Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Βενετσιάνοι Μισθοφόροι Stradioti στη Ναυπλία – Γιώργος Ρούβαλης


 

Μια πρακτική της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας για αμοιβές των μισθοφόρων στρατιωτών της, εκτός από τις πληρωμές σε μετρητά, που συχνά καθυστερούσαν, σε δημητριακά ή και σε υφάσματα για στολές, ήταν κυρίως η παραχώρηση γαιών για να συντηρήσουν εαυτούς, το άλογό τους (αφού ήταν ιππείς) και την οικογένειά τους. Αυτά δεν ήταν φέουδα, αλλά μπορούσαν να μεταβιβαστούν στα παιδιά τους. Η Βενετία μπορούσε να ανακτήσει ενδεχομένως αργότερα αυτές τις γαίες και να τις παραχωρήσει σε άλλους. Έτσι, πολλοί τέτοιοι stradioti εγκαταστάθηκαν και αρκετοί παρέμειναν στη ναυπλιακή πεδιάδα.

Μπορούμε να ανακαλύψουμε σημερινούς απογόνους τους; Μια σαφής ένδειξη είναι και τα επώνυμά τους, ορισμένα βέβαια εξελληνισμένα. Οι stradioti ήταν Έλληνες, Αλβανοί, Ιταλοί, Δαλματοί, αλλά και Γερμανοί, Γάλλοι, Φλαμανδοί, Μπαταβοί (Ολλανδοί) κ.λπ.

Ο Μερκούριος Μπούας, 1953 Νίκος Εγγονόπουλος. Ανάμεσα στους ξακουστούς στρατιώτες της Αργολίδας μερικοί από τους αρχηγούς των έγιναν ιδιαίτερα ονομαστοί για την ανδρεία τους και διαπρέψανε σε πολεμικά κατορθώματα. Ένας από τους διαπρεπέστερους αυτούς στρατιώτες ήταν ο Μερκούρης-Μαυρίκης Μπούας, που είχε γεννηθεί στ’ Ανάπλι στα 1496.

Ο Μερκούριος Μπούας, 1953 Νίκος Εγγονόπουλος. Ανάμεσα στους ξακουστούς στρατιώτες της Αργολίδας μερικοί από τους αρχηγούς των έγιναν ιδιαίτερα ονομαστοί για την ανδρεία τους και διαπρέψανε σε πολεμικά κατορθώματα. Ένας από τους διαπρεπέστερους αυτούς στρατιώτες ήταν ο Μερκούρης-Μαυρίκης Μπούας, που είχε γεννηθεί στ’ Ανάπλι στα 1496.

Μια εξαντλητική έρευνα του λεπτολόγου ιστοριοδίφη μας, Τάκη Μαύρου (1915-2001), που δημοσιεύτηκε σε έξι συνέχειες στο πλουσιότατο Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, που εξέδιδε τη δεκαετία του ’90 με εκδότη τον Δήμο Ναυπλιέων υπό τον τίτλο «Παλαιά Επώνυμα στη Σύγχρονη Αργολίδα», μας επιτρέπει να σταχυολογήσουμε όσα επώνυμα φαίνονται ότι ανήκουν σε στρατιώτες, είτε από τις αρχειακές παραπομπές για καθέναν, που παραθέτει ο Μαύρος (π.χ. «το επώνυμο αναφέρεται σε κατάσταση στρατιωτών του τάδε έτους»), είτε από την προφανή ιταλική καταγωγή τους. Ο Μαύρος σημειώνει επίσης και τις πόλεις και χωριά όπου απαντάται κάθε επώνυμο.

Εάν λοιπόν η αίσθηση που αποκτούμε διαβάζοντας αυτά τα επώνυμα είναι σωστή, οι σύγχρονοι κάτοχοί τους πρέπει να είναι απόγονοι εκείνων των στρατιωτών, που παρέμειναν τελικά στην Αργολίδα. Τούτο ενισχύει περαιτέρω τους δεσμούς της Ναυπλίας με τη Βενετία: αφού οι απόγονοι των στρατιωτών εκείνων παρέμειναν στα μέρη μας και είναι πλέον εξ’ ολοκλήρου Έλληνες, η καταγωγή των προγόνων τους μας φέρνει ακόμα κοντύτερα στο βενετσιάνικο παρελθόν του Ναυπλίου και της περιοχής μας.

Παραθέτουμε λοιπόν ένα τέτοιο κατάλογο, που είναι πιο περιορισμένος από εκείνον του Τάκη Μαύρου, γιατί κρατήσαμε μόνο όσα επώνυμα στρατιωτών σαφώς αναφέρονται ή όσα νομίζουμε ότι ανήκουν σ’ αυτούς.

Οι στρατιώτες αυτοί συμμετείχαν με μεγάλη ανδρεία σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις των Ενετών του καιρού τους, εναντίον των Τούρκων. Πολλοί και οι οικογένειές τους βρίσκονταν στην υπηρεσία της Βενετίας για πάνω από 200 ή 300 χρόνια. Για την ανδρεία αυτή, η Βενετία τους τίμησε κατά καιρούς με παράσημα, απονομή της βενετσιάνικης υπηκοότητας και καταφύγιο για τους ίδιους και τις οικογένειές τους στη Μητρόπολη ή σε άλλες ενετικές κτήσεις, όπως στην Κέρκυρα, Κρήτη, Κύπρο, κατά τις δύο πτώσεις του Ναυπλίου σε οθωμανικά χέρια.

Μάλιστα ένας Βενετσιάνος συνθέτης και ποιητής, ο Antonio Molino, έγραψε υμνητικά άσματα για έναν γενναίο τέτοιο στρατιώτη, τον Μανώλη Μπλέσση, το όνομα του οποίου έχει δοθεί και σε ένα δρόμο του Ναυπλίου.

Άρα οι σημερινοί απόγονοί τους πρέπει να είναι περήφανοι για τους ανδρείους προγόνους τους, οι οποίοι όμως συχνά περνούσαν μεγάλες στερήσεις και από την πείνα τους έσωζε μόνο η καλλιέργεια των χωραφιών τους και ενδεχομένως το ψάρεμα.

 

Ακολουθεί ο κατάλογος:

 

ΑΡΓΕΝΤΟΣ (χ. Πασά – Ίναχος). Ένας Αργέντος αναφέρεται στους λογαριασμούς του Σταύρου Ιωάννου, στο Amsterdam, το 1800 (116:181). “Argenti” και Σία: Τούρκος υπήκοος στη Βιέννη, το 1797 (166:49). Ευστράτιος Αργέντης: συλλαμβάνεται στη Βιέννη, το 1797, σαν συνεργός του Ρήγα Φεραίου (174:607). Ένας Δε Αρζέντας, από την Σαντορίνη, υπογράφει ως μάρτυς σε συμβόλαιο δωρεάς το 1645 στη Νάξο (92:89). Και Άγιος Ανδρέας Αργέντης, Χίος το 1465 (264). «Πρωτογερακάρης» Αργ., στη Χίο, στις αρχές του 14ου αι. (265:196).

ΒΑΡΒΕΡΗΣ (Άργος 1849, Δαλαμανάρα, Κρανίδι). Στρατιώτης Zorgi Ververi, αναφέρεται σε κατάσταση στρατιωτών του Ενετικού στρατού, το 1541 (261:353).

ΒΙΓΓΟΣ (Άργος). Ένας «Αντώνης Βίγκος», γεντεκλής (ναύτης), αναφέρεται, το 1809 σε κατάσταση του καπετάν Ρούσου στη Κ/πολη (20:1).

ΒΛΑΣΗΣ (Άργος, Ερμιόνη). Ένας «Γεώργιος Βλάσσης» μνημονεύεται ως στρατιώτης, το 1547, στα Ενετικά Αρχεία (261:437). Το επώνυμο συναντάται στην Ήπειρο από το 1603 (194:33). Ένας «Ντέντες Βλάσης» αναφέρεται σε έγγραφο του Αιγίνης και Ύδρας Αμβροσίου, το 1805 (18:298). «Θεοδόσιος Βλάσσης» αναφέρεται σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας τουρκικό του 1817, στο Κουτσοπόδι (203). Οικογένεια Βλάση αναφέρεται σε τουρκικό χοτζέτι του 1818, που επιλύει δικαστική διένεξη στο Διμηνιό της Κορινθίας (11).

ΒΟΝ (ΜΠΟΝ) (Ναύπλιο). Ένας Scipio Bon, σοπρακόμιτος το 1479-1483 με δράση στα νερά του Αργολικού κόλπου, αναφέρεται στα Dispacci da Napoli di Romania (259:123). Το ιταλικό αυτό επώνυμο είναι ευρύτατα διαδεδομένο και σαν ΒΟΝ αλλά και σαν Μπόνος ή Μπόνης.

ΒΡΕΛΛΟΣ (Άργος) Με το επώνυμο Vorello απαντώνται, το 1473, στρατιώτες: Ηλίας, Δημήτριος, Ιωάννης (Ionio;) και Νικόλας (260:11). Χωρίον Βρέλη επαρχίας Καινούργιου (Κρήτη) (286:330).

ΒΡΕΤΤΟΣ (Ερμιόνη, Κρανίδι). Συνηθισμένο βαπτιστικό όνομα κατά τον Μεσαίωνα. Το όνομα Βρετός ή Βρεττός το έδιναν σε νεογέννητα οικογενειών, που είχαν μεγάλη παιδική θνησιμότητα, ελπίζοντας ότι, μ’ αυτό τον τρόπο, θα απέφευγαν το θανατικό ή τη βασκανία (όπως άλλωστε, και τα ονόματα Στυλιανός, Σταμάτης, Στεκούλα –στη Μεσσηνία– κ.α.). Το παιδί, δηλαδή, δεν ανήκε στην οικογένεια και, επομένως, η Θεία Δίκη πιθανόν να το παρέβλεπε. Βρεττό, επίσης, λεγόταν και το έκθετο. Πολλοί στρατιώτες, από αυτούς που αναγράφονται στις καταστάσεις του Ενετικού στρατού, έχουν αυτό το όνομα.

ΓΕΩΡΓΙΛΑΣ (Άργος). «Γεωργιλάς», στρατηγός Καλαβρίας, αναφέρεται το ΣΤΦΞΑ (1053/54) (155:130). «Γεωργιλάς Εμμανουήλ» (πιθανόν στρατιώτης) υποβάλλει έκθεση έμμετρο στις Ενετικές Αρχές, το 1533, περί του τρόπου με τον οποίον μπορούν να καταστρέψουν τους Τούρκους (259:313, 29:195). Τοπωνύμιο στο χωριό Ρεμούσταφα (Αδριανή) Πυλίας (313:243, 29:195). Περισσότερα (29:195-196).

ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ (Άργος). Γεώργης Γιαννούλης αναφέρεται στον Ενετικό στρατό το 1541. Επίσης, Αποστόλης και Ελένη, το 1547 (261:353, 261:457). Τζώρτζης Γιαννούλης, γιατρός στην Ύδρα το 1803, αναφέρεται σε διαταγή του Γαζή Χουσεΐν καπουδάν πασά (18:38).

ΓΚΙΝΗΣ (Επίδαυρος, Ναύπλιο). Αλβανικό τοπωνύμιο “Ljimi Gjigni” (: το αλώνι του Γκίνη) στο χωριό Χαλκιά της Τριφυλίας (313:327). Στρατιώτης Κων/νος Γκίνης (Gini), αναφέρεται σε Ενετικά έγγραφα το 1535 (260:166). Αντώνιος Βασιλείου Γκίνης: θαρραλέος Σπετσιώτης καπετάνιος ταχυπλόου κιρλαγκίτς (είδος ιστιοφόρου), διασπά τον Εγγλέζικο αποκλεισμό (1793) και μεταφέρει από την Κ/πολη στο γαλλικό λιμάνι Μπριγκανσόν, τον πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κ/πολη και 200 γάλλους ναύτες (246).

ΓΚΛΑΒΑΣ (Κρανίδι). “Spectabilis Comes Glava”, άλλοτε κύριος των Αγράφων, αναφέρεται σε Ενετικό έγγραφο του Jacomo Barbarigo, Proveditore Generale Della Morea με χρονολογία 25.6.1465 (259:12). Τοπωνύμιο στην Κεφαλονιά. «Χωράφι του Γκλάβα» στο «Πρακτικόν της Αγιωτάτης Επισκοπής Κεφαλληνίας κλπ» το 1262 (318:53).

ΓΚΟΥΜΑΣ (Άργος, Ναύπλιο). Βαπτιστικό όνομα: Ιάκωβος, Γιακουμής Γκούμας, απαντάται, από το 1524, στο όνομα του στρατιώτη Guma Gia στα Ενετικά Αρχεία (260:132), αλλά και πολλών άλλων. Αλβανικό τοπωνύμιο στη Μεσσηνία, “Kjafaj Guma” (: το πέρασμα του Γκούμα), στο χωριό Ψάρι της Τριφυλίας (313:312), και “Laka Guma” στο Κάτω Κοπανάκι της Τριφυλίας (313:321). Επώνυμο στο Αλουποχώρι (Αγρίδι) Τριφυλίας (17:24). Δημήτριος Γκούμας, προεστώς της Ύδρας, συνυπογράφει ομολογία στις 29.3.1792 στην Ύδρα (17).

ΔΑΜΑΛΑΣ (Καρυά, Άργος). Τοπωνύμιο στην Τροιζήνα. Τοπωνύμιο «στου Δαμαλά» στη Σύρο (73:378). Επώνυμο στη Σύρο: Φραγκίσκος d’ Amalas, ιησουΐτης (1639) (1:593). «Άρχων Ληγουρίου Δαμαλάς» (CA. 1450) (169:11). Ανδρόνικος Ζαχαρία de Damala, μέσα ΙΔ’ αι. (314:472). Το επώνυμο μνημονεύεται μεταξύ των πρώτων μικτών οικογενειών Χίων και Γενοατών, στη Χίο, στις αρχές του 14ου αι. (265:196).

ΔΑΡΜΟΣ, ΝΤΑΡΜΟΣ, και ΝΤΑΡΜΑΣ (Ναύπλιο Κιβέρι). Το επώνυμο προφανώς Βενετσιάνικο, σημαίνει τον εξειδικευμένο στη χρήση κάποιου όπλου, τζάγκρα, βαλίστρα, αρκεβούζια κ.λ.π. βενετό στρατιώτη, σαφώς διαχωριζόμενο από τον FANTI που ήταν ο ιταλός στρατιώτης του πεζικού, τον σολντάτο που ήταν ο στρατιώτης γενικά, και τον Stradioto που ήταν ο έφιππος μισθοφόρος συνήθως Αλβανός ή αλβανόφωνος.

“Le Gente Darme, e Fanti a Squadra”, Μ.Ε.Ι./13,31

“200 Fanti e 20 Homini Darme”, Μ.Ε.Ι. 6/6. Αλλά ενίοτε και οι επαγγελματίες μισθοφόροι, οι σωματοφύλακες Μ.Ε.Ι. 6/6.

Έφιππος stradioti του 15ου αιώνα.

Έφιππος stradioti του 15ου αιώνα.

ΔΕΣΥΛΑΣ (Άργος). Οικογένεια Δεσίλα αναγράφεται στον κώδικα του Αγίου Νικολάου των Λατίνων, στο Αργοστόλι, 2ον ήμισυ του 17ου αι. (294:151). «Θανάσης και Ιωάννης Πάντζας Δεσήλας» «εκ παλαιάς Ηπείρου» υπογράφουν, στις 15.8.1788, έγγραφο προς την Αυτοκράτειρα της Ρωσίας Αικατερίνη, περί πολεμικής συνεργασίας (177:102). Οικογένεια προυχόντων αναφέρεται, στην Πάργα, το 1819 (294:447).

ΔΕΣΥΠΡΗΣ (Ναύπλιο). Γεώργιος De Cipris, αναγράφεται σε διαθήκη του 1497 στην Κρήτη (254:664).

ΔΟΜΑΖΟΣ (Κουτσοπόδι). Πιθανόν από το ιταλικό Tomaso (Θωμάς). Τοπωνύμιο «του Ντουμάζη» στον Άη Γεώργη στα Γουβαλάρια (Άγιος Πέτρος) και του Λάπη ή Μπρέχτη (Ριζοχώρι) της Τριφυλίας (313:301).

ΔΟΡΙΖΑΣ (Ναύπλιο, Άργος). Στρατιώτης Tomaso Doriza αναφέρεται στα σχετικά αρχεία, το 1541 (261:333). Θεόδωρος ιερεύς Δορίζας αναφέρεται, το 1524, στη Ζάκυνθο (104:11).

ΖΑΜΠΑΡΕΛΟΣ (Άργος). Στις 21 Οκτωβρίου του 1508 προτείνεται από τις Ενετικές Αρχές να ζητηθεί η έγκριση του Πάπα για την εκλογή του Παύλου Zabarella σαν (καθολικού) επισκόπου Ναυπλίου (Reg. IU, φ.48V – 236:268). Ζαβαρέλλας «εκ Παταβίου», βιογράφος του οίκου Sanudo (1207-1371) (162:90). Κάμιλλος Σαμπερόλος εκλέγεται μετά του Θωμά Διπλοβαλάτζη, αντιπρόσωπος των Πισαυρηνσίων, παρά τω Πάπα (1511-1515) (201Α:105).

ΖΕΓΚΙΝΗΣ (Άργος). «Ζεγγίνης πελούκμπασης», από την Κορώνη, απαντάται σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας το 1811 (20:165). Τουρκιστί zengin = Ο πλούσιος.

ΖΟΓΙΑΣ και ΖΩΓΙΑΣ (Κρανίδι;).

“Noi Gui do Anguiano Signor di Argues et di Napoli… in compenso di boni agradi et acceittabili servitii, che nostro caro et bene amato Kavalier et compagno il Signor di Zoja noi ha fato…” απαλλάσσεται από την υποχρέωση να συντηρεί 4 έφιππους στρατιώτες. Φρούριο του Ναυπλίου Δεκέμβριος 1364. (314:240). Στον Domino Zorzi de Zoia, ευγενή από το Ναύπλιο, παραχωρούνται, το 1545, γαίες αποδόσεως 900 «μέτρων» σιτηρών στο Λασίθι της Κρήτης, για ανταμοιβή των αγαθών, που εγκατέλειψε στη Napoli di Romania (261:412).

ΖΟΥΓΛΗΣ (Χώνικα, Πυργέλα). Ένας Μάρκος Zogli, Capitano Famosissimo μνημονεύεται με δράση στη Θράκη, επί Βαγιαζήτ, περί το 1510 (262:178).

ΖΩΓΡΑΦΟΣ (Άργος, Ναύπλιο). Ένας στρατιώτης Στέφανος Ζωγράφος αναφέρεται σε έγγραφα του Ενετικού στρατού, από το 1531 (261:354). Κυριάκος Ζωγράφος γράφει και μαρτυρεί έγγραφο αγοραπωλησίας το 1762, της μονής Αγ. Δημητρίου Ρεοντινού (49:213).

ΙΑΤΡΟΥ (Άργος, Κοιλάδα, Ναύπλιο). Κλάδος των Μεδίκων της Ιταλίας, εγκατεστημένος στην Αθήνα από τα τέλη του 14ου αι. (163:97, 164:244). Μεδιτζήδες (:ιατροί) αναφέρονται στο Οίτυλο της Μάνης όπου και ολόκληρη συνοικία, το μισό σχεδόν της κωμόπολης λέγεται, ακόμα και σήμερα, «Γιατριάνικα». Οικογένεια αργυραμοιβών, εβραϊκής καταγωγής, αναφέρονται στο Ηράκλειο Κρήτης, μεταξύ 1360-1414 (302).

Από το παλιό βιβλίο του Νικήτα Νήφου-Λάκωνος «Λακωνική Χορογραφία» (εν Αθήναις εκ της Τυπογραφίας Ιωάν. Αγγελόπουλου 1853, σ. 6), σταχυολογούμε τα εξής:

-6-

Περί του Ιατρού

«Αυτός μεν ήταν αδελφέ ο ιατρός εβραίος

Ήξευρε δε ρωμέϊκα καλά ωσάν ρωμαίος

Αυτός αν δε επρόφθανε ήμουν εγώ χαμένος

και εις την γην στα χώματα με τους νεκρούς θαμένος»

από τους στίχους που ακολουθούν φαίνεται ότι η θεραπεία έλαβε χώρα στο Ναύπλιο:

«Η θέρμη ουν εκόπησε η μέση επονούσε

και πέντε μήνες αδελφέ όλο με τυραννούσε

Αφού δε ιατρεύτηκα εις τ’ Αναπλιού το κάστρον

Ένα χρόνο εκάθησα με της αυγής το άστρον».

Η γνώμη ότι οι Ιατροί της Μάνης (Μεδιτζήδες), κατάγονται από τους Μεδίκους της Ιταλίας είναι άτοπος (201α:268). Επώνυμον Ιατρού, μεταξύ εκείνων που είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία στη Χαλανδρίτσα (128). Παναγιώτης Ιατρού αναφέρεται στην Ύδρα το 1820, σε έγγραφο της Κοινότητος (22:351), Μιχαήλ και Διονύσιος Ιατροί, έχουν συστήσει εμπορικήν εταιρεία από το 1818 (συμβόλαιο 9353/15.1.1848 του Συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αναστ. Κ. Ελαιώνος).

ΚΑΒΑΛΙΕΡΟΣ Κατά τη διάρκεια της Ενετοκρατίας, cavalieri λέγονταν εκείνοι, που είχαν ιδιόκτητο άλογο. Ίσως το επώνυμο να χρονολογείται από τότε.

ΚΑΒΑΛΛΑΡΗΣ (Ναύπλιο). Στη Μεσσηνιακή Μάνη, κοντά στο χωριό Λαγκάδα, υπάρχει ένα μοναστήρι της Παναγίας, που λέγεται «του Καβελλάρη». Η ονομασία πρέπει να είναι παλαιότερη από τη χρονολογία «1673», που βρίσκεται χαραγμένη σε κάποια πέτρα στο μοναστήρι. Λιμπέρης Κ. υπογράφει ομόλογο το 1743 στη Νέδουσα (Μεσ.) (235:106). Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, «κάποτε, τα παιδιά ενός Ιταλού δούκα, που λεγόταν Καβελλάρης, εγκατέλειψαν την πατρίδα τους και κατέφυγαν σ’ αυτή την περιοχή της Μάνης. Ο ένας έγινε γενάρχης της οικογενείας Καπιτσανέα (από το: καπουτσίνος;), και ο δεύτερος έχτισε αυτό το μοναστήρι, του Καβελλάρη».

ΚΑΚΑΡΟΥΚΑΣ (Κρανίδι). Αναφέρεται, μεταξύ των στρατιωτών, στα έγγραφα της Ενετικής Γερουσίας, το 1482 (260:29). Χωριό της επαρχίας Γαστούνης (64:452). Μεταξύ των εγγράφων της Μ. Λουκούς, αναφέρεται: διαθήκη μοναχού Γρηγορίου Κακαρούκα, και πωλητήριο Αγγελίνας Γεωργάκη Κακαρούκα (1817) (61:187). Το όνομα είναι αλβανικό και σημαίνει: κακοκυλημένος (202:192).

ΚΑΚΟΥΡΟΣ (Αχλαδόκαμπος). Στρατιώτης Nicolo Cacouri απαντάται από το 1556. (262:174).

ΚΑΛΑΒΡΟΣ (Ναύπλιο). Το επώνυμο απαντάται, από το 1080, σε έγγραφο της Μονής Ιβήρων (28:130). Τοπωνύμιο παρά την Κίττα Μάνης: «Άη Γεώργης στον Καλαβρό». Τοπωνύμιο στην Κεφαλονιά (318:38). Τοπωνύμιο «στ’ Καλαβρέζ»: στο χωριό Μελισσουργοί της Ηπείρου (282:122). Το 1480, ο Γιαννούλης Καλαβρός, PROCURADOR της επισκοπής Ναυπλίου, δανείζει στον Bartolomeo Minio, PROVEDITOR E CAPITANO a Napoli di Romania, υπέρπυρα CCL (=250) (250:132). «Δημήτρης του Καλαυρού»: το 1509, στο Ναύπλιο (154:274). Σεβασμία Πελαγία, ηγουμένη της μονής της Παναγίας Della Grotta στο Ναύπλιο και χήρα του ποτέ Δαμιανού Καλαυρού: αναφέρεται το 1543 (261:415). Επώνυμο στρατιώτη (1547), καταγόμενου Da Napoli Di Romania (260:455). Νικολός Καλαβρός: συνυπογράφει, το 1679, την «κόποια των υπαρχόντων της αγίας Μονής του Παναγίου Τάφου στο Ναύπλιο» (309:256). «Περιβόλι του Καλαβρού»: στη Χάλαντρη Νάξου, αναφέρεται σε συμβόλαιο του 1654 (93:101). «Καλαβρής»: αναφέρεται στον Κώδικα της μ. Σπηλιώτισσας Ζακύνθου (1605) (126:φ17 σελ. β).

ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ (Άργος). Ένας Καλαφάτης αναφέρεται στην Κορώνη, το 1707 (183:55).

ΚΑΛΚΟΥΝΟΣ (Ναύπλιο, κ.α.). «Γερογηάνις Καλκούνης από τον Πύργο»: αναφέρεται σε σημείωση επί του βιβλίου «Μέλισσα» (με χρονολογία 1725) της μονής Κατερινού Μακρυνείας (μητρόπολις Αιτωλίας και Ακαρνανίας) (218:146).

ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ (Άργος). Στρατιώτης Ιωάννης Καλογεράς του ποτέ Δημητρίου Da Napoli Di Romania: αναφέρεται το 1556, στα Ενετικά Αρχεία (262:79). Επίσης, Κων/νος του Δημητρίου Calogiera, Da Napoli Di Romania, το 1567 (262:120). «Μιχαήλ Καλογεράς»: μεταξύ των φυγάδων Αθηναίων, παρουσιάζεται στις Ενετικές Αρχές της Κορώνης και ζητά σπίτι να εγκατασταθεί (Αύγουστος 1689) (162:201). Ευστάθιος Καλογεράς: δάσκαλος του γιου του Αλή πασά, στα Ιωάννινα (277:26). Το επώνυμο απαντάται, επίσης, στην Ύδρα το 1807 (19:40).

ΚΑΜΙΖΗΣ (Κρανίδι). «Ο Ισαάκιος, ίνα καταπολεμήση την στάσιν του Βρανά (1187), ηναγκάσθη να δανεισθή σπουδαία ποσά παρά του πρωτοστράτορος Μανουήλ του Καμύτζη» γράφει ο Μιχαήλ Ακομινάτος (142:492), (255:379).

Για τον ίδιο Καμύτζη, ο Σπ. Λάμπρος συνεχίζει: «…Εις ταύτας τας τοπικάς στάσεις, προσθετέα ίσως και η τυρρανίς του Μανουήλ Καμύτζη όστις ετάραττε την καθεστώσαν τάξιν μετά του γαμβρού αυτού του Βλάχου Χρυσού, και δη ούτοι:

»αφιστώσι τα πόρωθεν, διεκπίπτουσι Τεμπών των Θεσσαλικών, των πεδιάδων επιλαμβάνονται, παρακινούσι την Ελλάδα, παλίμβολον τιθέασιν την Πέλοπος».

(142:535). «Οικία του Καμίτζη» αναφέρεται στην Κεφαλονιά, προ του 1262 (318:47). Μονή Καμύτζιανης στα Ιωάννινα, Καμήσια λέγονται στην Ήπειρο τα μαυρομάτικα φασόλια (220:169). Καμίτζης, στη Ζάκυνθο, το 1611 (120:φ20 σελ. β). Camichi: γένος πτηνών (230:945). Καμίτζης: οικογένεια στους Γοράνους της Λακωνίας (72:812).

ΚΑΜΠΙΤΗΣ (Άργος, 1844). Κατηγορία στρατιωτών του Ενετικού στρατού. Οι “Vecchi Stratioti de questo Territorio (Di Napoli Di Romania), chiamati Cambites”.

(: Οι παλιοί στρατιώτες αυτής της περιοχής, της Napoli Di Romania, οι αποκαλούμενοι Καμπίτες) (259:191). «Καμπίτες», επίσης ελέγοντο οι Αλβανοί, που εγκαταστάθηκαν σε τόπους πεδινούς.

ΚΑΝΑΚΗΣ (Άργος, 1848). Κανάκης Γεώργιος: στρατιώτης, το 1543, στον Ενετικό στρατό (261:380). Και βαπτιστικό Κανάκης Πουλομάτης, στο Ναύπλιο, το 1509 (154:273).

ΚΑΝΤΡΕΒΑΣ (Κρανίδι). Στρατιώτης Domenego Candreva: αναφέρεται σε κατάσταση του Ενετικού στρατού, με χρονολογία 1541 (261:336). Και Chiurca Cantreva, επίσης το 1541 (261:337). Καντρέβα: μικρό χωριό (σημερινή Ασέα) του δήμου Βαλτετσίου (επαρχία Μαντινείας νομού Αρκαδίας), που πιθανόν οφείλει την ονομασία του στους παραπάνω στρατιώτες (185:309). Η λέξη είναι αλβανική και σημαίνει: συμμαζωμένος (202:194).

ΚΑΠΑΡΕΛΟΣ (Άργος, Καπαρέλι, κ.α.). Στρατιώτης με το όνομα αυτό αναφέρεται στον Ενετικό στρατό, το 1541 (261: 353).

ΚΑΠΟΥΡΑΛΟΣ (Άργος, Κεφαλάρι). Το επώνυμο απαντάται στην Αργολίδα το 1548 (262:10).

ΚΑΡΑΒΕΛΟΣ (Άργος). Ένας Leonardus Karavello, βενετός ευγενής, αναφέρεται από το 1403 (256:6).

ΚΑΡΑΚΑΛΟΣ (Ίρια, Δρέπανο, Κρανίδι, Ναύπλιο). Οικογένεια Καρκαλάδες αναφέρεται σε επιστολή Σωφρονίου, πατριάρχου Ιεροσολύμων, με χρονολογία 1609 (56:224). Η οικογένεια αυτή προέρχεται από τη Δημητσάνα, όπου απαντάται το επώνυμο σαν Καράκαλος ή Καρκαλάς, που είναι το ίδιο (56:227). Πιθανόν να πρέπει να συνδεθεί με το Βενετσιάνικο επώνυμο Caracala, που εμφανίζεται στην περιοχή της Napoli Di Romania τουλάχιστον από το 1542 (261:363, 261:366). Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά στη Ναυπλία. Τοπωνύμιο «της Καρκαλούς»: βόρεια από τη Δημητσάνα. Τοπωνύμιο στο χωριό Μύλοι (Περιβόλια) Τριφυλίας (313:150). «Καρκαλούσα» = η ελονοσία, τπνμ. στο χωριό Λαδά της Μεσσηνίας.

ΚΑΡΜΑΝΙΟΛΑΣ (Ασίνη). Ένας «περίδοξος οπλαρχηγός Καρμανιόλα» εκτελείται από τους Ενετούς, το 1432 (176:266). Carmaniola, ενετός στρατηγός εικονίζεται σε τοιχογραφία του Αντων. Βασιλάκη στο Palazzo Ducale στη Βενετία, δεύτερο ήμισυ του 16ου αι. (201Α:165).

ΚΑΡΟΥΣΟΣ, ΚΑΡΟΥΤΣΟΣ, ΚΑΡΟΥΝΤΖΟΣ και ΚΑΡΟΥΖΟΣ (Άργος, Ναύπλιο). «Αλεξ. Καρούσος», νομομαθής, μεταβαίνει από την Κεφαλονιά στη Βενετία για να υποστηρίξει κάποιο εκκλησιαστικό θέμα στο δεύτερο ήμισυ του 17ου αι. (294:71). «Ευστάθιος Καρούσος», αγιογράφος (1756) στην Κεφαλονιά (105:23). «Ιωάννης Βαπτιστής Καρούσος» αφιερώνει εικόνα του Ιωάννου Προδρόμου στο ναό του Αγ. Γερασίμου, στο Κάστρο της Κεφαλονιάς το 1798 (105:22). Μία κόρη της οικογένειας Καρούτσου, την Κατερίνα, από το Άκοβο της Μεσσηνίας, παντρεύτηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Η οικογένεια Καρούτσου υπήρχε, μέχρι πρότινος στο Άκοβο. Πολλά ονόματα Καρούσου σε κατάλογο μελών του Συμβουλίου Κοινότητος Κεφαλονιάς (1593) (201). Caruso λέγεται στα ιταλικά, ο εργάτης μεταλλείων θείου, στη Σικελία.

ΚΑΡΩΝΗΣ (Ναύπλιο). Σε παλιό κατάστιχο του Δημ. Καρώνη γραμμένο περί το 1880 αναγράφεται ότι παλαιότερα το επώνυμο της οικογενείας η οποία κατάγεται από τα Αχούρια της Τριπόλεως, ήταν Κουτσόπαπας, και ότι στις αρχές του αιώνα μετονομάστηκαν σε Καρώνης.

ΚΑΣΝΕΣΗΣ (Ερμιόνη). Στρατιώτης μ’ αυτό το επώνυμο αναφέρεται το 1482, στις τάξεις του Ενετικού στρατού (259:200). «Οικογένεια Κανιώση ή Κανέση»: στη Ζάκυνθο, διατηρούσε τη μονή της Πικριδιώτισσας, στα τέλη του 15ου με αρχές 16ου αι. (104:66).

ΚΑΤΣΑΙΤΗΣ (Ναύπλιο). «Πέτρος Αναγνώστης Κατσαΐτης»: στρατιώτης στην Κεφαλονιά, αναφέρεται στα Ενετικά Αρχεία το 1564 (262:107). «Ευαγγελινός Κατσαΐτης, γιος του Σοφιανού και της Λάουρα Ασσάνη»: σημειώνεται μεταξύ εκείνων, που φοίτησαν στο Ελληνομουσείο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη, κατά τα έτη 1610 – 1730. Ο Ευαγγελινός Κατσαΐτης είχε γεννηθεί το 1646 (294:416). «Πέτρος Αναγνώστης Κατσαΐτης», λεγόμενος «Μανταλάς», βιβλιογράφος, υπογράφει εκκλησιαστικό βιβλίο (στιχηράριον): «Ετελιώθηκε εις τας 1176 Δεκεμβρίου 2 και το έγραψα εγώ ο Πέτρος αναγνώστης Κατσαΐτης λεγόμενος Μανταλάς» (3:332). Επειδή τοπωνύμιο «του Μανταλά» σώζεται ακόμα στην περιοχή του χωριού Κούτσι (Αργολικό) της Ναυπλίας, και επειδή ένας Πέτρος Κατσαΐτης είναι και ο συγγραφέας του γνωστού θρήνου για την κατάληψη του Ναυπλίου από τους Τούρκους το 1715, παρ’ όλο που υπάρχει μια διαφορά 60 ετών στις δύο χρονολογίες, συγχωρείται ενδεχομένως η υπόθεση ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο (88:286). Το επώνυμο «Μανταλιάς» συναντάται ακόμα σήμερα στη Ζάκυνθο. Περισσότερα (293:229-2).

ΚΑΤΣΑΡΗΣ (Άργος 1854, Πόρτο Χέλι). «Κάτζαριν» ναύκληρον που ταξίδευε στα νερά της Ανατολικής Πελοποννήσου (Μονεμβασία) μνημονεύει ο Μιχαήλ Ακομινάτος (13ος αι.) (142:137). «Μιχαήλ Κατσάρης», Bombardier, αναγράφεται το 1545 στα έγγραφα του Ενετικού στρατού (259:283). Μητροφάνης Κάτζαρης, το 1624, νοτάριος στην Κεφαλονιά (Ανέκδοτος Κώδικας μονής Αγ. Παρασκευής Ταφιού (Κεφαλονιά) φ. 24).

ΚΑΤΣΙΚΗΣ και ΚΑΤΣΙΚΑΣ (Άργος 1849, Ναύπλιο). Όνομα στρατιώτη του Ενετικού στρατού, χρονολογούμενο από το 1543 (261:378). Ένας «Γιάννης Κατσίκης», υπηρέτης του πασά Ασουμάν (Οσμάν;) των Ιωαννίνων, φονεύεται από τους οπαδούς του Διονυσίου (του Σκυλοσόφου), το 1611 (191:83). «Κατσικά», ονομασία χωριού των Ζαγορίων Ηπείρου (135:7). «Κατζήκας» υπογράφει έγγραφο που βρίσκεται στο αρχείο της μ. Ελώνης (67:118). Οικογενειακό επώνυμο στην Αρτσίστα Ζαγορίων (136:197).

ΚΕΡΑΜΙΔΑΣ (Άργος, Κοφίνι, Πασά). Anagnosti Calogheraki Cheramidi, από τη Ζαρνάτα της Μάνης. Το επίθετο αναφέρεται σε κατάσταση, που συνόδευε έγγραφο αναφορά των Βοιτυλιωτών προς την Ενετική Δημοκρατία, το 1690 (118). Συμβολαιογράφο «Κεραμίδη» συναντούμε, το 1697, στην Αργολίδα (119). Ονομασία χωριού στα Ζαγόρια Ηπείρου (132:75). «Κεραμίδης» στο υπ’ αριθ. 3668, -Νοέμβριος 1845-, συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άργους Αναστ. Μαυροκεφάλου, (Ανέκδοτο Αρχείο συμβολαιογράφου Ν. Ντόκου).

ΚΛΑΔΟΥΡΗΣ και ΚΛΑΔΟΥΡΑΣ (Άργος κ.α.). Αναφέρεται στρατιώτης «Μανώλης Δημητρίου Claduri» σε κατάσταση του Ενετικού στρατού, το 1541 (261:355). «Acladuri» αναφέρεται σε κατάλογο πολιτών από τα Χανιά Κρήτης, που εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα, τον 17ο αι. (158:454).

ΚΛΙΑΣΟΣ (Άργος). Στρατιώτης «Δημήτριος Κλιάστος» αναφέρεται σε έγγραφα του 1541 των Ενετικών Αρχών (261:356). Η λέξη είναι αλβανική και σημαίνει: κλαψιάρης (202:194).

ΚΟΚΚΙΝΟΣ (Ναύπλιο). «Δημήτριος και Γεώργιος Κόκκινος»: στρατιώτες, αναφέρονται από το 1541 (261:353). Τοπωνύμιο «του Κόκκινου», στο χωριό Κόκκινο της Πυλίας (313:159). «Γεώργης Κόκκινος» αναφέρεται σε προικοσύμφωνο του 1798, στο Λεωνίδιο (178:305).

ΚΟΚΟΤΟΣ (Άργος, 1877). «Θεόδωρο Cocoto» συναντούμε στρατιώτη στον Ενετικό στρατό, το 1541 (261:347). Τοπωνύμιο στο χωριό Καρβούνι Τριφυλίας (313:161).

ΚΟΜΑΣ (Ερμιόνη). Σε έγγραφο των Ενετικών Αρχών, με ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 1549, αναφέρεται ένας «Theodosio Coma», στον οποίο χορηγήθηκε μια αποζημίωση 20 δουκάτων (262:23).

ΚΟΜΙΝΗΣ (Ναύπλιο, 1858). Στρατιώτης Cominus απαντάται από το 1492 (260:49).

ΚΟΝΤΟΣ (Ναύπλιο κ.α.). Κόντος ονομαζόταν ο ένας από τους τρεις παιδαγωγούς, που συνόδευσαν τον Μιχαήλ, γιο του Θωμά Παλαιολόγου, δεσπότη του Μορέως, στη Ρώμη, και αργότερα τον συμβούλευσε να καταφύγει στον Μωάμεθ (1465) (152:38). Κόντος ή Κοντός αναφέρεται στρατιώτης, το 1506 (260:81). «Μαρίκος Κόντος» υπογράφει, ως μάρτυς, έγγραφο του μετοχίου του Παναγίου Τάφου (της Αγιά-Μονής), το 1679 (309:257). Τοποθεσία «του Κοντ»: στην Άνω Βίτσα παρά τον αγρό του Κόντου (268:197).

ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ (Άργος, Ναύπλιο). Στρατιώτης «Ιωάννης Κορωναίος» αναφέρεται στα Ενετικά Αρχεία, το 1530 (260:148). «Γεώργιος Κωρονέος» αναφέρεται στο «Πρακτικόν κλπ.» της Εκκλησίας Κεφαλληνίας, το 1262 (318:29).

ΚΟΣΜΑΣ (Άργος). Ονομασία χωριού της Κυνουρίας, πάνω στον Πάρνωνα. Σε έγγραφο του Ενετικού Συμβουλίου με χρονολογία 4 Μαρτίου 1571 αναγνωρίζονται μεταξύ των Capitani της Μάνης και ο «Cosma Dimitri», και μεταξύ των πρεσβευτών ο «Antonio Cosma», που ίσως έχουν κάποια σχέση με τους ιδιοκτήτες της περιοχής της Κυνουρίας, που πήρε και το όνομά τους (185:310). Ένας «Κοσμάς», καταγόμενος από την Κορώνη, αναφέρεται το 1514 (183:56). «γεόργιοσ κοσμάσ» συνυπογράφει με άλλους αναφορά προς τις Ενετικές Αρχές, το 1694. Μετά την εγκατάλειψη των Αθηνών από τον Μοροζίνη (Μάρτιος, 1688), ένας ωρισμένος αριθμός Αθηναίων παρακολούθησε τους Ενετούς στο Ναύπλιο. Ένας από τους φυγάδες αυτούς ήταν και ο «γεόργιοσ κοσμάσ». Με το έγγραφο, υποδείκνυαν τον Μπεναλδή σαν κατάλληλο δάσκαλο των παιδιών τους, στην Πάτρα (189:85). «Κοσμάς Αντρέας» αναφέρεται σε προικοσύμφωνο στη Ζάκυνθο το 1706 (126:φ88). «κγοσμάς ιερομόναχος ο μοραΐτης» υπογράφει πρωτόκολλο παραλαβής του λειψάνου της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστης στις 13 Απριλίου 1725 στην Κέρκυρα, ως καθηγούμενος του μοναστηριού της Αγίας Αικατερίνης (157:466). «Γεώργιος Κοσμάς, τρομερός κλέφτης και απόγονος κλεφτών» από το χωριό Αετός Τριφυλίας, συνόδευε τον Γιάννη Κολοκοτρώνη (Ζορμπά) στην επίθεσή του, το φθινόπωρο του 1805, εναντίον του πρωτοσύγκελλου Άνθιμου Ανδριανόπουλου (177:98, 45:121, 72:717). «Γκίκας του Κοσμά» αναγράφεται σε κατάσταση της Κοιν. Ύδρας το 1802 (17:314).

ΚΟΥΖΗΣ και ΚΟΥΤΣΗΣ (Φούρνοι, Δίδυμα). Απαντάται στα Ενετικά Αρχεία, από το 1482 (260:28, 260:76, 260:111, 260:151, 261:353, 261:344, 261:361, 261:362, 261:388). Επώνυμο στρατιώτη, από το 1542 (261:361). Απαντάται συχνά, στον κώδικα της μ. Σπηλιώτισσας Ζακύνθου (126). «Κούτσι»: χωριό της Β. Ηπείρου, και της Αργολίδας.

ΚΟΥΡΤΕΣΗΣ (Άργος, Κρανίδι). Στρατιώτες «Ανδρέας και Νικολός Cortessis» αναφέρονται σε έγγραφα των Ενετικών Αρχών από το 1541. Καταγόντουσαν από την Μονεμβασία (261:352). Χωριό της Ηλείας. Τοπωνύμια «Κορτέση» στα χωριά: Κόκκινο Πυλίας, Βαριμπόμπη (Μοναστήριον) και Τρουκάκη (Πανόραμα) Τριφυλίας (313:168). «Γεώργιος Κουρτέσης ο Σχολάριος» λεγόταν και ο πρώτος διορισμένος από τον Μωάμεθ Β’ πατριάρχης Κ/πόλεως Γεννάδιος.

ΚΟΥΤΟΥΒΑΛΗΣ (Ερμιόνη). «Δημήτριος Κουτούβαλης», στρατιώτης, αναφέρεται στα έγγραφα των Ενετικών Αρχών, από το 1535 (260:166). «Avocato fiscal Dr Co, Lorenzo Cottuvoli» αναφέρεται από τους Ενετούς συνδίκους εξεταστές του Μορέως, σε έγγραφό τους του 1704 (145:815). «Σωφρόνιος Κουτούβαλης», επίσκοπος στην Κεφαλονιά το 1782 (294:67). Σημαντική οικογένεια στη Ζάκυνθο, τουλάχιστον από το 1610 (126:φ. 20 σελ. β).

ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΟΣ (Ναύπλιο). Απαντάται σε κατάσταση, που συνόδευε έγγραφο αναφορά των Βοιτυλιωτών προς την Ενετική Δημοκρατία, το 1690 (118:426, 436). Τοπωνύμιο στη Λιγούδιστα (Χώρα) Τριφυλίας (313:170). Τοποθεσία στη Λαγκάδα Κόνιτσας (283:224).

ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Παλ. Επίδαυρος). «Nichiforo Chiriachi» από την Κέρκυρα μνημονεύεται το 1554 (262:64). Ίσως να υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στους δύο αυτούς κλάδους, της ιδίας πιθανόν οικογένειας. Γιατί, όπως γράφει ο Λ. Βροκίνης, εκείνοι που ακολούθησαν τους Ενετούς, όταν αυτοί εγκατέλειψαν το Ναύπλιο το 1540, ανερχόντουσαν σε 1200, και η περιοχή Επιδαύρου, τότε, περιλαμβανόταν μέσα στα όρια της Napoli di Romania (46:247). Οικογενειακό επώνυμο «Κυργιάκου» στο χωριό Φραγκάδες Ηπείρου (131:243).

ΛΑΚΙΩΤΗΣ (Άργος). «Καπετάν τενετες νάτζος λακιοτης» υπογράφει, στις 15.8.1788, έγγραφο προς την αυτοκράτειρα της Ρωσσίας Αικατερίνη Β’, από την Παλαιά Ήπειρο, περί πολεμικής συνεργασίας κλπ. (177:102).

ΛΑΛΙΩΤΗΣ (Βιβάρι Ναυπλίου). Στα Ενετικά Αρχεία απαντούμε στρατιώτες Pelegrin και Theodoro Laloti da Napoli di Romania σε έγγραφο του 1542 (261:374). Χωριό της Κορινθίας (64:458). «Βουνό του Λαλιώτη»: τοπωνύμιο στο χωριό Φαγιά Ζακύνθου (104:113).

ΛΕΚΑΣ (Άργος, Ναύπλιο κ.α.). Βαπτιστικό όνομα πολλών στρατιωτών, κυρίως αλβανικής καταγωγής, αλλά και επώνυμο. Σε «θύμηση» επί ευαγγελίου της μονής Βίτσης (Δωδώνη Ηπείρου) αναφέρεται ως ιδιοκτήτης του ένας «Γεώργιος Λέκας» ποστέλνικος (ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών), το 1626, καταγόμενος από τα Ιωάννινα (267:107). «Ράχη του Λέκα», στο χωριό Σιδερόκαστρο Τριφυλίας και Αλή-Τσελεπή (Κάτω Σαμικόν) Πυλίας (313:178).

ΛΙΟΝΤΑΣ (Κρανίδι, 1851). Ένας Zorzi de Londa, Zitadin de questo luocho (: Thermissi, Castri et Vorsicha) αναφέρεται σε έγγραφο με χρονολογία 15 Απριλίου 1480, του Bartolomeo Minio προς την Ενετική Σύγκλητο (259:119). Σε έγγραφο του 1545, αναφέρεται ο Domino Franco de Londa cittadino nobile da Napoli di Romania και τα παιδιά του Nicolo και Andrea (261:408). Theodosio da Londa cittadino nobile da Napoli, σε έγγραφο του 1545 (261:414), επίσης Manusso Londa και τα παιδιά του Zorzi και Antonio, σε έγγραφο του 1552 (262:41).

ΛΟΥΜΗΣ (Κρανίδι, 1863). Αλβανικό βαπτιστικό όνομα. Απαντάται στους στρατιώτες Lumo Renessi, το 1504 (258:60) και Lumi Prifti, το 1541 (261:337), όπως ασφαλώς και σε άλλους. «Λούμη»: χωριό της περιοχής Σέρβου Γορτυνίας (185:312).

ΛΥΓΟΥΡΙΑΤΗΣ (Άργος 1892, Κούτσι (Αργολικό), Ναύπλιο 1853). Στρατιώτης Nicolo Liguriati da Napoli di Romania απαντάται, το 1542, σε Ενετικά έγγραφα (261-:374). Το επώνυμο απαντάται σε έγγραφα της μονής Αγ. Δημητρίου Ρεοντινού Κυνουρίας, το 1780 (49:233).

ΜΑΤΖΑΒΡΑΚΟΣ (Ναύπλιο, Ίρια). Στον Γεώργιο Maravracco (γρ. Mazavracco;) πρόσφυγα από την Αθήνα, παραχωρείται εγκατάσταση στα χωριά Cari (;) και Zorzi (;) από τις Ενετικές Αρχές (162:330).

ΜΕΝΤΗΣ (Άργος). Ένας Medin αρχηγός του Κροατικού τμήματος που έλαβε μέρος στην υπεράσπιση του Παλαμηδίου αναφέρεται στην έκθεση του Daniel Dolfin (1715). Ένας Μεντής, διάσημος ιππέας από το Άργος σκοτώνεται έξω από την Αθήνα κατά την Επανάσταση.

ΜΕΞΗΣ (Ερμιόνη, Κρανίδι, Πόρτο Χέλι, Τολό). Στρατιώτης Meza (Μέξα) αναφέρεται στα έγγραφα των Ενετικών Αρχών από το 1473 (260:12). Το επώνυμο απαντάται στις Σπέτσες από το 1803 (18:5).

ΜΗΛΙΩΤΗΣ και ΜΥΛΙΩΤΗΣ (Ναύπλιο). Επώνυμο στρατιώτη, το 1544 (261:391). Τοπωνύμιο «του Μηλιώτη» στην Πυλία Μεσσηνίας (313:196). «Χάνι του Μηλιώτη»: βορεινά από τα Φίχτια Αργολίδας. Νικηφόρος Μηλιώτης, ιερεύς, ιδρύει μοναστήρι το 1660 στη Ζάκυνθο (104:116).

ΜΟΘΩΝΙΟΣ (Άργος). Λέγεται ο από την Μεθώνη καταγόμενος. Απαντάται συχνότατα. Ο αρχαιότερος Μοθωνέος, που συνάντησε ο γράφων, είναι ο στο «Πρακτικόν της εκκλησίας της Κεφαλληνίας κλπ.» αναφερόμενος προ του 1262 (318:29).

ΜΟΙΡΑΣ (Επίδαυρος). Γιάννης Μοίρας, σε έγγραφο του 1794, στη Ζάκυνθο (126:φ. 117 σελ. β). Βαπτιστικό σε στρατιώτη του Ενετικού στρατού: Mira Bardi, το 1511 (258:19).

ΜΟΥΡΜΟΥΡΗΣ (Άργος, Ναύπλιο) ή ΜΟΡΜΟΡΗΣ, ή Μούρμουρας στις 28 Δεκεμβρίου 1539 αποστέλλονται στη Βενετία δύο Ναυπλιώτες, ο Ιάκωβος Μόρμορης και ο Γεώργιος Ραμουσάτης, για να περιγράψουν την κακή κατάσταση του Φρουρίου και να ζητήσουν βοήθεια (236:273). Στρατιώτης Εμμανουήλ Μόρμορης Ναυπλιεύς μνημονεύεται στα Ενετικά Αρχεία από το 1570 (46:253). Διαπρέπει σαν αρχηγός των επαναστατών της Β. Ηπείρου (1570).

«Ανήρ γενναίος και ειδήμων των εν Ηπείρω τοποθεσιών» (249:164). Το επώνυμο απαντάται πολλές φορές και στον Κ. Σάθα (262:393). «Τζόρτζις μούρμουρις» υπογράφει συμβόλαιο το 1594 στη Ζάκυνθο (104:52). Το επώνυμο απαντάται σε σημείωση στον κώδικα της μονής Χρυσοπηγής Στεμνίτσας, το 1790 (51:329). Δημήτρης Μούρμουρης αναγράφεται σε «κατάλογο των ανθρώπων οπού θα ‘ρθούν οι καλοκαιρινοί λουφέδες απάνου» στην Ύδρα (αχρονολόγητο, αλλά πιθανόν περί το 1804) (18:138).

«Το οικόσημον του εκ Κυδωνίας Κρήτης Ιωάννου Μόρμορη, ιχθύς ασημένιος επί κυανού πεδίου με τρεις χρυσούς αστέρας» (290Α:373).

ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΗΣ (Άργος 1849). Το 1464 (4 Φεβρουαρίου), ο Σούμπασης Balaban, άνθρωπος μεγάλης φήμης και συστημένος από πολλούς καπετάνιους, στρατηγούς και προνοητές, προσλαμβάνεται στις τάξεις του ενετικού στρατού (261:1). Ένας Marco Balaban, τούρκος βαφτισμένος χριστιανός, βρίσκεται ανακατεμένος σε μια υπόθεση κατασκοπείας στην Κορώνη, το 1465 (259:74). Τοποθεσία «Μπαλαμπάνα» λίγο πριν φθάσουμε στο Μούχλι. Τοπωνύμιο «του Βαλαβάνη». Οικισμός του Άργους, εγκαταλελειμένος το 1868 (14). Ο Χατζή Γιάννης Εμμανουήλ Μπαλαμπάνος, από τα Ψαρά, υπογράφει πωλητήριο έγγραφο στις 25.7.1797 στο Ζητούνι (Λαμία) (17:282).

ΜΠΑΛΑΦΑΡΑΣ (Άργος). Σε μια Agnese Malafara da Napoli και τα παιδιά της Σωτηριανό και Γιαννάκη, που γεννήθηκαν στο Ναύπλιο, παραχωρείται κάποια θέση στο Ριάλτο της Βενετίας (262:459).

ΜΠΑΡΔΗΣ (Άργος 1851, Δίδυμα). Στα Ενετικά Αρχεία, στρατιώτης Pierro Bardi αναφέρεται το 1541 (261:338). Στρατιώτης Gigni Bardi, το 1544 (261:392). Αλβανικό τοπωνύμιο «Laka Bardi» στο χωριό Βαριμπόμπη της Τριφυλίας (313:321). Η λέξη είναι αλβανική και σημαίνει λευκός.

ΜΠΑΣΤΑΣ (Άργος). Επώνυμο οικογένειας στρατιωτών, από το 1512 (260:XIV). Τοπωνύμιο «του Μπάστα» στο χωριό Λογγά της Πυλίας. Όνομα μιας αλβανικής φάρας της νοτίου Αλβανίας αλλά και της Ιταλίας (313:295). Χωριό της Αρκαδίας.

ΜΠΑΤΑΒΟΣ (Ναύπλιο). Μπαταβοί ελέγοντο και λέγονται ακόμα οι Ολλανδοί, που κατάγονται από την Batavia. Το επώνυμο ίσως είναι εθνικής καταγωγής σημαντικό, όπως το Φράγκος, Ρούσσος, Αρβανίτης κλπ. Λαϊκή έκφραση σημαίνει τον ανόητο.

ΜΠΕΛΟΚΑΣ (Άργος). Στις 2 Ιουνίου 1512, αναχωρούν από τη Βενετία τα πλοία ιδιοκτησίας Γεωργίου Ψαρά και Ιωάννου Belocha, που μεταφέρουν εφόδια στο Ναύπλιο (236:268). Μία Κατερίνα Belocha απαντάται το 1548 στα Ενετικά Αρχεία (262:11). Laurenzio Belochio: έχει χαράξει το όνομά του σε μια κολώνα της Αγ. Μονής Ναυπλίου (Bel’ Ochio: αυτός, που έχει ωραία μάτια). Επιτύμβια πλάκα με την επιγραφή: (1630) ΚΥΜΗΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ / ΟΣΙΟΤΑΤΟΥ / ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΜΠΕΛΟΚΑ / ΕΚ ΧΩΡΑΣ ΝΑΥΠΛΙΟΥ: βρίσκεται εντοιχισμένη στη νότια πλευρά του καθολικού της μονής Αρτοκοστάς Κυνουρίας (13:259). Ο Νικηφόρος Μπελόκας, με το κοσμικό όνομα Νικόλαος, υπήρξε ο ανακαινιστής της μονής, το 1617, όπως αναγράφει σχετικό σιγίλλιο (13:262).

ΜΠΕΝΟΣ (Άργος). Λατινικό βαπτιστικό όνομα, αργότερα και επώνυμο (119). Γεώργιος Μπένος βεβαιώνει έγγραφο, το 1713, στο χωριό Νεζερά της Αχαΐας (291:63).

ΜΠΕΡΚΕΤΗΣ (Πόρτο Χέλι). Στρατιώτης Thodaro Barcheti στην Κεφαλονιά, το 1561 (262:97). Πέτρος Μπερκέτης, μελογράφος, αναφέρεται σε κώδικα του 18ου αι., στη Ζάκυνθο (40:61).

ΜΠΙΜΠΗΣ (Άργος 1873, Επίδαυρος, Χέλι). Ένας Antionio Bibi, μακαρίτης το 1543, κατείχε το αξίωμα «Di Cao di Guarda nel Sextier di S. Marco et di Casonier del cason di Frezaria…” (261Q383). “Στ’ Βρύσ’ τ’ς Μπιμπαίοι»: πηγή της Καστάνιανης Ηπείρου, όπου κατοικούσε ο Μπίμπας (283:226).

ΜΠΟΓΑΣ (Άργος) και ΜΠΟΥΓΑΣ. Χωριό Μπουγά και Μπουγιάτι στην Αργολίδα, αλλά και αλλού, που οφείλουν την ονομασία τους ενδεχομένως σε μέλη της οικογένειας Μπούα. Το όνομα Μπούας αναφέρεται από τον Κ. Σάθα, το πρώτον αν δεν κάνω λάθος, το 1406, ως Μαυρίκιος Μπούας Σγουρός (256:ΧΧΙΙ). Έκτοτε το επώνυμο επαναλαμβάνεται συχνά. Dιμων Μπουγαc, το 1642, από επιτύμβιο πλάκα μέσα στον καθολικό της μονής του Αγίου Ιωάννου στο Λιβάδι (Καρυάς), στην Λευκάδα. Τοπωνύμιο «Λάκκα του Μπουγά» στο χωριό Αελιάς Ολυμπίας (313:207). Τοπωνύμιο στο Πραστό Κυνουρίας: «στου κυρ Γεωργάκη Μπουγά», σε έγγραφο της μ. Ρεοντινού, το 1762 (49:213). «Ιωάννης Μπογάς»: υπογράφει σε κατάσταση διανομής λαδιού, στα Ιωάννινα, το 1820 (114:117). Μπουγάς: σε διαθήκη τυ 1638, στη Ζάκυνθο (126:φ55). Διεξοδικότερα με την καταγωγή της οικογένειας Μπούα είχε ασχοληθεί ο Κ. Η. Μπίρης (202:39). Βλέπε και: ExJoannis Coronaei rebus a Mercurio Bua gestis (314:367-370).

ΜΠΟΖΙΚΗΣ (Ερμιόνη). Παλαιά οικογένεια από τη Ζάκυνθο.

ΜΠΟΖΟΝΕΛΟΣ (Άργος, Καρυά κ.α.). Πιθανώτατα πρόκειται περί αναγραμματισμού: ο από την Bologna της Ιταλίας καταγόμενος ή προερχόμενος, ο Μπολονέζος, έγινε Μποζονέλος (229:160).

ΜΠΟΝΑΦΙΝ (Ναύπλιο 1800-1893). Τοπωνύμιο «Μποναφέ» ανάμεσα στα χωριά Πισινώντα και Μουζάκη Ζακύνθου (109:174). Κων/νος Μποναφίς, νοτάριος, απαντάται σε διαθήκη του 1617 στη Ζάκυνθο (126:φ26, 84).

ΜΠΟΝΗΣ (Άργος). «Κώστας Μπόνι» αναφέρεται μεταξύ των οφειλετών στην έκθεση, που υπέβαλαν οι πραγματογνώμονες στις Ενετικές Αρχές, σχετικά με την περιουσία των Μαρουτσαίων στην Άρτα της Ηπείρου, το 1756 (189:63). Ένας Μέτσο Μπόνιος, ιταλικής πιθανόν καταγωγής, αναφέρεται μεταξύ του ανωτέρου προσωπικού της αυλής τυ Αλή πασά (141:33). Ένας Μπόνης, πιθανόν στο Βουκουρέστι, αναφέρεται σε επιστολή του Ι. Νικολόπουλου προς τον αδελφό του Κων/νο, στο Παρίσι (;), το 1818 (92:253). Don Paolo de Bonis: λατίνος κληρικός περί το πρώτο μισό του 17ου αι., στην Κέρκυρα (292:137-9). «Φραγκιάς Μπόνης» αναφέρεται να αγοράζει «ένα κατάλυμα εν Μαράθι Μυκόνου», την 2.4.1676 (233).

ΜΠΟΥΖΑΣ και ΜΠΟΥΖΙΟΣ και ΜΠΟΥΖΟΣ (Κρανίδι, Κιβέρι). Στρατιώτης Stephano Busi μνημονεύεται στις τάξεις του Ενετικού στρατού, το 1541 (261:338). Τοπωνύμιο «ο Μπούζης» στο χωριό Κάτω Κοπάνιτσα (Καρυαί) Τριφυλίας και Σμαρλίνα (Στόμιον) Ολυμπίας. Το «Μπούζι», «του Μπούζη»: το σημερινό χωριό Ελαία Τριφυλία (313:208). «Νικολής Κωνσταντή Μπούζα» αναφέρεται στο 1809 σε έγγραφο του Αρχείου Ύδρας (19:424). Το επώνυμο είναι ίσως Ηπειρωτικό, γιατί αναφέρεται και αλβανός Ταφίλ Μπούζης μετεπαναστατικά (131:241). Τοπωνύμιο «του Βούζη» (Μπούζη;) στην περιοχή Μέρμπακα (Αγ. Τριάδα) Αργολίδας αναφέρεται στο «Υπόμνημα» του Επισκόπου Ναυπλίου και Άργους Λέοντος, το 1144 (12:15).

ΜΠΟΥΚΟΥΡΑΣ (Άργος, Πασά (Ίναχος), Ναύπλιο). Στρατιώτης Γκούμας (Ιάκωβος) Μπούκουρας χρονολογείται από το 1511 (261:338). Τοπωνύμιο «του Μπούκουρα» στο χωριό Ψάρι της Τριφυλίας (313:208). Επώνυμο αναφερόμενο μεταξύ των Φιλικών του χωριού Μαγούλιανα (128:339-42). Χωριό Μπούκουρα στην επαρχία Πατρών (64:450). Και συνθηματική γλώσσα στην Ήπειρο: «τα Μπουκουρέικα» (271). Νικ. Μπούκουρας υπογράφει έγγραφο (τουρκικό), το 1818, στην Αλωνίσταινα (69:367).

ΜΠΟΥΡΛΟΣ (Δερβενάκια). Το «χάνι του Μπούρλου» στα Δερβενάκια. Το επώνυμο γνωστό και από το Αργίτικο δημοτικό: «του Μπουρλού μωρή το σαλβάρι σου κλπ.». Αλβανικό τοπωνύμιο «Laka Mburlu» στο χωριό Μαλίκι (Πολυθέα) Τριφυλίας (313:322). Η λέξη είναι ιταλική και σημαίνει: αστείος.

ΜΩΡΟΣ (Άργος, Κρανίδι). Στρατιώτης Μώρος από την Ναύπακτο, αναφέρεται στο 1563 στα Ενετικά Αρχεία (262:107). Τοπωνύμιο «του Μώρου» στο Σιδερόκαστρο της Τριφυλίας (313:211).

ΝΕΡΟΥΤΣΟΣ (Άργος 1845). Αναφέρεται από τον 15ο αι. (Nerozzo) (88:289-293).

ΝΤΑΝΤΗΣ (Ναύπλιο). Στρατιώτης στον Ενετικό στρατό Ιωάννης Tandi αναγράφεται το 1541 (261:353). Το επώνυμο Tandi αναφέρεται στον κατάλογο των ευγενών από το Ηράκλειο Κρήτης που εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα τον 17ο αι. (158:452). Georgius T., κρητικός, εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας το 1638 (238:262).

ΝΤΟΚΟΣ (Κουτσοπόδι, Μύλοι). Ένα επώνυμο που απαντάται σχετικά συχνά στην Αργολίδα, είναι και το Ντόκος. Με κέντρο πιθανόν το Κουτσοπόδι, όπου είναι και πολυαριθμότερο, έχει απλώσει μέχρι τους Μύλους, Κούτσι, Ναύπλιο, και φυσικά και την Αθήνα.

Για την προέλευση αυτής της οικογένειας, ούτε ιστορικά είναι βεβαιωμένο τίποτα, αλλά ούτε και τα μέλη της διέσωσαν κάτι σαν παράδοση. Έτσι, στην αναζήτηση της καταγωγής της, μοιραία θα περιοριστούμε σε εικασίες.

Επειδή τα οικογενειακά επώνυμα δεν παρουσιάζονται τυχαία, αλλά πάντα από κάπου ξεκινούν, μπορούμε να κάνουμε την εξής υπόθεση.

Το επώνυμο Ντόκος, το συναντούμε στην Ήπειρο:

– Ως «Ντόκας», στους αγώνες μεταξύ Λιαλιαταίων και Καραμουραταταίων, περί το 1687 για την «προστασία» του χωριού Διπάλιστα της Ηπείρου, το σημερινό Μολυβδοσκέπαστος.[1]

– Μια Αλεξάνδρα Ντόκου, υπογράφει προικοσύμφωνο το 1803 στα Γιάννενα.[2]

– Το 1820, μνημονεύεται το επώνυμο επίσης στα Γιάννενα.[3]

– Αλλά και τοπωνύμιο στο χωριό Γλανιτσιά της Γορτυνίας.[4]

– Στο Πωγώνι της Ηπείρου.[5]

Οι πληροφορίες αυτές είναι βέβαια λίγες, αλλά μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι την αναζήτηση για την προέλευση της οικογένειας αυτής θα πρέπει να την αρχίσουμε από την Ήπειρο.

Στην περιοχή αυτή, εμφανίζεται στα μέσα του ΙΔ’ αιώνα, ο από το Benevento της Ιταλίας καταγόμενος Γουλιέλμος Tocco (+1275), ο οποίος θεωρείται και ο γενάρχης της μεγάλης οικογένειας των Tocchi, μέλη της οποίας παρουσιάζονται αργότερα σαν δούκες της Λευκάδας, κόμητες της Κεφαλονιάς, αυθέντες της Βοστίτζας, κύριοι της Ζακύνθου, δεσπόται της Άρτας και των Ιωαννίνων.

Η δραστηριότητα της οικογένειας αυτής θα μας απασχολήσει μόνο από τον Κάρολο Tocco I., και μεταγενέστερα, γιατί ο Κάρολος αυτός, στις αρχές του ΙΕ’ αι., βοηθούμενο από τον αδελφό του Λεονάρδο, επεξέτεινε την κυριαρχία της οικογένειας από το Αργυρόκαστρο της Β. Ηπείρου, μέχρι το Άργος.[6]

Όταν πέθανε ο Κάρολος Ι (4.7.1429), άφησε πέντε γιους νόθους, τον Μέμνωνα, «…έναν Μοραΐτη», ο οποίος το 1458 όταν ο Μωάμεθ ο ΙΙ εισέβαλε στην Πελοπόννησο, εμάζωξε πολλούς Μοραΐτες λέγοντας να αντισταθεί του Σουλτάν Μεχμέτ. Και εδιάβη και εστάθη επάνω εις τόπον λεγόμενον Φλιούνι (Πιθανόν το όρος Πολύφεγγον της Νεμάς», «εισέ τόπον δυνατόν. Και ο Σουλτάνος διέβη και επήρε τον Ταρσό». (Γεω. Θ. Ζώρα, η Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως και η Βασιλεία Μωάμεθ Β’ του Κατακτητού, κατά τον ανέκδοτον ελληνικόν Βαρβερίνον κώδικα 111 της Βατικανής Βιβλιοθήκης, ΕΕΒΣ, ΚΒ’ (1952) σ. 263). Τον Ηρακλή, τον Τούρνο, ένας γιος του οποίου, Τζήρνος ή Κύρνος Τόκκος, αναφέρεται στο κείμενο της ειρήνης που σύνηψαν το 1502 η Βενετία και ο Βαγιαζήτ και μνημονεύεται ως κύριος τόπου στη Λευκάδα (Κ. Σάθας, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, 1869, σ. 68). Έναν άλλο ίσως Αντώνιο, για τον οποίο πάλι ο Κ. Σάθας, ό.π. σ. 58 γράφει: «Ύστερον», μετά την κατάληψη των νήσων Κεφαλληνίας, Ζακύνθου και Λευκάδος υπό των Τούρκων, «Αντώνιος ο Τόκος», βοηθούμενος υπό του βασιλέως της Νεαπόλεως, κατέλαβεν τας δύο πρώτας νήσους. Πλην οι Ενετοί εξαπατήσαντες και τον Σουλτάνον, ευκόλως εγένοντο κύριοι αυτών (1483)». Και τελευταίο τον Ορλάνδο.[7]

Σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, τα παιδιά επειδή ήσαν νόθα, δεν είχαν δικαίωμα στην πατρική κληρονομιά, η οποία περιήλθε στον ανηψιό του Κάρολου, επίσης Κάρολο ΙΙ.

Μικρά κτήματα των πατρικών κτήσεων στην Ακαρνανία παραχωρήθηκαν στον Ηρακλή και στον Τούρνο, οι οποίοι εμφανίζονται αργότερα να συνεχίζουν τις προσπάθειές τους για να τα καταλάβουν (6-79). Στον Μέμνωνα παραχωρήθηκαν κτήματα στο Μοριά, και εμφανίζεται το 1436 ως κύριος της Κερπινής των Καλαβρύτων (7-530).

Για τους άλλους δύο δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες. Τα ίχνη τους χάνονται μέσα στον Τουρκικό Στρατό που είχε ενσκήψει στον ελληνικό χώρο, και στον οποίον κατέφευγαν τότε όλοι οι δυσαρεστημένοι. Η τελευταία αυτή πληροφορία, ότι ο Μέμνων Τόκκος, τελειώνει την παρουσία του στην ιστορία, σαν αυθέντης της Κερπινής, οδηγεί στην υπόθεση ότι αν υπήρχαν ακόμη στην Κερπινή, αναμνήσεις, παραδόσεις ή υπολείμματα των οικογενειών των Τόκκων, ήταν πολύ πιθανό, να μπορούσε να βρεθεί κάποιος σύνδεσμος ανάμεσα στους Τόκκους της Κεφαλονιάς-Ηπείρου, με τους Ντόκους της Αργολίδας.

Πράγματι, σε μια επίσκεψη, το Πάσχα του 1982, στην Κερπινή των Καλαβρύτων διαπιστώθηκε ότι, στο γειτονικό χωριό, το Ορεινό Βυσοκά, που βρίσκεται όμως μέσα στα όρια της Κερπινής, –σήμερα έχει εγκαταλειφθεί και κάτοικοί του κατέβηκαν στο Βυσοκά (Σκεπαστό)–, σώζονται ακόμη 4 οικογένειες με το επώνυμο Ντόκος.

Βέβαια κανείς δεν ήξερε κάτι για την καταγωγή τους. Αλλά όλοι απέκλεισαν την πιθανότητα να είχαν ανέβει εκεί επάνω, –τον χειμώνα τα χωριά αυτά είναι αποκλεισμένα από τα χιόνια–, από τον Αργολικό κάμπο. Θεώρησαν πιθανότερο, οι Ντόκοι του Άργους να προέρχονται από τους ορεινούς Ντόκους των Καλαβρύτων, όπως άλλωστε συμβαίνει συχνά με τους «χειμαδιώτες», που σιγά-σιγά εγκαθίστανται στον κάμπο, εγκαταλείποντας την ορεινή αλλά σκληρή γενέτειρα.

Η παρουσία αυτή των Ντόκων στην Κερπινή, ίσως είναι μία ένδειξη, πολύ πιθανή κατά τον γράφοντα, για τη συγγένεια Τόκκων και Ντόκων, αλλά βέβαια δεν είναι απόδειξη. Χρειάζονται κι άλλες πληροφορίες, οι οποίες σήμερα δεν υπάρχουν. Γι’ αυτό και η πάρα πάνω υπόθεση, όσο ωραία και αν είναι, παραμένει πάντα υπόθεση (139:70).

ΞΙΑΡΧΟΣ (Καρυά, Κρανίδι). Ένας Conte Xarcho… fuggito de Turchia μνημονεύεται στο στρατόπεδο της Zara, το 1503, στα Ενετικά Αρχεία (260:71, κ.ε.). Οι Ενετοί της Επτανήσου, όταν έλεγα TURCHIA, εννοούσαν και την Ηπειρωτική Ελλάδα. Νικόλαος Έξαρχος, πρωθιερέας, γεννημένος γύρω στα 1730-40, ήταν πρό-παππος του Ι. Λαμπρίδου (133:θ’). Κων/νος Ξάρχος, «εκ χώρας Πραστού», ανακαινίζει την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου Ρεοντινού (1689) (49:202). «γηοργουλη και θαναση και επηληπι ξηαρχεοι» βεβαιώνουν σε πωλητήριο έγγραφο του 1812 (69:375).

ΞΥΠΟΛΙΑΣ (Άργος, Λιγουριό Ναύπλιο) και ΞΥΠΟΛΗΤΑΣ (Κρανίδι). Sipolisias Δημήτριος και Θεοδώρα, από την Μονεμβασία, αναφέρονται το 1547 στην Napoli di Romania (261:439).

ΞΥΦΤΕΡΗΣ (Κρανίδι). Στους Ενετικούς καταλόγους, μεταξύ εκείνων που πήραν κάποια αμοιβή για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν, αναφέρεται και ο Alessandro Xifiteri da Napoli, το 1545 (261:411).

ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ναύπλιο). Ενετός πρόξενος στην Άρτα το 1765, απαντάται ο από την Κρήτη καταγόμενος Μοσχονάς Πάγκαλος (184:292). Νικόλαος Πάγκαλος στέλνεται στην Τεργέστη και από εκεί στην Πετρούπολη σαν πρεσβευτής της Ύδρας, το 1789 (17:28). «Μάστρο Δούκας Πάγκαλος» σε έγγραφο του 1644, στη Ζάκυνθο (104:11). Οικογένεια Παγγάλων, ενετικής καταγωγής, σημειώνεται στην Τζιά (Κέα) (303:203).

ΠΑΛΑΒΙΤΣΙΝΗΣ (Ναύπλιο). Γενάρχης του Παλλαβιτσίνη της Ελλάδας θεωρείται ο Γουΐδων Παλλαβιτσίνη (1204), μαρκίων της Βοδονίτζης (87:475). Κατόπιν, όμως, εμφανίστηκαν και άλλοι: Alberto Pallavicini, μαρκήσιος της Βοδονίτσας, μνημονεύεται το 1310 (319:280), και το 1570 ο Σφόρτσα Παλαβιτσίνης, βενετός αρχιστράτηγος (299:278). Οικογένεια ΠΑΛΑΒΙΤΣΙΝΟΥ, το 1675, στη Ζάκυνθο (82:505).

ΠΑΝΑΡΙΤΗΣ (Άργος, Ναύπλιο). Εκτός από τα χωριά Παναρίτη της Ναυπλίας, Κορινθίας, Αχαΐας, Βορείου Ηπείρου, υπάρχει και στρατιώτης στα Ενετικά Αρχεία, προ του 1511, με το όνομα Panariti (Πανάρετος;) (260:97).

ΠΑΝΤΟΤΗΣ (Άργος). «Αλεξαντρής Πανδεότης» αναφέρεται δημόσιος νοτάριος σε έγγραφο του ολή (1538), στον Κώδικα της μ. Σπηλιώτισσας Ζακύνθου (126:φ. 2 σελ. β). Στην οικογένεια υπάρχει η παράδοση ότι έχουν έρθει από την Ιταλία.

ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ (Άργος). Στο χωριό Άκοβο της Μεσσηνίας απαντάται, το 1659, οικογένεια με το παρεμφερές επώνυμο Πραβάντο, μέλη της οποίας υπογράφουν επιστολή προς τον Μοροζίνη (91:245). Θα μπορούσαν, πιθανόν, να συσχετισθούν με τους Παραβάντηδες του Αχλαδόκαμπου και του Άργους. Παράβαντα, επίρρημα στην Κάρπαθο, σημαίνει πλαγίως. (198:300).

ΠΑΣΧΑΛΗΣ (Ερμιόνη). Στρατιώτες με το επώνυμο Πασχάλης απαντώνται στα Ενετικά Αρχεία οι εξής: Zorz P. το 1541 (261:353), Ανάργυρος Π., da Napoli di Romania το 1553 (262:44), Ιωάννης Π., da Thine (Τήνος), επίσης το 1553 (262:36). Πασχάλης απαντάται σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας, το 1806 (18:358).

ΠΑΤΡΙΝΙΟΣ (Ναύπλιο). Ένας Zuane Patrino, Ηπειρώτης, αναφέρεται, από το 1575, στο Μητρώο της Αδελφότητος Αγίου Νικολάου στη Βενετία (189:242). «Πατρινιά χωράφια» στα Λαγκάδια της Γορτυνίας (16). Αναγνώστης Πατριναίος, το 1797, πιθανόν από την Σμύρνη (15:474). «Δημ. Πατρινός με 50 ανθρώπους» αναφέρεται σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας, το 1803 (18:79, 31:232).

ΠΑΧΥΣ (Ναύπλιο). Ιωάννης Παχύς στασιάζει εναντίον του αυτοκράτορα Αλεξίου ΙΙΙ κατά το 1198 (142:520). Ένας Κανάκης Παχύς υπογράφει την «κόποια των υπαρχόντων της Αγίας Μονής» το 1679 (309:256). Ένας Zorzi Pacchi da Ma-Ivasia αναφέρεται στα Κύθηρα τον 13ο αι. (259-:301). Παναγιώτης Παχύς αναγράφεται μεταξύ των «οικοκυραίων» της νήσου Ύδρας (19:40). Παναγιώτης Παχύς αναφέρεται σε επιστολή των προεστών Σπετσών το 1816 (21:255). Τζαννέτος Παχύς αναφέρεται σε «μρικοπαράδοση», το 1706 στη Ζάκυνθο (126:φ88).

ΠΕΒΕΡΕΤΟΣ (Άργος, Δαλαμανάρα). «Ποβερέτου Κεφαλλήνος Λόγος επιφανηματικός κλπ.»: έγγραφο του 18ου αι. (156:471). Ένας Πρέβετος Γεώργιος, από τη Ζάκυνθο, εγκαθίσταται στην Τεργέστη το 1740 (298:371). Το επνμ. αναγράφεται συχνά ως Μπεβερέτος στο υπ’ αριθ. 205/30.7.1841 μισθωτήριο συμβόλαιο του συμ/φου Ναυπλίου Α. Κ. Ελαιώνος.

ΠΕΡΠΙΝΙΑΣ (Ναύπλιο). Περπινιάνης Γεώργιος, δυτικός επίσκοπος Τήνου (1594-1616) (285Α:57). ΠΕΡΠΙΝΙΑΣ Σάντος, αναγράφεται σε συμβόλαιο υπ’ αριθ. 88 22.5.1841, του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αναστ. Κ. Ελαιώνος. Προφανώς ο από το Περπινιάν της Γαλλίας καταγόμενος. Χωριό Πέρπενη στη Λακωνία.

ΠΙΚΟΣ και ΠΙΚΗΣ (Άργος, Ναύπλιο). Αναφέρεται Παναγιώτης Πίκος, φιλικός στη Μολδοβλαχία (1817) (209:69).

ΠΙΠΕΡΟΣ (Άργος, κ.α.). Ο Andreas Piperi cretensis, δηλ. κρητικός, εγγράφεται το 1707 στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. (237:125).

ΠΙΤΣΑΣ (Επίδαυρος, Κρανίδι, Ναύπλιο, Χέλι). Χωριό στην Αχαΐα. «Ο Πιτσάς»: τοπωνύμιο στο Σιτοχώρι της Τριφυλίας (313:337). «Μήτρος Πιτζάς», το 1806, σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας (18:358). «Λάζαρος Πιτσάς», το 1811, σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας (20:164). Πίτσης, το 1675, «εξ Αργολίδος», αναφέρεται από τον Η. Τσιτσέλη (294:253).

ΠΛΑΤΑΝΙΤΗΣ (Άργος 1869). Βρετός Πλατανίτης da Napoli di Romania απαντάται, το 1557, στον Ενετικό στρατό (262:81). Ομώνυμο χωριό κοντά στο χωριό Μέρμπακα (Αγ. Τριάδα) της Αργολίδας. Αναγνώστης Πλατανίτης αναγράφεται σε κατάσταση της Κοιν. Ύδρας, το 1802 (17:314).

ΠΡΙΦΤΗΣ (Άργος). Πολλοί στρατιώτες στον Ενετικό στρατό ονομάζονταν Prifti (: παπάς) (261:337, 353, 356). Χωριό Πρίφτιανι (Μοναστηράκι) στην Αργολίδα. Χωριό και οπλαρχηγός Πρίφτης στη Σαμαρίνα της Ηπείρου, το 1743 (141:17). Πρίφτης υπογράφει συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Αρχείου Νέζου (203).

ΡΑΔΟΣ (Κρανίδι 1884). Χωριό με αυτή την ονομασία, «του Ράδου», βρίσκεται στην επαρχία Ερμιονίδας. Rado: αλβανικό και σλαβικό βαπτιστικό όνομα (: καλός, βλ. και ράδιον), απαντάται στους στρατιώτες Rado Prifti και Rado Renessi, από το 1541 (261:333, 261:358). Ορεινό χωριό της Γορτυνίας.

ΡΑΛΛΗΣ και ΡΑΛΗΣ (Άργος, Ναύπλιο). Η λέξη «Ραλ» είναι αλβανική και σημαίνει: σπάνιος, άτριχος (256:ΧΧVI). Πρώτος με το όνομα αυτό εμφανίζεται στην ιστορία ο Ραούλ ο Λυκοδέρμων, νορμανδικής πιθανόν καταγωγής, κατά τον 11ο αι. Ραούλ Αλέξιος, πρωτοβεστιάριος του Ιωάννου Δούκα Βατάτζη (1222-1254) αναφέρεται από τον Γεώργιο Ακροπολίτη (5:69). Μιχάλης Ράλλης αναφέρεται στα Ενετικά Αρχεία το 1489 (239:162). Βελισάριος Ράλλης αναγράφεται σαν ιδιοκτήτης γαλέρας το 1533 (259:315). Βιβλιογραφία (36:15, 38:139, 37:68, 39:254, 30:217).

ΡΑΧΑΝΙΩΤΗΣ (Άργος, Επίδαυρος, Χέλι (Αραχναίο)). Μήπως το Ραχανιώτης αυτό καλύπτει το Ταρχανειώτης; Γιατί, όπως γράφει ο Κ. Σάθας: «Le poete strathiote (Marulos) quoique s’intitulant Constantinopolitain, il etait originaire de Dume d’Achaïe, sa mere descendait de la célébre maison de Tarchaniotes Argiens seigneurs de Tarchanium (le mont Aracnium des anciens)… » (: Ο Στρατιώτης ποιητής Μάρουλος, παρ’ όλον ότι ετιτλοφορείτο Κωνσταντινουπολίτης, προερχόταν από την Δύμη της Αχαΐας, η μητέρα του καταγόταν από την ένδοξη οικογένεια των Ταρχανειωτών, Αργείων κυρίως του Ταρχανίου, του όρους Αραχναίου των αρχαίων…» (260:IV). Διαμάντε: θυγάτηρ Γεωργίου Τραχανιώτου, μνημονεύεται σε διαθήκη του 1646 στη Ζάκυνθο (106:166). «Στου Ραχανιώτη»: τοπωνύμιο στην περιοχή Χέλι (Αραχναίο) της Αργολίδας. «Ταρχανιώτης (Ραχανιώτης;)», «μέγας δομέστικος Νικηφόρος ο Ταρχανειώτης, στρατιώτης καλός και αγαθός στρατηγός», άντρας της αδελφής του Μιχαήλ VIII του Παλαιολόγου (1261-1283), αναφέρεται από τον Ακροπολίτη (5:60). Φρούραρχος Τζουρουλού επί βασιλείας Ιωάννου Βογάτζη (1222-1254). (255:481). Ταρχάνειον, συνοικισμός παρά τα Κύψελλα της Θράκης, Θεοδοσίου, Μετοχίτου, Πρεσβευτικός, (251:161). Μιχαήλ Μάρουλος Ταρχανειώτης, Έλλην ποιητής των χρόνων της Αναγεννήσεως, (77Α:200-242).

ΡΙΓΚΑΣ (Τολό). Μία Donna Catherina του ποτέ Rigo da Napoli di Romania μνημονεύεται σε έγγραφο των Ενετικών Αρχών, το 1544 (261:394). ΡΙΓΚΑΣ και ΡΗΓΚΑΣ απαντώνται στην περιοχή Τζουμέρκων (136:71).

ΡΟΜΠΟΤΗΣ (Κρανίδι, Ρομπότσης 1874, Ναύπλιο, Πόρτο Χέλι). Ιωάννης Ρομπότης: αναφέρεται το 1262, στο «Πρακτιόν της Αγιωτάτης Επισκοπής Κεφαλληνίας κ.λπ.» (318:27). Ένας Ρομποτής καταφεύγει στην Κεφαλονιά, το 1502 (106:247). Alexio Robotin μνημονεύεται στην Κεφαλονιά, το 1528 (259:278). Ρομπότης: οικογενειακό επώνυμο στην Ήπειρο (131:41). Ρομποτής: οικογενειακό επώνυμο στο χωριό Αθάνα της Λευκάδας. Ρομποτής συμμετέχει στην ανέγερση ναού στον Άγιο Νικόλαο Ιρά (Λευκάδας) προ 300 και πλέον ετών (186:335). Τοπωνύμιο «το Ρομποτό» στο χωριό Καντηλισκέρι, Καλιστήριον (Πλατανόβρυση) Πυλίας (313:244). «Ρομπότα» (η δουλειά) και «ρομποτεύω» (εργάζομαι, σκάβω): στη συνθηματική γλώσσα των «γιοργατζάδων» του Κοσμά (129:67).

ΡΟΥΜΑΝΑΣ (Ναύπλιο). Χωριό στην Τριφυλία Ρουμανού ή Ρωμανού (313:245). Romana: ένδυμα μακρύ, μαύρου χρώματος, που παλαιότερα φορούσαν όλοι οι Ενετοί, στα τελευταία όμως χρόνια της Δημοκρατίας το χρησιμοποιούσαν οι Ενετοί δημόσιοι αντιπρόσωποι σαν ημιεπίσημο ένδυμα (311:582).

ΡΟΥΣΣΟΣ (Άργος, Ναύπλιο). Το επώνυμο απαντάται στη Μάνη από το 1736 (270:86).

ΣΑΒΙΝΗΣ (Άργος). Στρατιώτης Savinas ή Sovina ή Savinos αναφέρεται στα έγγραφα των Ενετικών Αρχείων, το 1539 (261:314). Και Vreto Savino, επίσης το 1539 (261:333). Τοπωνύμιο «του Σαβίνου» στην περιοχή Αγ. Νικόλαος (Κοιλιωμένου) στη Ζάκυνθο.

ΣΑΒΟΓΙΑΣ (Ναύπλιο). Στρατιώτης Manuel Savogia, da Napoli di Romania, απαντάται στα Ενετικά Αρχεία από το 1548 (262:4). Γρηγόριος Θεοδώρου Σαβόγιας από την Κρήτη, ιδρύει, το 1664, το ναό της αγίας Αικατερίνης ή των Τριών Ιεραρχών στο προάστειο Κήποι της Ζακύνθου (104:121). Προφανώς ο εκ Σαβοΐας καταγόμενος. «Ζακύνθιος ποιητής» (254:45).

ΣΑΓΚΑΣ (Ναύπλιο). Στρατιώτης με το επώνυμο Σάγκας απαντάται στον Ενετικό στρατό, το 1481 (259:190).

ΣΑΓΡΕΔΟΣ (Άργος 1853). Πέτρος Sagredo ονομαζόταν ο βενετσιάνος φρούραρχος του Στροβιλίου Ηπείρου, το 1479 (254:214). Από τότε, το επώνυμο απαντάται και σε άλλους Ενετούς αξιωματούχους. Αυγουστής Σαγρέδος: σε έγγραφο του 1623 στη Ζάκυνθο (126:φ87 σελ. β).

ΣΕΡΑΣ (Άργος 1845). Στο Αρχείο συμβολαιογράφου Ντόκου, Τοπωνύμιο στη Ζάκυνθο, το 1689 (126:φ77 σελ. β), και (30:219) – Nicoló Serra hobile Zacinthio το 1784 (814:XXXVI).

ΣΚΑΝΔΑΛΗΣ (Άργος). Ισίδωρος Σκανδάλης, ηρωικός πλοίαρχος στις τάξεις των ιπποτών της Μάλτας (1533-1540) (262:193). Ιωάννης Σκ., Ζακυνθινός, γιος του εν Μεθώνη Σκανδάλη (249:99).

ΣΚΙΑΔΑΣ (Μέρμπακα (Αγ. Τριάδα)). Επώνυμο αναφερόμενο από τον 14ο αι. (314:126, 317:229). Ένας Pietro Γεωργίου Schiada απαντάται σαν στρατιώτης, το 1541 (261:356). Αλβανικό τοπωνύμιο «ráj Skjadá» (: η ράχη του Σκιαδά) στο χωριό Μαλίκι (Πολυθέα) Τριφυλίδας (313:345).

ΣΚΛΗΡΗΣ (Άργος, Καρυά, Ναύπλιο). Ένας Γκιώνης Σκλήρης αναφέρεται σαν στρατιώτης, το 1541 (261:338, 257:LIII). Αλβανικό τοπωνύμιο «ára Skijíra» (: χωράφι του Σκλήρη): στο χωριό Πάνω Ψάρι της Τριφυλίας (313:292). Επώνυμο Σκληρής στην Κέρκυρα το 1611 (197:36). Βυζαντινή οικογένεια Σκλήρη στον δήμο Οινούντος Λακωνίας (72:572). (Σημ. 6).

ΣΚΟΥΡΑΣ (Άργος, Μπερμπάτι (Προσύμνη), Ναύπλιο, Πρίφτιανι (Μοναστηράκι), Χώνικα). Στρατιώτης με το επώνυμο Tonda Scura, από την Μονεμβασία, αναγράφεται στις καταστάσεις του Ενετικού στρατού το 1546 (262:434).

ΣΠΑΘΗΣ (Άργος). Περί το 1388, αναφέρεται από τον Ι. Λαμπρίδη ότι οι Ζαγορίσιοι, βοηθούμενοι από τον Τζασύλο, τοπικό οπλαρχηγό, εξέρχονται κατά του αλβανού λησταντάρτη Σπάθα (Σπάτα;) (131:4). Άνω και Κάτω Σπαθία: περιοχές του Βερατίου, υπαγόμενες πολιτικά στο Ελμπασάν (136:222). Σημαντικός αριθμός Spata αναφέρεται και από τον Κ. Σάθα. «Σπαθής»: νοτάριος σε συμβόλαια των αρχών του 17ου αι. στη Ζάκυνθο (126:φ7).

ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ (Κρανίδι, Ναύπλιο). Κατά το 1541, αναφέρονται οι εξής στρατιώτες με το επώνυμο Spilioti: Μιχαήλ, Ιωάννης, Μανουήλ, Νικόλαος και Θεόδωρος (261:355). Το 1820 απαντάται σε κατάσταση επαγγελματιών της νήσου Ύδρας (22:377).

ΣΤΑΪΚΟΣ (Κρανίδι, Ναύπλιο). Αλβανικό τοπωνύμιο (lázi-Stájkose» (: το χέρσο του Στάικου) στα χωριά Κούβελα και Καστρούγκενα (Καρνέικα) Τριφυλίας (313:293). Ανδρέας Στάικος αναφέρεται σαν στρατιώτης στον Ενετικό στρατό, το 1512 (261:105). Στάικος αναφέρεται στους λογαριασμούς του Σταύρου Ιωάννου, στα Ιωάννινα, το 1811 (116:214).

ΣΤΕΦΑΝΗΣ (Άργος). Anagnosti Stefanin, da Napoli di Romania, μνημονεύεται σε έγγραφο των Ενετικών Αρχείων και με χρονολογία 10.11.1548 (262:10).

ΣΤΙΝΗΣ (Κρανίδι 1854). «Strenuissimo et fidel Stratioto da Napoli di Romania Stini Clemente q. Neri et nepote del q. Marin Pizolo, homo virilissimo et strenuissimo κ.λπ (: ο θαρραλέος και πιστός Ναυπλιώτης στρατιώτης Στίνης Κλήμης του ποτέ Neri και ανιψιός του ποτέ Μαρίνου Pizolo, άνθρωπος ανδρειότατος και θαρραλεότατος κ.λπ.): αναφέρεται σε έγγραφο των Ενετικών Αρχών από το 1502 (260:67).

ΣΥΡΓΙΑΝΝΗΣ και ΤΣΙΡΓΙΑΝΝΗΣ (Άργος 1861). Παλαιότερα στο χωριό Γυμνό, σήμερα στο γειτονικό του Λιόντι (Νεμέας). Συργιάννης: διακρίνεται κατά τους εμφυλίους πολέμους (Καντακουζηνός). Βυζαντινός στρατηγός (1399), υποτάσσει τα Ιωάννινα στον Ανδρόνικο Α’ Παλαιολόγο. «Λα Κιάτρα αλ Συργιάννη»: καραούλι στο Δίστρατο, όπου σκοτώθηκε ο κλέφτης Συργιάννης (283:217). Ένας Domenego Surian, da Napoli di Romania, παίρνει σαν ανταμοιβή κάποια θέση στο Antivari, το 1542 (261:371). Το 1599, αναφέρεται ένας Γιάννης Sergiano, επίσης da Napoli di Romania (262:94). Ονομασία μονής στην Αττική: Συριάνη ή Συργιάνη (321:99), σε απόσταση 39’ από την Αθήνα, προς την κατεύθυνση του Υμηττού. Suriano Βερναρδίνος (1580;-1583;), λατίνος αρχιεπίσκοπος Κέρκυρας (292:59). Συργ. Spiridion, αναγράφεται το 1705 στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας (238:278). Συργιάνος ο εκ Συρίας καταγόμενος.

ΣΥΡΜΑΣ (Άργος 1863). Ένας Πέτρος Syrme ή Symi αναφέρεται, το 1471, στα Ενετικά Αρχεία (260:9). Αναγνώστης Σίρμας απαντάται, το 1790, στο χωριό Νεγάδες της Ηπείρου (136:99). Τοπωνύμιο «το ρέμα του Σούρμα» στο χωριό Ποταμιά της Τριφυλίας (313:255). Γιάννης Νικολή Σύρμας αναφέρεται σε κατάσταση, καπεταναίων μικρών πλοίων της Ύδρας, το 1810 (20:130). Νικόλαος Δ. Σίρμας: κατζηλλιέρης Σπετζών, το 1816 (21:300).

ΤΟΣΚΑΣ (Ναύπλιο, Προσύμνη κ.α.). Τόσκας, προφανώς, είναι ο καταγόμενος από την Αλβανική φυλή των Τόσκηδων. Andrea Thoschi: στρατιώτης da Napoli di Romania απαντάται το 1523 (260:130). Ένας Ljamze Glava Tósca αναφέρεται στο χωριό Μολήστι της Ηπείρου, το 1815 (273:44). Χωριό Τόσκα, ακατοίκητο, στην Πρέβεζα (133:154).

ΤΣΙΠΟΚΑΣ (Ναύπλιο). Τοπωνύμιο στην περιοχή του Κοιλιωμένου Ζακύνθου (110:207).

ΦΑΛΙΕΡΟΣ (Άργος). Ένας «ser Zuan Falier conte de Spalato» μνημονεύεται στα Αρχεία της Βενετίας, το 1543 (261:407). Το επώνυμο απαντάται και σε κατάλογο των ευγενών, που εγκατέλειψαν την Κάντια (Ηράκλειο Κρήτης), το 17ο αι. και εγκατεστάθηκαν στην Κέρκυρα (158:452).

ΦΑΝΤΗΣ (Κουτσοπόδι). Το επώνυμο απαντάται τον 18ο αι. σε έγγραφο της μ. Ρεοντινού Κυνουρίας (49:221).

ΦΛΟΚΑΣ (Άργος 1883). Χωριό Φλόκα στην Τριφυλία, Ηλεία, Πάτρα, Μονεμβασία και Ήπειρο. Mathio Floca: στρατιώτης στην Κεφαλονιά, το 1545 (259:282). Κύργιος (Κυριάκος) Φλόκας, κάτοικος Νεοχωρίου Τρίκκης, μνημονεύεται το 1656 (138).

ΦΟΣΚΑΡΙΝΗΣ (Κοφίνι (Νέα Τίρυνθα)). Επώνυμο μεσαιωνικής Ενετικής οικογένειας. Ο αρχαιότερος γνωστός είναι ο Στέφανος Φοσκαρινός ο υπό του Sanuto αναφερόμενος (1207) (201Α:207). Μετά αυτό το επώνυμο αναφέρονται δύο κλάδοι: οι FOSCARINI της Βενετίας, από την πόλη ALTINE, που μετά την καταστροφή της από τους Γότθους κατέφυγαν στα Βενετσιάνικα νησάκια, κατέλαβαν δημοτικά αξιώματα, έγιναν μέλη του Μεγάλου Συμβουλίου, και από το 1297 ονομάστηκαν πατρίκιοι. Ένας Ιάκωβος F., έγινε δόγης το 1762, ένας άλλος Ιάκωβος, στις αρχές του 17ου αι., ήταν Γενικός Διοικητής των ναυτικών δυνάμεων της Βενετίας (Generalissimo di Mare). Στην τελευταία περίοδο της Βενετικής Δημοκρατίας, οι αδελφοί Σεβαστιανός και Νικολό F., ιππότες του Χρυσού Περιδέραιου (stola d’ore) υπηρέτησαν ως πρεσβευταί.

Ο θυρεός των Foscarini ήταν: χρυσός με διαγώνια κυανή ταινία.

Και άλλοι Foscarini, του Lecce, που είναι κλάδος της προηγούμενης οικογένειας μετανάστευσαν στις αρχές του 17ου αι., στο Lecce με επικεφαλής έναν Ιωάννη – Αντώνιο του Καίσαρα Foscarini. Σ’ αυτόν τον κλάδο ανήκει και ένας Νικολό, ο οποίος για πολιτικούς λόγους αναγκάστηκε να εκπατριστεί και εμφανίζεται στην Τσαρική Αυλή. Η Ρωσσική Κυβέρνηση τον στέλνει το 1763 επίτροπό της στην Κέρκυρα. Πιθανόν γυναίκα αυτού του Νικολό Φ. να ήταν και η περίφημη Αδριανή Φ. της οποίας οι έρωτες με τον Καζανόβα προξένησαν σκάνδαλο στην εποχή της. (Ακολουθεί η περιγραφή του θυρεού του) (312:426).

Ο Κ. Σάθας, σχετικά με την οικογένεια F. γράφει: «Μετά την κατάληψη του Ναυπλίου και της Μονεμβασίας από τους Τούρκους, η Σύγκλητος διόρισε έξη Σοφούς (savii) ή Υπουργούς (ministres) για να ασχοληθούν αποκλειστικά με τη συντήρηση και εγκατάσταση σε χριστιανικές χώρες, των ανδρείων Στρατιωτών των ανωτέρω πολιτειών, που προτίμησαν τον εκπατρισμό από τον μουσουλμανικό ζυγό. Τα ονόματα των έξη πρώτων συγκλητικών των αποκαλουμένων sapientes super rebus Naupliensium et Monovasiensium είναι: Antonio Dandolo, Francesco Longo, Aloysio Contarini, Marc Foscarini et Dolfino Dolfini (αναγράφει μόνο πέντε). Αργότερα αυτοί οι σοφοί (λατ. Sapientes) αντικαταστάθηκαν από άλλους ευγενείς» (261:334). Leonardo Foscarini: αναφέρεται Προβλεπτής Ζακύνθου, το 1536 (81:124). Ιάκωβος Foscarini, στην Κρήτη, υποβάλλει έκθεση, το 1577 (315:80). Ιερώνυμος Foscarini: προβλεπτής Ζακύνθου το 1630 (81:126). Αλοΐσιος Φωσκαρίνης: προνοητής Λευκάδας, το 1695 (186:98).

Fr. Foscarini. Προβλεπτής Ζαρνάτας (1699) (119:4). Λουδοβίκος Φορκαρίνης. Ενετός γερουσιαστής και ιστοριογράφος. Συνέγραψε Istoria della Republica Veneta (1722). Γράφει επιστολή προς τον Ιάκωβο Ρατζόνικον (255:6α’).

Johanes Antonius Foscarini (1731-(-)1739): ο τάφος του επιγράφεται: Johannis Antonii Fuscareno – Corcyrae Archiepiscopi – Cineris – Anno MDCCXXXIX (42).

ΦΟΥΝΤΑΣ και ΦΟΥΤΗΣ (Άργος, Ναύπλιο). Στρατιώτης Fudis Lecas Αλβανός από τη Μονεμβασία, αναφέρεται στα Ενετικά Αρχεία, από το 1542 (252:366). Και χωριό Φούτια νότια της Μονεμβασίας).

ΧΑΡΒΟΥΡΗΣ (Ναύπλιο 1841). Marcus Carburi του Διμ., αναγράφεται μεταξύ των φοιτητών του πανεπιστημίου της Πάδοβας το 1745 (237:195).

ΧΑΡΟΣ (Βιβάρι Ναυπλίας). Ο Χάρος Ζένος, με ορμητήριο το Ναύπλιο, επέρχεται κατά της επαρχίας Καλαβρύτων επί κεφαλής στιφών (15000!!) την 27.6.1772 και διαρπάζει το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, αφού υπέβαλε τους μοναχούς σε βασανιστήρια. Εν συνεχεία επιτίθεται και κατά της Κερπινής (75Β:43).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Χρονικά της Ηπείρου θ’ 1 σ. 138.

[2] Συγκούνης Φ., Ανέκδοτος αλληλογραφία των Ζωσιμάδων, Ηπειρωτικά Χρονικά Η’ (1933), 201.

[3] Κυγέας Σ. Β., Ηπειρωτικόν Αρχείον Σταύρου Ιωάννου, Προλεγόμενα, Ηπειρωτικά Χρονικά, 14 (1939), 18.

[4] Γιανναροπούλου Ιωαν., Το περιεχόμενον του κτητορικού κώδικος της παρά την Στεμνίτσαν μονής Ζωοδόχου Πηγής (Χρυσοπηγή), ΓΟΡΤΥΝΙΑΚΑ Β’. (1978), 153.

[5] Λαμπρίδης Ι., Παγωνιακά, (Αθήνα 1889), 70, ΗΜ. Β’ (Ιωάννινα 1971).

[6] Λούντζης Ε., Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών, Αθήναι 1969, σ. 72-73.

[7] Hopf Charles, Chroniques Gréco-Romanes, inedites oú peu connues publiées avec notes et tables généalogiques, εκδ. Σπανού, Αθήναι 1961, 530.

 

Βιβλιογραφία – (από τα άρθρα του Τάκη Μαύρου)


 

 

  • Αβούρης, Σ.Ν.: Σύντομος εκκλησιαστική ιστορία της Σύρου, ΕΕΚΜ. 6 (1967), 589-615.
  • Αδάμης, Μ.Γ.: Κατάλογος των χειρογράφων της βιβλιοθήκης Παναγιώτη Γκριτσάνη, ΕΕΒΣ, ΛΕ’ (1966-67), 313-365.
  • Ακροπολίτης, Γ., Χρονική συγγραφή, Βόννη 1836.
  • Ανδρεάδης, Μ.Χ.: Τινά περί δικαίου και δικαιοσύνης εν Κορινθία κατά τους πρώτους μετεπαναστατικούς χρόνους, Πελοποννησιακά, ΙΑ’ (1975), 172-179.
  • Αντωνακάτου, Ντ. – Μαύρος, Τ.: Ελληνικά μοναστήρια, Πελοπόννησος, 1 (Μονές Αργολίδας), Αθήνα 1976.
  • Των ιδίων: Ελληνικά μοναστήρια, Πελοπόννησος, 2 (Μονές Αρκαδίας), Αθήνα 1979.
  • Απογραφή Αποστολής Maison.
  • Αραβαντινού, Π., Χρονογραφία της Ηπείρου, Α’-Β’ εν Αθήναις 1856. Επανέκδοση Ηλ. Ρίζου.
  • Αρχείον Ιστορικού Λεξικού Ακαδημίας Αθηνών.
  • Αρχείον Κοινότητος Ύδρας, 1776-1832: 1 (1778-1802), εν Πειραιεί 1920.
  • Του ιδίου: 2 (1803-1806), εν Πειραιεί 1921.
  • Του ιδίου: 3 (1807-1809), εν Πειραιεί 1922.
  • Του ιδίου: 4 (1804-1812), εν Πειραιεί 1923.
  • Του ιδίου: 5 (1813-1817), εν Πειραιεί 1924.
  • Του ιδίου: 6 (1818-1821), εν Πειραιεί 1925.
  • Βαγιακάκος, Δ.Β.: Αρχαία και Μεσαιωνικά τοπωνύμια εκ Μάνης, (συμβολή 2α), Πελοποννησιακά, Β’ (1957), 302-334.
  • Του ιδίου: Βυζαντινά ονόματα και επώνυμα εκ Μάνης, Πελοποννησιακά Γ’-Δ’ (1958-59), 185-221.
  • Του ιδίου: Σχεδίασμα περί των τοπωνυμικών και ανθρωπονυμικών σπουδών εν Ελλάδι, 1833-1962, εν Αθήναις 1964.
  • Του ιδίου: Πάτραι – Πάτρα, Πελοποννησιακά, Ι’ (1974), 223-234.
  • Βέης, Ν.Α.: Χαμάραιτοι, Ιστορικόν και γενεαλογικόν σημείωμα, εν Αθήναις 1903.
  • Του ιδίου: Κατάλογος των χειρογράφων κωδίκων της εν Αροανεία μονής των Αγίων Θεοδώρων, Επετηρίς ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ, Γ’ (1906).
  • Του ιδίου: Επετηρίς ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ, Γ’ (1906).
  • Του ιδίου: Κριτική Αντωνίου Χ. Χατζή, Α.Δ.Φ. καθηγητού. Οι Ραούλ, Ραλ, Ράλαι (1080-1800), Βυζαντίς, Β’ (εν Αθήναις 1911-12), 250-255.
  • Του ιδίου: Κατάλογος των ελληνικών χειρογράφων κωδίκων της εν Ζακύνθω Φωσκολιανής Βιβλιοθήκης, ΔΙΕΕ, 8 (1926), 46-65.
  • Βιάζης, Σ.Δ.: Σημειώματα περί των Δυτικών Εκκλησιών, Αρχιεπισκόπων και Επισκόπων Επτανήσων, ΑΡΜΟΝΙΑ (1906).
  • Βλαχογιάννης, Γ.: Άπαντα των Νεοελλήνων κλασσικών. 4. Κλέφτες του Μοριά, Αθήναι, 1966.
  • Βροκίνης, Λ.: Η εν Κέρκυρα αποίκησις. Έργα, Κέρκυρα 1973.
  • Γιανναρόπουλου, Ι.: Δικαιοπρακτικά έγγραφα εκ της μονής Ρεοντινού, Πελοποννησιακά, Η’ (1971), 201-238.
  • Του ιδίου: Το περιεχόμενον του κτητορικού κώδικος της παρά την Στεμνίτσαν Μονής Ζωοδόχου Πηγής (Χρυσοπηγής), Γορτυνιακά Β’ (1978), 385-393.
  • Γριτσόπουλος, Τ.Α.: Η αρχιεπισκοπή Δημητσάνης και Αργυροκάστρου, ΕΕΒΣ, Κ’ (1950), 209-256.
  • Γριτσόπουλος, Τ.Α.: Η κατά την Κυνουρίαν μονή της Λουκούς, Πελοποννησιακά, ΣΤ’ (1963-68), 129-190.
  • Του ιδίου: Στατιστικαί ειδήσεις περί Πελοποννήσου, Πελοποννησιακά, Η’ (1971), 411-459.
  • Δεληγιάννης, Γ.Ν.: Η Ιερά Μονή Ελώνης, ΔΙΕΕ, Ι’ (1925), 86-127.
  • Δημητρακόπουλος, Σ.: Προεπαναστατικά δικαιοπρακτικά έγγραφα Αλωνισταίνης, Γορτυνιακά Β’ (1978), 361-384.
  • Δούκας, Π.Χ.: Η Σπάρτη δια μέσου των αιώνων, Νέα Υόρκη 1922.
  • Δρακάκης, Α.Ο.: Η Σύρος επί Τουρκοκρατίας. Η Δικαιοσύνη και το Δίκαιον. ΕΕΚΜ, 6 (1967), 63-492.
  • 75Β.      Ευαγγελάτος, Χρ. Γ.: Η Αγία Λαύρα, Ιστορία της Ι.Μ., 961-1961, Αθήναι 1981.
  • 77Α.     Ζακυθηνού, Διον.: Μιχαήλ Μάρουλλος Ταρχανιώτης, Έλλην ποιητής των χρόνων της Αναγεννήσεων, ΕΕΒΣ, Ε’ (1928), 200-242.
  • Ζώης, Λ.: Ιστορία της Ζακύνθου, Αθήνα 1955.
  • Του ιδίου: Λεξικόν Λαογραφικόν Ζακύνθου, Αθήναι 1963.
  • Καλομενόπουλος, Ν.: Μεγ. Ελλην. Εγκυκλ., λήμμα «Παλαβιτσίνης», 19, σ. 475.
  • Καμπούρογλου, Δ.: Μνημείο της ιστορίας των Αθηναίων, Α’ (1891).
  • Καραθανάσης, Α.Ε.: Επαναστατικαί κινήσεις στην Πελοπόννησο στα 1659, Πελοποννησιακά, Η’ (1971), σ. 239-260.
  • Καρατζάς, Σ.: Ο Αγαθόφρων Λακεδαιμόνιος και το Παρισινό περιοδικό «Μέλισσα», Πελοποννησιακά, Γ’-Δ’ (1958-59), 241-262.
  • Κατσούρος, Α.Φ.: Ναξιακά δικαιοπρακτικά έγγραφα του 17ου αι., ΕΕΚΜ, 7 (1968), 24-337.
  • Κονόμος, Ντ.: Ναοί και μονές στη Ζάκυνθο, Αθήναι 1964.
  • Του ιδίου: Η Χριστιανική τέχνη στην Κεφαλονιά, Αθήναι 1966.
  • Του ιδίου: Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο, Αθήναι 1967.
  • Του ιδίου: Ο Μαρτινέγκος, Αθήναι 1976.
  • Του ιδίου: Ζάκυνθος (2ος τόμος), Αθήνα 1979.
  • Κουγέας, Σ.Β.: Ηπειρωτικόν Αρχείον Σταύρου Ιωάννου, Έγγραφα Αλή Πασά, Ηπ. Χρον., 14 (1939), σ. 49-144.
  • Του ιδίου: Έγγραφα Σταύρου Ιωάννου, Ηπ. Χρον., 14 (1939), 145-333.
  • Του ιδίου: Αναφορά των Βοιτυλιωτών προς την Ενετικήν Δημοκρατία (7.4.1690). Σύμμεικτα, Πελοποννησιακά, Β’ (1957), 426-430.
  • Του ιδίου: Η καταγωγή του Παναγιώτη Μπενάκη, Πελοποννησιακά, ΣΤ’ (1968), 1-42.
  • Κουκουλές, Φ.: Εκ των Ελληνικών παπύρων, Βυζαντίς, Β’ (εν Αθήναις 1811-12), σ. 474-503.
  • Κώδικας Μονής Σπηλιώτισσας Ζακύνθου. (Ανέκδοτος).
  • Κωνσταντόπουλος, Τ.: Νέα ονόματα Πελοποννησίων Φιλικών από τα Αρχεία της Τσαρικής Αστυνομίας, Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, 1965, σ. 339-342.
  • Κωστάκης, Θ.: Οι Γεωργατζάδες του Κοσμά και η γλώσσα τους, Πελοποννησιακά, ΣΤ’ (1963-68), 43-91.
  • Λαμπρίδης, Ι.: Ζαγοριακά (Αθήναι 1870), Ηπειρωτικά Αγαθοεργήματα, Α’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Ζαγοριακά μέρος 2ον (Αθήναι 1889), σ. 1-88, εν Ηπειρωτικά Μελετήματα, Β’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Ηπειρωτικά Αγαθοεργήματα, Ηπειρ. Αγαθοερ. Α’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Μαλακασιακά (Αθήναι 1888), Ηπ. Μελετ., Β’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων (Αθήναι 1880), Ηπειρ. Αγαθ., Α’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Πολιτική εξάρτησις και διοίκησις Μαλακασίου, ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ, 10 (1877), σ. 376-368, εν Ηπειρ. Αγαθ., Α’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Πογωνιακά (Αθήναι 1889), σ. 1-87, εν Ηπειρ. Μελετ., Β’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Ο Τεπελενλή Αλή πασάς, (Αθήναι 1887), σ. 1-84, εν Ηπειρ. Μελετ., Β’ (Ιωάννινα 1971).
  • Λάμπρος, Σπυρ.: Μιχαήλ Ακομινάτου του Χωνιάτου, τα σωζόμενα, τ. Β’ (Αθήναι 1880).
  • Του ιδίου: Εκθέσεις των Βενετών προνοητών της Πελοποννήσου εκ των εν Βενετία Αρχείων, ΔΙΕΕ, 5 (1900), σ. 605-823.
  • Του ιδίου: Τρεις επιστολαί του καρδιναλίου Βησσαρίωνος, Ν.Ε., 5 (1908), σ. 19-38.
  • Του ιδίου: Ναυπλιακόν έγγραφον του οίκου Πουλομάτη, Ν.Ε., 6 (1909), σ. 273-283.
  • Του ιδίου: Ενθυμήσεων, ήτοι χρονικών σημειωμάτων συλλογή πρώτη, Ν.Ε., 7 (1910), σ. 113-313.
  • Του ιδίου: Κατάλογος κωδίκων των εν Αθήναις Βιβλιοθηκών πλην της Εθνικής, Ν.Ε., 7 (1910), σσ. 321-337 και 469-483.
  • Του ιδίου: Κερκυραϊκά έγγραφα ανέκδοτα, Ν.Ε., 7 (1910), σ. 464-468.
  • Του ιδίου: Κατάλογος των Κρητικών οίκων Κερκύρας, Ν.Ε., 10 (1913), σσ. 449-456.
  • Του ιδίου: Σημειώσεις περί της εν Πελοποννήσω Βενετοκρατίας, Ν.Ε., 19 (1925), σ. 90 και 327-334.
  • Του ιδίου: Αι Αθήναι υπό τους Φράγκους, Ν.Ε., 20 (1926), σσ. 67-103.
  • Του ιδίου: Αι Αθήναι υπό τους Φλωρεντινούς, Ν.Ε., 20 (1926), σ. 242-271.
  • Του ιδίου: Έρευναι εν ταις βιβλιοθήκαις και αρχείοις, Ρώμης, Βενετίας, Βουδαπέστης και Βιέννης (επιμέλεια Κ.Ι. Δυοβουνιώτη), Ν.Ε., 20 (1926), 47-54.
  • Λαμπρυνίδης, Μιχ. Γ.: Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον, εν Αθήναις 1907.
  • Λεγκράν, Α.: Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή, ΔΙΕΕ, 3 (1831), σ. 587-774.
  • Λούντζης, Ε.: Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών, Αθήναι 1969.
  • Λυριτζής, Σ.: Οι εκ Γαργαλιάνων αδελφοί Ανδριανόπουλοι Άνθιμος και Ιωάννης. Πελοποννησιακά, Η’ (1971), σ. 97-124.
  • Μακρυμίχαλος, Σ.Ι.: Τσακώνικα προικοσύμφωνα του 18ου και 19ου αι., Πελοποννησιακά, Η’ (1971), 277-410.
  • Μάραντος, Β.: Κορώνη, Αθήναι 1976.
  • Μάτσης, Νικ.: Ζητήματα εκ του θεσμού της προτιμήσεως εν τω βυζαντινώ δικαίω, ΕΕΒΣ, ΛΣΤ’, σ. 45-54.
  • Μαύρος, Τ.: Συμβολή εις το τοπωνυμικόν της Γορτυνίας, Γορτυνιακά, Β’ (1978), 303-322.
  • Μαχαιράς, Κ.Γ.: Ναοί και μονές Λευκάδος, Αθήναι 1957.
  • Μέρτζιος, Κ.Δ.: Το εν Βενετία Ηπειρωτικόν Αρχείον, Ηπ. Χρον., ΙΙ (1936), 1-341.
  • Του ιδίου: Η επανάστασις Διονυσίου του Φιλοσόφου, Ηπ. Χρον., 13 (1938), σ. 81-90.
  • Του ιδίου: Το εν Βενετία Ηπειρωτικόν Αρχείον, Ηπ. Χρον. 15 (1940), σ. 1-58.
  • Μηνδρινός, Μ.: Τουρκοκρατούμενη Θήρα. Απελευθερωτικά αυτής κινήματα, ΕΕΚΜ, Β’ (1971-73), σ. 718-746.
  • Μιχαηλίδη-Νουάρου, Μιχ. Γ.: Λεξικόν της Καρπαθιακής διαλέκτου, Αθήναι 1972.
  • Μοσχονάς, Ν.Γ.: Πρακτικά συμβουλίου Κοινότητος Κεφαλονιάς, βιβλίο Α’ (1953), Εθνικόν Ίδρυμα Ερευνών, 2 (1979), 276-280.
  • 201Α.    Μουστοξύδου, Ανδρ.: Ελληνομνήμων, (1843-1853), εκδ. Ν. Καραβία, Αθ. 1965.
  • Μπίρης, Κ.Η.: Αρβανίτες οι Δωριείς του νεώτερου Ελληνισμού, Αθήναι 1960.
  • Νέζος, Α.: Αρχείον (ανέκδοτον).
  • Οικονομίδης, Δ.: Ο Φιλικός Γεώργιος Ε. Λεβέντης, Πελοποννησιακά, Β’ (1957), 50-59.
  • Παπακυριάκος, Σ.: Εκ προχείρων ερευνών, ΔΙΕΕ, Ι (Νέα σειρά), τ. 4ον (1926), 146-148.
  • Παπασπύρου, Π.Β.: Λαογραφική συλλογή, Ηπ. Χρον., 4 (1929), σ. 157-175.
  • Πεντόγαλος, Γ.Η.: Λατίνοι επίσκοποι Κεφαλονιάς-Ζακύνθου. Ανάτυπον Δελτίου Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας, 1974.
  • Περίδης, Μ.Π.: Λεξικόν ιταλοελληνικόν, τομ. 2ος, εν Ερμουπόλει Σύρου 1862.
  • Πετρόπουλος, Γ.: Νοταριακαί πράξεις Μυκόνου των ετών 1663-1779, Αθήναι 1960. (Παράρτημα της Επετηρίδος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών).
  • Πεφάνη, Π.: Οι γενιές της Νέδουσας, Αθήναι 1982.
  • Πλουμίδης, Γ.Σ.: Ειδήσεις δια το Βενετοκρατούμενον Ναύπλιον (1440-1540), Πελοποννησιακά, Η’ (1971), 261-275.
  • Του ιδίου: Αι πράξεις εγγραφής των Ελλήνων σπουδαστών του Πανεπιστημίου της Παδούης, μέρος Β’, ΕΕΒΣ, ΛΗ’ (1971), σ. 84-195.
  • Του ιδίου: Αι πράξεις εγγραφής των Ελλήνων σπουδαστών του Πανεπιστημίου της Παδούης, ΕΕΒΣ, ΛΖ’ (1969-70), σ. 260-336.
  • Του ιδίου: Συλλογή εγγράφων Μεθώνης και Κορώνης, Πελοποννησιακά, Ι’ (1974), 155-164.
  • Πυώ, Ρ.: Ο καπετάν Γκίνης, ΔΙΕΕ, 9 (1926), Σ. 534-538.
  • Σάθας, Κ.: Τουρκοκρατούμενη Ελλάδας, Αθήναι 1869.
  • Του ιδίου: Χατζή Σεχρέτη, Βίος Αλή Πασά. Ιστορικαί διατριβαί, εν Αθήναις 1870.
  • Του ιδίου: Βυζαντινά ανέκδοτα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Α’.
  • Του ιδίου: Λεοντίου Μαχαιρά, Χρονικόν Κύπρου, Μεσ. Βιβλ. Β’ (1873), σ. 53-409.
  • Του ιδίου: Κρητικαί διαθήκαι, Μεσ. Βιβλ., ΣΤ’ (1877), σ. 654-652.
  • Του ιδίου: Ανωνύμου, Σύνοψις Χρονική, Μεσ. Βιβλ., Ζ’, σ. 1-556.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος Ι, Paris 1880.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος IV, Paris 1882.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος V, Paris 1883.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος VI, Paris 1884.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος VII, Paris 1888.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος VIIΙ, Paris 1888.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος IΧ, Paris 1890.
  • Σάρρου, Α.Κ.: Περί μεικτών ναών ορθοδόξων και καθολικών εν Χίω, ΕΕΒΣ, ΙΘ’ (1949), σ. 194-208.
  • Του ιδίου: Ηπειρωτικαί ενθυμήσεις ή χρονικά σημειώματα και επιγραφαί, Ηπ. Χρον. 12 (1937), σ. 104-132.
  • Του ιδίου: Τοπωνυμικόν Ζίτσης και Μονοδενδρίου του Ζαγορίου, Ηπ. Χρον. 12 (1937), σ. 190-204.
  • Σκοπετέας, Σ.Χ.: Η καταγωγή των ζωγράφων Δοξαράδων, Επτανησιακά Φύλλα, περ. Β’, αριθ. 3 (Φεβρουάριος 1954).
  • Σούλης, Χ.Ι.: Τα «Μπουκουρέικα» των Τζουμέρκων, ήτοι περί της συνθηματικής γλώσσης των ραφτάδων των Σχωρετσάνων των Τζουμέρκων, Ηπ. Χρον. 3 (1928), 310-320.
  • Σούρλας, Ε.: Κώστας Γραμματικός, Ηπ. Χρον., 13 (1938), σ. 1-80.
  • Στασινόπουλος, Κ.Α.: Αι πολιορκίαι του Μεσολογγίου, ΔΙΕΕ, 9 (1926), σ. 23-45.
  • Στεργιόπουλος, Κ.Δ.: Συμβολή εις την έρευναν των Ηπειρωτικών τοπωνυμίων, Ηπ. Χρον. 8 (1933), 94-140.
  • Του ιδίου: Τοπωνυμικόν της επαρχίας Κονίτσης, Ηπ. Χρον., 9 (1934), σ. 204-244.
  • 285Α.    Στεφανίδου, Μιχ. Κ.: Περσική και Βυζαντ. βιοτεχνία, ΕΕΒΣ, ΣΤ’ (1929), σ. 284.
  • Σφήκας, Δ.: «Αναμνήσεις» από το Εικοσιένα. Παρουσίαση Ε. Βαγενά, Αρκαδικά, 4 (1977), σ. 9-10.
  • 290Α.    Τζαννετάτος, Κ.: Το Πρακτικόν της Λατινικής Επισκοπής Κεφαλληνίας και η Επιτομή αυτού, Αθήναι 1965.
  • Τριανταφύλλου, Κ.Ν.: Τα τοπωνύμια Καλάβρυτα – Καλάβριτο, Νεζερόν – Νεζερά, Πελοποννησιακά, Ι’ (1974), σ. 61-65.
  • Τσίτσας, Α.Χ.: Η Εκκλησία της Κερκύρας κατά την Λατινοκρατίαν, (1267-1797), Κέρκυρα 1969.
  • Τσιτσέλης, Η.Α.: Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, Α’ (1904).
  • Του ιδίου: Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, Β’ εν Αθήναις 1960.
  • Φιλήτας, Χ.: Περί του συνοικισμού των Γραικών εν Τεργέστη, ΔΙΕΕ, Ε’ (1897), σ. 370-376.
  • Φουρίκης, Π.: Μικρά συμβολή εις την Ηπειρωτικήν ιστορίαν. Νικόπολις, Πρέβεζα, Ηπ. Χρον., 4 (1929), σ. 263-294.
  • Χαιρέτη, Μ.Κ.: Ανέκδοτα βενετικά έγγραφα περί των Εβραίων εν Κρήτη, ΕΕΒΣ, ΛΓ’ (1964), 163-184.
  • Χαρτοφυλακίδης, Κ.Γ.: Ιστορικά ανάλεκτα Κέας, ΕΕΚΜ, Β’ (1962), 153-233.
  • Χώρας: Η Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου, εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Άργους, εν Αθήναις 1975.
  • Boerio, G.: Dizionario dei dialeto Veneziano. Venezia 1856.
  • Crollalanza, G.B.: Dizionario storico-blasonico delle famiglie notabili Italiane, Ed. Arnaldo Forni, Bologna 1886.
  • Georgacas, D. and MacDonald, W.A.: Place names of Southwest Peloponnesos, Athens 1967.
  • Hopf Charles: Chroniques Greco-Romanes, inédites ou peu connues publiées avec notes et tables généalogiques, Berlin 1873, επανέκδοσις Σπανού, Αθήναι 1961.
  • Lamansky, N.: Secrets d’etat de Venise, αναφερόμενος υπό Μανούσακα, Μ.Ι.: Βενετικά έγγραφα αναφερόμενα εις την εκκλησιαστική ιστορίαν της Κρήτης του 14ου-16ου αι., ΔΙΕΕ, 15 (1961), σ. 149-233.
  • Lognon, J. et Topping, P.: Documents sur le régime des lettres dans la principauté de Morée au XIV s., Mouton et Cie, Paris MCMLXIX (1969).
  • Miklosich, F. et Miller, I. : Acta de diplomata Graeca medii aevi sacra et profana, V (1887).
  • Miller, W.: Ιστορία της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα, Αθήνα 1960.
  • Pouqueville, F.G.H.L. : Voyage de la Grèce, 2ème ed., tom. 5, Paris 1827.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής» – Επιστημονικό Συμπόσιο 9 – 11 Οκτωβρίου στο Ναύπλιο


 

Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι

Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι

Το 2015 συμπληρώνονται 300 χρόνια από την πτώση του Ναυπλίου στους Τούρκους το 1715, που σήμανε το τέλος της Βενετοκρατίας και γενικότερα μιας μακραίωνης εποχής δυτικών κυριαρχιών στο Μοριά. Η επέτειος αυτή είναι ένας σταθμός μνήμης για την τοπική και εθνική ιστορία και υπήρξε η αφορμή για το ίδρυμα «Ιωάννης Καποδίστριας» του Δήμου Ναυπλιέων να διοργανώσει, σε συνεργασία με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Επιστημονικό Συμπόσιο από 9 έως 11 Οκτωβρίου στο Βουλευτικό Ναυπλίου με τίτλο «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής».

Στ’ Ανάπλι, με την πλούσια ιστορική του στρωματογραφία και την εναλλαγή των ξένων κυριαρχιών από τον 13ο αιώνα έως το 1822, αυτοί που άφησαν πιο εντυπωσιακά τα χνάρια τους στον τόπο ήταν οι Βενετοί, κατά την πρώτη (1389-1540) και κυρίως κατά την δεύτερη (1686-1715) περίοδο της Βενετοκρατίας. Τότε τ’ Ανάπλι, πρωτεύουσα του Βασιλείου του Μοριά και έδρα του Βενετού διοικητή (Προβλεπτή-Provveditor), υπήρξε κέντρο διοικητικό, οικονομικό και πνευματικό. Η πόλη γνώρισε μέρες δόξας και πλούτου κάτι που αποδεικνύουν ακράδαντα τα μνημειακά κι αρχειακά τεκμήρια της περιόδου.

Ακόμη και σήμερα, το Ναύπλιο οφείλει κατά πολύ την ιδιαιτερότητά του στο βενετσιάνικο παρελθόν του. Το Μπούρτζι, το Παλαμήδι, η Ακροναυπλία, το αρχαιολογικό μουσείο, οι βενετσιάνικοι προμαχώνες και τα τείχη, είναι αυτά που προσδίδουν στην πόλη την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της.

Στο συμπόσιο διακεκριμένοι ερευνητές, πανεπιστημιακοί καθώς και η ακαδημαϊκός κ. Χρύσα Μαλτέζου θα αναπτύξουν αδημοσίευτα στοιχεία σχετικά με τις δύο περιόδους βενετοκρατίας στο Ναύπλιο.

Πρόγραμμα συμποσίου: Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ο Τάκης Μαύρος (1915-2001) και το Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Γιώργου Ρούβαλη Δρ. Ιστορίας, Καθηγητή και Συγγραφέα με τίτλο:

«Ο Τάκης Μαύρος (1915-2001) και το Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου».

Έχουν περάσει σχεδόν 15 χρόνια από την απώλεια του Αργολιδέα ιστοριοδίφη Τάκη Μαύρου κι ακόμα το έργο του δεν έχει αναγνωριστεί όπως θα έπρεπε. Εκκρεμεί πάντα ένα φιλολογικό μνημόσυνο. Το σημερινό σημείωμα αποσκοπεί στο να μας θυμίσει το έργο του και ιδιαίτερα σε σχέση με το βενετσιάνικο Ναύπλιο.

Τάκης Μαύρος. Φωτογραφία από εξώφυλλο του περιοδικού «αναγέννηση», τεύχος 378.

Τάκης Μαύρος. Φωτογραφία από εξώφυλλο του περιοδικού «αναγέννηση», τεύχος 378.

Ο Τάκης Μαύρος ήταν ψηλός, λεπτός, με μυωπικά γυαλιά, ολιγόλογος και με ένα ειρωνικό βλέμμα. Όπως διηγείται και ο ίδιος, επηρεάστηκε πολύ από τον νεότερό του ποιητή Γιώργο Μακρή (1923-1968), ένα τέρας ευρυτάτων γνώσεων, γλωσσών και διεισδυτικής σκέψης. Μαζί του είχε μακρούς διαλόγους και ανταλλαγή βιβλίων κατά τη διάρκεια της Κατοχής κυρίως στην Πυργέλα. Παντρεύτηκε την Paule Champailler, καθηγήτρια γαλλικών, η οποία του έδωσε ένα γιο και πέθανε στη γέννα. Ο γιος του, Παύλος, είναι σήμερα καθηγητής χημείας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ο Μαύρος θεωρούσε τον εαυτό του και Αργίτη και Ναυπλιώτη. Οι έρευνές του καλύπτουν και τις δύο πόλεις, αλλά και όλη την Αργολίδα, καθώς και την Αρκαδία, με τα μοναστήρια της. Μεγάλη ώθηση στις δημοσιεύσεις του έδωσε η μεταγενέστερη σχέση του με τη ζωγράφο Ντιάνα Αντωνακάτου, μαζί με την οποία έκαναν διάφορες άλλες δημοσιεύσεις.

Νομίζω ότι το ευτυχές για την ιστορία του Ναυπλίου εύρημα του Τάκη Μαύρου ήταν τα αρχεία της Βενετίας. Όπως ξέρουμε, όταν ο Ναπολέων διέλυσε το 1797 τη Δημοκρατία της Βενετίας, που είχε περιπέσει σε παρακμή τότε, τούτο δε συνοδεύτηκε από δήωση ή καταστροφή των αρχείων της. Αυτοί οι Βενετοί μεγάλοι γραφειοκράτες, που για τα πάντα έγραφαν και πάλι έγραφαν εκθέσεις, κόντρα εκθέσεις, αναφορές και επιθεωρήσεις, φύλαγαν τα πάντα στα αρχεία τους κι εκεί βρίσκονται, απλώς θέλει λίγη μέθοδο και τις ανάλογες γνώσεις να τα αναζητήσεις. Έτσι, για μεγάλα κομμάτια της Ελλάδας, όπου κυριάρχησαν οι Βενετοί, σε διάφορους περιόδους, μας μένει μόνο να ψάξουμε για να βρούμε και να αποκρυπτογραφήσουμε τα έγγραφα αυτά, συνάγοντας ενδιαφέρουσες και βασικές πληροφορίες για εκείνες τις περιόδους και τόπους. Ο Τάκης Μαύρος δημοσίευσε το 1988 μια λεπτομερειακή μελέτη για το Παλαμήδι, που αναδημοσιεύτηκε πρόσφατα στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, σε συνεργασία με τη Ντιάνα Αντωνακάτου δύο τόμους με λεπτομερειακή περιγραφή για τα μοναστήρια της Αργολίδος και της Αρκαδίας, καθώς και για πάνω από 10 χρόνια (1988-1998) το Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, μηνιαίο, που εξέδωσε πάνω από 107 τεύχη με χρηματοδότηση του Δήμου Ναυπλιέων επί δημαρχίας του Γεωργίου Τσούρνου. Το Δελτίο αυτό ο Τάκης Μαύρος το έγραφε σχεδόν μόνος του με την ενδεχόμενη βοήθεια του Κώστα Δανούση, άλλου ακάματου ερευνητή της περιοχής μας, του Γιάννη Ρηγόπουλου, του ναυπλιολάτρη και δικηγόρου Μπέτση Κωστούρου και συνεισφορές άλλων συνεργατών.

Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου

Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου

Διαβάζοντας τα τεύχη αυτού του σημαντικού Δελτίου, διαπιστώνουμε τη στενή σχέση του με τα αρχεία της Βενετίας. Μπορούμε να πούμε ότι ο Τάκης Μαύρος είχε ανακαλύψει τον Bartolomeo Minio πριν από τη Diana Wright και δημοσίευσε πολλές εκθέσεις του μεταφρασμένες από τον ίδιο στα ελληνικά. Επίσης δημοσίευσε και εκθέσεις του Προβλεπτή Barbarigo, μεταγενέστερου του Minio. Εκεί βλέπουμε τα καθημερινά προβλήματα των Βενετσιάνων διοικητών, τις σχέσεις με τους Τούρκους, τα προβλήματα με τους μισθοφόρους, την καθημερινή ζωή κ.λπ. Ακριβώς όπως η Diana Wright, αλλά χωρίς εξηγήσεις ή αναλύσεις του συλλέκτη. Δημοσιεύονται τα έγγραφα ως είχαν. Με αυτή την έννοια ο Τάκης Μαύρος μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιστοριοδίφης κι όχι ως ιστορικός, αφού λείπει η δικιά του ερμηνεία και ματιά. Βέβαια και μόνο η δημοσίευση των εγγράφων αυτών (τα οποία ζητούσε ταχυδρομικώς από τα αρχεία της Βενετίας και λάμβανε σε φωτοτυπίες και τα μετέφραζε με εφόδιο τα γαλλικά του) αρκεί για να μας δώσει υλικό για περαιτέρω επεξεργασία, όπως έκανε η Diana Wright στη διατριβή της. Τον Τάκη Μαύρο ενδιέφερε πολύ η ιστορική διαμόρφωση του Ναυπλίου και αυτή του η ανησυχία τον οδήγησε σε πλήθος μελετών.

Μια άλλη πρώτη πηγή για την ιστορία της πόλης είναι τα συμβολαιογραφικά έγγραφα του 19ου αιώνα, κυρίως από το αρχείο του συμβολαιογράφου Περράκη, γύρω στο 1830-1860 (πωλητήρια, προικοσύμφωνα, διαθήκες, παραχωρητήρια κ.λπ.), τα οποία δημοσίευε στην πρώτη τους μορφή. Κι εκεί έχουμε μια εκπληκτική πρώτη πηγή, που μπορεί να μας χρησιμεύσει για οποιαδήποτε ιστορική παρατήρηση για τις συνθήκες διαβίωσης και οικονομικής κατάστασης εκείνων των χρόνων στο Ναύπλιο.

Ένα άλλο τιτανιαίο επίτευγμα του Τάκη Μαύρου, που δημοσιεύεται στο τεύχος 100 του Δελτίου, είναι ένας χάρτης του παλιού Ναυπλίου, με όλα τα σπίτια και τα ονόματα του κάθε ιδιοκτήτη και των προηγουμένων ή επομένων ιδιοκτητών με βάση συμβολαιογραφικές πράξεις, στις οποίες είχε αναδιφήσει. Τούτος ο απλός χάρτης σε σχήμα Α4 χρειάστηκε σίγουρα εκατοντάδες ώρες εργασίας και αναζητήσεων. Βλέπουμε την εξέλιξη των ιδιοκτητών των οικιών του Ναυπλίου, δηλαδή τους πρώτους ήρωες της Ανεξαρτησίας, που πήραν τα σπίτια των αγάδων και κατόπιν τους εμπόρους, ανώτερους διοικητικούς υπαλλήλους, ντόπιους προύχοντες κ.λπ., οι οποίοι τους ακολούθησαν ως ιδιοκτήτες. Ο τίτλος του χάρτη είναι «Το Ναύπλιο στα μέσα του 19ου αιώνα» και ένα τέτοιο έργο σίγουρα μόνο η ερευνητική μανία του Μαύρου και η απροσμέτρητη αγάπη του για την πόλη μπορούσε να τον ωθήσει σε αυτό.

Αλλά η διαφορετικότητά του δεν σταματούσε εκεί. Δημοσίευσε σε συνέχειες μια εκπληκτική μελέτη για τα επώνυμα της Αργολίδος (παραλείποντας τα πολύ κοινά), τελείως τεκμηριωμένη με παραπομπές σε παλαιότερα έγγραφα ή βιβλία ή και σε αρχεία άλλων. Εκεί μπορεί κανείς να διαπιστώσει το πώς παρέμειναν διάφοροι στρατιώτες και Ιταλοί fanti στην αργολική ύπαιθρο και την πόλη, μόνο και μόνο από τα επώνυμά τους, που μας παραπέμπουν στη Βενετία. Δαλμάτσος, Δαρσινός, Ρούσσος, Πίκης κ.λπ. μας θυμίζουν αμέσως τους Ιταλούς στρατιώτες, στους οποίους είχαν παραχωρηθεί κτήματα στον αργολικό κάμπο, ως μέρος πληρωμής ή διαβίωσης αντί για τους μισθούς σε χρήμα ή σε δημητριακά, που συχνά η Βενετία αργούσε να πληρώσει. Αυτοί οι άνθρωποι έμειναν στην περιοχή μας και διαμόρφωσαν τη σημερινή μας ταυτότητα. Μαζί τους και πολλοί Αλβανοί μισθοφόροι, ήδη το όνομα του Μπλέσι, αλλά και των Μπούα, Βοζίκη και άλλων, μπορούμε να βρούμε σε κάποιους δρόμους του Ναυπλίου, αλλά και στο Αναπλιτοχώρι της Κέρκυρας, όπου πολλές τέτοιες οικογένειες μισθοφόρων μεταφέρθηκαν μετά την αναχώρηση των Βενετσιάνων, τοποθετώντας τους εκεί. Όλες αυτές οι οικογένειες υπηρέτησαν πιστά τη Δημοκρατία και πολλοί απ’ αυτούς ανταμείφθηκαν με τίτλους ευγενείας, αυξημένες χρηματικές αμοιβές, παράσημα, ακόμα και πορφυρές ρόμπες, χρώμα εξαιρετικής διάκρισης για τότε. Πολλοί απ’ τους αγρότες μας λοιπόν, εκτός από Έλληνες, είναι πρώην Βενετσιάνοι (ή Δαλματοί ή Βέλγοι ή Αρβανίτες κ.λπ.).

Μια άλλη έρευνα του Τάκη Μαύρου στο Δελτίο είναι τα τουρκικά κατάλοιπα στην ελληνική γλώσσα. Πάλι σε συνέχειες, παραθέτει μια σειρά από λέξεις δίνοντας την τουρκική και τη σημερινή ελληνική ερμηνεία τους και μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πολλές λέξεις, των οποίων δεν γνωρίζουμε την προέλευση.

Ένας άλλος τομέας, που υφίσταται στο Δελτίο, είναι σημειώματα για διάφορες απόψεις του μετεπαναστατικού Ναυπλίου. Υπάρχουν ακόμα και περιγραφές μοναστηριών, αποτελέσματα της ευρύτερης έρευνάς του.

Με λίγα λόγια μπορεί κανείς να βρει πλήθος ιστορικών στοιχείων για το Ναύπλιο και την Αργολίδα στο πολύ πλούσιο αυτό Δελτίο Ιστορικών Μελετών, έργο ζωής μπορούμε να πούμε του αείμνηστου Τάκη Μαύρου, που αξίζει να ξαναδιαβαστεί και να χρησιμοποιηθεί από τους σημερινούς ιστορικούς και φοιτητές ιστορίας.

Ας είναι αυτή η σημερινή αναφορά ελάχιστη συμβολή στη μνήμη του.

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

Read Full Post »

O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών», A. Haubenschmid, 1833-1834, υδατογραφία & μολύβι, Βαυαρικό Πολεμικό Μουσείο (Ingolstadt Bayerisches Armeemuseum).

 

O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών»,  A. Haubenschmid, 1833-1834, Βαυαρικό Πολεμικό Μουσείο (Ingolstadt Bayerisches Armeemuseum).

O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών», A. Haubenschmid, 1833-1834, Βαυαρικό Πολεμικό Μουσείο (Ingolstadt Bayerisches Armeemuseum).

 

O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών» αποτελεί τον μοναδικό σωζόμενο προμαχώνα της κάτω πόλης του Ναυπλίου που σώθηκε από την κατεδάφιση. Bρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά της Aκροναυπλίας και οφείλει το όνομά του στα πέντε βενετσιάνικα κανόνια, που ενίσχυαν την άμυνά του.

O προμαχώνας προστάτευε το δυτικό τμήμα της κάτω πόλης και το λιμάνι σε συνδυασμό με το Mπούρτζι. Σύμφωνα με την Ιωάννα Στεριώτου* κατασκευάστηκε από τους Τούρκους, πριν από τη Β΄ Ενετοκρατία.

Στο έργο του βαυαρού αξιωματικού Α. Haubenschmid, που  υπηρέτησε στην Ελλάδα κατά την οθωνική περίοδο, διακρίνουμε τα κανόνια αριστερά, δεξιά το Διοικητήριο και το Μπούρτζι στο βάθος. Έλληνες με φουστανέλες και Ευρωπαίοι στρατιωτικοί περιλαμβάνονται στο τοπίο.

Από τις τάξεις του Επικουρικού Βαυαρικού Εκστρατευτικού Σώματος αναδείχτηκε μια κατηγορία ερασιτεχνών ζωγράφων, όπως οι A. Haubenschmid και L. Köllnberger. Οι συνθέσεις τους αποτυπώνουν σκηνές της καθημερινής ζωής, τοπία και μνημεία καθώς και χαρακτηριστικά στιγμιότυπα από τη ζωή των Βαυαρών στην Ελλάδα.

 

* Ιωάννα Στεριώτου, Συμπληρωματικά αμυντικά έργα στις οχυρώσεις της Πελοποννήσου (1684-1715). Δύο σχέδια του τείχους της πόλης του Ναυπλίου (18ος αι.) από το αρχείο της Βενετίας, «Η εκστρατεία του Franc. Morosini και το «Regno di Morea» – Μονεμβασιώτικος Όμιλος , Γ΄ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης (20-22 Ιουλίου 1990), Αθήνα 1998, σ. 135-154.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Το βενετσιάνικο Ναύπλιο του 1500: τόσο μακριά και τόσο κοντά. (Διαβάζοντας μια διατριβή για τη βενετσιάνικη κυριαρχία), Γιώργος Ρούβαλης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Γιώργου Ρούβαλη Δρ. Ιστορίας, Καθηγητή και Συγγραφέα με τίτλο:

Το βενετσιάνικο Ναύπλιο του 1500: τόσο μακριά και τόσο κοντά. (Διαβάζοντας μια διατριβή για τη βενετσιάνικη κυριαρχία)

 

Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας κυριάρχησε στο Ναύπλιο περίπου 180 χρόνια. Εκατόν πενήντα στην αρχή και τριάντα αργότερα. Μπορούμε να πούμε ότι ήταν η δύναμη, που διαμόρφωσε κι έχτισε την κάτω πόλη του Ναυπλίου γύρω στο 1500, αλλά και φυσικά τα κάστρα, για τα οποία τα γνωρίζουμε σήμερα, δηλαδή το Παλαμήδι (γύρω στα 1700), το Μπούρτζι (γύρω στο 1350) και ενίσχυσε και επεξέτεινε τα τείχη της Ακροναυπλίας, που υπήρχαν νωρίτερα από τους Φράγκους και τους Βυζαντινούς.

Συχνά συγκρίνεται η κυριαρχία των Βενετσιάνων στο Ναύπλιο με εκείνη των Τούρκων και ορισμένοι θεωρούν ότι και οι δύο ήταν κατακτητές και ξένοι προς την ιδιοσυγκρασία μας. Όμως η ανάγνωση της διατριβής του 1999 της Αμερικανίδας ιστορικού Diana Wright μας επιτρέπει να γνωρίσουμε με λεπτομέρειες την καθημερινή ζωή του Ναυπλίου γύρω στο 1480, έστω και από τη μεριά των Βενετσιάνων επισήμων.

Βενετία. Η αίθουσα του συμβουλίου στο παλάτι του Δόγη. George Newenham Wright, περ. 1842.
Βενετία. Η αίθουσα του συμβουλίου στο παλάτι του Δόγη. George Newenham Wright, περ. 1842.

Πολλά πράγματα μαθαίνουμε απ’ αυτή τη διατριβή. Υπάρχουν γενικές πληροφορίες για τη γραφειοκρατική δομή της βενετσιάνικης κυριαρχίας στη Μεσόγειο, τις σχέσεις με τους Έλληνες υπηκόους, με τους μισθοφόρους στρατιώτες της, με τους Τούρκους, καθώς και την αντιμετώπιση που δόθηκε σε μια παμπελοποννησιακή εξέγερση των μισθοφόρων της εναντίων των Τούρκων, την εξέγερση του Κροκόδειλου Κλαδά. Μας θυμίζει αυτή η διατριβή, αλλά σε διαφορετικό επίπεδο, το εξαιρετικά εμπνευσμένο μυθιστόρημα του Γάλλου ιστορικού, Bruno Racine, «Ο Κυβερνήτης του Μορέως», που δημοσιεύτηκε τη δεκαετία του ’80 στα ελληνικά από τον Κέδρο, και αναλύει τον εσωτερικό κόσμο του κυβερνήτη Agustino Sagredo, τον οποίον επιφόρτισε η Γερουσία να χτίσει το Παλαμήδι. Ο συγγραφέας μας εισάγει στα διλήμματα, τις δυσκολίες και τα επιτεύγματα ενός αξιωματούχου, που πρέπει σε σύντομο χρόνο να χτίσει ένα απόρθητο κάστρο και το καταφέρνει. Τα ίδια ή ανάλογα διλήμματα πρέπει να αντιμετώπισε και ο Προβλεπτής Bartolomeo Minio, τις μηνιαίες εκθέσεις του οποίου αναλύει για τέσσερα χρόνια η Diana Wright, ο οποίος είχε το δύσκολο έργο να διοικήσει ένα τεριτόριο, που κάλυπτε πάνω απ’ τη μισή Αργολίδα, αμέσως μετά έναν μακροχρόνιο ενετοτουρκικό πόλεμο και την προσαρμογή της αποικίας αυτής σε συνθήκες ειρήνης και καλών σχέσεων με τους Τούρκους. Ο Minio έχει, φτάνοντας στο Ναύπλιο, μεγάλα σχέδια για την πόλη, που του ανάθεσαν να διοικεί. Θέλει να στερεώσει τα τείχη της Ακροναυπλίας, αλλά και να τειχίσει την κάτω πόλη δίπλα στη θάλασσα, που ήταν σχεδόν απροστάτευτη. Γι’ αυτό ζητάει έμπειρους λιθοξόους από τη Βενετία, αφού δεν υπήρχαν επιτόπου, και κυρίως ανθρώπινο δυναμικό, τους κωπηλάτες δηλαδή μιας γαλέρας (120-150 ανθρώπους), που θα χρησίμευαν για το χτίσιμο των τειχών. Και τούτο διότι οι Ιταλοί και άλλοι μισθοφόροι στρατιώτες, που διέθετε, είναι αδύναμοι, πεινασμένοι, σχεδόν ρακένδυτοι από ακηδία της Βενετίας, που δεν έστελνε τακτικά μισθούς και σιτηρέσια.

Επίσης μαθαίνουμε πολλά για τους κανόνες, που διείπαν την αποστολή του, όχι μόνο του ιδίου, αλλά και οποιουδήποτε Βενετσιάνου Προβλεπτή στις αποικίες. Μας εντυπωσιάζει η αυστηρότητα και η διοικητική επιμέλεια, που έπρεπε να δείξει. Καταρχήν από τον ετήσιο προϋπολογισμό του (περίπου 1000 δουκάτα το χρόνο), τα οποία αντιπροσώπευαν μισθό για δύο αξιώματα, δηλαδή εκείνο του Διοικητή και Διαχειριστή της πόλης, αλλά κι εκείνο του στρατιωτικού Κυβερνήτη, αφαιρείτο ένας φόρος 40%. Κατόπιν υπήρχαν αυστηροί κανόνες για την καθημερινή συμπεριφορά του, που απέκλειαν φαινόμενα διαφθοράς. Δεν μπορούσε να επιβάλει αγγαρείες στους Έλληνες υπηκόους, εξαιτίας κάποιων προνομίων του Ναυπλίου, παρά μόνο ορισμένες. Δεν του επιτρέπετο να δέχεται δώρα απ’ αυτούς (τρόφιμα, μικρά ζώα κ.λπ.). Βρισκόταν μακριά από την πατρίδα του χωρίς την οικογένειά του και χωρίς τη γυναίκα του, όπως όλοι οι Βενετσιάνοι επίσημοι. Δεν του επιτρέπετο σαρκική συνάφεια με γυναίκες της αποικίας. Έπρεπε να παρακολουθεί τη φόρτωση των πλοίων με εγχώρια προϊόντα και να επιβάλει τους ανάλογους φόρους. Και φυσικά, είχε το δυσάρεστο έργο να επιβλέπει και να καθησυχάζει τους συχνά διαμαρτυρόμενους στρατιώτες του, οι οποίοι υπέφεραν από πείνα και έλλειψη χρηματικών αμοιβών. Ακόμα είχε το καθήκον να προστατεύει την αποικία του, την οποίαν όφειλε να γνωρίζει σε όλη της την έκταση, από ληστές και πειρατές, που έβριθαν εκείνα τα χρόνια στην Πελοπόννησο και το Αιγαίο. Διαβάζοντας τα έγγραφα μαθαίνουμε ότι ορισμένοι Μαυριτανοί πειρατές ήταν π.χ. υπό την άμεση καθοδήγηση του Τούρκου Διοικητή της Χαλκίδας και ένας τρόπος για να μην πεθάνουν από πείνα οι κάτοικοι του Ναυπλίου ήταν το ψάρεμα στη θάλασσα και η εμπορική ναυτιλία. Η πόλη του Ναυπλίου εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ φτωχή. Δεν είχε ας πούμε τη δυνατότητα να φτιάξει τούβλα ούτε να βρει κομμένες πέτρες για χτίσιμο. Δεν υπήρχε κοντά, παρά μόνο στις Σπέτσες, ξυλεία. Ο ίδιος ο Προβλεπτής γράφει συχνά ότι λυπάται τους υπηκόους του, γιατί είναι φτωχοί, άσχημοι και αδύνατοι σαν σκουράντζοι.

Ναύπλιο - Coronelli Maria Vincenzo
Ναύπλιο – Coronelli Maria Vincenzo

Πρέπει λοιπόν να αναλογιστούμε τις συνθήκες διαβίωσης και επιβίωσης στο Ναύπλιο εκείνα τα χρόνια. Συνθήκες σκληρές, σπίτια που σε άλλο άρθρο της η Diana Wright διαπιστώνει ότι ήταν συνήθως ξύλινα με καλαμωτή σκεπή και όχι τα λαμπρά πέτρινα που γνωρίζουμε εμείς και προέρχονται από την ύστερη βενετσιάνικη περίοδο (Παλαμήδι, Αρσενάλε στην πλατεία Συντάγματος, Βενετσιάνικο Διοικητήριο κοντά στην Αγιά Σοφιά κ.λπ.). Όλα αυτά μας φαίνονται πολύ μακριά από μας, συνθήκες πρωτόγονες, πλοία με κωπηλάτες και χωρίς ατμό, έλλειψη θέρμανσης στα κτίρια, αρρώστιες που αποδεκάτιζαν στρατιώτες και κατοίκους, εισβολές Τούρκων ληστών, που κομμάτιαζαν όσους έβρισκαν πρόχειρους κ.λπ. Μας φαίνεται λοιπόν εκείνη η εποχή πολύ μακριά, αλλά και πολύ κοντά, γιατί οι λεπτομέρειες, που δίνει η Diana Wright, μας ανεβάζουν στην Ακροναυπλία, μας κατεβάζουν στην αγορά, απαριθμούν τις εκκλησίες μας και μας πηγαίνουν ακόμα και μέχρι τις αλυκές του Θερμησίου (Ερμιόνη), πλούσιο φέουδο, που είχε οικειοποιηθεί ο Λατίνος Επίσκοπος. Από τα γραπτά του Minio δεν φαίνεται να έπαιζε μεγάλο ρόλο η θρησκεία στην καθημερινή ζωή των κατοίκων, παρόλο που υπήρχε και Ορθόδοξος Επίσκοπος και Ορθόδοξοι ιερείς. Ορισμένοι έξυπνοι Έλληνες μιλούσαν και τα βενετσιάνικα και τα τούρκικα εκτός από τα ελληνικά και χρησίμευαν συχνά ως διερμηνείς του Προβλεπτή σε διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους. Άλλοι γηραιότεροι και σεβαστοί πολίτες χρησίμευσαν ως μάρτυρες σε μια μακρά διαδικασία καθορισμού των ορίων της αποικίας με τις κτήσεις των Τούρκων. Τότε το όριο βρισκόταν στην Τίρυνθα. Το Άργος ήταν τούρκικο. Μεγάλη σημασία είχαν τα άλογα για τις μετακινήσεις των κατοίκων και οι στρατιώτες ήταν περισσότερο σημαντικοί όταν ήταν ιππείς, με άλογα που διατηρούσαν οι ίδιοι. Η Βενετία παραχωρούσε μικρά κομμάτια γης σ’ αυτούς τους στρατιώτες για να τρέφονται οι ίδιοι κι οι οικογένειές τους και να συντηρούν τα άλογά τους. Έτσι κατάφερναν να μην πεθάνουν απ’ την πείνα, που τους απειλούσε συχνά. Όπως και στην Ελληνική Επανάσταση, οι μετακινήσεις γίνονταν ιππαστί κι έτσι μετρούσαν τις αποστάσεις. Ο φόβος των πειρατών δεν ήταν μόνο να χάσει κανείς το πλοίο και το φόρτωμά του ή να σκοτωθεί, αλλά και να πιαστεί σκλάβος και να πουληθεί στο σκλαβοπάζαρο της Χίου, που όλο εκείνο το διάστημα λειτουργούσε με αυτόν τον τρόπο.

Τιντορέττο (Jacopo Tintoretto 1518-94), Πορτρέτο Ενετού Ναυάρχου. Museo Nacional del Prado (Spain - Madrid).
Τιντορέττο (Jacopo Tintoretto 1518-94), Πορτρέτο Ενετού Ναυάρχου. Museo Nacional del Prado (Spain – Madrid).

Έτσι διαπιστώνουμε ότι η βενετσιάνικη διοίκηση είχε ένα corpus αυστηρών κανόνων διακυβέρνησης (με τις ανάλογες εξαιρέσεις βέβαια, αφού ορισμένοι άλλοι Προβλεπτές δικάστηκαν για καταχρήσεις κ.λπ.) κι ακόμα μια καλά δομημένη γραφειοκρατία. Υπάρχουν και άλλα στοιχεία, που δεν αναφέρει ο Minio και που συντέλεσαν φυσικά στον πλούτο αυτής της δημοκρατίας, η κυριαρχία της οποίας κράτησε για 1000 χρόνια. Εμείς στην Ελλάδα καμαρώνουμε για τα 1000 χρόνια του Βυζαντίου, αλλά υπήρξαν και άλλες αυτοκρατορίες, που επίσης κράτησαν 1000 χρόνια. Ήταν βέβαια μια αριστοκρατική διοίκηση από εκλεκτές οικογένειες, αλλά ο πλούτος που συσσώρευσαν στη Βενετία από το εμπόριο μπαχαρικών, που μετέφεραν από την Αλεξάνδρεια κυρίως και διένειμαν στην Ευρώπη, ήταν τόσος που και οι κατώτερες τάξεις, εργάτες, τεχνίτες, ναυτικοί, πλούτισαν κι αυτές και δεν έθεταν σε αμφισβήτηση το ολιγαρχικό καθεστώς. Η Βενετία συχνά πολέμησε και μάλιστα μόνη της εναντίον των Τούρκων, διότι πολλές συμμαχίες που συνήψε με άλλα χριστιανικά βασίλεια, Γάλλους, Γερμανούς κ.λπ., συχνά δεν διαρκούσαν και απέμενε μόνη να πολεμάει. Στην περίπτωση αυτή οι πατρίκιοι της Βενετίας ήξεραν ότι θα τους επιβληθεί έκτακτη φορολογία. Π.χ. έπρεπε να αρματώσουν και να πληρώσουν καπετάνιο και πληρώματα ενός ή περισσότερων πλοίων και δέχονταν αυτά τα πρόσθετα βάρη χωρίς διαμαρτυρία, γιατί ήξεραν ότι τα μελλοντικά εμπορικά κέρδη τους βασίζονταν εκεί. Οι νέοι υφίσταντο μια συνεχή διοικητική εκπαίδευση σε διάφορες θέσεις στην πρωτεύουσα για να μπορέσουν αργότερα να σταλούν στις αποικίες της Μεσογείου. Θυμίζουμε ότι εκτός από το Ναύπλιο η Βενετία επικράτησε για 450 χρόνια στην Κρήτη, σχεδόν 100 χρόνια στην Κύπρο και εκατονταετίες σε διάφορα άλλα μικρότερα νησιά του Αιγαίου. Επίσης υπήρχαν τακτικές νηοπομπές από τη Βενετία προς την Αλεξάνδρεια, όπου έφταναν τα μπαχαρικά από Άραβες εμπόρους με προέλευση την Ασία, τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη και την Οδησσό. Γι’ αυτό το λόγο η Βενετία χρειαζόταν όχι μεγάλες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης, αλλά μικρά λιμάνια στο δρόμο των νηοπομπών, όπως το Ναύπλιο, τη Μεθώνη, την Κορώνη, τα Ιόνια νησιά κ.λπ. Ορισμένοι θα αντιτείνουν την ύπαρξη ανταγωνιστών της, όπως π.χ. των Γενοβέζων, οι οποίοι κατείχαν τη Χίο και ορισμένα άλλα νησιά του Αιγαίου, την Κεφαλονιά κ.λπ. Όμως σε βάθος χρόνου αντιλαμβανόμαστε ότι η κυριαρχία της Γένοβας κράτησε μόνον 300 περίπου χρόνια, που σε σύγκριση με τα 1000 της Βενετίας ωχριούν. Το καθεστώς ήταν ολιγαρχικό, αλλά ο Δόγης δεν ήταν απόλυτος άρχων. Διάφορα συμβούλια (περί εξωτερικών σχέσεων, περί εσωτερικών θεμάτων, περί υδάτων κ.λπ.) περιόριζαν την εξουσία του. Κάποιος απ’ τους πρώτους Δόγηδες, που δοκίμασε να γίνει βασιλιάς, συνελήφθη και αποκεφαλίστηκε. Επίσης η Βενετία είχε τρομερές μυστικές υπηρεσίες. Τούτες δεν απέφυγαν και ορισμένα λάθη της, όπως π.χ. την πρώτη παραχώρηση αμαχητί της Μονεμβασιάς και του Ναυπλίου στους Τούρκους από λάθος της διπλωματίας της. Στην Κωνσταντινούπολη η Βενετία είχε μόνιμο πρέσβη και εμπορικό σταθμό.

Σε σύγκριση λοιπόν μ’ αυτή την αξιοθαύμαστη γραφειοκρατική μηχανή, οι εκθέσεις του Minio μας φανερώνουν την αταξία και διαφθορά της τούρκικης διοίκησης. Οι Οθωμανοί αξιωματούχοι έχαναν συχνά το αξίωμα ή και το κεφάλι τους από τα καπρίτσια των σουλτάνων. Στα τέσσερα χρόνια της διακυβέρνησής του, ο Bartolomeo Minio γνώρισε όχι λιγότερους από τέσσερις Φλαμπουράρηδες, δηλαδή Τούρκους διοικητές του Μοριά. Ορισμένοι άγριοι κι απολίτιστοι, ορισμένοι γλυκείς και φιλικοί προς τον αντίπαλο. Όλα όμως αγοράζονταν, αφού κάθε συνάντηση μαζί τους συνεπάγετο πλούσια δώρα γι’ αυτούς. Ένας τους μάλιστα ζήτησε ανοιχτά λίγο κρασί, που του εδόθη. Η εντύπωση που αποκομίζουμε από τις εκθέσεις αυτές δεν είναι ότι οι Έλληνες καταπιέζονταν, παρόλο που υπήρχε μεγάλη φτώχια. Υπήρχαν όμως και πλούσιοι Έλληνες, αυτοί που είχαν με καλή τύχη εμπορευτεί και «πλουτίσει». Ένας απ’ αυτούς αγόρασε τρία ασημένια κύπελλα για να προσφέρει στον Minio ως δώρο για τον Φλαμπουράρη. Βέβαια οι μισθοί των κατώτερων Βενετσιάνων αξιωματούχων της πόλης, γραμματέων, αστυνόμων κ.λπ., συνελλέγοντο από χρήματα των υπηκόων, που χρησιμοποιούσαν τις υπηρεσίες τους. Αλλά δεν είχαμε το γενικευμένο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία σύστημα της αγοράς των υψηλών θέσεων και το διαρκές μπαξίσι, που κυριαρχούσε εκεί. Οι Βενετσιάνοι ανώτεροι αξιωματούχοι πληρώνονταν από τη Γερουσία και δεν ξεζούμιζαν τους υπηκόους.

Ένα μόνιμο πρόβλημα της διοίκησης ήταν οι Αλβανοί μισθοφόροι. Καλοί πολεμιστές, πολύ χρήσιμοι σε καιρό πολέμου, ήταν όμως απείθαρχοι και αυτοδιοικούμενοι σχεδόν σε καιρό ειρήνης, πράγμα που οδήγησε στην εξέγερση του Κροκόδειλου Κλαδά, που αναφέραμε. Ας προσέξουμε όμως ότι ακόμα κι αυτοί οι Αλβανοί, όπως οι άλλοι Έλληνες μισθοφόροι της Βενετίας, την εξέγερση εκείνη την κατηύθυναν εναντίον των Τούρκων και όχι της Βενετίας, προς την οποία είχαν αισθήματα υποταγής. Σύμφωνα με τη Diana Wright αυτή η πολύμηνη εξέγερση του Κροκόδειλου Κλαδά διαμόρφωσε το πνεύμα των μετέπειτα «κλεφτών» της Ελληνικής Επανάστασης στο Μοριά, όντας η πρώτη εκδήλωσή τους.

Το γενικότερο συμπέρασμα είναι ότι η βενετσιάνικη κυριαρχία στο Ναύπλιο δεν μπορεί να εξισωθεί με την τούρκικη. Δεν είναι μόνο η διαφορά θρησκείας, αλλά, όπως παρατηρήσαμε, η διαφορά μεταξύ μιας εξελιγμένης, μοντέρνας για την εποχή, γραφειοκρατικής δομής και μιας απρόβλεπτης ακαταστασίας της διοίκησης. Και βέβαια, ειδικά για το Ναύπλιο, δεν πρέπει να ξεχνάμε, όπως είπαμε, ότι οι Βενετσιάνοι έχτιζαν, έχτιζαν, έχτιζαν κι έφτιαξαν μετά το 1500 τη σημερινή κάτω πόλη σε πολλά σημεία οικοδομώντας πάνω σε πασσάλους, όπως στη Βενετία, π.χ. τη μεγαλοπρεπή οικία Καραπαύλου στην οδό Μπουμπουλίνας (1860), αλλά και διαμόρφωσαν οι Βενετσιάνοι τη σημερινή μορφή της πόλης και την πλατεία Συντάγματος και το Μεγάλο Δρόμο, που διαπερνούσε όλη την πόλη για να φτάσει στα εξωτερικά τείχη.

Γι’ αυτό το λόγο, το σημερινό Ναύπλιο έχει μεγάλο χρέος απέναντι της Βενετίας, που μας κυριάρχησε και μας διαμόρφωσε, για δικούς της βέβαια λόγους, για τόσα χρόνια.

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

Read Full Post »

24° Φεστιβάλ Ναυπλίου | 19 – 28 Ιουνίου 2015


 

Το 24ο Φεστιβάλ Ναυπλίου, πιστό στην παράδοση του ως ένα από τα μεγαλύτερα φεστιβάλ κλασικής μουσικής στην Ελλάδα, θα διεξαχθεί φέτος από τις 19 έως τις 28 Ιουνίου 2015. Το φιλόμουσο κοινό θα έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει δέκα μαγευτικές συναυλίες με σύγχρονες ερμηνείες διεθνούς εμβέλειας.

 

Ναύπλιο – Παλαμήδι, Άγιος Ανδρέας

Ναύπλιο – Παλαμήδι, Άγιος Ανδρέας

 

Καταξιωμένοι καλλιτέχνες από το εξωτερικό όπως το εξαιρετικό αυστριακό κουαρτέτο Ensemble Wien (κουαρτέτο εγχόρδων της Φιλαρμονικής της Βιέννης) με πάμπολλες ηχογραφήσεις, ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εμφανίσεις· το καινοτόμο νεανικό σύνολο Chicago Consort που εντυπωσιάζει με τη σκηνική του παρουσία· καθώς και το ξακουστό για τη βιρτουοζιτέ του Trio Vuillaume (Τρίο εγχόρδων της Όπερας του Παρισιού) από τη Γαλλία – σε σύμπραξη με τον έχοντα σημαντική καριέρα εντός και εκτός των ελληνικών τειχών πιανίστα Θανάση Αποστολόπουλο – πιστοποιούν, για άλλη μια χρονιά, τη διεθνή ακτινοβολία του Φεστιβάλ.

 

Ensemble Wien

Ensemble Wien

 

Μουσικοί θεσμοί της χώρας, όπως η Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ που θα συμπράξει με τη διεθνώς αναγνωρισμένη μεσόφωνο Ειρήνη Καραγιάννη και τον πολυτάλαντο Τάσο Αποστόλου υπό τη μουσική διεύθυνση του Αναστάσιου Συμεωνίδη.

Συνθέτες καταξιωμένοι στο μουσικό και θεατρικό χώρο, όπως ο πολυβραβευμένος Φίλιππος Τσαλαχούρης – που σε μια ιδιαίτερη βραδιά θα ερμηνεύσει δικιά του σύνθεση ως υπόκρουση στο αριστούργημα του ελληνικού βουβού κινηματογράφου Αστέρω (1929).

 

Φίλιππος Τσαλαχούρης

Φίλιππος Τσαλαχούρης

 

Σολίστες που έχουν εξυμνηθεί από τα διεθνή μέσα, όπως ο πιανίστας Νίκος Λαάρης – που εντυπωσίασε την Αθήνα τον Χειμώνα που μας πέρασε, ερμηνεύοντας έργα του Sir John Tavener, και το ίδιο πρόγραμμα θα επαναλάβει στο Ναύπλιο. Συμπράξεις όπως αυτές της εξαίσιας μεσόφωνου Αλεξάνδρα Γκράβας με τα μαγικά χέρια του πιανίστα Δημήτρη Γιάκα καθώς και η παρουσία νέων ερμηνευτών – όπως ο Κωνσταντίνος Δεστούνης, που πρόσφατα διακρίθηκε στο 39o Διεθνές Grand Prix Πιάνου Μαρία Κάλλας αλλά και του πρωτοπόρου ντουέτου VITA BREVIS, το οποίο συνδυάζει τη μπαρόκ μουσική με ζωντανά ηλεκτρονικά- δίνουν το φετινό στίγμα του Φεστιβάλ. Ένα στίγμα που καλύπτει ένα ευρύτατο φάσμα της σύγχρονης δημιουργίας και αναμφίβολα προβλέπεται να ενθουσιάσει.

 

Αλεξάνδρα Γκράβας

Αλεξάνδρα Γκράβας

 

Το Φεστιβάλ Ναυπλίου, υπό τη καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιάννη Βακαρέλη, έχει αναγνωριστεί ως ένας από τους πιο συνεπείς και επιτυχημένους θεματικούς θεσμούς της ελληνικής περιφέρειας, έχει φιλοξενήσει μερικά από τα λαμπρότερα σχήματα και καλλιτέχνες της διεθνούς κλασικής σκηνής και έχει τιμηθεί με τη διάκριση του καλύτερου φεστιβάλ από την Ένωση Ελλήνων Μουσικών Κριτικών. Στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του έχουν εμφανιστεί πάνω από 250 Έλληνες και ξένοι καλλιτέχνες, ανάμεσα τους μερικά από τα πιο διάσημα ονόματα του κόσμου, καθώς και 24 Κουαρτέτα, 18 Συμφωνικές και Ορχήστρες Δωματίου πλήθος πρωτοεμφανιζόμενων νέων καλλιτεχνών. Οι συναυλίες του, που πραγματοποιούνται με συμβολικό εισιτήριο, στα μαγευτικά μνημεία και πλατείες του Ναυπλίου, έχουν προσελκύσει περισσότερους από 190.000 επισκέπτες, Έλληνες και ξένους, τόσο από την τοπική κοινωνία, που το αγάπησε και το στήριξε από την πρώτη χρονιά, όσο και από την Αθήνα και την υπόλοιπη Ελλάδα, ενώ έχει σταθερούς φίλους που δίνουν το παρόν κάθε χρόνο, υπογραμμίζοντας την πολιτιστική αξία του Φεστιβάλ.

Χώροι συναυλιών: Πλατεία Αγ. Γεωργίου | Φουγάρο | Βουλευτικό | Πλατεία Συντάγματος | Παλαμήδι.

Ημερομηνία: Από Παρασκευή 19 έως Κυριακή 28 Ιουνίου

Ώρα έναρξης: 21.00

 

Πρόγραμμα

 

  • Παρασκευή 19 Ιουνίου – Πλατεία Αγίου Γεωργίου – Chicago Consort – ΗΠΑ
  • Σάββατο 20 Ιουνίου –  Φουγάρο
    Αθηνά Ρούτση – «Παρίσι-Κωνσταντινούπολη», μουσικά τοπία πάνω στις ράγες του Orient Express
  • Κυριακή 21 Ιουνίου –  Βουλευτικό
    Κωνσταντίνος Δεστούνης – Ρεσιτάλ Πιάνου
  • Δευτέρα 22 Ιουνίου – Βουλευτικό
    Νίκος Λαάρης στο πιάνο – Αφιέρωμα στον Τζον Τάβενερ
  • Τρίτη 23 Ιουνίου – Βουλευτικό
    Duo Vita Brevis – In Stil Μodernο: Συνθέσεις του 17ου και του 21ου αιώνα με άρωμα Βενετίας
  • Τετάρτη 24 Ιουνίου – Βουλευτικό
    Φίλιππος Τσαλαχούρης, σύνθεση/πιάνο – Βωβός κινηματογράφος με συνοδεία μουσικής.
    Δημήτρης Γαζιάδης – Ορέστης Λάσκος: Aστέρω (1929)
  • Πέμπτη 25 Ιουνίου – Βουλευτικό
    Αλεξάνδρα Γκράβας και Δημήτρης Γιάκας στο πιάνο – Ελληνικές Εμπνεύσεις
  • Παρασκευή 26 Ιουνίου –  Πλατεία Συντάγματος
    Ειρήνη Καραγιάννη και Τάσος Αποστόλου – Συμφωνική Ορχήστρα και Χορωδία της ΕΡΤ
  • Σάββατο 27 Ιουνίου – Βουλευτικό
    Trio Vuillaume – Τρίο εγχόρδων της Όπερας του Παρισιού με τον Θανάσης Αποστολόπουλος στο πιάνο
  • Κυριακή 28 Ιουνίου – Παλαμήδι
    Ensemble Wien – Κουαρτέτο της Φιλαρμονικής της Βιέννης

Read Full Post »

Το Ναύπλιο του 1500 στα βενετσιάνικα έγγραφα – Μετάφραση-διασκευή- επιμέλεια – Γιώργος Ρούβαλης


The Greek Correspondence of Bartolomeo Minio Μια άκρως ενδιαφέρουσα διατριβή παρουσιάστηκε το 1999 στα αγγλικά στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Αμερικής με τίτλο «Bartolomeo Minio Venetian Administration in 15th century Nauplion». Συγγραφέας η Diana Gilliland Wright. Με βάση τις μηνιαίες αναφορές του βενετσιάνου προβλεπτή στο Ναύπλιο Bartolomeo Minio από το 1478 ως το 1483 η συγγραφέας αναλύει την καθημερινότητα της βενετσιάνικης διοίκησης στο Ναύπλιο, τη διάταξη και λειτουργία του στρατού, τις σχέσεις με τους Τούρκους σε ειρήνη και σε πόλεμο, καθώς και το ξεκίνημα του χτισίματος της σημερινής κάτω πόλης του Ναυπλίου. Είναι η πρώτη φορά που ένας ερευνητής παρουσιάζει συγκεκριμένα στοιχεία για το βενετσιάνικο Ναύπλιο, για το οποίο μέχρι τώρα μόνο γενικότητες γνωρίζαμε. Μια άλλη εικόνα, αλλά μυθιστορηματική, της κτήσεως του Παλαμηδιού γύρω στο 1710-14 μπορούμε να βρούμε και στο μυθιστόρημα του Bruno Racine «Ο άρχων του Μορέως» [«Ο Κυβερνήτης του Μορέως»], μεταφρασμένο στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κέδρος, 1981 [1982]. Εκεί, ο συγγραφέας μπαίνει στο πετσί του Augustino Sagredo, που έχει λάβει την εντολή να χτίσει το Παλαμήδι.

Όμως, η διατριβή της Diana Wright είναι πολύ πιο λεπτομερειακή και φανερώνει χρόνια έρευνας και ανάλυσης των βενετσιάνικων ντοκουμέντων, που έχουν διασωθεί. Ας σημειώσουμε εδώ ότι για πολλές περιοχές της βενετσιάνικης Ελλάδας τα αρχεία της Βενετίας υπάρχουν – σε διάφορες βιβλιοθήκες – και βέβαια θέλει ψάξιμο και έρευνα για να τα βρεις και να τα ερμηνεύσεις. Τούτο έκανε – στον καιρό του – και ο ιστοριοδίφης Τάκης Μαύρος, ο οποίος δημοσίευσε στο Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου που εξέδιδε (δεκαετία 1990) πλήθος τέτοιων και άλλων εγγράφων.

Θα κάνουμε εδώ μία σύντομη παρουσίαση της διατριβής της Diana Wright στα ελληνικά με την ελπίδα ότι θα χρησιμεύσει σε όσους δεν μπορούν να διαβάσουν το πρωτότυπο.

Τιντορέττο (Jacopo Tintoretto 1518-94), Πορτρέτο Ενετού Ναυάρχου. Museo Nacional del Prado (Spain - Madrid).
Τιντορέττο (Jacopo Tintoretto 1518-94), Πορτρέτο Ενετού Ναυάρχου. Museo Nacional del Prado (Spain – Madrid).

Η ερευνήτρια αναλύει τα dispacci, δηλαδή μηνιαίες αναφορές του Bartolomeo Minio προς την έδρα της Βενετίας. Διορίστηκε Provveditor, δηλαδή προβλεπτής στο Ναύπλιο στις 13 Φεβρουαρίου 1478[79]. Το βενετσιάνικο έτος άρχιζε την 1η Μαρτίου. Έφτασε στο Ναύπλιο μετά από μια στάση στη Μεθώνη στις 8 Νοεμβρίου του 1478. Το Ναύπλιο για 90 χρόνια ήταν μια ελάσσων αποικία της Βενετίας, αλλά μετά από την απώλεια του Negroponte (Χαλκίδα) το 1370, το Ναύπλιο «Napoli di Romania» γίνεται «η πιο σημαντική γη του κράτους μας (Stato Mar, δηλαδή τις υπερπόντιες αποικίες σε αντίθεση με το stato terra, που ήταν εκτάσεις στην ιταλική χερσόνησο) στην Ανατολή». Επίσης αρχίζουν να χτίζονται σημαντικές οχυρώσεις στο Ναύπλιο. Ας θυμηθούμε εδώ ότι ο βενετοτουρκικός πόλεμος, που είχε αρχίσει με την Παπική Σταυροφορία του 1463, είχε παραταθεί έως το 1479 με τρομερές συνέπειες για τα ελληνικά εδάφη. Η κατάσταση στο Μοριά ήταν εύθραυστη, διότι τοπικοί Οθωμανοί αγάδες αποσπούσαν γαίες και προέβαιναν σε πειρατικές πράξεις, οι μισθοφόροι δεν είχαν πληρωθεί για πολύ καιρό, ενώ πολλοί ντόπιοι Μοραΐτες, Έλληνες και Αλβανοί, θεωρούσαν την επιλογή της ειρήνης με την Τουρκία ως βενετσιάνικη προδοσία. Ο Bartolomeo Minio λοιπόν φτάνει στο Ναύπλιο στην αρχή μιας πρόσφατης και μακράς περιόδου ειρήνης.

Νωρίτερα από την παρούσα διατριβή, μία σύντομη πηγή για το βενετσιάνικο Ναύπλιο είναι το άρθρο του Γ.Σ. Πλουμίδη «Ειδήσεις για το βενετοκρατούμενο Ναύπλιον, 1440-1550», στο Πελοποννησιακά, αρ. 8 (1971), 261-275., καθώς , βέβαια, και το βιβλίο της Ευτυχίας Λιάτα «Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αιώνα ,οικιστικά μεγέθη και κατανομή της γης», Ακαδημία Αθηνών, 2002, που αναλύει το Κτηματολόγιο των Βενετσιάνων, με στοιχεία των ετών 1703-1705.

Ας σημειωθεί ότι η πραγμάτωση της ειρήνης εξαρτάτο όχι τόσο από την υπογραφή ενός φιρμανίου, αλλά από τις ενέργειες των τοπικών Βενετσιάνων και Οθωμανών ηγετών για τις λεπτομέρειες, π.χ. διαμόρφωση ορίων κ.λπ., που συνεπάγεται. Ο Minio ως προβλεπτής επρόκειτο να συμμετάσχει κατά τη διάρκεια της θητείας του σε τέσσερις διαφορετικές διαπραγματεύσεις για όρια, μια παμπελοποννησιακή εξέγερση, καθώς και σε διαρκή αγώνα κατά των πειρατών στη θάλασσα και στη στεριά. 84 dispacci του Minio προς την Signoria και τον Capitan Generale του στόλου βρίσκονται στη βιβλιοθήκη του Μουσείου Correr στη Βενετία «dispacci al Senato ed at altri Bartolomeo Minio» κι έχουν δημοσιευτεί στον έκτο τόμο του Κ. Σάθα «Μνημεία ελληνικής ιστορίας». Το πρώτο dispaccio έχει χρονολογία 12 Νοεμβρίου 1479 και το τελευταίο 25 Μαρτίου 1483. Υπάρχουν επίσης στην ίδια βιβλιοθήκη εκθέσεις τέλους διακυβέρνησης από τρεις κυβερνήτες του Ναυπλίου το 1525, το 1527 και το 1531. Οι εκθέσεις αυτές (relationes) προσφέρουν βασική πληροφόρηση, που ο Minio δεν δίνει: αριθμοί πληθυσμού και αλλαγές, σχόλια περί του Συμβουλίου (Consilio) του Ναυπλίου, εκθέσεις για φόρους, όμως τα dispacci είναι καθημερινές περιγραφές των θεμάτων και των κρίσεων, αναχωρήσεις και αφίξεις στρατιωτών, αξιωματικών και πλοίων, περιοδικές επιθεωρήσεις και πληρωμές, εξέλιξη των σχέσεων. Επίσης, τα dispacci, που καλύπτουν 42 διαδοχικούς μήνες, κάνουν δυνατή την ανίχνευση σχέσεων μεταξύ εποχών και γεγονότων.

Όπως σημειώνει η ερευνήτρια, οι εκθέσεις του Minio μπορούν να συγκριθούν με ανάλογες του Giacomo Barbarigo, που γράφτηκαν μεταξύ 1465 και 1466. Εξάλλου έχουμε λίγες ή σχεδόν ανύπαρκτες πηγές για την περίοδο εκείνη εκ μέρους των Ελλήνων. Η μόνη, η οποία φαίνεται να υπάρχει, είναι το κείμενο του Δωροθέου της Μονεμβασίας, «Bιβλίον Iστορικόν» του 17ου αιώνα, το οποίο παρουσιάζει μια θετική εικόνα της βενετσιάνικης κυριαρχίας.

Ποιος ήταν όμως ο Bartolomeo Minio; Όταν φτάνει στο Ναύπλιο, βρίσκεται σε μια μέση ηλικία με προηγούμενη εμπειρία μια θητεία στην Κέρκυρα ως cancelliere. Έπασχε από συχνούς πονοκεφάλους και πόνους στον αυχένα. Ήταν μάλλον μοναχικός άνθρωπος. Τη θητεία του ελαφρύνει η συχνή άφιξη του κουνιάδου του, Piero Trevisan, κυβερνήτη μιας γαλέρας, ο οποίος έφτασε στο Ναύπλιο με αποστολή αρκετές φορές. Αισθανόταν απομονωμένος «in questa terra in luogo remoto» με τη δουλειά του να μην αναγνωρίζεται, τα γράμματά του να μένουν χωρίς απάντηση και τα αιτήματά του για χρήματα, τρόφιμα και προμήθειες να αγνοούνται. Ο Minio βρίσκεται συνέχεια κουρασμένος ζητώντας χρήματα, σιτηρέσια για τους στρατιώτες, εργάτες, υλικά, δηλαδή η απελπισία και η απογοήτευσή του είναι προφανείς.

Για τη συνέχεια του άρθρου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Ναύπλιο του 1500 στα βενετσιάνικα έγγραφα

Read Full Post »

Μαρτυρίες για την πτώση τ’ Αναπλιού στους Τούρκους (9 Ιούλη 1715). Ευτυχία Δ. Λιάτα, «Μνήμων» τ. 5ος, Αθήνα, 1975.


 

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

[…] Τα νέα για τη ρωσοτουρκική συνθήκη του 1711  έχουν φτάσει στο Μοριά κι αμέσως αρχίζουν οι πρώτες σοβαρές ανησυχίες. Δε μας ξενίζει το γεγονός πως η πρώτη υποψία για τον κίνδυνο, που απειλεί τώρα την Πελοπόννησο, σπέρνεται από Έλληνες που ζουν στη Βενετία. Αυτοί, στη θέση που βρίσκονται, έχουν τη δυνατότητα καλύτερης πληροφόρησης, αφού πηγή τους είναι η ίδια η Βενετία. Η εμπορική τάξη φυσικά είναι αυτή που περισσότερο θα πληγεί από έναν πόλεμο, γι΄αυτό και οι φόβοι των εμπόρων είναι αμεσότεροι και εντονότεροι. Ανησυχούν οι έμποροι του ελληνικού χώρου για τις περιουσίες τους και σπεύδουν να επιστήσουν την προσοχή των αφεντάδων τους στη Βενετία, να μη ξανοιχτούν σε οικο­νομικές επενδύσεις στο Μοριά στέλνοντας χρήματα για το σκοπό αυτό ούτε και στα πιο έμπιστά τους πρόσωπα. Ξαφνικά κάθε ανησυχία για το ενδεχόμενο πολέμου φαίνεται να σταματάει και για διόμισι περίπου χρόνια δε γίνεται ο παραμικρός λόγος γύρω από το θέμα που τόσο τους αναστά­τωσε.

Οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ Μοριά και Βενετίας στο διάστημα αυτό, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία των συναλλασσομένων προσώπων, μοιάζει να διεξάγονται σε κανονικό ρυθμό κι η ζωή στη μητρό­πολη και στην αποικία της, φαινομενικά τουλάχιστον, κυλάει ομαλά.

Για το επίσημο βενετικό κράτος όμως το φάσμα του πολέμου με την Τουρκία δεν έσβησε ούτε για μιά στιγμή, παρά τις προσπάθειες της Πύλης να κρύψει τις πραγματικές της προθέσεις και να παραπλανήσει τον αντίπαλο, στηρί­ζοντας έτσι την επιτυχία των σχεδίων της στον αιφνιδιασμό. Η Γερουσία, πάντα άγρυπνη, εντείνει τις προσπάθειες ενίσχυσης όλων των φρουρίων στο Μοριά. Οι εκθέσεις των τελευταίων Βενετών διοικητών, που φτάνουν στο Συμβούλιο, μιλάνε διεξοδικά για τις εντατικές οχυρωματικές εργασίες, που γίνονται κυρίως στην πρωτεύουσα της βενετικής Πελοποννήσου. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της υποψίας και την ένταση του εξοπλισμού κι από τις δυό πλευρές, περνάνε περισσότερα από δυό χρόνια, όταν το Γενάρη του 1715 αρχίζει να φουντώνει πάλι το άγχος του πολέμου…

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ευτυχίας  Λιάτα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Μαρτυρίες για την πτώση τ’ Αναπλιού στους Τούρκους

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »