Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Αχλαδόκαμπος Άργολιδας (1821)


   

Ο Αχλαδόκαμπος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης του 1821

 

Αχλαδόκαμπος

Ο Αχλαδόκαμπος, σαν χωριό, συγκροτήθηκε, κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας, από διάφορους γεωργικούς και κτηνοτροφικούς μικροσυνοικισμούς της περιοχής, οι οποίοι υπήρχαν ανέκαθεν στην περιοχή, όπως μαρτυρούν τα μέχρι σήμερα τοπωνύμια: « Καλύβια», «Παλιόμαντρα», «Παλιόχωρα», «Παλιοχώρια», «Νερά» κλπ., πιθανόν από κατοίκους του Μουχλίου, καθώς και από κατοίκους άλλων περιοχών, οι οποίοι σαν φυγόδικοι βρήκαν καταφύγιο και εργασία στον Αχλαδόκαμπο ή ήρθαν σιόγαμπροι.

Χτίστηκε απόκρυφα και αμφιθεατρικά, μέσα σε δασώδη περιοχή, στο επάνω μέρος του «Πέρα» και του «Δώθε χωριού», αποτελούμενο από μικρούς οικίσκους (κονάκια), με μια πόρτα και ένα παράθυρο, πολλοί των οποίων χρησιμοποιούνται σήμερα, σαν στάβλοι και αχυρώνες, σε υψόμετρο εξακοσίων (600) περίπου μέτρων από τη θάλασσα.

Οι κάτοικοι προτίμησαν τη θέση αυτή για να έχουν κοντά το νερό των πηγών «Αγίου Γεωργίου» και «Καρυάς», για να αποφεύγουν τις ενοχλήσεις των Τούρκων, λόγω των διαβάσεων υποχρεωτικά δια μέσου Αχλαδοκάμπου και για να μπορούν εύκολα, σε περίπτωση τουρκικής επιδρομής να ανεβαίνουν προς το Αρτεμίσιο.

 

Σπίτια στον Αχλαδόκαμπο.

 

Το όνομα του χωριού, Αχλαδόκαμπος, μνημονεύεται στον Κατάλογο της γενικής απογραφής των πόλεων και χωριών της Πελοποννήσου, που έγινε από το μηχανικό και επόπτη του καταστίχου της Μορέως Alberghetti, έπειτα από σχετική εντολή του Ενετού Φραγκίσκου Μοροζίνη, το 1687, και δημοσιεύτηκε με τον τίτλο: «Νotitia Alberghetti», σαν παράρτημα, στο έργο του Ενετού ιερέα Antonio Pacifico, που έχει τον τίτλο: «Breve Descrittione Corografica del Peloponneso, Venetia 1704».

Πρώτη γραπτή μαρτυρία κατοίκου του χωριού, με το όνομα «Αχλαδοκαμπίτης», έχουμε του Αναγνώστη Κονδάκη, οπλαρχηγού της Κυνουρίας, ο οποίος στο έργο του: Απομνημονεύματα, Αθήναι [1957], σ.18, λέγει ότι κατά τη συντριβή των Αλβανών στην Τρίπολη, το 1779, από τους Κλεφταρματολούς, «ένας Αχλαδοκαμπίτης σημαιοφόρος πρώτος έστησε την σημαίαν εις το Σεράγιον».

Ο Αχλαδόκαμπος, κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, χρησίμευε, όπως και σήμερα, σαν σταθμός αναψυχής και διανυκτέρευσης των οδοιπόρων και του τουρκικού στρατού, έπειτα από εξάωρη πορεία τριάντα περίπου χιλιομέτρων, είτε από το Άργος, είτε από την Τρίπολη. Η διάβαση αυτή δια μέσου του Αχλαδοκάμπου λεγόταν Δερβένι, που σημαίνει πέρασμα. Το Δερβένι του Αχλαδοκάμπου φυλαγόταν από Αχλαδοκαμπίτες κυρίως φρουρούς, μισθωτούς, για την πρόληψη ληστειών, φονικών και άλλων κινδύνων, και ακόμη για να ελέγχονται τα είδη εισαγωγής και εξαγωγής.

Στη θέση «Λιά ρέμα», όπου γινόταν διακλάδωση του δρόμου, είτε προς το «Λυκάλωνο», είτε προς τα «Νερά», είτε ακόμη προς το «Δόκανο» και τα «Παλιοχώρια», υπήρχε έλεγχος και οι αμαξηλάτες και ταξιδιώτες με άλογα πλήρωναν ανάλογο φόρο, ένα είδος διοδίων.

Ο Αχλαδόκαμπος, σαν δερβενοχώρι, υπαγόταν διοικητικά στο Βιλαέτι του Αγίου Πέτρου της Κυνουρίας, που ήταν μια από τις έξι διοικητικές περιφέρειες της Πελοποννήσου.

 

Θέα από τον Αχλαδόκαμπο, στο βάθος η μεγάλη γέφυρα.

 

Σχετικά ο Άγγλος περιηγητής Will. M. Leake, στο έργο του, Travels in the Morea, Λονδίνο 1830, τ. Β’, σ. 334, σημειώνει, το 1809, τα ακόλουθα για τον Αχλαδόκαμπο:

«Το χωριό Αχλαδόκαμπος… ανήκει στο Βιλαέτι του Αγίου Πέτρου και όπως όλα τα χωριά αυτής της περιφέρειας είναι ένα κεφαλοχώρι. Ως δερβενοχώρι διατηρεί  με τα δικά του έξοδα μερικούς φύλακες, για την ασφάλεια.  Για την υπηρεσία που προσφέρει δεν έχει υποχρέωση να φιλοξενεί τους ταξιδιώτες».

 

Αγία Κυριακή Αχλαδοκάμπου – Εντός της ρεματιάς που ενώνει το πέρα και το εδώ χωριό, η εκκλησία της Αγίας Κυριακής βρίσκεται εκεί τουλάχιστον 200 χρόνια… Ο Ιερός Ναός της Αγίας Κυριακής Αχλαδοκάμπου αποτελεί αξιόλογο ιστορικό μνημείο της περιοχής, χτίστηκε κατά τα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας, με σκοπό να εξυπηρετήσει τις θρησκευτικές ανάγκες των συνεχώς αυξανόμενων οικογενειών του χωριού και κάτω από ορισμένες συνθήκες και παραχωρήσεις του Τούρκου διοικητή, όπως μαρτυρούν οι θρύλοι και οι τοπικές παραδόσεις.

 

Επίσης ο ιστορικός και υπασπιστής του Θ. Κολοκοτρώνη, Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, στο έργο του Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, Αθήναι 1888, σ. 74, γράφει τα εξής για το προνόμιο αυτό του Αχλαδοκάμπου:

«Το χωρίον τούτο η τουρκική εξουσία το είχεν εν μέρει ασύδοτον, και όλα τα χωριά, όσα ευρίσκονται εις θέσιν όπου υπήρχε διάβασις, και την οποίαν ωνόμαζον δερβένι, διότι τα τοιαύτα χωριά εχρησίμευον ως κατάλυμα των στρατιωτών και των άλλων ανθρώπων της εξουσίας, οι δε κάτοικοι τούτων ήσαν υπόχρεοι να φέρουν εις το δρόμον ψωμί, νερό και κρέας και ό,τι άλλο είχον και εκεί  τους επερίμεναν να φάγουν.

Όταν δε διήρχετο ο πασάς εφιλοδωρούσε τους χωρικούς δι’ όσα έφερον. Είχον δε την άδειαν οι δερβενοχωρίται ούτοι του Αχλαδοκάμπου να φέρουν όπλα  και να φυλάττουν εις το Νταούλι-Χάνι, ως σκοποί προς συνδρομήν και ασφάλειαν των διαβατών. Επειδή δε είχον και τύμπανον και αυλούς και έπαιζον ολίγον και ηυχαρίστουν τους διαβάτας, ούτοι εις αμοιβήν έδιδον εις αυτούς χρήματα και ως εκ τούτου έμεινεν η ονομασία του τόπου Νταούλι».  

Στο Δερβένι  του Αχλαδοκάμπου υπήρχαν πολλά χάνια, για την εξυπηρέτηση των οδοιπόρων και των τούρκικων στρατευμάτων, όπως πιο πάνω από τη θέση «Αγία Παρθένα», ονομαζόμενο «Κιόσκι», το «Χάνι του Γαλλή», το «Χάνι του Αγά πασά» (Παλιόχανο), το «Χάνι Νταούλι», το «Χάνι Νερά» και άλλα μικρότερα.

Από τα χάνια αυτά ονομαστότερα, ένεκα του ιστορικού τους ρόλου, είναι, «Το χάνι του Αγά πασά», στη σημερινή θέση «Παλιόχανο», το «Χάνι Νταούλι», στην ομώνυμη θέση και το «Χάνι Νερά», στις πηγές της περιοχής «Νερά».

Το «Χάνι του Αγά πασά», βρισκόταν στη σημερινή θέση «Παλιόχανο», νοτιοανατολικά  του σιδηροδρομικού σταθμού του Αχλαδοκάμπου και νοτιοδυτικά της θέσης «Γκετέ», όπου μέχρι σήμερα διασώζονται τα ερείπιά του, στην κτηματική ιδιοκτησία σήμερα της οικογένειας Αντωνοπούλου. (Βλ. Ιωάννου Σπ. Αναγνωστοπούλου, Η Ιστορία του Αχλαδοκάμπου. Αθήναι 1961, σ. 83).

Από τα ερείπια του κεντρικού κτιρίου και των διαφόρων γύρω συγκροτημάτων, αποθηκών και στάβλου, φαίνεται πως ήταν αρκετά μεγάλο. Είχε πολλά δωμάτια (κονάκια), για την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών και πολλές «θολογύριστες καμάρες» , κατά το Φωτάκο.

 

Σιδηροδρομικός Σταθμός Αχλαδοκάμπου – Σε υψόμετρο 295 μέτρων και στη θέση «Παλιόχανο» βρίσκεται ο σιδηροδρομικός σταθμός του χωριού, επί του 84ου χιλιομέτρου της γραμμής Μύλων Ναυπλίου – Καλαμάτας. Ο Σταθμός απέχει από το χωριό περίπου 1.5km. Η σημερινή γενιά αλλά κυρίως οι περαστικοί και αρκετοί που έχουν περάσει με το τρένο από την περιοχή μας έχουν την απορία γιατί ο σταθμός ενός τόσο μεγάλου χωριού χτίστηκε τόσο μακριά από τον οικισμό. Ο λόγος είναι ότι η σιδηροδρομική γραμμή βρισκόταν ακόμα σε χαμηλό υψόμετρο, ανηφορίζοντας συνεχώς προς την Τρίπολη.

 

Το «Χάνι του Αγά πασά» (Παλιόχανο) είναι ξακουστό, γιατί εκεί έγινε την 10η Ιουλίου 1822 το πολεμικό συμβούλιο των οπλαρχηγών, υπό την αρχηγία του Θ. Κολοκοτρώνη, κατά του Δράμαλη. Εκεί γράφτηκαν και υπογράφτηκαν οι προκηρύξεις επιστράτευσης, οι οποίες εστάλησαν προς όλα τα μέρη της Πελοποννήσου, για τη συγκέντρωση του ελληνικού στρατού. Από το χάνι τούτο ο Θ. Κολοκοτρώνης, την 12η Ιουλίου 1822 ειδοποίησε τους Αχλαδοκαμπίτες, πως θα διανυχτερεύσει στα «Νερά» και εκεί να του φέρουν τροφές για το στρατό και τα άλογά του, όπως αναφέρει ο Φωτάκος στα Απομνημονεύματά του, σ. 262:

«Την δε 12ην Ιουλίου παρήγγειλεν ο αρχηγός εις το χωρίον Αχλαδόκαμπον να του φέρουν τροφάς δια τους στρατιώτας και τα άλογά του, και ότι θα διανυκτερεύση εκεί εις τα Βρυσούλια ή Νεράκια, κατά τον δρόμον του Άργους».

Στο χάνι εκείνο, όταν επέστρεφαν τα στρατεύματα του Ιμπραήμ, από τους Μύλους για την Τρίπολη, σκότωσαν έξι στρατιώτες, που τους βρήκαν μεθυσμένους να κοιμούνται, όπως αναφέρει ο Φωτάκος στα Απομνημονεύματά του, σ. 507:

«Οι δε Τούρκοι φθάσαντες ηύραν κοιμωμένους από την μέθην και τον κόπον έως έξ ‘Ελληνας, τους οποίους αμέσως εσκότωσαν και ούτω δεν εδυνήθησαν να εννοήσουν οι κοιμώμενοι, ποίοι και διατί τους εφόνευσαν. Οι δε λοιποί Έλληνες ετρύπωσαν μέσα εις τα γεννήματα και εσώθησαν».

Το «Χάνι Νταούλι», βρισκόταν στη σημερινή ομώνυμη θέση, στην κτηματική ιδιοκτησία σήμερα της οικογένειας Αντωνοπούλου, πέντε χιλιόμετρα ανατολικά του Αχλαδοκάμπου, λείψανα του κεντρικού κτιρίου και του παρακειμένου ευρύχωρου στάβλου σώζονται μέχρι σήμερα. (Βλ. Ιωάννη Σπ. Αναγνωστοπούλου , Η Ιστορία του Αχλαδοκάμπου σ. 75).

Από στρατιωτικής πλευράς πλεονεκτούσε, σε σύγκριση με το «Χάνι του Αγά πασά» (Παλιόχανο), γιατί είχε μεγάλη ορατότητα προς τα «Νερά», από τη θέση «Κόλλια», όπου επάνω σε λόφο, ανατολικά του δρόμου προς το Άργος, διακόσια περίπου μέτρα, υπήρχε παρατηρητήριο, ερείπια του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα, με την ονομασία «Ταμπουρίτσα», και προς τη θέση «Δόκανο» και τα Παλιοχώρια», αλλά και από άποψη νερού και ευρυχωρίας. Εκεί διασταυρώνονταν οι δρόμοι προς τα «Νερά» προς το «Λυκάλωνο» προς το «Δόκανο» και τα «Παλιοχώρια» ή προς τα «Λιθαράκια», «Μπάκα», «Κεφαλάρι», «Χάνι Αγά πασά» δια μέσου «Αγιά Παρθένας» προς Τρίπολη ή προς τον Αχλαδόκαμπο, «Γαλή Χάνι», δια μέσου «Αγιά Παρθένας» προς Τρίπολη ή δια μέσου «Κάτω Βρύσης» προς Τρίπολη.

 

Το Κεφαλάρι Αχλαδοκάμπου με το ξωκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής.

 

Ο ήχος του νταουλιού και των άλλων μουσικών οργάνων ακουγόταν σε μεγάλη απόσταση και έδινε θάρρος και δύναμη στους ταξιδιώτες, οι οποίοι έλεγαν: «Ακούεται το νταούλι», «να φτάσαμε στο νταούλι» και έτσι έμεινε η ονομασία του τόπου «Νταούλι».

Όπως σε όλα τα χάνια, έτσι και το «Χάνι Νταούλι», οι ταξιδιώτες και ο στρατός έτρωγαν, έπιναν, κοιμόντουσαν, μάθαιναν νέα, έπαιρναν και έστελναν επιστολές και εξυπηρετιόντουσαν τα υποζύγια από τροφή, νερό και στέγη, στον παρακείμενο ευρύχωρο στάβλο.

Το χάνι στην περιοχή «Νερά» βρισκόταν λίγα μέτρα πάνω από την πρώτη  μεγάλη πηγή, σε κτηματική ιδιοκτησία σήμερα της οικογένειας Ντρούλια, όπου σώζονται ερείπια και μεγάλος υπόγειος θόλος. Εκεί στον ευρύχωρο πεδινό τόπο συγκεντρώθηκε ο ελληνικός στρατός, τον Ιούλιο του 1822, και με αρχηγό το Θ. Κολοκοτρώνη βάδισε κατά του Δράμαλη στα Δερβενάκια. Εκεί οι Αχλαδοκαμπίτισσες γυναίκες έφεραν τρόφιμα και τους άντρες τους, τους οποίους παρέδωσαν στο Θ. Κολοκοτρώνη.

Αξιοσημείωτα είναι όσα γράφει για το γεγονός τούτο ο Φωτάκος στα Απομνημονεύματά του, σ. 263:

«Αι γυναίκες του χωρίου με μεγάλη των προθυμία έφερον φορτωμέναι τροφάς και τους άνδρας των εμπρός με τα άρματά των, τους οποίους παρέδωσαν εις τον αρχηγόν και του είπαν: Να τους άνδρας μας να τους πάρης εις τον πόλεμον, και αν δεν είναι παλικάρια, να βγάλουν τ’ άρματα και να τα φορέσωμεν εμείς. Τοιούτους άντρες δεν τους θέλομεν» . Ο Κολοκοτρώνης εγέλασε καθώς και ο Αρχιμανδρίτης Φλέσσας και οι λοιποί καπεταναίοι, τις ευχαρίστησαν, τις έστειλαν οπίσω εις τα σπίτια των και εκράτησε τους άνδρας των ως στρατιώτας».

Από το σημείο τούτο και ύστερα οι Αχλαδοκαμπίτες, αν και διστακτικοί στην αρχή, λόγω της γεωγραφικής θέσης του χωριού και της συμμετοχής τους στην ένοπλη Πολιτοφυλακή της διαφύλαξης του Δερβενίου του Αχλαδοκάμπου με έδρα το «Χάνι Νταούλι», παίρνουν ενεργό μέρος στην Επανάσταση του 1821.

Πρωτύτερα έδρασαν ως κλεφταρματολοί, με αρχηγό τον Κυριάκο Στεφόπουλο και αργότερα με τον Κωνσταντίνο Ντούσια, ο οποίος έχοντας ως ορμητήριο τις ομώνυμες απρόσιτες σπηλιές στα «Κόκκινα βράχια», απέναντι από τη θέση «Χαλκιά» του «Κολοσούρτη», συνεργάστηκε, κατά την Επανάσταση του 1821, με το Θ. Κολοκοτρώνη και έλαβε μέρος με την ομάδα των Αχλαδοκαμπιτών και ξένων παλικαριών του σε πλείστες όσες μάχες τις Πελοποννήσου. Το ίδιο συνέβη και με τον Κυριάκο Παπαδόπουλο και την ομάδα των παλικαριών του.

 

Άποψη του Αχλαδοκάμπου από την πλατεία του χωριού.

 

Ο Αχλαδόκαμπος, κατά τα χρόνια της Επανάστασης του 1821, υπέφερε τα πάνδεινα, λόγω της γεωγραφικής του θέσης. Απέβη ένα διαρκές ολοκαύτωμα υπέρ της Ελευθερίας. Μάλιστα την 1η Μαΐου 1821 λεηλατήθηκε από τους Τούρκους και τη 13η Ιουνίου 1825 πυρπολήθηκε και καταστράφηκε ριζικά από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ.

Πρόσφερε τις μεγαλύτερες θυσίες του στις κρισιμότερες περιστάσεις και στους αμεσότερους κινδύνους της Πατρίδας, κατά τρόπο γόνιμο και επωφελή, με σύνεση και γενναιότητα. Όσες φορές οι περιστάσεις ζητούσαν τις θυσίες του, τότε οι κάτοικοι έδειχναν τον ανιδιοτελή πατριωτισμό τους.

Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει Φωτάκος, για τη συμβολή του Αχλαδοκάμπου, κατά τα χρόνια της Επανάστασης του 1821, στο έργο του, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, σ. 74:

«Το χωρίον τούτο επί του Εθνικού Αγώνος εθυσιάσθη ολόκληρον, διότι οι στρατιώται κινούμενοι άνω και κάτω όλοι εις αυτό κατέλυον, και τους έθρεφον. Κατήντησε σταθμός στρατιωτικός, και όμως οι πτωχοί κάτοικοι υπέφεραν πολύ, καθώς και αι Καλάμαι από τους Μανιάτας.

Επί δε της εισβολής του Δράμαλη, ότε ο στρατηγός Θ. Κολοκοτρώνης διέβαινεν εκείθεν δια την Αργολίδα και συνάντησε τους υπό της εμπροσθοφυλακής του Δράμαλη σκορπισθέντας και φεύγοντας από το Άργος και τους Αφεντικούς Μύλους Έλληνας κατά το Χάνι Νταούλι, και εκείθεν εγύρισε πίσω εις το άλλο Χάνι του αυτού χωρίου, το οποίον κείται εις τον κάμπον και λέγεται του Αγά πασά, όπου όλοι εμού εστάθμευσαν  σχεδόν τρεις ημέρας, το χωρίον τούτο, ο Αχλαδόκαμπος, έθρεψεν όλους εκείνους τους συναχθέντας εκεί, και τον Κολοκοτρώνην , προς τον οποίον έστειλε τροφάς ως και δια τα άλογά του εις την θέσιν Βρυσούλια, όπου διενυκτέρευσε και την αυγήν εκίνησε να υπάγη κατά του Δράμαλη».

Εάν το 1809, όπως λέγει ο Will. M. Leake στο έργο του Travels in the Morea, τ. Β’, σ. 334, ο Αχλαδόκαμπος είχε «ογδόντα οικογένειες», το 1822 θα είχε τουλάχιστο εκατό και επομένως θα μπορούσε να προσφέρει πενήντα άντρες ως στρατιώτες.  

 

Πηγή  


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Σχολείο Θηλέων της Σαρλότ Βολμεράνζ (Charlotte Volmerange) στο Ναύπλιο 

 


 

Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832) 

 Η εκπαίδευση θηλέων στο Ναύπλιο – Παρθεναγωγείο Σαρλότ Βολμεράνζ

 

Όσο και να προσπαθήσει κανείς να ωραιοποιήσει την εικόνα μιας ιστορικής περιόδου χάρη σε σποραδικά μόνο και αποσπασματικά γεγονότα, όπως αυτά προέκυψαν κυρίως κατά τη διάρκεια του νεοελληνικού διαφωτισμού και λίγο μετά, αυτή η προσπάθεια στο τέλος δεν ευοδώνεται και δε μπορεί να αλλοιώσει την εικόνα και να προκαλέσει συμπεράσματα διαφορετικά απ’ αυτά που προκύπτουν αυτονόητα από μια γενική και αντικειμενική ιστορική θεώρηση.

Η διαπίστωση αυτή έχει σχέση και με την εκπαίδευση ή την αγωγή, όπως λεγόταν τότε, των θηλέων στους μετά την απελευθέρωση χρόνους που, ως συνέχεια  των αντιλήψεων που επικρατούσαν στην ανδροκρατούμενη ελληνική κοινωνία από τα χρόνια της τουρκοκρατίας εις βάρος της γυναίκας, την καθιστούσαν εξαιρετικά δυσχερή και προβληματική.

Και τούτο γιατί η κοινωνία αυτή από τη μια μεριά θεωρούσε τη γυναίκα κοινωνικά υποδεέστερη από τον άνδρα, αρνούμενη να της δοθούν ίσα δικαιώματα και ανάλογη θέση στη διαμορφούμενη κοινωνικά πραγματικότητα και από την άλλη πίστευε ότι δεν ήταν επιτρεπτή κι αμέτοχη κινδύνων η συμμετοχή και ο συγχρωτισμός της με το άλλο φύλο, για αυτό έπρεπε να αποφευχθεί κατά το δυνατόν, τουλάχιστον στους εκπαιδευτικούς χώρους.

  

Η Σαρλότ Βολμεράνζ έρχεται στην Ελλάδα του Καποδίστρια

 


 

Ιωάννης Καποδίστριας – Μουσείο Μπενάκη. Λιθογραφία του καλλιτέχνη Λ. Νικιάδη.

Αυτή η ζοφερή για την Ελληνίδα εικόνα και η συναφής αντίληψη του ελληνικού πληθυσμού για τη φοίτηση των κοριτσιών δεν έπρεπε να είχε αγνοηθεί ούτε να είχε περάσει απαρατήρητη από μια φωτισμένη κι έμπειρη παιδαγωγό, όπως η Σαρλότ Βολμεράνζ , η οποία είχε έρθει πρόσφατα, το 1831, στην Ελλάδα, έπειτα από μια επιτυχημένη εκπαιδευτική θητεία στη Ρωσία.

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας κατά το διάστημα της υπερτριετούς του διακυβέρνησης ενδιαφερόταν ο ίδιος προσωπικά, τόσο για την οργάνωση όσο και για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης. Το ενδιαφέρον του για τη δημόσια εκπαίδευση ήταν φανερό από της προσπάθειές του στην Επτάνησο Πολιτεία (είχε επιτελέσει Επιθεωρητής Σχολείων), ήταν ένας διαρκής αγώνας για την οργάνωση και επέκτασή της.

Αυτός είχε μάλιστα συλλάβει πρώτος και την ιδέα της ίδρυσης Πανεπιστημίου στην Επτάνησο Πολιτεία, που αν και δεν μπόρεσε να εφαρμόσει στις ημέρες του, λόγω του διορισμού του στην υπηρεσία του τσάρου της Ρωσίας, κατόρθωσε αργότερα, υποκινώντας, παροτρύνοντας και ενθαρρύνοντας το φιλέλληνα και φιλόμουσο Άγγλο λόρδο Γκίλφορδ να συμβάλλει αποφασιστικά στην ίδρυση της Ιόνιας Ακαδημίας[i], στην Κέρκυρα το 1824.

Αυτός είχε συμβάλει στην ίδρυση της Φιλομούσου Εταιρίας της Βιέννης. Αυτός, τέλος είχε παρακολουθήσει τη λειτουργία και τα μαθήματα στο σχολείο του Fellemberg[ii] που λειτουργούσε στη βάση των παιδαγωγικών και μεθοδολογικών αρχών του Pestalozzi.

Αυτή η εκπαιδευτική προπαίδεια του έδινε τις απαραίτητες εμπειρίες να συνεχίσει τις προσπάθειές του τώρα στην Ελλάδα. Λίγο αργότερα με την απελευθέρωση του τμήματος της Ελλάδας που αποτέλεσε το νεοσύστατο κι αδύναμο Ελληνικό Κράτος, είχε δώσει επείγουσα προτεραιότητα στην οργάνωση κι ανάπτυξη της εκπαίδευσής του. Με τα υφιστάμενα τότε σχολεία της Αλληλοδιδακτικής[iii] τα οποία ιδρύονταν κατά δεκάδες, το ένα μετά το άλλο, με την αμέριστη στήριξη, παρακολούθηση και βοήθειά του, η Ελλάδα προδιέγραφε ένα μέλλον αρκετά ευοίωνο για την εκπαίδευση, όπως άλλωστε για τους άλλους νευραλγικούς τομείς.

Στον Ιωάννη Καποδίστρια λοιπόν θα μπορούσε να προβλέπει με ελπίδα η Βολμεράνζ, όταν φθάνει στην Ελλάδα. Αποφασίζει λοιπόν να μεταβεί στο Ναύπλιο, το 1831, και να απευθυνθεί στον Ιωάννη Καποδίστρια ο οποίος συμφωνεί με το σχέδιο της για την μόρφωση των κοριτσιών[iv] και της υπόσχεται να συνεπικουρήσει το έργο της.

  

Παράλληλη λειτουργία δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης

 


  

Ιδιωτική εκπαίδευση  εγκαινίασε τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας και η Γαλλίδα παιδαγωγός Σαρλότ Βολμεράνζ, η οποία φρόντισε συστηματικά για την ομαλή λειτουργία της σχολής θηλέων που επέλεξε να υπηρετήσει.

Η έναρξη της λειτουργίας του σχολείου Βολμεράνζ, που ακολουθεί την έλευσή της στο Ναύπλιο, και η ένταξή της στο πλαίσιο της ιδιωτικής εκπαίδευσης δεν είναι κάτι το εντελώς καινούριο στο νεοσύστατο κράτος. Στο σημείο αυτό έχει τη θέση της η πληροφορία ότι εκτός από τη δημόσια εκπαίδευση έχουμε και τη λειτουργία ιδιωτικής εκπαίδευσης από Έλληνες και ξένους λόγιους.

Οι ξένοι όμως εκπαιδευτικοί, στην προσπάθειά τους να συστήσουν και να λειτουργήσουν ιδιωτικά σχολεία στη χώρα μας και να αντέξουν στο δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος της λειτουργίας τους, αναγκάζονται να χρηματοδοτούνται  ή από φιλελληνικές οργανώσεις του εξωτερικού ή από διάφορες ξένες ιεραποστολές, με σαφή την πρόθεση των τελευταίων να τους εξαναγκάσουν σε κατά παραγγελία προσηλυτιστική θρησκευτική δραστηριότητα. Αυτό φάνηκε περισσότερο στη συνέχεια της λειτουργίας τους  στα χρόνια που ακολούθησαν με αποτέλεσμα την έντονη παρέμβαση της ελληνικής εκκλησίας και άλλων ποικιλώνυμων παραγόντων και την πρόκληση αναταραχών.

Είχαμε εσφαλμένα την εντύπωση ότι η Σαρλότ Βολμεράνζ ανήκε στην κατηγορία που περιγράφηκε πιο πάνω, ότι δηλαδή είχε αποσταλεί στην Ελλάδα από το φιλελληνικό κομιτάτο των Παρισίων, το οποίο και τη χρηματοδοτούσε με απώτερο σκοπό την τέλεση ετερόδοξου προσηλυτισμού. Από ανέκδοτο όμως υπόμνημα, που έστειλε η Βολμεράνζ στον Ιωάννη Καποδίστρια το 1831, γίνεται σαφές ότι η Γαλλίδα βρισκόταν ήδη στη Ρωσία, όταν ξέσπασε η επανάσταση  κι εκπαίδευε δεσποινίδες της ανώτερης  κοινωνικής τάξης.

Εκεί ενημερωνόταν για τους αγώνες των Ελλήνων, που την επηρέασαν βαθύτατα. Γνωρίζει ακόμα το μέγεθος της συμμετοχής  και της προσφοράς της εκπαίδευσης και της παιδείας γενικότερα, ως απότοκο του νεοελληνικού διαφωτισμού στην εξέγερση των Ελλήνων  με την Ελληνική Επανάσταση του 1821, που συνδυαζόταν με την ομόθυμη απόφασή τους για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης. Κι επειδή ο θαυμασμός της  για τους Έλληνες ήταν μεγάλος ήθελε κι αυτή να μετάσχει  σε αυτόν τον φιλόδοξο αγώνα και να προσφέρει αυτό που μπορούσε: την αξιόλογη διδακτική και παιδαγωγική της πείρα, που απέρρεε από μια εικοσαετή επιτυχημένη εκπαιδευτική παρουσία.  

Η Βολμεράνζ προστατεύει με κοινωνική ευαισθησία ένα μικρό αριθμό απόρων κορασίδων, ενώ ταυτόχρονα γίνονται μαθήτριές της άλλα κορίτσια καταβάλλοντας μάλιστα ορισμένη αμοιβή. Ταυτόχρονα, ελπίζοντας σε βελτίωση των οικονομικών του κράτους, αναμένει τη βοήθεια του Ιωάννη Καποδίστρια, που της είχε υποσχεθεί με κάθε ειλικρίνεια. Δυστυχώς όμως γι’ αυτήν, έρχεται η στυγερή δολοφονία του κι έτσι ανατρέπονται όλα όσα της είχε υποσχεθεί.

Η Σαρλότ Βολμεράνζ, μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, την αναρχία που επικράτησε για πολύ καιρό και την εξαθλίωση του πληθυσμού και των προσφύγων που συνέρρεαν ακατάπαυστα από όλη την Ελλάδα, καθώς και την οικονομική ανυπαρξία του κράτους, βλέπει με απόγνωση να μειώνεται δραστικά ο αριθμός των μαθητριών της. Αυτό όμως δεν την απογοητεύει και συνεχίζει ακάθεκτη το μεγαλεπήβολο έργο της, αναμένοντας ταυτόχρονα τις μελλοντικές εξελίξεις.    

   

Άφιξη του Όθωνα και της Αντιβασιλείας

 


 

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος

Έπεται, τον Ιανουάριο του 1833, η εγκατάσταση του Όθωνα και της Αντιβασιλείας στο Ναύπλιο. Ο εντεταλμένος για την εκπαίδευση αντιβασιλέας, καθηγητής G. L. Von Maurer[v]  συντάσσει τον οργανικό νόμο της 6ης Φεβρουαρίου 1834 θέτοντας τις βάσεις για την οργάνωση της Δημοτικής Εκπαίδευσης.

Ο ίδιος « είναι άριστα καταρτισμένος και στα εκπαιδευτικά θέματα, αν και στηρίχθηκε σε λανθασμένες βάσεις, θεωρώντας ότι η πτωχή και αιμορροούσα ακόμα Ελλάδα μπορούσε να κινηθεί στο εκπαιδευτικό πλαίσιο της Βαυαρίας, που είχε σοβαρή οικονομική, διοικητική και εκπαιδευτική διάρθρωση  και που η αυτοδιοίκησή της στην οποία στηριζόταν η δημοτική εκπαίδευση είχε άπειρες οικονομικές δυνατότητες για τη λειτουργία της. Διαπιστώνει όμως και ευαισθητοποίηση στον τομέα της γυναικείας εκπαίδευσης, αν και το εκπαιδευτικό νομοθέτημα της 6ης Φεβρουαρίου 1834 δεν άφηνε πολλές δυνατότητες για ένα τέτοιο εγχείρημα που θα ήταν συμβατό με τα ισχύοντα τότε πρότυπα της Δύσης»[vi].

 

Η Βολμεράνζ υποβάλλει σχετικό «προσχέδιο»

 


 

Γι’ αυτό, τον ίδιο χρόνο της εγκατάστασης της αντιβασιλείας, τον Οκτώβριο του 1833, υπογράφει ένα υπόμνημα που καλύπτει 12 σελίδες, γραμμένες καλλιγραφικά με τον τίτλο: «Προσχέδιον εκπαιδευτικού οίκου νεαρών δεσποινίδων. Κάτω από τη διεύθυνση της κας Volmerange».

Κι αυτό το περιληπτικό αλλά περιεκτικό σχέδιο είχε υπογραφεί στο Ναύπλιο, την πρωτεύουσα του ελεύθερου πια κράτους, έπειτα από μια μακραίωνη δουλεία στους Τούρκους, το Ναύπλιο, που μαζί με την Αίγινα αποτελούν τώρα τα δύο από τα πιο σημαντικά πνευματικά και εκπαιδευτικά κέντρα της χώρας, χωρίς να αγνοούνται βέβαια και τα υπόλοιπα που διστακτικά αλλά φιλόδοξα παίρνουν τη θέση που τους αρμόζει, όπως το Άργος, η Ερμούπολη, η Πάτρα, η Αθήνα.

Μέχρι τότε είχαν γίνει προσπάθειες ίδρυσης παρόμοιων σχολείων, που είχαν όμως μικρή διάρκεια λειτουργίας. Ξεχώρισαν ανάμεσα τους τρία μόνο αλληλοδιδακτικά σχολεία θηλέων που λειτουργούσαν στο Άργος, στο Ναύπλιο και στην Αθήνα.

 

 Η λειτουργία του «Βασιλικού Σχολείου»

 


 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Αλλά ας επικεντρώσουμε την προσοχή μας στο «Βασιλικό Σχολείο», όπως το ονόμασε η Σαρλότ Βολμεράνζ. Τα αρχικό κτήριο που πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτεί η Βολμεράνζ, δε γνωρίζουμε που ακριβώς βρισκόταν.

Φυσικά, όταν την άνοιξη του 1834 βρίσκεται άλλο μεγαλύτερο και  περισσότερο κατάλληλο κτίριο, το σχολείο εγκαθίσταται εκεί. Δεν είναι όμως η μοναδική μεταφορά. Ακολουθεί για λίγους μήνες η χρήση της οικίας Βαρσαμή στην πλατεία Λουδοβίκου (σημερινή πλατεία Συντάγματος) το 1836, απ’ όπου στο τέλος του χρόνου έχουμε την οριστική μεταφορά του σχολείου στην Αθήνα που είναι πια από καιρό η νέα πρωτεύουσα. Η επιλογή του διδακτηρίου είναι ένα βαρύ διώροφο κτήριο, η οικία του πρίγκιπα Καρατζά, στην Πλάκα, στη γωνία των οδών Σαρρή και Κραναού.  

Η όχι καλή πορεία της Σχολής Θηλέων  στο Ναύπλιο και των άλλων σχολείων του ίδιου τύπου οφείλεται από τη μια στην απροθυμία των πολιτών για την εκπαίδευση των κοριτσιών και από την άλλη στη μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους από το Ναύπλιο στην Αθήνα, που είχε ως αποτέλεσμα τη μετακίνηση των πνευματικών, πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών και διοικητικών προσωπικοτήτων, όλης δηλαδή της νομενκλατούρας του νεοελληνικού κράτους που με τη φοίτηση των κοριτσιών της θα στήριζαν την λειτουργία αυτών των σχολείων. 

 

Στόχοι του Σχολείου

 


  

Το σχολείο, το οποίο αρχικά, λόγω ενοικίου  είχε επιχορηγηθεί από την Κυβέρνηση με «φοίνικες εξήκοντα κατά μήνα»[vii]  παρά το γενικότερο ιδεολογικοπολιτικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο που ευνοούσε την αυταρχική αγωγή, λειτούργησε σε ένα πλαίσιο αντιαυταρχικής αγωγής. Αυτό το πρωτότυπο αντιαυταρχικό σχολείο δε θέλει να δημιουργήσει «σοφές γυναίκες».

Οι μαθήτριες που δέχεται είναι από 5- 16 ετών και πρέπει να αποκτήσουν τόσες γνώσεις στις επιστήμες, όσες είναι απαραίτητες ώστε να τις ολοκληρώσουν ως καλές νοικοκυρές και καλές μητέρες για να δημιουργήσουν μια ισορροπημένη κι ευτυχισμένη οικογένεια.

Το δυναμικό του σχολείου απαρτίζεται από μαθήτριες που μπορεί να είναι εσωτερικές και εξωτερικές. Ένας αριθμός 15-20 νεαρών κοριτσιών είναι υπότροφοι του κράτους ως οφειλή στους πατέρες τους, οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους υπερασπιζόμενοι την ανεξαρτησία της Πατρίδας,  αργότερα δε προστίθενται  άλλες δύο, οι θυγατέρες του Γ. Καραϊσκάκη.

Η κατάθεση του ποσού, που είχε προσδιοριστεί ως δίδακτρα, δινόταν προκαταβολικά από το κράτος και μ’ αυτό τον  τρόπο διευκολυνόταν οικονομικά το σχολείο έτσι ώστε να οργανωθεί πιο σωστά. Φυσικά υπήρχαν και οι υπόλοιπες μαθήτριες που οι γονείς τους πλήρωναν κανονικά τα δίδακτρα.

  

Υλικοτεχνικές κι άλλες προϋποθέσεις του Σχολείου

 


 

Στο σχέδιο της ίδρυσης του παρθεναγωγείου, που αν και ήταν περιληπτικό ήταν σαφές και πλήρως οργανωμένο: Υπήρχε σαφής διαχωρισμός δεκατριών επιμέρους τμημάτων που αφορούσαν το κτήριο, το δυναμικό του σχολείου, τον ιματισμό, τη σίτιση, την αντιμετώπιση των ασθενειών, τους κοιτώνες, τις ασκήσεις, την εκπαίδευση τόσο τη θρησκευτική όσο και την ηθική, τις σπουδές, τα διαλείμματα, αλλά και την αξιολόγηση με τη χρήση επιβράβευσης αλλά και τιμωριών όπου κι όποτε απαιτούνταν.  

Ας ασχοληθούμε συνοπτικά με τους τομείς που αναφέρθηκαν. Για το  ποιες μαθήτριες φοιτούσαν και ποιες προϋποθέσεις απαιτούνταν έχουμε ήδη αναφερθεί παραπάνω.

Οι εκπαιδευτικές ανάγκες απαιτούσαν το κτηριακό να συγκεντρώνει τόσους χώρους ώστε να εξυπηρετούνται οι μαθήτριες. Ένα διώροφο οικοδόμημα με τον κήπο ήταν ιδανικό. Στον πρώτο όροφο στεγάζονταν όσα σχετίζονταν με τη σίτιση  των ατόμων που έμεναν εκεί, δηλαδή η κουζίνα, η τραπεζαρία, η αποθήκη τόσο των τροφίμων όσο και του καύσιμου υλικού (ξύλο και κάρβουνο), τα δωμάτια του υπηρετικού προσωπικού , καθώς και ο χώρος υποδοχής των γονέων – επισκεπτών. Στον επάνω όροφο δύο αίθουσες διδασκαλίας, ο κοιτώνας των μαθητριών, το δωμάτιο θρησκευτικών καθηκόντων και φυσικά ο ιδιαίτερος χώρος της κ. Βολμεράνζ.

Κάθε μαθήτρια υποχρεωνόταν να φέρνει μαζί και την «προίκα» της, που αποτελείτο από δύο ποδιές, δυο φορέματα ραμμένα σύμφωνα με το σχέδιο που είχε ορίσει το σχολείο, δύο κορσέδες, τρία μισοφόρια, έξι πουκάμισα, έξι εσώρουχα, έξι μαντήλια, έξι πετσέτες, τρία ζευγάρια παπούτσια, έξι ζευγάρια κάλτσες, ένα φέσι κι ένα μάλλινο καπέλο.

Δυστυχώς δεν είναι εξακριβωμένο μέχρι τώρα, αν τηρήθηκαν όλα όσα προαναφέρθηκαν, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα τότε περνούσε πολύ δύσκολα χρόνια μετά από την περίοδο της τουρκοκρατίας και της Ελληνικής επανάστασης.

Η ισορροπημένη διατροφή, που ήταν κατανεμημένη σε τέσσερα γεύματα ημερησίως, προσαρμόζεται ανάλογα με τα εποχιακά προϊόντα με την φροντίδα ειδικής επιτροπής κυριών. Το σίγουρο είναι ότι θα έπρεπε το διαιτολόγιο να ήταν άφθονο, ομοιόμορφο και κατά βάση θρεπτικό  και υγιεινό. Φυσικά, όπως η θρησκευτική διαπαιδαγώγηση το απαιτούσε, τηρούνταν και οι νηστείες, αλλά πάντα μετά από συνεννόηση του γιατρού και του εφημέριου.

 

Η Βολμεράνζ αποδέχεται την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης

 


 

Η Σαρλότ Βολμεράνζ  αντιστάθηκε στον πειρασμό να συνδέσει και να τροποποιήσει το πρόγραμμα, το πνεύμα της παρεχόμενης εκπαίδευσης και τις όποιες «άδηλες πρακτικές» της σχολής της  με μια προσηλυτιστική θρησκευτική πρόθεση κι ενέργεια στον καθολικισμό, όπως αποπειράθηκαν κι επιδίωξαν άλλα σχολεία ξένα, καθολικά και προτεσταντικά, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Η Σαρλότ Βολμεράνζ, αν και η ίδια ήταν καθολική, σεβάστηκε τη θρησκευτική, την πολιτική και την ηθική παράδοση της χώρας, την οποία επέλεξε να προσφέρει τη διδακτική της εμπειρία.

Έτσι ανέθεσε την κατήχηση των κοριτσιών στον ορθόδοξο εφημέριο, που φυσικά ήταν ο υπεύθυνος για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας αλλά και όλων των άλλων ακολουθιών, όσες έπρεπε να παρακολουθήσουν οι σπουδάστριες. Το βέβαιο ήταν ότι δινόταν εξέχουσα θέση στη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση, γιατί σύμφωνα με τις πεποιθήσεις της κας Βολμεράνζ από τη σωστή διαπαιδαγώγηση εξαρτιόταν και η ολοκλήρωση της προσωπικότητας των κοριτσιών και η επίτευξη της ευτυχίας τους, που περιλαμβανόταν στους  σκοπούς λειτουργίας της σχολής.   

 

Πρόγραμμα μαθημάτων – Μεθοδολογία – Παιδονομία

 


 

Το πρόγραμμα μαθημάτων απαρτιζόταν από την εκμάθηση ανάγνωσης της γραφής, τόσο στα Ελληνικά όσο και στα Γαλλικά, την καλλιγραφία, την αριθμητική, τη γεωγραφία, την ιστορία, τη μυθολογία, και τη λογοτεχνία. Από πρακτικής πλευράς, σε ότι αφορούσε κατ’ αρχάς, στην εξοικείωση και αργότερα στην εξάσκηση στις οικιακές τέχνες και λειτουργίες, δινόταν έμφαση στο ράψιμο και στο κέντημα.

Έμφαση δινόταν και στη ζωγραφική και τη μουσική. Σπουδαία θέση κατείχε κι ο χορός, καθώς και η γυμναστική με τη χρήση στεφανίων και κορίνων.  Η μεθοδολογία στη διδασκαλία των μαθημάτων στηριζόταν στις αρχές της αλληλοδιδακτικής, η οποία επικρατούσε, από έλλειψη δασκάλων, σε όλο τον κόσμο κ ιδιαίτερα στην Ελλάδα και τις άλλες υπανάπτυκτες χώρες.

Φυσικά, σύμφωνα με τις αρχές της αντιαυταρχικής αγωγής, δε γινόταν χρήση εργαλείων τιμωρίας, όπως βέργα ή μαστίγιο, ούτε καν αναφερόταν ως απειλή ο εγκλεισμός σε κάποιο σκοτεινό δωμάτιο.

Φυσικά υπήρχαν τιμωρίες που απευθυνόταν σε μαθήτριες που δε πειθαρχούσαν στους κανόνες λειτουργίας της σχολής, αλλά αυτές δεν ήταν εξουθενωτικές και ιδιαίτερα αντιπαιδαγωγικές αλλά ήπιες και αντιστοιχούσαν κυρίως στη στέρηση του φρούτου, του γλυκού ή στην παράθεση δείπνου χωρίς τραπεζομάντιλα για τις τιμωρημένες.

Όσο για την επιβράβευση  της σωστής συμπεριφοράς και της καλής επίδοσης στα μαθήματα, αυτή γινόταν μπροστά σε όλο το προσωπικό σε ειδική τελετή και μπορούσε να είναι κάτι το απλό για μας, όπως μια γαλάζια κορδέλα, (ένα είδος παράσημου), ή ένα λευκοκεντημένο φόρεμα  έργο – δημιούργημα των υπόλοιπων μαθητριών, με τη δέσμευση να είναι η «καλή» φορεσιά των κυριακάτικων πρωινών και των γιορτών. Η επιβράβευση μπορούσε να είναι ακόμα και η τιμητική θέση δίπλα στη διευθύντρια της Σχολής κατά τη διάρκεια του γεύματος.

  

Η εξέλιξη και το τέλος του Σχολείου Θηλέων της Βολμεράνζ  

 


  

Για την ιστορία και μόνο ως προς την τύχη της σχολής της Βολμεράνζ έχουμε να δηλώσουμε την πληροφορία ότι η Βολμεράνζ προσφέρει της υπηρεσίες τις μέχρι το 1840, θεωρώντας ότι δεν έχει τη δυνατότητα να προσφέρει η ίδια αυτά που επιθυμούσε, γιατί είχε αρχίσει πλέον να κουράζεται.

Τη θέση της Διευθύντριας παίρνει τότε η Ελένη Πιτταδάκη, η οποία είχε φοιτήσει ως μαθήτρια στο σχολείο Χίλντερ της Ερμούπολης. Είχε αποκτήσει αρκετή πείρα ως δασκάλα στη σχολή Χιλ (1832-1834), στο αλληλοδιδακτικό σχολείο θηλέων Ναυπλίου (3 χρόνια) και ως διευθύντρια στο σχολείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας (1840).

Το 1852 το σχολείο κλείνει οριστικά και οι μαθήτριές του προωθούνται στο Αρσάκειο. Ήδη το σχολείο είχε οδηγηθεί σε άσχημη οικονομική κατάσταση, γιατί από τα πενήντα οκτώ (58) παιδιά (και λέμε παιδιά ανάμεσα στα κορίτσια ήταν και τρία μικρά αγοράκια), έντεκα (11) κορίτσια φοιτούσαν με υποτροφία του κράτους, δεκαπέντε (15) κορίτσια ήταν άπορα κι έτσι σπούδαζαν χωρίς να καταβάλουν δίδακτρα, αλλά και τα υπόλοιπα, τριάντα δύο (32), είχαν γονείς που αδυνατούσαν να είναι συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις.

Ένα αναπάντητο, μέχρι σήμερα, ερώτημα αιωρείται: τι να απέγινε άραγε η Σαρλότ Βολμεράνζ, «η ευγενής και αξιοσέβαστη διδάσκαλος»[viii], όπως προσφυώς χαρακτηρίστηκε από τον τότε νομάρχη Αργολίδας και Κορινθίας (το 1836) σε υπηρεσιακή έκθεσή του, η οποία στην ηλικία των πενήντα ετών περίπου αποφασίζει να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη; Το μόνο που μπορούμε να υποθέσουμε, στηριζόμενοι στην άψογη συμπεριφορά της και την ανιδιοτελή άσκηση των καθηκόντων της, είναι ότι θα τελεύτησε τη μεστή εμπειριών κι εκπαιδευτικής δράσης επίγεια ζωή της με ήσυχη και ήρεμη τη συνείδηση της.  

 

 Βασιλική Α. Παγούνη

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V (2004), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

 

Υποσημειώσεις


 

[i] Η Ιόνια Ακαδημία αποτελούσε Πανεπιστήμιο με τέσσερις σχολές, τη Θεολογική, τη Φιλοσοφική,  τη Νομική, και την Ιατρική και λειτουργούσε μέχρι την ενσωμάτωση των Ιονίων Νήσων στην Ελλάδα, το 1864.

[ii]Από το συγκεκριμένο σχολείο και τις πρακτικές ασκήσεις και δραστηριότητές του πήρε τα απαραίτητα παιδαγωγικά και διδακτικά στοιχεία, στη βάση των οποίων στήριξε τη φιλοσοφία, τους στόχους και τη λειτουργία κάποιων εκπαιδευτηρίων, όπως του Ορφανοτροφείου της Αίγινας, της Γεωργικής Σχολής της Τίρυνθας.

[iii] Τα αλληλοδιδακτικά σχολεία ήταν σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης κι οφείλουν το όνομά τους  στη μέθοδο διδασκαλίας που ήταν τότε η αλληλοδιδακτική ή λανγκαστεριανή μέθοδος, όπου οι καλύτεροι μαθητές, οι πρωτόσχολοι, με την καθοδήγηση, τη βοήθεια και την επίβλεψη του δασκάλου  δίδασκαν τους υπολοίπους. Τα αλληλοδιδακτικά σχολεία ελλείψει δασκάλων λειτούργησαν ως το 1880, που αντικαταστάθηκαν από τα σχολεία της συνδιδακτικής μεθόδου.  

[iv] Πριν από την έλευσή του στην Ελλάδα είχε αποφασίσει με τη βοήθεια της αγαπημένης του φίλης Ρωξάνδρας Στρούτζα την εκπόνηση προγράμματος για τη μόρφωση της Ελληνίδας. Η αβεβαιότητα όμως των πρώτων χρόνων του ελευθέρου βίου και οι αμέτρητοι κίνδυνοι που το περιέβαλλαν δεν του είχαν επιτρέψει τελικά την πρόσκληση της Ρωξάνδρας Στρούτζα για την εφαρμογή του προγράμματος τους (βλ. Κούκου Ελένη, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ρωξάνδρα Στρούτζα), Έκτη έκδοση, Εκδ. Πατάκη, 2000. Πρώτη έκδοση Εστία, 1936.

[v]  Μάουρερ Γκ. Λ., Ο Ελληνικός λαός, (μετάφραση Όλγας Ρομπάκη) Αθήνα 1976, σ.σ 529-530.

[vi] Δρούγκα Αναστασίου, Η αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού στην Ελλάδα, Ναύπλιο 1991, σ.64.

[vii] Αθουσάκης Γ. Αδάμ, «Η Εκπαίδευση στην Αργολίδα και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή περίοδο» (Διδακτορική Διατριβή, Πάτρα 1998).

[viii]  Καρδαμίτση – Αδάμη Μάρω, Η φιλλέλην Σαρλότ Βολμεράνζ, Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (Επτά ημέρες), Ελληνικά παρθεναγωγεία, 27 Ιανουαρίου 2002.

 

 

Βιβλιογραφία

 


 

  • Αθουσάκης  Γ. Αδάμ, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή περίοδο», (Διδακτορική Διατριβή, Πάτρα 1998).
  • Αντωνίου Δαυΐδ, Τα προγράμματα της Μέσης Εκπαίδευσης (1833-1929), Τόμος Α’ Αθήνα, Ι. Α. Ε. Ν. – 17, 1987.
  • Δρούγκα Αναστασίου, Η αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού στην Ελλάδα, Ναύπλιο 1991.
  • Ζιώγου – Καραστεργίου Σ., Η μέση εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελλάδα (1830 – 1893), Αθήνα Ι. Α. Ε. Ν. – 2, 1986.
  • Ζιώγου – Καραστεργίου Σ., Γυναίκες και ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα, Θεσσαλονίκη, 1988.
  • Καρδαμίτση – Αδάμη Μάρω, Η φιλέλλην Σαρλότ Βολμεράνζ, Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (Επτά ημέρες), ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΘΕΝΑΓΩΓΕΙΑ, 27 Ιανουαρίου 2002.
  • Κούκου Ελένη, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ρωξάνδρα Στούρτζα, 1936.
  • Μάουρερ Γκ. Λ., Ο Ελληνικός λαός (μετάφραση Όλγας Ρομπάκη) Αθήνα 1976.
  • Μπουζάκης Σήφης, Νεοελληνική Εκπαίδευση (1821 – 1985), Αθήνα 1986.
  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα, IV (2000), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.
  • Παπαδάκη Λυδία, Η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1992.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Σπηλιώτης Κωνσταντίνος


 

Ο Κωνσταντίνος Σπηλιώτης από το Ναύπλιο είναι ένας νέος ποιητής αλλά και συγγραφέας. Ήδη η πρώτη του δουλειά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΩΛΚΟΣ. Πρόκειται για την ποιητική συλλογή με τίτλο «Του Πάθους Φτερουγίσματα».

 

Ο Κωνσταντίνος Σπηλιώτης γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1970 όπου ζει μόνιμα. Σπούδασε γεωπόνος και ασχολείται με την αρχιτεκτονική τοπίου. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται στο Υπουργείο Πολιτισμού.

Αγαπά τα ταξίδια και τον αθλητισμό.  Έχει γράψει ποιήματα και θεατρικά έργα. Στα ενδιαφέροντά  του είναι και η δημιουργία επιτραπέζιων παιχνιδιών.

Η ποιητική συλλογή «Του πάθους φτερουγίσματα» είναι η πρώτη του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα.

 

Του Πάθους Φτερουγίσματα

Μας αναφέρει ο δημιουργός:

Όλες του πάθους οι όψεις δεν είναι παρά μικρά φτερουγίσματα καρδιάς. Πάθος για τον έρωτα, πάθος για την αλήθεια, πάθος για την ίδια τη ζωή. Αμέτρητες ήταν οι φορές που αναρωτηθήκαμε αν τα καμώματα αυτά, τα φτερουγίσματα, είναι αρκετά να μας ωθήσουν ούτως ώστε να πετάξουμε σε ανώτερο επίπεδο ζωής ή απλώς να μας χαρίσουν ένα πρόσκαιρο χαμόγελο. Ο καθένας μας έχει τη δύναμη και, κάποια στιγμή την ευκαιρία, να ανοίξει διάπλατα τα φτερά της δικής του καρδιάς και να απαντήσει.

Η συλλογή αποτελείται από 28 ποιήματα και το εξώφυλλό της κοσμεί πίνακας του Νικολάου Γύζη.

Read Full Post »

Ρούβαλης Γεώργιος (1949-2019)


 

Ρούβαλης Γεώργιος

Γεννήθηκε το 1949 στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Ναύπλιο. Γιος της ποιήτριας  Τερέζας Παπαδόγιαννη – Ρούβαλη και του δικηγόρου Τάκη Ρούβαλη.   Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Κοινωνιολογία, διεθνείς σχέσεις, οικονομικά, ιστορία και λατινοαμερικάνικες σπουδές στο Παρίσι από όπου πήρε διδακτορικό (Πανεπιστήμιο Παρίσι Χ).

Καθηγητής στα Πανεπιστήμια UNAM (Εθνικό Αυτόνομο) και UAM (Μητροπολιτικό Αυτόνομο) της Πόλης του Μεξικού. Επίσης, επισκέπτης καθηγητής στα Πανεπιστήμια Σιμόν Μπολίβαρ και Ινστιτούτο Ανωτέρων Διπλωματικών Σπουδών στο Καράκας της Βενεζουέλας.

Από το 1987 ήταν υπάλληλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, μέλος της Διπλωματικής Υπηρεσίας της Κομισιόν, αποσπασμένος για τρία χρόνια στο Υπουργείο Εξωτερικών (υπεύθυνος για τη Λατινική Αμερική). Το Νοέμβριο του 2004 συνταξιοδοτήθηκε.

Μετέφρασε  λατινοαμερικάνους συγγραφείς και ποιητές στα ελληνικά. Ήταν γενικός γραμματέας της Εταιρείας Ελλήνων Ισπανιστών. Είχε δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές, «Επιστροφή στ’ Ανάπλι», 2002 και «Τα ταξίδια του Οδυσσέα», 2003, καθώς και τη συλλογή διηγημάτων «Στ’ Ανάπλι», 2005, εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα.

Επίσης, είχε εκδώσει το βιβλίο Τάκη Ρούβαλη, «Άρθρα και χρονογραφήματα στη Μάχη, 1962-63», Ναύπλιο, 2003. Το 2008 εκδόθηκε το βιβλίο του «Ναύπλιον-Σπηλιάδου 1»  – Αφήγημα- Εκδόσεις Ναύδετο, 2008, 352 σελίδες, υπόδειγμα μικροϊστορίας της πόλης για τρεις δεκαετίες (1950 – 1970).

Ήταν Καθηγητής στο Διατμηματικό Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Μετάφρασης του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 2005 και Ιστορίας και Λογοτεχνίας της Λατινικής Αμερικής, στην Εταιρεία Φίλων του Λαού, Λαϊκό Πανεπιστήμιο, από το 2002. Ασχολήθηκε επιπροσθέτως με ερευνητικά θέματα τοπικής ιστορίας στην Πελοπόννησο. Υπήρξε συντονιστής έκδοσης του περιοδικού τόμου του Δήμου Ναυπλιέων ‘‘Ναυπλιακά Ανάλεκτα’’ από το 2003.

Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 70 ετών την Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019, σε νοσηλευτικό ίδρυμα στην Αθήνα έπειτα από πολύχρονη ασθένεια.

 

Πηγή


 

  •  Γιώργος Ρούβαλης, «Οι πέτρες και οι Άνθρωποι / Μικροϊστορία του Ναυπλίου», Εκδόσεις Ναύδετο, Ναύπλιο, 2009.

 

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

ΕΟΡΤΗ ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΠΟΛΙΟΥΧΟΥ ΑΡΓΟΥΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ

ΠΡΟΣΚΛΗΣΙΣ

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Την Δευτέρα 3ην  Μαΐου 2010 τελούμε την εορτήν του Πολιούχου και Προστάτου μας Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους του Θαυματουργού.

Το εσπέρας της παραμονής Κυριακή 2αν  Μαΐου και ώρα 7.30 μ.μ. εις τον Καθεδρικόν Ιερόν Ναόν Αγίου Πέτρου θα ψαλεί Μέγας Αρχιερατικός Εσπερινός και την 9.15 μ.μ. θα γίνει η λιτάνευσις των Ιερών Λειψάνων και  της Ιεράς Εικόνος διά των κεντρικών  οδών, παιανιζούσης της Δημοτικής Φιλαρμονικής  Άργους.

Την ημέρα της εορτής θα τελεσθή Πολυαρχιερατική  Θεία Λειτουργία, χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ. Ιακώβου  μετά των ευγενώς αποδεχθέντων την πρόσκλησιν  του, Σεβασμιωτάτων Αρχιερέων.

Προσκαλείσθε όπως προσέλθετε, ίνα τιμήσωμεν μετά του οφειλομένου σεβασμού την Ιεράν μνήμην του Φρουρού και Προστάτου των Αργείων και αντιλήπτορος πάσης Αργολίδος, ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ.

                                          

 ΤΟ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΝ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΝ

ΤΟΥ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟΥ  Ι. Ν. ΑΓΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ

 

Read Full Post »

Ρούβαλη – Παπαδόγιαννη Τερέζα (1918-1985)    


 

   

Η Τερέζα Ρούβαλη ήταν ποιήτρια, πηγαία, «ποιήτρια εκ γενετής». Έγραφε από τα παιδικά της χρόνια μέχρι περίπου τη μέρα του θανάτου της. Εκτός από τα βασικά θέματα της ποίησής της: την αγάπη για την ειρήνη, τον άνθρωπο, τα παιδιά, την καταδίκη του πολέμου, τις λυρικές εξάρσεις της, ένα άλλο βασικό θέμα της ποίησής της είναι και το Ναύπλιο… 

  

Τερέζα Παπαδόγιαννη - Ρούβαλη

Η Τερέζα Παπαδόγιαννη – Ρούβαλη  γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 4 Οκτωβρίου του 1918 από πατέρα αξιωματικό του πυροβολικού και μητέρα ελληνορουμάνα, πιανίστρια και λυρική τραγουδίστρια. Λόγω του επαγγέλματος του πατέρα της, πέρασε την παιδική της ηλικία σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, Αθήνα, Λάρισα, Ξάνθη, Κομοτηνή, Δράμα, Γιάννενα μέχρι να καταλήξει όλη η οικογένεια οριστικά πια στην Αθήνα, σ’ ένα νεοκλασσικό της Κυψέλης, που σώζεται μέχρι σήμερα κι απ’ όπου η νεαρή Τερέζα έφυγε το 1951 για να εγκατασταθεί στην θετή της και μόνιμη πατρίδα τ΄ Ανάπλι, μαζί με τον άντρα της, συντοπίτη δικηγόρο Τάκη Ρούβαλη και τον δίχρονο τότε γιο της Γιωργάκη. 

Η Τερέζα Ρούβαλη ήταν ποιήτρια, πηγαία, «ποιήτρια εκ γενετής», ας μας επιτραπεί ο όρος. Έγραφε από τα παιδικά της χρόνια μέχρι περίπου τη μέρα του θανάτου της, τον Φεβρουάριο του 1985. Το ποιητικό της ταλέντο διέβλεψε η σημαντική ποιήτρια  Κατίνα Παππά που η νεαρή Τερέζα είχε φιλόλογο στο σχολείο. Η Τερέζα Ρούβαλη τη θεωρούσε καθοδηγήτριά της στην ποιητική τέχνη. Διάλεξε όμως τον ιατρικό κλάδο και μπήκε στην Οδοντιατρική Σχολή τη δύσκολη χρονιά του 1940.   

Ο Κωνσταντίνος Παπαδογιάννης, πριν από κίνημα του 1935.

Η σχέση της με το Ναύπλιο χρονολογείται από το 1936 όπου ο πατέρας της βρέθηκε στην Ακροναυπλία, έχοντας λάβει μέρος στο κίνημα του ’35. Η Τερέζα Παπαδόγιαννη φοίτησε στο Λύκειο Ναυπλίου για ενάμιση χρόνο και τότε πρωτογνωρίστηκε με τον Τάκη Ρούβαλη. 

Παντρεύτηκαν μες την κατοχή, την Πρωτοχρονιά του 1944. Έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση σαν νεαρή φοιτήτρια, πρώτα σαν αδελφή νοσοκόμα και ύστερα στην ΕΠΟΝ και στον ΕΛΑΣ, στον οποίο ο πατέρας της Συνταγματάρχης Κώστας Παπαδόγιαννης έπαιξε ηγετικό ρόλο. Σ’ εκείνη την εποχή οφείλουμε τα λυρικά και πατριωτικά της  πρώτα ολοκληρωμένα  ποιήματα.   

Το 1949 εξέδοσε την πρώτη της ποιητική συλλογή  με τίτλο «Μυρτιές». Ποίηση λυρική, κλασσική, σε θαυμαστό 15σύλλαβο και κάποτε σε άψογο 12σύλλαβο. Λες κι η Τερέζα Παπαδόγιαννη – Ρούβαλη δεν είχε απλώς ενστερνισθεί τους αυστηρούς κανόνες της ρίμας, αλλά τους είχε περίπου σωματοποιήσει. 

Κωνσταντίνος Παπαδογιάννης. Φυλακές Ακροναυπλίας 1935.

Στην δεκαετία ’50 – ’60 γράφει αδιάκοπα, αντλώντας τα θέματά της από την εποχή και τα βιώματά της. Δημοσιεύει που και που ποιήματά της στον Αθηναϊκό και τοπικό Τύπο, ενώ μεταφράζει κι αποδίδει λογοτεχνικά Ίψεν, Κίπλιν, Ρομαίν Ρολλάν, στη μαχητική εφημεριδούλα «ΜΑΧΗ» που εκδίδει στις αρχές του ’60 ο Τάκης Ρούβαλης. 

Ο βιοπορισμός και οι δυσκολίες της εποχής δεν της επέτρεψαν να εκδόσει άλλες συλλογές μέχρι το 1974, όπου εκδίδεται  η συλλογή «Κομπάρσοι» από τις εκδόσεις του λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Σκέψη». 

Εκείνη την εποχή, στη μεταπολίτευση, μπαίνει και στο φιλολογικό κύκλο του Μάριου Βαγιάνου. Ακολουθεί η συλλογή «Το καμίνι της οργής», το 1976 με ποίηση σε ελεύθερο στίχο πλέον, ενώ το 1977 επανεκδίδονται οι «Μυρτιές». Το 1979 εκδίδονται και ορισμένα από τα άπειρα διηγήματά της με τίτλο «Εφοίτησεν εις Αναμορφωτήριον…» και το 1983 εκδίδεται η τελευταία της ποιητική συλλογή «Ανατολή και Δύση». 

Τα έργα της γίνονται αμέσως δεκτά με θέρμη από σπουδαίους ομότεχνους της, σαν την Έλλη Αλεξίου και το Γιάννη Σκαρίμπα, τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο και τον Ανδρέα Καραντώνη, τον Δημήτρη Σιατόπουλο, αλλά και από τον φίλο της Θεόδωρο Κωστούρο, έχοντας πάντα δίπλα της τον αγαπημένο της Χρήστο Κουλούρη κι αργότερα τον Ευάγγελο Ρόζο που την περιλαμβάνει στην ποιητική του Ανθολογία. 

Σύντομα έρχονται και οι επίσημες διακρίσεις, στο Κόμο της Ιταλίας, καλύτερη ποιητική συλλογή «Κομπάρσοι», 1974. Α’ Βραβείο Ποίησης στον διαγωνισμό των Δελφικών Αμφικτυονιών το 1977, όπου, θεία ειρωνία, παίρνει το βραβείο εις μνήμην του Στέλιου Σπεράντζα,  του δασκάλου της, αφού η φοιτήτρια της Οδοντιατρικής Τερέζα Παπαδόγιαννη είχε θητεύσει για χρόνια στο πλευρό του ως βοηθός του καθηγητή και σπουδαίου ποιητή. Α’ βραβείο ποίησης στα Κηφίσια το 1978, Α΄ Έπαινος  από τον Σύνδεσμο Ελλάδα – Κύπρος για διηγήματά της το 1979. Ποιήματά της  μεταφράστηκαν στο Βέλγιο, την Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία και κατόπιν ανθολογήθηκαν. 

Ακόμα, μελοποιήθηκαν κι ακούστηκαν στη Λυρική Σκηνή και στον Παρνασσό, αλλά και στο Αρχαίο Θέατρο του Άργους. Γίναν κιόλας αφορμή για φιλοτέχνηση πινάκων ζωγραφικής. Αναγνωρίζοντας την όποια προσφορά της στην ποίηση, το Υπουργείο Πολιτισμού της απένειμε τιμητική λογοτεχνική σύνταξη. 

Η Τερέζα Παπαδόγιαννη – Ρούβαλη πέθανε σχετικά νέα αφήνοντας ικανό όγκο ανέκδοτου έργου από ποίηση, διηγήματα και νουβέλες. Η οικογένεια και οι φίλοι της φιλοδοξούν να δουν σύντομα το φως της δημοσιότητας. 

Αγάπησε το Ναύπλιο σαν την κύρια γενέτειρά της κι ας είδε το φως της στη Σαλονίκη κι ας μην έζησε εδώ παρά 18 χρόνια. Ήταν και ένιωθε όμως  πια αναπλιωτοπούλα. Άνθρωπος με ιδιαίτερη συναισθηματική ευφυΐα, εξαιρετικά κοινωνικός κι αγαπητός θέλησε να μείνει για πάντα στην πόλη μας. 

Το σώμα της βρίσκεται στο νεκροταφείο μας, μαζί με του άντρα της Τάκη που πέθανε μερικούς μόλις μήνες πριν από κείνη. Αλλά το πνεύμα της, όλο και συλλαμβάνεται να κόβει βόλτες εφηβικά μπρος στο σπίτι όπου έζησε, στη Σπηλιάδου 1, στη βεράντα με το γιασεμί της, στην παραλία και στο Φανάρι, στο αγαπημένο της αναχωρητήριο, την Παναγίτσα και, πάνω απ’ όλα, στα Βραχατέικα που λάτρευε. Νομίζω ότι μας κρυφοκοιτάζει από κάποια γωνιά εδώ, στα πρώην καμαράκια του Ωδείου και κάτι σχολιάζει με τη λεπτή της ειρωνία. 

Γιατί οφείλουμε να πούμε ότι η Τερέζα Παπαδόγιαννη – Ρούβαλη είχε ισχυρή, θελκτική και έντονη προσωπικότητα, που δεν αντανακλάται υποχρεωτικά στα γραπτά της. Η εκλεπτυσμένη της, εν τούτοις, ειρωνία και το λεπτό της χιούμορ είναι διάχυτα τόσο σε αρκετά από τα ποιήματά της όσο και σε πολλά από τα πεζογραφήματά της. Πάντα, όμως, «επί καλώ», «σμιλεμένα» θα λέγαμε, με τον διάχυτο ανθρωπισμό που κυρίως την διέκρινε. Σημείο κοινό (και όχι μόνο) με του συζύγου της, νομικού και εκδότη Τάκη Ρούβαλη. 

Με την πάροδο των χρόνων και την πιο επισταμένη εξέταση των πονημάτων της από λογοτεχνικής σκοπιάς, διαπιστώνεται η ποιότητα της γραφής της, η οποία οφείλεται και στην επιμέλειά της. Από ένστικτο και από τελειομανία, η λογοτέχνις γνώριζε πως δεν αρκεί να ρίξεις στο χαρτί μιαν ιδέα, χρειάζεται ξανακοίταγμα και άπειρες διορθώσεις· το έκανε πρόθυμα και με ενάργεια συνήθιζε να απορρίπτει, να σβύνει και να ξαναγράφει άπειρες φορές την κάθε λέξη, γραμμή, στίχο, μέχρι να πει «τυπωθήτω». Αυτήν την ποιότητα διείδαν αμέσως λογοτέχνες της ολκής ενός Σκαρίμπα και μίας Έλλης Αλεξίου, λογοτέχνες και εκδότες της ολκής ενός  Χρήστου Κουλούρη κι ενός Φιλλιπότη. 

Θα λέγαμε ακόμη πως θα ήταν μια βιαστική εκτίμηση να αποδόσουμε σκέτον ανθρωπισμό στη λογοτεχνική σοδειά της Τερέζας – Παπαδόγιαννη – Ρούβαλη. Αντιθέτως, δίπλα στην εντυπωσιακή αίσθηση του ρυθμού που διέθετε η ποιήτρια και πεζογράφος, η οποία αντανακλάται κατά τον ποιο ολοκληρωμένο τρόπο στη ρίμα της, διαπιστώνεται όλο και συχνότερα η μεγάλη της ικανότητα στο «ποιείν ποίησιν», απ’ αφορμή το εκάστοτε «τίποτα» στο βλέμμα τον άλλων. 

Και αν η εκπληκτική της ρίμα είναι αυτό που την χαρακτηρίζει κατά την διάρκεια πολλών ετών, η στροφή της στον μη έμμετρο λόγο μετά το 1968 δεν στερείται επ’ ουδενί   λογοτεχνικής μαστοριάς και γητειάς. 

Είναι δε επαληθευμένο ότι αν κάτι αποστρεφόταν η λογοτέχνις είναι η μίμηση. Δεν ακολούθησε, δηλαδή, τον συρμό, λόγω των κελευσμάτων του καιρού της, αλλά δοκίμασε τις μικρές της δυνάμεις και στο μη έμμετρο και σε πολλές περιπτώσεις πέτυχε ανάλογα αποτελέσματα μ’ εκείνα της ρίμας της, προσπάθεια που προέκυψε ομαλά και πηγαία. Είναι σίγουρο ότι την τελική αποτίμηση της όποιας προσφοράς της θα πράξει η Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. 

Σε δυο βασικές της αρετές, εν τούτοις, δεν θα μπορούσε παρά να κλίνει  το γόνυ: στη λογοτεχνική της τιμιότητα και στη λογοτεχνική της επάρκεια, που αποκτήθηκε με εντυπωσιακού όγκου σχολιασμένες αναγνώσεις όλων των ειδών του γραπτού λόγου. Το ευάριθμο κοινό της θα συνεχίσει να τέρπεται με τους στίχους της και τα, κάποτε, χιουμοριστικά και άρτια εν πολλοίς πεζογραφήματά της. 

      

Αμαλία Ρούβαλη 

Αθήνα, 8 Οκτωβρίου 2003     

(Στο κείμενο διατηρήθηκε η ορθογραφία της συγγραφέως). 

Οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Παπαδογιάννη προέρχονται από την ιστοσελίδα, http://kostaspapadogiannis.blogspot.com/ 

  

Πηγή  


 

  •  Ναυπλιακά Ανάλεκτα V (2004), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο 2004.

Read Full Post »

Γαλλική Σχολή Ναυπλίου Αδελφών Ουρσουλινών (1916-1920)

 


Η παρουσία και η εκπαιδευτική δραστηριότητα των διαφόρων καθολικών ταγμάτων, είχε ως σκοπό όχι μόνο την διαποίμανση και εκπαίδευση των καθολικών κατοίκων της Ελλάδας αλλά και την διάδοση της καθολικής πίστης σε ορθόδοξους που φοιτούσαν στα σχολεία τους, και τα οποία λειτουργούσαν κυρίως με την υποστήριξη της καθολικής εκκλησίας. Μετά την εγκατάσταση τους στην Ελλάδα (Φραγκισκανών, Δομινικανών κυρίως όμως Ιησουιτών και Καπουτσίνων) άρχισαν να λειτουργούν τον 16ο, 17ο και 18ο αιώνα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης στις καθολικές κοινότητες διαφόρων πόλεων και κυρίως νησιών.

Στην Αθήνα, την Άνδρο, τα Επτάνησα, το Ναύπλιο, την Μήλο και την Πάρο, δημιούργησαν σχολεία οι Καπουτσίνοι. Στην Σαντορίνη και την Τήνο οι Ιησουίτες. Στην Κρήτη, την Μακεδονία, την Νάξο, την Σύρο και την Χίο, Καπουτσίνοι και Ιησουίτες, που μάλιστα αρκετές φορές λειτουργούσαν και ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Ιδιαίτερα στα νησιά Σύρο, Νάξο, Τήνο και Χίο, καπουτσίνοι και Ιησουίτες οργάνωναν χωριστά επιμορφωτικά σεμινάρια, ετοιμάζοντας στελέχη για τον καθολικό κλήρο του Αιγαίου.

 

Οι Αδελφές Ουρσουλίνες

 


  

Αγία Άγγελα Μερίτσι

Το 1533 η Αγία Άγγελα Μερίτσι* (Angela Merici: 1474-1540) άρχισε να συγκεντρώνει νέες κοπέλες, προτείνοντας τους να ζήσουν έναν άτυπο μοναχικό βίο. Η κάθε μία ζούσε στο σπίτι της αλλά ήταν στην υπηρεσία του Θεού.

Μέσα σε λίγα χρόνια ο αριθμός τους αυξήθηκε σημαντικά. Η Αδελφότητα πρόσφερε σημαντικό κοινωνικό έργο αλλά και δίδασκε την χριστιανική πίστη. Στις 18 Μαρτίου 1537 η ιδρύτρια αφιερώνει την Αδελφότητα στην Αγία Ούρσουλα, που μαρτύρησε τον 5ου αιώνα, προτιμώντας τον θάνατο παρά την προδοσία της παρθενίας της.

Όταν πέθανε η Αγία Άγγελα, στις 27 Ιανουαρίου 1540, η Αδελφότητα αριθμούσε περισσότερα από 150 μέλη. Κατά τον 17ο αιώνα οι Αδελφές Ουρσουλίνες, αρχίζουν να εξαπλώνονται σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Τον 18ο αιώνα φτάνουν και στην Ελλάδα. Στην Τήνο (15 Ιουλίου 1704) εμφανίζονται οι δύο πρώτες ελληνίδες Ουρσουλίνες από το Κάστρο της Νάξου.  Πρόκειται για αφιερωμένες γυναίκες που ζουν με την οικογένεια τους αλλά τηρούν το κανονισμό της Αγίας Άγγελας και βοηθούν τους εφημέριους στο ποιμαντικό και κατηχητικό τους έργο.

Εσωτερικό Ιεράς Μονής Ουρσουλινών, στα Λουτρά Τήνου.

Οργανωμένο μοναστήρι  δημιουργείται το 1862. Εκεί, στεγάστηκαν: ορφανοτροφείο, οικοτροφείο, γαλλικό Γυμνάσιο, Πανεπιστήμιο, ελληνικό Δημοτικό, ταπητουργία, ραπτική, αργαλειοί κ.λ.π. Το όλο έργο οφείλεται ουσιαστικά στην αγγλικής καταγωγής Μαρία- Άννα Ληβς, η οποία είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη το 1825 και είχε ασπαστεί το μοναχικό σχήμα των Ουρσουλινών από το 1853.

Την περίοδο 1910-1930 φοιτούν στη Σχολή 300 οικότροφες μαθήτριες απ’ όλη την Ελλάδα. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Σχολή έκλεισε. Μετά τον πόλεμο, η επαναλειτουργία της Σχολής ήταν πολύ δύσκολη. Η έλλειψη  μαθητριών και τα νέα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της. Περιορίζεται στην εκπαίδευση των παιδιών του Δημοτικού. Το 1984 το σχολείο έκλεισε οριστικά.   

Στην Νάξο το 1739, μετά από μερικές αποτυχημένες προσπάθειες τελικά κατορθώνουν να εγκατασταθούν. Ήταν απόλυτα αφοσιωμένες στην μόρφωση των κοριτσιών και την διάδοση της χριστιανικής καθολικής πίστης. Μετά την εγκατάστασή τους άρχισαν να συγκεντρώνουν κορίτσια από το Αιγαίο αλλά και από την Κωνσταντινούπολη και την Εγγύς Ανατολή. Μετά την Επανάσταση, η Σχολή γνωρίζει μεγάλη ακμή και εξελίσσεται σε ένα από τα καλλίτερα σχολεία του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Στο Παγκόσμιο πόλεμο η Σχολή αναγκάζεται να κλείσει. Μετά τον πόλεμο, έγιναν προσπάθειες να επαναλειτουργήσει, οι συνθήκες όμως είχαν αλλάξει και η σχολή το 1970 έκλεισε.

 

Οι Ουρσουλίνες στο Ναύπλιο

 


  

Μεγάλο μέρος της καλής κοινωνίας του Ναυπλίου, ήθελε τα κορίτσια της να μορφωθούν και να αποκτήσουν τα κατάλληλα εφόδια για την βελτίωση του πολιτιστικού και βιοτικού τους επιπέδου. Έτσι στο Ναύπλιο συναντάμε από τα χρόνια του Καποδίστρια ακόμη ιδιωτικά παρθεναγωγεία, όπως της Γαλλίδας Σαρλότ Βολμεράνζ (Charlotte Volmerang) όπου τα κορίτσια μάθαιναν γραφή και ανάγνωση στην Ελληνική και Γαλλική γλώσσα, ιστορία, γεωγραφία αλλά και οικοκυρικά και χειροτεχνία.

Γαλλική Σχολή Ναυπλίου. Δεκαετία του 1910. (Φωτ. Αρχείο Ν. Σαββάκη)

Στην Ενδεκάτη, εκεί που σήμερα υπάρχει η Alpha Bank, στη γωνία της 25ης Μαρτίου και Ασκληπιού, υπήρχε το κτίριο που στεγάζονταν οι καθολικές αδελφές Ουρσουλίνες. Εκεί ιδρύθηκε η σχολή των Ουρσουλινών που λειτούργησε μόλις τέσσερα χρόνια. Από τον Ιούλιο του 1916 μέχρι τον Ιούλιο του 1920. Οι Ναυπλιώτες την αποκαλούσαν συνήθως «Γαλλική Σχολή».

« Διευθύντρια στο Ναύπλιο ήταν η αδελφή Κλημεντίνη Carriere ( Marie de lenfant Jesus). O Μ. Ρούσσος Μηλιδώνης δημοσιεύει και αίτηση 139 οικογενειαρχών του Ναυπλίου, με ημερομηνία 1 Μαΐου (ή 14 Μαΐου) 1916 προς τον Καθολικό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών L. Petit, με την οποία ζητούν την σύσταση Γαλλικού Παρθεναγωγείου ( « καθόσον σπουδαίως θα συντελέσει εις την ταχείαν και τελείαν εκμάθησιν της γαλλικής γλώσσης υπό των τέκνων μας»).

 
 

Η εσωτερική αυλή του φράγκικου μοναστηριού των Καλογραιών. (Φωτ. Σ. Καρούζου: ‘‘Το Ναύπλιο’’)

Οι πρώτες υπογραφές είναι του Γενικού Αρχίατρου ε.α. Σωτ.Κ. Παπαδόπουλου, του φαρμακοποιού Ιωάννη Οικονόμου, του υπολοχαγού Πυροβολικού Θεοδ. Λιάπη, του κτηματία Β. Χρονά και του δικηγόρου Δ. Πασπαλιάρη. Από τους υπογράφοντες, μόνον ο Παναγιώτης Ιωάννου Ιατρός, ιδιοκτήτης- συντάκτης της εφημερίδας Σύνταγμα, ήταν καθολικός. Υπογράφουν ακόμη ο Σ. Θ. Σοφρώνης, Αρχίατρος και Δήμαρχος (1926-27), η οικογένεια Καραπαύλου, ο Ι. Τερζάκης, βουλευτής Αργολίδος, ο Α. Πιλαφιτζής, δικηγόρος και πρόξενος της Γαλλίας, ο Κ. Παπαντωνίου και άλλοι ανώτεροι αξιωματικοί.

 

Επτά μοναχές από την Τήνο και την Νάξο φτάνουν στο Ναύπλιο τον Ιούλιο του 1916 για να υπηρετήσουν το σχολείο, οι οποίες έγιναν δεκτές με εχθρική διάθεση από τον Μητροπολίτη Αργολίδος Αθ. Λάσκαρη. Το 1920 εκδηλώθηκε επιδημία πανώλης στην Αργολίδα, το σχολείο επιτάχθηκε για την στέγαση των ασθενών, ενώ ο ιδιοκτήτης του κτιρίου Νικ. Παπανικολάου ζητούσε αύξηση του ενοικίου, γεγονότα που οδήγησαν στο κλείσιμο του».  

Και συνεχίζει ο Γιώργος Ρούβαλης στο άρθρο του στην τριμηνιαία έκδοση πολιτισμού «ναύδετο» το Φθινόπωρο του 2008. « Φοίτησαν 67 κορίτσια, 50 εσωτερικά και 17 εξωτερικά. Κατ’ έτος, ο αριθμός φοιτητριών ήταν 50 με 60. Το 1/3 ήταν εσωτερικές από το Άργος και άλλες πόλεις της Πελοποννήσου. Το μόνο αγόρι ήταν ο Καίσαρ Χειλέλης, μετέπειτα ξενοδόχος και κληρονόμος του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία στην πλατεία Φιλελλήνων.

Κατά το σχολικό έτος 1918-19 τα δίδακτρα ήταν 360 δραχμές και 40 επιπλέον για όσα κορίτσια έπαιρναν μαθήματα πιάνου. Το πρόγραμμα μαθημάτων περιελάμβανε γραφή και ανάγνωση στα ελληνικά και γαλλικά, αριθμητική, γεωγραφία, μουσική και ιδιαίτερα μαθήματα κλειδοκυμβάλου ( πιάνου) και μαντολίνου, γραφικές τέχνες, κέντημα και εργόχειρο».  

Μετά από χρόνια, το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως στέγη των προσφύγων Μικρασιατών. Το 1949 στέγασε το παγοποιείο Κοκκίνου και τέλος κατεδαφίστηκε στην δεκαετία του 1970.

 

Η Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών Αθηνών

 


 

Έμβλημα των μαθητών των Ουρσουλινών

Η Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών Αθηνών λειτουργεί από το 1947. Το 1952 άρχισε να λειτουργεί στο Ψυχικό εκπαιδευτικό συγκρότημα Γυμνασίου – Λυκείου, το οποίο ολοκληρώθηκε με Δημοτικό Σχολείο το 1976 στην περιοχή του Αμαρουσίου. Σήμερα διατηρεί Νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο για αγόρια και κορίτσια. Είναι η συνέχεια των σχολείων της Τήνου και της Νάξου.

Μέσα στο 19ο αιώνα το σχολείο διαμορφώθηκε σιγά – σιγά σε «Ελληνογαλλικό», το πρώτο χρονικά εκπαιδευτικό ίδρυμα αυτού του είδους στην Ελλάδα, για την μαθητεία στη γαλλική γλώσσα και κουλτούρα. Διατηρεί αυτό το χαρακτήρα του μέχρι σήμερα με τις υψηλότατες επιδόσεις των μαθητών του στη γαλλοφωνία.

Στον 21ο αιώνα καλλιεργώντας πάντα το πνεύμα της Αγάπης και της Αλληλεγγύης, στοχεύει στην άρτια εκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση των μαθητών του σύμφωνα με τις σύγχρονες απαιτήσεις. Αποδεικνύουν την προσφορά του οι λαμπρές επιδόσεις των μαθητών του στο Πανεπιστήμιο και στη συνέχεια στον επιστημονικό τομέα, στις τέχνες, στα γράμματα αλλά και γενικά στο στίβο της ζωής!

 

 Υποσημείωση

 


 

* Άγγελα Μερίτσι (Angela Merici: 1474-1540). Γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου 1474 στο Ντεζεντιάνο της βόρειας Ιταλίας. Ήταν η δευτερότοκη κόρη μιας βαθειά θρησκευόμενης χριστιανικής αγροτικής οικογένειας. Από πολύ μικρή, ορφάνεψε από πατέρα και μητέρα. Ο αδελφός της μητέρας τους, αναλαμβάνει την κηδεμονία των δυο κοριτσιών. Δέκα χρόνια αργότερα πεθαίνει η μεγαλύτερή της αδελφή.

Η Άγγελα μένει μόνη της. Συνεχίζει να ζει μια έντονη πνευματική ζωή και μάλλον ασκητική. Το 1506, εξαιτίας ενός οράματος, αισθάνεται την ανάγκη να ιδρύσει μια κοινότητα που θα ήταν στην υπηρεσία του Θεού. Το 1516 μεταφέρεται στην πόλη Μπρέσια για να ζήσει με το ζεύγος Ιερώνυμου και Κατερίνας Ντεζεντζάνο, μια οικογένεια μεγαλοαστών της εποχής.

Η Άγγελα συνεχίζει, παρά ταύτα την απλή και έντονη θρησκευτική της ζωή, ενώ το 1524 επισκέπτεται τους Αγίους Τόπους. Από το 1525 ζει ήσυχα προσφέροντας τις κοινωνικές της υπηρεσίες και τις καλές της συμβουλές σε όποιον της τις ζητούσε και όπου μπορούσε. Το 1533 ιδρύει τη μοναχική αδελφότητα των Ουρσουλινών. Στις 27 Ιανουαρίου του 1540 και σε ηλικία 66 ετών, πεθαίνει. Στις 30 Απριλίου 1768, ο πάπας Κλήμης ο 13ος  την ανακήρυξε Μακαρία και στις 24 Μαΐου ο Πίος ο 7ος Αγία.

 

 

Πηγές


  • Γιώργος Ρούβαλης, «Οι πέτρες και οι Άνθρωποι / Μικροϊστορία του Ναυπλίου», Εκδόσεις Ναύδετο, Ναύπλιο, 2009.
  • Περιοδικό «Ναύδετο», Τριμηνιαία έκδοση πολιτισμού, τεύχος 8, Ναύπλιο, 2008.
  • Δαυίδ Αντωνίου, «Γαλλικά Σχολεία στην Ελλάδα / Απόπειρα Πρώτης Καταγραφής», Διεθνές Κέντρο Έρευνας Αίσωπος – La Fontaine,  Αθήνα, 2009.
  • Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών – http://www.ursulines.gr/
  • Καθολική Εκκλησία Τήνου – http://www.catholic.gr/

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Αναγνωστόπουλος Κωνσταντίνος (Παπακωνσταντής 1770; – 1829;)


Ο παπά – Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος, αγνώστων άλλων οικογενειακών στοιχείων, πλην ίσως αδελφός ή συγγενής του δραστήριου προεστού του Αχλαδοκάμπου, κατά τους χρόνους της Επανάστασης (1821-1825), Αναγνώστη Αναγνωστόπουλου, φαίνεται ότι είναι ο πρώτος γνωστός Αγωνιστής εφημέριος του Αχλαδοκάμπου Άργους.

Το 1819 ήταν ήδη εφημέριος του Αχλαδοκάμπου, και μαζί με άλλους κληρικούς και λαϊκούς, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, από τον τότε μητροπολίτη Άργους και Ναυπλίας Γρηγόριο Καλαμαρά, όπως φαίνεται και από το έργο του μητροπολίτη Αργολίδας  Χρυσοστόμου του Β’, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας, τεύχος Α’, Άργος 1957, σ. 34 και 42.

Ούτε τον ακριβή χρόνο της γέννησής του γνωρίζουμε, ούτε τη δράση του, ούτε ακόμη και τον ακριβή χρόνο του θανάτου του. Πάντως πρέπει να είναι, αν όχι ο πρώτος, ένας από τους πρώτους εφημερίους του ναού της Αγίας Κυριακής.

Πέθανε από φυσιολογικό θάνατο, μετά το τέλος της Επανάστασης, δηλ. μετά το 1827, και αν υποθέσουμε ότι θα ήταν 60 χρόνων, μπορούμε να τοποθετήσουμε το χρόνο της γέννησής του γύρω στο 1770. Ότι πέθανε με φυσιολογικό θάνατο και ακόμη ότι ήταν ένας από τους πολλούς Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821, φαίνεται από την Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865, επί του Δημάρχου Αντωνίου Δημητρίου Αντωνόπουλου, στην οποία μνημονεύονται όλοι όσοι έλαβαν μέρος στις διάφορες μάχες κατά των Τούρκων, κατά τους χρόνους της Επανάστασης.

Η σχετική φράση της Απόφασης, στο τέλος της παράθεσης των φονευθέντων, έχει ως εξής: «…Ο δε παπά-Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος απεβίωσε μετά το τέλος της Επαναστάσεως». Έτσι επιβεβαιώνεται η δράση του, σαν Αγωνιστή, και η ιδιότητά του, σαν ιερέα του Αχλαδοκάμπου.  

  

Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος

Φιλόλογος – Θεολόγος

Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών

   

Πηγή  


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »