Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ελεύθερο Βήμα’

Πόλεμος και διπλωματία: πολιτισμικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις της βυζαντινής αυλής στον κόσμο των Αράβων (9ος-10ος αι.)


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ανακοίνωση της Δρ. Σοφίας Πατούρα- Σπανού με θέμα: «Πόλεμος και διπλωματία: πολιτισμικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις της βυζαντινής αυλής στον κόσμο των Αράβων (9ος-10ος αι.)».

 

Ο σκληρός στρατιωτικός και πολιτικός ανταγωνισμός Βυζαντινών και Αράβων, κυρίως κατά την κορύφωσή του (9ος-10ς αι.), έβρισκε την ιδεολογική του έκφραση στα κείμενα των εκπροσώπων της εξουσίας και των δύο πλευρών. Είναι χαρακτηριστικές, για παράδειγμα, δύο σχετικές αναφορές, προερχόμενες αντίστοιχα από μία αραβική και μία βυζαντινή πηγή. Στο αίτημα του βυζαντινού αυτοκράτορα Ρωμανού Β΄ προς τον χαλίφη των Φατιμιδών al-Mu’iiz για σύναψη αιώνιας ειρήνης (957-958), εκείνος, σύμφωνα με τον άραβα ιστορικό Al-Nu’man (al-majalis wa l-musayarat), απάντησε μέσω του βυζαντινού πρεσβευτή ως εξής: η θρησκεία και ο ισλαμικός νόμος απαγορεύουν τη σύναψη αιώνιας ειρήνης διότι ο Αλλάχ έστειλε τον προφήτη του Μωάμεθ και εγκαθίδρυσε το θεσμό των Ιμάμηδων προκειμένου να καλέσουν τον κόσμο ν’ ασπασθεί τη θρησκεία του και να διεξάγουν, για το σκοπό αυτό, ιερό πόλεμο εναντίον των απίστων.[1]

Από την άλλη πλευρά, ο βυζαντινός αυτοκράτορας Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός, στον 18ο κανόνα των «Τακτικών» του, ομολογεί ότι συνέγραψε το συγκεκριμένο έργο εξαιτίας των Σαρακηνών (Αράβων). Προκειμένου να ενισχύσει το ηθικό των στρατηγών του, επιστρατεύει και εκείνος το ιδεολογικό επιχείρημα της θρησκείας, κηρύσσοντας στην πραγματικότητα με τη σειρά του ένα είδος «ιερού πολέμου» των χριστιανών εναντίον των «απίστων» Αράβων. Καὶ ἐθίζεσθε πάντες ὁμοῦ οἱ διὰ Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων καὶ πατρίδος καὶ τοῦ ὅλου τῶν Χριστιανῶν ἔθνους ἀγωνιζόμενοι εὐκόλως ὑποφέρειν καὶ … δεινὰ γενναίως ἐγκαρτερεῖν, ἔστι γὰρ τῶν ἀποκειμένων μισθῶν έκ τε Θεοῦ αὐτοῦ καὶ ἐκ τῆς ἐξ αὐτοῦ βασιλείας ἡμῶν παρ᾽ ὑμῶν ἐργασία.[2]

 Οι δύο παραπάνω πηγές χρονολογούνται τον 10ο αιώνα, ένα αιώνα ο οποίος, όπως και ο προηγούμενος, σημαδεύτηκε από τις πιο σκληρές αραβο-βυζαντινές συγκρούσεις. Με βάση τις μαρτυρίες αυτές και πολλές συναφείς, και λαμβάνοντας υπόψη το πλήθος των πολεμικών γεγονότων που έλαβαν χώρα στα αραβο-βυζαντινά σύνορα και στις επικράτειες των δύο αυτοκρατοριών, στη διάρκεια των δύο τουλάχιστον αιώνων που εξετάζουμε εδώ, οι σχέσεις των δύο πλευρών θα μπορούσαν εύκολα να περιγραφούν με όρους καθαρά πολεμικούς. Ωστόσο, πολλές μαρτυρίες, προερχόμενες από ιστορικά και λογοτεχνικά κείμενα και από την επιστολογραφία των βασιλικών αυλών του Βυζαντίου και των διαφόρων αραβικών χαλιφάτων, μας δίνουν και την άλλη «όψη του νομίσματος». Εκείνη, δηλαδή, που απεικονίζει μια διαρκή, αμοιβαία προσπάθεια ειρηνικής προσέγγισης, συνεννόησης και αλληλοκατανόησης των εμπολέμων, μέσα από ποικίλες δράσεις και με τη διαμεσολάβηση πολλών παραγόντων. Οι προσπάθειες αυτές είχαν εκδηλωθεί και κατά τους προηγούμενους αιώνες, σποραδικά και άναρχα, τον 9ο και 10ο όμως αιώνα ενισχύθηκαν σημαντικά, εντάσσοντας στην εξωτερική πολιτική των δύο αυτοκρατοριών μια υψηλού επιπέδου θεσμοθετημένη διπλωματία.

Το επιχείρημα περί του «ιερού πολέμου» δεν αποτελούσε εκείνη την εποχή παρά ένα σημαντικό εργαλείο στο ιδεολογικό οπλοστάσιο των ηγεσιών των δύο πλευρών προκειμένου να κρατούν σε εγρήγορση τους ταλαιπωρημένους από τους συνεχείς πολέμους στρατιώτες τους. Το Βυζάντιο, αν και συρρικνωμένο εδαφικά, διέθετε ακόμη μεγάλη πολιτική δύναμη και πνευματική ακτινοβολία, ενισχύοντας και παγιώνοντας, μέσα και έξω, την αντίληψη για την παγκόσμια κυριαρχία του. Τον 9ο αιώνα, ωστόσο, βρέθηκε αντιμέτωπο με έναν εχθρό που είχε εξελιχθεί σε μεγάλη δύναμη. Ήταν η μόνη δύναμη, ανάμεσα στους γείτονές του, με γραφειοκρατική διοίκηση, θεσμούς, διπλωματία, οργανωμένο στρατό και πολεμική τεχνολογία. Το Ισλάμ με σημαία τον «ιερό πόλεμο» έθετε πλέον ξεκάθαρα σε αμφισβήτηση την παγκοσμιότητα του Βυζαντίου και διεκδικούσε για λογαριασμό του την παγκόσμια εξουσία. Η Κρήτη και οι άλλες χώρες του κόσμου είναι δικές μας χάρη στην εύνοια του Θεού, ο οποίος μας έθεσε επικεφαλής του κόσμου, διακηρύσσει ο χαλίφης al-Mu’iiz στην επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Ρωμανό Β’, με αφορμή την πρεσβεία του 957/8.[3] Παρατηρεί κανείς εδώ ότι στα μέσα πλέον του 10ου αιώνα η πολιτική ιδεολογία των Βυζαντινών περί της εκ Θεού απορρέουσας παγκόσμιας εξουσίας [4] έχει μεταλαμπαδευθεί στους κόλπους του Ισλάμ και έχει επηρεάσει βαθειά τη σκέψη και την πολιτική φιλοσοφία των αραβικών ηγετικών κύκλων.

 

Η Μάχη μεταξύ αράβων και βυζαντινών στον ποταμό Λαλακάοντα το 863, μικρογραφία από τη «Χρονογραφία» του Ιωάννη Σκυλίτζη, β’ μισό του 13ου αιώνα. Biblioteca Nacional de España.

Η Μάχη μεταξύ αράβων και βυζαντινών στον ποταμό Λαλακάοντα το 863, μικρογραφία από τη «Χρονογραφία» του Ιωάννη Σκυλίτζη, β’ μισό του 13ου αιώνα. Biblioteca Nacional de España.

 

Η βυζαντινή αυλή, αμήχανη και αντιφατική μπροστά στη νέα κατάσταση που σταδιακά διαμορφώνεται στο παγκόσμιο σύστημα εξουσίας, αναγκάζεται, φραστικά έστω, ν’ αντιμετωπίσει τον αντίπαλό της ως ισότιμο και να του αναγνωρίσει τυπικά το μερίδιο που του αναλογεί στη διεκδίκηση της παγκόσμιας κυριαρχίας. Σε αυτό το πνεύμα του συμβιβασμού και της υποχώρησης από τις πάγιες θέσεις περί της μοναδικότητας της βυζαντινής αυτοκρατορίας και της πρωτοκαθεδρίας της στην παγκόσμια ηγεμονία, συνέταξε τη γνωστή επιστολή του προς τον χαλίφη της Βαγδάτης al- Muqtadir, ο πατριάρχης και αντιβασιλεύς Νικόλαος Α΄ Μυστικός, με το γνωστό, χαρακτηριστικό παρακάτω απόσπασμα: Υπάρχουν δύο μεγάλες δυνάμεις στον κόσμο, αυτή των Σαρακηνών (Αράβων) και αυτή των Ρωμαίων (Βυζαντινών), οι οποίες υπερτερούν όλων των άλλων και λάμπουν όπως οι δύο φωστήρες του στερεώματος. Στη συνέχεια, επισημαίνει μεν τις τεράστιες διαφορές στους κόλπους των δύο κοινωνιών λόγω των θρησκειών, σπεύδει όμως να τονίσει ότι αυτές δεν πρέπει να σταθούν εμπόδιο στις μεταξύ τους κοινωνικές και αδελφικές σχέσεις και να στερήσουν από τους δύο λαούς την επικοινωνία.[5] Λίγα χρόνια πριν, ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ΄, στα «Τακτικά» του, μέσα από ένα λόγο αντιφατικό, καθώς εμπεριείχε και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για τους Άραβες, δεν διστάζει να τους προβάλει ταυτόχρονα και ως πρότυπο προς μίμηση, αναφερόμενος στη στρατιωτική τους οργάνωση, την ανιδιοτελή μαζική συμμετοχή τους στον πόλεμο και την αποτελεσματικότητα του «ιερού πολέμου» (djihād), στοιχεία και συμπεριφορές που θα μπορούσαν να υιοθετήσουν και οι Βυζαντινοί.[6]

Το Βυζάντιο όφειλε πλέον ν’ αντιμετωπίσει έναν εχθρό «με κεφαλαίο Ε», όπως εύστοχα έχει επισημάνει η Ν. Κουτράκου σε σχετική μελέτη της.[7] Όφειλε να προσδιορίσει έναν αντίπαλο που του έμοιαζε σταδιακά όλο και περισσότερο, μια μεγάλη πολιτική και θρησκευτική δύναμη που διεκδικούσε τη θέση του στο παγκόσμιο στερέωμα και αμφισβητούσε σοβαρά τη δική του ηγεμονία.

Επομένως, όσο σκληρή και αν ήταν η πολεμική που ασκούσαν οι Βυζαντινοί εναντίον των Αράβων, μέσω των θρησκευτικών τους κυρίως κειμένων, όσο φανατικές και αν ήταν οι εκκλήσεις των θρησκευτικών κυρίως αραβικών κύκλων για ιερό πόλεμο (djihād) εναντίον των χριστιανών, η προσέγγιση των δύο πλευρών είχε πλέον καταστεί νομοτελειακή. Πέρα από ιδεολογίες και ιδεοληψίες, η βυζαντινή αυλή όφειλε ν’ αντιμετωπίσει με την ψυχρή λογική τη σκληρή πραγματικότητα ενός μεγάλου επελαύνοντος εχθρού και μιας πραγματικής πλέον απειλής για την ύπαρξή της. Στο αραβικό χαλιφάτο, από την άλλη πλευρά, είχαν ξεσπάσει, την εποχή εκείνη, διαμάχες και σκληροί εσωτερικοί ανταγωνισμοί ανάμεσα στις διάφορες δυναστείες με αποτέλεσμα τη διατάραξη της εθνικής συνοχής τους και τη σταδιακή υποχώρηση της στρατιωτικής τους ορμής. Κατά συνέπεια, οι δύο μεγάλες δυνάμεις ήταν υποχρεωμένες να «εξημερώσουν» τον πόλεμο, εντάσσοντάς τον στις κανονικές κοινωνικές σχέσεις τους, να τον καταστήσουν προβλέψιμο, περιορίζοντας το χώρο και το χρόνο του, και να τον μετατρέψουν σε αιτία και παράγοντα μιας αέναης μεταξύ τους επικοινωνίας.[8] Σε επίπεδο ηγεσιών οι δύο πλευρές είχαν προ πολλού ξεκινήσει τις διπλωματικές διεργασίες, οι οποίες μέχρι τον 9ο αιώνα αφορούσαν κυρίως σε ζητήματα πολέμου και σε συνθήκες ειρήνης[9] Από τον 9ο αιώνα και μετά η άμεση επικοινωνία και οι διπλωματικές επαφές βυζαντινών αυτοκρατόρων και χαλίφηδων εντάθηκαν και εξελίχθηκαν σημαντικά. Στο πλαίσιο αυτής της εξέλιξης αναπτύχθηκε μια νέα δυναμική με επίκεντρο τους αιχμαλώτους: την εξαγορά, την ανταλλαγή, τη νομική προστασία και τη δίκαιη μεταχείρισή τους από τον αντίπαλο. Μέσα από τις διαδικασίες επίλυσης τέτοιων ζητημάτων αναπτύχθηκαν νέες μορφές διπλωματικής δραστηριότητας στις δύο αυλές, οι οποίες δημιούργησαν εξαιρετικές συνθήκες επικοινωνίας σε όλα τα επίπεδα.[10]

Σε βυζαντινές και αραβικές πηγές διασώζεται μεγάλος αριθμός σχετικών πληροφοριών, οι οποίες συνθέτουν την εικόνα ενός διπλωματικού μαραθώνιου, στον οποίο, όπως προκύπτει από τη μελέτη τους, εμπλέκονταν πολλοί παράγοντες: αυτοκράτορες και χαλίφηδες, υψηλοί αξιωματούχοι των δύο αυλών (στρατηγοί, πατρίκιοι, εμίρηδες και βεζύρηδες), πατριάρχες και ιεράρχες, πρέσβεις και διερμηνείς και κυρίως επώνυμοι αιχμάλωτοι και από τα δύο στρατόπεδα, οι οποίοι, εκούσια ή ακούσια, συνέβαλαν στην επικοινωνία, την πληροφόρηση, την πολιτική και πολιτισμική προσέγγιση των δύο αυτοκρατοριών. Αξιοπρόσεκτη για το επίπεδο επικοινωνίας των δύο πλευρών, τον 9ο αιώνα, είναι η αφήγηση του al-Tabarī, σχετικά με την πρεσβεία του περίφημου Άραβα διπλωμάτη Nașr bn. al-Azhar (Nașir) (861), απεσταλμένου του χαλίφη al-Mutawakkil για τη διαπραγμάτευση της πέμπτης ανταλλαγής αιχμαλώτων, στον οποίο οι αξιωματούχοι της βυζαντινής αυλής προσέφεραν κατά την αποχώρησή του πολλά δώρα, προορισμένα για τον χαλίφη, όπως αρώματα, μετάξι, κρόκο και άλλα πολύτιμα είδη[11].

Τομή στις διπλωματικές σχέσεις Βυζαντίου – Ισλάμ υπήρξε, αναμφίβολα, ο θεσμός των επίσημων ομαδικών ανταλλαγών των αιχμαλώτων, ο οποίος καθιερώθηκε στα τέλη του 8ου αιώνα.[12] Η αποστολή πρεσβευτών, επιστολών και δώρων, η ανταλλαγή ομήρων και το πλήθος του απλού κόσμου που συνέρρεε εκεί από τις πλησιέστερες συνοριακές περιοχές συνιστούσαν πλέον το τελετουργικό του νέου status των αραβο-βυζαντινών σχέσεων γύρω από τους αιχμαλώτους. Η εφαρμογή αυτών των διαδικασιών προσέφερε την ευκαιρία μιας πολυεπίπεδης επικοινωνίας των εμπολέμων, που ξεκινούσε από τις βασιλικές αυλές του Βυζαντίου και του Ισλάμ, περνούσε από τις στρατιωτικές και πολιτικές αρχές των συνοριακών επαρχιών και έφθανε στους απλούς ανθρώπους – χριστιανούς και μουσουλμάνους. Σ’ ένα πνεύμα κατευνασμού των παθών, παρά τον θρησκευτικό φανατισμό και τη φιλοπόλεμη διάθεση που καλλιεργούνταν, οι ιθύνοντες της στρατιωτικής διπλωματίας και των δύο πλευρών συμπεριέλαβαν στο πλαίσιο της συγκεκριμένης προσέγγισης και τους κατοίκους των αραβο-βυζαντινών συνόρων. Επέτρεπαν σε συνοριακούς εκατέρωθεν πληθυσμούς να προσεγγίσουν τον ποταμό Λάμο και να παρακολουθήσουν εκ του σύνεγγυς όλες αυτές τις πρωτόγνωρες διπλωματικές διεργασίες της ανταλλαγής των αιχμαλώτων, οι οποίες αποτελούσαν αναντίρρητα ένα σημαντικό βήμα στην προσέγγιση των δύο αντιπάλων.[13]

Είναι αλήθεια ότι ένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια των αραβοβυζαντινών διπλωματικών σχέσεων έχει εγγραφεί στο περιεχόμενο των επίσημων ανταλλαγών και εξαγορών αιχμαλώτων, στις όχθες του ποταμού Λάμος, κοντά στην Ταρσό. Οι περισσότερες συμφωνίες και οι διαδικασίες των ανταλλαγών έχουν καταγραφεί από Άραβες ιστορικούς όπως, ο al-Masudi, ο al-Maqrizī, ο al-Tabarī, ο al-Balādhurī, και άλλοι.[14] Το περιεχόμενο της επιστολής του βυζαντινού αυτοκράτορα Ρωμανού Α΄ προς τον χαλίφη της Βαγδάτης al-Radī, το έτος 938, με αφορμή την ανταλλαγή αιχμαλώτων, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας αγωνιώδους προσπάθειας επικοινωνίας με τον αντίπαλο. Ο βυζαντινός ηγέτης εκφράζει την ευχή και την επιθυμία, μετά την ανταλλαγή, να προχωρήσουν στη σύσφιγξη των μεταξύ τους σχέσεων και στη συμφιλίωση των λαών τους.[15] Ανάλογη ανησυχία εκφράζει και o πατριάρχης Νικόλαος Α΄ προς τον χαλίφη al- Muqtadir για την κατάσταση των Κυπρίων αιχμαλώτων, και ταυτόχρονα διατυπώνει την επιθυμία και την ευχή του για συμφιλίωση των δύο κόσμων.[16] Το ίδιο ενδιαφέρον εκδήλωναν συχνά και οι αραβικές αρχές για την τύχη των μουσουλμάνων αιχμαλώτων, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη διαμαρτυρία προς τις αρχές της Κωνσταντινούπολης του βεζύρη Alī bn-Isā για την κακομεταχείριση των Αράβων αιχμαλώτων, κατά τη σύντομη περίοδο της βασιλείας του Αλέξανδρου, αδελφού του Λέοντος Σοφού (911-912).[17]

Στο πλαίσιο των διαδικασιών για τη διεκπεραίωση των ανταλλαγών κορυφαίο ρόλο έπαιζαν οι πρεσβευτές. Και από τις δύο πλευρές επιλέγονταν ικανοί και ευέλικτοι αξιωματούχοι που διακρίνονταν για την ευφυία, τις γνώσεις και τον πολιτισμό τους,[18] με πιο γνωστούς από το Βυζάντιο τον Μεθόδιο,[19] τον Λέοντα Χοιροσφάκτη[20] και τον Κουρκούα[21] και από το χαλιφάτο τον έμπειρο και επιτυχημένο διπλωμάτη Naşir (Naşr) bn al- Azhar.[22]

Οι συνθήκες της εποχής και η γραφειοκρατία των δύο αυλών επέβαλαν τη μακρά, συνήθως, παραμονή των ξένων πρεσβευτών στις πρωτεύουσες των συνομιλητών τους, η οποία τους παρείχε την ευκαιρία όχι μόνο της απλής επικοινωνίας, αλλά και της ενημέρωσης για την βαθύτερη γνώση της κοινωνίας της «άλλης πλευράς.»[23] Αραβικές και βυζαντινές πηγές περιγράφουν την υποδοχή των πρέσβεων στις πρωτεύουσες των δύο αυτοκρατοριών ως μεγαλοπρεπή και ιδιαίτερα πομπώδη. Οι διοργανωτές της επεδίωκαν με κάθε τρόπο να εντυπωσιάσουν τους ξένους επισήμους για τον πλούτο της αυλής τους και τη δύναμη του ηγέτη τους.[24] Στο σημείο αυτό αξίζει ν’ αναφερθώ ενδεικτικά (τα παραδείγματα είναι πολλά) στην επιστολή του εμίρη της Αιγύπτου Muhammad ibn Tugj al-Ihsīd προς τον αυτοκράτορα Ρωμανό Λεκαπηνό, με αφορμή τη βυζαντινή πρεσβεία του 936-937. Στο περιεχόμενό της εκτυλίσσεται με λεπτομέρειες όλο το σκηνικό της υποδοχής και της φιλοξενίας των βυζαντινών πρεσβευτών στο παλάτι του εμίρη και αποκαλύπτεται ο ιδιαίτερος ρόλος τους στην αποκατάσταση ή την περαιτέρω σύσφιγξη των σχέσεων Βυζαντίου και Αράβων. Είναι πολύ χαρακτηριστική ως προς αυτό η φράση με την οποία ο εμίρης Muhammad, απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα, κλείνει την επιστολή του: «επειδή εσύ εγκαινίασες σχέσεις φιλικές και ευγενικές μαζί μας αξίζεις να τις καλλιεργήσουμε και να κάνουμε ό,τι εξαρτάται από εμάς, ώστε να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες σου και τις επιθυμίες σου.»[25]

Οι Βυζαντινοί, σύμφωνα με τη λεπτομερή περιγραφή του έργου «Περί της βασιλείου Τάξεως» του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, απέδιδαν μεγάλη σημασία στη φιλοξενία των Αράβων πρεσβευτών και στις εντυπώσεις που εκείνοι θα αποκόμιζαν από τη βυζαντινή πρωτεύουσα.[26] Στο συγκεκριμένο έργο γίνονται ειδικές αναφορές στους «φίλους Σαρακηνούς», τους οποίους υποδέχονταν στα σύνορα βυζαντινοί αξιωματούχοι και τους εγκαθιστούσαν στη συνέχεια στο πολυτελές οίκημα, το γνωστό από τον Πορφυρογέννητο μητᾶτον. Η συμμετοχή τους σε επίσημες αυλικές και κοινωνικές εκδηλώσεις, η πρόσκλησή τους σε επίσημα συμπόσια και η τιμητική θέση που καταλάμβαναν σε αυτά[27] καταδεικνύουν τη λειτουργία ενός ειδικού τιμητικού πρωτοκόλλου για τους Άραβες, στο οποίο ο Λέων ΣΤ΄ ενέταξε και Άραβες αιχμαλώτους, σύμφωνα με το περίφημο «Κλητορολόγιον» του Φιλoθέου, το οποίο ο δημιουργός του συνέγραψε στις αρχές του 10ου αιώνα.[28] Στο πλαίσιο αυτού του νεωτερισμού εντάσσεται αναμφίβολα η πρόσκληση και η συμμετοχή στις εκδηλώσεις του παλατιού και στις θρησκευτικές τελετές, του γνωστού, λόγιου Άραβα αιχμαλώτου Harūn bn-Yahyā. Ο Άραβας αιχμάλωτος αποκαλύπτει με ιδιαίτερη σαφήνεια και αξιοπιστία τους συμβολισμούς και τη σημειολογία των πρακτικών της βυζαντινής διπλωματίας στο μνημειώδες λογοτεχνικό έργο του «Περιγραφή της Κωνσταντινουπόλεως», στο οποίο έχει καταγράψει προσωπικές εμπειρίες και παρατηρήσεις από την περίοδο της αιχμαλωσίας του στην Κωνσταντινούπολη. Το έργο του Harūn bn-Yahyā αποτελεί, μαζί με το «Περί της βασιλείου τάξεως» του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, μία από τις σημαντικότερες πηγές για την ιστορική γεωγραφία της βυζαντινής πρωτεύουσας του 9ου και 10ου αιώνα. Η περιγραφή της αρχιτεκτονικής και του διάκοσμου του παλατιού και της Μεγάλης Εκκλησίας, οι θρησκευτικές και οι αυτοκρατορικές τελετές, η παρουσία και η συμμετοχή ξένων στα δρώμενα της βασιλικής αυλής, αντανακλούν, αναμφίβολα, την έκπληξη, το θαυμασμό αλλά και το δέος του παρατηρητή-συγγραφέα. Η γραπτή κατάθεση του Harūn bn-Yahyā με όλα τα συναισθήματα που προκαλεί η περιγραφή του, μεταφέρθηκε και μεταδόθηκε στον κόσμο των Αράβων μέσω του ομοεθνούς συγχρόνου του γεωγράφου, Ibn Rosteh, ο οποίος το διέσωσε, ενσωματώνοντάς το στο δικό του έργο «Kitab al-a laq al nafisā» (= «Livre des choses presieuses»)[29]. Τόσο η συγκεκριμένη πολύτιμη για τη βυζαντινή διπλωματία πηγή όσο και οι μαρτυρίες άλλων βυζαντινών και αραβικών πηγών που αναφέρονται στις διπλωματικές δραστηριότητες της βυζαντινής αυλής, προδίδουν ξεκάθαρα τις στρατηγικές και τους στόχους της αυτοκρατορίας για την αντιμετώπιση και την ειρηνική προσέγγιση του μεγαλύτερου, ίσως, έως τότε εχθρού της, ο οποίος διεκδικούσε με αξιώσεις τη θέση της στο παγκόσμιο σύστημα εξουσίας. Μέσω των περίπλοκων μηχανισμών και των περίτεχνων μεθόδων της, η βυζαντινή διπλωματία, ιδιαίτερα τον 10ο αιώνα, είχε εξαπολύσει έναν «πόλεμο» εντυπώσεων και μια «επίθεση» ιδεολογικής επιρροής, σε όλα τα επίπεδα, στον ευρύτερο αραβικό κόσμο: στη Δύση, στη Βόρεια Αφρική και κυρίως στην Ανατολή, διαδίδοντας την οικουμενική χριστιανική ιδεολογία της μέσα στους κόλπους του Ισλάμ και προβάλλοντας με κάθε τρόπο και μέσο τον υλικό πολιτισμό και τον πλούτο της βυζαντινής πρωτεύουσας, στα μάτια ανθρώπων της άρχουσας, κυρίως, τάξης των Αράβων, όπως ήταν για παράδειγμα οι πρεσβευτές καθώς και οι επώνυμοι και διάσημοι αιχμάλωτοι. Ως προσπάθεια ιδεολογικής παρέμβασης μπορεί να ερμηνευτεί και η ευνοϊκή μεταχείριση εκ μέρους των βυζαντινών αρχών των γνωστών στην αραβική κοινωνία, επώνυμων Αράβων αιχμαλώτων, όπως συνέβη στις περιπτώσεις του εμίρη της Κρήτης Abd al-Azīz (του γνωστού Κουρουπά), του ποιητή-διανοούμενου Αbū Firās, του προαναφερόμενου Harūn bn-Yahyā, παλαιότερα του Qabāth ibn-Razīn, κ. α.[30] Σε αυτό το πνεύμα, ενταγμένη σε ένα χριστιανικό πολιτισμικό πλαίσιο, λειτουργούσε και η συμβολική γλώσσα των βυζαντινών τελετών, όπως την προσέλαβε, χωρίς ενδεχομένως να την κατανοεί, ο αιχμάλωτος Harūn[31]. Ο θαυμασμός και η έκπληξή του από το τελετουργικό σύμπλεγμα των θριάμβων, των δημοσίων πομπών, των τελετών και των συμποσίων, όλα μέσα από μια θρησκευτική διάσταση, καταγεγραμμένα στο κείμενό του, όπως ο ίδιος τα βίωσε, φαίνεται να δικαιώνουν τους εμπνευστές και τους λειτουργούς του διπλωματικού γίγνεσθαι της βυζαντινής βασιλικής αυλής. Η ακριβής περιγραφή του αυτοκρατορικού ανακτορικού συγκροτήματος της Κωνσταντινούπολης από τον Harūn ibn Yahyā και οι εικόνες που μετέφεραν και μετέδιδαν στα αραβικά χαλιφάτα οι επιφανείς αιχμάλωτοι και οι υψηλοί αξιωματούχοι – πρεσβευτές του Ισλάμ, δεν άφησαν ασυγκίνητους τους Άραβες χαλίφηδες και τις αυλές τους. Με αφορμή τη βυζαντινή πρεσβεία του 917 στη Βαγδάτη, στην οποία οι Άραβες επεφύλαξαν μια από τις λαμπρότερες υποδοχές στους βυζαντινούς απεσταλμένους, καταγράφηκαν πολλές αφηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων με την απαρίθμηση και την περιγραφή όλων των μερών του παλατινού συγκροτήματος των Αββασιδών, το οποίο, σύμφωνα με την ιστορία της Βαγδάτης του al-Hatīb al-Bagdādī,[32] ανταγωνίζονταν επάξια σε πλούτο και λαμπρότητα το βυζαντινό. Και ενώ για τους Αββασίδες δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία, πέραν των λογικών υποθέσεων, για το αν το τελετουργικό της αυλής τους ακολουθούσε βυζαντινά πρότυπα, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους Φατιμίδες της Αιγύπτου. Κατά τον σπουδαίο αραβολόγο M. Canard, ο οποίος επιχείρησε μια συγκριτική μελέτη του βυζαντινού και του αραβικού τελετουργικού των Φατιμιδών, μέσα από τις διασωζόμενες πηγές των δύο πλευρών («Περί της βασιλείου τάξεως» του Πορφυρογέννητου και τους «πίνακες τελετών» του άραβα Maqrizi και των μεταγενέστερων Ibn al-Ma’ mūn και Ibn al-Tuwair)[33], υπάρχει συνέχεια στις διάφορες πτυχές του φατιμιδικού τελετουργικού, η οποία δικαιολογεί τη σύγκριση και οδηγεί στο συμπέρασμα ότι από τα τέλη του 10ου έως τον 12ο αιώνα, η αυτοκρατορία του Βυζαντίου και εκείνη των Φατιμιδών είναι πλέον οι δύο μόνες μεγάλες δυνάμεις της μεσογειακής Ανατολής. Οι Φατιμίδες, εντυπωσιασμένοι προφανώς από τις περιγραφές των Αράβων επισκεπτών της Κωνσταντινούπολης και τις παραγόμενες εικόνες, υιοθέτησαν και ενσωμάτωσαν στο τελετουργικό τους ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία του βυζαντινού τελετουργικού, προκειμένου να ανταγωνισθούν σε λάμψη και σε δόξα τον «Ρωμαίον» αυτοκράτορα, όπως, αναμφίβολα και παρά την απουσία σχετικών πληροφοριών, το είχαν πράξει και οι Αββασίδες. Ο θαυμασμός και η έκπληξη που ένοιωθαν οι βυζαντινοί πρεσβευτές κατά την επίσκεψη και την παραμονή τους στο χαλιφάτο της Βαγδάτης, παραπέμπουν στον πλούτο και τη λαμπρότητα με την οποία, κατά πάσα πιθανότητα, περιβαλλόταν το παλάτι των Αββασιδών.[34]

Η βυζαντινή αυλή βέβαια, λειτουργώντας στο πλαίσιο ενός δαιδαλώδους παρασκηνίου και εφαρμόζοντας τις πολυσύνθετες πρακτικές της διπλωματίας της, δεν αρκούνταν στην έκθεση του υλικού και πνευματικού πλούτου της βυζαντινής πρωτεύουσας και στη δημιουργία εικόνων μόνο και εντυπώσεων. Μέσω των πρεσβευτών της επιχειρούσε και άλλες παρεμβάσεις με περιεχόμενο πολιτιστικό, κοινωνικό και ενίοτε ιδεολογικό. Για την πολιτιστική πολιτική που άσκησε το Βυζάντιο στις αυλές των χαλιφάτων, εκτός από τις περιστασιακές αναφορές Βυζαντινών και Αράβων συγγραφέων σε αμοιβαίες προσφορές δώρων, στη διάρκεια των διαφόρων διπλωματικών αποστολών, πληροφορίες παρέχει και μία άλλη αυθεντική πηγή, προερχόμενη, κατά τους μελετητές των βυζαντινο-αραβικών σχέσεων, από το αρχειακό υλικό των αραβικών βασιλικών αυλών. Πρόκειται για το περίφημο «Βιβλίο θησαυρών και δώρων» («Livre des Tresors et des Cadeaux»), το οποίο έχει χρονολογηθεί στα τέλη του 11ου αιώνα.[35] Περιέχει κατάλογο και περιγραφές των πολύτιμων δώρων που ανά τακτά διαστήματα αποστέλλονταν από βυζαντινούς αυτοκράτορες σε χαλίφηδες και εμίρηδες μέσω των πρεσβειών, κυρίως κατά τους 10ο και 11ο αιώνες. Ενδεικτικά, μπορούν ν’ αναφερθούν για τον 10ο αιώνα δύο αποστολές δώρων εκ μέρους των βυζαντινών αυτοκρατόρων προς Άραβες χαλίφηδες, ο κατάλογος και η περιγραφή των οποίων εμπεριέχεται στην προαναφερόμενη αραβική πηγή. Πρόκειται για τα πολύτιμα δώρα που απέστειλε ο Ρωμανός Λεκαπηνός στον χαλίφη της Βαγδάτης Al-Radī το έτος 938 και για εκείνα του Ιωάννη Τσιμισκή προς τον Φατιμίδη χαλίφη Al-Mu’ izz, μετά την είσοδό του στην Αίγυπτο το 973.[36]

Πρέπει να επισημανθεί ακόμη ότι πολιτιστική διπλωματία στους κόλπους των Αράβων ασκήθηκε από το Βυζάντιο και κατά τους προηγούμενους αιώνες, και μάλιστα από την αρχή της συγκρότησης του αραβικού χαλιφάτου. Αραβικές πηγές αναφέρουν ότι βυζαντινοί αυτοκράτορες απέστειλαν αρχιτέκτονες, τεχνίτες μωσαϊκών και υλικά για την ανέγερση και τη διακόσμηση των πρώτων παλατιών των χαλίφηδων, κυρίως όμως για τη διακόσμηση των τζαμιών της Μεδίνας και της Δαμασκού.[37] Η επιβίωση αυτών των διπλωματικών πρακτικών και κατά τους επόμενους αιώνες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αποστολή βυζαντινών τεχνιτών στην Cordova για την ψηφιδωτή διακόσμηση του μεγάλου τζαμιού της[38], αποτελεί την καλύτερη απόδειξη της συνέχισης των πολιτισμικών παρεμβάσεων της βυζαντινής αυλής, πάντοτε στο πνεύμα και το πλαίσιο μιας ευρύτερης διπλωματικής προσέγγισης.

 

Τα βυζαντινά στρατεύματα διώκουν τους άραβες, μικρογραφία του Ιωάννη Σκυλίτζη, β’ μισό του 13ου αιώνα. Biblioteca Nacional de España.

Τα βυζαντινά στρατεύματα διώκουν τους άραβες, μικρογραφία του Ιωάννη Σκυλίτζη,
β’ μισό του 13ου αιώνα. Biblioteca Nacional de España.

 

Αξίζει να επισημανθεί επίσης ότι στο πολιτισμικό και ιδεολογικό γίγνεσθαι των Αράβων, από την εμφάνιση του Ισλάμ, τόσο κατά τη διάρκεια της συγκρότησης και της ακμής των χαλιφάτων, όσο και κατά τους επόμενους αιώνες, συνέβαλαν και άλλοι παράγοντες, οι οποίοι δεν κατευθύνονταν απευθείας από τη βασιλική αυλή του Βυζαντίου. Από αραβικές κυρίως πηγές αντλούμε πληροφορίες για την αξιοποίηση βυζαντινών αιχμαλώτων, ιδιαίτερα στην αρχή της οργάνωσης του χαλιφάτου, σε τομείς της διοίκησης, των τεχνικών έργων, των οικονομικών υπηρεσιών, των γραμμάτων, κ.λπ.[39] Εξίσου σημαντική υπήρξε, επίσης, και η συμβολή των χριστιανικών κοινοτήτων (μονοφυσιτών, κοπτών και νεστοριανών), που παρέμειναν μετά την κατάληψη των εδαφών τους υπό αραβική κατοχή.[40] Τα μεγάλα κέντρα του Ελληνισμού, όπως ήταν η Αλεξάνδρεια, η Γάζα, η Βηρυτός, η Αντιόχεια, η Έδεσσα, η Νίσιβις, κ. ά., μετά την κατάληψή τους από τους Άραβες, από την πρώιμη ισλαμική εποχή, μετατράπηκαν σε πεδίο έντονων θεολογικών διαλόγων και αντιπαραθέσεων στο πλαίσιο μιας διαθρησκευτικής, διαπνευματικής προσέγγισης χριστιανισμού και ισλαμισμού, μέσω κυρίως της ελληνικής σκέψης και φιλοσοφίας.[41] Πνευματικοί άνθρωποι από τις υποδουλωμένες στους Άραβες χριστιανικές κοινότητες της Ανατολής μετέδωσαν και διέδωσαν, μέσω διπλών συνήθως μεταφράσεων, τα έργα των μεγάλων ελλήνων φιλοσόφων, ενώ άλλοι, εκούσια ή ακούσια, επιστρατεύθηκαν από τη νέα ανερχόμενη δύναμη της Ανατολής στο χτίσιμο της αυτοκρατορίας της, προσφέροντας την τεχνογνωσία και τις εμπειρίες τους στην οργάνωση της αυλής των χαλίφηδων, στη διπλωματία, στο εμπόριο, στις τέχνες, κ.λπ.[42]

Η κορυφαία πνευματική συνάντηση των Βυζαντινών με τους Άραβες έγινε τον 9ο αιώνα, όταν εκδήλωσαν από κοινού το ενδιαφέρον τους για την αναβίωση της κλασικής ελληνικής επιστήμης και φιλοσοφίας.[43] Κλασικά ελληνικά έργα, από τα δύο προαναφερόμενα πεδία, μεταφράσθηκαν στα αραβικά κατά την περίοδο της χαλιφίας των Αββασιδών στο μεγάλο διεπιστημονικό κέντρο της Βαγδάτης, στον «Οίκο της Σοφίας».[44] Το γεγονός αυτό υπήρξε αναμφίβολα η μεγαλύτερη και ουσιαστικότερη προσέγγιση Βυζαντινών – Αράβων, στο πνευματικό και επιστημονικό πεδίο, με πρωτοβουλία του γνωστού λάτρη της κλασικής αρχαιότητας, του χαλίφη al Ma’mun και τη συμμετοχή και συνεργασία βυζαντινών μοναχών και πνευματικών ανθρώπων της Συρίας και της Μεσοποταμίας, πιθανότατα με την παρότρυνση και τη βοήθεια της βυζαντινής αυλής.[45] Αξίζει να υπενθυμίσω στο σημείο αυτό την αλληλογραφία του χαλίφη al Ma’mūn και του βυζαντινού αυτοκράτορα Θεόφιλου, με αφορμή τον μεγάλο βυζαντινό διανοούμενο Λέοντα Μαθηματικό, τον οποίο ο πρώτος διεκδικούσε ειρηνικά από τη βυζαντινή αυλή, προκειμένου να μεταδώσει τις γνώσεις του στο χαλιφάτο. [46] Εκτός όμως από την κλασική φιλοσοφία και τις ελληνικές επιστήμες, στον αραβικό κόσμο διείσδυσε εν μέρει και η βυζαντινή λογοτεχνική παραγωγή σε τομείς, όπως ήταν τα νομικά κείμενα, τα στρατιωτικά εγχειρίδια, και σε ορισμένες περιπτώσεις η ιστοριογραφία. Αυτό προκύπτει από τη συνολική ή την αποσπασματική διάσωση ορισμένων αραβικών κειμένων, τα οποία αποτελούν μεταφράσεις ή προσαρμογές από αντίστοιχα βυζαντινά, όπως είναι ο «Νόμος Ροδίων»[47], ο «Πρόχειρος Νόμος»[48], τα «Ναυμαχικά»[49] και άλλα στρατιωτικά εγχειρίδια, καθώς και ορισμένα δάνεια από βυζαντινές χρονογραφίες, προσαρμοσμένα σε αραβικά χρονικά, με πιο αντιπροσωπευτική περίπτωση την ιστορία του al- Tabarī.[50] Σχετικά με την αντιμετώπιση, από τις δύο αυλές, των πρεσβευτών οι οποίοι αποτελούσαν τους βασικούς παράγοντες προσέγγισης, είναι γνωστό ότι το status των μουσουλμάνων πρεσβευτών στη βυζαντινή πρωτεύουσα βασιζόταν, γενικά, στην κλασική παράδοση περί φιλοξενίας και στη χριστιανική αντίληψη περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το status, αντίστοιχα, των βυζαντινών απεσταλμένων στις διάφορες αραβικές πρωτεύουσες ήταν πιο περίπλοκο και περιείχε διάφορα στάδια και επίπεδα, όπως αυτά ορίζονταν από τους κανόνες του μουσουλμανικού δικαίου. Κοινή συνισταμένη, ωστόσο, όλων των νομικών φάσεων της υποδοχής και της παραμονής τους στο χαλιφάτο ήταν η προστασία και η γενναιόδωρη φιλοξενία, καθώς επίσης και η αντιμετώπισή τους ως ιερά πρόσωπα, όπως συνέβαινε σε όλα τα πολιτισμένα «έθνη» της εποχής εκείνης.[51] Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι στο σύνολο των πρεσβειών που αντηλλάγησαν μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων, κατά την περίοδο που εξετάζουμε, περιλαμβάνονται ορισμένες αποστολές με περιεχόμενο καθαρά πολιτιστικό. Η προσφορά από τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, μέσω πρεσβειών, της «Παγκόσμιας Ιστορίας» του Ορόσιου και του εγχειριδίου «Περί βοτανικής» των Διοσκουρίδων προς τον χαλίφη της Cordova, το αίτημα του χαλίφη της Βαγδάτης al- Ma’mūn προς τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, μέσω ειδικής πρεσβείας, να αποστείλει στην αυλή του τον Λέοντα Μαθηματικό, παρόμοιο με εκείνο του βυζαντινού αυτοκράτορα Νικηφόρου Α΄ προς τον χαλίφη Hārūn ar-Rashīd να αποστείλει στη βυζαντινή πρωτεύουσα τον άραβα ποιητή Abū’ l-Atāhiya,[52] η αποστολή καλλιτεχνών και καλλιτεχνικών υλικών (μωσαϊκών, μαρμάρων, όνυχα κ. λπ.) από το Βυζάντιο προς τα διάφορα χαλιφάτα για την ανέγερση και τη διακόσμηση παλατιών και τζαμιών, αποτελούν αναφορές που υποδηλώνουν στοχευμένες παρεμβάσεις της βυζαντινής αυλής, σε μια προσπάθεια προσέγγισης των δύο κόσμων, μέσω των γραμμάτων, του πολιτισμού και της τέχνης, οι οποίες ξεπερνούσαν τα στενά όρια των τυπικών διπλωματικών σχέσεων.[53]

Στο θρησκευτικό και ιδεολογικό πεδίο, το Βυζάντιο και το Ισλάμ, παρά τις μεγάλες διαφορές των δύο θρησκειών, μοιράζονταν μια κοινή κοσμοαντίληψη, μια κοινή θεολογική ενόραση της ανθρώπινης ιστορίας με παρόμοια ηθικά επίπεδα ως προς την επίγεια δικαιοσύνη και τη μετά θάνατο ζωή.[54] Από πολύ νωρίς άλλωστε, και συγκεκριμένα από την εποχή των Ομμεϊάδων, οι ίδιοι οι χαλίφηδες και ορισμένοι άνθρωποι της αυλής τους είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για τον χριστιανισμό και έθεταν ερωτήματα σχετικά με το θεολογικό περιεχόμενο και τη φιλοσοφία του. Σχετικά με την διαθρησκευτική επικοινωνία Βυζαντινών και Αράβων στην αναζήτηση πνευματικών συγκλίσεων και αποκλίσεων, είναι χαρακτηριστικά τα παρακάτω παραδείγματα: ο διάλογος μεταξύ του Στέφανου Βυζάντιου και ενός Άραβα διανοούμενου στα μέσα του 9ου αιώνα για τη θέση των δύο θρησκειών απέναντι στις ανθρωποκτόνες πράξεις[55], η μυθιστορηματική αφήγηση του Άραβα αιχμαλώτου στην Κωνσταντινούπολη Quabāth bn-Razīn, (διεσώθη από τον ομοεθνή του al-Tanūkhi, 10ος αι., στο έργο του «La delivrance après l’angoisse»), για τον θεολογικού περιεχομένου διάλογο που είχε ο ίδιος με τον πατριάρχη, με πρωτοβουλία του βυζαντινού αυτοκράτορα,[56] καθώς και οι αναφορές του αιχμάλωτου ποιητή Abū- Firās, στην ποιητική συλλογή του Rūmmiyyāt (οι Έλληνες), για έναν παρόμοιο διάλογο που διεξήγαγε με τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά.[57] Αξιοσημείωτο επίσης και ενδεικτικό της προσπάθειας προσέγγισης Βυζαντίου και Ισλάμ, είναι το επεισόδιο της επίσκεψης ενός Άραβα διανοούμενου, κατ’ επιθυμίαν του χαλίφη Wātiq αλλά κατά παρέκλιση των αρχών της βυζαντινής διπλωματίας, στο σπήλαιο των επτά κοιμωμένων στην Έφεσο, μια σκηνή της χριστιανικής μυθολογίας, που φιγουράρει χαρακτηριστικά στο κοράνι.[58] Επομένως παρά τις μακρές περιόδους πολέμου και σκληρών συγκρούσεων και παρά τη διάσταση που χαρακτήριζε τις δύο θρησκείες, υπήρχαν ή δημιουργούνταν οι προϋποθέσεις περιστασιακών, έστω, συνεργασιών των δύο αυτοκρατοριών σε τομείς όπως ο πολιτισμός, η θεολογία, η επιστήμη, η τέχνη και άλλα τεχνικά εγχειρήματα.

Ολοκληρώνοντας, πρέπει να σημειωθεί ότι τα επεισόδια των ειρηνικών αραβο-βυζαντινών σχέσεων είναι πολλά και ως εκ τούτου είναι αδύνατο να συμπεριληφθούν σε μια μελέτη. Από τα παραδείγματα, ωστόσο, στα οποία έγινε αναφορά μπορούν να εξαχθούν κάποια ενδεικτικά συμπεράσματα.

Ως προς το ζήτημα των αιχμαλώτων, που αποτέλεσε βασικό σημείο αναφοράς στην παρούσα μελέτη, φαίνεται ότι ο θεσμός των επίσημων ανταλλαγών ή εξαγορών λειτούργησε και για τις δύο πλευρές ως στοιχείο τακτικής και συνέβαλε ουσιαστικά στη διατήρηση μιας κάποιας πολιτικής ισορροπίας ανάμεσα στις δύο δυνάμεις. Από την άλλη, ο νεωτερισμός αυτός, μοχλός πίεσης στην ανάπτυξη ενός διαρκούς διαλόγου, χάραξε διαύλους επικοινωνίας σε όλα τα επίπεδα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής των δύο κόσμων.

Όσον αφορά τον γενικό πίνακα των διπλωματικών αραβο-βυζαντινών σχέσεων, αυτές φαίνεται ότι κινήθηκαν σε δύο άξονες: α) στον άξονα μιας αυστηρά θεσμοθετημένης διπλωματίας, στο πλαίσιο της οποίας περιλαμβάνονταν η αποστολή πρέσβεων, επιστολών, δώρων και ενίοτε αιχμαλώτων, με σκοπό τη διαπραγμάτευση συνθηκών ειρήνης, ανακωχών και ανταλλαγών ή εξαγορών αιχμαλώτων· και β) στον άξονα μιας πιο χαλαρής και ελεύθερης διπλωματίας, εθιμικού κυρίως χαρακτήρα, στο περιεχόμενο της οποίας εγγράφονται πολιτιστικές δράσεις, ευνοϊκές συμπεριφορές έναντι ορισμένων προσώπων και από τις δύο πλευρές,[59] αλλά ακόμη και προσπάθειες ανάπτυξης πνευματικού και θρησκευτικού διαλόγου, στο πλαίσιο της ίδιας της διαφορετικότητας των θρησκευτικών αντιλήψεων των δύο κόσμων.[60] Επομένως, ο ίδιος ο πόλεμος και οι συνέπειές του – εξίσου σκληρές και επώδυνες και για τις δύο πλευρές – και η εκατέρωθεν αναγνώριση του αντιπάλου ως ισότιμου, υπήρξαν οι σταθερές πάνω στις οποίες οικοδομήθηκαν, παράλληλα με τις εχθρικές, οι ειρηνικές ή οι φιλικές ενίοτε σχέσεις της βυζαντινής αυλής και του αραβικού χαλιφάτου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] A. A. Vasiliev, Byzance et les Arabes: La dynastie macédonnienne (867-959), II-1, Βρυξέλλες 1950, 420-423; M. Canard, Les sources arabes de l’histoire byzantine aux confins des Xe et XIe siecles, Melanges R. Janin. Revue des Etudes Byzantines 19 (1961), 287-289 [=Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, XVII]; Amin Tibi, Byzantine-Fatimid relations in the reign of Al-Mu’iiz li-Din (953-975 A. D.) as reflected in primary arabic sources, Graeco-arabica 4 (1991), appendix II, 102.

[2] Λέοντος Σοφού Τακτικά, έκδ. G. Dennis,The Taktika of Leo VI (text, translation, and commentary), Ουάσιγκτον 2010, 444. Πρβλ. Γ. Μιχαηλίδης-Νουάρος, Ο δίκαιος πόλεμος κατά τα Τακτικά του Λέοντος του Σοφού, Σύμμεικτα Σεφεριάδου, Αθήνα 1961, 411-434.

[3] Canard, Les sources arabes, 287; Tibi, Byzantine-Fatimid relations, appendix III, 104.

[4] Σοφία Πατούρα-Σπανού, Χριστιανισμός και παγκοσμιότητα στο πρώιμο Βυζάντιο. Από τη θεωρία στην πράξη, Αθήνα 2008, 29-128.

[5] J.H. Jenkins – L.G. Westerink, Nicholas I Patriarch of Constantinople Letters, [CFHB VI], Dumbarton Oaks, Ουάσιγκτον 1973, 2.

[6] G. Dennis, The Taktika of Leo VI, 474-480; Πρβλ. G. Dagron «Ceux d’en face». Les peuples étrangers dans les traites militaires byzantins, Traveaux et Memoires 10 (1987), 223; J.F. Haldon, Recruitement and Conscription in the Byzantine Army c. 550-950. A study on the origins of the Stratiotika Ktemata (Oster. Akad. d. Wissenschaften Phil.-hist. Kl. Sitzungsber., 357 bd.), Βιέννη 1979, 48 κ ε.

[7] Nike Koutrakou, The image of the Arabs in middle-byzantine Politics. A study in the Enemy principle (8th-10th centuries), Graeco-arabica 5 (1993), 215.

[8]  G. Dagron, Apprivoiser la guerre. Byzantins et Arabes ennemis intimes, στον τόμο Το εμπόλεμο Βυζάντιο 9ος-12ος αι. (Byzantium at war), Αθήνα 1997, 37.

[9] H. Kennedy, Byzantine-Arab Diplomacy in the Near East from the Ιslamic Conquests to the Mid-eleventh Century, έκδ. J. Shepard – S. Franklin, Byzantine Diplomacy, Variorum 1992, 137.

[10] Η συμβολή των βυζαντινών αιχμαλώτων, σύμφωνα με τις αραβικές πηγές, υπήρξε πολύ σημαντική, από τους πρώτους αιώνες της αραβικής εξάπλωσης, στην οργάνωση του χαλιφάτου και τη μεταφορά τεχνογνωσίας σε όλα τα επίπεδα. Μαζί με τις χριστιανικές κοινότητες της Συρίας και της Αιγύπτου (μονοφυσιτικές και κοπτικές), οι αιχμάλωτοι πολέμου χρησιμοποιήθηκαν και αξιοποιήθηκαν στη μετάδοση της γνώσης των επιστημών και της κλασικής φιλοσοφίας, αλλά κυρίως στο χτίσιμο της αυτοκρατορίας του Ισλάμ σε τομείς όπως ήταν η διοίκηση, η διπλωματία, το εμπόριο, οι τέχνες, οι οικιακές εργασίες, κ. λπ. (βλ. J. Meyendorff, Byzantine Views of Islam, DOP 18 (1954), 113; Maria Campagnolo-Pothitou, Les échanges de prisoniers entre Byzance et l’Islam aux IXe-Xe siècles, Journal of Oriental and African Studies 7 (1995), 24; Milka Andonova-Hristova, Modéles historiques de coexistence pacifique entre musulmans et chrétiens orthodoxes pendant les periodes byzantine et post-byzantine, Byzantinoslavica 61 (2003), 229-239.

[11] Kennedy, Byzantine-Arab Diplomacy, 139. O Tabarī, μέσα από την εξιστόρηση της πρεσβείας του Άραβα απεσταλμένου και των διαπραγματεύσεων που διεξήχθησαν στη βυζαντινή αυλή, μας παρέχει μια ακόμη πολύ σημαντική πληροφορία. Πρόκειται για την παρουσία ελλήνων διερμηνέων στη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων, οι οποίοι γνώριζαν την αραβική γλώσσα από την περίοδο της αιχμαλωσίας και της υπηρεσίας τους πιθανότατα σε κάποιους υψηλόβαθμους αξιωματούχους του χαλιφάτου (στο ίδιο, 140).

[12] R. A. Khouri al Odetallah, Άραβες και Βυζαντινοί: το πρόβλημα των αιχμαλώτων πολέμου, Θεσσαλονίκη 1983, 68-87· Campagnolo-Pothitou, Les échanges, 29-30.

[13] A.A. Vasiliev, Byzance et les Arabes II-2, la dynastie macédonienne (867-959), Extraits des sources arabes (μτφ. Marius Canard), Βρυξέλλες 1950, 117. Πρβλ. Fr. R. Trombley, The Arabs in Anatolia and the Islamic Law of War (fiqh al-jihad) Seventh-Tenth Centuries, Al-Masãq, (Islam and the Medieval Mediterranean) 23/1 (2011), 151 και Σοφία Πατούρα, Οι αχμάλωτοι ως παράγοντες επικοινωνίας και πληροφόρησης (4ος-10ς αι.), Αθήνα 1994, 137-138.

[14] Campagnolo-Pothitou, Les échanges, 7-8, 30.

[15] Vasiliev, Byzance et les Arabes II-1, 425-430; Khouri al Odetallah, Άραβες και Βυζαντινοί, 69-70.

[16] Jenkins – Westerink, Nicholas I Patriarch, 2-16· πρβλ. C. P. Kyrris, The nature of arab-byzantine relations in Cyprus from the middle of the 7th to the middle of the 10th century A. D. Graeco-arabica 3 (1984), 152-153.

[17] Στην περίοδο της χαλιφίας του al-Muqtadir, ο βεζύρης του Alī bn-Isā απέστειλε στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία, συνοδευόμενη από τους πατριάρχες Ιεροσολύμων και Αντιοχείας, με σκοπό να διερευνήσουν τις συνθήκες διαβίωσης και τη μεταχείριση που είχαν από τους Βυζαντινούς οι μουσουλμάνοι αιχμάλωτοι της βυζαντινής πρωτεύουσας (M. Canard, Extaits des sources arabes, στο A.A. Vasiliev, Byzance et les Arabes II-2, 286-291).

[18] A. Toynbee, Constantine Porphyrogenitus and his World, Λονδίνο 1973, 390-393.

[19] Ο σλαβονικός Βίος των ιεραποστόλων αδελφών Κύριλλου και Μεθόδιου παραδίδει την πληροφορία σχετικά με την πρεσβεία του Μεθόδιου στη Βαγδάτη το έτος 851· βλ. Fr. Dvornik, Les legendes de Constantin et de Methode vues de Byzance, Πράγα 1969/2, 69 κ.ε.

[20] Ο Λέων Χοιροσφάκτης, επικεφαλής της πρεσβείας του 908 στη Βαγδάτη, επέδωσε κατά τον ιστορικό al-Tabarī ιδιόγραφη επιστολή του αυτοκράτορα Λέοντος ΣΤ΄, μέσω της οποίας του πρότεινε ανταλλαγή αιχμαλώτων και του ζητούσε να αποστείλει στη βυζαντινή πρωτεύουσα έναν Άραβα πρεσβευτή προκειμένου να συγκεντρώσει τους μουσουλμάνους αιχμαλώτους. Η ανταπόκριση του χαλίφη υπήρξε άμεση, λόγω κυρίως της ευελιξίας και των διαπραγματευτικών ικανοτήτων του Χοιροσφάκτη, όπως επισημαίνει ο Άραβας ιστορικός· (Vasiliev, Byzance et les Arabes II-1 132-139· G. Kolias, Léon Choerosphactès, magister, proconsul et patrice, Αθήνα 1939).

[21] Βλ. Vasiliev, Byzance et les Arabes II-1, 316.

[22] Ο al-Tabarī, στην περιγραφή της πρεσβείας του Naşir στην Κωνσταντινούπολη το έτος 860-861 για τη διαπραγμάτευση μιας ανταλλαγής αιχμαλώτων αναφέρεται στο επεισόδιο που προκλήθηκε στη βυζαντινή αυλή από την άρνηση του Άραβα πρεσβευτή να ακολουθήσει το πρωτόκολλο σύμφωνα με το οποίο όφειλε να αλλάξει την ενδυμασία του και να προσκυνήσει τον αυτοκράτορα. Το επεισόδιο αυτό αποτελεί ένδειξη της ισχύος του συγκεκριμένου προσώπου και της υψηλής θέσης που κατείχε στο χαλιφάτο (Vasiliev, Byzance et les Arabes I, La dynastie d’Amorium [820-867], Βρυξέλλες 1935, 320, όπου και η μετάφραση του σχετικού χωρίου ).

[23] Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες, 141.

[24] Στο ίδιο, 141-143.

[25] M. Canard, Une lettre de Muhammad ibn Tugj al-Ihsīd émir d’Egypte a l’empereur Romain Lécapène, Annales de l’Institut d’Etudes Orientales de la Faculté des Lettres d’Alger (AIEO) 2, Αλγέρι 1936 [= Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, VII].

[26] Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, Περί της βασιλείου Τάξεως, έκδ. J.J. Reiske, Constantini Porphyrogeniti Imperatoris De cerimoniis aulae byzantinae [CSHB 2], Βόννη 1829-1830, 570-592.

[27] Στο ίδιο, 399, 401, 570-592· πρβλ. M. Canard, Les relations politiques et sociales entre Byzance et les Arabes, DOP 18 (1964), 36-37 [= Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, XIX]· L. Douglas – J. Shepard, A double life: placing the peri presbeon, Byzantinoslavica 52 (1991), 34-35.

[28] Σύμφωνα με το νεωτερισμό που εισήγαγε ο Λέων ΣΤ΄ Σοφός με το «Κλητορολόγιον» του Φιλοθέου, στα επίσημα συμπόσια που πραγματοποιούνταν στη βυζαντινή πρωτεύουσα κατά τις εορτές της χριστιανοσύνης προσκαλούνταν και μουσουλμάνοι αιχμάλωτοι, στη θέση ενδεχομένως των απόντων πρεσβευτών (βλ. N. Oikonomides, Les listes de Préséance byzantines des IXe et Xe siècles (Introduction, Text, Traduction et Commentaire), Παρίσι 1972; Liliana Simeonova, In the depths of tenth-century byzantine ceremonial: the treatment of Arab prisoners of war at imperial banquets BMGS 22 (1998), 75-104.

[29] A.A. Vasiliev, Harūn ibn-Yahyā and his description of Constantinople, Seminarium Kondakovianum 5 (1932), 149-153· Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι, 103-110.

[30] Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι, 93-110 και 121-123.

[31] Simeonova, In the depths, 95-98.

[32] Canard, Bagdât au IVe siècle de l’hégire, 271; Campagnolo-Pothitou, Les échanges, 42.

[33] M. Canard, Le cérémonial fatimite et le cérémonial byzantin: essai de comparaison, Byzantion 21 (1951), 415-417 [=Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, XIV].

[34] M. Canard, Bagdât au IVe siecle de l’hégire, 271-272.

[35] M. Canard, Les sources arabes de l’histoire byzantine aux confins des Xe et XIe siècles, Mélanges R. Janin. Revue des Etudes Byzantines 19 (1961), 289-290 [= Variorum Reprints, Byzance et les Musulmans du Proche Orient, Λονδίνο 1973, XVII].

[36] Στο ίδιο, 290. Πρόκειται πιθανότατα για την πρεσβεία που απεστάλη από τον βυζαντινό αυτοκράτορα στον χαλίφη Al- Mu’ izz, μετά την κατάληψη του χαλιφάτου της Αιγύπτου και τη μεταφορά της αυλής του από τη βόρεια Αφρική στο Κάιρο, της οποίας ηγείτο κάποιος Νικόλαος (βλ. Amin Tibi, Byzantine-Fatimid relations, 97.

[37] Kennedy, Byzantine-Arab diplomacy, 135.

[38] Ε. Levi-Provencal, Histoire de l’Espagne musulmane II, (Παρίσι 1950), 143-153 και ΙΙΙ (Παρίσι 1967), 393.

[39] Campagnolo-Pothitou, Les échanges des prisoniers, 24.

[40] Από τις χριστιανικές κοινότητες των μονοφυσιτών και των νεστοριανών, Άραβες αξιωματούχοι προσέλαβαν δούλους, διπλωμάτες και γραμματείς, εμπόρους και επιχειρηματίες, πρόθυμους να συμβάλουν στο χτίσιμο της αυτοκρατορίας των Αράβων (Meyendorff, Byzantine Views, 115).

[41] I. Shahid, Byzantium and the Islamic World, στον τόμο (έκδ. Angeliki E. Laiou – H. Maguire) Byzantium: A World Civilisation, Dumbarton Oaks, 1992, 50-51.

[42] Kennedy, Byzantine-Arab diplomacy, 135. C. E. Bosworth, Byzantium and the Arabs: war and peace between two world civilisations, Journal of Oriental and African Studies 3-4 (1991-1992), 18-20 (= The Arabs, Byzantium and Iran: Studies in Early Islamic History and Culture, Variorum 1996, XIII).

[43] Η ακτινοβολία του Ελληνισμού, ο οποίος αναβίωσε κατά την περίοδο της εικονομαχίας και αγκάλιασε προοδευτικά όλους τους τομείς των αρχαίων γραμμάτων – ποίηση, θέατρο, ρητορική, ιστορία, θετικές επιστήμες και φιλοσοφία – δεν έλαμψε μόνο στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας αλλά επεκτάθηκε και έξω από τα σύνορά της με ξεχωριστή επίδραση στον ισλαμικό κόσμο και, κυρίως, στις ηγετικές του τάξεις (βλ. B. Hemmerdinger, Une mission scientifique arabe a l’origine de la renaissance iconoclaste, BZ 55 [1962], 66· P. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός Ουμανισμός, μτφ. Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, Αθήνα 1985/2, 35· Shahid, Byzantium and the Islamic World, 49-60.

[44] Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός Ουμανισμός, 35, σημ. 9. Σχετικά με τους τύπους των μεσαιωνικών μεταφράσεων από την ελληνική στην αραβική γλώσσα και τη γενικότερη μεταφραστική δραστηριότητα στο χαλιφάτο των Αββασιδών, βλ. N. Serikoff, Ancient Greece and Byzantium through Arabic Eyes, Byzantinoslavica 54/1 (1993), 198-201· Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι, 76-77.

[45] A. Toynbee, Constantine Porphyrogenitus and his World, Λονδίνο 1973, 389.

[46] Αφορμή για την αλληλογραφία του χαλίφη al-Ma’mūn με τον βυζαντινό αυτοκράτορα Θεόφιλο υπήρξε η παρουσία στην αυλή του χαλίφη κάποιου διανοούμενου βυζαντινού αιχμάλωτου, άλλοτε μαθητή του Λέοντος του Φιλόσοφου ή Μαθηματικού. Στο 4ο βιβλίο της Συνέχειας του Θεοφάνη, την οποία ακολουθεί πιστά σχεδόν ο Κεδρηνός, διασώζεται η παράδοση που αναφέρεται στη ζωή και τη διδασκαλία του Λέοντος του Μαθηματικού, στην αιχμαλωσία του μαθητή του από τους Άραβες και στη συνάντηση του τελευταίου με τον ίδιο τον χαλίφη Ma’mūn· (Θεοφάνους Συνεχιστής, έκδ. I. Bekker, Theοphanis Continuatus, [CSHB], Βόννη 1838, 165-191 και Κεδρηνός, Σύνοψις Ιστοριών, έκδ. I. Bekker, Georgii Cedreni Compendium Historiarum II, [CSHB], Βόννη 1839, 166-169· πρβλ. Lemerle, Ο πρώτος βυζαντινός Ουμανισμός, 130-134).

[47] V. Christides, Raid and Trade in the Eastern Mediterranean: A treatise by Muhammad bn. ‘Umar: the Faqīh from occupied moslem Crete and the Rhodian Sea Law: two parallel texts, Graeco-arabica 5 (1993), 63-94 και D. G. Letsios, Sea trade as illustrated in the «Rhodian Sea Law» with special reference to the reception of its norms in the Arabic Ecloga, Graeco-arabica 6 (1995), 209-225.

[48] J. Pahlitzsch, The translation of the byzantine Procheiros Nomos into arabic: techniques and cultural context, Byzantinoslavica 65 (2007), 19-29.

[49] V. Christides, Naval warfare in the Eastern Mediterranean (6th-14th centuries). An arabic translation of Leo VI’s Naumachica, Graeco-arabica 3 (1984), 137-143.

[50] S. Franklin – Maria Mauroudi, Graeco-slavic and graeco-arabic translation. Movements and their cultural implications: problems and possibilities of comparison, Byzantinoslavica 65 (2007), 57-67.

[51] C.E. Bosworth, Byzantium and the Arabs, 6; Canard, Les relations politiques, 37-38.

[52] Βλ. M. Canard, La prise d’Héraclée et les relations entre Hārūn ar-Rashīd et l’empereur Nicéphore Ier, Byzantion 32 (1962), 366-371 [= Variorum Reprints, Byzance et les musulmans du Proche Orient, London 1973, XVIII].

[53] Canard, Les relations politiques et sociales, 36; Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι, 78-81. Στην πολιτιστική διπλωματία περιλαμβάνονταν ασφαλώς και τα πολύτιμα δώρα που ανταλλάσσονταν μέσω των πρέσβεων αλλά και το εμπόριο που ασκούσαν ελεύθερα οι επίσημοι απεσταλμένοι, Βυζαντινοί και Άραβες, κατά την παραμονή τους στις πρωτεύουσες των δύο αυτοκρατοριών.

[54] C. E. Bosworth, Byzantium and the Arabs, 18.

[55] D. Krausmuller, Killing at God’s Command: Niketas Byzantios’ Polemic against Islam and the Christian Tradition of Divinely Sanctioned Murder, Al-Masāq (Islam and the Medieval Mediterranean) 16/1 (2004), 163-170.

[56] M. Canard, Les aventures d’un prisonnier arabe et d’un patrice byzantin à l’epoque des guerres bulgaro-byzantines, Récit tiré de Tanūkhi (Xe siècle), al Faradj ba’ d ash-shidda, la delivrance après l’angoisse, DOP 11 (1956), 51-72 και Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες, 97-103.

[57] M. Canard, Extraits… στο A. A. Vasiliev, Byzance et les Arabes II-2, 349-350. Στις σελίδες 353-370 περιλαμβάνονται τα μεταφρασμένα αποσπάσματα από το Diwan του Άραβα ποιητή, από ποιήματά του όμως που αναφέρονται σε γεγονότα μέχρι το 959· πρβλ. Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες, 93-97.

[58] A. A. Vasiliev, Byzance et les Arabes I, 8, 12 και Toynbee, Constantine Porphyrogenitus, 389.

[59] Πατούρα, Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες, 22-26, 83-124, όπου οι πηγές και η βιβλιογραφία.

[60] C. E. Bosworth, The «protected peoples» (christ.ians and Jews) in medieval Egypt and Syria, στο Bulletin of the John Rylands University Library of Manchester 1979, 11-35 [= Variorum, The Arabs, Byzantium and Iran. Studies in Early Islamic History and Culture, Λονδίνο 1996, VII]· J. Meyendorff, Byzantine views of Islam, DOP 18 (1964), 115-132· Shahid, Byzantium and the Islamic World, 50-51.

Σοφία Πατούρα- Σπανού                                        

Διευθύντρια Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Read Full Post »

Το παραμύθι των Γιουσουρούμ


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Αναδημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του αγαπητού κυρίου Νίκου Βατόπουλου με τίτλο:

«*Το παραμύθι των Γιουσουρούμ».

 

Οι ιστορίες της Αθήνας και των ανθρώπων της είναι αναρίθμητες. Πολλές από αυτές ξεθωριάζουν, λανθάνουν ή λησμονούνται. Άλλες αναφύονται σε κύκλους χρόνου και γίνονται και πάλι ίχνη, και από θραύσματα γίνονται αφηγήσεις. Η περίπτωση της οικογένειας Γιουσουρούμ είναι ένα αθηναϊκό παραμύθι, γοητευτικό όσο και μακρινό, αλλά ταυτόχρονα νωπό, καθημερινό και αληθινό όσο και η κληρονομιά του οικογενειακού ονόματος στην καθομιλουμένη. Πριν από λίγες ημέρες, η Ισραηλιτική Κοινότητα Αθηνών τίμησε ως μεγάλο ευεργέτη της τον κ. Μωυσή (Μωύς) Γιουσουρούμ, ετών 95, ο οποίος επί σειρά δεκαετιών προσέφερε εθελοντικά. Το όνομά του δόθηκε στον αίθριο χώρο της συναγωγής και η δημόσια αυτή εκδήλωση τιμής στάθηκε η αφορμή για να συνταχθεί η ιστορία της οικογενείας Γιουσουρούμ με ερευνητική δουλειά στα αρχεία, με πρωτοβουλία του Εβραϊκού Μουσείου στην Αθήνα και της εβραϊκής κοινότητας.

 

Ομαδική φωτογραφία των οικογενειών Γιουσουρούμ, Χαμπίμπ και Κοέν στο Θησείο, γύρω στο 1914. Στην πίσω γραμμή, τα πέντε παιδιά του Μποχώρ Γιουσουρούμ, Ηλίας (με μούσι και καπέλο), Χαΐμ, Ιάκωβος, Μωυσής, Νώε, με τις συζύγους και τα παιδιά τους, την τρίτη γενιά της οικογένειας. Στο κέντρο η γυναίκα του Νώε, Μαζαλτώβ (το γένος Χαμπίμπ), με τον νεογέννητο Ισαάκ στην αγκαλιά. Φωτογραφικό Αρχείο ΕΜΕ.

Ομαδική φωτογραφία των οικογενειών Γιουσουρούμ, Χαμπίμπ και Κοέν στο Θησείο, γύρω στο 1914. Στην πίσω γραμμή, τα πέντε παιδιά του Μποχώρ Γιουσουρούμ, Ηλίας (με μούσι και καπέλο), Χαΐμ, Ιάκωβος, Μωυσής, Νώε, με τις συζύγους και τα παιδιά τους, την τρίτη γενιά της οικογένειας. Στο κέντρο η γυναίκα του Νώε, Μαζαλτώβ (το γένος Χαμπίμπ), με τον νεογέννητο Ισαάκ στην αγκαλιά. Φωτογραφικό Αρχείο ΕΜΕ.

 

Όλοι γνωρίζουμε τι σημαίνει γιουσουρούμ, λίγοι όμως συνδέουμε την έννοια του παλαιοπωλείου ή του παζαριού με αντίκες με την εβραϊκή οικογένεια Γιουσουρούμ. Ο κ. Μωυσής Γιουσουρούμ είναι απόγονος μιας μακράς σειράς δραστήριων ανθρώπων που επέδρασαν στην εμπορική ζωή της Αθήνας. Στην καρδιά της παλιάς πόλης, εκεί όπου χτυπούσε η καρδιά του εμπορίου, είχε δημιουργηθεί και η πρώτη Συναγωγή της Αθήνας, που στεγαζόταν στο σπίτι των Γιουσουρούμ, Καραϊσκάκη 1 και Ερμού. Εκεί ήταν, στα τέλη του 19ου αιώνα, ο πυρήνας της εβραϊκής κοινότητας της Αθήνας. Εκεί ήταν ο πυρήνας της επιχείρησης των Γιουσουρούμ και εκεί γύρω εκείνοι οι αθηναϊκοί δρόμοι που έσφυζαν από την κίνηση του μικροεμπορίου ήταν γνωστοί ως τα παλιά «εβραίικα». Ήταν το κομμάτι που όριζαν οι Άγιοι Ασώματοι, οι οδοί Σαρρή και Ερμού καθώς και οι πλατείες Αγίου Φιλίππου και Ανεξαρτησίας.

Ο Μωυσής Γιουσουρούμ σε ηλικία περίπου 10 ετών, το έτος 1930. Φωτογραφικό Αρχείο ΕΜΕ.

Ο Μωυσής Γιουσουρούμ σε ηλικία περίπου 10 ετών, το έτος 1930. Φωτογραφικό Αρχείο ΕΜΕ.

Η ιστορία του οικογενειακού δέντρου χάνεται πίσω στον χρόνο και, όπως πολλές εβραϊκές οικογένειες που συνδέθηκαν στους νεότερους χρόνους με την Ελλάδα και εντάχθηκαν στην ελληνική κοινωνία, έτσι και οι Γιουσουρούμ είχαν καταγωγή από την Ισπανία. Ακολούθησαν τον δρόμο προς Ανατολάς όταν το 1492 οι Εβραίοι απελάθηκαν από τον βασιλιά Φερδινάνδο και τη βασίλισσα Ισαβέλα. Οι Γιουσουρούμ αρχικά εγκαταστάθηκαν στη Σμύρνη καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε ανοίξει τις πύλες της. Η ζωογόνος επίδραση της εβραϊκής παρουσίας σε όλη την εξέλιξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των χωρών που προέκυψαν από τη σταδιακή διάλυσή της προέρχεται κατά κύριο λόγο από εκείνες τις μετακινήσεις πληθυσμών από την Ιβηρική στην Ανατολή στα τέλη του 15ου αιώνα.

Όταν δημιουργήθηκε το ελληνικό κράτος τον 19ο αιώνα, ένας από τους Γιουσουρούμ, ο Ισαάκ, εγκαθίσταται αρχικά στην τουρκοκρατούμενη Χίο γύρω στο 1830. Στη Χίο, το όνομα γίνεται Γιουσουρούμ (από το αρχικό Γιουσουρούν). Η οικογένεια αργότερα (1860) εγκαθίσταται στην Κύθνο και ο γιος του Ισαάκ, ο Μποχώρ, ράφτης στο επάγγελμα, αποφασίζει το 1863 να εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου, την Αθήνα.

Από εκείνα τα χρόνια που συμπίπτουν με την άνοδο στον θρόνο του Γεωργίου Α΄ χρονολογείται η παρουσία της οικογενείας Γιουσουρούμ στην Αθήνα. Ο Μποχώρ (παππούς του Μωυσή Γιουσουρούμ που τιμήθηκε πρόσφατα) ανοίγει κατάστημα ενδυμάτων στη γωνία Καραϊσκάκη 1 και Ερμού. «Ο παππούς μου εξασκούσε τη ραπτική, αλλά εκείνη την εποχή ο κόσμος δεν είχε πολλά χρήματα, οπότε αγόραζε μεταχειρισμένα», αφηγείται ο εγγονός του, Μωυσής Γιουσουρούμ. «Τα μετέτρεπε και κάθε Κυριακή παρουσίαζε την πραμάτεια του στην πλατεία Αβησσυνίας, στο παζάρι. Όλοι ασχολούνταν με αντίκες. Και καθιερώθηκε η έκφραση: “Πού θα πάμε;”, “Στου Γιουσουρούμ να ψωνίσουμε”».

 

Σχολική ταυτότητα του Μωυσή Γιουσουρούμ, 1937. Μαθητής του Θ’ Γυμνασίου Αθηνών. Φωτογραφικό Αρχείο ΕΜΕ.

Σχολική ταυτότητα του Μωυσή Γιουσουρούμ, 1937. Μαθητής του Θ’ Γυμνασίου Αθηνών. Φωτογραφικό Αρχείο ΕΜΕ.

Ο Μποχώρ, ο παππούς του Μωυσή, ρίζωσε καλά στην Αθήνα και απέκτησε επτά παιδιά. Μετά τον θάνατό του, το 1887, η επιχείρηση επεκτάθηκε από τον πρωτότοκο, Ηλία, και έγινε ο πυρήνας της εβραϊκής κοινότητας στην Αθήνα. Ο νεότερος αδελφός του Ηλία, Νώε, πατέρας του Μωυσή, παντρεμένος με την Αθηναία Εβραία Μαζαλτώβ Χαμπίμπ, ήταν πολύ δραστήριος καθώς η Ελλάδα μετά τους Βαλκανικούς δημιουργούσε πολλές ευκαιρίες. Αρχικά, μετεγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου με τον Αβραάμ Ναχμία άνοιξε εταιρεία εφοδιασμού νοσοκομείων, αλλά η πυρκαγιά του 1917 του άλλαξε τα σχέδια. Ξαναγύρισε στην οδό Ερμού, αυτή τη φορά στον αριθμό 84.

Ο παππούς μου κάθε Κυριακή παρουσίαζε την πραγματεία του στην πλατεία Αβησσυνίας, στο παζάρι. Και καθιερώθηκε η έκφραση: «Πού θα πάμε;». «Στου Γιουσουρούμ να ψωνίσουμε».

Θυμάται ο γιος του, Μωυσής: «Το είχε ανοίξει ο πατέρας μου όταν επέστρεψαν από τη Θεσσαλονίκη, με συνεταίρο έναν έμπορο, τον Σπύρο Κουρούση. Κατά τη διάρκεια αλλά κυρίως μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο πατέρας μου πήγαινε σε όλα τα μέρη που υπήρχαν συμμαχικές δυνάμεις – Γάλλοι και Άγγλοι – και αγόραζε στρατιωτικά είδη, από σκηνές μέχρι στολές, τα έφερνε στην Αθήνα και τα πουλούσε». Ο Νώε Γιουσουρούμ κυνηγούσε τις δημοπρασίες από τη Γαλλία ως την Αίγυπτο για να φέρνει υλικό στο μαγαζί του και το 1924-25 «χτύπησε» ακόμη και τη δημοπρασία για τα οικοδομικά υλικά της κατεδάφισης των Ανακτόρων (σημερινή Βουλή). Έκτισε καινούργιο σπίτι στο Θησείο (Ηρακλειδών 26) και διακόσμησε τα μπαλκόνια του δεύτερου ορόφου με αστέρια του Δαβίδ.

Τα τέσσερα παιδιά του Νώε γεννήθηκαν όλα από το 1920 ως το 1929. Πρωτότοκος ήταν ο Μωυσής που μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο βρέθηκε στη Μάχη της Κρήτης και στη συνέχεια και οι δύο εντάχθηκαν στο ΕΑΜ και πολέμησαν ως αντάρτες. Μετά τον πόλεμο, τα τέσσερα παιδιά του Νώε προσπαθούν να συνεφέρουν την οικογενειακή περιουσία. Από τις νεότερες γενιές των Γιουσουρούμ, ο Μωυσής σπουδάζει οδοντιατρική, ο Ισαάκ πολιτικός μηχανικός ενώ ο Λέων και ο Ιάκωβος ασχολούνται με το σιδηρεμπόριο και ανοίγουν κατάστημα στην Ερμού.

Ο Μωυσής Γιουσουρούμ είναι ζωντανός μάρτυρας μιας μακράς οικογενειακής παράδοσης που συνδέεται με την εμπορική ζωή της Αθήνας και την ενεργό παρουσία της ισραηλιτικής κοινότητας. Το όνομα των Γιουσουρούμ έχει πλέον άλλες αντηχήσεις.

 

* Το άρθρο του κυρίου Νίκου Βατόπουλου δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Καθημερινή, «Τέχνες & Γράμματα», την Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015.    

Read Full Post »

Σοφία ΠατούραΗ σύγχρονη μετανάστευση και η γνώση της Ιστορίας, Σοφία Πατούρα- Σπανού, Διευθύντρια Ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Σοφίας Πατούρα- Σπανού, Διευθύντριας Ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών με θέμα:

«*Η σύγχρονη μετανάστευση και η γνώση της Ιστορίας»

 

Ο λατίνος ποιητής Οβίδιος, στα ποιήματά του Tristia και Ex Ponto, διεκτραγωδώντας «τους σκυθικούς χειμώνες» της εξορίας του στον Εύξεινο Πόντο, κοντά στις όχθες του Δούναβη, αντιμετωπίζει τον ποταμό άλλοτε ως «προστάτη» και «σωτήρα» των κατοίκων της από ‘δώ πλευράς και άλλοτε πάλι ως «βάρβαρο» και «συνωμότη» αφού τα κρυσταλλωμένα νερά του επιτρέπουν την είσοδο των «βαρβάρων» στον πολιτισμένο κόσμο της Δύσης.

Οβίδιος

Οβίδιος

Αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που διαδραματίζονται στο Δούναβη, ιδιαίτερα κοντά στις εκβολές του, βλέπει τους λαούς που τον περιβάλλουν ως «έθνη άγρια» και «ανάξια» να μνημονευθούν από το συγγραφικό ταλέντο του. Πέρα από τα προσωπικά του βιώματα στην εξορία, ο μεγάλος λατίνος ποιητής εκφράζει αναμφίβολα την πολιτική ιδεολογία της εποχής του, την ιδεολογία γύρω από τα σύνορα και το ρόλο τους, την ιδεολογία των Ρωμαίων έναντι των ξένων. Εξάλλου, για την πλειονότητα των αρχαίων συγγραφέων ο Δούναβης αποτελεί σύνορο που χωρίζει (απείργει κατά λέξη) τη βαρβαρότητα από τον πολιτισμό.

Η αλυσίδα των ρωμαϊκών οχυρώσεων κατά μήκος του ποταμού που από μόνος του, ως φυσικό φράγμα, δεν εξασφάλιζε την ακεραιότητα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, το περίφημο δηλαδή ρωμαϊκό limes, ήταν για τους ανθρώπους της εποχής η «κόκκινη γραμμή» που χώριζε τους δύο κόσμους: τον πολιτισμένο κόσμο της Δύσης από εκείνον της βαρβαρότητας.

Στους επόμενους, ωστόσο, αιώνες «όταν ο ερημωμένος από ανθρώπους βορράς εξέβαλε τους εισβολείς επάνω μας, όταν όλες οι ακτές του Δούναβη προξενούσαν πολέμους», κατά την ποιητική έκφραση του Κλαύδιου Κλαυδιανού, η εικόνα του Δούναβη και των λαών που τον περιέβαλαν άλλαξε και οι γνώσεις των ανθρώπων εκείνης της μεταβατικής εποχής εμπλουτίστηκαν με νέα στοιχεία. Τα μεταναστευτικά φύλα που κατέκλυζαν τις βόρεια του Δούναβη περιοχές και συνωθούνταν για να περάσουν στη νότια όχθη, εξωθημένα από τους συνεχείς πολέμους με νέους λαούς που κατέφθαναν στα μέρη τους και από την ανάγκη για επιβίωση, αποκτούσαν σιγά-σιγά όνομα· η εικόνα του Δούναβη γινόταν πιο ρεαλιστική, απαλλαγμένη από υπερβολές, μυθοπλασίες και ιδεοληψίες.

Όλο αυτό το συνονθύλευμα των λαών και εθνοτήτων, το μωσαϊκό των πολιτισμών, το αμάλγαμα των γλωσσών, το σκηνικό της σύγχυσης με τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις, τις ωσμώσεις και τις αφομοιώσεις, δημιούργησαν ένα νέο και σύνθετο τοπίο στο σύνορο του Δούναβη. Σιγά-σιγά το άλλοτε ισχυρό και απροσπέλαστο φράγμα του μεγάλου ποταμού έγινε ζώνη επαφής και επικοινωνίας των λαών, τόπος συνάντησης διαφορετικών κόσμων. Ο ίδιος ο Δούναβης αποτελούσε από μόνος του μιαν οικουμένη, μία «Βαβέλ» της εποχής, σύμβολο σύγχυσης αλλά ταυτόχρονα πεδίο ώσμωσης και ενότητας.

Η Μεγάλη Μετανάστευση των Λαών είχε ήδη δρομολογηθεί και ο Δούναβης επρόκειτο να γίνει σύνορο-σύμβολο για την ιστορία του Βυζαντίου αλλά και των λαών της μεσαιωνικής Ευρώπης. Βρισκόμαστε σε μια εποχή κατά την οποία η νεοσύστατη αυτοκρατορία της Ανατολής, μπροστά στο όραμα της νέας πολιτικής ιδεολογίας της, εγκαταλείπει τις ξενοφοβικές αντιλήψεις τής Ρώμης περί ακεραιότητας και καθαρότητας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και του πολιτισμού της. Ανοίγει τα σύνορά της, διευρύνει την πολυεθνικότητά της και με την ενσωμάτωση νέων πληθυσμιακών ομάδων και λαών εμπλουτίζει την πολυπολιτισμικότητά της.

 

Ο Θεοδόσιος (395 μ.Χ.) διαιρεί τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε Ανατολική, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, και Δυτική, με πρωτεύουσα την Ρώμη. Ακολουθεί η μεγάλη μετανάστευση των Λαών.

Ο Θεοδόσιος (395 μ.Χ.) διαιρεί τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε Ανατολική, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, και Δυτική, με πρωτεύουσα την Ρώμη. Ακολουθεί η μεγάλη μετανάστευση των Λαών.

 

Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία μετεξελίσσεται και μεταλλάσσεται σταδιακά, διεκδικώντας πλέον, εκτός της πολιτικής και στρατιωτικής κυριαρχίας, το δικαίωμα της εκπροσώπησης της οικουμενικότητας και του παγκόσμιου πολιτισμού. Η έννοια του ρωμαϊκού συνόρου καταρρίπτεται σιγά-σιγά και η ίδια η αυτοκρατορία καλείται να πληρώσει το τίμημα των δικών της ιδεολογικών και πολιτικών επιλογών περί παγκοσμιότητας και αιωνιότητας.

Οι απολίτιστοι και περιφρονημένοι «βάρβαροι» σπάζουν σιγά-σιγά τα δεσμά της απομόνωσής τους και έρχονται σ’ επαφή με τον πολιτισμένο κόσμο της αυτοκρατορίας. Προσλαμβάνουν στοιχεία του πολιτισμού του, εγκαταλείπουν τα άγρια ήθη τους, προσαρμόζονται στη νέα συναρπαστική γι’ αυτούς πραγματικότητα, και γίνονται, στο διάβα των αιώνων, μαζί με τους λαούς που συναντούν στη Δύση, οι σφυρηλάτες της νέας Ευρώπης.

Η μετεξέλιξη, ωστόσο, της αυτοκρατορίας που ταυτίζεται με δύο κορυφαίες ιστορικές εμπειρίες, τη διάδοση του χριστιανισμού και τη Μεγάλη Μετανάστευση των Λαών, πραγματοποιήθηκε μέσα από μακρές, επίπονες και χρονοβόρες διαδικασίες. Ιδιαίτερα ως προς το ζήτημα της αντιμετώπισης των ξένων – εισβολέων, μεταναστών και προσφύγων – τα κείμενα των συγγραφέων της εποχής απεικονίζουν τη διάσταση που επήλθε τότε στους κόλπους της βυζαντινής κοινωνίας.

Παλαιές και νέες ιδεολογίες και αντιλήψεις αντιπαρατέθηκαν σφοδρά, η πολιτική και η στρατιωτική εξουσία ήρθαν σε ανοικτή σύγκρουση κάποιες φορές, κοινωνικές ομάδες αντέδρασαν ξενοφοβικά και βίαια, η περιφέρεια και οι βόρειες επαρχίες, ως πρώτος χώρος υποδοχής των ξένων, στράφηκαν με δριμύτητα κατά της κεντρικής εξουσίας, την οποία μέμφθηκαν για παραμέληση και εγκατάλειψη, παίρνοντας συχνά την τύχη στα χέρια τους.

Ο ρήτορας Θεμίστιος, πολιτικός σύμβουλος τριών αυτοκρατόρων της πρώιμης βυζαντινής αυτοκρατορίας, σε διαρκή αντιπαράθεση προς τον σύγχρονό του, εκφραστή της ρωμαϊκής συντήρησης και ξενοφοβίας, Συνέσιο, μέσα από τους γνωστούς Λόγους που μας κληροδότησε, έχει δικαιωματικά κερδίσει τον τίτλο του μεγάλου θεωρητικού της νέας πολιτικής πρακτικής της αυτοκρατορίας έναντι των ξένων μεταναστευτικών λαών.

Από τη μια επικαλείται τη λογική και τη ρεαλιστική προσέγγιση των πραγμάτων, και από την άλλη επιστρατεύει το συναίσθημα και την ηθική, μέσ’ από ποικίλα φιλοσοφικά σχήματα περί φιλανθρωπίας, ειρήνης και συμφιλίωσης των λαών. Σε μια διατύπωση πολιτικού ρεαλισμού, περιγράφει με λεπτομέρειες και εκπληκτική ακρίβεια τη φυσική διαμόρφωση του Δούναβη με τις λωρίδες ξηράς και τα έλη που διευκόλυναν τη διέλευση των μεταναστευτικών φύλων και καταλήγει ότι «τίποτε δεν μπορεί να χωρίσει τους Σκύθες (Γότθους) από τούς Ρωμαίους· ούτε ο ποταμός, ούτε τα έλη, ούτε τα φράγματα· αυτά μπορεί κανείς να τα διακόψει, να τα διαπλεύσει και να τα υπερβεί».

Μέσ’ από μια σειρά ερωτημάτων-επιχειρημάτων προς το ακροατήριό του, στα οποία εκείνος ως φιλόσοφος προσδίδει και ιδεολογική διάσταση, αποκαλύπτει τον πολιτικό ρεαλισμό που εμπεριείχε η απόφαση του αυτοκράτορά του Θεοδοσίου να δεχθεί και να εγκαταστήσει τους πρόσφυγες Γότθους στα εδάφη της αυτοκρατορίας: οι έρημες από πληθυσμό αγροτικές περιοχές είχαν ανάγκη από εργατικά χέρια ενώ ο απογυμνωμένος στρατός της αυτοκρατορίας χρειαζόταν ενίσχυση, έστω από τις τάξεις των «βαρβάρων». Εξάλλου η πρόβλεψή του ότι εντός ολίγου χρόνου θα αντιμετωπίσουμε τους Σκύθες (Γότθους) ως ομοσπόνδους, ομοτραπέζους, ομού στρατευομένους, ομού λειτουργούντας, θα επαληθευτεί, καθώς πολλοί Γότθοι θα καταλάβουν σε σύντομο διάστημα καίριες θέσεις και υψηλά αξιώματα στον κρατικό μηχανισμό της αυτοκρατορίας, πολιτικό και στρατιωτικό.

Η πολιτική βούληση και η αποφασιστικότητα της κεντρικής εξουσίας της αυτοκρατορίας και των πνευματικών ταγών της, φαίνεται πως υπερίσχυσαν και κυριάρχησαν για το «κοινό όφελος» (κοινή λυσιτελές). Παρακάμπτοντας σκοπέλους, κατευνάζοντας με ποικίλα μέσα τα πνεύματα στις τάξεις των λαϊκών στρωμάτων που πλήττονταν από την εισδοχή των ξένων στα εδάφη της αυτοκρατορίας και αγνοώντας τις ξενοφοβικές κραυγές των εκπροσώπων της ρωμαϊκής παράδοσης, προσπάθησαν και πέτυχαν ν’ αλλάξουν τον ρου της Ιστορίας και να καταστήσουν την νέα αυτοκρατορία μεγάλη, πολυεθνική και παγκόσμια δύναμη.

Ο Κωνσταντίνος και ο Ευσέβιος υπηρετώντας τη νέα πολιτική φιλοσοφία που οι ίδιοι οικοδόμησαν και εγκαινίασαν από τον 4ο κιόλας αιώνα και λειτουργώντας στο πνεύμα του πολιτικού ρεαλισμού που απαιτούσαν οι καιροί, δικαιώθηκαν με τις επιλογές τους καθώς οι διάδοχοί τους ακολούθησαν το πολιτικό τους όραμα και κατέστησαν πράγματι την αυτοκρατορία μεγάλη και παγκόσμια δύναμη.

 

Έλληνες πρόσφυγες στη Συρία κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης (Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου). Στη λεζάντα της φωτογραφίας, που προφανώς εικονίζει μια σκηνή συσσιτίου, αναγράφεται ότι οι Αμερικανοί σίτισαν 12.000 Έλληνες.

Έλληνες πρόσφυγες στη Συρία κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης (Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου). Στη λεζάντα της φωτογραφίας, που προφανώς εικονίζει μια σκηνή συσσιτίου, αναγράφεται ότι οι Αμερικανοί σίτισαν 12.000 Έλληνες.

 

Το σύγχρονο φαινόμενο – για να περάσω στο σήμερα – της μαζικής μετακίνησης πληθυσμών διαφόρων εθνοτήτων, με όλες τις παραμέτρους και τα στοιχεία που εμπερικλείει, παραπέμπει, περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση, σ’ εκείνη την μακρινή χρονικά περίοδο της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών.

Όλο αυτό το σκηνικό ενός μωσαϊκού λαών, γλωσσών και θρησκειών, που εκτυλίσσεται καθημερινά στις τηλεοπτικές οθόνες μας, σε μια αέναη περιπλάνηση μέσ’ από επικίνδυνα ταξίδια στη θάλασσα, στα ποτάμια και στη στεριά, συχνά μπροστά σε τείχη, σε φράχτες και προτεταμένα όπλα, ανακαλεί στη μνήμη μας την εικόνα που δημιουργούν στη φαντασία του αναγνώστη οι λεπτομερείς και παραστατικές περιγραφές λατίνων και ελλήνων συγγραφέων, γύρω από τα γεγονότα της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών.

Μπροστά σε αυτό το πρωτόγνωρο για την εποχή μας φαινόμενο, η σημερινή Ενωμένη Ευρώπη στέκεται ακόμη αμφίθυμη και διχασμένη· μέχρι πρότινος αδιάφορη και εθελοτυφλούσα σε αυτό που αργά ή γρήγορα θα προκαλούσαν οι δικές της πολιτικές επιλογές, εναρμονισμένες μ’ εκείνες της μεγάλης συμμάχου της, της υπερατλαντικής δύναμης και όχι μόνο.

Λησμονώντας ότι στο επίκεντρο του πολιτικού της δόγματος περί παγκοσμιοποίησης θα έπρεπε να βρίσκονται οι άνθρωποι και η ελεύθερη μετακίνησή τους, στέκεται αμήχανη, διστακτική και αντιφατική μπροστά στην απόγνωση και την απέλπιδα προσπάθεια χιλιάδων ανθρώπων να κερδίσουν την επιβίωσή τους. Αιφνιδιασμένη από το «κακό» που χτύπησε την πόρτα της και διαρκώς πίσω από τις εξελίξεις, προσπαθεί ν’ αντιμετωπίσει το πρόβλημα με ημίμετρα και ασκήσεις επί χάρτου, με τακτικισμούς και διπλωματικούς ελιγμούς, σε κλίμα αναποφασιστικότητας και σύγχυσης.

Θα έλεγα, κλείνοντας, ότι η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα ενώπιον μιας μεγάλης ιστορικής πρόκλησης, παρόμοιας – τηρουμένων των αναλογιών που συνεπάγεται η μεγάλη χρονική απόσταση των γεγονότων- μ’ εκείνη που γνώρισε και εκμεταλλεύθηκε επωφελώς η νέα δύναμη της Ανατολής κατά τη μετάβασή της από τη φθίνουσα ρωμαϊκή στη βυζαντινή αυτοκρατορία.

Θα ήταν, λοιπόν, χρήσιμο η σημερινή Ευρώπη να λάβει υπ’ όψη της ανάλογες ιστορικές εμπειρίες και να μελετήσει καλύτερα τη δική της ευρωπαϊκή ιστορική αφετηρία. Ίσως έτσι μπορέσει ν’ αποκτήσει όραμα για το μέλλον της μέσ’ από πολιτικές ρεαλισμού αλλά και ευαισθησίας απέναντι στον άνθρωπο και την προστασία της ζωής του.

 

Σοφία Πατούρα- Σπανού

Διευθύντρια Ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

* Τα άρθρο φιλοξενείται και στην Εφημερίδα των Συντακτών, 6 Οκτωβρίου 2015.

Read Full Post »

Γιώργος ΣτείρηςΤο Πανεπιστήμιο αλλιώς – Γιώργος Στείρης, Επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» σημείωση του κυρίου Γεωργίου Στείρη, Επίκουρου Καθηγητή Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση,Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με θέμα:

 * «Το Πανεπιστήμιο αλλιώς».

 

Κάθε χρόνο, στα τέλη του Σεπτέμβρη, χιλιάδες νέοι περνούν τις πόρτες των πανεπιστημίων μας με ανάμεικτα αισθήματα. Από την μια ενθουσιασμός και προσδοκίες: αλλάζουν φάση ζωής, έχουν απαλλαγεί από το βασανιστικό Λύκειο, κάνουν όνειρα για το μέλλον, επιδιώκουν την επιστήμη. Από την άλλη προβληματισμός και απογοήτευση: μέτρια έως κακή φήμη του ελλαδικού πανεπιστημίου, προβληματικές υποδομές, ελλείψεις σε όλα τα επίπεδα, αβεβαιότητα για την αξία της σπουδής.

Τα πανεπιστήμια μας αντιμετωπίζουν πάμπολλα προβλήματα και χαρακτηρίζονται από πληθώρα αδυναμιών. Τα περισσότερα είναι γνωστά και πολυσυζητημένα, έχουν αναλυθεί εκτενέστατα οι αιτίες τους και έχουν προταθεί πολυσχιδείς λύσεις, πάντοτε με γνώμονα τις εμπειρίες και την πολιτική θέση του καθενός. Παρά ταύτα, ελάχιστα έχουν γίνει για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση, με ευθύνη τόσο της πολιτείας όσο και της ακαδημαϊκής κοινότητας. Δεν σκοπεύω όμως να ασχοληθώ με όλα αυτά, αλλά με κάποιες όψεις του ελλαδικού πανεπιστημίου που θεωρώ ότι δεν έχουν συζητηθεί επαρκώς, συσκοτισμένες από τις διεθνείς αξιολογήσεις των ΑΕΙ που φιλοξενούνται τακτικότατα στα μέσα ενημέρωσης προκαλώντας πηχυαίους τίτλους.

 

Είναι συνεπώς αδύνατον να μιλάμε για πανεπιστήμια σε χώρες που δεν υπάρχει δημοκρατία, άρα ελευθερία γνώμης και δράσης των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας.

 

Το πανεπιστήμιο στην Ελλάδα είναι ένα πραγματικά ελεύθερο πανεπιστήμιο, παρότι κάποιες φορές γίνεται κατάχρηση αυτής της ελευθερίας. Καθηγητές και φοιτητές εκφράζουν ελεύθερα την γνώμη τους, συνδιαλέγονται, αντιπαρατίθενται, στρέφουν την έρευνά τους σε κατευθύνσεις που τους ενδιαφέρουν. Η πανεπιστημιακή κοινότητα δεν είναι αποκομμένη από την ευρύτερη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, ελλαδική και διεθνή. Παράγει λόγο, ο οποίος συχνά διεμβολίζει την κοινωνία και ενισχύει τον δημόσιο διάλογο, ασχέτως του αν συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος με το περιεχόμενο του λόγου αυτού. Επίσης, το πανεπιστήμιο είναι ανοικτό σε νέα ρεύματα και τάσεις, φιλόξενο προς την κοινωνία και τις ανησυχίες της. Είναι συνεπώς αδύνατον να μιλάμε για πανεπιστήμια σε χώρες που δεν υπάρχει δημοκρατία, άρα ελευθερία γνώμης και δράσης των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας. Εξίσου σημαντική είναι η στοχοπροσήλωση της ακαδημαϊκής κοινότητας, με ελαχιστότατες εξαιρέσεις, στον ανθρωπισμό, στην προαγωγή του ανθρώπου ως σκοπού κάθε δραστηριότητας.

Μεγάλη μερίδα όμως της κοινής γνώμης ασχολείται μόνο με τα πορίσματα των διεθνών αξιολογήσεων των πανεπιστημίων και καταλήγει σε αφοριστικά συμπεράσματα για τα ελλαδικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, παραβλέποντας το γεγονός ότι αρκετά από τα υψηλής αξιολόγησης πανεπιστήμια λειτουργούν σε χώρες που δεν υπάρχει δημοκρατία. Επίσης, σε άλλες περιπτώσεις αξιολογούνται θετικότατα ιδρύματα, έστω σε δημοκρατούμενα κράτη, στο οποία η έρευνα και η διδασκαλία καθορίζονται από εξωακαδημαϊκούς παράγοντες και η ακαδημαϊκότητα έχει τεθεί «εντός αγκυλών».

 

Το πανεπιστήμιο στην Ελλάδα είναι ένα πραγματικά ελεύθερο πανεπιστήμιο, παρότι κάποιες φορές γίνεται κατάχρηση αυτής της ελευθερίας.

 

Το πανεπιστήμιο, με την πλήρη έννοια του όρου, οφείλει να είναι και να παραμείνει απροϋπόθετο. Είναι μια πολυτέλεια για την κοινωνία και την πολιτεία, καθώς συστάθηκε εξαρχής για να προκαλεί ανατροπές και να εξασφαλίζει την πρόοδο του ανθρώπου, όχι μια απλή γραμμική εξέλιξη. Είναι συνεπώς αδύνατον να μιλάμε για πανεπιστήμια σε χώρες που δεν υπάρχει δημοκρατία, άρα ελευθερία γνώμης και δράσης των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας. Επιπλέον, δεν είναι πανεπιστήμια κατ’ ουσία αυτά που ετεροκαθορίζονται οικεία βουλήσει. Ο καθένας μπορεί να ονομάσει όπως επιθυμεί τα ιδρύματα αυτά, πανεπιστήμια όμως δεν αξίζουν να λέγονται, όσο ψηλά και αν κατατάσσονται στις αξιολογήσεις, όσο και αν προσφέρουν άψογες υποδομές. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από περικαλλείς τάφοι του πνεύματος και του ανθρωπισμού.

Άλλη μια αισιόδοξη όψη των ελλαδικών πανεπιστημίων είναι η σύζευξη επιστημονικότητας και εγκυκλοπαιδισμού. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα, από το δημοτικό ήδη, είναι εξαιρετικά απαιτητικό από τον μαθητή, βάναυσο ίσως. Τα παιδιά αντιμετωπίζουν τεράστιο όγκο ύλης, αναντίστοιχο συχνά της ηλικίας τους. Η κατάσταση επιτείνεται στην μέση εκπαίδευση, με αποτέλεσμα οι πολύ καλοί και άριστοι μαθητές, αυτοί δηλαδή που καταφέρνουν να ανταποκριθούν πλήρως, να κατακτούν υψηλότατο επίπεδο γνώσεων (όχι δεξιοτήτων), υπέρτερο εκείνου των μαθητών των περισσοτέρων προηγμένων περιοχών του πλανήτη. Το πανεπιστήμιο στην Ελλάδα είναι ένα πραγματικά ελεύθερο πανεπιστήμιο, παρότι κάποιες φορές γίνεται κατάχρηση αυτής της ελευθερίας.

Επιπλέον, τα παιδιά μας έχουν αφιερώσει άπειρες ώρες εξωσχολικής μελέτης για την εξειδίκευση και διεύρυνση της παιδείας τουςΤα πανεπιστήμια συνεχίζουν στον ίδιο ρυθμό, με τεράστια σε όγκο και εύρος προγράμματα σπουδών, τα οποία εξασφαλίζουν στους πολύ καλούς και άριστους φοιτητές γνωστική υπεροχή έναντι των ομηλίκων τους στον αναπτυγμένο κόσμο. Αρκεί να συγκρίνει κανείς το πρόγραμμα σπουδών του ΕΜΠ ή της Ιατρικής Σχολής Αθηνών με ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού. Αυτή είναι και η απλή εξήγηση της διάκρισης των πολύ καλών και αρίστων φοιτητών μας, όταν αυτοί αποφασίζουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους στην αλλοδαπή, ακόμα και στα πλέον φημισμένα πανεπιστήμια.

Δεν είμαστε έξυπνος λαός, όπως αυτάρεσκα βαυκαλιζόμαστε. Απλούστατα, οι φοιτητές μας εκπαιδεύονται καλά ώστε να διαθέτουν εύρος γνώσης και προσωπικότητας. Όσοι καταφέρνουν να ανταποκριθούν στην πίεση του ελλαδικού εκπαιδευτικού συστήματος και συμπληρώσουν τις επιστημονικές τους ελλείψεις σε θέματα κυρίως μεθόδου και έρευνας, απέχουν παρασάγγας σε γνωστικό επίπεδο από τους πτυχιούχους άλλων χωρών. Αυτές οι βάσεις είναι η αρχή της διεθνούς τους επιτυχίας.

Οι πτυχιούχοι μας διαθέτουν σημαντική εγκύκλια παιδεία και μπορούν να ανταποκριθούν αρκετά καλά σε πολλές πλευρές της ζωής, δεν είναι μονοσήμαντες προσωπικότητες και απόλυτα εξειδικευμένοι νόες. Παρά την υστέρηση σε όλους σχεδόν τους ποσοτικοποιημένους αξιολογικούς δείκτες, τα ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα εξακολουθούν να επιδιώκουν την δημιουργία καθολικών ανθρώπων, επιμένουν στο σημαντικότερο πρόταγμα του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Χωρίς να παραγνωρίζω και να αρνούμαι τα πάμπολλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ελλαδικά πανεπιστήμια, όσα μπορεί να σκεφθεί και να καταλογραφήσει κάποιος, θεωρώ ότι οι φοιτητές μας και η ευρύτερη κοινωνία δεν πρέπει να παραγνωρίζουν τις δύο όψεις που προανέφερα. Μένει να παλέψουμε για να διορθώσουμε τις ελλείψεις και να θεραπεύσουμε τις πολλές ανεπάρκειες μας. Δεν πρέπει να αρκεστούμε στο ό,τι έχουμε, σε καμιά περίπτωση.

 

Γιώργος Στείρης

Επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

* Τα άρθρο φιλοξενείται και στο Huffpost Greece, 20 Οκτωβρίου 2015.

 

Read Full Post »

Ο Τάκης Μαύρος (1915-2001) και το Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Γιώργου Ρούβαλη Δρ. Ιστορίας, Καθηγητή και Συγγραφέα με τίτλο:

«Ο Τάκης Μαύρος (1915-2001) και το Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου».

Έχουν περάσει σχεδόν 15 χρόνια από την απώλεια του Αργολιδέα ιστοριοδίφη Τάκη Μαύρου κι ακόμα το έργο του δεν έχει αναγνωριστεί όπως θα έπρεπε. Εκκρεμεί πάντα ένα φιλολογικό μνημόσυνο. Το σημερινό σημείωμα αποσκοπεί στο να μας θυμίσει το έργο του και ιδιαίτερα σε σχέση με το βενετσιάνικο Ναύπλιο.

Τάκης Μαύρος. Φωτογραφία από εξώφυλλο του περιοδικού «αναγέννηση», τεύχος 378.

Τάκης Μαύρος. Φωτογραφία από εξώφυλλο του περιοδικού «αναγέννηση», τεύχος 378.

Ο Τάκης Μαύρος ήταν ψηλός, λεπτός, με μυωπικά γυαλιά, ολιγόλογος και με ένα ειρωνικό βλέμμα. Όπως διηγείται και ο ίδιος, επηρεάστηκε πολύ από τον νεότερό του ποιητή Γιώργο Μακρή (1923-1968), ένα τέρας ευρυτάτων γνώσεων, γλωσσών και διεισδυτικής σκέψης. Μαζί του είχε μακρούς διαλόγους και ανταλλαγή βιβλίων κατά τη διάρκεια της Κατοχής κυρίως στην Πυργέλα. Παντρεύτηκε την Paule Champailler, καθηγήτρια γαλλικών, η οποία του έδωσε ένα γιο και πέθανε στη γέννα. Ο γιος του, Παύλος, είναι σήμερα καθηγητής χημείας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ο Μαύρος θεωρούσε τον εαυτό του και Αργίτη και Ναυπλιώτη. Οι έρευνές του καλύπτουν και τις δύο πόλεις, αλλά και όλη την Αργολίδα, καθώς και την Αρκαδία, με τα μοναστήρια της. Μεγάλη ώθηση στις δημοσιεύσεις του έδωσε η μεταγενέστερη σχέση του με τη ζωγράφο Ντιάνα Αντωνακάτου, μαζί με την οποία έκαναν διάφορες άλλες δημοσιεύσεις.

Νομίζω ότι το ευτυχές για την ιστορία του Ναυπλίου εύρημα του Τάκη Μαύρου ήταν τα αρχεία της Βενετίας. Όπως ξέρουμε, όταν ο Ναπολέων διέλυσε το 1797 τη Δημοκρατία της Βενετίας, που είχε περιπέσει σε παρακμή τότε, τούτο δε συνοδεύτηκε από δήωση ή καταστροφή των αρχείων της. Αυτοί οι Βενετοί μεγάλοι γραφειοκράτες, που για τα πάντα έγραφαν και πάλι έγραφαν εκθέσεις, κόντρα εκθέσεις, αναφορές και επιθεωρήσεις, φύλαγαν τα πάντα στα αρχεία τους κι εκεί βρίσκονται, απλώς θέλει λίγη μέθοδο και τις ανάλογες γνώσεις να τα αναζητήσεις. Έτσι, για μεγάλα κομμάτια της Ελλάδας, όπου κυριάρχησαν οι Βενετοί, σε διάφορους περιόδους, μας μένει μόνο να ψάξουμε για να βρούμε και να αποκρυπτογραφήσουμε τα έγγραφα αυτά, συνάγοντας ενδιαφέρουσες και βασικές πληροφορίες για εκείνες τις περιόδους και τόπους. Ο Τάκης Μαύρος δημοσίευσε το 1988 μια λεπτομερειακή μελέτη για το Παλαμήδι, που αναδημοσιεύτηκε πρόσφατα στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, σε συνεργασία με τη Ντιάνα Αντωνακάτου δύο τόμους με λεπτομερειακή περιγραφή για τα μοναστήρια της Αργολίδος και της Αρκαδίας, καθώς και για πάνω από 10 χρόνια (1988-1998) το Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, μηνιαίο, που εξέδωσε πάνω από 107 τεύχη με χρηματοδότηση του Δήμου Ναυπλιέων επί δημαρχίας του Γεωργίου Τσούρνου. Το Δελτίο αυτό ο Τάκης Μαύρος το έγραφε σχεδόν μόνος του με την ενδεχόμενη βοήθεια του Κώστα Δανούση, άλλου ακάματου ερευνητή της περιοχής μας, του Γιάννη Ρηγόπουλου, του ναυπλιολάτρη και δικηγόρου Μπέτση Κωστούρου και συνεισφορές άλλων συνεργατών.

Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου

Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου

Διαβάζοντας τα τεύχη αυτού του σημαντικού Δελτίου, διαπιστώνουμε τη στενή σχέση του με τα αρχεία της Βενετίας. Μπορούμε να πούμε ότι ο Τάκης Μαύρος είχε ανακαλύψει τον Bartolomeo Minio πριν από τη Diana Wright και δημοσίευσε πολλές εκθέσεις του μεταφρασμένες από τον ίδιο στα ελληνικά. Επίσης δημοσίευσε και εκθέσεις του Προβλεπτή Barbarigo, μεταγενέστερου του Minio. Εκεί βλέπουμε τα καθημερινά προβλήματα των Βενετσιάνων διοικητών, τις σχέσεις με τους Τούρκους, τα προβλήματα με τους μισθοφόρους, την καθημερινή ζωή κ.λπ. Ακριβώς όπως η Diana Wright, αλλά χωρίς εξηγήσεις ή αναλύσεις του συλλέκτη. Δημοσιεύονται τα έγγραφα ως είχαν. Με αυτή την έννοια ο Τάκης Μαύρος μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιστοριοδίφης κι όχι ως ιστορικός, αφού λείπει η δικιά του ερμηνεία και ματιά. Βέβαια και μόνο η δημοσίευση των εγγράφων αυτών (τα οποία ζητούσε ταχυδρομικώς από τα αρχεία της Βενετίας και λάμβανε σε φωτοτυπίες και τα μετέφραζε με εφόδιο τα γαλλικά του) αρκεί για να μας δώσει υλικό για περαιτέρω επεξεργασία, όπως έκανε η Diana Wright στη διατριβή της. Τον Τάκη Μαύρο ενδιέφερε πολύ η ιστορική διαμόρφωση του Ναυπλίου και αυτή του η ανησυχία τον οδήγησε σε πλήθος μελετών.

Μια άλλη πρώτη πηγή για την ιστορία της πόλης είναι τα συμβολαιογραφικά έγγραφα του 19ου αιώνα, κυρίως από το αρχείο του συμβολαιογράφου Περράκη, γύρω στο 1830-1860 (πωλητήρια, προικοσύμφωνα, διαθήκες, παραχωρητήρια κ.λπ.), τα οποία δημοσίευε στην πρώτη τους μορφή. Κι εκεί έχουμε μια εκπληκτική πρώτη πηγή, που μπορεί να μας χρησιμεύσει για οποιαδήποτε ιστορική παρατήρηση για τις συνθήκες διαβίωσης και οικονομικής κατάστασης εκείνων των χρόνων στο Ναύπλιο.

Ένα άλλο τιτανιαίο επίτευγμα του Τάκη Μαύρου, που δημοσιεύεται στο τεύχος 100 του Δελτίου, είναι ένας χάρτης του παλιού Ναυπλίου, με όλα τα σπίτια και τα ονόματα του κάθε ιδιοκτήτη και των προηγουμένων ή επομένων ιδιοκτητών με βάση συμβολαιογραφικές πράξεις, στις οποίες είχε αναδιφήσει. Τούτος ο απλός χάρτης σε σχήμα Α4 χρειάστηκε σίγουρα εκατοντάδες ώρες εργασίας και αναζητήσεων. Βλέπουμε την εξέλιξη των ιδιοκτητών των οικιών του Ναυπλίου, δηλαδή τους πρώτους ήρωες της Ανεξαρτησίας, που πήραν τα σπίτια των αγάδων και κατόπιν τους εμπόρους, ανώτερους διοικητικούς υπαλλήλους, ντόπιους προύχοντες κ.λπ., οι οποίοι τους ακολούθησαν ως ιδιοκτήτες. Ο τίτλος του χάρτη είναι «Το Ναύπλιο στα μέσα του 19ου αιώνα» και ένα τέτοιο έργο σίγουρα μόνο η ερευνητική μανία του Μαύρου και η απροσμέτρητη αγάπη του για την πόλη μπορούσε να τον ωθήσει σε αυτό.

Αλλά η διαφορετικότητά του δεν σταματούσε εκεί. Δημοσίευσε σε συνέχειες μια εκπληκτική μελέτη για τα επώνυμα της Αργολίδος (παραλείποντας τα πολύ κοινά), τελείως τεκμηριωμένη με παραπομπές σε παλαιότερα έγγραφα ή βιβλία ή και σε αρχεία άλλων. Εκεί μπορεί κανείς να διαπιστώσει το πώς παρέμειναν διάφοροι στρατιώτες και Ιταλοί fanti στην αργολική ύπαιθρο και την πόλη, μόνο και μόνο από τα επώνυμά τους, που μας παραπέμπουν στη Βενετία. Δαλμάτσος, Δαρσινός, Ρούσσος, Πίκης κ.λπ. μας θυμίζουν αμέσως τους Ιταλούς στρατιώτες, στους οποίους είχαν παραχωρηθεί κτήματα στον αργολικό κάμπο, ως μέρος πληρωμής ή διαβίωσης αντί για τους μισθούς σε χρήμα ή σε δημητριακά, που συχνά η Βενετία αργούσε να πληρώσει. Αυτοί οι άνθρωποι έμειναν στην περιοχή μας και διαμόρφωσαν τη σημερινή μας ταυτότητα. Μαζί τους και πολλοί Αλβανοί μισθοφόροι, ήδη το όνομα του Μπλέσι, αλλά και των Μπούα, Βοζίκη και άλλων, μπορούμε να βρούμε σε κάποιους δρόμους του Ναυπλίου, αλλά και στο Αναπλιτοχώρι της Κέρκυρας, όπου πολλές τέτοιες οικογένειες μισθοφόρων μεταφέρθηκαν μετά την αναχώρηση των Βενετσιάνων, τοποθετώντας τους εκεί. Όλες αυτές οι οικογένειες υπηρέτησαν πιστά τη Δημοκρατία και πολλοί απ’ αυτούς ανταμείφθηκαν με τίτλους ευγενείας, αυξημένες χρηματικές αμοιβές, παράσημα, ακόμα και πορφυρές ρόμπες, χρώμα εξαιρετικής διάκρισης για τότε. Πολλοί απ’ τους αγρότες μας λοιπόν, εκτός από Έλληνες, είναι πρώην Βενετσιάνοι (ή Δαλματοί ή Βέλγοι ή Αρβανίτες κ.λπ.).

Μια άλλη έρευνα του Τάκη Μαύρου στο Δελτίο είναι τα τουρκικά κατάλοιπα στην ελληνική γλώσσα. Πάλι σε συνέχειες, παραθέτει μια σειρά από λέξεις δίνοντας την τουρκική και τη σημερινή ελληνική ερμηνεία τους και μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πολλές λέξεις, των οποίων δεν γνωρίζουμε την προέλευση.

Ένας άλλος τομέας, που υφίσταται στο Δελτίο, είναι σημειώματα για διάφορες απόψεις του μετεπαναστατικού Ναυπλίου. Υπάρχουν ακόμα και περιγραφές μοναστηριών, αποτελέσματα της ευρύτερης έρευνάς του.

Με λίγα λόγια μπορεί κανείς να βρει πλήθος ιστορικών στοιχείων για το Ναύπλιο και την Αργολίδα στο πολύ πλούσιο αυτό Δελτίο Ιστορικών Μελετών, έργο ζωής μπορούμε να πούμε του αείμνηστου Τάκη Μαύρου, που αξίζει να ξαναδιαβαστεί και να χρησιμοποιηθεί από τους σημερινούς ιστορικούς και φοιτητές ιστορίας.

Ας είναι αυτή η σημερινή αναφορά ελάχιστη συμβολή στη μνήμη του.

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

Read Full Post »

Το βενετσιάνικο Ναύπλιο του 1500: τόσο μακριά και τόσο κοντά. (Διαβάζοντας μια διατριβή για τη βενετσιάνικη κυριαρχία), Γιώργος Ρούβαλης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Γιώργου Ρούβαλη Δρ. Ιστορίας, Καθηγητή και Συγγραφέα με τίτλο:

Το βενετσιάνικο Ναύπλιο του 1500: τόσο μακριά και τόσο κοντά. (Διαβάζοντας μια διατριβή για τη βενετσιάνικη κυριαρχία)

 

Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας κυριάρχησε στο Ναύπλιο περίπου 180 χρόνια. Εκατόν πενήντα στην αρχή και τριάντα αργότερα. Μπορούμε να πούμε ότι ήταν η δύναμη, που διαμόρφωσε κι έχτισε την κάτω πόλη του Ναυπλίου γύρω στο 1500, αλλά και φυσικά τα κάστρα, για τα οποία τα γνωρίζουμε σήμερα, δηλαδή το Παλαμήδι (γύρω στα 1700), το Μπούρτζι (γύρω στο 1350) και ενίσχυσε και επεξέτεινε τα τείχη της Ακροναυπλίας, που υπήρχαν νωρίτερα από τους Φράγκους και τους Βυζαντινούς.

Συχνά συγκρίνεται η κυριαρχία των Βενετσιάνων στο Ναύπλιο με εκείνη των Τούρκων και ορισμένοι θεωρούν ότι και οι δύο ήταν κατακτητές και ξένοι προς την ιδιοσυγκρασία μας. Όμως η ανάγνωση της διατριβής του 1999 της Αμερικανίδας ιστορικού Diana Wright μας επιτρέπει να γνωρίσουμε με λεπτομέρειες την καθημερινή ζωή του Ναυπλίου γύρω στο 1480, έστω και από τη μεριά των Βενετσιάνων επισήμων.

Βενετία. Η αίθουσα του συμβουλίου στο παλάτι του Δόγη. George Newenham Wright, περ. 1842.
Βενετία. Η αίθουσα του συμβουλίου στο παλάτι του Δόγη. George Newenham Wright, περ. 1842.

Πολλά πράγματα μαθαίνουμε απ’ αυτή τη διατριβή. Υπάρχουν γενικές πληροφορίες για τη γραφειοκρατική δομή της βενετσιάνικης κυριαρχίας στη Μεσόγειο, τις σχέσεις με τους Έλληνες υπηκόους, με τους μισθοφόρους στρατιώτες της, με τους Τούρκους, καθώς και την αντιμετώπιση που δόθηκε σε μια παμπελοποννησιακή εξέγερση των μισθοφόρων της εναντίων των Τούρκων, την εξέγερση του Κροκόδειλου Κλαδά. Μας θυμίζει αυτή η διατριβή, αλλά σε διαφορετικό επίπεδο, το εξαιρετικά εμπνευσμένο μυθιστόρημα του Γάλλου ιστορικού, Bruno Racine, «Ο Κυβερνήτης του Μορέως», που δημοσιεύτηκε τη δεκαετία του ’80 στα ελληνικά από τον Κέδρο, και αναλύει τον εσωτερικό κόσμο του κυβερνήτη Agustino Sagredo, τον οποίον επιφόρτισε η Γερουσία να χτίσει το Παλαμήδι. Ο συγγραφέας μας εισάγει στα διλήμματα, τις δυσκολίες και τα επιτεύγματα ενός αξιωματούχου, που πρέπει σε σύντομο χρόνο να χτίσει ένα απόρθητο κάστρο και το καταφέρνει. Τα ίδια ή ανάλογα διλήμματα πρέπει να αντιμετώπισε και ο Προβλεπτής Bartolomeo Minio, τις μηνιαίες εκθέσεις του οποίου αναλύει για τέσσερα χρόνια η Diana Wright, ο οποίος είχε το δύσκολο έργο να διοικήσει ένα τεριτόριο, που κάλυπτε πάνω απ’ τη μισή Αργολίδα, αμέσως μετά έναν μακροχρόνιο ενετοτουρκικό πόλεμο και την προσαρμογή της αποικίας αυτής σε συνθήκες ειρήνης και καλών σχέσεων με τους Τούρκους. Ο Minio έχει, φτάνοντας στο Ναύπλιο, μεγάλα σχέδια για την πόλη, που του ανάθεσαν να διοικεί. Θέλει να στερεώσει τα τείχη της Ακροναυπλίας, αλλά και να τειχίσει την κάτω πόλη δίπλα στη θάλασσα, που ήταν σχεδόν απροστάτευτη. Γι’ αυτό ζητάει έμπειρους λιθοξόους από τη Βενετία, αφού δεν υπήρχαν επιτόπου, και κυρίως ανθρώπινο δυναμικό, τους κωπηλάτες δηλαδή μιας γαλέρας (120-150 ανθρώπους), που θα χρησίμευαν για το χτίσιμο των τειχών. Και τούτο διότι οι Ιταλοί και άλλοι μισθοφόροι στρατιώτες, που διέθετε, είναι αδύναμοι, πεινασμένοι, σχεδόν ρακένδυτοι από ακηδία της Βενετίας, που δεν έστελνε τακτικά μισθούς και σιτηρέσια.

Επίσης μαθαίνουμε πολλά για τους κανόνες, που διείπαν την αποστολή του, όχι μόνο του ιδίου, αλλά και οποιουδήποτε Βενετσιάνου Προβλεπτή στις αποικίες. Μας εντυπωσιάζει η αυστηρότητα και η διοικητική επιμέλεια, που έπρεπε να δείξει. Καταρχήν από τον ετήσιο προϋπολογισμό του (περίπου 1000 δουκάτα το χρόνο), τα οποία αντιπροσώπευαν μισθό για δύο αξιώματα, δηλαδή εκείνο του Διοικητή και Διαχειριστή της πόλης, αλλά κι εκείνο του στρατιωτικού Κυβερνήτη, αφαιρείτο ένας φόρος 40%. Κατόπιν υπήρχαν αυστηροί κανόνες για την καθημερινή συμπεριφορά του, που απέκλειαν φαινόμενα διαφθοράς. Δεν μπορούσε να επιβάλει αγγαρείες στους Έλληνες υπηκόους, εξαιτίας κάποιων προνομίων του Ναυπλίου, παρά μόνο ορισμένες. Δεν του επιτρέπετο να δέχεται δώρα απ’ αυτούς (τρόφιμα, μικρά ζώα κ.λπ.). Βρισκόταν μακριά από την πατρίδα του χωρίς την οικογένειά του και χωρίς τη γυναίκα του, όπως όλοι οι Βενετσιάνοι επίσημοι. Δεν του επιτρέπετο σαρκική συνάφεια με γυναίκες της αποικίας. Έπρεπε να παρακολουθεί τη φόρτωση των πλοίων με εγχώρια προϊόντα και να επιβάλει τους ανάλογους φόρους. Και φυσικά, είχε το δυσάρεστο έργο να επιβλέπει και να καθησυχάζει τους συχνά διαμαρτυρόμενους στρατιώτες του, οι οποίοι υπέφεραν από πείνα και έλλειψη χρηματικών αμοιβών. Ακόμα είχε το καθήκον να προστατεύει την αποικία του, την οποίαν όφειλε να γνωρίζει σε όλη της την έκταση, από ληστές και πειρατές, που έβριθαν εκείνα τα χρόνια στην Πελοπόννησο και το Αιγαίο. Διαβάζοντας τα έγγραφα μαθαίνουμε ότι ορισμένοι Μαυριτανοί πειρατές ήταν π.χ. υπό την άμεση καθοδήγηση του Τούρκου Διοικητή της Χαλκίδας και ένας τρόπος για να μην πεθάνουν από πείνα οι κάτοικοι του Ναυπλίου ήταν το ψάρεμα στη θάλασσα και η εμπορική ναυτιλία. Η πόλη του Ναυπλίου εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ φτωχή. Δεν είχε ας πούμε τη δυνατότητα να φτιάξει τούβλα ούτε να βρει κομμένες πέτρες για χτίσιμο. Δεν υπήρχε κοντά, παρά μόνο στις Σπέτσες, ξυλεία. Ο ίδιος ο Προβλεπτής γράφει συχνά ότι λυπάται τους υπηκόους του, γιατί είναι φτωχοί, άσχημοι και αδύνατοι σαν σκουράντζοι.

Ναύπλιο - Coronelli Maria Vincenzo
Ναύπλιο – Coronelli Maria Vincenzo

Πρέπει λοιπόν να αναλογιστούμε τις συνθήκες διαβίωσης και επιβίωσης στο Ναύπλιο εκείνα τα χρόνια. Συνθήκες σκληρές, σπίτια που σε άλλο άρθρο της η Diana Wright διαπιστώνει ότι ήταν συνήθως ξύλινα με καλαμωτή σκεπή και όχι τα λαμπρά πέτρινα που γνωρίζουμε εμείς και προέρχονται από την ύστερη βενετσιάνικη περίοδο (Παλαμήδι, Αρσενάλε στην πλατεία Συντάγματος, Βενετσιάνικο Διοικητήριο κοντά στην Αγιά Σοφιά κ.λπ.). Όλα αυτά μας φαίνονται πολύ μακριά από μας, συνθήκες πρωτόγονες, πλοία με κωπηλάτες και χωρίς ατμό, έλλειψη θέρμανσης στα κτίρια, αρρώστιες που αποδεκάτιζαν στρατιώτες και κατοίκους, εισβολές Τούρκων ληστών, που κομμάτιαζαν όσους έβρισκαν πρόχειρους κ.λπ. Μας φαίνεται λοιπόν εκείνη η εποχή πολύ μακριά, αλλά και πολύ κοντά, γιατί οι λεπτομέρειες, που δίνει η Diana Wright, μας ανεβάζουν στην Ακροναυπλία, μας κατεβάζουν στην αγορά, απαριθμούν τις εκκλησίες μας και μας πηγαίνουν ακόμα και μέχρι τις αλυκές του Θερμησίου (Ερμιόνη), πλούσιο φέουδο, που είχε οικειοποιηθεί ο Λατίνος Επίσκοπος. Από τα γραπτά του Minio δεν φαίνεται να έπαιζε μεγάλο ρόλο η θρησκεία στην καθημερινή ζωή των κατοίκων, παρόλο που υπήρχε και Ορθόδοξος Επίσκοπος και Ορθόδοξοι ιερείς. Ορισμένοι έξυπνοι Έλληνες μιλούσαν και τα βενετσιάνικα και τα τούρκικα εκτός από τα ελληνικά και χρησίμευαν συχνά ως διερμηνείς του Προβλεπτή σε διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους. Άλλοι γηραιότεροι και σεβαστοί πολίτες χρησίμευσαν ως μάρτυρες σε μια μακρά διαδικασία καθορισμού των ορίων της αποικίας με τις κτήσεις των Τούρκων. Τότε το όριο βρισκόταν στην Τίρυνθα. Το Άργος ήταν τούρκικο. Μεγάλη σημασία είχαν τα άλογα για τις μετακινήσεις των κατοίκων και οι στρατιώτες ήταν περισσότερο σημαντικοί όταν ήταν ιππείς, με άλογα που διατηρούσαν οι ίδιοι. Η Βενετία παραχωρούσε μικρά κομμάτια γης σ’ αυτούς τους στρατιώτες για να τρέφονται οι ίδιοι κι οι οικογένειές τους και να συντηρούν τα άλογά τους. Έτσι κατάφερναν να μην πεθάνουν απ’ την πείνα, που τους απειλούσε συχνά. Όπως και στην Ελληνική Επανάσταση, οι μετακινήσεις γίνονταν ιππαστί κι έτσι μετρούσαν τις αποστάσεις. Ο φόβος των πειρατών δεν ήταν μόνο να χάσει κανείς το πλοίο και το φόρτωμά του ή να σκοτωθεί, αλλά και να πιαστεί σκλάβος και να πουληθεί στο σκλαβοπάζαρο της Χίου, που όλο εκείνο το διάστημα λειτουργούσε με αυτόν τον τρόπο.

Τιντορέττο (Jacopo Tintoretto 1518-94), Πορτρέτο Ενετού Ναυάρχου. Museo Nacional del Prado (Spain - Madrid).
Τιντορέττο (Jacopo Tintoretto 1518-94), Πορτρέτο Ενετού Ναυάρχου. Museo Nacional del Prado (Spain – Madrid).

Έτσι διαπιστώνουμε ότι η βενετσιάνικη διοίκηση είχε ένα corpus αυστηρών κανόνων διακυβέρνησης (με τις ανάλογες εξαιρέσεις βέβαια, αφού ορισμένοι άλλοι Προβλεπτές δικάστηκαν για καταχρήσεις κ.λπ.) κι ακόμα μια καλά δομημένη γραφειοκρατία. Υπάρχουν και άλλα στοιχεία, που δεν αναφέρει ο Minio και που συντέλεσαν φυσικά στον πλούτο αυτής της δημοκρατίας, η κυριαρχία της οποίας κράτησε για 1000 χρόνια. Εμείς στην Ελλάδα καμαρώνουμε για τα 1000 χρόνια του Βυζαντίου, αλλά υπήρξαν και άλλες αυτοκρατορίες, που επίσης κράτησαν 1000 χρόνια. Ήταν βέβαια μια αριστοκρατική διοίκηση από εκλεκτές οικογένειες, αλλά ο πλούτος που συσσώρευσαν στη Βενετία από το εμπόριο μπαχαρικών, που μετέφεραν από την Αλεξάνδρεια κυρίως και διένειμαν στην Ευρώπη, ήταν τόσος που και οι κατώτερες τάξεις, εργάτες, τεχνίτες, ναυτικοί, πλούτισαν κι αυτές και δεν έθεταν σε αμφισβήτηση το ολιγαρχικό καθεστώς. Η Βενετία συχνά πολέμησε και μάλιστα μόνη της εναντίον των Τούρκων, διότι πολλές συμμαχίες που συνήψε με άλλα χριστιανικά βασίλεια, Γάλλους, Γερμανούς κ.λπ., συχνά δεν διαρκούσαν και απέμενε μόνη να πολεμάει. Στην περίπτωση αυτή οι πατρίκιοι της Βενετίας ήξεραν ότι θα τους επιβληθεί έκτακτη φορολογία. Π.χ. έπρεπε να αρματώσουν και να πληρώσουν καπετάνιο και πληρώματα ενός ή περισσότερων πλοίων και δέχονταν αυτά τα πρόσθετα βάρη χωρίς διαμαρτυρία, γιατί ήξεραν ότι τα μελλοντικά εμπορικά κέρδη τους βασίζονταν εκεί. Οι νέοι υφίσταντο μια συνεχή διοικητική εκπαίδευση σε διάφορες θέσεις στην πρωτεύουσα για να μπορέσουν αργότερα να σταλούν στις αποικίες της Μεσογείου. Θυμίζουμε ότι εκτός από το Ναύπλιο η Βενετία επικράτησε για 450 χρόνια στην Κρήτη, σχεδόν 100 χρόνια στην Κύπρο και εκατονταετίες σε διάφορα άλλα μικρότερα νησιά του Αιγαίου. Επίσης υπήρχαν τακτικές νηοπομπές από τη Βενετία προς την Αλεξάνδρεια, όπου έφταναν τα μπαχαρικά από Άραβες εμπόρους με προέλευση την Ασία, τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη και την Οδησσό. Γι’ αυτό το λόγο η Βενετία χρειαζόταν όχι μεγάλες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης, αλλά μικρά λιμάνια στο δρόμο των νηοπομπών, όπως το Ναύπλιο, τη Μεθώνη, την Κορώνη, τα Ιόνια νησιά κ.λπ. Ορισμένοι θα αντιτείνουν την ύπαρξη ανταγωνιστών της, όπως π.χ. των Γενοβέζων, οι οποίοι κατείχαν τη Χίο και ορισμένα άλλα νησιά του Αιγαίου, την Κεφαλονιά κ.λπ. Όμως σε βάθος χρόνου αντιλαμβανόμαστε ότι η κυριαρχία της Γένοβας κράτησε μόνον 300 περίπου χρόνια, που σε σύγκριση με τα 1000 της Βενετίας ωχριούν. Το καθεστώς ήταν ολιγαρχικό, αλλά ο Δόγης δεν ήταν απόλυτος άρχων. Διάφορα συμβούλια (περί εξωτερικών σχέσεων, περί εσωτερικών θεμάτων, περί υδάτων κ.λπ.) περιόριζαν την εξουσία του. Κάποιος απ’ τους πρώτους Δόγηδες, που δοκίμασε να γίνει βασιλιάς, συνελήφθη και αποκεφαλίστηκε. Επίσης η Βενετία είχε τρομερές μυστικές υπηρεσίες. Τούτες δεν απέφυγαν και ορισμένα λάθη της, όπως π.χ. την πρώτη παραχώρηση αμαχητί της Μονεμβασιάς και του Ναυπλίου στους Τούρκους από λάθος της διπλωματίας της. Στην Κωνσταντινούπολη η Βενετία είχε μόνιμο πρέσβη και εμπορικό σταθμό.

Σε σύγκριση λοιπόν μ’ αυτή την αξιοθαύμαστη γραφειοκρατική μηχανή, οι εκθέσεις του Minio μας φανερώνουν την αταξία και διαφθορά της τούρκικης διοίκησης. Οι Οθωμανοί αξιωματούχοι έχαναν συχνά το αξίωμα ή και το κεφάλι τους από τα καπρίτσια των σουλτάνων. Στα τέσσερα χρόνια της διακυβέρνησής του, ο Bartolomeo Minio γνώρισε όχι λιγότερους από τέσσερις Φλαμπουράρηδες, δηλαδή Τούρκους διοικητές του Μοριά. Ορισμένοι άγριοι κι απολίτιστοι, ορισμένοι γλυκείς και φιλικοί προς τον αντίπαλο. Όλα όμως αγοράζονταν, αφού κάθε συνάντηση μαζί τους συνεπάγετο πλούσια δώρα γι’ αυτούς. Ένας τους μάλιστα ζήτησε ανοιχτά λίγο κρασί, που του εδόθη. Η εντύπωση που αποκομίζουμε από τις εκθέσεις αυτές δεν είναι ότι οι Έλληνες καταπιέζονταν, παρόλο που υπήρχε μεγάλη φτώχια. Υπήρχαν όμως και πλούσιοι Έλληνες, αυτοί που είχαν με καλή τύχη εμπορευτεί και «πλουτίσει». Ένας απ’ αυτούς αγόρασε τρία ασημένια κύπελλα για να προσφέρει στον Minio ως δώρο για τον Φλαμπουράρη. Βέβαια οι μισθοί των κατώτερων Βενετσιάνων αξιωματούχων της πόλης, γραμματέων, αστυνόμων κ.λπ., συνελλέγοντο από χρήματα των υπηκόων, που χρησιμοποιούσαν τις υπηρεσίες τους. Αλλά δεν είχαμε το γενικευμένο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία σύστημα της αγοράς των υψηλών θέσεων και το διαρκές μπαξίσι, που κυριαρχούσε εκεί. Οι Βενετσιάνοι ανώτεροι αξιωματούχοι πληρώνονταν από τη Γερουσία και δεν ξεζούμιζαν τους υπηκόους.

Ένα μόνιμο πρόβλημα της διοίκησης ήταν οι Αλβανοί μισθοφόροι. Καλοί πολεμιστές, πολύ χρήσιμοι σε καιρό πολέμου, ήταν όμως απείθαρχοι και αυτοδιοικούμενοι σχεδόν σε καιρό ειρήνης, πράγμα που οδήγησε στην εξέγερση του Κροκόδειλου Κλαδά, που αναφέραμε. Ας προσέξουμε όμως ότι ακόμα κι αυτοί οι Αλβανοί, όπως οι άλλοι Έλληνες μισθοφόροι της Βενετίας, την εξέγερση εκείνη την κατηύθυναν εναντίον των Τούρκων και όχι της Βενετίας, προς την οποία είχαν αισθήματα υποταγής. Σύμφωνα με τη Diana Wright αυτή η πολύμηνη εξέγερση του Κροκόδειλου Κλαδά διαμόρφωσε το πνεύμα των μετέπειτα «κλεφτών» της Ελληνικής Επανάστασης στο Μοριά, όντας η πρώτη εκδήλωσή τους.

Το γενικότερο συμπέρασμα είναι ότι η βενετσιάνικη κυριαρχία στο Ναύπλιο δεν μπορεί να εξισωθεί με την τούρκικη. Δεν είναι μόνο η διαφορά θρησκείας, αλλά, όπως παρατηρήσαμε, η διαφορά μεταξύ μιας εξελιγμένης, μοντέρνας για την εποχή, γραφειοκρατικής δομής και μιας απρόβλεπτης ακαταστασίας της διοίκησης. Και βέβαια, ειδικά για το Ναύπλιο, δεν πρέπει να ξεχνάμε, όπως είπαμε, ότι οι Βενετσιάνοι έχτιζαν, έχτιζαν, έχτιζαν κι έφτιαξαν μετά το 1500 τη σημερινή κάτω πόλη σε πολλά σημεία οικοδομώντας πάνω σε πασσάλους, όπως στη Βενετία, π.χ. τη μεγαλοπρεπή οικία Καραπαύλου στην οδό Μπουμπουλίνας (1860), αλλά και διαμόρφωσαν οι Βενετσιάνοι τη σημερινή μορφή της πόλης και την πλατεία Συντάγματος και το Μεγάλο Δρόμο, που διαπερνούσε όλη την πόλη για να φτάσει στα εξωτερικά τείχη.

Γι’ αυτό το λόγο, το σημερινό Ναύπλιο έχει μεγάλο χρέος απέναντι της Βενετίας, που μας κυριάρχησε και μας διαμόρφωσε, για δικούς της βέβαια λόγους, για τόσα χρόνια.

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

Read Full Post »

Η κατάρρευση της πολιτικής από την επικυριαρχία της οικονομικής επιστήμης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» επίκαιρο άρθρο του κυρίου Γεωργίου Στείρη, Επίκουρου Καθηγητή Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση, Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή,Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με θέμα:

«Η κατάρρευση της πολιτικής από την επικυριαρχία της οικονομικής επιστήμης».

 

Γκυ Ντεμπόρ (Guy Louis Debord, 28 Δεκεμβρίου 1931, Παρίσι - 30 Νοεμβρίου 1994), συγγραφέας - κινηματογραφιστής. Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Γκυ Ντεμπόρ (Guy Louis Debord, 28 Δεκεμβρίου 1931, Παρίσι – 30 Νοεμβρίου 1994), συγγραφέας – κινηματογραφιστής. Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Ο Γκυ Ντεμπόρ, ο γνωστός Γάλλος θεωρητικός του μαρξισμού, είχε επισημάνει, ήδη από τη δεκαετία του 1960, ότι τα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης, με Κολοφώνα την τηλεόραση, είχαν χωρίσει τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες: σε αυτούς που μιλούν δημόσια και σε αυτούς που σιωπούν. «Αυτοί οι διάφοροι ειδικοί των φαινομενικών συζητήσεων που αποκαλούμε ακόμη, καταχρηστικά πάντως, πολιτιστικές ή πολιτικές, έχουν ευθυγραμμίσει αναγκαστικά τη λογική και την κουλτούρα τους με τη λογική και την κουλτούρα του συστήματος που τους χρησιμοποιεί κι αυτό όχι μόνο γιατί έχουν επιλεγεί απ’ αυτό αλλά κυρίως γιατί ποτέ δεν διαπαιδαγωγήθηκαν από κάτι άλλο». [1] Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν άρχισε η ραγδαία εξάπλωση και χρήση του διαδικτύου, πολλοί έσπευσαν να υποστηρίξουν ότι το διαδίκτυο θα αποτελούσε τη λυδία λίθο του δημοσίου χώρου. Θα εξασφάλιζε, δηλαδή, συνεχή ροή πλουραλιστικής ενημέρωσης, ακυρώνοντας εν τοις πράγμασι το μονοπώλιο της τηλεόρασης, η οποία εύκολα καθίσταται φερέφωνο κέντρων και παράκεντρων εξουσίας. Η μεγαλύτερη, όμως, προσδοκία ήταν ότι το διαδίκτυο θα επανέφερε στο προσκήνιο τον δημόσιο διάλογο, τον πυρήνα της δημοκρατίας. Με άλλα λόγια, οι πολίτες θα ενεργοποιούνταν πολιτικά, από τη στιγμή που η έκφραση και ανταλλαγή πολιτικών απόψεων θα γινόταν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας του καθενός. [2]

Η σύγχρονη πραγματικότητα απέχει πόρρω από την επιβεβαίωση αυτών των προσδοκιών. Το διαδίκτυο, σε σημαντική έκταση, αναπαράγει τις ειδήσεις που διακινούν τα μεγάλα τηλεοπτικά και ευρύτερα δημοσιογραφικά δίκτυα. Οι πολίτες απλά σχολιάζουν αυτά που βλέπουν και ακούν στα κατεστημένα μέσα ενημέρωσης ή στη ροή των πληροφοριών, όπως αυτή διοχετεύεται στις ιστοσελίδες κοινωνικής και άλλης δικτύωσης. Οι ειδικοί, που μονοπωλούν το δημόσιο λόγο, εξακολουθούν να ασκούν κυριαρχική επιρροή στην κοινή γνώμη και να επικαθορίζουν το πλαίσιο σκέψης και δράσης πολιτικών και πολιτών. [3] Η τεχνοκρατική αντίληψη της πολιτικής υποβοηθείται από την οργανωμένη υπερπροβολή ειδικών. Η πλέον επίκαιρη και ταυτόχρονα ανησυχητική εκδοχή αυτής της πραγματικότητας είναι η συχνότατη παρουσία οικονομολόγων στα μέσα ενημέρωσης.

Ενόσω η Δύση δοκιμάζεται υπό τη βάσανο της οικονομικής κρίσης, οι οικονομολόγοι εμφανίζονται ως οι ευαγγελιστές των λύσεων. Αντίθετα, οι πολιτικοί λοιδορούνται και προπηλακίζονται ως οι κατεξοχήν υπεύθυνοι για τα αδιέξοδα. Στην Ελλάδα ορισμένοι καθηγητές οικονομικών έχουν καταστεί περισσότερο αναγνωρίσιμοι από αθλητές και τηλεαστέρες, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία των υπολοίπων εμφανίζεται τακτικά στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης και αρθογραφεί καταιγιστικά στο διαδίκτυο και στον τύπο. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στα διεθνή μέσα ενημέρωσης, με τον Αριέλ Ρουμπινί, τον οικονομολόγο που προέβλεψε τη διεθνή κρίση, να συναγωνίζεται σε εμφανίσεις και απολαβές την Μαντόνα. Ελάχιστοι, όμως, τολμούν να πουν ή να γράψουν ότι οι οικονομολόγοι είναι οι βασικοί υπαίτιοι της κρίσης και, κυρίως, ότι η οικονομία είναι μια ψευδοεπιστήμη, η οποία δεν μπορεί, παρά μόνο συμπτωματικά, να προσφέρει λύσεις.

Κατά τον Αριστοτέλη, τον πρώτο που επιχείρησε μια συστηματική κατάταξη των επιστημών, η οικονομία αποτελεί μέρος της πρακτικής φιλοσοφίας και είναι ομόλογη της ηθικής και της πολιτικής.[4] Στην πορεία των ετών και υπό την πίεση του μαρξισμού, του θετικισμού και του λογικού θετικισμού, η οικονομία μετατοπίστηκε και έχασε το χαρακτήρα της και τη φυσιογνωμία της, αλλοτριώθηκε, για να χρησιμοποιήσουμε ένα μαρξιστικό όρο. Ο μαρξισμός, ως γνήσιο τέκνο του διαφωτισμού, αποπειράθηκε να μετατρέψει την οικονομία, όπως και κάθε άλλο κλάδο του επιστητού, σε επιστήμη.[5] Στην κατεύθυνση αυτή επέλεξαν να κινηθούν και οι ίδιοι οι οικονομολόγοι, υπό τη δριμεία κριτική του θετικισμού και του λογικού θετικισμού, ώστε να διασώσουν το κύρος του κλάδου τους.[6] Συγκεκριμένα, κατά το θετικισμό, οι επιστημονικές έννοιες δεν είναι τίποτα άλλο από τη συνοχή των δεδομένων της παρατήρησης. Από την άλλη, ο λογικός θετικισμός είναι ένας εμπειρισμός που μετατοπίζει την προβληματική από την έννοια της αλήθειας στην έννοια του νοήματος. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι, προτού επιχειρηθεί να αποδειχθεί πειραματικά αν μια θεωρία είναι αληθής ή ψευδής, χρειάζεται να διαπιστωθεί εάν έχουν νόημα οι ισχυρισμοί της. Συνεπώς, νόημα έχουν μόνο οι μαθηματικές προτάσεις και οι θεωρητικές υποθέσεις και εξηγήσεις της πειραματικής επιστήμης, όσες προτάσεις, δηλαδή, είναι εμπειρικά επαληθεύσιμες.[7] Αρκετές ανθρωπιστικές σπουδές, ανάμεσα τους η ψυχολογία, η παιδαγωγική και η οικονομία, επιχείρησαν να μαθηματικοποιηθούν, να αποκτήσουν επιστημονική υπόσταση, ώστε να μην θεωρηθούν μεταφυσικές και άνευ νοήματος ασκήσεις του νου, όπως η θεολογία, η παραδοσιακή φιλοσοφία, η ιστορία και άλλες.

Η αλλαγή αυτή στη μέθοδο των οικονομικών προκάλεσε στους οικονομολόγους μια ανεπανάληπτη οίηση. Η μαθηματικοποίηση της φύσης και η αιτιοκρατία του Νεύτωνα, είχαν από καιρό δημιουργήσει την αίσθηση ότι η φύση και οτιδήποτε μέσα σε αυτή υποτάσσεται σε μια άτεγκτη νομοτέλεια. Οι ίδιες αιτίες οδηγούν στα ίδια αποτελέσματα και οι φυσικοί νόμοι επαναλαμβάνονται αέναα. Συνεπώς, με την πεπαιδευμένη παρατήρηση, την αποκρυπτογράφηση των φυσικών νόμων και την αλάνθαστη μέθοδο των μαθηματικών, η πρόβλεψη του μέλλοντος είναι εφικτή.[8] Οι οικονομολόγοι πίστεψαν και έκαναν και τους άλλους να πιστέψουν ότι τα περίπλοκα μαθηματικά που χρησιμοποιούν και τα υπολογιστικά μοντέλα τους είναι αλάνθαστα, είναι η πραγματική επιστήμη, το σύγχρονο κέρας της Αμάλθειας, η οποία εξασφαλίζει ατέρμονη πρόοδο και ευμάρεια για το μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων. Όλοι πείστηκαν και εξακολουθούν να ομνύουν στην αποτελεσματικότητα των οικονομικών. Ακόμα και σήμερα, όταν σχεδόν όλοι παραδέχονται ότι η ασυδοσία και αμετροέπεια των οικονομολόγων ενθάρρυνε και παραπλάνησε σώφρονες και επιλήσμονες πολιτικούς και ιδιώτες, ότι τα περίπλοκα οικονομικά προϊόντα δημιούργησαν την κρίση, η κοινωνία φαίνεται να αποδέχεται ότι ευθύνονται κάποια απρόσωπα golden boys, ενώ οι επώνυμοι, θεσμικοί οικονομολόγοι είναι εκείνοι που θα μας οδηγήσουν και πάλι, μέσα από τις συμπληγάδες πέτρες, στη γη της επαγγελίας. Πρόσφατα, στην ελληνική τηλεόραση, παρακολούθησα πασίγνωστο έλληνα οικονομολόγο να παρουσιάζει, για πολλοστή φορά, τις καταστροφολάγνες θέσεις του ως άλλη Κασσάνδρα. Όταν κάποιος δημοσιογράφος του επεσήμανε ότι πέρυσι, σχεδόν την ίδια ημέρα, είχε τοποθετήσει την αναπόφευκτη διάλυση της ευρωζώνης στις αρχές του 2012, απάντησε θρασύτατα ότι το μοντέλο του είναι ρέον και ότι στην πορεία άλλαξε και αυτό, όπως και η πραγματικότητα.

Η πραγματικότητα, όμως, απέχει παρασάγγας. Όπως ορθά επεσήμανε πριν από αρκετές δεκαετίες ο Χέμπελ, η λογική πιθανότητα ενός καθολικού νόμου βρίσκεται πολύ κοντά στο μηδέν.[9] Αυτό οφείλεται στο απλό γεγονός ότι ένας καθολικός νόμος, όπως αυτοί που χρησιμοποιούν οι οικονομολόγοι, έχει επιβεβαιωθεί μέσα από ένα απειροελάχιστο σώμα παρατηρήσεων και πειραμάτων σε σχέση με το άπειρο των πιθανοτήτων και εκδοχών. Άρα, οι οικονομολόγοι καταλήγουν σε συμπεράσματα με καθολική ισχύ βασισμένοι σε ελάχιστη εμπειρική βάση. Ο Καρλ Πόπερ, κορυφαίος φιλόσοφος του 20ου αιώνα, συμπλήρωσε ότι μπορεί κανείς να επαληθεύσει όποια θεωρία θέλει. Αν κάποιος ερευνητής, εν προκειμένω οικονομολόγος, για λόγους ιδεολογικούς ή πολιτικούς, είναι προσκολλημένος σε μια θεωρία θα βρει πάντοτε τον τρόπο να διαβάζει τα αποτελέσματα της έρευνας με τέτοιο τρόπο που να επιβεβαιώνει τις δικές του θεωρήσεις. Τα ίδια εμπειρικά δεδομένα μπορούν να ερμηνευτούν με πολλούς τρόπους και να αποδώσουν διαφορετικές γενικεύσεις και νόμους.[10]

Συνεπώς, η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί να προβλέψει με ασφάλεια το μέλλον. Μόνο εκ των υστέρων μπορούμε να αποφανθούμε αν μια θεωρία ήταν σωστή. Απομένει μόνο η ελπίδα ότι κάποιες προβλέψεις θα βγουν αληθινές. Η οικονομική είναι μια ψευδοεπιστήμη, η οποία τρέφει με αυταπάτες τον άνθρωπο, γιατί πολύ απλά τον αγνοεί. Η οικονομία ήταν και χρειάζεται να ξαναγίνει ανθρωπιστική σπουδή. Όσο επιμένει να απομακρύνεται από τον άνθρωπο, να τον παραγνωρίζει και να επικεντρώνεται στους αριθμούς, επειδή αυτοί της προσδίδουν επιστημονικοφάνεια και είναι ευχερέστεροι στον αφηρημένο στοχασμό, είναι καταδικασμένη να αποτυγχάνει και να επισωρεύει δεινά. Η σύγχρονη οικονομική επιστήμη δεν διαφέρει παρά ελάχιστα από τις πλέον ταπεινές ψευδοεπιστημονικές ενασχολήσεις, όπως η αστρολογία. Διατυπώνονται άπειρες προβλέψεις από τους οικονομολόγους, βάσει των οποίων σχεδιάζεται από κυβερνήσεις και αρμόδιους φορείς η ζωή όλων μας. Οι πλείστες διαψεύδονται οικτρά, ενώ αποθεώνονται οι ελάχιστοι οικονομολόγοι που επαληθεύτηκαν, έστω και μερικώς. Και η επιβεβαίωση των ελαχίστων οπλίζει με επιχειρήματα τους υπολοίπους, ώστε να συνεχίσουν στην καταστροφική πορεία των αλλεπάλληλων εικασιών, οι οποίες βαφτίζονται επιστήμη και διεκδικούν το ανάλογο κύρος. Οι πραγματικές επιστήμες, όταν θελήσουν να ξεπεράσουν το επίπεδο της έρευνας, της αποκάλυψης δηλαδή νέας γνώσης, και να περάσουν στην εφαρμογή των πορισμάτων τους, φροντίζουν να παρεμβληθεί το στάδιο του πειραματισμού. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να προσδιοριστούν οι συνέπειες, ώστε να μην υποφέρουν άνθρωποι και δημιουργηθεί γενικότερη βλάβη. Οι οικονομολόγοι, με την αγαστή συνέργια των πολιτικών, θεωρούν ότι κάθε θεωρία τους αξίζει να εφαρμοστεί, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, σπέρνοντας τον όλεθρο και καθαιμάσσοντας την ανθρωπότητα. Τουλάχιστον, η φιλοσοφική μεταφυσική, παρότι δεν βρίσκει εμπειρική επιβεβαίωση, εδράζεται στη λογική και δεν αποτολμά λογικά άλματα και διανοητικές ακροβασίες με την ελαφρότητα που το πράττουν οι οικονομολόγοι.

Μια άλλη βασική αδυναμία της οικονομικής σκέψης είναι η μονομερής προσήλωση της στο μέλλον. Η στοχοθεσία των οικονομολόγων αναφέρεται μόνο στο τι θα επέλθει. Για την πλειοψηφία, μάλιστα, των δυτικών οικονομολόγων, η καταφυγή στην ιστορική έρευνα, ως θεραπαινίδας στις έρευνες τους, είναι ανεπίτρεπτη, καθώς θεωρείται ιστορικισμός, ο οποίος δογματικά εκλαμβάνεται ως διανοητική ασθένεια.[11] Εκείνο που δεν αντιλαμβάνονται οι οικονομολόγοι είναι ότι αυτή η επιλογή τους υπονομεύει το έργο τους. Όπως ποιητικά είχε επισημάνει ο Ιερός Αυγουστίνος, πατέρας της χριστιανικής εκκλησίας και φιλόσοφος, στις Εξομολογήσεις του, οι άνθρωποι αναρωτιούνται για το χρόνο. Όμως το παρελθόν έχει ήδη χαθεί, το παρόν μεταπίπτει πάραυτα σε παρελθόν; ενώ το μέλλον δεν υπάρχει, καθώς δεν έχει επέλθει.[12] Για τους οικονομολόγους, παρά ταύτα, το μέλλον υπάρχει, για να μην πούμε ότι ήδη ζουν στο μέλλον. Όλες τους οι έρευνες κατατείνουν στο πως θα είναι η κατάσταση σε λίγα ή πολλά χρόνια. Όλη τους η ενέργεια ξοδεύεται σε αυτό το εγχείρημα, πείθοντας τους πολιτικούς και την κοινωνία ότι υπάρχει τρόπος όχι μόνο να προβλεφθεί το μέλλον, αλλά να διαμορφωθεί σύμφωνα με τις προσδοκίες τους. Η Πυθία και οι αρχαίοι οιωνοσκόποι ωχριούν ενώπιον τους, καθώς υπόσχονταν μόνο την πρόβλεψη.

Η εμμονή, όμως, στο μέλλον κάνει δυσβάσταχτο το παρόν. Θυσιάζεται το παρόν, η μόνη βέβαιη πραγματικότητα στο όνομα και το όραμα ενός μη υπαρκτού και προβλέψιμου, με λογικό τρόπο, μέλλοντος. Οι οικονομολόγοι σχεδιάζουν μαθηματικά μοντέλα, τα οποία βεβαιώνουν ότι θα επαληθευθούν. Οι πολιτικοί τα δέχονται, ρυθμίζουν τις αποφάσεις τους βάσει αυτών και προσαρμόζουν τις δράσεις τους αναλόγως. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που βιώνουν σήμερα αρκετές κοινωνίες: φτώχεια, δυστυχία, απόγνωση, οδύνη. Και το πλέον πιθανόν είναι, όπως ήδη έχει συμβεί πάμπολλες φορές, να μην επαληθευθούν τα οικονομικά μοντέλα. Και τότε, μετά από αρκετά χρόνια και χαμένες ζωές, θα μας πούνε, ότι το παλαιό απέτυχε, γιατί είχε δομικές αδυναμίες ή γιατί δεν υπολογίστηκαν κάποιες παράμετροι. Η συνέχεια θα είναι να εισηγηθούν ένα νέο μοντέλο, του ιδίου τύπου και των ιδίων προδιαγραφών, το οποίο θα διορθώσει την κατάσταση σε κάποια χρόνια. Και πάλι από την αρχή, έως ότου κάποιο να αποδώσει, από τύχη μάλλον παρά από ικανότητα. Όπως, όμως, ορθά είχε επισημάνει ο Μακιαβέλι, «η απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στο πως ζούμε και στο πως θα έπρεπε να ζούμε είναι τόσο μεγάλη, ώστε όποιος αφήνει αυτό που γίνεται για εκείνο που θα έπρεπε να γίνεται, προετοιμάζει την καταστροφή του μάλλον παρά τη σωτηρία του».[13]

Εκείνο που φταίει δεν είναι το επιμέρους πρότυπο, αλλά η ίδια η κατεύθυνση που έχει πάρει η οικονομική επιστήμη. Επιστημολογικά, πρόκειται για μια αδιέξοδη και επικίνδυνη επιλογή, ένα σύγχρονο Μολώχ, στο βωμό του οποίου θυσιάζονται ζωές.[14] Η οικονομία χρειάζεται να επανασυνδεθεί με τις ρίζες της και να συγκροτηθεί ως κλάδος ανθρωπιστικός, αφού αντικείμενο της δεν είναι η ύλη, αλλά οι άνθρωποι.

Από την άλλη οι πολιτικοί οφείλουν να κατανοήσουν ότι το έργο τους συνίσταται πρωτίστως στη διαχείριση της πραγματικότητας, προς όφελος των ανθρώπων, και όχι στις μεταφυσικές προσδοκίες που καλλιεργεί η τυφλή πίστη στην ψευδοεπιστημονικότητα των αριθμών και των υπολογισμών. Αν η οικονομία δεν επανασυνδεθεί με τον άνθρωπο και δεν αποστραφεί τη μεθοδολογία των φυσικών επιστημών, η οποία δεν ταιριάζει στο δικό της πεδίο, το μέλλον της ανθρωπότητας δεν προοιωνίζεται ευοίωνο. Η κατάσταση ομοιάζει με το πιθάρι των Δαναΐδων. Όταν κλείνει μια τρύπα, ανοίγει μια άλλη και τελικά το πιθάρι μένει πάντοτε άδειο, ασχέτως του κόπου όσων κοπιάζουν χύνοντας μέσα του νερό. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα άλλο πιθάρι, δίχως τρύπες.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γ. Ντεμπόρ, Η Κοινωνία του Θεάματος, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1990, 9-10.

[2] Μ. Hindman, The Myth of Digital Democracy, Princeton University Press, Princeton 2009. M. Margolis – G. Moreno – Riano, The Prospect of Internet Democracy, Ashgate, Farnham 2009, 95-108.

[3] OECD, Promise and Problems of Ε-Democracy: Challenges of Online Citizen En­gagement, Paris 2003, 64-65.

[4] Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμεια, 1218b 11-16. Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια, 1141b31-33. Αριστοτέλης, Πολιτικά, 1253bl-22.

[5] Τ. Duppe, The Making of the Economy: a Phenomenology of Economic Science, Lex­ington Books, Lanham 2011, 129-131.

[6] Στο ίδιο, 25-64.

[7] Α. J. Ayer(ed), Logical Positivism, Free Press, Glencoe 1959.A. Schilpp (ed.), The Philosophy of Rudolf Carnap, Illinois Open Court, La Salle 1963.

[8] S. Shapin, Η Επιστημονική Επανάσταση, Κάτοπτρο, Αθήνα 2003, 145-192

[9] C. G. Hempel, Philosophy of Natural Science, Prentice – Hall, Englewood Cliffs 1966.

[10] K. Popper, Conjectures and Refutations: The Growth of Scientific Knowledge, Routledge, London 1963. K. Popper, Objective Knowledge, Oxford University Press, Oxford 1972.

[11] J. J. Krabbe, Historicism and Organicism in Economics: The Evolution of Thought, Springer, London 2012.

[12] Αυγουστίνος, Εξομολογήσεις, Πατάκης, Αθήνα 1997, τ. Β’, 151-190.

[13] Ν. Μακιαβέλι, Ο Ηγεμόνας, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1996, 98-99.

[14] Α. F. Chalmers, Τι είναι αυτό που το λέμε Επιστήμη, ΠΕΚ, Ηράκλειο 2011, 77-92.

 

Γεώργιος Στείρης

Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση,

Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή,

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

«Η κατάρρευση της πολιτικής από την επικυριαρχία της οικονομικής επιστήμης», στο Α. Μάνος & Ε. Πρωτοπαπαδάκης (επιμ.), Εξουσία και Δημοκρατία, Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου, Ελληνική Εταιρεία Ηθικής, Αθήνα 2014.

Read Full Post »

Οι Χίμαιρες στον μύθο και στον 21° αιώνα, από τον Homo Sapiens στον Homo Cyborg


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ανακοίνωση του κυρίου Γεωργίου Στείρη

Επίκουρου Καθηγητή Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση,

Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή,

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με θέμα:

«Οι Χίμαιρες στον μύθο και στον 21° αιώνα, από τον Homo Sapiens στον Homo Cyborg»

 

Ο Βελλερεφόντης με τη βοήθεια του Πήγασου σκοτώνει τη Χίμαιρα, λίθινο δισκίο του 560 π.χ περίπου, Λακωνία. Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Ο Βελλερεφόντης με τη βοήθεια του Πήγασου σκοτώνει τη Χίμαιρα, λίθινο δισκίο του 560 π.χ περίπου, Λακωνία. Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Στην αρχαία ελληνική μυθολογία ως Χίμαιρα περιεγράφετο το όν που είχε σώμα αίγας, κεφάλι λέοντα, ουρά φιδιού και εξέπνεε πυρ. Ήταν κόρη του Τυφώνος και της Έχιδνας. Η Χίμαιρα απέκτησε με τον Όρθρο δύο τέκνα, το λέοντα της Νεμέας και τη Σφίγγα. Η Χίμαιρα, η οποία στη γλώσσα μας έχει συνδεθεί με το ανέφικτο, αποδεικνύει τη γενικότερη τάση των αρχαίων Ελλήνων, αλλά και άλλων λαών στην αρχαιότητα, να πιστεύουν στην ύπαρξη όντων που αντιπροσώπευαν όχι μια εξελικτική ή φυσική πορεία, αλλά την ενδόμυχη επιθυμία των ανθρώπων να υπάρχουν υπερόντα, τα οποία θα συνδύαζαν ετερόκλητες φυσικές δυνάμεις. Τα όντα αυτά θα μπορούσαν να υπερβούν τα συνήθη μέτρα, ώστε να προβούν σε έργα δύσκολα ή ακατόρθωτα για τον άνθρωπο. Παρά ταύτα ο ανθρωποκεντρισμός του κλασσικού πνεύματος τα έφερε συχνότατα αντιμέτωπα με την τίση, η οποία, προσωποποιούμενη συχνά στο πρόσωπο κάποιου μυθικού ήρωα, όπως ο Ηρακλής, ο Οιδίπους ή ο Βελλερεφόντης στις περιπτώσεις του λέοντα της Νεμέας, της Σφίγγας και της Χίμαιρας, οδηγούσε στην εξαφάνιση τα όντα που ξεπερνούσαν τα φυσικά μέτρα. Αυτός είναι ο κανόνας στην ελληνική μυθολογία, αλλά εξαιρετικό ενδιαφέρον έχουν οι εξαιρέσεις του.

Οι Κένταυροι ήταν πλάσματα ανθρωπόμορφα, με ανθρώπινο το άνω τμήμα του κορμού και την κεφαλή τους, ενώ ο υπόλοιπος κορμός ήταν αλογίσιος. Μια μερίδα τους, στην οποία ανήκε και ο περίφημος Χείρων, διακρίνετο για τη σοφία, τη δικαιοσύνη και την καλοκαγαθία. Ο Χείρων υπήρξε δάσκαλος του Ασκληπιού, των Διοσκούρων, του Ιάσονα και του Αχιλλέα. Ο Μακιαβέλι, ο σπουδαίος στοχαστής της Αναγέννησης, πολλούς αιώνες αργότερα παραβάλλει τον ηγεμόνα με τον Κένταυρο, ένα πλάσμα δηλαδή που συνδυάζει την ανθρώπινη φύ­ση με τη ζωική. Στόχος του Μακιαβέλι δεν είναι η ολοκληρωτική και απόλυτη άρνηση των ανθρώπινων χαρακτηριστικών, αλλά ο συν­δυασμός ανθρώπινων αισθημάτων και ζωικής ορμής. Η δυνατότητα για το πέρασμα από τη μια φύση στην άλλη, όποτε αυτό είναι απα­ραίτητο. Και φυσικά η μορφή του Κενταύρου συνδύαζε με ιδανικό τρόπο τις δύο αυτές φύσεις καθώς τις ήλεγχε, χωρίς η μια να υπερ­τερεί της άλλης, αν και η λογική, μέσω της οποίας ασκείται αυτός ο έλεγχος, ανήκει στην ανθρώπινη φύση. Αποκαλυπτικότατο είναι το ίδιο το χωρίο του Μακιαβέλι: Πρέπει λοιπόν να γνωρίζετε ότι υπάρχουν δύο τρόποι να πολεμήσει κανείς: ο ένας με τους νόμους, ο άλλος με τη δύναμη. Ο πρώτος ταιριάζει στους ανθρώπους, ο δεύτερος στα θηρία. Επειδή όμως πολλές φορές δεν αρκεί ο πρώτος, προστρέχουμε κατ’ ανάγκη στον δεύτερο. Γι’ αυτό ένας ηγεμόνας χρειάζεται απαραιτήτως να ξέρει καλά και να χρησιμοποιεί τα τεχνάσματα και του θηρίου και του ανθρώπου. Αυτό το έχουν διδάξει στους ηγεμόνες οι αρχαίοι συγ­γραφείς με παραβολές. Γράφουν αυτοί πως ο Αχιλλέας, και πολλοί άλλοι από εκείνους τους παλιούς ηγεμόνες, παραδόθηκαν προς ανατρο­φή στον Κένταυρο Χείρωνα, που τους διαπαιδαγώγησε με τη δική του διδασκαλία. Τούτο, το να έχεις δηλαδή για διδάσκαλο έναν μισό ζώο και μισό άνθρωπο, έχει το νόημα ότι ένας ηγεμόνας χρειάζεται να γνω­ρίζει να χρησιμοποιεί και τη μια και την άλλη φύση. Και η μια χωρίς την άλλη δεν μπορεί να αντέξει για πολύ. Ένας ηγεμόνας, λοιπόν, όντας· αναγκασμένος να γνωρίζει καλά να συμπεριφέρεται σαν θηρίο, πρέπει απ’ αυτά να προτιμήσει την αλεπού και το λιοντάρι. Γιατί το μεν λιοντάρι δεν γλιτώνει από τις παγίδες, η δε αλεπού από τους λύ­κους. Οφείλει, συνεπώς, να είναι αλεπού για να ξεχωρίζει τις παγίδες και λιοντάρι για να τρομάζει τους λύκους. Όσοι περιορίζονται μόνο στο λιοντάρι δεν καταλαβαίνουν από πολιτική. Ο Μακιαβέλι αντιλαμβά­νεται τη σκοπιμότητα ύπαρξης των υβριδικών όντων: συνδυάζοντας ετερόκλητα χαρακτηριστικά επιτρέπουν την υπέρβαση της ελλειμ­ματικής ανθρώπινης φύσης και την καθυπόταξη της φύσης και της τύχης, παραγόντων δύσκολα ελέγξιμων από τον άνθρωπο.

Χίμαιρα:  Le Studio Marlot & Chopard, Paris. Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Χίμαιρα: Le Studio Marlot & Chopard, Paris. Επιλογή φωτογραφίας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Τον όρο χίμαιρα έχει δανειστεί η σύγχρονη βιολογία, η οποία τον χρησιμοποιεί για να περιγράψει τεχνητά όντα, τα οποία προέρχονται από την ανάμειξη κυττάρων διαφορετικών οργανισμών. Το 1984 οι επιστήμονες, για παράδειγμα, επέτυχαν να δημιουργήσουν έναν οργα­νισμό συνδυάζοντας γενετικό υλικό από πρόβατο και κατσίκα, το geep. Όμως η πραγματική επανάσταση έμελε να επέλθει το 2003. Επιστή­μονες στο Πανεπιστήμιο της Σαγκάης συνδύασαν γενετικό υλικό αν­θρώπου και κουνελιού, παράγοντας έμβρυα του νέου είδους τα οποία άφησαν να αναπτύσσονται για μερικές ημέρες, πριν τα εξοντώσουν.

Το 2006 επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Newcastle και το King’s College του Λονδίνου επιχείρησαν και επέτυχαν να δημιουργή­σουν έναν οργανισμό που προερχόταν από ανθρώπινο σπέρμα και ωάρια αγελάδας. Το 2007 στο Πανεπιστήμιο της Νεβάδα παρήχθη πρόβατο, του οποίου το γενετικό υλικό σε ποσοστό 15% ήταν ανθρώπινο. Σκο­πός όλων αυτών των ερευνών ήταν η εύρεση τρόπου προμήθειας βλαστοκυττάρων για θεραπευτικούς σκοπούς και όχι η επιβίωση των νέων ειδών, τουλάχιστον προς το παρόν. Οι εξελίξεις αυτές προκάλεσαν ποικίλες αντιδράσεις, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Μεγάλη Βρεττανία, όπου η νομοθεσία επιτρέπει την δημιουργία χιμαιρών, υπό την προϋπόθεση ότι θα παραμείνουν εν ζωή για 14 το πολύ ημέρες.

Οι χίμαιρες, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, μπορούν να λάβουν δύο βασικές μορφές: αυτές που δημιουργούνται εξαρχής με γενετικό υλικό και αυτές που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν με γενετικές ή μηχανικές παρεμβάσεις σε ανθρώπινα όντα που έχουν γεν­νηθεί με το συνήθη φυσικό τρόπο. Τα θέματα που τίθενται είναι πολ­λά και φλέγοντα. Αρχικά εάν και πότε θα μπορούμε να μιλάμε για νέο είδος. Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό χρειάζεται ένας σαφής ορι­σμός του ανθρώπου ως όντος. Ο ορισμός αυτός δεν είναι εύκολο να δοθεί, γιατί οι ειδοποιοί διαφορές που διαχωρίζουν τον άνθρωπο από τα άλλα θηλαστικά ποικίλλουν και καθορίζονται ανάλογα με τη σκο­πιά – θρησκευτική, φιλοσοφική ή επιστημονική. Για παράδειγμα μια χίμαιρα είναι κατ’ εικόνα και ομοίωση Θεού; Από τη στιγμή που το DNA της διαφέρει σημαντικά από εκείνο του ανθρώπου, είναι άνθρω­πος, συνυπολογιζομένου του γεγονότος ότι το DNA του βατράχου και του ποντικού διαφέρουν λιγότερο από 2% από εκείνο του ανθρώπου;

Σύμφωνα με την παραδοσιακή αριστοτελική και βιβλική θεώρη­ση τα είδη είναι δεδομένα και καθορισμένα. Η δαρβινική όμως θεώ­ρηση ανέδειξε τη δυναμική της εξελικτικής πορείας των ειδών. Γιατί ενοχλούν οι ανθρώπινες χίμαιρες και όχι τα μουλάρια ή τα διάφορα κατασκευασμένα είδη ορχιδέων; Το επιχείρημα ότι οι χίμαιρες είναι αφύσικες άρχεται συνήθως από θεολογικές προκείμενες. Όπως σωστά είχε επισημάνει ο Βρεττανός φιλόσοφος John Stuart Mill, κάθε προ­σπάθεια του ανθρώπου να εξελιχθεί και να βελτιωθεί, ανέκαθεν ετί­θετο υπό την κριτική ότι παραβίαζε τη δεδομένη από το Υπέρτατο Όν φυσική τάξη. Αλλά στο σημείο αυτό η απάντηση μπορεί να δοθεί από τη στωική φιλοσοφία, την οποία προσάρμοσε στο χριστιανικό δόγμα ο Ιερός Αυγουστίνος τον 5ο μ.Χ. αιώνα. Σύμφωνα με τη χρι­στιανική εκδοχή της αρχής των σπερματικών λόγων ο Θεός δημιούρ­γησε τα πάντα, αλλά η δημιουργία Του εκδηλώνεται διαδοχικά μέσα στο χρόνο και όχι αυτοστιγμεί. Άρα και οι χίμαιρες θα μπορούσαν τοιουτοτρόπως να ενταχθούν στο θεϊκό σχέδιο. Ο σύγχρονος μας Gary Comstock έχει ισχυριστεί ότι ο Θεός δεν θα έπρεπε να εκπλήσσεται από την τάση των ανθρώπων να πειραματίζονται με τον σκληρό πυ­ρήνα της ζωής και της δημιουργίας, από τη στιγμή που οι άνθρωποι είναι κατ’ εικόνα και ομοίωσή Του. Δεδομένου δε του ότι καθετί αφύ­σικο δεν είναι κατ’ ανάγκη ηθικά επιλήψιμο ή κακό, όπως τα δηλη­τηριώδη φυτοφάρμακα, δεν μπορεί να θεμελιωθεί η αρνητική στάση απέναντι στις χίμαιρες σε τέτοιου είδους επιχειρήματα, παρότι έχουν διατυπωθεί αρκετά. Επίσης, παρότι ο Thomson κατά τη δεκαετία του 1990 υποστήριξε ότι είναι δυνατόν από μια περιγραφική πρόταση όπως «οι χίμαιρες είναι αφύσικες» να εξαχθούν προτάσεις, όπως «δεν πρέπει να δημιουργηθούν χίμαιρες», οι φιλοσοφικές ενστάσεις, για το αν όντως αυτό είναι λογικό, εξακολουθούν να είναι τόσο ισχυ­ρές όσο και όταν διατυπώθηκαν από το σπουδαίο Σκώτο φιλόσοφο David Hume κατά το 18ο αιώνα.

Οι Baylis και Robert πριν από λίγα χρόνια ισχυρίστηκαν ότι η αρνητική στάση απέναντι στις χίμαιρες μπορεί να προέρχεται από την αμηχανία της κοινής γνώμης απέναντι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο και από το φόβο για τα ζητήματα που θα προκύψουν από την παρουσία τους. Ο κόσμος μας είναι ανθρωποκεντρικός και δεν μπορεί εύκολα να δεχθεί μια τόσο συγκλονιστική αλλαγή, παρότι αρκετοί άνθρωποι είναι πρόθυμοι να αναγνωρίσουν ηθική υπόσταση ανάλογη της ανθρώπινης σε άλλα όντα, όπως τα ζώα.

Βασικό θέμα, το οποίο χρειάζεται διασάφηση, είναι το ηθικό κα­θεστώς των χιμαιρών. Οι άνθρωποι θεωρούνται ως όντα τα οποία δικαιούνται να απολαμβάνουν δικαιώματα και να θεωρούνται ως ηθι­κά γιατί διαθέτουν κάποια βασικά ιδιώματα, όπως έχουν οριστεί από τη φιλοσοφία: αυτονομία, λογική, αυτοσυνειδησία, γλωσσική ικανό­τητα, κοινωνικότητα, ηθική υπευθυνότητα και προθετικότητα. Το κεφαλαιώδες ερώτημα που τίθεται είναι σε τι βαθμό περιμένουμε να πληρούνται αυτά τα ιδιώματα, ώστε μία χίμαιρα να θεωρηθεί ότι πρέπει να απολαμβάνει δικαιώματα και ηθική υπόσταση ανάλογη του ανθρώ­που. Από την άλλη δεν πρέπει να ξεχάσουμε ότι μεμονωμένα άτομα και ολόκληρες ομάδες ανθρώπων, όπως τα νήπια και τα παιδιά, δεν δια­κρίνονται για την πλήρη ανάπτυξη όλων αυτών των ιδιωμάτων.

Ο ορισμός του προσώπου δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αλλά ακόμα και αν, εξαιτίας του ανθρώπινου γονιδιώματος, δύνανται να αναπτυχθούν αν­θρώπινα ιδιώματα και αξιοπρέπεια σε όντα που έχουν και ζωική φύση, εγείρεται το ερώτημα αν οι ανθρώπινες ικανότητες μπορούν να ανα­πτυχθούν και να εκδηλωθούν σε σώμα μη ανθρώπινο. Το κατά πόσο δηλαδή ένα μη αμιγώς ανθρώπινο σώμα μπορεί να υποστηρίξει ανθρώ­πινες λειτουργίες και διαθέσεις. Στην περίπτωση βέβαια αυτή θα μπο­ρούσε κάποιος να αντιτάξει τις περιπτώσεις ανθρώπων στους οποίους έχουν μεταμοσχευτεί καρδιές χοίρων ή έχουν δεχθεί τεχνητά προσθε­τικά μέλη χωρίς να έχουν χάσει την ανθρωπιά τους. Όμως επειδή και στους ανθρώπους δεν εμφανίζεται η ανθρωπιά τους στον ίδιο βαθμό, ποιος θα θέσει το όριο για τις χίμαιρες; Όπως σωστά είχε επισημάνει από τη δεκαετία του 1970 ο Regan κανείς δεν μπορεί να μας πει πόσο ανθρώπινο υλικό χρειάζεται για να είναι και να νιώσει κάποιος άνθρωπος. Και βέβαια παραμένει αναπάντητο το ερώτημα του Norm Fost για το τι θα κάνουμε εάν μια χίμαιρα με ανθρώπινη αυτοσυνει­δησία θέλει να ξεφύγει από το ζωικό της σώμα.

Επειδή το επίμαχο ζήτημα είναι διεπιστημονικό, είναι πολύτιμη η συμβολή όλων των εμπλεκομένων επιστημονικών κλάδων. Θεωρώ όμως πως ουσιαστικές απαντήσεις δεν μπορεί να δώσει η επιστήμη, καθώς το ζήτημα δεν είναι ούτε ποσοτικό, ούτε καν ποιοτικό, όπως φάνηκε από την αδρομερή παρουσίαση των παραπάνω επιχειρημάτων και θεωρήσεων. Η απάντηση μπορεί να προέλθει από τη φιλοσοφία, η οποία υπερβαίνει τα στενά πλαίσια κάθε επιστήμης και αγγίζει το καθολικό. Αυτό που χρειάζεται είναι η φιλοσοφία να επαναπροσεγγίσει τον άνθρωπο. Η επιστημονική εξέλιξη δεν μπορεί και δεν πρέπει να ανακοπεί. Η έρευνα για την προαγωγή της γνώσης δεν μπορεί να υπόκειται σε οποιοδήποτε περιορισμό, καθώς, πέραν των άλλων επι­χειρημάτων, αντίκειται στην ελεύθερη διακίνηση ιδεών. Εκεί που χρειά­ζεται να δοθούν απαντήσεις είναι στο θέμα των εφαρμογών της έρευνας, οι οποίες δεν μπορούν να αφεθούν στη βούληση του καθενός, αφού οι συνέπειες του αγγίζουν όλους.

 

Βιβλιογραφία


  • Comstock, C, 2000, Vexing Nature? On the Ethical Case against Agricultural Biotechnology, Boston: Kluwer Academic Publishers.
  • DeGrazia, D., 2007, «Human-Animal Chimeras: Human Dignity, Moral Sta­tus, and Species Prejudice», Metaphilosophy, 38(2-3): 309-329.
  • Fehilly, C, Willadsen, S., and Tucker, E., 1984, «Interspecific Chimaerism between Sheep and Coat», Nature, 307 (February 16): 634-636.
  • Foet, N., 2006, «The Great Stem Cell Debate: Where Are We Now? Cloning, Chimeras, and Cash», Wisconsin Medical Journal, 105(4): 16-17.
  • Harman, E., 2003, «The Potentiality Problem», Philosophical Studies, 114: 173-198.
  • Johnston, J., and Eliot, C, 2003, «Chimeras and ΄΄Human Dignity΄΄», The American Journal of Bioethics, 3(3): W6-W8.
  • Karpowicz, P., Cohen, C, and van der Kooy, D., 2004, «Is It Ethical to Tran­splant Human Stem Cells into Nonhuman Embryos» Nature Medicine, 10(4): 331-335.
  • Karpowicz, I’., 2005, «Developing lluman-Nonhuuian Chimeras in Human Stem Cell Research: Ethical Issues and Boundaries» Kennedy Institute of Ethics Journal, 15(2): 107-134.
  • Mill. J. S., 1958 [1847], «Nature», in J. S. Mill (ed.), Nature and Utility of Religion, The Liberal Arts Press, New York: 3-44.
  • Regan, T., 1978, «Fox’s Critique of Animal Liberation», Ethics, 88: 126-133.
  • Robert, J., and Baylis, F., 2003, «Crossing Species Boundaries», The Ameri­can Journal of Bioethics, 3(3): 1-13.
  • Streiffer, R., 2009, «Chimeras, human/non human», SEP (21/5/2009).
  • VanDeVeer, D., 1979, «Interspecific Justice», Inquiry, 22: 55-79.

 

Γεώργιος Στείρης

Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση,

Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή,

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

«Οι Χίμαιρες στον μύθο και στον 21ο αιώνα, από τον Homo Sapiens στον Homo Cyborg», Ελληνική Εταιρεία Ηθικής, «Άνθρωπος και Τεχνολογία, η Παγκόσμια Πολιτική και Οικονομική Κρίση», Δήμος Κάτω Πολεμιδιών, Λεμεσός, 2011.

Read Full Post »

Οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα», άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, που δημοσιεύεται στο βιβλίο του «Δεύτερη Ανάγνωση» με θέμα:

«Οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας»

 

Στα 167 χρόνια των ελληνικών εκλογικών αναμετρήσεων, από το 1844 ως σήμερα, ογδόντα τέσσερις άνδρες έγιναν πρωθυπουργοί αυτού του τόπου. Οι 30 είχαν την τιμή να εκλεγούν με την ψήφο του λαού. Οι πέντε ήταν δικτάτορες ή εκπρόσωποι δικτατόρων και οι υπόλοιποι διορίστηκαν από τους βασιλιάδες ή ανέλαβαν προσωρινά ως υπηρεσιακοί ή με την υπόδειξη κάποιας εθνοσυνέλευσης.

Πολλοί από αυτούς είχαν τη χαρά να πανηγυρίσουν περισσότερες από μια εκλογικές νίκες. Μοναχά επτά όμως μπόρεσαν να πείσουν τον ελληνικό λαό να τους ψηφίσει από τρεις και πάνω φορές.

Ελευθέριος Βενιζέλος (Ποικίλη Στοά)

Ελευθέριος Βενιζέλος (Ποικίλη Στοά)

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος κατέχει το μεγαλύτερο και αξεπέραστο ρεκόρ: Κέρδισε την ψήφο του λαού σε 6 εκλογικές αναμετρήσεις από το 1910 ως το 1933. Ακολουθεί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με 5 εκλογικές νίκες για την κατάκτηση της πρωθυπουργίας, την οποία εγκατέλειψε για να συνεχίσει ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, θέση στην οποία το ελληνικό κοινοβούλιο τον εξέλεξε δυο φορές.

Δυο άνδρες ισοψηφούν στην τρίτη θέση με 4 εκλογικές νίκες, ο Δημήτριος Βούλγαρης και ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος και ο Χαρίλαος Τρικούπης κέρδισαν από τρεις φορές την εμπιστοσύνη του ελληνικού λαού.

Ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος είναι ο πολιτικός, που ορκίστηκε πρωθυπουργός τις περισσότερες φορές, συνολικά 10, αλλά μόνον οι 3 ήταν με την ψήφο του λαού. Ακολουθεί ο Δημήτριος Βούλγαρης με 8 θητείες, από τις οποίες οι μισές με την ψήφο του λαού. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Χαρίλαος Τρικούπης ορκίστηκαν πρωθυπουργοί από 7 φορές ο καθένας (από μια φορά και οι δυο χωρίς την ψήφο του λαού).

Πάντως ο Ελευθέριος Βενιζέλος προπολεμικά και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής μεταπολεμικά είναι οι πρωταθλητές της πολιτικής ζωής του τόπου. Καθένας ξεπέρασε τα 14 χρόνια συνολικής άσκησης της πρωθυπουργίας, με τον Ελ. Βενιζέλο να έχει ξεπεράσει κατά λίγες ημέρες τα 14,5 και τον Κ. Καραμανλή να υπολείπεται μερικά εικοσιτετράωρα.

Πίσω τους έρχεται ο Χαρίλαος Τρικούπης με περίπου 13 χρόνια συνολικά στην πρωθυπουργική καρέκλα, ενώ τον ακολουθούν, με 11 χρόνια ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος. Στην έκτη θέση ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης έμεινε πρωθυπουργός συνολικά 9 χρόνια.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στο Ναύπλιο, αρχές 1959. Αρχείο: Κυριάκος Καλκάνης.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στο Ναύπλιο, αρχές 1959. Αρχείο: Κυριάκος Καλκάνης.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής κατέχει ένα αξεπέραστο ρεκόρ, που δύσκολα στο μέλλον μπορεί να καταρριφθεί: Από την ημέρα που ορκίστηκε για πρώτη φορά πρωθυπουργός (5.10.1955) ως την ημέρα που παραιτήθηκε για τελευταία φορά, το 1980, για να αναλάβει την προεδρία της Δημοκρατίας, κύλησαν περίπου 25 χρόνια. Είναι ο Μαθουσάλας της πολιτικής ζωής του τόπου, καθώς αν προσθέσουμε και τα 15 χρόνια, από την πρώτη ορκωμοσία του ως Προέδρου της Δημοκρατίας έως την άνοιξη του 1995, οπότε έληξε η δεύτερη θητεία του, είναι ο μοναδικός ηγέτης, που κυριάρχησε στην πολιτική ζωή του τόπου επί 40 χρόνια.

Δεύτερος Μαθουσάλας της πολιτικής μας ζωής είναι ο Α. Ζαΐμης, που ορκίστηκε πρωθυπουργός συνολικά 6 φορές, απασχόλησε την πολιτική ζωή του τόπου για 32 χρόνια, αλλά μονάχα το 1926, που ήταν και η τελευταία του θητεία, εκλέχτηκε από τον ελληνικό λαό.

Οι επόμενοι απέχουν πολύ. Ο Δ. Ράλλης κάλυψε 24 χρόνια ως πρωθυπουργός, ο Ελευθέριος Βενιζέλος 23 χρόνια, ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο Χαρίλαος Τρικούπης από 21 χρόνια και ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης 20 χρόνια.

Τα 8 χρόνια, 1 μήνας και 17 ημέρες της συνεχούς πρωθυπουργίας του Κώστα Σημίτη (από 18 Ιανουαρίου 1996 ως 7 Μαρτίου 2004) αποτελούν αξεπέραστο ρεκόρ για τα ελληνικά δεδομένα. Για να καταρριφθεί, θα πρέπει κάποιος πρωθυπουργός να εξαντλήσει δυο τετραετίες και μέρος τρίτης.

Ο Κώστας Σημίτης κατέρριψε το ρεκόρ του προκατόχου του, Ανδρέα Παπανδρέου, που είχε συμπληρώσει συνεχή παραμονή στην πρωθυπουργία 7 χρόνια και 8 μήνες ακριβώς. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συμπλήρωσε ως πρωθυπουργός συνεχώς 7 χρόνια, 8 μήνες και 12 ημέρες (από τις 5.10.1955 έως τις 17.6.1963), αλλά τις πρώτες 136 ημέρες θήτευσε ως διορισμένος, ενώ το 1961 παραχώρησε για ένα μήνα την πρωθυπουργία στον Κ. Δόβα ως υπηρεσιακό πρωθυπουργό. Ως εκλεγμένος (από τις 19 Φεβρουαρίου 1956), παρέμεινε πρωθυπουργός 7 χρόνια και 4 μήνες. Πίσω τους με αρκετή διαφορά έρχονται ο Χαρίλαος Τρικούπης και ο Ελευθέριος Βενιζέλος με περίπου 6 χρόνια συνεχούς θητείας ο καθένας.

Στην απέναντι όχθη ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου Αριστείδης Μωραϊτίνης είναι ο άνθρωπος, που έγινε πρωθυπουργός για το πιο σύντομο διάστημα στην ελληνική ιστορία: Μόλις 2 ημέρες, από τις 9 έως τις 10 Φεβρουαρίου 1863. Διαδέχτηκε το Δημήτριο Βούλγαρη και παραχώρησε την πρωθυπουργία στον Κ. Βάλβη. Και οι τρεις είχαν επιλεγεί από την εθνοσυνέλευση, που ενέκρινε τον Γεώργιο Γλίξμπουργκ ως βασιλιά των Ελλήνων.

Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879)

Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879)

Σπουδαίο ρεκόρ κατέχει και ο επαναστάτης Μεσολογγίτης πολιτικός Επαμεινώνδας Δεληγιώργης: Είναι ο πιο νεαρός πρωθυπουργός όλων των εποχών. Ορκίστηκε στις 20 Οκτωβρίου 1865 σε ηλικία 36 χρόνων. Όμως παραιτήθηκε δέκα μέρες αργότερα. Ξανάγινε πρωθυπουργός άλλες πέντε φορές, τη μια με την ψήφο του ελληνικού λαού. Στον αντίποδα ο Κώστας Μητσοτάκης ήταν 72 χρόνων (ακριβώς τα διπλά του Δεληγιώργη), όταν εκλέχτηκε πρωθυπουργός.

Πέρα από τους αριθμούς ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης είχε την τύχη να συγκαταλέγεται στους Μεσολογγίτες: Από ένα καπρίτσιο της τύχης η ιερή πόλη γέννησε πολιτικούς άνδρες, που συνδέονται με τα πιο σημαντικά πολιτικά γεγονότα του 19ου αιώνα, αυτά που έχουν να κάνουν με την πολιτική πορεία του ελληνικού λαού προς την κατάκτηση της ελευθερίας και την κατοχύρωση της κυριαρχίας του.

Πρώτος ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (1791 – 1865). Ξεκινώντας από το Μεσολόγγι αναδείχτηκε πρόεδρος της πρώτης εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο (1821), η οποία διακήρυξε την ελληνική ανεξαρτησία. Ο ίδιος εκλέχτηκε «αρχιγραμματέας εκτελεστικού» (πρωθυπουργός) το 1825 και διεξήγε τις διαπραγματεύσεις με την Αγγλία δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια διεθνή παρέμβαση υπέρ της χώρας μας. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος είναι και ο άνθρωπος, που κατηύθυνε τις εργασίες για την ψήφιση του πρώτου Συντάγματος της χώρας μας, αυτού που προέκυψε μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Και είναι ο ίδιος που οδήγησε τη χώρα στις πρώτες της εκλογές, το 1844, για την ανάδειξη κοινοβουλίου.

Ο Σπυρίδων Τρικούπης γύρω στα 1860.

Ο Σπυρίδων Τρικούπης γύρω στα 1860.

Γέννημα θρέμμα του Μεσολογγίου ήταν ο ιστορικός της επανάστασης Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873), που υπήρξε «γενικός γραμματέας επικρατείας» (πρωθυπουργός) επί Καποδίστρια και είναι αυτός που διεξήγε τις διαπραγματεύσεις για την εκλογή του Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας.

Από το Μεσολόγγι, όπου πρωτοεκλέχτηκε βουλευτής το 1859, ξεκίνησε ο Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829 – 1879), που έγινε ο πολιτικός εκφραστής της αντιδυναστικής πολιτικής και πρωτεργάτης όλων των πολιτικών γεγονότων, τα οποία οδήγησαν στην έξωση του Όθωνα.

Γεννημένος στο Ναύπλιο, αλλά Μεσολογγίτης και εκεί εκλεγόμενος, είναι και ο Χαρίλαος Τρικούπης (1832 – 1896), που το 1875 υποχρέωσε τον βασιλιά Γεώργιο να δεχτεί την «αρχή της δεδηλωμένης», τη μεγαλύτερη κατάκτηση στην πορεία για την εδραίωση της λαϊκής κυριαρχίας.

Δυο αρχηγοί κόμματος γνώρισαν τον εκπληκτικό θρίαμβο να κατακτήσουν πάνω από το 80% των εδρών της Βουλής. Και οι δυο, ήρθε η ώρα να γνωρίσουν και την πίκρα να μην εκλεγούν ούτε οι ίδιοι! Στις εκλογές της 3ης Μαΐου 1892, ο Χαρίλαος Τρικούπης έβγαλε 180 από τους συνολικά 207 βουλευτές: Ποσοστό 86,95%! Στις αμέσως επόμενες (16 Απριλίου 1895), έπαθε πανωλεθρία: Το κόμμα του ανέδειξε 15 βουλευτές (7,2%), ανάμεσα στους οποίους δεν ήταν ο ίδιος! Την έδρα του κέρδισε ο Μιλτιάδης Γουλιμής. Είναι τότε που, γεμάτος πικρία, είπε «Ανθ’ ημών, Γουλιμής!».

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, στις εκλογές του 1910, ο Ελευθέριος Βενιζέλος είδε το κόμμα του (των Φιλελευθέρων) να κατακτά τις 307 από τις 362 έδρες του κοινοβουλίου: Ποσοστό 84,80%! Στα 1920, θριαμβευτής με τη συνθήκη των Σεβρών στην τσέπη, πανίσχυρος και σωτήρας του τόπου, καταποντίστηκε: Το κόμμα του έπεσε στο 29,73% και ο ίδιος έφυγε στο Παρίσι, ακολουθώντας τον ίδιο δρόμο που, 25 χρόνια πριν, είχε πάρει ο Χαρίλαος Τρικούπης. Και οι δυο πέθαναν αυτοεξόριστοι!

 

Αλέξης Τότσικας

Δεύτερη Ανάγνωση, σελ. 27-33, Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Απρίλιος 2013.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Οι κυβερνήσεις συνεργασίας στην Ελλάδα


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα», επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, που δημοσιεύεται στο βιβλίο του «Δεύτερη Ανάγνωση» με θέμα:

«Οι κυβερνήσεις συνεργασίας στην Ελλάδα»

  

Ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός υπήρξε ευθύς εξαρχής πλειοψηφικός. Σε αυτό συνέτειναν και οι εκλογικοί νόμοι, που από την εποχή του «σφαιριδίου» (1864-1923) καθιέρωναν ποικίλες εκδοχές πλειοψηφικών συστημάτων. Δεν είναι έτσι τυχαίο ότι σε πάνω από τις μισές εκλογές της νεότερης Ιστορίας το πρώτο κόμμα πετύχαινε αυτοδύναμη πλειοψηφία συγκεντρώνοντας ποσοστά ακόμα και πολύ κατώτερα του 45%.

Αντίθετα οι κυβερνήσεις συνεργασίας ήταν η εξαίρεση. Στις κρισιμότερες καμπές όμως της πολιτικής ιστορίας μας στην εξουσία βρέθηκαν, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, συναινετικά κυβερνητικά σχήματα. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα κατά το 19ο αιώνα το ζήτημα του σχηματισμού κυβέρνησης λύθηκε μ’ έναν πολύ απλό τρόπο: τη συμμετοχή προσωπικά των ίδιων των πολιτικών αρχηγών σε κυβέρνηση συνεργασίας. Ο πρώιμος και «καθυστερημένος» νεοελληνικός κοινοβουλευτισμός φαίνεται ότι μερικές φορές ήταν πιο… προχωρημένος από το σημερινό.

Έτσι ο κοινοβουλευτικός βίος στη νεότερη Ελλάδα άρχισε το 1843-44, τα χρόνια του Όθωνα, με κυβέρνηση συνεργασίας όλων των τότε πολιτικών φορέων), ανεξαρτήτως αν ήταν ευκαιριακή και θνησιγενής, λόγω διαφορετικών στοχεύσεων και αγεφύρωτων κομματικών και προσωπικών συμφερόντων. Τα τρία κόμματα (Ρωσικό, Γαλλικό και Αγγλικό) συνέπραξαν στην πρώτη κυβέρνηση, που αναγκάστηκε να διορίσει ο μονάρχης αμέσως μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Μετείχαν σ’ αυτήν και οι τρεις αρχηγοί τους (Α. Μεταξάς, Αλ. Μαυροκορδάτος και Ι. Κωλέττης).

Το φαινόμενο θα επαναληφθεί κατά την έξωση του Όθωνα στο διάστημα της μεσοβασιλείας 1862-63. Στη διακομματική «Προσωρινή Κυβέρνηση» υπό τον Δ. Βούλγαρη μετείχαν όλοι οι επικεφαλείς των υπαρκτών πολιτικών φορέων της εποχής, που πήραν μέρος στην αντιδυναστική «Οκτωβριανή Επανάσταση».

 

Η ελληνική βουλή στα τέλη του 19ου αιώνα (πίνακας του Ν. Ορλώφ 1930)

Η ελληνική βουλή στα τέλη του 19ου αιώνα (πίνακας του Ν. Ορλώφ 1930)

 

Έκτοτε συνολικά οκτώ κυβερνήσεις «εθνικής ενότητας» ή «οικουμενικές κυβερνήσεις» με τη συνεργασία κομμάτων της Βουλής έχουν υπάρξει στη νεότερη ιστορία του ελληνικού Κράτους. Η πρώτη τέτοια κυβέρνηση συγκροτήθηκε το 1877 και η τελευταία το Νοέμβριο του 1989.

Για πρώτη φορά ο όρος «οικουμενική κυβέρνηση» χρησιμοποιήθηκε το Μάιο του 1877, όταν ο ναύαρχος και πολιτικός Κωνσταντίνος Κανάρης σχημάτισε κυβέρνηση με την ενίσχυση των αρχηγών των τότε πολιτικών κομμάτων και συμμετείχαν σ’ αυτή οι Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, Χαρίλαος Τρικούπης, Θεόδωρος Δηλιγιάνης, Επαμεινώνδας Δεληγιώργης και Θρασύβουλος Ζαΐμης Η κυβέρνηση σχηματίστηκε υπό την πίεση της κοινής γνώμης, η οποία ανησυχούσε για την τύχη των υπόδουλων Ελλήνων στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που βρισκόταν σε πόλεμο με τη Ρωσία.

Η δεύτερη «οικουμενική κυβέρνηση» στην ιστορία συγκροτήθηκε το 1926, μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922, Οι εκλογές της 7ης Νοεμβρίου 1926 δεν ανέδειξαν αυτοδύναμη κυβέρνηση, λόγω της απλής αναλογικής. Τα τέσσερα πρώτα κόμματα (δύο βενιζελικά και δυο αντιβενιζελικά) αποφάσισαν να συνεργαστούν σχηματίζοντας οικουμενική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη. Ο σχηματισμός της γέννησε ελπίδες ότι η πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας θα εισέλθει σε περίοδο ομαλότητας, σε μία στιγμή που είχαν σωρευτεί πολλά και δυσεπίλυτα προβλήματα από τη μικρασιατική καταστροφή. Όμως από την πρώτη μέρα άρχισαν οι τριβές λόγω διαφωνιών σε θέματα οικονομικής πολιτικής και τελικά οδήγησαν στην πτώση της στις 17 Αυγούστου 1927. Πρόλαβε πάντως να θέσει σε εφαρμογή το νέο Σύνταγμα, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως το αρτιότερο και προοδευτικότερο από τα έως τότε ελληνικά Συντάγματα.

Αμέσως μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τη ναζιστική Γερμανία το 1944 ο Γεώργιος Παπανδρέου σχημάτισε κυβέρνηση εθνικής ενότητας (18 Οκτωβρίου 1944) με συμμετοχή και εκπροσώπων του ΕΑΜ. Τα αιματηρά Δεκεμβριανά, που ακολούθησαν, προκάλεσαν την πτώση της κυβέρνησης Παπανδρέου στις 3 Ιανουαρίου 1945.

Οι πρώτες μεταπολεμικές εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 δεν ανέδειξαν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Και, ενώ ο Εμφύλιος Πόλεμος μαινόταν, ο διατελέσας κατά το παρελθόν διοικητής της Εθνικής Τράπεζας Δημήτριος Μάξιμος (στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκε το σημερινό κυβερνητικό «Μέγαρο Μαξίμου») ορίσθηκε εξωκοινοβουλευτικός πρωθυπουργός κυβέρνησης συνασπισμού, που συγκροτήθηκε απ’ όλα τα κόμματα της Βουλής με σκοπό την αντιμετώπιση της «κομμουνιστικής απειλής». Εξαιτίας της πολυκομματικής στήριξης έμεινε στην ιστορία ως «Επτακέφαλος Κυβέρνησις». Μεταξύ άλλων συμμετείχαν οι Κωνσταντίνος Τσαλδάρης, Σοφοκλής Βενιζέλος, Κωνσταντίνος Καραμανλής, Γεώργιος Παπανδρέου, Παναγιώτης Κανελλόπουλος και Ναπολέων Ζέρβας. Στη διάρκεια της επτάμηνης θητείας της, μέχρι τις 29 Αυγούστου 1947, η Βρετανία ανακοίνωσε την αποχώρηση των στρατευμάτων της από την Ελλάδα και ο Αμερικανός πρόεδρος Χάρι Τρούμαν το περίφημο δόγμα του, με το οποίο εγκαινιάστηκε η περίοδος του Ψυχρού Πολέμου.

 

Δημήτριος Μάξιμος (1873-1955). Τραπεζικός, βουλευτής, αριστίνδην γερουσιαστής, υπουργός και εξωκοινοβουλευτικός Πρωθυπουργός σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας το 1947 (Επτακέφαλος Κυβέρνησις). Το 1952 έδωσε το Μέγαρο Μαξίμου στη μισή τιμή από αυτή που είχε εκτιμηθεί από επιτροπή στο Ελληνικό Κράτος, κάνοντας δώρο τα έπιπλα τους πίνακες και ότι άλλο υπήρχε μέσα, με τον όρο να χρησιμοποιηθεί σαν Κυβερνητικό Μέγαρο. Από το 1982 το «Μέγαρο Μαξίμου» χρησιμοποιείται ως επίσημη κατοικία και γραφείο του εκάστοτε πρωθυπουργού.

Δημήτριος Μάξιμος (1873-1955). Τραπεζικός, βουλευτής, αριστίνδην γερουσιαστής, υπουργός και εξωκοινοβουλευτικός Πρωθυπουργός σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας το 1947 (Επτακέφαλος Κυβέρνησις). Το 1952 έδωσε το Μέγαρο Μαξίμου στη μισή τιμή από αυτή που είχε εκτιμηθεί από επιτροπή στο Ελληνικό Κράτος, κάνοντας δώρο τα έπιπλα τους πίνακες και ότι άλλο υπήρχε μέσα, με τον όρο να χρησιμοποιηθεί σαν Κυβερνητικό Μέγαρο. Από το 1982 το «Μέγαρο Μαξίμου» χρησιμοποιείται ως επίσημη κατοικία και γραφείο του εκάστοτε πρωθυπουργού.

 

Η πολιτική ανωμαλία της Αποστασίας τερματίστηκε το Δεκέμβρη του 1966 με τη συμφωνία των ηγετών της Ένωσης Κέντρου, Γεωργίου Παπανδρέου, και της ΕΡΕ, Παναγιώτη Κανελλόπουλου, για το σχηματικό μεταβατικής κυβέρνησης μεταξύ των δύο κομμάτων με πρωθυπουργό τον τραπεζίτη Ιωάννη Παρασκευόπουλο, που θα οδηγούσε τη χώρα σε εκλογές. Στις 3 Απριλίου 1967 η ΕΡΕ απέσυρε την εμπιστοσύνη της από την κυβέρνηση Παρασκευόπουλου και την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο οποίος ανετράπη από τους πραξικοπηματίες της 21ης Απριλίου.

Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας προέκυψε και αμέσως μετά την πτώση της Χούντας (24 Ιουλίου 1974) με πρωθυπουργό των Κωνσταντίνο Καραμανλή. Σ’ αυτή συμμετείχαν πολιτικοί από την προδικτατορική ΕΡΕ και Ένωση Κέντρου και προσωπικότητες, που αναδείχτηκαν από τον αντιδικτατορικό αγώνα. Ο βίος της τερματίσθηκε στις 17 Νοεμβρίου, όταν έγιναν οι πρώτες εκλογές μετά την μεταπολίτευση, τις οποίες κέρδισε η Νέα Δημοκρατία.

Στις εκλογές της 18ης Ιουνίου 1989, όταν η χώρα συγκλονιζόταν από το σκάνδαλο Κοσκωτά και παλλαϊκή απαίτηση ήταν η κάθαρση, σχηματίζεται κυβέρνηση συνεργασίας υπό τον Τζαννή Τζαννετάκη μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και του ενιαίου, τότε, Συνασπισμού, η συγκυβέρνηση ΝΔ – Συνασπισμού.

Η τελευταία κυβέρνηση συνεργασίας, που έμεινε γνωστή ως «οικουμενική κυβέρνηση», σχηματίστηκε το 1989, όταν στις εκλογές της 5 Νοεμβρίου 1989 και πάλι δεν προκύπτει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Η οικουμενική κυβέρνηση υπό την υπέργηρο οικονομολόγο Ξενοφώντα Ζολώτα καταρρέει το Φεβρουάριο του 1990, όταν αποτυγχάνει να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας και προκηρύσσονται νέες εκλογές για τις 8 Απριλίου 1990. Μετά τις εκλογές αυτές η Νέα Δημοκρατία, με την προσχώρηση του μοναδικού βουλευτή της ΔΗΑΝΑ Θεόδωρου Κατσίκη, συγκεντρώνει το μαγικό αριθμό 151, που δίνει την πολυπόθητη αυτοδυναμία στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.

Ακολούθησε μια 20ετία μονοκομματικών κυβερνήσεων μέχρι να φτάσουμε στις εκλογές του Ιουνίου 2012, που δεν έδωσαν την απόλυτη πλειοψηφία σε κανένα κόμμα και οδήγησαν στο σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας τριών κομμάτων με προγραμματική συμφωνία μεταξύ τους και με προοπτική τετραετίας. Μια λύση που με τα σημερινά πολιτικά δεδομένα φαίνεται ότι θα αποτελεί συχνό φαινόμενο στο ορατό μέλλον.

 

Αυτοδυναμία ή συμβιβασμός;

 

Οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές δεν εξασφάλισαν την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή σε κανένα κόμμα. Το αποτέλεσμά τους οδήγησε στο σχηματισμό κυβέρνησης, που στηρίζεται από τρία κόμματα. Πολλοί διερωτώνται μήπως έκλεισε ο κύκλος των μονοκομματικών κυβερνήσεων και περνάμε σε μια περίοδο κυβερνήσεων συνεργασίας χωρίς «μεταβατική λογική» για πρώτη φορά μετά το 1926-28 (κυβέρνηση Ζαΐμη).

Αν αυτό συμβεί και σε επόμενες εκλογές, αν δηλαδή στα χρόνια που έρχονται κανένα κόμμα δεν προσεγγίζει την αυτοδύναμη πλειοψηφία, θα έχει ασφαλώς συντελεστεί η σημαντικότερη αλλαγή στη λειτουργία του κοινοβουλευτικού μας πολιτεύματος εδώ και πολλές δεκαετίες.

Όταν στα περισσότερα κράτη της Ευρώπης οι κυβερνήσεις συνεργασίας αποτελούν τον κανόνα ή είναι σύνηθες μοντέλο διακυβέρνησης, στην Ελλάδα παραμένει ταμπού, ως συνέπεια μιας βαθιά ριζωμένης πολιτικής κουλτούρας με κύριο χαρακτηριστικό την πόλωση. Ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός υπήρξε ευθύς εξαρχής πλειοψηφικός. Σε αυτό συνέτειναν και οι εκλογικοί νόμοι, που από την εποχή του «σφαιριδίου» (1864-1923) καθιέρωναν ποικίλες εκδοχές πλειοψηφικών συστημάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πάνω από τις μισές εκλογές της νεότερης Ιστορίας το πρώτο κόμμα πετύχαινε αυτοδύναμη πλειοψηφία συγκεντρώνοντας ποσοστά πολύ κατώτερα και του 45%.

Αντίθετα, οι κυβερνήσεις συνεργασίας ήταν η εξαίρεση στην ιστορική διαδρομή της Νεότερης Ελλάδας. Μετρημένες στα δάχτυλα των δύο χεριών. Οι ελάχιστες που σχηματίστηκαν ήταν κυβερνήσεις «ακινησίας» με κύριο χαρακτηριστικό τον βραχύ βίο τους. Έτσι αντιμετωπίστηκαν περισσότερο ως «ανωμαλία» και «παρένθεση», που αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να κλείσει, παρά ως θετικό προηγούμενο.

Οι αιτίες είναι πολλές: Καχεκτική δημοκρατία, έλλειψη κουλτούρας συνεννόησης και διαλόγου, παρουσία προσωποκεντρικών κομμάτων, εκλογικοί νόμοι που ευνοούν το σχηματισμό ισχυρών μονοκομματικών κυβερνήσεων και, κυρίως, το μεγάλο «κουσούρι» της φυλής μας, ο ανταγωνισμός. Στον τόπο μας οι διαφορές προσωποποιούνται και συνήθως μεγεθύνονται ακόμη και όταν είναι ασήμαντες. Οι συγκλίσεις σπανίζουν και η ελληνική γλώσσα είναι η μόνη στην Ευρώπη, στην οποία η λέξη «συμβιβασμός» έχει αρνητικό περιεχόμενο. Σχεδόν ισοδυναμεί με τη λέξη «προδοσία».

Ο Άγγλος Έντουαρντ Τρελόνι, ένας φίλος του λόρδου Βύρωνα, που ήρθε μαζί του στην επαναστατημένη Ελλάδα, έγινε πρωτοπαλίκαρο του Οδυσσέα Ανδρούτσου και έζησε σημαντικές στιγμές της Επανάστασης του ’21, μιλώντας για τον Οδυσσέα Ανδρούτσο είχε σκιαγραφήσει τον Έλληνα οπλαρχηγό ως εξής:

 «Ήταν άνθρωπος με φλογερή ψυχή, παρορμητικός, γοργός στις πράξεις και τις αποφάσεις του, όσο και στα πόδια. Ήταν ο πιο παθιασμένος και ειλικρινής πατριώτης. Πλην όμως, τον πατριωτισμό έτσι τον καταλάβαινε: να ριχτεί στη μάχη, να πεθάνει ένδοξα σαν τον Μάρκο Μπότσαρη, αλλά να μην αφήσει άλλον οπλαρχηγό να γίνει ανώτερός του ή να τον διοικήσει. Ούτε παραχωρούσε χάριν της πατρίδας τη θέση του στον άλλο. Με άλλα λόγια το αρχηγιλίκι και η φιλοδοξία ήταν υπεράνω κάθε άλλου συναισθήματος».

Οι διαπιστώσεις του Τρελόνι φαίνονται να ισχύουν μέχρι τις μέρες μας, τουλάχιστον όσον αφορά τις πολιτικές ηγεσίες των μεγάλων κομμάτων της χώρας. Οι αντιθέσεις, από την πρώτη στιγμή της προσπάθειας δημιουργίας του νεοελληνικού κράτους, ήταν πολλές και ποικίλες. Αντιθέσεις μεταξύ «Φράγκων» και οπλαρχηγών, μεταξύ βασιλέων και εσωτερικών πολιτικών δυνάμεων, μεταξύ πλουσίων και φτωχών, αριστερών και δεξιών μέχρι χθες, μνημονιακών και αντιμνημονιακών σήμερα.

Το κύριο χαρακτηριστικό της νεότερης πολιτικής μας ιστορίας είναι ο συγκρουσιακός χαρακτήρας της πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι εμφύλιοι πόλεμοι άρχισαν στη διάρκεια της Επανάστασης του ’21. Δεν πρόλαβε να ιδρυθεί το νέο ελληνικό κράτος και ο πρώτος κυβερνήτης της χώρας Ιωάννης Καποδίστριας δολοφονήθηκε από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Εμφύλιος πόλεμος και μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα στρατιωτικά πραξικοπήματα, που εκδηλώθηκαν στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, δεν ήταν λίγα. Πραξικόπημα και εμφύλιος το 1974 οδήγησαν στην κατοχή της μισής Κύπρου από τους Τούρκους. Συμφορές επί συμφορών στο όνομα του ανταγωνισμού και της προσωπικής φιλοδοξίας.

Το παρελθόν όμως δείχνει ότι πολιτικά δεν έχει ιστορική βάση το δίλημμα «αυτοδυναμία ή ακυβερνησία». Παρακολουθώντας τις περιπτώσεις συνεργασίας των κομμάτων εξουσίας προκύπτει σαφώς ότι η μη ανάδειξη αυτοδύναμης κυβέρνησης από τις εκλογές δεν οδήγησε ούτε σε ακυβερνησία ούτε σε χάος. Αντίθετα, σε δύσκολες περιόδους οι μονοκομματικές κυβερνήσεις παραχωρούσαν τη θέση τους σε συναινετικές χωρίς ποτέ να υπάρξει πολιτικό χάος. Το δίλημμα επομένως διαχρονικά είναι ψευδές και κατασκευασμένο για τις ανάγκες του δικομματισμού.

Στις τελευταίες κάλπες ο ελληνικός λαός έδωσε εντολή για συμβιβασμό και συνεργασία. Η εντολή αυτή υλοποιήθηκε με το σχηματισμό κυβέρνησης, που στηρίζεται σε τρία κόμματα. Η λύση αυτή φαίνεται περισσότερο πιθανή και αναγκαία και στις εκλογικές αναμετρήσεις, που θα ακολουθήσουν. Αν τα κόμματα της Βουλής δεν αναπτύξουν κουλτούρα συνεννόησης, τότε τόσο το χειρότερο και για την Ελλάδα και για τα ίδια. Την αποτυχία σχηματισμού κυβέρνησης θα χρεώνονται εκείνοι, που θα επιλέγουν την αντιπαράθεση και την ανέξοδη καταγγελτική ρητορεία, αντί για την αναζήτηση ενός κοινού παρονομαστή απαραίτητου για την συναινετική διακυβέρνηση και την ανάταξη της χώρας.

Όπως φάνηκε στις τελευταίες εκλογές βαδίζουμε προς την ανανέωση του πολιτικού προσωπικού και την αποστρατεία των βασικών υπόλογων της διάλυσης της οικονομίας και του κράτους. Οι πολίτες είναι αποφασισμένοι να φέρουν στη Βουλή πρόσωπα νέα, άφθαρτα και ικανά να ανατρέψουν την κατάσταση που ζει η χώρα σήμερα. Η τάση αυτή θα συνεχιστεί όχι μόνο για να σταματήσει ο οικονομικός και κοινωνικός κατήφορος, αλλά και για να επικρατήσουν άλλα ήθη στην πολιτική ζωή της χώρας με κύρια στοιχεία τη συναίνεση και τη συνεργασία, στοιχεία που διακρίνουν και τον πολιτικό πολιτισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέλος της οποίας είναι και η Ελλάδα.

 

Αλέξης Τότσικας

Δεύτερη Ανάγνωση, σελ. 27-33, Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Απρίλιος 2013.

 

Διαβάστε ακόμη:

Οι εκλογικές αναμετρήσεις στη νεότερη Ελλάδα

Οικονομικές κρίσεις και  χρεοκοπία (19ος – 20ος αιώνας)

Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (1897 -1978) – 81 χρόνια υποτέλειας και εξάρτησης

Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »