Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Προσωπογραφίες: Βέικος Λάμπρος (; 1827)


 

Ο Δημήτρης Φωτιάδης στο έργο του «Η Επανάσταση του ’21», σημειώνει: Τίμησε το Σούλι απ’ όπου καταγόταν. Πολέμησε παλικαρίσια τόσο σ’ αυτό όσο κι έπειτα σ’ όλον τον εθνεγερτικό αγώνα. Έμεινε περίφημο το γράμμα που έστειλε από το πολιορκημένο από τον Κιουταχή Μεσολόγγι στον Ταΐραγα.

 

Βέικος Λάμπρος, Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Ενδοξότατε Ταΐραγα,

Ημείς είμεθα φίλοι, και η περίστασις της θρησκείας το έφερε να πολεμήσωμεν, όμως πάντοτε η φιλία μας ας τρέχη. Φίλε μου, βλέπω όπου έχεις δύο φοραίς οπού ήλθες εις αντάμωσιν δια να μεσιτεύσης να παραδοθή το Μεσολόγγι, ακόμη βλέπω οπού ο Ρούμελης μας ζητεί δυο ντάπιαις δια να βάλη ανθρώπους του. Ηξεύρετε πολλά καλά ότι τον Θεόν τον έχομεν μαζή, και η ελπίδα μας κρέμαται από εκεί, όθεν ως φίλον, σε αφίνω να στοχασθής ότι ένα Κάστρον με τζεμπιχανέδες, με ζαϊρέν, με νερά και καθεξής όλα τα χρειαζούμενα, εις αυτόν τον καιρόν και ημείς εδώ μέσα, να το παραδώσωμεν, θα έχομεν πρώτον την συνείδησιν του Θεού, και δεύτερον την κατηγορίαν όλου του κόσμου, και ξεχωριστά εσένα τον φίλον μας, οπού εις αυτόν είμεθα βέβαιοι ότι όχι μόνον δεν θα εύρομεν εις το έξης τόπον να ζήσωμεν, παρά ούτε δια το όνομά μας θα ερώτηση κανένας, τόσον μισητοί θα είμεσθεν, όσον από τον Θεόν, τόσον και από την ανθρωπότητα, μπιλέμ, και από τούς ιδίους εδικούς μας και φίλους μας όθεν τω Ρούμελη χώρισέ του το παστρικά καθώς μας γνωρίζεις, ότι να ηξεύρη καλά χωρίς να κάμη γιουρούσι να εμβή με το σπαθί του Μεσολόγγι δεν πέρνει.

Ταύτα και μένω

ο φίλος σου Λάμπρος Βέΐκος

1825 Ιουλίου 20 Μεσολόγγιον

Προς τούτοις λάβε και τέσσαρες μποτίλιαις ρούμι να ταις δώσης τους μπαϊρακτάριδές σου όταν θα κά­μουν γιουρούσι.

 

Λάμπρος Βέικος

 

Πήρε μέρος στην εκστρατεία του Καραϊσκάκη στη Ρούμελη και σκοτώθηκε στη μάχη του Ανάλατου. Παρ’ όλο που είχε προβλέψει τη συμφορά που θ’ ακολουθούσε την παράφρονη εκστρατεία του Κόχραν και του Τσώρτς, δεν καταδέχτηκε να οπισθοχωρήσει.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Δράκος Γεωργάκης (Σούλι 1788 – Χαλκίδα 1827)


 

Δράκος Γεωργάκης, Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Ο Δημήτρης Φωτιάδης στο έργο του «Η Επανάσταση του ’21», αναφέρει: Ακάματος αγωνιστής από τα νεα­νικά του χρόνια στο Σούλι. Πολέμησε στα Πέντε Πηγάδια, στην Άμπλιανη, στο Μανιάκι, στο Μεσο­λόγγι. Στη μάχη του Ανάλατου, αφού λαβώθηκε στο χέρι, πιάστηκε αιχμάλωτος. Ο Κιουταχής προσπάθη­σε να τον χρησιμοποιήσει για να πείσει την πολιορκη­μένη φρουρά της Ακρόπολης να παραδοθεί. Πηγαίνον­τας τον στη Χαλκίδα να τον κλείσουν στα μπουντρούμια του κάστρου, είτε δολοφονήθηκε είτε αυτοκτόνησε για να γλιτώσει από τα φοβερά μαρτύρια.

 

Δράκος Γεωργάκης

 

Βιβλιογραφία:

Μπαρμπαρούσης Σπ. Γεώργιος, «Σουλίωτες: Ο Γεώργιος Δράκος και η οικογένεια των Δρακαίων του Σουλίου», εκδόσεις Ίαμβος, 2006.

Δημήτρης Φωτιάδης, «Η Επανάσταση του 21», τόμος τρίτος, Εκδόσεις Ν. Βότση, 1977².

Ιωάννου Σταυριανού, «Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αντικειμένων αγνώστων έτι εν τη ελληνική ιστορία», Εισαγωγή – Έκδοση – Σχόλια,  Ελένης Αγγελομάτη – Τσουγκαράκη, Εταιρεία Στερεοελλαδικών Μελετών, Αθήνα 1982.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Η Συμμετοχή της Ιεράς Μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά στον Αγώνα του 1821


 

Χάρη στην οικονομική της ευρωστία και την προνομιακή της θέση, η μονή Καρακαλά, στρατηγικής σημασίας και με οχυρωματικές δυνατότητες, διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο κατά την Ελληνική Επανάσταση. Υπήρξε, κατά γενική ομολογία, κέντρο απόκρουσης των εχθρών, γεγονός που μαρτυρείται και από πλήθος ανέκδοτων εγγράφων αλλά και οπλοστάσιο και τόπος παρασκευής πολεμοφοδίων. Βρέθηκε εκεί «φόρμα εις την οποίαν έχυναν τα μολυβόβουλα, ευρωπαϊκή», οι μοναχοί ήταν διαρκώς «οπλοφορούντες» και η παρουσία των ηγουμένων και μοναχών της μονής στην Επανάσταση είναι αξιόλογη.

Νεώτεροι μελετητές, στηριζόμενοι προφανώς στον Μιχ. Λαμπρυνίδη, αναφέρουν ότι κατά το 1821 ο ηγούμενος της μονής Διονύσιος Σουρίλος προέτρεπε τους κατοίκους των χωρίων Χέλι και Κοφίνι Ναυπλίας να συμμετάσχουν στον Αγώνα και προσθέτουν αμάρτυρα ότι την πληροφορία παρέχει γράμμα του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄. Λανθασμένη όμως είναι η πληροφορία ότι ο ηγούμενος επονομαζόταν Σουρίλος και ηγουμένευε το 1821. Εμόναζε πράγματι κατά την παραπάνω περίοδο στη μονή ο Διονύσιος Μπεβάρδος που έλαβε μέρος στις μάχες της περιοχής, στην πολιορκία του Ναυπλίου στη μάχη στο Κατόγλι, κ,ά., ως ιερομόναχος και όχι ως ηγούμενος.

 

Τμήμα του καθολικού και η εντοιχισμένη πλάκα.

 

Στο μοναχολόγιο της μονής του 1850 αναφέρεται ότι ο Διονύσιος Μπεβάρδος ήταν μέλος του ηγουμενοσυμβουλίου της μονής κατά την πάρα-πάνω χρονολογία, ονομαζόταν κατά κόσμον Δημήτριος, γεννήθηκε στο Αβδήμπεϊ του δήμιου Μηδέας, εκάρη μοναχός το 1809 και προχειρίσθηκε Ιερομόναχος στη μονή Καρακαλά, από τον τότε Λακεδαιμόνιο Αρχιεπίσκοπο Ναυπλίου Γρηγόριο Καλαμαμά, την 21η Ιανουαρίου του 1821. Ηγούμενος της μονής κατά το 1821-1823 υπήρξε, όχι ο Διονύσιος Μπεβάρδος, αλλά ο θείος του Συμεών, όπως ο ίδιος ο Διονύσιος αναφέρει σε επιστολή του την 18η Νοεμβρίου 1873, «προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος:»  

«… την μονήν ταύτην ιδρυθείσαν επί Τουρκοκρατίας υπό των ευσεβών Χριστιανών, διώκησεν επί πεντηκονταετίαν ο θείος μου Συμεών Μπεβάρδος όστις μετά των συναδέλφων του απάντων συγγενών μου κατετρόμαξαν τους τολμητίας να κατακτήσουν την μονήν ταύτην Οθωμανούς. Μάρτυρες αξιόπιστοι είναι οι επιζώντες και αποθανόντες στρατηγοί και αρχηγοί, Τζόκρης, Στάϊκος, Λυγουριώτης, Νικηταράς και Μήτζης,….»

Και συνεχίζοντας ο Διονύσιος Μπεβάρδος την επιστολή του προς την Ιερόν Σύνοδον, μας δίνει και άλλες σπουδαίες ιστορικές πληροφορίες: «… κατά το έτος 1812 τη επιταγή του θείου μου εισήχθην εν τη Μονή ταύτη και υποτακτούσα. Κατά το 1821 εχειροτονήθην και ιερεύς και κατά το 1823 αποθανόντος του θείου μου ονομάσθην ηγούμενος, όπου και τοιούτος διατελώ μέχρι σήμερον…».

Ο ηγούμενος όμως Συμεών, επονομάζονταν Μπουχέλης ή Ξηροκαστελιώτης και όχι Μπεβάρδος, κατά μία πληροφορία, απεβίωσε κατά την πολιορκία του Ναυπλίου. Η επιτροπή Αγώνος τον κατέταξε το 1865 στους αξιωματικούς ε’ τάξεως. Αποκαλυπτικές πληροφορίες για τον ηγούμενο Συμεών Μπουχέλη ή Ξηροκαστελιώτη μας δίνουν ανέκδοτα Έγγραφα από το Αρχείον Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Η ανιψιά του Συμεών Μπουχέλη σύζυγος του Αναγνώστη Σουρίλου, απευθύνει αίτηση το 1865 «προς την επί του Αγώνος Σ. Επιτροπήν», αναφέροντας ότι είναι η μόνη κληρονόμος του ηγουμένου, «όστις ηγωνίσθη εις τον υπέρ της Ελληνικής ανεξαρτησίας αγώνα εξ αρχής και παρευρεθείς εις πολλάς μάχας και πολεμήσας ανδρείως κατά του φυσικού εχθρού της πατρίδος, παρευρέθη τέλος εις την πολιορκίαν της Ναυπλίας ότε απεβίωσεν κατά το έτος 1822».

Και συνεχίζοντας, παραπέμπει για την αξιοπιστία των λόγων της, σε «έγκλειστο πιστοποιητικό του Δήμου Μηδέας με την μαρτυρίαν και τεσσάρων ευυπολήπτων μαρτύρων», προτείνοντας ως μάρτυρα και τον στρατηγό Τζόκρη, «ως γνωρίζοντα εξ ιδίας αντιλήψεως την θυσίαν του και τον θάνατόν του εις το πεδίον του Άρεως». Προσθέτει επίσης, ότι ο Συμεών Μπουχέλης ήταν «Έφορος συνεισφορών». Η ανιψιά του Συμεών ζητούσε να της αποδοθεί «η ανήκουσα αποζημίωσης», επειδή ο θείος της, ηγούμενος της μονής Ξηροκαστελλίου εδικαιούτο την  «δέουσαν αμοιβήν των οφειλομένων εις  άπαντος τους αγωνισθέντας υπέρ της Ελληνικής ανεξαρτησίας και ενδόξως  μαχόμενους».

Ο χρόνος θανάτου του παραπάνω ηγουμένου ορίζεται επακριβώς από ανέκδοτα έγγραφα. Οι μοναχοί της μονής απευθύνονται στο Υπουργείο της θρησκείας την 22αν Αυγούστου 1824 και αναφέρουν ότι προ έξι σχεδόν μηνών, κατά τον Φεβρουάριο του 1824, πέθανε ο ηγούμενός τους «ο μακαρίτης Συμεών και συνελθόντες άπαντες και συσκεφθέντες», εξέλεξαν για ηγούμενο το συνάδελφό τους «Καλλίνικον Ιερομόναχον  και παρακαλούν το «Υπουργείον της Ιεράς Θρησκείας», να επικυρώσει την ηγουμενίαν «δι΄εναφραγίστου του ευδοκίμου διπλώματος. Ο διάδοχος του ηγουμένου Συμεών, Διονύσιος Μπεβάρδος , απλός Ιερομόναχος, οίκος αναφέρθηκε προηγουμένως, τον Απρίλιο του 1821 έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, μαζί με άλλους μοναχούς και ενόπλους της μονής.

 

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

 

Εκτός του Διονυσίου, στην πολιορκία του  Ναυπλίου  έλαβαν μέρος με επικεφαλής τον Στάϊκο Σταϊκόπουλο, ο Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας, ο Αναγνώστης Ζέρβας και ο Νικόλαος Γ. Λάμπρος από το Κρανίδι, ο Αναγνώστης Αναστασό­πουλος από το Λυγουριό, ο Αναστάσιος Μπούσκος από το Τζαφέραγα πού εκπλήρωνε, και χρέη εφόρου (επιμελητή) των πολιορκητών, ο Τάσος Νέζος, ο Μεντής, οι αδελφοί Κακάνη, ο Μπεκιάρης και άλλοι από τα περίχωρα του Ναυπλίου, μαζί με Αργείους, Λυγουριάτες, Δρεπανοχωρίτες, ο ηγούμενος της μονής Αυγού με ένοπλους μοναχούς, ο Γεώργιος Λύκος με αρκετούς Χελιώτες.

Όταν οι Οθωμανοί απείλησαν τον Πύργο στο Κατόγλι με 1200 ιππείς και πεζούς και 3 κανόνια, ο στρατηγός Δ. Τζόκρης κατέλαβε τον Πύργο στο Κατόγλι, έγινε μάχη πολύωρη και οι Οθωμανοί ήλπιζαν να κυριεύσουν τον Πύργο. Στη δύσκολη αύτη στιγμή, πρώτος ο ηγούμενος της, μονής του Καρακαλά, Διονύσιος, έσπευσε με 200 άνδρες ρασοφόρους, για να βοηθήσει τους πολιορκημένους Έλληνες κι έτσι διαλύθηκε η πολιορκία στο Κατόγλι και στο Παλαμήδι.

Όταν λίγο αργότερα, το 1825, ο Διονύσιος προτάθηκε από τους δημογέροντες Ναυπλίου ως ηγούμενος, ο Διοικητής του Ναυπλίου, στο σχετικό διοριστήριό του, γράφει τα έξης: «… διορίζεσαι ηγούμενος   εν τη ρηθείση μονή, ων εύελπις, ότι αξίως της υπολήψεώς την οποίαν οι επαρχιώται έχουν δείξει, θέλεις εκπληροίς τα χρέη της ηγουμενίας σου». Ο Διονύσιος, σε μεταγενέστερο έγγραφο απολογία του «προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος», αναφέρει: «…κατά το 1823 αποθανόντος του θείου μου διωρίσθην ηγούμενος και τοιούτος διατελώ μέχρι σήμερον».

Η πληροφορία αυτή έρχεται σε αντίθεση με εκείνη του διοριστηρίου του, που εκδόθηκε το 1825. Η εκτίμηση των κατοίκων του Ναυπλίου (δημογερόντων) προς αυτόν προκύπτει και από όσα περιλαμβάνονται στην πρότασή τους, προς τον διοικητήν Ναυπλίου: «…ο Διονύσιος…», γράφουν, «εφάνη πάντοτε ευάρεστος εις όλους μας δια την ακριβή των χρεών του εκπλήρωσιν και διότι παλλάς τας προσθήκας εις όλας τας παρελθούσας ήδη δεινός περιστάσεις έχοντας άγρυπνον το μονύδριον τούτο εις την επαρχίαν μας εις αυτού δε διαφυλάξαμεν όλην την ατομικήν μας ύπαρξιν, αυτού εφυλάξαμεν από την άγρυπνον επιτήρησιν του Καθηγουμένου Διονυσίου…».

Πληροφορίες για την προσφορά της μονής στον Αγώνα αντλούμε και από τον περιηγητή Captain Amhercromby Trant, ο οποίος παρέχει την είδηση ότι οι καλόγηροι, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, είχαν εξοπλισθεί, πήραν πενήντα Αλβανούς επί πληρωμή και κατόρθωσαν τρεις φορές να αποκρούσουν τις επιθέσεις των αποσπασμάτων του τουρκικού στρατού.

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Στην πολιορκία του Ναυπλίου είχαν πάρει μέρος και οι Φιλέλληνες, κυρίως Γερμανοί, που είχαν σωθεί μετά τη μάχη του Πέτα και είχαν αποβιβαστεί, 200 περίπου, στο Λουτράκι. Από εκεί πήγαν στην Κόρινθο, στην Πιάδα και στο Λυγουριό και κατόπιν «τοποθετήθηκαν στο Ξηροκάστελλο και στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου». Κατά το Φωτάκο, «ανέλαβον να φυλάττουν ως σκοποί νύκτα και ημέρα», Και συνεχίζει: «Εστάλαξαν οι πτωχοί εις τα πόδια των, και είναι άξιοι επαίνου δια την επί έναν περίπου μήνα τοιαύτην υπηρεσίαν των, διότι ωφέλησαν την πολιορκίαν και μάλιστα αυτοί πρώτοι των άλλων Ελλήνων κατά την άλωσιν εμβήκαν μέσα εις το Παλαμήδιον». Οι Φιλέλληνες δεν είχαν επαρκή μέσα τροφοδοσίας, και όπως αναφέρεται σε σχετικό ανέκδοτο έγγραφο, πωλούσαν «πετσιά» (δέρματα) στους μοναχούς και τα αντάλλασσαν με άλλα προϊόντα.

Κατά τον Ιούλιο του 1822, ο Δράμαλης προελαύνει ανενόχλητα προς το Ναύπλιο, καίοντας και λεηλατώντας το Άργος και τα γύρω χωριά. Δεν ξέρομε κατά πόσο έφθασε στη μονή. Ξέρoμε όμως ότι ή παντελής έλλειψη τροφίμων ανάγκασε τους Έλληνες στρατιώτες να καταφύγουν στη μονή για την κάλυψη των αναγκών τους. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του 1824, η μονή δοκιμάσθηκε.

Κοντά στο χωριό Δαλαμανάρα ο Νικηταράς και ο Πλαπούτας ενώθηκαν με τον Π. Κολοκοτρώνη και το Τζόκρη, με σκοπό να διαλύσουν την πολιορκία του Ναυπλίου, και κατά την πολύνεκρη σύγκρουση κοντά στην Τίρυνθα (Κούτσι) μεταξύ «Κυβερνητικών και ανταρτών», η μονή Ξηροκαστελλίου λεηλατήθηκε από στρατιώτες.

Πολύτιμη είναι η πληροφορία του Γεωργίου Κουντουριώτη, σε επιστολή του με ημερομηνία 12 Μαρτίου 1824, προς τον αδελφό του Λάζαρο Κουντουριώτη, στην Ύδρα, κατά την οποία, οι Ποριώτες που είχαν έλθει στην Πελοπόννησο στρατοπέδευσαν στη μονή Καρακαλά:

«…Οι Κρανιδιώται καταβάντες εις την Άρειαν, δια να την καταλάβωσι προς παλιορκίαν του Ναυπλίου δια ξηράς, εύρον εν αυτή μερικούς στρατιώτας του Πάνου Κολοκοτρώνη και βιάσαντες δια των όπλων κατεδίωξαν αυτούς, ο δε Πάνος Κολοκοτρώνης ακούσας τον ήχον των τουφεκίων εξήλθεν του φρουρίου πανστρατιά κατά των Κρανιδιωτών, οι δε Κρανιδιώται αντεστάθηκαν  γενναίως εις την ορμήν του πολεμήσαντες δύο ώρας. Οι Ποριώται διοικούμενοι από τον Χριστόδουλον του Μερτίκα, όντες στρατοπεδευμένοι εις εν μονύδριον ονομαζόμενον Καρακαλάς, ακούσαντες τον πόλεμον, έτρεξαν προς βοήθειαν των Κρανιδιωτών, και ενωθέντες έτρεψαν εις φυγήν τον Πάνον Κολοκοτρώνην εμβάσαντες δις εις το φρούριον και φονεύσαντες από τούς στρατιώτας του ένα και πληγώσαντες τρεις…».

Στη συνέχεια αναφέρει ο Γ. Κουντουριώτης τα έξης; «Ο Πάνος λοιπόν μη δυνάμενος να ανθέξη εις τους Κρανιδιώτας και Ποριώτας και να τους απομακρύνη από το φρούριον, ήρχισε τα κανόνια από το Παλαμήδι και την πάλιν, ρίψας περίπου των τεσσαράκοντα και ούτως τους, απεμάκρυνεν του φρουρίου και κατέλαβον την θέσιν των την Άρειαν…».  Η πληροφορία για τη στρατοπέδευση στη μονή των Ποριωτών, των οποίων ο αριθμός μας είναι άγνωστος, αλλά ασφαλώς θα ήταν υπολογίσιμος, αφ’ ενός αποτελεί πρόσθετη είδηση για τον εμφύλιο, αφετέρου ενισχύει την άποψη για τη στρατηγική Θέση της μονής.

 

Εσωτερικό της Μονής

 

Κατά την εισβολή των Αιγυπτιωτών του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο η μονή Ξηροκαστελλίου, συνέβαλε στον εφοδιασμό των Ελλήνων αγωνιστών στο Μεσσηνιακό κόλπο με τρόφιμα, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Παραδόξως όμως οι πηγές σιωπούν γενικά για τη μονή αυτή την περίοδο, αν μάλιστα λάβομε υπ’ όψη ότι η περιοχή του Ναυπλίου είχε παραμείνει στα χέρια των Ελλήνων. Από μεταγενέστερα έγγραφα προκύπτει ότι συμμετείχε στον Αγώνα και ο κατά το 1832 διορισθείς ως ηγούμενος της μονής Αμφιλόχιος, χωρίς να προσδιορίζονται χρονικά οι μάχες στις οποίες συμμετείχε.

Ο ίδιος σε έγγραφό του που απευθύνει «προς την Σεβαστήν Επιτροπήν της Ελλάδος»  αναφέρει τα εξής: «Ο υποφαινόμενος διωρίσθην δυνάμει του εγκλειομένου υπ’ αριθ. 2368 διατάγματος, ηγούμενος του εν τη επαρχία Ναυπλίου κειμένου Ιερού Μοναστηρίου του Ξηροκαστελλίου. Επειδή δε σκοπεύω ήδη να μεταβώ εις το χρέος μου, παρακαλώ να επικυρωθή και παρά της Σεβαστής Eπιτροπής το έγγραφον του διορισμού μου, και ελπίζω η αποκατάστασίς μου ν’ αποβή επωφελής και προς το Ιερόν εκείνο Μοναστήριον και προς το Εθνικόν ταμείον, εν ω παραμυθούμαι  αναλόγως του επαγγέλματός μου και αυτών που υπέφερον υπέρ της ελευθερίας αγώνων…».

Οι πηγές μας πληροφορούν πάλι για τη μονή κατά  το 1829, όπως ήδη έχομε αναφέρει, όταν ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας προκειμένου να συγκεντρώσει στοιχεία χρήσιμα για τη βελτίωση των εκκλησιαστικών πραγμάτων, όρισε με το από 22 Ιανουαρίου 1828 Ψήφισμα, Εκκλησιαστική Επιτροπή. Κατά την περιοδεία του, το πρώτο κλιμάκιο της παραπάνω Επιτροπής επέλεξε τη μονή Ξηροκαστελλίου ως επίκαιρο σταθμό, από όπου προβαίνει σε ενέργειες κ α τ ά την 6η Φεβρουαρίου 1829 για τη διευθέτηση διαφόρων εκκλησιαστικών θεμάτων.

Μετά το θάνατο του Αμφιλοχίου, το Διοικητήριο Ναυπλίας διατάζει την καταγραφή της περιουσίας της μονής, καθιστώντας υπεύθυνο για την διευθέτηση του όλου θέματος το στρατηγό Τζόκρη ο οποίος υπήρξε, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, συμπολεμιστής με τους ηγουμένους και μοναχούς της, μονής. Παράλληλα ορίζεται από την Πολιτεία Επιτροπή για την καταγραφή της περιουσίας της.

Το 1833, η δημοσιονομική κατάσταση, που είχε ν’ αντιμετωπίσει η Αντιβασιλεία, φθάνοντας στην Ελλάδα, ήταν αποκαρδιωτική. Τα οικονομικά της χώρας είχαν υποστεί ανεπανόρθωτα πλήγματα, μέσα στη σύγχυση και το χάος που επικράτησε το 1832, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Τόσο από πλευράς οικονομίας όσο και διοίκησης, η ανεπάρκεια ήταν εμφανής. Το χάος που επικρατούσε γενικότερα στην ελληνική ζωή χαρακτήριζε και την κατάσταση της Εκκλησίας και κατά συνέπεια των μοναστηριών.

Τα μοναστήρια είχαν αποδυναμωθεί και λόγω της συμμετοχής μοναχών στον Αγώνα και λόγω της οικονομικής ενίσχυσης προς τα στρατιωτικά σώματα. Το ίδιο συνέβη και με τη μονή Ξηροκαστελλίου. Παρουσιάζει ενδιαφέρον ένα κολοβό έγγραφο σε γαλλική γλώσσα της 9ης Μαρτίου 1833 με το οποίο εντεταλμένος της Πολιτείας ενημερώνει τον Όθωνα δια της Αντιβασιλείας, ότι ο ηγούμενος Αμφιλόχιος, που διορίσθηκε τον Μάιο του 1832, βρήκε το μοναστήρι εκτεθειμένο στη μανία των ατάκτων στρατευμάτων και εξ ολοκλήρου λεηλατημένο.

Ο παραπάνω εντεταλμένος, προκειμένου να προφυλάξει τη μονή από την πλήρη ερείπωση, παρακάλεσε το διοικητή Ναυπλίας να φροντίσει για την καταγραφή των περιουσιακών της στοιχείων. H καταγραφή απέδειξε διασπάθιση της περιουσίας της από τον προηγούμενο Διονύσιο Μπεβάρδο και τους συμμοναστές του και προτείνεται ο διορισμός ικανού ηγουμένου και συγκεκριμένα του Ιωάσαφ Βυζαντίου, γνωστού για το «χρηστόν του ήθος».

Με άλλο έγγραφο του ίδιου, πάλι γραμμένο ατή Γαλλική γλώσσα, ο αρμόδιος που ερεύνησε τα σχετικά με τη μονή πράγματα, αντικρούοντας τους ισχυρισμούς είκοσι επτά κατοίκων του Ναυπλίου, που με αναφορά τους ικετεύουν το βασιλιά να αφήσει ηγούμενο τον ιερομόναχο Διονύσιο, αντί του Ιωάσαφ Βυζαντίου, εξαίροντας τα προσόντα του και την εθνική του προσφορά, επισημαίνει ότι ο ηγούμενος Διονύσιος κατά τη διάρκεια της ηγουμενίας του, των πέντε συνεχών ετών, παραμέλησε την περιουσία της μονής, άφησε την εκκλησία να ερειπωθεί, και άφησε τις κυψέλες, που αποτελούσαν ένα από τα κύρια εισοδήματά της, να καταστραφούν. Στη συνέχεια προσθέτει ότι γι’ αυτό το λόγο η προηγούμενη Κυβέρνηση τον αντικατέστησε με τον Αμφιλόχιο, που πέθανε τέσσερις μήνες μετά το διορισμό του.

Επωφελούμενος ο Διονύσιος επανάκτησε την ηγουμενία αυτοβούλως, ισχυριζόμενος ότι η έκρυθμη κατάσταση της μονής οφειλόταν σε στρατιώτες και παρέσυρε τους κατοίκους της περιοχής με το μέρος του. Πρότεινε επίσης ο εντεταλμένος της Πολιτείας, επειδή παρόμοιες καταχρήσεις έχουν γίνει σε πολλά μοναστήρια, να απευθύνουν εγκύκλιο προς επισκόπους, αρχιεπισκόπους και τοπικούς διοικητές, τονίζοντας ότι κάθε μελλοντική παρόμοια κατάχρηση θα τιμωρείται και όλα τα περιουσιακά στοιχεία του μοναστηριού θα βρίσκονται υπό την προστασίαν του βασιλέως, θα καθιστούν δε υπεύθυνο για την τήρηση της εγκυκλίου τον Υπουργό Θρησκευμάτων.

Ο βασιλιάς Όθων έφιππος, ως συνταγματάρχης του 10ου συντάγματος πεζικού.

Ο Όθων μετά την πρόταση αυτή διορίζει ηγούμενο τον Ιωάσαφ Βυζάντιο, εφιστώντας την προσοχή του για τη διαφύλαξη της περιουσίας της μονής, κινητής και ακίνητης, προτρέποντάς τον συγχρόνως σε επαγρύπνηση για τη βελτίωσή της, την ακριβή τήρηση των μοναστικών κανόνων, την εμμελή διαγωγή των μονα­ζόντων, κ.ά..

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Πολιτεία διόρισε ως ηγούμενο στη μονή τον Ιωάσαφ Βυζάντιο, άνδρα λόγιο, διδάσκαλο, ιεροκήρυκα, απόστολο της Φιλικής Εταιρείας και αργότερα Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Θρησκείας, προκειμένου να φροντίσει για την εύρυθμη λειτουργία της. Για τη ζωή και το έργο του Ιωάσαφ Βυζαντίου υπάρχει τεράστιο αρχειακό υλικό, ανέκδοτο και εκδεδομένο. Κατά την παραμονή του ως ηγουμένου στη μονή Καρακαλά, ο Ιωάσαφ κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για την αποκατάσταση της τάξης και ευρυθμίας της, καθώς επίσης και την τακτοποίηση και βελτίωση των οικονομικών της, όπως επιβεβαιώνεται από το Κατάστιχο του 1833, το οποίο συνέταξε κατά τρόπο συστηματικό ο ίδιος, όπως προαναφέραμε.

Αναλώθηκε στη διακονία της μονής Ξηροκαστελλίου, όπως επισημαίνεται σε ανέκδοτο έγγραφό του:«…εγκατέλειψα τα συνήθη και σύντροφα επιτηδεύματά μου, την τριακονταετή διατριβήν μου εις τα σχολεία και άμβωνας και εζημειώθην από το διδασκαλικόν μου επάγγελμα περίπου 40 δίστηλα κατά μήνα ασχολούμενος με κουβέλια, άροτρα κ.λ π.».

Στη μονή Ξηροκαστελλίου βρισκόταν κατά την περίοδο της ηγουμενίας του Ιωάσαφ, μεγάλη ποσότητα πολεμοφοδίων: «δύο βαρέλια με πυρίτιδα, οκάδων 81, εν κιβώτιον πλήρες φυσέκια, οκάδον 45. Εν βαρέλιον μέ μολύβδινους σφαίρας οκάδες 37 και εν κιβώτιον εισέτι με εξήκοντα δεσμίδας (ντεσέδες) φυσέκια, τα οποία ο Κύριος Δημ. Τζόκρης έχει εκεί ενατοποθετειμένα από  την παρελθούσαν εποχήν περί ων κατά προφορικήν διαταγήν της Γραμματείας αυτής αποστείλαντες δύο Διοικητικάς υπηρεσίας να τα διαφυλάττωσιν…».

Σε άλλο ανέκδοτο έγγραφο των Γενικών Αρχείων του Κράτους αναφέρεται: «….όλα ταύτα ως η ποιότης των και η κατάστασίς των είναι εντελώς εκ των Ευρωπαϊκών πολεμοφοδίων. Την πυρίτιδα, φυσέκια και μολυβόβουλα έφερε ο στρατηγός Τζόκρης από την Επίδαυρον…. Δεν αναφέρεται στο Έγγραφο ο ακριβής χρόνος μεταφοράς των παραπάνω πολεμοφοδίων, ούτε για ποιο λόγο μεταφέρθηκαν. Μνημονεύεται μόνο ότι βρίσκονταν στη μονή από την «παρελθούσαν εποχήν» και λίγο αργότερα με διαταγή της Αντιβασιλείας παραδίδονται σε αρμόδιο  απεσταλμένο και μεταφέρονται στο οπλοστάσιο Ναυπλίου, όπως μαρτυρείται και από επιστολή του Ιωάσαφ προς την επί των εκκλησιαστικών Γραμματείαν», κατά την οποία παρέδωσε τα πολεμοφόδια στον Ιωάννη Αντωνιάδη, ανθυπολοχαγό του πυροβολικού. Εκτός των παραπάνω όπλων και πολεμοφοδίων υπήρχαν στη μονή σύμφωνα με άλλες καταγραφές που έγιναν κατά καιρούς και τρία τουφέκια και μια κουμπούρα.

Κατά τη χαώδη περίοδο που επικράτησε μετά από τη δολοφονία του Καποδίστρια, δοκιμάστηκε η μονή ποικιλοτρόπως όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Σε ανέκδοτο έγγραφο του «προηγουμένου» της μονής Διονυσίου Μπεβάρδου προς τον «Καθηγούμενον Ιωάσαφ Βυζάντιον», αναφέρεται ότι «…οι Ρουμελιώται εις όλην την επαρχίαν μπουλούκια και όσοι έφθαναν, άρπαζαν όλοι με τη βίαν, εγώ μήτε άρματα είχα, μήτε ημπορούσα να κάμω τίποτε, μόνον εκοιτάξαμεν όλοι να γλυτώσωμεν την ζωήν μας καθώς και όλος ο κόσμος χωριστά έτρωγαν και πουλούσαν εκείνοι, και χωριστά οι στρατιώται του Τζόκρη εις το μοναστήρι».

Σημειώνει επίσης ότι: «…τόσοι στρατιώται μέσα εις το μοναστήρι του Τζόκρη και του Καλλέργη δεν άφησαν τίποτε, μήτε γέννημα, μήτε λάδι, μήτε σάλιο στο στόμα…». Η παραπάνω πληροφορία του ηγουμένου επιβεβαιώνεται και από όσα αναφέρει σε έγγραφό του ο Διοικητής Ναυπλίας Σ. Αλεξόπουλος: «…η μονή εδοκίμασεν ζημίας απείρους από τους Δ. Τζόκρην και Δ. Καλλέργην, τροφοδοτουμένων ολοκλήρους μήνας εκεί και παρακολουθούντων αυτούς στρατιωτών…».

Ας σημειωθεί επίσης, ότι η μονή υπήρξε τόπος εκλογής των δημογερόντων. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παραθέσαμε, η παρουσία της μονής σε κρίσιμες στιγμές του Αγώνα υπήρξε σημαντική παρά τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε κατά την περίοδο αυτήν.

Οι μοναχοί της έλαβαν μέρος σε επιχειρήσεις καθοριστικές για την πορεία της Επανάστασης (πολιορκία Ναυπλίου, μάχη στο Κατόγλι κ.ά.) και από τα πολεμοφόδια που είχαν αποθηκευθεί σε ειδικούς χώρους της, υπήρξε δυνατή η ενίσχυση των αγωνιστών της περιοχής σε κρίσιμες ώρες.

Υπήρξε, λόγω της καίριας θέσης της, τόπος ανάσχεσης τουρκικών επιθέσεων, αλλά και στρατωνισμού ανδρών, ελλήνων και Φιλελλήνων. Λεηλατήθηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου και δοκιμάστηκε, από την εισβολή των Ρουμελιωτών στην  Πελοπόννησο κατά την περίοδο που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια. Μετά την απελευθέρωση, συνέχισε την πνευματική και κοινωνική της δραστηριότητα, που την κατατάσσει σε ένα από τα από αξιόλογα μοναστικά κέντρα στη βορειοανατολική Πελοπόννησο.

 

Γιατράκου Γ. Μαρία – Ελευθερία

 

Πηγή


Γιατράκου Γ. Μαρία – Ελευθερία, «Η Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά ή Ξηροκαστελλίου», Διατριβή επί Διδακτορία, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 1998.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Συνέδριο – « Άργος και Ηρακλής»


 

Η σχέση του Ηρακλή με την πόλη του Άργους θα βρεθεί στο επίκεντρο συνεδρίου που διοργανώνει ο Δήμος Άργους Μυκηνών σε συνεργασία με τον Όμιλο UNESCO Νομού Πειραιώς και Νήσων.

Πρόκειται για ένα διεθνές συνέδριο με σκοπό να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις προκειμένου οι μύθοι του Ηρακλή να ενταχθούν στον ειδικό κατάλογο της UNESCO, για τα μνημεία προφορικής και άυλης κληρονομιάς της Ανθρωπότητας, σύμφωνα με τον Δήμαρχο Άργους Μυκηνών κ. Δημήτρη Καμπόσο και τον Πρόεδρο του Ομίλου UNESCO Νομού Πειραιώς και Νήσων και Αντιπρόεδρο της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ομίλων Συλλόγων Κέντρων UNESCO, υπεύθυνο για την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική κ. Ιωάννη Μαρωνίτη.

Το συνέδριο θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο και την Κυριακή 23 και 24 Ιουνίου 2012, στην αίθουσα του Εργατικού Κέντρου Άργους.

 

Διεθνές Συνέδριο – « Άργος και Ηρακλής»

  

Πρόγραμμα συνεδρίου


 

Σάββατο 23 Ιουνίου

Ώρα 17.00
Έναρξη των εργασιών του Συνεδρίου από τον Δήμαρχο Άργους – Μυκηνών κ. Δημήτριο Καμπόσο και τον κ. Ιωάννη Μαρωνίτη, Πρόεδρο του Ομίλου για την UNESCO Νομού Πειραιώς & Νήσων και Αντιπρόεδρο της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ομίλων, Συλλόγων και Κέντρων UNESCO, υπεύθυνο για την Ευρώπη και τη Βόρειο Αμερική.

Ώρα 17.30
Εισήγηση με θέμα: «Ο πρώτος άθλος του Ηρακλέους»
Εισηγητής: Θέμος Γκουλιώνης Οφθαλμίατρος, μέλος της Επιτροπής Αναδείξεως Αρχαιοτήτων Δήμου Άργους-Μυκηνών.

Ώρα 18.00
Εισήγηση με θέμα: «Οι άθλοι (2-6) του Ηρακλέους στην Πελοπόννησο».
Εισηγήτρια: Αλεξάνδρα Σχοινά, πτυχιούχος της Αρχαιολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στην έδρα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας της Σορβόννης.

Ώρα 18.30
Εισήγηση με θέμα: «Οι άθλοι (7-12) του Ηρακλέους εκτός Πελοποννήσου».
Εισηγητής: Παναγιώτης Μητροπέτρος, Λυκειάρχης Λυκείου Κερατσινίου, συγγραφεύς.

Ώρα 19.00
Εισήγηση με θέμα: «Ο Ηρακλής ως γενάρχης Λαών».
Εισηγητής: Σταύρος Δωρικός, Πυρηνικός και Μηχανολόγος Μηχανικός (Dr Ing.), τ. Καθηγητής ΤΕΙ Αθηνών (ΚΑΤΕΕ), μέλος της Επιτροπής Αναδείξεως Αρχαιοτήτων Δήμου Άργους-Μυκηνών.

Ώρα 19.30
Διάλογος με τους εισηγητές της 1ης ημέρας. Ερωτήσεις από τους συμμετέχοντες στο Συνέδριο και απαντήσεις από τους εισηγητές. Οι ερωτήσεις υποβάλλονται εγγράφως προς το προεδρείο με δικαίωμα μιας ερωτήσεως από το ίδιο πρόσωπο.

Ώρα 21.00
Παράθεση δείπνου στους προσκεκλημένους του Συνεδρίου από τον Δήμαρχο Άργους-Μυκηνών κ. Δημήτριο Καμπόσο.

Ο Ηρακλής παλεύει με το λιοντάρι της Νεμέας. Λευκή λήκυθος του «Ζωγράφου του Διόσφου», πρώτο τέταρτο 5ου αι. π.Χ. Μουσείο του Λούβρου

Κυριακή 24 Ιουνίου

Ώρα 09.30
Εισήγηση με θέμα: «Ηρακλής και Δυτικός Πολιτισμός».
Εισηγητής: Richard Hines. Αμερικανός. Ειδικός Σύμβουλος της εκάστοτε Αμερικανικής κυβερνήσεως.

Ώρα 10.30
Εισήγηση με θέμα: «Ήρως, Θεός Ηρακλής».
Εισηγήτρια: Ελένη Κόρκα, Διευθύντρια Αρχαιοπωλειών και Ιδιωτικών Αρχαιολογικών Συλλογών ΥΠΠΟ.

Ώρα 11.00
Εισήγηση με θέμα: «Ο Ηρακλής ιδρυτής των Ολυμπιακών Αγώνων».
Εισηγητής: Εμμανουήλ Μικρογιαννάκης, καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, τ. Κοσμήτωρ Φιλοσοφικής Σχολής.

Ώρα 11.30
Εισήγηση με θέμα: «Ηρακλής και Άργος – Η Αργειακή καταγωγή του Ηρακλέους». Εισηγητής: Χρίστος Γούδης, καθηγητής Αστροφυσικής Πανεπιστημίου Πατρών, συγγραφεύς, ποιητής, μεταφραστής ξένης λογοτεχνίας.

Ώρα 12.00
Διάλογος με τους εισηγητές της 2ης ημέρας. Ερωτήσεις από τους συμμετέχοντες στο Συνέδριο και απαντήσεις από τους εισηγητές. Οι ερωτήσεις υποβάλλονται εγγράφως προς το προεδρείο με δικαίωμα μιας ερωτήσεως από το ίδιο πρόσωπο.

Ώρα 14.00
Απονομή μεταλλίων και αναμνηστικών στους ομιλητές και στους εικαστικούς.
Τελετή λήξεως από τον Δήμαρχο Άργους – Μυκηνών κ. Δημήτριο Καμπόσο και τον κ. Ιωάννη Μαρωνίτη, Πρόεδρο του Ομίλου για την UNESCO Νομού Πειραιώς & Νήσων και Αντιπρόεδρο της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας Ομίλων, Συλλόγων και Κέντρων UNESCO υπεύθυνο για την Ευρώπη και τη Βόρειο Αμερική.

Η είσοδος θα είναι ελεύθερη και οι συμμετέχοντες σε αυτό θα έχουν τη δυνατότητα να λάβουν βεβαίωση συμμετοχής.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »