμος, ό.π., σ. 28, 89-90. Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 6, σ. 2-3, αρ. φύλλου 12, σ. 4, στ. α΄. Γούναρης, ό.π., 45/9, 77/4, 78/2. Κούλα Ξηραδάκη, Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου 1809-1898: Η γυναίκα που κλόνισε το θρόνο του Όθωνα, εκδ. Φιλιππότη, γ΄ έκδοση, Αθή­να 1998, σ. 210-212. Χαράλαμπος Χ. Κύρκος, Θεόδωρος Φλογαΐτης. Ένας ανυποχώρητος μαχητής της συνταγματικής νομιμότητας, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2009.

 

 Γούναρης Αναστάσιος

Φιλόλογος – Ιστορικός – Συγγραφέας

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φαυλοκρατία. Για την ακριβή έννοια του όρου βλ. Αναστ. Γούναρης, Η Ναυπλιακή Επανάσταση (1 Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862). Ιστορική μελέτη, β΄ έκδοση, Δήμος Ναυ­πλιέων – ΔΗ.Κ.Ε.Ν., Ναύπλιο 2010, σ. 19/4.

[2] Δηλαδή της εθνικής ολοκλήρωσης, της δημιουργίας Εθνοφυλακής, της διαδοχής του Όθωνα, της αποκατάστασης των ακτημόνων αγροτών, της εύρυθμης λειτουργίας του κράτους κ.ά.

[3] Το Βασίλειο της Ελλάδος επί Όθωνα είχε έκταση 47.516 τ.χλμ. και (κατά την απογραφή του 1861) 1.086.810 κατοίκους.

[4] Π.χ. στον κύκλο της πολυθρύλητης Καλλιόπης Σπ. Παπαλεξοπούλου αναφέρονται δύο δικαστικοί και τέσσερεις τουλάχιστον δικηγόροι. Επαναστάτες, οι οποίοι ασκούσαν άλλα επιστημονικά επαγγέλματα, ήσαν οι εξής: οι γιατροί Σταματόπουλος, Ν. Μαράτος και Λ. Σακελλαριάδης, ο φαρμακοποιός Σπ. Ζαβιτσιάνος και ο διδάσκαλος της Πρόνοιας Εμμανουήλ Παπαδάκης. Πιστεύω πως η έρευνα θα φέρει στο φως και άλλους πολλούς.

[5] Επαμ. Κυριακίδης, Ιστορία του συγχρόνου Ελληνισμού, από της ιδρύσεως του Βα­σιλείου της Ελλάδος μέχρι των ημερών μας (1832-1892), τ. Β΄, εν Αθήναις 1892, σ. 112 και Γιάνης Κορδάτος, Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας, τ. Δ΄ (1860-1901), Εκδόσεις «20ός αιώνας», Αθήνα 1958, σ. 42.

[6] Εορτή των Αποβατηρίων του Όθωνα (25.1.1833).

[7] Κυριακίδης, ό.π., σ. 115 και Κορδάτος, ό.π., σ. 42.

[8] Κυριακίδης, ό.π., σ. 117 και Κορδάτος, ό.π., σ. 44.

[9] Κανονικά ιδρύθηκε το Μάρτη του 1884, με πρώτο πρόεδρο τον αντιφρονούντα (στη Ναυπλιακή Επανάσταση) Υπάτιο Αυγερινό και δεύτερο τον επαναστάτη Κ. Φαρμα­κόπουλο. Βλ. Θεοδόσιος Σπ. Δημόπουλος, Ιστορία του Ναυπλίου. Ιστορία της πόλεως του Ναυπλίου από των μυθικών χρόνων μέχρι σήμερον – 1500 π.Χ. μέχρι 1948 μ.Χ., εισαγω­γή-επιμέλεια Γιώργος Ρούβαλης, τ. Β΄, έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο 2010, σ. 253, 268.

[10] Μάλλον πρόκειται για τον Ιερώνυμο Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

[11] Ανώνυμος, Τα συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως της πρώτης Φεβρουαρί­ου, υφ’ ενός Ναυπλιέως, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Κ. Αντωνιάδου, 1862, σ. 5 και Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς. Ιστορική μελέτη, β΄ έκδοση, τύποις Κλεισιούνη, Αθήναι 1950, σ. 396. Την εποχή εκείνη πολλά συμπόσια αυτού του είδους οργανώνονταν στην Αθήνα και σε πόλεις της επαρχίας.

[12] Γούναρης, ό.π., σ. 35-37.

[13] Στο ίδιο, σ. 39 κ.εξ.

[14] Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 4, σ. 4, στ. α΄.

[15] Ανώνυμος, ό.π., σ. 17, 18-20, 22.

[16] Στο ίδιο, σ. 25, 80-84. Γούναρης, ό.π., σ. 66-68.

[17] Ανώνυμος, ό.π., σ. 18. Γούναρης, ό.π., σ. 46-47, 88, 94.

