Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εκπαίδευση’

Τσεκρέκος Χ. Παναγιώτης (1945-2009)


Ο διακεκριμένος Αργείος επιστήμονας Παναγιώτης Τσεκρέκος ήταν αναπληρωτής καθηγητής του Τομέα Μαθηματικών της Σχολής Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών του ΕΜΠ. Με την ιδιότητά του αυτή δίδασκε πολλά χρόνια  στις σχολές του Εθνικού Μετσόβιου  Πολυτεχνείου. Γεννήθηκε στο Άργος το 1945, γονείς του ήταν ο Χρήστος και η Μαρία Τσεκρέκου. Παντρεύτηκε τη Ζωή Ζένιου και έγινε πατέρας τριών παιδιών. Στοιχειώδη εκπαίδευση έλαβε στο 4ο Δημοτικό σχολείο Άργους, μέση στο Μπουσουλοπούλειο Γυμνάσιο Άργους και στο 4ο Γυμνάσιο Αθηνών.       

Υπηρέτησε το Πολυτεχνείο από το 1972 όταν ξεκίνησε ως έμμισθος βοηθός στην τότε Β’ έδρα Ανωτέρων Μαθηματικών. Στη συνέχεια πραγματοποίησε τις διδακτορικές του σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Lan caster κάτω από την επίβλεψη του καθηγητή Jameson.

Μετά από ένα μικρό διάλειμμα όπου εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων για δυο χρόνια από το 77 έως το 79 ως ειδικός επιστήμονας, επέστρεψε στο ΕΜΠ αρχικά ως επιμελητής και στη συνέχεια από το 1982 ως Επίκουρος Καθηγητής και από το 2002 ως Αναπληρωτής Καθηγητής.

Ερευνητικά εργάστηκε στην περιοχή της Συναρτησιακής Ανάλυσης, όπου παρήγαγε σημαντικό έργο, με διεθνή αναγνώριση. Θα πρέπει να τονιστεί ότι το έργο του αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και για άλλους ερευνητές του τομέα.

Είχε σταθερό και πρωταρχικό ενδιαφέρον για τη μαθηματική έρευνα. Με ανελλιπή παρουσία στα ερευνητικά σεμινάρια του Τομέα Μαθηματικών και ουσιαστικές επιστημονικές συζητήσεις, με συναδέλφους και νέους ερευνητές σε κεντρικά προβλήματα της Συναρτησιακής Ανάλυσης εξέφραζε καθημερινά την αγάπη του για τον κλάδο της επιστήμης που επέλεξε να υπηρετήσει.

Εξ’ ίσου σημαντική και υποδειγματική ήταν η προσφορά του ως πανεπιστημιακού δασκάλου.

Έχοντας σπουδαία επιστημονική επάρκεια ο ίδιος αφιερώθηκε στην εκπαίδευση των μαθητών του, τους μετέδιδε τη γνώση, τους καθοδηγούσε, με όλη τον ουσιαστική σημασία της λέξης.

Πιστεύοντας ότι τα μαθηματικά, αυτή η βασική επιστήμη, αποτελεί το ουσιαστικό έρμα των μηχανικών μας αφοσιώθηκε στην αναβάθμιση και προαγωγή της μαθηματικής παιδείας σε όλες σχεδόν τις σχολές του Ιδρύματος και έκανε υποδειγματική δουλειά στους φοιτητές του, επένδυε πολύ σε αυτό το τομέα.

Ιδιαίτερα όμως θα πρέπει να τονιστεί η καθοριστική παρουσία του στη Σχολή Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Φυσικών Επιστημών, που ιδρύθηκε πριν δέκα χρόνια στο Πολυτεχνείο. Εδώ με ιδιαίτερο κέφι επιδόθηκε στην μύηση των φοιτητών και με το ίδιο μεράκι για τα μαθηματικά, τους ενέπνεε τον ενθουσιασμό του.

Επιπρόσθετα, τα με αυστηρότητα και επιστημονική αρτιότητα γραμμένα διδακτικά βιβλία του υποστήριζαν τέλεια το διδακτικό του έργο.

Υπήρξε πάντοτε ευθύς και εύστοχος, ευγενικός, με ποιοτική ματιά στα πράγματα, με ανυποχώρητη προσήλωση σε αρχές και αξίες, αγωνίστηκε τον αγώνα τον καλό σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009 έφυγε από κοντά μας διδάσκοντας στο αμφιθέατρο της σχολής.  

 

Πηγή


  • Εφημερίδα, «Τα Νέα της Αργολίδας», αρ. φ. 3217, Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009. 

 

 

Read Full Post »

Ρομπότης Παναγιώτης (1830-1875)

 


 

Ρομπότης Παναγιώτης, έργο του Προσαλέντη Σπυρίδωνα.

Ρομπότης Παναγιώτης, έργο του Προσαλέντη Σπυρίδωνα.

Κληρικός, θεολόγος και καθηγητής Δογματικής, Χριστιανικής Ηθικής και Λειτουργικής στη Θεολογική σχολή. Γεννήθηκε στο Κρανίδι Αργολίδας και αφού έλαβε εγκύκλια μόρφωση σπούδασε θεολογία στην Αθήνα, την Αγία Πετρούπολη και σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της Γερμανίας.

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίστηκε, αρχικά, καθηγητής της μέσης εκπαίδευσης. Το 1870 χειροτονήθηκε ιερέας και με την ιδιότητά του αυτή ανέλαβε καθήκοντα πνευματικού και εξομολόγου της βασίλισσας Όλγας, συζύγου του βασιλιά Γεωργίου Ά, στην οποία δίδαξε και την ελληνική γλώσσα. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ανέλαβε διοικητικά καθήκοντα χρηματίζοντας πέντε φορές Κοσμήτωρ της Θεολογικής σχολής και μια Πρύτανης,* το ακαδημαϊκό έτος 1874-1875. Υπηρέτησε ως υπολοχαγός και λοχαγός στην Πανεπιστημιακή Φάλαγγα.** Πέθανε στην Αθήνα.

 

Υποσημειώσεις

 


  

* Δεν προκαλούν ενδιαφέρον στον σημερινό αναγνώστη μόνον εκείνες οι πτυχές της ιστορίας ενός Πανεπιστημίου που έχουν σχέση με τις ποικίλες και γόνιμες πνευματικές, ερευνητικές και διδακτικές δραστηριότητες που αδιαλείπτως το χαρακτηρίζουν, από την ίδρυση του έως τις μέρες μας. Υπάρχουν και εκείνες οι πτυχές που αφορούν την καθημερινή ζωή μέσα στο Ίδρυμα, άλλοτε πιο ήρεμη και άλλοτε πιο θυελλώδη, ανάλογα με τα σημεία των καιρών. Ιδιαίτερα όταν υπάρχουν στοιχεία που φωτίζουν άγνωστες σελίδες, ξεχασμένες σήμερα, της ιστορίας του Πανεπιστημίου, τότε αξίζει να τα επισημαίνουμε, ώστε να εξηγούμε καταστάσεις που τις συναντούμε ακόμη και στον 21 ο αιώνα. Έτσι συμβαίνει και με ένα έγγραφο του 1874, που ο τότε Πρύτανης Παναγιώτης Ρομπότης απηύθυνε προς τους φοιτητές που εκείνη την εποχή φαίνεται ότι θορυβούσαν περισσότερο από το σύνηθες μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας και κάπνιζαν εμποδίζοντας την ομαλή διεξαγωγή των μαθημάτων.

Νουθεσίες προς τους «πολίτες» του Πανεπιστημίου

Για τον λόγο αυτόν, ο Ρομποτής προσπάθησε να τους νουθετήσει, προτείνοντας τους έναν κώδικα καλής συμπεριφοράς. Το έγγραφο που τοιχοκολλήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1874, δηλαδή στην αρχή του ακαδημαϊκού έτους, έχει ως εξής:

«Προς τους κυρίους φοιτητάς του Πανεπιστημίου. Μετά λύπης βλέπομεν, άμα αρξαμένωντων μαθημάτων, ότι εναντίον των παραινέσεων, τας οποίας η Πρυτανεία απηύθυνεν άλλοτε πολλάκις εις τους κυρίους φοιτητάς, εναντίον της πρεπούσης αυτοίς υπολήψεως ως πολίταις του Πανεπιστημίου, γίνονται καθ’ εκάστην εντός των δωματίων, όπου τελείται η πνευματική της επιστήμης λειτουργία, αταξίαι και θόρυβοι, κραυγαί και κρότοι ποδών και βακτηριών, οι οποίοι μεταβάλλουσι τον χαρακτήρα του ιερού τούτου ιδρύματος εγκολάπτουσιν εις αυτόν ασχημίαν αποτρόπαιον.

Ημείς αυτοί εργαζόμενοι εις το Πρυτανείον ιδίαις αισθήσεσιν αντελήφθημεν των πάταγων αυτών και των θορύβων, και ένεκα αυτών ηναγκάσθημεν να διακόψωμεν τας εργασίας, ελεεινολογούντες την ταπείνωσιν των φοιτητών. Πολλοί των κ. καθηγητών, ένεκα των θορύβων διέκοψαν τας διδασκαλίας των, ή δεν ηδυνήθησαν ποσώς να διδάξωσι. Δεν είναι ένοχοι της καταπτώσεως ταύτης όλοι οι φοιτηταί, εσμέν βέβαιοι, αλλ’ ολίγοι τινές, ένοχοι όμως πάντες εισί διά την ασύγγνωστον ανοχήν, ην επιδεικνύουσι προς τας ταραχάς των ολίγων, ους ώφειλον να καταγγείλωσιν εις την Πανεπιστημιακήν Αρχήν ως αδικούντας αυτούς την μεγίστην των αδικιών, αφαιρούντες απ’ αυτών την ιδέαν της σεμνότητος, ήτις πρέπει να κοσμή τον πολίτην του Πανεπιστημίου.

Προς τούτοις επληροφορήθημεν, ότι ου μόνον εις τα προπύλαια καπνίζουσιν, αλλά και εις αυτά έτι τα δωμάτια των παραδόσεων, μεταβαλόντες ούτω εις καπνιστήριον την παράδοσιν, εις τρόπον ώστε δεν δύναται ο καθηγητής να παραδώση. Τούτο δε ου μόνον είναι απρεπές, αλλά και εις κίνδυνον πυρός φέρει το Πανεπιστήμιον εν τω οποίω εισί τεταμιευμέναι αι του μέλλοντος της πατρίδος ελπίδες. Τα τοιαύτα πρέπει από της σήμερον να παύσωσι και εις τούτο καλούμεν αυτούς τους φοιτητάς να συνδράμωσιν ημάς, διότι εις αυτούς αποβλέπει η αγαθή ή μη τοιαύτη περί του Πανεπιστημίου ιδέα, αυτούς ωφελεί η τήρησις της τάξεως και ζημιοί τουναντίον.

Πιστεύομεν ότι οι φοιτηταί θέλουσιν εκτιμήσει δεόντως τας παραινέσεις ημών και θέλουσι συμμορφωθή ταύταις. Απαγορεύομεν δε αυστηρώς: α) να εισέρχηταί τις καπνίζων εις το δωμάτιον τας παραδόσεως και β) να ποιή θόρυβον εντός αυτού, γ) όστις δε οραθή παραβαίνωντας παραγγελίας ταύτας, θέλει τιμωρηθή μεθ’ όλης της αυστηρότητος των πανεπιστημιακών νόμων, δ) ου μόνον δε εντός του καταστήματος συνιστώμεντοις ημετέροις φοιτηταίς ίνα τηρώσι την προσήκουσαν τάξιν, αλλά και εκτός αυτού να δεικνυωσι διαγωγήν εμπρέπουσαν εις πολίτας του ανωτάτου παιδευτηρίου, απεχόμενοι των προς αλλήλους ερίδων και παντός διαβήματος δυναμένου να ελάττωση την περί αυτών υπόληψιντης κοινωνίας». (Από την ιστορία του ΕΚΠΑ). 

** Πανεπιστημιακή φάλαγγα  ειδικό σώμα, στρατιωτικά συγκροτούμενο, από φοιτητές και καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών για τη τήρηση της τάξης μετά τις ταραχές που είχαν σημειωθεί στη Πρωτεύουσα αμέσως μετά την αποχώρηση του Βασιλιά Όθωνα. Ιδρύθηκε με απόφαση της τότε προσωρινής κυβέρνησης που εκδόθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1862.

Στη φάλαγγα εκείνη κατατάχθηκαν όλοι οι τότε φοιτητές, αρχικά 612 τον αριθμό, υπό την ανώτατη διοίκηση του αξιωματικού του πεζικού Ιωάννη Ζουμπούλη. Σχηματίσθηκαν έτσι 5 λόχοι από 120 άνδρες έκαστος με λοχαγούς καθηγητές του Πανεπιστημίου. Αργότερα προστέθηκε ένας ακόμη λόχος φθάνοντας σε 840 ένοπλους φοιτητές.

Η φάλαγγα αυτή είχε αναλάβει την ένοπλη φρούρηση της πόλης της Αθήνας και ειδικότερα των Υπουργείων και λοιπών δημοσίων καταστημάτων καθώς και του κτιρίου της Εθνοσυνέλευσης (Παλιά Βουλή). Όταν μετά την εγκαθίδρυση του Βασιλέως Γεωργίου Α’ αποκαταστάθηκε η τάξη, η φάλαγγα αυτή διαλύθηκε, με απόπειρες όμως επανασύστασής της το 1873, όπου έλαβαν χώρα βίαιες σκηνές στη δημιουργία «Οργανισμού Πανεπιστημιακής Φάλαγγας» και κανονισμού άσκησης των φοιτητών στα όπλα, και το 1875 που επανήλθε το αυτό, που όμως ναυάγησαν. Το 1879 καθορίσθηκε με νόμο η γενική στρατολογία έπαυσε πλέον να γίνεται λόγος για Πανεπιστημιακή φάλαγγα. (Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, τομ.15ος, σελ.402).

 

Πηγές

 


  • Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α.).
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών.
  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου.

Read Full Post »

Δημοτικό Σχολείο Καρυάς Άργους (1831-2003)


 

Δημοτικό Σχολείο Καρυάς.

Δημοτικό Σχολείο Καρυάς.

Πληθώρα στοιχείων που προέρχονται από τα (ΓΑΚ) Γενικά Αρχεία του Κράτους,  καθώς και παλαιότερες τεκμηριωμένες επιστημονικές μελέτες πιστοποιούν την ίδρυση και λειτουργία της Αλληλοδιδακτικής Σχολής στην Καρυά Αργολίδας.

Το 1831 οι κάτοικοι με την ενθάρρυνση του Αρχιερέα Ηλιουπόλεως Άνθιμου καταφέρνουν το χωριό να αποκτήσει Αλληλοδιδακτικό Σχολείο το μοναδικό στην περιοχή της ορεινής Αργολίδας. Βάσει των εγγράφων του Υπουργείου Θρησκείας και των σχολικών φακέλων διακρίνεται η παιδαγωγική ικανότητα και η άριστη γνώση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας του αγνώστων στοιχείων δασκάλου.

Επιστολή κατοίκων, 20 Ιουνίου 1831.

Επιστολή κατοίκων, 20 Ιουνίου 1831.

Ο μισθός του είχε οριστεί από τους κατοίκους  στους εξήντα φοίνικες μηνιαίως. Από τους πρώτους μήνες της λειτουργίας της σχολής, οι κάτοικοι αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους απέναντι στο δάσκαλο και ζητούν την βοήθεια της πολιτείας . Με το υπ’αριθ. 2.541/18/7/1831 διάταγμα διατέθηκαν για τον μισθό του δασκάλου τριάντα φοίνικες. Η επιχορήγηση αυτή ίσχυσε μόνο για ένα μήνα τον Αύγουστο του 1831. (εφημερίδα ΘΑΡΡΟΣ 21 Αυγούστου 1984 Σχολεία της περιοχής Άργους 1828-1833 του Βασίλη Κ. Δωροβίνη).

Από το καταστατικό των διδακτικών καταστημάτων Άργους προκύπτει ότι η σχολή λειτουργούσε έως τον Μάιο του 1832. Τα επόμενα στοιχεία που αφορούν το σχολείο της Καρυάς τα βρίσκουμε σε έγγραφο του 1866 που ακολουθεί. (Κάντε κλικ για μεγέθυνση)

 

Τριμηνιαίος έλεγχος.

Τριμηνιαίος έλεγχος.

 

Είναι ένας τριμηνιαίος έλεγχος που υπογράφεται από τον δάσκαλο και διευθυντή Κωνσταντίνο Α. Παπαφλέσσα τον πρώτο Καρυώτη δάσκαλο. Από το έγγραφο αυτό παίρνουμε στοιχεία για την λειτουργία και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε το δημοτικό σχολείο γενικότερα.  Οι προφορικές μαρτυρίες των κατοίκων της εποχής που διασώθηκαν από στόμα σε στόμα μαρτυρούν ότι το σχολείο στεγαζόταν στον προαύλιο χώρο του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου δυτικότερα του ναούΓια είκοσι χρόνια το σχολείο λειτουργεί με τον ίδιο δάσκαλο αλλά πλέον στεγάζεται στην οικία κληρονόμων Γεωργίου Σπανού στο κάτω χωριό. Μετά το 1886 ακολουθούν οι δάσκαλοι Παναγής Ράπτης και Παναγής Γεωργαντόπουλος από την Ακράτα Αιγείρας Κορινθίας.

 

Δημοτικό Σχολείο Καρυάς Άργους. Φωτογραφία: Σπύρος Κουτρουφίνης, 24-4-2019.

 

Τον Ιούλιο του  1900 βγήκε σε δημοπρασία  η εργολαβία της κατασκευής του σημερινού κτηρίου του σχολείου. Χτίστηκε σύμφωνα με το σχέδιο του νομομηχανικού Δ. Καλλία και τύπου Β (μονοτάξιο σχολείο). Με τοΦΕΚ 174 13/6/1900 τεύχος3ο   Αρ.  12158 Π.Ε΄  και την υπογραφή του υπουργού Εκκλησιαστικών και δημοσίας εκπαιδεύσεως Σ.Ε. Στάη εγκρίνεται η κατασκευή μονοταξίου δημοτικού σχολείου αρρένων είς το χωρίον Καρυά του δήμου Λυρκείας της επαρχίας Άργους του νομού Αργολίδος και ο προϋπολογισμός του φθάνει το ποσό των 16400 δραχμών. Η δημοπρασία θα γινόταν στο Άργος από τις 21 έως 23 Ιουλίου. Δεν αναλαμβάνει κανείς την κατασκευή του κτηρίου και η  διαδικασία επαναλήφθηκε τον Αύγουστο του ίδιου έτους . (ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ ΤΟΥ ΤΕΩΣ ΔΗΜΟΥ ΑΛΕΑΣ Ξενοφώντα Χρ. Ηλία, εκπαιδευτικού).

Στο βιβλίο της αρχιτέκτονα – μηχανικού και καθηγήτριας του Μετσόβιου Πολυτεχνείου Ελένης Καλαφάτη «ΤΑ ΣΧΟΛΙΚΑ ΚΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ 1821-1929» Αθήνα 1988 σελίδα 178,  δεν προκύπτει  ότι διατέθηκαν χρήματα από το κληροδότημα του Ανδρέα Συγγρού  για ανοικοδόμηση σχολικών κτηρίων μέχρι το 1927. Δυστυχώς δεν υπάρχει στα ΓΑΚ Ναυπλίου φάκελος που να αφορά το σχολείο της Καρυάς και που να προσδιορίζει το ακριβές έτος που χτίστηκε το κτήριο. Υπολογίζεται περίπου στην πρώτη δεκαετία του 1900.

Μιχαήλ Φλέσσας

Μιχαήλ Φλέσσας

Στις 30/6/1928 με την υπ’ αριθ. 179 απόφαση του ΕΠΟΠΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ δίδεται έπαινος και τιμητική διάκριση στον Καρυώτη δάσκαλο Μιχαήλ Κων/νου Φλέσσα για το ότι επιτεύχθηκε  χάρη στη μεγάλη του προσπάθεια η ανοικοδόμηση (πιθανός η προσθήκη της αίθουσας ) του δημοτικού σχολείου Καρυάς. Η λειτουργία του σχολείου συνεχίζεται και φτάνουμε στο 1933 και στα μαθητολόγια και το διδακτικό προσωπικό που παρουσιάζεται στο βιβλίο του Καρυώτη δάσκαλου Σπύρου Καραμούντζου, Λόγια Καρυάς.

Οι Καρυώτες δάσκαλοι Σπύρος Καραμούντζος  η Ελένη Παπαγεωργίου (Καραμούντζου) σύζυγος Κων/νου Παναγιωτόπουλου, οι Γεώργιος και Αλέξανδρος Παπασπυρόπουλος  υπηρετούν το σχολείο έως τον Ιανουάριο 1944 που κλείνει λόγω Γερμανικής κατοχής. Επαναλειτουργεί τον Οκτώβριο του ίδιου έτους με 157 μαθητές και μαθήτριες και δάσκαλο τον Δημήτριο Κουγέα.  Ακολουθούν οι Μιχάλης Κλεόπας, ο Κων/νος Λάμπρου και η  Φωτεινή Φίλη έως το 1950. Η λειτουργία του σχολείου συνεχίζεται έως  το 2003 με τελευταία δασκάλα την Μαρία Μποζιονέλου.

 

Ελένη Γ. Καραμούντζου – Παπαγεωργίου. Η πρώτη καρυώτισσα δασκάλα.

 

Οι φωνές των παιδιών δεν ακούγονται πια, το προαύλιο άδειασε και η πορεία του σχολείου προδιαγεγραμμένη και ίδια με των υπολοίπων σχολειών της Ελληνικής επαρχίας που ερημώνει περισσότερο μέρα με την ημέρα.

 

Ελένη Φλέσσα

 

Πηγές


  • Αθουσάκης Αδάμ, Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο 1828-1832, Εκδόσεις Καταγράμμα, Κόρινθος, 2003.
  • Καλαφάτη Ελένη, Τα σχολικά κτήρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης 1821-1829, Αθήνα 1988.
  • Δωροβίνης Βασίλειος, «Σχολεία της περιοχής Άργους», εφημερίδα ΘΑΡΡΟΣ, φύλλο 21ης Αυγούστου 1984.
  • Ηλίας Χρ. Ξενοφώντας, Ιστορικά Ανάλεκτα των χωριών του τέως Δήμου Αλέας, Αθήνα, 1994.
  • Καραμούντζος Σπυρίδων, Λόγια Καρυάς, Αθήνα 2007.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ο Προτεστάντης ιεραπόστολος  Ιλάϊας Ρίγκς, η αποστολή του στην Ελλάδα και τα Σχολεία του στο Άργος.


  

Ποιος ήταν

    

Ιλάϊας Ρίγκς ( Elias Riggs)

Ιλάϊας Ρίγκς ( Elias Riggs)

Ο Προτεστάντης ιεροκήρυκας Ιλάϊας Ρίγκς ( Elias Riggs) γεννήθηκε στο Νιού Πρόβιντενς της πολιτείας του Νιού Τζέρσεϊ της Αμερικής στις 19 Νοεμβρίου 1810 και πέθανε στην Κωνσταντινούπολη στις 17 Ιανουαρίου 1901. Στην Ελλάδα ήρθε για πρώτη φορά στις 27 Ιανουαρίου 1832 σε ηλικία μόλις 21 ετών. Υπήρξε σημαντικός διανοούμενος, ενώ θα μπορούσαμε  να τον χαρακτηρίσουμε ως ιδιαίτερα χαρισματικό άτομο αφού από τεσσάρων μόλις ετών γνώριζε να διαβάζει ενώ στα εννέα του άρχισε να μαθαίνει ελληνικά και στα δεκατρία του εβραϊκά. Η εταιρεία του (American Board of Commissioners for Foreign Missions)*, πολύ νωρίς τον διόρισε ως ιεραπόστολο εκτιμώντας μεταξύ των άλλων προσόντων του την άριστη γνώση της ελληνικής, της εβραϊκής, της αρμενικής και της βουλγαρικής γλώσσας, αλλά και την επαρκή γνώση της τουρκικής και της αραβικής.

Είχε αποφοιτήσει από το Κολέγιο Άμχερστ και υπήρξε ακούραστος και ικανός μεταφραστής. Γι’ αυτό και η ιεραποστολική εταιρεία της οποίας ήταν στέλεχος, τον επέλεξε για να μεταφράσει την Βίβλο στη σύγχρονη αρμενική και βουλγαρική. Σημαντική εργασία που έτυχε ξεχωριστών επαίνων κυρίως γιατί τα κείμενα ήταν ιδιαιτέρως εύληπτα. Οι Βούλγαροι διανοούμενοι θεωρούν ότι ο ιερωμένος Ρίγκς έθεσε σε μεγάλο βαθμό τις βάσεις της σύγχρονης αρμενικής και βουλγαρικής γλώσσας.

Ο Ρίγκς μετέφρασε από τα αγγλικά στα ελληνικά, στα τουρκικά, στα αρμενικά και στα βουλγαρικά πολλούς λαοφιλείς ύμνους, ενώ συνέταξε λεξικό στην αρμενική και τουρκική. Στην Ελλάδα παρέμεινε έξη χρόνια ενώ στην Τουρκία εξήντα τρία. Για πενήντα πέντε χρόνια τον συντρόφεψε και εργάστηκε μαζί του η σύζυγός του Μάρθα, μέχρι τον θάνατό της το 1887. Τον βοήθησε δε σημαντικά στο μεταφραστικό του έργο.

 

Δράση

    

Μετά από παραμονή 2 σχεδόν ετών στην Αθήνα, ο Ρίγκς με την σύζυγό του Μάρθα ήρθαν στο Άργος με σκοπό την δημιουργία ενός σχολείου θηλέων. Στο Άργος λειτουργούσε ήδη ένα σχολείο θηλέων (ιδιαίτερο παρθεναγωγείο). Η εκπαίδευση των κοριτσιών είχε ιδιαίτερα αναπτυχθεί τότε στο Άργος, όπως στην Αίγινα, στο Ναύπλιο και στην Ερμούπολη της Σύρου.

Μετά από παραμονή έξη μηνών ο Ρίγκς διατηρεί ισχυρές επιφυλάξεις για την επιτυχία της προσπάθειάς του, εκφράζοντας την υποψία ότι εκείνοι που αντιδρούσαν στην ίδρυση του σχολείου του είχαν ισχυρές προσβάσεις στην Κυβέρνηση. Παρ’ όλα αυτά, συμπληρώνοντας ένα χρόνο παραμονής και λειτουργίας στο Άργος, στο σχολείο του φοιτούν 40 μαθήτριες. Φιλοδοξεί να ιδρύσει Ελληνικό σχολείο ενώ σχεδιάζει το σχολείο του να διαθέτει τρία τμήματα.

Α. Νηπιαγωγείο

Β. Αλληλοδιδακτικό και

Γ. Διδασκαλείο, για την επιμόρφωση διδασκαλισσών.

Οι ιεραπόστολοι στα πλαίσια των μορφωτικών και εκπαιδευτικών σχεδιασμών τους, στρέφονται προς τις γυναίκες των μικρότερων αστικών κέντρων για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος λόγος ήταν ο ανταγωνισμός που συνεχώς αύξανε μεταξύ των σχολείων στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ο δεύτερος ήταν το γεγονός ότι οι γυναίκες – στα πλαίσια των συνεχών αλλαγών των κοινωνικών συνθηκών- επεδίωκαν να μορφωθούν προκειμένου να αποκτήσουν κάποιο επάγγελμα και κατ’ επέκταση να εργαστούν.

Βέβαια, ένα άλλος σημαντικός λόγος που οι ιεραπόστολοι άρχισαν να απευθύνονται στις γυναίκες ήταν η γρήγορη εξάπλωση των σχολείων σε όλη την Ελλάδα αλλά μόνο σε επίπεδο σχεδιασμών και προοπτικής και σ’ ένα περιβάλλον εχθρικό αφού ήδη είχαν αρχίσει οι έντονες αντιδράσεις της Εκκλησίας και οι παρεμβάσεις του Κράτους. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ήταν η ψήφιση του Νόμου της 6ης/ 18ης Φεβρουαρίου 1834, ο οποίος έδινε άδεια διδασκαλίας αποκλειστικά στους αποφοίτους του Δημόσιου Διδασκαλείου στο Ναύπλιο.     

Το άσχημο κλίμα του 1834 ανατρέπεται στα τέλη του 1835. Οι ιεραπόστολοι βλέπουν τις συνθήκες να βελτιώνονται αισθητά αλλά δεν παύουν να υπάρχουν διακυμάνσεις. Άλλοτε ευνοϊκές και άλλοτε εχθρικές.

Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο ιερομόναχος Γερμανός με την συμπαράσταση κάποιων πολιτών, λιθοβόλησαν το σχολείο του Ρίγκς με την δικαιολογία ότι στο Αμερικανικό σχολείο γινόταν προσηλυτισμός. Ο εισαγγελέας εφετών Ναυπλίου σε έγγραφό του αναφέρει ότι «φρόνιμον να μη γενή περαιτέρω εξέτασις περί του συμβάντος».

Παρά τις αντιδράσεις και το αμφιλεγόμενο κλίμα που επικρατεί, οι ιεραπόστολοι Ρίγκς και Κίνγκ συνεχίζουν το έργο τους και μάλιστα παίρνουν την πρωτοβουλία, περισσότερο παρακινούμενοι από την ιδιότητα του δασκάλου παρά του ιεροκήρυκα – χωρίς την έγκριση της εταιρείας τους- να προγραμματίσουν την αποστολή τριών Ελληνοπαίδων στην Αμερική για να μορφωθούν σε εκεί πανεπιστήμια, με το σκεπτικό ότι άξιζαν αυτή την βοήθεια επειδή ήταν επιδεκτικά στην καλή, ηθική διδασκαλία και η επιμέλεια και η επιθυμία τους ήταν δοκιμασμένη.

Τα ονόματά τους ήταν: Λουκάς Οικονόμος, Κωνσταντίνος Μεναίος, Αναστάσιος Μεναίος ενώ ένα τέταρτος με το όνομα Αργυρός δεν ήταν βέβαιο ότι θα σταλεί με τους άλλους.

Από επιστολή του προς τους προϊσταμένους του στην Αμερική, προκύπτει ότι στις αρχές του 1836 ο Ρίγκς διατηρεί δύο σχολεία κοριτσιών με 70 μαθήτριες εκ των οποίων οι 50 παρακολουθούν συστηματικά. Ακόμη τους πληροφορεί ότι τα σχολεία του στο Άργος προοδεύουν ενώ ήδη έχουν οργανώσει ένα ανώτερο τμήμα στο οποίο φοιτούν 9 κορίτσια, το οποίο λειτουργεί με την δική τους αποκλειστική ευθύνη.

Στα μέσα του 1836 το ανώτερο αυτό τμήμα που αποκαλούν « Σεμινάριο» έχει 14 μαθήτριες οι οποίες μετά την αποφοίτηση τους θα γίνουν βοηθοί. Το τμήμα επομένως θα αποτελούσε ένα είδος Υποδιδασκαλείου και οι απόφοιτες θα βοηθούσαν στα σχολεία του.

Παρ’ όλες τις προόδους, ο Αμερικανός ιερωμένος εκφράζεται με επιφυλάξεις για το μέλλον των σχολείων και δείχνει απαισιόδοξος λόγω της παρέμβασης του Κράτους, το οποίο προγραμματίζει την ανάρτηση εικόνων στα σχολεία και την διδασκαλία της κατήχησης από Ορθόδοξους ιερείς. Αν αυτό συμβεί, τότε το μέλλον προδιαγράφεται δυσοίωνο για τα μισιοναρικά σχολεία. Βέβαια, μια άλλη κίνηση ιεραποστόλων, των επισκοπιανών, έχουν ήδη δεχτεί Ορθόδοξο ιερέα στα σχολεία τους και εύκολα- σύμφωνα με την γνώμη του Ρίγκς- θα δεχτούν και τις εικόνες.

Στα τέλη του 1836 οι ιεραπόστολοι της Αμερικανικής αποστολής (A.B.C.F.M.) οργανώθηκαν σε σώμα. Με την άφιξη ενός ακόμη ιεραποστόλου, του Νάθαν Μπέντζαμιν η ιεραποστολή ενισχύθηκε σημαντικά.

Ομόφωνα αποφασίστηκε ο Μπέντζαμιν να παραμείνει στο Άργος μαζί με τον Ρίγκς, ενώ παράλληλα πάρθηκε απόφαση για την έκδοση μιας θρησκευτικής εφημερίδας, της οποίας την ευθύνη της έκδοσης θα ανελάμβανε κάποιος ενάρετος Έλληνας.

Κι ενώ οι αντιδράσεις στο Άργος συνεχίζονται και κάποιος Ορθόδοξος ιερομόναχος ξεσηκώνει τον κόσμο να κάψουν τους ιεραπόστολους, τα σχολεία λειτουργούν κανονικά με ελάχιστες αποχωρήσεις μαθητριών. 40 μαθήτριες φοιτούν κανονικά και μάλιστα η σύζυγος του Ρίγκς, ιδρύει νηπιαγωγείο με 25 περίπου νήπια.

 

 

Οι Μαθητές των σχολείων των Ρίγκς στο Άργος

 

 1834. Ίδρυση αλληλοδιδακτικού σχολείου θηλέων.

1835. Αλληλοδιδακτικό θηλέων. 40 μαθήτριες.

1836. Οι Ρίγκς διαθέτουν δύο σχολεία αλληλοδιδακτικά. 70 μαθήτριες.

1836. Ανώτερο τμήμα, Υποδιδασκαλείο. 14 μαθήτριες.

1837. Νηπιαγωγείο. 25 νήπια.

1838. Διακοπή των προτεσταντικών σχολείων Ρίγκς.

Επόμενη κίνηση του προτεστάντη ιερέα είναι η δημιουργία Ελληνικού σχολείου. Ζητά από τα κεντρικά γραφεία την ενίσχυσή του με 500 δολάρια προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η νέα του πρωτοβουλία. Ο ιδιοκτήτης του ακινήτου όμως, ο οποίος είναι και πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης, ανατρέπει τα σχέδια του Ρίγκς. Του προτείνει να στηρίξουν το δημόσιο Ελληνικό σχολείο.

Ο Ρίγκς συμφώνησε με την προϋπόθεση να διδάσκουν το μάθημα της Αγίας Γραφής οι ιεραπόστολοι όπως εκείνοι νόμιζαν, όπως γινόταν στα Ελληνικό σχολείο της Αθήνας. Ο Δήμαρχος συμφώνησε, όμως τα σχέδια του Ρίγκς για την δημιουργία Ελληνικού σχολείου αρρένων στο Άργος δεν υλοποιήθηκε. Τελικά, ο Ρίγκς χωρίς αιτιολογία, ειδοποίησε την εταιρεία του ότι δεν χρειαζόταν πλέον την επί πλέον χρηματοδότηση, αφού ο σχεδιασμός για σχολείο ματαιώθηκε. Προφανώς ο λόγος ματαίωσης της συνεργασίας ήταν το αίτημα του ιεραπόστολου που αφορούσε στην διδασκαλία της Αγίας Γραφής από τους προτεστάντες.

Το έτος 1837 τα σχολεία των Ρίγκς και Μπέντζαμιν συνεχίζουν να λειτουργούν ενώ το σχολείο του Κίνγκ στην Αθήνα έχει κλείσει από τις αρχές του 1837.

Ένα χρόνο αργότερα, το 1838 θα κλείσει και τα σχολεία του Άργους. Στην διακοπή της λειτουργίας των σχολείων των προτεσταντών στο Άργος,  οδήγησαν κυρίως κοινωνικοί λόγοι. Στο περιοδικό « The Missionary Herald» αναφέρεται ότι « Η παράδοξα μη ευνοϊκή διάθεση του πληθυσμού στο  Άργος μας έκανε να πάρουμε μια τέτοια απόφαση».

Ο Ν. Μπέντζαμιν πήγε κοντά στον Ιωνά Κίνγκ και συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Σταθμό της Αθήνας ενώ ο Ιλάϊας Ρίγκς με την οικογένειά του μετέβη στην Σμύρνη κι ύστερα στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει εκεί.

  

Υποσημείωση

  

 * Στις αρχές  του ΙΘ’ αιώνος, παρατηρήθηκε ζωηρή κίνηση Προτεσταντών Μισσιοναρίων προς Ανατολάς. Η αποκατάσταση της τάξεως στην Μεσόγειο διευκόλυνε την εγκατάστασή τους, ενώ η δυστυχία, η φτώχεια και η αμάθεια, οι οποίες επικρατούσαν σε αυτόν τον γεωγραφικό χώρο, απέβησαν ευκόλως αντικείμενο εκμεταλλεύσεως προς επικράτησή τους. Δυτικοί Προτεστάντες διαφόρων εθνικοτήτων – Άγγλοι, Αμερικανοί, Γερμανοί, Ελβετοί κ.α.- αλλά και Παπικοί ίδρυσαν πολυάριθμους ιεραποστολικούς σταθμούς – σφύζουσες δυτικές Εστίες – στα σπουδαιότερα εκκλησιαστικά και πολιτικά κέντρα της ελευθέρης και υποδούλου Ελλάδας, τέλεια οργανωμένους, «κατεργαζόμενοι  μεθοδευμένα τον δυτικότροπο κοινωνικοπολιτικό μετασχηματισμό της».

 Κυρία οδός αυτής της προσπάθειας τους, απετέλεσε η Εκπαίδευση του αμόρφωτου λαού και μάλιστα των νέων, και η ίδρυση σχολείων, τα οποία ευρίσκοντο υπό την άμεση εποπτεία τους, καθώς η προσφερομένη σε αυτά παιδεία – οργανωμένη εκ των ιδίων – βάσει συγκεκριμένου προγράμματος, διευκόλυνε την διάδοση των ιδεών τους, αφ’ ού στους μαθητές εύρισκαν τα ευήκοα ώτα, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα αντιστάσεως από τους διαπλαθομένους και συνεπώς ευάλωτους νέους, οι οποίοι, αφ’ ενός θα διέδιδαν τις νέες σε αυτούς διδασκόμενες ιδέες, στους – συχνά αμόρφωτους – γονείς τους, κατ’ επέκτασιν δε και σε όλη την κοινωνία, αφ’ ετέρου οι ίδιοι θα αποτελούσαν την ελληνική κοινωνία του μέλλοντος, εξοικειωμένοι εξ απαλών ονύχων μετά του δυτικού περιβάλλοντος και με διαμορφωμένο αναλόγως το φρόνημα τους! Ταυτοχρόνως, στους χώρους της εκπαιδεύσεως υπήρχε πρόσφορο έδαφος για διακίνηση των προπαγανδιστικών τους εντύπων και μεταφράσεων. Έτσι οι Μισσιονάριοι, ανέπτυξαν  ένα τεράστιο εκπαιδευτικό έργο στην Ελλάδα.

   

Πηγές

 

  •  Θαναηλάκη Πόλλη, «Αμερική και Προτεσταντισμός», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2005.
  • Georgi Genov, «American Elias Riggs and his contribution to the Bulgarian National Revival», Historical Archives. Sofia, Issue 9-10, November 2000 – May 2001. (in Bulgarian)

  

Read Full Post »

Το εν Άργει Κεντρικόν Σχολείον της Ελλάδος


 

 Από το Αργολικόν Ημερολόγιον του 1910 φιλοξενούμε εργασία του Δημ. Βαρδουνιώτη, η οποία περιέχει αξιόλογα ιστορικά στοιχεία της επαναστατικής κυρίως περιόδου, ίσως άγνωστα σε πολλούς από εμάς.

 

Από  των πρώτων ετών της Επαναστάσεως το Έθνος εμερίμνησε περί μορφώ­σεως της νεολαίας. Εν μέσω των μυρίων περιπετειών της χώρας οι διέποντες τας τύχας αυτής έλαβον σοβαράν πρόνοιαν και περί της δημοσίας εκπαιδεύσεως, ην εθεώρησαν ως αναγκαιότατη ν διά την ευδαιμονίαν του Έθνους. Η εν Άστρει Β’ Εθνική Συνέλευσις, τον Απρίλιον 1823 έθετο την δημοσίαν εκπαίδευσιν υπό την προστασίαν του Βουλευτικού Σώματος και εθεσπίσατο την εισαγωγήν και οργάνωσιν αυτής καθ’ όλην την Επικράτειαν.

Μετά δύο μήνας περίπου διωρίσθη υπό της Προσωρινής Διοικήσεως Γενικός Έφορος της Παιδείας και Ηθικής ανατροφής των παίδων ο διαπρεπής λόγιος και τεσσαρακοντούτης κληρικός Θεόκλητος Φαρμακίδης, ο ύστερον καθηγητής της Θεολογίας εν τη Ιονίω Ακαδημία Γυλφόρδ. Ο Γενικός Έφορος αυτός είχε την εξουσίαν να εποπτεύη και διευθύνη όλα τα εν Ελλάδι Σχολεία και διατάσση παν μέτρον, συντελούν εις την διαπαι­δαγώγησιν και μόρφωσιν της νεολαίας. Αλλ’ ο Φαρμακίδης μετά έν έτος (τη 21 Ιουνίου 1824) παρητήθη του υπουργήματος αυτού. Τη δε 10η Ιουλίου 1824 διωρίσθη αντ’ αυτού ο διάσημος Γρηγόριος Κωνσταντάς.

Ο Κωνσταντάς ήτο επιφανής σοφός, έξοχος πατριώτης και σεβάσμιος κληρικός. Εκ Μηλεών της Θετταλομαγνησίας καταγόμενος, ηλικίας 71 ετών, συγγραφεύς, διδάσκα­λος του Γένους και μέλος όλων των Εθνικών Συνελεύσεων και Βουλών, επεβάλλετο γενικώς και ενέπνεεν εις πάντας εμπιστοσύνην απεριόριστον. Ως δε χαρακτηρίζει αυτόν ο σοφός μαθητής του, ο αείμνηστος καθηγητής της Φιλοσοφίας Φίλιππος Ιωάννου, είχεν ήθος αληθούς φιλοσόφου και τρόπον αρχαϊκόν. Ήτο απλούς, ακέραιος, ειλικρινής, ενάρετος, έντιμος, οξυδερκής, ευεργετικός, σεμνός, ακαλλώπιστος, διηγηματικός και ευφυέστατος.

Πολύτιμους υπηρεσίας προσήνεγκεν ο Κωνσταντάς εις την Δημοσίαν Εκπαίδευσιν του Έθνους και την μόρφωσιν της νεολαίας, μετά μεγίστου ζήλου και πατριωτισμού ερ­γασθείς. Διωργάνωσε τα Σχολεία και τον τρόπον της Εκπαιδεύσεως και εμόρφωσε τους διδασκάλους και τους μαθητάς. Κατήρτισε δε μετ’ ου πολύ Κανονισμόν περί των καθη­κόντων και δικαιωμάτων του Υπουργήματός του, ον ενέκρινε το Βουλευτικόν παμψη­φεί. Δι’ αυτού συν πολλοίς και άλλοις εμερίμνησε και περί συστάσεως βιβλιοθηκών και αρχαιολογικών μουσείων.

Δύο σχεδόν μήνας προ του διορισμού του Γρηγορίου Κωνσταντά, ως Γενικού Εφόρου της Παιδείας, τη 19η Μαΐου 1824, το Βουλευτικόν Σώμα μετά μικράν συζήτησιν περί συστάσεως σχολείων διώρισε πενταμελή επιτροπήν, ίνα κατάρτιση και υποβάλη νομοσχέδιον «περί της Κοινής Παιδείας του Έθνους». Η Επιτροπή δε αυτή κατηρτίσθη εξ αν­δρών, διαπρεπών επί γράμμασι, των Ανθίμου Γαζή, Πανούτσου Νοταρά, Μιχαήλ Κάββα, Σπυρίδωνος Τρικούπη και Κ. Λιβερίου.

Η Επιτροπή αυτή εξετέλεσε μετά ζήλου και φιλοτιμίας το ανατεθέν αυτή έργον και υπέβαλε τον Ιούλιον 1824 εις το Βουλευτικόν Σώμα το περί της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως νομοσχέδιον δι’ εκθέσεως αυτής, δι’ ης προέτεινε τα εξής:

Να συστηθώσιν εν τη Ελληνική Επικράτεια τρία είδη σχολείων. Το πρώτον να περιλαμβάνη τα σχολεία της Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως, δι’ ης ο μαθητής να διδάσκηται ανάγνωσιν, γραφήν και αριθμητικήν.

Το δεύτερον να περιλαμβάνη τα Λύκεια, συστηθησόμενα εν τη πρωτευούση εκά­στης επαρχίας ή καν των σημαντικωτέρων. Εν αυτοίς δε να διδάσκηται ο μαθητής την αρχαίαν Ελληνικήν γλώσσαν, την Λατινικήν και Γαλλικήν και στοιχειώδη μαθήματα των επιστημών και της φιλοσοφίας.

Το δε τρίτον και τελευταίον ήτο να συστηθή εν τουλάχιστον πανεπιστήμιον εν Ελλάδι, περιλαμβάνον τους τεσσάρας μεγάλους κλάδους της επιστημονικής Παιδείας, ήτοι της Θεολογίας, Φιλοσοφίας, Νομικής και Ιατρικής, και εν τω οποίω να σπουδάζωσιν όσοι, περατούντες τα μαθήματα των Λυκείων, ήθελον να τελειοποιηθώσιν είς τινα επιστήμην και έχωσιν αυτήν ως επάγγελμα.

Ούτω προετάθη η πλάσις σχολείων της Στοιχειώδους, Μέσης και Ανωτάτης εκ­παιδεύσεως. Εκ τούτων τα πρώτα ήσαν τα λεγόμενα Αλληλοδιδακτικά, τα κατόπιν Δημοτικά Σχολεία, τα δε της Μέσης εκπαιδεύσεως περιελάμβανον τα μαθήματα των κατόπιν Γυμνασίων. Τα δε των νεωτέρων Ελληνικών σχολείων εδιδάσκοντο εις τ’ Αλληλοδιδακτικά ή τα Λύκεια ή και εις αμφότερα. Το σχέδιον αυτό της δημοσίας εκπαιδεύσεως ήτο πλήρες και τέλειον.

Αλλ’ η Επιτροπή σκεφθείσα και περί της εκτελέσεως αυτού, είδεν, ότι αι τότε περι­στάσεις του Έθνους δεν επέτρεπον την πλήρη εφαρμογήν του και συνεπώς την σύστασιν όλων αυτών των εκπαιδευτηρίων. Και διά τούτο περιωρίσθη μόνον εις την Στοιχειώδη εκπαίδευσιν, την κοινώς ονομαζομένην Αλληλοδιδασκαλίαν, ήτις ήτο αναγκαιότατη και κοινωφελεστάτη εις την Ελλάδα, άμα δε και ολιγοδάπανος διά την Επικράτειαν και ανέ­ξοδος διά τους μαθητάς. Υπέδειξε δε και τον τρόπον της εισαγωγής και διαδόσεως της εκπαιδεύσεως αυτής προς εκτέλεσιν του υπ’ αυτής καταρτισθέντος σχεδίου.

Προς τούτο προέτεινε να συστηθή εν πρώτοις εν μόνον αλληλοδιδακτικόν σχολείον να συγκροτηθή όμως καθώς πρέπει, και ούτως, ώστε ν’ αποβή μεγάλη πηγή εξ ής να εκρεύσωσι τα νάματα της αλληλοδιδασκαλίας εις όλην την Ελληνικήν Επικράτειαν.

Προς επίτευξιν του σκοπού αυτού εκρίθη επάναγκες, όπως, εκτός των εντοπίων και άλλων παιδιών, των όλως αγραμμάτων, φοιτήσωσιν εις το Σχολείον αυτό και ολίγοι άξιοι και χρηστοήθεις νέοι, εγκρατείς οπαδοί της Ελληνικής γλώσσης. Οι νέοι ούτοι, τελειοποιούμενοι ταχέως, να στέλλωνται ως διδάσκαλοι, εις άλλας επαρχίας, αντικαθί­στανται δε εν τω σχολείω δι’ άλλων, έως ου εκάστη επαρχία της Ελλάδος απόκτηση ένα διδασκάλον εκ του σχολείου αυτού. Αφετέρου δε οι διδάσκαλοι ούτοι εγκαθιστάμενοι εις τας πρωτεύουσας των διαφόρων επαρχιών και ανοίγοντες σχολεία να προσλάβωσιν ωσαύτως εις αυτά, εκτός των εντοπίων και άλλων παιδιών, και άλλους νέους εκ των χωρίων της επαρχίας, οίτινες, γυμναζόμενοι, να επιστρέφωσιν εις τα χωρία των, ως διδά­σκαλοι. Διά του τρόπου τούτου, ως έκρινεν η Επιτροπή, θα εξηπλούτο ταχέως εις όλο το Έθνος η Στοιχειώδης Εκπαίδευσις, ήτις ηδύνατο κατόπιν να επεκταθή και εις τα θήλεα διά της συστάσεως Παρθεναγωγείων.

Αυτά προέτεινεν εις το Βουλευτικόν Σώμα η επί της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως επι­τροπή και υπέδειξε το Άργος, ως τόπον κατάλληλον προς σύστασιν του πρώτου δημο­σίου σχολείου της Ελλάδος. Περί τα μέσα Οκτωβρίου του αυτού έτους το Βουλευτικόν, επιληφθέν και πάλιν του ζητήματος, απεφάσισε να συστηθή εν μόνον κεντρικόν σχολείον κατά το παρόν εις την Ελλάδα και τούτο πλησίον της Διοικήσεως. Διώρισε δε επιτροπήν εκ των Γρηγορίου Κωνσταντά, γενικού Εφόρου της Παιδείας, Θεοφίλου Καΐρη, Γεωργίου Γενναδίου, διαπρεπέστατων διδασκάλων του Γένους, Αναγνώστου Διδασκάλου και Γεωργίου Καλαρά, εγκρίτων λογίων και βουλευτών, όπως επεξεργασθή το περί του Οργανισμού των Σχολείων νομοσχέδιον, όπερ είχεν υποβληθή από του Ιουλίου. Και η νέα επιτροπή ενέκρινε το νομοσχέδιον αυτό, ως είχεν’ ενέκρινε δε αυτό και το Βουλευτικόν. Κατά τας ημέρας εκείνας εν τούτοις έλαβε χώραν γεγονός, εξόχως τιμών την φιλοπατρίαν των Ελλήνων.

Είχεν αφιχθή προ μικρού εις Ναύπλιον εκ Ρωσσίας ο φιλογενέστατος Ψαριανός Ιωάννης Ανδρεάδης Βαρβάκης, γέρων ζάπλουτος και ενθουσιώδης πατριώτης. Εγεννήθη το 1750 έτος και από της επαναστάσεως του 1769 διεκρίθη, ως πλοίαρχος βρικίου κατα­δρομικού. Μετά δε την επανάστασιν εκείνην κατέφυγεν εις Ρωσσίαν, όπου επεδόθη εις το εμπόριον. Και δι’ αυτού απέκτησε μεγάλην περιουσίαν, δι’ ης ευηργέτησε τα Ψαρά και την όλην Ελλάδα.

Ο μέγας αυτός πατριώτης μετέβη εις την Συνέλευσιν και εισήλθεν εις την αίθουσαν της συνεδριάσεως αυτής. Η φήμη του ονόματος του, αι χάριν της πατρίδος θυσίαι του είχον περιβάλει αυτόν δι’ εξόχου αίγλης και βαρύτητος. Όλοι οι βουλευταί υπεδέχθησαν αυτόν μετά σεβασμού και τον ήκουσαν εν βαθεία σιγή. Ο έξοχος πατριώτης εδήλωσεν ότι αφιεροί ποσότητα χρημάτων, ικανήν προς σύστασιν ενός κεντρικού σχολείον εις την Ελλάδα και ότι τα χρήματα αυτά θα καταθέσει εις τον πάγκον (Τράπεζαν) της Ρωσσίας επί τόκω διά να πληρώνωνται εξ αυτού οι μισθοί των διδασκάλων. Το Βουλευτικόν Σώμα ήκουσε ταύτα μετά ρίγους συγκινήσεων και δακρύων. Αφού δε τον ηυχαρίστησε διά τας προς την πατρίδα προσφοράς του, υπεσχέθη, ότι «η Διοίκησις θα φροντίση περί κτιρίου και διδασκάλων σοφών και πεπαιδευμένων».

Μετά τινας δε ημέρας ο Βαρβάκης απέστειλε προς το Βουλευτικόν το από 8ης Νοεμβρίου 1824 αφιερωτικόν γράμμα του, όπερ ανεγνώσθη εν πλήρει συνεδριάσει και συγκινήσει των βουλευτών. Δι’ αυτού ο λαμπρός πατριώτης εξήγησε και επεκύρωσε τα της Εθνικής δωρεάς του προς σύστασιν του Κεντρικού Εθνικού Σχολείου. Εδήλωσε συν άλλοις, ότι αφιεροί εις το Έθνος ρούβλια 300.000, άτινα θα κατάθεση εις το Βασιλικόν ταμείον της Μόσχας, ως κεφάλαιον αιωνίως άθικτον ο δε τόκος αυτών προς 5 τοις 100 (ρούβλια 15.000) θα διατίθηται ετησίως εις μισθούς και τροφάς των διδασκάλων. Το αφιέρωμα δε αυτό θ’ αρχίση να δίδεται, αφ’ ης ώρας γίνη έναρξις της επισκευής του σχολείου, όπερ ωρίσθη παρά της Διοικήσεως κατά το παρόν εν Αργεί. Το Βουλευτικόν, τιμών τον πατριωτισμόν του ανδρός, ανεκήρυξεν αυτόν τη 20η Νβρίου 1824 μέγαν ενεργέτην του ‘Εθνους.

Ούτως η ιδέα υπερωρίμασε πλέον και υπελείπετο μόνον η επίσημος σύστασις του Κεντρικού Εθνικού Σχολείου, ην και εθέσπισε το Βουλευτικόν τη 22α Δεκεμβρίου 1824 διά της εξής πράξεως του.

 

«Βουλευτικόν συνέδριον»

 Τη 22α Δεκεμβρίου.

Προεδρεύοντος του κυρίου Πανούτσου Νοταρά εκινήθη το περί συστάσεως του εν Άργει σχολείου κοινή γνώμη και αποφάσει της Συνελεύσεως όθεν εστάλη Προβούλευμα εις το Εκτελεστικόν μετά του Θεσπίσματος, το οποίον έχει επί λέξεως ουτωσί.

 

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

 

Επειδή η εν Άστρει Εθνική Συνέλευσις, γνωρίζουσα, καλώς, ότι διά της παιδείας αυξάνουσιν, ευτυχούσιν, ενδυναμούνται και στερεώνονται τα Έθνη, ενομοθέτησεν εις τον Οργανικόν Νόμον  ότι η δημόσιος εκπαίδευσις είναι υπό την προστασίαν του Βουλευτικού Σώματος και  ότι συστηματικώς να οργανισθή η εκπαίδευσις της νεο­λαίας από την Διοίκησιν.

 

Το Βουλευτικόν εθεσπίσατο

 

Α’. Εις την πόλιν του Άργους να συστηθή σχολείον κεντρικόν της Ελληνικής Επικρατείας, εις το οποίον να παρεισαχθώσι διάφορα είδη μαθήσεως.

Β’. Ο Υπουργός των Εσωτερικών να ενεργήση το παρόν Θέσπισμα.

Γ. Το παρόν Θέσπισμα να δημοσιευθή διά του τύπου και να καταχωρισθή εις τον Κώδικα των Θεσπισμάτων.

Τη 22 Δεκεμβρίου 1824 εν Ναυπλίω.

 

Ο πρόεδρος

Πανούτσος Νοταράς

Ο Β. Γραμματεύς

Ανδρ. Παπαδόπουλος».

 

Ως έδρα του πανελληνίου αυτού Κεντρικού Σχολείου ωρίσθη το Άργος. Και τούτο, διότι η πόλις αυτή ήτο πλησίον της εν Ναυπλίω εδρευούσης Διοικήσεως και έκ των σημαντικωτέρων της Πελοποννήσου. Εκτός δε τούτου εν Άργει υπήρχεν από Τουρκοκρατίας και ελειτούργει από του έτους 1800, εξαίρετον σχολείον κοινοτικόν, έχον αίθουσαν ευρύχωρον και κατάλληλον διά την διδασκαλίαν και περίβολον ευρύν και περιτετειχισμένον προς άσκησιν και σωματικήν γύμνασιν των νέων. Και συνεπώς ελήφθη το μέτρον να εγκατασταθή το νυν ιδρυόμενον Κεντρικόν Εθνικόν Σχολείον εν τη οικοδομή του κοινοτικού. Έκειτο δε το κοινοτικόν αυτό σχολείον κατά το νοτιοανατολικόν άκρον της σήμερον πλησίον και νοτίως του ναού του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου δημοτικής πλατείας, ήτις περικλείεται υπό των οικιών Ευαγγ. Δρίτσα, Θεωναίων και άλλων.

Πρωτίστη μέριμνα της Διοικήσεως ήτο η εύρεσις αξίου διδασκάλου και διευθυντού του Κεντρικού Εθνικού Σχολείου. Και απέβλεψεν ευστόχως προς τον αείμνηστον διδάσκαλον του Γένους Γεώργιον Γεννάδιον, ελθόντα εξ Οδησσού εις Ναύπλιον περί τας αρχάς Σεπτεμβρίου 1824. Επειδή δε η σύστασις του άνω σχολείου εθεωρείτο τετελεσμένον γεγονός από του παρελθόντος Ιουλίου, ότε υπέβαλε το περί αυτού σχέδιον η επί της Εκπαιδεύσεως Επιτροπή, το Βουλευτικόν τη 14η Σεπτεμβρίου ενέκρινε να διορισθή αρχιδιδάσκαλος και διευθυντής του Σχολείου αυτού ο διάσημος Γεννάδιος, «ως πολυμαθής και ικανός εις το σχολαρχείον».

Ο επιφανής διδάσκαλος απεδέχθη προθύμως τον διορισμόν του αυτόν. Πλην δεν ηδυνήθη ν’ αναλάβει τα καθήκοντα του. Ένεκα της συρροής πολλών προσφύγων εκ δια­φόρων μερών της Τουρκίας ενέσκηψεν εν Ναυπλίω από του Αυγούστου 1824 επιδημία τυφοειδούς πυρετού, ήτις μετεδόθη και εις το Άργος της ενταύθα μετοικήσεως πολλών ασθενών. Εκ της επιδημίας δε αυτής ενόσησε και ο Γεννάδιος και ως εκ τούτου ηναγκάσθη να καταλίπη την Αργολίδα και απέλθη εις Αθήνας. Αναχωρήσαντος δε του Γενναδίου διωρίσθη διδάσκαλος και διευθυντής του Κεντρικού Σχολείου ο Δημήτριος Πλατανίτης. Ο διδάσκαλος ούτος ήτο έγκριτος λόγιος και είχε διδαχθή την αλληλοδιδακτικήν μέθοδον εν Βουκουρεστίω παρά του Γεωργίου Κλεοβούλου, σπουδάσαντος αυτήν εν Παρισίοις.

Εκτός τούτου διωρίσθησαν και επιστάται άμισθοι είδος εφορευτικής επιτροπής του Σχολείου, κατά πρότασιν της αυτής επί της εκπαιδεύσεως επιτροπής, ο ηγούμενος της εν Άργει Μονής της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης Παρθένιος και ο βουλευτής Αργούς και ιατρός Μιχαήλ Κάββας. Οι επιστάται ούτοι είχον καθήκον «να φροντίζωσι τα περί του σχολείου και περί της εκπληρώσεως των χρεών του διδασκάλου και των μαθητών.

Ο διευθυντής δε και οι επιστάται αυτοί μετά του γενικού Εφόρου της Παιδείας, Γρηγορίου Κωνσταντά, φιλοτίμως συνεργασθέντες, διωργάνωσαν και κατέστησαν έτοιμον καθ’ όλα το εν Άργει Κεντρικόν Εθνικόν Σχολείον. Και υπό τας ευχάς πάντων των Ελλήνων και την πάνδημον και ενθουσιώδη υποστήριξιν των Αργείων ετελέσθησαν τα εγκαίνια αυτού τον Δεκέμβριον 1824.

Ούτω το Σχολείον αυτό υπό τας ρηθείσας συνθήκας και τον ένθερμον και αδιάπτωτον ζήλον του διευθυντού αυτού ελειτούργησε και ηυδοκίμησε θαυμασίως. Δεν ήτο δε απλώς Σχολείον της Αλληλοδιδακτικής, αλλ’ ανώτερον Εκπαιδευτήριον, αφού εδιδάσκοντο εν αυτώ διάφορα είδη μαθήσεως και μάλλον Διδασκαλείον, καθόσον ήτο το φυτώριον όλων εν γένει των διδασκάλων του Έθνους.

Ενωρίς απέκτησε φήμην αρίστην και ευρυτάτην. Πολλοί νέοι αυθόρμητοι έσπευδον πολλαχόθεν να καταταχθώσιν, ως μαθηταί αυτού, διά να διδαχθώσι την νέαν διδακτικήν μέθοδον και διδάξωσι αυτήν κατόπιν εις άλλα μέρη της ελευθέρας Ελλάδος. Τόση δε ήτο η συρροή αυτών, ώστε περί τα μέσα Φεβρουαρίου 1825 οι μαθηταί υπερέβησαν τους 150.

Εξ αυτών πολλοί διεκρίθησαν εις τα γράμματα. Μεταξύ δε τούτων αναφέρεται, ως αριστεύς, ο Ιωάσαφ Καΐρης, αδελφός του διασήμου σοφού και μεγάλου διδασκάλου του Γένους Θεοφίλου Καΐρη. Ο Ιωάσαφ αυτός, τελειοποιηθείς, έλαβε τακτικόν δίπλωμα του εν Άργει Σχολείου και τόσω διεφημίσθη πανταχού η ικανότης του, ώστε κατέστη πε­ριζήτητος διδάσκαλος και προσεκλήθη εις διάφορα μέρη της Ελλάδος πάντων όμως προετίμησε την ιδιαιτέραν πατρίδα του Άνδρον, όπως σχολαρχήση εν αυτή.

Κατά το έαρ του 1825 το εν Αργεί Κεντρικόν Σχολείον ήκμασε. Κατήλθε τότε εις την Ελλάδα ο φιλέλλην κόμης Ιωσήφ Πέκκιος, όστις επεσκέφθη και το  Άργος  και το Σχολείον του. Ο ευγενής ξένος απεκόμισεν εξ αυτών αρίστας εντυπώσεις. Είδεν, ότι το Σχολείον ήτο εκτισμένον κατά το σχέδιον των Αγγλικών σχολείων, είχε δε πλησίον και την κατοικίαν του διδασκάλου’ αλλ’ ήτο υπέρ το δέον μικρόν διά την πληθύν των μαθητών του, οίτινες ανήρχοντο τότε εις διακόσιους. Προστίθησι δε, ότι εφοίτων εις αυτό παιδία άρρενα και θήλεα, σπουδάζοντα εν τούτοις χωριστά, και ότι κυρία τις εκ Χίου, θέλουσα να παράσχη εις τα θήλεα αγωγήν καταλληλοτέραν διά το φύλον αυτών, προετίθετο να κτίση παραπλεύρως ίδιον δι’ αυτά σχολείον και ότι εγίνετο τότε εν Αργεί σκέψις περί της πραγματοποιήσεως του σχεδίου αυτού.

Ο φιλέλλην κόμης διηγείται και άλλην περίεργον λεπτομέρειαν. Φαίνεται, ότι το ιδεώδες του Βαρβάκη ήτο η διά της μεγάλης δωρεάς του ίδρυσις ανωτάτου εκπαι­δευτηρίου, ήτοι Πανεπιστημίου εν Ελλάδι. Τοιαύτην δε είχε βεβαίως έννοιαν και σκοπόν, έστω και απώτερον, και το θέσπισμα του βουλευτικού, δι’ ου συνεστήθη εν Άργει «Κεντρικόν Σχολείον της Ελληνικής Επικρατείας, εις το οποίον να παρεισαχθώσι διά­φορα είδη μαθήσεως».

Αλλά το Σχολείον αυτό ιδρύθη εν τη πόλει του Άργους  και το οικοδόμημα του δεν επήρκει εις τας ανάγκας ανωτέρου εκπαιδευτηρίου. Τούτου ένεκα οι Αργείοι, περί πολ­λού ποιούμενοι την εν τη πόλει αυτών ανέγερσιν Πανεπιστημίου, ανέπτυξαν έκτακτον φιλομουσίαν, ενεκολπώθησαν την ιδέαν μετ’ ενθουσιασμού και εφρόντισαν δραστηρίως περί του καταλλήλου προς τούτο γηπέδου. Είχον δ’ εκλέξει ήδη τοιούτον, όπερ ηγόρασεν η πόλις του Άργους  προς τον ρηθέντα σκοπόν και όπου ο διοικητής και οι προεστώτες της πόλεως εξενάγησαν τον ευγενή φιλέλληνα.

Το γήπεδον αυτό απετέλει και αποτελεί το προαύλιον ή μάλλον μεσαύλιον του έτι και νυν σωζόμενου στρατώνος του Ιππικού. Είναι δε ούτως αρχαία και πελώρια διώ­ροφος οικοδομή, λιθόκτιστος, εν μέσω κεντρικής, μεγίστης και ευρύτατης πλατείας, και σχεδόν τετράγωνος περικλείει δε χώρον λιθόστρωτον, έχοντα εμβαδόν Β. μέτρων 5.278,20 και εν τω μέσω αρχαίαν κρήνην τετράπλευρον και τετράκρουνον. Άγνωστον, εν τούτοις, αν τότε εφράσσετο και πώς η βόρεια πλευρά ή πρόοψις του μεγίστου κτιρίου, ήτις είνε μήκους Β. μ. 76 και αν αρχήθεν τούτο είχεν ως σήμερον, δύο εισόδους, ανά μίαν εις το μέσον της βόρειας και νοτιάς πλευράς. Αλλ’ αι λοιπαί πλευραί, η μεν νοτία μήκους Β. μ. 76, η δε ανατολική και δυτική ανά μ. 69,45, υπήρχον αρχήθεν και είχον εκάστη ανά μίαν διπτέρυγον μεγάλην λιθίνην κλίμακα εξωτερικώς εν τω περιβάλω δι’ ων ανήρχο­ντο εις τους ευρύτατους θαλάμους αυτών.

Είνε ιστορικόν διά την πόλιν του Άργους  το εν λόγω οικοδόμημα. Κατά τοπικήν παράδοσιν, ήτο Ενετικόν, κτισθέν κατά την τελευταίαν Ενετοκρατίαν της Πελοποννήσου (1687-1715) και χρησίμευσαν αρχικώς, ως νοσοκομείον, διευθυνόμενον υπό Αδελφών τον Ελέους. Επί της Τουρκοκρατίας δε μετεβλήθη εις Μπεζεστένι (αγοράν) και εν αυτώ ετελείτο μάλιστα κατά Κυριακήν αγορά επαρχιακή. Υπήρχε δι’ εν αυτώ και το ταχυδρομείον (Μεντζή – χανέ) της πόλεως.*

Δυστυχώς, ου μόνον ουδέποτε ιδρύθη Πανεπιστήμιον εν Αργεί, αλλά και αυτό το συστηθέν Κεντρικόν Σχολείον κατεστράφη ταχέως. Το χρυσούν όνειρον των Αργείων του 1826 διέλυσαν απρόοπτα ατυχήματα.

Ο Αιγύπτιος Αττίλας, ο φοβερός Ιμβραήμ πασάς, επιδραμών εις την Πελοπόννησον και ενσπείρων πανταχού το πυρ και την φρίκην, εισέβαλε και εις το Άργος περί τα μέσα Ιουνίου 1825. Έθετο δε πυρ εις την πόλιν και μετά πλείστων οικιών αυτής έκαυσε και το Κεντρικόν Εθνικόν Σχολείον, όπερ απετεφρώθη άρδην μεθ’ όλων των εν αυτώ δι­δακτικών επίπλων, οργάνων και βιβλίων. Και ουδέν άλλο εξ αυτού διεσώθη, ειμή μό­νον η θέσις, ήτις και έμεινεν ιστορική. Επί πολλά έτη ύστερον και ότε ακόμη ο χρόνος εσάρωσε τα ίχνη της οικοδομής της, η θέσις εκείνη επωνομάζετο Παλαιόν ή Ελληνικόν Σχολείον.

Εν τούτοις το περιώνυμον εκείνο εκπαιδευτήριον, εις ο ητένισε μετά μεγάλων παλ­μών και ελπίδων ολόκληρος η Ελλάς, δεν ανηγέρθη εκ της τέφρας του. Αι εθνικαί πε­ριστάσεις μετεβλήθησαν έκτοτε πολύ. Περί ιδρύσεως Πανεπιστημίου εν Άργει ουδέ λόγος καν εγένετο πλέον ουδείς δ’ εσκέφθη ν’ ανεγείρη επί τέλους το αποτεφρωθέν Κεντρικόν Εθνικόν Σχολείον.

Το Άργος απώλεσε τους φίλους και προστάτας του. Ο εξαιρέτως αγαπήσας αυτό Κυβερνήτης Καποδίστριας περιωρίσθη εις τα σχολεία της Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως. Ο δε βασιλεύς Όθων έστρεψε τον νουν και την καρδίαν αυτού προς τας Αθήνας, όπου και μετέθεσεν εκ Ναυπλίου την καθέδραν του βασιλείου. Η νέα πρωτεύουσα απερρόφησεν όλην την Ελλάδα, συγκεντρώσασα εν αυτή πάντα τα μεγάλα και άξια λόγου δημόσια ιδρύματα.

Διά τας Αθήνας ωσαύτως εχρησιμοποιήθη και το κληροδότημα του Βαρβάκη. Ο εθνικός ευεργέτης ανεχώρησε τη 26 Νοεμβρίου  1824 εκ Ναυπλίου εις Ζάκυνθον. Εκεί δ’ ενόσησε. Και αφού τη 10 Ιανουαρίου 1825 συνέταξε κωδίκελλον, συμπληρωματικόν της από 22 Μαΐου 1824 διαθήκης του και του από 8 Νοεμβρίου 1824 προς την Διοίκησιν της Ελλάδος αφιερωτικού γράμματος αυτού, απέθανεν εν τω λοιμοκαθαρτηρίω Ζακύνθου τη 12η Ιανουαρίου 1825. Πολλά δ’ έτη ύστερον διά Βασ. Διατάγματος της 26 Φεβρουαρίου 1843 το προς ανέγερσιν και συντήρησιν Λυκείου και εκπαίδευσιν της Ελληνικής νεολαί­ας κληροδότημα του αοιδίμου ανδρός, ανερχόμενον εις δραχ. 1.988.992,97% διετέθη εις ίδρυσιν και συντήρησιν του εν Αθήναις Βαρβακείου Λυκείου.

Τοιαύτη υπήρξεν η φορά των πραγμάτων και η τύχη του εν Άργει Κεντρικού Εθνικού Σχολείου. Αλλ’ επί πάσιν η πόλις του Άργους  δικαιούται να σεμνύνηται, ότι έσχε την τιμήν και την δόξαν να γίνη η πρώτη λαμπρά εστία, αφ’ ης ηκτινοβόλησε και διεχύθη το φως της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως ανά πάσαν την αναγεννηθείσαν Ελλάδα.

 

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Κ. ΒΑΡΔΟΥΝΙΩΤΗΣ

Δικηγόρος

 Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Υποσημείωση


 

 *Κατά το 1829 ο Κυβερνήτης Ιω. Καποδίστριας έκτισε την βορειαν πρόοψιν, πλάτους μ. 14,50 μετά κλίμακος, ομοίας των λοιπών και ούτως όλη η ανατολική πλευρά έλαβε μήκος μ. 83,95. Μετέβαλε δε την όλην οικοδομήν εις στρατώνα Ιππικού. Όλων των πλευρών τα εισόγαια διεσκευάσθησαν εις σταύλους, τα δε ανώγαια, της μεν βορείας προόψεως εις γραφεία και θαλάμους αξιωματικών, των δε λοιπών πλευρών εις θαλάμους στρατιωτών. 0 στρατών αυτός είνε συνδεδε­μένος μετά μεγάλων γεγονότων του Άργους. Εξ αυτού εδόθη τη 4η Ιανουαρίου 1833 το απαίσιον πρόσταγμα της υπό των Γάλλων σφαγής των Αργείων. Μέχρι του 1862 ήτο διαρκώς στρατών Ιππικού, μετά ταύτα δε κατά διαλείμματα. Εν αυτώ κατά το 1866 ετελέσθη το πρώτον η τότε συστάσα ετησία εμπορική πανήγυρις της πόλεως. Εν αυτή και κατά το 1899 ενηργήθη υπό την προεδρείαν του Βασιλέως η πρώτη Κτηνοτροφική Έκθεσις κ.λ,π.

 

 Πηγή


  •  Αργολικόν Ημερολόγιο 1910. Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων. Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910.

H Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη

Ιστορίας και Πολιτισμού

ενημερώνει τους επισκέπτες της ότι διαθέτει

άδετα ανάτυπα των πιο κάτω βιβλίων:

 

  • Αργολικόν Ημερολόγιο 1910. Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων. Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910.
  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

Read Full Post »

Φαρμακοποιία – Ναύπλιο 1828-1832


 Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

Φαρμακοποιία

Γενικά

Κατά την περίοδο της Επανάστασης δεν υπήρχε οργανωμένη επιμελητεία για την περίθαλψη των πληγωμένων αγωνιστών. Ήταν φρικτά τα «μαρτύρια» τους στα πεδία των μαχών. Η επιβίωση τους τις περισσότερες φορές ήταν θέμα τύχης. Μεγάλες ήταν οι ελλείψεις ιατρικού προσωπικού, εργαλείων και του αναγκαίου ιατροφαρμακευτικού υλικού. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Ιωάννη Φιλήμονα στο θέμα αυτό:

«Ελλείποντος οίουδήτινος νοσοκομείου στρατιωτικού, οι τραυματίαι και ασθενείς παρεπέμποντο εις τας οικίας αυτών, ή εις την πλησιεστέραν πόλιν, ή μονήν ή χωρίον. Άλλως, οι στρατιώται ενοσοκόμουν τούτους, τυγχάνοντας αλλοδαπούς μάλιστα, όπου και όπως ήδύναντο. Γραία δε τις, ή κουρεύς, ή μοναχός, ή εμπειρικός επεσκέπτοντο αυτούς, πολλάκις στερούμενοι και αυτών των προχειρότερων οργάνων και μέσων οίον μήλης ή φλεβοτόμου, αλοιφής ή κηρωτής, τιλτού και των τοιούτων […] Σπανιώτατοι ήσαν, και περιοδικοί ανεφαίνοντο, επιστήμονες ιατροί, άνθ’ ών οφείλομεν ειπείν, εμπειρικοί τινές χειρούργοι […], παρά τούτους δε και τινές μυστηριώδη τινά κατά παράδοσιν γνωρίζοντες φάρμακα εκ χόρτων και άλλων συνθέσεων, κατά πολύ ωφέλιμοι εγίνοντο».

φαρμακοποιιαΚατά την καποδιστριακή περίοδο καταβάλλονται προσπάθειες και για τη βελτίωση της φαρμακοποιίας. Αν και το ιατρικό επάγγελμα επηρεάστηκε από τις επιστημονικές επιτεύξεις και ο εμπειρικός βοτανιστής αρχίζει να γίνεται φαρμακοποιός, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη βρίσκεται σε νηπιακή κατάσταση. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι επαφίεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία όχι μόνο η παρασκευή φαρμακευτικών σκευασμάτων για την προάσπιση της δημόσιας υγείας αλλά και η εκπαίδευση όσων ενδιαφέρονται να ασκήσουν «την φαρμακευτικήν τέχνην». Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ως Κυβερνήτης και ιατρός, αποβλέποντας στην πρόληψη των ασθενειών που μάστιζαν τους κατοίκους της χώρας και γενικότερα στη βελτίωση της δημόσιας υγείας, φρόντισε για την εκπαίδευση τροφίμων του Ορφανοτροφείου της Αίγινας σε σχετικά επαγγέλματα.

Ήδη το 1830 ένας υπότροφος εκπαιδεύεται στη φαρμακευτική τέχνη « εις το φαρμακοπωλείον εν ‘Ύδρα». Το Μάρτιο του 1831 παρα­χωρήθηκαν επίσης στον Ιταλό γιατρό Γεώργιο Αλμπέρτη, «έμπειρον περί την εμβολίασιν της δαμαλίτιδος», δύο υπότροφοι, για να τους εκπαιδεύσει «εις τήν τέχνην τον κεντρώματος». Καθορίστηκε μάλιστα να δίδονται στον καθένα 60 γρόσια το μήνα για τα έξοδα της τροφής και του ταξιδιού τους. Ο Ανδρέας Μουστοξύδης εξέφρασε την ευχή «οι νέοι ούτοι, αποσπώμενοι τού εκπαιδευτικού των καταστήματος και επιτιθέ­μενοι νέα βάρη εις τήν Κυβέρνησιν, να κατασταθώσι πότε και προς εαυτούς ιδίως και προς το κοινόν ωφέλιμοι».

 

Σύσταση «καταστήματος φαρμακοποιίας Ναυπλίου  

Η λειτουργία φαρμακείων είναι γνωστή και κατά την περίοδο του Αγώνα. Ήδη από το 1825 «ηνοίχθησαν και ανοίγονται πολλά φαρμακοπωλεία, των οποίων τα ιατρικά και εις βαρύτατην πωλούνται τιμήν και κακής ποιότητος είναι…».

Για τη σύσταση εργαστηρίων φαρμακοποιίας κατά την καποδιστριακή περίοδο κινήθηκαν Έλληνες και ξένοι επιστήμονες. Έντονο επίσης ενδιαφέρον εκδηλώθηκε από την κυβέρνηση και από ιδιώτες για την εκπαίδευση νέων στη φαρμακευτική επιστήμη.

Πρώτος που ζήτησε άδεια από τον Κυβερνήτη για την ίδρυση εργαστηρίου φαρμακοποιίας και κηροποιΐας στην Ελλάδα ήταν ο Κερκυραίος Νικόλαος Βρακλιώτης, ο οποίος ήταν «ένας από τούς αρχαιότερους φαρμακοποιούς» στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Για την έγκαιρη πραγματοποίηση του στόχου του υπέβαλε σχέδιο του καταστήματος με τον απαραίτητο εξοπλισμό για τη λειτουργία του. Αγνοούμε την έκβαση που είχε η πρόταση του.

Οκτώ μήνες αργότερα, στις 18 Μαΐου 1830, ο επιχειρηματίας Adolphe Mahn, ευρισκόμενος στο Ναύπλιο, υπέβαλε στον Κυβερνήτη ανάλογη αίτηση. Οι προτάσεις του ήταν αξιοπρόσεκτες. Ανελάμβανε τη διεύθυνση των φαρμακείων των δημόσιων νοσοκομείων της πόλης, την παρασκευή των αναγκαίων φαρμάκων σ’ αυτά, την εκτέλεση συνταγών σε ιδιώτες με λογικές τιμές και την παραχώρηση όλων των εργαλείων του εργαστηρίου σε τιμή κόστους. Οι μισθολογικές του απαιτήσεις συμβάδιζαν με τις οικονομικές δυνατότητες της κυβέρνησης. Ιδιαίτερα ελκυστική ήταν η πρόταση του για την εκπαίδευση νέων στη φαρμακοποιία.

Σημειώνουμε ότι τη δημιουργία «εργαστηρίου φαρμακοποιίας» στο Ναύπλιο επεδίωξε και ο Γερμανός χημικός και φαρμακοποιός Σλαάβ κατά την παραμονή του στην πόλη. Ο Κυβερνήτης μάλιστα ενέκρινε την αίτηση του και εξουσιοδότησε το Διοικητή Ναυπλίας να του ενοικιάσει ένα κατάστημα παρά την Πύλη της Ξηράς. Αγνοούμε όμως την εξέλιξη και αυτής της περίπτωσης.

Η μοναδική πρόταση για σύσταση φαρμακείου στο Ναύπλιο που ευοδώθηκε με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της πόλης και την εκπαίδευση νέων στη φαρμακευτική τέχνη είναι του Νικόλαου Ζαβιτσιάνου. Με αίτηση που υπέβαλε στην κυβέρνηση στις 13 Σεπτεμβρίου 1830 έκανε τις ακόλουθες προτάσεις:

Ζητούσε να διοριστεί φαρμακοποιός στο Κεντρικό Φαρμακείο και παράλληλα να διδάξει στους ενδιαφερόμενους τη χημεία, με αντιμισθία ανάλογη των υπηρεσιών του. Ως εναλλακτική λύση πρότεινε να οργανώσει στο Ναύπλιο με έξοδα του φαρμακείο σε οίκημα που θα του χορηγούσε η κυβέρνηση, στο οποίο θα παρασκεύαζε όλα τα φάρμακα για λογαριασμό του. Αντί ενοικίου αναλάμβανε την εκπαίδευση δύο νέων από το Ορφανοτροφείο της Αίγινας στην «φαρμακευτικήν τέχνην» και τη διατροφή τους.

Η κυβέρνηση θεώρησε δελεαστικές τις προτάσεις του Νικόλαου Ζαβιτσιάνου. Για το λόγο αυτό μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, στις 29 Σεπτεμβρίου 1830, έθεσε τους παρακάτω όρους «διά να βάλη» σε πράξη τη σύσταση του φαρμακείου και την εκπαίδευση των υποψηφίων φαρμακοτεχνιτών στο Ναύπλιο:

 

«Α. Η κυβέρνησις θέλει σάς δώση τον άναγκαίον τόπον εις οικοδομήν Καταστή­ματος και τα έξοδα της οικοδομής αυτού.

Β. Θέλεια αγοράζη τα αναγκαία ιατρικά διά το ορφανοτροφείων, και τα νοσοκομεία τής Κυβερνήσεως από το φαρμοκοποιεΐον.

Γ. Θέλει δώση εις υπηρεσίαν σου εκ των παίδων του Ορφανοτροφείου διά να διδαχθώσι το πρακτικόν της Φαρμακοποιίας.

Δ. Όταν δώσητε απόδειξιν τής περί την τέχνην ικανότητος σας ημπορείτε νά διδάξητε επί μισθώ και το θεωρητικόν μέρος αυτής εις τους προηγμένους μαθητάς του κεντρικού σχολείου, όσοι έχουσιν έφεσιν να διδαχθώσιν την επιστήμην ταύτην.

Ε. Όταν η Κυβέρνησης κρίνη αναγκαίον να συστήση φαρμακοποιεϊον, θέλει αγοράση παρά σου εις την αξίαν τιμήν όλα τα εργαλεία της τέχνης τα οποία θέλετε πρόβλεψη εξ ιδίων σας διά την σύστασιν του εργαστηρίου της χημείας».

 

Η κυβέρνηση επομένως έκανε δεκτό το αίτημα του Ζαβιτσάνου για τη χορήγηση οικήματος και την αγορά «ιατρικών» από το φαρμακείο του, με απώτερο στόχο την εκπαίδευση υποτρόφων ορφανών στην πρακτική της φαρμακευτικής τέχνης. Σημειώνουμε ότι με τον Δ’ και τον Ε’ όρο του συμφωνητικού δηλώνεται με σαφήνεια το ενδιαφέρον της για την εισαγωγή της φαρμακευτικής επιστήμης στο Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας, όπου οι μαθητευόμενοι θα αποκτούσαν θεωρητική και πρακτική κατάρτιση. Διαπιστώνουμε παράλληλα την πρόθεση της να προχωρήσει στη σύσταση δημόσιου φαρμακείου· ανέβαλε όμως την υλοποίηση του ελπίζοντας να εξασφαλισθούν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις στο μέλλον, προφανώς οικονομικές.

Μετά την υπογραφή του συμφωνητικού ο Νικόλαος Ζαβιτσάνος αναχώρησε για την Ευρώπη, όπου παρέμεινε μέχρι το Μάρτιο του 1831. Εκεί προμηθεύτηκε «όλα τα ιατρικά και εργαλεία» για τη σύσταση του φαρμακείου του. Δε διαθέτουμε στοιχεία για τις γνώσεις ή τις σπουδές του. Η μετάβαση του στο εξωτερικό και η πρόταση για διδασκαλία του μαθήματος της χημείας στο Κεντρικό Σχολείο αποκλείουν την εμπειρική γνώση της φαρμακευτικής και συνηγορούν για την υπόθεση προηγούμενων σπουδών του στην Ευρώπη.

Για τη στέγαση του φαρμακείου διατέθηκε με εντολή του Γραμματέα Δημόσιας Παιδείας «εν από τα εθνικά εργαστήρια, κείμενα εις την πόρταν της ξηράς», σε επίκαιρο μέρος του Ναυπλίου. Ο Ζαβιτσάνος διέθεσε για την επισκευή και τον ευπρεπισμό του τρεις χιλιάδες περίπου γρόσια.

Ο Ζαβιτσάνος αμέσως μετά την επιστροφή του από την Ευρώπη (Μάρτιος 1831) ασχολήθηκε με την οργάνωση του φαρμακείου του, το οποίο λειτούργησε μάλλον στις αρχές Μαΐου 1831. 

Ταυτόχρονα με την έναρξη λειτουργίας του φαρμακοπωλείου Ναυπλίου, άρχισαν να παρακολουθούν την φαρμακευτική τέχνη δύο τρόφιμοι του Ορφανοτροφείου της Αίγινας.  Ο Ζαβιτσάνος συνέχισε να εκπαιδεύει και άλλους τροφίμους και απεδείχτη απόλυτα συνεπής στα όσα είχε συμφωνήσει με την Κυβέρνηση. Κατά αυτόν τον τρόπο ξεκίνησε  η «φαρμακευτική τέχνη» στο Ναύπλιο στα πλαίσια μιας γενικότερης πολιτικής του Καποδίστρια, που είχε ως μακροπρόθεσμο στόχο τη βελτίωση της κοινωνίας.     

 

Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

 

Read Full Post »

Γεωγραφία Μεθοδική – Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος 1834


  « Διατρίβων δια τρεις χρόνους σχεδόν εις τας Αθήνας ερανίσθην και έκαμα την μεθοδικήν μου Γεωγραφίαν, την οποίαν εξηγήσας εις τους μαθητάς μου έπεμψα και ετυπώθη εις Βενετίαν…».

 

Αυτά γράφει ο ίδιος ο Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος στην βιογραφία του, σχετικά με την συγγραφή και έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου του. Αναφέρεται βέβαια στην πρώτη έκδοση η οποία πραγματοποιήθηκε το 1818 στην Βενετία.

Υπάρχει και η δεύτερη έκδοση ( την οποία παραθέτουμε), διορθωμένη και βελτιωμένη του 1834, η οποία τυπώθηκε στο Ναύπλιο.

 

ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΜΕΘΟΔΙΚΗ

ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ

ΑΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ

 

ΕΚ ΠΑΛΑΙΩΝ ΤΕ ΚΑΙ ΝΕΩΤΕΡΩΝ ΣΟΦΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΣΥΝΕΡΑΝΙΣΘΕΙΣΑ ΚΑΙ ΣΥΝΤΕΘΕΙΣΑ

 

Παρά του

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΚΑΙ ΙΑΤΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ

ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΥΡΡΟΥ

ΤΟΥ ΘΕΤΤΑΛΟΥ.

 

ΝΕΩΣΤΙ ΔΕ

ΔΙΟΡΘΩΘΕΙΣΑ ΚΑΙ ΕΠΑΥΞΗΘΕΙΣΑ ΜΕ ΤΑ ΔΙΑΤΡΕΞΑΝΤΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ.

 

Εκδίδεται το δεύτερον

 

Προς όφελος των αυτού φίλων Μαθητών και του

Ελληνικού Γένους.

 

ΕΝ ΝΑΥΠΛΙΩ.

 

ΕΚ ΤΗΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑΣ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ

Α. ΚΑΙ Ν. ΑΓΓΕΛΙΔΩΝ.

1834.

 

 

Σε αυτή την έκδοση, διαβάζουμε σχετικά με τον Νομό Αργολίδας και τις Επαρχίες της:

 

Ν ο μ α ρ χ ί α  η  Α ρ γ ο λ ί ς


 

Πύρρος,-Διονύσιος,-αρχιμανδρίτης,-Γεωγραφία-μεθοδική-και-καταγραφή-απάσης-της-οικουμένης--1834-5Η Αργολίς είναι μία Νομαρχία εκτεταμένη εις πλάτος και μήκος. πρωτεύουσα πόλις της Νομαρχίας ταύτης είναι η αρχαία Ναυπλία, όπου κατά το παρόν είναι ο Βασιλικός θρόνος του Βασιλέως της Ελλάδος, και η διανομή του επάρχου. η Ναυπλία εκτίσθη υπό Ναυπλίου του υιού του Ποσειδώνος καί της Αμυμώνης νύμφης, τά θεμέλια της αρχαίας Ναυπλίας σώζονται εδώ και εκεί, εις την αρχαίαν Ναυπλίαν, η αρχαία Ναυπλία κείται εις θέσιν καλήν και ωραίαν, είς τι ακτρωτήριον πετρώδες, τό κάτωθεν Ναύπλιον είναι κτίσμα των Βενετών πρό τεσσάρων αιώνων, οι Βενετοί γεμίσαντες τήν θάλασσαν έκτισαν την πόλιν ταύτην καθόν καιρόν εκυρίευον την Πελοπόννησον οι τούρκοι. άνωθεν της Ναυπλίας κείται το περίφημον Παλαμίδι συγκείμενον από επτά δυνατώτατα οχυρώματα, τό εν μέ το άλλον διαφεντεύεται. Επήραν οι Έλληνες το Παλαμίδιον με προδοσίαν μάλλον, παρά μέ έφοδον εν έτει 1822 τη 30 του Νοεμβρίου μηνός. Η πόλις Ναυπλία είναι καλώς κατοικημένη με οικοδομάς μεγάλας και ωραίας, πλήν τα ενοίκια των οικιών της Ναυπλίας διά την πλεονεξίαν υπερβαίνουσι τά των Παρισίων και Λόνδρας, ή Ναυπλία έχει κατοίκους κατά τό παρόν έως έγγιστα 25,000, μήκος γεωγραφικόν 40˚, 57’, καί πλάτος 37˚,32’.

Δευτέρα επαρχία είναι ή κυρίως Αργολίς, πρωτεύουσα της οποίας είναι το Άργος, κτίσμα του Ινάχου του Βασιλέως, πρό Χριστού έτη 1783, όπου διατρίβει ο κατά καιρόν έπαρχος. την Ακρόπολιν ταύτην έκτισεν ο Δαναός ο υιός του Βόλου του Βασιλέως της Αιγύπτου, κατά το 1572 έτος. Η Αργολίς εγέννησε τους μεγαλητέρους και ανδρειοτέρους άνδρας του κόσμου, Περσέα, Ηρακλέα, Διομήδην, Αγαμέμνονα καί τους λοιπούς, πλήν αθλίους κατά την τύχην τους. τόσον τό Άργος, όσον και η λοιπή Αργολίς κατοικείται από περισσοτέρους αλβανούς. Όλοι οι κάτοικοι της Αργολίδας και Ναυπλίας είναι έως 34810. εκτός των της Ναυπλίας. Παράγει προϊόντα επέκεινα των 1’,000,000 δραχμών. Απέχει το Άργος από την Ναυπλίαν μίλια 4. από Τρίπολιν 22 και από Κόρινθον 18 από το μεσημβρινόν 40˚, 18’ και Ισημερινόν 37˚ 32’. πρός άρκτον του Άργους 4 μίλια είναι τα ερείπια των Μυκηνών πόλεως, και ο τάφος του Αγαμέμνονος Βασιλέως αυτών. προς ανατολάς ταύτης 4 μίλια είναι τα ερείπια του ναού της Αργείας λεγομένης Ήρας Ηραίον καλούμενον.

Τρίτη επαρχία είναι η Κορινθία, την κλήσιν λαβούσα από του Κορίνθου του υιού του Μαραθώνος αυτή πρότερον ελέγετο καί Εφύρα, και πόλις Ηλίου κτλ’. Αύτη συνορεύει προς άρκτον με το Κρισαίον κόλπον, πρός  νότον με την Αργολίδα καί πρός δυσμάς με την Αρκαδίαν. πρωτεύουσα πόλις της επαρχίας ταύτης είναι η ομώνυμος Κόρινθος, η ακρόπολις της οποίας κείται εις υψηλοτάτην τινά πέτραν, όλη περιτειχισμένη καλώς και οπλισμένη με πολλότατα κανόνια, επήραν την ακρόπολιν ταύτην οι Έλληνες με πολιορκίαν εν έτει 1822. η πόλις αύτη το πάλαι ήτον ευδαίμων και πλουσία εξ αιτίας, ότι τα εμπορικά πλοία εξεφόρτωναν ενταύθα καί πάλιν εφόρτωναν εις τον άλλον λιμένα. προς ανατολάς της πόλεως ήτον ο ναός της ωραίας Αφροδίτης, της οποίας Ιέρεσσαι και εταίραι ήσαν έως χίλιαι. εις αυτό το Κράνειον μέρος διέτριβεν ενίοτε και Διογένης ο Κυνηκός φιλόσοφος. η Κορινθία έχει κατοίκους 23,760 και προϊόντα 1’,000,000 δραχμάς, μήκος 40˚,50’ και πλάτος 37˚,38΄.

Τετάρτη επαρχία είναι η Τροιζηνία, πρωτεύουσα της οποίας είναι η Καλαυρία νήσος των παλαιών, ήτις τά νυν Πόρος καλείται. Τροιζηνία ωνομάσθη από την Τροιζήνην ποτέ πόλιν την νυν Δαμαλάν, η πόλις Τροιζήν είναι αρχαιοτάτη, κειμένη άνωθεν του Σαρωνικού κόλπου 2 μίλια. ο τόπος αυτός είναι καρποφόρος και ωραίος, πλήν νοσώδης. εις την Τροιζηνίαν εγενήθη ο Θησεύς ο Βασιλεύς των Αθηνών, εις την Τροιζήνα εις έτι ευρίσκονται πολλοί Ελληνικοί ναοί, και μάρμαρα διάφορα με γράμματα και επιγραφάς. αυτού προλαβόντως έγινε και εθνική Συνέλευσις των Ελλήνων.

Η Πόρος νήσος γυρίζει 18 μίλια γεωγραφικά εις την μέσην αυτής ήτον το πάλαι ο ναός του Ποσειδώνος, όπου ο Δημοσθένης πιών το κώνιον απέθανε. κάτωθεν εις την σφαιρίαν νήσον είναι η πόλις Πόρος, όπου είναι ο Ναύσταθμος ο Βασιλικός. η Καλαυρία νήσος,  έχει κατοίκους έως 6000 και πλοία της δευτέρας κλάσεως 165. παράγει δε και λεμόνια εις πλήθος. όλοι οι Ποριώται είναι ναύται έμπειροι, τίμιοι και καλοί, επί Καποδίστρια και αυτοί εδοκίμασαν τα κακά της τύχης των. εις τον Λιμένα του Πόρου έκαυσαν το μεγαλήτερον πλοίον των Ελλήνων Ελλάς καλούμενον.

Πέμπτη επαρχία είναι η Ερμιονίς, η οποία πρότερον ελέγετο Κάτω Ναχαές. αύτη κείται προς μεσημβρίαν της Ναυπλίας, την κλήσιν λαβούσα από την Ερμιόνην ποτέ πόλιν, την νυν Καστρί καλουμένην, εις την οποίαν σώζονται εις έτι μερικοί αρχαίοι ναοί και το Ολυμπιακόν Θέατρον χαλασμένον, η επαρχία αύτη σύγγειται από το Κρανίδι και Πέτσαν, απέχει το Κρανίδι προς δυσμάς μίλια 7 και από την θάλασσαν μίλια 2. οι αρχαίοι κάτοικοι της παραλίας ταύτης αλιείς ελέγοντο˙ δηλ. ψαράδες, οίτινες και μέχρι την σήμερον ψαρεύουσιν οψάρια και σπόγγους θαλασσίνους. οι Κρανιδιώται είναι ναύται κάλλιστοι, μάλιστα εις τα μικρά πλοιάριά των.

Η Πέτσα νήσος το πάλαι Τιπάρινος ελέγετο. αύτη γυρίζει μίλια 1.3. είναι καλώς κατοικημένη με 7000 κατοίκους. Έχει πλοία της πρώτης κλάσεως 79˙ και της δευτέρας 120. όλοι οι Πετσιώται είναι ναύτοι εμπειρότατοι, οι οποίοι εις τον Ελληνικόν αγώνα επολέμησαν γενναίως με τα πλοία των εναντίον των εχθρών της Ελλάδος, ηνδραγάθησαν και εις διαφόρους μάχας. εις την νήσον ταύτην διατρίβει και ο κατά καιρόν έπαρχος αυτής.

Έκτη επαρχία της Αργολίδος είναι η Ύδρα, ήτις  και Υδραία το πάλαι ελέγετο, ίσως την κλήσιν λαβούσα εκ της Ύδρας αρχαίας πόλις, τα ερείπια της οποίας φαίνονται εις την μέσην της νήσου, Επισκοπήν τα νυν λεγομένην. διότι μόνον αυτού φαίνεται ότι ήτον νερόν πηγαίον, και πότιμον ως μέχρι την σήμερον εκεί σώζεται. η νήσος αύτη είναι επί μήκη και στενή, γυρίζει μίλια γεωγραφικά 20. Η πόλις Ύδρα είναι καλώς κατοικημένη με καλάς και ωραίας οικοδομάς. είς άναντες τόπον κτισμένε. αύτη πρότερον είχε 30,000 κατοίκους και πλοία  μεγάλα 120. και την σήμερον μόλις έχει 15,000. και πλοία της πρώτης κλάσεως 95, και της Β᾿. 301. οι Υδριώται είναι ναύται εμπειρότατοι, αξιώτατοι, ως και οι Πετσιώται. Αυτοί διαπλέουσιν όλα σχεδόν τα μέρη του Κόσμου, ώστε εμπορούν να φιλονεικήσωσιν με όλα σχεδόν τα έθνη του Κόσμου διά την θαλασσοπορίαν. η φύσις ως φαίνεται, εσυνερίσθη να τους πλάτη ευκινήτους, μεγαθύμους και επιτηδείους εις την Ναυτικήν και πολεμικήν.

Όλοι οι γενναίοι Υδριώται εις την επανάστασιν των Ελλήνων έχοντες αρχιναύαρχον της Ελλάδος τον αγαθόν πατριώτην  τους Ανδρέα Μιαούλην, άνω κάτω έφερον  την θάλασσαν, πολεμώντες γενναίως με τους Τούρκους των τριών δυνάμεων της Τουρκίας και καίοντες τα πλοία και τους αρχιγούς αυτών. Κατά τούτον τον αιώνα οι Υδριώται εφάνησαν οι πλέον άξιοι πολεμιστάί ναύται της Ελλάδος και οι τιμιώτεροι, ούτοι ενίκησαν μέν τους εχθρούς των εις διαφόρους μάχας πλην εχάθησαν οι περισσότεροι από τον πόλεμον, εδυστύχησην και επτώχηναν εις άκρον από τάς αδράς δαπάνας των τοσούτων χρόνων της επαναστάσεως και παράβλεψιν των κατά καιρών Διοικήσεων.

Ο άξιος και ενάρετος Λάζαρος Κουντουριώτης ως ένας εύσπλαχνος και αγαθός πατήρ των τέκνων εβοήθησε τα μέγιστα την πατρίδα του, πολλούς πτωχούς Υδριώτας έθρεψε και πολλάς χήρας και ορφανά των φονευθέντων ηλέησεν και εβοήθησε με τα ελέη του, το όνομα του εναρέτου τούτου ανδρός θέλει μείνειν αθάνατον εις τας επερχομένας γεννεάς, ως του Δικαίου Αριστίδου του Αθηναίου. Η περίμετρος της Ύδρας είναι μίλια 20. 

  

Πηγές

  •  Γεωγραφία μεθοδική και καταγραφή απάσης της οικουμένης / Εκ παλαιών τε και νεωτέρων σοφών συγγραφέων Συνερανισθείσα και συντεθείσα παρά του Αρχιμανδρίτου και Ιατροδιδασκάλου Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού. Νεωστί δε διορθωθείσα και επαυξηθείσα με τα διατρέξαντα του νέου Βασιλείου της Ελλάδος και λοιπών Βασιλείων. Εκδίδεται το δεύτερον προς όφελος των αυτού φίλων Μαθητών και του Ελληνικού Γένους. 1834
  •  Επιστολή του Αρχιμανδρίτου και Ιατροδιδασκάλου Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού προς τον Ευγενέστατον άρχοντα των Θεσσαλων κύριον Αθανάσιον Παπα Πολυμέρου του Θετταλού. Αθήνηθεν :Εκ της Τυπογραφίας Αγγέλου Αγγελίδου,1837.

 

 

   

Read Full Post »

Οθωμανικά σχολεία της Πελοποννήσου


  Μια εικόνα των οθωμανικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τα οποία υπήρχαν στην Πελοπόννησο  από τα τέλη του 17ου  μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Η έρευνα βασίστηκε σε δημοσιευμένες οθωμανικές πηγές, καθώς και στις ταξιδιωτικές περιγραφές του Τούρκου περιηγητή Evliya Çelebi (1611-1681), ο οποίος περιηγήθηκε την Πελοπόννησο το έτος 1667, περιγράφοντας λεπτομερώς τους τόπους που επισκέφτηκε. 

Ευάγγελος Τσιανάκας. Υπ. Δρ Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ. 

 

Εισαγωγή


Η γνώση μας για τα οθωμανικά σχολεία της Πελοποννήσου, εκτός από τις αρχειακές πηγές,  στηρίζεται επιπλέον στις μαρτυρίες των χρονικών και στις ταξιδιωτικές περιγραφές.  Σ’ αυτές, εκτός από το Seyahatnâme (Οδοιπορικό) του Evliya Çelebi (Εβλιγιά Τσελεμπή), δε βρίσκει κανείς και  πάρα πολλές πληροφορίες.

Γι’ αυτό το έργο του Evliya Çelebi (Evliya Çelebi, 1928) αποτελεί την βασική πηγή για την καταγραφή των οθωμανικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς μας παρέχει πλήθος πληροφοριών για την ιστορία των τόπων που περιγράφονται. Ωστόσο, πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός, καθώς έχει εξακριβωθεί (Δημητριάδης, 1973) ότι πολλές φορές οι πληροφορίες που μας παρέχει είναι ανακριβείς ή χαρακτηρίζονται από υπερβολή, ιδιαίτερα όταν γίνεται αναφορά σε αριθμητικά δεδομένα. Το Cihan-nümâ (Παρουσιάζοντας τον κόσμο)  του  Kâtip Çelebi (Κιατίπ Τσελεμπή)* είναι επίσης μια άλλη σημαντική πηγή για την ιστορία της τουρκοκρατούμενης Ελλάδας, αλλά δεν βρίσκει κανείς τίποτα στο έργο αυτό για το θέμα που εξετάζουμε.

Στις ταξιδιωτικές περιγραφές των Ευρωπαίων υπάρχουν επίσης κάποιες αναφορές, οι οποίες, ωστόσο, δεν θεωρούνται από μόνες τους αξιόλογες. Για την απόκτηση των σχετικών πληροφοριών καταλληλότερες πηγές θεωρούνται οι οθωμανικές αρχειακές πηγές, οι οποίες μερικές φορές αναφέρονται στην ανέγερση ή την ανακαίνιση  ενός μουσουλμανικού σχολείου ή στην τοποθέτηση ενός δασκάλου (derris) σε έναν μεντρεσέ (medrese: ιεροσπουδαστήριο). Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα στοιχεία τα οποία έχουμε στη διάθεσή μας μας δίνουν σε ικανοποιητικό βαθμό την γενική εικόνα της οθωμανικής εκπαίδευσης στην τουρκοκρατούμενη Πελοπόννησο.

Η επίσκεψη του Evliya Çelebi στην Ελλάδα περιλαμβάνεται στον όγδοο τόμο του «Οδοιπορικού». Ο εν λόγω τόμος εκδόθηκε το 1928 στην Κωνσταντινούπολη από την «Τουρκική Ιστορική Εταιρεία» με επιμέλεια του Kisli Risat Bilge. Ο Evliya Çelebi επισκέφτηκε την Πελοπόννησο το 1667. Από τις πόλεις της Πελοποννήσου πρώτη επισκέφτηκε την Κόρινθο, στη συνέχεια τα Καλάβρυτα, τη Βοστίτσα (Αίγιο), το Καστέλι, την Πάτρα, τη Γλαρέντζα (Κυλλήνη), το Χλεμούτσι, τη Γαστούνη, το Φανάρι, το Ναβαρίνο, τη Μεθώνη, την Κορώνη, την Καλαμάτα, την Ανδρίτσαινα, την Καρύταινα, το Λεοντάρι, το Λογκανίκο, τον Μυστρά, την Τσακωνιά, τη Μονεμβασία, την Τριπολιτσά, το Άργος και ολοκλήρωσε την περιοδεία του, φτάνοντας στην πόλη του Ναυπλίου (Δημητριάδης, 1973).

 

 Το παραδοσιακό οθωμανικό εκπαιδευτικό σύστημα

 


 

Κοράνιον, Εν Αθήναις, 1886

Κοράνιον, Εν Αθήναις, 1886

Μια σύντομη περιγραφή του παραδοσιακού οθωμανικού εκπαιδευτικού συστήματος κρίνεται απαραίτητη, προκειμένου να γίνουν κατανοητά όσα θα ακολουθήσουν. Τα πρωτοβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα βρίσκονταν γενικά είτε μέσα είτε κοντά στο μουσουλμανικό τέμενος της κοινότητας. Οι άνθρωποι τα αποκαλούσαν είτε  «mahalle  (γειτονιά)» είτε  «sıbyan»  (μαθητής) mektebi (σχολεία της γειτονιάς ή Δημοτικά Σχολεία)Ιδρύονταν συχνά από ένα βακούφι (vakıf: ευσεβές ίδρυμα) και από κληροδοτήματα σημαντικών προσωπικοτήτων του κράτους ή αξιοσέβαστων πολιτών της τοπικής κοινωνίας.

Οι δαπάνες, ειδικά αυτές της μισθοδοσίας των δασκάλων, πληρώνονταν από τις χορηγίες των βακουφιών. Σύμφωνα με τη μουσουλμανική πρακτική  τα σχολεία sıbyan (Δημοτικά Σχολεία) ή της κοινότητας  ακολουθούσαν μια ενιαία μεθοδολογία διδασκαλίας: οι μαθητές διάβαζαν απλά το Κοράνι  στην αυθεντική αραβική γλώσσα, χωρίς μετάφραση και χωρίς κατανόηση ή ερμηνεία του κειμένου. Μόνον ορισμένα τελετουργικά επίκλησης διδάσκονταν στην τουρκική γλώσσα. Κάποια βακουφικά σχολεία, ανάλογα με το βαθμό ευημερίας της κοινότητας, παρείχαν τον ιματισμό, τα τρόφιμα και κάποιο χρηματικό ποσό στους μαθητές.

Στα σχολεία οι μαθητές κάθονταν γονατιστοί στο πάτωμα, που ήταν καλυμμένο με χαλιά ή τάπητες, ή στα μαξιλάρια καθισμάτων που έφερναν από τα σπίτια τους. Τα βιβλία τοποθετούνταν σε χαμηλά τραπεζάκια, τα αποκαλούμενα  «rahlei tedris»  (γραφεία μελέτης), για την ανάγνωση. Οι μαθητές επαναλάμβαναν και απομνημόνευαν τα μαθήματα που ορίζονταν από το δάσκαλο. Η φυσική τιμωρία, το ράπισμα των χεριών των κοριτσιών και το κτύπημα των ποδιών των αγοριών, ήταν ο κανόνας παρά η εξαίρεση. Κατά την έναρξη του νέου σχολικού έτους ήταν μέρος του τελετουργικού η εξής φράση του γονέα προς το δάσκαλο παρουσία του παιδιού: «η σάρκα δική σου, τα κόκκαλα δικά μου!» Ο δάσκαλος εξουσιοδοτούνταν έτσι να τιμωρεί το παιδί με κάθε τρόπο, όταν έκρινε ότι άρμοζε**.

Οι Οθωμανοί ενδιαφέρθηκαν επίσης για τη βαθύτερη γνώση της κλασικής ισλαμικής παιδείας. Για το σκοπό αυτό ιδρύθηκαν σε πολλές πόλεις μεντρεσέδες (medrese), οι οποίοι αποτελούσαν τμήματα   των  μεγάλων μουσουλμανικών τεμενών  και συντηρούνταν από τα Βακούφια. Οι  μεντρεσέδες ήταν ένα είδος «κολεγίου» για τη συστηματική μελέτη των ισλαμικών επιστημών, ιδιαίτερα της ισλαμικής νομολογίας και του Κορανίου.

Ταυτόχρονα,  διδάσκονταν και ορισμένα «βοηθητικά μαθήματα», όπως π.χ. η αραβική γραμματική και φιλολογία, η γνώση των οποίων βοηθούσε στην κατανόηση των ιερών και νομικών κειμένων, αλλά και οι αποκαλούμενες «ξένες επιστήμες,» όπως η φιλοσοφία και η ιατρική, που αποτέλεσαν επίσης μέρος μιας πολυμαθούς εκπαίδευσης.***

  

Τα οθωμανικά σχολεία της Πελοποννήσου κατά οικισμό


 

Άργος (Arhoz)  

Σχετικά  με την πόλη του Άργους ο Evliya Çelebi  δίνει συγκεκριμένες πληροφορίες για τον αριθμό των οθωμανικών σχολείων της πόλης χωρίς, ωστόσο, να δίνει κάποια άλλα στοιχεία. Στο έργο του καταγράφονται δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης (mektep) και ένας μεντρεσές (medrese). Το  πρώτο σχολείο βρισκόταν κοντά στο τέμενος του Οσμάν Πασά (Osman Paşa Câmii), ενώ το άλλο κοντά στο τέμενος του Τοπάλ Ιμπραήμ Εφέντη (Topal İbrahim Efendi Câmii). Τέλος, ο μεντρεσές της πόλης  βρισκόταν στη συνοικία Καραμουτζά.****  

Αρκαδία – Κυπαρισσία (Arkadya Manya)

Κατά την επίσκεψή του ο Evliya Çelebi στην Αρκαδία / Κυπαρισσία εκτός των άλλων μας πληροφορεί ότι στην πόλη υπήρχαν δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης και ένας μεντρεσές χωρίς να δίνει πληροφορίες για το όνομα του ιδρυτή τους. Επίσης, ο Τούρκος καθηγητής Nejad Göyünç (Göyünç, 1972) αναφέρει σε σχετικό άρθρο του ότι στην Αρκαδία λειτουργούσε και ένα κορανικό σχολείο,***** αυτό  του Σινάν Τσελεμπή (Sinan Çelebi Dârülkurrası).

Γαστούνη (Guston Kasabası)

 Τον ίδιο αριθμό εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (έναν μεντρεσέ και δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης) αναφέρει ο  Evliya Çelebi και για την πόλη της Γαστούνης. Και σ’ αυτήν την περίπτωση δεν δίνονται άλλες πληροφορίες.

Φανάρι (Fener Kaza-i Fanus-i Mora)

Η κωμόπολη του Φαναρίου περιλαμβάνεται στον κατάλογο των καζάδων με το όνομα «Καζάς του Φαναρίου του Μοριά».****** Στην εν λόγω κωμόπολη ο Evliya Çelebi αναφέρει ότι υπήρχαν ένα σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης και ένας μεντρεσές. 

Καλάβρυτα (Kalavrata Kalesi)

Στην μικρή πόλη των Καλαβρύτων σύμφωνα με τον Evliya Çelebi ήταν σε λειτουργία δύο μεντρεσέδες και δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Καρύταινα (Karitene Kalesi)

Ο Evliya Çelebi  δεν επισκέφτηκε την Καρύταινα. Η πληροφόρησή μας για τη συγκεκριμένη πόλη βασίζεται στον Nejad Göyünç (Göyünç, 1972), ο οποίος αναφέρει ένα κορανικό σχολείο, αυτό του Μπαλή Αγά (Bâlî Ağa Dârülkurrası).

Κόρινθος (Gördös Gürdüs Şehri)

 Η πόλη της Κορίνθου κατοικούνταν κατά το ήμισυ περίπου από Τούρκους (Σακελλαρίου, 1939). Και στην περίπτωση της Κορίνθου η μόνη πηγή πληροφόρησης για τα οθωμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα είναι το έργο του Evliya Çelebi. Σύμφωνα με το «Οδοιπορικό» του Τούρκου περιηγητή, στην Κόρινθο  υπήρχαν τέσσερις μεντρεσέδες και επτά σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Κορώνη (Koron Kalesi)

Ο Evliya Çelebi  αναφέρει χαρακτηριστικά ότι στην Κορώνη υπήρχαν ένας μεντρεσές και δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης. Στις οθωμανικές πηγές αναφέρεται το σχολείο του Χαντίμ Εσκή Αλή Πασά (Hâdım Eski Ali Paşa Mektebi) (Gökbilgin, 1952).  

Μεθώνη (Modon / Muton / Meton)

Η πόλη της Μεθώνης  κατοικούνταν σε μεγάλο βαθμό από Τούρκους. Στο κείμενο του  Evliya Çelebi αναφέρεται η ύπαρξη του μεντρεσέ του σουλτάνου Βαγιαζήτ (Sultan Bâyezid Medresesi), καθώς και τέσσερα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης.

Μονεμβασία  (Benefşe Şehri)

Η Μονεμβασία  αποτελούσε αξιόλογο κέντρο της Πελοποννήσου τόσο κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, όσο και στη διάρκεια της Ενετοκρατίας. Ο  Evliya Çelebi δίνει μια εκτενή περιγραφή της πόλης και μεταξύ των άλλων αναφέρει ότι υπήρχαν σ’ αυτή δύο σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης και ένας μεντρεσές. Ο καθηγητής Ekrem Hakkı Ayverdi (Ayverdi, 2000), μελετώντας τα οθωμανικά αρχεία, κατάφερε να εντοπίσει ένα από τα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης. Αυτό είναι το σχολείο του Αλή Εφέντη (Ali Efendi Mektebi).

Μυστράς (Mizistire Mezistire Kasabası)

Η επίσκεψη του Evliya Çelebi στο Μυστρά περιγράφεται σε τέσσερις σελίδες στο έργο του. Σύμφωνα με την περιγραφή του στην πόλη και στους γύρω οικισμούς υπήρχαν δύο μεντρεσέδες και τέσσερα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης για τα οποία δεν υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες.

Ναβαρίνο – Πύλος (Navarin Anavarin Kalesi)

Σύμφωνα με τον Evliya Çelebi στο Ναβαρίνο υπήρχαν ένας μεντρεσές και ένα σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης. Η ονομασία του σχολείου αυτού ήταν «σχολείο του σουλτάνου Μουράτ Γ΄» (III. Sultan Murad Mektebi).  Ωστόσο, ο  καθηγητής Nejad Göyünç αναφέρει επιπλέον το σχολείο του Χαντίμ Αλή Πασά (Hadım Ali Paşa Mektebi) και το σχολείο του σουλτάνου Βαγιαζήτ (Sultan Bâyezid Mektebi) (Göyünç, 1972).

Ναύπακτος  (İnebahtı Şehri)

Για την Ναύπακτο ο Evliya Çelebi αναφέρει ότι υπήρχαν τρεις μεντρεσέδες και ένα σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης. Από τα οθωμανικά αρχεία, ωστόσο, γίνεται γνωστό ότι από ένα σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης λειτουργούσε στο τέμενος του Αμτζαζαντέ Χουσεΐν Πασά (Amcâzâde Hüseyin Paşa Câmii) και στο μετζίτι (μικρό τέμενος) του Εμπουσουούντ Εφέντη (Ebussuud Efendi Mescidi). Αυτό το τελευταίο σχολείο αναφέρεται από τον Evliya Çelebi.

Ναύπλιο (Anabolu)  

Ο Evliya Çelebi κλείνει την πρώτη του περιοδεία στην Πελοπόννησο, φτάνοντας στην πόλη του Ναυπλίου το 1667.  Παρά το γεγονός ότι περιγράφει λεπτομερώς την πόλη σε πέντε σελίδες, δεν δίνει πληροφορίες για τα οθωμανικά μνημεία. Στην περίπτωση αυτή αντλούμε  πληροφορίες για τα οθωμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα του Ναυπλίου από την εργασία του  Τούρκου καθηγητή Ayverdi, ο οποίος μελέτησε επιπλέον τα οθωμανικά κατάστιχα (Tahrir Defteri), τα οποία συντάχθηκαν κυρίως μετά το 1715 με την επανάκτηση από τους Τούρκους της Πελοποννήσου, η οποία βρισκόταν στα χέρια των Βενετών για 30 χρόνια (1685-1715).  Σύμφωνα με τον Ayverdi (Ayverdi, 2000) στην πόλη του Ναυπλίου υπήρχαν τρία μουσουλμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα διαφορετικών βαθμίδων. Αυτά ήταν ο μεντρεσές του σουλτάνου Αχμέτ (Sultan Ahmed Medresesi), το κορανικό σχολείο  του Ιμπραήμ Εφέντη (İbrahim Efendi Dârülkurrası) και το σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης επίσης του Ιμπραήμ Εφέντη (İbrahim Efendi Mektebi).

Πάτρα (Balyabadre / Ballı Badra)

Παρά το γεγονός ότι στην πόλη των Πατρών οι Τούρκοι ήταν λίγοι (Σακελλαρίου, 1939), ο Evliya Çelebi στην περιγραφή του αναφέρει την ύπαρξη τεσσάρων μεντρεσέδων και πέντε σχολείων στοιχειώδους εκπαίδευσης. Δεν ήταν δυνατή, ωστόσο, η ανεύρεση περισσότερων στοιχείων για τα οθωμανικά σχολεία της πόλεως των Πατρών.

Τρίπολη – Τριπολιτσά (Tirepoliçe Kasabası)

 Για την Τρίπολη ο Evliya Çelebi αναφέρει ότι υπήρχαν δύο μεντρεσέδες και τρία σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης.  Στη  μελέτη, ωστόσο, του Ayverdi (Ayverdi, 2000)  αναφέρεται η ύπαρξη ενός μεντρεσέ και τριών σχολείων στοιχειώδους εκπαίδευσης. Αυτά είναι ο μεντρεσές και το σχολείο του Χατζή Εμπουμπεκίρ (Hacı Ebûbekir Paşa Medresesi & Mektebi), το σχολείο του Οσμάν Πασά (Osman Paşa Mektebi) και το σχολείο του Γιουσούφ Αγκιάχ Εφέντη (Yusuf  Agâh Efendi Dershânesi).  

Ζαρνάτα (Saranta Kalesi)

Τέλος, ο Evliya Çelebi αναφέρει ότι στη Ζαρνάτα υπήρχε ο μεντρεσές και το  σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης της Βαλιντέ Σουλτάν (Vâlide Sultan Medresesi & Mektebi).

Με βάση όσα προηγήθηκαν, γίνεται φανερό ότι τόσο κατά την επίσκεψη του Evliya Çelebi το 1667 όσο και κατά τη δεύτερη φάση της τουρκοκρατίας στην Πελοπόννησο (1715-1820) στις περισσότερες πόλεις και κωμοπόλεις, στις οποίες διαβιούσαν μουσουλμανικοί πληθυσμοί, λειτουργούσαν κατώτερα σχολεία (μεκτέμπ) και μεντρεσέδες (ιεροσπουδαστήρια). Τα κατώτερα μουσουλμανικά σχολεία δεν πρόσφεραν τίποτε περισσότερο από στοιχειώδη γνώση της γραφής και της ανάγνωσης. Αντίθετα,  το παρεχόμενο επίπεδο εκπαίδευσης στους μεντρεσέδες ήταν πολύ πιο υψηλό. Συνολικά, καταγράφονται 73 μουσουλμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα από τα οποία τα 27 ήταν μεντρεσέδες, τα 43 σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης και μόλις 3 κορανικά σχολεία.

 

Εκπαιδευτικά ιδρύματα των Οθωμανών στην Πελοπόννησο από τα τέλη του 17ου αιώνα μέχρι το τέλος της τουρκοκρατίας

 

 

α/α Οικισμοί Μεντρεσέδες(Medreseler) Σχολεία Στοιχειώδους Εκπαίδευσης (Mektepler / Dershâneler) Κορανικά Σχολεία(Dârülkurralar)
1 Άργος (Arhos)  1 2
2 Αρκαδιά / Κυπαρισσία (Arkadya Manya) 1 2 1
3 Γαστούνη (Guston Kasabası) 1 2
4 Φανάρι (Fener / Kaza-i Fanus-i Mora) 1 1
5 Καλάβρυτα (Kalavrata Kalesi) 2 2
6 Καρύταινα (Karitene Kalesi) 1
7 Κόρινθος (Gördös / Gürdüs Şehri) 4 7
8 Κορώνη (Koron Kalesi) 1 2
9 Μεθώνη (Modon / Muton / Meton) 1 4
10 Μονεμβασία  (Benefşe Şehri) 1 2
11 Μυστράς (Mizistire/Mezistire Kasabası) 2 4
12 Ναβαρίνο (Navarin / Anavarin Kalesi) 1 3
13 Ναύπακτος  (İnebahtı Şehri) 3 2
14 Ναύπλιο (Anabolu)  1 1 1
15 Πάτρα (Balyabadre / Ballı Badra) 4 5
16 Τρίπολη / Τριπολιτσά (Tirepoliçe Kasabası) 2 3
17 Ζαρνάτα (Saranta Kalesi) 1 1
Σύνολο 27 43 3

 

Υποσημειώσεις


 

* Ο Τούρκος Kâtip Çelebi Mustafa (Κωνσταντινούπολη 1609-1657) υπήρξε μεγάλος ιστοριοδίφης και γεωγράφος. Έγραψε πολυάριθμα έργα, τα οποία μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Ένα από τα πολλά έργα του ήταν το Cihan-nümâ (Παρουσιάζοντας τον κόσμο), το οποίο γράφτηκε 1648.

** Γενικά για την οθωμανική εκπαίδευση βλέπε: Andreas Kazamias, Education and the quest for modernity in Turkey, Chicago: The University of Chicago Press, 1966, Yahya Akyüz, Türk eğitim tarihi, başlangιçtan 1999’a (Ιστορία της τουρκικής εκπαίδευσης, από τις αρχές ως το 1999), Αlfa, Κωνσταντινούπολη, 1999.

*** Για τους μεντρεσέδες (Medrese) στην Οθωμανική Αυτοκρατορία βλέπε: Hasan Akgündüz, Klasik dönem Osmanlı medrese sistemi: amaç – yapı – işleyiş [Το σύστημα των οθωμανικών μεντρεσέδων της κλασικής περιόδου: σκοποί – κτίρια – λειτουργία], Κωνσταντινούπολη: Ulusal Yayınları, 1997, Yasar Sarıkaya, Medreseler ve modernleşme [Μεντρεσέδες και εκσυγχρονισμός], Κωνσταντινούπολη: İz Yayıncılık, 1997,  Cevat İzgi, Osmanlı medreselerinde ilim [Η επιστήμη στους οθωμανικούς μεντρεσέδες], Cilt 1-2, Κωνσταντινούπολη: İz Yayıncılık, 1997.  

**** Καραμουτζά μαχαλάς: μία από τις τέσσερις συνοικίες του Άργους κατά την τουρκοκρατία, η οποία βρισκόταν στο ΝΑ τμήμα της πόλης και η οποία πήρε την ονομασία της από κάποιον Καραμουτζά. Στην εν λόγω συνοικία υπήρχε μουσουλμανικό τέμενος και νεκροταφείο (σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος) και πέριξ αυτού το διοικητήριο, το σεράι του Αλή Νακή Μπέη, λουτρά και το ιεροσπουδαστήριο (μεντρεσές) (Ζεγκίνης, 1948).     

***** Τα κορανικά σχολεία ήταν σχολεία που παρείχαν βασική εκπαίδευση στους μαθητές τους, δίνοντας, ωστόσο, ιδιαίτερη βαρύτητα στη μελέτη και στην εκμάθηση του Κορανίου.

   

Βιβλιογραφία

 


 

  • Akgündüz H., Klasik dönem Osmanlı medrese sistemi: amaç – yapı – işleyiş [Το σύστημα των οθωμανικών μεντρεσέδων της κλασικής περιόδου: σκοποί – κτίρια – λειτουργία], Κωνσταντινούπολη: Ulusal Yayınları, 1997.
  • Akyüz Y., Türk eğitim tarihi, başlangιçtan 1999’a (Ιστορία της τουρκικής εκπαίδευσης, από τις αρχές ως το 1999), Αlfa, Κωνσταντινούπολη, 1999.
  • Ayverdi E. H., Avrupa’da osmanlı mimârî eserler: Bulgaristan, Yunanistan, Arnavudluk [Τα οθωμανικά αρχιτεκτονικά μνημεία στην Ευρώπη: Βουλγαρία, Ελλάδα, Αλβανία], 4ος τόμος, 2η έκδοση, Κωνσταντινούπολη: İstanbul Fetih Cemiyeti, 2000.
  • Δημητριάδης Β., Η κεντρική και δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιά Τσελεμπί, Θεσσαλονίκη: Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, 1973.
  • Evliya Çelebi, Seyahatnâme [Οδοιπορικό], 8ος τόμος , Κωνσταντινούπολη: Türk Tarih Kurumu, 1928.
  • Ζεγκίνη Ι., Το Άργος δια μέσου των αιώνων, Θεσσαλονίκη: αφοί Νικολοπούλου, 1948.
  • Gökbilgin T., XV.-XVI. Asırlarda Edirne ve Paşaeli Livası, Vakıflar-Mülkler-Mukâtâalar [Ο λιβάς (καζάς) της Ανδριανούπολης και του Πασαελί (Ευρωπαϊκής Τουρκίας) τον 15ο και 16ο αιώνα: βακούφια (βακουφικές γαίες) – μούλκια (γαίες πλήρους κυριότητας) – ενοικιαζόμενες γαίες], Κωνσταντινούπολη: İst. Ün. Ed. Fak. Neşrt., 1952.  
  • Göyünç N., ‘Mora’da İnşâ Faâliyetleri’ [Οικοδομικές δραστηριότητες στο Μοριά] στο Güneydoğu Avrupa Araştırmaları Dergisi [Περιοδική έκδοση για τη μελέτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης], τ. 1, 1972.
  • İzgi C., Osmanlı medreselerinde ilim [Η επιστήμη στους οθωμανικούς μεντρεσέδες], Cilt 1-2, Κωνσταντινούπολη: İz Yayıncılık, 1997.
  • Kazamias A., Education and the quest for modernity in Turkey, The University of Chicago Press, Chicago (1966).
  • Σακελλαρίου Μ., Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν τουρκοκρατίαν (1715-1821), Αθήνα: “Byzantinisch-Neugriechischen Jahrbücher”, 1939.
  • Sarıkaya Y., Medreseler ve modernleşme [Μεντρεσέδες και εκσυγχρονισμός], Κωνσταντινούπολη: İz Yayıncılık, 1997.

  

Πηγή


  •  Πανεπιστήμιο Πατρών,  Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »