Αρχαίο Θέατρο Άργους – The Ancient Theatre of Argos
Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης
Copyright: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού
Posted in Φωτογράφοι & Αργολίδα, tagged alphaline, Άργος, Αρχαίο θέατρο Άργους, Αργολίδα, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Καχριμάνης, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Φωτογραφίες, Photo, Photography, The Ancient Theatre of Argos on 11 Ιανουαρίου, 2009| Leave a Comment »
Αρχαίο Θέατρο Άργους – The Ancient Theatre of Argos
Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης
Copyright: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού
Posted in Φωτογράφοι & Αργολίδα, tagged alphaline, Άργος, Αρχιτεκτονική, Αργολίδα, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Καχριμάνης, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Ρωμαϊκά Λουτρά, Φωτογράφοι, Φωτογραφίες, Photo, Photography, The Roman Baths on 11 Ιανουαρίου, 2009|
Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths
Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης
Copyright: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού
Posted in Φωτογράφοι & Αργολίδα, tagged alphaline, Argos, Castle, Άργος, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Κάστρα, Κάστρο Άργους, Καχριμάνης, Πελοπόννησος, Φωτογράφοι, Φωτογραφία, Φωτογραφίες, Photo, Photography on 8 Ιανουαρίου, 2009| Leave a Comment »
Κάστρο Άργους – The Castle of Argos
Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης
Copyright: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού
Posted in Γκραβούρες, tagged 1821, alphaline, Άργος, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γκραβούρες, Λιθογραφία, Ναύπλιο, Πόλεις on 21 Δεκεμβρίου, 2008| Leave a Comment »
Posted in Αργολίδα Μνημεία, Ναύπλιο, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Bourtzi, Greek History, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βενετία, Ιστορία, Καποδίστριας, Μπούρτζι, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Φρούρια on 18 Δεκεμβρίου, 2008| Leave a Comment »
Μπούρτζι – Ο Θαλασσόπυργος του Ναυπλίου
Ένα μικρό κάστρο στην αγκαλιά του Ναυπλίου. Σήμα και σύμβολο του. Στα χρόνια της Ενετοκρατίας (1389-1540) και μάλιστα το 1473 ο μηχανικός Antonio Gambello έλαβε εντολή από τον Προβλεπτή της πόλης Pasqualigo, να οχυρώσει το νησί. Στον πύργο που έκτισαν τοποθέτησαν πυροβόλα. Η πόλη αρματώθηκε καλά. Τα πυροβόλα του νησιού και τα κανόνια της περιοχής «πέντε αδέλφια» διασφάλιζαν την πόλη από επιδρομές ή επιθέσεις από την μεριά της θάλασσας. Το νησί πήρε το όνομα Μπούρτζι. Πρόκειται μάλλον για Τουρκοαραβική λέξη που σημαίνει φρούριο, κάστρο.
Οχυρωματικά έργα έγιναν και κατά την περίοδο της δεύτερης Ενετικής κυριαρχίας. Ορθώθηκε πύργος με περίβολο και προμαχώνες. Ο Μοροζίνης, αφού κατάσφαξε τους Τούρκους υπερασπιστές του, το κατέλαβε και πάλι το 1686. Το νησάκι το αποκαλούσαν και Castello dello soglio και το λιμάνι Porto Cadena, λιμάνι της αλυσίδας. Μια βαριά αλυσίδα απλωνόταν την νύχτα από το Μπούρτζι μέχρι την στεριά και έκλεινε με ασφάλεια την θαλασσινή είσοδο στο Ναύπλιο. Αργότερα, στα χρόνια της ελληνικής εξέγερσης συνηθιζόταν να το λένε Καστέλλι ή θαλασσόπυργο. Μετά από δύο πολιορκίες, την πρώτη υπό την καθοδήγηση και το σχέδιο του Γάλλου Φιλέλληνα Βουτιέ, παραδόθηκε τελικά στους Έλληνες στις 18 Ιουνίου 1822.

Το Μπούρτζι από το λιμάνι. Έργο του Βαυαρού Κρατσάιζεν Καρλ (Karl Krazeisen). Λιθογραφία Franz Hanfstaengl, Μόναχο, 1828.
Το Μπούρτζι, διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο κατά την πολιορκία του Ναυπλίου, γιατί οι Έλληνες χτυπούσαν με τα πυροβόλα του τα κάστρα του Παλαμηδιού και της Ακροναυπλίας, της γνωστής τότε ως Ιτς Καλέ. Εκεί, κατέφυγε και η Ελληνική Κυβέρνηση δύο φορές το 1826, λόγω των γεγονότων εκείνης της χρονιάς.
Ως Φρούριο λειτούργησε μέχρι το 1865. Μετά, έγινε η κατοικία των δημίων της γκιλοτίνας, γιατί ο λαός του Ναυπλίου δεν επιθυμούσε την συνύπαρξη μαζί τους, αλλά και διότι οι δήμιοι κατά κανόνα ήταν κατάδικοι. Το κάστρο προστάτευαν 4 στρατιώτες και ένας επικεφαλής Υπαξιωματικός. Η καρμανιόλα στηνόταν κάθε φορά που υπήρχε τέτοια ανάγκη στο περίφημο Αλωνάκι, νότια των φυλακών του Παλαμηδιού και κοντά στον Άγιο Ανδρέα. Όταν ήρθε η καρμανιόλα από την Μασσαλία, όπου κατασκευάστηκε, την συνόδευε ένας δήμιος. Έφυγε όμως πολύ γρήγορα για την πατρίδα του γιατί οι πολίτες του Ναυπλίου τον αντιμετώπιζαν με μίσος και ιδιαιτέρως προσβλητική συμπεριφορά. Άρχιζαν οι άγριες μέρες των καρατομήσεων. Το Παλαμήδι, το Ιτς-καλέ και το Μπούρτζι, θα γίνουν σημείο αναφοράς δυστυχίας και πόνου για εκείνους που ο Νόμος έπεφτε βαρύς.
Το 1950 το Μπούρτζι πρωτολειτούργησε ως Ξενοδοχείο. Φιλοξένησε σπουδαίες και διάσημες προσωπικότητες. Κατόπιν, μεταβλήθηκε σε ωραιότατο εστιατόριο και αργότερα σε καφετερία. Σήμερα, ο χώρος είναι επισκέψιμος με βαρκάκια που ξεκινούν από την παραλία του Ναυπλίου, ενώ το καλοκαίρι οργανώνονται καλλιτεχνικές ή άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Σχετικά θέματα:
Posted in Ναοί Αργολίδας, tagged alphaline, Άργος, Άργος - Ιστορικά, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους, Άγιοι, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Μητρὀπολη Αργολίδας, Ορθοδοξία, Πελοπόννησος on 10 Δεκεμβρίου, 2008| Leave a Comment »
Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου Άργους
Οι Αργείοι αγαπούσαν και αγαπούν, πίστευαν και πιστεύουν βαθειά τον Άγιο τους. Επιθυμούσαν διακαώς την ανέγερση ενός περίλαμπρου Ναού αφιερωμένου στον Άγιο Πατέρα. Διαπίστωσαν ότι, ενώ η πόλη συνεχώς μεγάλωνε, ο μεν μικρός Ναός του Αγίου Νικολάου δεν εξυπηρετούσε πλέον τις ανάγκες του Αργειακού λαού, ο δε Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, που ήταν τότε η Μητρόπολη, βρισκόταν εκτός του κέντρου της πόλης. Αποφάσισαν λοιπόν, την ίδρυση ενός μεγάλου και πολυτελούς Ναού σε κεντρικό σημείο της πόλης. Αρχικά, σκέφθηκαν να ανεγερθεί ο νέος Ναός, πάνω στα ερείπια του παλαιού ή κοντά σε αυτά. Ολόκληρη η περιοχή τότε καλυπτόταν από νεκροταφείο, κήπους και χωράφια. Κατόπιν όμως ωριμότερης σκέψης, αποφάσισαν να κτισθεί στο χώρο που βρίσκεται σήμερα.
« Κατά την παράδοσιν το γήπεδον ανήκεν εις την μεγάλην οικογένειαν Μπερρούκα, το οποίον, ως φαίνεται εκ των υστέρων, οι Αργείοι κατέλαβον αυθαιρέτως διότι μετά την έγερσιν του ναού οι κληρονόμοι ήγειρον αγωγήν κατά του Δημοσίου, την οποίαν και έχασαν, διότι έπρεπε να στραφούν κατά του Δήμου, αλλά μετά παρέλευσιν ετών η υπόθεσις, άγνωστον πως παρεγράφη, και ούτως έμεινεν ο τόπος υπό την κυριότητα και εξουσίαν του ναού».
Η θεμελίωση του Ναού, πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιουλίου 1859, εορτή της Αγίας Μαρίνας, με μεγάλη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια, από τον Επίσκοπο Αργολίδας Γεράσιμο Παγώνη και τον Δήμαρχο Πέτρο Διβάνη. Οι προεργασίες όμως και η έναρξη των εργασιών, είχαν ξεκινήσει επί Δημαρχίας Ιωάννη Βλάσση. Στην τελετή παραβρέθηκε και ο βασιλιάς Όθων, ο οποίος έριξε στα θεμέλια μερικά χρυσά νομίσματα. Κατά την εκσκαφή των θεμελίων, βρέθηκαν αρχαίες επιγραφές, αναφερόμενες σε τελετές στο θεό Απόλλωνα και όπως αναφέρει ο Ιωάννης Κοφινιώτης, εκεί θα πρέπει να βρισκόταν ιερό του Λυκίου Απόλλωνα. Δεν γνωρίζουμε αν ο Δήμος ή το κράτος προσέφεραν κάποια χρήματα για την οικοδόμηση του Ναού. Σίγουρα όμως πρόσφερε πολλά ο απλός κόσμος που πάντοτε πρωτοστατεί σε εράνους προκειμένου να υλοποιηθούν διάφορα κοινωφελή και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Λέγεται ότι για αρκετά χρόνια, οι κάτοικοι του Άργους προσέφεραν τα αλωνιστικά τους δικαιώματα αλλά και τα δέρματα των Πασχαλινών αμνών, τα οποία πουλούσαν και έδιναν τα χρήματα στην Εκκλησία. Ακόμη, γνωρίζουμε ότι ο λαός προσέφερε διάφορα κοσμήματα και πολύτιμα αντικείμενα για την κατασκευή της κεντρικής μεγάλης καμπάνας η οποία κατασκευάσθηκε στην Δημητσάνα.
« Οι αείμνηστοι βασιλείς Γεώργιος Α΄ και η Όλγα επισκεφθέντες την πόλιν μας την 31 Μαρτίου 1872, προσέφερον 700 δραχμάς υπέρ των πτωχών της πόλεως και 300 δραχμάς υπέρ του ναού. Ομοίως αι γυναίκες εξ εράνου, συνέλεξαν 1.200 δραχμάς δι΄ ών ηγοράσθη ο μεγάλος πολυέλαιος ».
Ο μοναχός Ιάκωβος Κοντοβράκης προσέφερε τα χρήματα για την πλακόστρωση του δαπέδου του ναού, με λευκά και μαύρα μάρμαρα. Στο κέντρο, και κάτω από τον πολυέλαιο υπάρχει ανάγλυφη μαρμάρινη πλάκα με χαραγμένο τον δικέφαλο αετό, σύμβολο του μεγάλου Βυζαντίου.
Προφανώς εδώ γίνεται λόγος για το ναό του αγίου Δημητρίου που υπήρχε επί τουρκοκρατίας στο Άργος, σύμφωνα με τον περιηγητή Διονύσιο Πύρρο το Θετταλό. Ήταν ενοριακός και βρισκόταν εκεί που έχει ανεγερθεί ο σημερινός ναός του αγίου Δημητρίου. Στον περίβολο του νέου ναού του αγίου Δημητρίου υπάρχουν μέχρι σήμερα μαρμάρινα τεμάχια από το καμπαναριό του ναού του αγίου Πέτρου το οποίο διαλύθηκε το μάρτιο του 1950, οπότε ανεγέρθησαν τα δύο σύγχρονα κωδωνοστάσια που υπάρχουν μέχρι τώρα. Σήμερα ο Άγιος Δημήτριος λειτουργεί ως παρεκκλήσιο του αγίου Πέτρου.
Τα εγκαίνια του Ναού, έγιναν στις 18 Απριλίου 1865, από τον Αρχιερέα Γεράσιμο Παγώνη. Μέχρι τότε, λειτουργούσε κανονικά ο Ναός του Αγίου Νικολάου, γιατί οι κάτοικοι αισθάνονταν βαθύτατο προς την ιερότητα του σεβασμό και κανείς δεν έπαιρνε την ευθύνη να τον κατεδαφίσει.
Βλέποντας αυτό ο Αρχιερέας Γεράσιμος, αφού ανέβηκε στην οροφή του Ναού, έκανε το σταυρό του και είπε: Εγώ ο ανάξιος και αμαρτωλός δούλος Σου, Κύριε, κρημνίζω τον υπάρχοντα μικρόν και ταπεινόν τούτον Ναό Σου. ίνα ανοικοδομήσω μεγαλύτερον και μεγαλοπρεπέστερον». Συγχρόνως, αφαίρεσε τρία κεραμίδια από την στέγη. Τότε μόνον οι Αργείοι άρχισαν την κατεδάφιση του παλαιού Ναού. Τα ιερά σκεύη και άμφια, μεταφέρθηκαν στο Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου.
Ο λαμπρός εορτασμός του πολιούχου του Άργους, οφείλεται στην πρωτοβουλία του Ιερέως και οικονόμου της Ιεράς Μητροπόλεως Αθηνών, Σχολάρχη τότε και Διδάκτορος της Θεολογίας, ιδρυτή του Συλλόγου Αργείων « Ο Δαναός» και συγγραφέα του σπουδαίου βιβλίου « Ο πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός» Χρήστου Παπαοικονόμου, από το οποίο πολλά αντλήσαμε στοιχεία για την εκπόνηση αυτού μας του εγχειρήματος.
« Ο Σύλλογος εορτάζει και πανηγυρίζει θρησκευτικώς δ΄ ιεροτελεστίας, κανονιζομένης υπό του Διοικητικού Συμβουλίου, τη 3η Μαΐου παντός έτους, καθ΄ήν εορτάζεται ο φρουρός και προστάτης των Αργείων Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Άργους. Η ιεροτελεστία γίνεται εν τω φερονύμω ναώ, προς καλλωπισμόν του οποίου θέλει μεριμνά ο Σύλλογος» αναγράφει στο άρθρο 39 του Καταστατικού του Συλλόγου το οποίο εγκρίθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1894. Ο πρώτος πανηγυρικός εορτασμός του Αγίου πραγματοποιήθηκε στις 3 Μαΐου 1895, με πάνδημη συμμετοχή και μεγάλο ενθουσιασμό ενώ μέχρι τότε η γιορτή περνούσε απαρατήρητη.
« Στο ναό του Αγίου Πέτρου φυλάσσεται και ένα παλαιό τριώδιο, δηλαδή βιβλίο που χρησιμοποιεί η εκκλησία κατά την περίοδο προετοιμασίας για την εορτή του Πάσχα. Σε αυτό το βιβλίο λείπει η σελίδα με την χρονολογία, αλλά υπάρχει ανορθόγραφο χειρόγραφο σημείωμα στην μπροστά σελίδα, στο οποίο διαβάζουμε:
Τώ παρόν τριόδηον ηπάρχη του αγίου
Δημητρίου Αργους και οποιος το από
Ξενόση να εχη την Αράν των Αγίων
πάντων.
13 οκτοβρίου
1836 εν Αργει.
Αξίζει όμως να αναφερθούμε σε τμήματα αραβικής επιγραφής ανάγλυφης σε μάρμαρο, που έχουν ενσωματωθεί στην πρόσοψη του κεφαλόσκαλου, της νότιας πόρτας που εισάγει από την πλατεία στο ιερό Βήμα του ναού του αγίου Πέτρου. Οι διαστάσεις είναι συνολικά 0,96 Χ 0,20 m. Την επιγραφή την αποτύπωσα και την έστειλα τον Ιούνιο του 2001 μέσω του τ. διευθυντού του Υπουργείου Παιδείας Γεωργίου Αθ. Χώρα εις τον πρέσβη Παύλο Χιδίρογλου καθηγητή τουρκολογίας στο Ιόνιο πανεπιστήμιο. Η απάντηση ήταν πως πρόκειται περί αραβικής επιγραφής με κείμενο ειλημμένο από το κοράνιο. Μιλάει για τον πολυεύσπλαχνο Θεό, αλλά ο ακριβής εντοπισμός του χωρίου απαιτούσε αυτοψία από τον καθηγητή, διότι η αποτύπωση δεν ήταν απολύτως επιτυχής και το κείμενο δεν είναι ενιαίο. Έχουμε δύο κομμάτια με ενδιάμεσο τσιμέντο. Πάντως ο καθηγητής Παύλος Χιδίρογλου έβγαλε με βεβαιότητα την ημερομηνία της επιγραφής: κατά την τουρκική χρονολογία του έτους 1207,15 του μηνός Razar. Είναι ο έβδομος μήνας και αντιστοιχεί στη χριστιανική χρονολογία: 26 Φεβρουαρίου 1793».
Ο Παλαιός Ιερός Ναός του Αγίου Πέτρου
Επί Τουρκοκρατίας η έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως Άργους, ήταν στην Αγία Τριάδα (Μέρμπακα) κοντά στον ιστορικό Βυζαντινό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η Μητρόπολη αυτή καταστράφηκε το 1770 από τους Τούρκους κατά την επανάσταση του Ορλώφ. Μετά την καταστροφή και για λόγους ασφάλειας, οι Μητροπολίτες Άργους, κατοικούσαν στην πόλη του Άργους όπου και έκτισαν το Μητροπολιτικό μέγαρο (1770-1779) κοντά στον παλαιό Ναό του Αγίου Πέτρου, γνωστού ως Δεσποτικό. Ο παλαιός Ναός του Αγίου Πέτρου, βρισκόταν σχεδόν επί της σημερινής Βασιλίσσης Σοφίας όπου αργότερα κτίστηκε η οικία Α. Παναγιωτόπουλου και στεγάστηκε η Υποδιοίκηση Χωροφυλακής. Ο περίβολος της Εκκλησίας, που ήταν τεράστιος, έπιανε από την περιοχή που σήμερα είναι το κτίριο του Συλλόγου «Δαναού» επί της οδού Αγγελή Μπόμπου και έφτανε πέρα από την κλινική Κεραμίδα μέχρι την σημερινή οδό Πασχαλινοπούλου, όπου και η οικία Νανοπούλου. Στο σημείο αυτό – προγενέστερα- είχε ανεγερθεί η Επισκοπή Άργους. Διάφορα εναπομείναντα στοιχεία μαρτυρούν την ιερή διαδρομή της «αρχαιοτάτης Αποστολικής Επισκοπής Άργους».
Εκείνα τα χρόνια (1829-1830) δεν υπήρχε στο κέντρο του Άργους η σημερινή ρυμοτομία. Δεν είχαν χαραχτεί ακόμη οι κεντρικοί δρόμοι και αρκετές εκτάσεις ήταν δεντρόφυτες ή περιβόλια. Δεν έχουμε πολλά να αναφέρουμε σχετικά με τον Ναό. Μας είναι άγνωστα βασικά στοιχεία. Δεν γνωρίζουμε το μέγεθος, το σχήμα ή το ρυθμό του, την χρονολογία ίδρυσης του και τέλος, δεν διαθέτουμε κάποια γραπτή μαρτυρία. Ανατολικότερα και ανάμεσα στις οδούς Βασ. Σοφίας και Καλμούχου, υπήρχε Νεκροταφείο για τους επιφανείς Αργείους. Τα αποκαλούμενα « Μνήματα»
Στις 25 Απριλίου 1821 ημέρα Δευτέρα, ο σερασκέρης Κεχαγιάμπεης με 3.500 Αλβανούς κατέλαβαν την πόλη, μετά την διάλυση μικρού, ασύντακτου και απειροπόλεμου επαναστατικού τμήματος Αργείων και Σπετσιωτών αγωνιστών στην περιοχή του Ξηριά. Οι δε Τούρκοι, επί έξι ημέρες πέρασαν την πόλη « δια πυρός και σιδήρου». Έσφαξαν σε μια μάντρα 700 Αργείους, βίασαν γυναίκες, λεηλάτησαν και έκαψαν σπίτια. Μεταξύ των πυρπολημένων κτιρίων ήταν και το Μητροπολιτικό Μέγαρο. Δεκαοκτώ νεαρές Αργείες για να αποφύγουν την αιχμαλωσία και την ατίμωση, πνίγηκαν, πέφτοντας στα πηγάδια της πόλης.
Στα ερείπια του παλαιού Ναού, αργότερα, ο τότε Δήμαρχος Μιχαήλ Πασχαλινόπουλος (1866-1870) έκτισε Δημοτικό Σχολείο Θηλέων. Το 1892 ο Δήμαρχος Χαρ. Μυστακόπουλος (1891-1893) ισοπέδωσε το Σχολείο χάριν της δημιουργίας ρυμοτομίας στην πόλη. Προς τιμή του μετά από 54 χρόνια, δόθηκε το όνομα του στην νεοχαραχθείσα τότε οδό.
Ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου
Αφού αναφερθήκαμε στους δύο σεπτούς και περικαλλείς Ναούς της πόλης, κυρίως για λόγους ιστορικούς και σεβασμού προς την Εκκλησιαστική ιστορία της περιοχής μας, θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε εν συντομία και στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου, Επισκόπου Μύρων της Λυκίας, του Θαυματουργού, που προϋπήρχε λίγα μόλις μέτρα από τον σημερινό Ναό, επί της πλατείας Ομονοίας, όπως τότε λεγόταν η σημερινή Αγίου Πέτρου.
Σύμφωνα με πληροφορίες ο συγκεκριμένος Ναός πρέπει να ήταν ιδιοκτησία της οικογένειας Περρούκα. Ήταν όμοιος με τον Ναό του Αγίου Δημητρίου αλλά λίγο μικρότερος. Είχε μήκος 14 μέτρα, πλάτος 7 μέτρα και ύψος 3,5 μέτρα, χωρίς τρούλο ενώ για να εισέλθεις κατέβαινες 3 σκαλιά όπως και ο παλαιός Ναός του Αγίου Ιωάννη στην οδό Γούναρη. Πιθανότατα ήταν Βυζαντινού ρυθμού. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς κτίστηκε. Διέθετε ξύλινο καμπαναριό και υπόστεγο με κεραμίδια προς την ανατολική πλευρά του καθώς και πέτρινο πεζούλι. Εκείνο τον καιρό, τους Ναούς τους έκτιζαν ημιυπόγειους προκειμένου να εμποδίζουν την βεβήλωση τους από έφιππους Τούρκους. Γύρω από την Εκκλησία υπήρχαν ξύλινα κιγκλιδώματα και προς τον βορρά βρισκόταν το ηλιακό ημερολόγιο η γνωστή «Ημεριδιάνα». Ο Ναός του Αγίου Νικολάου συνδέεται και με τα σκληρά γεγονότα της 4ης Ιανουαρίου 1833, ημέρα της μεγάλης σφαγής των Αργείων από τους Γάλλους.
Ο Ναός διατηρήθηκε σε καλή κατάσταση και ελειτουργείτο κανονικά μέχρι τις 18 Απριλίου 1865, ημέρα των εγκαινίων του σημερινού Ναού του Αγίου Πέτρου.
Πηγή
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Posted in Καρυά, Ναοί Αργολίδας, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Άργος, Αργολίδα, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Εκκλησίες, Καρυά, Μνημεία, Ναοί, Παναγία, Πελοπόννησος on 29 Νοεμβρίου, 2008| Leave a Comment »
Παναγία Καρυάς
Ο ναός της Παναγίας, το καθολικό της Μονής, ήταν αρχαιότατος, βυζαντινός. Τέσσερις αρχαίες κολόνες πάνω από 2 μ. ή κάθε μία, με κιονόκρανα, στήριζαν εσωτερικά το ναό. Ήταν τρισυπόστατος και αγιογραφημένος. Σκόρπια μέσα και έξω διάφορα μέλη αρχαίου χτιρίου, βεβαίωναν πώς ο ναός ο χριστιανικός είχε πρωτοθεμελιωθεί πάνω σε αρχαίο ιερό, ίσως τής Αρτέμιδος. Περίπου το 1965, αποφάσισαν οι Επίτροποι και ή Κοινότητα να τον γκρεμίσουν, για να χτίσουν καινούριο!
Το μονοπάτι για το Μοναστήρι – όπως ακόμη ονομάζουν την περιοχή οι ντόπιοι – είναι μια ώρα δρόμο και πρέπει κανείς να το ζητήσει με προσοχή. Από το χωριό τραβάει κατά τα νότια και υστέρα απότομα ανηφορίζει. Μ’ ένα ξαφνικό ξέκομμα τραβάει κατάκορφα, πλάι πλάι στη ρεματιά, πού τα άφθονά της νερά κατρακυλάνε με βιασύνη ανάμεσα σε λεύκες και πλατανάκια. Το μονοπάτι τελειώνει ψηλά σ’ ένα φραγμένο κήπο μ’ αχλαδιές, αμυγδαλιές, καστανιές, και μιά γιγάντισσα ιτιά. Μέ ψηλόκορμες λεύκες, αμυγδαλιές, δυο τρία κυπαρίσσια και περιφραγμένο από τις τρεις πλευρές μ’ ένα χαμηλό μαντρότοιχο, είναι το προαύλιο της Μονής. Στη βοριά του πλευρά, ο ναός πού αντικατάστησε το βυζαντινό. Τσιμεντοασβεστωμένος, με γαλάζια κιγκλιδώματα στα πορτοπαράθυρά του, παραδίπλα στο παλιό κάστρο. Το καθολικό το παλιό, είναι άγνωστο πότε χτίστηκε. Ο Μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Β’ το καταγράφει έτσι, «…είναι έκτισμένος εις τα σχέδια των Ιερών κτισμάτων τού Μυστρά, άτινα ανάγονται εις τον Στ’ αί. μ.Χ.»
Ο σημερινός ναός έχει σχήμα μονόκλιτης θολοσκέπαστης βασιλικής μέ διαστάσεις 10,85 Χ 6,70. Στο εσωτερικό, έχει λίγες φορητές εικόνες. Πάνω από την κύρια είσοδο – τοξωτή σιδερένια-πού είναι προς Ν, υπάρχει εντοιχισμένο τμήμα μαιάνδρου μέ ρόδακες. Στην ίδια πλευρά μιά σπασμένη κολόνα αρχαία, ύψους 1,50 μ. περίπου.
Στη δυτική πλευρά τού προαυλίου ένα επίμηκες χτίσμα – κελλιά. Είχαν διατηρηθεί δυο τρία. Μέσα στο ένα υπήρχε ακόμη ένα χωριάτικο ωραίο τζάκι. Σ’ αυτά τα κελλιά έμειναν μοναχοί ως τά χρόνια τού Σαράντα. Δυο μάλιστα ξένοι καλόγεροι πέθαναν εκεί. (Οι ντόπιοι βεβαιώνουν ότι όταν πριν χρόνια έγινε έξω από το ναό εκσκαφή, βρέθηκαν πολλοί ανθρώπινοι σκελετοί, ένα στοιχείο βεβαιωτικό τής ύπαρξης τού Μοναστηριού. Όπως και μιά δεύτερη ονομασία εκεί κοντά: στου Μπαχώμη… Είναι πιθανόν να υπήρξε κάποτε μοναχός με το όνομα Παχώμιος…).
Θύρα σιδερένια ανοίγει βόρια προς την κρήνη, χτισμένη με αρχαιότατη δομή, το υπέροχο νερό της διατηρεί όλο το χρόνο την ιδία θερμοκρασία. Στο διπλανό προς Β ύψωμα – τό χώριζε από τη Μονή πλούσια νερομάνα πού κατέβαινε ως την Καρυά -υψώνεται το παλιό βενετσιάνικο κάστρο, ενισχυμένο με επάλξεις και υπόγεια θολωτή δίοδο – έξοδο προς το χωριό.
«Αρτεμισία Παναγιά»
Του Αρτεμισίου Παναγιά, ψηλά απ’ το ξωκλήσι,
όλο τον κόσμο προσκαλείς, στο φως κι αυτός να ζήσει.
Προσκυνητές στη χάρη σου, πεζή στην ανηφόρα,
κρατούν λιβάνι και κεριά, για τη γιορτή σου δώρα.
Βιγλάτορας και φύλακας αιώνια βασιλεύεις
κι από του Κάστρου τη σκοπιά υπέρ ημών πρεσβεύεις.
Στη σκέπη σου κατέλυσαν και βρήκαν προστασία
καπεταναίοι ξακουστοί, που γράψαν ιστορία.
Από την αστείρευτη πηγή, που είναι κι ευλογημένη,
πίνουν νερό και αγιασμό διαβάτες διψασμένοι.
Περίβλεπτος, θαυματουργός, δίνεις ζωή κι ελπίδα,
στους άρρωστους τη γιατρειά, στους ναυαγούς σανίδα.
«Αρτεμισία Παναγιά», στο μικρο-μοναστήρι,
σ΄ ό,τι ζητήσουν οι πιστοί, δεν τους χαλάς χατίρι.
«Αρτεμισία Παναγιά», φεγγοστεφανωμένη,
σταυροκοπιέται η Καρυά στα πόδια σου πεσμένη.
«Αρτεμισία Παναγιά» και του Χριστού μητέρα,
θα ΄μαι κι εγώ προσκυνητής στης Κοίμησης τη μέρα.
Καρυά, 15 Αυγούστου 2010
Σπύρος Κ. Καραμούντζος
Βιβλιογραφία
Posted in Αργολίδα Μνημεία, tagged Άργος, Αργολίδα, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ερασίνος, Κεφαλάρι, Κεγχρεαί, Πυραμίδα Ελληνικού, Πυραμίδες, Pyramid of Elliniko on 30 Οκτωβρίου, 2008|
Posted in Αργολίδα Μνημεία, Επίδαυρος, tagged alphaline, Αρχαίο θέατρο Επιδαύρου, Αργολίδα, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επίδαυρος, Πολύκλειτος, Πολιστισμός on 30 Οκτωβρίου, 2008| Leave a Comment »
Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου
Το Θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου οικοδομήθηκε στη δυτική πλευρά του Κυνορτίου όρους, στα τέλη της Κλασικής εποχής, γύρω στο 340-330 π.Χ., στο πλαίσιο της γενικής ανοικοδόμησης του ιερού και χρησιμοποιιήθηκε τουλάχιστον έως τον 3ο αι. μ.Χ. Το μοναδικό αυτό μνημείο, το τελειότερο και διασημότερο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, το οποίο συνδυάζει την κομψότητα με την τέλεια ακουστική, είναι κατά τον Παυσανία, έργο του Πολύκλειτου (του Νεώτερου), του δημιουργού της Θόλου στο ίδιο ιερό.
Το μνημείο κτίστηκε για να τελούνται σ΄ αυτό οι μουσικοί, ωδικοί και δραματικοί αγώνες των Ασκληπιείων. Επίσης δίνονταν σ’ αυτό παραστάσεις δραμάτων, που συμπεριλαμβάνονταν στην λατρεία του Ασκληπιού. Στα μέσα του 2ου αι. π.Χ., το κοίλο του επεκτάθηκε και η χωρητικότητα του από περίπου 8.000 αυξήθηκε σε 13.000-14.000 θεατές. Την ίδια εποχή διαμορφώθηκε το σκηνικό οικοδόμημα έτσι ώστε οι ηθοποιοί να παίζουν αποκλειστικά στο λογείο, δηλ. στην εξέδρα πάνω από το προσκήνιο, και όχι πλέον μπροστά σ’ αυτό. Κατά την Ρωμαιοκρατεία διατήρησε τα χαρακτηριστικά του ελληνικού Θεάτρου, ακόμη και μετά την επισκευή του από τις καταστροφές που υπέστη κατά την εισβολή των Ερούλων το 267 π.Χ., κυρίως στο σκηνικό οικοδόμημα.

Φωτογραφία από τα έργα αναστήλωσης της δυτικής πύλης του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου. Αρχείο της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.
Το κοίλο του Θεάτρου έχει κατασκευαστεί στην πλαγιά του λόφου με ασβεστολιθικό υλικό ενώ τα αναλήμματά του αποτελούνται από πωρόλιθο. Ένα πλακόστρωτο διάζωμα, πλάτους 1,90 μ., χωρίζει το τμήμα του κοίλου που κτίστηκε πρώτο, από ένα νεότερο τμήμα, το επιθέατρο. Δεκατρείς ακτινωτές κλίμακες οδηγούν στις 34 σειρές εδωλίων δώδεκα ίσων κερκίδων του αρχικού τμήματος, ενώ το επιθέατρο αποτελείται από 22 κερκίδες και 23 κλίμακες που οδηγούν σε 21 σειρές εδωλίων. Η πρώτη και η τελευταία σειρά του αρχικού τμήματος καθώς και η πρώτη σειρά του νέου έχουν καθίσματα με ερεισίνωτα. Το κοίλο περιβαλλόταν από ένα διάδρομο και έναν πώρινο προστατευτικό τοίχο. Στις παρόδους κτίστηκαν μνημειακές δίθυρες πύλες, από τις οποίες κεκλιμένα επίπεδα (αναβάθρες) οδηγούσαν στο προσκήνιο. Ένας πλακόστρωτος διάδρομος χωρίζει το κοίλο από την κυκλική ορχήστρα που έχει διάμετρο 20 μ., στο κέντρο της οποίας σώζεται η βάση για τον βωμό του Διονύσου (θυμέλη). Το κτισμένο με πωρόλιθους σκηνικό οικοδόμημα ήρθε στο φως ερειπωμένο. Αποτελείται από το προσκήνιο και μία διώροφη σκηνή, πλαισιωμένη με παρασκήνια. Αρχικά είχε δύο κιονοστοιχίες με πεσσούς, η μία στην πρόσοψη του προσκήνιου, διακοσμημένη με ιωνικούς ημικίονες και η άλλη στην πίσω πλευρά της ισόγειας αίθουσας της σκηνής. Στα μέσα του 2ου αι. π.Χ. η πλευρά αυτή κλείστηκε, ενώ αντιθέτως στην πρόσοψη του ορόφου της σκηνής διανοίχτηκαν πέντε προσβάσεις προς το λογείο. Μεταφέρθηκαν τότε από το προσκήνιο στον όροφο οι κινητοί πίνακες ζωγραφικής, που τοποθετούνταν ανάμεσα σε πεσσούς για την διαμόρφωση του σκηνικού ανάλογα με το δράμα που παιζόταν. Το σκηνικό οικοδόμημα διακοσμούσαν και γλυπτά, από τα οποία ελάχιστα διασώθηκαν.
Η αρμονία αυτού του Θεάτρου οφείλεται στον μοναδικό του σχεδιασμό βασισμένο σ’ ένα κανονικό πεντάγωνο, στο οποίο εγγράφεται η ορχήστρα, καθώς και στη χρήση τριών κέντρων για την χάραξη των καμπύλων σειρών των εδωλίων του κοίλου. Περίφημη είναι και η ακουστική του Θεάτρου αυτού.
Το μνημείο έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Π. Καββαδία τα έτη 1881-83. Αρχικά το 1907 αλλά και κατά την περίοδο 1954-1963 έγιναν εργασίες αναστήλωσης στα θυρώματα των παρόδων, στους αναλημματικούς τοίχους και στις ακραίες κερκίδες του αρχικού τμήματος του κοίλου.
Από το 1988 την συντήρηση του Θεάτρου ανέλαβε η Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου αναστηλώνοντας αρχικά την ακραία δυτική κερκίδα του επιθεάτρου, το θύρωμα της δυτικής παρόδου και τους δύο αγωγούς απορροής ομβρίων της ορχήστρας. Η φροντίδα του μνημείου είναι συνεχής και αποσκοπεί στην αποκατάσταση των φθορών που υφίσταται το μνημείο από φυσικά αίτια αλλά και από την χρήση του.
Από το 1954 πραγματοποιούνται στο φυσικό τους χώρο κάθε καλοκαίρι παραστάσεις αρχαίου δράματος.
Συντάκτης: Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου
Πηγή
Posted in Αργολίδα Μνημεία, Μυκήνες, tagged alphaline, Άργος, Αργολίδα, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ερρίκος Σλήμαν, Ιστορία, Μυκήνες, Μνηνεία, Πόλεις, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Mycenae on 25 Οκτωβρίου, 2008| 2 Σχόλια »
Μυκήνες
Ιστορία

Πύλη Λεόντων. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.
Οι Μυκήνες ιδρύθηκαν ανάμεσα σε δύο ψηλούς κωνικούς λόφους, τον Προφήτη Ηλία (805 μ.) και τη Σάρα (660 μ.), πάνω σε χαμηλό ύψωμα που δέσποζε στην αργολική πεδιάδα και είχε τον έλεγχο των οδικών και θαλάσσιων επικοινωνιών. Η παλαιότερη ανθρώπινη δραστηριότητα στο χώρο τεκμηριώνεται από ελάχιστα κατάλοιπα λόγω των μεταγενέστερων οικοδομικών φάσεων και χρονολογείται στην 7η χιλιετία π.Χ., κατά τη νεολιθική εποχή. Η κατοίκηση ήταν συνεχής έως και τους ιστορικούς χρόνους, τα περισσότερα όμως μνημεία, που είναι ορατά σήμερα, ανήκουν στην εποχή ακμής του χώρου, την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, μεταξύ του 1350 και του 1200 π.Χ. Στις αρχές της 2ης χιλιετίας υπήρχε ένας μικρός οικισμός πάνω στο λόφο καθώς και ένα νεκροταφείο στη νοτιοδυτική του πλευρά, με απλές ταφές σε λάκκους. Γύρω στο 1700 π.Χ. εμφανίσθηκαν ηγεμονικές και αριστοκρατικές οικογένειες, όπως διαπιστώνεται από τη χρήση μνημειωδών τάφων, πλούσια κτερισμένων και περικλεισμένων σε λίθινο περίβολο, που ονομάσθηκε Ταφικός Κύκλος Β. Η εξέλιξη αυτή συνεχίσθηκε στην αρχή της μυκηναϊκής περιόδου, γύρω στο 1600 π.Χ., οπότε οικοδομήθηκε ένα μεγάλο κεντρικό κτήριο στην κορυφή του λόφου, ένας δεύτερος λίθινος περίβολος, ο Ταφικός Κύκλος Α, καθώς και οι πρώτοι θολωτοί τάφοι. Όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα, οι ηγεμόνες των Μυκηνών ήταν ισχυροί και συμμετείχαν σε ένα πολύπλοκο δίκτυο εμπορικών συναλλαγών με τις χώρες της Μεσογείου.
Η ανοικοδόμηση των ανακτόρων, που είναι ορατά σήμερα, άρχισε γύρω στο 1350 π.Χ., στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ2 περίοδο. Τότε ξεκίνησε και η οχύρωση της ακρόπολης, στην οποία διακρίνονται τρεις φάσεις. Ο πρώτος περίβολος κτίσθηκε με το κυκλώπειο σύστημα επάνω στο βράχο. Εκατό χρόνια αργότερα, στην ΥΕ ΙΙΙΒ1 περίοδο, η οχύρωση μετακινήθηκε προς τα δυτικά και νότια και κτίσθηκε η Πύλη των Λεόντων, η μνημειακή είσοδος με τον προμαχώνα της. Στον τειχισμένο χώρο εντάχθηκαν το θρησκευτικό κέντρο και ο Ταφικός Κύκλος Α, που διαμορφώθηκε σε χώρο προγονολατρείας, με την ανύψωση του αρχικού επιπέδου του. Τότε είναι πιθανό ότι οικοδομήθηκε και ο θολωτός τάφος γνωστός ως «θησαυρός του Ατρέα», με τα τεράστια υπέρθυρα και την ψηλή κυψελοειδή θόλο. Γύρω στο 1200 π.Χ., στην ΥΕ ΙΙΙΒ-Γ περίοδο, μετά από εκτεταμένη καταστροφή, πιθανόν από σεισμό, κατασκευάσθηκε η επέκταση των τειχών προς τα βορειοανατολικά του λόφου ώστε να ενταχθεί στον τειχισμένο χώρο η υπόγεια κρήνη. Αλλεπάλληλες καταστροφές συνοδευόμενες από πυρκαγιές οδήγησαν στην οριστική εγκατάλειψη του χώρου γύρω στο 1100 π.Χ.
Μετά την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος και τη διάλυση της «Μυκηναϊκής Κοινής», ο λόφος παρέμεινε πενιχρά κατοικημένος ως την κλασική περίοδο. Στο διάστημα αυτό δημιουργήθηκαν στην περιοχή τοπικές ηρωικές λατρείες, που οφείλονταν στη φήμη των Μυκηνών, που τα ομηρικά έπη μετέφεραν σε όλο τον ελληνικό κόσμο, ενώ στην κορυφή του λόφου ιδρύθηκε ένας αρχαϊκός ναός αφιερωμένος στην Ήρα ή στην Αθηνά. Το 468 π.Χ., μετά τους μηδικούς πολέμους στους οποίους συμμετείχε η πόλη, το Άργος την κατέκτησε και κατεδάφισε τμήματα της οχύρωσής της. Αργότερα, κατά την ελληνιστική περίοδο, οι Αργίτες ίδρυσαν στο λόφο μία «κώμη», επισκευάζοντας τα προϊστορικά τείχη και τον αρχαϊκό ναό και κτίζοντας ένα μικρό θέατρο πάνω από το δρόμο του θολωτού τάφου της Κλυταιμνήστρας. Τους επόμενους αιώνες η κωμόπολη παρέμεινε σχεδόν εγκαταλελειμμένη και ήταν ήδη ερειπωμένη όταν την επισκέφθηκε ο Παυσανίας το 2ο αι. μ.Χ.
Περιγραφή
Ο αρχαιολογικός χώρος των Μυκηνών περιλαμβάνει την τειχισμένη ακρόπολη στην κορυφή του υψώματος, καθώς και διάσπαρτα ταφικά και οικιστικά συγκροτήματα έξω από αυτήν, κυρίως στα δυτικά και νοτιοδυτικά. Τα περισσότερα από τα μνημεία, που είναι σήμερα ορατά, χρονολογούνται στην περίοδο της μεγάλης ακμής του ανακτορικού κέντρου, από το 1350 έως το 1200 π.Χ. Η ακρόπολη έχει κάτοψη σχεδόν τριγωνική και είναι οχυρωμένη με τα λεγόμενα κυκλώπεια τείχη. Η κύρια είσοδός της, στη βορειοδυτική γωνία των τειχών, είναι η περίφημη Πύλη των Λεόντων, σύμβολο εξουσίας και δύναμης των Μυκηναίων ηγεμόνων. Το ανάγλυφο που έδωσε στην πύλη το όνομά της, παριστάνει δύο συμμετρικά αντιμέτωπα λιοντάρια και είναι λαξευμένο σε μία πλάκα τοποθετημένη στο «ανακουφιστικό τρίγωνο», χαρακτηριστικό στοιχείο της μνημειακής μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής.
Δεξιά από την Πύλη των Λεόντων υπάρχουν τα κατάλοιπα κτηρίου, που ονομάσθηκε Σιταποθήκη, επειδή στα υπόγειά του βρέθηκε απανθρακωμένο σιτάρι. Προχωρώντας κατά μήκος του δυτικού σκέλους του τείχους ο επισκέπτης συναντά πρώτα τον Ταφικό Κύκλο Α, που περικλείει τους έξι μεγάλους λακκοειδείς τάφους, στους οποίους βρέθηκαν πολλά χρυσά αντικείμενα και άλλα πολύτιμα έργα τέχνης. Ακολουθεί μία σειρά κτηρίων, που πιθανότατα ήταν κατοικίες αξιωματούχων: η Οικία του Κρατήρα των Πολεμιστών, το Κτήριο της Αναβάθρας, η Νότια Οικία και η Οικία της Ακρόπολης. Το θρησκευτικό κέντρο, που αναπτύσσεται κατά μήκος του νότιου σκέλους του τείχους, περιλαμβάνει κτηριακά συγκροτήματα λατρευτικού χαρακτήρα, όπως το Ιερό των Ειδώλων, το Κτήριο των Τοιχογραφιών, την Οικία Τσούντα και την Οικία του Αρχιερέως. Ένα κλιμακοστάσιο και μία μεγάλη πομπική οδός συνέδεαν τα ιερά αυτά με το ανάκτορο.
Περίπου 50 μ. νότια του Ταφικού Κύκλου Β και δίπλα στο σύγχρονο δρόμο σώζονται τα λείψανα συγκροτήματος τεσσάρων κτηρίων, που ονομάσθηκαν Οικία των Ασπίδων, Οικία του Λαδεμπόρου, Οικία των Σφιγγών και Δυτική Οικία. Όπως υποδηλώνουν οι ενεπίγραφες πήλινες πινακίδες που βρέθηκαν στην Οικία του Λαδεμπόρου και αναφέρονται στο προσωπικό, σε λάδι και σε μυρωδικά, πρόκειται για εργαστήριο παραγωγής αρωμάτων και αρωματικού λαδιού, προϊόντων εξαγωγής των Μυκηναίων. Στην περιοχή γύρω από την ακρόπολη διατηρούνται ακόμη ίχνη του πολύ ανεπτυγμένου οδικού δικτύου, που συνέδεε τις Μυκήνες με άλλα μεγάλα κέντρα της περιοχής. Από αυτό το δίκτυο σώζεται ένας δρόμος με γέφυρα, κοντά στο νεκροταφείο του σημερινού χωριού, ενώ σε ένα δεύτερο δρόμο, που ακολουθούσε την πορεία του βόρειου τείχους, διακρίνονται ακόμη οι αυλακώσεις από τους τροχούς των αρμάτων επάνω στο βράχο.
Όλγα Ψυχογυιού
Αρχαιολόγος
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Πηγές
Υπουργείο Πολιτισμού