[18] Ανώνυμος, ό.π., σ. 28, 39, 89-94. Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 6, σ. 2-3, αρ. φύλλου 10, σ. 3, στ. β΄, αρ. φύλλου 11, σ. 4, αρ. φύλλου 17, σ. 2, στ. β΄. Ο Συνταγματικός Έλλην γράφει (αρ. φύλλου 14, σ. 4, στ. β΄) ότι τους νεκρούς μαχη­τές ενταφίαζαν σε ιδιαίτερο τόπο, «εις την θέσιν της Ακροναυπλίας Παναγίτσα, ένθαεσχηματίσθη από της 8 Φε.[βρουαρίου] ε.έ. η συνοικία των φιλελευθέρων […]».

[19] Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 12, σ. 3. Γούναρης ό.π., σ. 77-78. Το 1866 η Ελληνική Πολιτεία κατασκεύασε στο Οπλοστάσιο του Ναυπλίου νέα λαιμητόμο και το 1890 όρισε μόνιμο τόπο εκτέλεσης των θανατοποινιτών το Παλαμήδι· βλ. Δημόπουλος, ό.π., τ. Β΄, σ. 298-299.

[20] Ο Συνταγματικός Έλλην, αρ. φύλλου 15, σ. 2, στ. β΄. Ανώνυμος, ό.π., σ. 28, 32, 45. Τελικά το έθιμο είχε αρνητικές συνέπειες, γιατί καθένας ήθελε να βρίσκεται και να πολεμά δίπλα στον αδελφοποιητό του.

[21] Ανώνυμος, ό.π., σ. 40-41.

[22] Στο ίδιο, σ. 43-44.

[23] Στο ίδιο, σ. 44, 46-47, 50-51. Γούναρης, ό.π., σ. 89 κ.εξ., 94 κ.εξ.

[24] Ανώνυμος, ό.π., σ. 51.

[25] Γούναρης, ό.π., σ. 101-102, 102-103, 107-108, 109, 111, 126 κ.εξ.

[26] Τα δύο αδέλφια ανήκαν στη λεγόμενη «παράταξιν των νέων». Ο Αθανάσιος, μαζί με τον ποιητή Παν. Σούτσο, συνέταξε το «Προς τον βασιλέα της Ελλάδος περί της απαι­τουμένης πολιτικής μεταβολής Υπόμνημα του Γερουσιαστού Κωνστ. Κανάρη», στο οποίο προσέθεσε έναν πολύ ενδιαφέροντα πρόλογο· βλ. Γούναρης, ό.π., σ. 26-27, 34, 132-136.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Στοιχεία για την πρώτη δεκαετία του Δήμου Ναυπλιέων (1833-1843): Η τοπική αυτοδιοίκηση στο πλαίσιο του συγκεντρωτικού κράτους. Ελένη Καλαφάτη, Αρχιτέκτονας – Δρ Ιστορικός. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Στα χρόνια του Αγώνα η πολιτική και διοικητική συγκέντρωση διακηρύσσεται ως θεμελιώδης αρχή του πολιτεύματος, ενώ επιχειρείται στο μέτρο που οι περιστάσεις το επιτρέπουν η εγκαθίδρυση νέων ιεραρχημένων σχέσεων ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και στις τοπικές αρχές, που θα επιτρέψουν στις επαναστατημένες περιοχές να συγχωνευθούν σε μία νέα οργανική ενότητα.

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία, 1833.

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία, 1833.

Στην ίδια κατεύθυνση η πρώτη Αντιβασιλεία προχωρά στη θεσμοθέτηση ενός, συγκεντρωτικού και αυστηρά ιεραρχημένου διοικητικού συστήματος: η επικράτεια διαιρείται σε νομούς, οι νομοί σε επαρχίες, οι επαρχίες σε δήμους και κάθε στοιχείο εγκλείεται στο αμέσως ανώτερο του. Αυτός ο ορθολογισμός απαντά στην επιταγή για την πολιτική ενοποίηση του εθνικού εδάφους με την κατάργηση της τοπικής ιδιαιτερότητας, αλλά συγχρόνως αποτελεί και το εργαλείο που επιτρέπει στο νέο κράτος να οργανώσει την επέμβασή του σε όλους τους τομείς της ζωής και της δραστηριότητας των πολιτών.

Σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο η εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής στην περιφέρεια εξασφαλίζεται από τη δραστηριότητα περισσότερων αξιωματούχων με επικεφαλής τον Νομάρχη. Ωστόσο στην πραγματικότητα οι βασικότερες αρμοδιότητες συγκεντρώνονται στο επίπεδο των δήμων, όπου ο Δήμαρχος, ανώτατη εκτελεστική αρχή, ορίζεται και θεσμικά ως διφυές όργανο, κρατικό και δημοτικό συγχρόνως.

Στην ανακοίνωση αυτή θα επιχειρήσω, αξιοποιώντας υλικό από το Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου, να σκιαγραφήσω το γενικό περίγραμμα των δημοτικών λειτουργιών και της σχέσης με την κεντρική Διοίκηση, όπως αυτή διαμεσολαβείται από τον Νομάρχη κατά την πρώτη δεκαετία του Ελληνικού Βασιλείου.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Ελένης Καλαφάτη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η τοπική αυτοδιοίκηση στο πλαίσιο του συγκεντρωτικού κράτους.

 

Read Full Post »

Ψαρομαχαλάς – Η ψυχή του Ναυπλίου


 

 Το βιβλίο του Γιώργου Ρούβαλη «Ψαρομαχαλάς – Η ψυχή του Ναυπλίου», περιλαμβάνει ιστορικές και λογοτεχνικές αναφορές στον Ψαρομαχαλά, καθώς και πολλές μαρτυρίες ηλικιωμένων κυρίως κατοίκων του. Στις σελίδες του υπάρχουν πολλές παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες οικογενειών και άλλες της γύρω περιοχής (Προμαχώνας, Πέντε Αδέλφια, Μεντρεσές (παλιό τούρκικο ιεροδιδασκαλείο πίσω από την πρώτη Βουλή των Ελλήνων), κ.λπ.). Αναβιώνει έτσι μια ολόκληρη εποχή για τον σημερινό επισκέπτη, που έχει την ευκαιρία να μείνει σε κάποια από τις μικρές πανσιόν της γειτονιάς και να απολαύσει την ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα και την εξαιρετική θέα της μαγευτικής πόλης και του Αργολικού Κόλπου από ψηλά.

 

Στην ιστορική και πανέμορφη πόλη του Ναυπλίου υπάρχει μια παλιά, γραφική γειτονιά, σκαρφαλωμένη στη μέση του βράχου της Ακροναυπλίας. Είναι ο Ψαρομαχαλάς, η πιο παλιά γειτονιά του σύγχρονου Ναυπλίου, που χτίστηκε από τους Βενετσιάνους γύρω στο 1500, ενώ τα προγενέστερα χρόνια η πόλη περιοριζόταν στην Ακροναυπλία, στην κορυφή του λόφου.

Το όνομα του προέρχεται από τους ψαράδες, που έμεναν και μένουν εκεί και κάπως από την εγκατάσταση Ψαριανών προσφύγων μετά την καταστροφή του νησιού τους το 1824. Είναι μια παραδοσιακή γειτονιά με σπιτάκια λαϊκής τεχνοτροπίας, συνήθως ξύλινα και εύθραυστα, ασπρισμένα και νοικοκυρεμένα, λες και βρίσκεσαι σε νησί. Πολλοί τουρίστες αγνοούν ή δεν ευκαιρούν να ανέβουν εκεί και είναι κρίμα, γιατί το χρώμα του είναι μοναδικό.

 

Σπίτια στον Ψαρομαχαλά. Φωτογραφία του Χαρ. Μπούρα (1974). Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

Σπίτια στον Ψαρομαχαλά. Φωτογραφία του Χαρ. Μπούρα (1974). Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

 

Οι κάτοικοί του είναι ακόμα ψαράδες, φτωχοί άνθρωποι, αλλά και μικροϋπάλληλοι και σήμερα ιδιοκτήτες πανσιόν και μικρών ξενοδοχείων με όλα τα κομφόρ. Έχουν από παλιά μια περηφάνια για τη γειτονιά τους, ένα εύθυμο και σκωπτικό πνεύμα και παράδοση στην καντάδα και το τραγούδι.

 

Ψαρομαχαλάς |Η ψυχή του Ναυπλίου

Ψαρομαχαλάς |Η ψυχή του Ναυπλίου

 

Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει ιστορικές και λογοτεχνικές αναφορές στον Ψαρομαχαλά, καθώς και πολλές μαρτυρίες ηλικιωμένων κυρίως κατοίκων του. Θυμούνται πώς ήταν η γειτονιά τους τη δεκαετία του ’30, αλλά και ’40, ’50, ’60 και ’70, όταν η ζωή ήταν φτωχική αλλά απλούστερη. Υπάρχουν ακόμα πολλές παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες των οικογενειών τους και άλλες παλιές φωτογραφίες της γύρω περιοχής (Προμαχώνας, Πέντε Αδέλφια, Μεντρεσές (παλιό τούρκικο ιεροδιδασκαλείο πίσω από την πρώτη Βουλή των Ελλήνων), κ.λπ.). Αναβιώνει έτσι μια ολόκληρη εποχή για τον σημερινό επισκέπτη, που έχει την ευκαιρία να μείνει σε κάποια από τις μικρές πανσιόν της γειτονιάς και να απολαύσει την ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα και την εξαιρετική θέα της μαγευτικής πόλης και του Αργολικού Κόλπου από ψηλά.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Ψαρομαχαλάς – Η ψυχή του Ναυπλίου

Εκδόσεις: Ο Κήπος με τις Λέξεις

Αθήνα, 2012

ISBN: 978-960-99082-1-4

 

Ο Ψαρομαχαλάς του Ναυπλίου


 

 Γιώργος Κόνδης

Ομιλία στις 25 Μαΐου 2013 στη Βιβλιοθήκη «Παλαμήδης» κατά την παρουσίαση του βιβλίου «Ψαρομαχαλάς» του Γ. Ρούβαλη.

 

Είναι πραγματικά παρήγορο το γεγονός πως παρά την κρίση και τα γενικότερα προβλήματα που βασανίζουν τη χώρα και τις τοπικές κοινωνίες, η Αργολίδα, είναι ίσως από τις λίγες περιπτώσεις νομών που η εκδοτική δραστηριότητα και η ερευνητική διάθεση παραμένει σε καλά επίπεδα. Είναι επίσης παρήγορο το γεγονός πως μια σειρά από επιτόπιες έρευνες βλέπει το φως της μέρας στην περιοχή μας, προσθέτοντας όλο και περισσότερα στοιχεία στην ανάγνωση της τοπικής ιστορίας και στην κατανόηση της κοινωνικής πραγματικότητας. Πρέπει να πούμε πως στην προσπάθεια αυτή συμβάλει σταθερά και το γενικότερο κλίμα που μας επιτρέπει να αναδείξουμε ιδιαίτερες πλευρές του κοινωνικού βίου και της πολιτισμικής παραγωγής του τόπου.

Ταυτόχρονα, οι μονογραφίες, οι επιτόπιες έρευνες και οι ευρύτερες αναζητήσεις επιστημονικές ή όχι, επιτρέπουν την πολύ σημαντική για την τοπική βιβλιογραφία σύνδεσή της με την εθνική και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με την παγκόσμια. Υπάρχει σαφώς μια διαφορά με τα κείμενα που δημοσιοποιούνται μέχρι και τη δεκαετία του 70 περίπου, καθώς μέχρι τότε η διάθεση καταγραφής ιστορικών γεγονότων, εθίμων, κλπ, γίνεται μέσα από μια παραγωγή κειμένων μνημονικού περισσότερο χαρακτήρα. Σήμερα βέβαια την ανάδειξη αυτών των μελετών υποβοηθά από τη μια η εμπειρία που έχουμε αποκτήσει σε μια σειρά από τεχνικές (συνέντευξης, περισσότερο συστηματικής αρχειακής έρευνας, χρήση φωτογραφικού υλικού, κλπ) και από την άλλη οι τοπικές εκδοτικές δυνατότητες που, παρά την βαθιά κρίση, εξακολουθούν να αντιστέκονται.

 

Ακρωτήριο Ναυπλίου και Αργολικός κόλπος. Φώτο: Περικλής Παπαχατζιδάκης 1930-1950 (Αρχείο Μουσείου Μπενάκη). Άκρα δεξιά τα δυο μεγάλα σπίτια που κατεδαφίστηκαν για να χτιστεί το ξενοδοχείο Αμφιτρύων το 1954.

Ακρωτήριο Ναυπλίου και Αργολικός κόλπος. Φώτο: Περικλής Παπαχατζιδάκης 1930-1950 (Αρχείο Μουσείου Μπενάκη). Άκρα δεξιά τα δυο μεγάλα σπίτια που κατεδαφίστηκαν για να χτιστεί το ξενοδοχείο Αμφιτρύων το 1954.

 

Με τον «Ψαρομαχαλά του Ναυπλίου» ολοκληρώνεται μια πρώτη σημαντική προσπάθεια καταγραφής της μικροϊστορίας του Ναυπλίου. Θυμίζω εδώ πως, συμβάλλοντας στην προσπάθεια αυτή, ο Γιώργος Ρούβαλης έχει ήδη καταθέσει δημόσια δυο σημαντικές μελέτες: «Ναύπλιον Σπηλιάδου 1» (2008) και «Οι πέτρες και οι άνθρωποι. Μικροϊστορία του Ναυπλίου» (2009), το οποίο είχα και πάλι την τιμή να παρουσιάσω. Και οι δυο έγιναν από τις εκδόσεις «Ναύδετο», μιας εξαιρετικής εκδοτικής εμπειρίας για το Ναύπλιο και την Αργολίδα που δυστυχώς δεν μπόρεσε να ευδοκιμήσει και χάθηκε έτσι μια σημαντική ποιοτική ευκαιρία στο χώρο των τοπικών εκδόσεων.

Η μικροϊστορία του Ναυπλίου του Γιώργου Ρούβαλη εγγράφεται σε αυτήν ακριβώς την προσπάθεια μιας περισσότερο συστηματοποιημένης καταγραφής και ανάλυσης του τρόπου ή των τρόπων με τους οποίους μια κοινωνία ενεργεί, οργανώνεται και κυρίως μιλάει για τον εαυτό της.

Ο τίτλος, «Μικροϊστορία», είναι ήδη πολύ σημαντικός αλλά και εξαιρετικά δύσκολος για να τον εξηγήσει κανείς λόγω των μεθοδολογικών κινδύνων που περικλείει. Είναι όμως χαρακτηριστικό ότι αναφέρεται ως πεδίο τοπικής έρευνας και ανάλυσης και γι’ αυτό μας δίνεται μια πολύ καλή ευκαιρία να πούμε δυο λόγια για το θέμα και αν μπορούμε να το συζητήσουμε στη συνέχεια.

 

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

 

Στο «Οι πέτρες και οι άνθρωποι», παρατίθεται εισαγωγικά μια πρώτη αρκετά καλή και ευκολονόητη εξήγηση του καθηγητή Luis Gonzalez με τίτλο «Μικροϊστορία και Κοινωνικές Επιστήμες», στην οποία η «Μικροϊστορία» προσδιορίζεται ως ιστορία των ανθρώπων ενός τόπου (μιας μικρής πατρίδας όπως λέει χαρακτηριστικά). Με άλλα λόγια οι προσωπικές ιστορίες, οι ατομικές και ομαδικές δραστηριότητες, τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά (ομορφιά, καθημερινότητα, λόγος), αποτελούν το αντικείμενο μελέτης της μικροϊστορίας, της ιστορίας σε μεγάλη κλίμακα, που θα δώσει γενεσιουργό νόημα στη Μεγάλη Ιστορία, στην Ιστορία του Έθνους και του Λαού. Δεν γνωρίζω αν ο καθηγητής Luis Gonzalez είναι ο θεωρητικός της μικροϊστορίας, διότι εδώ και πολλά χρόνια οι μεγάλοι ιστορικοί όπως ο Μαρκ Μπλοχ και ο Ζωρζ Λεφέβρ έχουν εγκαινιάσει αυτό το ερευνητικό ρεύμα μέσα από την παρουσίαση μεγάλων ιστορικών γεγονότων, όπως αυτά των μαζικών κινημάτων με κυριότερο παράδειγμα τη Γαλλική Επανάσταση.

Η μεγάλη ανάπτυξη της μικροϊστορίας αρχίζει από το 1950 και μετά. Γνωρίζει μια θεαματική πρόοδο στη δεκαετία του 70 τόσο από την άποψη της θεματολογίας όσο και από την άποψη της ερευνητικής τεχνικής. Οι διαφορές βέβαια μεταξύ τους είναι μεγάλες. Η μικροϊστορία δεν διαθέτει ένα έτοιμο σώμα πηγών όπως η Μεγάλη Ιστορία. Η μία κινητοποιείται κυρίως από το συναίσθημα και ακολουθεί η ερευνητική διάθεση και λογική με την αυστηρότητα των ερευνητικών κανόνων, ενώ η άλλη προσδιορίζεται από την αρχή ως το τέλος στα αυστηρά πλαίσια της μεθοδολογίας μιας επιστήμης. Πρόσφατα μάλιστα βρέθηκε στην Αθήνα ένας από τους μεγάλους εκπροσώπους της μικροϊστορίας, ο Ιταλός ιστορικός Κάρλο Γκίντζμπουργκ, ο οποίος ορίζοντας την έρευνα αυτού του είδους μίλησε για καταγραφή στοιχείων «που διαφεύγουν της προσοχής».

Με άλλα λόγια απέναντι στο βάρος της κυριαρχίας των μεγάλων γεγονότων της Ιστορίας, η μικροϊστορία είναι η προσπάθεια άρσης της ανισότητας μεταξύ των φωνών των κυρίαρχων και όσων δεν έχουν φωνή. Οι τελευταίοι πρέπει να εντάσσονται στην ιστορική και κοινωνική έρευνα όχι δια της ανωνυμίας, όπως γράφει σε ένα αφιέρωμά του για τον Γκίντζμπουργκ ο Πέτρος-Ιωσήφ Σταγκανέλλης, «ως μια ομοιόμορφη και ομοιογενής μάζα της στατιστικής, ούτε ως άβουλοι καταναλωτές μιας κυρίαρχης, συμπαγούς κουλτούρας που φτάνει από «ψηλά» ή «απ’ έξω», αλλά ως παραγωγοί νοήματος, πολιτισμού, κουλτούρας, η οποία συναλλάσσεται, συνδιαλέγεται, παρά την ανισότητα ισχύος, με την ηγεμονική Ιστορία».

 

Ναύπλιο. Η Λάκκα τη δεκαετία του '30 σε φωτογραφία Ν. Μαζαράκη.

Ναύπλιο. Η Λάκκα τη δεκαετία του ’30 σε φωτογραφία Ν. Μαζαράκη.

 

Ακριβώς σ’ αυτό συμβάλουν και οι μονογραφίες όπως αυτές που έχει δημοσιοποιήσει ο Γ. Ρούβαλης και ιδιαίτερα «Ο Ψαρομαχαλάς» που παρουσιάζεται σήμερα. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι ο Γιώργος Ρούβαλης έχει ήδη προσδιορίσει με τις προηγούμενες μελέτες το συναισθηματικό σημείο εκκίνησης μιας ερευνητικής διάθεσης:

 

«…Η χαρά μου που ξανάβρισκα την πόλη μου, όπου τόσο ευτυχισμένα παιδικά χρόνια είχα ζήσει – πάλι από τύχη – εκφράστηκε ακριβώς να ανασυνθέσω μέσα από τη γραφή τα χρόνια εκείνα του 50, 60 και 70, αλλά και να ξαναπλησιάσω τους συμπολίτες μου, να ακούσω τί είχαν να μου πουν, πώς είχαν ζήσει, τί σκέφτονταν για την πόλη μας, για τη ζωή και την κοινωνία».

 

Το προσωπικό συναίσθημα έχει μια τεράστια δημιουργική σημασία για τη μικροϊστορία, διότι όπως προανέφερα κινητοποιεί τον ερευνητή σε μιας μεγάλης αξίας κοινωνική ανασκαφή που ανοίγει νέους δρόμους στην ανάγνωση των τοπικών κοινωνιών.

Θέλω να αναφέρω την άποψη ενός άλλου μεγάλου ιστορικού, βασικού θεωρητικού της μικροϊστορίας ή όπως ο ίδιος ονομάζει, «της ιστορίας από τα κάτω, της ιστορίας των κοινών ανθρώπων», του Eric Hobsbawm: «Οι περισσότερες πηγές της ιστορίας των κοινών ανθρώπων αναγνωρίστηκαν ως πηγές επειδή κάποιος έθεσε ένα ερώτημα και μετά έψαξε απεγνωσμένα ολόγυρα να βρει έναν τρόπο – οποιονδήποτε τρόπο – να απαντήσει σ’ αυτό».

 

Αυτή η ίδια διάθεση διαπερνά, όπως ήδη τόνισα, τη σημερινή κατάθεση του συγγραφέα που μαζί με τα δυο προηγούμενα έργα αποτελούν σημαντικές προσπάθειες εμπλουτισμού της τοπικής ιστοριογραφίας. Η λογική του Γ. Ρούβαλη, η τεχνική του επίσης, είναι μια λογική περιδιάβασης. Και το θετικό της λογικής αυτής είναι η αποτύπωση χώρων και προσώπων με περισσότερο βιωματικό τρόπο, ξετυλίγοντας την ιστορική μνήμη ή, άλλοτε, καταγράφοντας το λόγο, το ζωντανό λόγο και τις συμπεριφορές.

 

Ναύπλιο. Σπίτι στον Ψαρομαχαλά.

Ναύπλιο. Σπίτι στον Ψαρομαχαλά.

 

Ξεκινώντας και στα δυο βιβλία από τα προσωπικά του βιώματα, το ίδιο του το σπίτι και την οικογένεια, ανοίγεται σε ένα χώρο και τους ανθρώπους που τον προσδιορίζουν. Ας μου επιτραπεί να επαναλάβω κάτι που έγραψα για το «Σπηλιάδου 1», λέγοντας πως αυτού του είδους η εκκίνηση μπορεί να φαντάζει εγωκεντρική, πιστεύω όμως πως το άνοιγμα ενός ιδιωτικού χώρου στην κοινή θέα, δηλώνει την ακριβώς αντίθετη εκτίμηση του εγωκεντρισμού. Με άλλα λόγια καταργώντας το απροσπέλαστο του ιδιωτικού χώρου, τον παρουσιάζει στο φως της μέρας και ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα του πέτρινου σπιτιού της Σπηλιάδου 1, μας βγάζει έξω στην άπλα της πόλης, στους δρόμους της, τα μαγαζιά της, τους ανθρώπους της, την ιστορία της, στις γειτονιές της.

Ίσως ο αναγνώστης διαβάζοντας την εισαγωγή του Luis Gonzalez να βρει τις απαραίτητες συνάφειες στα λόγια ενός άλλου μικροϊστορικού του Δον Ραφαέλ Μοντεχάνο: «Οι ιστορικοί της επαρχίας (που ασχολούνται με τις τοπικές ιστορίες) είμαστε ερημίτες κλεισμένοι σε μια πολύ σκληρή προβληματική… Σ’ εμάς επαληθεύεται αυτό που τραγούδησε ο Ματσάδο: Οδοιπόρε, δεν υπάρχει δρόμος, το δρόμο τον κάνεις περπατώντας».

Στον δρόμο αυτό συναντιούνται πρόσωπα γνωστά και άγνωστα, ντόπιοι και ξενοτοπίτες, άνθρωποι που έφτασαν εκεί από καινούριο ξεριζωμό και άλλοι που αναζήτησαν μια νέα μικρή πατρίδα. Ο Γ. Ρούβαλης εστιάζει στο πρόσωπο, καταγράφει τα στοιχεία της κοινωνικής του τροχιάς και ακολουθεί τα βήματά του στο Μεγάλο Δρόμο, στην Πρόνοια και στον Συνοικισμό, στο Νέο Βυζάντιο και σήμερα στον Ψαρομαχαλά.

Η ανασκαφή που επιχειρεί φέρνει ανάκατα ευρήματα που τα ταξινομεί στη λογική της ιστορίας ενός κοινού ανθρώπου που μνημονεύει. Ναι, δεν είναι παράξενο ούτε περίεργο να πει κανείς πως οι καταγραφές αυτού του είδους είναι πριν και πάνω απ’ όλα ένα μνημόσυνο για όσους έφτιαξαν την ιστορία της γειτονιάς και σήμερα δεν υπάρχουν. Στη μαστοριά αυτή στηρίζεται και η όποια ταυτότητα συντηρείται στους κατοίκους της περιοχής ακόμα και σήμερα. Η μνήμη είναι παρούσα και η ανάμνηση απλά της παρέχει παραδείγματα μίας προηγούμενης φάσης. «Θυμάμαι άλλες οικογένειες…». «Οι ψαρομαχαλιώτες ήταν περήφανοι για την καταγωγή τους, είναι η παλιότερη γειτονιά, οι κάτοικοί του είναι «πολεμική φυλή», σημειώνεται για να τονιστεί ο θαρραλέος αγώνας των κατοίκων για την επιβίωση.

Ο συγγραφέας βρίσκει στα δρομάκια, στα σπίτια, στην Αγ. Σοφία, στη Λάκα και στα μαγαζάκια της περιοχής τούς ανθρώπους του Ψαρομαχαλά και τους δίνει το λόγο. Ζητά από τους πιτσιρικάδες να ξαναρχίσουν τον πετροπόλεμό τους ή κρυφά και συνωμοτικά να κλέψουν τις βάρκες των γονιών τους και να κάνουν ξαφνική απόβαση στο πίσω μέρος της Πρόνοιας για να «χτυπήσουν» τον τοπικό νεανικό στρατό.

Από το Μεντρεσέ ή φυλακές Λεονάρδου καθώς πλένει στη σκάφη μια γλυκιά γυναικεία φωνή στέλνει τραγουδιστά τους στίχους αυτούς του Θεόδωρου Κωστούρου στις ψαρομαχαλιώτισσες:

 

Τα παράθυρα πλουμιστά

Με ντάλιες κι αρμπαρόριζες

Και τα γεράνια τουφωτά

Να στέκουν μες τη γλάστρα

Κι αν θα περνούσες δειλινό

Πίσω τους θα ξεχώριζες

Να τα ποτίζει αργά-αργά

Μια κόρη ξελογιάστρα.

 

Και πάλι καθώς το φως της μέρας σιγόσβηνε, άρχισε να γεμίζει το ταβερνάκι του Μπλατσάρα, από όσους ήθελαν να πιουν το κάματό τους μέχρις εκείνη την ονειρική στιγμή που θα το τραγουδούσαν μαζί με τις μελαγχολικές πενιές και τα ταξίμια του Βασίλη Βασιλείου:

 

Από την Αθήνα ως τον Πειραιά

Γιάλα, γιάλα

Από την Αθήνα ως τον Πειραιά

Έχασα μαντήλι μ’ εκατό φλουριά

Μού ειπανε πως τοηυρε μια νοικοκυρά

Δος μου το μαντήλι φως μου! Κράτα τα φλουριά.

 

Ο Γ. Ρούβαλης εστιάζει μόνιμα, όπως και στα δυο προηγούμενα, στο πρόσωπο και το αφήνει να διηγηθεί την ιστορία του που είναι και ιστορία της γειτονιάς, που είναι και ιστορία της πόλης. Η Ελένη Κοββατζή, η Μαρίκα Βασιλείου, ο τεχνίτης Γιώργης Δρυμούρας, ο εστιάτορας Τσαουσόπουλος, ο Θύμιος Ρούσσος και πολλοί άλλοι από όσους περπάτησαν στα δρομάκια του ψαρομαχαλά και της πόλης. Δεν θα παρουσιάσω αυτά που λένε καθώς οι ίδιοι εδώ, σήμερα, θα μας μιλήσουν για τη συνοικία και τη ζωή τους. Όμως, η προσωπογράφηση του χώρου δίνει ένα ξεχωριστό χρώμα στην ίδια την έρευνα καθώς μια σειρά από χαρακτηριστικά αναδύονται: επαγγελματικά, κοινωνικά, χαρακτηριστικά που έχουν να κάνουν με τη φωνή, το σώμα και το πρόσωπο, την ομορφιά, τη σπιρτάδα, τη φωνή και πολλά άλλα που υπενθυμίζουν, έμμεσα μερικές φορές, τους κανόνες με τους οποίους ορίζεται η κοινωνική συμβίωση από χρόνο σε χρόνο, από περιοχή σε περιοχή και από ομάδα σε ομάδα. «Στο καφενεία του Μπουρμά στην Πρόνοια», λέει ο Θύμιος Ρούσσος, «μάθαμε να χορεύουμε τανγκό, άντρας με άντρα» ή ακόμα για κάποιον πατέρα που ήταν «πολύ αυστηρός και κάποτε δεν επέτρεψε στην κόρη του να πάει μια βόλτα στο Άργος, ούτε να συνεχίσει στο Γυμνάσιο».

Ταυτόχρονα, οι σχέσεις αλληλεγγύης που συνδέουν τους κατοίκους, τυπικό γνώρισμα των πολύ μικρών κοινωνιών και ιδιαίτερα εκείνων που είναι περιορισμένες στο χώρο, αποτελούν κι εδώ ένα σημαντικό μηχανισμό διατήρησης μιας ταυτότητας ακόμα και στην περίπτωση όπου εξωγενείς παράγοντες αλλοιώνουν τους παραδοσιακούς δεσμούς και την τυπική καθημερινότητα. Ο τουρισμός, για παράδειγμα, θα είναι εκείνος που θα επιφέρει σημαντικές αλλαγές στις νοοτροπίες αλλά και στους τρόπους ζωής, χωρίς αυτό να είναι πάντα απαραιτήτως καλό. Αντίθετα επέτρεψε ίσως, στην περίπτωση αυτή, να διατηρηθεί το αρχιτεκτονικό χρώμα και ο καθημερινός ρυθμός ζωής της περιοχής και κυρίως έδωσε τη δυνατότητα της παραμονής στο χώρο αποτρέποντας τη φυγή και την ερημοποίηση.

 

Ναύπλιο. Από το αρχείο της «Απόπειρας». Διακρίνονται σε πρώτο πλάνο τα στρατιωτικά κτίρια στα  πέντε Αδέλφια και στην κορυφή της Ακροναυπλίας το μεγάλο κτίριο των φυλακών.

Ναύπλιο. Από το αρχείο της «Απόπειρας». Διακρίνονται σε πρώτο πλάνο τα στρατιωτικά κτίρια στα πέντε Αδέλφια και στην κορυφή της Ακροναυπλίας το μεγάλο κτίριο των φυλακών.

 

Θέλω τέλος να αναφερθώ συνοπτικά, σε μια άλλη διαφορετική όσο και συμπληρωματική ματιά στο χώρο που καταγράφεται από τους ανθρώπους ενός εγγράμματου συναισθηματισμού. Είτε με ποίηση είτε με πεζό λόγο, ο Αντώνης Λεκόπουλος ή Αναπλιώτης, ο Θεόδωρος Κωστούρος, ο Αλέκος Μουτζουρίδης, ο Νίκος Καρούζος, ο Τάκης Φρεδιανός, ο Άγγελος Χαδιαράκος και η Τερέζα Ρούβαλη, αντιμετώπισαν τον ψαρομαχαλά με το λυρισμό του ανθρώπου που βλέπει πίσω από την καθημερινότητα, που αποστασιοποιείται από αυτήν ή ακόμα την καταγράφει σβήνοντας τις μελανιές και τις διάφορες μουτζούρες και αφήνοντας την καλλιγραφία να καταγράψει πρόσωπα και χώρο σε προτρέπει, όπως ο Θόδωρος Κωστούρος, να δεις μ’ αυτή τη ματιά τον ψαρομαχαλά.

 

«Να πάς! Εδώ πάνω κατοικεί, χρόνια τώρα, ακέρηα κι αφτιασίδωτη, η Αναπλιώτικη ψυχή. Είναι ο μαχαλάς των ανθρώπων της θάλασσας. Των απλών ανθρώπων με το γαλάζιο βλέμμα, το ξάστερο πούχει την ασπράδα των γλάρων. Η θάλασσα είναι το ψωμί τους και το ψωμί των παιδιών τους. Η παντοχή τους και η μοίρα τους».

 

Νομίζω πως ο αναγνώστης που θα πάρει στα χέρια του το βιβλίο αυτό, όπως και το προηγούμενο θα πρέπει ν’ αφεθεί σταδιακά στην ανακάλυψη μιας ολόκληρης εποχής, που μερικώς είναι αυτή του συγγραφέα, και να γνωρίσει ή να αναγνωρίσει στο σήμερα τα πρόσωπα του τότε (όχι και τόσο μακρινού) και να ψηλαφίσει τα χνάρια που άφησαν στους χώρους, δημόσιους και μη, της πόλης του Ναυπλίου.

Από την άλλη, ο ανυποψίαστος αναγνώστης που δεν γνωρίζει πρόσωπα και πράγματα, θα ανταμειφθεί με ένα πλήθος πληροφοριών για το Ναύπλιο και τους ανθρώπους του και σίγουρα θα αναγνωρίσει στις σελίδες αυτές παρόμοιες εικόνες βγαλμένες από τα δικά του βιώματα. Σίγουρα θα έχει μπροστά του ένα καλό φωτογραφικό υλικό, που θα τον βοηθήσει να καταλάβει καλύτερα τί συνέβη στο βράχο, πόσες ψυχές ντόπιες και ξένες στριμώχτηκαν στα μικρά του πλατέματα και πώς σώθηκε αυτός ο χώρος για να τις μνημονεύει στο πέρασμα του χρόνου, στα σοκάκια του, στους τοίχους των σπιτιών του, στις πύλες των μνημείων του, στις μπουκαμβίλιες των κήπων του.

Τελειώνοντας, θέλω να σημειώσω και πάλι τη σημασία που έχει για την τοπική και εθνική βιβλιογραφία αυτός ο πλούτος αργολικών εκδόσεων που συγκρατούν το χρόνο όχι απλά για να μελαγχολήσουν οι «ώριμοι», αλλά για να τον κάνουν αναγνωρίσιμο χρόνο σε όλους, μέρος μιας ταυτότητας που την κατασκευάζουμε συνειδητά για να μας ορίζει, να μας προσδιορίζει και να μας δίνει πάντα τη δυνατότητα να την κατασκευάζουμε και να την αλλάζουμε ανάλογα με την αυτοσυνείδητη πορεία μας στο χρόνο.

 

Κι’ όγιος μπορεί και δύνεται,

(Γεννιέται αυτό, δε γίνεται),

Νοιώθει· πονεί· γλεντάει…

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »