Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ορθοδοξία’

 

Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων

 

 

Ο παλαιός Ναός του Αγίου Νικολάου

 

Αν λάβουμε υπόψη τις εικόνες του παλαιού τέμπλου που σώζονται στον Ι. Ναό και χρονολογούνται τη περίοδο 1700-1750, το πιθανότερο είναι ότι πρώτος Ναός του αγίου Νικολάου είχε κτιστεί στα τέλη του 17ου αρχές του 18ου αιώνα.

 

Γράφει ο Εμμανουήλ Δρίτσας:  

 

img_1119a1«…Εις το νοτίως μέρος των οικιών μεταξύ τούτων, ένθα υπάρχει το υψηλότερο έδαφος, είδος μικράς ραχούλας …υπήρχε ο ειδωλολατρικός ναός του θεού της θαλάσσης Ποσειδώνος π. Χ. Εις τα ερείπια του Ναού τούτου οι πρόγονοί μας Διδυμιώται έκτισαν επί Οθωμανικής εποχής (τουρκικής) πριν του 1800 μ.Χ. Εκ θεμελίων μίαν καινουργή εκκλησίας διαστάσεων 40 Χ 15 μέτρων περίπου όν η σκεπή του ήτον ολόκληρος συνεχόμενη από το Ιερόν μέχρι του καμπαναριού θολωτή με θόλον και από του θόλου είχαν Κεραμοσκεπή και με κεράμους (κεραμίδια) αρχαία μεγάλου μεγέθους 0,50 Χ 0,15 εκατοστών του μέτρου, ήταν χριστιανικός Ιερός Ναός αφιερωμένος και εορτάζοντος εις την μνήμην του Αγίου Νικολάου 6 Δεκεμβρίου που είναι προστάτης θαλασσινών (ναυτικών μας)…»

 

Ο ίδιος μνημονεύει ένα ποίημα «…το οποίο άγνωστος ποιητής πρόγονός μας το είχε συντάξει Αλβανιστί…» που εν ολίγοις μαρτυρεί πως ο πρώτος αυτός Ναός φτιάχτηκε κρυφά από τον πασά της Τρίπολης (άλλωστε απαγορευόταν με νόμο το εκ θεμελίων κτίσιμο χριστιανικών Ναών) μετά από δωροδοκία του Αγά των Διδύμων με τριακόσια γρόσια.

 

«Ο παπαδήμας που τον φάγαν οι λύκοι και το Ιερό Ευαγγέλιο του 1813»

 

 

Η παλαιότερη γραπτή μαρτυρία για την Εκκλησία μας υπάρχει στην πρώτη σελίδα σωζόμενου Ιερού Ευαγγελίου εκδόσεως 1813, το οποίο φυλάσσεται μετά από συντήρηση στον Ιερό Ναό. Εκεί διαβάζουμε την παρακάτω ιδιόχειρη αφιέρωση του ιερέως Ιωάννου:

 

« 1803 Φεβρουαρίου 20 Εχειροτονήθη ο Παπαδήμας υπό Αρχιερέως του τόπου Γρηγορίου και έδωσε γρόσια του Δεσπότη 20 1803 2 Ιουλίου ελάβωσε ο λύκος λυσσασμένος τον Παπαδήμα εις την Πελεγή και έζησε μήνες 2. Πρώτη Σεπτεμβρίου έδωσε τέλος της ζωής του ο Θεός μακαρίση αυτόν και μνημονεύεται, αφιερώνει το Ευαγγέλιον εις τον Άγιον Νικόλαον Δημητρίου ιερέως Λαβρεντίου μοναχού Ιωαν. Αγγελίνας των γονέων, εγράφη δια χειρός εμού του αμαρτωλού, Ιωάννου Ιερέως του ποτέ Δημητρίου Μερκούρη από χωρίου Δίδυμον. Η χειρ γράψαντος θα σήπεται το δε γράψιμον εις τον αιώνα μένει δια ενθύμιον, γράφω δε ότι εις τας χίλιας οκτακοσίας ογδοήκοντα οκτώ εχειροτονήθη και παρά αρχιερέως του τόπου ονόματι Ιακώβου χωρίς κανένα παρά…. ο Θεός εξεύρει.»

 

 

Ο νέος Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου

 

 

Η νέα εκκλησία του Αγίου Νικολάου άρχισε να κτίζεται γύρω από την παλαιά το 1911. Γράφει ο Εμ. Δρίτσας:

 

 «…απέχουν περίπου 4 μέτρα εκ του παλαιού τοίχους της παλαιάς εκκλησίας σκάβονται τα νέα θεμέλια… επί 6 μέτρα βάθους και 1 μέτρο πλάτους…» Αρχιτέκτων Μηχανικός ήταν «..καταγόμενος εξ Ιταλίας και λεγόμενος κύριος Σαβατίνος…». Αυτός πήρε την ευθύνη να προχωρήσει η ανέγερση του Ναού καθώς στη θεμελίωση δεν εύρισκαν στέρεο έδαφος αλλά χώμα, κεραμίδια και ανθρώπινα οστά. Οι κτίστες ήταν από την Κάρπαθο και «…οικοδομήθη… με όλην την οικοδομικήν τέχνην των σχεδιαγραμμάτων των Βυζαντινών Χριστιανικών Ναών με μεγάλους ασβεστόλιθους όλους πελεκητούς σε τετράγωνους (αγκωνάρια) και έφθασε το κτίσιμο τούτο εις ύψος 6 μέτρων περίπου χρησιμοποιηθέντων οικοδομικών υλικών μόνον άμμον και άσβεστον και εκτίσθηκαν όλες οι αι εξωτερικές θύρες και παράθυρα με θολωτά σκεπάσματα (πρέκια)…»

Α΄ Χαιρετισμοί εις την θεοτόκον. Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων 2009.

Α΄ Χαιρετισμοί εις την θεοτόκον. Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων 2009.

 

 

Το κτίσιμο του Ναού σταμάτησε εκεί στα 6 μέτρα το Σεπτέμβριο του 1912 με την κήρυξη του ελληνοτουρκικού πολέμου.

 

Το 1939 έγινε νέα προσπάθεια της κοινότητος Διδύμων για αποπεράτωση του Ναού καθώς:

 

«…κατόρθωσε να συγκεντρώσει στο ταμείο της περίπου 1.000.000 δραχμάς αλλά επειδή το ποσόν δεν επαρκούσε να τελειοποιηθεί εις το αρχικόν σχέδιον του συνταχθέντος από το 1911…ανέθεσε η κοινότης Διδύμων μετά των εκκλησιαστικών συμβούλων εις του συμπατριώτας μας αρχιτέκτονας …Αλέξανδρον Π. Βερδελήν και Ιωάννην Αν. Αντωνόπουλον και δωρεάν εργασθέντες ετροποποοίησαν το αρχικόν σχέδιον του Ιερού του Αγίου Νικολάου με νέο σχεδιάγραμμα… προκυρήχθη και μειοδοτική δημοπρασία και αναδείχθη τελευταίος μειοδότης εκ Κρανιδίου καταγόμενος και εις Αθήνας εδρεύον διπλωματούχος εργολάβος κ. Αντώνιος Σκρεπετής, αλλά φεύ επήλθεν συν τω χρόνω το έτος 1940 ο Ελληνο-Ιταλικός πόλεμος…»

 

Η αποπεράτωση

 

 Ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου τελικώς αποπερατώθηκε στο διάστημα που ήταν εφημέριος ο κρητικός π. Καλλίνικος Καρπαθιωτάκης (1967-1970), Ιερομόναχος της Μονής Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη του Ηρακλείου Κρήτης, με πρωτοβουλία και επίβλεψη του τότε Μητροπολίτου Ύδρας κου Ιεροθέου. Υπό του ιδίου Μητροπολίτου έγιναν τα εγκαίνια του Ιερού Ναού την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών του έτους 1980 εφημερεύοντος του π. Χαράλαμπου Οικονομόπουλου (1975-2006). Επί της 30ετούς εφημερίας του π. Χαράλαμπου έγιναν πλείστα έργα στο εσωτερικό και εξωτερικό του Ναού, κτίστηκε το περίτεχνο Καμπαναριό, διαμορφώθηκε και καλλωπίστηκε ο προαύλιος χώρος, ανακαινίσθηκαν πολλά εξωκλήσια.

 

Αρχιτεκτονική

 

 Ο Ναός είναι εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλο, έχει ελαφρώς εξέχουσες τις κεραίες του σταυρού, τρία κλίτη που χωρίζονται με 10 πεσσούς (τετράγωνες κολώνες), τρία διαφορετικά επίπεδα (κυρίως Ναός, σολέας και Ιερό Βήμα) ενώ υπάρχουν τρεις κόγχες εξωτερικές (μια μεγάλη κεντρική και δύο μικρές), και δυο μικρές εσωτερικές (πρόθεση και διακονικό). Το συνολικό εμβαδόν του είναι περίπου 260 m2 .

 

Ο Ναός σήμερα

 

Ο Ναός μας σήμερα οδεύει προς την ολοκλήρωσή του. Σε εξέλιξη βρίσκεται η αποπεράτωση της Εικονογράφησης απομένουν όμως ακόμα το δυτικό μέρος με παραστάσεις του δωδεκαόρτου και ο γυναικωνίτης. Ταυτόχρονα πραγματοποιείται ορθομαρμάρωση στο εσωτερικό, ήδη τελείωσε το Ιερό Βήμα και ακολουθούν οι πεσσοί(κολώνες) και ο υπόλοιπος Ναός. Θα ακολουθήσει η αποπεράτωση και διαμόρφωση του γυναικωνίτη.

Ο Ενοριακός Ναός διαθέτει συνολικά 14 εξωκκλήσια που μαζί με τον Κοιμητηριακό Ναό λειτουργούνται πολλάκις στη διάρκεια του έτους, επίσης περιλαμβάνει την εκκλησία του αγίου Αθανασίου του χωριού Ράδου και τη σπουδαία «Μονή Αυγού» του 15ου αιώνα.

 

Υποσημείωση

 

 

Οι Ιστορικές Πηγές: «Μηχανογραφημέναι Ιστορικαί Αληθιναί Περιηγήσεις Περιφερείας Διδύμων – Κρανιδίου υπό του ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Δ. ΔΡΙΤΣΑ εκ ΔΙΔΥΜΩΝ ΚΡΑΝΙΔΙΟΥ ΕΡΜΙΟΝΙΔΟΣ από τα έτη 1907-1973.»

Αυτός είναι ο τίτλος του πρωτότυπου, δακτυλογραφημένου εντύπου του 1974, το οποίο αποκαλείται από τον ίδιο τον συγγραφέα «Ιστορική Μελέτη» «συνταχθείσα ιδιοχείρως… το έτος 1973» και δωρήθηκε πρόσφατα στην Ενορία μας από τον κο Κωνσταντίνο Σκυλή τον οποίον ευχαριστούμε θερμά. Το περιεχόμενο αυτής της κατάθεσης και μαρτυρίας αποδείχτηκε πολύτιμο αφού μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για την ιστορία του τόπου, του Ναού και των Παρεκκλησίων. Στην πρώτη σελίδα έχει αντίγραφο επιστολής του Μητροπολίτου Κορινθίας Παντελεήμων με ημερομηνία 11-4-1970 που παρακινεί τον συγγραφέα να στείλει αντίγραφο της Μελέτης στην Ακαδημία Αθηνών ενώ σε υποσημείωση στην ίδια σελίδα αναφέρεται ότι εστάλη στην Ακαδημία «προς κρήσιν» με αριθ. Πρωτ. 74917/6-5-1974.

Πληροφορίες από την μελέτη αυτή περιέλαβε στο βιβλίο του «Μνήμες Ερμιονίδος», ο Ηπειρώτης Προκόπιος Τσιμάνης, το 1975. Αν και στο βιβλίο κυριαρχεί η υποκειμενική κριτική του συγγραφέα, δεν παύει να είναι άλλη μια σημαντική ιστορική πηγή.

 

 

 

Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Ενορίας Διδύμων, στο διαδυκτιακό ενοριακό «συμπόσιο».  Υπεύθυνος: Πατήρ Κοσμάς.

Read Full Post »

Πάσχα στο Κρανίδι Αργολίδας

 

 

 

Σάββατο του Λαζάρου 1959.

Σάββατο του Λαζάρου 1959.

Το Σάββατο του Λαζάρου φτιάνανε οι γονείς στα παιδιά Λάζαρο με πουκάμισο, με γραβάτα κόκκινη και κόκκινο σκουφάκι. Του βάζανε και κίτρινα λουλούδια, τα λούλετ Σεν Λάζαρι (=λουλούδια του Άγιου Λάζαρου). Και τα παιδιά τον βάζανε σε δύο ξύλα και τον γυρνούσανε στα σπίτια και λέγανε το τραγουδάκι και του δίνανε αυγό άσπρο και στραγάλια, τέτοια. Οι παλιές φτιάνανε και κουλούρια, λαζαρούδια, με τρύπα στη μέση. Την Κυριακή των Βαΐων, ρίχνανε βάγια χάμω στην εκκλησία. Ο παπάς μετά έδινε φυλλαράκια βάγια και τα βάζανε στις εικόνες. Τα ρίχνανε στη φακή και γινότανε ωραία, αλλά και λιβανίζανε μ’ αυτά τις λεχώνες, τους ματιασμένους. Πλέχανε και σταυρούς με βάγια, δύο κλώνους εκεί, και τους σιάχνανε σταυρό.

 

Όλη τη Σαρακοστή κάνανε ευχέλαια. Τη Μεγάλη Τετάρτη πιάνα­νε μπροζύμι και τη Μεγάλη Πέμπτη φτιάνανε το προσκόμιδο που θα πηγαίνανε στην εκκλησία για το Μεγάλο Σάββατο, γιατί τη Μεγάλη Παρασκευή δε δίνανε ούτε αντίδερο, ούτε τίποτα. Και κρατούσανε το μπροζύμι της Μεγάλης Πέμπτης και το είχανε όλο το χρόνο και ήτανε καλό το μπροζύμι αυτό, γιατ’ ήτανε της Μεγάλης Πέμπτης. Και τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ βάζανε στον σταυρό μπροζύμι και μια μποτίλια νερό. Μέχρι τώρα το κάνουν αυτό. Το μπροζύμι το φτιάνουν με σκέτο αλεύρι και φούσκωνε και γι­νότανε ως εκεί πάνω. Το νερό το είχανε σαν αγιασμό. Και καθόντου­σαν το βράδυ και φιλάγανε τον Χριστό και λέγανε:

 

Σήμερο μαύρος ουρανός, σήμερις μαύρη μέρα.

Σήμερις όλοι θλί­βονται και τα βουνά λυπούνται.

Σήμερις έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυ­λιά, οι τρισκατηραμένοι.

 

Τον Ιησού τον πιάσανε και τον χαλκιά τον πάνε:

Χαλκιά, χαλκιά, φτιάξε καρφιά, φτιάξε τρία πηρούνια.

Τα δυό βάλ ‘ τα στα χέρια τον, τα άλλα δυό στα πόδια,

το τρίτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του,

να τρέξει αίμα και νερό, να λιγωθεί η καρδιά του.

Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε μοναχή της,

γιατί πολύ λυπήθηκε για το Μονογενή Της.

Αυτό το λέγανε και στην εκκλησία και στα σπίτια, έτσι πένθιμα.

 

Τη Μεγάλη Πέμπτη τότες, παλιά, δε φτιάνανε τσουρέκια. Φτιάνανε κουλούρια, τα κάνανε στρογγυλά και τους βάζανε το μπροζύμι σταυρό επάνου και βάζανε στη μέση ένα κόκκινο αυγό και τα είχανε έτοιμα για την Ανάσταση. Και τα τσιμπούσανε γύρω γύρω με το ψα­λίδι, για να γίνει όπως το αγκάθινο στεφάνι. Και ήσανε ψωμί τα κου­λούρια, δεν ήσανε γλυκά. Μπροζύμι.

Βάφανε και τ’ αυγά κόκκινα και τα είχαν’ έτοιμα, γιατί τη Μεγά­λη Παρασκευή δεν τρώγανε ούτε ψωμί. Μαχαίρι δεν βάζανε στο τρα­πέζι. Τρώγανε μαρούλι με ξίδι, τέτοια πράματα. Και καθόλου δεν τρώγανε! Το βράδυ πια. Τ’ αυγά τα βάφανε κόκκινα, όπως το αίμα τον Χριστού. Και το βράδυ στην εκκλησία, στο έκτο ευαγγέλιο, βγάζανε το Χρι­στό. Και λένε ότι τη Μεγάλη Πέμπτη βγαίνανε οι πεθαμένοι απ’ τον Κάτω Κόσμο και μένανε σαράντα ημέρες έξω. Είχανε και στεφάνια, λουλούδια, και τα πηγαίνανε στον Χριστό.

 

Επιτάφιος

 

Τον Επιτάφιο, τον στολίζανε τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί, με λουλούδια, κορδέλες, φαναράκια, λαμπάδες στις γωνίες. Το απόγευμα γινότανε η Αποκαθήλωση και πηγαίνανε ντυμένοι ο κόσμος με τα καλά τους, παιδιά, γέροι, νέοι, γριές, όλοι, και γινότανε η Αποκαθήλωση. Και τον έπαιρνε ο παπάς το Χριστό και τον έβαζε στο σεντό­νι, τον τύλιγε και τον έβαζε στην Αγία Τράπεζα. Το βράδυ γινότανε ο ενταφιασμός. Τον Επιτάφιο τον βγάζανε έξω, σημαίναιναν οι καμπάνες, τον γυρίζουν στο χωριό και τον ξανα­φέρνουν πίσω. Τον κρατάνε τέσσερις στην πόρτα της εκκλησίας και τότε περνάει όλος ο κόσμος από κάτω. Πίσω είναι ο παπάς, οι ψάλ­τες, και ψέλνουνε. Και τα παιδιά και τα κορίτσια λένε κι αυτά ψαλμωδίες. Τα κεριά και τα λουλούδια του Επιταφίου δεν κάνει να τα πά­ρουν από τον Επιτάφιο. Αυτά τα πετάει ο παπάς το Μεγάλο Σάββατο το πρωί, που λέει το «Ανάστα ο Θεός!». Τα έχει σ’ ένα πανέρι και τα πετάει και τα πιάνει ο κόσμος. Τα παίρνουνε στο σπίτι για φυλαχτό. Τα βάζουνε στις ει­κόνες, κι όταν τα χρειαστούν, τα βάζουνε στα κάρβουνα και λιβανίζουνε. Το κερί του Επιταφίου το ανάβουνε και στη στεριά και στη θάλασσα. Όταν έχει βροντές, αστραπές, κύματα, τ’ ανάβουνε, κι έτσι ησυχάζει η βροντή και η αστραπή κι ο κεραυνός.

Τη Μεγάλη Παρασκευή φτιάνουνε και τα παιδιά επιτάφιο. Παίρνανε μία πίτα από φραγκόσυκα (κομμάτι του πράσινου κορμού του κάκτου), βάζανε δύο ξυλαράκια που λυγίζανε και τα μπήγανε σταυ­ρωτά στην πίτα. Σταυρώνανε τα ξυλαράκια, πάνω έκαναν σταυρό, όπως το ‘βλεπες, ή βάζανε και τέσσερα ξυλαράκια όρθια, για να γίνει τετράγωνο, όπως ο Επιτάφιος της εκκλησίας. Στη μέση κάνανε μια τρύπα κι εκεί βάζανε ένα κουτί της βερνίκης, αυτό το σιδερένιο, το στρογγυλό, με καρβουνάκι και λιβάνι. Και βάζανε λουλουδάκια στα ξυλάκια και γυρνούσανε τα σπίτια και λέγανε «Η Ζωή εν Τάφω» και «Παναγία Δέσποινα φύλαξε τους δούλους Σου, να γελάσει ο Χρι­στός και να σκάσει ο πειρασμός». Αυτή την ημέρα πηγαίνανε και στα ξωκλήσια κι ανάβανε τα καντήλια. Μετά τον εσπερινό, γυρνούσανε όλες τις εκκλησίες και βλέπανε τους επιτάφιους, ποιος ήτανε πιο ωραίος.

 

Λαμπρή

 

Το Μεγάλο Σάββατο φτιάνουνε τα κουλούρια της Λαμπρής, αν δεν τα έχουνε φτιάξει τη Μεγάλη Πέμπτη. Σφάζουνε τ’ αρνιά, ετοι­μάζουν τη μαγειρίτσα. Και το βράδυ πηγαίνανε στην εκκλησία οι οι­κογένειες. Στις δώδεκα, έλεγε ο παπάς το Χριστός Ανέστη και πε­τούσανε τρίγωνα, βεγγαλικά, τρακατρούκες, βαρελότα. Αγκαλιαζό­ντουσαν ο παπάς με τους επιτρόπους κι ο κόσμος. Μετά, γυρίζανε στα σπίτια τους και φέρνανε τις λαμπάδες αναμμένες και πριν μπού­νε, κάνουνε σταυρό μαύρο με τη λαμπάδα πάνω στην πόρτα. Το φως της Αναστάσεως το φέρνανε μέσα στο σπίτι για ν’ ανάβουν το καντήλι και να ‘μενε αναμμένο σαράντα μέρες. Το κερί της Αναστάσεως το είχανε όλο τον χρόνο κι ανάβανε το καντήλι. Τρώγανε τη μαγειρίτσα, διασκεδάζανε. Την Κυριακή του Πάσχα και σούβλα φτιάνανε, και το κρέας μαγειρεμένο το είχανε, και μαγειρίτσα τρώγανε. Αλλά, πιο πολύ, το κρέας το κάνανε σούπες, γιατ’ ήσανε απ’ τη νηστεία. Οι τσοπαναραίοι φτιάνανε τραχανάδες. Διασκεδάζανε, χορεύανε, τραγουδάγανε, ρίχνανε και βαρελότα. Οι αρραβωνιασμένοι πηγαίνανε στην πεθερά την κουλούρα και αυγά κόκκινα.

 

Κρανίδι, το κάψιμο του Ιούδα Κυριακή του Πάσχα.

Κρανίδι, το κάψιμο του Ιούδα Κυριακή του Πάσχα.

Το απόγευμα είχανε τον εσπερινό της αγάπης. Πηγαίνανε στην εκκλησία, λέγανε τα ευαγγέλια και μετά, απέξω από μια εκκλησία, εί­χανε τον Γιούδα (Ιούδα). Γεμίζανε άχερο ένα ύφασμα, το ράβανε, του βάζανε χέρια, πόδια και τον είχανε ‘κει. Και του βάζανε φωτιά και τον καίγανε. 

Τη Δευτέρα του Πάσχα πηγαίνανε το πρωί στην εκκλησία με τα καλά τους. Και το μεσημέρι κάνανε το κρέας στον φούρνο. Ανάβανε όλοι τους φούρνους και ψήνανε το φαΐ. Κι ήτανε μεγάλη γιορτή κεί­νη την ημέρα, γιατί, τις πιο πολλές φορές, τότε πέφτει του Αγίου Γιωργιού. Κάνανε περιφορά της εικόνας· τα πρώτα χρόνια, όχι σ’ όλο το χωριό, εκεί γύρω στην εκκλησία. Οι βοσκοί σφάζανε αρνί, το αγιογιωργίτικο, και πανηγυρίζανε. Μεγάλο πανηγύρι αυτή την ημέρα γίνεται στα Δίδυμα, πο ‘χουν εκκλησία μέσα σε σπηλιά. Κι είχανε μυτζήθρες, ψητά, χορεύανε, τραγουδούσανε.

 

 

Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγούλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

 

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

 

Read Full Post »

Πάσχα στον Άγιο Αδριανό (Κατσίγκρι)

 

 

 

Οι προετοιμασίες για το Πάσχα, ή τη Λαμπρή, όπως την έλεγαν, ξεκινούσαν με το άσπρισμα. Αγόραζαν ασβέστη (χωρή) και άσπριζαν τα σπίτια μέσα και έξω. Τα δάπεδα των σπιτιών ήταν από χώμα. Έφτιαχναν πηλό και σε τακτά χρονικά διαστήματα έκαναν επάλειψη. Τις αυλές, που ήταν μεγάλες και τις λέρωναν οι κότες και τα υπόλοιπα κατοικίδια ζώα, τις σκούπιζαν με θυμάρι. Ο πατέρας έπαιρνε τα παπούτσια των παιδιών που είχαν χαλάσει και τα πήγαινε στον τσαγκάρη (μπαλωματή). Μπαλωματής στο χωριό ήταν ο Ανάστασης Αναγνωστόπουλος ή μάστρο – Αναστάσης.

 

Στολισμός Επιταφίου γύρω στα 1970.

Στολισμός Επιταφίου γύρω στα 1970.

Τη Μεγάλη Εβδομάδα έφτιαχναν τα πασχαλινά κουλούρια και τα γαλο-κούλουρα που τα έτρωγαν και για ψωμί. Τη Μεγάλη Πέμπτη έβαφαν τα κόκκινα αυγά και τη Μεγάλη Παρασκευή οι κοπέλες του χωριού ξεκινούσαν από το πρωί το στόλισμα του επιτάφιου.

 

 

Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, όλο το χωριό πήγαινε στον επιτάφιο. Οι άντρες της μεγάλης ηλικίας πήγαιναν ο καθένας στη δική του θέση, στο δικό του στασίδι. Αυτό δεν το παραβίαζε κανείς. Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου πήγαιναν να κοινωνήσουν ή να μεταλάβουν, όπως έλεγαν. Πήγαιναν τμηματικά, γιατί δεν είχαν όλα τα παιδιά παπούτσια. Πήγαιναν μερικά πρώτα, γυρνούσαν και μετά πήγαιναν τα υπόλοιπα.

 

Το Μεγάλο Σάββατο έσφαζαν τα αρνιά, τα έγδερναν και το απόγευμα έπαιρναν τα δέρματα και τα πήγαιναν στην εκκλησία. Ο παπάς με τους επιτρόπους τα πουλούσαν και με τα χρήματα που έπαιρναν συντηρούσαν την εκκλησία. Το βράδυ της Ανάστασης τα αγόρια έπαιρναν μαζί τους από ένα αυγό και ένα κουλούρι. Με το Χριστός Ανέστη που έλεγε ο παπάς έβγαιναν έξω, τσούγκριζαν τα αυγά και τα έτρωγαν γιατί η μεγάλη νηστεία τα έκανε να μη μπορούν να περιμένουν. Γυρνώντας από την εκκλησία, η μάνα είχε έτοιμη τη μαγειρίτσα και όλη η οικογένεια έτρωγε.

 

Ανήμερα το Πάσχα έβαζαν ψητό στο φούρνο και το μεσημέρι καθόταν η οικογένεια στο τραπέζι. Ο παππούς έπαιρνε το μαχαίρι και έβγαζε προσεκτικά την πλάτη του αρνιού. Από την πλάτη του αρνιού έβλεπαν αν θα είχαν χαρά, αρρώστια ή και θάνατο. Τρώγοντας και πίνοντας κρασί έρχονταν  στο κέφι. Όλο το χωριό μαζευόταν στο προαύλιο της εκκλησίας και ξεκινούσε το γλέντι με τα πασχαλινά τραγούδια.

 

Σήμερα Χριστός Ανέστη

 

 

Σήμερα Χριστός Ανέστη

μες στους ουρανούς ευρέθη

σήμερα και οι παπάδες

με κεριά και με λαμπάδες.

 

Σήμερα τα παλικάρια

στέκονται σαν τα λιοντάρια

σήμερα και τα κορίτσια

στέκονται σαν κυπαρίσσια.

Σήμερα κι οι παντρεμένες

είναι λαμπροφορεμένες.

 

 

Του μπροστινού θέλω να πω

 

 

Του μπροστινού θέλω να πω

ωραίο τραγουδάκι

γιατί είναι το κορμάκι του

σαν το κυπαρισσάκι.

 

Τράβα το χορό με νάζι γιατί

 είσαι ωραίος και σου μοιάζει.

Τράβα το χορό με νιότη

όμορφε Κατσιγκριώτη.

Τράβα το πανάθεμα σε

τα σκαρπίνια μη φοβάσαι.

 

Να’ μουνα και τι να’ μουνα

μαντήλι του χεριού σου

κορδέλα του καπέλου σου

κλειδί του ρολογιού σου.

Να’ μουνα στη γη βελόνι

να πατάς να σ’ αγκυλώνει.

 

 

 

Γιορτή Μυροφόρων

 

 

Δεκαετία του 50. Εορτή των Μυροφόρων στο μοναστήρι Αγ. Δημήτριος.

Δεκαετία του 50. Εορτή των Μυροφόρων στο μοναστήρι Αγ. Δημήτριος.

Μετά το Πάσχα, στη γιορτή των Μυροφόρων ανέβαιναν στα γαϊδουράκια και άλλοι με τα πόδια και πήγαιναν στη Μονή Καρακαλά. Το μοναστήρι ήταν ανδρικό, μετά το 1960 όμως έγινε γυναικείο. Μετά τη Θεία Λειτουργία έπαιρναν τα φαγητά που είχαν φέρει μαζί τους, κάθονταν κάτω από τα δέντρα, έτρωγαν και έπιναν. Γλεντούσαν ως το απόγευμα και ξεκινούσαν έπειτα για το χωριό.

 

 

 

Πηγή

 

 

  • Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος, « Ένα χωρίο γράφει την ιστορία του, Κατσίγκρι – Άγιος Αδριανός », Έκδοση, Δημοτικό σχολείο Αγίου Αδριανού, 2002.

 

Read Full Post »

Μάρκου Γεώργιος, ο Αργείος Αγιογράφος


 

Ο Γεώργιος Μάρκου γεννήθηκε γύρω στα 1690. Βέβαια, σχετικά με την γέννηση του δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο. (Ο  Κώστας Δανούσης παίρνοντας υπόψη του ότι το πρώτο γνωστό του έργο, το καθολικό της Μονής Πετράκη, χρονολογείται το 1719, υπολογίζει ότι θα πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 1690). Έζησε στην Αττική, όπου πιθανόν ολοκλήρωσε την μόρφωσή του, αλλά επισκέφθηκε το Άγιο Όρος και την Βενετία. Το γιατί εγκαταστάθηκε στην Αττική δεν είναι εύκολο να εξακριβωθεί. Μια λογική υπόθεση είναι το γεγονός ότι εκεί οι αρχές του ΙΗ’ αιώνα συμπίπτουν με το ξεκίνημα μιας νέας εποχής, μετά την αποτυχη­μένη εκστρατεία και προσωρινή κατοχή της Αθήνας από το Μοροζίνη (1688). Οι κάτοικοι επιστρέφουν, ο πληθυσμός πυκνώνει και οι νέες εκκλησίες που κτίζο­νται ή οι παλαιότερες που ανακαινίζονται, έχουν ανάγκη από διακόσμηση. Τις νέες καλλιτεχνικές ανάγκες έρχονται να καλύψουν τεχνίτες από άλλες περιοχές, αφού στον τομέα αυτό η τοπική παράδοση ήταν αρκετά φτωχή. Τα έργα του είναι επηρεασμένα – όχι πάντα – από την τεχνοτροπία των Κρητικών αγιογράφων του 16ου και 17ου αιώνα.

 

«Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής», Γεώργιος Μάρκου. Καθολικό της Μονής των Ασωμάτων Ταξιαρχών, γνωστό ως Καθολικό της Μονής Πετράκη.

 

Γνωστά έργα του Γεωργίου Μάρκου είναι:

 

Α. Οι τοιχογραφίες τμήματος του καθολικού της Μονής Πετράκη[1] το 1719. Σ’ αυτόν αποδίδεται μόνον ο κυρίως ναός. Το ιερό ανήκει σε άγνωστο παλαιότερο ζωγράφο, ενώ ο νάρθηκας είναι νεότατο έργο. Η παρουσία του Μάρκου στο μνημείο αυτό επιβεβαιώνεται από την παράδοση, η οποία όμως γίνεται απο­δεκτή από όλους τους ιστορικούς της μεταβυζαντινής τέχνης, εκτός από τη Μ. Σωτηρίου, η οποία προτιμά να το αποσιωπήσει[2]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μποβόπουλος Δ. Κωνσταντίνος (1874-1948)

 

 

ΜποβόπουλοςΓεννήθηκε το 1874. Ο πατέρας του Δημήτρης Μποβόπουλος ήταν Ιερέας στον Ι. Ν. Αγίου Βασιλείου Άργους, Σπούδασε στο Ανώτατο Μετσόβιο Πολυτεχνείο Αθηνών, στο οποίο και δίδαξε για δέκα χρόνια εικαστικά και καλλιγραφία, ως Καθηγητής Πανεπιστημίου. Όταν επέστρεψε στο Άργος, εγκαταστάθηκε στο πατρικό του σπίτι, στην οδό Βλάσση 22, όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Εργάστηκε ως καθηγητής Καλλιτεχνικών και συνταξιοδοτήθηκε από το Μπουσουλοπούλειο Γυμνάσιο το 1941. Παντρεύτηκε την Παρασκευή Κατσούλη από τη Νεμέα και απέκτησαν τρεις κόρες: την Δήμητρα, την Πηνελόπη και την Κατερίνα. Η Δήμητρα, σύζυγος του αειμνήστου εργοστασιάρχη Δημητρίου Μπόνη, έχει αποβιώσει. Η Πηνελόπη, είναι σύζυγος του αειμνήστου Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών Βασιλείου Τραγουστή.

 

Στα έργα του χρησιμοποιούσε την τεχνική του λαδιού και στη θεματική και τεχνοτροπία ήταν επηρεασμένος από την δυτική τέχνη της Αναγεννήσεως. Σύμφωνα με το προσωπικό του ημερολόγιο, είναι καταγεγραμμένες εξακόσιες εικόνες σε διάφορους ναούς στην Αργολίδα. Χαρακτηριστική είναι η αγιογραφία του τέμπλου του παλαιού Ιερού Ναού του Αγίου Βασιλείου στο Άργος, που απεικονίζει την Παναγία, τον Ιησού Χριστό και τον Άγιο Ιωάννη. Σήμερα, το έργο αυτό βρίσκεται στους Αγίους Πάντες, στο υπόγειου του νέου Ιερού Ναού του Αγίου Βασιλείου. Ο Κωνσταντίνος Μποβόπουλος έφυγε από τη ζωή το 1948, σε ηλικία 74 ετών.

 

Read Full Post »

Μετασίδης Θ. Ιωάννης (1922-2008)

 

 

 

ΜετασίδηςΑγιογράφος. Γεννήθηκε στο Ταφκέντ της Ρωσίας το 1922. Σε ηλικία 18 ετών η οικογένεια επέστρεψε στην Ελλάδα, εφόσον αποφάσισαν ότι επιθυμούν να παραμείνουν Έλληνες υπήκοοι. Τα πρώτα χρόνια εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά και το 1939 ήρθαν στις Φυστικιές Άργους. Το 1946 παντρεύτηκε την επίσης, ελληνορωσίδα – πρόσφυγα Ζωή Πολατίδου και απέκτησαν δύο κόρες: την Ελισάβετ (1967) σύζυγο του Γεωργίου Χιόνη, κάτοικο Δαλαμανάρας και την Ελένη (1969) σύζυγο του Βασιλείου Δωροβίνη, κάτοικο Άργους. Μετά τον γάμο του και μέχρι το τέλος της ζωής του κατοικούσε στο Αργός, στην οδό Εθνάρχου Μακαρίου 40, όπου υπάρχει το σπίτι και το εργαστήρι του.

 

Ένα από τα μαθήματα του Γυμνασίου και του Λυκείου στην Ρωσία, ήταν η Ζωγραφική και η Αγιογραφία. Έτσι, ο Ιωάννης Μετασίδης διδάχθηκε την τέχνη, την αγάπησε και την δούλεψε μόνος του με συνέπεια και μεράκι. Αγιογράφησε την πρώτη του εικόνα, «την Παναγία και τον Χριστό«, το 1946. Σήμερα η εικόνα αυτή ανήκει στην κόρη του κα Ελένη Βασιλείου Δωροβίνη. Η τελευταία εικόνα που αγιογράφησε ήταν Ό Μέγας Αρχιερεύς«, παραγγελία ομογενών ιερέων για Ορθόδοξο Ιερό Ναό σε πόλη της Αμερικής. Αντίγραφο της εικόνας αυτής, τοποθέτησε στο μνημείο της συζύγου του. Έχει αγιογραφήσει εικόνες σε ξύλο και μουσαμά, για τους Ιερούς Ναούς: Αγίου Βασιλείου, Αγ. Νικολάου (νεκροταφείο), Αγίας Κυριακής, Αγίας Αικατερίνης, Παναγίας Πορτοκαλούσας, Παναγίας στο Κεφαλάρι Άργους, Παναγίας στο Κεφαλάρι Αχλαδοκάμπου, Θεομάνας Νέας Κίου, Αγίου Παντελεήμονα Δαλαμανάρας, κ.ά. Φορητές εικόνες του υπάρχουν και στο εκκλησάκι του Νοσοκομείου Άργους. Ο Ιωάννης Μετασίδης έφυγε από την ζωή τον Ιανουάριο του 2008, σε ηλικία 86 ετών, ένα χρόνο νωρίτερα είχε φύγει από την ζωή και η σύζυγος του.

 

Read Full Post »

Παπαφλέσσας (1787-1825)

 

 

Παπαφλέσσας. Η γκραβούρα  φιλοτεχνήθηκε στο Παρίσι έπειτα από επιθυμία του Κωνσταντίνου Γιάγκου Φλέσσα (καπετάνιου) νομικού και βουλευτή Μεσσηνίας, εγγονό του Νικήτα Φλέσσα, για να κατασκευαστεί η προτομή του.

Παπαφλέσσας. Η γκραβούρα φιλοτεχνήθηκε στο Παρίσι έπειτα από επιθυμία του Κωνσταντίνου Γιάγκου Φλέσσα (καπετάνιου) νομικού και βουλευτή Μεσσηνίας, εγγονό του Νικήτα Φλέσσα, για να κατασκευαστεί η προτομή του.

Γεώργιος Δημητρίου Φλέσσας μετέπειτα Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας).  Αρχιμανδρίτης, από τους κορυφαίους αγωνιστές του 1821, ένθερμος οπαδός της επαναστατικής ιδέας. Γεννήθηκε στην Πολιανή Μεσσηνίας, γιος του Δημητρίου Φλέσσα και της Κωνσταντίνας Ανδροναίου δεύτερης γυναίκας του Δημητρίου Φλέσσα και  το 28ο και τελευταίο παιδί της οικογένειας. Φοίτησε στη Σχολή Δημητσάνας, μετά το τέλος των σπουδών του, πιθανώς το 1816, έγινε μοναχός στη Μονή Βελανιδιάς στην Καλαμάτα. Εκεί ήρθε σε ρήξη με την ιεραρχία και αναγκάστηκε να φύγει για να εγκατασταθεί στη Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Ρεκίτσας, μεταξύ Λεονταρίου και Μυστρά. Οι προσωπικές του διαμάχες δεν είχαν όμως τέλος. Λόγω κτηματικών διαφορών συγκρούστηκε με έναν ισχυρό Τούρκο της περιοχής και αναγκάστηκε να εκπατρισθεί. Στη νέα του προσωρινή πατρίδα, την Κωνσταντινούπολη, φιλοξενήθηκε εγκαρδίως από τους εκεί συμπατριώτες του. Επί πατριαρχίας Γρηγορίου Ε’* (1745-1821) ο Παπαφλέσσας χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης με το εκκλησιαστικό Οφφίκιο «Δικαίος». Στις 21 Ιουνίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Παναγιώτη Αναγνώστου (Αναγνωσταρά) και ανέλαβε τη σημαντική αποστολή της κατήχησης των κατοίκων των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών με το συνθηματικό όνομα Αρμόδιος. Όταν πλέον επέστρεψε στην Πελοπόννησο κατείχε ήδη το πνεύμα του αγωνιστή. Με δεκάδες έγγραφα της Φιλικής Εταιρείας στα χέρια του ξεκίνησε μια σειρά ομιλίες ευαγγελιζόμενος την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον ζυγό των Τούρκων. Ο ηγετικός του χαρακτήρας και οι πρωτοβουλίες του αυτές ανησύχησαν πολλούς προύχοντες, οι οποίοι δεν ήθελαν να διαταραχθεί η τάξη και οι Τούρκοι να προβούν σε αντίποινα. Πολλοί ήταν εκείνοι οι οποίοι σκέφθηκαν να τον συλλάβουν και να τον παραδώσουν στα χέρια του εχθρού. Ο Παπαφλέσσας όμως διαισθάνθηκε τον κίνδυνο και φρόντισε να περιορίσει τη δράση του στους απλούς χωρικούς, οι οποίοι τον προστάτευαν, γοητευμένοι από τον χαρισματικό ηγέτη τους. Τον Ιανουάριο του 1821 στη Βοστίτσα, στο Αίγιο, ο Παπαφλέσσας κάλεσε συνέλευση, όπου και έθιξε τα μείζονα θέματα της χώρας. Μίλησε περί ελευθερίας και δικαιωμάτων, περί πνεύματος και ελληνικότητας και υποστήριξε την Επανάσταση. Μια επανάσταση την οποία αποδοκίμασαν πολλοί από τους συμμετέχοντες υποστηρίζοντας ότι το έδαφος δεν ήταν έτοιμο ακόμη. Ο Παπαφλέσσας τότε σήκωσε επιδεικτικά την επιστολή που είχε στείλει ο Υψηλάντης τονίζοντας την αναγκαιότητα της άμεσης έναρξης του αγώνα. Χωρίς όμως ανταπόκριση.

Ύστερα διέσχισε το Μοριά περνώντας  και δεν ησύχασε μέχρι την έκρηξη της επανάστασης, που τον βρίσκει στην Καλαμάτα. Η πόλη αυτή ελευθερώθηκε στις 23 Μαρτίου.  Από τον Μάρτιο του 1821 ως και τη μάχη στο Μανιάκι το 1825, όπου σκοτώθηκε, πρωταγωνίστησε σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις αλλά και σε πολιτικές δραστηριότητες. Στις περιοδείες του στην Αρκαδία, στη Γορτυνία, στην Ολυμπία, στην Αργολίδα και στην Κορινθία κινήθηκε με σκοπό να στρατολογήσει τους εκεί πληθυσμούς. Στην Αργολίδα, κατά την προσπάθειά του να εμποδίσει την προέλαση του Κεχαγιά Μπέη, εγκαταλείφθηκε από τους άοπλους και άπειρους χωρικούς που τον συνόδευαν και αναγκάστηκε να υποχωρήσει στο κάστρο του Άργους, όπου και αντιμετώπισε τους Τούρκους. Στον επόμενο του προορισμό, στην Καρύταινα, ο τουρκικός στρατός ερχόμενος από την Τρίπολη ανάγκασε τον ίδιο και τον Κολοκοτρώνη να καταφύγουν στη Μεσσηνία, ενώ τον Ιούλιο του 1821 στα Μεγάλα Δερβένια της Μεγαρίδας μαζί με άλλους οπλαρχηγούς κατόρθωσε να παρεμποδίσει την είσοδο του τουρκικού στρατού του Ομέρ Βρυώνη στην Πελοπόννησο.

Η μάχη στο Μανιάκι

Η μάχη στο Μανιάκι

Τον Δεκέμβριο του 1821 έγινε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και έλαβε μέρος στην Α’ Γενική Συνέλευση της Επιδαύρου, στη Β’ Εθνική Συνέλευση του Άστρους και την 1η Ιουλίου 1823 ανέλαβε το υπουργείο Εσωτερικών. Στον εμφύλιο πόλεμο βρέθηκε αντίπαλος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, παρ’ ότι στο παρελθόν είχε πολεμήσει μαζί του. Στο πλευρό της κυβέρνησης Γ. Κουντουριώτη κυνήγησε τους Κολοκοτρωναίους, ενώ οι ένοπλες συγκρούσεις μαζί τους καθώς και με άλλους αγωνιστές της Επανάστασης αποτελούν γκρίζες σελίδες στην ιστορία του έθνους κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο. Παρ’ όλα αυτά, όταν ο Ιμπραήμ απείλησε σοβαρά την έκβαση της Επανάστασης, ο ίδιος ο Παπαφλέσσας πρότεινε την αποφυλάκιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και άλλων αντικυβερνητικών. Η απελευθέρωσή τους όμως δεν έγινε εγκαίρως. Ο Παπαφλέσσας έσπευσε στο Μανιάκι, το οποίο μετά την πτώση του Νεοκάστρου (11 Μαΐου 1825) αποτελούσε στόχο των Αιγυπτίων, όπου συγκέντρωσε αρχικά 1.500 άνδρες, από τους οποίους τελικά έμειναν μόνο 500. Κυκλωμένος από 3.000 ιππείς και πεζούς απέρριψε την πρόταση άλλων οπλαρχηγών να μετακινηθεί σε πιο ασφαλή θέση. Στην οκτάωρη αυτή μάχη ο Παπαφλέσσας έπεσε νεκρός μαζί με τους περισσότερους άνδρες του.

 

 

Ο Παπαφλέσσας προσέφερε τις μεγαλύτερες υπηρεσίες στην ιερή υπόθεση πριν το ξέσπασμα της επανάστασης σαν μπουρλοτιέρης των ψυχών. Χωρίς αυτόν – λένε μερικοί– ίσως να μην άναβε η επαναστατική φλόγα. Ξετρέλαινε τους ενθουσιασμένους, έπειθε τους διστακτικούς, πολεμούσε τους αντίθετους. Διαλαλούσε ότι μια μεγάλη δύναμη κρύβεται πίσω από τους Φιλικούς, εννοώντας τη Ρωσία. Ήταν έξυπνος, ενθουσιώδης, τολμηρός. Αυτές οι αρετές καθώς και το σχήμα του τον έκαναν ανεπανάληπτο για την προεπαναστατική του δράση.

 

 

Μανιάκι

 

 

Μανιάκι. Ελαιογραφία του Α. Γεωργιάδη, 1960.

Μανιάκι. Ελαιογραφία του Α. Γεωργιάδη, 1960.

Στις 20 Μαΐου δόθηκε η πολυθρύλητη μάχη του Μανιακίου στην οποία έπεσε ηρωικά ο Παπαφλέσσας και όσοι από τους συντρόφους του, περίπου πεντακόσιοι  είχαν μείνει πιστοί. Η μάχη αυτή μπορεί να ήταν άτυχη για τα Ελληνικά όπλα, αλλά ο ηρωισμός  και η αυτοθυσία του Φλέσσα είχε σαν αποτέλεσμα την τόνωση του ηθικού του λαού και τον ξεσηκωμό του.

 

 

Συνήθως η μάχη του Μανιακίου συγκρίνονται με εκείνη των Θερμοπυλών και τη θυσία του Λεωνίδα. Ο Λεωνίδας έπεσε πειθαρχώντας στους νόμους της Σπάρτης . Υποχρεώθηκε να μείνει « τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι» Ο Παπαφλέσσας δεν υποχρεώθηκε από κανένα. Πήγε μόνος να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ. Μπορούσε να φύγει χωρίς φόβο διασυρμού η τιμωρίας. Αντιμετώπισε παλικαρίσια τον εχθρό και τον θάνατο, και εδώ έγκειται το μεγαλείο της ψυχής και της αυτοθυσίας του. Κράτησε τον όρκο που έδωσε μπαίνοντας στη Φιλική Εταιρία και έδωσε το αίμα του για την απελευθέρωση της πατρίδας. Δεν γνωρίζουμε εάν υπάρχει άλλο τέτοιο παράδειγμα στην ιστορία υπουργού και μάλιστα μη πολεμικού υπουργείου να πέφτει στο πεδίο της τιμής και του καθήκοντος προς την πατρίδα. Είναι απόλυτα σωστή η άποψη του Μίμη Η. Φερέτου ότι το κράτος δεν τον τίμησε όσο έπρεπε, αφού τριάντα χρόνια μετά τον θάνατο του τα οστά του καθώς και των άλλων αγωνιστών έμεναν άταφα στο λόφο του Μανιακίου.  Αλλά και η κυβέρνηση Κουντουριώτη δεν έκανε τα δέοντα για τιμήσει τον υπουργό της.

 

Αρκέστηκε στην εφημερίδα της « Ο φίλος του νόμου» να γράψει την 1η Ιουνίου:

 

  « Μεταξύ των ηρωικως πεσόντων ελλήνων είς την κατά το Μανιάκι της Αρκαδίας μάχην μανθάνομεν ότι είναι ο υπουργός των Εσωτερικών  κύριος Γρηγόριος Δικαίος και ο στρατηγός Κεφάλας. Και οι δυο άνδρες των οποίων η αξιότης και γενναιότης απεδείχθησαν είς διαφόρους καιρίας περιστάσεις της πατρίδος. Αιωνία των η μνήμη».

Αυτό ήταν όλο. Πάρα ταύτα , και όσα γράφτηκαν κατά καιρούς ο Παπαφλέσσας κατέλαβε εξέχουσα θέση στη συνείδηση του λαού που ξέρει περισσότερο από τον καθένα να αξιολογεί τους ηγέτες του.

 

Δημοτικό Τραγούδι για τη μάχη στο Μανιάκι

 

Του Φλέσσα η μάνα κάθεται στης Πολιανής την ράχη,
τα Κοντοβούνια αγνάντευε και τα πουλιά ρωτάει:

– Πουλάκια μ’ κι αηδονάκια μου, που ‘ρχεσθε στον αέρα,
μην είδατε το στρατηγό, τον Φλέσσα αρχιμανδρίτη;

– Στα Κοντοβούνια πέρασε και στα Σουλιμοχώρια,
και παλληκάρια μάζωνε όλους Κοντοβουνίσιους.
τα μάζωξε, τα σύναξε τα ‘καμε τρεις χιλιάδες.
Κάθονταν και τ’ αρμήνενε σαν μάνα σαν πατέρας:
– Εμπρός, εμπρός, μωρέ παιδιά, στο Νιόκαστρο να πάμε,
να κάμωμ’ έναν πόλεμο με τούς στραβαραπάδες
κι αν δεν σας ντύσω μ ά λ α μ α, Φλέσσα να μην με πούνε.

Και ο Κεφάλας τώλεγε, και ο Κεφάλας λέγει:
– Τού Μισιριού η Αραπιά στο Νιόκαστρο είν’ φερμένη
– Σιώπα, Κεφάλα, μην το λες, και μην το κουβεντιάζης,
να μην τ’ ακούσ’ η Διοίκησις, λουφέδες δεν μας στείλη,
να μην τ’ ακούσουν τα ο ρ δ ι ά, μ ε ν τ ά τ ι δεν ελθούνε
να μην τ’ ακούσουν τα παιδιά, και τα λιγοκαρδίσης.

Ακόμη λόγος έστεκε και συτυχιά κρατιέται,
κι η Αραπιά τους έζωσε μια κoσαργιά χιλιάδες.
– Άϊντε, παιδιά, να πιάσωμε στο Ερημομανιάκι.
Κι αρχίσανε τον πόλεμο απ’ την αυγή ως το βράδυ.
Μπραϊμης βάνει την φωνή, λέγει του παπά Φλέσσα.

– Εύγα, Φλέσσα, προσκύνησε με ούλο σου τ’ ασκέρι.

– Δεν σε φοβούμ’ Μπραήμ πασά, στο νουν μου δεν σε βάνω
κι εμέ μ ε ν τ ά τ ι μώρχονται οι Κολοκοτρωναίοι
Και στα ταμπούρια πέσανε αυτοί οι Αραπάδες.

Ο Φλέσσας βάνει μια φωνή και λέγει των στρατιωτών του
– Τώρα παιδιά θα σας ειδώ αν είστε παλληκάρια.
Και τα σπαθιά τραβήξανε και κάμνουν το γιουρούσι.
Μια μπαταριά του ρίξανε πικρή φαρμακωμένη.

Υποσημείωση

* Γρηγόριος Ε΄ διετέλεσε τρεις φορές Οικουμενικός Πατριάρχης. Εθνομάρτυρας και  άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η μνήμη του οποίου τιμάται στις 10 Απριλίου.

Γεννήθηκε το 1746 στη Δημητσάνα από φτωχούς γονείς. Το κοσμικό όνομά του ήταν Γεώργιος Αγγελόπουλος. Μετά τις βασικές σπουδές στο χωριό του, το 1756 πήγε στην Αθήνα για δύο χρόνια. Ένας θείος του, ο οποίος ήταν νεωκόρος σε ναό στη Σμύρνη, τον βοήθησε να σπουδάσει στο Γυμνάσιο της πόλης για πέντε χρόνια. Από την παιδική του ηλικία είχε σχέση με τη Μονή Φιλοσόφου της Αρκαδίας, μέσω της οποίας ενισχύθηκε ο έμφυτος ασκητισμός του. Έτσι, εκάρη μοναχός στις Στροφάδες και πήρε το όνομα Γρηγόριος. Αφού σπούδασε θεολογία και φιλοσοφία στην Πατμιάδα Σχολή, επέστρεψε στη Σμύρνη, όπου χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Προκόπιο, του οποίου έγινε και αρχιδιάκονος. Γρήγορα χειροτονήθηκε ιερέας και κατόπιν έγινε πρωτοσύγγελος. Το 1785 ο Προκόπιος εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης, οπότε ο Γρηγόριος χειροτονήθηκε επίσκοπος και τον διαδέχθηκε στη Μητρόπολη Σμύρνης. Από αυτή τη θέση ανέπτυξε πλούσια δραστηριότητα, η οποία τον έκανε ευρύτερα γνωστό. Έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο κήρυγμα και την κοινωνική δράση, ασχολούμενος ιδίως με την παιδεία του ποιμνίου του.

Τον Μάιο του 1797, μετά το θάνατο του Προκοπίου, ο Γρηγόριος εξελέγη διάδοχός του ως Γρηγόριος Ε΄. Η πατριαρχία του συνέπεσε με μια δύσκολη περίοδο και δεν ήταν καθόλου ανέφελη. Το 1798 εκθρονίστηκε και εξορίστηκε, οπότε αποσύρθηκε στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1806 επανεξελέγη Πατριάρχης, αλλά το 1808 εκθρονίστηκε και πάλι, εξορίστηκε στην Πρίγκηπο και κατόπιν κατέφυγε εκ νέου στο Άγιο Όρος. Στις 15 Δεκεμβρίου 1818 εξελέγη για τρίτη φορά Πατριάρχης και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη τον Ιανουάριο του 1819.

Κατά τη διάρκεια της τρίτης αυτής πατριαρχίας του ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ο Πατριάρχης, όπως και οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης και της Μικράς Ασίας, παρέμεινε πιστός στον Σουλτάνο και αρνήθηκε να συμμετάσχει στη Φιλική Εταιρεία. Τελικά αναθεμάτισε τους επαναστατημένους Έλληνες, αν και λέγεται ότι ακύρωσε μυστικά το ανάθεμα, φήμη η οποία προκάλεσε την οργή του Σουλτάνου. Έτσι, μετά τη λειτουργία του Πάσχα (10 Απριλίου 1821) συνελήφθη, κηρύχθηκε έκπτωτος και φυλακίστηκε. Το απόγευμα της ίδιας μέρας απαγχονίστηκε στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου παρέμεινε κρεμασμένος για τρεις ημέρες, εξευτελιζόμενος από τον όχλο. Κατόπιν, μια ομάδα Εβραίων αγόρασαν το πτώμα του, το περιέφεραν στους δρόμους και το έριξαν στον Κεράτιο κόλπο. Ένας Κεφαλονίτης πλοίαρχος, ονόματι Νικόλαος Σκλάβος, βρήκε το σκήνωμα και το μετέφερε στην Οδησσό, όπου και ετάφη στον ελληνικό ναό της Αγίας Τριάδος. Από εκεί ανακομίστηκε στην Αθήνα, 50 χρόνια μετά, και έκτοτε φυλάσσεται σε μαρμάρινη λάρνακα στο Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών. Η κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου απαγχονίστηκε ο Γρηγόριος Ε΄, παραμένει κλειστή και σφραγισμένη μέχρι και σήμερα, σε ένδειξη τιμής. Στο Πατριαρχείο εισέρχεται κανείς από τότε μόνο από τις πλάγιες πύλες. (Βικιπαίδεια) 

 

Πηγές

 

  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.  
  • Ελένη Φλέσσα « Οι Φλεσσαίοι της Αργολίδας »,  υπό Έκδοση.
  • Α. ΖΕΝΑΚΟΣ, «Οι Αντίπαλοι», Εφημερίδα το Βήμα, Κυριακή 6 Απριλίου 2003.
  • Οικουμενικό Πατριαρχείο

  

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄ (1932-2013)

 

 

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος (κατά κόσμον Δαμιανὸς Παχὴς) γεννήθηκε στο Μαρούσι Αττικής (1932). Ιεροκήρυκας στην Άρτα, κήρυξε το Θείο Λόγο, περιδιαβαίνοντας όλα τα χωριά του κάμπου και όλους τους οικισμούς του ορεινού όγκου των Αθαμανικών ορέων. Απὸ το ιστορικό Πέττα στο Βουλγαρέλι κι΄ από κει στους Μελισουργοὺς και την Κυψέλη.

Ακούραστος εργάτης της Εκκλησίας, κατάφερε με την Θεία χάρι, να αγγίξει τις πονεμένες ψυχές, να παρηγορήσει με τον ήπιο γλυκύ του λόγο τις πικραμένες  καρδιές, να μοιραστεί την δύσκολη και  ταπεινή ζωή τους. Υπήρξε ο αγαπημένος Ιεροκήρυκας της Άρτας. Χαρακτηριστική η χαρμολύπη των Αρτινών, που συγκινημένοι και με δάκρυα στα μάτια, κατέφθασαν από την πόλη και τα χωριά τους, κατά την ενθρόνισή του στο θρόνο του Μητροπολίτη Αργολίδος. Λύπη, γιατί έχαναν έναν αδελφό, ένα πατέρα, ένα φωτισμένο κληρικό. Χαρά, γιατί ο άνθρωπος τους αξιώθηκε της Αρχιεροσύνης στην οποία τον τοποθέτησε το θέλημα του Θεού, και του υψηλού χρέους να διδάσκει την πραγματική, ενάρετη και χριστιανική ζωή.

Ιερατικά συνέδρια, Σχολὲς Αγιογραφίας και Ψαλτικής, υαλοποίηση της αποστολής του φιλοπτώχου ταμείου της Μητροπόλεως, ανάπτυξη του Ραδιοφωνικού σταθμού, είναι τα ελάχιστα από όσα θα μπορούσε κανεὶς να απαριθμήσει. Προστατεύει τις Μονὲς και τους Ναοὺς και ίδρυσε τον μεγαλοπρεπή Ναὸ του Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως.

 

Έργο ζωής υπήρξε η συνεχὴς και αδιάλειπτος προσπάθειά του για τον εντοπισμό και την μετακομιδή στο Άργος, των Αγίων Λειψάνων του Αγίου Πέτρου, Επισκόπου Άργους του Θαυματουργού. Προσπάθεια που ευτύχησε να τελεσφορήσει και να είναι αυτός πού στις 19 Ιανουαρίου του 2008, πήρε στα χέρια του, πλήρης συγκινήσεως και ιερού δέους τα Άγια Λείψανα του εν Αγίοις Πατρὸς Πέτρου και προκατόχου του στον θρόνο της Επισκοπής, που επέστρεψαν επιτέλους στην πόλη πού τόσο είχε αγαπήσει και υπηρετήσει ο Άγιος. 

Μετά από 22 χρόνια γόνιμης και σεμνής ποιμαντορίας στην Αργολίδα, ο γαλήνιος, ακάματος, εμπνευσμένος και φιλάνθρωπος Ποιμενάρχης, ο Μητροπολίτης Αργολίδος Ιάκωβος Β΄,  την Τρίτη 26 Μαρτίου 2013 τα ξημερώματα, έφυγε  από την ζωή για το μεγάλο ταξίδι εις την αιωνιότητα, σε ηλικία ογδόντα ενός ετών.

 

 

Πηγή

  • Πατήρ Γεώργιος Σελλής, «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους Σημειοφόρος και Θαυματουργός», Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, Άργος 2008.

  

Read Full Post »

Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Aντώνιος (Κόμπος) 1920-2005

 

Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Aντώνιος (Κόμπος) 1920-2005

Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Aντώνιος (Κόμπος) 1920-2005

Ο Μακαριστός  Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης κ. Αντώνιος Κόμπος γεννήθηκε το 1920 στο Άργος Αργολίδος. Είναι απόφοιτος της Μαρασλείου Παιδαγωγικής Ακαδημίας Αθηνών και της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

 

 

Κάτοχος μεγάλης θεολογικής παιδείας, συμπλήρωσε της σπουδές του στα Πανεπιστήμια Οξφόρδης και Παρισίων. Διετέλεσε καθηγητής και Διευθυντής Ιερατικών Σχολών. Κατά τα έτη 1971-74 υπηρέτησε ως ιεροκήρυκας εις την Ιεράν Μητρόπολιν Αιτωλίας και Ακαρνανίας. Διάκονος εχειροτονήθη εις τας 3.12.67, πρεσβύτερος δε εις τας 4.12.67. Την 23ην Μαΐου 1974 εξελέγη Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης.

Εξέδωσε αξιόλογα επιστημονικά έργα. Δημοσίευσε βιβλιοκρισίας και άρθρα εποικοδομητικά εις διάφορα περιοδικά. Εκοιμήθη εν Κυρίω τη 17/12/2005.

 

 

Στην εφημερίδα «Ορθόδοξος Τύπος» διαβάζουμε:

 

 «… Πάντα χωρίς θόρυβο, σεμνός, ταπεινός, λιτοδίαιτος, πρότυπο ιερέα, που αρέσει στο Μέγα Διδάσκαλο. Δεν τον ξεχώριζες ανάμεσα στους κληρικούς της Μητρόπολής του. Εκεί που τον έβλεπες, χανόταν σαν να μην ήταν αυτός ο Μητροπολίτης, αλλά κάποιος άσημος υποτακτικός. Τον αναγνώριζες, όμως, από την λεπτή φιγούρα του, τη ζωντάνια των ματιών του, την απαλή του ευγένεια, τα φθαρμένα του ράσα. Ξεχνούσε το φαγητό, αλλά πάντα είχε κάτι να κάνει. Έμπαινε μπροστά κι’ αν ακολουθούσαν και οι άλλοι καλώς κι’ αν όχι, πάλι καλώς. Όμως, έναν τέτοιο ποιμένα ποιός να τον αφήνει μόνο του. Φωνή ήταν το παράδειγμά του και προσκλητήριο! Δεν σήκωσε ποτέ τη φωνή του σε κανένα. Νουθετούσε με το βλέμμα του, με το παράδειγμά του και «δίκαζε» με το πνευματικό του ανάστημα».


«Ορθόδοξος Τύπος», 13 Ιαν. 2006, τ. 1626, σ. 2

 

 

Η εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» έγραψε:

 

Ο «ασκητής της πόλης» που δεν ακολουθεί την… τεχνολογία.


Τον χαρακτηρίζουν «ασκητή της πόλης». Μαγειρεύει μόνος του, καθαρίζει ο ίδιος το μητροπολιτικό σπίτι, δεν χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο, ενώ σπάνια μιλά και στο σταθερό. Επισκέπτεται την Αθήνα για να συμμετάσχει στις Συνόδους χρησιμοποιώντας… το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, κάνει περιοδείες στα «κουτσοχώρια» με τα πόδια και έχει ξεχάσει πώς είναι τα πλούσια αρχιερατικά άμφια. «Εγώ είμαι ένας καλόγερος», επιμένει ο ίδιος.
Ο 84χρονος Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιος ξεχωρίζει για τη λιτή και ταπεινή ζωή που κάνει. Μητροπολίτης από τις «Νέες Χώρες», τρέφει θαυμασμό για τον Οικουμενικό Πατριάρχη, «είναι άγιος άνθρωπος», λέει.

«Τι να το κάνει ένας καλόγερος το κινητό, αφήστε που βλάπτει κιόλας», απαντά με χαμόγελο στην παρατήρηση των «ΝΕΩΝ», ότι δεν ακολουθεί την τεχνολογία. «Εγώ είχα γέροντα τον Μητροπολίτη Κορινθίας, που πήγε μετά στην Αμερική. Αυτός μου είχε πει ότι ο επίσκοπος είναι καλόγερος και έτσι πρέπει να είναι». Όταν καλείται να σχολιάσει το ότι δεν συμβαίνει το ίδιο με άλλους μητροπολίτες, περιορίζεται να πει πως «πρέπει να έχουμε ακτημοσύνη, καρτερία και παρθενία, αυτές είναι οι αρετές του μοναχού».
«Άγιος άνθρωπος». Οι κάτοικοι της Σιάτιστας κάνουν λόγο για «άγιο άνθρωπο», που είναι κλειστός, δεν δίνει δικαιώματα και ζει όπως οι καλόγεροι.

 

Ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης απαντά με χαμόγελο σε όλα. Όταν όμως καλείται να σχολιάσει τα σκάνδαλα που συνταράσσουν το τελευταίο διάστημα την Εκκλησία της Ελλάδος, παίρνει αποστάσεις. «Δεν θα κρίνω κανέναν, εγώ είμαι πιο αμαρτωλός απ’ όλους, δεν μπορώ να πω τίποτε. H Ιεραρχία αποφάσισε να γίνει κάθαρση», λέει και κλείνει το θέμα.
«Ευτυχώς έχουμε δωρεές». Όσο για τις περιουσίες των Μητροπόλεων, ο ίδιος αποκαλύπτει, χωρίς μάλιστα να ερωτηθεί, ότι τα ετήσια έσοδα από τους ναούς δεν υπερβαίνουν τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ. «Ευτυχώς έχουμε και κάποιες δωρεές και φροντίζουμε τα παιδιά να σπουδάσουν· με πενταροδεκάρες και φραγκοδίφραγκα χτίσαμε μοναστήρια», λέει.


Είναι πρόθυμος να ξεναγήσει στα διαμερίσματα της Μητρόπολης, ενώ παράλληλα ικανοποιεί όλα τα αιτήματα υπαλλήλων και μοναχών. H μοναχή Ειρήνη, από το μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, που επισκέφθηκε τη Μητρόπολη για δουλειές του μοναστηριού, λέει: «Δεν τον βλέπετε, πόσο ταπεινός είναι; Ακόμη και τα ράσα του τα πλένει ο ίδιος, δεν αφήνει κανέναν να τον βοηθήσει».  

«Είναι κατ’ ουσίαν ασκητής, ζει γι’ αυτό που τάχθηκε, που δεν είναι επάγγελμα αλλά λειτούργημα», υποστήριξε ο υπάλληλος της Μητρόπολης κ. Ζήσης Γούτας. Ο Μητροπολίτης ασχολείται και με τις δουλειές, εξυπηρετώντας τον κόσμο που έρχεται να τον συναντήσει. «Δεν αρνείται σε κανέναν να ασχοληθεί με το πρόβλημά του».

H μεγάλη αγάπη του είναι τα «κουτσοχώρια», όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος τα ορεινά χωριά της περιφέρειάς του, αυτά των 20 και 30 κατοίκων. «Πήγαινα σε ένα χωριό με στρατιωτικό αυτοκίνητο και τα υπόλοιπα τα περπατούσα με τα πόδια». Αισθάνεται ακμαίος για να συνεχίσει τις περιοδείες του σε όλες τις ενορίες της Μητρόπολης, παρά τα χρόνια του. «Όταν ύστερα από χρόνια δεν θα μπορώ άλλο, θα αποσυρθώ στο μοναστήρι, εκεί είναι η ζωή μου», καταλήγει.»
ΤΑ ΝΕΑ , 05/03/2005 

 

Πηγές

 

  • «Ο Μοναχός και Φιλομόναχος Επίσκοπος», Έκδοση Ιεράς Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μικροκάστρου Σιατίστης, 2005.
  •  Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  •  Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος, Έκδοση, 2005.

 

Read Full Post »

Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου («Παναγίτσα» Λυγουριού)

 

Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Μεταβυζαντινός ναός, σημαντικό κτίσμα της Β’ Ενετοκρατίας (1685-1715), που ανήκει στον τύπο του τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με οκτάπλευρο τρούλο. Ιδιοτυπία αποτελεί η επέκταση του δυτικού σκέλους με την προσθήκη ενός επιπλέον ζεύγους κιόνων. Ο ναός δεν έχει ξεχωριστό νάρθηκα και η κύρια είσοδός του είναι στη νότια πλευρά. Κτιστό τέμπλο χωρίζει τον κυρίως ναό από το Ιερό. Η εκκλησία είναι κτισμένη από καλής ποιότητας λιθοδομή και το δάπεδο είναι πλακόστρωτο. Πάνω από την είσοδο, στο εσωτερικό του ναού, σώζεται η κτητορική επιγραφή με χρονολογία 27 Φεβρουαρίου 1701 που αναφέρει ότι ο ναός οικοδομήθηκε και εικονογραφήθηκε προς τιμή της Θεοτόκου με συνδρομές κι έξοδα από την ευρύτερη περιοχή και την κοινότητα, επί επισκόπου Δαμαλών και Πεδιάδος Ιακώβου, εφημερεύοντος ιερέως Δημητρίου και ιερέως Ιωάννου.


Ολόκληρος ο ναός είναι πλούσια εικονογραφημένος με ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες. Ξεχωρίζουν η μνημειακή παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας στο δυτικό τοίχο, οι Θεομητορικές και Χριστολογικές σκηνές των πλάγιων τοίχων σε διάχωρα κόκκινης ταινίας, ο Παντοκράτωρ του τρούλου και η Πλατυτέρα του Ιερού. Στην εικονογράφηση διακρίνεται το ιδίωμα πολλών αγιογράφων. Γενικά χαρακτηριστικά είναι το στυλιζάρισμα μορφών και ενδυμάτων και η περιορισμένη χρωματική κλίμακα.

 

Πηγή

 

  • Ιστότοπος Δήμου Ασκληπιέων

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »