Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ποιητής’

Βεργιόπουλος Ανδρέας


 

Ανδρέας Βεργιόπουλος, φωτογραφία από την παρουσίαση της ποιητικής του συλλογής «Περί εκλεπτύνσεων», στον Προοδευτικό Σύλλογο Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Παρασκευή 7-12-2018.

Ο ποιητής και εκπαιδευτικός Ανδρέας Βεργιόπουλος γεννήθηκε στην πόλη του Ναυπλίου το 1959 και έζησε εκεί μέχρι τα 18 του χρόνια, όπου βρέθηκε στην Πάτρα για σπουδές στον τομέα της Φυσικής. Από μικρή ηλικία αγαπούσε την ποίηση και την λογοτεχνία, διάβαζε έργα μεγάλων ελλήνων και ξένων δημιουργών, ενώ ταυτόχρονα έγραφε και τα δικά του ποιήματα. Το 1980, σε ηλικία 23 ετών,  φοιτητής ακόμη, εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Δορκάδες». Καθηγητής πια στην μέση εκπαίδευση και με μεταπτυχιακό στην κβαντική φυσική, συνεχίζει να γράφει και να εκδίδει ποιητικές συλλογές έως και το 2018 όπου και εκδόθηκε η τελευταία, με τίτλο «Περί εκλεπτύνσεων».

Ενδιάμεσα, γράφει άλλες τρείς ποιητικές συλλογές, «…με την οπλή του αλόγου…» το 1991, «Φαινομενολογία Αργυρότητος» το 1997 και «Ωραιότατοι συνδαιτυμόνες» το 2005.

Το 2016 ο Ανδρέας Βεργιόπουλος μας χαρίζει τέσσερα μοναδικά πεζά κείμενα που περιλαμβάνονται στο περιοδικό Το Δέντρο (Τεύχος 210-211, Σεπτέμβριος 2016). Στα κείμενα αυτά όπως και στα ποιήματά του, θα δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο τύπο γραφής διαδοχής εκλεπτυσμένων νοητικών χειρισμών που θα ενσωματωθούν και στην «Περί εκλεπτύνσεων» νέα ποιητική του συλλογή.

 

Το έργο του

 

Το έργο του Ανδρέα Βεργιόπουλου χαρακτηρίζεται από άκρατο λυρισμό με έναν εσωστρεφές ρομαντισμό που υποφώσκει σε πολλά από τα ποιήματα του.

Τα πρωτόλεια ποιήματα του που εμπεριέχονται στην συλλογή με τίτλο «Δορκάδες» (1980), τίτλος που δεν σχετίζεται άμεσα με το περιεχόμενο των ποιημάτων μιας και δορκάς, αρχαία ελληνική, δορκάς σημαίνει το ζαρκάδι, έχουν έναν χαρακτήρα πιο ερωτικό και ένα ταπεραμέντο πιο έντονο γεγονός που δικαιολογείται απόλυτα από το νεαρό της ηλικίας του ποιητή και την κοσμοθεωρία του. Η ορμή της ηλικίας, των επιθυμιών και των σκέψεων καταγράφονται μέσα από λέξεις που δημιουργούν εικόνες.

Η δεύτερη συλλογή που ονομάζεται «…με την οπλή του αλόγου…»  (1991) είναι μάλλον και η πιο δημοφιλής από το έργο του Ανδρέα Βεργιόπουλου. Εδώ το θέμα που πραγματεύεται είναι καθαρά ο αγώνας της ζωής του ανθρώπου. Από την γέννηση του ο άνθρωπος ξεχύνεται σε μία μάχη επιβίωσης και έρχεται αντιμέτωπος με εμπόδια, συναισθήματα συνθήκες τα οποία καλείται να τα υπερπηδήσει στην κούρσα της ζωής και να βγει νικητής.  Το Κιρκάκι, το άλογο που αναφέρεται στο ποίημα είναι όλα αυτά που τελικά πεθαίνουν σε αυτή την κούρσα και ένα από αυτά είναι και ο έρωτας. Συναίσθημα που δεν κρατά για πάντα και όταν ο κύκλος ολοκληρώνεται, έρχεται και ο θάνατος του. Το δημιούργημα αυτό είναι μία καμπή στην γραφή του Ανδρέα Βεργιόπουλου, καθώς μετά από την συγκεκριμένη συλλογή ο λόγος γίνεται πιο δομικός και οι κανόνες στην γραφή του και στη σημασία χαράζονται πιο έντονα και δεν υπάρχουν οι συναισθηματικές εξάρσεις που συναντώνται έως τώρα.

Στη συνέχεια εκδίδεται, το 1997, η «Φαινομενολογία Αργυρότητος», η οποία περιγράφει όλα εκείνα τα στοιχεία που θεωρούνται ασημένια, δηλαδή σημαντικά  και έχει ως πρωταγωνιστή το ασημένιο χρώμα. Κύριο λόγο εδώ έχει η νύχτα, καθώς τα περισσότερα ποιήματα μιλούν για αυτήν ή η εικόνα που περιγράφουν είναι ένα βράδυ μεταξύ άλλων βραδιών, όπου το φεγγάρι κάτι έχει να δηλώσει, να δείξει κάτι δηλαδή με το μοναδικό ασημένιο του χρώμα. Τα φαινόμενα της νύχτας είναι φαινόμενα που μας κυριεύουν «καθώς στην οθόνη του’ ουρανού τ’ αστέρια σπιλώνουν συνειδήσεις».

Η ποιητική συλλογή «Ωραιότατοι Συνδαιτυμόνες». Ένα έργο μνεία στην φιλία και στις στιγμές της παιδικής ξεγνοιασιάς και ανεμελιάς που έρχονται στο νου. Μία παρέα τεσσάρων ανδρών μαζεύεται στο Μπούρτζι, το οποίο μπορεί να μην κατονομάζεται αλλά περιγράφεται με την φράση «επιθαλάσσιο κάστρο». Το έργο αυτό ξεκινά με μία εισαγωγή που μας φέρνει στο μυαλό την προηγούμενη συλλογή του (Φαινομενολογία Αργυρότητος) και είναι εμφανές ότι όλα τα έργα έχουν μεταξύ τους μία μυστική σύνδεση  που ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν είναι νοηματική είναι σίγουρα γλωσσική. Σύμφωνα με τον ποιητή: «…η σελήνη κατοικούσε εικοσιτέσσερις φορές πλουσιότερη και τρομαχτικά αργυρότερη του λησμονημένου νομίσματος τριάντα δραχμών κοπής ασημιού, τις μορφές των βασιλέων και τους γάμους Δία και Πανδώρας, φιλοξενώντας στις όψεις του».

Το 2016 ο Ανδρέας Βεργιόπουλος μας χαρίζει τέσσερα μοναδικά πεζά κείμενα που περιλαμβάνονται στο περιοδικό Το Δέντρο. Σε αυτά τα κείμενα όπως και στα ποιήματα του συνεχίζει να μη δίνει τίτλους παρά αριθμούς. Στις ποιητικές συλλογές το κάθε ποίημα αντιστοιχούσε σε έναν λατινικό αριθμό και κατατασσόταν μέσα στον ευρύ τίτλο της εκάστοτε συλλογής. Εδώ, θίγονται θέματα θεμελιακά όπως η μητρική στοργή, η σχέση με τον Θεό, η παιδική αλλά και νεανική ηλικία. Μεταβατικά στάδια της ζωής του ανθρώπου και αξίες καθοριστικές περιγράφονται με γλαφυρότητα και εικόνες που σε μεταφέρουν σε δικές σου αναμνήσεις και σκέψεις με τις οποίες μπορείς να ταυτιστείς.

Στην τελευταία ποιητική του συλλογή που έχει εκδοθεί με τίτλο «Περί εκλεπτύνσεων», 2018, καταθέτει συμβολισμούς μιας νέας δυναμικής συνάρτησης ανάμεσα στον Κόσμο και όλους εμάς τους απλούς ανθρώπους της γειτονιάς. Μιας δυναμικής που παραμένει στο βάθος της μυστική και απροσπέλαστη στην απλή λογική. Για να την καταλάβει κανείς χρειάζεται να ασκηθεί στην κατανυκτική της ανάγνωση, να την προσεγγίσει με την ψυχή και να καταθέτει από το υστέρημά του σε κοινό σκοπό μαζί με όσους φτιάχνουν πανιά για τα μεγάλα ταξίδια της έκστασης.

 

Πηγές


  • Αθανασοπούλου Μαρία, Συνέντευξη με τον ποιητή Ανδρέα Βεργιόπουλο, Ναύπλιο 2017.
  • «Αργολικά», Ανδρέας Βεργιόπουλος: η «Περί εκλεπτύνσεων» ποιητική συλλογή, του Γ. Κόνδη.

 

Read Full Post »

Κωστούρος Θεόδωρος (1913-1986)


 

Θεόδωρος Κωστούρος, αρχείο Κώστα Κωστούρου.

Ο ποιητής Θεόδωρος Κ. Κωστούρος γεννήθηκε στ’ Ανάπλι τον Οκτώβρη του 1913. Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος, διατηρούσε φαρμακείο επί της οδού Β. Κωνσταντίνου στο Ναύπλιο και μετά τον θάνατό του τον διαδέχτηκε ο γιος του Θεόδωρος. Διατήρησε το φαρμακείο μέχρι τη συνταξιοδότησή του.

Τις εγκύκλιες σπουδές του έκανε στ’ Ανάπλι και μετά σπούδασε φαρμακοποιός στη Φαρμακευτική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εκ παραλλήλου ασχολήθηκε με την ποίηση και τη λογοτεχνία γενικώς υμνώντας και τραγουδώντας τη γενέτειρά του, την ομορφιά και τη μυθική της ατμόσφαιρα.

 

Διακρίσεις

 

Διακρίσεις

 

Από τα χρόνια εκείνα – τα εφηβικά – γράφει στο ανέκδοτο έργο του «Το λυκαυγές και το λυκόφως», καθαρά αυτοβιογραφικό «σιγά σιγά μέσα μου άρχισε να γεννιέται και να μεστώνει το πάθος μου για τη γενέθλια γη. Αυτό το πάθος που ’μελλε αργότερα να μου γίνει “έργο ζωής” και να θέσει την πυρή σφραγίδα του στο κατοπινό – ελάχιστο και φτωχό – πνευματικό μου έργο. Πραγματικά, σε ολόκληρο το λογοτεχνικό μου έργο, είναι διάχυτη για την όμορφη πατρίδα μου. Και τα θέματα των περισσότερων έργων μου είναι παρμένα από το αγαπημένο Ανάπλι».

Πραγματικά το μικρό και μαγευτικό Ανάπλι περπατάει λαμπυρίζοντας σ’ όλο του το έργο. Ο ποιητής κερδίζει επάξια τον τίτλο «Ο ποιητής τ’ Αναπλιού».

Τον τίτλο αυτό τον διατήρησε σ’ όλη του τη ζωή γράφοντας και εκδίδοντας 20 έργα – ποιητικά, πεζά, σατιρικά, χρονικά, θεατρικά, ενώ στα κατάλοιπά του, μεταξύ άλλων, ευρίσκεται η ποιητική μυθολογική πολύστιχη σύνθεση «Αμυμώνη, η Γένεση του Αναπλιού», περίπου 8100 στίχοι. Πέθανε στ’ Ανάπλι στις 19 Ιουλίου του 1986.

 

Αρχαίο θέατρο Άργους. Θεατρική παράσταση «Παλαμήδης», 3 & 4 Μαΐου 1952. Εμπρός δεξιά ο Θεόδωρος Κωστούρος, πίσω αριστερά η Ελένη Ουράνη κριτικός λογοτεχνίας, θεάτρου και συγγραφέας, γνωστή με το ψευδώνυμο Άλκης Θρύλος.

 

Εργογραφία:  

Θεατρικά: Παλαμήδης – Αμυμώνη.

Πεζά: Βονιφάτιος Βοναφίν – Το Παλαμήδι | Σύντομο Χρονικό – Αυτά να Μένουν Μεταξύ μας – Είδα το Παρίσι με τα Μάτια σου – Ήβη – Ο Νάνος – Το Ανάπλι των Θρύλων – Ταξίδι στο νησί της Χίμαιρας.

Ποίηση: Ο Κύκλος του Πόνου και του Λυτρωμού – Ανθρώπινα (Στίχοι Πικροί) – Απόηχοι – Τα Σατιρικά – Ιππολύτη – Ελέβορος | 12 Τραγούδια – Του Έρωτα και της Ζωής – Το Τραγούδι της Ειρήνης.

 

Γιώργος Πατρινιός

Πηγή: Ιστοσελίδα  Θεόδωρου Κ. Κωστούρου.

Read Full Post »

Αριστοφάνης (445-385 π.Χ.)


 

Αριστοφάνης

Αριστοφάνης

Ο Αριστοφάνης, ο πιο ονομαστός κωμωδιογράφος της αρχαιότητας, γεννήθηκε στο δήμο Κυδαθήναιον από Αθη­ναίους γονείς το 445 π.Χ. Για τη ζωή του ξέρουμε λίγα πράγματα από πληροφορίες που παίρνουμε μέσα από το έργο του. Πολύ νέος άρχισε να γράφει κωμωδίες και διακρίθηκε για τη δυνατή σατιρική του φλέβα και τη λυρική του έξαρση. Οι περισσότερες κωμωδίες του γράφτηκαν στην ε­ποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου και συνδέονται μ’ αυτόν. Για την πολιτικο­κοινωνική του στάση άλλοι [1] τον θεωρούν αντιδραστικό, που ανήκε στην ολιγαρχική παράταξη και εκφράζοντας τα ανώτερα στρώματα της αθη­ναϊκής δουλοκτητικής κοινωνίας θεωρούσε υπεύθυνους για την ανώμαλη κατάσταση, που είχε δημιουργηθεί τότε, τον Περικλή, τους σοφιστές και γενικά τις νέες ιδέες, γι’ αυτό πολεμούσε τη δημοκρατία και προπαγάν­διζε την ειρήνη καλλιεργώντας έτσι την ηττοπάθεια. Άλλοι [2] δεν δέχονται ότι ήταν βασικά εχθρός της δημοκρατίας.

Το πιθανότερο είναι ότι ήταν ένας συντηρητικός δημοκράτης, [3] που θαύμαζε και νοσταλγούσε την επο­χή του Θεμιστοκλή και του Αριστείδη, δεχόταν ίσως το πολίτευμα του Κλεισθένη που εξασφάλιζε ισορροπία ανάμεσα στους αγρότες της υπαί­θρου και την οικονομική ολιγαρχία του άστεως, αλλά απέρριπτε την «ά­κρατο» δημοκρατία και τις λαϊκές παροχές του Περικλή.

Το πολίτευμα που πολέμησε άλλωστε δεν ήταν παρά τυπικά δημοκρατία, που για να ε­πιβάλλει την εξωτερική του πολιτική χρησιμοποιούσε την εξαγορά, την πολιτική διείσδυση, τον εξανδραποδισμό και την ωμή βία. Μέσα στο συν­τηρητισμό του ο Αριστοφάνης πολέμησε τις νέες ιδέες του Ευριπίδη, των σοφιστών, αλλά και τον Σωκράτη.

 

Έγραψε πάνω από 40 κωμωδίες, από τις οποίες σώθηκαν 11: Αχαρνείς, Ιππείς, Νεφέλαι, Σφήκες, Ειρήνη, Όρνιθες, Βάτραχοι, Λυσιστράτη, Θεσμοφοριάζουσαι, Εκκλησιάζουσαι, Πλούτος. «Τη διάσωση έντεκα δραμάτων του Αριστοφάνη τη χρωστάμε όχι στο ότι εκτιμήθηκε σωστά η ικανότητα του, αλλά στους Αττικιστές, που υπερβολικά λογάριαζαν την κωμωδία του σαν την πιο καθαρή πηγή για την αρχαία αττική διά­λεκτο [4]» .

 

Υποσημειώσεις


[1] Κορδάτου Γ., «Η Αρχαία Τραγωδία και Κωμωδία» ό.π., σελ. 258-261.

[2] Lesky Α., ό.π., σελ. «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας» εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1985, σελ. 593.

[3] Γεωργουσόπουλου Κ., «Κλειδιά και κώδικες Θεάτρου 2», σελ. 150-152.

[4] Lesky A., ό.π., σελ. 594.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Σχετικά θέματα:

Αττική κωμωδία

Read Full Post »

Αισχύλος (525-456 π.Χ.)


 

Αισχύλος. Archäologisches Institut der Universität Göttingen.

Αισχύλος. Archäologisches Institut der Universität Göttingen.

Ο Αισχύλος κατάγεται από παλιά αριστοκρατική οικογένεια της Ελευσίνας. Πατέρας του ήταν ο ευγενής γαιοκτήμονας Ευφορίωνας («ἐξ εὐπατριδῶν τήν φύσιν» γράφει ο Ανώνυμος βίος του). Πήρε μέρος στη μάχη του Μαραθώνα, όπου έπεσε και ο αδελφός του Κυναίγειρος, και πιθανό και σε άλλες μάχες των περσικών πολέμων[1], γι’ αυ­τό σ’ όλη τη ζωή του έφερνε περήφανα τον τίτλο του μαραθωνομάχου.

Νέος άρχισε να γράφει τραγωδίες. Στο θέατρο εμφανίστηκε για πρώ­τη φορά το 500 π.Χ., πήρε το πρώτο βραβείο μόλις το 484 π.Χ. και συ­νολικά κέρδισε 12 πρώτες νίκες. Το 472 π.Χ. παρουσίασε τους «Πέρσες» με χορηγό το νεαρό τότε Περικλή και θριάμβευσε. Κατόπιν πήγε στη Σι­κελία φιλοξενούμενος του τύραννου Ιέρωνα, όπου γνώρισε τον Πίνδαρο, το Σιμωνίδη και το Βακχυλίδη. Γύρισε στην Αθήνα το 468 π.Χ. και τον επόμενο χρόνο κέρδισε την πρώτη νίκη με τους «επτά επί Θήβας». Το 458 πήρε την πρώτη νίκη με την τριλογία «Ορέστεια» (οι χρονολογίες των άλ­λων έργων του είναι άγνωστες) και κατόπιν έφυγε οριστικά για τη Σικε­λία και πέθανε στη Γέλα το 456 π.Χ.[2]

Οι λόγοι, που τον ανάγκασαν να φύγει στη Σικελία, είναι άγνωστοι. Άλλοι λένε ότι η φυγή του οφείλεται στον περήφανο χαρακτήρα του, που προσεβλήθη όταν το αθηναϊκό κοινό ευνοούσε το νεαρό αντίπαλο του Σοφοκλή ή όταν ηττήθηκε από το Σιμωνίδη στο διαγωνισμό για το ελε­γείο των Μαραθωνομάχων. Άλλοι ότι αναγκάστηκε να φύγει, γιατί σε μια παράστασή του αποκάλυψε μυστικά των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Η πιθανότερη εκδοχή όμως είναι ότι έφυγε, όταν δυνάμωσε η δημοκρατική παράταξη της Αθήνας, γιατί αυτός ο «μετριοπαθής δημοκρατικός» δεν συμπαθούσε την «άκρατον δημοκρατίαν»[3].

Ο Αισχύλος έζησε σε μια με­ταβατική εποχή (α’ μισό του 5ου π.Χ. αι.), όταν το δημοκρατικό κόμμα (με αρχηγούς το Θεμιστοκλή και αργότερα τον Εφιάλτη και τον Περικλή) επικράτησε σε βάρος του ολιγαρχικού (με αρχηγό τον Αριστείδη και τον Κίμωνα) και δεν πήρε ξεκαθαρισμένη θέση στις πολιτικές διαμάχες, «γι’ αυτό ούτε οι δημοκρατικοί τον θαύμαζαν, ούτε οι ολιγαρχικοί τον συμπαθούσαν. Είχε πολλούς εχθρούς και λίγους θαυμαστές και φίλους, γι’ αυτό μόνο λίγες φορές πήρε τα πρωτεία στους δραματικούς αγώνες»[4].

Ήταν πάντως ποιητής μεγαλόστομος με πλούσια φαντασία και πηγαία λυρική πνοή. Εκφράστηκε με ύφος υψηλό, βαρύ, δύσκολο και συ­χνά απότομο. Πρέπει να θεωρηθεί ο πραγματικός δημιουργός της αττικής τραγωδίας, που ξεπέρασε όλους τους συγχρόνους του και ως προς την ποίηση και ως προς «την σκευήν των υποκριτών και την του χορού σεμνότητα».

Από τις 90 τραγωδίες που έγραψε σώθηκαν ολόκληρες μόνο επτά: Πέρσες, επτά επί Θήβας, Ικέτιδες, Προμηθεύς Δεσμώτης, Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες. Οι τρεις τελευταίες αποτελούν την τριλογία Ορέστεια, τη μόνη, που έχει σωθεί από την αρχαιότητα.

 

 Υποσημειώσεις


 

[1] Lesky Α., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 350.

[2] Flaceliere R., Ιστορία της Αρχαίας Ελλην. Λογοτεχνίας σελ. 216-217.

[3] Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 1, σελ. 655.

[4] Κορδάτου Γ., Η Αρχαία Τραγωδία και Κωμωδία, σελ. 200-201

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

Read Full Post »

Τσιάκος Ανδρέας


 

Ο  Α ν δ ρ έ α ς  Τ σ ι ά κ ο ς  γεννήθηκε το 1979 στο Άργος. Έχει κυκλοφορήσει τις ποιητικές συλλογές: Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος; (2007) και Ασκήσεις Αναπνοής (2011), από τις εκδόσεις ΧΑΡΑΜΑΔΑ.

 

Νέος Οδηγός

Α ν δ ρ έ α ς  Τ σ ι ά κ ο ς. Φωτογραφία Κατερίνα Σταματοπούλου.

Α ν δ ρ έ α ς Τ σ ι ά κ ο ς. Φωτογραφία Κατερίνα Σταματοπούλου.

Σπρώχνω το φορτηγό των ονείρων μου, στην μεγάλη ανηφόρα να το ανεβάσω θέλω, εκεί που γέρνει η πινακίδα προς τα κάτω, 0 χλμ., η μηχανή σβηστή, όχι τα φρένα λειτουργούν κανονικά άψογα μπορώ να πω έτοιμα να γδάρουν τα λάστιχα είναι, οι καθρέφτες είναι λίγο σπασμένοι αλλά εντάξει έχω συνηθίσει χωρίς να τους κοιτάζω, μια αντανάκλαση είναι όπως τα περισσότερα πράγματα στην ζωή, έλα μην στα λέω εγώ τώρα τα ξέρεις, κρεμάω πάνω τους τουλάχιστον ένα χαϊμαλί, μια φωτογραφία, όλα χρησιμεύουν και για άλλους σκοπούς και ομορφαίνω την καμπίνα μου, τα καθίσματα σχεδόν καινούρια, δεν  έχω καθίσει πότε στην θέση του οδηγού, ακυβέρνητο ήταν το φορτηγό μου και τα όνειρά μου στοιβαγμένα πίσω στην καρότσα ήταν, σαν ποιήματα στο συρτάρι ή σαν έπιπλα που τα μετακομίζεις από πόλη σε πόλη και από σπίτι σε σπίτι με το νάιλον τυλιγμένα, άθικτα, νέος οδηγός είμαι αν κατάλαβες, για χρόνια κοβόμουν στα σήματα, μπέρδευα τις πινακίδες, έλεγα προτεραιότητα αριστερά εκεί που έπρεπε να στρίψω δεξιά, γι’ αυτό με βλέπεις τώρα να σπρώχνω από μπροστά, να το ανεβάσω θέλω με την όπισθεν  και να το αφήσω να τρέξει στην κατηφόρα με ταχύτητα εθνικής οδού.

Τ ο   Γράμμα

Ασκήσεις Αναπνοής

Ασκήσεις Αναπνοής

Εδώ και κάμποσο καιρό, γράφω και ξαναγράφω ένα γράμμα που ο παραλήπτης είναι η μητέρα τον φόβων μου, προσπαθώ με δάκρυα και γέλια να της εξομολογηθώ την καθημερινή μου ζωή και να, ήρθε η ώρα, το πήρα απόφαση, θα της γράψω για τους δρόμους που δεν πέρασα, για κείνη την βροχή που δεν δρόσισε την αυλή των ματιών μου, θα της πω για τα όνειρα που μεγαλώνουν, που μεγαλώνουν και φωτίζουν το ταβάνι μου, για τις σκιές πέρα από τα παράθυρα που ’ναι στα κάγκελα αραγμένες και παίζουν σκάκι στα πλακάκια, θα της γράψω πώς τρέμουν τα χέρια μου κάθε φορά που πάω να υπογράψω μια σύμβαση για δουλειά, πόσο αβέβαιος νιώθω από την στιγμή που έφυγες για το καινούριο σου λιμάνι, ότι τα σύννεφα πολλές φορές μοιάζουν σαν αληθινά, θα της γράψω ότι σ’ αυτόν τον τόπο που ζω ακόμα κι η θλίψη μου κλαίει, πως την νύχτα τα ρολόγια σταματούν το τικ τακ και ξεκινούν σαν μπάντα του δρόμου να παίζουν μουσική στο ρυθμό της καρδιάς μου, ναι επιτέλους πήρα το θάρρος να της γράψω, να της το ταχυδρομήσω αλλά φοβάμαι, πολύ το φοβάμαι,  πως το γράμμα θα έρθει σε μένα.

Από την ποιητική συλλογή: «Ασκήσεις Αναπνοής», εκδόσεις Χαραμάδα 2011

 

Φθινόπωρο

Στον Γ. Μαρκόπουλο

Τον έβλεπα τα καλοκαίρια
να πίνει κρασί απ’ τη μεγάλη κανάτα,
φορούσε για κοστούμι ένα τζάμι σπασμένο
κι είχε για συντροφιά του οστά από μια λέξη
πεινασμένη.
«Είναι κρίμα…, έλεγε,… να μοχθείς για ένα σπίτι με στέγη».
«Είναι κρίμα…, μονολογούσε,
να σε ζωγραφίζει ένα παγκόσμιο μάτι».
Τον έβλεπα την Άνοιξη να προσμένει
χορεύοντας με τη σκιά του,
χορό κυκλικό.
Δίπλα απ’ τα λουλούδια
και από τις σφαίρες πλάι
–την Κυριακή του Πάσχα—
να παίζει κουτσό με τον Θάνατο.
«Πρέπει να πεθάνουμε πρώτα…, φώναζε,
…για ν’ αναστηθούμε,
πρέπει πρώτα να πεθάνουμε…», φώναζε
κι όταν τον πήραν οι χειμώνες

Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος;

Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος;

 

 

Κρίση

Καμπυλωμένα φρύδια σκεπάζουν
υποτονικούς οφθαλμούς

Ο χορός έλαβε τέλος, εδώ
στη χώρα
του επιτραπέζιου καρναβαλιού.
Οι κριτές
– δείκτες που τρέμουν την ανυπαρξία-
παίζοντας ζάρια και καπνίζοντας
σαρκάζουν την πολυτέλεια της επιλογής.
Ιστορίες και μύθοι που μεταφέρονται
από στόμα σε στόμα η καθημερινή αλήθεια.
Καλοστημένες φωτογραφίες αρχείου
διαδέχονται η μία την άλλη
στο κολάζ της ουτοπικής μαλθακότητας.
Είναι η ψευδαίσθηση που μας
κάνει παρήγορους
ή
η τραμπάλα των άστρων
στα γιοφύρια της πλάνης;

Από την ποιητική συλλογή: «Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος;» εκδόσεις Χαραμάδα 2007

Read Full Post »

Χαβιαράς Στρατής


 

Στρατής Χαβιαράς

Ποιητής και πεζογράφος. Γεννήθηκε στα τέλη Ιουνίου του 1935 στη Νέα Κίο Αργολίδας. Ο  πατέρας του, ενταγμένος στο ΕΑΜ εκτελέστηκε από τους Γερμανούς το 1944 στην Κόρινθο. Η μητέρα του εστάλη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο ίδιος μένει μόνος και βιώνει την πείνα και τις κακουχίες.

« Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν απ’ την Αρχαία Κίο στον Ελλήσποντο (σήμερα Γκεμλίκ), αλλά της μητέρας μου από το Καράμπουρνο και το Μποϊνάκι, κοντά στη Σμύρνη. Θυμάμαι καλά τις αφηγήσεις της γιαγιάς μου για τα χωριά της περιοχής: Βουρλά, Μενεμένη, Μελί. Και θυμάμαι ακόμα τους Μελιώτες στη Νέα Κίο της Αργολίδας όπου γεννήθηκα και την παράξενη προφορά τους με τις μακρόσυρτες καταλήξεις».

Μετά την απελευθέρωση, η οικογένεια κατατρεγμένη από τους χίτες, ανεβαίνει στην Αθήνα και εγκαθίσταται σ’ έναν προσφυγικό συνοικισμό, το Δουργούτι. Ο Στρατής εργάζεται στις οικοδομές. Είχε προλάβει όμως να τελειώσει το Δημοτικό αν και η δασκάλα του στο χωριό τον θεωρούσε καθυστερημένο.

«Ήμουν φαντασιόπληκτος. Το μυαλό μου έτρεχε αλλού. Χωρίς τους γονείς μου, πεινασμένος, βλέποντας γύρω μου τόσους σκοτωμούς και τόση προδοσία, μου ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ σε οτιδήποτε. Ταξίδευα συνεχώς».

Όταν το 1949, θέλησε να επισκεφθεί την Εθνική Βιβλιοθήκη, άκουσε από τον φύλακα ένα περιφρονητικό « Άντε χάσου». Ήταν ένα 14χρονο παιδί με κοντά παντελονάκια. Ο Στρατής πικράθηκε πολύ. Όμως ο δρόμος του είχε χαραχθεί.

Συνεχίζει να δουλεύει στην οικοδομή. Φωτεινά διαλλείματα της ζοφερής πραγματικότητας η αφοσίωσή του στο διάβασμα και την ποίηση. Δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή. Γνωρίζεται με τον σπουδαίο ελληνιστή Κίμωνα Φράϊερ που εκείνη την εποχή μεταφράζει την «Οδύσσεια» και την «Ασκητική» του Καζαντζάκη. Του προτείνει να τον ακολουθήσει στην Νέα Υόρκη. Αυτός θα του πλήρωνε τα δίδακτρα σε μια σχολή βιομηχανικού σχεδίου και ο Στρατής θα τον βοηθούσε στην μετάφραση. Δέχτηκε.

«Στα 1959, μαθητευόμενος ακόμη στα γράμματα, βρέθηκα στη Νέα Υόρκη, βοηθός γνωστού μελετητή της αμερικανικής ποίησης, δεινού στην καλλιέργεια γνωριμιών με κάθε λογής διασημότητες: Ezra Pound, Archibald McLeish, Arthur Miller, Lee Strasberg και πάει λέγοντας».

Στην Ελλάδα επιστρέφει δυο χρόνια αργότερα. Εργάζεται ως σχεδιαστής σε μια αμερικανική κατασκευαστική εταιρεία. Καιροί δύσκολοι και αντιφατικοί. Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα έκρυθμη και χαώδης. Η στρατιωτικοί αρπάζουν την εξουσία.

«Ως μοναδικό αρσενικό της οικογένειας, φοβούμενος ότι θα με συλλάβουν, αποφάσισα να γυρίσω στις ΗΠΑ».

Αρχίζει μια νέα ζωή. Σπουδάζει συγγραφική τέχνη και μετάφραση στο πανεπιστήμιο Goddard. Εργάζεται ως υπάλληλος στη βιβλιοθήκη του Harvard ενώ συγχρόνως αναπτύσσει αντιδικτατορική δράση, μέσω ενός ραδιοφωνικού σταθμού της Βοστόνης. Υφίσταται τον πόλεμο της « συμμορίας του Τόμ Πάπας» και του φιλοχουντικού κατεστημένου. Αρθρογραφεί στο μηνιαίο περιοδικό « Ελευθερία». Το 1974, διορίζεται στο ίδιο πανεπιστήμιο διευθυντής της αίθουσας σύγχρονης ποίησης Woodberry και της βιβλιοθήκης Farnsworth. Σταδιακά απομακρύνεται από το ελληνικό περιβάλλον και τα ελληνικά του αρχίζουν να «σκουριάζουν».

« Για πολύ καιρό απέφευγα να έρθω, επειδή ο τόπος συμβόλιζε το χειρότερο μισό της ζωής μου. Βλέποντας όμως τους Έλληνες να προκόβουν και τη χώρα να ευημερεί, βλέποντας ακόμα κι αυτήν την πρωτοφανή εκδοτική έκρηξη, η ευχαρίστηση που αντλώ είναι τεράστια. Σιγά- σιγά οι πληγές επουλώνονται…».  

Στο πάρτι των 24ων γενεθλίων του ο Στρατής Χαβιαράς γνώρισε πολύ κόσμο. Ποιητές, δοκιμιογράφους, εκδότες, σκηνοθέτες κ.α. Ο ίδιος μας λέει: « Εκεί γνώρισα και τον ιδρυτή της μεγάλης εκδοτικής εταιρείας Simon & Schuster, ο οποίος μετά τις συστάσεις με ρώτησε:

« Εσείς τι γράφετε;».

Ο Στρατής Χαβιαράς σε φωτογραφία από την εποχή της γνωριμίας του με την Μαίριλυν Μονρόε.

Πρόσφατα είχε δημοσιευτεί σ’ ένα ελληνικό περιοδικό το πρώτο μου κείμενο, ένα δοκίμιο για την επιτυχία της Οδύσσειας του Καζαντζάκη στην Αμερική. Όμως, όπως έσπευσα να διευκρινίσω, αυτό ήταν μόνο το «πρώτο σκαλί» και, αν τα πράγματα πήγαιναν καλά, σύντομα θα έγραφα και μυθιστόρημα. «Ωραία» μου αποκρίθηκε ο Μαξ Λίνκολν Σούστερ, «αν όλα πάνε καλά και το γράψεις, θα σ’ το εκδώσω εγώ. Σύντομα», πρόσθεσε και τσουγκρίζοντας τα ποτήρια μας γελάσαμε.

« Τι θα πει σύντομα; Μου πήρε είκοσι χρόνια να το γράψω. Είκοσι ακριβώς. Και όμως τον Ιούνιο του 1979, όταν ο Μαξ μας είχε αφήσει χρόνους προ πολλού και η εταιρεία του είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία της Gulf & Western, ήταν η Simon & Schuster που τελικά εξέδωσε το πρώτο μου μυθιστόρημα « Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα». Καμιά φορά παίρνει είκοσι χρόνια για τη μετατροπή μιας υπόσχεσης σε πράξη».

Εκείνη η βραδιά του επεφύλασσε μια μεγάλη έκπληξη. Σε κάποια στιγμή φτάνουν στο πάρτι ο θεατρικός συγγραφέας Άρθουρ Μίλερ και η σταρ του σινεμά, τότε στο απόγειο της δόξας της, Μέριλιν Μονρόε.

«Η φυσική της ομορφιά ήταν ακόμη πιο ακτινοβόλα απ’ ότι στην οθόνη. Είχε κατέβει από τους ουρανούς, απ’ τις ταξιαρχίες των αγγέλων, να καταπολεμήσει το σκοτάδι, την ασκήμια, το κακό του κόσμου, να δώσει φως στους τυφλούς».

Σήμερα, ο Στρατής Χαβιαράς περνάει τον περισσότερο καιρό του στην Ελλάδα. Από το 1985 διευθύνει το εργαστήρι συγγραφικής τέχνης (μυθιστόρημα) στο θερινό πρόγραμμα του Harvard. Το 2000 δίδαξε την συγγραφική τέχνη στο ΕΚΕΜΕΛ ενώ το 2006 ξεκίνησε να συνεργάζεται με το ΕΚΕΒΙ ως συντονιστής και δάσκαλος στα Εργαστήρια Τέχνης και Λόγου. Είναι ενεργό μέλος του Συλλόγου Αμερικανών Συγγραφέων και της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων.

  

Εργογραφία


Το έργο του Στρατή Χαβιαρά, χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες. Στο Μυθιστόρημα, την Ποίηση, την Μετάφραση.

Πεζογραφία:

Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα. Αθήνα, Ερμής, 1980. Καστανιώτης, 1999.  

Τα ηρωικά χρόνια. Αθήνα, Bell,1984. Καστανιώτης, 1999.

Πορφυρό και μαύρο νήμα. Αθήνα, Κέδρος, 2007.

Ποίηση:
Η κυρία με την πυξίδα. Αθήνα, 1963.
Βερολίνο. Αθήνα, Φέξης, 1965.
Η νύχτα του ξυλοπόδαρου, 1967.
Νεκροφάνεια. Αθήνα, Κέδρος, 1972.

Έργα στα αγγλικά:
Crossing the river twice, ποιήματα, Cleveland State University, 1976
When the tree sings, πεζό, Simon & Schuster, New York, 1979
The Heroic Age, πεζό, Simon & Schuster, New York, 1984
Millenial afterlives, διηγήματα, Wells College, New York, 2000

Μεταφράσεις
Προς τα ελληνικά:
Heaney, Seamus. Το αλφάδι. Αθήνα, Ερμής, 1999.
Προς τα αγγλικά:
C. P. Cavafy: The Canon, The Original One Hundred and Fifty-Four Poems [επιμέλεια: Dana Bonstrom]. Αθήνα, Ερμής, 2004.

Συλλογικά έργα:

Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία: διεθνείς προσανατολισμοί και διασταυρώσεις [επιμέλεια: Α. Σπυρόπουλου, Θ. Τσιμπούκη]. Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2002.

Αληθινές ιστορίες [συλλογή διηγημάτων]. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2003.  

 

 «Τα ηρωικά χρόνια»


 Η Μάρη Θεοδοσοπούλου είναι κριτικός λογοτεχνίας. Στο πιο κάτω ενδιαφέρον κείμενό της ανιχνεύει και εντοπίζει τις περιπέτειες του μυθιστορήματος «Τα ηρωικά χρόνια» του Στρατή Χαβιαρά. Η Αργολική Βιβλιοθήκη το αναδημοσιεύει με την πεποίθηση ότι το κείμενο αυτό, βοηθά τον αναγνώστη ή ερευνητή να κατανοήσει και να εντοπίσει κι άλλες παραμέτρους σχετικές με το  έργο του συγγραφέα.

Τα ηρωικά χρόνια

Ατυχείς συγκυρίες κυνηγούν Τα ηρωικά χρόνια του Στ. Χαβιαρά. Και οι δύο εκδόσεις του βιβλίου στα ελληνικά, με απόσταση μεταξύ τους μία 15ετία, συμπίπτουν με μια ήδη διαμορφωμένη επικαιρότητα που στέκεται κάθε φορά καθοριστική για την ανάγνωση. Η πρώτη ελληνική έκδοση εμφανίζεται την άνοιξη του 1985, όταν ήδη η Ελένη του Νίκου Γκατζογιάννη έχει αναζωπυρώσει τις συζητήσεις γύρω από τον ελληνικό εμφύλιο. Στην Ελλάδα η Ελένη κυκλοφορεί τον Δεκέμβριο του 1983, όταν το πανελλήνιο, στην ευεξία των πρώτων χρόνων διακυβέρνησης του ΠαΣοΚ, με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, καλαφατίζει τις τελευταίες ρωγμές του διχασμού.

Κατά σύμπτωση, το μυθιστόρημα του Στ. Χαβιαρά κυκλοφορεί και στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα με απόσταση λίγων μηνών από την Ελένη και αναπόφευκτα διαβάζεται ως αντίλογος. Ανεξάρτητα αν η συγγραφή του έχει αρχίσει χρόνια πριν και αν πρόκειται, λίγο-πολύ, για ένα ιστορικό μυθιστόρημα ποιητικής πνοής. Ένα ευρύτερο κοινό καθηλώνεται στο γεγονός ότι και τα δύο μυθιστορήματα εκτυλίσσονται τα δύο τελευταία χρόνια του Εμφυλίου σε γειτονικούς τόπους: Μουργκάνα – Γράμμος. Άλλωστε η Ελένη προκαλεί πολύ θόρυβο, όπως εισάγεται από τις ΗΠΑ έτοιμο μπεστ σέλερ· βιβλίο-ντοκουμέντο ενός δημοσιογράφου της εφημερίδας «The New York Times» που πραγματοποίησε και επιτόπια έρευνα. Στη συνέχεια γίνεται ταινία αμερικανικών προδιαγραφών, που οξύνει περαιτέρω τα πνεύματα, προκαλώντας έντονες αντιπαραθέσεις. Ως τον Δεκέμβριο του 1987, όταν ο πρόεδρος Ρίγκαν υπογράφει με τον Γκορμπατσόφ τη συμφωνία για τους εξοπλισμούς, αναφέρεται στην Ελένη ως ένα βιβλίο-σύμβολο.

Σήμερα όλα αυτά είναι μια παλαιά ιστορία. Μάλιστα η πρώτη έκδοση των Ηρωικών χρόνων (από τις εκδόσεις Bell σε μετάφραση Νέστορα Χούνου) ούτε καν μνημονεύεται. Υπάρχει μόνο αναφορά στη νεοϋορκέζικη έκδοση (φθινόπωρο 1984) από τους Σάιμον και Σούστερ, που είχαν εκδώσει το 1979 και το πρώτο μυθιστόρημα του Στ. Χαβιαρά, Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα (πρώτη ελληνική έκδοση Ερμής, 1980, σε μετάφραση του συγγραφέα).

Μια διαφορετική συγκυρία φαίνεται να παρασέρνει στη δίνη της τη δεύτερη έκδοση. Οι καινούργιοι αναγνώστες, όπως και οι δημοσιογράφοι, αγνοούν ή ξεχνούν τις ιδεολογικές αντιπαλότητες του 1985. Άλλωστε οι κάτω των 40 ετών, στην πλειονότητά τους, μόλις που έχουν ακουστά τον ελληνικό εμφύλιο. Αντιθέτως, γνωρίζουν με κάθε λεπτομέρεια τον εμφύλιο στη Γιουγκοσλαβία με τον οποίο και καθημερινώς συμπάσχουν. Ίσως οι δύο εμφύλιοι να μην έχουν πολλά κοινά σημεία. Ωστόσο το μυθιστόρημα του Στ. Χαβιαρά θυμίζει ότι και τότε ΗΠΑ και Βρετανία έκαναν πρόβα καινούργιων οπλικών συστημάτων.

Οι συγκλονιστικότερες σελίδες του μυθιστορήματος περιγράφουν το στρατόπεδο των ανταρτών στον Γράμμο, όταν ο Τίτο κλείνει τα σύνορα. Μισό αιώνα αργότερα μόνο υποθέσεις υπάρχουν για τις σχέσεις του Τίτο με τις ΗΠΑ και την τότε ελληνική κυβέρνηση, καθώς πολλά αρχεία μένουν απόρρητα, μεταξύ αυτών και τα σερβικά. Ωστόσο παραμένει γεγονός ότι ο Τίτο ήθελε πάση θυσία να σώσει την ακεραιότητα της Γιουγκοσλαβίας. Πέραν των συγκυριών, η δεύτερη έκδοση του βιβλίου συμπίπτει με την επέτειο των 50 χρόνων από την επίσημη λήξη του Εμφυλίου, που συντελέστηκε σε εκείνη τη μάχη στον Γράμμο που πλέκει στο μυθιστόρημά του ο Στ. Χαβιαράς.

Το 1984 ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, μεταφραστής της Ελένης, σημειώνει: «Γενικά η μεταπολεμική πεζογραφία μας στερείται τίτλων σχετικά με τον Εμφύλιο. Είναι ένα θέμα που απωθεί, δεν αντέχουμε να μιλάμε γι’ αυτό». Μερικά μυθιστορήματα και διηγήματα. Σε αυτή την ισχνή σοδειά προστίθενται τα μυθιστορήματα των Στ. Χαβιαρά και Ν. Γκατζογιάννη, συγγραφέων της ίδιας γενιάς.

Πιστός στα ιστορικά γεγονότα ο συγγραφέας τα αναβιώνει μετουσιώνοντάς τα σε αφήγηση. Με περισσότερο λυρισμό στο «όταν τραγουδούσαν τα δέντρα» που διαδραματίζεται στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής στη γενέτειρα του συγγραφέα, τη Νέα Κίο της Αργολίδας. Με μεγαλύτερη οικονομία στα «Ηρωικά χρόνια» που πιάνει τον μίτο και συνεχίζει. Ο αφηγητής και τρία ακόμη αγόρια στην «ηρωική ηλικία», από έξι ως δεκατεσσάρων χρόνων, εγκαταλείπουν το χωριό τους. Στον δρόμο προστίθεται και ένα Εβραιόπουλο από τα Γιάννενα, ένας μυθιστορηματικός ήρωας πολλαπλώς φορτισμένος που φαίνεται να δίνει ιστορική προοπτική στα συμβαίνοντα.

Ποιητική αδεία, από το Ηραίον δίπλα στη Νέα Κίο, βρίσκονται να ακολουθούν τον Μόρνο. Τραβάνε βόρεια, όπως και ο κυβερνητικός στρατός. Συναντούν κεφαλοκυνηγούς με τα κοφίνια τους γεμάτα πολύτιμη πραμάτεια, τα κομμένα κεφάλια ανταρτών, αλλά και έναν τελευταίο της ομάδας του Βελουχιώτη, λαβωμένο σε μια σπηλιά και προάγγελο κακών. Τα παιδιά θέλουν να ξεφύγουν από τον πόλεμο, τελικά όμως αγωνίζονται δίπλα στους αντάρτες. Μια απελπισμένη μάχη παιδιών με πρωτόγονα μέσα ενάντια σε αδίστακτους μεγάλους.

Σε ολόκληρο το μυθιστόρημα λανθάνει ο αλληγορικός παραλληλισμός ανάμεσα στα παιδιά και στη χώρα. Όλοι οι ήρωες είναι παιδιά, ακόμη και οι ασπρομάλληδες αντάρτες και οι ναυτόπαιδες, που αποτελούν τη φρουρά στον Αντικάλαμο, το στρατόπεδο στο οποίο οδηγούνται όσα παιδιά επιζούν για να ανανήψουν από την πλάνη του κομμουνισμού σπάζοντας πέτρα. Αθωότητα ως αφέλεια, ευπιστία και ορμητικότητα, δεν χαρακτηρίζουν μόνο τα παιδιά αλλά και την Ελλάδα της εποχής, ιδίως την Αριστερά. Με τους μεγάλους είναι αμείλικτος ο Στ. Χαβιαράς· σατιρίζει τους Συμμάχους και τη βασίλισσα Φρειδερίκη, ενώ καταδικάζει διακωμωδώντας τα όργανα του κόμματος ως τον Ζαχαριάδη.

Ένα μυθιστόρημα εφηβείας, χωρισμένο σε δύο μέρη. Το πρώτο και συναρπαστικότερο είναι η ανάβαση στον Γράμμο, το δεύτερο το καθαρτήριο στον Αντικάλαμο. Ο συγγραφέας διασκεδάζει την αγριότητα του πολέμου με κωμικά περιστατικά, δένοντας τον θάνατο με τα ερωτικά σκιρτήματα της εφηβείας. Ο τίτλος θα μπορούσε να παραπέμπει στην Eroica του Κοσμά Πολίτη, μόνο που αυτά εδώ είναι τα παιδιά δύσκολων καιρών, πρόωρα μεγαλωμένα, που δεν παίζουν αλλά κάνουν πόλεμο. Οι περιγραφές δεν είναι στεγνά ρεαλιστικές αλλά απογειώνονται μυθοποιώντας, με απροσδόκητους συνειρμούς και λυρικές αναπνοές. Ο Στ. Χαβιαράς θέλει να δώσει την πεισματική προσπάθεια ενός παιδιού να διαφύγει από τη σκληρή πραγματικότητα, πετώντας σαν πουλί προς φανταστικούς κόσμους.

Ιδιαίτερη αναφορά απαιτεί ο γλωσσικός διάπλους του μυθιστορήματος. Η πρώτη μετάφραση για Τα ηρωικά χρόνια του Ν. Χούνου ήταν ένα εύληπτο κείμενο με λίγο-πολύ εύστοχες αποδόσεις των ιδιωματικών φράσεων. Η πρόσφατη, δεύτερη μετάφραση παρέμεινε πλησιέστερα στο πρωτότυπο, με αποτέλεσμα σε ορισμένα σημεία, ευτυχώς λίγα, να δημιουργεί ασαφείς εικόνες, όπως για παράδειγμα όταν η συμμορία των παιδιών απειλεί με «το καπάκι από ένα κονσερβοκούτι». Να σημειώσουμε ακόμη ότι στις προηγούμενες εκδόσεις για να δοθεί το κλίμα της εποχής τα κεφάλαια του βιβλίου ανοίγουν με ένα κολλάζ από την ειδησεογραφία εφημερίδων της εποχής, με μία είδηση κάθε φορά μεγεθυσμένη. Η πρόσφατη έκδοση κράτησε μόνο, ως μότο κάθε κεφαλαίου, τη συγκεκριμένη είδηση, χάνοντας κομμάτι από τις εντυπώσεις.

Πέρα από τις μεγαληγορίες του αμερικανικού Τύπου, ο οποίος αντιμετωπίζει τις τοπικές συρράξεις σε μακρινές χώρες σαν εξωτικά συμβάντα, στα καθ’ ημάς μάλλον ήρθε ο καιρός να εγγράψουμε τον Στ. Χαβιαρά στα κατάστιχα της νεοελληνικής πεζογραφίας.

 

« Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα»


  

Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα

Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα, το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψε ο Στρατής Χαβιαράς στην αγγλική γλώσσα, είναι το επικό αφήγημα ενός παιδιού που μεγαλώνει σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό της Ελλάδας στα χρόνια της γερμανικής κατοχής. O συγγραφέας έχει διαρθρώσει το έργο αυτό σε σύντομα επεισόδια. Το λυρικό ταλέντο του είναι τέτοιο, που το κάθε μικρό κεφάλαιο μπορεί να διαβαστεί σαν μια ποιητική ενότητα. Όμως τα επεισόδια διαπνέονται από μια ψυχολογική διεισδυτικότητα και ευαισθησία, καθώς καταγράφουν την ολοένα αυξανόμενη αντίσταση των χαρακτήρων, μέσα σε μια ατμόσφαιρα εξωπραγματικότητας και παράκρουσης επηρεασμένη από τη φοβερή πείνα που γνώρισε η Ελλάδα στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετάφραση από τα Αγγλικά Παύλος Μάτεσις. Εκδόσεις Καστανιώτη.

Μια επιλογή από τις σελίδες του:

Το άλογο δεν το αλλάζω μ’ όποιο και να μου δίνανε, ετούτο θέλω εγώ, είναι δουλευταράς και φιλαράκι. Αχαριστία μου να το παραδώσω στον εχθρό επειδή το πήρανε τα χρόνια. Βλέπεις ο εχθρός δεν νογάει να ξεχωρίσει άνθρωπο από ζωντανό και τούτο εδώ είναι πρόσωπο της οικογένειάς μας. (σελ. 64)

Την είδαμε ίσα πέρα να προχωράει με περίσκεψη μέσα στις αφάνες, τα μαλλιά της κοκκινωπός χρυσός πάνω από τις αφάνες και ανάμεσά τους ένας κυματισμός, το λιγνό άσπρο της κορμί. Και καθώς πλησίαζε, η απόσταση σαν να αύξαινε παρά να λιγοστεύει και ο θείος Ιάσων έφερε το χέρι του σκιάδιο πάνω από τα μάτια του. Το φως βλέπεις, είπε, τα σπμπαραλιάζει όλα. (σελ. 73)

Το τραίνο σφύριξε. Ένα αγόρι της κλούβας μου έδειχνε το μπράτσο του: είχε ένα περιβραχιόνιο μ’ ένα μεγάλο κίτρινο άστρο. Όταν θα ‘παιζε «πόλεμο» στην γειτονιά του με τα γειτονόπουλα, θα πρέπει να ήταν στρατηγός τους – στρατάρχης. Γι’ αυτό τον έπιασε ο εχθρός. Στάθηκα προσοχή, να δει ότι του παραδέχομαι τον βαθμό του, και του έκανα το σχήμα. (σελ. 103)

Το άγριο άχτι του για εκδίκηση, που σπιρούνιζε την φαντασία κάθε συντοπίτη μου, δεν με μάγευε πια: με τάραζε. Αδύνατο να καταλάβω, ποια η σχέση ανάμεσα σε εκδίκηση και τον αγώνα μας να κρατηθούμε ζωντανοί. Ίσα-ίσα: την ιδέα για εκδίκηση έπρεπε να την βάλουμε στην πάντα αν θέλαμε να επιζήσουμε. (σελ. 114)

Το πετσί μας αργασμένο, για τις γρατζουνιές γιατρειά ήταν το αλάτι κι ο άνεμος. Και κανενού το πετσί δεν λαμπύριζε σαν το δικό μας. (σελ.123)

Μια μέρα έβαλα μπρος από πολύ πρωί και κοντά μεσημέρι είχα τελειώσει ένα ψηφιδωτό που παράσταινε την Αγγέλικα, τη δεύτερη θυγατέρα του παπά, ως γοργόνα. Είχα βάλει κάτασπρα σαν μάρμαρο βότσαλα για το πανωκόρμι, και άλλα σε μουντό γκρίζο για την ουρά, μαύρα για φρύδια και ματοτσίνορα. Τα μαλλιά τα ‘κανα να κυματίζουν στον άνεμο. Οι ματόχαντρες σκουροπράσινες. Τα χείλια και οι ρώγες σε ανοιχτό τριανταφυλλί. Στο χρώμα ετούτο δεν έβρισκα βότσαλα και τι να κάνω, έσπαζα κεραμίδι για να βάλω τις κατάλληλες ψηφίδες. Γύρω-γύρω γαλανές κυματιστές γραμμές και για αφρό, αράδες από άσπρα χαλίκια στο κάτω μέρος της ζωγραφιάς. (σελ. 126)

Η Ξανθή έστεκε και δεν μίλαγε. Μια στάλα φως από μια χαραμάδα ανάμεσα στις σανίδες του τροχόσπιτου ήρθε και έκατσε στο αριστερό της μάγουλο, σαν σημάδι από μαχαιριά. (σελ. 142)

Αμίλητοι απέναντι στον άνεμο που σφύριζε, τα χέρια στις τσέπες και χαζεύαμε το κάρρο των σκουπιδιών, που κουβαλούσε τον γέρο τραγουδιστή πέρα, έξω από το χωριό μας. Κειτόταν ξάπλα πάνω στα σκουπίδια και το σκυλί να τον ξεπροβοδίζει, ο σκύλος, ο μόνιμος σύντροφος στα πένθη. (σελ. 168)

Αγκαλιαστήκαμε. Το κορμί του, ή εκείνη η αλλόκοτη στολή του, έβγαζε μια βαριά μυρουδιά, τη μυρουδιά που είχαν οι αντάρτες. Στο αριστερό του μπράτσο είχε πληγή από σφαίρα. (σελ. 175)

. . . Με συγχωρείς που δεν έχουμε τίποτα στο σπίτι να σε φιλέψουμε. Μονάχα κάτι λέξεις μοιραζόμαστε.  (σελ. 181)

Η γη εδώ ετούτη, μια φτενή λουρίδα είναι, με ανάμεσά της βράχους και πελάγη, τόσους λίγους μονάχα μπορεί να ανασταίνει. Δεν έχει δένδρα, νερό δεν έχει, ονείρεμα μονάχα δένδρων και πηγών έχει, είχε πει ο παππούς. (σελ. 268).

Αποστακτήριο λέξεων – http://selideslogotexnias.blogspot.com

 

« Πορφυρό και μαύρο νήμα»


 

Πορφυρό και μαύρο νήμα

Το «Πορφυρό και μαύρο νήμα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος» σε μετάφραση της Ρένας Χατχούτ. Είναι το παραμύθι της ζωής του Στρατή Χαβιαρά και ταυτόχρονα είναι το μυθιστόρημα της γέννησης ενός συγγραφέα ο οποίος αναδύε­ται μέσα από την προφορική παράδοση του τόπου του.

Σαν τους παλιούς παραμυθάδες πράγματι, αλλά και σαν τους μεταμοντέρνους καλλιτέ­χνες, ο Χαβιαράς αντιμετωπίζει με τον ίδιο σεβασμό την πραγματικότητα και τους μύθους της. Και πλέκει μεταξύ τους τα γεγονότα που σημάδεψαν τα παιδικά του χρόνια (προσφυ­γιά, κατοχή, πείνα, βία, αντάρτικο, ορφάνια), τις αδελφοκτόνες σελίδες της ιστορίας από την Εικονομαχία ως τον Εμφύλιο, τους βυζα­ντινούς θρύλους για τον Διγενή Ακρίτα ή για τον νόθο γιο της Κασσιανής με τον αυτοκρά­τορα Θεόφιλο, και τέλος τη φαντασία του.

Σε κάθε κεφάλαιο, δυο ή τρεις ιστορίες εναλ­λάσσονται και τελικά συναντώνται έτσι που το παρόν της αφήγησης αποκτά προοπτική προς το παρελθόν και προς το μέλλον, με σταθ­μούς τα έτη 1942, 842, 2002. «θα σας διηγηθώ μια ιστορία που κάποιος άλλος μου είπε κάποτε, όταν κι εγώ ήμουνα κάποιος άλλος», λέει ο συγγραφέας και δίνει τον λόγο σε ένα 11χρονο αγόρι από Μικρα­σιάτικη γενιά προσφύγων.

Ο μικρός Βασίλης ζει με τη γριά θεία του σε ένα φανταστικό ξε­ρονήσι νότια της Σαλαμίνας, όταν καταφθά­νουν οι Γερμανοί «με τους Έλληνες ρουφιάνους τους», επιτάσσουν τα πάντα, κτίζουν δε­ξαμενές καυσίμων και σκοτώνουν ή οδηγούν στον θάνατο και τους 32 κατοίκους του. Μόνο ο Βασίλης επιζεί, για να διηγηθεί εκείνη την ιστορία και μαζί τις παλιές ιστορίες με τις οποίες ξεγελούσε την πείνα του τα βράδια που έβραζε χόρτα και ρίζες για την παραμυ­θού δασκάλα θεία του.

Εφημερίδα ΤΑ ΑΡΓΟΛΙΚΑ, Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011.

 

Πηγές


  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.
  • Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων.
  • Εφημερίδα ΒΗΜΑ. Δημοσίευση 11/08/2002
  • Εφημερίδα ΒΗΜΑ. Δημοσίευση 06/02/2011.
  • Μάρη Θεοδοσοπούλου, κριτικός λογοτεχνίας.
  • Αποστακτήριο λέξεων – http://selideslogotexnias.blogspot.com
  • Εφημερίδα ΑΡΓΟΛΙΚΑ. 5/11/2011.

Read Full Post »

Μαλτέζος Διογένης (1932-2019)


                                                                                                           

Διογένης Μαλτέζος

Ο Δάσκαλος και λογοτέχνης Διογένης Μαλτέζος γεννήθηκε στον Ίναχο του Άργους το 1932. Σπούδασε παιδαγωγικά. Το 1960 ίδρυσε μαζί με την σύζυγό του Χριστίνα και τον αδελφό του Δημήτρη, ιδιωτικό σχολείο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα «Πρότυπα Εκπαιδευτήρια Αφων  Μαλτέζου», προσφέρανε και συνεχίζουν να προσφέρουν τις πολύτιμες και υψηλού επιπέδου υπηρεσίες τους στην παιδεία του τόπου μας.

Δάσκαλος έγινε από αγάπη προς τα παιδιά. Κοιτάζοντας μέσα στην ψυχή τους, προσπάθησε να γνωρίσει και την δική του ψυχή. Στο δύσκολο τούτο έργο – όπως ο ίδιος λέει- πνευματικοί του οδηγοί στάθηκαν η σοφία των προγόνων μας και η ευαγγελική αλήθεια.

« …Θέλω να σας θυμίσω ότι ο Αισχύλος ζει τον 5ο  αιώνα π.Χ.˙ ότι αυτά που θα πει αποτελούν ανθρώπινη σοφία˙ ότι δεν τίθεται ελληνική σοφία ή χριστιανική αλήθεια. Δεν τίθεται διαζευκτικά το θέμα κάτι τέτοιο θα ήταν ολέθριο λάθος. Θα τεθεί ως εξής: το ελληνικό πνεύμα είναι ανθρώπινη προσπάθεια, ανεπανάληπτη, που οργάνωσε το νου του ανθρώπου. Και η χριστιανική αλήθεια είναι αλήθεια εξ αποκαλύψεως, είναι χάρη και δωρεά του Θεού. Αυτή την αλήθεια το ελληνικό πνεύμα την υιοθέτησε και την βοήθησε να διαδοθεί. Και όταν οι καιροί άλλαξαν και η αλήθεια στέριωσε, τότε το ελληνικό πνεύμα κοντά της βρήκε καταφύγιο». (Από την διάλεξή του στον «Δαναό» στις 27 Φεβρουαρίου 2005, με θέμα: Αισχύλος, ο οραματιστής ενός δικαιότερου κόσμου).

Νωρίς διαπίστωσε ότι όλη η πνευματική κίνηση που πήρε το όνομα Δυτικός Πολιτισμός ήταν σχόλια πάνω στα δύο αυτά πνευματικά μεγέθη. Όμως τα σχόλια αυτά τον βοήθησαν να φτάσει στο βαθύτερο νόημα της ανθρώπινης σοφίας και της αποκεκαλυμμένης αλήθειας.

Ήταν ευτυχής όταν μπορούσε, μέσω του τύπου ή του ραδιοφώνου, να μοιράζεται τα πνευματικά αγαθά με άλλους. Σ’ αυτούς τους άλλους – μαθητές, αναγνώστες και ακροατές- οφείλει πολλά- όπως ο ίδιος τονίζει- γιατί έπρεπε κάθε μέρα να βελτιώνεται για να είναι άξιος του ενδιαφέροντός τους. Κι αυτή η ακοίμητη λαχτάρα για βελτίωση συνεχίζεται ακόμη. Γιατί όπως είπε κάποιος μεγάλος Ποιητής μας, « Αλίμονο, είν’ υψηλή, το βλέπω, πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα».

Ο Διογένης Μαλτέζος έχει εκδώσει – εκτός από ποιητικές  συλλογές και μπροσούρες – το βιβλίο « Εφήμερα και αιώνια», Φεβρουάριος 2003, εκδόσεις Ελλέβορος.  Μια συλλογή 110 κειμένων που έχουν ένα κοινό γνώρισμα. « Μέσα σ’ όλα υπάρχει μια κρυφή νοσταλγία για κάτι «άλλο», που δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Αυτό το «άλλο» πολλοί το είπαν αιωνιότητα ». Πολυγραφότατος. Άρθρα του έχουν φιλοξενηθεί σε όλες σχεδόν τις εφημερίδες του Άργους όλα αυτά τα χρόνια προσφοράς του.

Μελίρρυτος στις εκπομπές του στο ραδιόφωνο της Ιεράς Μητρόπολης Αργολίδας, συγκινεί με τον ήπιο λόγο του και «διδάσκει» τους αρχαίους τραγικούς. Τουλάχιστον τριάντα έργα τους έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα. Επίσης, έχει επιμεληθεί και  παρουσιάσει σε 10 τουλάχιστον συνέχειες το « Άσμα Ασμάτων» του Σολομώντα, σε μετάφραση του ιδίου, σχόλια και παρατηρήσεις.

Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών, την Τετάρτη 27 Μαρτίου του έτους 2019.

 

Read Full Post »

Older Posts »