Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναυπλιακή Επανάσταση’

Παράσχος Αχιλλέας (1838 -1895)

 


  

Ο Αχιλλέας Παράσχος γεννήθηκε στο Ναύπλιο, καταγόταν όμως από τη Χίο. Η οικογένειά του είχε καταφύγει στο Ναύπλιο μετά την καταστροφή του νησιού από τους Τούρκους και λίγο καιρό αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ο Παράσχος πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Οι πληροφορίες για τη μόρφωσή του είναι λίγες και αβέβαιες. Έμαθε τα πρώτα γράμματα κοντά στον μεγαλύτερο αδερφό του Γεώργιο, επίσης ποιητή. Είχε επίσης δύο μεγαλύτερες αδερφές που χάθηκαν στη σφαγή της Χίου και μια αδελφή ακόμη την Αιμιλία, γνωστή για την ομορφιά της, η οποία πέθανε νέα και ενέπνευσε τους ποιητές Γεώργιο Ζαλοκώστα και Ρίλγδεν. 

 

Παράσχος Αχιλλέας (1838 -1895)

Ρομαντικός ποιητής του 19ου αιώνα. Ο Αχιλλέας Παράσχος γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1838 στο Ναύπλιο όπου είχε μεταναστεύσει η οικογένειά του από την Χίο. Ο πατέρας του λεγόταν Παράσχος Νασάκης ή Νασάκογλους, οι δύο δε γιοι του, Αχιλλέας και Γεώργιος, κράτησαν το μικρό του όνομα ως επώνυμο, με το οποίο έγιναν γνωστοί.  Τα πρώτα γράμματα ο Αχιλλέας Παράσχος τα πήρε από τον αδελφό του και είναι αμφίβολο αν τελείωσε το σχολαρχείο. Η έλλειψη σπουδών δεν τον εμπόδισε να αποκτήσει φιλολογική κατάρτιση και μόρφωση από διάφορα βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες που διάβαζε.

Διετέλεσε κατά διαστήματα υπάλληλος της Βουλής, του Γενικού Λογιστηρίου, πρόξενος στο Τηγάνιον και Έπαρχος Θήρας, διοριζόμενος πάντοτε για να αντεπεξέρχεται στις οικονομικές του ανάγκες, τις οποίες κατά ένα μέρος κάλυπτε και από έκτακτες αμοιβές του από κατά παραγγελίαν επιγράμματα, επικήδεια, επιμνημόσυνα, και ερωτικά ποιήματα. Στην εμφάνιση ήταν ωραίος και υπέβαλε η παρουσία του με τον ενθουσιασμό και την επιβλητική του φωνή.

Ο Παράσχος αναμείχτηκε στην πολιτική κίνηση της «Χρυσής Νεολαίας», προκαλέσας με τους καυστικούς εναντίον του Όθωνος στοίχους του την σύλληψη και φυλάκισή του  στον Μεντρεσέ, μαζί με άλλους φίλους του της αντιοθωνικής ομάδας. Μετά την αποφυλάκισή του εξακολούθησε την πολεμική του κατά του θρόνου και πήρε ενεργό μέρος στην επανάσταση της 10 Οκτωβρίου 1862, που είχε ως αποτέλεσμα να εγκαταλείψει ο Όθων την Ελλάδα.  Ωστόσο, όταν  πέθανε ο Όθων μετανιωμένος για τη στάση του έγραψε το Ελεγείον εις τον Όθωνα.

Ποιήματα πρωτοδημοσίευσε στο περιοδικό «Αβδηρίτης» του Δ. Βρατσάνου και στην «Χρυσαλλίδα» με το ψευδώνυμο «Μαρία». Στα 1881 εξέδωσε τρεις τόμους με ποιήματα που είχαν μεγάλη εκδοτική επιτυχία. Περιόδευσε στις Ελληνικές παροικίες της Ρωσίας, Ρουμανίας, Γαλλίας, Αγγλίας, όπου διέδωσε τα ποιήματα του, οι δε διαλέξεις και απαγγελίες του στην Αθήνα δημιούργησαν μεγάλη συρροή κόσμου, ο οποίος μάλιστα, λέγεται συγκεντρωνόταν μέχρι της εξώθυρας του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός» για να τον ακούσει.

Ο Αχιλλέας Παράσχος υπήρξε ο κυριότερος εκπρόσωπος του ρομαντισμού, ο οποίος χρονολογικά εκδηλώνεται στην Ελλάδα ύστερα από τον Γαλλικό ρομαντισμό, γύρο στα 1840, και σβήνει με τον θάνατο του ποιητή.

Είναι γνωστό ότι ο ρομαντισμός δέχτηκε κατά καιρούς τα πλήγματα βίαιης κριτικής, κατά τον Γάλλο δε Πιέρ Λασσέρ ο ρομαντισμός είναι «συναισθηματικός, χιμαιρισμός, άρρωστος πόθος μονώσεως, λατρεία των παθών, κυριαρχία της γυναίκας, υποταγή στο εγώ κλπ. κλπ.» (Κλ. Παράσχου : «Ο Ελληνικός Ρωμαντισμός και η Αθηναϊκή Σχολή», «Φιλολογικός Νέος Κόσμος» τόμ, 6, 1935, σελ. 18).

Άσχετα, όμως από τις γνωστές κρίσεις και επικρίσεις για τον ρομαντισμό, για να έρθουμε και στην Ελληνική ρομαντική σχολή, ο Αχ. Παράσχος είναι ο ποιητής που έβαλε τον ακρογωνιαίο λίθο στην άνθηση και στο μεσουράνημα της ρομαντικής ποίησης στο ποιητικό στερέωμα της περιόδου εκείνης.

Λυρικώτατος  ποιητής, έχοντας στην τεχνοτροπία και στην έμφυτη  συναισθηματική του  διάθεση όλα τα στοιχεία και χαρακτηριστικά των ρομαντικών, με πολύ μακρινές απηχήσεις απ’ το έργο του Ουγκώ, του Αλφρέ ντε Μυσσέ, και του Μπάϋρον, στάθηκε για την εποχή του ο ποιητής που κατόρθωσε να εδραιωθεί και να βρει αντανάκλαση  στην συνείδηση του λαού με τους στίχους του, που είναι πλημμυρισμένοι από θρηνωδία, μελαγχολία, απαισιοδοξία, φραστική και ψυχική υπερβολή, απογοήτευση και ανία για τη ζωή.

Η μεγάλη αγάπη που έτρεφε ο λαός  στον Αχ. Παράσχο και στα ποιήματά του θα πρέπει να θεωρείται σαν φυσιολογικό αποτέλεσμα μιας εν παρακμή ιστορικής περιόδου της χώρας, κατά την διάρκεια της οποίας ο κόσμος τρεφόταν με ιδανικά που αντιπροσώπευαν και ζωγράφιζαν στιγμές της τότε Ελληνικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας «που ξεγελιόταν με τα λόγια, που έβρισκε στις πράξεις των άμεσων προγόνων της όχι ένα κέντρισμα για τη δράση αλλά και ένα προσκέφαλο αναπαυτικό» (Κ. Δημαρά: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» Β’ τόμ. σελ. 37).

Δηλαδή ο ρομαντισμός βρήκε κατάλληλο κοινωνικό κλίμα στην Ελλάδα, γι’ αυτό και πήρε την μεγάλη άνθησή του. Το αυτό, άλλωστε, με διαφορετικά – αλλά πάντοτε κοινωνικά – κίνητρα συνέβη και στις άλλες χώρες, όπως π. χ. με τον Γερμανικό ρομαντισμό που έχει τις ρίζες του «στην αρνητική στάση των πνευματικών εκπροσώπων του φεουδαρχισμού απέναντι στην αστικοποίηση της κοινωνίας» ( «Ο Γιόζεφ Αϊχεντορφ, ποιητής του Ελντοράντο»  – σύγχρονες σκέψεις σε μια μορφή του παρελθόντος, εφ. «Βήμα» 1-12–1957).

Το ποιητικό έργο του Αχ. Παράσχου, που πολλοί το επαίνεσαν και άλλοι τόσοι το κατέκριναν σαν ψεύτικο και χωρίς νόημα βαθύ, έχει το νόημα του ερμηνευτή των κοινωνικών αντιλήψεων και πεποιθήσεων της εποχής εκείνης, χωρίς βέβαια να εξαντλείται η αξία του με την ιστορική και στενή κοινωνιολογική του ταξινόμηση. 

Τραγούδησε τρία πράγματα ο Παράσχος: την πατρίδα, τον θάνατο και τον έρωτα. Στα πατριωτικά του ποιήματα πρέπει να αποδοθεί μεγάλη σημασία, γιατί εδώ ο ποιητής μιλάει με ειλικρίνεια και αλήθεια και πολλές φορές στέκεται σε ιστορικά περιστατικά που με επιτυχία εκφραστική τα αποδίδει. Χρησιμοποίησε και την δημοτική γλώσσα και την καθαρεύουσα, χωρίς όμως πλαστική ευχέρεια. Ο Αχιλλέας Παράσχος, για την εποχή του, στάθηκε πράγματι μεγάλος ποιητής και αποτελεί ποιητικό σχεδόν φαινόμενο η μεγάλη του δημοτικότητα και λατρεία του από τον λαό.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του η ανέχεια και η φτώχεια τον βύθισαν στην δυστυχία.   Πέθανε στις 26 Ιανουαρίου 1895 και η κηδεία του είχε παλλαϊκό χαρακτήρα. Τον νεκρό ποιητή αποχαιρέτησαν πάνω από είκοσι ρήτορες και ο τάφος του αρκετό καιρό ήταν γεμάτος από λουλούδια που έφερναν οι θαυμαστές του. Μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησαν δυο τόμοι με ανέκδοτα ποιήματά του.

  

Πηγές

 


  • Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας  1798 – 1957», Αθήνα 1958.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», Αθήνα.                           
  • Ιωακείμ Βαλαβάνης, «Αχιλλεύς Παράσχος », περιοδικό Παρνασσός, τόμ. 17, αρ. 6, 1895.
  • Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Read Full Post »

Ναύπλιο, το φωτεινό μετέωρο της Ελληνικής Ιστορίας


 

Τα πρώτα χρόνια, πρωτεύουσα:

Η ιστορία του Ναυπλίου είναι μακραίωνη. Κατοικήθηκε εδώ και τουλάχιστον 3.000 χρόνια. Κυριότερος βασιλιάς του ήταν ο Ναύπλιος και διασημότερο τέκνο του ο Παλαμήδης, σοφός ο οποίος εφηύρε διάφορα γράμματα του αλφαβήτου, τους πεσσούς κλπ. και συμμετείχε στον Τρωικό Πόλεμο, όπου συγκρούστηκε με τον Οδυσσέα. 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

Τα νεότερα χρόνια, το Ναύπλιο ήταν πρωτεύουσα της Πελοποννήσου κατά την Τουρκοκρατία και τις δύο Ενετοκρατίες. Ασφαλές λιμάνι, πλούσιος κάμπος ολόγυρα, ισχυρά φρούρια, ήσαν τα κύρια χαρακτηριστικά του. Η κάτω πόλη, χτίζεται γύρω στα 1500 από τους Ενετούς που την καλλωπίζουν και την οχυρώνουν. Με την απελευθέρωση από τους Τούρκους, στις 30 Νοεμβρίου του 1822, στην αρχή κιόλας της Ελληνικής Επανάστασης, το Ναύπλιο γίνεται η πρωτεύουσα των ελεύθερων περιοχών και αργότερα του Νέου Ελληνικού Κράτους. 

Το 1825, η Κυβέρνηση οργανώνει μια απογραφή του πληθυσμού σε δυο φάσεις, Ιούλιο και Νοέμβριο, με στόχο να διαπιστώσει την προέλευση των κατοίκων που είχαν συρρεύσει στην πόλη και να οργανώσει καλύτερα της συνθήκες διαβίωσής τους.

Ο ερευνητής Χρήστος Ρέππας βρήκε στα αρχεία του Υπουργείου Εσωτερικών τα έγγραφα της απογραφής και τα δημοσίευσε το 1984. Υπήρχαν τότε στο Ναύπλιο 20.000 κάτοικοι, αριθμός τεράστιος για την πόλη της εποχής, εκ των οποίων 10.000 inta muros και άλλες 10.000  extra muros.

Η προέλευσή τους ήταν από όλα τα πιθανά μέρη της Πελοποννήσου αλλά και της Στερεάς Ελλάδας, από τα νησιά, τα άλλα τουρκοκρατούμενα ελληνικά εδάφη (Ήπειρος, Μακεδονία, Σάμος, Θράκη κλπ.), αλλά και από τα Επτάνησα, την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια, την Οδησσό, την Βιέννη κλπ. Υπήρχαν επίσης αρκετοί ξένοι από διάφορα κράτη, φιλέλληνες αγωνιστές, διπλωμάτες, έμποροι, καθολικοί και Εβραίοι. Οι συνθήκες διαβίωσης ήσαν άθλιες σε μια πόλη βομβαρδισμένη, καταπονημένη από τη μακροχρόνια πολιορκία, γεμάτη χαλάσματα και βρωμιές. Πολλοί στοιβάζονταν εκτός των τειχών, σε καλύβες, σκηνές και πρόχειρα παραπήγματα.

Ναύπλιο - Η Πύλη της Ξηράς

Το Ναύπλιο, τα πρώτα εκείνα χρόνια, έζησε όλες τις πολιτικές διακυμάνσεις, τον εμφύλιο πόλεμο, την καταστρεπτική εισβολή του Ιμπραήμ το 1827, πριν από την ναυμαχία του Ναυαρίνου, τόσο που εκείνη τη χρονιά να έχει απομείνει το μόνο ελεύθερο σημείο της Νέας Ελλάδας  με τον Ιμπραήμ να το απειλεί από το απέναντι χωριό των Μύλων, οπού ευτυχώς ηττήθηκε. Εάν είχε επικρατήσει, η Ελληνική Επανάσταση θα έχει σβήσει.

Αλλά το Ναύπλιο άντεξε, οι λαϊκοί αγωνιστές, που είχαν δημιουργήσει την εξέγερση με ηγέτες το Δημήτριο Υψηλάντη, το Νικηταρά, τη Μαντώ Μαυρογένους και, βέβαια, τον Κολοκοτρώνη, ενθάρρυναν τους αγωνιστές και το Ναύπλιο έμεινε ακέραιο παρά τις επιθέσεις του άριστα οργανωμένου και από ευρωπαίους αξιωματικούς  στρατού του Ιμπραήμ.

Την πόλη, και για την δραματική συγκυρία, ο Νεόφυτος Βάμβας την αποκάλεσε «Ιερά άγκυρα της Ελλάδος». Ο Κολοκοτρώνης «Το μόνον άσυλον της Ελλάδος» και ο εκ Κωνσταντινουπόλεως συγγραφέας Δημήτριος κ. Βυζάντιος (ο δημιουργός της Βαβυλωνίας) είχε αποκαλέσει το Ναύπλιον  «Τον μόνον τόπον όπου ηδύνατο να ζήση τότε υποφερτά άνθρωπος».

Τα επόμενα χρόνια το Ναύπλιο οργανώθηκε καλύτερα, καθαρίστηκε, γκρεμίστηκαν από τον Καποδίστρια τα τριώροφα και τετραώροφα σαχνισιά που θύμιζαν οθωμανική πόλη, χτίστηκε το προάστιο της Πρόνοιας για τους λαϊκούς αγωνιστές και άρχισαν να εμφανίζονται διάφορες «πρωτιές», για της οποίες η πόλη είναι ακόμη περήφανη:

Οι πρώτες εφημερίδες, το πρώτο Εθνικό Τυπογραφείο, η πρώτη Βουλή των Ελλήνων, οι πρώτες θεατρικές παραστάσεις, τα σαλόνια που καλλιέργησαν την πολιτική και καλλιτεχνική ζωή, ο τακτικός στρατός και η σχολή Ευελπίδων, οι πρώτη θεσμοί της κρατικής δομής. Όλα αυτά ενισχύθηκαν με την άφιξη του Όθωνα και την εγκατάσταση της Αντιβασιλείας και μετά της Αυλής, μέχρι τη μεταφορά της πρωτεύουσας, το 1834.

  

19ος αιώνας, αστική συνείδηση:  


 

Βουλευτικό Ναυπλίου (Τέμενος - Τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

Μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας, το Ναύπλιο χάνει μεν την πρωτοκαθεδρία, αλλά εξακολουθεί να είναι μια σημαντικότατη πόλη στη παλιά Ελλάδα. Βασικό στρατιωτικό κέντρο, με τα συντάγματα του, τα φρούρια (Παλαμήδι, Ακροναυπλία, Μπούρτζι), το κεντρικό Οπλοστάσιο του στρατού και την κεντρική Ιματιοθήκη του. Ακόμα είναι δικαστικό και διοικητικό κέντρο, ασφαλές εξαγωγικό λιμάνι και προς το τέλος του αιώνα συνδέεται και με το σιδηρόδρομο. Εξακολουθούν να υπάρχουν κυρίως  δυο γειτονιές, η λεγόμενη σήμερα παλιά πόλη και το προάστιο της Πρόνοιας.   Ο πληθυσμός  του ανέρχεται περίπου στις 7.000 κατοίκους.

Μέσα στον αιώνα αυτόν, το Ναύπλιο αναπτύσσει μια αστική συνείδηση. Τούτο είναι αρκετά σπάνιο στον ελληνικό χώρο και ομοιότητες μπορούμε να βρούμε σε πολύ λίγες άλλες πόλεις της χώρας μας, ίσως στην Ερμούπολη, την Κέρκυρα, την Καβάλα.

Η συνείδηση της πλειοψηφίας των κατοίκων του Ναυπλίου είναι ότι δεν συνδέονται με την ύπαιθρο και τον κόσμο της – ή τουλάχιστον αυτή δεν κυριαρχεί πάνω τους. Οι Ναυπλιώτες είναι στρατιωτικοί τεχνίτες του Οπλοστασίου, χωροφύλακες, υπάλληλοι των δικαστηρίων, δικαστικοί, δικηγόροι, χήρες προυχόντων, έμποροι, μαγαζάτορες, δημόσιοι υπάλληλοι. Η πόλη  τους σιγά- σιγά ευπρεπίζεται, καλλωπίζεται, γκρεμίζονται τα τείχη, αποκτά φωτισμό και περισσότερο πράσινο. Πλήθος ξένων περιηγητών ταξιδεύουν και την περιγράφουν με τα φωτεινότερα χρώματα. Έχει ευπρεπή ξενοδοχεία και δέχεται επισκέψεις πριγκίπων και αυτοκρατόρων, όπως της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ (Σίσσυ) της Αυστρίας, του Αυτοκράτορος της Βραζιλίας Δον Πέδρο ΙΙ κ.α. Δέχεται ξένους θιάσους όπερας και διατηρεί μια ευρεία μουσική παράδοση. Αλλογενείς και ντόπιοι λογοτέχνες, δημοσιογράφοι και ταξιδιώτες περιγράφουν τις ομορφιές της.

  

Η αστική συνείδηση, βάση της Ναυπλιακής Επανάστασης:


 

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Το 1862, λαός και στρατός του Ναυπλίου εξεγείρονται κατά του απολυταρχισμού του Όθωνα. Ηγέτιδα του κινήματος η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου  (1809 – 1898), σύζυγος του πρώτου Δημάρχου της πόλης. Οι ιδέες της είναι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, του Διαφωτισμού, τις οποίες είχε ενστερνιστεί στην Αγκώνα όπου μεγάλωσε και στη συνέχεια με άπληστα διαβάσματα και με την επαφή της με όλους τους ξένους που έρχονταν στην πόλη, για τους οποίους το σπίτι της ήταν πάντοτε ανοιχτό.

Η Παπαλεξοπούλου δεν ήταν μόνη της: ο λόγος και οι ιδέες της βρήκαν πρόσφορο έδαφος σε φωτισμένους και πατριώτες στρατιωτικούς, διανοούμενους, ανώτερους δημοσίους υπαλλήλους , δικηγόρους και γιατρούς. Για παράδειγμα, μερικά μόνο ονόματα (από το βιβλίο της Κούλας Ξηραδάκη): Γεώργιος Ανδρικόπουλος από την Πάτρα, αξιωματικός της Εθνοφρουράς και δραματικός συγγραφέας.

Αριστείδης Γλαράκης, δημοσιογράφος, μέλος της Χρυσής Νεολαίας. Αναστάσιος Γούδας, γιατρός και αντιοθωνικός δημοσιογράφος. Δημήτριος Γρίβας, αξιωματικός, γιος του στρατηγού Θεόδωρου Γρίβα και της Ελένης Μπούμπουλη, κόρης της Μπουμπουλίνας, Αριστείδης Δόσιος, πανεπιστημιακός, μέλος της Χρυσής Νεολαίας, αποπειράθηκε να δολοφονήσει την Αμαλία. Κωνσταντίνος Ευθυμιόπουλος, δικηγόρος από το Ναύπλιο, κατόπιν Δήμαρχος Ναυπλίου και Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών. Οδυσσέας Ιάλεμος, δημοσιογράφος από τη Λέσβο. Δημήτριος Καλλιφρονάς, αγωνιστής του ‘21 και πολιτευτής, πρωτεργάτης της Επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 και του 1862. Πάνος Κορωναίος, αξιωματικός, πολέμησε στο Κριμαϊκό πόλεμο και στη Συρία με το Γαλλικό στρατό καθώς και στο Αρκάδι, μετέπειτα Υπουργός Στρατιωτικών. Όθων Μακρυγιάννης, γιος του στρατηγού Μακρυγιάννη, μέλος της Χρυσής Νεολαίας, κατόπιν πολλές φορές Βουλευτής  Αττικής. Αρτέμης  Μίχου, από τα Γιάννενα, αγωνιστής του ’21 στη Στερεά και στο Μεσολόγγι, έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στην Επανάσταση του 1862, μετέπειτα αρχηγός της Χωροφυλακής. Αριστείδης Οικονόμου, δικαστικός και πολιτικός από τα Καλάβρυτα, επικεφαλής των επαναστατών στην Πάτρα το 1826. Αχιλλεύς Παράσχος, φημισμένος ποιητής, μέλος της Χρυσής Νεολαίας, φυλακίστηκε στο Μεντρεσέ του Ναυπλίου και εξορίστηκε. Ηλίας Ποταμιάνος, δημοσιογράφος και Βουλευτής Ναυπλίου. Γεώργιος Ψύλλας, δικηγόρος και δημοσιογράφος, μετέπειτα Γερουσιαστής και Υπουργός Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Και πολλοί άλλοι…  

Μακρυγιάννης Όθων (1833-1901)

Η Ναυπλιακή Επανάσταση λοιπόν ήταν ένα κίνημα για τις ελευθερίες που ξεκίνησε η ελίτ της πόλης και της χώρας και όπου συμμετείχε ευρέως ο λαός ο οποίος το στήριξε και αντιστάθηκε στην πολιορκία και στις μάχες με τον βασιλικό στρατό για περίπου δυο μήνες.

Όλοι ξέρουμε την απόληξη: το κίνημα, που θα ξεσήκωνε το σύνολο της χώρας, επικράτησε μόνο στην Αργολίδα και τις Κυκλάδες και προσωρινά απέτυχε, για να πετύχει όμως λίγους μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1862 και τα καταλήξει στην οριστική έξωση του Όθωνα.

Η αστική συνείδηση των κατοίκων του Ναυπλίου και της ελίτ της πόλης, συντέλεσε στο αποτέλεσμα αυτό. Η συνείδηση αυτή επρόκειτο να διατηρηθεί  και να αναπτυχθεί περαιτέρω και κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Για άλλη μια φορά το Ναύπλιο υπήρξε πρωτοπορία στην εγκαθίδρυση  των δημοκρατικών αρχών στη χώρα, όπως είχε πρωτοστατήσει και στην απελευθέρωση της.

  

Ομιλία κ. Γιώργου Ρούβαλη, στο αμφιθέατρο του Μουσείου Μπενάκη,  στα πλαίσια  εκδήλωσης αφιερωμένης στη μνήμη της Ελληνίδας ηρωίδας Καλλιόπης Καπαλεξοπούλου, στις 17 Οκτωβρίου 2008.    

 

Σχετικά θέματα: 

 

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Α. Πέτρος (1828-1892)


Γιος του Μπεϊζαδέ Αναστασίου και εγγονός του Πετρόμπεη. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι. Το 1862 ήταν πρωτοδίκης στο Ναύπλιο. Πρωτοστάτησε στην Ναυπλιακή επανάσταση το Φεβρουάριο του 1862. Ήταν μέλος της επαναστατικής επιτροπής.

Με την αποτυχία της εξέγερσης αυτοεξορίστηκε με άλλους επαναστάτες  – 300 περίπου στη Σμύρνη. Μετά την έξωση του Όθωνα εχρημάτισε πληρεξούσιος Εθνοσυνέλευσης, υπουργός Δικαιοσύνης, βουλευτής, Γεν. Γραμματέας υπουργείου Δικαιοσύνης. Πέθανε στην Αθήνα το 1892.  

 

Πηγή


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», τρίτη έκδοση, Αθήνα χχ.

 

Σχετικά θέματα: 

Read Full Post »

Μητσάκης Δημοσθένης (†1890)


  

Μητσάκης Δημοσθένης απ’ το Καρλόβασι Σάμου. Δρ. Νομικής. Φοιτητής ήταν μέλος της Χρυσής Νεολαίας. Πρωτοστάτησε στις μαχητικές φοιτητικές οργανώσεις στις 10 Μαΐου του 1859 στο Πεδίον του Άρεως και που είναι γνωστές ως «Σκιαδικά»* και στη Ναυπλιακή επανάσταση. Τότε συνελήφθη φυλακίστηκε και εξορίστηκε στη Κύθνο.

Αργότερα διετέλεσε ανώτερος υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών. Το 1879 ήταν πρόξενος  στην Αιθιοπία και το 1880 στο Σουέζ. Στο «Αττικόν Ημερολόγιον» του 1881 (σελ. 406 κ. έπ.)  έχει δημοσιεύσει τις «Περιηγήσεις» του. Πέθανε στις 25 Μαΐου 1890. (Ν. Εφημερίς της 26 και 27/5/1890).

Το περιοδικό «Το Άστυ»,** αρ. 244, 1890, γράφει:

Μητσάκης Δημοσθένης

« Προ ολίγων ημερών η ημετέρα πόλις εκήδευσε μετά συγκινήσεως τον Δημοσθένη Μητσάκην μιαν εκ των περιέργων εκείνων προσωπικοτήτων αίτινες οσημέραι εκλείπουσι αφ’ ημών, περιέργων δε υπό τε την έποψιν της ιδιαρρυθμίας του χαρακτήρος, της δράσεως εν τω σταδίω, όπερ ηκολούθησαν, και της εν γένει βιώσεως αυτών.

Ο Δημοσθένης Μητσάκης έχων μόρφωσιν όχι τυχούσαν, έστρεψεν ενωρίς τα βλέμματά του εις τον κύκλον της προξενικής υπηρεσίας, ης εγένετο δραστηριότατος και εντιμώτατος θεράπων.

Και πάσαι μεν αι άλλαι υπηρεσίαι αυτού εν τω κλάδω τούτο ουδεμίαν θα έδιδον αφορμήν εις την ελληνικήν κοινωνίαν να γνωρίση τον Μητσάκην άλλως ή ως τίμιον και ευσυνείδητον υπάλληλον, η εν Αβυσσινία, όμως αποστολή αυτού ως προξένου της ημετέρας χώρας ενωρίς κατέστησε γνωστόν τούτον ού μόνον εν Ελλάδι, αλλά και εκτός αυτής.

Παρά τω Βασιλεί Ιωάννη της Αβυσσινίας τυχών πρώτος της εξαιρετικής τιμής ν’ αντιπροσωπεύση τον ημέτερον Ηγεμόνα κατόρθωσεν ου μόνον αυτός ατομικώς ν’ αποκτήση την άπειρον του Βασιλέως εκείνου εμπιστοσύνην, αλλά και να εμπνεύση αυτώ τοιούτον έρωτα, τοιαύτην λατρείαν προς την Ελλάδα, ώστε να μη θέλη να πιστεύη, ότι το ημέτερον κράτος δεν είνε το ισχυρότερον της Ευρώπης.

Οι πρόξενοι των άλλων Δυνάμεων κατ’ ουδέν ίσχυον και τας διαφόρους αυτών υποθέσεις έλυον κατά τας θελήσεις του Δημοσθένους Μητσάκη, ιερείς Αβυσσινοί εστάλησαν υπό του Βασιλέως, ίνα επισκεφθώσι την ημετέραν χώραν, δώρα απέστειλεν ο Βασιλεύς Ιωάννης προς τον Βασιλέα ημών, εξ Ελλάδος εζητήθη ιατρός διά τον Βασιλέα της Αβυσσινίας, εξ Ελλάδος εζητήθη γεωπόνος και τέλος χάρις εις τον αποβιώσαντα Μητσάκην η Ελλάς υπό του Αβυσσινού μονάρχου εθεωρείτο ως το πρότυπον του κόσμου Βασίλειον.

Διά λόγους πολιτικούς, τους οποίους ο χώρος του ημετέρου φύλλου δεν επιτρέπει να εκθέσωμεν ενταύθα, ο πρόξενος ημών ηναγκάσθη ν’ αναχωρήση εκ της Αβυσσινίας, υποπεσών εις την δυσμένειαν του Μονάρχου εκείνου, αλλά τούτο δεν σημαίνει, ότι ο Δημοσθένης Μητσάκης δεν συνέδεσε το όνομα αυτού μετά της χώρας εκείνης, δεν έπρεπε δε να εμποδίση και ημάς, όπως δημοσιεύσωμεν την ανωτέρω αυτού εικόνα με την περίεργον στολήν του, εκπληρούντες καθήκον προς την μνήμην του πρώτου εν Αβυσσινία προξένου της Ελλάδος και ανταποκρινόμενοι προς την περιέργειαν των αναγνωστών ημών». 

 Σε άρθρο του Παντελή Μπουκαλά, «Το σκιάδιον και η κουκούλα», στην εφημερίδα Καθημερινή της 7ης  Απριλίου 2010 διαβάζουμε:

«Η νεολαία των Αθηνών, εξαφθείσα τυχαίως εκ της υποθέσεως των διαβοήτων σκιαδίων», έγραφε ο Μεσολογγίτης Επαμεινώδας Δεληγιώργης, φλογερός αντιδυναστικός, ηγέτης της «Χρυσής Νεολαίας» και μετέπειτα πρωθυπουργός, «επέδειξεν χαρακτήρα λαμπρόν. Απέδειξε διά του ενθουσιασμού και των πράξεών της, δύο ιδίως συμπτώματα: πρώτον ότι, καίτοι μη πάσχουσα ως μη διωκομένη, αισθάνεται τα παθήματα των άλλων. Δεύτερον ότι η παλαιά γενεά, ης είναι τέκνον, αν και υπηρέτησεν και υπηρετεί το φθοροποιόν σύστημα, μολαταύτα σώζει την συναίσθησιν του κακού».

  

Υποσημειώσεις


 

* Με την ονομασία «Σκιαδικά» έμειναν στην ιστορία τα επεισόδια μεταξύ της μαθητιώσας νεολαίας και της Χωροφυλακής, που συνέβησαν στην Αθήνα στις 10 και 11 Μαΐου 1859. Ήταν ένα φαινομενικά άσχετο γεγονός, που οδήγησε τρία χρόνια αργότερα στην έξωση του βασιλιά Όθωνα.

** «ΤΟ ΑΣΤΥ» ήταν ένα οκτασέλιδο σατυρικό περιοδικό, που έχει χαράξει με χρυσά γράμματα την εμφάνισή του στην ελληνική τυπογραφία του 18ου αιώνα. Είχε κόστος 20 λεπτά, τυπωνόταν στην Αθήνα και εκδότης του ήταν ο Μπάμπης Άννινος (1842-1934). Ένας άνθρωπος ταλαντούχος, με καταγωγή από το Αργοστόλι, που ξεκίνησε σαν δημοσιογράφος, για ένα διάστημα ήταν προξενικός υπάλληλος στη Ρώμη και στη συνέχεια εξέδωσε αυτό το σπάνιο έντυπο. «ΤΟ ΑΣΤΥ» (με διαστάσεις μεγάλου μεγέθους 23 εκατ. με 32 εκατοστά) ήταν εβδομαδιαία, σατυρική εφημερίδα, ξεκίνησε το 1885, με πλούσια ύλη, αλλά αυτό που πραγματικά την έκανε εντυπωσιακή είναι, οι καταπληκτικές γκραβούρες και ξυλογραφίες που περιέχει. Το 1903 «ΤΟ ΑΣΤΥ» μετονομάστηκε σε «ΝΕΟ ΑΣΤΥ» και πέρασε στην ιδιοκτησία του αδερφού του Θέμου Άννινου (1843-1916), ο οποίος είχε καταπλήξει παλιότερα με την έκδοση του πετυχημένου περιοδικού «ΑΣΜΟΔΑΙΟΣ«.

  

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», τρίτη έκδοση, Αθήνα, 1998.
  • Περιοδικό, «Το Άστυ», αρ. 244, Αθήνα, 1890.

 

Σχετικά θέματα: 

 

Read Full Post »

Μπότσαρης Κίτσος (1841-1915)


Μπότσαρης Κίτσος. Γιος του στρατηγού και γερουσιαστή Κωνσταντίνου Μπότσαρη. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1841. Το 1862 τελείωσε τη Σχολή Ευελπίδων και ονομάστηκε ανθυπασπιστής  του πεζικού. Πήρε ενεργό μέρος στη Ναυπλιακή επανάσταση.

Το 1866 πήρε μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις στην Κρήτη. Διετέλεσε καθηγητής της  Σχολής υπαξιωματικών. Στον πόλεμο του 1897 ανάλαβε την διοίκηση μιας ταξιαρχίας και συμμετέσχε στην άμυνα της Άρτας και στις επιχειρήσεις στην Ήπειρο στα Πέντε Πηγάδια. Έκτοτε διετέλεσε διοικητής της 3ης μεραρχίας μέχρι το 1908 που αποστρατεύτηκε. Πέθανε στην Αθήνα το 1915.        

  

Πηγή


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα. 

 Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Μίχος Αρτέμιος (1803 – 1873)

 


Μίχος Αρτέμιος

Αγωνιστής του ’21.  Ο Αρτέμιος Μίχος γεννήθηκε στα Γιάννενα. Πολέμησε σε πολλές μάχες στη δυτική Στερεά και στο Μεσολόγγι. Το 1825 κλείστηκε στο Μεσολόγγι όπου αγωνίστηκε ηρωικά μέχρι την έξοδο. Μετά ακολούθησε τον Δημήτριο  Υψηλάντη.  

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου κρατούσε σημειώσεις με τα καθημερινά συμβάντα και μετά την απελευθέρωση ολοκλήρωσε τη συγγραφή των απομνημονευμάτων του, τα οποία με τίτλο «Αρτεμίου Ν. Μίχου αντιστρατήγου Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826) και τινες άλλαι σημειώσεις εις την ιστορίαν του μεγάλου Αγώνος αναγόμεναι», κυκλοφόρησαν από τον  Σ. Π. Αραβαντινό το 1883.   

Ο Σ. Π. Αραβαντινός γράφει:

«Μεταξύ των σφριγώντων μαχητών, οίτινες μετά την καταστροφήν του Αλή Πασά προσέδραμον εις τας τάξεις των υπέρ της ελευθερίας αγωνιζομένων, ην και ο συγγραφεύς των Απομνημονευμάτων Αρτέμιος Μίχος, νεαρός ευπατρίδης των Ιωαννίνων, καταλιπών καπνίζοντα έτι τα ερείπια της πατρικής οικίας και μεταστάς εκ των ανέσεων του οικογενειακού βίου εις τας κακοπαθείας του πολέμου.

Μετά πέντε δε έτη η δίνη των μαχών περιέλαβε και αυτόν εις την πόλιν του Μεσολογγίου, όπου εγένετο κοινωνός πάντων των αγώνων, των ταλαιπωριών ως και της δόξης της φρουράς.

Διαρκούσης της πολιορκίας, ο συγγραφές κατέγραψε πιστάς σημειώσεις περί των συμβάντων, τας οποίας, συνηρμολόγησεν  ύστερον, ότε συντελεσθέντος του αγώνος απεκατεστάθη η τάξις».

Ήταν αντισυνταγματάρχης – διοικητής του 5ου τάγματος  πεζικού στο Ναύπλιο όταν έγινε η επανάσταση στην οποία έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο. Με το διάγγελμα της αμνηστίας, που υπογράφηκε στην Αθήνα την 24η Μαρτίου, εξαιρέθηκαν από αυτή οι  αξιωματικοί: Δημ. Τσόκρης, Αρτέμης Μίχος, Λουδοβίκος Στέλβαχ, Δημ. Μπότσαρης κ.α. Με τη συγκατάθεση της κυβέρνησης, όσοι εξαιρέθηκαν της αμνηστίας, επέβησαν σε γαλλικό και αγγλικό ατμόπλοιο και έφυγαν από το Ναύπλιο για την Αίγυπτο, Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη. Ο Όθωνας εκθρονίστηκε τον επόμενο Οκτώβριο (12/10/1862).

Μετά την μεταπολίτευση υπηρέτησε σαν επιθεωρητής του στρατού και σαν αρχηγός της χωροφυλακής. Πέθανε στην Αθήνα το 1873.

  

Πηγές

 


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5ος, Αθήνα 1930.                        
  • Αρτεμίου Ν. Μίχου αντιστράτηγου, «Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826) καί τινες άλλαι σημειώσεις εις την ιστορίαν του μεγάλου Αγώνος αναγόμεναι», εκδίδονται υπό Σ. Π. Αραβαντινού. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου της Ενώσεως, 1883.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα. 

  

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Μάνος Κ. Θρασύβουλος (1835 – 1922) 


 

Θρασύβουλος Μάνος

Ο στρατηγός Θρασύβουλος Μάνος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1835. Καταγόταν από επιφανή οικογένεια στρατιωτικών του Φαναρίου. Σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων και ονομάστηκε, μετά τη συμπλήρωση των σπουδών του, ανθυπολοχαγός του πυροβολικού. Τον Φεβρουάριο του 1862 πήρε μέρος στη Ναυπλιακή επανάσταση. Το 1866 συμμετείχε ως εθελοντής στην επαναστατημένη Κρήτη, τραυματίστηκε στη μάχη του Βαφέ και μεταφέρθηκε αιχμάλωτος στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρέμεινε εγκάθειρκτος επί δυο χρόνια.

Το 1878 έλαβε μέρος στην προέλαση του ελληνικού στρατού στο Δομοκό κι αργότερα, ως αρχηγός του στρατού της Ηπείρου, τίμησε τα ελληνικά όπλα – εξαίρεση – στον άδοξο και ατυχή ελληνο-οθωμανικό πόλεμο του 1897.

Υπήρξε  διοικητής της Σχολής Ευελπίδων (1885-1890 & 1891-18) και μέλος της μυστικής οργάνωσης «Εθνική Εταιρεία»*, ιδρυτικό μέλος της οποίας ήταν ο γιος του Πέτρος και αυτός αξιωματικός. 

Ο  Θρασύβουλος Μάνος ήταν και ένα από τα μέλη  της Επιτροπής προετοιμασίας των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων. Μέλος της ίδιας επιτροπής ήταν και ο γιος του Κωνσταντίνος Μάνος, ποιητής και αγωνιστής. Ήταν παντρεμένος με τη Ρωξάνη Μαυρομιχάλη, της γνωστής οικογένειας Μαυρομιχαλέων.   Πέθανε στην Αθήνα το 1922. 

 

Μάνος Θ. Κωνσταντίνος (1869 – 1913)


 

Κωνσταντίνος Μάνος

Κωνσταντίνος Μάνος, ποιητής, συγγραφέας, πολιτικός και συνεργάτης του Βενιζέλου. Γεννήθηκε το 1869 στην Αθήνα. Ο πατέρας του, Θρασύβουλος Μάνος, ήταν στρατηγός και καταγόταν από φαναριώτικη οικογένεια, ενώ μητέρα του, ήταν η Ρωξάνη Μαυρομιχάλη. Σπούδασε νομική στη Λειψία και φιλοσοφία στην Οξφόρδη. Πρωτοστάτησε στη διοργάνωση των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας.

Η ενασχόληση του Κωνσταντίνου Μάνου με τον αθλητισμό ξεκίνησε στα χρόνια των σπουδών του (πολιτικές επιστήμες, φιλοσοφία, φιλολογία) σε πανεπιστήμια με οργανωμένη αθλητική δραστηριότητα, όπως η Οξφόρδη. Αν και διέμενε στην Ευρώπη, φαίνεται ότι μετείχε στις διεργασίες διαμόρφωσης των ελληνικών αθλητικών θεσμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι έγραψε τους στίχους για τον ύμνο του Πανελλήνιου Γυμναστικού Συλλόγου (Π.Γ.Σ.), που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στους αγώνες τους οποίους διοργάνωσε ο Πανελλήνιος το 1893. Τη μουσική έγραψε ο μετέπειτα συνθέτης και του Ολυμπιακού Ύμνου, ο Σπύρος Σαμάρας. Την εποχή εκείνη ο Μάνος συγκαταλεγόταν στους δημοφιλείς ποιητές της αθηναϊκής κοινωνίας, καθώς η ποιητική συλλογή που εξέδωσε το 1890 με τίτλο «Λόγια της Καρδιάς » απέσπασε βραβεία και πολύ ευμενείς κριτικές.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1890 ο Κωνσταντίνος Μάνος εγκατέλειψε την εργασία του ως δάσκαλος ελληνικών της αυτοκράτειρας  Αυστροουγγαρίας Ελισάβετ, προτείνοντας ως αντικαταστάτη του τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο, και εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Αιτία της επιστροφής του ήταν η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων και η συμμετοχή του στην οργανωτική επιτροπή των πρώτων Αγώνων του 1896.

Την εποχή εκείνη η περίφημη Εθνική Εταιρεία, στα μέλη της οποίας συγκαταλέγονταν ο αδελφός του Πέτρος και ο πατέρας του Θρασύβουλος, προπαρασκεύαζε ένοπλες εξεγέρσεις στη Μακεδονία και την Ήπειρο, πίεζε την ελληνική κυβέρνηση να κηρύξει πόλεμο και ταυτόχρονα διατηρούσε επικοινωνία με επαναστατικούς πυρήνες στην Κρήτη. Εκεί βρέθηκε και ο Κωνσταντίνος Μάνος, πολεμώντας σε αρκετές μάχες.

Η επανάσταση στην Κρήτη οδήγησε στην αυτονομία του νησιού (1897). Το 1901 ο Μάνος διορίστηκε δήμαρχος Χανίων. Ταυτόχρονα εκλέχτηκε μέλος της αναδιοργανωμένης ΕΟΑ, θέση στην οποία παρέμεινε τυπικά έως το 1904, οπότε αντικαταστάθηκε εξαιτίας της απουσίας του από τις συνεδριάσεις.

Μετά τη δεύτερη δημαρχία του στα Χανιά (1903) έφυγε από την Κρήτη και πήγε στη Μακεδονία αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση του «ακήρυχτου πολέμου» στη Δυτική Μακεδονία με το όνομα Μιχαηλίδης. Σε άλλη περιοχή της Μακεδονίας έδρασε και ο αδελφός του Πέτρος, με το ψευδώνυμο καπετάν Βέργος. Ο Μάνος συνελήφθη από τις οθωμανικές αρχές, αλλά ελευθερώθηκε και επέστρεψε στην Κρήτη.

Εκεί, το 1905, συγκρότησε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο Φούμη την ηγεσία της επανάστασης του Θερίσου, που οδήγησε στην ενσωμάτωση της Κρήτης στην επικράτεια του ελληνικού κράτους. Το 1906 εκλέχτηκε βουλευτής Χανίων, το 1907 αναδείχτηκε πρόεδρος του «Μακεδονικού Κομιτάτου Αθήνας» και το 1910 επανεξελέγη βουλευτής. Πολέμησε εθελοντικά στους Βαλκανικούς Πολέμους, οργανώνοντας δικό του εκστρατευτικό σώμα που βοήθησε ενεργά στην κατάληψη της Πρέβεζας. Σκοτώθηκε το 1913 μετά από πτώση αεροπλάνου που εκτελούσε πτήση παρατήρησης των βουλγαρικών θέσεων στην περιοχή του Λαγκαδά.

   

Υποσημείωση  


  

* Το όνομα Εθνική Εταιρία έφερε μυστική οργάνωση, κυρίως από στρατιωτικούς, που συστάθηκε στην Αθήνα  το 1894, με κύριο σκοπό την αναζωπύρωση του εθνικού φρονήματος, την επαγρύπνηση επί των συμφερόντων των αλύτρωτων Ελλήνων με στόχο την προπαρασκευή της απελευθέρωσής των.

   

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα. 
  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού.
  • Ιστοσελίδα Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων.

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Μακρυγιάννης Όθων (1833-1901)

 


Μακρυγιάννης Όθων (1833-1901)

Στρατιωτικός και Πολιτικός. Πέμπτος γιος του Ιωάννη Μακρυγιάννη και της Αικατερίνης (Κατίγκως) κόρης του Γεωργαντά Σκουζέ. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο την 1η Μαρτίου 1833. Τον βάφτισε ο βασιλιάς Όθωνας δίνοντάς του τ’ όνομά του, επιβεβαιώνοντας έτσι,  πως προσφέρει «την βασιλική εύνοιαν», στον πατέρα του.  Εισήλθε στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων από την οποία αποφοίτησε ως ανθυπολοχαγός. Διαγράφτηκε από το στράτευμα το 1852 μετά από την καταδίκη του πατέρα του για συνωμοσία εναντίον του Βασιλιά Όθωνα.

Κατά τα Σκιαδικά,* όταν η Χρυσή Νεολαία έκανε την πρώτη της εμφάνιση στο Πεδίο του Άρεως με τα ψάθινα καπέλα και τις ασπρογάλαζες κορδέλες, ο Όθων Μακρυγιάννης ήταν από τους πρώτους. Είχε μεγάλες συμπάθειες ανάμεσα στους νέους, από τις ταλαιπωρίες και τους κατατρεγμούς του πατέρα του, αλλά και γιατί ο ίδιος ασκούσε την  γοητεία του νεαρού μαχητικού επαναστάτη.      

Όταν κηρύχτηκε η Ναυπλιακή Επανάσταση, ο Όθωνας για να προλάβει την γενίκευση της εξέγερσης διέταξε στην Αθήνα συλλήψεις.  Ο Όθων Μακρυγιάννης φυλακίστηκε μαζί μ΄όλους τους αντιοθωνικούς  Δεληγιώργη, Καλλιφρονά κ.α. Μετά την καταστολή της εξέγερσης για να αμβλύνει τα πάθη ο Όθωνας έδωσε αμνηστία.

Στο κίνημα που έφερε την έξωση του Όθωνα, τον Οκτώβριο του 1862, το πέμπτο παιδί του Μακρυγιάννη, «ο πρεσβύτερος των επιζώντων υιών του» Όθων Μακρυγιάννης, μέλος της «Χρυσής Νεολαίας» υπό τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, «προχωρήσας μέχρι της αιθούσης του θρόνου, όστις είχεν ήδη θρυμματιστεί, παρέλαβε το χρυσούν τούτου στέμμα και απήγαγε λάφυρον εις τον οίκο αυτού ίνα επιδείξει προς τον πολυπαθή πατέρα».* *           

Από το 1865 αρχίζει ο κοινοβουλευτικός βίος του. Εξελέγη βουλευτής Αττικής και Αττικοβοιωτίας αρχικά με το κόμμα του Επαμεινώνδα Δεληγιώργη και κατόπιν με το κόμμα του Χαριλάου Τρικούπη (1865 – 1868, 1872, 1873 – 1874, 1875 – 1879, 1887 – 1890, 1892 – 1895). Πέθανε στις 15 Ιανουαρίου 1901.***

 

Υποσημειώσεις

 


* Με την ονομασία «Σκιαδικά» έμειναν στην ιστορία τα επεισόδια μεταξύ της μαθητιώσας νεολαίας και της Χωροφυλακής, που συνέβησαν στην Αθήνα στις 10 και 11 Μαΐου 1859. Ήταν ένα φαινομενικά άσχετο γεγονός, που οδήγησε τρία χρόνια αργότερα στην έξωση του βασιλιά Όθωνα.

** Γ. Βλαχογιάννης, «Εισαγωγή», Αρχείον, τ. Α’, σ. ξα’.

*** Ποικίλη Στοά 1912, σελ. 609 κ. επ.

 

Πηγές

 


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», τρίτη έκδοση, Αθήνα.                           
  • Νίκος Θεοτοκάς, Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας, «Μακρυγιάννης», τόμος 8ος,  Τα Νέα, Αθήνα, 2010.

 

Διαβάστε επίσης: 

Read Full Post »

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος (1805 -1868)

 

 

 

Kolokotronis Gennaios

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δευτερότοκος γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αγωνιστής και στρατηγός. Γεννήθηκε στη Στεμνίτσα και μεγάλωσε στη Ζάκυνθο, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του εξαιτίας των διωγμών που είχαν εξαπολυθεί το 1806 εναντίον της κλεφτουριάς. Εκεί έμαθε και λίγα γράμματα.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση, έφυγε με τον αδερφό του Πάνο κρυφά από τη Ζάκυνθο και αποβιβάστηκαν στην Ηλεία (25 Μαρτίου). Δεν άργησαν τα δυο αδέλφια να πάρουν το βάπτισμα του πυρός, πολεμώντας στον Πύργο εναντίον των Λαλαίων Τούρκων. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης δεν άργησε να δοξαστεί. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς πλάι στον πατέρα του. Ήταν θαρραλέος και ριψοκίνδυνος. Σε μια μικροσυμπλοκή έξω από τα τείχη της Τριπολιτσάς αιχμαλώτισε ένα γιγαντόσωμο αράπη, κοντός αυτός, με το σπαθί του και τον οδήγησε στο στρατόπεδο. Όλοι γέλασαν και θαύμασαν το νεαρό Γιάννη. «Είσαι γενναίος!» του είπε ο Κανέλλος Δεληγιάννης. Και του έμεινε· από τότε όλοι τον έκραζαν Γενναίο.

Ο Γενναίος δεν ησύχασε μέχρι το τέλος της επανάστασης. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τ’ Αναπλιού, της Κορίνθου, της Πάτρας. Πέρασε απέναντι στη Δυτική Στερεά Ελλάδα, ήρθε πίσω στα Δερβενάκια (26 Ιουλίου) αλλά αργά το βράδυ, όταν η μάχη είχε σιγαλιάσει. Κυνήγησε όμως στην Κορινθία τα υπολείμματα του Δράμαλη. Άλλες λαμπρές στιγμές από τη δράση του είναι εκείνες εναντίον του Ιμπραήμ· μαζί με τον Κανέλλο Δεληγιάννη, τους Τριπολιτσιώτες και τους Γορτύνιους πολέμησε στη μάχη της Τραμπάλας με σπάνια καρτερικότητα και παλικαριά.

Τώρα πια έχει μεγαλώσει – είναι μόλις 21 χρονών –  και αρχίζουν να φαίνονται οι ηγετικές του ικανότητες. Έτρεξε και στην Αττική στο πλευρό του Καραϊσκάκη και πολέμησε εναντίον του Κιουταχή. Και ξαναγύρισε πάλι στο Μοριά εναντίον του Ιμπραήμ. Όπου τον καλούσε η φωνή της πατρίδας και του χρέους έτρεχε αδιάκοπα. Ο πατέρας του καμάρωνε για λογαριασμό του.

 

Ο Γενναίος ήταν πολύ τολμηρός. Όταν οι Υδραίοι είχανε φυλακίσει τον πατέρα του, σχεδίαζε να αιχμαλωτίσει το Γεώργιο Κουντουριώτη. Ήταν λίγο πριν δοθεί αμνηστεία στον Γέρο, αν και το σχέδιό του είχε προδοθεί. Ο Γενναίος ήτανε πάντα στο πλευρό του πατέρα του και αργότερα επίσης στο πλευρό του Καποδίστρια, τον οποίο λογάριαζε και υποστήριζε.

 

Επί Όθωνος χρημάτισε υπασπιστής του βασιλιά, γερουσιαστής και το 1862 πρωθυπουργός. Όταν ξεκίνησε η Ναυπλιακή Επανάσταση, έφτασε στους Μύλους Αργολίδας, με μικρή στρατιωτική δύναμη, βουλευτές, γερουσιαστές και ανθρώπους με πολιτικό κύρος, οι οποίοι εξαπολύθηκαν στις επαρχίες με σκοπό να ματαιώσουν νέες εξεγέρσεις.   

Τον Οκτώβριο του 1862, όταν  βρέθηκε ανάμεσα στον επαναστατημένο λαό και τον βασιλιά, δεν έστρεψε τα όπλα εναντίον του λαού, όπως τον συμβούλευαν κάποιοι.  «Ουδέποτε χάριν του πρωθυπουργικού χαρτοφυλακείου θα κηλιδώσω τας ολίγας υπηρεσίας εμού και της οικογενείας μου με αδελφικόν αίμα…», είπε. Εξάλλου από πιο πριν, βλέποντας τη δυσαρέσκεια του λαού και την προεπαναστατική κίνηση, είχε υποβάλει την παραίτησή του στον Όθωνα, αλλά δεν έγινε δεκτή. Εντούτοις αναγκάστηκε να φύγει στο εξωτερικό σαν «παλατιανός» πρωθυπουργός κι όταν ξαναγύρισε μέσα στην ίδια χρονιά (1862), η νέα κυβέρνηση τον ανάγκασε να ξαναφύγει. Αργότερα (1863) επιστρέφει οριστικά στην Αθήνα, όπου και πεθαίνει από ανίατη αρρώστια (1868).

Ο Γενναίος παντρεύτηκε το 1828 τη Φωτεινή,* την αδερφή του Κίτσου Τζαβέλα, και απέκτησε δυο γιους και πέντε θυγατέρες. Με τα λίγα γραμματάκια που ήξερε έγραψε απομνημονεύματα, που εκδόθηκαν όμως πολύ αργότερα (1955). Ο ίδιος δημοσίευσε πολύτιμα έγγραφα και επιστολές του Αγώνα (1856) με τον τίτλο «Ελληνικά υπομνήματα». Η εργασία αυτή σαν πρωτογενής ιστορική πηγή στάθηκε πολύτιμη για την ιστορική έρευνα.

 

 

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης  γράφει:

 

 
Γύρω στα μέσα Ιουνίου ήρθαν στα Τρίκορφα και οι γιοί του Θόδωρου Κολοκοτρώνη, ο μεν Πάνος εικοσαετής σχεδόν, ντυμένος και οπλισμένος καλά, ο δε Γιάννης, που ονομάστηκε από εμένα Γενναίος, δεκαεξαετής σχεδόν και αυτός, αλλά επειδή ως εκείνη την εποχή ήταν μούτζιος στο καράβι του Σπετσιώτη Μπόταση ήταν ντυμένος με ναυτικό παντελόνι και Ζακυνθινή ναυτική ζακέτα, γεμάτα με κατράμι, ρούχα βρώμικα και άθλια και ήταν άοπλος.
Έγραψα αμέσως στον γαμπρό μου Αντωνόπουλο στην Δημητσάνα και του έκαναν αμέσως φουστανέλες και τα υπόλοιπα ελληνικά ρούχα. Εκείνες τις μέρες είχαν φονευτεί μερικοί Τούρκοι και πήραμε κάποια όπλα, από τα οποία πήρα ένα ζευγάρι αργυρές πιστόλες, χρυσωμένες παλάσκες, ένα τουφέκι, ένα σπαθί και μ’ αυτά έντυσα και όπλισα τον Γιάννη Κολοκοτρώνη.
Και έπειτα από λίγες μέρες διόρισα τον μεν Πάνο, έπειτα από επίμονη απαίτηση του πατέρα του, να πάει στις κωμοπόλεις της επαρχίας μου με διαταγή μου, του έδωσα και είκοσι στρατιώτες για να επιτηρεί δήθεν τους φούρνους για να βγάζουν καλό ψωμί για τα στρατόπεδα των Τρικόρφων… Αυτός δεν είχε κλίση στα στρατιωτικά, ούτε ο πατέρας του ήθελε να βρίσκεται μέσα στους κινδύνους, αλλά να είναι μακριά από το κακό.
Ο δε Γενναίος, που ήταν αδύνατης κατασκευής ως νεαρός, έμενε με τον πατέρα του στο στρατόπεδο, ώστε μια μέρα γύρω στα τέλη Ιουνίου, που έγινε μια αψιμαχία κοντά στον Άγιο Βλάσιο ανάμεσα σε μας και τους Τούρκους, έτρεξε και αυτός και βρέθηκε σε εκείνη την αψιμαχία. Όταν αυτή τελείωσε τον είδα και ρώτησα τους στρατιώτες πότε πήγε εκεί και μου είπαν ότι τους ακολούθησε όταν αυτή άρχισε. Τότε τους είπα ότι ο Γιάννης είναι γενναίος. Εύγε του. Και αυτό σαρκαστικά κατά την συνήθεια.

Έτσι οι στρατιώτες αστειευόμενοι και ονομάζοντας αυτόν σαρκαστικά «Γενναίο», του έμεινε αυτό το επίθετο και ήδη ονομάζεται Γενναίος Κολοκοτρώνης και κατέχει τις υψηλότερες θέσεις της βασιλείας και του κράτους, δηλαδή στρατηγός, υπασπιστής, γερουσιαστής, αυλάρχης, ανώτερος ταξιάρχης, φέροντας στο στήθος τα παράσημα όλων των αυτοκρατόρων και βασιλέων, πολυκτήμων με εθνικά κτήματα και με τριπλές και τετραπλές λαμπρές οικίες, που ποτέ η γενιά του και οι πρόγονοί του δεν απέκτησαν, ούτε μια ασήμαντη καλύβα, και εμείς είμαστε άστεγοι, πένητες και ακτήμονες, περιφρονημένοι και παραγκωνισμένοι.

 

 Κανέλλος Δεληγιάννης – Απομνημονεύματα

 

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

 

Οὗτος ἐπανελθὼν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον εἰς τὴν Πελοπόννησον μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1821 ἐβγῆκεν κατὰ πρῶτον εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας. Ἦτο δὲ νέος πολὺ, ὄχι μεγαλείτερος  τῶν 17 ἐτῶν. Ἔτυχε τότε νὰ γίνεται πόλεμος μὲ τοὺς Λαλαίους Τούρκους πρὸς τοὺς κατοίκους τοῦ Πύργου, ἀρχηγοῦντος τοῦ Χαραλάμπους Βιλαέτου, καὶ ὁ Γενναῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὸν πόλεμον αὐτόν, καὶ ἐπολέμησεν ὡσὰν παιδὶ ὅπου ἦτον. Ἐκεῖθεν ἀνεχώρησε καὶ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου ἀνέβη εἰς τὸ Βαλτέτσι, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Κατ᾿ ἀρχὰς ἐπήγαινε πότε εἰς τὸ Χρυσοβίτσι καὶ τὴν Πιάναν, καὶ πότε παρηκολούθει τὸν ἐξάδελφόν του Νικήταν Σταματελόπουλον, καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἤθελεν ἐπήγαινεν. Ἦτον ἀκούραστος, καὶ ἔτρεχεν ἐπάνω κάτω, ἐσυντρόφευεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ μολύβι ἀπὸ τὸ Ἄργος, καὶ ἀναλόγως τῆς ἡλικίας του ἔδειχνε ζῆλον καὶ προθυμίαν μεγάλην. Ἀνακατεύετο δὲ καὶ εἰς τοὺς ἀκροβολισμοὺς τοὺς γενομένους κατὰ τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Μετὰ δὲ ταῦτα ὑπῆγεν εἰς τὸν Κορινθιακὸν κόλπον μετὰ τοῦ πρίγκηπος Ὑψηλάντου…

 

  

 

Υποσημείωση

 

* Η Φωτεινή Τζαβέλα – Κολοκοτρώνη ήταν πρώτη κυρία της χώρας. Γεννήθηκε στο Σούλι και ήταν κόρη του Φώτου Τζαβέλα. Το 1828 παντρεύτηκε τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη, γιο του Θεόδωρου. Ύστερα απο πρόσκληση του Όθωνα έγινε κυρία επι των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας, θέση στην οποία παρέμεινε για αρκετό καιρό φορώντας πάντα την παραδοσιακή σουλιώτικη φορεσιά. Το 1862, έτος που ανέλαβε την πρωθυπουργία ο άντρας της, έγινε η πρώτη κυρία της χώρας.

Μαζί με τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη απέκτησε δύο γιούς, τον Θεόδωρο, γνωστό και ως Φαλέζ, και τον Κωνσταντίνο καθώς και πέντε κόρες, την Γεωργίτσα Πετιμεζά, την Αικατερίνη Ροδίου, την Ελένη Ζώτου, την Ζωΐτσα Μανώτου και την Ευφροσύνη που έμεινε ανύπαντρη.

 

Πηγές

 

  • Δεληγιάννη Κανέλλου, «Απομνημονεύματα», εκδόσεις, Πελεκάνος, Αθήνα 2005.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

Κανελλόπουλος Φ. Ηλίας  (1844-1894) 


 

Κανελλόπουλος Φ. Ηλίας

 

Αντιπλοίαρχος του πολεμικού ναυτικού, ιδρυτής της σχολής Ναυτικών Δοκίμων και βουλευτής της επαρχίας Άργους. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ναύπλιο, όπου σπούδασε τα εγκύκλια γράμματα. Στενός συγγενής της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου. Η μητέρα του Αικατερίνη ήταν Αργείτισσα, αδελφή του Σπύρου Παπαλεξόπουλου.

Το 1860 γράφτηκε στη Νομική σχολή. Το 1862 έλαβε μέρος στην αντιοθωνική επανάσταση Ναυπλίου και γι’ αυτό φυλακίστηκε σε πλοίο στην Αίγινα.

Ο Ιω. Αρσένης στην Ποικίλη Στοά του 1895, (σελ. 35) γράφει: « … Ο Η. Κανελλόπουλος ενεγράφη εις τα επαναστατικά μητρώα ως στρατιώτης του Πυροβολικού και ηχμαλωτίσθη κατά την μάχην της 1ης Μαρτίου εις Άρειαν, ενεκλείσθη δε ως αιχμάλωτος εις την φρεγάταν «Ελλάδα» τότε «Αμαλίαν», αυτήν ταύτην ην επί μακρόν μετά έτη εκυβέρνησεν ως κυβερνήτης…»! 

Ο δημοσιογράφος Μάνος Βατάλας γράφει στον «Πυρσό»: «Η ενθουσιώδης ιδιοσυγκρασία του, αλλ’ ασφαλώς και η επ’ αυτού επίδρασις της μετά της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου στενής συγγενείας του, έφεραν αυτόν δρώντα κατά την Ναυπλιακή επανάστασιν».

Μετά την αποφυλάκισή του έλαβε μέρος σε διαγωνισμό (1862) και κατατάχθηκε στο πολεμικό ναυτικό ως δόκιμος. Στη συνέχεια συμπλήρωσε τις σπουδές του στη Γαλλία και Αγγλία κατά διαστήματα και για αρκετά χρόνια.

Το 1883, ως τμηματάρχης προσωπικού στο υπουργείο Ναυτικών, κατόρθωσε να ιδρύσει τη σχολή Ναυτικών Δοκίμων στον Πειραιά, την οποία αρχικά στέγασε στο ατμόπλοιο «Ελλάς», πρώην «Αμαλία». Το επόμενο έτος ανέλαβε τη διεύθυνσή της ο ίδιος. Δίδαξε αρκετά σ’ αυτήν και με τις ικανότητές του, διοικητικές και πνευματικές, τη στήριξε και την οδήγησε σε μεγάλη πρόοδο. Ήταν η ψυχή της. Το Ιούλιο 1890 η κυβέρνηση Δηλιγιάννη τον απομάκρυνε, επειδή ήταν πολιτικός φίλος του Χαρ. Τρικούπη.

Το 1892 πολιτεύτηκε και εκλέχτηκε βουλευτής Άργους (3 Μαΐου) με το κόμμα του Χαρίλαου Τρικούπη. Πέθανε βουλευτής από καρδιακό νόσημα στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου του 1894, όπου και κηδεύτηκε με ιδιαίτερες τιμές. Ήταν μόλις 50 ετών και άγαμος.

Ο Ηλίας Κανελλόπουλος ήταν εξαιρετικά μελετηρός, πολύ μορφωμένος, εμπνευσμένος και ακούραστος αξιωματικός του πολεμικού μας ναυτικού. Τιμήθηκε με πολλά παράσημα στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και έγραψε πολλά βιβλία ναυτικού περιεχομένου, αρκετά από τα οποία διδάσκονταν στη σχολή Ναυτικών Δοκίμων.

   

Πηγές  


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», Αθήνα, χχ.

 

Σχετικά θέματα:  

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »