Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Ένας άγνωστος βυζαντινός ναός στην Αργολίδα. Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος Παλιού Λιγουριού, Σταύρος Μαμαλούκος. Δελτίον XAE 12 (1984), Περίοδος Δ’. Στην εκατονταετηρίδα της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας (1884-1984), Αθήνα, 1986.

Αποθήκευση Έγγραφου: Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος Παλιού Λιγουριού

Read Full Post »

Το Άργος στην Αγγλική Βιβλιογραφία


 

Ένας από τους σκοπούς που πρέπει να επιτύχη κάθε τοπικό συνέδριο είναι και η συγκέντρωση της βιβλιογραφίας, Ελληνικής και ξένης, για τον υπό εξέταση νομό. Έτσι θα ταυτισθή και η έννοια τοπικό με την αντί­στοιχη αγγλική λέξη topic που σημαίνει το προκείμενο θέμα. Όσον αφορά στο Άργος και γενικώτερα την Αργολική ή πλουσιώτερη ξένη βιβλιογραφία είναι στην αγγλική γλώσσα[1] και κατά δεύτερο λόγο στην γαλλική[2] και στις άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες[3].

Χρέος των τοπικών πολιτιστικών συλλόγων, Δαναός και Παλαμήδης και των τοπικών Βιβλιοθηκών είναι να συγκεντρώσουν την αντίστοιχη ξένη βιβλιογραφία για το νομό Αργολίδος, αφού έρθουν σε επαφή με τις μεγάλες ευρωπαϊκές και αμερικανικές βιβλιοθήκες από τις οποίες μπορούν με την μέθοδο της ανταλλαγής να λάβουν σε βιβλιογραφικά δελτία και σε φωτοτυπημένα αποσπάσματα έργων όσα σχετίζονται με τον νομό.

 

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.

 

Μ’ αυτό τον τρόπο ο μελλοντικός ερευνητής των αργολικών θεμάτων θα μπορή να βρίσκη στον τόπο της έρευνάς του και κυρίως στις τοπικές Βιβλιοθήκες του νομού την πιο ουσιαστική βοήθεια και ενημέρωση. Μικρή συμβολή στην εκπλήρωση αυτού του σκοπού αποτελεί και η δημοσίευση της παρούσης ανακοινώσεως.

Γκιζέλα Ρίχτερ

Αρχίζοντας από τα τελευταία άρθρα των εγκυκλοπαιδειών του αγγλό­φωνου κόσμου για το Άργος βλέπουμε ότι τονίζονται ιδιαίτερα στην αρ­χαιολογία η προϊστορική περίοδος, όπως παρουσιάζεται στο έργο του Αμερικάνου αρχαιολόγου Μπλέγκεν[4] για το Ηραίο του Άργους με τον τίτλο Prosymna, όπως και στα έργα των Βαλντστάϊν[5] και Λέμαν[6] για το Ηραίο και την Αργολίδα. Για την Αρχιτεκτονική και την Γλυπτική, στις oποιες ο Αργολικός γενικά χώρος έχει προσφέρει βασικό υλικό για χρονολόγηση και αξιολόγηση, βασίζονται στα έργα του Ντίνσμουρ «Η Αρχιτεκτονική της Αρχαίας Ελλάδος»[7] και της Γκιζέλα Ρίχτερ «Η Γλυπτική και οι Γλύπτες των Ελλήνων»[8].

Όσον αφορά στην ιστορία μετά την Μυκηναϊκή εποχή, την εποχή του Φείδωνος, των Περσικών πολέμων και του Πελοποννησιακού πολέμου δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην Ελληνιστική περίοδο της ιστορίας του Άργους, επειδή οι αρχαίες πηγές προσφέρουν πλουσιώτερο και λεπτομερέστερο υλικό. Κατόπιν εντάσ­σουν την ιστορία της πόλεως στη γενική ιστορία της Ελλάδος και μνημο­νεύουν ιδιαίτερα τις χρονιές των επιδρομών των Γότθων 267 και 395 μ.Χ. Σταματούν ακόμα στα αποτελέσματα που είχε η Τετάρτη Σταυροφορία για την Αργολική, δηλαδή την παρακμή του Άργους και την άνοδο σε πολι­τική και στρατιωτική σημασία του Ναυπλίου.

Τονίζονται ακόμη οι κατα­στροφές από τούς Τούρκους του 1397 και 1500 και κυρίως ο σημαντικός ρόλος που έπαιζε το Άργος στον αγώνα της Ανεξαρτησίας του 1821. Στα άρθρα που αναφέρονται στο Άργος το υλικό προέρχεται για την αρχαία περίοδο σε αποσπάσματα των συγγραφέων Ηροδότου, Θουκυδίδη, Ξενοφώντα και κυρίως του Πλουτάρχου, τα Γεωγραφικά του Στράβωνα και φυσικά του Παυσανία.

Πλουσιώτερο υλικό υπάρχει για την Αργολική στην πληθώρα των εκδόσεων των νεωτέρων χρόνων για την Ελλάδα, όπου βρίσκουμε παντός είδους πληροφορίες. Αυτές υπάρχουν στις ταξιδιωτικές εντυπώσεις των Άγγλων συγγραφέων και μπορούν να αξιολογηθούν ανά­λογα με την παιδεία του συγγραφέα, ανθρωπιστική ή πολιτική και κοινω­νική.

Αναγκαία είναι η μετάφραση των αποσπασμάτων των έργων αυτών που αναφέρονται στο Άργος στους τρεις τελευταίους αιώνες. Για την περί­οδο 1700-1750 έχουμε 75 εκδόσεις, 1750-1800 115 και για την περίοδο 1804 -1853 450. Αν αναλογισθούμε το ρόλο της Αργολίδας στην ιστορία της Πελοποννήσου ειδικότερα και ότι βρέθηκε στη δίνη όλων των αξιοσημείω­των γεγονότων της Ελληνικής ιστορίας αυτών των περιόδων, μπορούμε να καταλάβουμε την αξία που έχει για τις Αργολικές σπουδές μια μελλον­τική αναδίφηση των αγγλικών εκδόσεων αυτών των περιόδων.

Οι συγγραφείς των έργων αυτών περιέρχονται την ύπαιθρο τις περισ­σότερες φορές με κίνδυνο της ζωής τους και όταν τα κίνητρά τους δεν είναι εμπορικά, όπως για την Λεβάντ Κόμπανυ ή θρησκευτικά, όπως ο αντιπαπισμός και ο προσηλυτισμός, αλλά η τάση φυγής από τον Ευρω­παϊκό Βορρά, η αρχαιοφιλία και η αισθητική καλλιέργεια, τότε μας δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για ην ζωή του τόπου.

Βρίσκουμε χρήσιμες γεωγραφικές παρατηρήσεις μαζί με τις περιγραφές αρχαιολογικών ευρημάτων στα έργα αυτά, που βοήθησαν όχι μόνο την ερασιτεχνική ασχολία, αλλά και την επιστημονική και έγιναν κίνητρα για την αναζωπύρηση του συγ­χρόνου περιηγητικού πνεύματος. Η έκδοση του τουριστικού δρομοδείκτη της Πελοποννήσου στα γερμανικά από την κρουαζιέρα του Ναυπλίου το 1833 είναι εκδήλωση αυτού του πνεύματος, που επιζή μέχρι σήμερα στις τουριστικές ευρωπαϊκές εκδόσεις για την Ελλάδα.

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

Από τους Άγγλους περιηγητές σημαντικώτερος σαν συγγραφέας είναι ο στρατιωτικός Γουίλιαμ Λήκ [9], που επεσκέφθη την Αργολική τον Ι­ούνιο του 1802, 25 ετών τότε, και τον Μάρτιο του 1806. Καταγράφει τις εντυπώσεις του λεπτομερειακά και με ημερολογιακό τρόπο στο έργο του «Ταξίδια στον Μοριά». Σαν πρότυπό του έχει τον Παυσανία, που ακολουθεί τα βήματά του, προσπαθώντας να βρη και να ταυτίση μ’ αυτά που έβλεπε ό,τι είχε καταγράψει ο Παυσανίας[10] στα Αργολικά του.

Δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τη σύσταση του πληθυσμού, την παραγωγή της πεδιά­δας του Άργους και παρατηρεί ότι λόγω τής ποιότητας του νερού οι γυναί­κες του Ναυπλίου είναι ωραιότερες από τις Αργίτισσες (!), γι΄ αυτό ίσως να υπεχώρησαν προ των γυναικών του Άργους και οι Σπαρτιάτες στον μεταξύ τους πόλεμο, θα προσθέταμε εμείς σήμερα με βρετανικό χιούμορ. Με γλωσσικά θέματα ασχολείται και στο άλλο του βιβλίο «Έρευνες στην Ελλάδα».

Ο Άγγλος ιστορικός Φίνλεη [11] κάνοντας ένα απολογισμό του έργου του Λήκ γράφει: «Οι μακροχρόνιες και κοπιαστικές του προσπά­θειες να καθαρίση την αρχαία ιστορία της Ελλάδος από τα σκοτάδια και την νεώτερη από τις παρερμηνείες τον έκαναν άξιο της επιδοκιμασίας της Αγγλίας και της ευγνωμοσύνης της Ελλάδος».

Ο Λήκ βρήκε κατόπιν πολλούς μιμητές των βασικών γραμμών του έργου του, εμπλούτισε έτσι την αγγλική βιβλιογραφία και την εξύψωσε με το έργο του σε επιστημονικό επίπεδο. Μετά απ’ αυτόν μπορούμε να ξε­χωρίσουμε τους συγγραφείς που διαπνέονται από ρωμαντική διάθεση για τα Ελληνικά πράγματα και η πλούσια σε ιστορία και φυσικές ομορφιές Αργολική γη πάντοτε δημιουργούσε τέτοια διάθεση, από εκείνους που συνδυάζουν την γνώση των αρχαίων πηγών, την αισθητική καλλιέργεια και την παρατηρητικότητα της σύγχρονης Ελληνικής ζωής.

Πολλοί νεώ­τεροι συγγραφείς θα αποφεύγουν την υπερβολική περιγραφή των μνημείων της ιστορίας και της αρχαιολογίας του τόπου και θα στρέφωνται, μετά τον Λήκ, προς την περιγραφή των κληρονόμων αυτού του παρελθόντος.

Πρό­θεσή τους θα είναι να διδάξουν τους συμπατριώτες τους στην Αγγλία, αλλά και τους Έλληνες, που δεν είχαν τότε τη μόρφωση, αλλά κυρίως τα δικά τους εφόδια σε πηγές, εκδόσεις, πανεπιστημιακά συγγράμματα. Η συγγραφική αυτή παράδοση πάνω σ’ αυτές τις βασικές γραμμές συνεχίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό μέχρι σήμερα έτσι, ώστε να βρίσκουμε σήμερα στο λήμμα «Άργος»[12] στις αγγλικές Βιβλιοθήκες πληροφορίες πάσης φύσεως, που περιλαμβάνουν ακόμα και συμβουλές προς τον ξένο για τη συμπεριφορά του μέσα σ’ ένα καφενείο του Άργους: «να μη συναναστρέφεσαι πολλή ώρα την ίδια παρέα στο ίδιο τραπέζι, γιατί θα σε παρεξηγήσουν οι άλλοι, που δεν τους έκανες την ίδια τιμή».

Διαβάζοντας τέτοιες παρατηρήσεις πρέπει να λαμβάνουμε υπ’ όψη το διαφορετικό χα­ρακτήρα του φλεγματικού Άγγλου επισκέπτη της χώρας μας, αλλά και το πνεύμα αυτών των παρατηρήσεων χάριν της δικής μας αυτογνωσίας πολλές φορές μέσα από τα μάτια των ξένων, αφού ο λαός μας λέει ότι «όσα βλέπει ο ξένος σε τρεις μέρες δεν βλέπει ο ντόπιος σε τρία χρόνια».

Εκδόσεις για τις πολεμικές επιχειρήσεις των Άγγλων στην Ελλάδα κατά τον τε­λευταίο πόλεμο [13] διαφωτίζουν πολλά σημεία της τοπικής ιστορίας, όπως ο βομβαρδισμός του Άργους και του αεροδρομίου στο Κουτσοπόδι στις 14 -10/1943 με τις τραγικές συνέπειες του για τον άμαχο πληθυσμό.

Οι εργασίες όλων των ανωτέρω κατηγοριών που βρίσκονται σήμερα στις Βιβλιοθήκες των υπερβορείων σκοτεινών αγγλικών πόλεων σαν πνευ­ματικά έργα εμπνευσμένα από το Ελληνικό φως της πανάρχαιης Αργο­λικής γης [14] δεν παύουν να φωτίζουν και σήμερα όπως και την εποχή που γράφτηκαν από συγγραφείς με ελληνική ανθρωπιστική καλλιέργεια. Και με τα λόγια του Λήκ από το τελευταίο του έργο εκφράζω μια ευχή για την Αργολική γη, αλλά και για κάθε Ελληνικό τόπο: «οι πληροφορίες μου εστάθηκαν στους Έλληνες χρήσιμες, πράγμα που με ικανοποίησε ιδιαί­τερα, γιατί μόνο με την προαγωγή της Ελληνικής Παιδείας μπορούν οι χώρες που αποτελούσαν την Βυζαντινή αυτοκρατορία να ανακτηθούν από την βαρβαρότητα και να αποδοθούν στην Χριστιανοσύνη».

  

Γεωργίος Α. Ντελόπουλος

Συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού Ακαδημίας Αθηνών

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα

 

Υποσημειώσεις


[1] Άρθρον Argos εις την Βρετανική Εγκυκλοπαίδεια και την Αμερικανικήν.

[2] Άρθρον Άργος εις Encyclopedioue Larousse και αναφορές για το Άργος εις
Bul. de Corr. Hellenioue 1904.

[3] Άρθρον Άργος εις την Γερμανική Εγκυκλοπαίδεια Real Enc.

[4] Biegen, C. W., Prosymna (1937).

[5] Wald st ein, C, The Argive Hereaum, Vol. 1 (1902), vol. 2(1905).

[6] Lehmann, H., Argolis (1937).

[7] D i n s m o o r, W. B., The Architecture of Ancient Greece (1950).

[8] R i c h t e r, G. M. A.,The Sculpture and Sculptors of Ancient Greece the Greeks.

[9] Leake, W. M., Travels in the Morea, vol. 2, ch. 19-22 (1835).

[10] Levi, Peter, Pausanias – Guide toGreece, London Penguin Books series.

[11] Finlay, G., articles in «THE TIMES» (1864-1870).

[12] Catalogues ofBritishMuseum (British Council inAthens, Library).

[13] K. A.F. History of Military Operations 2nd World War II.

[14] Τ ο ζ e r, Η. F., Geography of Greece, pp. 292-294,1873. Clark, Peloponne­sus: Notes of Study and Travel (1858). Ho ρ ρ in, J. C, The Vases. Cosa, Η. F. de, The Bronzes (Excavations of the American School of Athens at the Heraion of Argos 1892). American Archaeological Journal since 1892 (many articles). Volgraff, W., in Bull, de Corr. Hellen. 1904 pp. 364-399, 1906 pp. 1-45, 1907 pp. 130-184. C u r t i u s E., Peloponnesos, ii 350-364 (Gotha 1851). Tod, Μ. N., A Selection of Greek Histori­cal Inscriptions, p. 5, 59, 60, 62, 3, 176-177-186, 188 Oxford 1946. Δια το Άργος εις τας αρχαίας πηγάς βλέπε τας εκδόσεις των συγγραφέων Ηροδότου, Ξενοφώντος, θουκυδίδου, Πλουτάρχου, Στράβωνος, Παυσανίου εις την σειράν της Loeb Library.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Φεστιβάλ Ναυπλίου 2012 – Μουσικό Αναλόγιο «Μια άλλη Φρίντα»


 

Η Μάγδα Μαυρογιάννη δημιουργός του Κύκλου «Πορτραίτα Γυναικών»,  σε συνεργασία με την μεσόφωνο Κατερίνα Ρούσσου και την πιανίστα Αλεξάνδρα Νομίδου παρουσιάζουν  το Μουσικό Αναλόγιο «Μια άλλη Φρίντα», την Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012, στις 21:00, στο διαδραστικό έργο τέχνης «Φουγάρο», στα πλαίσια του 21ου Φεστιβάλ Ναυπλίου.

Frida Kahlo (Φρίντα Kάλο)

Την ιστορία της Μεξικανής ζωγράφου Φρίντα Κάλο μέσα από τα μάτια της αδελφής της  αλλά και τον ισχυρό ανταγωνισμό τους, έγραψε και σκηνοθέτησε η  ηθοποιός Μάγδα Μαυρογιάννη, η οποία στην παράσταση υποδύεται την αδελφή της ζωγράφου. 

Με την τέχνη της, η Φρίντα Κάλο κατάφερε να αντιμετωπίσει τα απανωτά χτυπήματα της μοίρας, μετατρέποντάς τα σε ενεργοποιό δύναμη και κίνητρο για δημιουργία.  Μέσα από το έργο και την έντονη προσωπικότητά της άφησε τη σφραγίδα της ανεξίτηλη στην ιστορία της σύγχρονης τέχνης.

Η Φρίντα Κάλο πέρασε στην ιστορία σαν αστέρι και η αδελφή της σαν σκιά. Μέσα από τα δικά της λόγια και συναισθήματα το Μουσικό Αναλόγιο «Μια άλλη Φρίντα» θα ταξιδέψει τους θεατές στην περιπετειώδη ζωή της ξεχωριστής καλλιτέχνιδας.  «Αισθάνομαι ότι έχω ζήσει όλη μου τη ζωή μέσα από τη Φρίντα σαν μια άλλη Φρίντα». «Πάνω στα θαμπά τζάμια ζωγράφιζε μια πόρτα κι απ΄ αυτήν την πόρτα το έσκαγα με την φαντασία μου με μεγάλη χαρά και φούρια …». 

Η συμμετοχή της πιανίστας Αλεξάνδρας Νομίδου και της μεσοφώνου Κατερίνας Ρούσσου πλαισιώνουν το ταξίδι με πολλή μουσική από τη Λατινική Αμερική και το Μεξικό (A. Piazzolla, A. Ginastera, H. VillaLobos, M. Ponce, C. Guastavino, E. Lecuona, E. Granados), αλλά και έργα των F. Chopin, F. Poulenc, D. Shostakovitch και A. Scriabin.  Στο πρόγραμμα  συμπεριλαμβάνεται κι ένα έργο του συνθέτη Στάθη Γυφτάκη, βασισμένο σε ένα ποίημα του Pablo Neruda.

Η ηθοποιός, σκηνοθέτης και μουσικός Μάγδα Μαυρογιάννη εμπνέεται από γυναικείες προσωπικότητες που άφησαν το στίγμα τους ανεξίτηλο στο χρόνο, και δημιουργεί τη σειρά «classic music box». Η ζωή της Κλάρα Σούμαν, της Άννα Μαγκταλένα Μπαχ, της Άλμα Μάλερ, της Κόζιμα Βάγκνερ, της Άννα Φρόυντ, της Αθάνατης Αγαπημένης του Μπετόβεν,  της πριγκίπισσας Σίσσυ και άλλων, ζωντανεύουν ξανά μέσα από μουσικό-θεατρικά αναλόγια που ακροβατούν ανάμεσα στο λόγο και τη μουσική. Τα αναλόγια αυτά έχουν παρουσιαστεί τα τελευταία δέκα χρόνια σε όλη σχεδόν την Ελλάδα και το εξωτερικό σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία.

 

Μάγδα Μαυρογιάννη      

                                                                         

Μάγδα Μαυρογιάννη

Η Μάγδα Μαυρογιάννη γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε μουσική και θέατρο στο  Εθνικό Ωδείο, Ecole Normale και Conservatoire d’Art Dramatique, στο Παρίσι.  Παρακολούθησε σεμινάρια με τον T. Suzuki στη Ν. Υόρκη.  Ξεκίνησε την καριέρα της με τη Γαλλική ταινία «Celles quon a pas eu».  Έπαιξε στο Theatre Nationale de Chaillot με τον Antoine Vittez.

Συμμετείχε σε θεατρικές, τηλεοπτικές και κινηματογραφικές παραγωγές στην Ελλάδα, Γαλλία, Αγγλία και Ελβετία, ερμηνεύοντας δίπλα σε μεγάλους ηθοποιούς, στον Α. Βιτέz, τον Φρανσίς Υστέρ, Μπρούνο Μπαγιέν, Ζαν Κλωντ Μπριαλύ, Μυλέν Ντεμονζώ, Μισέλ Ομών. 

Διετέλεσε ραδιοφωνική παραγωγός στην ΕΡΤ.   Μεταφράζει για το θέατρο. Διδάσκει κλασσικό πιάνο στο Εθνικό Ωδείο.  Δημιούργησε τη Θεατρική εταιρεία «ΑΞΙΑ», ανέβασε τα έργα της  Sakura, Black story, Αδάμ και Χαλιμά, Δίδυμες.  Επίσης δημιούργησε το «Classic Music Box», δηλαδή μουσικά αναλόγια, τα οποία γράφει, αφηγείται και τα δένει με κλασσική μουσική, έχοντας στο πλευρό της εκλεκτούς μουσικούς, που παρουσιάστηκαν στην Αθήνα και το Παρίσι:  Λυρική Σκηνή – Μουσείο Μπενάκη – Ίδρυμα Θεοχαράκη – Παρνασσός – Salle Cortot – Cite de la musique.  Άλμα Μάλερ – Σονάτα του Κρόιτσερ – Μέσα από το βλέμμα της Nelly’s – Κάρμεν μ’ ένα ρόδο στα μαλλιά – Κλάρα Σούμαν – Μότσαρτ ο δρόμος προς την Πράγα – I love opera – Διάσημα ντουέτα – Γεωργία Σάνδη – Άννα Μαγκνταλένα Μπαχ – Σύσσι φύλλα ημερολογίου – Αθάνατη Αγαπημένη – Κοζιμα Βάγκνερ – Από τον Μότσαρτ στον Μάλερ, κ.ά.

 

Κατερίνα Ρούσσου

 

Η μεσόφωνος Κατερίνα Ρούσσου σπούδασε τραγούδι στο Ωδείο Αθηνών στην τάξη της Ιουλίας Τρούσσα. Παράλληλα αποφοίτησε από το ΕΜΠ στο Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών. Με υποτροφίες “Μαρία Κάλλας” και “Α. Ωνάσης” συνέχισε τις σπουδές τις Σχολή της Όπερας της Βασιλικής Ακαδημίας Μουσικής του Λονδίνο, από όπου αποφοίτησε με την ανώτατη διάκριση DipRAM. Από τον Σεπτέμβριο 2008 σπουδάζει στην Ακαδημία Μουσικής της Λουμπλιάνα με την καθηγήτρια Alenka Dernač-Bunta.

Τον Οκτώβριο 2011 τραγούδησε τον ρόλο της Μαρτσελλίνα στην όπερα του Μότσαρτ ¨Οι γάμοι του Φίγκαρο¨ στην Γερμανία σε μια νέα παραγωγή του θεάτρου ETA-Hoffmann. Έχει τραγουδήσει την Τρίτη Κυρία στον «Μαγικό Αυλό» με την British Youth Opera, καθώς και ένα από τα κορίτσια των λουλουδιών στην όπερα “Parsifal” του R.Wagner για την London Wagner Society. Σε παραγωγές των ακαδημιών έχει τραγουδήσει τους ρόλους Cherubino και Marcellina στους «Γάμους του Φίγκαρο», Vava στην όπερα «Cheryomushki» του Σοστακόβιτς, Il Destino και Furia στην όπερα «La Calisto» του Cavalli.

 

Κατερίνα Ρούσσου

 

Ως σολίστ έχει συνεργαστεί με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ, την Ορχήστρα της Φιλαρμονικής της Λουμπλιάνας, την Διεθνή Ακαδημία Μπαχ υπό τον Χέλμουτ Ρίλλιγκ, την Ορχήστρα και Χορωδία του «Ωδείου Φίλιππος Νάκας», έχοντας τραγουδήσει σε έργα όπως το «Ρέκβιεμ» του Μότσαρτ, τη «2η Συμφωνία» του Μάλερ και «Όρνιθες» του Μ. Χατζιδάκι.

Τον Απρίλιο 2010 τραγούδησε πλάι στο διάσημο τενόρο Χοσέ Κούρα σε ένα φιλανθρωπικό γκαλά. Έχει τραγουδήσει σε αίθουσες όπως στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, το Palacio de Festivales του Santander, το Cankarjev Dom στη Λουμπλιάνα και τη Sala Banfield-Tripcovich στη Τεργέστη. Έχει πάρει μέρος σε φεστιβάλ στην Ελλάδα και το εξωτερικό: «Encuentro de Musica y Academia» στο Santander της Ισπανίας, “Plaisir de musiques” στο Annecy, Καλοκαιρινό Φεστιβάλ του Bohinj. Με την ηθοποιό Μάγδα Μαυρογιάννη και την πιανίστα Αλεξάνδρα Νομίδου δημιούργησαν μια μουσικό-θεατρική παράσταση για την ζωή της διάσημης μεξικάνας ζωγράφου Φρίντα Κάλο.

Έχει ηχογραφήσει αποσπάσματα από τους  «Γάμους του Φίγκαρο» (Marcellina) για το ραδιόφωνο του BBC3, 5 τραγούδια του Μ. Δραγούμη για το λογοτεχνικό περιοδικό «Νέα Συντέλεια» και 2 τραγούδια του Δ. Θέμελη σε ποίηση Γ. Κάρτερ για το ραδιόφωνο της Θεσσαλονίκης.

 

Αλεξάνδρα Νομίδου

 

Αλεξάνδρα Νομίδου

Η Αλεξάνδρα Νομίδου άρχισε να σπουδάζει πιάνο σε ηλικία 6 ετών στο Ωδείο Αθηνών, από όπου αποφοίτησε με πρώτο βραβείο παμψηφεί στο πιάνο και την μουσική δωματίου. Στην συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Παρίσι όπου συνέχισε τις σπουδές της δίπλα στους καθηγητές Pierre Sancan και Yvonne Lefébure. Παρακολούθησε ανώτερα μαθήματα με τον Yevgueni Malinine και την Aline Fidler και συμμετείχε με υποτροφία σε σεμινάριο του Leon Fleischer στο φημισμένο Tanglewood Music Center στις Η.Π.Α.

Πολύ νέα άρχισε την καλλιτεχνική της καριέρα με εμφανίσεις στην Γαλλία, Ελβετία, Αγγλία, Βέλγιο, Ιταλία, Τουρκία, Βραζιλία, Η.Π.Α., σαν σολίστ με σημαντικές ορχήστρες, όπως την  Ορχήστρα Δωματίου της Νορβηγίας, την Συμφωνική Ορχήστρα της Βουδαπέστης, τις Κρατικές Ορχήστρες Αθηνών και Θεσσαλονίκης, την Δημοτική Ορχήστρα Αθηνών, και σε συναυλίες μουσικής δωματίου, κυρίως με το Trio Hellénique. Έχει εμφανιστεί επανειλημμένα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών ,όπου πρόσφατα ερμήνευσε το 2ο κοντσέρτο του Πέτρου Πετρίδη σε πρώτη εκτέλεση με την Κ.Ο.Α.

Έχει ηχογραφήσει για την Ε.Μ.Ι. δύο δίσκους με έργα Σούμαν, Σούμπερτ, Μπραμς και Ραβέλ, που απέσπασαν εξαιρετικές κριτικές. Από το 2005 δημιούργησε στην Αθήνα τον κύκλο συναυλιών «Γύρω απ` το πιάνο» του οποίου είναι η καλλιτεχνική διευθύντρια. Ζει και εργάζεται στο Παρίσι.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Η Συμμετοχή της Ιεράς Μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά στον Αγώνα του 1821


 

Χάρη στην οικονομική της ευρωστία και την προνομιακή της θέση, η μονή Καρακαλά, στρατηγικής σημασίας και με οχυρωματικές δυνατότητες, διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο κατά την Ελληνική Επανάσταση. Υπήρξε, κατά γενική ομολογία, κέντρο απόκρουσης των εχθρών, γεγονός που μαρτυρείται και από πλήθος ανέκδοτων εγγράφων αλλά και οπλοστάσιο και τόπος παρασκευής πολεμοφοδίων. Βρέθηκε εκεί «φόρμα εις την οποίαν έχυναν τα μολυβόβουλα, ευρωπαϊκή», οι μοναχοί ήταν διαρκώς «οπλοφορούντες» και η παρουσία των ηγουμένων και μοναχών της μονής στην Επανάσταση είναι αξιόλογη.

Νεώτεροι μελετητές, στηριζόμενοι προφανώς στον Μιχ. Λαμπρυνίδη, αναφέρουν ότι κατά το 1821 ο ηγούμενος της μονής Διονύσιος Σουρίλος προέτρεπε τους κατοίκους των χωρίων Χέλι και Κοφίνι Ναυπλίας να συμμετάσχουν στον Αγώνα και προσθέτουν αμάρτυρα ότι την πληροφορία παρέχει γράμμα του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄. Λανθασμένη όμως είναι η πληροφορία ότι ο ηγούμενος επονομαζόταν Σουρίλος και ηγουμένευε το 1821. Εμόναζε πράγματι κατά την παραπάνω περίοδο στη μονή ο Διονύσιος Μπεβάρδος που έλαβε μέρος στις μάχες της περιοχής, στην πολιορκία του Ναυπλίου στη μάχη στο Κατόγλι, κ,ά., ως ιερομόναχος και όχι ως ηγούμενος.

 

Τμήμα του καθολικού και η εντοιχισμένη πλάκα.

 

Στο μοναχολόγιο της μονής του 1850 αναφέρεται ότι ο Διονύσιος Μπεβάρδος ήταν μέλος του ηγουμενοσυμβουλίου της μονής κατά την πάρα-πάνω χρονολογία, ονομαζόταν κατά κόσμον Δημήτριος, γεννήθηκε στο Αβδήμπεϊ του δήμιου Μηδέας, εκάρη μοναχός το 1809 και προχειρίσθηκε Ιερομόναχος στη μονή Καρακαλά, από τον τότε Λακεδαιμόνιο Αρχιεπίσκοπο Ναυπλίου Γρηγόριο Καλαμαμά, την 21η Ιανουαρίου του 1821. Ηγούμενος της μονής κατά το 1821-1823 υπήρξε, όχι ο Διονύσιος Μπεβάρδος, αλλά ο θείος του Συμεών, όπως ο ίδιος ο Διονύσιος αναφέρει σε επιστολή του την 18η Νοεμβρίου 1873, «προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος:»  

«… την μονήν ταύτην ιδρυθείσαν επί Τουρκοκρατίας υπό των ευσεβών Χριστιανών, διώκησεν επί πεντηκονταετίαν ο θείος μου Συμεών Μπεβάρδος όστις μετά των συναδέλφων του απάντων συγγενών μου κατετρόμαξαν τους τολμητίας να κατακτήσουν την μονήν ταύτην Οθωμανούς. Μάρτυρες αξιόπιστοι είναι οι επιζώντες και αποθανόντες στρατηγοί και αρχηγοί, Τζόκρης, Στάϊκος, Λυγουριώτης, Νικηταράς και Μήτζης,….»

Και συνεχίζοντας ο Διονύσιος Μπεβάρδος την επιστολή του προς την Ιερόν Σύνοδον, μας δίνει και άλλες σπουδαίες ιστορικές πληροφορίες: «… κατά το έτος 1812 τη επιταγή του θείου μου εισήχθην εν τη Μονή ταύτη και υποτακτούσα. Κατά το 1821 εχειροτονήθην και ιερεύς και κατά το 1823 αποθανόντος του θείου μου ονομάσθην ηγούμενος, όπου και τοιούτος διατελώ μέχρι σήμερον…».

Ο ηγούμενος όμως Συμεών, επονομάζονταν Μπουχέλης ή Ξηροκαστελιώτης και όχι Μπεβάρδος, κατά μία πληροφορία, απεβίωσε κατά την πολιορκία του Ναυπλίου. Η επιτροπή Αγώνος τον κατέταξε το 1865 στους αξιωματικούς ε’ τάξεως. Αποκαλυπτικές πληροφορίες για τον ηγούμενο Συμεών Μπουχέλη ή Ξηροκαστελιώτη μας δίνουν ανέκδοτα Έγγραφα από το Αρχείον Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

Η ανιψιά του Συμεών Μπουχέλη σύζυγος του Αναγνώστη Σουρίλου, απευθύνει αίτηση το 1865 «προς την επί του Αγώνος Σ. Επιτροπήν», αναφέροντας ότι είναι η μόνη κληρονόμος του ηγουμένου, «όστις ηγωνίσθη εις τον υπέρ της Ελληνικής ανεξαρτησίας αγώνα εξ αρχής και παρευρεθείς εις πολλάς μάχας και πολεμήσας ανδρείως κατά του φυσικού εχθρού της πατρίδος, παρευρέθη τέλος εις την πολιορκίαν της Ναυπλίας ότε απεβίωσεν κατά το έτος 1822».

Και συνεχίζοντας, παραπέμπει για την αξιοπιστία των λόγων της, σε «έγκλειστο πιστοποιητικό του Δήμου Μηδέας με την μαρτυρίαν και τεσσάρων ευυπολήπτων μαρτύρων», προτείνοντας ως μάρτυρα και τον στρατηγό Τζόκρη, «ως γνωρίζοντα εξ ιδίας αντιλήψεως την θυσίαν του και τον θάνατόν του εις το πεδίον του Άρεως». Προσθέτει επίσης, ότι ο Συμεών Μπουχέλης ήταν «Έφορος συνεισφορών». Η ανιψιά του Συμεών ζητούσε να της αποδοθεί «η ανήκουσα αποζημίωσης», επειδή ο θείος της, ηγούμενος της μονής Ξηροκαστελλίου εδικαιούτο την  «δέουσαν αμοιβήν των οφειλομένων εις  άπαντος τους αγωνισθέντας υπέρ της Ελληνικής ανεξαρτησίας και ενδόξως  μαχόμενους».

Ο χρόνος θανάτου του παραπάνω ηγουμένου ορίζεται επακριβώς από ανέκδοτα έγγραφα. Οι μοναχοί της μονής απευθύνονται στο Υπουργείο της θρησκείας την 22αν Αυγούστου 1824 και αναφέρουν ότι προ έξι σχεδόν μηνών, κατά τον Φεβρουάριο του 1824, πέθανε ο ηγούμενός τους «ο μακαρίτης Συμεών και συνελθόντες άπαντες και συσκεφθέντες», εξέλεξαν για ηγούμενο το συνάδελφό τους «Καλλίνικον Ιερομόναχον  και παρακαλούν το «Υπουργείον της Ιεράς Θρησκείας», να επικυρώσει την ηγουμενίαν «δι΄εναφραγίστου του ευδοκίμου διπλώματος. Ο διάδοχος του ηγουμένου Συμεών, Διονύσιος Μπεβάρδος , απλός Ιερομόναχος, οίκος αναφέρθηκε προηγουμένως, τον Απρίλιο του 1821 έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, μαζί με άλλους μοναχούς και ενόπλους της μονής.

 

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

 

Εκτός του Διονυσίου, στην πολιορκία του  Ναυπλίου  έλαβαν μέρος με επικεφαλής τον Στάϊκο Σταϊκόπουλο, ο Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας, ο Αναγνώστης Ζέρβας και ο Νικόλαος Γ. Λάμπρος από το Κρανίδι, ο Αναγνώστης Αναστασό­πουλος από το Λυγουριό, ο Αναστάσιος Μπούσκος από το Τζαφέραγα πού εκπλήρωνε, και χρέη εφόρου (επιμελητή) των πολιορκητών, ο Τάσος Νέζος, ο Μεντής, οι αδελφοί Κακάνη, ο Μπεκιάρης και άλλοι από τα περίχωρα του Ναυπλίου, μαζί με Αργείους, Λυγουριάτες, Δρεπανοχωρίτες, ο ηγούμενος της μονής Αυγού με ένοπλους μοναχούς, ο Γεώργιος Λύκος με αρκετούς Χελιώτες.

Όταν οι Οθωμανοί απείλησαν τον Πύργο στο Κατόγλι με 1200 ιππείς και πεζούς και 3 κανόνια, ο στρατηγός Δ. Τζόκρης κατέλαβε τον Πύργο στο Κατόγλι, έγινε μάχη πολύωρη και οι Οθωμανοί ήλπιζαν να κυριεύσουν τον Πύργο. Στη δύσκολη αύτη στιγμή, πρώτος ο ηγούμενος της, μονής του Καρακαλά, Διονύσιος, έσπευσε με 200 άνδρες ρασοφόρους, για να βοηθήσει τους πολιορκημένους Έλληνες κι έτσι διαλύθηκε η πολιορκία στο Κατόγλι και στο Παλαμήδι.

Όταν λίγο αργότερα, το 1825, ο Διονύσιος προτάθηκε από τους δημογέροντες Ναυπλίου ως ηγούμενος, ο Διοικητής του Ναυπλίου, στο σχετικό διοριστήριό του, γράφει τα έξης: «… διορίζεσαι ηγούμενος   εν τη ρηθείση μονή, ων εύελπις, ότι αξίως της υπολήψεώς την οποίαν οι επαρχιώται έχουν δείξει, θέλεις εκπληροίς τα χρέη της ηγουμενίας σου». Ο Διονύσιος, σε μεταγενέστερο έγγραφο απολογία του «προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος», αναφέρει: «…κατά το 1823 αποθανόντος του θείου μου διωρίσθην ηγούμενος και τοιούτος διατελώ μέχρι σήμερον».

Η πληροφορία αυτή έρχεται σε αντίθεση με εκείνη του διοριστηρίου του, που εκδόθηκε το 1825. Η εκτίμηση των κατοίκων του Ναυπλίου (δημογερόντων) προς αυτόν προκύπτει και από όσα περιλαμβάνονται στην πρότασή τους, προς τον διοικητήν Ναυπλίου: «…ο Διονύσιος…», γράφουν, «εφάνη πάντοτε ευάρεστος εις όλους μας δια την ακριβή των χρεών του εκπλήρωσιν και διότι παλλάς τας προσθήκας εις όλας τας παρελθούσας ήδη δεινός περιστάσεις έχοντας άγρυπνον το μονύδριον τούτο εις την επαρχίαν μας εις αυτού δε διαφυλάξαμεν όλην την ατομικήν μας ύπαρξιν, αυτού εφυλάξαμεν από την άγρυπνον επιτήρησιν του Καθηγουμένου Διονυσίου…».

Πληροφορίες για την προσφορά της μονής στον Αγώνα αντλούμε και από τον περιηγητή Captain Amhercromby Trant, ο οποίος παρέχει την είδηση ότι οι καλόγηροι, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, είχαν εξοπλισθεί, πήραν πενήντα Αλβανούς επί πληρωμή και κατόρθωσαν τρεις φορές να αποκρούσουν τις επιθέσεις των αποσπασμάτων του τουρκικού στρατού.

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Στην πολιορκία του Ναυπλίου είχαν πάρει μέρος και οι Φιλέλληνες, κυρίως Γερμανοί, που είχαν σωθεί μετά τη μάχη του Πέτα και είχαν αποβιβαστεί, 200 περίπου, στο Λουτράκι. Από εκεί πήγαν στην Κόρινθο, στην Πιάδα και στο Λυγουριό και κατόπιν «τοποθετήθηκαν στο Ξηροκάστελλο και στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου». Κατά το Φωτάκο, «ανέλαβον να φυλάττουν ως σκοποί νύκτα και ημέρα», Και συνεχίζει: «Εστάλαξαν οι πτωχοί εις τα πόδια των, και είναι άξιοι επαίνου δια την επί έναν περίπου μήνα τοιαύτην υπηρεσίαν των, διότι ωφέλησαν την πολιορκίαν και μάλιστα αυτοί πρώτοι των άλλων Ελλήνων κατά την άλωσιν εμβήκαν μέσα εις το Παλαμήδιον». Οι Φιλέλληνες δεν είχαν επαρκή μέσα τροφοδοσίας, και όπως αναφέρεται σε σχετικό ανέκδοτο έγγραφο, πωλούσαν «πετσιά» (δέρματα) στους μοναχούς και τα αντάλλασσαν με άλλα προϊόντα.

Κατά τον Ιούλιο του 1822, ο Δράμαλης προελαύνει ανενόχλητα προς το Ναύπλιο, καίοντας και λεηλατώντας το Άργος και τα γύρω χωριά. Δεν ξέρομε κατά πόσο έφθασε στη μονή. Ξέρoμε όμως ότι ή παντελής έλλειψη τροφίμων ανάγκασε τους Έλληνες στρατιώτες να καταφύγουν στη μονή για την κάλυψη των αναγκών τους. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου του 1824, η μονή δοκιμάσθηκε.

Κοντά στο χωριό Δαλαμανάρα ο Νικηταράς και ο Πλαπούτας ενώθηκαν με τον Π. Κολοκοτρώνη και το Τζόκρη, με σκοπό να διαλύσουν την πολιορκία του Ναυπλίου, και κατά την πολύνεκρη σύγκρουση κοντά στην Τίρυνθα (Κούτσι) μεταξύ «Κυβερνητικών και ανταρτών», η μονή Ξηροκαστελλίου λεηλατήθηκε από στρατιώτες.

Πολύτιμη είναι η πληροφορία του Γεωργίου Κουντουριώτη, σε επιστολή του με ημερομηνία 12 Μαρτίου 1824, προς τον αδελφό του Λάζαρο Κουντουριώτη, στην Ύδρα, κατά την οποία, οι Ποριώτες που είχαν έλθει στην Πελοπόννησο στρατοπέδευσαν στη μονή Καρακαλά:

«…Οι Κρανιδιώται καταβάντες εις την Άρειαν, δια να την καταλάβωσι προς παλιορκίαν του Ναυπλίου δια ξηράς, εύρον εν αυτή μερικούς στρατιώτας του Πάνου Κολοκοτρώνη και βιάσαντες δια των όπλων κατεδίωξαν αυτούς, ο δε Πάνος Κολοκοτρώνης ακούσας τον ήχον των τουφεκίων εξήλθεν του φρουρίου πανστρατιά κατά των Κρανιδιωτών, οι δε Κρανιδιώται αντεστάθηκαν  γενναίως εις την ορμήν του πολεμήσαντες δύο ώρας. Οι Ποριώται διοικούμενοι από τον Χριστόδουλον του Μερτίκα, όντες στρατοπεδευμένοι εις εν μονύδριον ονομαζόμενον Καρακαλάς, ακούσαντες τον πόλεμον, έτρεξαν προς βοήθειαν των Κρανιδιωτών, και ενωθέντες έτρεψαν εις φυγήν τον Πάνον Κολοκοτρώνην εμβάσαντες δις εις το φρούριον και φονεύσαντες από τούς στρατιώτας του ένα και πληγώσαντες τρεις…».

Στη συνέχεια αναφέρει ο Γ. Κουντουριώτης τα έξης; «Ο Πάνος λοιπόν μη δυνάμενος να ανθέξη εις τους Κρανιδιώτας και Ποριώτας και να τους απομακρύνη από το φρούριον, ήρχισε τα κανόνια από το Παλαμήδι και την πάλιν, ρίψας περίπου των τεσσαράκοντα και ούτως τους, απεμάκρυνεν του φρουρίου και κατέλαβον την θέσιν των την Άρειαν…».  Η πληροφορία για τη στρατοπέδευση στη μονή των Ποριωτών, των οποίων ο αριθμός μας είναι άγνωστος, αλλά ασφαλώς θα ήταν υπολογίσιμος, αφ’ ενός αποτελεί πρόσθετη είδηση για τον εμφύλιο, αφετέρου ενισχύει την άποψη για τη στρατηγική Θέση της μονής.

 

Εσωτερικό της Μονής

 

Κατά την εισβολή των Αιγυπτιωτών του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο η μονή Ξηροκαστελλίου, συνέβαλε στον εφοδιασμό των Ελλήνων αγωνιστών στο Μεσσηνιακό κόλπο με τρόφιμα, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Παραδόξως όμως οι πηγές σιωπούν γενικά για τη μονή αυτή την περίοδο, αν μάλιστα λάβομε υπ’ όψη ότι η περιοχή του Ναυπλίου είχε παραμείνει στα χέρια των Ελλήνων. Από μεταγενέστερα έγγραφα προκύπτει ότι συμμετείχε στον Αγώνα και ο κατά το 1832 διορισθείς ως ηγούμενος της μονής Αμφιλόχιος, χωρίς να προσδιορίζονται χρονικά οι μάχες στις οποίες συμμετείχε.

Ο ίδιος σε έγγραφό του που απευθύνει «προς την Σεβαστήν Επιτροπήν της Ελλάδος»  αναφέρει τα εξής: «Ο υποφαινόμενος διωρίσθην δυνάμει του εγκλειομένου υπ’ αριθ. 2368 διατάγματος, ηγούμενος του εν τη επαρχία Ναυπλίου κειμένου Ιερού Μοναστηρίου του Ξηροκαστελλίου. Επειδή δε σκοπεύω ήδη να μεταβώ εις το χρέος μου, παρακαλώ να επικυρωθή και παρά της Σεβαστής Eπιτροπής το έγγραφον του διορισμού μου, και ελπίζω η αποκατάστασίς μου ν’ αποβή επωφελής και προς το Ιερόν εκείνο Μοναστήριον και προς το Εθνικόν ταμείον, εν ω παραμυθούμαι  αναλόγως του επαγγέλματός μου και αυτών που υπέφερον υπέρ της ελευθερίας αγώνων…».

Οι πηγές μας πληροφορούν πάλι για τη μονή κατά  το 1829, όπως ήδη έχομε αναφέρει, όταν ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας προκειμένου να συγκεντρώσει στοιχεία χρήσιμα για τη βελτίωση των εκκλησιαστικών πραγμάτων, όρισε με το από 22 Ιανουαρίου 1828 Ψήφισμα, Εκκλησιαστική Επιτροπή. Κατά την περιοδεία του, το πρώτο κλιμάκιο της παραπάνω Επιτροπής επέλεξε τη μονή Ξηροκαστελλίου ως επίκαιρο σταθμό, από όπου προβαίνει σε ενέργειες κ α τ ά την 6η Φεβρουαρίου 1829 για τη διευθέτηση διαφόρων εκκλησιαστικών θεμάτων.

Μετά το θάνατο του Αμφιλοχίου, το Διοικητήριο Ναυπλίας διατάζει την καταγραφή της περιουσίας της μονής, καθιστώντας υπεύθυνο για την διευθέτηση του όλου θέματος το στρατηγό Τζόκρη ο οποίος υπήρξε, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, συμπολεμιστής με τους ηγουμένους και μοναχούς της, μονής. Παράλληλα ορίζεται από την Πολιτεία Επιτροπή για την καταγραφή της περιουσίας της.

Το 1833, η δημοσιονομική κατάσταση, που είχε ν’ αντιμετωπίσει η Αντιβασιλεία, φθάνοντας στην Ελλάδα, ήταν αποκαρδιωτική. Τα οικονομικά της χώρας είχαν υποστεί ανεπανόρθωτα πλήγματα, μέσα στη σύγχυση και το χάος που επικράτησε το 1832, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια. Τόσο από πλευράς οικονομίας όσο και διοίκησης, η ανεπάρκεια ήταν εμφανής. Το χάος που επικρατούσε γενικότερα στην ελληνική ζωή χαρακτήριζε και την κατάσταση της Εκκλησίας και κατά συνέπεια των μοναστηριών.

Τα μοναστήρια είχαν αποδυναμωθεί και λόγω της συμμετοχής μοναχών στον Αγώνα και λόγω της οικονομικής ενίσχυσης προς τα στρατιωτικά σώματα. Το ίδιο συνέβη και με τη μονή Ξηροκαστελλίου. Παρουσιάζει ενδιαφέρον ένα κολοβό έγγραφο σε γαλλική γλώσσα της 9ης Μαρτίου 1833 με το οποίο εντεταλμένος της Πολιτείας ενημερώνει τον Όθωνα δια της Αντιβασιλείας, ότι ο ηγούμενος Αμφιλόχιος, που διορίσθηκε τον Μάιο του 1832, βρήκε το μοναστήρι εκτεθειμένο στη μανία των ατάκτων στρατευμάτων και εξ ολοκλήρου λεηλατημένο.

Ο παραπάνω εντεταλμένος, προκειμένου να προφυλάξει τη μονή από την πλήρη ερείπωση, παρακάλεσε το διοικητή Ναυπλίας να φροντίσει για την καταγραφή των περιουσιακών της στοιχείων. H καταγραφή απέδειξε διασπάθιση της περιουσίας της από τον προηγούμενο Διονύσιο Μπεβάρδο και τους συμμοναστές του και προτείνεται ο διορισμός ικανού ηγουμένου και συγκεκριμένα του Ιωάσαφ Βυζαντίου, γνωστού για το «χρηστόν του ήθος».

Με άλλο έγγραφο του ίδιου, πάλι γραμμένο ατή Γαλλική γλώσσα, ο αρμόδιος που ερεύνησε τα σχετικά με τη μονή πράγματα, αντικρούοντας τους ισχυρισμούς είκοσι επτά κατοίκων του Ναυπλίου, που με αναφορά τους ικετεύουν το βασιλιά να αφήσει ηγούμενο τον ιερομόναχο Διονύσιο, αντί του Ιωάσαφ Βυζαντίου, εξαίροντας τα προσόντα του και την εθνική του προσφορά, επισημαίνει ότι ο ηγούμενος Διονύσιος κατά τη διάρκεια της ηγουμενίας του, των πέντε συνεχών ετών, παραμέλησε την περιουσία της μονής, άφησε την εκκλησία να ερειπωθεί, και άφησε τις κυψέλες, που αποτελούσαν ένα από τα κύρια εισοδήματά της, να καταστραφούν. Στη συνέχεια προσθέτει ότι γι’ αυτό το λόγο η προηγούμενη Κυβέρνηση τον αντικατέστησε με τον Αμφιλόχιο, που πέθανε τέσσερις μήνες μετά το διορισμό του.

Επωφελούμενος ο Διονύσιος επανάκτησε την ηγουμενία αυτοβούλως, ισχυριζόμενος ότι η έκρυθμη κατάσταση της μονής οφειλόταν σε στρατιώτες και παρέσυρε τους κατοίκους της περιοχής με το μέρος του. Πρότεινε επίσης ο εντεταλμένος της Πολιτείας, επειδή παρόμοιες καταχρήσεις έχουν γίνει σε πολλά μοναστήρια, να απευθύνουν εγκύκλιο προς επισκόπους, αρχιεπισκόπους και τοπικούς διοικητές, τονίζοντας ότι κάθε μελλοντική παρόμοια κατάχρηση θα τιμωρείται και όλα τα περιουσιακά στοιχεία του μοναστηριού θα βρίσκονται υπό την προστασίαν του βασιλέως, θα καθιστούν δε υπεύθυνο για την τήρηση της εγκυκλίου τον Υπουργό Θρησκευμάτων.

Ο βασιλιάς Όθων έφιππος, ως συνταγματάρχης του 10ου συντάγματος πεζικού.

Ο Όθων μετά την πρόταση αυτή διορίζει ηγούμενο τον Ιωάσαφ Βυζάντιο, εφιστώντας την προσοχή του για τη διαφύλαξη της περιουσίας της μονής, κινητής και ακίνητης, προτρέποντάς τον συγχρόνως σε επαγρύπνηση για τη βελτίωσή της, την ακριβή τήρηση των μοναστικών κανόνων, την εμμελή διαγωγή των μονα­ζόντων, κ.ά..

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Πολιτεία διόρισε ως ηγούμενο στη μονή τον Ιωάσαφ Βυζάντιο, άνδρα λόγιο, διδάσκαλο, ιεροκήρυκα, απόστολο της Φιλικής Εταιρείας και αργότερα Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Θρησκείας, προκειμένου να φροντίσει για την εύρυθμη λειτουργία της. Για τη ζωή και το έργο του Ιωάσαφ Βυζαντίου υπάρχει τεράστιο αρχειακό υλικό, ανέκδοτο και εκδεδομένο. Κατά την παραμονή του ως ηγουμένου στη μονή Καρακαλά, ο Ιωάσαφ κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για την αποκατάσταση της τάξης και ευρυθμίας της, καθώς επίσης και την τακτοποίηση και βελτίωση των οικονομικών της, όπως επιβεβαιώνεται από το Κατάστιχο του 1833, το οποίο συνέταξε κατά τρόπο συστηματικό ο ίδιος, όπως προαναφέραμε.

Αναλώθηκε στη διακονία της μονής Ξηροκαστελλίου, όπως επισημαίνεται σε ανέκδοτο έγγραφό του:«…εγκατέλειψα τα συνήθη και σύντροφα επιτηδεύματά μου, την τριακονταετή διατριβήν μου εις τα σχολεία και άμβωνας και εζημειώθην από το διδασκαλικόν μου επάγγελμα περίπου 40 δίστηλα κατά μήνα ασχολούμενος με κουβέλια, άροτρα κ.λ π.».

Στη μονή Ξηροκαστελλίου βρισκόταν κατά την περίοδο της ηγουμενίας του Ιωάσαφ, μεγάλη ποσότητα πολεμοφοδίων: «δύο βαρέλια με πυρίτιδα, οκάδων 81, εν κιβώτιον πλήρες φυσέκια, οκάδον 45. Εν βαρέλιον μέ μολύβδινους σφαίρας οκάδες 37 και εν κιβώτιον εισέτι με εξήκοντα δεσμίδας (ντεσέδες) φυσέκια, τα οποία ο Κύριος Δημ. Τζόκρης έχει εκεί ενατοποθετειμένα από  την παρελθούσαν εποχήν περί ων κατά προφορικήν διαταγήν της Γραμματείας αυτής αποστείλαντες δύο Διοικητικάς υπηρεσίας να τα διαφυλάττωσιν…».

Σε άλλο ανέκδοτο έγγραφο των Γενικών Αρχείων του Κράτους αναφέρεται: «….όλα ταύτα ως η ποιότης των και η κατάστασίς των είναι εντελώς εκ των Ευρωπαϊκών πολεμοφοδίων. Την πυρίτιδα, φυσέκια και μολυβόβουλα έφερε ο στρατηγός Τζόκρης από την Επίδαυρον…. Δεν αναφέρεται στο Έγγραφο ο ακριβής χρόνος μεταφοράς των παραπάνω πολεμοφοδίων, ούτε για ποιο λόγο μεταφέρθηκαν. Μνημονεύεται μόνο ότι βρίσκονταν στη μονή από την «παρελθούσαν εποχήν» και λίγο αργότερα με διαταγή της Αντιβασιλείας παραδίδονται σε αρμόδιο  απεσταλμένο και μεταφέρονται στο οπλοστάσιο Ναυπλίου, όπως μαρτυρείται και από επιστολή του Ιωάσαφ προς την επί των εκκλησιαστικών Γραμματείαν», κατά την οποία παρέδωσε τα πολεμοφόδια στον Ιωάννη Αντωνιάδη, ανθυπολοχαγό του πυροβολικού. Εκτός των παραπάνω όπλων και πολεμοφοδίων υπήρχαν στη μονή σύμφωνα με άλλες καταγραφές που έγιναν κατά καιρούς και τρία τουφέκια και μια κουμπούρα.

Κατά τη χαώδη περίοδο που επικράτησε μετά από τη δολοφονία του Καποδίστρια, δοκιμάστηκε η μονή ποικιλοτρόπως όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Σε ανέκδοτο έγγραφο του «προηγουμένου» της μονής Διονυσίου Μπεβάρδου προς τον «Καθηγούμενον Ιωάσαφ Βυζάντιον», αναφέρεται ότι «…οι Ρουμελιώται εις όλην την επαρχίαν μπουλούκια και όσοι έφθαναν, άρπαζαν όλοι με τη βίαν, εγώ μήτε άρματα είχα, μήτε ημπορούσα να κάμω τίποτε, μόνον εκοιτάξαμεν όλοι να γλυτώσωμεν την ζωήν μας καθώς και όλος ο κόσμος χωριστά έτρωγαν και πουλούσαν εκείνοι, και χωριστά οι στρατιώται του Τζόκρη εις το μοναστήρι».

Σημειώνει επίσης ότι: «…τόσοι στρατιώται μέσα εις το μοναστήρι του Τζόκρη και του Καλλέργη δεν άφησαν τίποτε, μήτε γέννημα, μήτε λάδι, μήτε σάλιο στο στόμα…». Η παραπάνω πληροφορία του ηγουμένου επιβεβαιώνεται και από όσα αναφέρει σε έγγραφό του ο Διοικητής Ναυπλίας Σ. Αλεξόπουλος: «…η μονή εδοκίμασεν ζημίας απείρους από τους Δ. Τζόκρην και Δ. Καλλέργην, τροφοδοτουμένων ολοκλήρους μήνας εκεί και παρακολουθούντων αυτούς στρατιωτών…».

Ας σημειωθεί επίσης, ότι η μονή υπήρξε τόπος εκλογής των δημογερόντων. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παραθέσαμε, η παρουσία της μονής σε κρίσιμες στιγμές του Αγώνα υπήρξε σημαντική παρά τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε κατά την περίοδο αυτήν.

Οι μοναχοί της έλαβαν μέρος σε επιχειρήσεις καθοριστικές για την πορεία της Επανάστασης (πολιορκία Ναυπλίου, μάχη στο Κατόγλι κ.ά.) και από τα πολεμοφόδια που είχαν αποθηκευθεί σε ειδικούς χώρους της, υπήρξε δυνατή η ενίσχυση των αγωνιστών της περιοχής σε κρίσιμες ώρες.

Υπήρξε, λόγω της καίριας θέσης της, τόπος ανάσχεσης τουρκικών επιθέσεων, αλλά και στρατωνισμού ανδρών, ελλήνων και Φιλελλήνων. Λεηλατήθηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου και δοκιμάστηκε, από την εισβολή των Ρουμελιωτών στην  Πελοπόννησο κατά την περίοδο που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια. Μετά την απελευθέρωση, συνέχισε την πνευματική και κοινωνική της δραστηριότητα, που την κατατάσσει σε ένα από τα από αξιόλογα μοναστικά κέντρα στη βορειοανατολική Πελοπόννησο.

 

Γιατράκου Γ. Μαρία – Ελευθερία

 

Πηγή


Γιατράκου Γ. Μαρία – Ελευθερία, «Η Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά ή Ξηροκαστελλίου», Διατριβή επί Διδακτορία, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα, 1998.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Φεστιβάλ Ναυπλίου 2012 | Σύνολο Κρουστών «ΤΥΠΑΝΑ»


 

Σύνολο Κρουστών «ΤΥΠΑΝΑ», Σάββατο 23 Ιουνίου στις 9 το βράδυ, στο διαδραστικό έργο τέχνης «Φουγάρο» στο Ναύπλιο.  Μια σπάνια βραδιά αφιερωμένη στη σύγχρονη δημιουργία για κρουστά, με τη χρήση μίας πληθώρας κρουστών οργάνων από όλο τον κόσμο.

 

Το σύνολο κρουστών «Τύπανα»

 

Ο Δημήτρης Δεσύλλας και οι συνεργάτες του  θα παρουσιάσουν  έργα για κρουστά τεσσάρων σύγχρονων δημιουργών: ένα έργο του βραβευμένου αμερικανού μινιμαλιστή συνθέτη Steve Reich που τα Τύπανα πρώτο -παρουσίασαν στο ελληνικό κοινό, το έργο «OKHO» του δικού μας «αρχιτέκτονα ήχων» Ιάννη Ξενάκη για  3 παραδοσιακά αφρικανικά τζέμπε, το απαιτητικό »HEXALOGUE»  του Βαγγέλη Κατσούλη – του συνθέτη με την ενδιαφέρουσα δημιουργική διαδρομή από την κλασική μουσική, στην avant – garde, στον μινιμαλισμό, στο new age, στην τζαζ για να κλείσει με το έργο »HIEROPHONIE 5» για 6 κρουστούς του Yoshihisa Taira. Ένα έργο στο οποίο ρόλο παίζει και η χρήση της  φωνής των μουσικών.

Ο συνδυασμός κραυγών και ατονικών επιθετικών φωνητικών με τα ευρείας γκάμας κρουστά και τη σιωπή, στο έργο, σχεδόν αντανακλά το Γιαπωνέζικο θέατρο με τις απόλυτα στυλιζαρισμένες ερμηνείες του, και αποτελεί μία έντονη, απολαυστική ακουστική εμπειρία για τους ακροατές.

 

Σύνολο Κρουστών «ΤΥΠΑΝΑ»

 

Το σύνολο κρουστών »ΤΥΠΑΝΑ» ιδρύθηκε το 2004 από τον σολίστ και καθηγητή κρουστών Δημήτρη Δεσύλλα. Το σύνολο αποτελεί το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα της τάξης μουσικής δωματίου για κρουστά της σχολής του Δ. Δεσύλλα και από εκεί αντλεί το ομόψυχο υλικό του.

Από την πρώτη στιγμή της λειτουργίας του ήταν σαφής ο προσανατολισμός του προς τη σύγχρονη δημιουργία για τα κρουστά. Ο προσανατολισμός του αυτός οδήγησε στην εκτέλεση μεγάλου αριθμού έργων των σύγχρονων δημιουργών όπως J. Cage, Ι. Ξενάκης, Y. Taira, Steve Reich, G. Crumb, N. Ohana, G. Anteil, Θ. Αντωνίου, L. Harrison, C. Chavez, N. Rosauro, S. Fink, E. Varese, όπως και στην εκτέλεση έργων των J.S.Bach, W.A.Mozart κ.α. σε μεταγραφές για κρουστά.

Η αυστηρά επαγγελματική νοοτροπία και ο διαρκής μαθησιακός και συνάμα εξερευνητικός τρόπος λειτουργίας του, οδήγησε το σύνολο σε συνεργασίες με σπουδαία σύνολα και οργανισμούς όπως το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, η Καμεράτα Ορχήστρα Των Φίλων Της Μουσικής, τα μπαλέτα της Ζυρίχης, το Ελληνικό Φεστιβάλ (όπου το σύνολο έχει ήδη συμμετάσχει 2 φορές, παρουσιάζοντας ανάμεσα σε άλλα την πρώτη ελληνική εκτέλεση του έργου του Steve Reich «DRUMMING»), το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, την Εθνική Ορχήστρα Δωματίου της Αρμενίας κ.α. Το σύνολο »ΤΥΠΑΝΑ» έχει τιμηθεί με το Β’ βραβείο στο Διεθνή Διαγωνισμό Μουσικής Δωματίου της HELEXPO ’08 (Διαγωνισμός με συμμετέχοντες από όλα τα μουσικά όργανα).

 

Δημήτρης Δεσύλλας

 

Δημήτρης Δεσύλλας, μουσικός σολίστ των κρουστών

Ο Δημήτρης Δεσύλλας γεννήθηκε το 1974 στην Κέρκυρα. Έκανε τα πρώτα του μουσικά βήματα στην Παλαιά Φιλαρμονική Κέρκυρας και συνέχισε στη Σχολή Κρουστών του Ωδείου Αθηνών, με καθηγητή το Νίκο Κορατζίνο, απ’ όπου αποφοίτησε τον Ιούνιο του ’ 92 με διακρίσεις. Ως υπότροφος του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (πρώτος υπότροφος «Αλεξάνδρα Τριάντη») και του Κοινωφελούς Ιδρύματος «Αλέξανδρος Ωνάσης», συνέχισε τις σπουδές του στη Νέα Υόρκη με τους Roland Kohlof και Raymond Des Roches και στο Βερολίνο με τον Rainer Seegers. Καθοριστική βέβαια στη μουσική του ζωή θεωρείται η σεμιναριακή επαφή του με τον  Sylvio Gualda.

Η σολιστική του παρουσία ήδη από την εποχή των σπουδών στο Ωδείο Αθηνών είναι πολυσχιδής και διαρκής και περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό έργων σε α’ παγκόσμια, ευρωπαϊκή ή ελληνική εκτέλεση όπως και έργα αφιερωμένα στον ίδιο. Αναφορικά θα λέγαμε πως το ρεπερτόριό του εκτείνεται από προκλασικές μεταφορές για κρουστά έως και όλο το σολιστικό ρεπερτόριο του Ιάνη Ξενάκη.

Ο Δημήτρης Δεσύλλας έχει πραγματοποιήσει σόλο εμφανίσεις σε αίθουσες όπως το Weil Hall της Ν. Υόρκης, το Merkin Hall της Ν. Υόρκης, το Queen Elizabeth του Λονδίνου, το TSAI Hall της Βοστώνης, το STOA Theater  του Ελσίνκι, το ΜΜΑ, το ΜΜΘ, τα αρχαία Θέατρα της Επιδαύρου, το Θέατρο Ηρώδη Αττικού κ.α.

Δισκογραφικά έχει συνεργαστεί με τις εταιρείες Bis  (α’ δισκογραφική αποτύπωση «Χαρακτηριστικό Κομμάτι» του Ν. Σκαλκώτα με την ΚΟΘ για σόλο ξυλόφωνο) την αμερικανική BLUENOTE με τον Gury Barton, την αμερικανική Albany Records και έχει ηχογραφήσει για το δορυφορικό κανάλι MEZZO, τη Βαυαρική Ραδιοφωνία και την Ελληνική Ραδιοφωνία. Έχει επίσης πραγματοποιήσει την α’ παγκόσμια εκτέλεση του έργου του Ι. Ξενάκη «Περσέφασσα» στη μορφή εκτέλεσης από έναν κρουστό (Φεστιβάλ Ελσίνκι του 2000 η πρεμιέρα).

Πρόσφατα συμμετείχε στο »Argerich and friends»  στο Μ.Μ.Α. στην 1η παγκόσμια εκτέλεση της »Ιεροτελεστίας της Άνοιξης» του Igor Stravinsky για 4 πιάνα και 2 κρουστούς συνδημιουργόντας στη μεταγραφή της.

Έχει τις θέσεις του σόλο τυμπανιστή στην Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και στην Ορχήστρα των Χρωμάτων. Επίσης είναι συνεργάτης της ΚΑΜΕΡΑΤΑ Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής, και του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών από το 1992.

Το 2000 τιμήθηκε για τη σολιστική του παρουσία με το βραβείο της Ένωσης Κριτικών Μουσικής και Θεάτρου όπως και με το Α’ βραβείο σύνθεσης πρωτότυπης μουσικής για χορό από το Υπουργείο Πολιτισμού. Έχει στο ενεργητικό του σειρά συνθέσεων έργων για κρουστά, μουσικής δωματίου, μουσική για χορό και τελευταία συνέθεσε τη μουσική για το ντοκιμαντέρ 1821 του ΣΚΑΙ.

Ο Δημήτρης Δεσύλλας είναι καθηγητής  στο Ωδείο Αθηνών και έχει διατελέσει για χρόνια καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και το Καλλιτεχνικό Κέντρο Athenaeum.

 

Read Full Post »

Φεστιβάλ Ναυπλίου – Gala Όπερας | Δημήτρης Πλατανιάς, Δημήτρης Γιάκας


 

Ο σημαντικός μας βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς, με τη  θεαματική ελληνική και διεθνή καριέρα, σε συνεργασία με τον διακεκριμένο πιανίστα Δημήτρη Γιάκα ανοίγουν το 21ο Φεστιβάλ Ναυπλίου, την Παρασκευή 22 Ιουνίου, στο χώρο του Βουλευτικού, με μία ιδιαίτερα προσεγμένη επιλογή από ξεχωριστές άριες και τραγούδια σε ένα Gala Όπερας υψηλού επιπέδου.   Το πρόγραμμα, ανάμεσα σε άλλα, περιλαμβάνει κομμάτια για τα οποία ο Δημήτρης Πλατανιάς έλαβε εξαιρετικές κριτικές για τη μουσική και υποκριτική του ερμηνεία και αναμένεται να μείνει αξέχαστο στο κοινό του Ναυπλίου.

Δημήτρης Πλατανιάς

Ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς γεννήθηκε στην Καλαμάτα. Αποφοίτησε από το Δημοτικό Ωδείο της γενέτειράς του, παίρνοντας πτυχίο κιθάρας από την τάξη του κ. Γιάννη Μαυρέα και δίπλωμα μονωδίας από την τάξη της κ. Μαρίας Μαρκέτου. Το 2000 έλαβε την υποτροφία «Αλεξάνδρα Τριάντη» από το Σύλλογο Φίλων της Μουσικής και συνέχισε τις σπουδές του στην όπερα με την κ. Masako Tanaka Protti στην Κρεμόνα της Ιταλίας.

Από το 2004 μελετάει με τον Άρη Χριστοφέλλη. Έχει συνεργαστεί με τη Royal Philarmonic Orchestra, την Ορχήστρα των Χρωμάτων, την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, την Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων. Το 2003 έκανε το ντεμπούτο του στην κεντρική σκηνή της Ε.Λ.Σ ερμηνεύοντας το ρόλο του Άλφιο στην όπερα «Cavalleria Rusticana» του P. Mascagni. Από τότε συνεργάζεται τακτικά με την Ε.Λ.Σ. Είναι πτυχιούχος της τμήματος Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του πανεπιστημίου Αθηνών.

Δημήτρης Γιάκας

Ο Δημήτρης Γιάκας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957. Πήρε δίπλωμα πιάνου από το Εθνικό Ωδείο (τάξη Μυρτώς Μαυρίκου) το 1977. Συνέχισε τις σπουδές του στην ECOLE NORMALE DE MUSIQUE DE PARIS (πιάνο, μουσική δωματίου & μουσική προετοιμασία όπερας) και μελέτησε συνοδεία τραγουδιού με τον Dalton Baldwin.

Από το 1982 πιανίστας – μουσικός εκγυμναστής στην Όπερα των Παρισίων, θέση στην οποία θα μείνει ως το 1991. Παράλληλα  εμφανίζεται ως accompagnateur στο Παρίσι και σε πολλές πόλεις & φεστιβάλ της Γαλλίας. Μετακαλείται από την Όπερα της Λυών και τον μουσικό διευθυντή της Kent Nagano ως υπεύθυνος μουσικής προετοιμασίας. Το 1990 εγκαθίσταται στην Αθήνα και αρχίζει μια τακτική συνεργασία με την Εθνική Λυρική Σκηνή και το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Υπήρξε υπεύθυνος μουσικής προετοιμασίας για την παγκόσμια «πρώτη» πολλών έργων Ελλήνων συνθετών: ΜΗΔΕΙΑ του Μίκη Θεοδωράκη (Bilbao 1991), Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ του Θάνου Μικρούτσικου (Αθήνα 1993) , ΒΑΚΧΕΣ του Αργύρη Κουνάδη (Αθήνα 1996) κλπ. Συνοδεύει τακτικά Έλληνες και ξένους τραγουδιστές σε συναυλίες  στην Ελλάδα & το εξωτερικό. 

 

Πρόγραμμα:

Francesco Paolo Tosti (1846 – 1916)
Malia
Non t’amo piu!
L’ultima canzone

Σπύρος Σαμάρας (1861 – 1917)
Μάννα και γιός

Νίκος Χατζηαποστόλου (1884 – 1941)
Ο Κατάδικος

Wolfgang Amadeus Mozart (1756 – 1791)
Madamina, Άρια του Leporello από την όπερα Don Giovanni
Giuseppe Verdi (1813 – 1901)
Credo in un Dio, Άρια του Ιάγου από την όπερα Οθέλλος

Διάλειμμα

Gioachino Rossini (1792 – 1868)
Largo al Factotum della citta, Άρια του Φίγκαρο από την όπερα Ο κουρέας της Σεβίλλης

Giuseppe Verdi
Non t’accostare all’urna

Ottorino Respighi (1879 – 1936)
Nebbie

Ruggiero Leoncavallo (1857 – 1919)
Mattinata

Stanislao Gastaldon (1861 – 1939)
Musica proibita

Umberto Giordano (1867 – 1948)
Nemico della patria!, Άρια του Gerard από την όπερα Andrea Chenier

Παρασκευή 22 Ιουνίου, Βουλευτικό, 21:00

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »