Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Το παιδί στην Αργολίδα του χθες – Φωτογραφική έκθεση


  

«Το παιδί στην Αργολίδα του χθες» είναι ο τίτλος της φωτογραφικής έκθεσης που παρουσιάζει η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «ο Παλαμήδης », σε συνεργασία με το Δημοτικό Θέατρο Ναυπλίου. Πρόκειται για εκατό περίπου μεγεθυμένες ασπρόμαυρες φωτογραφίες από το αρχείο του δημοσιογράφου Γιώργου Αντωνίου, αποτέλεσμα σχετικής έρευνας που έκανε σε ολόκληρη σχεδόν την Αργολίδα.

 

 

Ο επισκέπτης της έκθεσης θα έχει τη δυνατότητα να δει τη θέση του παιδιού στην Αργολική κοινωνία από τις πρώτες δεκαετίες του περασμένου αιώνα, έως τη δεκαετία του 1970. Το παιδί στο καθημερινό του παιχνίδι στις αυλές των φτωχικών σπιτικών, το παιδί στο χωράφι, στην αλάνα, το παιδί και η σχέση του με τα οικόσιτα ζώα, το παιδί στις χαρές και τις λύπες της οικογενειακής ζωής.

Στις παλιές αυτές κιτρινισμένες από το χρόνο φωτογραφίες, μέσω του παιδιού, διακρίνει κανείς τις οικονομικές – κοινωνικές συνθήκες κάθε περιόδου, εποχές ένδειας και στέρησης, τότε που οι πολυμελείς οικογένειες προσπαθούσαν να επιβιώσουν με στοιχειώδη μέσα, να θρέψουν και να μεγαλώσουν τα παιδιά τους σ’ έναν κόσμο με αμφίβολο αύριο.

  

 

Στο μελαγχολικό βλέμμα των παιδιών αντικατοπτρίζεται ο ψυχικός τους κόσμος, η εικόνα της ζωής των περασμένων δεκαετιών τόσο στα χωριά όσο και στις πόλεις της Αργολίδας. Είναι η παιδική ζωή των σημερινών μεσηλίκων και υπερηλίκων του νομού μας …

Η έκθεση είναι ανοικτή καθημερινά 8:00 π.μ. έως 2:30 μ.μ. και θα διαρκέσει έως τις 30 Απριλίου.

Read Full Post »

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου, χαλκογραφία, Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1831. Ο Guillaume Abel Blouet,  ήταν Γάλλος αρχιτέκτονας,  επικεφαλής της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως, έφτασε στην Ελλάδα το 1829. 

 

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου, Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου – (View of Corinth).  Στη μέση διακρίνονται τα ερείπια του ναού του Απόλλωνα και στο βάθος υψώνεται το φρούριο του Ακροκορίνθου.

Read Full Post »

Το κάψιμο του Ιούδα, Πασχαλινό έθιμο της Ασίνης


 

Η Ασίνη (Πιν. ΙΓ’, 1) είναι το μοναδικό χωριό της Αργολίδας[1]που διατηρεί σήμερα το «κάψιμο του Γιούδα», γραφικό λαμπριάτικο έθιμο. Το έθιμο τούτο, που το θυμάται από τα παιδικά του χρόνια και ο γεροντότερος Ασιναίος, είναι γνωστό και από άλλες ελληνικές περιοχές, αποτελεί  μια θεαματική λαϊκή τελετή, που εντάσσεται στις εορταστικές εκδηλώσεις της ανοίξεως και του Πάσχα. Ενώ όμως έχουμε σχετικές περιγραφές από άλλα ελληνικά χωριά,δεν υπάρχει καταγραφή του εθίμου της Ασίνης. Αξίζει, λοιπόν, να περιγράψουμε την ιδιόμορφη τούτη γιορτή, που παλαιότερα είχε μεγάλη αίγλη, να δούμε τα κύρια χαρακτηριστικά της, την καταγωγή της και, τέλος, να επιχειρήσουμε μια γενικότερη ερμηνεία της.

Η Ασίνη δεν έχει άλλα ιδιαίτερα λαογραφικά στοιχεία από τα λοιπά χωριά του κάμπου, που είναι γνωστά σαν Δρεπανοχώρια.Όλα αυτά τα χωριά, μικρά και νοικοκυρεμένα, σκαρφαλωμένα σε μικρούς λόφους μέσα στον κάμπο, όπου άλλοτε οι κάτοικοι τους καλλιεργούσαν σιτάρι, αμπέλια, ελιές, καπνό και κηπευτικά και σήμερα αποκλειστικά, σχεδόν, εσπεριδοειδή, ακολούθησαν τη ζωή και την τύχη τ’ Αναπλιού, με το οποίο άμεσα επικοινωνούν. Η επικοινωνία τους αυτή με ένα διοικητικό κέντρο πανελλήνιας ακτινοβολίας είχε ως αποτέλεσμα και την πολιτιστική τους εξάρτηση απ’ αυτή την πρωτεύουσα. Έτσι δεν έχουν, εκτός από τα κοινά πανελλήνια έθιμα, ιδιόμορφες συνήθειες, για τις οποίες θ’ άξιζε ιδιαίτερη μνεία.

Μόνο το κάψιμο του Ιούδα διαφοροποιεί λαογραφικά την Ασίνη από τ’ άλλα χωριά του αναπλιώτικου κάμπου. Είναι δε χαρακτηριστικό πως, ενώ τα γειτονικά: Τσέλο, Λευκάκια, Δρέπανο – εκτός του Τολού που έχει κρητική προέλευση – προσπάθησαν κατά καιρούς να μιμηθούν το έθιμο τούτο της Ασίνης, δεν μπόρεσαν να το σταθεροποιήσουν και να το διατηρήσουν πάνω από 3-5 χρόνια.

Η Μεγάλη Σαρακοστή ήταν για τους Ασιναίους περίοδος πολύ κοπιαστική. Μετά τις γιορτές της Αποκριάς, άρχιζαν οι δουλειές των ξωμάχων στ’ αμπέλια και στα περιβόλια. Έπρεπε να περιποιηθούν τ’ αμπέλι, να ξεβοτανίσουν το σιτάρι, να φυτέψουν τα ζαρζαβατικά, αναμένοντας τη σοδειά του καλοκαιριού. Έτσι η μεγάλη γιορτή της Λαμπρής ήταν μια ανάπαυλα μέσα στον ανοιξιάτικο μόχθο.

Τα παιδιά, ιδιαίτερα, άρχιζαν τις προετοιμασίες τους από νωρίς, πριν από τις σχολικές διακοπές. Έπρεπε να προμηθευτούν από τ’ Ανάπλι βεγγαλικά, τρακατρούκες και, πριν απ’ όλα, μπαρούτη, να ετοιμάσουν τα βαρελότα και τις ρουσιέτες. Αυτά απαιτούσαν λεπτή τεχνική, στην οποία επιδίδονταν κυρίως οι έφηβοι και οι άντρες. Τα παιδιά περιορίζονταν στα «κλειδιά», που τα γέμιζαν με μπαρούτη και προκαλούσαν έτσι έκρηξη, χτυπώντας τα με μια πρόκα.

Οπλοφόροι ετοιμάζονται για το κάψιμο του Ιούδα. Ασίνη 1972.

Κέντρο όμως και αποκορύφωμα αυτής της πολεμικής προετοιμασίας ήταν η κατασκευή του ομοιώματος του Ιούδα και η «εκτέλεσή του». Οι νέοι τον φιλοτεχνούσαν με μεράκι, ενώ οι μεγάλοι ετοίμαζαν την πανοπλία τους για την ώρα της εκτελέσεώς του. Οι γιορτές άρχιζαν το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων, όταν ακούονταν, δειλά, οι πρώτες εκπυρσοκροτήσεις με την είσοδο του Νυμφίου, και τελείωναν με τον εσπερινό της Αγάπης, ανήμερα τη Λαμπρή με τις οδομαχίες.

Η κυρίως γιορτή περιείχε παλαιότερα τρία στάδια: 1ο Το φτιάξιμο του Ιούδα μέσα στον αχυρώνα. 2ο  Την περιφορά του με το κάρρο μέσα στο χωριό και το στήσιμό του πάνω στο ικρίωμα και 3ο  το κάψιμό του και το γενικό πόλεμο, μικρών και μεγάλων. Τη φροντίδα για το ομοίωμα του Ιούδα την είχαν 8-10 παιδιά, ηλικίας 16-18 χρονώ, καμμιά φορά και μικρότερα. Αφού συνεννοούνταν από τις αρχές της Μεγαλοβδομάδας, έκαναν την τελική συνάντηση το βράδυ του Μ. Σαββάτου σ’ ένα καλύβι.

Εκεί μάζευαν τα υλικά της κούκλας: ένα μακρύ παντελόνι, ένα σακκάκι, μια νεροκολοκύθα, αρβύλες, γάντια και μια τραγιάσκα. Το άχυρο ήταν τότε άφθονο. Μετά έφευγαν για την Ανάσταση, που γιορταζόταν μέσα σε πανδαιμόνιο κρότων από τις εκρήξεις συχνά αυθεντικού πολεμικού υλικού. Μετά την Κατοχή, μερακλήδες Ασιναίοι εύρισκαν δυναμίτιδες και νάρκες, που τις ξέχωναν, με κίνδυνο της ζωής τους πάντοτε, από τα αντιαρματικά Γερμανοϊταλικά έργα στην παραλία της Πλάκας, για να «λαμπρύνουν» μ’ αυτές την Ανάσταση[2].

Πριν από το λαμπριάτικο τραπέζι του μεσημεριού, οι νεαροί τεχνίτες ετοίμαζαν τον Ιούδα: Παραγέμιζαν το παντελόνι και το σακκάκι με άχυρο και μετά τα συνέδεαν με σύρμα λεπτό ή χοντρό σπάγγο. Τη ραφή την κάλυπταν συνήθως με μια στρατιωτική ζώνη. Ιδιαίτερη λεπτότητα τεχνικής απαιτούσε το κεφάλι του Προδότη.

Συχνά ήταν μια ζωγραφιστή νεροκολοκύθα ή ένα γεμισμένο τόπι που το κάλυπτε μια μάσκα, απομεινάρι της Αποκριάς. Το κεφάλι έπρεπε να προσαρμοσθή κατάλληλα, ώστε να ξεχωρίζη ο λαιμός από τον κορμό. Τα μάτια, η μύτη, τα φρύδια, και το μουστάκι έπρεπε να ζωγραφισθούν παραστατικά, ώστε ν’ αποδίδουν πρόσωπο πολύ πονηρό. Δεν έλειπε και η τραγιάσκα με το γείσο υπερυψωμένο, ώστε να διακρίνεται καθαρά το πρόσωπο του αχάριστου μαθητού.

Τέλος, προσαρμοζόταν στο υπογάστριο ο φαλλός: ένα ξερό κολοκύθι με δυο στρογγυλά «μποτσίκια», σε μεγάλο μέγεθος. Ήταν έτσι έτοιμος ο Ιούδας, γύρω στις 9-10 το πρωί, και ο παλαιότερος μάστορης, που επιστατούσε, έδινε την έγκρισή του για την έξοδο. Τον ανέβαζαν τότε απάνω σ’ ένα κάρρο και τον έστηναν σε μια καρέκλα, όρθιο ή ελαφρά καθιστό. Τελευταία έμπαινε η επιγραφή, καλλιγραφημένη στο στήθος: «Ιούδας ο Προδότης».

Μετά άρχιζε το σεργιάνι μέσα στα σοκάκια του χωριού. Πήγαινε μπροστά το κάρρο με τον Ιούδα (Πιν. ΙΓ’, 2) και τους μαστόρους του και ακολουθούσαν τα παιδιά με τροκάνια, σφυρίχτρες, τρακατρούκες και βαρελότα.

Όταν η πομπή είχε πια περάσει απ’ όλα τα σοκάκια, κατέληγε στην «Κόντρα» (Πιν. ΙΔ’, 4) μικρό λοφίσκο 100 περίπου μέτρα δυτικά του Αϊ-Δημήτρη – πολιούχου της Ασίνης. Εκεί κρέμαγαν τον Ιούδα πάνω σε μια ξύλινη κρεμάλα, στημένη σε γερή βάση. Η οριζόντια κεραία εξείχε και εκεί δενόταν συχνά ο Προδότης. Το τοπίο με το ικρίωμα θύμιζε τον «Κρανίου τόπον», όπως τον εικόνιζε παραστατικά τοιχογραφία της Σταυρώσεως στη γειτονική εκκλησία του Αϊ-Τρύφωνα.

Το μεσημέρι άφηναν τα παιδιά την Κόντρα και γύριζαν στα σπίτια τους για το τραπέζι της Λαμπρής. Κανείς δεν θα πείραζε το μελλοθάνατο προ της ώρας του. Άλλη όμως ήταν η κατάσταση στα γειτονικά χωριά, που μιμούνταν το έθιμο της Ασίνης: Ένα μεσημέρι του 1953 οι Λευκακιώτες έκλεψαν το στημένο Γιούδα του Τσέλου την ώρα του φαγητού. Ακολούθησε λαμπριάτικος καυγάς ανάμεσα στα δυο χωριά και από τότε οι Τσελιώτες έβριζαν τους Λευκακιώτες «κλεφτογιουδάδες».

Το απόγευμα της Λαμπρής, κατά τις 5, χτυπούσε η καμπάνα της Αγάπης. Ήταν η ώρα της πιο επίσημης εμφανίσεως, ιδιαίτερα των γυναικών. Οι εκτελεστές όμως του Ιούδα δεν πήγαιναν στον Αϊ-Δημήτρη, έμεναν έξω στο προαύλιο – στην «πλακόστρωση» – ή συχνά ανηφόριζαν πάνοπλοι προς την Κόντρα (Πιν. ΙΓ’, 3).

Υπήρχε τόση βιασύνη στο εκκλησίασμα για το επικείμενο θέαμα, ώστε παλαιότερα ο παπάς, μετά τον ασπασμό του Ευαγγελίου, έβγαινε κι αυτός από την εκκλησία και διάβαζε την απόλυση στην Κόντρα. Αλλιώς δεν θα έμενε ψυχή ως το τέλος της ακολουθίας. Οι θεατές έπαιρναν ημικυκλική θέση γύρω από το εκτελεστικό απόσπασμα. Πίσω από τον κατάδικο –βοριοδυτικά – απαγορευόταν η κυκλοφορία.

Η εκτέλεση άρχιζε με την καθιερωμένη ανάγνωση της καταδικαστικής αποφάσεως. Κάποιος γραμματιζούμενος Ασιναίος είχε γράψει ένα δεκάρικο λογύδριο, μια – δυο σελίδες, με το αιτιολογικό της καταδίκης: η προδοσία του Χριστού. Αξιοσημείωτο είναι ότι συχνά ταυτιζόταν ο Προδότης με πρόσωπα της επικαιρότητας.

Έτσι τον καιρό της εξεγέρσεως των Κυπρίων κατά των Άγγλων, ο Ιούδας ταυτίστηκε με τον Χάρτιγκ και έφερε στρατιωτική στολή. Τη χρονιά της απριλιανής δικτατορίας, κάποιος φανατικός του νέου καθεστώτος του φόρεσε ημίψηλο πολιτικού φαυλοκράτη (Πιν. ΙΔ’, 5) και του διάβασε ένα βαρυσήμαντο κείμενο πολιτικής καταδίκης, κάτω από τα επιτιμητικά βλέμματα των τυφεκιοφόρων που βιάζονταν.

Μετά την πτώση της δικτατορίας, κάποιοι νεαροί είχαν προμηθευθή το πουλί της 21ης και ετοιμάζονταν να ντύσουν τον Ιούδα χουντικό, που πρόδωσε την Κύπρο. Οι μεγάλοι όμως, φρόνιμοι και μυαλωμένοι, έκριναν ότι δεν έπρεπε αυτή τη φορά να εκδηλωθή ο Ιούδας πολιτικώς.

 Γυρεύεις, τους είπαν, ποιος ξέρει του χρόνου τα γυρίσματα. Θέλετε να σας καλούν στο Τολό, στην αστυνομία; Έτσι ο Ιούδας δεν τουφεκίστηκε ως χουντικός.

Αφού τελείωνε η ανάγνωση της ετυμηγορίας, ο επικεφαλής του αποσπάσματος πρόσταζε: Πυρ! Τότε διμούτσουνες, γκράδες, αργότερα ντουφέκια εγγλέζικα, γερμανικά, ιταλικά, όλα πλιάτσικο και κρυμμένα ως τότε, στις μέρες μας δίκαννα και καραμπίνες εκπυρσοκροτούσαν με μιας. Στόχος όλων το κεφάλι του Προδότη. Ο καλός σκοπευτής σημάδευε τα μάτια και την τραγιάσκα.  

Δεν ξεχώριζες όμως τη δεινότητά του μέσα στις ομοβροντίες. Το μένος της χριστιανικής εκδικήσεως ήταν τέτοιο, ώστε, όταν πια διαλυόταν το ανδρείκελο, οι εκτελεστές χτυπούσαν ακράτητοι τα ξύλα της κρεμάλας. Τέλος, μετά από 10-15 λεπτά πυρός ομαδόν, εδίδετο η χαριστική βολή και τα λείψανα του κατάδικου καίγονταν μέσα σε γενική αγαλλίαση.

Οι τυφεκιοφόροι του αγήματος γύριζαν βιαστικά στα σπίτια τους, έβγαζαν την εξάρτυσή τους και έπαιρναν πολεμοφόδια για την επικείμενη μάχη. Το ίδιο έκαναν μικροί και μεγάλοι. Διάλεγαν στρατηγικά σημεία εφόδου στον κεντρικό δρόμο του χωριού, που οδηγεί στο Τολό. Οι φρόνιμοι είχαν βγάλει τα γιορτινά τους και φορούσαν τα «λιάπικα». Είχαν εφοδιασθή με βαρελότα και ρουσιέτες.

Χωρίζονταν σε δυο παρατάξεις, τους πάνω και τους κάτω. Η διαχωριστική γραμμή ήταν στο μέσο του δρόμου, στο σημερινό περίπτερο της Ασίνης. Κρατούσαν απόσταση 80-100 μέτρα. Το σύνθημα της επιθέσεως δινόταν με τις φράσεις:

– Τα μασάτε; έλεγαν οι απάνω.

– Τα μασάμε, απαντούσαν οι κάτω.

Έτσι άρχιζε η σύγκρουση, ανελέητη, με εκσφενδονιζόμενα πυροτεχνήματα. Οι γυναίκες και τα παιδιά παρακολουθούσαν φοβισμένα από τα μπαλκόνια. Όταν ορμούσαν οι αντίπαλοι, τους απομάκρυναν οι άλλοι με πυραυλοφόρες βολές. Για να ‘χουν μεγάλο βεληνεκές οι ρουσιέτες, τις συνέδεαν οι παλαιότεροι μ’ ένα καλαμάκι που έδινε σ’ αυτές μεγάλη ορμή.

Αυτά ήταν τα «σαϊτάρια», τέχνη επιδέξιων μαστόρων της Ασίνης τον καιρό της ακμής του εθίμου. Ο πόλεμος, μέσα σε βροντές, καπνούς, γιουχαΐσματα και βλαστήμιες, με εναλλασσόμενες προελάσεις και οπισθοχωρήσεις, βαστούσε μιαν ώρα περίπου. Μετά εκφυλιζόταν στα σοκάκια. Ήταν πάντοτε πολύ επικίνδυνος. Συχνά το βαρελότο ή το σαϊτάρι χτυπούσε σε ζωντανό στόχο.

Αν εύρισκε την τσέπη του αντιπάλου, όπου φύλαγε τα πυρομαχικά του, εκείνος έπαιρνε φωτιά και καιγόταν. Έτρεχε τότε στην απάνω ή στην κάτω βρύση και προσπαθούσε να σβησθή. Έγιναν πολλά τέτοια ατυχήματα κατά καιρούς και πολλοί τραυματίες κατέφυγαν στα δικαστήρια. Αλλά οι δράστες, αν βρίσκονταν, πρόβαλλαν στερεότυπα την ίδια δικαιολογία:

– Έθιμο παμπάλαιο, κύριε πρόεδρε.

Η κατασκευή των βαρελότων ήταν πάντοτε επικίνδυνο εγχείρημα. Πολλές φορές τύχαινε να πάρουν φωτιά μέσα στο φούρνο, όπου τα έβαζαν να στεγνώσουν. Όχι σπάνια τα εύρισκε στη «λιάστρα» η κατσίκα και μασούσε το εξωτερικό χορτάρι που τα έσφιγγε. Τότε παίρναν φωτιά στο στόμα της. Έτσι μερικοί στο τραπέζι της Λαμπρής έτρωγαν όχι αμνόν σιτευτόν, αλλ’ αναγκαστικά γρια γκιόσα, πρώτο θύμα των πασχαλινών πολεμοφοδίων.

Την ώρα της μάχης η κυκλοφορία στο δρόμο σταματούσε. Αν κανένας οδηγός αυτοκινήτου, στα νεώτερα χρόνια, τολμούσε να περάση τα οχυρά, οι Ασιναίοι ξέσπαγαν στο όχημά του, που βγαίνοντας απ’ το χωριό έφερνε εξωτερικά έκδηλα τα ίχνη της εξ Ασίνης πασχαλινής διελεύσεώς του. Όταν πια είχε σουρουπώσει για καλά, οι αντίπαλοι συμφιλιώνονταν όλοι, κριτίκαραν την τελετή του Ιούδα και γύριζαν κατάκοποι στο βραδυνό τραπέζι.

Είδαμε ως εδώ μια σύντομη περιγραφή του εθίμου, που όσο πάει και σβήνει. Δεν γίνονται πια οι οδομαχίες και ο ταλαίπωρος Ιούδας εκτοπίσθηκε από τον «Κρανίου τόπον». Η Κόντρα φυτεύτηκε ελιές. Εφέτος (1976) η εκτέλεση έγινε στον Άγιο Κωνσταντίνο, κοντά στη στροφή του Τολού, όπου υπάρχουν τουριστικά κέντρα.

Η νέα κατάσταση δικαιολογήθηκε με την πρόφαση πως ο Ιούδας συγχρονίστηκε πια και μπορεί η τελετή του να τέρπη και τους περαστικούς τουρίστες, ώστε να προβάλλεται ευρύτερα το χωριό.

Ωστόσο, δυο ερωτήματα προβάλλουν στο μελετητή του εθίμου: α) Από που ήρθε το έθιμο στην Ασίνη και β) ποιο είναι το νόημά του. Θα προσπαθήσω να δώσω μια σύντομη εξήγηση.

Το πρώτο ζήτημα συνδέεται με την προέλευση των Ασιναίων. Φαίνεται πως το αρχικά μικρό Τζαφέρ – Αγά μετά την Επανάσταση εποικίσθηκε από ξένους διαφόρων περιοχών, που κατέβηκαν από την ορεινή Αργολίδα, Κορινθία, Αρκαδία, από την Ύδρα, Ερμιονίδα, κ.α. Πολλοί ήταν τσοπάνηδες. Τούτο προδίδει το επώνυμο ωρισμένων Ασιναίων και μαρτυρούν οι οικογενειακές τους παραδόσεις.

Από το Φωτάκο, μαθαίνουμε πως ο Παπα-Θοδόσης Μπούσκος – Οικονόμου, παπάς της Ασίνης κατά την κήρυξη της Επαναστάσεως, ήταν φιλικός και φροντιστής στην πολιορκία του Ναυπλίου. Φαίνεται ότι κατέβηκε στο Τζαφέραγα από την ορεινή Ναυπλία. Ένας από τους πρώτους προεστούς του χωριού, σύγχρονος του Παπα-Θοδόση ήταν ο Παναγιώτης Χρίστου ή Χριστόπουλος, αγωνιστής κι αυτός του 21, που ήρθε από την Ύδρα, σύμφωνα με τη βέβαιη παράδοση της οικογενείας του.

Μαζί του εγκατεστάθησαν στο Τζαφέραγα και δυο του ανίψια, της οικογενείας Χρίστου, που πήραν εδώ τα επώνυμα Τζαβέλλας («φέσα σαν του καπετάν Τζαβέλλα») και Σκανδάλης («σκάνταλο στην τράτα του θείου του Παναγιωτάκη»), τους οποίους είχε πλήρωμα στο καΐκι του κατά τη διάρκεια του Αγώνα και ύστερα. Ένας άλλος νεοφερμένος στο χωριό από την Ερμιονίδα ήταν ο Δαμιανού.

Ορισμένοι «ελάσσονες» αγωνιστές πήραν κτήματα από το Δημόσιο μετά την Παλιγγενεσία, με ειδικά παραχωρητήρια, σαν αποτίμηση της προσφοράς τους. Και ο Παπα-θοδόσης και ο Χριστόπουλος και άλλοι Ασιναίοι πήραν τέτοια κτήματα στον κάμπο της Ασίνης. Ήταν φυσικό, οι νεοφερμένοι να έφεραν εδώ παλιές συνήθειες του τόπου τους, που συγχωνεύτηκαν με τις ντόπιες παραδόσεις.

Νομίζω, λοιπόν, ότι το έθιμο που μελετάμε, το έφερε από την Ύδρα ο Παναγιώτης Χριστόπουλος με τους άλλους συμπατριώτες του σαν εκδήλωση, που έδινε λαμπρότητα στο Πάσχα της νέας τους πατρίδας. Στο νησί τους το κάψιμο του Ιούδα ετελείτο με λαμπρότητα το 19ο αιώνα. Και σήμερα η τελετή εξακολουθεί να γίνεται, εκτός από την Ύδρα, στις Σπέτσες και στα παρακείμενα χωριά της Ερμιονίδας[3].

Επειδή οι Υδραίοι αυτοί έζησαν και πρόκοψαν στην Ασίνη, το έθιμο ρίζωσε στο χωριό. Ότι αυτή είναι η καταγωγή του εθίμου, δείχνει μια άλλη λεπτομέρεια: Σύμφωνα με την παράδοση, στη φροντίδα για την ετοιμασία του Ιούδα πρωτοστατούσαν ανέκαθεν οι Τζαβελλαίοι και οι Σκανδαλαίοι.

Η αφετηρία του εθίμου, όπως δείχνει η έρευνα, πρέπει να τοποθετηθή στα χρόνια του Παπα-Γιώργη Μηναίου, του διαδόχου του Παπα Θοδόση, στην Ασίνη, από το 1825. Ας σημειωθή ακόμα, ότι στην ακμή του φθάνει, μέσα στο 19ο αιώνα, στην περίοδο της ιεροσύνης του γιου του Παπα-Γιώργη, Παπα-Παντελή Μηναίου (†1902)[4]. Οπωσδήποτε, μετά τους διαφόρους πολέμους (Βαλκανικούς, δυο παγκοσμίους) παρουσίαζε έξαρση, όπως φανερώνουν σχετικές αφηγήσεις των γερόντων.

Για την ερμηνεία του εθίμου είναι αναγκαία μια ευρύτερη θεώρηση της θρησκευτικής εκφράσεως του ελληνικού λαού. Τίθεται το ερώτημα: Το έθιμο του Ιούδα ανεπτύχθη μέσα σε γνήσια χριστιανική παράδοση ή είναι παγανιστικό κατάλοιπο; Μια πρώτη προσέγγιση του ζητήματος δείχνει ότι το έθιμο τούτο έχει μεν επίφαση χριστιανική, αλλά στην ουσία του είναι αρχαιοελληνική επιβίωση.

Με την άποψη αυτή θα συμφωνούσε η λαογραφική έρευνα, η οποία συναντά και άλλες παρόμοιες συνήθειες στη νεώτερη λαϊκή παράδοση και δίνει ανάλογη ερμηνεία. Το μεγάλο πλήθος ποτέ δεν κατάλαβε βαθιά τη χριστιανική μεταφυσική, την απάρνηση του σώματος για μια μεταθανάτια δικαίωση.

Επηρεάζεται βέβαια από την θεολογία των καθαρά θρησκευόμενων, αλλά με τη δική του προσληπτική ικανότητα, η οποία δεν επιφέρει μεγάλες αλλαγές στη συμπεριφορά του. Η ψυχή του δεν μεταβάλλεται ριζικά από τη νέα πίστη, η οποία γίνεται αποδεκτή με τα παλαιά σύμβολα της ελληνικής μυθοπλασίας. Για το μεγάλο, το ανώνυμο πλήθος δεν υπάρχει ξαφνική conversion.

Το νέο, το χριστιανικό όραμα του κόσμου χρωματίζεται από τις παλαιότερες εκφραστικές συνήθειες, που αποτελούν τη γέφυρα του παλαιού και του νέου. Έτσι ο Άδης εξακολουθεί να είναι ο κάτω κόσμος, σκοτεινός και αφιλόξενος όπως αποκαλύπτεται στα ελληνικά μοιρολόγια.

Η Ανάσταση φαίνεται πως γιορτάζεται σαν συνέχεια της αναστάσεως του Άδωνη[5], συμβολισμός οικείος στο λαό, που ζωντανεύει με την εαρινή αναγέννηση της ελληνικής φύσεως. Ο Ιούδας, ειδικώτερα, είναι ένα πρόσωπο του θείου δράματος, που για τον Έλληνα, ιδιαίτερα του 19ου αιώνα, συνδέεται άμεσα με τη «μπαμπεσιά», την οποία ανέκαθεν απεχθάνεται. Ο απλοϊκός άνθρωπος, που συντηρεί ευλαβικά την παράδοση, δεν κατανοεί το «μυστήριο» του Ιούδα: Ήταν το προωρισμένο όργανο που συνέβαλε στη σωτηρία ή απλά ο αχάριστος μαθητής, που πρόδωσε το Δάσκαλό του; Το δεύτερο το καταλαβαίνει καλύτερα.

Έτσι, την ημέρα της Λαμπρής εκδηλώνει το μίσος του με την παραδειγματική καταδίκη του προδότη. Από τα στοιχεία, λοιπόν, του χριστιανικού πάθους προσοικειώνεται τα συγγενή και τα πρόσφορα στην ψυχοσύνθεση και στην εκφραστικότητά του. Υπήρχε στον ελληνικό χώρο μια παμπάλαια παράδοση βδελυγμίας προς τον προδότη και την προδοσία, όπου βρήκε πρόσφορο έδαφος η απέχθεια του νεόφυτου χριστιανού προς το πρόσωπο του Ιούδα.

Έτσι η διαπόμπευσή του πέρασε στο χριστιανικό λαό ως παραδειγματική πράξη στιγματισμού της θεοκτονίας. Ο Ιούδας ήταν ο αποδιοπομπαίος τράγος, που πάνω του ο λαός φόρτωσε όλα τα εγκλήματα, τα όποια έγιναν κατά το Πάθος. Συμβόλιζε, γενικώτερα, κάθε μισητό και αντιλαϊκό υποκείμενο, που η παρουσία του ρύπαινε την πόλη. Έτσι ο χριστιανικός αντισημιτισμός βρήκε προσωπικό στόχο.

Ο προδότης έπρεπε ν’ αποβληθεί, θεαματικά, από την κοινότητα των πιστών. Αναζητώντας αυτή την παράδοση, στα πλαίσια της οποίας βρήκε, φαίνεται, την έκφρασή του το έθιμο του Ιούδα, μπορούμε, να αναχθούμε ως την αρχαία λαϊκή γιορτή των Θαργηλίων (Απρίλιος-Μάιος), που ήταν αφιερωμένη στον Απόλλωνα. Το εξιλαστήριο θύμα λεγόταν, τότε, φαρμακός, που στην κλασσική και μετέπειτα περίοδο κατάντησε συνώνυμο βρισιάς (=κάθαρμα, λέρα).

Σε περίπτωση θεομηνίας, λιμού, επιδημίας ή άλλης συμφοράς, η πόλη αισθανόταν την ανάγκη καθαρμού με ανθρωποθυσία – τα αρχαϊκά χρόνια. Συνήθως ο φαρμακός ήταν ένας κατάδικος, που ο λαός της Ιωνίας περιέφερε στους δρόμους της πόλεως, τον μαστίγωνε με χλωρά κλαδιά και τελικά τον σκότωνε. Μετά έκαιγαν το σώμα του πάνω σε κλαριά άκαρπων δέντρων και πετούσαν την τέφρα του στη θάλασσα.

Μπορούσε να χρησιμοποιηθή στη γιορτή και ένας σκύλος. Ο βυζαντινός γραμματικός και ποιητής Ιωάννης Τζέτζης μας διασώζει το έθιμο με τους έξης πολιτικούς στίχους:

 Ο φαρμακός το κάθαρμα τοιούτον ην το πάλαι.

Αν συμφορά κατέλαβε πόλιν θεομηνία,

είτ’ ούν λιμός είτε λοιμός είτε και βλάβος άλλο,

των πάντων αμορφότερον ήγον ως προς θυσίαν,

εις καθαρμόν και φάρμακον πόλεως της νοσούσης.

Εις τόπον δε τον πρόσφορον στήσαντες την θυσίαν,

τυρόν δε δόντες τη χειρί και μάζαν και ισχάδας[6],

επτάκις γαρ ραπίσαντες εκείνον εις το πέος

σκίλλαις[7], συκαίς αγρίαις τε και άλλοις των αγρίων,

τέλος πυρί κατέκαιον εν ξύλοις τοις αγρίοις

και την σποδόν εις θάλασσαν έρραινον εις ανέμους(…).

 

Το έθιμο του φαρμακού ήταν πανελλήνιο με μικρές παραλλαγές κατά τόπους και διάφορες περιόδους. Στην Αθήνα, όπως παραδίδει ο Αλεξανδρινός ρήτορας Αρποκρατίων (πιθανόν β’ αι. μ.Χ.) στο «Λεξικόν των Δέκα Ρητόρων», «δύο άνδρας ε ξ ή γ ο ν καθάρσια εσομένους της πόλεως εν τοις Θαργηλίοις, ένα μεν υπέρ των ανδρών, ένα δε υπέρ των γυναικών ότι δε όνομα κύριόν έστιν ο Φαρμακός, ιεράς δε φιάλας του Απόλλωνος κλέψας και αλούς υπό των περί τον Αχιλλέα κατελεύσθη, και τα τοις Θαργηλίοις αγόμενα τούτων απομιμήματά έστιν, Ίστρος εν τω α’ των Απόλλωνος επιφανειών είρηκεν».

Όπως βλέπουμε σ’ αυτό το απόσπασμα, γίνεται προσπάθεια ν’ αναχθή το έθιμο στα ηρωικά ελληνικά χρόνια και να ερμηνευθή ως μίμηση συγκεκριμένου γεγονότος. Και εδώ αναζητείται, από τη μεταγενέστερη παράδοση, επώνυμος κακοποιός, για να εξηγηθή η αφετηρία του εξαγνισμού της πόλεως κατά την εορτή των Θαργηλίων.

Ο μύθος, λοιπόν, πλάθεται και εδώ ως απαραίτητο λειτουργικό στοιχείο μέσα στα πλαίσια της ελληνικής θρησκευτικής παραδόσεως, ο οποίος συχνά κατέληγε σε καλλιτεχνική έκφραση. Στην πραγματικότητα όμως ερμηνεύεται έτσι η πανάρχαια ανάγκη του καθαρμού της πόλεως από τα ανίερα στοιχεία που τη βεβήλωναν. Η τελετουργία αυτή, όπως μας εξηγεί ο ιστορικός της αρχαίας ελληνικής θρησκείας Μ. Ρ. Νilsson, δεν ήταν ακριβώς θυσία, αλλά εξαγνισμός, ο οποίος δρούσε αυτόματα, χωρίς την επέμβαση του θεού, και είχε ως σκοπό να απομακρύνη το μίασμα από την πόλη και τους αγρούς. Γι’ αυτό περιέφεραν, ανάμεσά τους, το φαρμακό.

Παρόμοιο έθιμο καθαρμού, με ανάμικτα στοιχεία θυσίας και αυτομάτου εξαγνισμού, βρίσκουμε και στους αρχαίους Εβραίους. Κατά την  μεγάλη ημέρα του Εξιλασμού, ο αρχιερέας πρόσφερε στον Ιεχωβά, ανάμεσα στις άλλες θυσίες, και έναν τράγο για τη συγχώρηση των αμαρτιών του λαού. Έπαιρνε αρχικά δυο τράγους και τους τοποθετούσε μπροστά στη σκηνή του Μαρτυρίου.

Μετά έρριχνε κλήρους, έναν για τον τράγο της θυσίας που έφερνε την επιγραφή «τω Κυρίω» και έναν για τον αποδιοπομπαίο τράγο με την επιγραφή «τω Αζαζέλ» (=τω Σατανά). Με την κλήρωση εκφραζόταν το θείο θέλημα. Ο πρώτος τράγος θυσιαζόταν «περί αμαρτίας». Μετά ο αρχιερέας επέθετε τα χέρια του πάνω στο κεφάλι του αποδιοπομπαίου τράγου και ωμολογούσε φωναχτά τις αμαρτίες του λαού.

Έτσι ο τράγος έπαιρνε πάνω στη ράχη του τα κρίματα του λαού και τα μετέφερε στην έρημο του διαβόλου: «Και επιθήσει Ααρών τας χείρας αυτού επί την κεφαλήν του χιμάρου (=τράγου) του ζώντος και εξαγορεύσει έπ’ αυτού πάσας τας ανομίας των υιών του Ισραήλ και πάσας τας αδικίας αυτών και πάσας τας αμαρτίας αυτών και επιθήσει αυτάς επί την κεφαλήν του χιμάρου του ζώντος και εξαποστελεί εν χειρί ανθρώπου ετοίμου εις έρημον και λήψεται ο χίμαρος ε φ’  ε α υ τ ώ τας αδικίας αυτών εις γην άβατον, και εξαποστελεί τον χίμαρον εις την έρημον».

Τα μεταγενέστερα χρόνια, κατά την εορτή του Εξιλασμού, οι Εβραίοι έρριχναν τον τράγο σ’ ένα γκρεμό, για να πάρη έτσι ο καθαρμός θεαματικώτερο χαρακτήρα, συνήθεια που μας θυμίζει το έθιμο του φαρμακού στις ελληνικές περιοχές.

Η παραβολή του σημερινού εθίμου προς εκείνα της αρχαιότητας και ιδιαίτερα προς το έθιμο του φαρμακού δείχνει πως προϋπήρχαν οι εθιμικοί  τύποι, για να συνέχιση μετέπειτα ο λαός την τελετή με χριστιανικά σύμβολα. Κάτι ανάλογο που έγινε, όπως είναι γνωστό, και σε άλλες χριστιανικές εκδηλώσεις και λατρευτικά έθιμα με την ευελιξία της αρχαίας Εκκλησίας, η οποία στις ειδωλολατρικές συνήθειες προσπαθούσε να δώση νέα πνευματικότητα.

Όπως εξηγεί ο καθηγητής Ανδρέας Φυτράκης, «εξωχριστιανικαί συνήθειαι παρελαμβάνοντο ή ήσαν υπ’ αυτής (της Εκκλησίας) ανεκταί, εάν και μόνον δεν αντέκειντο προς τας ιδίας αυτής θεμελιώδεις διδασκαλίας και δεν υπενθύμιζον κατά απαράδεκτον τρόπον την ειδωλολατρικήν πράξιν».

Έτσι εξηγείται γιατί η Εκκλησία δεν καταπολέμησε το έθιμο του Ιούδα, όπως λ.χ. τα Αναστενάρια, όπου υπερτερεί έκδηλα ο παγανισμός. Μελετώντας, ειδικώτερα, το έθιμό μας από τη σκοπιά αυτή, διαπιστώνουμε έτσι ότι και στη χριστιανική του έκφραση εξακολουθεί να διατηρή πολλές αρχαιοελληνικές καταβολές. Το κάψιμο του Ιούδα, πριν απ’ όλα, είναι ένα δημόσιο  θέαμα, σαν κι αυτά που συντηρούσαν ανέκαθεν την κλίση του Έλληνα στα πανηγύρια. Αυτή η ροπή έδινε την ευκαιρία για ποικιλόμορφες λαϊκές εκδηλώσεις και αυτοσχεδιασμούς, που εντάσσονταν όμως πάντοτε σε παμπάλαιους εκφραστικούς τύπους.

Τούτη η ανάγκη εδημιούργησε την εποπτική τέλεση των Παθών του Κυρίου, όπως βλέπουμε στο τυπικό της Μ. Εβδομάδας. Στην Ανατολή και στη Δύση, τα λεγόμενα χριστιανικά μυστήρια ήταν ανάλογη προσπάθεια εκφράσεως των Παθών με θεατρικά σχήματα, που το Μεσαίωνα παριστάνονταν στον περίβολο των εκκλησιών. Και εδώ έχουμε λαϊκό θέαμα.

Στην περίπτωση του Ιούδα, επανέρχεται έντονα στο λαό η βαθειά αγάπη του για πανηγυρισμό μετά τη μακριά και κουραστική Σαρακοστή. Οι ξωμάχοι του κάμπου, μετά το πένθος της Μεγαλοβδομάδας, θέλουν να χαρούν και να ξεφαντώσουν τη μέρα της Λαμπρής.

Με το ανδρείκελο του Ιούδα μπορούν να εκφρασθούν ως Έλληνες χριστιανοί, φέρνοντας μαζί τους, βέβαια, αρχαίες παγανιστικές συνήθειες: μασκαρέματα, λαϊκή πομπή, σφυρίγματα, κροτίδες, φωτιές, φαλλικά έθιμα, βωμολοχίες κ.α.[8]. Από μορφολογική λαογραφική επισκόπηση, το κάψιμο του Ιούδα εντάσσεται, ειδικώτερα, στις εαρινές πυρές, που αρχίζουν την Αποκριά και τελειώνουν – μετά την ανάπαυλα της Σαρακοστής[9] – τη Μ. Εβδομάδα[10] με αποκορύφωση την Ανάσταση, που το μήνυμά της προσφέρεται για τέτοιους πανηγυρισμούς.

Πρέπει όμως να τονίσουμε εδώ, ότι το έθιμο μ’ αυτά τα ετερόκλητα στοιχεία μπόρεσε να επιβιώση, γιατί το συντηρεί η καθαρά χριστιανική παράδοση. Όχι μόνο γιατί προϋποθέτει το χριστιανικό εορτολόγιο, αλλά ακόμα γιατί το συντροφεύει η λαϊκή πίστη. Ο τυφεκιοφόρος της Κόντρας δεν θα μπορούσε να σημαδεύη το ανδρείκελο στο ικρίωμα, αν δεν πίστευε βαθιά πως συμμετέχει έτσι στις εκδηλώσεις αναπαραστάσεως των Παθών, που η ίδια η Εκκλησία τελεί τη Μ. Εβδομάδα. Γι’ αυτό ο Ιούδας εκτελείται πάντοτε στον περίβολο της εκκλησίας.

Παρατηρούμε, δηλαδή, πως το έθιμο δεν είναι μια απολιθωμένη παράσταση που συντηρεί έναν παλαιικό τύπο, όπως συμβαίνει στα καθαρά εθνικά κατάλοιπα, αλλά ένας αναγκαίος παρεκκλησιαστικός επίλογος στο Πάθος του Κυρίου, που ζει έντονα η λαϊκή ψυχή όλη τη Μ. Εβδομάδα.

«Σκοτώνοντας το Γιούδα», ο Ασιναίος πιστεύει ότι συμβάλλει έτσι στην απονομή της δικαιοσύνης, που επιβάλλει η λογική των ύμνων, τους οποίους ακούει στις ακολουθίες των Παθών. Έτσι η ένταση της συγκινήσεως που δέχεται σ’ αυτό το διάστημα, και η αγαλλίαση που φέρνει η Ανάσταση, δικαιολογούν την επιθετικότητά του, η οποία παίρνει τα χαρακτηριστικά μιας ομαδικής εκδικήσεως.

Γιατί οι τυφεκιοφόροι είναι εδώ οι ένοπλοι οπαδοί του Χριστού, όπως θα τους ήθελε η βυζαντινή ευαισθησία. Απέναντί τους έχουν το μισητό Προδότη, που, αν έπιαναν ζωντανό την ώρα της «παραδόσεως», μπορούσαν να τον λυντσάρουν. Αυτό το μένος είναι παρόν την ώρα της εκτελέσεως στην Κόντρα. Μέσα σ’ αυτό το λαϊκό αυθορμητισμό διοχετεύονται και συντηρούνται τα παγανιστικά σύμβολα σαν υποδεέστερα μεν, αλλ’ οργανικά στοιχεία της όλης τελετής.

Η πιο πέρα έρευνα δεν θα μπορούσε, ίσως, να μας δώση λεπτομερή στοιχεία για το  πως πέρασε ακριβώς το έθιμο από τον αρχαίο κόσμο στο χριστιανικό. Η αναγωγή που κάναμε ως το φαρμακό, δείχνει πως ο λαός κρατάει επίμονα στην ψυχή του σταθερά βιωματικά σύμβολα, που έρχονται και ξανάρχονται στην επιφάνεια σαν θεμελιακά αρχέτυπα.

Αυτά τα βιώματα μορφοποιούνται κάθε τόσο και αποκρυσταλλώνονται σε ιστορικά  πρόσωπα, ανάλογα με τον πολιτισμικό περίγυρο. Έτσι, ενώ τα πολιτισμικά μορφώματα αλλάζουν, οι βιωματικές σταθερές εξακολουθούν να λειτουργούν με νέα σύμβολα. Ένα τέτοιο λαϊκό αρχέτυπο είναι ο προδότης Ιούδας. Έτσι συναιρούνται παλαιά και νέα σύμβολα χωρίς πολλή καθαρότητα, γιατί η λαϊκή ψυχή δεν φθάνει ως την εποπτεία, όπως βιώνει την πίστη ο ανεπτυγμένος χριστιανός. Η συγγένεια, λοιπόν, των συμβολικών στοιχείων ερμηνεύεται από αυτή την εμπειρική αφετηρία, που υπάρχει στο βάθος κάθε λαϊκής εκδηλώσεως. Τούτη η αρχή έχει χαραχτήρα υπεριστορικό και υπερθρησκευτικό, γιατί εκφράζει γνήσια το αιώνιο λαϊκό αίσθημα.

Μετά από αυτά, μπορούμε να καταλήξουμε στο  συμπέρασμα, πως το κάψιμο του Ιούδα είναι ένα έθιμο με ανάμικτα ελληνικά και χριστιανικά στοιχεία, σαν απήχηση των επιρροών που εδέχθη μέσα στους αιώνες ο λαός μας. Δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε εδώ την ελληνική αισθαντικότητα από την ιουδαϊκή πνευματικότητα, γιατί η συνήθεια έχει παλαιότερη ακόμα καταγωγή και γιατί και οι δυο έχουν συγχωνευθή και έχουν μορφοποιηθή σε αυθεντική λαϊκή έκφραση.

Ο ελληνικός λαός δέχεται κατά καιρούς διάφορα πολιτιστικά στοιχεία, αλλά τα αφομοιώνει με το δικό του φυλετικό αισθητήριο, που το διακρίνει η μυθοπλασία και η παραστατικότητα. Αυτό είναι το γνώρισμα της ελληνικής ευαισθησίας, που διατηρείται αναλοίωτη μέσα στους αιώνες.

 

Πάνος Λιαλιάτσης

Καθηγητής  Θεολόγος 

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα.

Πρακτικά του Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον 4-6 Δεκεμβρίου 1976), Πελοποννησιακά, Περιοδικόν της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών, Εν Αθήναις, 1979.  

 
 
Υποσημειώσεις

[1] Στη Νέα Κίο το βράδυ της Μ. Παρασκευής, την ώρα της περιφοράς του Επιταφίου, «καίνε το Βαραββά», έθιμο που το έφεραν στην Αργολίδα, μετά το 1922, οι πρόσφυγες από την Κίο της Μ. Ασίας. Μπήγουν στο έδαφος μια σωλήνα, ίσαμε δυο μέτρα ύψος, που την περιβάλλουν με ξερά χόρτα. Πάνω στην οριζόντια κεραία της κρεμούν ένα αχυρένιο ομοίωμα του Βαραββά. Όταν περάση ο Επιτάφιος από κείνο το μέρος, βάζουν φωτιά στα ξερόχορτα και καίνε το ανδρείκελο. Το έθιμο τούτο είναι ανατολική παραλλαγή του εθίμου του Ιούδα.

[2] Αλησμόνητος παραμένει ο μπαρμπα-Γιάννης Κωστόπουλος, ο λεγόμενος Σωτηρόγιαννης (†1974), πού μετά την Κατοχή φύλαγε πάντα μια νάρκα για την ώρα της Αναστάσεως. Έβγαινε τα μεσάνυχτα στην «Τάπια» και με το ρολόι στο χέρι ή με το άκουσμα της καμπάνας έβαζε φωτιά στο φυτίλι. Η έκρηξη ήταν τρομερή και εδονείτο όλος ο κάμπος της Ασίνης.

[3] Τα κατοικούσαν κυρίως αλβανόφωνοι (Ερμιόνη, Πόρτο-Χέλι, Δίδυμα). Μια σύγκριση του εθίμου της Ασίνης μ’ εκείνο της Ύδρας δείχνει πολλές ομοιότητες. Οι κυριώτερες διαφορές είναι: α’. Στην Ύδρα το έθιμο μπορεί να τελεσθή και τη Δευτέρα του Πάσχα, ενώ στην Ασίνη πάντα ανήμερα, β’. Ο Ιούδας ντύνεται εκεί συχνά με κόκκινη χλαμύδα —κατάλοιπο, φαίνεται, μνήμης από τ’ αναγνώσματα της Μ. Εβδομάδας.

[4] Ο Παπα-Γιώργης Μηναίος (πρώην Παναγιωτόπουλος, 1800-1875), φερμένος στο Τζαφέραγα από τη Γκούρα, κατά την οικογενειακή του παράδοση, χειροτονήθηκε ιερέας στη μονή του αγίου Νικολάου Σπετσών, το 1825, από τον «πρώην Τριπόλεως Διο­νύσιο». Διαδέχτηκε στον άγιο Δημήτριο της Ασίνης τον Παπα-Θοδόση, που στο μεταξύ κατοικούσε στ’ Ανάπλι, λόγω των νέων του καθηκόντων στη Μητρόπολη και στη Δι­οίκηση («επιστάτης των προσόδων» επαρχίας Ναυπλίας —βλ. Γ. Χώρα, όπ. παρ.). Ο γιος του, Παπα-Παντελής Μηναίος (1833-1902), διεδέχθη τον πατέρα του ως εφημέ­ριος της Ασίνης το 1865. Και οι δυο τους ήταν εργατικοί και φιλοπρόοδοι. Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από «ενθυμήσεις» του Παπα-Παντελή σε λειτουργικό Ευαγγέλιο του πατέρα του (Ενετίησι, 1754), που το κληρονόμησε ο εγγονός του πρώτου, Παπα-Ανάστα­σης Ορφανός, και σήμερα το κατέχει ο γιος του, κ. Κυριάκος Ορφανός.

[5] Για τα νεοελληνικά έθιμα γύρω από την ανάσταση της φύσεως και το συμβολισμό της, Γ. Μέγα, όπ. παρ., σσ. 185-191. Στις Μυκήνες, το παλιό Χαρβάτι, ανεβίωσε (1977) το παλιό έθιμο του «πεθαμένου» με την πρωτοβου­λία του Λαογραφικού Πελοποννησιακού Ιδρύματος Β. Παπαντωνίου, που έχει την έδρα του στο Ναύπλιον. Το έθιμο εντάσσεται στις γιορτές της ανοίξεως. Οι μοιρολογίστρες «κλαίνε» με ιλαρότητα τον πεθαμένο γύρω στη φωτιά, που κείτεται μέσα στην κάσα κατά­φορτος από τσουκνίδες. Ο πεθαμένος «ανασταίνεται» —πηδάει από την κάσα του – στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα που φουντώνει το γλέντι των πανηγυριστών, που έχουν ντυθή παλιές τοπικές στολές – ανάμεσά τους κι ένας «παπάς». Το έθιμο τούτο επα­ναφέρει αρχαιοελληνικές μνήμες και είναι καθαρή «παράσταση». Η κατάνυξη όμως που διακατέχει τη χριστιανική ψυχή τη Μ. Εβδομάδα, είναι σημάδι ζωντανής πίστεως, ότι «κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» (Α’ Κορινθ., ιε’ 54). Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά της γνήσιας χριστιανικής τελετής από τα παγανιστικά «δρώμενα».

[6] Αρμαθιά από ξερά σύκα, σύμβολο αποτροπής του κακού. Απ’ εδώ η άλλη ονομασία του φαρμακού – σύβακχος (=συκόβακχος). Πρβλ. Ε. des Places,La Religion Grecque, Paris 1969, σ. 93.

[7] Με σκιλλοκρέμμυδα, κοινώς μποτσίκια. Ακόμα διατηρείται η πίστη στα χωριά της Αργολίδας πως, αν τριφτούν τα γεννητικά μόρια με μποτσίκι, ερεθίζονται και διογκώ­νονται. Η σκίλλα ή παράλια χρησιμοποιόταν στην αρχαιότητα σε αγνιστικές τελετές, όπως στην περίπτωση του φαρμακού (βλ. Θεοφράστου, Χαρακτήρες, XVI, 13). Είναι τυ­χαίο άραγε το γεγονός πως και στο έθιμο του Ιούδα χρησιμοποιούσαν, καθώς είδαμε, οι παλαιότεροι Ασιναίοι βολβούς σκίλλας για υποδήλωση του φαλλού; Ή μήπως πρόκειται για την ίδια πανάρχαια συνήθεια, που ενσωματώθηκε στο νεώτερο έθιμο;

[8] Στη μεσαιωνική Δύση τα αστεία και οι βωμολοχίες, που προκαλούσαν τα γέλια του λαού «εις αποζημίωσιν της μακράς νηστείας», λέγονταν μέσα στις εκκλησίες, αντί κηρύγματος, την Κυριακή του Πάσχα σε ειδικές φαιδρές παραστάσεις. Η συνήθεια αυτή, που χαρακτήριζε τις διαθέσεις του μεγάλου πλήθους, είναι γνωστή ως «πασχάλιος γέλως» (Β. Στεφανίδου, ό.π., σ. 541).

[9] Τέτοιες αποκριάτικες φωτιές ανάβονταν παλαιότερα στις τρεις γειτονιές της Ασίνης: Αλώνια, Άγιο – Δημήτρη, Κάτω Βρύση. Οι νέοι, μασκαρεμένοι συνήθως, πηδούσαν τις φωτιές, χόρευαν και ξεφάντωναν, μαζί με τους μεγάλους, ως τις πρωινές ώρες.

[10] Τη Μ. Εβδομάδα οι Ασιναίοι δεν ανάβουν φωτιές, καίνε όμως θυμίαμα πάνω σε μεγάλη θράκα κατά την περιφορά του Επιταφίου. Ο Επιτάφιος, στολισμένος περί­τεχνα από τα κορίτσια με λουλούδια του κήπου τους, περιφέρεται σε όλο το χωριό με τρεις «στάσεις». Το πλήθος περνάει από κάτω «για ευλογία» την ώρα που βγαίνει από τον Αϊ-Δημήτρη. Στην περιφορά οι νοικοκυρές καίνε λιβάνι έξω στην πόρτα τους, απ’ όπου περνάει η Ιερή πομπή. Μετά το τέλος της ακολουθίας, καθένας παίρνει λουλού­δια του Επιταφίου «για το καλό του σπιτιού». Βλ. ανάλογες συνήθειες σε άλλες περιο­χές Γ. Μέγα, ό.π., σ. 160 -161.

Read Full Post »

O αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα στην Κόρινθο. Xαλκογραφία του Γάλλου αρχιτέκτονα, Julien David Le Roy (1724-1803), ο οποίος ταξίδεψε το 1754 στην Ελλάδα για να μελετήσει και να αποτυπώσει σε σχέδια τα αρχαία μνημεία της.

 

Αρχαϊκός ναός του Απόλλωνα στην Κόρινθο – J. D. Le Roy, 1770

 

View of the ruins of  the temple of Apolloin Corinth. Χαλκογραφία: J.D. Le Roy, Les ruines des plus beaux monuments dela Grèce, considérées du coté du I’Histoire et de l’ Architecture. Παρίσι , 1770

Read Full Post »

Map of Peloponnese, επιχρωματισμένη λιθογραφία του Ολλανδού,  Frederik de Wit (1629 ή 30 – 1706).

 

Χάρτης της Πελοποννήσου (Map of Peloponnese) - Frederik de Wit, 1702.

 

Κατά την εποχή της δεύτερης Ενετοκρατίας η Πελοπόννησος αναδιοργανώθηκε διοικητικά και οικονομικά. Ονομάστηκε Regno di Morea  και χωρίστηκε σε τέσσερις Νομούς. Την Ρωμανία με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, την Αχαΐα με πρωτεύουσα την Πάτρα, την Μεσσηνία με πρωτεύουσα την Καλαμάτα και την Λακωνία με πρωτεύουσα τον Μυστρά.   

Read Full Post »

Πρόσυμνα –  Ντιάνα Αντωνακάτου


 

 Το Μπερμπάτι, Πρόσυμνα σήμερα, είναι χτισμένο στους πρόποδες μερικών λόφων στη βόρεια Αργολίδα, δώδεκα χιλιόμετρα Β.Α. του Άργους. Μπροστά του απλώνεται ένα μικρό άνυδρο λεκανοπέδιο, που δέχεται αχόρταγα τον ιδρώτα του γεωργού. Ο χώρος είναι μαθημένος στην αξίνα και στο αλέτρι από αιώνες πολλούς. Πάντα καλοδεχτικός στους ανθρώπους είχε τη μεγάλη τύχη να μη στερηθεί σχεδόν ποτέ τα βήματά τους, τη λαλιά τους, την αγάπη τους. Ας δούμε παρακάτω πως περιγράφει την Πρόσυμνα Αργολίδας,  η ζωγράφος και συγγραφέας Ντιάνα Αντωνακάτου στο βιβλίο της ¨Αργολίδα¨.

 

Εδώ δεσπόζει η φύση. Το τοπίο κυριαρχεί και στο καινούργιο χωριό της Προσύμνας (Μπερμπάτι ως χθες), κι’ ως την μυκηναϊκή πολιτεία. Εδώ ο κάμπος με την οικειότητά του κλείσθηκε πίσω από το στενό βραχωμένο πέρασμα της Κλεισούρας, λησμονήθηκε η ευκολοδάμαστη γη του πέρα κατά τα νοτιοδυτικά. Η απόσταση από το Άργος είναι 12 χιλιόμετρα. Από το τελευταίο καμπίσιο περιβόλι δυο-τρία. Σε χωρίζει όμως ένα σύνορο. Άλλον κόσμο άφησες, άλλον κόσμο χαιρετάς, κι’ άλλον κόσμο θωρούνε από τούτα τα βουνά οι άνθρω­ποι, κι’ ας μην είναι ολότελα ορεινοί.

Αν είναι να προτιμήσει ο ταξιδιώτης μιαν εποχή για πρωτογνωριμιά της αρχαίας Προσύμνας, ας μην είναι τούτη βροχερή, χειμωνιάτικη. Θ’ αγριέψει αν δεν αντέχει, αν αποζητάει εύκολη απόλαυση ματιού. Θα νοιώσει τη διάθε­σή του να χτυπιέται αλύτρωτη από μουντό λόφο σε μολυβί βουνό, να βουλιά­ζει σε μουσκεμένα κοκκινοχώματα. Να μη μπορεί να βρει παρηγοριά πάνω στα μουλιασμένα, απρόσωπα, χωρίς παράδοση, σπίτια του νέου χωριού. Και θα του φανεί η πορεία προς την κυκλώπεια Ακρόπολη της Προσύμνας, μια λασπωμέ­νη ταλαιπωρία.

Κι’ ούτε νάναι το καλοκαίρι. Τότε που αχνίζουν ξερά κι’ αναμμένα τα χώ­ματα, τα σπίτια μια κοκκινόπηλη καυτή συνέχειά τους, φλογισμένες οι μάντρες, τα λιγοστά δεντράκια ανάπηρα να σου κρατήσουν ίσκιο. Κι’ ως να φθάσεις εκεί στο στόχο σου, στην Προσύμνα, να σου ρίχνουν από γύρω βέλη, φλογισμέ­νες τις ανάσες τους οι φρυγμένες ανηφοριές.

Πρόσυμνα – Ντιάνα Αντωνακάτου

Νάναι, σαν πας, μια πρώιμη άνοιξη για τούτο το προσκύνημα. Μάρτης. Ένα απομεσήμερο αστραφτερό. Και το χωριό, αλλιώτικο, να φέγγει μ’ ένα πρόσωπο δικό του, μέσα στην απουσία κάθε ρυθμού.  Να ξεχύνει μια ζεστασιά και νάναι σαν ανάγλυφο απλοϊκό γεωμετρικής εποχής, ψημένης γης το υλικό του. Η λιγοστή χλόη στη σκιά, πολύτιμο χαλάκι της κάθε πόρτας. Που και που μια ανθισμένη ροζ αγριαμυγδαλιά να στέκει απορεμένη, τρυφερό στολίδι πάνω στο σκληρό μέτωπο του χωριού: στην κοκκινόθωρη πλαγιά του. Και μες στο φως της λαμπρότατης μέρας, πάνω από όλα τούτα τα φτωχανθρώπινα, τα ντόπια κόπια, ν’ αρμενίζει από ψηλά εκείνη η ανεκπλήρωτη ελπίδα του από­δημου Προσυμνιώτη, να δώσει στο χωριό του το μόχθο του της ξενητιάς: ένα μεγάλο κτίριο – ατέλειωτο ύστερα από το θάνατο του ξενητεμένου – που κυριαρχεί. Σημάδι πως δούλεψε εκεί στην Αμερική, πως μόνο τούτο το κομματάκι της γης συλλογιόταν. Αρμενίζει μεγαλόστομη και συγκινημένη, άχαρη και πολύ­τιμη τούτη η άμοιρη και δραματική προσφορά μέσα στο γαλάζιο της ελληνικής άνοιξης.

Τούτο το κρυστάλλινο γαλάζιο, ένας φακός που ομορφαίνει το ασήμαντο και ξεχωρίζει το ταπεινό, που αναδείχνει σε μια πυρή αναλαμπή και τούτο το χωριό και μας κάνει να ξεχνάμε μια αθέλητη σύγκριση με τα Αιγιοπελαγίτικα, τα Πηλιορίτικα, τα Επτανησιώτικα, τα Ορεινά χωριά όχι της πρώτης ανάγκης.

Όσο προσεγγίζεις την Προσύμνα τόσο φαίνεται μακρινή, προσκολλημένη πάνω σε ψηλούς όγκους, αξεχώριστη. Το τοπίο γίνεται όλο και πιο δυνατό. Και ξαφνικά το νοιώθεις βιβλικό. Είναι ο καιρός του αλετριού. Φυτεύεται σε λίγο ο καπνός. Οι μικρές ανθρώπινες φιγούρες πίσω από το μουλάρι και το άροτρο, σκορπισ­μένες σ’ όλες τις πλαγιές, έχουν την ίδια κίνηση, όπως χιλιάδες χρόνια πίσω, καθώς ξανοίγουν βαθυκόκκινες χαραματιές στ’ ανηφορικά χωράφια.

Ο τόπος γύρω τους αιώνιος, όλο και μεγαλώνει, καθώς βραδιάζει, γεμάτος μυστήριο, και οι φιγούρες χάνονται, θαρρείς, μέσα στις εποχές, πάντα ίδιες στο αντάμωμά τους κατά το γυρισμό, που μοιάζει από μακριά χαιρετισμό μερμηγκιών όμοιο από χρόνο σε χρόνο μέσα στους αιώνες. Ο τόνος του ζεστός κοντά, σαν τον ήλιο της μέρας που υποσχόταν μιαν άλλη παρόμοια, δινόταν πάλι με την προσ­φώνηση προς τον ξένο διαβάτη, που αντάμωνε κιόλας με τη συγκινημένη μνήμη του το φανταστικό μέγαρο, ξεθεμελιωμένο αιώνες πριν. «Έρημος δ’ εστί κακείνη και η πλησίον Μιδέα… ταύτη δ’ όμορος Προσύμνα… ηρήμωσαν δε τας πλείστας οι Αργείοι απειθώσας»…

Πώς τόλμησε, αλήθεια, τούτη η μικρή πολιτεία να πάει ενάντια στο Άργος, έτσι που στέκει, πεντάμονη, χαμένη στα κορφοβούνια της, με το ποτάμι της μονάχα – τότε σίγουρα πλατύστομο -, να την υπερασπίζει – και συμμαχικές στη ράχη της οι Μυκήνες μόνον; Πώς τόλμησε;

Έρημη η Ακρόπολη. Συλημένοι οι τάφοι – πάνω από ογδόντα. Ίσα που ξέμεινε κανένας θαλαμωτός να θυμίζει πως κι’ εδώ είταν ευσεβείς. Κι’ εδώ πολεμούσαν, κι’ εδώ αγαπούσαν με το ίδιο πάθος τη ζωή και την ομορφιά. Με ξίφη εμπαιστικά, με πλούσια κοσμήματα χρυσά, και με αγγεία ζωγραφισμένα θαυμαστά θαλασσινά θέματα, με μικρές πήλινες θεότητες – γεμάτος ο τά­φος. Να θυμίζουν ακόμη πως σίγουρα οι γυναίκες θα κρατούσαν όπλα. Σαν τούτες τις σύγχρονες απόγονές τους – κι’ η μνήμη κάνει πήδημα τρανό – τις γειτόνισσες, που αν δεν είχαν να χειρισθούν κομψά όπλα, η καρδιά τους βρήκε τρόπο να υπερασπίσει τα πάτρια, τότε στ’ Αγιονοριού τη μάχη, χτυπών­τας τον εχθρό με λιθάρια. Κι’ η ιστορική μνήμη μας φέρνει κοντά.

Στις 28 Ι­ουλίου 1822 που ο στρατός του Δράμαλη φεύγοντας από τη Γλυκειά, από το Ναύπλιο, με προορισμό τη δίοδο του Αγιονοριού, κατάστρεψε όσα σπίτια πρόφ­τασε στο Μπερμπάτι (Προσύμνα). Για να βρει εκεί στ’ Αγιονόρι, όπου τον παραφύλαγε ο Νικηταράς, την ελληνική εκδίκηση. Ελληνικά βόλια δέχτηκαν οι Τούρκοι μα και πελώρια κοτρώνια σπρωγμένα από τις γυναίκες των Λιμνών, της Προσύμνας και των άλλων γειτονικών χωριών.

Η ματιά ακολουθάει στο βάθος βορεινά εκείνη τη φυγή του δρόμου που γλιστράει μέσα από τις πλαγιές τ’ Αγιονοριού. Πιο έντονη, όμως, η παρουσία του ερημικού «άλλοτε» μας γυρίζει πίσω.

Ωστόσο, η Ακρόπολη δεν ξεσκεπάζει κανένα από τα μυστικά της. Φτωχά αχνάρια από τα τείχη της, από τις κατοικίες της, από τους τάφους, σβήνουν λίγο λίγο. Η δύση εδώ είναι βιαστική, βαθαίνουν οι ίσκιοι γρήγορα. Όμως, σ’ αυτήν την περασμένη ώρα, εδώ μέσα στην σφραγισμένη σιωπή του λόφου, περισσότερο απ’ όλες τις επικοινωνίες με τις πολύτιμες, εύγλωττες προθήκες των Μουσείων, ο επισκέπτης μπορεί ν’ αφουγκραστεί τη βαθειά σιωπή που καλύπτει τις θαμμένες χιλιετηρίδες.

Ό,τι και να μας φανερώνεται στα ευρήματα από τα συμπληρώματα, τις αναπαραστάσεις, τις εικασίες, λείπει εκείνη η αλήθεια, η ψυχή των πραγμάτων. Εκεί στην Προσύμνα, εκείνη την ώρα της σιωπής, σεβαστική η μνήμη ακούμπησε για ένα ελάχιστο χρόνο, πάνω σ’ αυτήν την αλήθεια, που κλείνει ό,τι δεν είναι πράξη, ό,τι δεν είναι λόγος, αφή κι’ ακοή κι’ όραση, που φυλάει ό,τι είναι ανθρώπινος λυγμός ή γέλιο. Σ’ αυτό το βιβλικό τοπίο γύρω, στα τριγυρνά βουνά του τα «σκιόεντα» αντήχησε, για μια φανταστική στιγμή τέτοιο ζευγάρι, ο ήχος.

Ντιάνα Αντωνακάτου

Διατηρήθηκε η ορθογραφία και η σύνταξη της συγγραφέως.

 

Πηγή


  • Ντιάνα Αντωνακάτου, «Αργολίδα», Αθήνα, Δεκέμβριος 1967.

 

Διαβάστε ακόμη σε μορφή pdf:

 

  • Πρόσυμνα – Αρχαιολογική έρευνα. Αναζητώντας την Ιστορία των Ελλήνων – Μπέριτ Ουέλλς, Υποδιευθύντρια Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών, Περιοδικό Αρχαιολογία & Τέχνες, τεύχος 49: Αναζητώντας την Ιστορία των Ελλήνων

Read Full Post »

Ζαφειρόπουλος Απ. Ζαφείριος (†1851)


 

Διακεκριμένος πρωτοψάλτης και μουσικοδιδάσκαλος του 19ου αιώνα, γνωστός και ως «Ζαφείριος ο Σμυρναίος». Γιος του Αποστόλη Ζαφειρόπουλου.* Μαθήτευσε στον Γεώργιο τον Κρήτα και κατόπιν στους «Τρεις διδασκάλους» της «Νέας Μεθόδου», παίρνοντας δίπλωμα μουσικού από την πατριαρχική Μουσική Σχολή Κωνσταντινουπόλεως. Δίδαξε στο Αϊβαλί της Σμύρνης και το 1826 κατέφυγε με άλλους Μικρασιάτες στην Αίγινα, όπως πολλοί τότε άφησαν τα τουρκοκρατούμενα μέρη για να εγκατασταθούν στην ελεύθερη Ελλάδα.  

Το καμπαναριό του Αγιώργη Ναυπλίου.

Εκεί διετέλεσε μουσικοδιδάσκαλος των παιδιών του Ορφανοτροφείου που συνέστησε ο Καποδίστριας, διδάσκοντας παράλληλα με τον Αθανάσιο Αβραμιάδη. Τους πρώτους μήνες του 1828, διορίστηκε πρώτος μουσικοδιδάσκαλος του Σχολείου Εκκλησιαστικής Μουσικής στην Αίγινα, ο περίφημος Γεώργιος ο Λέσβιος, εισηγητής του ομώνυμου νέου συστήματος γραφής της βυζαντινής μουσικής.      

Μετά το θάνατο του κυβερνήτη (1831) και το κλείσιμο του ορφανοτροφείου, ο Ζαφειρόπουλος  έρχεται στο Ναύπλιο (1832-1837). Εδώ τον συναντάμε πρωτοψάλτη «εις την πρωτεύουσαν των εν Ναυπλίω εκκλησιών» δηλαδή τον μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου.   

Τρία χρόνια μετά την μετακίνηση του Όθωνα στην Αθήνα, τη νέα πρωτεύουσα του Κράτους (1834), ο Ζαφειρόπουλος διορίζεται καθηγητής της βυζαντινής μουσικής, στο «Σχολείο Ψαλτικής» που ιδρύθηκε από τον Όθωνα το 1837 και το Μάρτιο του ίδιου χρόνου εγκαταλείπει το Ναύπλιο και μεταφέρεται με την πολυμελή οικογένειά του στην Αθήνα. Εκεί έχει ευρεία διδακτική, συγγραφική και πρακτική μουσική δραστηριότητα. Δίδασκε στο Διδασκαλείο, όπου πρωτοστάτησε στην καθιέρωση του μαθήματος της εκκλησιαστικής μουσικής ως υποχρεωτικού, στη Ριζάρειο και στο Σχολείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Ήταν δεξιός ψάλτης στον καθεδρικό ναό της Αγίας Ειρήνης, της οδού Αιόλου, όπου συνέστησε πολυμελή μουσικό χορό.  

Υπήρξε σφοδρός πολέμιος του νέου συστήματος διδασκαλίας της βυζαντινής μουσικής του παλαιού συμμαθητή του, Γεωργίου Λέσβιου, μάλιστα εξέδωσε  και μια διατριβή εναντίον του Λεσβιακού συστήματος** με τίτλο, «Ο Γεώργιος Λέσβιος και το Λέσβιον αυτού σύστημα», Αθήνα, 1842.

Ο ίδιος παρουσίασε αξιόλογο μουσικό συγγραφικό έργο. Στα έργα του ανήκουν το  «Άξιον εστίν» (σε Ήχο Πλάγιο Α’ και Πλάγιο Β’), ένα πολυέλεο (Ήχος εναρμόνιος), χερουβικά, κοινωνικά και η δοξολογία της εθνικής τελετής (δηλαδή ο Κ’ ψαλμός «Κύριε εν τη δυνάμει σου») και εξέδωσε  ακόμη το Αναστασιματάριο του Πέτρου Πελοποννήσιου. Στους μαθητές του και ο Αδαμάντιος Ιωαννίδης***. Πέθανε στην Αθήνα το 1851.

 

Υποσημειώσεις


 

* Αποστόλης Ζαφειρόπουλος. Διακεκριμένος Πελοποννήσιος μουσικοδιδάσκαλος και ιεροψάλτης του 18ου αι. Για 30 χρόνια διετέλεσε πρωτοψάλτης Αγίου Γεωργίου Σμύρνης (1782-1812).

** Κατά του Λεσβιακού συστήματος εκτός του Ζαφειρίου  Ζαφειρόπουλου, τάχτηκαν  και οι εν Κωνσταντινουπόλει  Κωνσταντίνος Βυζάντιος  Πρωτοψάλτης της Μ. Εκκλησίας και Θεόδωρος Φωκαεύς, στο ότι ο Γεώργιος Λέσβιος μετάλλαξε της μουσικής τα σημεία και αύξησε τον αριθμόν των ήχων. Υπάρχουν οι πιστεύοντες ότι αυτοί οι τρεις μουσικοί έπραξαν αυτό, διότι είχαν εκδώσει πολλά μουσικά βιβλία και εξακολουθούσαν να εκδίδουν και να εμπορεύονται μονοπωλιακά αυτά, για πάνω από είκοσι και πλέον χρόνια και μάλιστα ο Θεόδωρος ο Φωκαεύς. Το 1846, οι ίδιοι μουσικοί έπεισαν τον Πατριάρχη Άνθιμο ΣΤ’ να εκδώσει πατριαρχική Εγκύκλιο (υπογεγραμμένη και από 12 επισκόπους) κατά του Λέσβιου συστήματος. Ο Λέσβιος δημοσίευσε στην Αθήνα το 1848 ανασκευή της κατά των μουσικών βιβλίων του συστήματος αυτού εκδοθείσης πατριαρχικής εγκυκλίου. (Γεώργιος Παπαδόπουλος, Ιστορική επισκόπησις της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής από των αποστολικών χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς (1-1900 μ.Χ), Εκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη. 

*** Αδαμάντιος Ιωαννίδης. Μουσικοδιδάσκαλος του 19ου αι. Δίδαξε μουσική στο Διδασκαλείο Αθηνών. Αναφέρεται ότι εργάστηκε ευδόκιμα και στον Εκκλησιαστικό Μουσικό Σύλλογο Αθηνών από το 1873, και ότι εξέδωσε σε μικρό φυλλάδιο μελέτη για την ορθόδοξη εκκλησιαστική μουσική («Περί μουσικής», Αθήνα 1873). Πέθανε στην Αθήνα το 1886.

 

Πηγές


  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.
  • Τάκη Καλογερόπουλου, «Λεξικό της Ελληνικής μουσικής», Εκδόσεις Γιαλλελή, 2001.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ο ποιητής Γιάννης Σκαρίμπας και οι “χαμηλές φωνές” του Μεσοπολέμου


 

Σας ενημερώνουμε ότι την Τετάρτη 13 Απριλίου και ώρα 20.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη η κυρία Κατερίνα Κωστίου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011” του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, θα είναι: «Ο ποιητής Γιάννης Σκαρίμπας και οι “χαμηλές φωνές” του Μεσοπολέμου».

 

Κατερίνα Κωστίου

 

Η Κατερίνα Κωστίου γεννήθηκε στο Πήλιο και σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στη Θεσσαλονίκη και στην Αγγλία (στο Norwich και στο Cambridge). Διδάσκει νεοελληνική λογοτεχνία στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών. Έργα της είναι: » Εργογραφία – βιβλιογραφία Γ. Θ. Βαφόπουλου (1918-1988)» Θεσσαλονίκη, Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, 1988, «Οι Κυπριακές επιστολές του Γιώργου Σεφέρη (1954-1962): Από την αλληλογραφία του με τον Γ. Π. Σαββίδη» Αθήνα, Στιγμή, 1991, Άπαντα Γιάννη Σκαρίμπα (10 τόμοι), Αθήνα, Νεφέλη 1992-1998 κ.ά.

Read Full Post »

Στα χνάρια του χθεςΟι αντανακλάσεις στα προσωπικά βιώματα και εμπειρίες, ένα από τα μεγάλα ωφελήματα της έκδοσης…


 

Παρουσίαση του Βιβλίου «Στα χνάρια του χθες»

του Οδυσσέα Κουμαδωράκη από τον φιλόλογο Γιώργο Τασσιά.

 Άργος, Σάββατο 12 -3 -2011, Μπουσουλοπούλειο θέατρο.

 

Το νόημα μιας έκδοσης…

  

Ο φιλόλογος Γιώργος Τασσιάς

Σε μια εποχή  κρίσης της παγκοσμιοποίησης, όταν τα βλέμματα όλων είναι στραμμένα με δυσθυμία στο μέλλον, όπου και είχαν συνηθίσει να κοιτούν αρπαγμένα στο δίχτυ της τεχνολογικής ουτοπίας, ένας πρόσκοπος του παρελθόντος αποδύεται σε μια κοπιαστική ιχνηλασία, αναζητώντας το φως του μέλλοντος στις ομιλούσες σκιές του χθες. Σκιές, γιατί δεν βρίσκονται στο προσκήνιο της ιστορίας πια. Μιλούμε βέβαια για τον Οδυσσέα Κουμαδωράκη  που ανέλαβε ένα τέτοιο εγχείρημα στο οποίο μπορούμε να κοινωνήσουμε χάρη στη γενναιοδωρία του εκδοτικού οίκου «Εκ προοιμίου» του Τάκη Ουλή που εδώ και αρκετά χρόνια βρίσκεται σε μια εκδοτική ευφορία. Και οι δυο με συμπαραστάτες το Σταύρο Ξηρουχάκη, στην ευθύνη της παραγωγής και τον Αναστάσιο Τσάγκο, στο συντονισμό της έκδοσης, επιμένουν σε πείσμα των καιρών  να προσφέρουν στην τοπική κοινότητα ένα νέο βιβλίο υπό τον τίτλο «Στα χνάρια του χθες» που σε γενικές γραμμές διευρύνει τα όρια της γνώσης μας για την τοπική ιστορία, κοινωνία και λαογραφία.

 

Ανιχνεύοντας τα κίνητρα…

 

Πρόκειται για μια ιχνηλασία κοπιαστική, αφού τρία χρόνια έρευνας και συγγραφής  χρειάστηκαν προκειμένου ο συγγραφέας να καταλήξει στην τελική μορφή του πονήματός του. Κοπιαστική, επίσης, γιατί δεν πρόκειται για μια δουλειά γραφείου μόνον, αλλά για μια πορεία στην κυριολεξία που μάζευε στην εξέλιξή της ενθουσιασμό αλλά και πολλές απογοητεύσεις. Κοπιαστική, τέλος, γιατί και ο χρόνος που έπρεπε να καλυφθεί ήταν μεγάλος. Η πιο παλιά μαρτυρία – όπως σημειώνεται στην εισαγωγή – φτάνει στα 1844, ενώ ο κύριος όγκος των πληροφοριών καλύπτει τη μεταπολεμική περίοδο μέχρι και τη δεκαετία του 1970.

 

Θρησκευτική συγκέντρωση επιχειρηματιών Άργους στη Μονή Κατακεκρυμμένης το 1898 στη γιορτή της Αναλήψεως. (αρχείο Παν. Βύρλου).

 

Χρειαζόταν, επομένως ένα καλό κίνητρο. Στο εισαγωγικό του σημείωμα ξεκαθαρίζει τις προθέσεις του: Αντιγράφω: «Μπροστά στην απειλή της ισοπέδωσης που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση, τα τελευταία χρόνια εκφράζεται η ανησυχία της Ελληνικής κοινωνίας με διάφορους τρόπους, σε μια προσπάθεια να μην αποκοπούμε από τις ρίζες μας». Σ΄ αυτό δεν έχει άδικο. Πολύμορφη είναι η προσπάθεια ν΄ αποφευχθεί η εθνική αλλοτρίωση‧ προσπάθεια η οποία, όταν δεν εξαντλείται σε εθνικιστικές κορώνες και σε παραληρηματική ρητορεία, όταν γίνεται με ρεαλισμό, νηφαλιότητα, διανοητική συνέπεια, αγάπη αληθινή στον τόπο και τους ανθρώπους, συντελεί στην εθνική αυτογνωσία, είναι πηγή αυτοελέγχου που δεν καταλήγει σε γεροντοκορίστικη μεμψιμοιρία, αλλά ωθεί σε μια δυναμική αναδιάταξη και αναπτύσσει τη δημιουργική ευφυΐα. Καταγράφω σύντομα μερικές τέτοιες προσπάθειες: Λευκώματα, λογοτεχνικά κείμενα-όπως τα ιστορικά μυθιστορήματα ή διηγήματα, που ανθούν τα τελευταία χρόνια, προγράμματα περιβαλλοντικά και πολιτιστικά στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ποικίλες δραστηριότητες τοπικών πολιτιστικών συλλόγων, Ειδικά προγράμματα πανεπιστημιακών σχολών, εκθέσεις καλλιτεχνικής δημιουργίας σχετικές με την παράδοση, θεατρική δραστηριότητα-αναπαραγωγή πολιτιστικών μύθων και άλλα που θα έχετε στο νου σας οι περισσότεροι. Μέσα, λοιπόν σ΄ αυτή τη γενικότερη συνθήκη και την ατμόσφαιρα που δημιουργείται εντάσσεται και το νόημα μιας τέτοιας έκδοσης και μιας τέτοιας προσπάθειας. Βέβαια τα κίνητρα του συγγραφέα δεν εξαντλούνται εδώ. Σε αυτό όμως θα αναφερθώ και στη συνέχεια.

 

Δομή και περιεχόμενο ακροθιγώς…

 

Στις 14 θεματικές ενότητες του βιβλίου καταγράφεται  ένα πλήθος επαγγελματικών κατηγοριών και επαγγελμάτων. Το αλφαβητικό ευρετήριο που παρατίθεται στο τέλος διευκολύνει τον αναγνώστη να προσανατολιστεί  μέσα στο σύμπαν των πεντακοσίων τεσσάρων σελίδων και να σχεδιάσει τον προσωπικό  του χάρτη μνήμης.

 

Οι αντανακλάσεις στα προσωπικά βιώματα και εμπειρίες, ένα από τα μεγάλα ωφελήματα της έκδοσης…

 

Έναν τέτοιο χάρτη προσπάθησα να κατασκευάσω κι εγώ για τον εαυτό μου – νομίζω πως αυτή η δυνατότητα ανήκει στα μεγάλα ωφελήματα του βιβλίου. Θυμήθηκα κάμποσα χρόνια πριν την προσκοπική μου ιδιότητα. Μια από τις αγαπημένες μου ασχολίες ήταν να κατασκευάζω εκμαγεία ιχνών σε μακρινές πορείες που κάναμε. Τότε, στ΄ αλήθεια – πέρα από την τεχνική δεξιότητα που αποκτούσαμε – δεν πολυκαταλάβαινα την αξία μιας τέτοιας ασχολίας. Όταν πήρα στα χέρια μου όμως ετούτο το βιβλίο κατανόησα πως έπρεπε να ενεργοποιήσω αυτή μου τη χαμένη δεξιότητα, αν δεν ήθελα να χαθώ σε άσκοπες – για μένα βέβαια – περιπλανήσεις. Μα σκέφτηκα, επιπλέον πως απέναντί σας απόψε, μόνο μ΄ αυτόν τον τρόπο θα μπορούσα να ζωντανέψω ετούτο το βιβλίο – αφήνοντας κατά μέρος τις ανάγκες μιας ακαδημαϊκής παρουσίασης, στην εκλεκτή και αγαπητή κ. Μαρία Βελιώτη. Θάρρεψα, μάλιστα, πως θα βρισκόμουν πιο κοντά στη ζωντάνια και στο παιγνιώδες ύφος του κ. Κουμαδωράκη που λατρεύει τις αφηγήσεις, να αφηγείται και, μάλιστα, με ένα ύφος απλό, λιτό, δωρικό που θα το χαρακτηρίζαμε Μακρυγιαννικό.

 

Στα χνάρια του χθες

 

Αυτόν  τον προσωπικό μου χάρτη, λοιπόν, θα απλώσω μπροστά σας  αρχικά και, πιστεύω ότι σε τέτοιου είδους μνημονικές επαναβιώσεις θα στραφεί σε ένα πρώτο επίπεδο αυθόρμητα ο ενυγχάνων.

Γύρισα πίσω  χρόνους πολλούς κι έβαλα ζηλόφθονα στο γύψο τις αναμνήσεις μου συνειδητοποιώντας, στο φυλλομέτρημα του βιβλίου το φυλλορόημα του ανθρώπου και πως, τελικά, το χρόνο στο γύψο δεν τον βάζεις.

Θυμάμαι: (αυτή διαλέγω για λέξη γύψο) στις περιπλανήσεις μου στην πόλη του Άργους – από τις πρώτες εικόνες – το σαρωθροποιείο του Μπούφα στη Ναυπλίου, κοντά κάπως στη στάση του λεωφορείου από και προς το Ναύπλιο. Παραξένεμα μεγάλο, αφού η μητέρα μου δε χρησιμοποιούσε πια παραδοσιακό σάρωθρο. Στην πλατεία κοντά, σαν περνούσα, οι μυρωδιές των ποτών που πότιζαν τα ξύλινα πατώματα και τα έπιπλα στην ποτοποιία του Μαυράκη – ακόμα στέκει σ΄ αδιάκοπο φλερτ με τις τεχνικές εξελίξεις κρατώντας τη ρετρό γοητεία. Κοντά στην πλατεία το στιλβωτήριο του Τσαρσιταλίδη. Θα ήταν τα τελευταία χρόνια μιας μακράς πορείας. Μα το θυμάμαι ζωηρά. Μου φαινόταν- φορούσα κυρίως σπορτέξ και στις καλές δερμάτινα – περίεργο ποιοι είχαν χρόνο να μπαίνουν για ένα γυάλισμα, αλλά και πολλή κουβέντα.

 

Η Αργολίδα δεν είχε επάρκεια σιτηρών και κατά καιρούς γίνονταν εισαγωγές. Στη φωτ. σιτάρια από την Ρωσία ζυγίζονται στο λιμάνι του Ναυπλίου υπό τον έλεγχο του τότε πρωθυπουργού Ι. Μεταξά (πίσω από το τραπέζι). (Αρχείο Κ. Ταρλή, 1938;)

 

Μια κουβέντα που δεν έλλειπε και από τα παραδοσιακά κουρεία όπως αυτό του Αναστάση Μαρίνου στην Βασιλέως Κωνσταντίνου. Εδώ η φωτογραφία που εντίθεται στάθηκε γλυκά στη μνήμη ενώ η χειροκίνητη μηχανή κουρέματος που δημοσιεύεται στην ίδια σελίδα μου έφερε πικρές στιγμές της παιδικής μου ηλικίας, όταν στο σχολειό έπρεπε να πηγαίνω εν χρω κεκαρμένος. Κούρεμα, καλό ντύσιμο συνδυασμένο με καλοστημένες πόζες από τους επαγγελματίες φωτογράφους. Τις θυμάμαι, στο Ναύπλιο αυτές, όπου και έμενα τα χρόνια που περιδιάβαζα μια φορά την εβδομάδα στο Άργος. Και συγκεκριμένα στο Πάρκο. Οι πόζες της οικογένειας ακίνητες σαν του Κολοκοτρώνη.

Όταν όμως διαβάζω σχετικά «Κι αν η φωτογραφία ήταν εβδομαδιαία, έπρεπε να γίνει πάνω στο φιλμ το ρετουσάρισμα με μολύβι, δηλαδή κάποια επεξεργασία για την αισθητική βελτίωση της φωτογραφίας» η σκέψη τρέχει στο σαλόνι του πατρικού μου σπιτιού όπου βρισκόταν το σημαιοστάσιο της οικογενείας: οι φωτογραφίες του παππού της γιαγιάς των θείων κτλ. Επίσης, στη γειτονιά, στο Ναύπλιο, έμενε ένας λαγκαδιανός χτίστης. Φτιάχτηκε, έκανε οικογένεια. Διαβάζοντας μερικές γραμμές του βιβλίου συνειδητοποίησα πως δεν ήταν ο μόνος, αλλά και πώς ο σύλλογος των Αρκάδων έγινε ένας δυναμικός σύλλογος στην περιοχή. Τα στρώματα της οικογενείας μου, πάλι,  ήταν κατασκευής Σαουλίδη.

Αργότερα, όταν πια είχα εγκατασταθεί στο Άργος,  ο δρόμος με έφερνε αρκετές φορές μπροστά από τη βιοτεχνία υποδημάτων του Τάσου Λαλουκιώτη στην οδό Παπαρρηγοπούλου, ενώ ζωντανή διατηρώ και την ανάμνηση του βιβλιοδετείου που βρισκόταν δίπλα. Θρήνησα, πάλι,  μαζί με πολλούς ντόπιους, νομίζω, τη μετατροπή της χρήσης των δυο μεγάλων τοπικών κινηματογράφων προτού εμφανιστούν τα μούλτιπλεξπολυσινεμά που θα μπορούσαν να δώσουν νέες επιχειρηματικές ιδέες στους ιδιοκτήτες.

 

Η υφάντρια Μαρία Κλεισιάρη, 1958.

 

Στην Παναγία την Πορτοκαλούσα, εν ενεργεία Ιερά Μονή σήμερα, πολλές φορές προσκύνησα την εικόνα που δημοσιεύεται στη σελ. 472 και χαρακτηρίζεται ως η αρχαιότερη χρονική αναφορά του βιβλίου. Θαύμασα τώρα όμως την εξυπνάδα των σχοινοποιών οι οποίοι κατόρθωσαν να βρουν χώρο ταπεινά μεν στα πόδια των Αγίων αποστόλων, στην αφιερωματική επιγραφή, μέσα όμως στο χρυσό ουρανό της αιωνιότητας. Για μένα έμενε στη σκοτεινή του βίου θάλασσα το φως του φάρου  στο Ναύπλιο εκεί που οδηγούσε τα βήματά μας η Κυριακάτικη ραστώνη εντείνοντας τη μελαγχολία του απογεύματος το οποίο προηγείται της προκομμένης Δευτέρας, όταν μπαίνει το νερό στ΄ αυλάκι της εργασίας.

 

Η εικόνα των Αγίων Αποστόλων στην Μονή Κατακεκρυμμένης Άργους, αφιερωμένη από τη συντεχνία Σχοινοποιών, με ημερομηνία 5 Ιανουαρίου 1844. ( ο Απόστολος Παύλος ήταν σχοινοποιός).

 

Διάβασα  για τους φάρους και τους φαροφύλακες που, όταν  βρίσκονταν σε απομεμακρυσμένα σημεία διέθεταν κι ένα σπιτάκι για τον μοναχικό τους ένοικο. Θυμήθηκα έναν φάρο με σπιτάκι που με γύρισε στις εκδρομές της παιδικής μου ηλικίας, αλλά, παράλληλα,  ο συγγραφέας φρόντισε να μου θυμίσει και το παρόν των σπουδών του παιδιού μου παραθέτοντας δίπλα  στη φωτογραφία του φάρου του Ναυπλίου αυτή του φάρου της πόλης των Χανίων. Βέβαια δεν νομίζω πως το έκανε για χατήρι μου. Και μάλιστα, τέτοιες τυχαίες αναφορές στα Χανιά είναι αρκετές, διάσπαρτες μέσα στο βιβλίο. Μου έφεραν στο νου τους ζωγράφους  που διαλέγουν μια γωνιά στην άκρη του πίνακα για να τοποθετήσουν τον εαυτό τους ή τους σκηνοθέτες που κάνουν ένα σύντομο πέρασμα από τις ταινίες τους! Τέτοια περάσματα τα κάνει είτε αναλαμβάνοντας το χρέος της μαρτυρίας ο ίδιος, είτε δια συμβόλων όπως στην περίπτωση του φάρου.

Δε θα σας κουράσω άλλο με τις προσωπικές μου περιπλανήσεις. Θα τονίσω όμως για άλλη μια φορά πως διατρέχοντας τις σελίδες του βιβλίου η πρώτη λέξη που θα έρθει στο μυαλό μας θα είναι η λέξη θυμάμαι ζεσταίνοντας έτσι την καρδιά μας με το αμφίθυμο πυρ της νοσταλγίας.

 

Η προσωπική εμπειρία διευρύνεται…

  

 Θυμάμαι… η λέξη γύψος που κρατάει τα σχήματα μα που τα σχήματα ξεφεύγουν παίρνουν ζωή,  διεκδικούν τα δικαιώματά τους από την συγκαιρινή ζωή και ζητούν να τοκίσουν το κεφάλαιό τους στο μέλλον. Το ενδιαφέρον στην περιδιάβαση ήταν ότι η οργάνωση του βιβλίου τακτοποίησε τις αναμνήσεις, διεύρυνε την εμπειρία και με βοήθησε να τις εντάξω σε ένα ευρύτερο σχήμα ζωής που δεν περιλάμβανε φυσικά μόνο εμένα. Διάλλαξε το υποκειμενικό με το ιστορικό – αντικειμενικό, ανοίγοντας την προοπτική της αυτογνωσίας της ατομικής αλλά και της κοινωνικής και αυτής, τόσο της τοπικής  όσο και της εθνικής, αφού μέσα από τις ιστορικές αναδρομές που παρατίθενται  σε πλάγια γράμματα ξεπερνώνται τα όρια του τόπου και του χρόνου φτάνοντας πολλές φορές ν΄αγγίξουν το λυκόφως του μύθου.

 

Μαθήματα κεντήματος. Η Φωτούλα Καραμάνου με μαθήτριές της.

 

Αναδεικνύονται μ΄ αυτόν τον τρόπο οι ιδιαίτερες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες – όπως αντανακλώνται από τα παραδοσιακά επαγγέλματα – που διαμορφώθηκαν σε ένα ιστορικό πλαίσιο συνεχών  και κομβικών αλλαγών από το 19ο στον 20ό αιώνα. Τότε δηλαδή που τα χωριά άρχισαν να γεμίζουν τις πόλεις (για λόγους πολλούς και κυρίως πολιτικούς) εγκαταλείποντας τα πάντα και ερημώνοντας την ύπαιθρο.

 

Παγοπώλες. Ο Βασίλης Μαρίνης στο τιμόνι και ο αδελφός του Χρήστος έτοιμοι για τη διανομή, δεκαετία 1950.

 

Ο λαϊκός πολιτισμός δέχεται καίριο πλήγμα, αφού οι εστίες που τον δέχονταν, τον έτρεφαν και τον κληροδοτούσαν ως πολύτιμη παρακαταθήκη στις επόμενες γενεές έπαψαν να υπάρχουν πια. Η επίδραση του νέου πολιτισμού πάνω στους Επαρχιώτες αστούς θα παραμορφώσει τη ζωή τους, μεταβάλλοντας τον κοινωνικό ιστό, κόβοντας το νήμα με το παρελθόν και προσανατολίζοντάς τους σε νέα επαγγέλματα, άλλους τρόπους ζωής και νέες συνήθειες. Αυτός ο νέος πολιτισμός όμως και οι νέες συνήθειες τώρα πλέον νοούνται από την απόσταση του χρόνου- ο οποίος απομάκρυνε πια τις Κασσάνδρες που προηγούνται κάθε μεταβατικής περιόδου- και  εκτίθενται ενώπιόν μας ως μία κατάκτηση, ως ανανέωση της  προγενέστερης παράδοσης. Γι΄αυτό το λόγο  δικαιούνται το σεβασμό και την καλόπιστη κριτική προσέγγιση.

 

Η προσέγγιση του συγγραφέα…

  

Θεωρούμε ότι μια τέτοια προσέγγιση επιχειρεί και ο κ. Κουμαδωράκης.  Τη διακρίνει συνέπεια στη συλλογή, οργάνωση και παράθεση του υλικού. Στηριγμένη σε ένα πλήθος ποικίλων πηγών – οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην επαρκή βιβλιογραφία την οποία  βρίσκει ο αναγνώστης στις τελευταίες σελίδες, στην προσωπική έρευνα οπωσδήποτε και την προσωπική μαρτυρία όπου  αυτό είναι αναγκαίο. Στην τεκμηρίωση αξίζει να εξαρθεί η παράθεση του φωτογραφικού υλικού, ιδιαίτερα σημαντικού, όταν μάλιστα περιγράφεται η διαδικασία της παραγωγής ενός αντικειμένου όπως ενός πήλινου στις σελ. 222-227 όπου επιστρατεύτηκε για τις ανάγκες της φωτογράφισης η κ. Κων/να Περιβολάρη για να κατασκευάσει ένα αγγείο στο προσωπικό της εργαστήρι στα Φίχτια. Άλλες φορές τα γραφικά σκαριφήματα αντικαθιστούν την απουσία φωτογραφικού υλικού ή το συμπληρώνουν, όταν δε διαθέτει αυτό την αρτιότητα που επιτρέπει τη σαφή αντίληψη.

 

Η Κωνσταντίνα Περιβολάρη ενώ κατασκευάζει ένα αγγείο στο εργαστήριό της στα Φίχτια Άργους.

 

Tην οπτική του συγγραφέα  τη χαρακτηρίζουν, επίσης η συγχρονική και η διαχρονική προσέγγιση και ο ανθρωποκεντρισμός. Σε κάθε περίπτωση μελετώνται οι ιστορικές ρίζες κάθε επαγγέλματος, οι παλαιότερες μαρτυρίες, οι πηγές και τα αρχεία, αλλά και η σύγχρονη κατάσταση των επαγγελμάτων και εργαστηρίων, προϊόντων, αγορών και τεχνικών και όλα αυτά σε άμεση και στενή σχέση του τεχνουργήματος με τον τεχνίτη, του δημιουργού με το αντικείμενο. Οι παρατηρήσεις και οι διαπιστώσεις του συγγραφέα αποκτούν έτσι ευρύτερη σημασία για τον ελληνικό παραδοσιακό (με την ευρύτερη έννοια) πολιτισμό στο σύνολό του καθώς έχουμε τη δυνατότητα για μια εποπτική θεώρηση του κοινωνικού ιστού της τοπικής και όχι μόνο κοινωνίας μέσα σε ένα διευρυμένο χρονικό πεδίο. Ο συγγραφέας μας, δεν παύει, επίσης, κι επιμένει συχνά, όταν  του δίνεται η ευκαιρία μιας δημόσιας παρέμβασης, να καταθέτει τις προτάσεις του. Εδώ, λοιπόν, υπογραμμίζει την ανάγκη δημιουργίας ενός  τοπικού λαογραφικού μουσείου για να δώσει σάρκα και οστά στη μνήμη και να αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τους επιγενόμενους. Αυτό το χρέος το προσγράφει στη δημοτική αρχή του τόπου.

 

Οι ατομικές μαρτυρίες ως πεμπτουσία της έκδοσης που συναντιέται με την πεμπτουσία της ζωής…

 

Ό,τι  ξεχωρίζει ιδιαίτερα το βιβλίο είναι το πλήθος των μαρτυριών που συνάζονται και αποτελούν πολύτιμο εργαλείο για τον κοινωνιολόγο, τον ιστορικό ερευνητή, πλούσια πηγή καλλιτεχνικής έμπνευσης αλλά και χρήσιμο παιδαγωγικό εργαλείο που μπορεί να δώσει ώθηση στην περιβαλλοντική και πολιτιστική εκπαίδευση.

Οι μαρτυρίες διακρίνονται για το παραστατικό ύφος τους και, έτσι, αν και μεταφέρονται στον γραπτό λόγο, διατηρούν τη φρεσκάδα και την αμεσότητα του προφορικού λόγου μυσταγωγώντας με αυτόν τον τρόπο τον αναγνώστη τους  στην ζωή που κρύβεται πίσω από τα πράγματα. Ανιχνεύεται πίσω από τις γραμμές η τραγικότητα του ανθρώπου που παλεύει να ταιριάξει το πρόσκαιρο με το αιώνιο μέσω της δημιουργίας νέων μορφών ζωής.

 

Άδεια ηνιοχείας Αναστασίου Τσάγκου, 1950.

 

Αυτή η τραγικότητα είναι αίσθημα που διαποτίζει το βιβλίο και αφήνει έντονη επίγευση στο ξεθύμασμα της ανάγνωσης την ώρα που το βιβλίο υποχωρεί μπροστά στη ζωντάνια της ανάμνησης που πυροδότησε ή τον προβληματισμό που διήγειρε. Και θαρρώ ότι, υπόγεια, η αίσθηση αυτή κινεί τη συγγραφική πένα που αναζητά στο λόγο μια επιβεβαίωση αθανασίας ενάντια στο δόλο των θεών, φιλάδελφα συμπαριστάμενη στην ανθρώπινη αμηχανία. Είναι η αίσθηση ενός ανθρώπου που χρόνια τώρα ασκείται στο λόγο, το θεϊκό ετούτο χάρισμα με το οποίο ο άνθρωπος αγωνίζεται να υπερβεί τη φθορά στην κοιλάδα του κλαυθμώνος.

 

Η «γενιά» του συγγραφέα, γενιά της φτώχειας (πνευματικής και υλικής), αλλά και των εκπαιδευτικών οραματισμών…

 

Αξίζει να σημειώσουμε πως ο συγγραφέας μας ανήκει σ΄ εκείνη τη γενιά των φιλολόγων οι οποίοι παρά το γεγονός ότι η παιδεία τους βαπτίστηκε στην κολυμβήθρα της αρχαιογνωσίας, ωστόσο αναγεννήθηκε στο πνεύμα της παράδοσης του λαού και μόρφωσε ανθρώπους της πόλεως με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου. Ανθρώπους δηλαδή που έταξαν τους εαυτούς τους στην υπηρεσία της κοινότητας, μετέφεραν στις νέες γενιές τους διαχρονικούς αξιακούς κώδικες με ένα πνεύμα ελεύθερο έχοντας κατά νου όπως σημειώνει ο Παναγιώτης Κονδύλης ότι,  « Το πρώτο και βασικό βήμα για να μην είναι η παράδοση νεκρό παρελθόν, αλλά ζωντανό παρόν συνίσταται στη συνειδητοποίηση ότι όποιος θέλει να ζήσει σύμφωνα με την παράδοση οφείλει να μην ξεκόψει από τον σημερινό κόσμο και να μην ανασυστήσει με ακρίβεια το παρελθόν για να φωλιάσει πάλι εκεί, παρά πρέπει να εγκύψει στην παράδοση για να βρει μέσα της την πίστη και τις οδηγίες με τη βοήθεια των οποίων θα μπορέσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του παρόντος. Η παράδοση δεν πρέπει να σημαίνει εγκλεισμό σε ορισμένο χώρο και χρόνο, παρά να συνιστά δύναμη στραμμένη προς τα έξω ικανή να δώσει κάτι παραπάνω από μάχες οπισθοφυλακών».

Στο πνεύμα αυτό συγκεντρώνει όλη του τη δραστηριότητα – κατά την ταπεινή μου άποψη – τόσο τη διδακτική όσο και τη συγγραφική. Διατηρεί  το νου προσηλωμένο στις νεότερες γενιές των εφήβων που δεν θα έχουν τη δυνατότητα όχι μόνο να γνωρίσουν τις προγενέστερες εποχές, αλλά ούτε ν΄ ακούσουν καν για τον τρόπο ζωής των παππούδων και των προπάππων τους, ώστε να στηρίξουν τη δράση τους στα στέρεα θεμέλια της ανθρωπιάς.  Και τούτο ιδιαίτερα σε εποχές μεταβατικές και γι΄ αυτό κρίσιμες όπως η δική μας που τα βήματα του χθες χάνονται μέσα στον ήχο των μηχανών όπως θα ‘λεγε και ο Δημήτρης Χατζής και τα χνάρια τους σιγά σιγά χάνονται στο ανελέητο πέρασμα του καιρού.

 

Λαϊκή αγορά Άργους, 1935.

 

Επισημαίνουμε πως, υπηρετώντας ετούτο ακριβώς το πνεύμα, δεν αισθάνεται ως μια ξεχωριστή φωνή, αλλά ως κορυφαίος ενός χορού φωνών της γενιάς του, εντεταλμένος κατά κάποιον τρόπο να εκφράζει τη σκέψη και το αίσθημα της κοινότητας, λειτουργώντας αφυπνιστικά με τη δράση που ταιριάζει στην ιδιότητά του η οποία με τα χρόνια έχει γίνει αξεχώριστος σύντροφος του βίου του.

Έγνοια για τη διατήρηση της εθνικής φυσιογνωμίας, αγάπη στον δημιουργικό άνθρωπο, χρέος του πνευματικού ανθρώπου απέναντι στους επιγενόμενους είναι μερικά από τα κίνητρα που τον ωθούν στη δημιουργική συγγραφική δράση  της οποίας άλλος ένας καρπός έρχεται στο φως με την παρούσα έκδοση.

 

Το χρέος στην πατρική γη, κίνητρο – ανάμεσα στα άλλα – της συγγραφής…

  

Ο συγγραφέας Οδυσσέας Κουμαδωράκης

Στα κίνητρα αυτά, οφείλω να προσθέσω κάτι ακόμα. Φαίνεται ότι ο δικός μας Οδυσσέας ακολουθώντας τα χνάρια του αρχετυπικού Ομηρικού Οδυσσέα, κατόρθωσε να παρωδήσει – ο όρος από τους Ρώσους φορμαλιστές – με την  προσωπική του ζωή και το έργο του τον παραδοσιακό μύθο. Μπόρεσε να απολαύσει τη ζωή κοντά στη μάγισσά του, εδώ στο Άργος, μπόρεσε όμως και  να διατηρήσει τη ζωτική του ορμή πραγματοποιώντας το νόστο του στην Πηνελόπη μνήμη.

 Στο δεύτερο αναφέρεται και ο ίδιος  εξομολογητικά στην κατατοπιστική εισαγωγή του στο βιβλίο: « Θα ήθελα να κάνω – γράφει – μια προσωπική εξομολόγηση, και να μιλήσω για τη ζωή μου και το χωριό μου». Και τούτο μ΄ αυτό τον τρόπο θαρρώ πως το πέτυχε. Είχε την αγωνία να μην ξεχάσει τις ρίζες του και δηλώνει περήφανος και ευτυχής που απέφυγε ετούτο το τρομερό. Θέλει να αποκαταστήσει στη μνήμη και την καρδιά μας  τη σκληροτράχηλη, αυτάρκη και περήφανη γενιά των πατέρων και των προπατόρων που είχαν πέσει θύματα της σύγχρονης αυτοδικαιωτικής φληναφολογίας της καταναλωτικής προπαγάνδας. Επομένως, δε θα ήταν, νομίζω, σφάλμα, να θεωρήσουμε – ανάμεσα στα άλλα – και αυτή του την προσπάθεια και ως μνημόσυνον αιώνιον της πατρικής φτωχικής του γης, της Σαρακήνας Χανίων.

 

Ο συγγραφέας ακρίτας της… μνήμης στα σύνορα του καιρού του…

 

Αφήνω για το τέλος ένα απόσπασμα από το έργο του μεγάλου του συντοπίτη, Παντελή Πρεβελάκη, όταν έγραφε στο  χρονικό της Ρεθεμνιώτικης πολιτείας.

«Γράφω όλα τούτα κ΄ έχω  το φόβο μέσα μου μήπως και ο σημερινός που δεν τα ξέρει τα καταφρονέσει και βρει πως είναι χαμένος ο κόπος να τα διαβάζει. Όμως εκείνος που ξαστοχά τις τέχνες της περασμένης ζωής, ξαστοχά και την ίδια τη ζωή, πού  ναι καμωμένη από τον κάματο των ανθρώπων και τα μεράκια τους. Η ιστορία που γράφεται στα χαρτιά και τη διαβάζουνε στα σχολειά είναι ένα τίποτα μπροστά σε τούτο τον καθημερινό ίδρο που χύσαν οι ανθρώποι πάνω στα σύνεργα και τα υλικά της δουλειάς τους για να γεμίσουνε τον κόσμο ομορφιές και πλούτη. Καθένας με το δικό του, άλλος στον πάγκο του μαραγκού, άλλος στο αμόνι ή στον τροχό, με το σφυρί, με το δοξάρι, πλήθυνε την κληρονομιά του ανθρώπου, ωφελήθηκε και ο ίδιος κι ωφέλησε περισσότερο από τον κάθε άγριο μαχαιρά που ξοδιάζει χωρίς να σοδιάζει και τρώει τον κόπο του αλλουνού. Γι΄ αυτό που μιλώ μονάχα για τις τέχνες και τα σύνεργα των περαζούμενων, μου φαίνεται πως γυρίζω πίσω και τους πετυχαίνω απάνω στη ζωή τους και μπαίνω μέσα στην ψυχή τους όπως καμιά ιστορία του πολέμου δε θα μ΄ έμπαζε. Σε τούτο θέλω να σύρω και τον αναγνώστη μου κι ας μη μου πιάσει κάκητα, γιατί είναι καλός ο σκοπός μου».

Θέλω να πιστεύω, Οδυσσέα, ότι αυτές οι γραμμές συναντώνται με τις διαθέσεις σου και σε τοποθετούν σε μια  μακρά σειρά ανθρώπων οι οποίοι αναζήτησαν στα χνάρια του χθες  την αισιοδοξία για τη μελλοντική πορεία του ανθρώπου, μια αισιοδοξία που βασίζεται στην πεποίθηση – Ομηρική κληρονομιά – πως η Ιθάκη είναι μια ανοιχτή δυνατότητα στη δημιουργική ανθρώπινη φύση και στην άγρυπνη συνείδηση.

 

Γιώργος Τασσιάς

Φιλόλογος

Read Full Post »

Μύλοι της Αργολίδας 


 

Ο λαϊκός μας πολιτισμός του χθες, υλικός και πνευματικός, αποτελεί σήμερα καταφύγιο ανθρωπιάς, απάγκιο και βάλσαμο απέναντι στα σύγχρονα κοινωνικά αδιέξοδα που μέρα τη μέρα γίνονται όλο και πιο ασφυκτικά. Η απλότητα και η αλήθεια, που χαρακτηρίζουν τα λαϊκά έργα ως δημιουργήματα έκφρασης και επιβίωσης, μπορούν σήμερα να διαμορφώσουν συνειδήσεις, ν’ αποκαταστήσουν τη λαϊκή μνήμη, ν’ αποτελέσουν σπουδαίες ιστορικές πηγές, αφού τα μνημεία αποτελούν μέρος του πολιτισμού άλλων παλαιότερων μορφών κοινωνικής οργάνωσης ικανά να δώσουν πληροφορίες γι’ αυτή, για τις κοινωνικές συνθήκες και ασχολίες, τις κοινωνικές σχέσεις, τις τεχνικές δυνατότητες των ανθρώπων του απώτερου και πρόσφατου παρελθόντος. Για έναν κόσμο που λειτούργησε σε ισορροπία με τη φύση, ικανό σήμερα όχι μόνο να υπενθυμίσει, αλλά και να εμπνεύσει και να νουθετήσει.

Οι νερόμυλοι και ανεμόμυλοι και στο νομό μας, ταπεινοί, ερειπωμένοι και εγκαταλελειμμένοι σήμερα, αποτελούν σημαντικά μνημεία της προβιομηχανικής περιόδου με πολλαπλή σημασία, ιστορική, αρχιτεκτονική, οικονομική, κοινωνική και λαογραφική. Η αναζήτηση, ο εντοπισμός και η καταγραφή των μύλων της Αργολίδας – που διήρκεσε περί τα δύο χρόνια – έφερε στο φως 185 μύλους (131 νερόμυλους και 54 ανεμόμυλους) που βρίσκονται σε 57 πόλεις, χωριά και οικισμούς του νομού. Προφανώς θα υπήρξαν κι άλλοι, οι οποίοι δεν εντοπίστηκαν.

 

Ανεμόμυλος Γιάννη Ζερβού, Κουρτάκι Άργους, χτίστηκε τη δεκαετία του 1840.

Τα ξεχασμένα αυτά κτίσματα, που δεν κεντρίζουν εύκολα το ενδιαφέρον, αναζητήθηκαν στις παρυφές των χωριών, μα κυρίως έξω από αυτά, σε ερημικές – κατά βάση- περιοχές, σε χείμαρρους και ποταμιές πνιγμένες στη βλάστηση (οι νερόμυλοι) ή σε υψώματα και λόφους, αλλά και σε πεδινές περιοχές (οι ανεμόμυλοι). Άλλα κτίσματα από αυτά κρατούν με δυσκολία όρθιο το κορμί τους, άλλα έχουν λυγίσει από το βάρος του χρόνου, άλλα δίνουν το στίγμα τους με ένα λιθοσωρό, ενώ κάποια – άγνωστο πόσα – δεν άφησαν κανένα ίχνος τους, κατέρρευσαν παίρνοντας μαζί τους τα μυστικά τους και μόνο το τοπωνύμιο μαρτυρά την ύπαρξή τους (π.χ. Παλιόμυλος, Μυλόλακα, Μυλόρρεμα, Μύλος κλπ.).

Διασκορπισμένοι σ’ όλη την Αργολίδα οι νερόμυλοι συγκροτούν σε αρκετές περιοχές μυλοτόπια. Πρόκειται για ομάδες μύλων που λειτουργούσαν με την υδροκίνηση που παρείχε η διαδοχική εκμετάλλευση του νερού του ίδιου χειμάρρου. Οκτώ νερόμυλοι ήταν συγκεντρωμένοι στο Κεφαλάρι, έντεκα κατά μήκος του χειμάρρου που συνδέει τη Δήμαινα με τη Νέα Επίδαυρο, οκτώ στη Φρουσιούνα, επτά στο Κεφαλόβρυσο, οκτώ στο χείμαρρο Ξοβριός από το Κιβέρι ως την Ανδρίτσα, επτά στην Καρυά, επτά στην Προσύμνη, πέντε στον Αχλαδόκαμπο, πέντε στην Άνω Επίδαυρο, τέσσερις στη Τζιρίστρα και στο χείμαρρο Ράδο στα Καρνεζέϊκα, ενώ στις παρυφές δεκάδων άλλων χωριών λειτούργησαν κατά καιρούς από ένας έως τρεις νερόμυλοι.

 

Μύλος Μπούζιου (Ελευθερογιάννη), Λέρνα

 

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους ανεμόμυλους, οι οποίοι έχουν διαφορετική πηγή ενέργειας, την αιολική. Από τους 57 συνολικά ανεμόμυλους που εντοπίστηκαν οι περισσότεροι ήταν στην Ερμιονίδα. Δεκατρείς τουλάχιστον λειτούργησαν στο Κρανίδι (οι τέσσερις έχουν αναστηλωθεί), εννέα στην Ερμιόνη (από τους οποίους οι περισσότεροι κατεδαφίστηκαν κατά τη δεκαετία του 1930-1940, ενώ υπάρχει ένας αναστηλωμένος στο Μπίστι). Σώζονται επίσης από δύο στα Δίδυμα και τους Φούρνους, ένας στην Κοιλάδα και υπάρχουν ίχνη δύο ανεμόμυλων στον Ίναχο, τριών στην Πουλακίδα και άλλων τριών ΒΑ του Άργους (ενός υπάρχει μισοερειπωμένο το κτίσμα).

Επίσης υπάρχουν τα κτίσματα δύο ανεμόμυλων στο Κουτσοπόδι, δύο στο Κουρτάκι και στο Ανυφί. Ένας έως πέντε λειτούργησαν κατά καιρούς στην Ακροναυ­πλία, δύο στο Αραχναίο, ενώ ένας υπήρξε στην Πυργέλα, το Δρέπανο, την Α­σίνη, δύο στο Λιγουριό και ο μοναδικός της δυτικής ορεινής Αργολίδας υπήρξε μεταξύ Φρουσιούνας και Αλέας.

Με βάση γραπτές μαρτυρίες, ο παλαιότερος μύλος στο νομό μας πρέπει να είναι αυτός που κτίστηκε στην έπαυλη του Όθωνα ντε λα Ρος, Μέγα Κύρη των Αθηνών, λίγο μετά το 1212 μετά την παραχώρηση σε αυτόν της Αργολιδοκορινθίας από το Γοδεφρείδο Βιλλαρδουίνο.

Ο Δημήτριος Λαμπρόπουλος, (Δημητρίου Α. Λαμπρόπουλου, Η Λέρνα, Αθήνα 1959, σ. 81), επισημαίνει σχετικά: «Ήρξατο και εις την Λέρνην η κατασκευή στρατιωτικών οχυρωματικών έργων και η ίδρυσις παραθαλασσίων υδρόμυλων κινουμένων δια των υδάτων των πηγών της δια την άλεσιν σιτηρών. Επίσης έκτισαν επί του Ποντίνου Φρούριον – Κάστρον και πλησίον της οικοδομής του υδρόμυλου κα­τοικίας μικρόν καθολικόν ναόν».

Επίσης ο ίδιος συγγραφέας, περιγράφοντας τη θερινή έπαυλη του Όθωνα ντε λα Ρος στην παραλία του Κιβερίου, αναφέ­ρει ότι «…οικοδόμησαν οχυρόν πύργον μεθ’ υπογείων στοών. Εν τη παραλία πλησίον της επαύλεως ανώρυξαν τα φρέατα ποσίμου ύδατος και οικοδόμησαν τον παραθαλάσσιον θολωτόν υδρόμυλον δια την άλεσιν σιτηρών και εκ του ο­ποίου διατηρείται μικρόν τμήμα και λειτουργεί και νυν ως υδρόμυλος δια του ύδατος πηγής του Πανός» (στο σημείο αυτό υπήρχε ο νερόμυλος Νταβέλου, ο οποίος λειτούργησε ως τη δεκαετία του 1970).

Αναφορά σε μύλους της περιοχής μας συναντάμε και το 1479 στο κείμενο συνθήκης μεταξύ Ενετών και Τούρκων επί Μωάμεθ του Β’: « Το δε Τσιβέριν όπερ έστι κεχαλασμένον νυν έστω μεν τη αυθεντία των Βενετών μη κτισθήτω δε ομοίως και όσοι μύλοι ευρεθώσι εις την περιοχήν αυτού ήτις μέλλει γενήσεσθαι, έστωσαν και ούτοι της αυθεντίας των Βενετών».

Επίσης σε έκθεση του συνδίκου της Ενετίας Μαρίνου Μικέλλι το 1691 προς το Δόγη της Ενετίας μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι «Η πεδιάς αύτη – του Άργους – αρδεύεται δε υπό πηγής, ήτις έρχεται υπογείως εκ της κοιλάδος του Καίσαρι και δι’ ης κινούνται οι πλείστοι μύλοι…».

Άλλη γραπτή αναφορά που χρονολογείται το 1715 μαρτυρά την ύπαρξη νερόμυλων στον Αχλαδόκαμπο. Πρόκειται για απόσπασμα από το ημερολόγιο Γάλλου, διερμηνέα της γαλλικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος αναφέρει, (Ιωάννη Αναγνωστόπουλου, Η ιστορία του Αχλαδοκάμπου, Αθήνα 1961): «εγένετο καταυλισμός – των δυνάμεων του Μεγάλου Βεζύρη- εις τόπον αρκούντως ευρύχωρον καλούμενον «Achlado Campo», όπου υπήρχεν δροσερότατον ύδωρ και μύλοι τίνες εις ερείπια…».

Πληθαίνουν βέβαια τα στοιχεία για την ύπαρξη και λειτουργία μύλων κατά τις επόμενες χρονικές περιόδους. Για παράδειγμα σημαντική οικονομική αλλά και ιστορική σημασία διαδραμάτισαν οι μύλοι της Λέρνης. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μακρυγιάννης για τη μάχη των Μύλων του 1825: «…τότε έπιασα τους Μύλους και έφτιασα ταμπούρια κι έκλεισα τους μύλους μέσα. Τον τοίχο τον έχτισα ως μέσα στη θάλασσα και τον ασφάλισα καλά με όλα με όλα τα μαζγάλια… έκοψα και νερό από το μυλαύλακο … δυνάμωσα τη θέση των Μύλων να πολεμήσουμε εκεί όσο να λειώσουμε…».  

Ο λόγος γίνεται βέβαια για τους «αυθεντικούς» ή «αφεντικούς» λεγόμενους μύλους της Λέρνας ή αλλιώς τους «εθνικούς» ή «μύλους του Ναυπλίου», γιατί οι μύλοι του Κεφαλαρίου αναφέρονται και ως «Αργείτικοι μύλοι». Τους «αυθεντικούς» μύλους διεκδίκησε το 1823 ομάδα 32 Αργείων, (Θεοδώρου Γιαννακόπουλου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα 3 (1998), έκδ. Δήμου Ναυπλιέων, σ. 60). οι οποίοι με σχετική αναφορά τους προς την Υπέρτατη Διοίκηση αιτιολογούν το αίτημά τους γράφοντας ότι: «εκ νεαράς ηλικίας ηξεύρομεν κάλλιστα ότι οι αυθεντικοί μύλοι και όσα περιβόλια και χωράφια ευρίσκονται από το νερόν και εδώθεν, όλα ανήκουν εις το Άργος, καθότι επί Τουρκίας τα χωράφια εδεκατίζοντο από το Άργος…».

Με την ίδρυση του νέου Ελληνικού κράτους βρέθηκαν περίπου 6.000 νερόμυλοι πανελλαδικά κατά τα 3/4 κατεστραμμένοι. Από αυτούς οι 5.500 ήταν τούρκικοι και περιήλθαν στο Δημόσιο που τους νοίκιασε σε ιδιώτες. Σήμερα τα παλιά υδροκίνητα προβιομηχανικά εργαστήρια, συνολικά υπολογίζονται σε 30.000 (μύλοι, νεροτριβές κλπ), εκ των οποίων ελάχιστα δουλεύουν. Το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μύλων ποικίλει, αφού ακολουθεί τις κοινωνικό-πολιτικές αλλαγές και συνθήκες κάθε εποχής.

Διακρίνουμε τους μύλους που κατασκεύασαν οι κατά καιρούς κατακτητές, Φράγκοι, Ενετοί, Τούρκοι, εκείνους που κατείχε το Δημόσιο και η Εκκλησία και τους αυτοδιαχειριζόμενους, από καλόγερους – μυλωνάδες, μύλους («καλογερικοί» μύλοι). Ως καλογερικούς μύλους αναφέρουμε ενδεικτικά το μύλο του Αντωνόπουλου στον Αχλαδόκαμπο, που λειτούργησε ως τις αρχές του 20ου αι. από καλόγερους της Μονής Βαρσών, τρεις μύλους της Καρυάς, της Επιδαύρου κ.ά. Πολλοί από τους μύλους του Δημοσίου αλλά και της εκκλησίας νοικιάζονταν, ενώ κάποιοι παραχωρήθηκαν σε αξιωματούχους της εποχής (Τσώκρης, Περρουκαίοι, Νικηταράς κ.ά.). Πολλοί βέβαια μύλοι ανήκαν σε ιδιώτες. Επρόκειτο για οικογενειακές επιχειρήσεις με συγκεκριμένες παραγωγικές δυνατότητες.

Οι νερόμυλοι στην περιοχή μας προτιμήθηκαν έναντι των ανεμόμυλων εκτός από την περιοχή της Ερμιονίδας, όπου υπερτερούν οι ανεμόμυλοι (20 ανεμόμυλοι έναντι 10 νερόμυλων).

Ο μύλος αποτελούσε σημαντικό περιουσιακό στοιχείο και προϋπέθετε μεγάλη – για την εποχή –  επένδυση. Σωζόμενα κτίσματα νερόμυλων, π.χ. οι μύλοι των Μπαρμπουλέτου και Ελευθερόγιαννη στον Ξοβριό Κιβερίου, του Σωτηρίου και ο μύλος «Σαραβάκο» στην Πρόσυμνα, ο μύλος στο Μετόχι Θερμησίας, οι μύλοι του Κεφαλόβρυσου, της Φρουσιούνας, του Κεφαλαρίου και της Τζιρίστρας ήταν έργα μεγάλης έκτασης.

Να σημειωθεί δε ότι η δαπάνη κατασκευής των υδραυλικών εγκαταστάσεων που συνόδευαν ένα νερόμυλο (μυλαύλακα, κρεμάσεις, στέρνες, βαγένια, νεροκράτες κλπ.) ξεπερνούσε κατά πολύ το κόστος της κατασκευής του κτίσματος του ίδιου του μύλου. Υπήρχαν μύλοι των οποίων το μυλαύλακο ξεκινούσε από πολύ μεγάλη απόσταση προκειμένου να μεταφερθεί το νερό στον αλεστικό μηχανισμό. Παράλληλα έπρεπε να κατασκευαστεί και ένα – έστω στοιχειώδες – δίκτυο οδοποιίας για την απρόσκοπτη προσπέλαση των φορτωμένων ζώων και των ανθρώπων.

Μυλόπετρα έξω από το μύλο Παπαμπόμπου (Άργος)

Το δικαίωμα που εισέπραττε ο μυλωνάς για τα αλεστικά, το λεγόμενο ξάι, κυμαινόταν σε ποσοστό από 3% έως 12% ανάλογα με την περιοχή, ενώ σε κάποιες περιοχές υπήρχε και το «κεφαλιάτικο» (χρέωση για άλεσμα ενός χρόνου). Με ένα μέρος από το αλεύρι που έπαιρναν οι μυλωνάδες κάλυπταν τις οικογενειακές διατροφικές τους ανάγκες και το υπόλοιπο το πουλούσαν σε ακτήμονες, κυρίως, χωρικούς.

Το εισόδημα που απέφεραν οι μύλοι στους ιδιοκτήτες τους ήταν αρκετά σημαντικό, αν σκεφτεί κανείς ότι η αλεστική ικανότητα του μύλου έφτανε και τις 100 οκάδες την ώρα. Για να κατανοηθεί καλύτερα ο ρόλος και το οικονομικό στίγμα των μύλων στην Αργολίδα αρκεί να αναφέρουμε ότι – με βάση τον Αντώνη Μηλιαράκη, ( Γεωγραφία Πολιτική Νέα και Αρχαία του νομού Αργολίδος και Κο­ρινθίας, Αθήναι 1886) – το 1885 η παραγωγή δημητριακών μόνο στην περιοχή του Άργους ανέρχονταν σε 150.000 κιλά σιτάρι και 130.000 κιλά κριθάρι. Ανάλογη πα­ραγωγή παρατηρείται την ίδια χρονιά και στις υπόλοιπες περιοχές του νομού αφού η συνολική παραγωγή άγγιξε τα 330.000 κιλά σιτάρι που πέρασε κατά βάση από τους μύλους.

Αν κάνουμε ένα χρονικό άλμα και μεταφερθούμε στο 1938, (Ν. Αναγνωστόπουλου – Γ. Γάγαλη, Η Αργολική Πεδιάς, Αθήνα 1938),  βλέπουμε μια παραγωγή πολλαπλάσια αυξημένη που φτάνει τα 350.000 κιλά σιτάρι ή το 30% της συνολικής αγροτικής παραγωγής και 1.500.000 κιλά κριθάρι.

Το σύνολο σχεδόν της παραγωγής αυτής πέρασε από τους νερόμυλους και ανεμόμυλους της περιοχής, ενώ ένα πολύ μικρό μέρος αλέστηκε από τους χειρόμυλους ή χερόμυλους που διέθεταν τότε πολλά νοικοκυριά προκειμένου να καλύψουν συμπληρωματικές ανάγκες άλεσης για την παρασκευή τρα­χανάδων κλπ. Οι μύλοι ανάλογα με τις συνθήκες δεν άλεθαν μόνο σιτάρι και κριθάρι, αλλά και σιμιγδάλι, καλαμπόκι, βίκο, λαθούρια, κουκιά, ρεβίθια, ενώ στα δύσκολα χρόνια της κατοχής άλεσαν και ξυλοκέρατα (χαρούπια), γκόρτσα, σάρωμα κ.ά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κατασκευαστικό – αρχιτεκτονικό αλλά και τεχνολογικό μέρος των μύλων. Οι νερόμυλοι κτίζονταν συνήθως έξω από οικισμούς. Ήταν μεμονωμένα, ανεξάρτητα κτίσματα μέσα σε ποταμιές, ενώ αρκετοί συγκροτούσαν μυλοτόπια (ομάδες μύλων).

Πετρόκτιστοι στο σύνολό τους, οι μύλοι – συχνά με προσεγμένη λιθοδομή – κτίζονται σύμφωνα με τις τοπικές κατασκευαστικές – αρχιτεκτονικές συνήθειες και με ανάλογα υλικά. Ήταν μονώροφοι ή διώροφοι (μυλόσπιτα που στον επάνω όροφο στέγαζαν την οικογένεια του μυλωνά) με κεραμοσκεπές μονόριχτες, δίριχτες ή τετράριχτες. Ανάμεσά τους υπήρχαν και μύλοι με πολυεπίπεδες κατασκευές και πολλούς χώρους, όπως στο Μετόχι της θερμησίας, ο μύλος του Μπαρμπουλέτου στο Κιβέρι και του Παναγόπουλου στο Μπόρσα). Συνήθως στη μία γωνία βρίσκονταν ο αλεστικός μηχανισμός, ενώ στον υπόλοιπο χώρο ήταν τα αποθηκευμένα σακιά με τα δημητριακά ή το αλεύρι, η πλάστιγγα, ο χώρος συναλλαγών κλπ. Το πάτωμα ήταν συνήθως πλακόστρωτο ή χωμάτινο. Κάποιοι από τους νε­ρόμυλους διέθεταν τζάκι, ενώ σε πολλά από τα κτίσματα που σώζονται έως σήμερα διακρίνονται χωνευτά ντουλάπια, μικρά παράθυρα και πεζούλια. Κάποιοι διέθεταν και χώρο για το σταυλισμό των ζώων και αυλή για τη φορτο­εκφόρτωση τους.

 

Μέρος του αλεστικού μηχανισμού (Άγιος Νικόλαος)

 

Οι μεγαλοπρεπείς συχνά κρεμάσεις των μύλων ήταν λιθοδομή κτισμένη με κουρασάνι (υλικό το οποίο περιείχε τριμμένο κεραμίδι ακόμη και ασπράδι αυγών). Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι ενώ σε αρκετούς μύλους έχει καταρρεύσει το κυρίως κτίσμα τους οι κρεμάσεις παραμένουν αλώβητες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν σήμερα οι σωζόμενες τοξωτές κρεμάσεις ορισμένων νερόμυλων (στο Κιβέρι, στην Πρόσυμνα, στο Λιγουριό).

Ανάλογο είναι και το ενδιαφέρον για το ζουργιό ή χούρχουρη που βρίσκονταν στο υπόγειο του μύλου. Ήταν ένας θολωτός χώρος στον οποίο ήταν τοποθετημένη η φτερωτή (μεταλλικό στεφάνι με πτερύγια), η οποία γύριζε με τη δύναμη του νερού και ο κεντρικός της κάθετος άξονας μετέδιδε την κίνηση στις μυλόπετρες που βρίσκονταν στο ισόγειο του μύλου. Από ‘κει μέσω της τοξωτής εξόδου το νερό συνέχιζε το ταξίδι του για άλλο μύλο ή για το πότισμα των καλλιεργειών. Να σημειωθεί δε ότι η χρήση του νερού αποτελούσε συχνά αιτία αντιδικιών μεταξύ του μυλωνά και κατοίκων της περιοχής.

Το ότι οι νερόμυλοι αποτελούσαν σημαντικά κοινωνικο-οικονομικά κέντρα της περιοχής αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι κοντά τους δημιουργούνταν και χώροι αρκετών άλλων παραγωγικών δραστηριοτήτων. Έτσι συνυπάρχουν μύλοι με νεροτριβές, όπως στο Κεφαλάρι όπου οι πέντε από τους οκτώ συνολικά μύλους διέθεταν νεροτριβή.

Συχνά η μεταφορά δημητριακών συνδυάζονταν με τη μεταφορά μάλλινων υφασμάτων, που χρησιμοποιούνταν για γυναικείες τοπικές ενδυμασίες (σιγκούνια, γιουρτιά) για ανδρικές ποιμενικές κάπες κλπ. Νεροτριβές σε μύλους συναντάμε επίσης στο Κεφαλόβρυσο, στον Αχλαδόκαμπο κ.α. Συνηθισμένη ήταν επίσης η συνύπαρξη νερόμυλου με λιοτρίβι (Μύλοι του Μπαρμπουλέτου και Νταβέλου στο Κιβέρι, στην Άνω Επίδαυρο κλπ). Σε άλλες περιπτώσεις ο μύλος συνυπήρχε με ταβέρνα, καφενείο, πηγάδι, αλώνι, τυροκομείο και χάνι.

 

Ανεμόμυλοι

 

Εντελώς διαφορετικά ήταν τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά των ανεμόμυλων. Κυλινδρικοί, με κωνική στέγη, ήταν κτισμένοι συνήθως σε ανεμόδαρτα υψώματα ή σε πεδινές εκτάσεις με προσανατολισμένες τις πελώριες ξύλινες φτερωτές τους προς το συνηθέστερο άνεμο της κάθε περιοχής. Σε σχέδιο του Ναυπλίου (G. F. Camocio, 1571-1575) της περιόδου της πρώτης Βενετοκρατίας διακρίνονται πέντε ανεμόμυλοι στο σημερινό χώρο της Α­κροναυπλίας. Στην περιοχή του Ναυπλίου υπήρχε ένας ακόμη μεμονωμένος ανεμόμυλος (μύλος Ταμπακόπουλου) στη θέση «Γλυκειά».

 

Ο ανεμόμυλος Ντουνέτα (Κρανίδι)

 

Χαρακτηριστικό της επιλογής του τόπου ανέγερσης των ανεμόμυλων είναι το γεγονός ότι στη νοητή ευθεία Αγ. Αδριανός – Κουτσοπόδι λειτούργησαν κατά περιόδους περίπου 20 ανεμόμυλοι (2 στο Κουρτάκι, 2 στο Ανυφί, 1 στον Αγ. Αδριανό, 5 στο Άργος, 1 στην Πυργέλα, 3 στην Πουλακίδα, 3 στον Ίναχο, και 2 στο Κουτσοπόδι), προφανώς επειδή υπήρχε ευνοϊκό ρεύμα αέρα, ενώ στη δυτική ορεινή Αργολίδα εντοπίστηκε μόνο 1 ένας στην Αλέα.

Οι ανεμόμυλοι ήταν δίπατοι και χωρίζονταν με ξύλινο πάτωμα. Οι χώροι τους ήταν περιορισμένοι. Στο ισόγειο ήταν η πρόχειρη αποθήκη με τα σακιά ενώ στον επάνω όροφο ήταν ο αλεστικός μηχανισμός, ο οποίος από τους ιστορικούς της τεχνολογίας θεωρείται ως το πιο σύνθετο δείγμα μηχανισμού ευρείας χρήσης της προβιομηχανικής περιόδου. Σημειωτέον ότι ο πολύπλοκος αυτός μηχανισμός ήταν χειροποίητος και συναρμολογημένος από 550 περίπου κομμάτια κατεργασμένου ξύλου.

Εσωτερικός και εξωτερικός μηχανισμός χωρίζονταν σε τρία βασικά μέρη. Στον αλεστικό που προαναφέραμε (μυλόπετρες, σκαφίδα κλπ.) στον κινητικό (τεράστια φτερωτή, αξόνι, αντένες) και στο μηχανισμό προσανατολισμού της φτερωτής.

 

Μέρος του μηχανισμού του ανεμόμυλου Ντουνέτα (Κρανίδι)

 

Οι ανεμόμυλοι άρχισαν να φθίνουν μαζικά και στην Αργολίδα λίγο μετά το 1920 και έως τον πόλεμο είχαν σταματήσει να λειτουργούν σχεδόν όλοι. Πολλοί κατεδαφίστηκαν – ιδιαίτερα αυτοί των πεδινών περιοχών – και οι πέτρες τους χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή σπιτιών, αποθηκών, πηγαδιών κλπ.

Με βάση την προαναφερθείσα σύντομη περιγραφή του τεχνολογικού μέρους των ανεμόμυλων και νερόμυλων αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα τη σημασία τους ως μνημεία της προβιομηχανικής εποχής. Οι πολύπλοκοι ξύλινοι – κατά βάση – μηχανισμοί τους ήταν δημιούργημα του ίδιου του μυλωνά, ενός απλού καθημερινού ανθρώπου χωρίς ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις.

Και όμως ο άνθρωπος αυτός στην προσπάθεια επιβίωσής του και στηριγμένος στη συλλογική πείρα και τη γνώση που απορρέει από αυτή, επινόησε ένα μηχανισμό, που στις βασικές τουλάχιστον αρχές του, στηρίχτηκε και η δημιουργία ανάλογων μηχανισμών στις νεότερες εποχές. Επομένως οι μύλοι αποτέλεσαν σταθμό στην εξέλιξη της τεχνολογίας και με την κατάργησή τους τελείωσε μια ολόκληρη εποχή. Αμέσως μετά εμφανίζονται οι κυλινδρόμυλοι με τους μεταλλικούς, ντιζελοκίνητους και στη συνέχεια ηλεκτροκίνητους μηχανισμούς τους.

Σήμερα η παραμελημένη αυτή τεχνολογία χάνεται κάτω από τα βάτα και τα ερείπια των κτισμάτων των μύλων. Πάρα πολλές μυλόπετρες – τα σύμβολα των μύλων – αφανίζονται μέρα με τη μέρα, εκτός βέβαια από αυτές που κοσμούν τις αυλές και τις βεράντες των απογόνων των μυλωνάδων.

Κάποιοι από τους μύλους της Αργολίδας συνδέθηκαν με μεγάλα ή μικρότερα ιστορικά γεγονότα ή συμβάντα της εποχής τους. Έτσι εκτός από τους «αυθεντικούς μύλους» της Λέρνης που προαναφέρθηκαν, ο ανεμόμυλος του Ταμπακόπουλου στη θέση «Γλυκειά» του Ναυπλίου έπαιξε το ρόλο του οχυρού κατά τη διάρκεια της Ναυπλιακής επανάστασης, όπου σε δύο διαφορετικές μάχες φονεύθηκαν περίπου 200 στρατιώτες, ενώ διπλάσιοι ήταν οι τραυματίες. Στο ζουριό του μύλου της Φρουσιούνας Έλληνες στρατιώτες εγκλώβισαν Τούρκους και τους έπνιξαν στα νερά του.  Στο μύλο του Παναγόπουλου, στο Μπόρσα, οι Γερμανοί συνέλαβαν ομάδα πατριωτών με ασύρματους και τους εκτέλεσαν. Το μυλόσπιτο του Λαλούση στο Ηλιόκαστρο οι Γερμανοί το έκαναν στάχτη μαζί με το νοικοκυριό της μυλωνάδικης οικογένειας κ.ά.

Ψυχή και κεντρικό πρόσωπο του νερόμυλου ήταν βέβαια ο μυλωνάς που η ζωή του κυλούσε μέσα σ’ ένα πανδαιμόνιο από φωνές ανθρώπων και ζώων που πνίγονταν από το συνεχές βουητό των νερών και το κροτάλισμα του βαρδαλιού και της μυλόπετρας. Η συνάντηση πολλών ανθρώπων στο μύλο έδινε την εικόνα καθημερινού λαϊκού πανηγυριού. Πολλοί πελάτες (απαλέτες) αναγκάζονταν να διανυκτερεύσουν στο μύλο περιμένοντας τη σειρά τους και έτσι τα βράδια τόριχναν στο φαγοπότι με το μυλωνά. Η μυλωνού πηγαινοερχόταν με τις τσιγαρίδες και το κρασί (σχεδόν όλοι οι μύλοι είχαν το βαρέλι τους) και άρχιζαν τα χωρατά και το τραγούδι. Άλλες φορές άρχιζαν τις ιστορίες, τα παραμύθια και τ’ ανέκδοτα κι έτσι τους εύρισκε το πρωί.

Πρωταγωνιστής ο μυλωνάς, που τους κρατούσε ξύπνιους συχνά με τις υπερβολές και τα ψέματά του. Δεν είναι τυχαία η φράση που έχει επικρατήσει «λόγια του μύλου» που υποδηλώνει λόγια που στερούνται σοβαρότητας. Πάντως ο μυλωνάς είναι ίσως το πιο τραγουδισμένο επάγγελμα. Καλόκαρδος, αγαθός και γελαστός, κάπου έκανε όμως και τις… ζαβολιές του στο ζύγι ιδίως. «Μη κάνεις φίλο μυλωνά, ψαρά και μακελάρη, γιατί άκουσε τη γνώμη μου είναι κι οι τρεις γάιδαροι», λέει η λαϊκή μούσα η οποία τους έχει καταγράψει και ως μουρντάρηδες και ευάλωτους στη γυναικεία παρουσία. «Χωριατοπού­λες τ’ άλεσμα / στο μύλο καρτερούνε / και με το γέρο μυλωνά / μονάχες ξενυ­χτούνε…», λέει υπαινικτικά ένα από τα πολλά μυλωνάδικα τραγούδια.

Αμέτρητες είναι ακόμα οι παροιμίες ή παροιμιακές φράσεις για το μυλω­νά, τη μυλωνού και το μύλο:

– «από μυλωνάς δεσπότης»,

– «Φτηνός στ’ αλεύρι ακριβός στα πίτουρα», ή

– «Μπάτε σκύλοι [ χίλιοι]  αλέστε κι αλεστικά μη δίνετε».

Υπάρχει κι ένα τοπικό τραγούδι γραμμένο για έναν από τους πιο γνωστούς μυλωνάδες της περιοχής μας, το Σπύρο τον Κεφάλα από το Κεφαλάρι.

 Μπάρμπα, μωρέ μπάρμπα

Θανάση μυλωνά

για δεν αλέθει ο μύλος

της θειας μας της Κοντύλως.

Το κό- μωρέ το κόψαν

τόρημο νερό

το κόψανε στη στάλα

στου Σπύρου του Κεφάλα.

Το κό- μωρέ το κόψαν

οι Αργίτισσες

με τ’ άσπρα τους τα μπράτσα

που βγάζουνε τα πράσα.

Το κό- μωρέ το κόψαν οι Αναπλιώτισσες

με τ’ άσπρα τους τα πόδια

που πιάνουν τα χταπόδια.

Τέλος για αρκετούς μύλους της Αργολίδας η λαϊκή φαντασία έπλασε μύθους για δαίμονες και για νεράιδες, για ξωτικά, αράπηδες και καλικάτζαρους. Για παράδειγμα στο μύλο του Ελευθερόγιαννη στο Σπηλιωτάκη λέγανε πως ένας αράπης και μάλιστα φουστανελάς τροφοδοτούσε με νερό το μύλο τα μεσάνυχτα και τον έβαζε να δουλέψει. Στο μύλο του Σελή στον Αχλαδόκαμπο τα ίδια. Ένα ξωτικό, που πολλοί το είχαν δει με τα ίδια τους τα μάτια, εμφανίζονταν στο μύλο του Κατσιάμη στον Αχλαδόκαμπο.

Καλικάτζαρος κυνήγησε ένα Λιγουριάτη που ερχόταν από το μύλο με το γάιδαρό του και σώθηκε γιατί κουλουριάστηκε ανάμεσα στα τσουβάλια του αλευριού. Απροσδιόριστο ξωτικό εμφανιζόταν και στον ανεμόμυλο των Κατσικανίων, γι’ αυτό οι γονείς συμβούλευαν τότε τα παιδιά τους ν’ αποφεύγουν να τον πλησιάζουν. Επίσης ο Νικόλαος Πολίτης, (Νικολάου Πολίτη, Παραδόσεις, βιβλίο Β’, έκδοση «Ιστορική έρευνα»), αναφέρει: «Κοντά στους αφθεντικούς μύλους έ­βγαινε την ημέρα μια Νεράιδα με πράσινα μάτια, που τα στόλιζε με μαργαρι­τάρια και μερτζάνια και στέγνωνε τα ρούχα της στους βράχους. Τη νύχτα με φεγγάρι η ίδια νεράιδα χόρευε πάνω στα κύματα της θάλασσας».

Έχει περάσει ήδη μισός αιώνας από τότε που οι μύλοι έκλεισαν τον ιστορικό τους κύκλο. Η έρευνα για τον εντοπισμό και μια πρώτη καταγραφή τους, δεν είναι παρά το πρώτο στάδιο. Τώρα το λόγο πρέπει να πάρει η Πολιτεία,  οι τοπικοί φορείς και η ίδια η τοπική κοινωνία. Κάποιοι από τους ξεχασμένους σήμερα μύλους της Αργολίδας θα μπορούσαν να πάρουν πνοή και να διηγηθούν την ιστορία τους στον τουρίστα, τον περιπατητή, το φυσιολάτρη, το μαθητή προκειμένου να έλθουν όλοι αυτοί σε επαφή με την παραδοσιακή αγροτική κοινωνία. Με μια ζωή σκληρή αλλά αληθινή….

 

Κείμενο – Φωτογραφίες: Γιώργος Αντωνίου

 

Πηγές

 

 

  • Άργος, Κοινωνία και Πολιτισμός, Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης της 22 και 23 Μαρτίου 2003, Εκδόσεις Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αθήνα, 2009.
  • Γιώργος Αντωνίου, «Μύλοι της Αργολίδας», Έκδοση Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αργολίδας,  Ναύπλιο, 2005.

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »