Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βενετία’

Μπούρτζι – Ο Θαλασσόπυργος του Ναυπλίου


 

Ένα μικρό κάστρο στην αγκαλιά του Ναυπλίου. Σήμα και σύμβολο του.  Στα χρόνια της Ενετοκρατίας (1389-1540) και μάλιστα το 1473 ο μηχανικός Antonio Gambello έλαβε εντολή από τον Προβλεπτή της πόλης Pasqualigo, να οχυρώσει το νησί. Στον πύργο που έκτισαν τοποθέτησαν πυροβόλα. Η  πόλη αρματώθηκε καλά. Τα πυροβόλα του νησιού και τα κανόνια της περιοχής «πέντε αδέλφια» διασφάλιζαν την πόλη από επιδρομές ή επιθέσεις από την μεριά της θάλασσας. Το νησί πήρε το όνομα Μπούρτζι. Πρόκειται μάλλον για Τουρκοαραβική λέξη που σημαίνει φρούριο, κάστρο.

 

Ναύπλιο, Μπούρτζι.

 

Οχυρωματικά έργα έγιναν και κατά την περίοδο της δεύτερης Ενετικής κυριαρχίας. Ορθώθηκε πύργος με περίβολο και προμαχώνες. Ο Μοροζίνης, αφού  κατάσφαξε τους Τούρκους υπερασπιστές του, το κατέλαβε και πάλι το 1686. Το νησάκι το αποκαλούσαν και Castello dello soglio και το λιμάνι Porto Cadena, λιμάνι της αλυσίδας. Μια βαριά αλυσίδα απλωνόταν την νύχτα από το Μπούρτζι μέχρι την στεριά και έκλεινε με ασφάλεια την θαλασσινή είσοδο στο Ναύπλιο. Αργότερα, στα χρόνια της ελληνικής εξέγερσης συνηθιζόταν να το λένε Καστέλλι ή θαλασσόπυργο. Μετά από δύο πολιορκίες, την πρώτη υπό την καθοδήγηση και το σχέδιο του Γάλλου Φιλέλληνα Βουτιέ, παραδόθηκε τελικά στους Έλληνες στις 18 Ιουνίου 1822.

 

Το Μπούρτζι από το λιμάνι. Έργο του Βαυαρού Κρατσάιζεν Καρλ (Karl Krazeisen). Λιθογραφία Franz Hanfstaengl, Μόναχο, 1828.

 

Το Μπούρτζι, διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο κατά την πολιορκία του Ναυπλίου, γιατί οι Έλληνες χτυπούσαν με τα πυροβόλα του τα κάστρα του Παλαμηδιού και της Ακροναυπλίας, της γνωστής τότε ως Ιτς Καλέ. Εκεί, κατέφυγε και η Ελληνική Κυβέρνηση δύο φορές το 1826, λόγω των γεγονότων εκείνης της χρονιάς.

 

Μπούρτζι, ελαιογραφία του Karl von Heideck (Εϊδεκ Κάρολος Γουλιέλμος). Μόναχο περίπου, 1837.

 

Ως Φρούριο λειτούργησε μέχρι το 1865. Μετά, έγινε η κατοικία των δημίων της γκιλοτίνας, γιατί ο λαός του Ναυπλίου δεν επιθυμούσε την συνύπαρξη μαζί τους, αλλά και διότι οι δήμιοι κατά κανόνα ήταν κατάδικοι. Το κάστρο προστάτευαν 4 στρατιώτες και ένας επικεφαλής Υπαξιωματικός. Η καρμανιόλα στηνόταν κάθε φορά που υπήρχε τέτοια ανάγκη στο περίφημο Αλωνάκι, νότια των φυλακών του Παλαμηδιού και κοντά στον Άγιο Ανδρέα. Όταν ήρθε η καρμανιόλα από την Μασσαλία, όπου κατασκευάστηκε, την συνόδευε ένας δήμιος. Έφυγε όμως πολύ γρήγορα για την πατρίδα του γιατί οι πολίτες του Ναυπλίου τον αντιμετώπιζαν με μίσος και ιδιαιτέρως προσβλητική συμπεριφορά. Άρχιζαν οι άγριες μέρες των καρατομήσεων. Το Παλαμήδι, το Ιτς-καλέ και το Μπούρτζι, θα γίνουν σημείο αναφοράς δυστυχίας και πόνου για εκείνους που ο Νόμος έπεφτε βαρύς. 

 

Το λιμάνι του Ναυπλίου, στο βάθος το Μπούρτζι, 1928.

 

Το 1950 το Μπούρτζι πρωτολειτούργησε ως Ξενοδοχείο. Φιλοξένησε σπουδαίες και διάσημες προσωπικότητες.  Κατόπιν, μεταβλήθηκε σε ωραιότατο εστιατόριο και αργότερα σε καφετερία. Σήμερα, ο χώρος είναι επισκέψιμος με βαρκάκια που ξεκινούν από την παραλία του Ναυπλίου, ενώ το καλοκαίρι οργανώνονται καλλιτεχνικές ή άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Βρούστι  Αργολίδας  στην Βενετική απογραφή του 1700.

 

Το Βρούστι το μνημονεύει ή Βενετική απογραφή του 1700, με 20 οικογένειες.  Αλλά τοπωνύμιο Βρούστι μνημονεύεται και σε Βενετικά έγγραφα του 1465 κοντά στην Καρύταινα. Ο Φάσμερ* στο κεφάλαιο περί Αργολίδος δέχεται το Βρούστι ως σλαβικό και ότι σημαίνει τόπο άδενδρο. Αν όμως αυτό ήταν τότε έπρεπε να υπάρχουν πάρα πολλά ίδια τοπωνύμια πού να δηλώνουν τις γυμνές από δένδρα εκτάσεις ή περιοχές. Το πιθανότερο είναι να προέρχεται από το γερμανικό Brust πού σημαίνει στήθος γιατί πραγματικά το ύψωμα της Αργολίδας όπου είναι το Βρούστι μοιάζει με στήθος. Η γερμανική προέλευση του τοπωνυμίου μπορεί να δικαιολογηθεί από το ότι το τοπωνύμιο Βρούστι της Καρύταινας βρίσκεται κοντά και νότια της Φολόης, όπου ο βυζαντινός στρατηγός Στιλίχων* νίκησε και διέλυσε τούς συγκεντρωθέντος εκεί εισβολείς Βησιγότθους μετά το θάνατο του Μ. Θεοδοσίου (395μ.Χ.). Για την προέλευση του Αργολικού χωριού Βρούστι μπορούμε να δεχθούμε με ικανή βεβαιότητα ότι προέρχεται από το αντίστοιχο τής Αρκαδίας, διότι:

 

Τοπωνύμιο Βρούστι εκτός Αργολίδας και Αρκαδίας πουθενά αλλού δεν βρέθηκε.

 

Κατά το 1465 το Αρκαδικό Βρούστι ήταν εδαφωνύμιον.

 

Το Αργολικό Βρούστι πρέπει να εποικίσθηκε από τον Θεόδωρο Παλαιολόγο με εποίκους από το αντίστοιχο Αρκαδικό. Εξ άλλου ή αρβανίτικη ονομασία του όρους Μπαχριάμι (Κορυφή) επί του οποίου υπάρχει το Βρούστι καθώς και άλλα τοπωνύμια του όρους υποδηλώνουν ότι και στο Βρούστι εγκαταστάθηκαν Αλβανοί, ή ότι υπήρχαν στους κατοίκους του και αλβανόφωνοι.

 

 

Υποσημειώσεις

* Φάσμερ Μαξ.

 Γερμανός γλωσσολόγος και βυζαντινολόγος (1886). Διατέλεσε υφηγητής της ινδογερμανικής γλωσσολογίας στην Πετρούπολη και τακτικός καθηγητής της σλαβικής φιλολογίας στη Λειψία (1921) και στο Βερολίνο (1925).

 * Στιλίχων

Βάνδαλος στρατηγός του ρωμαϊκού στρατού, ουσιαστικός κυβερνήτης του δυτικού ρωμαϊκού κράτους. Κέρδισε αρχικά την εύνοια του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α’, του οποίου την ανεψιά Σερήνα πήρε ως σύζυγο. Μετά το θάνατο του Θεοδόσιου ανέλαβε αρχιστράτηγος και επίτροπος του ανήλικου βασιλιά Ονώριου (395 μ.Χ.), στον οποίο έδωσε ως σύζυγο την κόρη του Μαρία. Φιλοδοξούσε να επεκτείνει την κυριαρχία του και στο Ανατολικό κράτος και εκμεταλλεύτηκε την επανάσταση των Γότθων, για να προελάσει στη Μακεδονία. Νίκησε το 396 μ.Χ. τον Αλάριχο στη Φολόη της Ήλιδας και το 403 μ.Χ. τους εκδίωξε από την Ιταλία. Το 406 μ.Χ. αντιμετώπισε με επιτυχία τις επιδρομές των γερμανικών φύλων και συνέλαβε τον ηγεμόνα τους Ραδαγαΐσιο, τον οποίο και θανάτωσε. Τελικά ο Στιλίχων συκοφαντήθηκε ότι ήρθε σε συνεννοήσεις με τον Αλάριχο και θανατώθηκε με διαταγή του Ονώριου το 408 μ.Χ.

 

Πηγές

  •  Ιωάννου Ε. Πέππα, « Μεσαιωνικές σελίδες της Αργολίδος, Αρκαδίας, Κορινθίας, Αττικής », Αθήνα 1990.

 

Read Full Post »

Καρυά κατά την Βενετσιάνικη απογραφή του 1700

 

Η βενετική απογραφή του 1700 στο Territorio Κορίνθου μνημονεύει χωριό Καρυά με 54 οικογένειες και στο Territorio Άργους άλλο ομώνυμο χωριό Καρυά με 24 οικογένειες καθώς και το χωριό Μαλεβό με 11 οικογένειες. Οι σημερινοί κάτοικοι του χωρίου Καρυά λένε ότι προέρχονται από την Ακαρνανία και ότι η πρώτη εγκατάσταση των προγόνων τους έγινε δυτικά από τον αυχένα Γούπατα (Αρτεμίσιο), έπειτα  μετακινήθηκαν προς τα κάτω προς την Αργολίδα και πρώτα έφτιαξαν το χωριό Μαλεβό (που το μνημονεύει και ή Βενετσιάνικη απογραφή του 1700), στη συνέχεια μετακινήθηκαν στη θέση Αέρας, απ’ όπου, λόγω των ισχυρών άνεμων, πάλι μετακινήθηκαν και εγκαταστάθηκαν τελικά στη σημερινή θέση. Εφ’ όσον η εγκατάσταση Μαλεβός μνημονεύεται το 1700, άρα ή «παλαιά Καρυά» θα πρέπει να είναι προ του 1700. Κατά συνέπεια θα πρέπει ή εξ Ακαρνανίας μετακίνησης να έγινε τουλάχιστον κατά την εποχή της ανταρσίας (1684) των οπλαρχηγών της Στερεάς Ελλάδος. Α. Σουμίλια ή Βλάχου, Πάνου, Μεϊντάνη, Χορμόπουλου. ( Σάθα Κ. « Η τουρκοκρατούμενη Ελλάς », Αθήνα 1967. σελ. 313, 663 )

 

Πηγές

 

  • Ιωάννου Ε. Πέππα, « Μεσαιωνικές σελίδες της Αργολίδος, Αρκαδίας, Κορινθίας, Αττικής », Αθήνα 1990.
  • Κωνσταντίνου Μπούκουρα, «Άγραφη Αργειακή Ιστορία – Στις Πλαγίες του Φαρμακά ».  Άργος 1961.

 

Read Full Post »

Μαλαξός Νικόλαος (1500 – 1594;)

 

 

Ο πρωτοπαπάς του Αναπλιού Νικόλαος Μαλαξός, γεννημένος στ’ Ανάπλι, είτανε γιος του παπά Σταυράκιου Μαλαξού. Χρονολογία της γέννησης του δεν εξακριβώθηκε, συμπε­ραίνεται όμως πως πρέπει να τοποθετηθεί στα τελευταία χρόνια του ιε’ αι. ή στα πρώτα του ιστ’. Νέος πήγε στην Πόλη, όπου σπούδασε στην Πατριαρχική Σχολή. Σύμφωνα με πληρο­φορίες προερχόμενες από το «Νέον Μαρτυρολόγιον» του Νικόδημου Αγιορείτη, που εκδό­θηκε στα 1799, ο Μαλαξός βρισκότανε στην πατρίδα του στα 1533, όταν ξέσπασε επιδημία πανούκλας. Τότε έχασε τον αξιόλογο αδελφό του Ανδρόνικο και τη μητέρα του. Από τον επόμενο χρόνο, παίρνοντας το αξίωμα του πρωτοπαπά (1534), αντικαθιστούσε το μητροπο­λίτη, μια και οι Βενετοί είχανε καταργήσει τη μητρόπολη Αργούς – Ναυπλίου, που ανασυστήθηκε αμέσως μετά την υποδούλωση του Αναπλιού (1541). Στην τετράχρονη πολιορκία ο Μαλαξός και η οικογένεια του συνέπασχαν με τον πληθυ­σμό της πόλης. Τα τραγικά γεγονότα και τα απίστευτα περιστατικά, ο λοιμός, η πείνα, η δί­ψα, τα διαμελισμένα πτώματα παρουσιάζονται με εντυπωσιακή ενάργεια μέσα από τις γραμμές της περιγραφής του Μαλαξού.

 

Από την παρουσία του εκείνο τον καιρό στ’ Ανάπλι συμπεραίνεται ότι θα πρέπει να έφυγε αποκεί στα 1540, ακολουθώντας το ρεύμα των Αναπλιωτών, μαζί με την οικογένεια του και τον αδελφό του Γρηγόριο, προς την Κρήτη με προορισμό τη Βενετία, όπου τον πε­ρίμενε η δύσκολη ζωή του αυτοεξόριστου. Εκεί ασχολήθηκε με την αντιγραφή χειρογράφων και την επιμέλεια της εκτύπωσης εκκλησιαστικών βιβλίων. Φαίνεται όμως ότι δεν εξασφά­λιζε τους αναγκαίους πόρους. Στα 1549 εγκαταστάθηκε στο Χάνδακα (Ηράκλειο) της Κρή­της, όπου από τα 1547 του είχε παραχωρηθεί από τη Βενετική Γερουσία η εκκλησία του Αϊ-Δημήτρη του Περάτη, ως αποζημίωση για το ναό και τα αγαθά που είχε εγκαταλείψει στ’ Ανάπλι. Παράμεινε τρία χρόνια στο Χάνδακα κι επειδή η εκκλησία δεν ελευθερώθηκε, ξα­ναγύρισε στη Βενετία στα 1552, οπότε και εκλέχτηκε εφημέριος του ναού του Αϊ-Νικόλα της Βενετίας. Στα 1553, αντί της εκκλησιάς του Χάνδακα, του παραχωρήθηκε η πρώτη από τις τρεις εκκλησίες της Ζακύνθου που θα ελευθερωνόταν. Φαίνεται όμως πως αυτό αργούσε να γίνει και ο Μαλαξός παράμενε ως πρωτοπαπάς στον Αϊ-Νικόλα της ελληνικής κοινότητας της Βενετίας. Η διαμονή του πάντως δεν είταν μόνιμη στη Βενετία. Κατά διαστήματα βρισκόταν στο Χάνδακα, όπου είχε αποκτήσει και τίτλους ευγένειας. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Νικόλαος Μαλαξός τα έζησε στη Ζάκυνθο, όπου τελικά του είχε παραχωρηθεί η εκκλησία του Αϊ-Γιάννη του Πρόδρομου, στο Φρούριο, με όλη την ιδιοκτησία της. Ως χρονολογία της άφιξης του στη Ζάκυνθο πιθανολογείται το 1574, αλλά ενδέχεται να είχε πάει νωρίτερα. Κατά την εκεί διαμονή του, εκτός από την εφη­μερία, κήρυττε το θείο λόγο και δίδασκε την ελληνική γλώσσα. Ως χρονολογία του θανάτου του συμπεραίνεται το 1594.

 

Ο Νικόλαος Μαλαξός διακρίθηκε για την αρχαιομάθεια και τις γνώσεις του γύρω από την εκκλησιαστική γραμματεία και παράδοση. Παρά την ταλαιπωρημένη ζωή του, στάθηκε πρότυπο λόγιου, συγγραφέα, θεολόγου, μουσικού, κωδικογράφου. Βαρυσήμαντο χαρακτη­ρίζεται το συγγραφικό έργο του, όπου περιέχονται βίοι αγίων, θαύματα και μαρτύρια αγίων, Λειτουργικά, Ακολουθίες, Υμνολογικά, Ποιημάτια, Επιστολές. Στα έργα του συμπεριλαμβάνετε, ο Βίος και τα θαύματα του Αγίου Θεοδοσίου του νέου. 

Πολυγραφότατος και καλλιγράφος ο πολυμαθής μεταβυζαντινός λόγιος πρωτοπαπάς του Αναπλιού επιβλήθηκε με το σημαντικό έργο του και με την ποιητική δύναμη του και εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τους μαθητές και τους συγχρόνους του.

Μαθήτευσε κοντά στους τελευταίους βυζαντινούς πνευματικούς εκπροσώπους της τότε γραμματείας, τον Ματθαίο Καμαριώτη, σχολάρχη της Πατριαρχικής ή Μεγάλης του Γένους Σχολής, κατά την Άλωση, όπου δίδασκε ρητορία και φιλοσοφία και συνέγραψε ανάλογα συγγράμματα, και τον Μανουήλ Κορίνθιο, Μέγα Ρήτορα της Μεγάλης Εκκλησίας και σχο­λάρχη επί σαράντα χρόνια της πατριαρχικής σχολής». Ένα μεγάλο μέρος των συγγραφών του Μανουήλ στρέφεται ενάντια στους λεγόμενους Πλατωνικούς και ιδιαίτερα ενάντια στον Βησσαρίωνα, επίσκοπο Νίκαιας και μαθητή του Γεμιστού – Πλήθωνα.

Εκτός από τον Νικόλαο, αναφέρονται ο νομομαθής Μανουήλ Μαλαξός, πιθανότατα πρωτεξάδελφος του Νικολάου και σύγχρονος του. Σπουδαία συγγραφικά έργα του ο «Νομοκάνων» και η «Πατριαρχική ιστορία της Κωνσταντινουπόλεως 1458-1581», που αποτελεί πολύτιμη πηγή ιστορικών πληροφοριών. Χρονολογία θανάτου του αναφέρεται το 1581.

Αναφέρονται ακόμη ο Γρηγόριος Μαλαξός, αδελφός του Νικολάου, και ο Ιωάννης. Ο Γρηγόριος χρημάτισε επιμελητής και διορθωτής εκκλησιαστικών εκδόσεων στη Βενετία από το 1558 έως το 1586.

 

Πηγές

 

  • Γιόνα Μικέ Παϊδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.
  •  Δημοσθένη Ν. Στρατηγόπουλου, « Ο Νικόλαος Μαλαξός και το Υμνογραφικό του Έργο», Διδακτορική Διατριβή, Θεσσαλονίκη 2003.
  •  Πετρή Π. Νικολάου, « Νικόλαος Μαλαξός Πρωτόπαπας Ναυπλιου (1500ci-1594;)», Πελοποννησιακά Τόμος Γ’ σελ. 348 – 375, Αθήνα 1958 – 1959.

 

Read Full Post »

Καρυά Αργολίδας


 

Η Καρυά, είναι το πιο γραφικό και όμορφο χωριό της Αργολίδος, με 402 κατοίκους στην απογραφή του 1951 και 303 κατά την απογραφή του 1991. Αγαπημένο καταφύγιο των ανθρώπων του κάμπου του Άργους, όταν θέλουν ν’ απολαύσουν το χιονισμένο τοπίο, μια ορεινή ανάσα 20 μόνο χλμ. από το Άργος, η Καρυά δικαιώνει την προσμονή του επισκέπτη της μόλις προβάλλει πανοραμική εμπρός του.

Σαν σκηνογραφημένη σύνθεση ανάμεσα σ’ όλη τη μεγαλόπρεπη διαδοχή των ορεινών όγκων, με το Αρτεμίσιο (1771 μ. ύψος) πίσω της και το Ξεροβούνι (1256 μ. ύψος) δεξιά της, αναπτύσσεται αμφιθεατρικά από τα ψηλά στα χαμηλότερα σαν ένα μεγά­λο κοπάδι που κατηφορίζει για το χειμαδιό του.

 

Καρυά Αργολίδας (Λήψη φωτογραφίας 18 Απριλίου 2021).

 

Προτομή Γιαννάκου Δαγρέ στην Καρυά

Το χωριό της Καρυάς αρχικά χτίστηκε στην κορυ­φή του Προφήτη Ηλία (Μαλεβό) σκαλωμένο ψηλά από το φόβο των καιρών της σκλαβιάς, όπου υπάρχουν ακόμη ερείπια του Άη Δημήτρη και ίχνη οικι­σμού. Έπειτα, όταν ημέρεψαν τα χρόνια, κατηφόρισαν και οι άνθρωποι, για να γλιτώσουν από τα αγρί­μια και το κρύο. Και από την Ελληνική Επανάσταση και ύστερα στέριωσαν στη θέση που βρίσκεται σήμερα το χωριό. Το 1831 η Καρυά απόκτησε αλληλοδιδακτικό σχολείο. Χωριό που έζησε τον τρόμο του Ιμπραήμ – πέρασε από εκεί κι’ έκαψε κάμποσα σπίτια – αλλά και την έξαρση του Εικοσιένα. Δικό του γέννημα το πρωτοπαλίκαρο του Κολοκοτρώνη, ο Γιαννάκος Νταγρές, όπως και οι Παναγιώτης, Σωτήρης και Κωνσταντίνος Νταγρές με σημαντική προσφορά στον απελευθερωτικό αγώνα. Η φήμη της παλληκαριάς και της σκληρής τους γνώμης σώθηκε σε πολλά δημοτικά τραγούδια.

Το μεγαλοχώρι της Καρυάς είχε κάποτε 1.299 κατοίκους. Κτηνοτροφία, αμπέλια, χωράφια και ελιές οι ασχολίες τους. Μ’ όλο τον εκσυγχρονισμό του και τα ανακαινισμένα σπίτια του διατηρεί και σήμερα στις γραφικές παλιές γειτονιές τα πανέμορ­φα πέτρινα σπίτια με τα χαγιάτια και τις αυλόπορ­τες.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, η μητρόπολη της Καρυάς, προσελκύει ακόμα και σήμερα στις 29 Αυγούστου πολύ πανηγυριώτικο κόσμο. Τα τελευ­ταία χρόνια, καθώς τα παλαιά σπίτια ένα – ένα ανακαινίζονται από ντόπιους, που επιστρέφουν στα πάτρια, και από ξένους που τ’ αγοράζουν, το χωριό αποκτάει όψη σύγχρονου θέρετρου με τα μαγαζιά του και την όμορφη πλατεία στο κέντρο του, που διαμορφώθηκε πρόσφατα με πελεκητές πέτρες.

 

Καρυά Αργολίδας (Λήψη φωτογραφίας 18 Απριλίου 2021).

 

Αν περπατήσει κανείς λίγα μέτρα προς την πάνω άκρη του χωριού, θα βρει ανάμεσα στα πλατάνια τα ερείπια των παλιών νερόμυλων της Καρυάς. Κάποτε δούλευαν μέρα – νύχτα με τα νερά, που έφταναν ως εκεί από τις φυσικές πηγές του Αρτεμισίου και εξυ­πηρετούσαν ολόκληρη την περιοχή. Οι εγκαταλε­λειμμένες μυλόπετρες μέσα στα χαλάσματα μαρτυ­ρούν ακόμα τα παλιά μεγαλεία τους.

Το χωριό έλαβε τεράστια δημοσιότητα από το 2003 και έπειτα, καθώς επιλέχτηκε ως τόπος για τα γυρίσματα της επιτυχημένης ελληνικής κωμικής σειράς «Το καφέ της Χαράς», παραγωγής του ομίλου ANT1. Έτσι μέχρι σήμερα παραμένει άτυπα γνωστό στον κόσμο και με την ονομασία «Κολοκοτρωνίτσι».

 

Μονή Παναγίας Καρυάς

 

Λίγο πριν από την πλατεία της Καρυάς ο ορεινός δρόμος προς τη Νεστάνη οδηγεί σε υψόμετρο 1100 περίπου μέτρων στην παλιά μονή της Παναγίας, ένα χώρο κατάσπαρτο από μνήμες εποχών λησμονημένων, που λειτούργησε ως τον τελευταίο πόλεμο και σαν μοναστήρι. Πάνω σε ωραίο ξάγναντο, φυσικό μπαλκόνι που εποπτεύει πανοραμικά τον αργολικό κάμπο με θέα ως τα νησιά του αργολικού, όταν ο ορίζοντας είναι καθαρός, απομένουν ακόμα λίγα κελιά και το επι­σκευασμένο καθολικό, ένας καμαροσκέπαστος ναός σε σχήμα σταυρού, που αντικατέστησε τον παλιό βυζαντινό ναό – μέχρι πριν λίγα χρόνια σωζόταν – κτίσμα πιθανόν του 14ου αιώνα, που ήταν θεμελιω­μένος πάνω σε αρχαίο ιερό, ίσως της Αρτέμιδος.

 

Παναγιά Καρυάς – (Λήψη φωτογραφίας 18 Απριλίου 2021).

 

Αρχαίες κολόνες πάνω από δύο μέτρα ύψος με κιονόκρανα στήριζαν εσωτερικά το ναό της Παναγίας. Σκόρπια εδώ κι εκεί και σήμερα μερικά μαρμάρινα τεμάχια και μια μικρή πέτρινη κρήνη με αρχαιότατη δομή χτισμένη θυμίζουν τη σχέση του τόπου με το ιστορικό παρελθόν.

Απέναντι από το εκκλησάκι  της Παναγίας, σε βραχώδες ύψωμα βρίσκεται το Κάστρο της Καρυάς, το οποίο από τους ντόπιους ονομάζεται και «Καστράκι» ή «Βενετσιάνικο κάστρο». Πρόκειται για οχυρό βυζαντινών χρόνων. Εντάσσεται στο αμυντικό δίκτυο (φρυκτώρια), ελέγχου των μεθορίων περιοχών της ΒΔ Αργολίδας τον 5ο και κυρίως τον 4ο αι. π.Χ. Στη θέση Ξεροβούνι υπάρχει κι’ άλλο κάστρο, παρόμοιο αλλά αρχαιότερο.

 

Το Κάστρο της Καρυάς – (Λήψη φωτογραφίας 18 Απριλίου 2021).

 

Συνεχίζοντας το δρόμο προς τη Νεστάνη, διαμορφωμένο τα τελευταία χρόνια, ο επισκέπτης  ακουμπάει στα έλατα του Αρτεμισίου και νοιώθει τη δροσιά και την ομορφιά της φύσης. Μόλις φτάσει στο «Σωληνάρι», την πρώτη φυσική πηγή που θα συναντήσει στο  δρόμο του, μπορεί να στρίψει αριστερά και να συνε­χίσει στο δύσβατο χωματόδρομο με το όχημα του στην αρχή και κατόπιν με τα πόδια μέχρι τη «Νεραϊδόβρυση», που θα τη βρει κάτω ακριβώς από την κορυφή του βουνού, στην ανατολική του πλευ­ρά, αν ακολουθήσει πιστά τα σημάδια που έχουν χαράξει οι ορειβάτες στα βράχια, για να μη χάνουν κι αυτοί το δρόμο προς την κορυφή του βουνού.

 

Το Αρτεμίσιο με τα νερά, τα έλατα, τις φυσικές ομορφιές του και την πανοραμική θέα προς όλες τις κατευθύνσεις. (Λήψη φωτογραφίας 18 Απριλίου 2021).

 

Αν συνεχίσει ευθεία, θα περάσει πάνω από τον Άγιο Κωνσταντίνο με την πλούσια πηγή που υδρεύ­ει το χωριό, και κατηφορίζοντας προς τη Νεστάνη θα βρει αριστερά πάνω στο δρόμο το «Μπρακατσάκι», ονομαστή πηγή που τρέχει από ένα σωλήνα κρυστάλλινο νερό πλούσιο σε θειάφι όλο το χρόνο. Εδώ κατέληγαν από παλιά κάτοικοι από τις γύρω περιοχές για να πιούν το ιαματικό αυτό νερό, που γιάτρευε πολλές αρρώστιες. Ακόμα και σήμερα το αναζητούν πολλοί για θεραπεία, όταν εξαντλήσουν τους γιατρούς και τα φάρμακα και για­τρειά δε βρουν. Μόνο που λένε ότι για να κάνει καλό πρέπει κανείς να το πιει επιτόπου και να μην το μεταφέρει στο σπίτι του, γιατί αλλοιώνεται και χάνει τη θεραπευτική του δύναμη.

 

Θέα από το «Μπρακατσάκι». (Λήψη φωτογραφίας 18 Απριλίου 2021).

 

Γενικά το Αρτεμίσιο με τα νερά, τα έλατα, τις φυσι­κές ομορφιές του, την πανοραμική θέα προς όλες τις κατευθύνσεις, τα χιόνια το χειμώνα και τις δρο­σιές το καλοκαίρι, είναι το μεγάλο όπλο της Καρυάς, που την κάνει το πιο ονομαστό και γραφι­κό ορεινό θέρετρο της Αργολίδας. Μόνο που δεν έχει αξιοποιήσει όσο θάπρεπε τη θέση και τις μεγά­λες δυνατότητες τουριστικής και πολιτιστικής ανά­πτυξης, για ν’ αναδειχτεί σε παραθεριστικό κέντρο ευρύτερης ακτινοβολίας.

 

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν:   

 

  • Οι εκκλησίες του χωριού και τα ξωκλήσια με ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον (Μοναστήρι της Παναγιάς, ο Προφήτης Ηλίας, ο Άγιος Κωνσταντίνος, ο Άϊ Γιάννης ο Θεολόγος, ο Άγιος Δημήτριος, η Αγία Παρασκευή).
  • Το Βενετσιάνικο Κάστρο της Παναγιάς και το προϊστορικό κάστρο στο ξεροβούνι.
  • Το Πλατανόδασος, ένα μνημείο της φύσης που σπάνια συναντά κανείς στον τόπο μας.
  • Οι πρωτόγνωρες διαδρομές στο καταπράσινο ελατόδασος του Αρτεμισίου με τις γάργαρες πηγές.
  • Το διεθνές ορειβατικό μονοπάτι Ε34 που ξεκινάει από την Αρχαία Ολυμπία περνάει από το χωριό μας και καταλήγει στην Αρχαία Επίδαυρο.
  • Οι 7 νερόμυλοι, εικόνα μιας άλλης εποχής.
  • Τις γραφικές εκκλησίες της Ανάληψης και της Υπαπαντής στην περιοχή της Χούνης.

 

Πηγή


  • Αλέξης Τότσικας, «Ορεινές Διαδρομές, Οδοιπορικό στα χωριά της δυτικής Αργολίδας», Έκδοση, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας 1999.

 

Read Full Post »

Μορμόρηδες

 

 

 

Διάσημοι Ελληνοαλβανοί Στρατιώτες

 

 

 

Ονομαστοί Αναπλιώτες στρατιώτες ήσαν οι αδελφοί Μανόλης και Γεώργιος Μόρμορη. Είναι πολύ πιθανό να ανήκουν στην ίδια γενιά με τους λόγιους Μουρμούρηδες, που αναφέρονται από τον Παρανίκα» και που είχαν εγκατασταθεί στη Βενετία. Οι Μορμόρηδες, μετά την παράδοση του Αναπλιού, ακολούθησαν τους Βενετούς κατά την αποχώρηση τους και μεταφέρθηκαν στην Κέρκυρα, όπου εγκαταστάθηκαν μαζί με εξήντα τέσσερις στρατιωτικές οικογένειες (1541).

 

 Οι Βενετοί παραχώρησαν στους αρχηγούς των οικογενειών αυτών προνόμια πολλά. Οι στρατιώτες αυτοί κράτησαν τα προνόμια ως την κατάλυση της Βενετικής Δημοκρατίας από τον Ναπολέοντα (1797). Αναφέρονται όμως αυθαιρεσίες τούτων των προνομιούχων σε βάρος των κατοίκων των νησιών του Ιόνιου.

 

Στην Κέρκυρα ο Μανόλης Μόρμορης ανάλαβε και πάλι στρατιωτικά καθήκοντα ως «γκουβερναδόρος» δηλαδή διοικητής της στρατιάς των Αναπλιωτών του νησιού. Και σημειώνουμε πως η αναφορά σε Αναπλιώτες στρατιώτες δεν προϋποθέτει μόνο αυτούς που είχαν γενέτειρα τ’ Ανάπλι. Όλοι οι στρατιώτες της Αργοναυπλίας αποκαλούνταν Αναπλιώτες και είναι αυτονόητο ότι σ’ αυτούς συγκαταλέγονταν και οι προερχόμενοι από την Ερμιονίδα – Θερμήσι, οι περίφημοι Θερμησιώτες στρατιώτες.

 

Λίγα χρόνια μετά την εγκατάσταση αυτή, ο Μανόλης Μόρμορης, για να προκαλέσει αντιπερισπασμό στην εκστρατεία των Τούρκων κατά της Κύπρου (1570), με την έγκριση και τη σύμπραξη του γενικού επίτροπου της Βενετίας στην Ανατολή Σεβαστιανού Βενιέρι, πο­λιόρκησε και κυρίεψε το Σοποτό στην περιοχή της Χιμάρας. Στην τολμηρή αυτή επιχείρηση δυο Αναπλιώτες στρατιώτες διακρίθηκαν ιδιαίτερα για τη γενναιότητα τους: ο Μανόλης Μπλέσης και ο Ιωάννης Μπαρμπάτης – Βαρβάτης, γιος του διοικητή της στρατιάς, πριν από τον Μόρμορη, Αυγουστίνου Βαρβάτη, που είχε ονομάσει Αναπλιτοχώρι και τον τόπο της εγκατάστασης των Αναπλιωτών στην Κέρκυρα.

 

Η επιτυχία του Σοποτού είχε ως αποτέλεσμα την εξέγερση των Χιμαριωτών και των Ηπειρωτών ενάντια στο σουλτάνο. Ο τουρκικός στόλος όμως με ναύαρχο τον Αλγερινό πειρατή και ηγεμόνα της χώρας του Ουλούτς Αλή στάλθηκε στον Αυλώνα μαζί με ισχυρό στρατιωτικό σώμα που είχε επικεφαλής του τον Κρητικό αρνησίθρησκο Χασάν Βάφο.

 

Σε μια πρώτη σύγκρουση ο Γεώργιος Μόρμορης, αδελφός του Μανόλη, ύστερα από ανελέητη σφαγή, ανάγκασε τους Τούρκους σε υποχώρηση. Μια δεύτερη προσπάθεια των τουρκικών δυνάμεων αναχαιτίστηκε από τον επίσης Αναπλιώτη Ελληνοαλβανό αρχηγό στρατιωτών Φίλιππο Προγονή και πάλι με μεγάλες απώλειες του εχθρού».

 

Ύστερα από τις απανωτές αυτές αποτυχίες των τουρκικών δυνάμεων, ο σουλτάνος έστειλε ενισχύσεις που πολιόρκησαν το Σοποτό. Οι κάτοικοι του μαζί με τους στρατιώτες των Μορμόρηδων αντιστάθηκαν πεισματικά, προξενώντας μεγάλη φθορά στους πολιορκη­τές, τελικά όμως αναγκάστηκαν να παραδοθούν, προδομένοι από την πείνα και από την έλ­λειψη πολεμοφοδίων. Ο Μανόλης Μόρμορης αιχμαλωτίστηκε από τον Ουλούτς Αλή. Μετά το θάνατο του τη διοίκηση της στρατιάς ανάλαβε ο αδελφός του Γεώργιος Μόρμορης, που λίγο πριν είχε κατασφάξει το στρατιωτικό σώμα του Βάφου.

 

Στους διαλεχτούς στρατιώτες αναφέρεται ακόμη ο Νικόλαος Μαμωνάς, που είχε δια­κριθεί, συμπράττοντας με τους Βενετούς, στην παράδοση της Κορώνης στον Andrea Doria (1532V«. Τόπος καταγωγής του δεν αναφέρεται, αλλά ίσως στους απογόνους του να συγκα­ταλέγεται και ο Μαμωνάς, που διακρίθηκε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Αναπλιού (1715) και σκοτώθηκε κατά τη μεγάλη τουρκική έφοδο ενάντια στο κάστρο.

Μνημονεύουμε και πάλι εδώ τα ηρωικά τέκνα της αναπλιώτικης αρχοντικής γενιάς των Μπουζίκηδων, που το ένα σκοτώθηκε στην πρώτη πολιορκία του κάστρου (1500), άλλα δυο στη δεύτερη (1538), ενώ όσα επιζήσανε συνέχισαν τον αγώνα κάτω από τις βενετικές ση­μαίες»».

 

 

Πηγές

 

  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.

 

Read Full Post »

Μερκούρης – Μαυρίκης Μπούας

 

Διάσημοι Ελληνοαλβανοί Στρατιώτες

 

Οίκος Μπούα

Οι Μπούα ήταν οικογένεια από την Ήπειρο, και συγκεκριμένα από το Αγγελόκαστρο Αιτωλοακαρνανίας, από την οποία αναδείχτηκαν αρκετοί σημαντικοί στρατιωτικοί. Συνδέθηκε με τον Οίκο Αγγέλων μέσω γάμου της Πριγκίπισσας Ευδοκίας, κόρης του Αλεξίου του Γ’, με τον Ηγεμόνα του Ναυπλίου Λέοντα Σγουρό, ο οποίος αποτελεί των αρχηγέτη του Οίκου των Μπούα.

Μερκούρης – Μαυρίκης Μπούας

 

Ο Μερκούριος Μπούας,  Νίκος Εγγονόπουλος 1953

Ο Μερκούριος Μπούας, Νίκος Εγγονόπουλος 1953

Ανάμεσα στους ξακουστούς στρατιώτες της Αργολίδας μερικοί από τους αρχηγούς των έγιναν ιδιαίτερα ονομαστοί για την ανδρεία τους και διαπρέψανε σε πολεμικά κατορθώματα.

 

Ένας από τους διαπρεπέστερους αυτούς στρατιώτες ήταν ο Μερκούρης – Μαυρίκης Μπούας, που είχε γεννηθεί στ’ Ανάπλι στα 1496. Ήταν εγγονός του δεσπότη του Αγγελόκαστρου της  Άρτας και των Γιαννίνων Μαυρίκιου Μπούα – Σγουρού (αρχές του ιε’ αι.), που ανέβαζε  την καταγωγή του στο βυζαντινό άρχοντα του Αναπλιού Λέοντα Σγουρό.

 

 

 

Ο Μπούας μεγάλωσε στ’ Ανάπλι, όπου και παντρεύτηκε κόρη της αρχοντικής επίσης οικογένειας των Μποχαλαίων, την Αικατερίνη·». Με τη συνθήκη της παράδοσης του Αναπλιού (1540) έφυγε στην Ευρώπη, όπου τα πρώτα χρόνια κατατάχτηκε στην υπηρεσία του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου IB‘, ως αρχηγός επίκουρων στρατιωτών. Στο πλευρό των Γάλλων διακρίθηκε μαζί με τους στρατιώτες σε πολλές μάχες και ιδιαίτερα στην άλωση της Γένουας. Για τις πολεμικές αρετές του απονεμήθηκε από τον Γάλλο βασιλιά ο τίτλος του κόμη. Στη συνέχεια πέρασε στο βενετικό στρατό και ανέλαβε υπηρεσία στο Treviso, επικεφαλής της φρουράς του. Στο πλευρό των Βενετών συνέβαλε αποτελεσματικά στην κατάκτηση Παβίας (1527) και της Βερόνας, στις μάχες που διεξάγονταν ανάμεσα στη Βενετική Δημοκρατία και τον αυτοκράτορα της Αυστρίας Μαξιμιλιανό. Η πολεμική ικανότητα του αναγνωριστικέ από το δόγη και τη γερουσία και του απονεμήθηκαν εξαιρετικές τιμές.

 

Ο Μερκούρης Μπούας πέθανε στο Treviso μεταξύ 1527-1562 και ενταφιάστηκε στην Εκκλησία της Αγίας Μαρίας Maggiore. Προς τιμή του στήθηκε λαμπρό μνημείο μαρμάρινο 1562), έργο του γλύπτη Antonio Lombardi, όπου αργότερα χαράχτηκε τιμητική επιγραφή 1637) για την προσωπικότητα και το έργο του.  

Ο κόμης Μερκούρης – Μαυρίκης Μπούας διέθετε φιλοπολεμικό πνεύμα, στρατηγικό μυαλό και καρτερικότητα. Τα πολεμικά κατορθώματα του εξύμνησαν σύγχρονοι του ραψωδοί  της Ιταλίας και ο επίσης σύγχρονος του στρατιώτης Ζακυνθινός λόγιος Τζάνες Κορωναίος του αφιέρωσε μακροσκελέστατο ποίημα, τα «Ανδραγαθήματα Μερκουρίου Μπούα», που  το έγραψε στα 1519, όπου περιγράφει τα κατορθώματα του ως τα 1517 και αναφέρει τις τιμές που του απονεμήθηκαν. Τον παρουσιάζει ως Αχιλλέα και Μέγα Αλέξανδρο στην ανδρεία , ως Νέστορα στη γνώση και ως Πάρη στην ομορφιά. Ο Μερκούρης Μπούας χαρακτηρίζεται «Φιλοπόλεμος, καρτερόψυχος, στρατηγικός, υπέρτερος μεν πάντων των τότε μισθοφορούντων συμπατριωτών του, εφάμιλλος δε πολλών περιφανών της Ευρώπης στρατηγών επί τριάκοντα εν έτη (1496-1527) αδιαλείπτως πο­λέμων, πάντοτε έφερε την φρίκην και τον όλεθρον εις τας εχθρικάς φάλαγκας, κλινών την πλάστιγγα της νίκης υπέρ του φιλοξενούντος ηγεμόνος· κατά τας διαφόρους εις Φλανδρίαν, Βαυαρίαν, και προ πάντων την Ιταλίαν εκδρομάς του εκυρίευσε τεσσαράκοντα έξ εχθρικάς σημαίας· διάφοροι ηγεμόνες ανέδειξαν αυτόν ιππότην, είς βασιλεύς και εις αυτοκράτωρ τον ετίμησαν με τον τίτλο του κόμητος, η δε ενετική δημοκρατία με το αξίωμα του αρχιστρατήγου».  

Όσο για το αφιερωμένο στον Μπούα ποίημα αναφέρεται: «Εκτός της μεγάλης ιστορι­κής αξίας, μεγαλυτέραν έχει την φιλολογικήν η εποποιία του Κορωναίου. Είναι το πρώτον απ’ αρχής μέχρι τέλους γεγραμμένον εις καθαρούς ομοιοκατάληκτους στίχους νεοελληνικόν ποίημα, φέρον καθαρόν τον τύπον της πρωτοτυπίας, και επομένως του ελληνικού Παρνασ­σού γνήσιον τέκνον καθιστάμενον».

 

Ο Μπούας θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα, ο δε Κορωναίος «έλαβεν ειδήσεις λεπτομε­ρείς περί των διαφόρων μαχών, εν αις εκείνος διέπρεψε, και τα οικογενειακά του έγγραφα εξήτασεν, αλλά και εις Ελλάδα καταβάς εξηρεύνησεν επιτοπίως τα περί αυτού, ίνα καταδεί­ξει ότι ‘Ελλην και ουχί ξένος, ως τινές διϊσχυρίζοντο, ήτο ο Μπούας».

 

Το οικόσημο του Μερκούρη Μπούα, που σώθηκε στα αρχεία της Βενετίας, το απαρτί­ζουν οι σπουδαιότερες από τις πολεμικές σημαίες που είχε κατακτήσει.

 

Σύγχρονοι και συγγενείς του Μπούα στρατιώτες μνημονεύονται: Ο Λεκαμπούας (Αλέ­ξανδρος Μπούας), ο Αλέξης Μπούας, ο Μαρκαντώνιος Μπούας, ο Αντρέας Μπούας’.

 

Από τους Αναπλιώτες στρατιώτες αναφέρονται επίσης ο Κώστας Μπόχαλης και οι Θε-ράπης, Μπαρμπάτης και Φροσύνας. Όλοι ανήκαν σε αρχοντικές οικογένειες και είχαν τιμη­τικές διακρίσεις. Τιμητικά αναφέρεται ακόμη ο στρατιώτης του Μπούα Μαυρίκης Κόκλας»».

Σημειώνουμε ακόμη ότι από τη μεγάλη οικογένεια των Μπουζίκηδων, όπου αλλού ανα­φερόμαστε σε ηρωικά μέλη της, ο Γεώργιος Μπουζίκης έφτασε στο βαθμό του στρατηγού. Με το στρατηγό Μπουζίκη, τα προτερήματα του και τη θέση του στην αριστοκρατία της Βε­νετίας ασχολήθηκε ο λόγιος πρωτοπαπάς του.

 

 

 

Πηγές

 

  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.
  •  Περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, Μουσείο Ελληνικής Παροικιακής Ιστορίας της Βενετίας.

 

 Επιμέλεια: Τσάγκος Αναστάσιος   

 

 

 

 

 

Υποσημείωση

 

Μπούγα ή Καλλιρρόη και Πέτρος Μπούας.

 

Μπουγαίος, Μπουγαίισα= οι κάτοικοι του χωριού Μπούγα,  όπως λεγόταν παλιά η Καλλιρρόη.

Απ’όσο έχω ψάξει υπάρχουν 2 εκδοχές για αυτή την ονομασία. Η 1η και πιο απλοϊκή είναι αυτή που μου έλεγε ο παππούς μου. Ότι τα παλιά χρόνια είχε πέσει μεγάλη ξηρασία στα χωριά μας και δεν υπήρχε νερό, ώσπου  κάποια μέρα ένας “γελαδάρης” παρατήρησε ότι στις οπλές των ποδιών των βοδιών του βρήκε λάσπη (άρα νερό) και ακολουθώντας την άλλη μέρα το κοπάδι του έφτασε σε μια πηγή στην τοποθεσία Μουντρά (τώρα πια έχει στερέψει)  και βρήκαν το πολυπόθητο νερό. Η οπλή του βοδιού λεγόταν “μπουγά”, και δεν ξέρω αν λέγεται ακόμη, ως εκ τούτου έβγαλαν και το όνομα του χωριού μου Μπούγα.

Η 2η εκδοχή είναι ιστορική και έχει ως εξής: την ονομασία Μπούγα την πήρε το χωριό μου από τον Πέτρο Μπούα της ξακουστής φάρας των Μπουαίων. Περί τα τέλητου 14ου αιώνα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μας από τους Βυζαντινούς άρχοντες του Μοριά ( Εμ. Κατακουζηνός ) έποικοι από τη Βόρεια Ήπειρο, που ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι και που παράλληλα με την Ελληνική μιλούσαν και την Αλβανική γλώσσα, οι γνωστοί Αρβανίτες. Σκοπός της εγκατάστασης τους ήταν να χρησιμοποιηθούν ως συνοριοφύλακες του Βυζαντινού Δέσποτα του Μυστρά, καθόσον στην απέναντι πλευρά της Νέδας, στην Ολυμπία, υπήρχαν οι Φράγκοι. Ένας από τους πρώτους οικισμούς που έκτισαν οι έποικοι εκείνοι ήταν το Λιόπεσι (Άνω Κούβελα), σε υψόμετρο 1000μ., ανατολικά της κορυφής του Κουβελαίικου Αη-Λιά. Το Λιόπεσι φαίνεται να ήταν η έδρα των αλβανόφωνων εποίκων, αφού εδώ είχε το ορμητήριό της η ξακουστή φάρα των Μπουαίων.
Οι Αρβανίτες έποικοι ήλθαν σε πολλές συγκρούσεις με τους Φράγκους και συνέβαλαν αποφασιστικά στην εκδίωξή τους από το Μοριά υπό τον αρχηγό τους Πέτρο Μπούα. Στην συνέχεια αμύνθηκαν με σθένος κατά των Τούρκων εισβολέων και όταν τελικά ο Μοριάς έπεσε στα χέρια του Μωάμεθ (1461), τέθηκαν στην υπηρεσία των Βενετών, που τότε κατείχαν τα φρούρια Μεθώνης, Κορώνης, Μονεβασιάς και Ναυπλίου, με σκοπό να εξασφαλίσουν την βοήθειά τους για την εκδίωξη των Τούρκων. Το 1479 ο Θεόδ. Μπούας από το Κούβελα (Λιόπεσι) με τον Κροκ. Κλαδά από την Μάνη επαναστάτησαν κατά των Τούρκων, αλλά εγκαταλείφθηκαν από τους Βενετούς και η επανάσταση τους κατεστάλη το 1484.
Κατά το Βενετο-Τουρκικό πόλεμο του 1540 οι κάτοικοι της περιοχής πολέμησαν στο πλευρό των δυτικών συμμάχων. Μετά την πτώση των κάστρων και την αποχώρηση των Βενετών από τον Μοριά, οι περισσότεροι αρβανίτες στρατιώτες αναχώρησαν με τις οικογένειές τους για την Δύση και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Απουλίας (Κάτω Ιταλίας), ελπίζοντας σε σύντομο επαναπατρισμό τους.( Ιστορία Κ. Παπαρρηγόπουλου, Κ. Σαθά, Αθ. Γρηγοριάδη κ.α.). Τις πληροφορίες αυτές τις βρήκα από την ιστορία του Χωριού Κούβελα μιας και ο μπαμπάς μου από την πλευρά της μητέρας του κατάγεται από τη Νέδα.

Η φάρα των ΜΠΟΥΑ κατάγεται απο την Βόρεια Αλβανία.Η ονομασία της προέρχεται απο τον ποταμό Μπουγιάνα που σημαίνει,νερό. Βλέπε μπουγιέλο.Απόγονοι των Μπουαϊων υπήρξαν ονοματοδότες φαρών όπως Σπαταίοι, Γριβαίοι, Μερκουραίοι, Λιοσαίοι, Μουρικαίοι και άλλοι. Βλέπε Αρβανίτες και η καταγωγή των Ελλήνων, Α.ΚΟΛΛΙΑΣ. Βλέπε, Αρβανίτες, Οι Δωριείς του νεώτερου Ελληνισμού, Κ.ΜΠΙΡΗΣ. Πληθωρα Βενετικών αρχείων είναι διαφωτιστικά. ΑΥΤΑ και μόνον περιεκτικά. Σημαντικά μέλη του Οίκου Μπούα ήταν ο Μερκούριος Μπούα ο οποίος τιμήθηκε από τον Γερμανό Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό και τον Βασιλέα της Γαλλίας Λουδοβίκο τον ΙΒ’ το 1524 με τον τίτλο του Κόμη της Σουαβίας και αργότερα του Πρίγκηπα του Λίχτενμπεργκ (τίτλους που φέρουν έκτοτε οι απόγονοι του Οίκου) για τις υπηρεσίες που προσέφερε. Επίσης, ο Ιωάννης Μπούας και ο Σγουρός Μπούας Δεσπότες Ηγεμόνες του Αγγελοκάστρου, ο Ιωάννης Μπούας και ο Μαυρίκιος Μπούας Δεσπότες του Δεσποτάτου της Άρτας, ο Θωμάς Μπούας που διετέλεσε Διοικητής του Ιππικού του Βασιλέως της Μ. Βρετανίας Ερρίκου Η΄, ο Πέτρος Μπούας που έδρασε στην Ιταλική Χερσόνησο και ο Θεόδωρος Μπούα μαζί με τον Ακροκόνδυλο Κλαδάπου έδρασαν στον Ελληνικό και Βαλκανικό χώρο και Ιταλικό χώρο . Ήταν οι μόνοι που αντισταθήκαν στους κατακτητές στον ελληνικό χώρο και ειδικά στην Πελοπόννησο, στη Θεσπρωτία και στον ευρύτερο γεωγραφικά χώρο της Ηπείρου τον 14ον αιώνα. Από τους Μπούα ξεκίνησε στην Δυτική Ευρώπη η δράση των Ελλήνων μισθοφόρων (Stratioti όπως τους ονόμαζαν) αλλά και στον ελληνικό χώρο η δράση των Αρματωλών και Κλεφτών, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Συνέχεια του Οίκου αποτελεί ο Οίκος Στύλου που συνέχισε την στρατιωτική παράδοση του Οίκου Αγγέλων και Μπούα στην σύγχρονη Ελλάδα. Οι Μπούα ήταν οικογένεια από την Ήπειρο, και συγκεκριμένα από το Αγγελόκαστρο Αιτωλοακαρνανίας, από την οποία αναδείχτηκαν αρκετοί σημαντικοί στρατιωτικοί. Συνδέθηκε με τον Οίκο Αγγέλων μέσω γάμου της Πριγκίπισσας Ευδοκίας, κόρης του Αλεξίου του Γ’, με τον Ηγεμόνα του Ναυπλίου Λέοντα Σγουρό, ο οποίος αποτελεί των αρχηγέτη του Οίκου των Μπούα.  Το χωριό (Καλλιρρόη)ονομαζόταν αρχικά Μπούγα. Χτίστηκε 8 αιώνες πριν και το πρώτο σπίτι είχε σκεπή από πλάκες και κορμούς ασφάκας (δένδρο με στριφτό ξύλο που δεν σπάζει). Το 1928, με το διάταγμα υπ’αρ. Α 156/28 μετονομάστηκε σε Καλλιρόη, κατά μία εκδοχή από την καλή ροή του λαδιού της  και του νερού της και κατά μία άλλη από την πηγή του χωριού Μουντρά που είχε καλή ροή. Με το όνομα Καλλιρόη άλλωστε, υπήρχε και πηγή της περιοχής στην αρχαιότητα. Από ανασκαφές το 1929, προκύπτει ότι οι Σπαρτιάτες είχαν εδώ φυλάκιο για να φορολογούν τους διερχόμενους, διότι ήταν διάβαση από την Ανατολική στην Δυτική Πελοπόννησο. Γι’ αυτό και οι Τούρκοι είχαν εκεί φρουρά και στρατό. Φαίνεται ότι η σημερινή Καλλιρόη βρίσκεται εκεί που άλλοτε υπήρχε η προέκταση της αρχαίας πόλης Ανδανίας (2600-2200 π.Χ.) (πηγή site Δήμου Μελιγαλά http://www.meligala.gr)

Δήμητρα Γιαννοπούλου

(Kopanaki News)

 

 

 

 

cf83ceb7cebcceb1-word-press1

 

Read Full Post »

Bενετία – Άργος

 

 

Bενετία Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του.

Διεθνής επιστημονική συνάντηση, που οργανώνει το Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας σε συνεργασία με το Δήμο Άργους, για την ιστορία του Άργους την περίοδο της βενετικής κυριαρχίας.

11-12 Οκτωβρίου 2008

Μέγαρο Κωνσταντόπουλου
Άργος

Την Κυριακή 12 Οκτωβρίου θα πραγματοποιηθεί ξενάγηση στα νεότερα μνημεία του Άργους. Εκκίνηση από την οικία Τόμας Γκόρντον, οδός Γόρδωνος, ώρα 10 π.μ.

Πληροφορίες
Αγγελική Πανοπούλου, Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών
Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Read Full Post »

Napoli di Romania

  

NAPOLI DI ROMANIA

 

«Ή πολιτεία αύτη, πού ô Σοφιανός την ονομάζει Νάπλι, οι Έλληνες Άνάπλια και ό Πτολεμαίος Ναυπλία, είναι μία άπα τις πιο φημισμένες πολιτείες, πού έκαμαν το μεγαλείο της αρχαίας Άργείας, γνωστής σήμερα με το όνομα Sacanie ή Romanie Mineure, πού είναι το πιο όμορφο μέρος του Μοριά…. Μέ μια λέξη μπορεί κανείς νά πει γι αυτή τη θέση (το Ναύπλιο) ότι ή φύση δεν ξέχασε τίποτα απ’ όσα έπρεπε να την κάμουν οχυρή και ότι ή τέχνη την αγάπησε ακόμη περισσότερο.

Το 1460 ό ΜεχμέτΒ’ αποφάσισε να την πάρει από τούς Βενετσάνους και έδωσε διάτα στον Μαχμούτ Πασά να την πολιορκήσει. Ήρθε  να τη χτυπήσει με μια μεγάλη στρατιά · όλες όμως οί προσπάθειες του βγήκαν ανώφελες· ή φρουρά έκαμε μια δυνατή αντίσταση, έτσι πού, υστέρα από αρκετές εφόδους, οι Άπιστοι υποχρεώθηκαν να λύσουν την πολιορκία με μεγάλες ζημιές. Ό Σουλεϊμάν, πού στάθηκε ένας από τούς αχόρταγους κατακτητές πού είχαν οί Τούρκοι, έστειλε το 1537 τον Κασίμ Πασά για να οργανώσει την πολιορκία αυτής της θέσης, δεν στάθηκε τυχερότερος του Μεχμέτ. Οι πολιορκημένοι την υποστήριξαν με τόση παλικαριά, πού ό Κασίμ, απελπισμένος να κυριέψει με δύναμη μια θέση τόσο καλά οχυρωμένη, πού τίποτα δεν τής έλειπε, από το φόβο ότι θά καταστρεφόταν ολότελα ή στρατιά του, αποφάσισε να φύγει. Μόλις δύο χρόνια πέρασαν από τότε και ξαναγύρισε και την παράδωσε στον Σουλεϊμάν.

 

Δέν χρωστούσε ωστόσο την κατάκτηση αύτη στη δύναμη των όπλων του, άλλα στη Δημοκρατία (τη Βενετία), πού, κουρασμένη από τόσους πολέμους και από έξοδα, θυσίασε τη θέση αυτή για να αγοράσει την ειρήνη, πού την είχε ανάγκη.

 

Το 1686 ό Αρχιστράτηγος Μοροζίνης, υστέρα από την ήττα του Σερασκέρη και το πάρσιμο των δύο Ναβαρίνων και τής Μεθώνης, νόμισε ότι ή πιο δοξασμένη επιχείρηση θα ήταν το πάρσιμο του Άναπλιού, τής πρωτεύουσας του Μοριά, πού θα εξασφάλιζε την απόκτηση του υπόλοιπου αυτής τής επαρχίας». («Ήθελε προπάντων να φτάσει πριν οι Τούρκοι οχυρώσουν το Παλαμήδι. Ακολουθεί λεπτομερέστατη περιγραφή τής πολιορκίας, των μαχών, τής επιμονής των Τούρκων να κρατηθούν στα κάστρα, τής παλικαριάς του Μοροζίνη,ένα τμήμα τής περιγραφής είναι το παρακάτω απόσπασμα.)

 

napoli-romania

napoli-romania

 
 
 

 

 

 

 

 

 

 

Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΚΑΣΤΡΩΝ ΤΟΥ ΑΝΑΠΛΙΟΥ

 

«Ό στρατηγός Καίνιγκσμαρκ διακρίθηκε, όπως το συνήθιζε, και σ’ αύτη την περίσταση, ένα άλογο σκοτώθηκε άποκάτω του, άλλα ανέβηκε αμέσως σ’ ένα άλλο και βρέθηκε παντού όπου ό κίνδυνος έκαμε αναγκαιότερη την παρουσία του. Ό στρατηγός πρίγκιπας τής Βρουνσβίκης και ό πρίγκιπας τής Τουρέννης έδωσαν όμοιες αποδείξεις τής αξίας τους. Ό Αρχιστράτηγος…. ΰστερ’ άπό την ήττα των έχθρων έκαμε στενότερη την πολιορκία με περισσότερη θέρμη… και για να υποχρεώσει τους  πολιορκουμένους να παραδοθούν γρήγορα είπε να υψώσουν οι στρατιώτες του στην άκρη των δοράτων τα κεφάλια τών εχθρών τον.

 

Τό θέαμα αυτό τους έκαμε νά ζητήσουν την επιείκεια του νικητή. Ύψωσαν τη λευκή σημαία. Σταμάτησαν τις εχθροπραξίες. Δυο Τούρκοι βγήκαν από την πόλη και παρουσίασαν στον Αρχιστράτηγο ένα γράμμα του Πασά πού έλεγε πώς ήταν έτοιμοι να του παραδώσουν τα κάστρα με τον όρο ότι θά έβγαιναν με τον οπλισμό και τα υπάρχοντα τους, ότι θα τούς άφηναν δύο γαλέρες πού ήταν στο λιμάνι για νά τούς μεταφέρουν στην Τένεδο και ότι  θα τούς παραχωρούσαν δυό ήμερες για νά εκτελέσουν την παράδοση.

 

Ό Αρχιστράτηγος τούς αρνήθηκε τούς σκλάβους και τις γαλέρες και τούς πρόσφερε τούς ίδιους όρους πού είχε δώσει στο Ναβαρίνο και στη Μεθώνη και να τούς οδηγήσει όπου θα ήθελαν πρώτα απ’ όλα όμως ζήτησε να του παραδώσουν το Κάστρο τής θάλασσας, πράγμα πού έγινε αμέσως, και μπήκε μέσα ή Βενετσάνικη φρουρά. Βρήκαν εκεί δεκαεφτά κανόνια χάλκινα, εφτά σιδερένια και ένα ολμοβόλο. Ζήτησε ακόμη να έχει οχτώ επίσημους Τούρκους για όμηρους, υστέρα’ απ’ αυτό άρχισε ή εφαρμογή τής παράδοσης και ή επιβίβαση των έχθρων στα πλοία.

 

Έτσι ή Napoli di Romania, πρωτεύουσα του Μοριά, πέρασε στην εξουσία τής Δημοκρατίας, αφού είχε στενάξει εκατόν πενήντα χρόνια κάτω από το ζυγό τούτων των «Απίστων».

 

  • Πηγή

P.M. Coronelli, Description géographique et historique de la Morée, du royaume du Negrepont, de lieux circonvoisins etc. Παρίσι 1687, σ.44-47.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Read Full Post »

Ναύπλιο


 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

Ναύπλιο, πρωτεύουσα της επαρχίας Ναυπλίας και του νομού Αργολίδας και πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους. Ιδρυτής της πόλης φέρεται ο μυθικός Ναύπλιος, γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης. Προστάτης της πόλης ήταν ο Ποσειδών, ο οποίος με κτύπημα της τρίαινάς του δημιούργησε την πηγή Κάναθο στη σημερινή Αγία Μονή. Εκεί έλουζε η ιέρεια της Ήρας το είδωλο της θεάς και γι’ αυτό πιθανότατα πλάστηκε ο μύθος ότι η Ήρα λουζόταν κάθε χρόνο στην Κάναθο και ανακτούσε την παρθενία της. 

Απόγονος του Ναύπλιου ήταν ο Παλαμήδης, ο πατέρας του οποίου ονομαζόταν επίσης Ναύπλιος και ο οποίος έλαβε μέρος στον Τρωικό πόλεμο. Αλλά είχε οικτρό τέλος, γιατί λιθοβολήθηκε από τους Έλληνες. Η τραγική του ιστορία απετέλεσε πηγή έμπνευσης για τους τραγικούς και άλλους δημιουργούς της αρχαιότητας. Το κάστρο του Παλαμηδιού σ’ αυτόν οφείλει το όνομά του. 

Ναύπλιο1908, στερεοσκοπική φωτογραφία, by Stereo Travel Co.

Το Ναύπλιο και το Άργος, μια και βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους, είχαν στο πέρασμα των αιώνων περίπου την ίδια μοίρα. Φαίνεται όμως πως από παλιά μάλωσαν, επειδή το Ναύπλιο συμμάχησε με τους Σπαρτιάτες κατά το Β΄ Μεσσηνιακό πόλεμο και τότε κυριεύτηκε από τον Αργείο Δαμοκρατίδα και οι κάτοικοί του εκδιώχθηκαν και εγκαταστάθηκαν στη Μεθώνη.

Το Ναύπλιο έγινε στη συνέχεια επίνειο του Άργους. Πέρασαν πολλά χρόνια χωρίς να παρουσιάσει η πόλη ιδιαίτερη ακμή. Σταχυολογώντας λίγα μόνο γεγονότα, σημειώνουμε ότι το 879 μ.Χ. έγινε έδρα επισκόπου και ότι ο επίσκοπος Λέων το 1149 έκτισε τη γνωστή σε όλους μας Αγία Μονή της Ζωοδόχου Πηγής έξω από την πόλη.

Το 1180 ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός διόρισε άρχοντα Ναυπλίου τον ντόπιο Θεόδωρο Σγουρό. Ο γιος του Λέων Σγουρός (1202-1208), έχοντας την πόλη ως πρωτεύουσα της ηγεμονίας του, επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την ανατολική Στερεά Ελλάδα και μέχρι τη Θεσσαλία. Ακολούθησε η Φραγκοκρατία μέχρι το 1388, οπότε το Ναύπλιο παραχωρείται στους Βενετούς, επί της εποχής των οποίων γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Ενισχύθηκε η οχύρωσή του και αυξήθηκε ο πληθυσμός του, γιατί συνέρρευσαν πολλοί άνθρωποι από πολλά μέρη, ιδίως μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους.

Άποψη του Ναυπλίου. Χαλκογραφία, Gasp. Bouttats, 1690.

Επί Ενετοκρατίας η πόλη έγινε εμπορικό κέντρο και το λιμάνι της παρουσίασε μεγάλη κίνηση.  Το 1540 έπεσε στους Τούρκους ύστερα από τριετή πολιορκία. Κατά την πρώτη τουρκοκρατία μαρτύρησε ο νεομάρτυρας Αναστάσιος (1η Φεβρουαρίου 1655) κοντά στην πλατεία Συντάγματος. Το 1686 οι Ενετοί ξανακέρδισαν την πόλη, όταν την κατέλαβε ο στρατηγός Φραγκίσκος Μοροζίνι, ο οποίος αμέσως οχύρωσε το Παλαμήδι και κατέστησε το Ναύπλιο πρωτεύουσα του Μορέως, της ΒΑ Πελοποννήσου. Τότε ήταν που ονομάστηκε Νάπολι ντι Ρομάνια.

Το 1715 το ξαναπήραν οι Τούρκοι και το κατείχαν μέχρι την άλωση του Παλαμηδιού από τον Στάικο Σταϊκόπουλο στις 30 Νοεμβρίου 1822, ύστερα από τρεις διαδοχικές πολιορκίες συνολικής διάρκειας σχεδόν είκοσι μηνών. Στην πολιορκία είχανε λάβει μέρος πολλοί καπεταναίοι και οπλαρχηγοί, όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ο Τσώκρης, ο Παπαρσένης, ο Δημ. Υψηλάντης, ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ο αδελφός του Νικηταρά Νικόλας Σταματελόπουλος, ο οποίος σκοτώθηκε σε μια έξοδο των Τούρκων τον Αύγουστο 1822, ο Δημ. Μοσχονησιώτης, που πρώτος πάτησε το κάστρο τη νύχτα της 29ης προς την 30ή Νοεμβρίου, και άλλοι.

 

Μπούρτζι. Αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της ευρύτερης οχύρωσης της πόλης για πολλούς αιώνες.

 

Από τη θάλασσα πολιορκούσαν τα Σπετσιώτικα καράβια με τη θρυλική Μπουμπουλίνα κι άλλους καπεταναίους. Μετά την άλωση το Ναύπλιο έγινε κέντρο του αγώνα και έδρα της επαναστατικής κυβέρνησης. Στις 7 Ιανουαρίου 1828 αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο ο Ιω. Καποδίστριας και στις 25 Ιανουαρίου 1833 ο Όθωνας. Για πολλά χρόνια είχε καθιερωθεί η εορτή των αποβατηρίων σε ανάμνηση της άφιξης του πρώτου μας βασιλιά.

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

Το Ναύπλιο με βασιλικό διάταγμα της 18ης Σεπτ. 1834 έπαψε να είναι πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους. Ο πληθυσμός του Ναυπλίου, ο οποίος προεπαναστατικά ήταν τούρκικος με εξαίρεση λίγες οικογένειες Ελλήνων του «Ψαρομαχαλά», αυξήθηκε σημαντικά. Η αύξηση οφειλόταν και στο γεγονός ότι συνέρρευσαν από διάφορα μέρη πρόσφυγες και μάλιστα από την Κρήτη το 1830, όταν η μεγαλόνησος δεν απελευθερωνόταν με βάση το πρωτόκολλο του Λονδίνου.

Οι Κρήτες πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στο Τολό και έξω από την πόλη του Ναυπλίου και ονομάστηκε το προάστιό της Πρόνοια από την πρόνοια που έλαβε ο Καποδίστριας για λογαριασμό τους.  Αργότερα το Ναύπλιο έγινε αντιοθωνικό κέντρο. Την 1η Φεβρουαρίου του 1862 εκδηλώθηκε κίνημα στην πόλη με επικεφαλής τους αξιωματικούς Πάνο Κορωναίο, Αρτέμ. Μίχο και άλλους. Συμμετείχαν ακόμα πολλοί επώνυμοι της εποχής. Ανάμεσά τους ήταν και η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, η οποία είχε μετατρέψει το σπίτι της σε αντιδυναστικό κέντρο. Οι επαναστάτες ζητούσαν τη διάλυση της Βουλής και τη συγκρότηση εθνοσυνέλευσης. Η κυβέρνηση απέστειλε στρατό, η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα και οι νεκροί και τραυματίες κι από τις δυο πλευρές ήταν πολλοί. Αυτός ήταν ο τραγικός επίλογος της Ναυπλιακής επανάστασης.

 

Άποψις προς Ακροναυπλίαν και Παλαμήδι, δεκαετία 1930

 

Ο Όθωνας, ως γνωστόν, αναγκάστηκε λίγο μετά να εγκαταλείψει την Ελλάδα (12 Οκτωβρίου του 1862). Το Ναύπλιο είναι μικρή αλλά ζεστή πόλη, από τις ομορφότερες της πατρίδας μας. Συνδυάζει το βουνό με τη θάλασσα και την άγρια ομορφιά με την απλωσιά του κάμπου. Η παλιά πόλη με τα στενά δρομάκια και τα παραδοσιακά σπίτια διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τον παλιό όμορφο παραδοσιακό χρώμα. 

Ναύπλιο, Άγιος Σπυρίδωνας. Frederic Boissonnas (1858-1946)

Από τα πολλά μνημεία της πόλης σημειώνουμε λίγα μόνο, τον Άγιο Σπυρίδωνα (1702), στην είσοδο του οποίου δολοφονήθηκε ο Καποδίστριας, το μνημείο του Δημ. Υψηλάντη στην πλατεία των Τριών Ναυάρχων, το πρώτο Ελληνικό σχολείο, τον σκαλισμένο σε βράχο λέοντα των Βαυαρών στην Πρόνοια, το παλιό βουλευτήριο και πρώην τζαμί στην πλατεία Συντάγματος, το μέγαρο του μουσείου, ενετικό κτίσμα του Σαγρέδου (1713) που χρησίμευσε αρχικά ως στρατώνας, επίσης μία ακόμα εκκλησία της ίδιας εποχής, του Αγίου Νικολάου (1713), τον ανδριάντα του Καποδίστρια και του έφιππου Κολοκοτρώνη.

 

Πηγή


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »