Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ελεύθερο Βήμα’

Πολυπολιτισμικότητα και Χριστιανική Αγωγή – Η Περίπτωση της Ελλάδας. Θεοδώρα – Κωνσταντίνα Παπαδημητρίου


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» την μεταπτυχιακή φροντιστηριακή εργασία της κας Θεοδώρας – Κωνσταντίνας Παπαδημητρίου με θέμα:  «Πολυπολιτισμικότητα και Χριστιανική Αγωγή. Η περίπτωση της Ελλάδας». Αφορμή του παρόντος πονήματος είναι το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης και η επακόλουθη πολυπολιτισμικότητα στη σύγχρονη κοινωνία, καθώς και οι προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η Ορθόδοξη Χριστιανική Αγωγή.

 

Πολυπολιτισμικότητα και Χριστιανική Αγωγή – Η Περίπτωση της Ελλάδας

 Εισαγωγή – O πλουραλισμός και το φαινόμενο της  πολυπολιτισμικότητας – Η πολυπολιτισμικότητα στον κόσμο και στην σύγχρονη Ελλάδα – Η παγκόσμια προοπτική των μεγάλων θρησκειών του κόσμου – Ο πνευματικός χώρος της Ορθοδοξίας μέσα στην οικουμενική πολυπολιτισμικότητα – Η Χριστιανική θρησκευτική διαπαιδαγώγηση σημαίνει ανάπτυξη – Η Χριστιανική αγωγή και η σχολική θρησκευτική εκπαίδευση στην Ελλάδα – Το θρησκευτικό βίωμα και η θεραπευτική αγωγή της Χριστιανικής αγωγής – Το ζητούμενο από την Ορθοδοξία Εκκλησία της Ελλάδας – Επίλογος – Βιβλιογραφία

  

  1. Εισαγωγή

Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο γίνεται λόγος για την παγκοσμιοποίηση, με ποικίλες σημασιολογικές φορτίσεις, κυρίως οικονομικές αλλά και πολιτιστικές. Πολλοί την εκλαμβάνουν ως πρόοδο, ανάπτυξη και εξέλιξη. Άλλοι ως αναμφισβήτητη απειλή. Ανεξάρτητα πάντως από την ευφορία ή την ανησυχία με την οποία αντιμετωπίζεται το φαινόμενο, η παγκοσμιοποίηση είναι μια διαδικασία σε εξέλιξη και καμία δύναμη δε φαίνεται ότι μπορεί να την αναστείλει. Όλοι είμαστε εκούσια ή ακούσια σε φάση συνεχών μεταβολών. Ανοίγονται για την ανθρωπότητα υπέροχες δυνατότητες και απροσδόκητες προοπτικές. Αλλά επιφέρονται και αλυσιδωτές αναταραχές, αναθεωρήσεις και ανακατατάξεις. Τελικά το να είμαστε ουδέτεροι, αρνητικοί ή άκαμπτοι αποτελεί σημάδι κοινωνικής στέρησης και υποβάθμισης. Είμαστε άραγε έτοιμοι να υιοθετήσουμε μια συνειδητή και ενεργητική στάση στις σύγχρονες παγκόσμιες προκλήσεις;

Επακόλουθο της παγκοσμιοποίησης είναι και η πολυπολιτισμικότητα που θα ερευνηθεί στη συγκεκριμένη εργασία. Άποψη μου είναι πως η οικουμενικότητα δεν είναι κάτι ξένο και επίφοβο καθώς είναι μέσα στο αίμα των Ορθοδόξων, το οποίο συνεχώς καθαίρεται από το αίμα του Χριστού, ως Λυτρωτή των ανθρώπων. Στη θέση μιας παγκοσμιοποιήσεως που μετατρέπει λαούς και ανθρώπους σε πολτό και τους χρησιμοποιεί για οικονομικούς κυρίως σκοπούς, πιστεύω πως η Ορθόδοξη Χριστιανική αγωγή και το ορθόδοξο βίωμα αποτελεί ένα όραμα που μας καλεί να ενταχθούμε όλοι μαζί σε μια κοινωνία αγάπης ανεξαρτήτου χρώματος, φυλής, μορφωτικού ή κοινωνικού επιπέδου. Είναι λοιπόν μια πρόκληση για την Ορθοδοξία να μπορέσει να διαχειριστεί και να ανταπεξέλθει επαρκώς στις ραγδαίες εξελίξεις της σύγχρονης εποχής αλλά και των επόμενων αιώνων και να βρίσκεται στο κέντρο των κοινωνικών ζυμώσεων, στην πρωτοπορία της προόδου. Άλλωστε και τα πρωτοχριστιανικά χρόνια βρέθηκε σε ανάλογες συνθήκες και κατάφερε με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος να εδραιωθεί, να στηρίξει το νεοσύστατο ποίμνιο και να λειτουργήσει υπερεθνικά, ανακαινιστικά και απελευθερωτικά. Τελικά διαπιστώνουμε πως κάθε εποχή έχει προκλήσεις που μας ωθούν σε αλλαγή, εξέλιξη και ανάπτυξη. 

 

  1. Ο πλουραλισμός και το φαινόμενο της πολυπολιτισμικότητας

 

Η υιοθέτηση του πλουραλισμού βρίσκεται στην καρδιά της φιλελεύθερης δημοκρατίας και εκφράζεται σε πολλαπλά επίπεδα: οικονομικό, κοινωνικό, θρησκευτικό και, τελικά πολιτικό. «Ο κοινωνικός πλουραλισμός συνεπάγεται την αποδοχή των ομάδων, οι οποίες θεωρούνται ως ο φυσιολογικός ή ο επιθυμητός τρόπος οργάνωσης των ατόμων. Η μορφή, όμως, αυτού του πλουραλιστικού ιδεώδους δεν είναι αυτονόητη. Στο πεδίο αυτό αντιπαρατίθενται φιλόσοφοι, όπως ο Montesquieu ή ο Rousseau, και τα συστήματα, όπως αυτά των Ηνωμένων Πολιτειών ή της Γαλλίας… Σήμερα όμως παντού οι ομάδες αναγνωρίζονται και θεωρούνται ως ένα φυσικό μέσο δημοκρατικής έκφρασης» [1]. Κατανοούμε λοιπόν ότι δημιουργείται μια νέα τάξη πραγμάτων σε παγκόσμιο επίπεδο. «Τα πράγματα ξεφεύγουν από τον έλεγχο μας… με μια έννοια του συρμού, όπως είναι σήμερα η παγκοσμιοποίηση. Το βαθύτερο νόημα που μεταφέρει η ιδέα της παγκοσμιοποίησης είναι αυτή του απροσδιόριστου, ανυπότακτου, και αυτοπροωθούμενου χαρακτήρα των παγκόσμιων υποθέσεων· είναι η απουσία ενός ¨ομφαλού¨» [2].

Ο όρος «πολυπολιτισμικότητα»  (multiculturalism) αποτελεί σαφώς δάνειο από την αγγλική γλώσσα με ιδιαίτερη προφορική εκφορά. Όμως πραγματικά γνωρίζουμε τι ακριβώς σημαίνει;  To πιο πιθανό είναι να λάβουμε πληθώρα απαντήσεων και ερμηνειών ανάλογα με το ποιόν θα ρωτήσουμε.  Η πιο απλουστευμένη θεώρηση θα ήταν να υποστηρίξουμε πως πολυπολιτισμικότητα σημαίνει επιλογή ανάμεσα σε μια ποικιλία πολιτιστικών ταυτοτήτων και αγαθών. Επίσης «αφορά τη συμβίωση και τη συνύπαρξη κοινοτήτων με διαφορετικούς πολιτισμούς και πολιτισμικές παραδόσεις. Αναφέρεται τόσο στη γεωγραφική συμβίωση σε αστικοποιημένες περιοχές, όπως είναι τα γκέτο, οι μαχαλάδες, οι κοσμοπολίτικες πόλεις, όσο και στη συνύπαρξη διαφορετικών εθνικών κοινοτήτων στα πλαίσια μεγάλων κρατών, αυτοκρατοριών και συνομοσπονδιών» [3]. Σκοπός της θα μπορούσε να είναι ανάδειξη και η προστασία του εθνικού-πολιτισμικού υπόβαθρου της κάθε κοινότητας.

Είναι δεδομένο πως αποτελεί κυρίαρχο φαινόμενο της εποχής μας. Όλες οι κοινωνίες παγκοσμίως αναζητούν τρόπους για να εξασφαλίσουν την αρμονική συμβίωση διαφορετικών ταυτοτήτων και πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων. Όσο μελετά κανείς διάφορες διαστάσεις της πολυπολιτισμικότητας, αλλά και της θρησκευτικής ελευθερίας, τόσο περισσότερο διαπιστώνει ότι ανοίγονται μπροστά του νέες διαστάσεις τους, που ταυτόχρονα τον οδηγούν σε μια διαφορετική θεώρηση πολλών ζητημάτων. Ιδίως γίνεται κατανοητό ότι βασικές αρχές που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του μοντέρνου κόσμου, όπως η ανεκτικότητα, ο σεβασμός του άλλου, η ελεύθερη διαμόρφωση της ανθρώπινης προσωπικότητας αποκτούν όλο και περισσότερο ιδιαίτερη αξία. Αναδεικνύονται σε αρχές που είναι αναγκαίες για την ομαλή και ειρηνική συμβίωση των ανθρώπων, οι οποίοι εκφράζονται μέσα από έναν πολιτιστικό πλουραλισμό, επικοινωνούν μεταξύ τους λόγω των σύγχρονων αναγκών και δυνατοτήτων και δεν ζουν πια σε κλειστές οριοθετημένες ομάδες. Αξιοσημείωτο είναι σε αυτό το σημείο το σχόλιο του Steven C. Rockefeller που αναφέρει πως: « Όλοι οι πολιτισμοί έχουν τη δική τους θέση σε μια γενικότερη τάξη πραγμάτων, και ο καθένας ξεχωριστά είναι φορέας εγγενούς αξίας η οποία είναι ανεξάρτητη από την όποια αξία μπορεί να έχουν οι παραδόσεις του για τους άλλους πολιτισμούς» [4]. Την κοινωνική αυτή πραγματικότητα της πολιτισμικής ποικιλότητας της εποχής μας περιγράφουν τέσσερις όροι με παρεμφερές περιεχόμενο: ο πολυπολιτισμός, ο διαπολιτισμός, το πολιτισμικό μωσαϊκό και ο κοσμοπολιτισμός.

Τελικά βλέπουμε πως η δυναμική της πολυπολιτισμικότητας πιέζει τις κοινωνίες μας να εξελιχθούν, περνώντας από το στάδιο της κοινωνίας των μαζών στο στάδιο της κοινωνίας των πολιτισμών και των πολιτισμικών ομάδων. «Αλλά τώρα το ζητούμενο είναι να αναγνωρίσουμε όλοι την ίση αξία διαφορετικών πολιτισμικών ενοτήτων. Όχι μόνο να τις αφήσουμε να επιβιώσουν, αλλά να αναγνωρίσουμε και τη σπουδαιότητα τους» [5].

 

  1. Η πολυπολιτισμικότητα στον κόσμο και στην σύγχρονη Ελλάδα

 

Αρχικά παρατηρούμε πως ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε σε χώρες των οποίων ο πληθυσμός αποτελούνταν από ένα αμάλγαμα γηγενών, εποίκων, και μεταναστών. Για παράδειγμα οι Η.Π.Α., ο Καναδάς και Αυστραλία είχαν καθαρά αποικιακό παρελθόν. Επομένως, ήρθαν και πρώτες αντιμέτωπες με την πρόκληση να διαχειριστούν πληθυσμιακές ομάδες με κοινά εθνοπολιτισμικά χαρακτηριστικά, οι οποίες διεκδικούσαν την αναγνώριση της ιδιαιτερότητας της παρουσίας τους.

Σήμερα φαίνεται πως  «πρωτεύουσα στρατηγική επιβίωση στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις δεν είναι εφεξής το ¨από κοινού¨, αλλά η αποφυγή και ο χωρισμός. Δεν τίθεται πλέον ζήτημα αν αγαπάμε η μισούμε το γείτονα μας. Το δίλημμα διευθετείται άμεσα, όταν κρατάμε το γείτονα μας σε απόσταση και η ανάγκη επιλογής του ενός ή του άλλου αναιρείται. Με τον τρόπο αυτό αποφεύγονται όλες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες θα έπρεπε να επιλέξει κανείς μεταξύ αγάπης και μίσους» [6].

Στη σύγχρονη πραγματικότητα, «χαρακτηριστική περίπτωση μιας κρατικής οντότητας που προσπαθεί να διαχειριστεί την πολυπολιτισμικότητα είναι η Αυστραλία. Σύμφωνα με την ιδεολογία που διαμορφώνει την κοινωνική πολιτική της Αυστραλίας, η πολιτισμική πολυφωνία, προσδιορίζεται τόσο από την παρουσία ποικίλων πολιτισμών όσο και από την αποδοχή της θετικής συμβολής της πολυφωνίας των διάφορων εθνοτικών ομάδων στη διαμόρφωση της κοινωνίας» [7]. Επομένως στη σημερινή Αυστραλία η διαφορετικότητα αποτελεί θετική δύναμη για την κοινωνία.

Είναι εμφανές πως στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη κεντρικό θέμα αποτελεί η αναζήτηση τρόπων για την εδραίωση πολυπολιτισμικών δημοκρατιών, που δε θα οδηγούν σε διάσπαση, αλλά θα επιτρέπουν την οργάνωση μιας κοινωνίας πολιτών και πολιτισμικών ομάδων, που θα δέχονται κοινούς κανόνες ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θα συμμετέχουν στην παραγωγή και στη διάδοση πολιτισμικών αγαθών. «Τώρα, μάλιστα, που κατοχυρώθηκε η πολυπολιτισμικότητα ως βασική αρχή στη Χάρτα των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ευρωπαίου πολίτη, υπάρχει ευρύ πεδίο για έρευνα θεωρητική, εμπειρική και πρακτική. Η νομική κατοχύρωση των δικαιωμάτων δεν σημαίνει αυτονόητα και την πραγμάτωση τους στο κοινωνικό πεδίο» [8]. Συνεπώς κατανοούμε πως παράλληλα με τη νομική βάση χρειάζεται αλληλεγγύη, διάλογος και σεβασμός στη διαφορετικότητα μέσα στην κοινωνία.

  Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος ανέφερε σχετικά με το θέμα αυτό: «Πολλοί θέτουν το ερώτημα: “ποιο είναι το μοντέλο το οποίο πρέπει να ακολουθήσουμε στην Ελλάδα, τώρα που η πατρίδα μας γίνεται όνειρο μεταναστών;¨ Τώρα πια και αυτό, όπως και πάρα πολλά άλλα κρίσιμα για το μέλλον μας προβλήματα, υποχρεούμεθα και θα πρέπει να τα λύνουμε στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης… Εκείνο όμως που δεν μπορεί να αλλάξει είναι το πλαίσιο, μέσα στο οποίο εμείς, ως Έλληνες και ως Ευρωπαίοι, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα. Το πλαίσιο για το οποίο μιλώ το δίνει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: ¨ξένον σε αυτόν ίσθι και τίμα ξένους¨. Κάθε αντίληψη ή συμπεριφορά ή νομοθεσία που βλέπει στον ξένο έναν εισβολέα ή έναν ανεπιθύμητο και όχι ένα παιδί του Θεού, είναι αντίθετη προς τη χριστιανική διδασκαλία. Κάθε εκπαιδευτική πολιτική που βλέπει στον ξένο απλά και μόνον ένα φθηνό εργάτη και όχι έναν άνθρωπο, που έχει τα ίδια με μας δικαιώματα στην Παιδεία, είναι αντίθετη προς τη χριστιανική διδασκαλία. Αλλά δε βοηθώ τον ξένο γκρεμίζοντας την κοινωνία μου, στην αγκαλιά της οποίας κατέφυγε. Δεν τον βοηθώ, ξεριζώνοντας το αξιολογικό μου δέντρο, στη σκιά του οποίου κατέφυγε. Αγκαλιάζω τον μετανάστη δεν σημαίνει πνίγω την οικογένεια μου. Είναι δική σας μέριμνα εδώ, είναι και δική μας μέριμνα συνεχής να βρούμε τρόπους που θα οδηγήσουν να ξεπεράσουμε τη Σκύλλα της ομογενοποίησης, αλλά και τη Χάρυβδη του πολυπολιτισμού» [9].

 

  1. Η παγκόσμια προοπτική των μεγάλων θρησκειών του κόσμου

 

Οι μεγάλες θρησκείες του κόσμου είχαν πάντα το όραμα μιας παγκόσμιας κοινωνίας. Με τη διάδοση τους σε ολοένα ευρύτερους κύκλους σταδιακά επεδίωκαν την πνευματική και πολιτιστική παγκοσμιοποίηση. Το πρώτο βήμα έγινε από το Βουδισμό, αργότερα από το Χριστιανισμό και μεταγενέστερα από το Ισλάμ. Οι διάφορες σχολές του Ινδουισμού τόνιζαν τη σχετικότητα και τον πλουραλισμό των θρησκευτικών αληθειών. Στην Κίνα υιοθετήθηκαν προτάσεις του Κομφουκίου, του Λάο-Τσε και στη συνέχεια αφομοιώθηκαν ιδέες του Μαχαγιάνα Βουδδισμού. Σήμερα ο κινεζικός λαός «ενστερνίσθηκε τη μαρξιστική θεωρία, την οποία επεξεργάστηκε ο Μάο-τσέ-Τούνγκ και αναπροσαρμόζουν έντεχνα οι διάδοχοι του» [10].

Το παγκόσμιο θρησκευτικό όραμα διαφέρει από τη σύγχρονη παγκοσμιοποίηση καθώς οι θρησκείες επιζητούν την καθολίκευση με βάση το δικό τους μόνο δόγμα και τις δικές τους αρχές συμπεριφοράς. Κοινό τους σημείο αποτελεί η έμφαση στη συμπάθεια, επιείκεια, φιλανθρωπία, λιτότητα, δικαιοσύνη, ισότητα. Ιδιαίτερα δε στις μονοθεϊστικές θρησκείες κέντρο αποτελεί η πίστη στον έναν, ζωντανό Θεό, δημιουργό των πάντων.  Από τη μία πλευρά συμβάλλουν στη προσέγγιση των ανθρώπων και των λαών, από την άλλη πλευρά όμως συντελούν στην πυροδότηση συγκρούσεων, αγεφύρωτων χασμάτων και παρεμποδίζουν την παγκόσμια τάξη και ειρήνη.

Σήμερα ο θρησκευτικός πλουραλισμός είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός. Οι στατιστικές έρευνες στον συνολικό πληθυσμό του πλανήτη μαρτυρούν την πληθώρα θρησκευτικών ομάδων. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε μερικές όπως: Xριστιανοί, Μουσουλμάνοι, Ινδουιστές, Βουδιστές, οπαδοί κινεζικών θρησκευτικών παραδόσεων, σαμανιστές, μπαχάι, τζαϊνιστές, σιντοϊστές, σαεντολόγοι κ.ά. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως πληθαίνουν οι οπαδοί νέων θρησκειών και οι άθεοι.

Εμφανές είναι λοιπόν πως το θρησκευτικό φαινόμενο καταλαμβάνει πρωταρχικό ρόλο στη διαμόρφωση του πολιτισμού της σύγχρονης εποχής. Μάλιστα «ο αμερικανός καθηγητής στρατηγικών μελετών Samuel Huntington στο έργο του «Η σύγκρουση των πολιτισμών» προέβλεπε σύγκρουση του δυτικού πολιτισμού, όπως διαμορφώθηκε από τον Ρωμαιοκαθολικισμό και τον Προτεσταντισμό με τον ανατολικό, στον οποίο εκτός του Ισλάμ εντάσσει και τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό» [11]. Τελικά διαπιστώνουμε πως το θρησκευτικό βίωμα έχει ιδιαίτερη δυναμική και δεν υπακούει σε στρατηγικές. Δηλαδή δεν ακολουθεί ανθρώπινες προβλέψεις και προγράμματα. Η θρησκευτική συνείδηση δισεκατομμυρίων ανθρώπων βασίζεται απλά στη θεϊκή πρόνοια και αγάπη.

Μέσα στη διαδικασία της παγκοσμιοποιήσεως οι σχέσεις των θρησκειών αναπροσαρμόζονται και επαναδιαπραγματεύονται σε σταθερές, βέβαια, βάσεις. Γίνονται βήματα διαλόγου μεταξύ εκπροσώπων δύο οι περισσοτέρων θρησκευτικών κοινοτήτων με διάθεση ανοιχτής επικοινωνίας και αλληλοκατανόηση. Σεβόμενοι την ελευθερία, την ιδιαιτερότητα του άλλου και με απόλυτη αποδοχή της πολυμορφίας, με πρόθεση τη συνειδητή ειρηνική συμβίωση. Εξάλλου η κάθε θρησκευτική κοινότητα με το πέρασμα των αιώνων έχει διαμορφώσει τις δικές της αρχές και τα ιδιαίτερα ιδεώδη της που είναι πολύτιμα για την αρμονική συμβίωση των ανθρώπων.

Καταλήγοντας θα λέγαμε πως οι διάφορες θρησκείες ανά τον κόσμο γίνονται συχνά φρούρια της ταυτότητας πολλών λαών για να διατηρήσουν τη φυσιογνωμία τους. Βλέπουν τη θρησκεία ως νησίδα ασφαλείας όπου καταφεύγουν για να αποφύγουν τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης. Αναπόφευκτο είναι όμως το γεγονός ότι η θρησκευτική συνείδηση όλων μας ζυμώνεται, ανανεώνεται, αναπροσαρμόζεται καθημερινά, εξετάζει τα νέα κοινωνικά δεδομένα, επηρεάζεται και επηρεάζει μέχρι να φτάσει στην τελική μορφή της στη ζωή μας.

 

  1. Ο πνευματικός χώρος της Ορθοδοξίας μέσα στην οικουμενική πολυπολιτισμικότητα

 

Οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί αναγνωρίζουμε την οικουμενικότητα ως τον αυτονόητο πνευματικό μας χώρο. Μάλιστα η διάσταση της παγκοσμιότητας αποτελεί βασικό συστατικό της Ορθοδοξίας. Βασιζόμενοι στην Αγία Γραφή (Γεν. 1:1) ο ουρανός, η γη, το ανθρώπινο γένος, τα πάντα δημιουργήθηκαν από το Θεό. Επίσης τα τελευταία κεφάλαια της (Αποκ. Ιω. 21-22) αναφέρονται στο όραμα του καινού ουρανού και της καινής γης (Αποκ. 21:1).

 

«Με τη Σάρκωση Του ο Λόγος του Θεού προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση και καλεί στη Βασιλεία Του τους πάντες, χωρίς εξαίρεση, χωρίς διάκριση φυλής, γλώσσας, καταγωγής. Τελικά η παγκοσμιότητα του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού υπερβαίνει ακόμα και τη σφαίρα του πανανθρώπινου, επεκτείνεται σε όλη την κτίση, στην οποία οργανικά ο άνθρωπος μετέχει» [12].

Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι η Χριστιανική διδασκαλία θεμελιώθηκε σε οικουμενικά, πανανθρώπινα, παγκόσμια θεμέλια και έχει εσχατολογικό χαρακτήρα. Βασικός εκφραστής της αποτέλεσε ο απόστολος των εθνών Παύλος. Στις επιστολές του ξεκάθαρα τονίζει τη σχέση της Εκκλησίας με την παγκοσμιότητα (Εφεσίους 1:9-10). Ακόμα και η χρήση της ελληνικής γλώσσας για τη διάδοση του Ευαγγελίου αποτελεί μια έκφανση της οικουμενικότητας, καθώς ήταν η πλέον διαδεδομένη στον τότε γνωστό κόσμο. Στη συνέχεια μεγάλες οικουμενικές προσωπικότητες, Ιεράρχες, διδάσκαλοι, μοναχοί θεμελίωσαν με τα έργα τους τη Χριστιανική πίστη και συνετέλεσαν στη πνευματική συνάντηση των λαών της Ν.Α. Ευρώπης. Αξιοσημείωτο είναι πως και στην Κυριακή προσευχή και στη Θεία Λειτουργία εντοπίζεται ένα όραμα για παγκόσμια σωτηρία. Εκ των προλεγομένων είναι πρόδηλο πως η Ορθοδοξία θεμελιώθηκε πάνω στην παγκοσμιότητα.

Υπάρχει όμως ένα «αγκάθι», που αποτελεί σημαντικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου κόσμου. «Δεν είναι ανθρωποκεντρικός, όπως υποστηρίζει στην πλειονότητα της η Ορθόδοξη θεολογία, αλλά δυναμοκεντρικός. Έχει δηλαδή ως κέντρο τη δύναμη, την εξουσία. Αυτό σημαίνει ότι η Ορθόδοξη θεολογία πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη το γεγονός αυτό και να αλλάξει βασικές δομές της σκέψης της» [13]. Ως εκ τούτου το φαινόμενο της παγκοσμιοποιήσεως είναι μια πρόκληση-πρόσκληση προς όλους μας, κληρικούς και λαϊκούς, ώστε να λάβουμε μια υπεύθυνη και τεκμηριωμένη θέση, αξιοποιώντας γόνιμα όλα τα επιστημονικά, πολιτικά, πολιτιστικά, επικοινωνιακά και οικονομικά δεδομένα. «Πνευματικά είμαστε όλοι ταξιδιώτες ή όπως το θέτει ο Michael Benedikt ¨μεταβαλλόμαστε σε νομάδες- που βρίσκονται διαρκώς σε επαφή¨» [14].

 

  1. Η Χριστιανική θρησκευτική διαπαιδαγώγηση σημαίνει ανάπτυξη

 

Η θρησκευτική διαπαιδαγώγηση πρέπει να περιλαμβάνει την ανάπτυξη, δηλαδή την αλλαγή. Αναπτυσσόμαστε από κάτι που ήμασταν σε κάτι νέο, εξελιγμένο, παραμένοντας όμως το ίδιο πρόσωπο. Η διαδικασία της ανάπτυξης συμβαίνει μέσα μας καθώς αναπτύσσεται η κατανόηση, η αντοχή, η εξυπνάδα, το συναίσθημα κ.α. Είναι δεδομένο πως όπου δεν υπάρχει ανάπτυξη, υπάρχει στασιμότητα. Επομένως θα μπορούσαμε να πούμε πως η τέχνη της εκπαίδευσης θα μπορούσε να ορισθεί σαν παρακίνηση για ανάπτυξη του ανθρώπου. Σε ποιο βαθμό όμως μπορεί ένα μάθημα, μια διδακτική ενότητα, μια εκπαιδευτική διαδικασία να μας ωθήσει προς την ανάπτυξη; Μπορεί να ενεργοποιήσει μια αυτόνομη διαδικασία ανάπτυξης για τις ικανότητες των σπουδαστών κάθε ηλικίας;

Αν ανατρέξουμε στην εποχή της Καινής Διαθήκης, θα διαπιστώσουμε πως μέσα στα Ευαγγέλια υπάρχουν δείγματα μιας διδακτικής μεθόδου που χρησιμοποίησε ευρύτατα ο Ιησούς. Είναι η χρήση των παραβολών που με αλληγορική, συμβολική γλώσσα, οικείες εικόνες από την καθημερινή ζωή παρουσίαζαν στους ανθρώπους βαθύτερες αλήθειες και τους έφερναν κοντύτερα στη Βασιλεία του Θεού. Ήταν μια δημιουργική πράξη που ενεργοποιούσε τη φαντασία και την αυτενέργεια του ακροατή, τον ωθούσε να ταυτιστεί με τον ήρωα της ιστορίας και να οικειοποιηθεί την εμπειρία του.

Μια ακόμα διδακτική μέθοδος του Κυρίου ήταν να ακολουθεί μια εντελώς σταδιακή και εξατομικευμένη διαδικασία προσέγγισης των μαθητών. Δηλαδή προσέγγιζε τον καθένα στο εντελώς δικό του επίπεδο, δίνοντας του χώρο και χρόνο.

Στο επίπεδο της οικογενειακής χριστιανικής ανατροφής είναι δεδομένο όπως προαναφέραμε πως το παιδί συνεχώς μεταβάλλεται, αναπτύσσεται, μεγαλώνει. Επομένως μια βασική πρόκληση για τους γονείς είναι να κατανοήσουν τις μεταβολές στη ζωή του παιδιού τους και κυρίως να την αποδεχτούν.

Μέσα στην σχολική τάξη η ανάπτυξη ενθαρρύνεται όταν ο διδάσκων εξάπτει το ενδιαφέρον του μαθητή και προκαλεί την αμφιβολία του, την παραδοχή του, την διερεύνηση αλλά και διευρύνει τις δυνατότητες του. Ακόμα και τα οπτικοακουστικά μέσα, οι διάφορες μεθοδολογίες διδακτικής του μαθήματος, οι καλλιτεχνικές δραστηριότητες και βιωματικές δράσεις εξυπηρετούν αυτό τον σκοπό. Φυσικά κάθε διδακτική μέθοδος περιλαμβάνει τη δημιουργική προσπάθεια, τη δοκιμή, την αποτυχία, την έρευνα, την αμφισβήτηση και τέλος τη λύση του προβλήματος.

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε πως «το δικό μας έργο είναι να βοηθήσουμε τα παιδιά να αναγνωρίζουν τις ενέργειες του Θεού μέσα στο χώρο της δικής τους ζωής, στο χώρο της δικής τους γνώσης για τα φυσικά γεγονότα και μέσα στο πλαίσιο των λογικών τους δυνατοτήτων. Με το δικό τους ρυθμό, με το δικό τους τρόπο και με τη βοήθεια του Θεού θα αποκτήσουν την αίσθηση της ιερότητος, την αίσθηση του δέους μπροστά στο Μυστήριο του Θεού» [15]. Ο Χριστιανός παιδαγωγός πρέπει να είναι προετοιμασμένος ώστε να αξιοποιήσει το υλικό που του παρέχει το σχολικό πρόγραμμα και να είναι ικανός να το συσχετίσει με τη θρησκευτική αντίληψη της ζωής του κάθε μαθητή.

 

  1. Η Χριστιανική αγωγή και η σχολική θρησκευτική εκπαίδευση στην Ελλάδα

 

Κατά βάση η χριστιανική αγωγή έχει ανθρωπολογικό χαρακτήρα και σχετίζεται με την προσπάθεια που καταβάλλει ο άνθρωπος προκειμένου να οδηγηθεί στο «καθ’ ομοίωση» με το δημιουργό του. Η Χριστιανική αγωγή όμως δε μπορεί να κρατάει μια απομονωμένη θέση στην ατομική ή κοινωνική ζωή μας. Δηλαδή δε μπορούμε να είμαστε «λίγο» Χριστιανοί, ή σε κάποιες φάσεις της ζωής μας, ή σε κάποιους χώρους, όποτε και εάν θέλουμε επιλεκτικά. Είναι ισόβια και διαρκής διαδικασία κατά την οποία καλούμαστε συνεχώς να ξεπεράσουμε τα ανθρώπινα όρια μας, να αναθεωρήσουμε κάποιες πεποιθήσεις μας, να αξιοποιήσουμε τα εγγενή χαρίσματα μας  και να αγωνιστούμε για να φτάσουμε τελικά στην αυτοπραγμάτωση. Η μέθοδος, η στρατηγική και ο χρόνος που χρειάζεται ο καθένας μας είναι υποκειμενικά στοιχεία που προσδιορίζουν και τη μοναδικότητα μας ως «κατ’ εικόνα» του Θεού πλασμένα όντα.

Μια έκφανση της χριστιανικής αγωγής αποτελεί η σχολική θρησκευτική εκπαίδευση που έχει εκπαιδευτικό, μορφωτικό και ηθοπλαστικό χαρακτήρα. Συμβάλει στην κοινωνικοποίηση των μαθητών, προσεγγίζει τα ανθρώπινα προβλήματα και προωθεί την ηθική συγκρότηση των μαθητών. Είναι ευρέως γνωστό πως η σχολική εκπαίδευση στοχεύει στο να παρέχει κυρίως γνώσεις, να διαφωτίζει τα γεγονότα που συμβαίνουν στην πραγματικότητα, να καθοδηγεί προς την αλήθεια, όπως και να προωθεί την επίγνωση και κατανόηση. Κατά τη γνώμη μου αυτές είναι και κάποιες από τις βασικές προϋποθέσεις ώστε να έχουν οι μαθητές ένα αυθεντικό χριστιανικό βίωμα μέσα στο σώμα της εκκλησίας.

Στην πραγματικότητα μπορούμε να αξιοποιούμε κάθε πρακτική ευκαιρία να συνδέουμε το σχολείο και τους μαθητές με προγράμματα που διευρύνουν τις εμπειρίες τους από τις ανθρώπινες διαπροσωπικές σχέσεις. Άποψη του K. Anthony Appiah είναι ότι:

 

«Θα πρέπει να βοηθήσουμε τα παιδιά να αυτοδημιουργηθούν, και αυτό πρέπει να γίνει σύμφωνα με τις αξίες μας, αφού τα παιδιά δε διαθέτουν εξαρχής δικές τους. Το να αποδίδουμε αξία στην αυτονομία σημαίνει να σεβόμαστε τις αντιλήψεις των άλλων και να εξετάζουμε για λογαριασμό τους σοβαρά τα σχέδια τους, όταν αποφασίζουμε γι’ αυτούς, ακόμα κι αν τα παιδιά δεν ξεκινούν με τα δικά τους σχέδια και αντιλήψεις»[16].

 

Πιο συγκεκριμένα μπορούμε να οδηγήσουμε τους μαθητές ώστε να εμβαθύνουν και να κατανοήσουν το νόημα της Εκκλησίας μέσω βιωματικών-ενεργητικών δράσεων όπως: επισκέψεις σε εκκλησίες άλλων εθνικοτήτων, συμμετοχή στη φροντίδα για τις ανάγκες άλλων, ενδιαφέρον για την ιεραποστολική εργασία της εκκλησίας κ.α. Μια ορθόδοξη χριστιανική προσέγγιση της σχολικής θρησκευτικής αγωγής πρέπει πιστεύω να περιλαμβάνει τους παρακάτω πέντε αντικειμενικούς στόχους:

α) Να βοηθάει τους μαθητές να αισθανθούν το Θεό μέσα στη ζωή τους.

β) Να συνειδητοποιήσουν ότι όλοι είμαστε ενεργά μέλη ενός σώματος, της Εκκλησίας.

γ) Να καλλιεργεί την ανάπτυξη του νου και του πνεύματος κάθε μαθητή.

δ) Να ωθεί τους μαθητές να οικειοποιούνται το Θεό και να τον γνωρίζουν όλο και βαθύτερα, πέρα από τα όρια της λογικής και των αισθήσεων τους.

ε) Να τους βοηθά να συνειδητοποιήσουν ότι η χριστιανική πίστη και το χριστιανικό βίωμα περιλαμβάνει όλη την προσωπικότητα και την εγκόσμια ζωή τους.

Επομένως η σχολική θρησκευτική αγωγή μπορεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να είναι σύμμαχος της ενοριακής κατήχησης και κατ’ επέκταση της ορθόδοξης χριστιανικής αγωγής καθώς πιστεύω πως μπορούν να είναι όψεις του ίδιου νομίσματος. Άλλωστε, όπως προανέφερα, και οι δυο έχουν απώτερο σκοπό την πολύπλευρη ανάπτυξη, την καλλιέργεια του ανθρώπου ως όλον και την καθοδήγηση του προς την αυτοπραγμάτωση ή το «καθ’ ομοίωση» με το δημιουργό του. Απαραίτητη βέβαια προϋπόθεση σε αυτή την περίπτωση είναι να έχουμε ομοιογενές μαθητικό δυναμικό, δηλαδή ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές με θέληση για εκούσια, ελεύθερη συμμετοχή. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι σε αυτό το θέμα η τοποθέτηση του αείμνηστου καθηγητή Βασιλείου Τατάκη, «Ο παιδαγωγός δεν χειρίζεται υλικό, αλλά παραλαμβάνει ένα έμψυχο ον, και μάλιστα πνευματικό, και σκοπός του είναι να το βοηθήση να αναπτύξη τις αγαθές σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις για να ακολουθήσει την αγαθή κατεύθυνση που αποτέλεσμα της θα είναι η καλύτερη δυνατή πραγμάτωση και της πνευματικής και της σωματικής του μορφής. Έχει λοιπόν και ο παιδαγωγός ένα όραμα που τον κατευθύνει στο έργο του, αλλά το έργο που επιτελείται δεν είναι μόνο δικό του· συμβάλλει στην επιτέλεση του… Ο άλλος φυσικά σπουδαίος, πολύ σπουδαίος συντελεστής, είναι το ίδιο το παιδί. Πρώτον γιατί απάνω στις δικές του σωματικές και πνευματικές δυνάμεις σταθμίζεται και στηρίζεται η αγωγή του. Δεύτερον, και αυτό είναι το σπουδαιότερο, διότι η αγωγή προϋποθέτει τη δική του συγκατάθεση, το δικό του δόσιμο, το ναι της συνείδησης τους. Χωρίς αυτό δεν γίνεται τίποτα. Είναι πολύτιμο τούτο το σημείο που δείχνει με το δικό του τρόπο ότι η αγωγή προϋπόθεση της έχει πάντα την εκούσια, την ελεύθερη λοιπόν συμμετοχή του τροφίμου» [17]. Όπως καταλαβαίνουμε λοιπόν βασικός παράγοντας αποτελεί η ελεύθερη προαίρεση, δηλαδή η κρίση, η επιλογή, η απόφαση. «Ως συμπέρασμα των λεχθέντων για την προαίρεση θα μπορούσε να είναι , ότι η καλλιέργεια της κρίσης, της επιλογής, της απόφασης και γενικά του κριτικού πνεύματος απαιτείται σε τελευταία ανάλυση να συνδεθεί με το αξιολογικό περιεχόμενο της προσφερόμενης διά μέσου του σύγχρονου σχολείου μόρφωσης, των μεθόδων διδασκαλίας, της προσωπικότητας και της κατάρτισης των διδασκόντων και γενικά κάθε εμπλεκόμενου φορέα στη σχολική διαδικασία» [18].

Πρόκληση όμως αποτελεί το γεγονός πως πολλοί πιστεύουν πως σε «μια κοινωνία πλουραλιστική δεν μπορεί το εκπαιδευτικό σύστημα να είναι θρησκευτικά χρωματισμένο ή ιδεολογικά προσανατολισμένο, αλλά οφείλει να είναι πλουραλιστικό, όπως η κοινωνία δεν είναι μονόχρωμη, αλλά πλουραλιστική. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να υπεισέρχονται μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα οποιοιδήποτε θεσμικοί θρησκευτικοί παράγοντες. Αυτοί μπορούν να επιτελέσουν το έργο της κατήχησης μέσα στις θρησκευτικές κοινότητες. Έτσι, δεν μπορούν να έχουν θέση στο εκπαιδευτικό σύστημα» [19].

Στην περίπτωση του σύγχρονου Ελληνικού σχολείου διαφαίνεται πια ένα πολυπολιτισμικό υπόβαθρο και υπάρχουν διδακτικές ενότητες στα σχολικά εγχειρίδια που αναφέρονται σε άλλες ομολογίες και θρησκείες. Εδώ όμως παρουσιάζεται ο κίνδυνος εμπλοκής θρησκευτικών θεσμικών παραγόντων στο εκπαιδευτικό σύστημα, προκαλώντας συγκρούσεις, διακρίσεις και φανατικά στοιχεία. Ειδικά στις σχολικές τάξεις δεν υπάρχει χώρος για θρησκευτικές διαιρέσεις. Πώς όμως θα μπορούσε το μάθημα της θρησκευτικής αγωγής να έχει ένα γνωσιολογικό, φιλελεύθερο, αντικειμενικό και αδογμάτιστο χαρακτήρα;  Κατά πόσο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν εδώ στοιχεία του οικουμενικού διαλόγου και της οικουμενικής θεολογίας;

 Οι Ελληνικές θεολογικές ενώσεις όπως, η ΠΕΘ (Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων), ο ΚΑΙΡΟΣ (Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος), ο «Σύνδεσμος Κρητών Θεολόγων» κ.ά. μπορούν να αναλάβουν την υλοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων, την σχεδίαση πιλοτικών διδακτικών εγχειριδίων και την πειραματική διδασκαλία τους σε συνεργασία με δημοσία ή ιδιωτικά σχολεία της χώρας, με την οικονομική στήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Έτσι θα προαχθεί η Ευρωπαϊκή παιδεία και εκπαίδευση και συνάμα θα εξομαλυνθεί η κοινή συμβίωση των Ευρωπαίων πολιτών με βάση τη διαφορετική θρησκευτική και εθνική ταυτότητα.

Οι μέχρι τώρα ενέργειες του ΙΕΠ (Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής) βλέπουμε πως είναι ενθαρρυντικές και με σωστό προσανατολισμό. Τα νέα εγχειρίδια σχολικής θρησκευτικής αγωγής που διανεμήθηκαν στα σχολεία φέτος προβάλλουν τις πανανθρώπινες αξίες και ιδεώδη, προωθούν το σεβασμό προς τις άλλες χριστιανικές ομολογίες και θρησκείες του κόσμου, όμως κατηγορούνται από μια μερίδα γονέων και εκπαιδευτικών για προσηλυτισμό των μαθητών. Επομένως κατανοούμε ότι ακόμα και τα πιο σύγχρονα εγχειρίδια χρειάζεται να διδάσκονται από επιμορφωμένους διδάσκοντες, με σωστή μεθοδολογία και φυσικά να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κάθε ηλικιακής ομάδας στις οποίες απευθύνονται.

Παραμένει λοιπόν υπό εξέταση το ερώτημα πώς η Ορθόδοξη χριστιανική αγωγή μπορεί να αξιοποιήσει τα νέα επιστημονικά, οικονομικά, τεχνολογικά δεδομένα και να δημιουργήσει τις κατάλληλες παιδαγωγικές προϋποθέσεις για την ουδέτερη παρουσίαση των άλλων μεγάλων θρησκειών της ανθρωπότητας στους διδασκομένους. Άλλωστε η Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση πάντα είχε ποιμαντική στάση προς τους πιστούς των άλλων χριστιανικών ομολογιών αλλά και τους πιστούς άλλων θρησκειών.

 

  1. Το θρησκευτικό βίωμα και η θεραπευτική αγωγή της Χριστιανικής αγωγής.

 

 Ο σύγχρονος άνθρωπος κουρασμένος και απογοητευμένος από τα προβλήματα του αναζητά μια ανάπαυση, μια αναψυχή. Ζητά, θα λέγαμε, τη θεραπεία της ψυχής του γιατί εκεί εντοπίζει να εδραιώνεται το πρόβλημα. Συχνά ζητά τη βοήθεια της επιστήμης, κάνοντας χρήση της συμβουλευτικής ψυχολογίας, της ψυχαναλυτικής θεραπείας κ.α. Όμως και η Ορθόδοξη Θεολογία αποτελεί μια θεραπευτική επιστήμη, καθώς προασπίζει την πνευματική μας υγεία. Το καταφέρνει με Θεανθρωποκεντρική προσέγγιση, γιατί ενεργεί με τη βοήθεια της Θείας Χάριτος, ουσιαστική δηλαδή με τη συνεργασία θείας και ανθρώπινης θελήσεως. Τον σκοπό αυτό υπηρετούν και τα μυστήρια της εκκλησίας που στηρίζουν τον πιστό στο δρόμο της ζωής του.

«Το αυθεντικό και καθαρό θρησκευτικό βίωμα αποτελεί επίσης μια καθοριστική και αναντικατάστατη διορθωτική επέμβαση ώστε να θεραπευτούν οι αρνητικές συνέπειες της παγκοσμιοποιήσεως… Διότι η θρησκευτική πίστη επηρεάζει το βάθος της ανθρώπινης συνειδήσεως και βουλήσεως, διαμορφώνει τη σκέψη, το ήθος, τον χαρακτήρα των ανθρώπων» [20]. Επομένως το θρησκευτικό βίωμα έχει τη δύναμη να εξαλείψει τον εγωισμό και κατ’ επέκταση τα αλαζονικά σύνολα. Μπορεί να αποτελέσει τη βάση για αφύπνιση, αγωνιστική διάθεση, θετική προσφορά στο κοινωνικό σύνολο. Με αυτή την πρακτική θα μπορέσουν να αντιμετωπιστούν οι αρνητικές επεκτάσεις της παγκοσμιοποιήσεως, προωθώντας παράλληλα την ελεύθερη προαίρεση, την αγαθή και δίκαιη κρίση όπως και την ορθή κρίση των ανθρώπων.

 

  1. Το ζητούμενο από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας

 

«Στην πλουραλιστική, εκλαϊκευμένη κοινωνία μας το νόημα της Εκκλησίας συχνά υποβιβάζεται στο νόημα ενός απομονωμένου, αυτό-περιφραγμένου σώματος, που δεν έχει καμιά σχέση με τα ενδιαφέροντα του κόσμου» [21].

Βασικό μέλημα της Εκκλησίας είναι η πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου, η σωτηρία του και η νοηματοδότηση της ύπαρξης του. Όπως επίσης και η συνύπαρξη με τον άλλον, τον συνάνθρωπο που είναι και εκείνος φτιαγμένος κατ’ εικόνα Θεού. Στο σημείο αυτό όμως διαπιστώνω πως η Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλει να βρει το δρόμο της προς το διάλογο, να χωρέσει τη διαφορετικότητα του άλλου και να προσανατολιστεί στην εξωστρέφεια. Εξάλλου «δεν μπορεί να γίνεται λόγος για συμπαγή Ορθόδοξο κόσμο, όπως τον εκλαμβάνει ο αμερικανός ερευνητής στρατηγικών μελετών Huntington, και όπως ίσως θα μπορούσε να υποστηριχθεί τις αρχές του 20ου αιώνα ή στο μεσοπόλεμο» [22].

Παρατηρούμε ακόμα πως κάθε εκκλησία ανά τον κόσμο έχει διαφορετικού τύπου σχέση με την κοινωνία. «Άλλοτε οι εκκλησίες περιορίζονται σε ένα αυστηρά θρησκευτικό ρόλο αποφεύγοντας και τον παραμικρό ανταγωνισμό με το κράτος, άλλοτε, αντίθετα, οικοδομούν μια πραγματική αντι-κοινωνία ως αντίδραση στην παρέμβαση του κράτους, του οποίου απορρίπτουν τη νομιμότητα ή την πολιτική» [23]. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός σε παγκόσμιο επίπεδο οι έρευνες δείχνουν πως υποχωρούν οι θρησκευτικές πρακτικές, εξασθενεί ο ρόλος της εκκλησίας και της θρησκευτικής πίστης στην καθημερινή ζωή των πολιτών.

Επομένως, στην εποχή των σύγχρονων παγκόσμιων προκλήσεων, η Εκκλησία οφείλει να συντονίσει τον κλήρο, τους λαϊκούς, πιστούς και θεολόγους σε κοινή πορεία προς την υιοθέτηση κοινής αντιμετώπισης του φαινομένου της παγκοσμιοποιήσεως. Τα διαχρονικά χριστιανικά ιδεώδη της δικαιοσύνης, ισοτιμίας, λιτότητας, ασκήσεως και εγκράτειας παραμένουν αποτελεσματικές πρακτικές στις σύγχρονες προκλήσεις. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να επιτευχθεί η υπέρβαση της εγγενής επιθετικότητας, των κοινωνικών συγκρούσεων και η εξομάλυνση των διακρατικών σχέσεων. Έτσι οι χριστιανοί μπορούν να ζουν σε μια κοινωνία αγάπης ως πρόγευση της βασιλείας του Θεού. Άλλωστε «εκείνο που διαφοροποιεί την Εκκλησία από κάθε θρησκειακό σύστημα είναι η ουσιαστική σχέση με τον ζώντα Θεό, την οποία προσφέρει με τη δύναμη και τη χάρη της Ευχαριστιακής κοινότητος… Με ρεαλισμό συνεχίζουμε τη σταυρική πορεία της ζωής μας προσβλέποντας στην Ανάσταση» [24].

 

  1. Επίλογος

 

Στην παρούσα φροντιστηριακή εργασία αναλύσαμε επαρκώς το φαινόμενο της πολυπολιτισμικότητας, τις εκφάνσεις της Χριστιανικής αγωγής αλλά και την εικόνα που παρουσιάσει η σύγχρονη Ελληνική πραγματικότητα στα θέματα αυτά.

Προσωπική μου άποψη αποτελεί πως η Ελληνική κοινωνία βρίσκεται ακόμα σε μεταβατικό στάδιο, καθώς πασχίζει να ορίσει την «ταυτότητα» της. Δηλαδή προσπαθεί να συνδυάσει τον Ευρωπαϊκό προσανατολισμό της με την Ανατολική χριστιανική ορθόδοξη παράδοση, ερευνώντας ακόμη τις πιθανές μεθόδους και λύσεις. Υπάρχει λοιπόν μια ουσιαστική δυσκολία που αντιμετωπίζει η δημοκρατική πολιτεία, στην καλοπροαίρετη προσπάθεια της να αντιμετωπίσει ισότιμα τις μη κυρίαρχες πολιτισμικές ομάδες. Έτσι έρχεται αντιμέτωπη με πλέγματα ηθικών αξιών που εμποδίζουν τις κανονιστικές της δεσμεύσεις. Ευχής έργο θα ήταν να βρεθούν δυνατές λύσεις που να εφαρμόζονται ακριβοδίκαια και αποτελεσματικά, χωρίς να είναι επιζήμιες για εκείνους που ανήκουν σε διαφορετικές πολιτισμικές παραδόσεις. Είναι μια αληθινή πρόκληση της πολυπολιτισμικότητας για το Δυτικό κόσμο, όντας στην αφετηρία μιας μακράς και αβέβαιης πορείας.  Ευελπιστούμε πως μέσα από τη φαινομενική αντιπαράθεση θα επέλθει μια γόνιμη και λειτουργική λύση για το καλό του κοινωνικού συνόλου και γενικότερα της ανθρωπότητας.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Yves Mėny, Συγκριτική πολιτική. Οι δημοκρατίες: Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένες Πολιτείες, Ιταλία, Μεγάλη Βρετανία, Μετάφραση: Παντελής Κυπριανός – Στάθης Μπάλιας, Τόμος Α’, Εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1995, σελ. 78.

[2] Bauman Zygmunt, Παγκοσμιοποίηση, οι συνέπειες για τον άνθρωπο, μετάφραση Χρήστος Βαλλιάνος, εκδ. Θεωρία – Ιδέες Πολύτροπον, Αθήνα 2004, σελ.86.

[3]Νικόλας Βερνίκος & Σοφία Δασκαλοπούλου, Πολυπολιτισμικότητα – Οι διαστάσεις της πολιτισμικής ταυτότητας, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2002, σελ.37.

[4] Τσαρλς Ταίηλορ, Πολυπολιτισμικότητα, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2006, σελ.167.

[5] Στο ίδιο, σελ 119.

[6] Bauman Zygmunt, Παγκοσμιοποίηση…, ό.π., σελ. 72.

[7] Νικόλας Βερνίκος & Σοφία Δασκαλοπούλου, Πολυπολιτισμικότητα…, ό.π.,  σελ.38.

[8] Ιωάννης Πέτρου, Πολυπολιτισμικότητα και θρησκευτική ελευθερία, εκδόσεις παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2003, σελ.88.

[9] Πρακτικά συνεδρίου 28-29 Ιανουαρίου 2005, Πολυπολιτισμικότητα και εκπαίδευση στον καιρό της παγκοσμιοποίησης, έκδοση γραφείου ιδρύματος νεότητας Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Αθήνα 2007, σελ.17.

[10]Αναστασίου Γιαννουλάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία. Μελετήματα Ορθοδόξου προβληματισμού, εκδ. Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 2005, σελ. 252.

[11]Στο ίδιο, σελ. 257.

[12] Στο ίδιο,  σελ. 262.

[13] Ιωάννης Πέτρου, Πολυπολιτισμικότητα…, ό.π., σελ.77.

[14] Bauman Zygmunt, Παγκοσμιοποίηση…, ό.π., σελ. 112.

[15] Σοφίας Κουλομζίν, Το Ορθόδοξο βίωμα και τα παιδιά μας, εκδόσεις Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 1989, σελ. 31.

[16] Τσαρλς Ταίηλορ, Πολυπολιτισμικότητα, ό.π., σελ.195.

[17] Β. Ν. Τατάκη, Παιδαγωγική, εκδ. «Αστήρ» Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι 1978, σελ. 51-52.

[18] Ε. Περσελή, Κατήχηση και Παιδεία, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2010, σελ.91.

[19] Ιωάννης Πέτρου, Πολυπολιτισμικότητα…, ό.π., σελ.223.

[20] Αναστασίου Γιαννουλάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, «Παγκοσμιότητα… ό.π., σελ.261-262.

[21] Σοφίας Κουλομζίν, Το Ορθόδοξο… ό.π., σελ. 33-34.

[22] Mėny Yves, Συγκριτική πολιτική…, ό.π., σελ. 116.

[23] Του ιδίου, σελ. 121.

[24] Αναστασίου Γιαννουλάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα… ό.π., σελ. 266.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Bauman Zygmunt, Παγκοσμιοποίηση, οι συνέπειες για τον άνθρωπο, μετάφραση Χρήστος Βαλλιάνος, εκδ. Θεωρία – Ιδέες Πολύτροπον, Αθήνα 2004.
  • Mėny Yves, Συγκριτική πολιτική. Οι δημοκρατίες: Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένες Πολιτείες, Ιταλία, Μεγάλη Βρετανία, Μετάφραση: Παντελής Κυπριανός – Στάθης Μπάλιας, Τόμος Α’, Εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1995.
  • Βερνίκος Ν. & Δασκαλοπούλου Σ., Πολυπολιτισμικότητα – Οι διαστάσεις της πολιτισμικής ταυτότητας, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2002.
  • Γιαννουλάτου Αναστασίου Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία. Μελετήματα Ορθοδόξου προβληματισμού, εκδ. Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 2005.
  • Κουλομζίν Σοφίας, Το Ορθόδοξο βίωμα και τα παιδιά μας, εκδόσεις Ακρίτας, Ν. Σμύρνη 1989.
  • Περσελή Ε., Κατήχηση και Παιδεία, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2010.
  • Πέτρου Ιωάννης, Πολυπολιτισμικότητα και θρησκευτική ελευθερία, εκδόσεις παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2003.
  • Πρακτικά συνεδρίου 28-29 Ιανουαρίου 2005, Πολυπολιτισμικότητα και εκπαίδευση στον καιρό της παγκοσμιοποίησης, έκδοση γραφείου ιδρύματος νεότητας Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Αθήνα 2007, σελ.17.
  • Ταίηλορ Τσάρλς, Πολυπολιτισμικότητα, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2006.
  • Τατάκη Β. Ν., Παιδαγωγική, εκδ. «Αστήρ» Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήναι 1978.

Θεοδώρα – Κωνσταντίνα Παπαδημητρίου

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Read Full Post »

Ύμνος στα Γαϊδούρια


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα»  ένα σύντομο αλλά διαφωτιστικό άρθρο του κυρίου Γιώργου Γάσια με θέμα: «Ύμνος στα Γαϊδούρια».

 

 

Ο όνος, γομάρι, γαϊδούρι, γαϊδαρέλι, γαϊδουρόπουλο ή απλά γάιδαρος, ποζάρει σε λιβάδι της Πάρου στο φωτογραφικό φακό. Φώτο: Εφημερίδα ΒΗΜΑ 18/11/2009. Επιλογή φωτογραφίας Αργολική Βιβλιοθήκη.

Το γαϊδούρι θα το αναγνωρίσουμε σε κάθε σημείο του πλανήτη αλλά τα καλύτερα γαϊδούρια βρίσκονται στα ζεστά κλίματα σύμφωνα με τους ειδήμονες. Το αιγυπτιακό ίσως είναι το ωραιότερο από όλα, μετά από αυτό έρχεται το περσικό και κατόπιν το κυπριακό. Ειδική αναφορά θα πρέπει να γίνει παράλληλα και στο γαϊδούρι της Υεμένης που διακρίνεται για την ωραιότητα και την κορμοστασιά του. Από τα ευρωπαϊκά γαϊδούρια τα ωραιότερα είναι τα ισπανικά, τα ελληνικά και τα γαλλικά.

Στη χώρα μας διακρίνονται εκείνα της Αττικής, της Ζακύνθου, των Μεγάρων και των Τρικάλων. Σύμφωνα μάλιστα με τις γεωργικές και κτηνοτροφικές στατιστικές, 380.000 περίπου γαϊδουριά καταγράφηκαν το 1929 και 480.000 το 1950. Το 2008 καταγράφηκαν 37.000 περίπου. Ακριβές νούμερο για την περσινή ή τη φετινή χρονιά δεν υπάρχει καθώς η στατιστική υπηρεσία της χώρας μας δεν έχει επεξεργαστεί τα δεδομένα της αγροτικής οικονομίας από το 2008 και μετά, παρόλο τον παροξυσμό των ΜΜΕ για την επιστροφή στο χωριό και την ανάπτυξη των γεωργικών δραστηριοτήτων ως αντίδοτο στη σημερινή κρίση.

Σε μελέτη πάντως που δημοσιεύτηκε το 1937 στο Δελτίο της Αγροτικής Τράπεζας με θέμα την αγελάδα και το γαϊδούρι ως αροτριώντα ζώα, το γαϊδούρι αναδείχθηκε ως το πλέον οικονομικό κατοικίδιο. Για την αγορά του και τη συντήρησή του, δηλαδή για την πληρωμή τοκοχρεωλύσιου στην ΑΤΕ, τα ασφάλιστρα, την διατροφή, το πετάλωμα, το σάγμα (σαμάρι), τα διορθώματα και τους ιμάντες ζεύξεως, κόστιζε 3 φορές λιγότερο σε σχέση με το άλογο. Συγκεκριμένα 2.000 δρχ. το χρόνο έναντι 6.000δρχ. Ο συντάκτης της μελέτης μάλιστα κατέληγε στο συμπέρασμα πως ο καλύτερος συνδυασμός για να έχει επάρκεια μια αγροτική οικογένεια με μικρο-εκμεταλλεύσεις είναι ο συνδυασμός αγελάδας-γαϊδουριού παρόλο που στη γεωργική στατιστική του 1934 τα γαϊδούρια καταγράφονταν στην κατηγορία των μη αροτριώντων ζώων.

Στο γαϊδούρι αξίζει πράγματι η πρώτη θέση μεταξύ των κατοικίδιων. Το γαϊδούρι είναι υπομονετικό, αντέχει στην κακουχία, στους κόπους και στις αρρώστιες ενώ διακρίνεται για την μεγάλη του ημερότητα. Αρκείται σε λίγα άχυρα και ξερόκλαδα για να τραφεί και η δύναμή του είναι ίσως το μεγαλύτερο προτέρημά του. Σηκώνει βάρη μεγαλύτερα από τον όγκο του και σχεδόν ποτέ δεν κοιμάται.

Προσφέρει επίσης το γάλα του, το οποίο είναι όμοιο στα συστατικά του με το γάλα της γυναίκας και για αυτό συνίσταται από τους γιατρούς για τα αδύνατα παιδιά και για όσους έχουν προσβληθεί από κοκκίτη ή είναι φθισικοί. Προτιμά να μη πιει νερό αν δεν είναι καθαρό και διαυγές, έχει ανεπτυγμένες τις αισθήσεις της ακοής, της όρασης και της όσφρησης. Το μνημονικό του επίσης είναι αρκετά ανεπτυγμένο. Γενικώς το γαϊδούρι θεωρείται πως είναι πνευματικώς κατώτερο από το άλογο. Αυτό δεν είναι σωστό. Γνωρίζει πολύ καλά να αναγνωρίζει τον κύριό του αλλά και τους δρόμους από τους οποίους περνά.

Αγαπά να κυλιέται κατά γης και γι’ αυτό έχει ανάγκη από ξυστρί για να καθαρίζεται το δέρμα του που πιάνει ακαθαρσίες και φράσσουν τους πόρους του. Ο στάβλος του πρέπει να είναι καθαρός στο δάπεδο διότι όταν είναι ακάθαρτο στέκεται διαρκώς όρθιο και συνεπώς κουράζεται. Το γαϊδούρι προσβάλλεται μόνο από πονόματο. Για να τον προλάβουμε πρέπει κάθε πρωί να πλένουμε το πρόσωπό του με λίγο χλιαρό νερό η με σαπουνάδα. Η καλή περιποίηση και η καθαριότητα, του ανοίγουν υπερβολικά την όρεξη δυναμώνει ακόμη περισσότερο κι αποκτά ανάστημα.

Στους μεγάλους πολέμους του 20ου αιώνα ολόκληρες πυροβολαρχίες μετακινούνταν αποκλειστικά από μεγαλόσωμα γαϊδούρια. Το μόνο που φόβιζε τους επικεφαλείς μοίραρχους στον πόλεμο ήταν ότι ογκανίζει κατά τις εχθροπραξίες. Κι όταν ένα άρχιζε να ογκανίζει, τότε άρχιζαν όλα μαζί μια συναυλία εκκωφαντική η οποία ήταν δυνατόν να προδώσει την θέση της πυροβολαρχίας, να ανατραπεί ο τακτικός σχεδιασμός και να έρθει ανάποδα ο ντουνιάς καθώς τα γαϊδούρια έχουν μια φήμη για το πείσμα τους. Αυτό οφείλεται στην ιδιαίτερα ανεπτυγμένη αίσθηση τους για αυτοσυντήρηση. Είναι δύσκολο να επιβάλουν ή να πιέσουν ένα γαϊδούρι να κάνει κάτι που το θεωρεί αντίθετο προς το συμφέρον ή την ασφάλεια του.

Ολοκληρώνοντας, σήμερα ίσως δεν έχουμε αντιληφθεί πως το γαϊδούρι δεν αποτελεί σημείο αναφοράς κατά τις επισκέψεις μας στην ύπαιθρο. Σύγχρονες τεχνικές και μηχανές φαίνεται πως έχουν παραμερίσει την αναγκαιότητα της χρήσης του με αποτέλεσμα να φθίνει σημαντικά ο αριθμός τους. Όταν όμως τα πράγματα σοβαρεύουν και η δουλειά πρέπει να γίνει έγκυρα και με απόλυτη ακρίβεια τα γαϊδούρια επιστρατεύονται για να δώσουν λύση. Σταχυολογώ και κλείνω την εισήγησή μου με μια είδηση που δημοσιεύτηκε στα τέλη του 2013 στο διαδίκτυο.

400 κιλά χασίς από την Αλβανία φορτωμένα σε γαϊδούρια εντόπισε η Ειδική Ομάδα Συνοριακής Φύλαξης Καστοριάς σε δύσβατη περιοχή στα σύνορα των δύο χωρών.

 

Πηγές – Βιβλιογραφία


 

  • Γεωργική και Κτηνοτροφική Στατιστική των ετών 1934, 1950, 2008.
  • Άρθρο, «Το Γαϊδούρι», Αγροτική Εγκυκλοπαίδεια, Α, 2, Αύγουστος 1934, σ.17-19.
  • Πασχάλης Τσαμπάσης, «Η αγελάς και ο όνος ως αροτριώντα», Δελτίον Αγροτικής Τραπέζης Ελλάδος, Τομ.Β – Τχ.1 Αθήναι, 1937, σ.43-69.
  • http :// radioflorina. blogspot . gr /2013/12/400. html, Τελευταία προσπέλαση 20/3/2014.

 

Γιώργος Γάσιας, «Ύμνος στα Γαϊδούρια»,

Αναπάντεχες Αφηγήσεις του Παρελθόντος, Νήσος/ΟΜΙΚ, 2015, σ.25-28.

Read Full Post »

Πολιτισμική κληρονομιά – Όταν οι πολίτες δρουν και οι «Ηγέτες» λαϊκίζουν


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα: «Πολιτισμική κληρονομιά – Όταν οι πολίτες δρουν και οι «Ηγέτες» λαϊκίζουν» θέμα που πρόεκυψε από την απόκτηση του έργου «Vue de Nauplie prise oct. 1863 / de Tyrinthe (citadelle) /Argolide» του Louis Francois Boitte και κοσμεί τα γραφεία του Συλλόγου «Ο Παλαμήδης».

 

Υπάρχουν δημόσιες πράξεις πολιτών που πρέπει να μνημονεύονται για την συνεισφορά τους στην διαφύλαξη και ανάδειξη της πολιτισμικής κληρονομιάς και της ιστορίας του τόπου μας. Υπάρχουν και δημόσιες πράξεις «Ηγετών» που πρέπει να μνημονεύονται διπλά για την παταγώδη αποτυχία τους να διαφυλάξουν και να αναδείξουν την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου τους και μάλιστα με τρόπο σκανδαλώδους αδιαφορίας. Αφορμή για να γράψω αυτά τα λόγια παίρνω από δυο γεγονότα. Την πολύ πρόσφατη απόκτηση από ομάδα πολιτών του Ναυπλίου μιας υδατογραφίας του 1836 που απεικονίζει το Ναύπλιο και την πρόσφατη αναίτια και σκανδαλώδη άρνηση απόκτησης των χειρόγραφων πρακτικών του πρώτου Δήμου του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, δηλαδή των πρώτων χρόνων λειτουργίας του Δ.  Άργους από τον… ίδιο Δήμο! Να πως εξελίχθηκαν οι δυο περιπτώσεις για να κατανοήσουν οι αναγνώστες τους βαθύτερους λόγους εκδήλωσης αγάπης ή μίσους, διάσωσης ή καταστροφής, ανάδειξης ή γελοιοποίησης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς. Δυο περιπτώσεις που αποδεικνύουν επίσης πόσο σημαντική είναι η παιδευτική διάσταση δημοσίων δράσεων από απλούς πολίτες και από «ηγεσίες», για την ισχυροποίηση και ανάπτυξη της πολιτιστικής ταυτότητας ενός τόπου ή αντίθετα για την ισχυροποίηση μιας απαιδευσίας ικανής να διαλύσει και το ισχυρότερο ιστορικό παρελθόν.

 

Η υδατογραφία του Louis Francois Boitte (1836) που αποκτήθηκε σε δημοπρασία με κοινή προσπάθεια Ναυπλιωτών πολιτών.

 

Στις 9 Απριλίου 2018, στις 10.35 π.μ., ο Κώστας Καράπαυλος, γνωστός δικηγόρος του Ναυπλίου και εκ των διαχειριστών της διαδικτυακής σελίδας «Παλαιές φωτογραφίες του Ναυπλίου», αναρτά το κείμενο που ακολουθεί:

Υδατογραφία σε χαρτί του Louis Francois Boitte.
Έτος 1863.
Το
έργο τιτλοφορείται «Vue de Nauplie prise oct. 1863 / de Tyrinthe (citadelle) /Argolide».

Έργα του L. F. Boitte, που εἶναι κυρίως γνωστός γιά τις λεπτομερειακές ἀναπαραστάσεις τῶν μνημείων τῆς Ἀκρόπολης πού σχεδίασε, υπάρχουν στο musée d’Orsay, στο Παρίσι.

Αν βρεθούμε σαράντα άτομα να βάλουμε από ένα εικοσάρικο καθένας, μπορεί να τον πάρουμε τον πίνακα, προκειμένου να εκτεθεί σε περίοπτη θέση στα γραφεία του Συλλόγου «Παλαμήδης».

Ακολουθούν σχόλια πολιτών από τα οποία σημαντικότερο είναι το γνωστό «Μέσα κι εγώ», ένδειξη συγκατάθεσης ενός κόσμου που συναινεί στη διάσωση ενός τεκμηρίου της τοπικής ιστορίας και της πολιτισμικής ταυτότητας της πόλης του Ναυπλίου.

Την 1η Ιουνίου 2018, στις 3.08 μ.μ, ο Κώστας Καράπαυλος αναρτά στην ίδια σελίδα δυο φωτογραφίες, μια δική του και μια του Γ. Καρατάσου συνδιαχειριστή, χαρούμενοι με τον αποκτημένο πίνακα  στα χέρια τους στα γραφεία του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης». Από εκείνη την ώρα ο πίνακας κοσμεί τα γραφεία του Συλλόγου και οι πολίτες που συμμετείχαν στην απόκτησή του θα κοσμούν την λογική διαφύλαξης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, όχι μόνο στην πόλη του Ναυπλίου αλλά και σε ολόκληρη τη χώρα. Το χαρούμενο «έπεται συνέχεια» των διαχειριστών της σελίδας, δηλώνει ακριβώς πως η ισχυρή παιδευτική διάσταση των δράσεων αυτών διαμορφώνει και ενισχύει δεσμούς συνείδησης ως προς την πολιτισμική κληρονομιά.

 

Κώστας Καράπαυλος – Γιώργος Καρατάσος

 

Εξώφυλλο της 115ης Δημοπρασίας σπάνιων βιβλίων. Στον κατάλογο της δημοπρασίας και στη θέση 38 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (420-433), ο κωδικός 420 αντιστοιχούσε στα «Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους 1856-1890».

Η δεύτερη χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη της δημοπράτησης των Χειρόγραφων Πρακτικών του Δ.Σ. του Δήμου Άργους της περιόδου 1856-1890. Ο πρώτος Δήμος της χώρας! Θυμίζω τις αντιστοιχίες με την πρώτη περίπτωση. Τα «Χειρόγραφα Πρακτικά» δημοπρατήθηκαν από τον οίκο «Σπανός-Σπάνια Βιβλία» την Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014 και ώρα 17:00 στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Ο Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού κ. Γιώργος Γιαννούσης, εγώ και ο κ. Οδ. Κουμαδωράκης, αναλάβαμε να ζητήσουμε από το Δήμαρχο κ. Καμπόσο να παρέμβει ώστε με κάποιο ευτελές αντίτιμο τα αρχεία να επιστρέψουν στο Άργος. Παράλληλα, ακολουθήσαμε τη διαδικασία της ανεύρεσης ποσού με άλλους πολίτες ώστε από κοινού να αγοράσουμε τα αρχεία. Τίποτα από αυτά δεν ευοδώθηκε καθώς ο Δήμος Άργους επέλεξε τις «νομικίστικες κόντρες» με αποτέλεσμα να ναυαγήσουν οι προσπάθειες απόκτησης των αρχείων και, όπως ακριβώς είχαμε προβλέψει, να αποσυρθούν τα αρχεία από την δημοσιότητα. Επιτυχής πρόβλεψη; Όχι! Πασίγνωστη διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις και για την οποία είχαμε ενημερώσει τη Δημοτική Αρχή «δια ζώσης» και μέσω συγκεκριμένων δημοσιεύσεων στον τύπο.

Η ιστορία αυτή έφτασε στο δικαστήριο. Επειδή πρόκειται για δημόσια έγγραφα υπήρξε καταδίκη με αναστολή, επομένως είναι σα να μην υπάρχει καταδίκη και το δικαστήριο ΔΕΝ επέβαλε την άμεση επιστροφή των τεκμηρίων στον Δήμο Άργους. Ούτε κλεμμένα ήταν, ούτε καταγεγραμμένα! Ο «νομικίστικος παλληκαρισμός» είχε ακριβώς το αποτέλεσμα που επιθυμούσε: να εξαφανιστούν τα αρχεία και όχι να διασωθούν. Όπως ακριβώς δεν διασώθηκαν τα φωτογραφικά αρχεία του Δήμου (κάηκαν σε τυχαία πυρκαγιά!), όπως εξαφανίστηκαν τα τελευταία ιστορικά αρχεία του Δήμου Άργους και η Βιβλιοθήκη του άμοιρου Κολιαλέξη που την δώρισε στην πόλη του για να καταλήγει, χρόνια τώρα, στο πνευματικό σκουπιδαριό που του επεφύλαξαν οι «κεφαλές του τόπου»!

 

Αίθουσα Κολιαλέξη 2012. Άποψη της Βιβλιοθήκης Κολιαλέξη στον διαμορφωμένο ημι-υπόγειο χώρο του Κωνσταντοπούλειου Μεγάρου επί αντι-δημαρχίας Γ. Αναγνώστου. Εδώ φιλοξενήθηκαν τα εναπομείναντα ιστορικά Αρχεία του Δήμου Άργους των οποίων η τύχη αγνοείται από τότε που το κτήριο δόθηκε στην Τουριστική Σχολή. Εδώ επίσης έγινε η πρώτη συνεδρίαση του Δ. Σ. του Ινστιτούτου Αργειακών Μελετών, το οποίο πετάχτηκε στην πνευματική χωματερή του Δήμου Άργους, όπως και η σημαντική έκδοση «Αργειακή Γη».

 

Αν κάτι είναι ακόμη περισσότερο ανησυχητικό από την καταστροφική μανία με την οποία το ιστορικό σώμα της άτυχης πόλης του Άργους υπέστη πραγματικό σφαγιασμό, είναι η τερατώδης ομοιομορφία πνευματικής αντίληψης για την πολιτισμική κληρονομιά συμπολιτευόμενων και αντιπολιτευόμενων! Η αστειότητα, για παράδειγμα, της ίδρυσης του «Ελληνικού Ιστορικού Πάρκου» σε μια πόλη αρχαιολογικό και ιστορικό χρυσορυχείο, γίνεται αντιληπτή με όρους φτηνής αντιπολιτευτικής αερολογίας και όχι ανάλυσης για τις βαθιές ποιοτικές διαστρεβλώσεις που επιχειρούνται στα πνευματικά κριτήρια και τις αντιλήψεις των πολιτών.

Είναι επομένως σημαντικό να μνημονεύονται οι αξιέπαινες δράσεις Δημοτικών Αρχών και πολιτών που στόχο έχουν τη διατήρηση και ανάδειξη της πολιτισμικής κληρονομιάς του τόπου, όπως αυτή του Ναυπλίου. Είναι επίσης σημαντικό να μνημονεύονται διαρκώς οι ανερμάτιστες πολιτικές και λογικές ως αντι-παραδείγματα για την πολιτισμική ανάπτυξη ενός τόπου. Θα επαναφέρω στη δημοσιότητα με νέες λεπτομέρειες και με κάθε ευκαιρία τα ζητήματα των «χαμένων αρχείων» του Δήμου Άργους.

Στους δε φίλους που αναρωτιούνται γιατί το εξαιρετικό Βυζαντινό Μουσείο Άργους έχει μηδαμινή επισκεψιμότητα, θα απαντούσα: γιατί έχει γίνει ζηλευτή προσπάθεια ώστε η άτυχη πόλη να αναφέρεται ως σημείο προς παράκαμψη σε όλους τους τουριστικούς οδηγούς.

Γεώργιος Η. Κόνδης

 Άργος 6-6-2018

 

Διαβάστε ακόμη: Η πονεμένη ιστορία των Ιστορικών Αρχείων του Δήμου Άργους …

Read Full Post »

Το τριφύλλι του Μάη 


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Zήσε Μάη μου να φας τριφύλλι» ή «Ζήσε μαύρε μου, να φας τριφύλλι».  

Γιατί το λέμε και τι σημαίνει μας εξηγεί ο Νίκος Σαραντάκος σε άρθρο του με τίτλο «Το τριφύλλι του Μάη» που δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

 

Στο μεταφραστικό φόρουμ της Λεξιλογίας, ένας εγγλέζος φίλος που ξέρει καλά ελληνικά και μελετάει την ελληνική γλώσσα, και μάλιστα την αργκό, ρώτησε τι σημαίνει η έκφραση «Zήσε Μάη μου να φας τριφύλλι», και μάλιστα αναρωτήθηκε μήπως στην πραγματικότητα ο στίχος είναι «ζήσε μαϊμού να φας τριφύλλι» διότι δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ο μήνας Μάιος, ο Μάης, έχει βιολογικές ανάγκες και τρώει. Η προσπάθεια εκλογίκευσης είναι εύλογη, αλλά βέβαια εμείς ξέρουμε πως η παροιμία (διότι περί παροιμίας πρόκειται) δεν έχει σχέση με τη μαϊμού· άλλωστε, όπως η κατσίκα δεν μασάει ταραμά, έτσι και η μαϊμού δεν τρώει τριφύλλι. (Πάντως, υπάρχει ένα σατιρικό εφηβικό βιβλίο που έχει ως τίτλο αυτό το λογοπαίγνιο: «Ζήσε μαϊμού να φας τριφύλλι»).

Τριφύλλι βέβαια, δεν τρώει ούτε ο Μάης, παρόλο που μάλλον θα έχετε ακούσει να λένε «Ζήσε Μάη μου, να φας τριφύλλι». Όμως δεν είναι αυτή η αρχική μορφή της παροιμίας.

Ο Μάης του Γιάννη Τσαρούχη.

Η αρχική μορφή της, που εξακολουθεί κι αυτή να λέγεται και σήμερα, είναι «Ζήσε μαύρε μου, να φας τριφύλλι» και υποτίθεται ότι τη λέει το χειμώνα ο αγρότης στον γάιδαρό του που πεινάει· λιγοστεύουν  οι ζωοτροφές, έξω όλα τα έχει σκεπάσει το χιόνι, μόνη παρηγοριά είναι η υπόσχεση ότι το Μάη τα χωράφια θα είναι γεμάτα με τριφύλλι – αν τη βγάλει ως τότε ο καψερός. Μάλιστα, σε μερικές παραλλαγές αυτό δηλώνεται σαφέστερα: «Ζήσε μαύρε γάιδαρε να φας το Μάη τριφύλλι», ενώ καταγράφονται επίσης και πλατειασμοί της παροιμίας: «Ζήσε μαύρε μου να φας το Μάη τριφύλλι και τον Αύγουστο σταφύλι». Το «μαύρε μου» να μην το πάρουμε κυριολεκτικά, ως ένδειξη χρώματος,  διότι ήταν συνηθισμένο όνομα για υποζύγια, βεβαίως και για άλογο π.χ. στα ακριτικά τραγούδια (δίνει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα μίλια).

Καθώς ζούμε πια σε αστικό περιβάλλον, όπου δεν έχουμε πια υποζύγια, η φράση «Ζήσε μαύρε μου» έχασε τη διαύγειά της, κι έτσι ο μαύρος αντικαταστάθηκε από τον Μάη, οδηγώντας σε μια φράση εκ πρώτης όψεως οξύμωρη. Πολλοί πάντως εξακολουθούν να χρησιμοποιούν την αρχική μορφή, έστω και συντομευμένη (π.χ. Ζήσε μαύρε μου να φας τριφύλλι), ενώ πολύ συχνά προφέρουμε μόνο το πρώτο σκέλος της παροιμίας: Ζήσε Μάη μου… ή Ζήσε μαύρε μου…

Η παροιμία λέγεται για μακρινές ελπίδες ή υποσχέσεις που πρόκειται να πραγματοποιηθούν στο απώτερο μέλλον, ιδίως όταν υπάρχει μια ανάγκη που επείγει. Συνήθως κρύβει ειρωνεία, ενώ συχνά λέγεται για τα «θα» των πολιτικών. Δεν δείχνει αναγκαστικά δυσπιστία ως προς την ειλικρίνεια των υποσχέσεων, αλλά σαφώς εκφράζει την πρόγνωση ότι η εκπλήρωσή τους θα έρθει πολύ αργά. Για παράδειγμα, στη Ραχήλ του Ξενόπουλου, όπου η δράση εκτυλίσσεται στη Ζάκυνθο κατά το αντιεβραϊκό πογκρόμ, υπάρχει ο διάλογος:

– Μα ο αφέντης έλεγε ψες, πως τηλεγραφήσανε να ’ρθει στρατός από την Αθήνα…
– Ναι, ώσπου να ’ρθει, ζήσε Μάη μου!

ή, στον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη:

– Να περιμένουμε τα καράβια; Ζήσε, μαύρε μου, να φας τριφύλλι…

Τώρα που βλέπω τα παραδείγματα που έχω αποδελτιώσει από τη λογοτεχνία, σκέφτομαι πως ίσως δεν είναι και πολύ σωστό αυτό που έγραψα λίγες αράδες πιο πάνω, ότι η αλλαγή από το «Ζήσε μαύρε μου…» στο «Ζήσε Μάη μου…» έγινε στο αστικό περιβάλλον, διότι βρίσκω τη φράση όχι μόνο στον Ξενόπουλο (που πράγματι έζησε σε πόλεις), αλλά και στον Πατούχα του Κονδυλάκη, όπου επίσης υπάρχει η νεότερη παραλλαγή: Εάν ετελείωνεν αυτό το σπίτι, θα είχαν τελειώσει και τα βάσανά του. Αλλά δεν είχε τελειωμό. Το κατώγειον επλησίαζε να τελειώσει, αλλ’ ο Σαϊτονικολής επέμενε να του κτίσει και ανώγειον κι έτσι θα ήρχετο και ο άλλος χειμώνας· και αν βροχαί διέκοπτον την εργασίαν, θα ήρχετο και η άνοιξις και… ζήσε Μάη μου.

Πάντως, όλες οι συλλογές παροιμιών έχουν την αρχική μορφή (με τον μαύρο αντί του Μάη). Πρόκειται μάλιστα για μάλλον παλιά παροιμία, αν σκεφτούμε ότι την συμπεριλαμβάνει στη συλλογή του ο Βάρνερ, δηλαδή υπάρχει τουλάχιστον από το 1650, με τη μορφή: Ζήσε, μαύρε μου, να φας τριφύλλι.. Ο Βάρνερ μάλιστα, που έζησε κυρίως στην Πόλη, δίνει και τουρκική αντίστοιχη παροιμία (Γαϊδουράκι μην ψοφάς, θα φας τριφύλλι) και πράγματι στο λεξικό του Ρεντχάουζ βρίσκω ότι μια ανάλογη τουρκική λέγεται και σήμερα, ölme eşeğim ölme çayιr çimen bitecek (Μην ψοφάς γάιδαρέ μου, θα φυτρώσει κάποτε χορτάρι).

Φυσικά την παροιμία την έχουν και όλα τα λεξικά, είναι ακόμα πολύ διαδεδομένη. Η εντύπωσή μου ήταν ότι οι περισσότεροι λένε «Ζήσε Μάη μου», αλλά στο γκουγκλ (που βέβαια τα ευρήματά του έχουν γίνει αναξιόπιστα) βρίσκω να υπερτερεί το «Ζήσε μαύρε μου». Το περίεργο είναι ότι το λεξικό Μπαμπινιώτη έχει μόνο το «Ζήσε Μάη», κάτι που είναι παράλειψη.

Αν δεν βαριέστε να σχολιάσετε, μπορείτε να μου πείτε ποιαν από τις δύο μορφές χρησιμοποιείτε, αν έχετε ακούσει την άλλη, κι αν σας φαίνεται οξύμωρο το «Ζήσε Μάη μου».

Στη σημερινή συγκυρία, η παροιμία χρησιμοποιείται πολύ, θα έλεγε κανείς ότι ταιριάζει γάντι. Οι υποσχέσεις ότι η Ελλάδα θα επανέλθει στις αγορές το 2020 ή ότι θα παρουσιάσει ανάπτυξη το 2015 στερεότυπα σχεδόν προκαλούν στα έντυπα το σχόλιο «Ζήσε Μάη μου…» ή «Ζήσε μαύρε μου…» ενώ με την ίδια φράση υποδέχτηκε ο τύπος τις εξαγγελίες για τις επιστροφές ΦΠΑ. Βέβαια, σε αντίθεση με το αιώνιο υποζύγιο, οι έλληνες πολίτες έχουν τη δυνατότητα να δείξουν τη δυσαρέσκειά τους φέτος τον Μάη, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

ΥΓ.  Θα τελείωνα εδώ, αλλά δεν θέλω να σας στερήσω μια πολύ αστεία εξήγηση-μούφα για την προέλευση της φράσης, που τη βρήκα τυχαία σε μια σπαρταριστή ιστοσελίδα με πολλές δήθεν εξηγήσεις φράσεων. Το πιο αστείο είναι ότι κάποιοι πείσθηκαν από την εξήγηση και την αντέγραψαν στα ιστολόγιά τους! Λοιπόν, η φράση βγήκε από έναν σκληροτράχηλο αμυντικό του… Ντροπαλού Ελευσίνος, που λεγόταν Ανέστης Μάης. Αλλά ιδού το πρωτότυπο: Η φράση αυτή γεννήθηκε μέσα στα γήπεδα του ελληνικού ποδοσφαίρου περί τα τέλη της δεκαετίας του 20. Ο Ανέστης Μάης ήταν αμυντικός της ομάδας του Ντροπαλού Ελευσίνας, γνωστός εκτός από την μεγάλη ποδοσφαιρική του αξία και για την πρωτοφανή αγριότητα που τον διέκρινε όταν μάρκαρε τους αντιπάλους του. Κάποιες φορές μετά τον αγώνα έστηνε καρτέρι έξω από τα γήπεδα ή από τα αποδυτήρια των αντίπαλων ομάδων με σκοπό να επιτεθεί είτε σε συγκεκριμένους αντιπάλους ή ακόμα και σε ολόκληρη την αντίπαλη ομάδα. Ο Μάης ήταν πολύ μεγαλόσωμος αθλητής, με διαστάσεις γίγαντα αναλογικά με εκείνη την εποχή, αλλά το κύριο όπλο του ήταν η οδοντοστοιχία του, που τη χρησιμοποιούσε για να εκδικηθεί όσους αντιπάλους τον εξόργιζαν. Κάποτε μάλιστα είχε εξουδετερώσει ολόκληρη την ομάδα του Ατέρμονου Βόλου, δαγκώνοντας προπονητή και παίκτες σε άγριο καβγά μετά το ματς. Όταν λοιπόν η ομάδα του Μάη ήταν στις δόξες της, είχε κληρωθεί να παίξει στο κύπελλο Ελλάδος του 1928 με τον Παναθηναϊκό, που ως γνωστό έχει σήμα το τριφύλλι. Ο Μάης όμως ήταν βαριά άρρωστος από μαλάρια εκείνη την περίοδο και διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο να πεθάνει. Οι συμπαίκτες του, σε μια επίσκεψή τους στο σπίτι του ετοιμοθάνατου Ανέστη Μάη, αμέσως μετά την κλήρωση του κυπέλλου, προσπαθούσαν να εμψυχώσουν το μεγαλόσωμο αμυντικό με την παραπάνω φράση, ώστε να καταφέρει να ξεπεράσει την αρρώστια και να παίξει στον ιστορικό αγώνα, μια που χωρίς αυτόν ήταν σίγουρο ότι δε θα τα κατάφερναν. Έτσι, «Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι», σημαίνει «κάνε κουράγιο, γίνε δυνατός και όλα μπορείς να τα καταφέρεις» και διατηρεί μέχρι σήμερα τη σημασία της.

 

Νίκος Σαραντάκος

Απρίλιος, 2012

Read Full Post »

Όταν οι Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεων» άνοιξαν το Ανατολικό Ζήτημα


 

 

Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ένα επίκαιρο άρθρο του Δρ. Στέλιου Αλειφαντή, διευθυντή του Κέντρου Ανάλυσης Διεθνών Συγκρούσεων με θέμα:

Όταν οι Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεων» άνοιξαν το Ανατολικό Ζήτημα.

 

 

Πλησιάζοντας σε μια ακόμη επέτειο της Εθνεγερσίας του 1821 θα διαβάσουμε, ακούσουμε και δούμε έναν καταιγισμό απόψεων για το ’21, οι περισσότερες από αυτές εστιάζοντας στην σύγκρουση αντιλήψεων που διαπερνούν την σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα, παρά στα τότε ιστορικά συμβάντα για την εξαγωγή διδαγμάτων.

Κυρίαρχη ανάμεσα σ’ αυτές η άποψη ότι «μετά την αρχική επιτυχία, η Επανάσταση βρέθηκε σε αδιέξοδο» αντανακλά μια ριζωμένη πεποίθηση, παρά μια από τις πολλές ιστορικές ερμηνείες για την σημασία ιστορικών γεγονότων ή παραγόντων, στο εσωτερικό πολιτικό, στρατιωτικό και διεθνές επίπεδο. Μια άποψη που καταλήγει στο γνωστό ιδεολόγημα ότι «χωρίς την ξένη επέμβαση η ελληνική εξέγερση θα ήταν καταδικασμένη».

Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα, την ημέρα του Πάσχα του 1821.

Εξετάζοντας από διεθνολογική άποψη την Επανάσταση του 1821 και αφήνοντας κατά μέρος τις γνωστές… «γεωπολιτικές» / «γεωστρατηγικές» απόψεις που δεν μας οδηγούν στην ουσία της διεθνολογικής ανάλυσης του κρίσιμου ερωτήματος «γιατί πέτυχε η Επανάσταση του ’21», μπορούμε τεκμηριωμένα να επισημάνουμε ότι η Επανάσταση δεν βρέθηκε σε αδιέξοδο, επειδή ήδη είχε επιτύχει με την στρατιωτική επικράτηση της την περίοδο 1821-1823 να αποτελέσει Διεθνές Ζήτημα. Με απλά λόγια, το Ελληνικό ζήτημα έγινε εφικτό να αποτελέσει ένα πρόβλημα «Ειρήνης ή Πολέμου» του διεθνούς ανταγωνισμού και ειδικότερα του κυρίαρχου αγγλο-ρωσικού ανταγωνισμού της εποχής της Παλινόρθωσης μετά το Συνέδριο της Βιέννης (1815).

Την υπαρκτή αυτή δυνατότητα του Ελληνικού Ζητήματος είχε έγκαιρα υποστηρίξει ο Ι. Καποδίστριας διαβλέποντας ότι εφόσον οι Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεων» εξεγερθούν αναπόφευκτα θα ανοίξουν de facto το Ανατολικό Ζήτημα, επί του οποίου συγκρούονταν οι Μ. Δυνάμεις της εποχής και το οποίο δεν συζητήθηκε στο Συνέδριο της Βιέννης επειδή, όπως το Πολωνικό απείλησε να τινάξει στον αέρα τους εδαφικούς διακανονισμούς της Βιέννης, πολύ περισσότερο το Ανατολικό Ζήτημα (δηλαδή ο έλεγχος των Στενών του Βοσπόρου) κινδύνευε να οδηγήσει σε πολεμική ρήξη τις Μ. Δυνάμεις.

Ο Ι. Καποδίστριας, αφού συστηματικά πρότεινε ως Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας αλλά μάταια ανέμενε τον τσάρο Αλέξανδρος Α’ να λάβει την σχετική πρωτοβουλία στο πλαίσιο των ρωσο-οθωμανικών σχέσεων, κατέληξε ήδη από το 1816 και πλέον από το 1819 συνέτεινε σταθερά στην προετοιμασία της ανάληψης της πρωτοβουλίας από τους Έλληνες «δια των Δικών τους δυνάμεω». Κι όταν έφτασε η ώρα του ’21, ο Ι. Καποδίστριας, από εκείνη πλέον την θέση, ηγήθηκε της ρωσικής διπλωματικής δράσης για να εξασφαλίσει την διεθνοποίηση του ελληνικού ζητήματος, που δεν είχε καταφέρει να πράξει, ως ανερχόμενος διπλωμάτης, στην Βιέννη  του 1815.

Το ποιοτικό στοιχείο της κατάστασης βρίσκεται ΑΚΡΙΒΩΣ στο γεγονός ότι: η ελληνική εξέγερση, με τις στρατιωτικές επιτυχίες, της αναδιάταξε τις διεθνείς ισορροπίες στο Ανατολικό ζήτημα, που η ίδια de facto «άνοιξε» διάπλατα, καθιστώντας την ρωσική παρέμβαση «αναπόφευκτη».

Αυτό σημαίνει ότι:

– ενώ το κέντρο βαρύτητας της Ελληνικής εξέγερσης είναι στην στρατιωτική επιτυχία της σε βάρος της Πύλης,

– ο αντικειμενικός σκοπός της Ελληνικής εξέγερσης βρίσκεται στην διεθνοποίηση του Ελληνικού ζητήματος.

Κι αν κανένα αποτέλεσμα δεν είναι εκ των προτέρων προδιαγεγραμμένο για την ελληνική εξέγερση, τόσο η δυνατότητα στρατιωτικής επιτυχίας, όσο και η δυνατότητα διεθνοποίησης του Ελληνικού ζητήματος εδράζονται (πάντα φυσικά ως δυνατότητες στο πλαίσιο υπολογισμού του ρίσκου) στην ανάλυση της κατάστασης τόσο των στρατιωτικών συσχετισμών, όσο και της συγκυρίας του διεθνούς (αγγλο-ρωσικού) ανταγωνισμού.

Κι αν στο πρώτο η εμπειρία, το φρόνημα και οι πολιτικές επιδιώξεις των αδούλωτων οπλαρχηγών έπαιξαν ρόλο, στο δεύτερο η πολιτική ευφυΐα και η διπλωματική δράση του Ι. Καποδίστρια έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Τον ενορχηστρωτή της επαναστατικής προετοιμασίας, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έπαιξε η έγκαιρη δημιουργία της Εταιρείας των Φιλικών στα 1814, που από μόνη της «μαρτυρά» την προ-επαναστατική ανάδειξη αυτών των δυνατοτήτων και την βαθιά πεποίθηση στις «δικές μας δυνάμεις».

Τρεις, επομένως, διακριτές διαστάσεις φορέων της ελληνικής εξέγερσης συμπλέκονται διαλεκτικά διαμορφώνοντας το ενιαίο «ιστορικό υποκείμενο» της εθνεγερσίας του 1821.

Από αυτήν, την καθοριστική άποψη των διεθνών διαδικασιών που επέβαλε η στρατιωτική επικράτηση της Επανάστασης του 1821, δύσκολα μπορεί κανείς να θεωρήσει την ύπαρξη ενός … «αδιεξόδου» του 1821 και η περίφημη «Ναυμαχία Ναβαρίνου», η «ναυαρχίδα» της άποψης ότι ο … «ξένος παράγοντας έσωσε το 1821», αξιολογείται στο επίπεδο που ιστορικά ανήκει, δηλαδή ως επιλογή «χειρισμού» του ανταγωνισμού των Μ. Δυνάμεων στο Ανατολικό ζήτημα, που επέβαλε στο προσκήνιο των διεθνών εξελίξεων η Επανάσταση του 1821. Γιατί τελικά το κριτήριο της «πράξης» είναι που επιβεβαιώνει ή όχι «σχεδιασμούς» ή «πρωθύστερες» ερμηνείες καθώς η «πράξη» είναι εκείνη που δημιουργεί τις νέες πολιτικές πραγματικότητες.

 

Στέλιος Αλειφαντής

 

 * Ο Δρ. Στέλιος Αλειφαντής είναι συγγραφέας πέντε βιβλίων και 70 δημοσιεύσεων, ενώ έχει συμμετάσχει σε αρκετές συλλογικές ακαδημαϊκές εκδόσεις. Το συγγραφικό έργο του καλύπτει ζητήματα που αφορούν την Διεθνή Πολιτική, την Περιφερειακή ασφάλεια, την Ελληνική Εξωτερική Πολιτική & Άμυνα, την Μελέτη Περιοχών (Area Studies), καθώς και την Διαχείριση Κρίσεων και την Επίλυση Συγκρούσεων.

Από το 1989 μέχρι σήμερα έχει διδάξει μαθήματα Διεθνών Σχέσεων και Διαχείριση Κρίσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ως Λέκτορας και Επίκουρος Καθηγητής, ενώ στο Αιγαίο Πανεπιστήμιο ως Επίκουρος Καθηγητής και Πανεπιστήμιο Πειραιά ως Αναπληρωτής Καθηγητής (Π.Δ. 407/80).

 

Read Full Post »

Η Μακεδονία και η παραποίησή της από τους Σκοπιανούς – Αλεξάνδρα Ροζοκόκη, Διευθύντρια Ερευνών στην Ακαδημία Αθηνών 


 

 

Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα» ένα επίκαιρο άρθρο για το Μακεδονικό ζήτημα της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύντριας Ερευνών στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

«Η Μακεδονία και η παραποίησή της από τους Σκοπιανούς».

 

Γενάρχης και επώνυμος ήρωας των Μακεδόνων ήταν ο Μακεδών. Σύμφωνα με τον Ησίοδο (απ. 7 M.- W.) ο Μακεδών ήταν γιος του Δία και της κόρης του Δευκαλίωνα Θυίας, αδελφός του Μάγνητα, επώνυμου της Μαγνησίας. Στενότατος συγγενής του Μακεδόνα (θείος ή παππούς) ήταν ο Έλλην, επώνυμος των Ελλήνων· πρώτα ξαδέλφια ή θείοι του Μακεδόνα ήταν οι γιοι του Έλληνα: Αίολος, Δώρος και Ξούθος (= ο πατέρας του Ίωνα), οι οποίοι υπήρξαν πρόγονοι των τριών μεγάλων αρχαιοελληνικών φύλων, δηλ. των Αιολέων, Δωριέων και Ιώνων αντίστοιχα (Ησίοδ. απ. 9 M.-W., Θουκ. 1.3.2, Σχόλ. εις Πίνδ. Ολ. 9.68).

Ως γιοι του Μακεδόνα μαρτυρούνται μεταξύ άλλων ο Πίερος, ο Άμαθος κι ο Ευρωπός, επώνυμοι των μακεδονικών πόλεων/περιοχών της Πιερίας, Ημαθίας κι Ευρωπού (Σχόλ. εις Όμ. Ιλ. Ξ 226, Στέφ. Βυζ. λ. Ευρωπός).

Η μακεδονική ήταν μία από τις βορειοδυτικές αρχαίες ελληνικές διαλέκτους, κυρίως δωρικού χαρακτήρα και με κάποια θεσσαλικά στοιχεία. Κατά τα τέλη του 5ου/αρχές του 4ου αι. π.Χ. ορίστηκε η αττική διάλεκτος ως επίσημη γλώσσα του μακεδονικού βασιλείου. Λόγω γειτνίασης με μη ελληνικά φύλα παρεισέφρησαν στη μακεδονική ιλλυρικά, θρακικά, κ.ά. στοιχεία.

Κοιτίδα των Μακεδόνων θεωρείται η περιοχή βόρεια κι ανατολικά του Ολύμπου. Με αφετηρία την πρωτεύουσά τους Αιγές άρχισαν από τον 7ο αι. π.Χ. και μετά να εξαπλώνονται ώσπου τον 4ο αι. π.Χ. το καθαυτό μακεδονικό κράτος εκτεινόταν από την Οχρίδα μέχρι τον Νέστο και βόρεια του Κουμάνοβο μέχρι τον Πλαταμώνα.

Έχει υποστηριχθεί ελληνική ρίζα για το εθνικό όνομα Μακεδόνες λόγω συγγένειας με το επίθετο μακεδνός = «μακρύς, ψηλός» (πρβλ. μήκ-ος, μάκ-ρος). Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (1.56, 8.43) οι Δωριείς ήταν ανέκαθεν ελληνικό φύλο· αρχικά κατοικούσαν στη Φθιώτιδα με βασιλιά τον Δευκαλίωνα, αργότερα εγκαταστάθηκαν μεταξύ Όσσας και Ολύμπου με βασιλιά τον γιο τού Έλληνα Δώρο, και τέλος στην Πίνδο όπου έλαβαν την επωνυμία Μακεδνοί. Από την Πίνδο οι Δωριείς μετακινήθηκαν πάλι προς τα κάτω: εγκαταστάθηκαν μεταξύ Οίτης και Παρνασσού, τέλος στην Πελοπόννησο. Με βάση τα παραπάνω, Μακεδνοί /Μακεδόνες σημαίνει είτε «υψηλόσωμοι» είτε «κάτοικοι των υψηλών/ορεινών περιοχών». Δύο άλλα ισότιμα ονόματα για Μακεδονία, Μακεδών είναι αντίστοιχα Μακετία και Μακέτης, τα οποία προτιμούσαν να χρησιμοποιούν οι Ρωμαίοι ποιητές των αυτοκρατορικών χρόνων προκειμένου να επιδεικνύουν την υψηλή μόρφωσή τους.

Όλοι οι Μακεδόνες βασιλείς περ. από τα μέσα του 7ου αι. π.Χ. μέχρι την κατάκτηση της χώρας από τους Ρωμαίους (168 π.Χ.) ήταν Έλληνες. Πιο συγκεκριμένα: η δυναστεία των Αργεαδών που βασίλευσε από τ’ αρχαϊκά χρόνια μέχρι το 310 π.Χ., διεκδικούσε καταγωγή από τους Τημενίδες του πελοποννησιακού Άργους (υπενθυμίζω ότι οι Τημενίδες ήταν απόγονοι του Ηρακλή, Ηρόδ. 8.137-9, Θουκ. 2.99). Στη δυναστεία των Αργεαδών ανήκει ο Φίλιππος Β΄ κι ο γιος του Αλέξανδρος Γ΄, ο οποίος από την πλευρά της μητέρας του Ολυμπιάδας είχε καταγωγή από τον Αιγινήτη ήρωα Αιακό. Επομένως ο Μ. Αλέξανδρος μπορούσε να καυχηθεί ότι από τον πατέρα του ήταν απόγονος του Ηρακλή και από τη μητέρα του απόγονος του Αχιλλέα. Μετά τους Αργεάδες η εξουσία πέρασε για σύντομο διάστημα στους Αντιπατρίδες κι εν συνεχεία για μεγαλύτερο διάστημα στους Αντιγονίδες. Εάν πιστέψουμε τον μύθο ότι ιδρυτής του βασιλικού οίκου της Μακεδονίας υπήρξε ο Τημενίδης Κάρανος (Διόδ. Σικ. 7.15-7, Σχόλ. εις Κλήμ. Προτρ. 2.11), τότε η χρονική αφετηρία για τη δυναστεία των Αργεαδών μετατίθεται έναν αιώνα πιο πίσω, δηλ. περ. τον 8ο αι. π.Χ. Οι αριστοκράτες που πλαισίωναν τη βασιλική οικογένεια, οι σύμβουλοι/εταίροι, κ.λπ. ήταν επίσης ελληνικής καταγωγής. Οι Μακεδόνες ηγέτες ήταν πρωτίστως βασιλείς των Ελλήνων Μακεδόνων. Καθώς όμως το βασίλειο της Μακεδονίας εξαπλωνόταν, ενσωμάτωνε είτε με τη βία είτε με τη διπλωματία και μη ελληνικά έθνη.

Οι Μακεδόνες βασιλείς προσκαλούσαν Έλληνες ποιητές, φιλοσόφους ή καλλιτέχνες για τόνωση του πολιτισμού· γνωρίζουμε π.χ. ότι ο τραγικός Ευριπίδης κι ο ζωγράφος Ζεύξης προσκλήθηκαν στην Πέλλα ενώ ο Αριστοτέλης υπηρέτησε ως παιδαγωγός του νεαρού Αλεξάνδρου. Με τις κατακτήσεις του ο Μ. Αλέξανδρος διέδωσε τον ελληνικό πολιτισμό και την ελληνική γλώσσα. Ο Πλούταρχος μαρτυρεί ότι ο Αλέξανδρος επέλεξε 30.000 αγόρια Περσών για να μάθουν να μιλούν ελληνικά και να χρησιμοποιούν τα μακεδονικά όπλα (Αλέξ. 47.3). Ο Αρριανός λέει ότι μετά την Ινδία κάθε τμήμα πεζικού απετελείτο από 4 Μακεδόνες και 12 Πέρσες (Ανάβ. 7.23.3-4).

 

Ο Μέγας Αλέξανδρος νικά το Δαρείο στη μάχη της Ισσού. Ψηφιδωτή διακόσμηση στο πάτωμα της «exedra» της οικίας του Πάν στην Πομπηία. Εθνικό Μουσείο Νεάπολης. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Η Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (Π.Γ.Δ.Μ.) βρίσκεται στην περιοχή η οποία ονομαζόταν κατά την αρχαιότητα Παιονία. Πρώτος ο Όμηρος αναφέρει τους Παίονες στην Ιλιάδα, παρουσιάζοντάς τους ως συμμάχους των Τρώων (Β 848-50). Οι αρχηγοί των Παιόνων, Πυραίχμης και Αστεροπαίος, φέρουν ελληνικά ή εξελληνισμένα ονόματα. Όταν ο Πάτροκλος σκοτώνει τον Πυραίχμη και ο Αχιλλέας τον Αστεροπαίο, οι υπόλοιποι Παίονες, βλέποντας τους αρχηγούς τους νεκρούς, πανικοβάλλονται και το βάζουν στα πόδια (Π 284-93, Φ 179-82, 200-11). Αξίζει να σταθούμε για λίγο στη σκηνή μονομαχίας μεταξύ Αχιλλέα και Αστεροπαίου (Φ 139 κ.ε.): προτού αναμετρηθούν, ο Αχιλλέας εντυπωσιασμένος από την τόλμη του αντιπάλου να σταθεί απέναντί του και να πολεμήσει, τον ρωτά ποιος είναι κι από πού κατάγεται. Ο Αστεροπαίος απαντά με θάρρος και υπερηφάνεια ότι κατάγεται από τον Αξιό, πλατύ ποτάμι που κυλά τα πανέμορφα νερά του πάνω στη γη. Ο Αστεροπαίος ήταν επιδέξιος να εκσφενδονίζει δόρατα και με τα δύο χέρια. Το πρώτο δόρυ που ρίχνει, προσκρούει πάνω στην ασπίδα του Αχιλλέα· το δεύτερο, προτού πέσει στη γη γρατσουνίζει τον πήχυ του δεξιού χεριού του Αχιλλέα. Ενώ κυλά το αίμα από την πληγή, ο Αχιλλέας εκσφενδονίζει το δικό του δόρυ αλλ’ αστοχεί· ακολούθως ορμά με το σπαθί και σκοτώνει τον αντίπαλο. Καθώς αφαιρεί τα όπλα από τον νεκρό Αστεροπαίο, ο Αχιλλέας καυχιέται: «Έτσι να κείσαι· είναι δύσκολο να τα βάζει κανείς με τους απογόνους του Δία, κι ας είναι απόγονος ποταμού. Έλεγες ότι η γενιά σου κρατά από πλατύ ποτάμι. Όμως εγώ καυχιέμαι ότι η δική μου κρατά απ’ τον μεγάλο Δία. Με γέννησε άνδρας που βασιλεύει σε πολλούς Μυρμιδόνες, ο Πηλέας, ο γιος του Αιακού· κι ο Αιακός ήταν γιος του Δία. Όσο είναι ο Δίας ισχυρότερος από τα ποτάμια που χύνονται στη θάλασσα, άλλο τόσο πιο ισχυρή είναι η γενιά του Δία απ’ τη γενιά ενός ποταμού».

Οι ίδιοι οι Παίονες ισχυρίζονταν ότι ήταν άποικοι των Τευκρών οι οποίοι είχαν έλθει από την Τροία (Ηρόδ. 5.13)· γι’ αυτό στον τρωικό πόλεμο βοήθησαν τους Τρώες. Νεώτεροι μελετητές κατατάσσουν τους Παίονες σε λαό ιλλυρικής ή θρακο-ιλλυρικής καταγωγής. Σύμφωνα μ’ έναν μύθο που παραδίδει ο Παυσανίας (5.1,4-5,8) ο Παίων ήταν μαζί με τον Επειό και τον Αιτωλό γιοι του Ενδυμίωνα. Όταν ο πατέρας τους θέλησε να κληροδοτήσει το βασίλειό του, υπέβαλε τους γιους του σε αγώνα δρόμου. Νικητής ανεδείχθη ο Επειός ο οποίος έλαβε το βασίλειο της Ήλιδας. Στενοχωρημένος ο Παίων σηκώθηκε κι έφυγε όσο πιο βόρεια μπορούσε ώσπου εγκαταστάθηκε στη χώρα πέρα από τον Αξιό, δίνοντας τ’ όνομά του σ’ αυτήν. Ο Αιτωλός έμεινε αρχικά στην Ήλιδα, αργότερα όμως μετά τη διάπραξη ενός ακούσιου φόνου αναγκάστηκε να ξενιτευθεί στην περιοχή όπου έδωσε τ’ όνομά του, δηλ. στην Αιτωλία. Ο παραπάνω μύθος υποδεικνύει εγκατάσταση Ελλήνων σε παιονικές περιοχές.

Οι Παίονες επεδίωκαν πάντοτε να κατέχουν μέρη της παραλιακής Μακεδονίας· επομένως οι Αργεάδες για να επεκτείνουν το κράτος τους ήταν υποχρεωμένοι να τους εκδιώκουν όσο γινόταν βορειότερα, πέρα στα βουνά. Ο Στράβων (7 απ. 20, 23a) μαρτυρεί την εκ θεμελίων καταστροφή της παιονικής Αμυδώνας (σημ. Αξιοχώρι) από τους Αργεάδες. Το 356 π.Χ. ο Φίλιππος μ’ αιφνιδιαστική επίθεση διέλυσε συνασπισμό Παιόνων, Ιλλυριών και Θρακών αναγκάζοντάς τους σε υποταγή (Διόδ. 16.22.3). Ο Δημοσθένης (1.23) περιγράφει τη θέση των Παιόνων και Ιλλυριέων ως υποδούλων στο κράτος του Φιλίππου ο οποίος (σύμφωνα με τον Αθηναίο ρήτορα) είχε τη φήμη σκληρού δυνάστη. Στο εκστρατευτικό σώμα του Μ. Αλεξάνδρου οι Παίονες συμμετείχαν υποχρεωτικά με μια ομάδα ιππικού (Αρριαν. Ανάβ. 1.14.1, 2.9.2). Ο Πλούταρχος (Αλέξ. 39) μνημονεύει το εξής περιστατικό για ν’ αποδείξει τη γενναιοδωρία και φιλοφροσύνη που έδειχνε ο Αλέξανδρος σ’ όσους πολεμούσαν γι’ αυτόν. Όταν ο βασιλιάς των Παιόνων σκότωσε έναν εχθρό, έκοψε το κεφάλι του και το έδειξε στον Αλέξανδρο με τα εξής λόγια: «Αυτό, βασιλιά, στη χώρα μου αμείβεται με χρυσό κύπελλο». Τότε ο Αλέξανδρος γέλασε και του είπε: «Σίγουρα άδειο· όμως εγώ θα σου χαρίσω ένα τέτοιο κύπελλο γεμάτο από ανόθευτο οίνο, κάνοντας πρόποση στην υγειά σου». Την εποχή των Διαδόχων κι Επιγόνων η Παιονία εξακολουθούσε να προβληματίζει τους Μακεδόνες βασιλείς οι οποίοι για να έχουν διαφυλαγμένα τα βόρεια σύνορά τους από εχθρικές επιδρομές, είτε ενσωμάτωναν τη χώρα ή νότια τμήματά της στο κράτος τους (περ. 227 π.Χ.) είτε καταλάμβαναν μεγάλες παιονικές πόλεις (217 π.Χ., Πολύβ. 5.97). Τέλος, σε κρίσιμες μάχες των Μακεδόνων εναντίον των Ρωμαίων συμμετείχαν Θράκες, μισθοφόροι και Παίονες στον μακεδονικό στρατό (171 π.Χ., Πλούτ. Αιμ. 18.3, Λίβ. 42.51). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι οι σχέσεις μεταξύ Μακεδόνων και Παιόνων ήταν κυρίως εχθρικές· όσες φορές συμπορεύθηκαν το επέβαλε κάποια ανάγκη (υποταγή ή αντιμετώπιση κοινού κινδύνου). Καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας οι Παίονες ουδέποτε άλλαξαν το εθνικό όνομά τους μ’ αυτό των Μακεδόνων. Οι αρχαίοι ιστορικοί (Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Ξενοφών, Πολύβιος, Λίβιος, κ.ά.π.) τους αποκαλούν αμετάβλητα Παίονες και τους ξεχωρίζουν από τους Μακεδόνες.

Στις μέρες μας ο όρος Μακεδονία καλύπτει μια φυσική γεωγραφική περιοχή των Βαλκανίων, από την οποία η μισή περίπου έκταση ανήκει στην Ελλάδα ενώ η υπόλοιπη μισή έχει μοιραστεί μεταξύ Π.Γ.Δ.Μ., Βουλγαρίας και Αλβανίας. Με το να προπαγανδίζει η Π.Γ.Δ.Μ. ως όνομα του κράτους της τη φράση «Δημοκρατία της Μακεδονίας», ουσιαστικά ανάγει έναν γεωγραφικό όρο σε εθνικό. Όταν ο νυν Υπουργός Εξωτερικών της Π.Γ.Δ.Μ. διακηρύττει ότι είναι «Μακεδόνας» και ότι μιλά τη «μακεδονική» η οποία αποτελεί μέρος των σλαβικών γλωσσών, τότε εδώ διαπράττεται μεγάλο λάθος και ριζική αλλοίωση. Και είναι πραγματικά λυπηρό το γεγονός πόσο έχει εξαπλωθεί αυτό το λάθος αφού αρκετές χώρες στον πλανήτη έχουν αναγνωρίσει την Π.Γ.Δ.Μ. ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας»!

Απ’ όσα έχουν προαναφερθεί, οι λέξεις Μακεδών, Μακεδόνες, Μακεδονία, μακεδονικός φέρουν μια ιστορία που ανάγεται μέχρι τον 8ο αι. π.Χ. και σαφώς πλάστηκαν από Έλληνες για Έλληνες. Η μακεδονική ως αρχαία ελληνική διάλεκτος ουδόλως μπορεί να συσχετιστεί με τις σλαβικές γλώσσες (υπενθυμίζω ότι η επίσημη γλώσσα της Π.Γ.Δ.Μ. είναι σλαβική, συγγενής προς τη βουλγαρική). Οι σλαβικής καταγωγής κάτοικοι της Π.Γ.Δ.Μ. προπαγανδίζουν την καταγωγή τους από την αρχαία Μακεδονία, οικειοποιούνται σύμβολα όπως τον Ήλιο της Βεργίνας και βασιλείς όπως τον Φίλιππο ή τον Αλέξανδρο. Μόνο που οι αρχαίοι Μακεδόνες βασιλείς ήταν Έλληνες· η δε συμπεριφορά τους προς μη ελληνικά έθνη που είχαν προσαρτήσει στο κράτος τους, ήταν αυτή του ηγεμόνα προς υποτελείς.

Η αρχή του προβλήματος βρίσκεται σ’ ενέργειες που διέπραξε ο στρατάρχης Τίτο την επαύριο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν διαχώρισε από τη Σερβία την περιοχή που από το 1929 ονομαζόταν Vardar Banovina (= Επαρχία του Βαρδάρη, σημ. Π.Γ.Δ.Μ.) και την προβίβασε σε μία από τις έξι σοσιαλιστικές δημοκρατίες που αποτέλεσαν το ομόσπονδο γιουγκοσλαβικό κράτος. Ο Τίτο μετονόμασε τη Vardar Banovina αρχικά σε «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» κι αργότερα σε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Μ’ αυτές τις ενέργειες ήθελε να δημιουργήσει προϋποθέσεις για να μπορεί η Γιουγκοσλαβία να εγείρει εδαφικές αξιώσεις στην ελληνική Μακεδονία και ν’ αποκτήσει την πολυπόθητη έξοδο στο Αιγαίο. Οι βλέψεις του Τίτο αποκαλύφτηκαν όταν ο ίδιος ανήγγειλε δημόσια το 1944 ότι στόχος του ήταν «να επανενώσει όλα τα τμήματα της Μακεδονίας που διασπάστηκαν το 1912 και 1913 από βαλκάνιους ιμπεριαλιστές».

Τον Δεκέμβριο του 1944 ο τότε Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών Edward R. Stettinius σε τηλεγράφημά του προς διπλωματικούς και προξενικούς αξιωματούχους των ΗΠΑ έγραφε: «η (αμερικανική) Κυβέρνηση θεωρεί ότι αναφορές του τύπου “μακεδονικό έθνος”, “μακεδονική Πατρίδα”, “μακεδονική εθνική συνείδηση” αποτελούν αδικαιολόγητη δημαγωγία που δεν αντιπροσωπεύει καμία εθνική ή πολιτική πραγματικότητα και βλέπει σ’ αυτές την αναγέννηση ενός πιθανού μανδύα που υποκρύπτει επιθετικές βλέψεις εναντίον της Ελλάδας». Απομένει να δειχθεί ότι οι ΗΠΑ παραμένουν σταθερές στη θέση που εξέφρασε ο Stettinius. Η Ελλάδα προσχώρησε στο ΝΑΤΟ το 1952 και συνεχώς αποδεικνύει πόσο φίλη και σύμμαχος χώρα των ΗΠΑ είναι.

Ο πληθυσμός της Π.Γ.Δ.Μ. αποτελείται περίπου από 1.300.000 Σλάβους, 510.000 Αλβανούς, 78.000 Τούρκους, 54.000 Ρομά, 36.000 Σέρβους, 17.000 Βόσνιους, 9.500 Βλάχους, κ.ά. Αναρωτιέμαι πόσοι από τους παραπάνω αισθάνονται πραγματικά ότι τους αντιπροσωπεύει η φράση «Δημοκρατία της Μακεδονίας» ως επίσημη ονομασία του κράτους στο οποίο ζουν κι εργάζονται. Κατά πόσον οι μειονότητες της χώρας αποδέχονται ως εθνικό σύμβολο τη σημερινή επίσημη σημαία η οποία αποτελεί ακαλαίσθητη μίμηση του Ήλιου της Βεργίνας· τα έντονα χρώματά της λειτουργούν επιθετικά, ενώ ο τρόπος με τον οποίο εξακτινώνονται οι οκτώ πλατιές ακτίνες του ήλιου υποδηλώνουν ιμπεριαλιστικές διαθέσεις.

Είναι ωραία τα έργα που απορρέουν από μια καλή γειτονία! Η οικονομική παρουσία της Ελλάδας στην Π.Γ.Δ.Μ. θεωρείται σημαντική καθώς έχει συμβάλει ουσιαστικά στην ανάπτυξη της γειτονικής χώρας με δημιουργία θέσεων εργασίας, κατασκευή υποδομών, κ.ά. Όμως, φιλικές σχέσεις και αγαστή συνεργασία δεν μπορούν να οικοδομηθούν όταν ένας εκ των γειτόνων επιμένει να υποδύεται μια ξένη εθνική ταυτότητα που ουδόλως τού ανήκει. Με λογής-λογής καπηλείες και παραχαράξεις δεν κτίζονται γερές συνεργασίες. Όπως η Ελλάδα έχει τη Μακεδονία ως περιφέρεια (Κεντρική, Δυτική και Ανατολική), όπως η Βουλγαρία έχει τη Μακεδονία του Πιρίν επίσης ως περιφέρεια, έτσι και οι γείτονες κάτοικοι της Π.Γ.Δ.Μ., για λόγους καθαρά γεωγραφικούς, μπορούν να ονομάσουν έναν δήμο ή μία περιφέρεια του κράτους τους σε παιονική/μακεδονική. Περισσότερα δεν δικαιούνται.

 

Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύντρια Ερευνών στην Ακαδημία Αθηνών

* Οι επισημάνσεις στο κείμενο έγιναν από την Αργολική Βιβλιοθήκη

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Τρίτη και 13 


 

Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού 

«Τρίτη και 13» γράφει σήμερα το ημερολόγιο και πολλοί είναι αυτοί που έχουν ήδη κανονίσει να μην βγουν καν από το σπίτι, υπό τον φόβο κάποιου ατυχήματος καθώς θεωρείται η πιο γρουσούζικη ημέρα του χρόνου.

Γνωρίζετε γιατί;

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με τίτλο: «Τρίτη και 13»

 

Εδώ και χιλιάδες χρόνια ο άνθρωπος έχει χαρακτηρίσει ορισμένα πράγματα και γεγονότα ως καλή ή κακή τύχη. Όσο κι αν προσπαθούμε να ξεφύγουμε από τις προλήψεις και δεισιδαιμονίες, πιάνουμε καμιά φορά τον εαυτό μας να πιστεύει κάποιες από αυτές. Τέτοια πρόληψη είναι και η «τρισκαιδεκαφοβία», όπως ονομάζεται ο φόβος για τον αριθμό 13, που θεωρείται ως γρουσούζικος από την πρώιμη αρχαιότητα. Ο φόβος αυτός συνδυάστηκε αργότερα με τις αποφράδες ημέρες, την Τρίτη και την Παρασκευή, και γεννήθηκαν σωρεία προλήψεων, που «ταλανίζουν» το νου μας μέχρι και σήμερα.

Δεν υπάρχει πύλη B13 στο Διεθνές Αεροδρόμιο Ο’Χέαρ (ORD) του Σικάγου.

Οι σχετικές με το 13 προλήψεις δημιουργήθηκαν με την ανακάλυψη του δωδεκαδικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο το 12 είναι ο τέλειος, ο ιδανικός αριθμός. Μην ξεχνάμε ότι 12 ήταν οι μαθητές του Ιησού, 12 τα Ευαγγέλια, 12 οι άθλοι του Ηρακλή, 12 οι θεοί του Ολύμπου, 12 τα ζώδια, 12 οι ώρες της μέρας και της νύχτας, 12 οι μήνες του χρόνου! Ο αριθμός 13 κατηγορείται ότι σέρνει πίσω του γκαντεμιά και κακοδαιμονίες, γιατί σπάει την αρμονία του «τέλειου» αριθμού 12. Με την προσθήκη ενός αριθμού σ’ αυτό το ιερό 12 σχηματιζόταν η αρχή ενός νέου κύκλου. Το συμβολικό αυτό άλμα προς το καινούριο, το «άγνωστο», που αντιπροσώπευε ο αριθμός 13, προκάλεσε ανησυχία στους ανθρώπους και έτσι άρχισαν να του αποδίδουν ευθύνες για τα ατυχή συμβάντα.

Στους Σκανδιναβούς υπάρχει ένας μύθος για τους 12 θεούς, που είχαν οργανώσει ένα γλέντι και αμέλησαν να καλέσουν τον Λόκι – θεό της πονηριάς – ο οποίος όρμησε ακάλεστος και έκανε ένα κόλπο, που κατέληξε στο θάνατο, ενός από τους άλλους θεούς. Σε αντίστοιχο ελληνικό μύθο οι 12 ολύμπιοι θεοί σε μια ανάλογη γιορτή δεν κάλεσαν τη θεά της διχόνοιας, την Έριδα. Σε πείσμα τους εκείνη έριξε ένα χρυσό μήλο ανάμεσά τους, το οποίο είχε την επιγραφή «στην ομορφότερη». Συμφώνα με το μύθο, η φιλονικία ανάμεσα στις θεές για το βραβείο οδήγησε τελικά στην κήρυξη του Τρωικού πολέμου.

Σε αεροσκάφος λείπει η σειρά καθισμάτων με το νούμερο 13.

Σύμφωνα με άλλη δοξασία η κακοτυχία, που κουβαλάει ο αριθμός 13, προήλθε από μια απεικόνιση του Μυστικού Δείπνου και έχει σχέση με τους συνδαιτυμόνες στο Μυστικό Δείπνο, που ήταν 12 μαθητές και ο Ιησούς. Ο 13ος συνδαιτυμόνας σ’ αυτό το προφητικό δείπνο του Πάσχα ήταν ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, που όπως όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά πρόδωσε το Δάσκαλό του και όταν μετάνιωσε κρεμάστηκε!  Η λαογραφική παράδοση από το άλλο μέρος υποστηρίζει ότι το 13 συνδέεται με το δυσοίωνο εμβόλιμο 13ο μήνα του έτους, που προέκυπτε από τη διαφορά του σεληνιακού με το ηλιακό έτος και με το πέρασμα των χρόνων απορροφήθηκε με την προσθήκη μίας ημέρας στο Φεβρουάριο κάθε τέσσερα έτη.

Γενικότερα το 13 δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένα απλό νούμερο, δύο ψηφία σε μια ακολουθία. Θεωρείται όμως  «κακός» αριθμός απλά, επειδή είναι μία μονάδα πάνω απ’ το δώδεκα, το οποίο είναι δημοφιλές σε πολλούς πολιτισμούς. Όταν μία ομάδα δεκατριών αντικειμένων διαιρεθεί στα δύο, στα τρία, στα τέσσερα ή στα έξι, πάντα ένα αντικείμενο περισσεύει και αυτό είναι το «κακό»!

Ο κώδικας του Χαμουραμπί, που γράφτηκε στη Μεσοποταμία περίπου το 1686 π.Χ., παραλείπει τον αριθμό 13, πράγμα που σημαίνει ότι η πρόληψη υπήρχε πολύ πριν τη Χριστιανική εποχή. Ο Φίλιππος Β’ της Μακεδονίας λέγεται πως πέθανε αφότου τοποθέτησε το άγαλμά του δίπλα σε αυτά των δώδεκα θεών του Ολύμπου. Υπάρχουν 13 πανσέληνοι στο ημερολόγιο των 365 ημερών. Το 13ο κεφάλαιο της Αποκάλυψης αναφέρεται στο θηρίο και τον Αντίχριστο, τα δύο δημιουργήματα του Διαβόλου. Στα ξενοδοχεία σπάνια υπάρχει δωμάτιο με το νούμερο 13 και κάποια παραλείπουν τον 13ο όροφο. Οι δημοτικές υπηρεσίες κάποιων πόλεων δεν αριθμούν ποτέ κάποιο κτίσμα με το 13 και ορισμένοι οικοδεσπότες αποφεύγουν συγκεντρώσεις με 13 καλεσμένους. Στη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει λεωφορείο με το νούμερο 13!

 

Ο τυχερός χάρακας, ονομάζεται έτσι επειδή δεν έχει τον αριθμό 13, είναι κατασκευασμένος από χάλυβα και έχει ένα κείμενο στο πίσω μέρος σχετικά με το φόβο του αριθμού 13, που ονομάζεται «τρισκαιδεκαφοβία».

 

Μόνο τα τελευταία χρόνια σημαντικά γεγονότα συνδέονται με τον αριθμό 13 και θεωρούνται διάσημα 13άρια: Την Πέμπτη 13 Μαΐου 1927 σημειώθηκε η «έναρξη» του οικονομικού «κραχ» στην Αμερική. Η αποστολή «Απόλλων 13» της NASA με προορισμό το Φεγγάρι εκτοξεύθηκε στις 13:13, ενώ μετά από τα σοβαρά προβλήματα που παρουσιάστηκαν, η αποστολή διακόπηκε στις 13 Απριλίου. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1986 έγινε σεισμός μεγέθους 6,5 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ και ισοπέδωσε την Καλαμάτα. Στις 13 Αυγούστου 2002 με τζόκερ τον αριθμό 13 ένας παίκτης από την Κοζάνη κέρδισε πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ, ενώ είχε δώσει 13 ευρώ για το τυχερό δελτίο. Στις 13 Απριλίου 2003 χάνουν τη ζωή τους στα Τέμπη 21 μαθητές, όταν νταλίκα διεμβολίζει το λεωφορείο που τους μετέφερε. Στις 13 Αυγούστου 2004 έγινε η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Οι προκαταλήψεις για τον αριθμό 13 του ελληνικού λαού, που από τα βάθη της αρχαιότητας είχε μία ιδιαίτερη αγάπη για τις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες, «ήρθαν και έδεσαν» με την Άλωση της Πόλης. Τρίτη 29 Μαΐου 1453 η Κωνσταντινούπολη πέφτει στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων και οι Έλληνες διανύουν μία πορεία δουλείας εκατοντάδων ετών, μία περίοδο σκότους για τον Ελληνισμό, η οποία κράτησε περίπου τέσσερις αιώνες. Και ποια σχέση έχει η άλωση της Πόλης με τον αριθμό 13; Εάν προσθέσουμε τους αριθμούς του 1453 (1+4+5+3) βγάζουν άθροισμα… 13! Τρίτη και 13 επίσης καταγράφεται ένα ακόμη ιστορικό στοιχείο που ενισχύει τον συσχετισμό. Την Τρίτη 13 Απριλίου 1204 είχε αλωθεί η Κωνσταντινούπολη από τους Σταυροφόρους της Δ’ σταυροφορίας. Να γιατί Τρίτη και 13 είναι η μέρα που οι προληπτικοί – και όχι μόνο – κάνουν το σταυρό τους και απεύχονται να βρεθούν αντιμέτωποι με αναποδιές αυτή την αποφράδα μέρα. Μετά την άλωση μάλιστα της Κωνσταντινούπολης δεν γίνονταν ποτέ γιορτές την Τρίτη, ενώ όλα τα σπίτια ήταν κλειστά και δε δέχονταν επισκέπτες στην ανάμνηση αυτού του οδυνηρού γεγονότος.

Η Τρίτη και 13, λοιπόν, έχει καθιερωθεί να θεωρείται γρουσούζικη και έχει συνδεθεί με την κακοτυχία εδώ και πολλούς αιώνες. Στην Ιταλία, βέβαια, «κακός» θεωρείται ο αριθμός 17. Όταν γραφεί με το ρωμαϊκό σύστημα αρίθμησης σαν XVII, μπορεί να αναγραμματιστεί σε VIXI, που στα Λατινικά σημαίνει «έζησα», δηλ. η ζωή μου τελείωσε. Γι’ αυτό στην Ιταλία δεν είναι σπάνιο να βρει κανείς κτίρια που δεν έχουν 17ο όροφο ή ξενοδοχεία που δεν έχουν δωμάτιο 17. Ο εθνικός αερομεταφορέας της Ιταλίας, η Alitalia, δεν έχει σειρά 17 στα καθίσματα των αεροπλάνων της και το ίδιο συμβαίνει και με τη γερμανική εταιρία Germanwings, που πετά σε πολλές Ιταλικές πόλεις. Και η αυτοκινητοβιομηχανία Ρενώ πούλησε στην Ιταλία το μοντέλο της «R17» σαν «R177»!

Κουμπιά ανελκυστήρα που δείχνουν τον 13ο όροφο να λείπει.

Με την Τρίτη να θεωρείται αποφράδα μέρα και το 13 «γκαντέμικος» αριθμός, ο συνδυασμός των δύο δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από το υπέρτατο κακό. Να αναφέρουμε πάντως πως σε αντίθεση με Έλληνες και Ισπανούς, οι υπόλοιποι λαοί θεωρούν κακότυχο συνδυασμό το «Παρασκευή και 13». Η Παρασκευή και 13 θεωρείται άτυχη μέρα από τους καθολικούς. Πολλοί θεωρούν πως ο μύθος γεννήθηκε με την απόφαση του Πάπα να εκδώσει διάταγμα για τη σύλληψη και θανάτωση των ναϊτών ιπποτών. Το διάταγμα εκδόθηκε σε συνεννόηση με το βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππου του Δ΄ τον Ωραίο στις 13 Οκτώβρη, ημέρα Παρασκευή, και άρχισαν οι διωγμοί των Ναϊτών Ιπποτών. Επίσης την ίδια μέρα θεωρείται πως η Εύα έδωσε το μήλο της πτώσης στην Αδάμ. Παρασκευή ξεκίνησε ο κατακλυσμός του Νώε. Παρασκευή σταυρώθηκε ο Χριστός, μιας και στα ρωμαϊκά χρόνια αυτή τη μέρα γίνονταν οι εκτελέσεις. Παρασκευή προκλήθηκε η σύγχυση στον Πύργο της Βαβέλ και με την Παρασκευή συνδέονται πολλά γεγονότα στην Παλαιά Διαθήκη!

Εδώ και πάρα πολλούς αιώνες η Παρασκευή και 13 είναι ημέρα συνυφασμένη με τους χειρότερους αστικούς μύθους και τη δεισιδαιμονία στις αγγλοσαξωνικές χώρες, τις ισπανόφωνες και τη Γερμανία. Βρετανοί επιστήμονες μάλιστα πραγματοποίησαν έρευνα με τίτλο: «Πόσο κακή για την υγεία σου, είναι η Παρασκευή και 13;». Η έρευνα δημοσιεύθηκε το 1993 στο επιστημονικό περιοδικό Medical Journal και είχε στόχο ν’ αποτυπώσει τη σχέση μεταξύ της υγείας, της συμπεριφοράς και της δεισιδαιμονίας σχετικά με την Παρασκευή και 13 στην Αγγλία. Οι ερευνητές συνέκριναν τα ποσοστά των ατυχημάτων με αυτοκίνητο σε δύο διαφορετικές ημέρες – Παρασκευή 6 του μηνός και Παρασκευή και 13 – σε μία περίοδο μερικών χρόνων. Η διαπίστωση των επιστημόνων ήταν πως την ημέρα εκείνη, μειώνονταν ο αριθμός των ατόμων, που επέλεγαν το αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις τους. Ο αριθμός όμως των εισαγωγών στα νοσοκομεία εξαιτίας αυτοκινητιστικών δυστυχημάτων ήταν σαφώς μεγαλύτερος. Συμπέρασμα της επιστημονικής ομάδας ήταν: «Η Παρασκευή και 13 είναι μία άτυχη μέρα για ορισμένους. Ο κίνδυνος εισαγωγής στο νοσοκομείο από αυτοκινητιστικό δυστύχημα μπορεί να είναι αυξημένος έως και 52%, για αυτό συνιστούμε να μείνετε στο σπίτι».

13 Μαρτίου 2018 είναι η 72η ημέρα του έτους 2018 στο Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Η επόμενη Τρίτη 13 Μαρτίου είναι το 2029, σε 11 χρόνια!

Όλα αυτά βέβαια βασίζονται σε προλήψεις, που χάνονται στα βάθη των αιώνων. Προλήψεις που σήμερα άλλοι φαίνεται να τις αποδέχονται και άλλοι τις αντιμετωπίζουν με δυσπιστία ή ακόμη και με χιούμορ. Μερικές ακούγονται γελοίες, άλλες ίσως κάπως πιο ρεαλιστικές, είναι όλα θέμα απόψεων. Το σίγουρο είναι πάντως ότι όταν πιστεύουμε κάτι με πάθος, τελικά το δημιουργούμε. Χαρακτηριστική είναι μια έρευνα του βρετανικού Πανεπιστημίου του Χέρτφορντσαϊρ. Ο καθηγητής Ψυχολογίας Ρίτσαρντ Γουάισμαν μελέτησε 2.068 ανθρώπους και διαπίστωσε ότι ένας στους τέσσερις, ο οποίος και αντιμετωπίζει με φόβο την Παρασκευή, είναι πιο στρεσαρισμένος την ημέρα αυτή και επομένως πιο επιρρεπής στα ατυχήματα. Είναι η δύναμη της «αυτοεκπληρούμενης προφητείας».

Ζούμε σε μία εποχή, όπου η επιστήμη γνώρισε μίαν εκπληκτική πρόοδο και έγιναν πραγματικότητα ανακαλύψεις και κατακτήσεις, που πριν δύο-τρεις αιώνες φαίνονταν αδιανόητες και άλλαξαν σε σημαντικό βαθμό τη ζωή των ανθρώπων. Κι ενώ περίμενε κανείς η πρόοδος αυτή να οδηγούσε στην απελευθέρωση του ανθρώπου από τις προλήψεις, δεισιδαιμονίες, θρησκοληψίες και πρωτογονισμούς του παρελθόντος, η κατάσταση δε φαίνεται να άλλαξε σημαντικά. Ο σύγχρονος άνθρωπος καυχιέται για τις κατακτήσεις του, αλλά παραμένει δέσμιος των πρωτόγονων καταβολών του με προλήψεις και δεισιδαιμονίες να τον βασανίζουν. Σε κάθε του βήμα διαβλέπει κινδύνους, ταλαιπωρίες, αποτυχίες, ασθένειες, θανάτους, με αποτέλεσμα να χάνει την ηρεμία του.

Φυσικά, οι δεισιδαιμονίες δεν επηρεάζουν όλους τους ανθρώπους, καθώς έχουν να κάνουν με την αντίληψη τους, την σχέση τους με το εξωπραγματικό και κυρίως με την παιδεία του καθενός. Πολλοί τις πιστεύουν, ενώ άλλοι τις χλευάζουν. Ό,τι και να είναι, πάντως, δεν παύουν να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής μας παράδοσης, που δεν θα πρέπει να χαθούν αφού, άσχετα αν τις πιστεύουμε ή αν μοιάζουν αφελείς, με αυτές μεγαλώσαμε και δεν θα ήταν παράλογο να τις μεταδώσουμε και στα παιδιά μας.

Σε τελική ανάλυση δηλαδή, όλα είναι στο μυαλό μας. Και όπως είχε πει και ο Oscar Wilde «η δεισιδαιμονία είναι το στοιχείο που χρωματίζει τη σκέψη και τη φαντασία, είναι ο εχθρός της κοινής λογικής». Γι’ αυτό, λοιπόν, μην αγχώνεστε, όταν είναι Τρίτη και 13 ή Παρασκευή και 13. Όλα θα κυλήσουν καλά. Καμία γρουσουζιά και καμία ατυχία δεν πρόκειται να σας συμβεί, όλα είναι μια προκατάληψη! Όπως και να ‘χει, εσείς μην πτοείστε και μην χαλάτε τη διάθεση σας. Πού ξέρετε, μπορεί να είναι η τυχερή σας μέρα και να πιάσετε το… δεκατριάρι… Πόσο χειρότερα δηλαδή μπορεί να γίνουν τα πράγματα;

 

Αλέξης Τότσικας

Read Full Post »

Διαχείριση εντάσεων στις σχέσεις Ελλάδας- Τουρκιάς – «Απάντηση» με ψυχραιμία, μετριοπάθεια και νηφαλιότητα: Το «κλειδί» σταθερότητας


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Στέλιου Αλειφαντή, διευθυντή του Κέντρου Ανάλυσης Διεθνών Συγκρούσεων, γραμμένο το 2009  αλλά (δυστυχώς) πάντα επίκαιρο με θέμα:

«Διαχείριση εντάσεων στις σχέσεις Ελλάδας- Τουρκιάς – «Απάντηση» με ψυχραιμία, μετριοπάθεια και νηφαλιότητα: Το «κλειδί» σταθερότητας».

 

Η πολιτική των εντάσεων που ακολουθεί συστηματικά η Τουρκία για την επίτευξη των στόχων της αντιμετωπίζεται από την Ελλάδα στο πλαίσιο μιας πολιτικής αντιδράσεων απέναντι στις συγκεκριμένες προκλήσεις.

Φυσικά το «πολιτικό μήνυμα» συγκεκριμένων διεκδικήσεων που «μεταφέρουν» οι τουρκικές προκλήσεις είναι εύγλωττο, όπως άλλωστε και η γενικότερη στρατηγική επιλογή τους, που είναι η ανατροπή του status quo στο Αιγαίο, όπως αυτό καλύπτεται από τις διεθνείς συνθήκες και το διεθνές δίκαιο. Τόσο η διάγνωση της γενικής στρατηγικής επιδίωξης όσο και η ανάσχεση (διπλωματική και επιχειρησιακή) των επιμέρους τουρκικών προκλήσεων της εκάστοτε…συγκυρίας θα εξακολουθήσει να είναι ατελέσφορη για δύο συγκεκριμένους λόγους.

Ο πρώτος αφορά την ουσιαστική διάκριση ανάμεσα στη διαχείριση των εντάσεων και στη διαχείριση των κρίσεων.

Ο δεύτερος έχει σχέση με τη διακρίβωση του ρόλου της πρόκλησης εντάσεων ως εκδήλωσης συγκεκριμένης και οροθετημένης πολιτικής στρατηγικής.

Επομένως απουσιάζει από τους ελληνικούς προβληματισμούς ένας ενδιάμεσος «χώρος σχεδίασης και δράσης» ανάμεσα στο ευρύτερο στρατηγικό επίπεδο και στην τακτική αντιμετώπιση της συγκυρίας. Σε αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο αναφοράς η πρόκληση εντάσεων δεν είναι υιοθέτηση μιας διαρκούς πρακτικής για την προώθηση του στρατηγικού στόχου της ανατροπής του status quo στο Αιγαίο ούτε ασύνδετες προκλήσεις για τη διατήρηση της πίεσης στην Ελλάδα και της εκπλήρωσης των κάθε φορά επιμέρους διπλωματικών στόχων της Άγκυρας.

Η πρόκληση εντάσεων, τα ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά τους, συνδέονται με την προσπάθεια υλοποίησης συγκεκριμένης και οροθετημένης πολιτικής στρατηγικής, που επιμερίζεται σε διακριτές επιδιώξεις και έχει εύρος χρόνου. Χωρίς να διακρίνουμε τη διαχείριση των εντάσεων και τη διαχείριση των κρίσεων, είναι εξαιρετικά δύσκολο να εστιάσουμε στη διαμόρφωση σταθεροποιητικών πολιτικών των διμερών σχέσεων με τη γειτονική Τουρκία που θα έχουν μια συνεπή και συνεκτική ελληνική πολιτική αποκλιμάκωσης των εντάσεων. Αν δεν ενταχθεί η πρόκληση εντάσεων στην εκάστοτε πολιτική στρατηγική της άλλης πλευράς, το αποτέλεσμα θα είναι η ανακολουθία επιδιώξεων και μέσων στην αντιμετώπιση των προκλήσεων, που θα οδηγεί είτε σε ανοχή και ενθάρρυνση των προκλήσεων είτε σε ατελέσφορες και επικίνδυνες κλιμακώσεις. Η αναγωγή της πολιτικής στρατηγικής, είτε στους διπλωματικούς ή στρατιωτικούς τακτικισμούς είτε στις γενικότητες στρατηγικού επεκτατισμού, δημιουργεί περισσότερη σύγχυση στην αντιμετώπιση των προκλήσεων.

Παράλληλα, η ατελέσφορη διαχείριση των προκλήσεων και πολύ περισσότερο η διεύρυνση των ποιοτικών χαρακτηριστικών των εντάσεων, η πρόκληση ελεγχομένων κρίσεων και η τυχόν διπλωματική ενίσχυση των διεκδικήσεων της άλλης πλευράς έχει ως αποτέλεσμα η σύγχυση να δημιουργείται σε ορισμένους πολιτικούς κύκλους σχετικά με το περιεχόμενο της ελληνικής εθνικής στρατηγικής. Η διαχείριση των εντάσεων απαιτεί ψυχραιμία και μετριοπάθεια, βασίζεται όμως σε νηφαλιότητα και επεξεργασμένες αντιλήψεις που κατανοούν σε βάθος τις προκλήσεις της συγκυρίας και τη συνδέουν με την εκάστοτε πολιτική στρατηγική και τους ευρύτερους στρατηγικούς στόχους της άλλης πλευράς για την ανατροπή του statusquo στο Αιγαίο.

 

Κίνδυνος θερμού επεισοδίου

 

Ελλάδα- Τουρκιά

Η έξαρση των τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο ενέχει πλέον τον σοβαρό κίνδυνο διολίσθησης σε «επεισόδια» που δύναται να επιδεινώσουν τις σχέσεις Ελλάδος – Τουρκίας. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις στον κρίσιμο τομέα της εθνικής ασφάλειας βρίσκονται αρκετά χρόνια τώρα σε οριακό επίπεδο και ο μοναδικός λόγος που δεν έχουν διολισθήσει σε «συγκρουσιακές καταστάσεις» είναι η αυτοσυγκράτηση που συστηματικά επιδεικνύει η ελληνική πλευρά σε διπλωματικό και επιχειρησιακό επίπεδο.

Η Αθήνα αποφεύγει συστηματικά να ανεβάσει τους τόνους στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και έχει επιδείξει μια πρακτική που αγγίζει τα όρια της «ανοχής» σε διπλωματικό και επιχειρησιακό επίπεδο. Στο πρώτο επίπεδο, βεβαίως, το υπουργείο Εξωτερικών προβαίνει, κάθε φορά, σε διαφόρων τύπων διαβήματα προς την Άγκυρα και προς διεθνείς παράγοντες, υπογραμμίζοντας την ανησυχία της Ελλάδας για τις τουρκικές επιλογές. Αποφεύγει όμως συστηματικά να υπογραμμίσει διεθνώς αυτό για το οποίο υπάρχει καθολική συναίνεση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, ότι δηλαδή υφίσταται τουρκική στρατιωτική απειλή κατά της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας και σοβαρός κίνδυνος διεθνούς κρίσης λόγω των τουρκικών στρατιωτικών προκλήσεων. Σε επιχειρησιακό επίπεδο, επίσης, η αυτοσυγκράτηση περιορίζεται στην ανάσχεση μόνο των εξαιρετικά προκλητικών ενεργειών, η οποία – για παράδειγμα – εκφράζεται με την υιοθέτηση μιας πρακτικής των λεγομένων «επιλεκτικών αναχαιτίσεων» στις περιπτώσεις παραβιάσεων του εθνικού εναέριου χώρου και παραβάσεων του FIR Αθηνών.

Οι ελληνικές αντιδράσεις στην πρόσφατη έξαρση των τουρκικών προκλήσεων φαίνεται να έχουν προβληματίσει έντονα την Αθήνα για το κατά πόσο παραγωγικοί αποδεικνύονται οι μέχρι σήμερα χειρισμοί απέναντι στη συστηματική τουρκική πρακτική στο Αιγαίο. Η διπλωματική «γλώσσα» που χρησιμοποιείται στο όνομα της «μη όξυνσης» του διμερούς πολιτικού κλίματος ενδέχεται διεθνώς να υποβαθμίζει τον αποσταθεροποιητικό ρόλο, σε βάρος της ελληνικής ασφάλειας, των τουρκικών ενεργειών σε μια «συνήθη» αλλά πάντως ελεγχόμενη κατάσταση με «τεχνικά» κατά βάση χαρακτηριστικά ρουτίνας.

Παράλληλα, οι επιχειρησιακές επιλογές ενδεχομένως να συνδράμουν στην «παγίωση» μιας απρόσκοπτης και χωρίς ρίσκο στρατιωτικής δραστηριότητας εμπεδώνοντας στην άλλη πλευρά φρόνημα αυτοπεποίθησης και «ελευθερίας κινήσεων» ακόμη και στο επίπεδο του ένστολου προσωπικού και δημιουργώντας την εντύπωση στους διεθνείς παράγοντες ότι η αποκλιμάκωση των εντάσεων στο Αιγαίο εξυπηρετείται πρωτίστως από την ελληνική αντίδραση παρά από τον περιορισμό και την άρση των στρατιωτικών προκλήσεων της άλλης πλευράς. Οι προβληματισμοί αυτοί έχουν αναδείξει για άλλη μια φορά την ανάγκη μιας συνεκτικής, ευέλικτης και αποτελεσματικής στρατηγικής διαχείρισης των εντάσεων στην κατεύθυνση της διαφύλαξης της σταθερότητας της εθνικής ασφάλειας και των διμερών σχέσεων.

Η κυβερνητική αυτή επιλογή της «αυτοσυγκράτησης» στους χειρισμούς εδράζεται στη θεώρηση ότι η πορεία των ευρωτουρκικών σχέσεων ως ενταξιακή διαδικασία είναι πολυσύνθετη και μακροπρόθεσμη. Θεωρείται όμως ότι η διαδικασία αυτή έχει ως θεμελιακό χαρακτηριστικό το ότι μετασχηματίζει την τουρκική πραγματικότητα και επομένως ενισχύει τη βαθμιαία εγκατάλειψη των τουρκικών αναχρονιστικών εδαφικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο υπέρ μιας γνήσιας εταιρικής σχέσης δύο μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Αθήνα δεν αναμένει ότι η διαδικασία αυτή θα είναι αυτόματη και ευθύγραμμη και ότι δεν θα διακρίνεται από έλλειψη εμποδίων και πισωγυρίσματα.

Ωστόσο η Ελλάδα εύλογα αναμένει να υπάρχει μια ύφεση στις τουρκικές πρακτικές και μια ενίσχυση της συνεργασίας, έστω και στο επίπεδο των Μέτρων Μείωσης της Έντασης (ΜΜΕ) ή των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ). Στους τομείς αυτούς, το διμερές θεσμικό πλαίσιο για την υλοποίηση των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει οι δύο πλευρές βάζοντας την υπογραφή τους σε επίσημες συμφωνίες είτε για ΜΟΕ είτε για ΜΜΕ υφίσταται εδώ και χρόνια, ωστόσο η Άγκυρα συστηματικά δεν το εφαρμόζει. Αντίθετα, ιδιαίτερα μετά το 2004, στην Αθήνα φαίνεται να εμπεδώνεται η εκτίμηση ότι η Άγκυρα αντιλαμβάνεται την ενταξιακή πορεία της επιλεκτικά. Επιχειρεί συστηματικά να αποσυνδέσει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις από την πορεία των ευρωτουρκικών διαπραγματεύσεων.

 

Το μετέωρο βήμα της Άγκυρας

 

Η Τουρκία αποσκοπεί να μετατρέψει τα συλλογικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ρόλο «αντικειμενικού» επιδιαιτητή των λεγόμενων «διαφορών» μεταξύ της Τουρκίας, ενός υποψήφιου μέλους και της Ελλάδας, ενός κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε κυρίαρχους πολιτικά κύκλους της Άγκυρας φαίνεται ότι υπάρχει η αντίληψη άλλο Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλο Ελλάδα ή Κυπριακή Δημοκρατία. Πρόκειται για μία αντίληψη που κατανοεί την Ευρωπαϊκή Ένωση όχι ως διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αλλά ως έναν «διεθνή οργανισμό», όπως το ΝΑΤΟ, το Συμβούλιο της Ευρώπης, ο ΟΟΣΑ κ.ά.

Η αντίληψη αυτή δεν είναι μόνο ορατή σε ζητήματα ασφάλειας, όπως αυτά που αντιμετωπίζουν η Ελλάδα και η Κύπρος, αλλά και σε κρίσιμα θέματα τουρκικής εσωτερικής πολιτικής όπως ο ρόλος του στρατού στο πολιτικό σύστημα της χώρας, ο εκδημοκρατισμός, οι παρακρατικοί μηχανισμοί, τα μειονοτικά, αλλά και προβλήματα που στην περίπτωση της γειτονικής χώρας αφορούν πολλά εκατομμύρια πολιτών διαφορετικών εθνοτήτων (Κούρδοι, Τσερκέζοι, Αλεβίτες, κ.ά.), τα ανθρώπινα δικαιώματα, η λειτουργία της Δικαιοσύνης κ.λπ.

Σημαντικό τμήμα της κυρίαρχης πολιτικής ελίτ της Τουρκίας δείχνει να παραγνωρίζει ότι η τουρκική ένταξη είναι «πράξη προσχώρησης» στην Ε.Ε. με μοναδική παραχώρηση ορισμένες μεταβατικές διατάξεις. Επομένως, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Τουρκίας οφείλει να εμπεριέχει κρίσιμα ποιοτικά χαρακτηριστικά, που να συνδέονται με ενοποιητικές διαδικασίες και να επιβάλλουν καθοριστικές μεταβολές στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική της με κριτήριο το σύνθετο και πολυδιάστατο πλέγμα πολιτικών αντιλήψεων, θεσμικών μεταβολών και πρακτικών ρυθμίσεων, που έχει αποκληθεί «κοινοτικό κεκτημένο». Η ενσωμάτωση του κοινοτικού κεκτημένου στο νομικό και πολιτειακό σύστημα της Τουρκίας συναντά εδώ και καιρό σημαντικές αντιστάσεις, και εναπόκειται στην πολιτική βούληση της πολιτικής ελίτ και του εκλογικού σώματος της Τουρκίας να ξεπεραστούν.

Οι ευρωπαϊστές της Τουρκίας χρειάζονται την Ελλάδα αλλά και την Κύπρο προκειμένου να κρατήσουν ανοικτή την ενταξιακή προοπτική της χώρας τους, αλλά αυτοί δεν είναι σήμερα η κυρίαρχη δύναμη στο πολιτικό σκηνικό της γείτονος. Το περιχαρακωμένο «βαθύ κράτος» της Τουρκίας και οι πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις που συντηρούνται από αυτό όχι μόνο δεν έχουν ανάγκη την Ελλάδα αλλά θα προτιμούσαν μια ευρωπαϊκή ενταξιακή πορεία που δεν θα έθιγε τη θέση και τις επιδιώξεις τους. Επομένως, αυτές οι δυνάμεις επιμένουν να αντιλαμβάνονται την Ευρωπαϊκή Ένωση όχι ως διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης αλλά ως έναν «διεθνή οργανισμό» και να διεξάγουν ένα «ανατολίτικο παζάρι» προκειμένου να διατηρήσουν τον ρόλο τους στα τουρκικά πράγματα εκσυγχρονίζοντας τη λειτουργία τους, στον βαθμό που τούτο είναι εφικτό ώστε αυτή η λειτουργία να προσαρμοστεί στις συνθήκες είτε πλήρους ένταξης της Τουρκίας είτε μιας «ειδικής εταιρικής σχέσης» με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μια τέτοια τουρκική δυνατότητα διερευνάται συστηματικά στην περίπτωση εφαρμογής των συμβατικών δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η Άγκυρα απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση το Πρωτόκολλο της Τελωνειακής Ένωσης. Η άρνηση εφαρμογής του αναφορικά με ένα μόνο κράτος  – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Κυπριακή Δημοκρατία, αποτελεί για την Άγκυρα «πρακτική-πιλότο» που θα κρίνει τον ρεαλισμό αυτής της τουρκικής επιλογής να διασπάσει την κοινοτική συνοχή μεταξύ των μελών ακόμη και στο πεδίο των συμβατικών δεσμεύσεων. Μέχρι στιγμής όλα δείχνουν ότι τα θεσμικά περιθώρια ευελιξίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης να «αναβληθεί» η οριστική συμμόρφωση της Τουρκίας στις συμβατικές υποχρεώσεις της εξαντλούνται ολοένα και περισσότερο. Στο ζήτημα αυτό, για την κυρίαρχη τουρκική στρατιωτικοπολιτική ελίτ πλησιάζει η «ώρα της αλήθειας» και πιθανόν να συνιστά μια σοβαρή ένδειξη ότι οι εσωτερικές συνθήκες στην Τουρκία δεν ευνοούν την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η πολιτική της έντασης στο Αιγαίο, ακόμη και στη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής το 2004, όπου η τοποθέτηση της Ελλάδος θα έκρινε αν θα δοθεί στην Τουρκία το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δημιούργησε σοβαρούς προβληματισμούς στην ελληνική κυβέρνηση. Η κατάσταση αυτή όμως δεν στάθηκε ικανή να αμφισβητήσει τη στρατηγική επιλογή του 1999 να συνδεθούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις με την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας, έστω και σε μεσοπρόθεσμη προοπτική μετά την κυβερνητική επιλογή της εγκατάλειψης της βραχυπρόθεσμης επιλογής για την κοινοτική θέσπιση ενός «οδικού χάρτη» (roadmap) προόδου των διμερών σχέσεων και των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Τόσο η στρατηγική επιλογή του Ελσίνκι (1999) όσο και η συνακόλουθη διαχείριση των ευρωτουρκικών σχέσεων αποτέλεσε αντικείμενο έντονων προβληματισμών της ελληνικής πολιτικής ελίτ. Οι κυβερνήσεις Κώστα Καραμανλή συνέχισαν σταθερά να στηρίζουν την πολιτική του Ελσίνκι (1999) αναπτύσσοντας τη διμερή συνεργασία με την Τουρκία σε κάθε τομέα όπου υπήρχε γόνιμο έδαφος, όπως η στρατηγική συνεργασία στον τομέα των αγωγών ενέργειας.

Σε διπλωματικό επίπεδο, η ανάπτυξη προσωπικών σχέσεων Καραμανλή – Ερντογάν άνοιξε ένα κανάλι άμεσης επικοινωνίας ανάμεσα στους δύο ηγέτες, χωρίς ωστόσο, πέραν της αρχικής ευφορίας της επίσημης επίσκεψης του Τούρκου πρωθυπουργού στην Αθήνα, να αποδώσει καρπούς σε ό,τι αφορά τη μείωση των τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο. Αντίθετα, η όποια διακύμανση στην έξαρση των εντάσεων φαίνεται ότι υπαγορεύθηκε από εκτιμήσεις και σχεδιασμούς του τουρκικού διπλωματικοστρατιωτικού κατεστημένου ως χειρισμοί της εκάστοτε συγκυρίας των ελληνοτουρκικών σχέσεων, που αποσκοπούν στην κατοχύρωση των τουρκικών διεκδικήσεων και στην αποσύνδεση των διμερών σχέσεων από τις ευρωτουρκικές σχέσεις.

Παράλληλες εντατικές προσπάθειες της Άγκυρας σε διεθνείς οργανισμούς (όπως για παράδειγμα ο ICAO ή ΙΜΟ) να φθείρουν τις ελληνικές δικαιοδοσίες, η δραστηριότητα του τουρκικού προξενείου στην Δυτική Θράκη αλλά κυρίως η κατά καιρούς εξαιρετικά προκλητικές παραβιάσεις και παραβάσεις στο Αιγαίο, ακόμη και σε περιόδους διμερών επαφών (π.χ. επίσκεψη Μολυβιάτη στην Άγκυρα) ή δραστηριοτήτων υψηλών προσώπων (όπως του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Κ. Παπούλια στο Αγαθονήσι) που ενέχουν τον χαρακτήρα προσωπικής αποδυνάμωσής τους, δημιουργούν την εντύπωση ότι ο κύκλος της «μετα-Ελσίνκι εποχής» κλείνει, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά διπλωματικούς και επιχειρησιακούς χειρισμούς στα ζητήματα εθνικής ασφάλειας.

 

Η διαχείριση των εντάσεων

 

Η ελληνική διπλωματία κινδυνεύει να υπερκερασθεί από την τουρκική αν η Αθήνα υποτιμήσει τον στρατηγικό ορίζοντα που διέπει την τουρκική διπλωματική τακτική. Η τουρκική στρατηγική πρόκληση δεν μπορεί να απαντηθεί παρά μόνο με ανάλογες ελληνικές στρατηγικές επιλογές. Από τη σκοπιά της Άγκυρας, η τουρκική πρακτική δεν συνιστά μεταβολή. Αντίθετα συνιστά «συνήθη» πρακτική, καθώς η Τουρκία εμφανίζεται να είναι συνεπής στην πολιτική στρατηγική της και στους διπλωματικούς και στρατιωτικούς χειρισμούς που την υλοποιούν. Η άσκηση στρατιωτικής πίεσης στο Αιγαίο εναντίον της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας εξακολουθεί να είναι μία σταθερά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η διακηρυγμένη τουρκική επιδίωξη της αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας και των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων συνεχίζει να έχει σημαντικές επιπτώσεις.

Σε διεθνές επίπεδο παγιώνει μια θεώρηση του ζητήματος όχι ως τουρκική διεκδίκηση αλλά ως ύπαρξη μιας «γκρίζας ζώνης» σε ό,τι αφορά ελληνική κυριαρχία. Σε διπλωματικό επίπεδο επιχειρεί να ακυρώσει ή να φθείρει τις ελληνικές θέσεις. Για παράδειγμα, στην περίπτωση εφαρμογής του Πρωτοκόλλου Τελωνειακής Ένωσης Ε.Ε. – Τουρκίας, όταν ο μεταρρυθμιστής Ταγίπ Ερντογάν δηλώνει ότι «αν είναι να διακοπούν οι διαπραγματεύσεις με την Ε.Ε., επειδή δεν υποχωρούμε στο θέμα του πρόσθετου πρωτοκόλλου, ας διακοπούν», ουσιαστικά πιέζει διπλωματικά τους Ευρωπαίους εταίρους προς μία κατεύθυνση αντίθετη με τις ελληνικές επιδιώξεις και, εφόσον δεν υπάρχει κατάλληλη ελληνική απόκριση προς τους εταίρους μας, η πίεση θα μεταφέρεται πάντοτε στην ελληνική πλευρά.

Κινδυνεύει να ανακοπεί άμεσα ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Τουρκίας και μάλιστα λόγω του Πρωτοκόλλου Τελωνειακής Ένωσης; Κανείς έγκυρος αναλυτής στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, παρά τις αναμφισβήτητες δυσκολίες να υπάρξει αλλαγή πλεύσης του τουρκικού καθεστώτος ή του Ερντογάν να το επιβάλει. Αλλά πάλι, αν η Τουρκία δεν μπορεί να μετασχηματιστεί για την αποδοχή του κοινοτικού κεκτημένου, τότε ποιο είναι το ζητούμενο της ενταξιακής πορείας της τόσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο, ειδικότερα, και για το ελληνικό πρόβλημα ασφάλειας; Πέραν όμως αυτών, στην ελληνική εσωτερική πολιτική προσπαθεί να ευνοήσει το «άνοιγμα» μιας διαδικασίας αναθεώρησης της μετά το 1974 εθνικής στρατηγικής στην κατεύθυνση «συμβιβαστικών» λύσεων που βασίζονται στην παραχώρηση ελληνικής κυριαρχίας.

Με άλλα λόγια, στο εσωτερικό πολιτικό πλαίσιο η Άγκυρα κινείται προς μια εντελώς αντίστροφη κατεύθυνση επηρεασμού των εξελίξεων από αυτήν που η Ελλάδα επιχειρεί στις εσωτερικές εξελίξεις της Τουρκίας, μέσω της στήριξης που παρέχει στην τουρκική υποψηφιότητα για ένταξη στην Ε.Ε., θεωρούμενης ως διαδικασία «ευρωπαϊκού μετασχηματισμού» της Τουρκίας και, άρα, μεσοπρόθεσμα, άρσης των τουρκικών εδαφικών διεκδικήσεων.

Έχουν συσσωρευθεί σημαντικές ενδείξεις ότι η ελληνική πολιτική στρατηγική κινδυνεύει να υπερκερασθεί από την τουρκική, ακριβώς επειδή βασίζεται σε όρους και προϋποθέσεις που οδηγούνται σε εξάντληση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ελληνική εθνική στρατηγική οφείλει να αναθεωρηθεί, όπως ορισμένοι πολιτικοί κύκλοι διατείνονται.

Η εθνική στρατηγική οφείλει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες και το όχημα αυτής της αναπροσαρμογής δεν είναι η αναθεώρηση του περιεχομένου της αλλά μια επεξεργασμένη πολιτική στρατηγική που να την υπηρετεί και να ανταποκρίνεται στις νέες συνθήκες. Από τη σκοπιά της διατύπωσης προτεραιοτήτων και πολιτικής στρατηγικής, ο προσδιορισμός των παραμέτρων αυτών συνδέεται άμεσα με την ύπαρξη της σχετικής πολιτικής βούλησης.

 

Η μετάβαση σε μία νέα στρατηγική

 

Η προώθηση της σταθερότητας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με δεδομένες τις θέσεις των δύο πλευρών και του διεθνούς παράγοντα, είναι ζήτημα εσωτερικών και διεθνών συσχετισμών που σε τελική ανάλυση αποκρυσταλλώνουν αυτές τις θέσεις. Οι εσωτερικοί συσχετισμοί, όπως προσδιορίζονται στο ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό εθνικό πλαίσιό τους, καθορίζουν κυρίως τις προτεραιότητες πολιτικής και τις εσωτερικές δυνατότητες και αντοχές για την προώθησή τους. Το κύριο ζητούμενο είναι η διατύπωση μιας πολιτικής στρατηγικής που έχει τη ρεαλιστική δυνατότητα δημιουργίας πλεονεκτικών διεθνών ερεισμάτων για την επίτευξη των στόχων της και αυτό κρίνεται μόνο από τα αποτελέσματά της σε προσδιορισμένο χρονικό ορίζοντα.

Η προσπάθεια να ξεφύγει ολόκληρο το πλέγμα των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε Αιγαίο και Κύπρο από τον αναχρονισμό των εδαφικών διεκδικήσεων και της κατοχής δεν μπορεί παρά να είναι πολυδιάστατη. Να ευνοεί, να διευρύνει και να αξιοποιεί την ανάπτυξη σχέσεων εμπιστοσύνης και συνεργασίας με την Τουρκία.

Ταυτόχρονα όμως, η στήριξη της ελληνικής επιλογής να επικρατήσουν στη γειτονική χώρα πολιτικές δυνάμεις που υποστηρίζουν μια γνήσια εταιρική σχέση και την άρση των διεκδικήσεων, βασίζεται στην επιτυχή ανάσχεση και αποτροπή των τουρκικών προκλήσεων σε Αιγαίο, Δυτική Θράκη και Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό είναι το πλαίσιο που θέτει η επαρκώς διατυπωμένη εθνική στρατηγική, που αδιάλειπτα από το 1974 συνιστά το σταθερό πλαίσιο διαμόρφωσης της εκάστοτε πολιτικής στρατηγικής όλων των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων. Κυβερνήσεις που, παρά τις όποιες ατυχείς στιγμές τους, λάθη και παραλείψεις τους, παρέμειναν – άσχετα από τους λόγους – προσηλωμένες στις επιταγές της εθνικής στρατηγικής.

Επίκεντρο μιας ανανεωμένης πολιτικής στρατηγικής είναι η καθοριστική μεταβολή, με βάση πάντα το διεθνές δίκαιο, των διμερών όρων πάνω στις οποίες η Τουρκία βασίζει την πολιτική στρατηγική πρόκλησης εντάσεων στο Αιγαίο. Η ενδυνάμωση της ελληνικής παρέμβασης σε κάθε διεθνές δικαιακό θεσμικό περιβάλλον και η πρακτική στήριξή της σε επιχειρησιακό επίπεδο με κατάλληλη, ευέλικτη και στοχευμένη διαχείριση των εντάσεων, που να επιβάλλει στην άλλη πλευρά την αποκλιμάκωση των εντάσεων. Η πρόκληση εντάσεων δεν πρόκειται να σταματήσει αν οι εσωτερικές πολιτικές δυνάμεις στην Τουρκία που τις συντηρούν δεν μεταβάλουν πολιτική.

Οι προκλήσεις αυτές μπορούν, όμως, να καταστούν ατελέσφορες και αναχρονιστικές εφόσον δεν μεταβάλλουν το status quo στο Αιγαίο προς όφελος των τουρκικών διεκδικήσεων. Ωστόσο, καμιά εποικοδομητική πολιτική στρατηγική δεν μπορεί να έχει προοπτική αν δεν εδράζεται σε μια ευρύτερη θεώρηση της Τουρκίας και σε εκείνες τις εσωτερικές και διεθνείς διαστάσεις που αναιρούν την τουρκική αναθεωρητική πολιτική και την εντάσσουν σε ένα περιβάλλον σταθερότητας, αμοιβαίας ασφάλειας και εξισορρόπησης θεμιτών συμφερόντων. Παρά την πολιτική κυριαρχία των «καθεστωτικών δυνάμεων» υπάρχει μια κοινωνική και πολιτική δυναμική που διατρέχει την τουρκική κοινωνία και πολιτική στην κατεύθυνση του εκδημοκρατισμού. Οι εξελίξεις στη γείτονα χώρα, που διατρέχουν σε βάθος την τουρκική κοινωνία, οικονομία και πολιτική, διέπονται από αντιθέσεις και αντιφάσεις και συνεχίζουν, σε ορισμένες τουλάχιστον εκφάνσεις, να είναι απρόβλεπτες.

 

Στέλιος Αλειφαντής

 * Ο Δρ. Στέλιος Αλειφαντής είναι συγγραφέας πέντε βιβλίων και 70 δημοσιεύσεων, ενώ έχει συμμετάσχει σε αρκετές συλλογικές ακαδημαϊκές εκδόσεις. Το συγγραφικό έργο του καλύπτει ζητήματα που αφορούν την Διεθνή Πολιτική, την Περιφερειακή ασφάλεια, την Ελληνική Εξωτερική Πολιτική & Άμυνα, την Μελέτη Περιοχών (Area Studies), καθώς και την Διαχείριση Κρίσεων και την Επίλυση Συγκρούσεων.

Από το 1989 μέχρι σήμερα έχει διδάξει μαθήματα Διεθνών Σχέσεων και Διαχείριση Κρίσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ως Λέκτορας και Επίκουρος Καθηγητής, ενώ στο Αιγαίο Πανεπιστήμιο ως Επίκουρος Καθηγητής και Πανεπιστήμιο Πειραιά ως Αναπληρωτής Καθηγητής (Π.Δ. 407/80).

* Οι επισημάνσεις στο κείμενο έγιναν από την Αργολική Βιβλιοθήκη

 

Read Full Post »

Ελληνική λαϊκή παράδοση


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα νοσταλγικό  άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με τίτλο: «Ελληνική λαϊκή παράδοση».

 

Μια φορά κι ένα καιρό ο κόσμος ήταν μικρός. Άπλωνες το μάτι σου ίσαμε πέρα. Όσον τόπο έπιανες, τόσος ήταν ο κόσμος. Σαράντα  χιλιόμετρα με τη νταλίκα, μιας μέρας δρόμο, το λέγανε ταξίδι. Εκατό – διακόσια χιλιόμετρα, έφευγαν σε τόπο ξένο, μακρινό. Έμπαινες σε καΐκι που άνοιγε τα πανιά του στη θάλασσα; Τότε πια ήταν ξενιτιά, αποδημία. Οι νοικοκυραίοι μέναν στον τόπο που γεννήθηκαν κι είχαν ξεχωριστό κομμάτι γης, για να τους θάψουν σαν θάρχονταν κάποτε η σειρά τους. Μικρός ο κόσμος, λίγοι οι άνθρωποι, λίγα τα νιτερέσια. Κατέβαινε ο κάθε νοικοκύρης στην πιάτσα, μίλαγε με τους συντοπίτες, τον ήξεραν, τους χαιρετούσε, τον καλημέριζαν.  – Καλημέρα, η ώρα η καλή.

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Εκείνη την εποχή οι άνθρωποι δε βιάζονταν, δεν έτρεχαν. Τίποτα βίαιο δε σημάδευε τη μέρα  τους. Η ζωή αργοκυλούσε πάντα η ίδια. Ξέραν πότε θα φρεσκάρει το μελτέμι, περίμεναν τη βροχή, ξεχώριζαν τη θολούρα που φέρνει το χιόνι, προετοιμάζονταν. Έσπερναν, θέριζαν, έσκαβαν, πότιζαν, πάντα τα ίδια πράματα, στα ίδια χωράφια, κάτω από τον ίδιο ήλιο, κοντά στα ίδια δένδρα, που είχαν κληρονομήσει απ’ τους γονιούς τους.

Άμα σε κουβέντιαζε άνθρωπος, έπρεπε να τον κοιτάζεις στα μάτια, αν δεν ήθελες να το πάρει για προσβολή και περιφρόνηση. Να φουμάρει νέος μπροστά σε ηλικιωμένο, δε γινόταν. Κι όταν κάθονταν οι γέροι, οι νέοι στέκονταν, κι ας είχε καρέκλες αδειανές. Τη σειρά που είχαν μάθει από τους γονιούς τους, την κρατούσαν όταν έκαναν δικό τους σπιτικό και την παράδιναν κληρονομιά στα παιδιά τους.

Όταν σόδιαζαν, οι νοικοκυρές βοηθούσαν η μια την άλλη να  πήξουν τον τραχανά, να τον πλάσουν στο σοφρά, πάνω στο χασεδένιο τραπεζομάντιλο πλυμένο στο λουλάκι, να τον κάνουν χάχλες. Έστριβαν το κριθαράκι, έκοβαν τις χυλοπίτες. Στίβαζαν τα κούτσουρα για το τζάκι, την πυρήνα για το μαγκάλι, τα κάρβουνα και το δαδί για τη φωτιά. Μέσα στο μεγάλο πιθάρι με το λάδι έβαζαν τα κεφαλάκια το τυρί για το χειμώνα. Στο κατώι κρέμονταν αρμαθιές τα κρεμμύδια και τα σκόρδα. Κάτω απ’ τον καναπέ στην τραπεζαρία αποθήκευαν τα «χειμωνιάτικα», τα πράσινα  καρπούζια και τα κίτρινα πεπόνια. Στο νταβάνι κρέμονταν σειρές τα κόκκινα ρόδια, και τα κυδώνια. Στους μπακιρένιους τεντζερέδες, που έλαμπαν σαν καθρέφτες πάνω στα ράφια, είχαν πατημένα τα ξερά σύκα. Σκέτα για τα παιδιά, ζεματιστά ψιλόφλουδα για τους μεγάλους, γεμιστά με καρύδι, σουσάμι και κανέλα για τους ξένους.

Άμα χτυπούσε την πόρτα τους ο χειμώνας, ήταν έτοιμοι να τον καλοδεχτούν. Άμα χτυπούσε ζητιάνος, δεν έπρεπε να τον αφήσουν να φύγει μ’ αδειανά τα χέρια. Έστρωναν το τραπέζι στα σπιτικά τους με την καμπάνα της εκκλησίας το μεσημέρι, κάθονταν όλοι μαζί, έκαναν το σταυρό τους. Έπιανε ο νοικοκύρης το ζυμωτό σπιτίσιο καρβέλι, το σταύρωνε τρεις φορές με το μαχαίρι, έκοβε, κρατούσε ο ίδιος τη γωνιά τη  ροδοψημένη και μοίραζε στους άλλους τις πλατιές φέτες. Έτρωγαν αργά, χωρίς πολλές κουβέντες και χάχανα και, άμα τελείωναν, έκαναν πάλι το σταυρό τους. Οι μικροί περίμεναν να σηκωθεί πρώτα ο πατέρας και δεν παρατούσαν το τραπέζι, αν δε δίπλωνα την πετσέτα, που είχαν δέσει στο λαιμό τους.

Οι σκόλες τους ήταν μετρημένες, οι διασκεδάσεις τους το ίδιο, πότε σε βαφτίσια, πότε σε γάμο. Τα λιγοστά τους μαγέρικα ζούσαν απ’ τους μετρημένους εργένηδες και τους ταξιδιώτες. Στους καφενέδες σύχναζαν τα τζόβενα. Οι σοβαροί άνθρωποι ήξεραν μια-μια τις πέτρες που διάβαιναν απ’ το σπίτι στο μαγαζί και απ’ το μαγαζί στο σπίτι. Είχαν το στασίδι τους στην εκκλησιά. Μάθαιναν τα τραγούδια απ’ τους μεγάλους, όταν ήταν μικροί, και τα παράδιναν στα παιδιά τους. Είχαν εκείνο τον καιρό οι άνθρωποι επιθυμίες ελάχιστες, βλέψεις λιγότερες, αγωνίες σχεδόν καθόλου.

Το μόνο ξαφνικό που ερχόταν στη ζωή τους ήταν η αρρώστια και ο θάνατος. Τα φοβόντουσαν, γιατί δε μπορούσαν, δεν ήξεραν να τα προλάβουν. Κι όταν ερχόταν ο θάνατος τους έβρισκε έτοιμους, προετοιμασμένους. Νήστευαν και στη μικρή και στη μεγάλη Σαρακοστή, μεταλάβαιναν τα Χριστούγεννα και το Μεγάλο Σάββατο, μην τους βρει το ξαφνικό και δε τους προλάβει ο παπάς. Το είχαν για μεγάλη αμαρτία. Η ζωή έσερνε τα πόδια της αργά και οι πατημασιές της φαίνονταν χρόνια και τις έδειχναν από γενιά σε γενιά. Η πατατούκα  με την  εγγλέζικη τσόχα και την άσπρη αρνίσια προβιά από μέσα για φόδρα, έπεφτε κληρονομιά από πατέρα σε γιο. Και στις λάμπες του πετρελαίου μόνο το φυτίλι άλλαζαν και σπάνια το γυαλί, σαν παραπλήθαιναν τα τσιγαρόχαρτα, που κολλούσαν στη φούσκα του, για να συγκρατούν τα πολλά ραγίσματα.

Μακάριοι άνθρωποι, μακάρια χρόνια. Είχαν  χοντρά μουστάκια οι άνδρες. Πάνω στα δικά τους έπαιρναν όρκο, τα ξένα τα φτύναν  και τα βλαστημούσαν. Οι αγρότες ξεκινούσαν για τη δουλειά με την ανατολή και γύριζαν με τη δύση του ήλιου. Μόνο τ’ αγιολόι έβαζε ορόσημα στο χρόνο. Με δυο γιορτές, του αγίου Δημητρίου και του αγίου Γεωργίου, υποδιαιρούν το έτος σε χειμώνα και καλοκαίρι. Με γιορτές πάλι- «του αγίου Αντωνίου», «ανήμερα της Υπαπαντής», «ξημερώνοντας τ’ αϊ- Χαραλάμπους» – συνδέουν την ανάμνηση του καλού ή του κακού που τους έτυχε.

Η φύση είναι το περιβάλλον των ανθρώπων εκείνου του καιρού. Οι παλιοί άνθρωποι δεν είναι φυσιολάτρες. Είναι ένα μέρος από τη φύση. Στη μικρή κοινότητα η επικοινωνία με τον έξω κόσμο είναι περιορισμένη και η μάθηση φτωχή. Ο κόσμος όμως της φαντασίας είναι πλούσιος. Οι άνθρωποι είναι πολύ καλοί ή πολύ κακοί, σαραντάπηχοι ή τοσοδούληδες. Παράξενα πλάσματα φωλιάζουν στις σκοτεινές γωνιές του σπιτιού, στο στάβλο, στον αχυρώνα. Οι άνθρωποι εκείνου του καιρού έχουν απαντήσεις σε όλες τις απορίες τους. Ερμηνεύουν τον κόσμο με παραμύθια, γιατρεύουν τις αρρώστιες με μαγικά. Κι αν κάτι δεν καταλάβουν, πάντα υπάρχει στο χωριό μια γριά σοφή, που θυμάται τα παλιά, εξηγεί τα τωρινά και προμαντεύει το μέλλον.

Οι παλιοί νοικοκυραίοι ήταν ευχαριστημένοι από τον κόσμο που γνώριζαν. Συγκρατούσαν λίγα πράματα από το παρελθόν με τις διηγήσεις που άκουγαν, όπως συγκρατούν τα παιδιά τα παραμύθια. Άκουγαν απ’ τους διαβασμένους  ιστορίες  για το γένος, για ένα κομμάτι πατρίδα που λεφτερώθηκε το 21 κι ύστερα περπάτησαν τα χρόνια, έγιναν πόλεμοι μεγάλοι και μικροί, γέμισε ο κόσμος φωτιές, χαλάσματα, σκοτωμένους, πήγε κάμποσο πίσω ο Τούρκος, λεφτερώθηκαν οι  σκλάβοι, μεγάλωσε η πατρίδα, άλλαξε η ζωή.

Μετά ο κόσμος πλήθυνε, δε γνωρίζονταν πιά  όλοι μεταξύ τους, χάθηκαν οι νταλίκες και πήραν τη θέση τους τα αυτοκίνητα. Οι αποστάσεις μίκραιναν. Οι άνθρωποι όχι μόνο  έτρεχαν, μα βρήκαν τον τρόπο να μιλούν από πολύ μακριά ο ένας στον άλλο, χωρίς να κοιτάζονται στα μάτια. Οι πολλοί άρχισαν να ψαλιδίζουν τα μουστάκια τους, άλλαξαν ρούχα, φόρεσαν φράγκικα, μείναν λιγοστά τα σαλβάρια και οι τσόχινες βράκες.  Μέρα με την ημέρα όλα άλλαζαν. Κάθε φορά ο κόσμος έβγαινε όλο και πιο πολύ από συνήθειες αποχτημένες, από παραδόσεις που τις κρατούσαν τόσες γενιές.  Τον παλιό τον κόσμο τον περνούσε με μεγάλα βήματα ο καινούργιος,  βιαστικός και ασυγκίνητος και τον έσερνε στην περιοχή των αναμνήσεων.

Όμως αυτόν τον κόσμο, που δεν πρόλαβαν οι νέοι, τον παρατηρούμε στις εκδηλώσεις του λαού, τον διακρίνουμε στην παραδοσιακή μας αρχιτεκτονική. Παλιά σπίτια, κάστρα, γεφύρια, εκκλησίες, καλντερίμια, μύλοι, περιστερώνες, ξωκλήσια, προσκυνητάρια και άλλες κατασκευές δείχνουν την ευαισθησία και την ποιητική φαντασία του παλιού δημιουργού-τεχνίτη.

Τα παραδοσιακά αυτά στοιχεία, που συνθέτουν την εθνική πολιτιστική μας ταυτότητα, ανέλαβε να συγκεντρώσει και να συστηματοποιήσει η επιστήμη της Λαογραφίας. Αντικείμενο της Λαογραφίας είναι ο λαός. Αλλά ποιος λαός; Αυτός  που έχει διατηρήσει την  παράδοση, έχει υποστεί δηλαδή τις λιγότερες ξενικές επιδράσεις, ο λαός της υπαίθρου, που διατηρεί γνήσια στοιχεία της εθνικής ταυτότητας.

Τι είναι όμως η παράδοση;

Κάθε γενιά ανθρώπων αισθάνεται τον κόσμο με το δικό της τρόπο, προσπαθεί να τον γνωρίσει, στοχάζεται, επινοεί και πράττει. Τη γνώση και τα έργα της τα παραδίδει στην επόμενη. Εκείνη, με τη σειρά της, πάνω στη συγκομιδή που κληρονόμησε, προσθέτει τη δική της. Όλος αυτός ο πλούτος είναι η παράδοση.

Οι γνώσεις, οι σκέψεις, τα αισθήματα και τα έργα των ανθρώπων συχνά παραδίδονται με την υπογραφή και με τη σφραγίδα μιας προσωπικότητας. Γνωστοί καλλιτέχνες, φιλόσοφοι, προφήτες και ποιητές ανήκουν σ’ αυτό το είδος της παράδοσης, που λέγεται λόγια παράδοση.

Άλλο πράγμα είναι η λαϊκή παράδοση. Και σ’ αυτήν υπάρχει ο δημιουργός, που πρώτος εμπνέεται το έργο, αλλά αυτός ταυτίζεται με την κοινωνία. Στο έργο του δεν εκφράζει προσωπικές εμπειρίες, αλλά τη γενική αντίληψή του για τον κόσμο ή την κοινωνική ομάδα, όπου ανήκει. Δεν επινοεί νέα θέματα, δεν έχει προσωπικό ύφος, δεν επιδιώκει την πρωτοτυπία, χωρίς, βέβαια, αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν παραλλαγές σε κοινά θέματα.

Το έργο του λαϊκού πολιτισμού είναι ομαδικό, εκφράζει κοινές αντιλήψεις και περνάει στη χρήση των πολλών, που το προσαρμόζουν στο κοινό αίσθημα. Στο λαϊκό πολιτισμό, η ποίηση, οι τέχνες, η σοφία δεν είναι προνόμιο λίγων, αλλά κατόρθωμα και κτήμα όλων.

Η νεοελληνική λαϊκή παράδοση έχει τις ρίζες της στα αρχαία  χρόνια. Τα έθιμα, τα διακοσμητικά μοτίβα, τα ποιητικά θέματα, οι μύθοι, περνώντας από γενιά σε γενιά και αλλάζοντας αδιάκοπα, ζουν μέχρι σήμερα, καθορίζουν τους Έλληνες και συνδέουν τους τωρινούς με τους παλαιότερους και τους αρχαίους. Ο χωρισμός, η άτυχη αγάπη, ο αταίριαστος γάμος, ο θάνατος, τα οικογενειακά δράματα δεν έλειψαν ποτέ από τη ζωή των ανθρώπων. Μόνο που ο κόσμος ο παλιός ξέρει πως όλα αυτά είναι μέσα στ’ ανθρώπινα. Τα δέχεται και τα αντέχει. Η πίστη στις αξίες – τιμή, ευσέβεια, ανδρεία – και στις ίδιες μυθικές δοξασίες ενώνει  τους ανθρώπους μέσα στην οικογένεια και στην κοινότητα. Η καθημερινή συναναστροφή δημιουργεί οικειότητα.  Οι άνθρωποι αισθάνονται μαζί στις καλές και στις δύσκολες ώρες, κι ενάντιοι στον εχθρό. Ζουν και πεθαίνουν στον τόπο που γεννήθηκαν, εκτός αν ο γάμος, η φτώχια ή τα εμπορικά ταξίδια τους στείλουν στην ξενιτιά. Αλλά κι εκεί ο άνθρωπος δεν αλλάζει. Κόσμος είναι ο τόπος του, η νοσταλγία εμπνέει  τα τραγούδια του. Τα μηνύματα πάνε κι έρχονται με τα πουλιά, με τον αέρα, με τον ήλιο, με το φεγγάρι, με τους διαβάτες.

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το
φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Ο κόσμος που περιγράψαμε δεν υπάρχει πια. Ποιο σημερινό ελληνόπουλο κάτω των 30 γνωρίζει το αγκωνάρι και την αστράχα του σπιτιού ή το σοφρά, το σαγάνι, την τάβλα, το τσανάκι και τη μάσια; Ποιο νέο κορίτσι ξέρει τι ήταν το μπαούλο με το γιούκο της γιαγιάς και πώς ήταν ντυμένη με τη μπελαρίνα, το γιουρντί κα το τσεμπέρι της;  Ποιο παιδί γνωρίζει τι χρησίμευε το καντάρι, το τραβηχτό, ο ντορβάς και η σβάρνα, τι ήταν το τουλούμι, το τεζάχι, το τροκάνι, το ταγάρι, το κακάβι, η καρδάρα, το καλαπόδι, πώς ήταν το χειρόβολο και το ντουγένι, τι έκαναν στο αλώνι, τι μετέφεραν με τη νάκα; Πόσες απ’ αυτές τις λέξεις θεωρούν ελληνικές και ποιες νομίζουν ξένες;

Όλα αυτά βρίσκονται τώρα στα βιβλία ή στα μουσεία, τα φυλάμε για κειμήλια ή στολίζουμε μ’ αυτά τα σπίτια μας. Οι λαϊκοί χοροί και τα τραγούδια διδάσκονται στα σχολεία. Ελάχιστα στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού απομένουν ζωντανά, σε περιοχές απομονωμένες κι έχουν τη σημασία μουσειακού υλικού, που πρέπει να περισυλλεγεί σαν από μια πηγή που στερεύει.

Το γεγονός, βέβαια, ότι ένα αντικείμενο μπαίνει στο μουσείο δηλώνει ότι έπαψε να έχει ζωντανή παρουσία. Ωστόσο συχνά τα μουσειακά αντικείμενα ξαναβγαίνουν στη ζωή και διεκδικούν μια νέα λειτουργική αναγνώριση. Πρόκειται για τα φαινόμενα της «επιβίωσης» και της «αναβίωσης», δυο όροι που τους χρησιμοποίησε ο Δημήτρης Γληνός και για τους αρχαίους Έλληνες.

Επιβίωση είναι το αυτόματο πέρασμα του χτες στο σήμερα, η άμεση μετάγγιση μορφών ζωής από ψυχή σε ψυχή, από στόμα σε στόμα, από πατέρα σε παιδί, από γενιά σε γενιά. Είναι το αυτοσχέδιο τραγούδι στη διονυσιακή γιορτή της αρχαιότητας και στο σημερινό πανηγύρι, το αυθόρμητο μοιρολόι της πονεμένης μάνας του 1821, του 1950, αλλά και του 2000. Είναι το παραδοσιακό φαγητό της γιαγιάς, που το ανακαλύπτει η εγγονή και το βρίσκει «πολύ ενδιαφέρον», το σπίτι του παππού στο χωριό, που πρέπει να μην το αλλάξουμε καθόλου, η χειροποίητη ψάθινη καρέκλα, το παλιό κόσμημα που το βρίσκουμε πολύ της μόδας και κάθε μορφή σύγχρονου φολκλορισμού, που περιλαμβάνει βέβαια και τη ζήτηση παραδοσιακών αντικειμένων χειροτεχνίας. Μια τάση αυθόρμητη, που τη διακρίνουμε σε κάθε εποχή.

Αναβίωση είναι το συνειδητό ξαναζωντάνεμα του παλιού. Στρέφεται σε στοιχεία που ο καιρός τα ξεμάκρυνε από την ιστορική μνήμη και  παρουσιάζεται σαν ανάγκη που εξυπηρετεί τα συμφέροντα κάποιων κοινωνικών ομάδων. Έχει όμως κάθε φορά και ένα ομαδικό ή μαζικό αντίκρισμα. Παράδειγμα αναβίωσης είναι η μαζική και βιομηχανική αναπαραγωγή παλαιών αντικειμένων, που ανταποκρίνεται στη ζωηρή ζήτηση ντόπιων και ξένων αστικών κύκλων (νεόπλουτων και τουριστών): Χωριάτικο τζάκι μέσα στο σπίτι μας, δυο παλιά κιούπια στην αυλή μας, το σεντούκι της γιαγιάς για διακοσμητικό, κουρτίνες κεντητές με το βελονάκι, παραδοσιακά πήλινα βάζα και ένα αντίγραφο κολοκοτρωναίικης κουμπούρας κρεμασμένη στον τοίχο αποτελούν απαραίτητα στοιχεία πολλών νοικοκυριών σήμερα, που τα διατηρούν για να μη χάσουν την επαφή με το παρελθόν, τις ρίζες, την ιστορία τους.

Το φαινόμενο της αναβίωσης, όμως, παρατηρείται και συστηματικά σε διάφορους τομείς του πολιτισμού μας κάθε εποχή, όπως και στις μέρες μας:

Έτσι οι οργανοπαίχτες στα μέσα της δεκαετίας του 60 άρχισαν να αντικαθιστούν τα παλαιά λαϊκά όργανα με νέα δυτικά και βιομηχανικά. Όσοι έπαιζαν  λαούτο το γύρισαν στην κιθάρα, τη λαουτοκιθάρα, που την κούρδιζαν σαν λαούτο. Άλλοι αντικατέστησαν το ούτι ή το μαντολίνο με το μπουζούκι, το ντέφι ή το νταούλι με τη τζαζ, και οι ζουρνατζήδες άλλαξαν το ζουρνά με το κλαρίνο, που έχει πιο μεγάλες μουσικές δυνατότητες. Με τέτοιους συνδυασμούς εκτελούσαν ευρωπαϊκούς χορούς, αλλά και σύγχρονα ελαφρά τραγούδια, ενώ, αν χρειαζόταν, το γύριζαν στα δημοτικά τραγούδια και τους λαϊκούς χορούς.

Οι παραδοσιακοί χοροί με τη σειρά τους αναβιώνουν τα τελευταία χρόνια στο κλίμα του φολκλορισμού. Κάθε χωριό οργανώνει, ιδίως μετά το 1974, εκδηλώσεις, όπου κυρίαρχη θέση κατέχουν οι τοπικοί παραδοσιακοί χοροί. Η έκταση μάλιστα του φαινομένου έθεσε και θέμα αυθεντικότητας, κατά πόσο δηλαδή οι χοροί αυτοί εκτελούνται με τρόπο που δηλώνει σεβασμό και γνώση της γνήσιας παράδοσης. Ο χορός, βέβαια, δεν είναι αντικείμενο, ένα δραπάνι ή ένα κύπελλο, που περνάει από γενιά σε γενιά κι από χέρι σε χέρι, χωρίς ν’ αλλάξει μορφή και χρήση. Ο χορός είναι κάτι που γίνεται, εξελίσσεται και αλλάζει ταυτισμένος κάθε φορά με το σώμα κάθε ανθρώπου, τις απαιτήσεις της εποχής, την ιδιοσυγκρασία της στιγμής. Γι’ αυτό και αναγνωρίζουμε πολλές παραλλαγές και αμέτρητο πλήθος χορευτικών σχημάτων.

Ο παραδοσιακός χορός προκάλεσε και την επανεμφάνιση της παραδοσιακής ενδυμασίας.  Οι εκατοντάδες χορευτικές ομάδες και συγκροτήματα έπρεπε ασφαλώς να ντυθούν ανάλογα. Έτσι λοιπόν η παραγωγή παραδοσιακών ενδυμασιών εξελίχτηκε τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους πιο ανθηρούς κλάδους της βιομηχανίας λαϊκής τέχνης. Στην αγορά μάλιστα βγαίνουν κατά καιρούς και εξαρτήματα ή μοτίβα παρμένα ή εμπνευσμένα από την παράδοση. Σύγχρονοι έλληνες «μοντελίστ» έγιναν μεσάζοντες, που μετέφεραν την ελληνική ενδυματολογική παράδοση στους ξένους μόδιστρους και σε οίκους μόδας.

Από τα μικρότερα εξαρτήματα ιδιαίτερη ζήτηση είχαν τα μαντίλια, οι τσεβρέδες, κοσμήματα από ασήμι και χρυσάφι, αλυσίδες διακοσμητικές, ζώνες αργυροποίκιλτες, δαχτυλίδια με χρωματιστές πέτρες, αλλά και το νεοελληνικό πλεκτό, για το οποίο ένα γυναικείο περιοδικό έγραψε πρόσφατα με ενθουσιασμό: «Το πλεκτό μας ντύνει την Ευρώπη»!

Αν το ασήμι και το χρυσάφι υπηρέτησαν την πολυτέλεια, το σίδερο, το ατσάλι, ο χαλκός, ο μπρούτζος, ο τσίγκος και το καλάι κάλυψαν αμέτρητες πρακτικές ανάγκες. Ο τενεκές (λευκοσίδηρος) χρησιμοποιήθηκε πλατιά κατά το 19ο αιώνα. Από τα χρόνια της τουρκοκρατίας και μέχρι πριν μερικές δεκαετίες σε κάθε χωριό υπήρχε και κάποιο μεταλλοτεχνικό εργαστήρι, αν όχι για κατασκευή, τουλάχιστον για συντήρηση και επισκευή σκευών και εργαλείων.

Παραγωγοί όλων αυτών των αντικειμένων ήταν οι σιδεράδες, οι κοινωνικά υποβαθμισμένοι «γύφτοι». Από τα χέρια και το καμίνι τους έβγαιναν εργαλεία και σκεύη (υνία, καζάνια, φτυάρια, μαχαίρια, δοχεία, στεφάνια σιδερένια), εξαρτήματα οικοδομών (σιδεριές για παράθυρα, κλειδαριές, μάγγανα, ρόπτρα) και πολλά άλλα. Χρειάστηκε να φτάσουμε στη φολκλοριστική αφύπνιση ή μόδα των ημερών μας, για να προσέξουμε την τεχνική ευαισθησία αυτών των ανθρώπων και τα έργα τους. Σήμερα τα «κεντημένα σίδερα» των αστικών μπαλκονιών αποτελούν έναν από τους πιο φιλόδοξους στόχους των συλλεκτών και ολοένα συχνότερα αναπαράγονται βιομηχανικά, για να κοσμήσουν σπίτια ευκατάστατων αστών και να αποκαταστήσουν έτσι το πνευματικό κύρος των φτωχών σιδεράδων, των χαλκιάδων.

Δίπλα στις κατασκευές αυτές εξίσου σημαντικά είναι και τα ξύλινα σκεύη και εργαλεία (κανάτια, σκάφες, πινακωτές, ξυλόφτιαρα, ξυλάλετρα, αγκλίτσες, ξυλοβάρελα κ.α.), αλλά και έπιπλα, που το 18ο και 19ο αιώνα αναπαράγονται με απόλυτο σεβασμό στην παράδοση. Σήμερα υπάρχουν αξιόλογοι ξυλογλύπτες, που δουλεύουν με ευαισθησία τόσο το κοσμικό έπιπλο (τραπέζια, καναπέδες, καρέκλες), όσο και το εκκλησιαστικό (τέμπλα, προσκυνητάρια, στασίδια κ.α.).

Η λαϊκή κεραμική, τέλος, με τη μακραίωνη ελληνική παράδοσή της επιβίωσε ως τις μέρες μας και δημιούργησε μια σύγχρονη σχολή κεραμιστών, που, με αφετηρία  τη λαϊκή παράδοση, αναπαράγουν ποικιλία αντικειμένων με αισθητική λειτουργία, αλλά και χρηστικά, παλεύοντας ν’ αντιμετωπίσουν το πανταχού παρόν πλαστικό.

Ο 20ος αιώνας όμως έφερε ριζικές ανακατατάξεις στον τομέα της παράδοσης. Απογύμνωσε τις δημιουργίες από τη γοητεία του μύθου, αφαίρεσε το ποιητικό στοιχείο, αλλοίωσε τη γνησιότητα, άφησε τις δυτικές επιδράσεις να εισχωρήσουν στη διάθεση του λαϊκού τεχνίτη. Υπάρχουν και σήμερα, βέβαια, ξυλογλύπτες, ζωγράφοι, κεραμιστές, αγγειοπλάστες, κεντήστρες και υφάντρες, που αγωνίζονται να κρατήσουν (και να κρατηθούν από) την παράδοση, να πλάσουν πάνω στον πηλό, το μουσαμά ή το ξύλο, το μεράκι της καρδιάς, τα όνειρα της φαντασίας τους.

Η πραγματικότητα όμως τους επηρεάζει, το παλιό μεράκι χάθηκε, η τέχνη βιομηχανοποιήθηκε και υπηρετεί τη λογική του κέρδους. Οι φολκλορικές εκδηλώσεις συχνά οργανώνονται για την τέρψη του τουριστών και την άγρα συναλλάγματος. Στα καταστήματα Greek art βρίσκουμε παραδοσιακά αντικείμενα και είδη λαϊκής τέχνης φτιαγμένα στο Χογκ- Κογκ ή στην Ταϊβάν. Φαινόμενο αστείο και συνάμα προσβλητικό. Πολλές φορές η λαϊκή τέχνη γίνεται μόδα και περνάει στη ζωή μας ως γραφικό και αξιοπερίεργο. Ό,τι γίνεται όμως μόδα, γρήγορα παλιώνει και χάνεται.

Σωστό είναι να δώσουμε στο παρελθόν μια θέση δημιουργική, για να μην παίζει το ρόλο του ζητιάνου στη σύγχρονη ζωή. «Ένα μέλλον για το παρελθόν μας» ήταν το 1975 το σύνθημα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Είναι κρίμα να βλέπει κανείς δείγματα λαϊκής τέχνης να καταστρέφονται απροστάτευτα, πλακόστρωτες πλατείες στα χωριά να τσιμεντώνονται, εθνικά μνημεία να βεβηλώνονται, παραδοσιακά στοιχεία να διακωμωδούνται.

Χρειάζεται μια αναδιαπαιδαγώγηση του λαού με τις πραγματικές λαϊκές αξίες.  Και το μεγάλο μερίδιο αυτής της ευθύνης πέφτει στην παιδεία. Στα σχολεία πρέπει να ξεκινήσει μια νέα σταυροφορία για τη διάσωση και τη διάδοση του λαϊκού πολιτισμού. Να γνωρίσουν τα νέα παιδιά την παράδοσή μας, να βιώσουν τα στοιχεία της, να τα κατανοήσουν και να τ’ αγαπήσουν.

Μπαίνοντας στον 21ο αιώνα, ανοίξαμε μια νέα σελίδα στη ζωή μας. Από τo 10ο αιώνα π.Χ., τη γεωργική επανάσταση δηλ. της προϊστορικής εποχής, όταν διαμορφώθηκαν οι πρώτες κοινωνίες, μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα μ.Χ. – το 1950 – οι άνθρωποι αγωνίζονταν για την επιβίωση και την αυτάρκειά τους. Μέχρι το 1950 οι γονείς μιας 7μελούς οικογένειας ζούσαν με την αγωνία να εξασφαλίσουν το ψωμί για τα παιδιά τους και να μην τους πεθάνει κανένα παιδί από πείνα.

Τα 50 τελευταία χρόνια του 20ου αιώνα (1950-2000) χαρακτηρίστηκαν από μια μαζική υστερία παραγωγής και κατανάλωσης. Όραμα και στόχος κάθε ανθρώπου έγινε η ποσότητα. Τα φτωχόσπιτα, όπου στιβάζονταν 7 παιδιά στο στρώμα, έγιναν  πεντάρια διαμερίσματα με κουζίνα εντοιχισμένη με πάσο, 3 τηλεοράσεις, 2-3 τουαλέτες, παρτέρια, βεράντες και κήπο. Τα σπίτια γέμισαν πλαστικά άνθη, καπλαμάδες και δερματίνες. Στις γειτονιές πληθαίνουν οι αλυσίδες καταστημάτων μόδας, τεχνολογίας και καταναλωτικών αγαθών, τα υπερκαταστήματα τροφίμων και τα κέντρα ψυχαγωγίας για κάθε ηλικία και γούστο.

Μόνο που στη «Μέκκα» του σύγχρονου καπιταλισμού τα δωμάτια στο σπίτι είναι πέντε, αλλά τα παιδιά είναι δύο! Τα πεινασμένα παιδιά της δεκαετίας του 60, σήμερα κάνουν ειδικές δίαιτες αδυνατίσματος, που τις πληρώνουν μάλιστα ακριβά! Πενήντα χρόνια πριν εκατοντάδες νεαροί στοιβαγμένοι με απάθεια σ’ ένα σκοτεινό χώρο με πνιγηρή ατμόσφαιρα θα λέγαμε ότι βρίσκονται σε αμπάρι πλοίου που ταξιδεύει για το αμερικανικό όνειρο ή για την Αυστραλία. Δε θα φανταζόμασταν ότι πρόκειται για βραδινή έξοδο των παιδιών μας σε σύγχρονο club! Και το χωριάτικο κοτόπουλο με  χυλοπίτες από το κοτέτσι της γιαγιάς στη Λάρισα ήταν το πιο απλό και φτηνό φαγητό. Σήμερα έγινε σπάνιο και δυσεύρετο ως οικολογικό προϊόν και κοστίζει πολύ ακριβά! Ορισμένοι καχύποπτοι, τέλος, είπαν ότι ακόμα και οι νομικές διαδικασίας για τη λύση του γάμου απλοποιήθηκαν, για να αυξηθούν τα διαζύγια, να πολλαπλασιαστούν οι δεύτεροι και τρίτοι γάμοι, τα διπλά και τριπλά νοικοκυριά με τα αντίστοιχα καταναλωτικά αγαθά. Ούτε ο Όργουελ δεν το είχε φανταστεί!

Τι μας φέρνει ο 21ος αιώνας; Έναν άνεμο ποιοτικής διαφοροποίησης! Από δω και πέρα ζητούμενο θα είναι η ποιότητα. Λιγότερα και καλύτερα. Καλύτερα και απλούστερα. Απλούστερα και φυσικότερα.  Φυσικότερα και ωραιότερα. Ωραιότερα και λιγότερα. Η κραυγή του ζώου που δεν περπατάει, δεν αναπνέει οξυγόνο, δεν τρέφεται φυσικά, δε μεγαλώνει στο βιολογικό του κύκλο, δεν αναπαράγεται φυσιολογικά, δε ζει αρμονικά με το περιβάλλον του, ακούγεται δυνατή και απειλητική. Άτομα, κοινωνικές ομάδες και κινήματα αναζητούν πλέον την επανασύνδεσή τους με τη φύση. Και οι επιλογές τους γίνονται όλο και πιο ποιοτικές, αφαιρετικές και επιλεκτικές.

Η λαϊκή παράδοση και ο γνήσιος λαϊκός πολιτισμός αποτελεί τη μεγάλη δεξαμενή της ποιότητας. Εκεί βρίσκουμε κάθε φορά τις ρίζες μας. Τα στοιχεία που μας συνδέουν με το φυσικό μας χώρο, τις πραγματικές μας ανάγκες, την ιστορική μας μοίρα. Είναι η πολύτιμη περιουσία που κληρονομήσαμε από τους παππούδες μας και πρέπει να κληροδοτήσουμε στα παιδιά μας. Όσο πιο αληθινά, φυσικά και γνήσια μπορούμε. Για να ανακαλύψουν κι εκείνα με τη σειρά τους την ποιότητα σ’ έναν κόσμο αλλοτριωμένο πολιτισμικά, σε μια κοινωνία που αναζητάει ένα νέο στίγμα. Την κοινωνία της παγκοσμιοποίησης.

Όσοι δεν αντιληφθούν αυτές τις αλλαγές, θα μείνουν ουραγοί στο περιθώριο. Εκείνοι που δεν μπορούν να τις συλλάβουν, θα τις βιώσουν καθυστερημένα ή αρνητικά. Οι υποψιασμένοι θα τις ζήσουν και, κυρίως, θα τις συνδιαμορφώσουν αντλώντας από τον πλούτο της λαϊκής παράδοσης. Γιατί μόνο το παρελθόν μπορεί να μας δείξει το μέλλον.

 

Αλέξης Τότσικας

Δεύτερη Ανάγνωση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Απρίλιος 2013.

Read Full Post »

Η πονεμένη ιστορία των Ιστορικών Αρχείων του Δήμου Άργους …


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα: «Η πονεμένη ιστορία των Ιστορικών Αρχείων του Δήμου Άργους …», θέμα που πρόεκυψε από την παρ’ ολίγον δημοπράτηση των Πρακτικών του Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους της περιόδου 1856-1890.

 

Η σημασία των ιστορικών αρχείων είναι αδιαμφισβήτητα μεγάλη για την ανάδειξη και διατήρηση της πολιτισμικής κληρονομιάς και της φυσιογνωμίας μιας πόλης, ενός τόπου. Από τις δημόσιες πολιτικές που ασκούνται και από τις ιδιωτικές δράσεις που εκφράζονται στον τομέα αυτό, εξαρτάται ο βαθμός και η ποιότητα αυτής της φυσιογνωμίας. Το μικρό λαογραφικό μουσείο του χωριού Νυμφαίο κοντά στη Φλώρινα, διαθέτει ανεκτίμητης αξίας έγγραφα, σκεύη, φωτογραφίες, κ.ά. Η πόλη της αδελφοποιημένης με το Άργος Βέροιας, διαθέτει μια από τις πιο αξιόλογες δημοτικές βιβλιοθήκες και παρουσιάζει ένα από τα σημαντικότερα έργα διάσωσης της πολιτισμικής της κληρονομιάς (π.χ. αναπαλαίωση παλιάς και εβραϊκής συνοικίας). Καύχημα για την πόλη της Καλαμάτας αποτελεί, μεταξύ άλλων, το ιστορικό της αρχείο και η συλλογή εφημερίδων της δημοτικής βιβλιοθήκης.

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί μια πόλη τόσο πλούσια σε ιστορία όπως το Άργος στην Αργολίδα, δεν διαθέτει ούτε μια σελίδα δημοτικού ιστορικού αρχείου; Η οργάνωση και συντήρησή του θα έπρεπε λογικά να είναι στις προτεραιότητες κάθε δημοτικής αρχής. Θα έπρεπε… λογικά… αλλά στην πόλη για την οποία μιλάμε συμβαίνει κάτι εντελώς άπρεπο και παράλογο: τα γραπτά τεκμήρια ή τα φωτογραφικά αρχεία της έχουν χαθεί, καταστραφεί, καεί!  Τον τελευταίο καιρό μάλιστα μερικά από αυτά, εξαιρετικά σημαντικά,  βρέθηκαν σε δημοπρασία γνωστού Οίκου. Η πώλησή τους αποφεύχθηκε μετά από τις αντιδράσεις που προκάλεσε η δημοσιοποίηση της δημοπρασίας των «Πρακτικών του ΔΣ του Δήμου Άργους (1856-1890)» και ταυτόχρονα δημοσιοποιήθηκε η υποκρισία και η ρηχότητα με τις οποίες οι (απ)ασχολούμενοι με τα κοινοτικά αντιμετωπίζουν τα ζητήματα διαχείρισης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, όπως και η πλήρης αδιαφορία των ομάδων εκείνων που «κατά τεκμήριο» αποτελούν τη μορφωμένη και ευαισθητοποιημένη πολιτιστικά εμπροσθοφυλακή της κοινωνίας!

Η δημοσιοποίηση λοιπόν της δημοπρασίας και οι αντιδράσεις που προκάλεσε, έχουν ενδιαφέρον για εκείνους που αναζητούν να καταλάβουν τα αίτια της πολιτισμικής στασιμότητας σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Θα παρουσιάσω συνοπτικά και τεκμηριωμένα το γεγονός λαμβάνοντας υπόψη τα δυο επίπεδα στα οποία καταγράφονται και αξιολογούνται δημόσιες πολιτικές και ιδιωτικές δράσεις για τον πολιτισμό: το τυπικό και εκείνο του περιεχομένου και της ουσίας των πραγμάτων.

 

Φωτογραφία από το πλούσιο αρχειακό υλικό που ανακαλύφθηκε πρόσφατα σε χώρο του Κοινοβουλίου.

Ως προς το τυπικό:  οι πολίτες του Άργους θα γνωρίζουν πως δεν υφίσταται, εδώ και δεκαετίες, καμία απολύτως (δημόσια) δημοτική πολιτική διάσωσης και ανάδειξης ιστορικών τεκμηρίων στην αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας! Έχω επανειλημμένα υπογραμμίσει πως δεν είναι τυχαίο γεγονός η απουσία κάθε οργανωμένου ιστορικού αρχείου στην πόλη. Κι αυτό όχι μόνο γιατί Δημοτικοί Άρχοντες και παρατρεχάμενοι απλά αγνοούν τη σημασία του, αλλά κυρίως γιατί δεν θέλουν! Η ιστορία των πέντε τόμων των πρακτικών του Δ.Σ του πρώτου Δήμου της ανεξάρτητης Ελλάδας (1856-1890) που τέθηκαν σε δημοπρασία από τον γνωστό οίκο «Σπάνια Βιβλία Σπανός» είναι χαρακτηριστική της νοοτροπίας που έχει καλλιεργηθεί χρόνια τώρα.

Εξώφυλλο της 115ης Δημοπρασίας σπάνιων βιβλίων. Στον κατάλογο της δημοπρασίας και στη θέση 38 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (420-433), ο κωδικός 420 αντιστοιχούσε στα «Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους 1856-1890».

Η 115η Δημοπρασία σπάνιων βιβλίων Ελλήνων βιβλιόφιλων πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιουλίου 2014 στην αίθουσα του «Παρνασσού». Στον κατάλογο της δημοπρασίας και στη θέση 38 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (420-433), ο κωδικός 420 αντιστοιχούσε στα «Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους 1856-1890».

Ο Δήμαρχος κ. Δ.Καμπόσος, ενημερώνεται επίσημα για την δημοπρασία από τον Προϊστάμενο των ΓΑΚ Αργολίδας κ. Δ. Γεωργόπουλο (έγγραφο με αρ.πρωτ 278/9 Ιουλίου 2014). Τις ίδιες ακριβώς ημέρες ο Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού κ. Γ. Γιαννούσης μου κοινοποιεί τον κατάλογο της δημοπρασίας και αποφασίζουμε από κοινού να το δημοσιοποιήσουμε στον τύπο και να ενημερώσουμε τον Δήμαρχο Άργους. Μάλιστα στις 11/7/2014 κοινοποιώ στον κ. Δήμαρχο σημείωμα που δημοσίευσε η ηλεκτρονική έκδοση των «Αργολικών» (11/7/2014) και η  καθημερινή εφημερίδα «Αργολίδα» (17/7/2014), στην οποία απάντησε ενημερωτικά με έγγραφό του  (288/15 Ιουλίου 2014) και πάλι ο Διευθυντής των ΓΑΚ Ναυπλίου.

Πριν ακόμη φτάσει το έγγραφο των ΓΑΚ στον Δήμο, ο κ. Οδυσσέας Κουμαδωράκης, ενημερωμένος από τον κ. Γ. Γιαννούση και με την προτροπή του τελευταίου, ανέλαβε να ενημερώσει τον κ. Καμπόσο και να του μεταφέρει την άποψη της αγοράς έναντι ευτελούς αντιτίμου των πέντε τόμων. Προφανώς, ο Δήμος δεν διέθετε «φράγκο για την αγορά τέτοιων βιβλίων». Εγώ και ο κ. Γιαννούσης ενημερώσαμε όσους θα μπορούσαν να συνδράμουν ώστε να μην χαθεί η ευκαιρία απόκτησης των ιστορικών τεκμηρίων. Μάλιστα συζητήθηκε και η πιθανότητα  συλλογής χρημάτων και συμμετοχής μας στην δημοπρασία χωρίς αυτό να καταστεί δυνατό. Η ιδέα δεν άρεσε σε ορισμένους. Είναι όμως πασίγνωστο πως ακόμη και κυβερνήσεις διαθέτουν μεγάλα ποσά προκειμένου να αποκτήσουν τεκμήρια του εθνικού τους πολιτισμικού πλούτου που υπάρχουν σε ιδιωτικές συλλογές και δημοπρατούνται με την προϋπόθεση να μην είναι προϊόντα κλοπής.

Αλλά είναι τα συγκεκριμένα αρχεία του Άργους κλεμμένα; Υπάρχει η παραμικρή δήλωση οποιασδήποτε Δημοτικής Αρχής για κλοπή και αναζήτηση των αρχείων; Είχε ποτέ ζητηθεί δικαστική συνδρομή για την υποτιθέμενη κλοπή; Που φυλάσσονταν τα αρχεία αυτά και με ποιο τρόπο εκλάπησαν;

Ο κ. Δήμαρχος Άργους-Μυκηνών αποφάσισε να τα διεκδικήσει δια της δικαστικής οδού γεγονός που χαιρετήσαμε με σχετική αρθρογραφία στον τοπικό τύπο τις ημέρες εκείνες. Όταν θα γίνει γνωστό το πλήρες κείμενο της δικαστικής απόφασης θα επανέλθουμε στις λεπτομέρειες. Για την ώρα τα στοιχεία που είναι γνωστά είναι τα παρακάτω:

  • Σε δημοσίευμά της η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας «Αναγνώστης» (Παρ. 27 Οκτ. 2017 https://anagnostis.org/article/14-menes-ston-protergate-tes-klopes-kai-10-ston-kleptapodocho), μας ενημερώνει πως η καταδικαστική απόφαση είναι 14 μήνες στον «κλέφτη» και 10 μήνες στον «κλεπταποδόχο». Η ενημέρωση των «Αργολικών» (https://argolika.gr/2018/01/10) μιλάει για 14 και 12 μήνες αντίστοιχα. Τι ακριβώς ισχύει;
  • Ουσιαστικά δεν υφίσταται ποινή αφού υπάρχει αναστολή και επίσης δεν υπάρχει, όπως σημειώνεται στον τοπικό τύπο,  απάντηση-απόφαση της εισαγγελίας για την κατάσχεση των 5 τόμων και την απόδοσή τους στα ΓΑΚ ή τον Δήμο.
  • Γιατί ο Δήμος δεν κίνησε την διαδικασία των «ασφαλιστικών μέτρων» κατά του Οίκου Δημοπρασιών ώστε να μπλοκάρει άμεσα τα αρχεία και να πετύχει, με δικαστική συνδρομή, την κατάσχεσή τους;
  • Η υπόθεση εκδικάστηκε στο Μονομελές Πταισματοδικείο Ναυπλίου και όταν θα τελεσιδικίσει σε κάποια χρόνια από τώρα, ελπίζουμε και ευχόμαστε, οριστικά και αμετάκλητα να αποδοθούν στα ΓΑΚ.
  • Μπορεί για εσωτερική κατανάλωση ορισμένοι να καταδικάζουν ως «κλεπταποδόχους» τους Οίκους Δημοπρασιών, αλλά καλό είναι να γνωρίζουμε πως οι εταιρίες αυτές έχουν νομικούς συμβούλους και μεγάλη εμπειρία στα ζητήματα αυτά. Όπως ήταν αναμενόμενο οι πέντε τόμοι αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία και ένας Θεός γνωρίζει πότε, πως και που θα εμφανιστούν ξανά.
  • Τέλος, φαίνεται πως όλοι γνωρίζουν το όνομα του «κλέφτη», αλλά κανείς δεν το κοινοποιεί. Μάλλον χρειάζεται να συνεχιστεί το μελόδραμα για να μπορούν ορισμένοι να χύνουν τα κροκοδείλια δάκρυά τους και να κάνουν τη μικρή τους διαφήμιση.

Ως προς την ουσία: παρ’ ότι απερίφραστα και κατηγορηματικά καταδικάζουμε την  πώληση ιστορικών αρχείων από ιδιώτες με σκοπό το προσωπικό οικονομικό κέρδος, θεωρούμε το περιστατικό αυτό απολύτως ενδεικτικό της νοοτροπίας που έχει καλλιεργηθεί. Θέλω να υπενθυμίσω πως πολλές προσπάθειες έγιναν από τα ΓΑΚ Αργολίδας και από τον κ. Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη για να διασωθούν τα (εναπομείναντα;) αρχεία της πόλης του Άργους, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ακόμη πιο επίμονες ήταν οι προσπάθειες που κατέβαλαν ομάδες πολιτών για τη διάσωση αυτή. Πεταμένα σε υπόγεια ή αποθήκες μαζί με την πλούσια βιβλιοθήκη του κληροδοτήματος Κολιαλέξη, αποτελούσαν εικόνα ντροπής για την αρχαιότερη πόλη της χώρας. Παρ’ ότι προτείναμε επίμονα και πολλές φορές στις διάφορες δημοτικές αρχές να εργαστούμε εθελοντικά για την  διάσωσή τους, δεν μας το επέτρεψαν ποτέ! Μέχρι το 2008, όταν ο Αντιδήμαρχος κ. Γ. Αναγνώστου διαμορφώνει τον ημι-υπόγειο χώρου του Κωνσταντοπούλειου Μεγάρου σε ένα ελκυστικό Δημοτικό Αρχείο όπου βρίσκουν επιτέλους στέγη τα βιβλία της βιβλιοθήκης Κολιαλέξη και τα «υπόλοιπα» αρχεία του Δήμου Άργους. Στο χώρο αυτό συνεδρίασε για πρώτη και τελευταία φορά το ΔΣ του νεοϊδρυθέντος «Ινστιτούτου Αργειακών Μελετών».

Στον ίδιο χώρο μου χαμογέλασε η τύχη και φωτογράφησα όσα δημοτικά αρχεία είχαν απομείνει για την περίοδο του 1940, τεκμήρια που συμπεριέλαβα στο βιβλίο «Τετράδιο Πολέμου». Όταν το Κωνσταντοπούλειο Μέγαρο παραχωρήθηκε στην Τουριστική Σχολή, τα αρχεία και η βιβλιοθήκη Κολιαλέξη εξαφανίστηκαν. Παρά τις επίμονες προσπάθειές μας και τις πιέσεις που ασκήσαμε, δεν μπορέσαμε να μάθουμε που είχαν μεταφερθεί. Η ελαφρώς επίσημη εκδοχή ήταν πως «μισά βρίσκονται στο παλιό Δημαρχείο Μύλων και μισά στο κοινοτικό κατάστημα Λυρκείας». Όλες οι προσπάθειες και παρακλήσεις να δούμε τα αρχεία αυτά απέτυχαν. Επομένως έχουμε κάθε δικαίωμα να πιστεύουμε στο χειρότερο σενάριο για την τύχη τους.

Από πού λοιπόν προκύπτει η αγωνία της Δημοτικής Αρχής για την διάσωση των τεκμηρίων της ιστορίας της πόλης; Αφού η Δημοτική Αρχή δια υπογραφής Δημάρχου Δημ. Καμπόσου δηλώνει την δεδομένη «ευαισθησίας μας για την διάσωση και απόκτηση των πηγών της ιστορίας του Δήμου μας», γιατί δεν έχει θέσει στις άμεσες προτεραιότητές της τη δημιουργία ενός μικρού χώρου (έστω ένα παλιοδωμάτιο κάπου προσωρινά), ώστε να τοποθετηθούν τα αρχεία της πόλης (όσα υπάρχουν!) και να μπορούν οι ερευνητές να τα συμβουλευτούν; Η διαρροή του 2014 ότι προετοιμάζεται αίθουσα στο κτίριο του παλιού γαλακτοκομικού συνεταιρισμού για να στεγάσει τα αρχεία αποδείχτηκε, όπως και πολλά άλλα, φτηνό και κακόγουστο αστείο.

Ουσιαστικά η ιστορία των 5 τόμων της δημοπρασίας προέκυψε τυχαία και καθόλου ευχάριστα για τη Δημοτική Αρχή. Δεν κατανοεί, δεν την ενδιαφέρουν και δεν πρόκειται να διεκδικήσει το παραμικρό. Μέχρι να τελεσιδικίσει η ιστορία αυτή θα έχει ξεχαστεί, όπως ξεχάστηκε η καταστροφή του φωτογραφικού αρχείου της ΔΕΠΟΑΡ από… φωτιά, όπως θα ξεχαστεί η εξαφάνιση από το Κωνσταντοπούλειο των τελευταίων ιστορικών τεκμηρίων της πόλης. Στην προσπάθεια αυτή συμβάλλει με μεγάλο ζήλο και η πολύχρωμη αντιπολίτευση, ιδιαίτερα η «προοδευτική», για την οποία άγρια μεσάνυκτα και σκότος βαθύ επικρατούν όταν μιλάμε για θέματα πολιτισμικής κληρονομιάς και τεκμηρίων ιστορικής φυσιογνωμίας της πόλης. Δεν λέω! Είναι χρήσιμη η διαμαρτυρία για την κοπή ενός ιστορικού κυπαρισσιού στο κέντρο της πόλης. Θα ήταν απείρως πιο χρήσιμη η επίμονη διαμαρτυρία και ανάδειξη της συστηματικής καταστροφής των τεκμηρίων της σύγχρονης ιστορικής πορείας της πόλης.

Στηρίζοντας την άποψη αυτή θεωρούμε ως ύψιστη πράξη αντίστασης στον εκβαρβαρισμό της καθημερινότητας, τη συστηματική διάσωση και ανάδειξη κάθε στοιχείου που ενισχύει την πολιτισμική φυσιογνωμία των κοινοτήτων μας. Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη απλοί άνθρωποι που κατανοούν τη σημασία μιας τέτοιας αντίστασης και στηρίζουν την προσπάθεια αυτή. Θα συνεχίσουμε να συνθέτουμε και πάλι κομμάτι-κομμάτι τη νεότερη ιστορική πορεία αυτής της πόλης και ήδη έχουμε σημαντικά αποτελέσματα που δημοσιοποιούνται σταδιακά από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Χρειάζεται όμως να σημειώσουμε πως όλα τα παραπάνω είναι σημάδια των καιρών. Δεν πρόκειται απλά «για σφάλματα μιας κακής Δημοτικής Αρχής», αλλά για την ολοένα και μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτισμική αποσύνθεση που βαραίνει τις τοπικές κοινωνίες και την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της. Το ιστορικό χρυσωρυχείο του Άργους, καθώς οι στοές του γκρεμίζονται η μια μετά την άλλη, θα αποτελεί το παράδειγμα της πιο άτυχης πόλης στην Ελλάδα και ίσως στον κόσμο ολόκληρο.

Κάνουμε έκκληση στην/στον/στους κατόχους των 5 τόμων να τους παραδώσουν, με όποιο τρόπο θεωρούν καταλληλότερο, στα ΓΑΚ Αργολίδας ή στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη. Η καταστροφή τους θα αποτελούσε ένα ακόμη βαρύ πλήγμα  για το λαβωμένο πρόσωπο της πόλης. Ας το σκεφτούν καλά και ας διορθώσουν ένα λάθος με μια πράξη συνειδητά στοργική για την ιστορία του τόπου τους.

Γεώργιος Η. Κόνδης

 Άργος 17-2-2018

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »