Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Λαϊκή Ιατρική στο Κρανίδι Αργολίδας

 

 

Τις αρρώστιες τις έστελνε ο Θεός κι ανάβανε τα καντήλια, για να τους κάνει καλά. Και περνούσανε κατ’ απ’ τον Επιτάφιο οι άρρωστοι και τα μικρά, για υγεία. Παίρνανε και λουλούδια και κεριά απ’ τον Επιτάφιο. Τα κεριά τ’ ανάβανε όταν βρόνταγε και άστραφτε και στο καράβι, αν έχει τρικυμία. Τα λουλούδια τα καίγανε και λιβανίζανε τον ματιασμένο και το πρόσωπο, όταν πρηζότανε. Λέγανε τότε ότι είχε ανεμοπύρωμα, κι αυτό ήτανε αγερικό. Τ’ ανεμοπύρωμα το στέλνανε οι νεράιδες.

Παλιά, όσους είχανε ευλογιά, τους κλείνανε στα σπίτια και δεν αφήνανε κανένα να τους δει. Απ’ τα παράθυρα τους δίνανε ψωμί, φαΐ και μετά τους επήγανε στον Προφήτη Ελισσαίο, ένα ερημοκκλήσι έξω και τους κλείσανε μέσα. Κι ήσανε ‘κει οι συγγενείς και τους περιποιούσανε, αλλά για λίγο καιρό. Μετά είπανε ότι ο Προφήτης Ελισσαίος έδιωξε την αρρώστια.

Όταν ένα μωρό είχε σιδρωστιές από κάτω στον λαιμό, γιατί με το σήκωμα τ’ απότομο του ‘πεφταν οι σιδρωστιές κι έκλαιγε πολύ το παιδί, το ‘παιρνε μια πραχτική, του σταύρωνε τα χέρια πίσω, τα πόδια, και το κυλούσε στο κρεβάτι, το τύλιγε με φασκιά και γινότανε καλά.

Βότανα βράζουνε μέχρι τώρα. Είν’ ένας απ’ την Τσακωνιά που τα κάνει αυτά. Και χέρια, πόδια, που σπάζουνε, τα δένει με μαλλί άπλυτο, με χαρτόνι, δεν βάζει γύψο και πιάνει το κόκαλο. Πολλοί εδώ δεν θέλουνε τους γιατρούς. Να, η μάνα μου, που ‘σπασε το πόδι της και δεν ήθελε να πάει σε γιατρό. Πήγε σε πραχτικό. Κι αυτός βράζει διάφορα βότανα.

 

Παλιά, παθαίνανε πολύ κοιλιακά, δηλητηρίαση. Και πέθαιναν από τους πόνους στην κοιλιά. Και πίνανε πολύ χαμόμηλο τότε. Βράζανε και χαμομήλι με λάδι, το σουρώνανε και το είχανε για εντριβή, που πιανόντουσαν που σηκώνανε τα βαρέλια στην πλάτη και φέρνανε νερό. Όταν κρυολογούσανε, βάζανε καταπλάσματα από πίτουρο.

Στις αμυγδαλές, όταν αρρώσταινε κανένας, βάζανε ζάχαρη, σ’ ένα μαντίλι, του ανοίγανε το στόμα και βάζανε το μαντίλι εκεί μέσα, το πιέζανε με τα δάχτυλα, έσκαζαν οι αμυγδαλές κι έβγαινε το πύον. Ήσανε κάτι ειδικές γι’ αυτό, που ξέρανε. Όταν πρηζόντουσαν, φωνά­ζανε τον παπά για να τους περάσει ευχή και να ξορκίσει το κακό, γιατί το πρήξιμο το λέγανε δαιμονικό. Κι έψελνε ο παπάς ευχέλαιο, περ­νούσε ευχή κι ακουμπούσε τον σταυρό πάνω στο κεφάλι. Μάγια, ξόρκια δεν κάνανε.

Είχανε τα βότανα απ’ το βουνό· τη ρίγανη, ας πούμε, τη μολόχα. Παίρνανε απ’ την τριανταφυλλιά την απριλιάτικη τα φύλλα του λου­λουδιού, τα ξεραίνανε, τ’ ανακατεύανε με μολόχα κι όταν το ‘βραζες, αυτό ήτανε ευκοίλιο.

Τα φάρμακα τους, παλιά, ήσανε οινόπνευμα και καμιά πλακίτσα καμφορά.

Είχανε και βεντούζες. Ήσανε ποτήρια του κρασιού, ή, παλαιά, κάτι φούσκες και βάζαν’ ένα δίφραγκο· παλιά, το λέγανε δεκάρα. Κι είχανε πανί ψιλό, τουλουπάνι, βάζανε μέσα το δίφραγκο, το σουρώνανε και το δένανε με κλωστή κι απάνου αφήνανε μια φουντίτσα. Και το κόβανε κι αφήνανε τη φουντίτσα και την ανάβανε, το βά­ζανε στο κρέας του ανθρώπου, έσβηνε και σήκωνε τη φουσκάλα. Κάνανε και έμπλαστρα. Βάζανε χαρτί μπλε, έπαιρναν απ’ τον πεύκο ρετσίνι και το ραντίζανε με τουλπάνι και το κολλάγανε πάνω στο κρέας.

Όταν πονούσε η κοιλιά, λέγανε ότι είχε ξεστρίψει ο αφαλός, γι’ αυτό είχε μεγάλο πόνο. Και πήγαιναν κάποιοι ειδικοί και τον γυρίζανε με το δάχτυλο. Άμα γινότανε απόστεμα, δεν τ’ ανοίγανε μόνοι τους. Όλο με ζεστά, με καταπλάσματα, με λιναρόσπορο. Με τα ζε­στά, ή διέλυε ή άνοιγε και έβγαιναν κάτι ξερά, μαύρες τα λέγανε.

 

Όταν πρηζόντουσαν κάτω απ’ το λαιμό, βάζανε κατάπλασμα. Κρεμμύδι ψητό, το λιώνανε με αλάτι, βάζανε και λουκούμι, και άνοι­γε. Είχανε και τσιρέτο. Άμα βγάζανε το κακό σπυρί, πεθαίνανε. Άμα βγάζανε καλόγερο, βάζανε μαλαχτικα, ζεστά. Ζεστά πίνανε για τον βήχα. Για την ελονοσία, τις θέρμες που λέμε, είχανε κινίνο. Και μερικοί που ξέρανε, φτιάνανε ένα πράμα σαν μελάνι. Κι ο πατέρας μου είχε ελονοσία κι είχε πάρει τέτοιο μελάνι και του είχε γίνει μέσα το στόμα κατάμαυρο. Η επιληψία δεν έφευγε. Όταν τον έπιανε τον άνθρωπο, του τρίβανε τα χέρια, το κεφάλι. Για τη χρυσή, ήτανε μια ‘δω πέρα που ήξερε. Έκοβε ένα κομματά­κι κρέας από τα χείλη, από μέσα, και τους έδινε κάτι χαπάκια κίτρι­να, που τα ‘φτιανε μόνη της, και περνούσε η χρυσή. Όταν έπιανε η ιλαρά τα παιδιά, όλο γλυκά τους δίνανε. Στις μαγουλάδες βάζανε ‘κει που ‘χε πρηστεί ζεστά και μετά τ’ αλείφανε με κατράμι και το μαυρίζανε για να ψοφήσει ο πόνος. Όταν είχανε κοκκύτη, τους δίνανε ζεστά και τα πηγαίνανε στη θάλασσα για να φύγει. Κι άμα μπορούσανε και κάνανε ένα ταξιδάκι με καραβάκι, ακόμα καλύτερα.

Άμα πονούσε το αυτί, ρίχνανε μια σταγόνα λάδι απ’ το καντήλι ή κανένα κεροπάνι. Είναι πανί άσπρο, το βουτούσανε στο κερί, στέγνωνε, το κάνανε σαν χωνί και βάζανε το φαρδύ μέρος στο αυτί και ανάβανε τη μύτη του χωνιού. Κι από τη ζεστασιά, ή θα ‘σκαζε τ’ αυ­τί ή θα ξεθύμαινε και θα γινότανε καλά σιγά σιγά. Οι άρρωστοι τρώγανε καμιά σούπα, καμιά χυλοπίτα, γάλα απ’ τα ζωντανά· δεν είχανε και πολλά πράματα τότε. Στα μωρά, άμα δεν κοιμόντουσαν, πολλοί τους δίνανε κούπζες, δηλαδή αυτό τ’ αφιόνι από τις παπαρούνες· το βράζανε και τους το δίνανε με ζάχαρη. Αλλά και πολλοί φοβόντουσαν και δεν τους δίνα­νε.

 

Κτηνιατρική

 

 

Από ζώα, δώθε, πιο πολύ, είχανε άλογα. Κι όταν τα ‘πιανε η κοιλιά, τα φέρνανε στην εκκλησία απέξω και τα φέρνανε τρεις φορές γύ­ρω. Στον Άη Γιώργη, γιατ’ ήτανε κι αυτός καβαλάρης. Και τους βά­ζανε τηγάνια ζεστά στην κοιλιά ή τους ανάβανε φωτιά από κάτου. Κι όταν τα έπιανε ξεροσαγκαή ή αμυγδαλές, βράζανε κριθάρι, κι όπως ήτανε ζεστό, τους το βάζανε σ’ ένα ντορβά και τους το κρεμάγανε στο λαιμό και τους πήγαινε το άχνος, έσπαγαν οι αμυγδαλές κι έβγαζαν, όπως ο άνθρωπος, βρόμες. Κι όταν τους πονούσε η κοιλιά, τα τρέχα­νε.

Οι κότες, άμα δεν πίνανε νερό, βγάζανε την πιπίτα (=κόρυζα). Κι αυτό, όταν διψάνε πολύ οι άνθρωποι, το λένε: «Θα βγάλω την πιπί­τα». Και βγάζανε οι κότες ένα κοκαλάκι στη γλώσσα. Ήσανε κάτι ειδικοί και πηγαίνανε, τους ανοίγανε το στόμα και τους το βγάζανε.

Πιάνανε και ψείρες, τις κοτόψειρες, και ξυνόντουσαν, αλλά αυ­τές δεν έρχονται στον άνθρωπο. Παθαίνανε και τη χολέρα που λέμε και μαραζώνουν, μαυρίζει το λειρί και ψοφάνε. Αυτό είναι κολλητι­κό και μπορούσες να χάσεις σε μια βδομάδα, ξέρω ‘γω, τριάντα κό­τες, γιατί δε μπορούσες να κάνεις τίποτε. Βγάζανε τις άρρωστες απ’ το κοτέτσι και τις δένανε κάπου μακριά, για να μη μολύνουν τις άλ­λες.

Οι γίδες παθαίνανε κλαμπάτσα και πρηζόντουσαν οι κοιλιές τους.

 

Μαρτυρίες

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Ελένη Μανιάτη, ετών 84, απόφοιτη Τρίτης Δημοτικού.

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

 

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Σπηλιάδης Νικόλαος (Τρίπολη 1785 – Ναύπλιο 1862 ή 1867)


 

Νικόλαος Σπηλιάδης

Ο Νικόλαος Σπηλιάδης (1785 – 1862 ή 1867) υπήρξε φιλικός, αγωνιστής, πολιτικός, λόγιος και «απομνημονευματογράφος» του αγώνα του 21. Γεννήθηκε στην Τρίπολη. Σπούδασε στο Άργος και στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαζί με τον Αναγνωσταρά δούλεψε για ένα διάστημα στην επιχείρηση του φιλικού Π. Σέκερη. Στη συνέχεια εργάσθηκε υπάλληλος του μεγαλέμπορου Αλέξαδρου Μαύρου.

Το 1816 αυτός τον έστειλε στην Οδησσό, όπου μυήθηκε στη Φιλική εταιρία από το Σκουφά. Μάλιστα αναφέρεται ότι όταν ο Σκουφάς του πρότεινε να γίνει μέλος της Φ.Ε. δέχθηκε, αλλά κατά τη διάρκεια της μύησης άρχισε να έχει δισταγμούς, απορώντας κυρίως, πώς εμπιστεύθηκαν την σημαία μιας τόσο μεγάλης ιδέας στον Σκουφά, που αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες στην εργασία του. Ενώ είχε αρχίσει να γράφει το «Εφοδιαστικόν» (δηλαδή το έγγραφο που έπρεπε να συμπληρωθεί και να υπογραφεί από κάποιον που προσχωρούσε στην Φιλική Εταιρεία) και συγχρόνως ήταν σκεπτικός, ο Σκουφάς, βρίσκοντας κάποια πρόφαση του πήρε το έγγραφο και αποσύρθηκε για λίγο, για να εξαφανισθεί στη συνέχεια. Ο Σπηλιάδης δεν αναφέρθηκε ποτέ στο περιστατικό αυτό. Λίγο αργότερα, όταν έμαθε τις δολοφονίες των φιλικών Γαλάτη και Καμαρινού, θεώρησε ότι και αυτός καταδιώκεται, και αποφάσισε ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει. Στη συνέχεια όμως συμμετείχε ενεργά στις δραστηριότητες της Φιλικής Εταιρίας και επιδόθηκε στη μύηση Ελλήνων της Οδησσού.

Όταν κηρύχτηκε η Επανάσταση, ήλθε στην Ελλάδα για να πολεμήσει. Αφιερώθηκε όμως κύρια στα πολιτικά πράγματα. Το 1822 διορίστηκε αρχιγραμματέας της Πελοποννησιακής Γερουσίας και από τη θέση αυτή προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες, δείχνοντας πολιτική σύνεση. Μεταξύ άλλων, διατέλεσε γενικός γραμματέας του Εκτελεστικού Σώματος, αντικαθιστώντας τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Παράλληλα συνδέθηκε με τον Καποδίστρια του οποίου υπήρξε ένθερμος φίλος, οπαδός και συνεργάτης. Στις 5 Φεβρουαρίου 1829, μετά την αποχώρηση του Σπ. Τρικούπη, διορίσθηκε Γραμματέας Επικρατείας, θέση ανάλογη με του πρωθυπουργού. Παραμένοντας πάντοτε υποστηρικτής του Καποδίστρια, ήλθε και αυτός σε ρήξη με τους πολιτικούς του αντιπάλους, δηλώνοντας χαρακτηριστικά:

«Εξαιρέσει δ’ ολίγων οι διατελούντες εις την υπηρεσίαν του Καποδίστρια είναι τίμιοι άνθρωποι και, αποστρεφόμενοι το έγκλημα, δεν εκκαθάρισαν την Ελλάδα από τοιαύτα τέρατα και δια τούτον μόνον έβλαψαν την πατρίδαν».

Επί Βαυαροκρατίας, συνελήφθη και φυλακίστηκε με την κατηγορία της συμμετοχής σε συνομωσία κατά του Όθωνος, αλλά αθωώθηκε.

Προς το τέλος της ζωής του ασχολήθηκε με τη συγγραφή, ενώ μετέφρασε και μερικά γαλλικά κείμενα, όπως «Τα μυστικοσυμβούλια και ο λαός του Μπινιόν», «Περιήγησις εν Ελλάδι του Σατομπριάν», κ.ά. Μεταξύ των έργων του ξεχωρίζουν «τα Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσιν εις την Νέαν Ιστορίαν των Ελλήνων» που εκδόθηκε το 1857. Στο έργο αυτό αφηγείται την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, περιγράφοντας πολλά περαστικά και μάχες του απελευθερωτικού αγώνα. Τα «Απομνημονεύματα» αποτελούν σημαντική ιστορική πηγή για την επαναστατική και μετεπαναστατική περίοδο.

Στα 1838, ωστόσο, στη σκιά της απολυταρχίας του Όθωνα και στο απόγειο της εκστρατείας αποδόμησης της υστεροφημίας του Κυβερνήτη, ο Σπηλιάδης επιστράτευσε τη γραφίδα του για να αναιρέσει το αντικαποδιστριακό κατηγορητήριο που είχε εξαπολύσει ο επιφανέστερος ίσως πολέμιος της Ελληνικής Πολιτείας (1828-1832), ο Βαυαρός φιλέλληνας Friedrich Thiersch.

Το βιβλίο του Σπηλιάδη,  γραμμένο στα Γαλλικά, με τίτλο «Réfutation faite par un grec lan mil huit cent trent huit de louvrage intitulé “De l’état actuel de la Grèce et des moyens darriver à sa restauration”, publié par Mr. F. Thiersch lan, 1833», είχε σκοπό να αποκαταστήσει την υπόληψη του «μπαρ­μπα-Γιάννη», απαντώντας, μεταξύ άλλων, στις συκοφαντίες γύρω από τη διπλωματική στρατηγική του, η οποία συνδεόταν με το όραμα που είχε για την εδραίωση της ελληνικής κυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή· την ανταπόκρισή του στο αίτημα περί διανομής της εθνικής γης στους ακτή­μονες, το οποίο φαίνεται ότι συσχέτιζε με το φλέγον πολιτειακό ζήτημα· τις αντιλήψεις του σχετικά με τη θέση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς στη νεοελληνική ταυτότητα· τη στάση του απέναντι στην αντιπολίτευση και τα εγχώρια ολιγαρχικά συμφέροντα· καθώς και τις διαθέσεις του απέναντι στην προοπτική πολιτειακής συμβίωσης με τον Όθωνα.

Το παραπάνω  βιβλίο υπό τον τίτλο «Αναίρεσις» του Νικολάου Σπηλίαδη  κυκλοφόρησε  για πρώτη φορά στα ελληνικά το 2019, μεταφρασμένο από τον Αλέξανδρο Παπα­διαμάντη. Πέθανε στο Ναύπλιο το 1862.

 

Πηγή


 

Read Full Post »

Μουσείο Κωτσιομύτη Φυσικής Ιστορίας

 

 

Το Μουσείο Κωτσιομύτη Φυσικής Ιστορίας βρίσκεται στο Δήμο Ασκληπιείου του Νομού Αργολίδας στη πόλη του Λυγουριού που αποτελεί και το βασικό οικιστικό συγκρότημα αυτού του Δήμου σε  απόσταση (5 χλμ.)  από  το Αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου,  το οποίο αποτελεί ένα από τα κορυφαία μνημεία του παγκόσμιου πολιτισμού.

Μέσα σε αυτό το πολιτισμικό περιβάλλον, που αποτυπώνει και αποθησαυρίζει κορυφαία σημεία της ανθρώπινης περιπέτειας στο χρόνο, υπάρχει και λειτουργεί το Μουσείο Κωτσιομύτη Φυσικής ιστορίας, το οποίο από τη δική του σκοπιά επιχειρεί να μνημειώσει τη φυσική εξέλιξη όχι μόνο της περιοχής αναφοράς του, αλλά του ευρύτερου γήινου χώρου. Αξιοποιώντας τα πλούσια παλαιοντολογικά ευρήματα της περιοχής, φιλοδοξεί να αποτελέσει έναν χώρο/επίκεντρο της οργανωμένης παρουσίασης και μελέτης της ευρύτερης γήινης φυσικής ιστορίας.

 

 

Η σύσταση του Μουσείου

 

 

Το Μουσείο Κωτσιομύτη Φυσικής Ιστορίας, αποτελεί το δημιουργικό επιστέγασμα της ακούραστης προσπάθειας των Ιδρυτών του, που έχοντας διαπιστώσει όλο το φυσικό πλούτο της περιοχής τους και έχοντας ταυτόχρονα αξιοποιήσει τον πλούτο αυτό σαν ερέθισμα για τη συστηματική ενασχόλησή τους με τη πορεία της φυσικής εξέλιξης, αποφάσισαν να προσδώσουν στο ενδιαφέρον τους ένα μονιμότερο χαρακτήρα. Ώστε σήμερα να διαθέτει την πληρέστερη θεματική συλλογή στην Ελλάδα.  Για τους ιδρυτές του είναι έργο ζωής.

 

 

Τα 6000 περίπου εκθέματά του έχουν σχέση κυρίως με ορυκτά και απολιθώματα. Η συλλογή του θεωρείται μοναδική για ολόκληρη την Ελλάδα και μία από τις πιο πλούσιες της Ευρώπης.

 

Μερικά από τα εκθέματά του είναι μοναδικά σε ολόκληρο τον κόσμο.

 

Ιδρυτές του Μουσείου. Βασίλειος Ν. Κωτσιομύτης & Αναστασία Σαρρή-Κωτσιομύτη.

Ιδρυτές του Μουσείου. Βασίλειος Ν. Κωτσιομύτης & Αναστασία Σαρρή-Κωτσιομύτη.

Ιδρύθηκε από τους Βασίλειο Ν. Κωτσιομύτη & Αναστασία Σαρρή-Κωτσιομύτη, το 1993. Λειτούργησε πρώτη φορά τον Ιούνιο του 1995 με την επωνυμία «Μουσείο Φυσικής ιστορίας Ασκληπιείου Επιδαύρου». Μετονομάστηκε το 2006 σε «ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΩΤΣΙΟΜΥΤΗ ΦΥΣΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ». Με την εγκατάστασή του σε νέο κτήριο (που παραχωρήθηκε από το Δήμο Ασκληπιείου) και με την ανάλογη διευθέτηση του χώρου, έχει τη δυνατότητα να προβάλλει περισσότερα εκθέματα κι επιπλέον συλλογές και διαθέτει όλη την απαραίτητη υποδομή και τα τεχνικά μέσα φύλαξης συντήρησης και ανάδειξης των εκθεμάτων του. Λειτουργεί με τη συνεργασία ειδικών επιστημόνων του Πανεπιστημίου Αθηνών, του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου, του Ι.Γ.Μ.Ε. και άλλων επιστημονικών φορέων. Το Υπουργείο Παιδείας στο διάστημα της μέχρι σήμερα λειτουργίας του Μουσείου, έχει προτείνει μέσω εγκυκλίων προς τα σχολεία της χώρας την επίσκεψη σε αυτό, αναγνωρίζοντας τη μοναδικότητα, την πληρότητα, την εγκυρότητα και την εκπαιδευτική του αξία.

 

 

 

 

Τα εκθέματα και η λειτουργία του Μουσείου

 

Στο Μουσείο ο κάθε επισκέπτης του έχει τη δυνατότητα να περιέλθει και να μελετήσει πίνακες που απεικονίζουν και αποδίδουν εύληπτα τη θεωρία της εξέλιξης της ζωής πάνω στη Γη, από 570.000.000 χρόνια πριν μέχρι σήμερα.  Το σχηματισμό του ανάγλυφου της Ελληνικής Γης από τα 210.000.000 περίπου χρόνια και τη γεωμορφολογική του εξέλιξη μέχρι σήμερα. Τον πίνακα που απεικονίζει παραστατικά τα ζώα που κατοίκησαν στον Ελλαδικό χώρο κατά το παρελθόν, και την κατανομή ξηράς και θάλασσας στη Γη, από 600.000.000 χρόνια πριν μέχρι σήμερα.

 

Ακόμη μια σειρά πινάκων με εκπαιδευτική και ενημερωτική ύλη που κατατοπίζουν τον επισκέπτη στις διάφορες πτυχές της φυσικής εξέλιξης, όπως και μια ολοκληρωμένη σειρά πόστερ, με αναλυτική απεικόνιση των σημερινών ειδών ζωής στη Γη. Στις προθήκες των απολιθωμάτων του Μουσείου, εκτίθενται εκτός από την τεράστια συλλογή αμμωνιτών της Επιδαύρου(τριαδικής περιόδου, φάσεων «Κάρνιο 235.000.000, Λαδίνιο239.000.000 καιΑνίσιο,241.000.000χρόνια πριν») και αμμωνίτες από άλλα μέρη του κόσμου, όπως Μαρόκο, Μαδαγασκάρη, Γαλλία, κ.λ.π.

 

Θαλάσσια χελώνα

Θαλάσσια χελώνα

Τα απολιθώματα αυτά,  διακρίνονταν σε 2.000 γένη και 15.000- 20.000  είδη, εξαφανίστηκαν πριν από 65.000.000 χρόνια και τα συναντάμε μόνο σε απολιθώματα). Στο Μουσείο πέραν των προαναφερθέντων εκθεμάτων, εκτίθενται επίσης συμπλέγματα Ιππουριτών από τη Χαιρώνεια και Ραδιολιτών από τη Λάριμνα, διασωσμένοι με το μητρικό τους πέτρωμα, που χρονολογούνται στα  90.000.000 χρόνια. Τα θαλάσσια αυτά ζώα εξαφανίστηκαν πριν από 65.000.000 χρόνια.

Ακόμη, εκτίθενται Στρείδια μεγάλου μεγέθους με προέλευση από την Μεθώνη και τα Κύθηρα, που χρονολογούνται στα 5.000.000 χρόνια , καθώς και οι Αχινοί από τα Κύθηρα , των οποίων η μορφή είναι διαφορετική από αυτή των Αχινών που συναντάμε σήμερα.

 

Απολιθωμένο ψάρι

Απολιθωμένο ψάρι

Άλλα εκθέματα του Μουσείου είναι απολιθωμένα  ψάρια, κοράλλια, καθώς και άλλα είδη ανάμεσα στα οποία εντυπωσιακό είναι ένα απολίθωμα με την  ψευδομορφή δυο πουλιών. Επίσης, εντυπωσιακά είναι και τα εκθέματα από απολιθωμένα μέρη κορμών δέντρων (Σεκόγια) ηλικίας 7.000.000 έως 9.000.000 χρόνων. Ο μεγαλύτερος από αυτούς κορμούς έχει φυσιολογικό μέγεθος και ενώ στην φυσική του κατάσταση το βάρος του δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 100 κιλά, στην απολιθωματική του κατάσταση είναι πάνω από 800 κιλά.  Τα απολιθώματα κορμών δέντρων προέρχονται από τον Ελλαδικό χώρο και κυρίως από την Βόρεια Εύβοια.

 

 

 

Αίθουσα Ορυκτών

Αίθουσα Ορυκτών

Εκτός όμως από τα απολιθώματα, στις προθήκες του Μουσείου σε ειδικά διευθετημένο χώρο, εκτίθενται και ορυκτά. Συγκεκριμένα, στην πραγματικά πλούσια συλλογή του Μουσείου, συγκαταλέγεται μια μεγάλη γκάμα πετρωμάτων, μεταξύ των οποίων είναι Μεγαλοκρυσταλλικοί Γύψοι, Αζουρίτες, Σιδηροπυρίτες, Αμέθυστοι, Χαλαζίες, Ανκερίτες, Αραγωνίτες, Ασβεστίτες, Λεπτοκρυσταλικοί Μαλαχίτες, Κονυχαλκίτες, Αουριοχαλκίτες, Γαληνίτες, Φθορίτες, Λεμονίτες, Μαγγάνια, Αιματίτες, κλπ. Όλα αυτά τα πετρώματα συγκροτούν μια από τις πλέον σπάνιες συλλογές ορυκτών, εκθεμάτων, και προσφέρονται για να μπορέσει ο επισκέπτης του Μουσείου να λάβει μια περιεκτική εικόνα του άφατου πλούτου της φυσικής εξέλιξης.  Επίσης εκτίθενται, πέτρινα εργαλεία και πετρολογικό υλικό, εργαλεία εξόρυξης, έντομα & πεταλούδες και όστρακα.

 

 

 

Στο Μουσείο Κωτσιομύτη Φυσικής Ιστορίας, όλος αυτός ο πλούτος των απολιθωμάτων και των ορυκτών έχει κατανεμηθεί στο χώρο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να παρέχεται στον επισκέπτη η δυνατότητα να διαμορφώσει μια κατά το δυνατόν πλήρη αντίληψη του θαύματος της φυσικής εξέλιξης. Η ταυτοποίηση και η χρονολόγηση των εκθεμάτων έγινε από ειδικούς επιστήμονες όπως: ο Καθηγητής πρόεδρος της Γεωλογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Κωνσταντίνος Σιδέρης, ο Καθηγητής της Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Αθανάσιος Κατερινόπουλος και ο παλαιοντολόγος καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου, στέλεχος του Ι.Γ.Μ.Ε και ειδικός στην πανίδα Αμμωνιτών, κ. Βασίλειος Τσελεπίδης. Η συνεργασία των ειδικών επιστημόνων με το «Μουσείο Κωτσιομύτη Φυσικής Ιστορίας», διασφαλίζει την επιστημονική εγκυρότητα και υπευθυνότητα του τρόπου παρουσίασης των εκθεμάτων και κατ’ αυτόν τον τρόπο συμβάλλει και στην επιτέλεση ενός εν ευρεία έννοια εκπαιδευτικού και μορφωτικού έργου του Μουσείου. Έργου, πολυτρόπως χρήσιμου αν λάβει κανείς υπ’ όψιν του το πόσα λίγα είναι στη χώρα μας παρόμοια ιδρύματα που να ασχολούνται με την υπεύθυνη παρουσίαση της ιστορίας της φυσικής εξέλιξης. Στόχος των ιδρυτών του είναι η περαιτέρω ανάπτυξη και εμπλουτισμός του.  Η διαρκής λειτουργία του ως ενεργός φορέας έρευνας, επιμόρφωσης,  εκπαίδευσης, πολιτισμού, και διαφύλαξης του φυσικού πλούτου.

 

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

 

ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΩΤΣΙΟΜΥΤΗ ΦΥΣΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Λεωφόρος Ασκληπιού 27, Τ. Κ.  21 052 Λυγουριό Αργολίδας

Τηλ.: 27530 22587  27530 22588  27530 22730

 

 

Επιμέλεια κειμένου:

Αναστασία Σαρρή – Κωτσιομύτη

 

 

Πηγή

 

  • Περιοδικό «Ναύδετο », τεύχος 2, σελ. 22 – 25.

Read Full Post »

Τρίπολη ( Απελευθερωτικός Αγώνας)

 

 

Η Ιστορία της πόλης

 

 

Η Τρίπολη είναι μια από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες πόλεις της Πελοποννήσου. Είναι πρωτεύουσα του Ν. Αρκαδίας και της Επαρχίας Μαντινείας.  Κατοικήθηκε για πρώτη φορά μετά την κατάληψη του Μοριά από τους Τούρκους (1460) από καταδιωγμένους κατοίκους της Αρκαδίας και κυρίως από ανθρώπους των χωριών Δαβιάς, Μοχλίου και Βελιγοστής. Γι’ αυτό και μετεπαναστατικά ονομάστηκε Τρίπολις.

 

Γέροντες Τρίπολη 1900. Αρχείο: Ν. Γρηγοριάδη.

Γέροντες Τρίπολη 1900. Αρχείο: Ν. Γρηγοριάδη.

Στα περισσότερα έγγραφα του απελευθερωτικού αγώνα αναφέρεται ως Τριπολιτσά ή Τριπολιτζά και σε παλιότερες γραπτές πηγές, ως Ντρομπολιτζά*. Με το τελευταίο όνομα μνημονεύεται και κάποιο τουρκικό κάστρο από το 1467 και μετά. Η Τριπολιτσά μέχρι και τις αρχές του 18ου αι. ήταν ένα  χωριό, το οποίο στη συνέχεια αναπτύχθηκε και έγινε μετά τα Ορλωφικά διοικητικό κέντρο της Πελοποννήσου και έδρα του Μόρα Βαλεσή, δηλαδή του Τούρκου διοικητή της Πελοποννήσου, με πρώτο τον Αχμέτ πασά Σαλάμπαση (1770-1787).

Η Τρίπολη, δέχτηκε την οργή των Τούρκων κατά τα Ορλωφικά** και στη συνέχεια επί εννέα χρόνια τις λεηλασίες των Αλβανών, μέχρι που τα σουλτανικά στρατεύματα σε συνεργασία με τους χριστιανούς κλέφτες κατόρθωσαν να τους εξοντώσουν. Εκεί διακρίθηκε ο πατέρας του Θ. Κολοκοτρώνη, Κωνσταντής. Από τους 12.000 Αρβανίτες μόνο 700 γλίτωσαν και διέφυγαν στη Ρούμελη. Μέχρι το 1808 υπήρχε στην άκρη της πόλης, κατά την πύλη τ’ Αναπλιού, πυραμίδα από χιλιάδες ασβεστωμένα κεφάλια Αλβανών.

Ο Αχμέτ πασάς, ο πρώτος Μόρα Βαλεσής, έκανε την Τριπολιτσά πρωτεύουσα του Μοριά με σουλτανικό φιρμάνι και εγκαταστάθηκε εκεί μόνιμα το 1786, όταν ολοκληρώθηκε το τείχος της πόλης, που κτίστηκε με αγγαρείες των χριστιανών. Το τείχος είχε 5,5 μ. ύψος, 3,5 χλμ. μήκος και πάνω από δύο μέτρα πάχος στη βάση.

 

Στη συνέχεια, η Τρίπολη έγινε πολυάνθρωπη με πολλούς Τούρκους και αξιόλογο στράτευμα. Ιδιαίτερα αναπτύχθηκε, όταν Μόρα Βαλεσής έγινε ο γιος του Αλή πασά των Ιωαννίνων Βελής (1807-1820), γιατί τον ακολούθησαν πολλοί βιοτέχνες και τεχνίτες Γιαννιώτες, οι οποίοι συνετέλεσαν στην οικονομική της ανάπτυξη.

 

 

Η Τρίπολη στην Επανάσταση

 

 

 
Τριπολιτσιώτες προύχοντες με εθνική ενδυμασία. Φωτογραφία Nelly’s περίπου το 1930.

Τριπολιτσιώτες προύχοντες με εθνική ενδυμασία. Φωτογραφία Nelly’s περίπου το 1930.

Το 1821 η Τρίπολη είχε 35.000 κατοίκους, Τούρκους, Έλληνες και λίγους Εβραίους. Με το ξέσπασμα της επανάστασης ο πληθυσμός της αυξήθηκε σημαντικά, γιατί πολλοί Τούρκοι κατέφευγαν εκεί για ασφάλεια. Όταν άρχισε η πολιορκία, υπήρχαν μέσα 15.000 αρματωμένοι Τούρκοι και Αλβανοί. Ο Θ. Κολοκοτρώνης πίστευε πως έπρεπε να καταληφθεί η Τρίπολη, για να στεριώσει η επανάσταση, και είχε απόλυτο δίκιο, γιατί ήταν διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο του Μοριά, ικανό λόγω της γεωγραφικής του θέσης και της δύναμής του να αντιμετωπίζει με επιτυχία τους επαναστατημένους Ρωμιούς σ’ όλο το Μοριά. Με δυσκολία κατόρθωσε να μαζέψει λίγο στρατό στην αρχή, γιατί πολλοί καπεταναίοι και πρόκριτοι δε συμφωνούσαν μαζί του. Στη συνέχεια όμως κατάλαβαν πως είχε δίκιο. Έτσι, τον Ιούνιο τα ελληνικά στρατεύματα, που συμμετείχαν στην πολιορκία, ήταν πάνω από 7.000. Όσο περνούσαν οι μέρες και η θέση των πολιορκουμένων χειροτέρευε, τόσο πλήθαιναν και οι πολιορκητές που συνέρρεαν με κάθε πολεμικό μέσο.

Εκείνες τις μέρες η αλληλεγγύη και η διάθεση συνεισφοράς στον αγώνα ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένες ανάμεσα στους αγωνιστές. Εκείνο που προείχε και φλόγιζε τις καρδιές τους ήταν η επιτυχία του σχεδίου του Κολοκοτρώνη.

Στην Τρίπολη λοιπόν πολέμησαν στο πλευρό του Γέρου του Μωριά και του Νικηταρά και αρκετοί μαχητές από την Επαρχία Άργους, με επικεφαλής τον Γιαννάκο Δαγρέ, τον αδελφό του Θανάση, τον Θεόδωρο Τριγγούνη, τον Ηλία Θεοδωρόπουλο και τον Γεώργιο Φράγκο, ο οποίος και έπεσε κατά την πολιορκία.   

 

 
Ανακομιδή στη Τρίπολη των λειψάνων του Θ. Κολοκοτρώνη με το τραίνο, 10 Οκτ. 1930, σιδ. σταθμός Τρίπολης.

Ανακομιδή στη Τρίπολη των λειψάνων του Θ. Κολοκοτρώνη με το τραίνο, 10 Οκτ. 1930, σιδ. σταθμός Τρίπολης.

Η Τρίπολη έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, από ένα τυχαίο και αναπάντεχο περιστατικό· ο Τσακωνίτης αγωνιστής, ο Μανώλης Δούνιας,*** έδινε στους Τούρκους ψωμί και σύκα και είχε πιάσει φιλίες μαζί τους. Εκείνοι τον δέχονταν στο πυροβολείο τους – τάπια – που ήταν κοντά στην πύλη τ’ Αναπλιού, και κάνανε συντροφιά. Ο Δούνιας έπαιρνε και κάποιους φίλους μαζί του. Την ημέρα εκείνη παρατήρησαν ότι οι υπερασπιστές στις επάλξεις ήταν ελάχιστοι, γιατί οι Τούρκοι είχαν μεγάλη σύναξη, για να δουν τι θα κάμουν, και η φρούρηση είχε χαλαρώσει.

Εκμεταλλεύτηκαν, λοιπόν, την ευκαιρία και άνοιξαν την πύλη τ’ Αναπλιού. Όρμησαν τότε κι άλλοι μέσα, ανοίχτηκαν κι άλλες πύλες και σε λίγο οι πολιορκητές έμπαιναν από παντού. Ο πρώτος καπετάνιος που πάτησε την πόλη ήταν ο Παναγιώτης Κεφάλας,**** ο οποίος μπήκε από την πύλη του Μυστρά. Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν κι έτρεξαν να σώσουν τις οικογένειές τους. Αμέσως άρχισε άγρια σφαγή. Οι Έλληνες δεν ήταν δυνατό να πειθαρχήσουν στους αρχηγούς τους, αφού μάλιστα η πόλη δεν είχε καταληφθεί με έφοδο αλλά από τυχαίο περιστατικό.

Ο Καπετάνιος Γιαννάκος Δαγρές από την Καρυά, συνέλαβε τον κοτζάμπαση Σωτηράκη Κουγιά, ο οποίος ήταν προδότης και είχε αποκαλύψει στους πασάδες της Τρίπολης το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας και αφού του έκοψε τ᾽ αυτιά, τον σκότωσε.

 

Ο Φωτάκος γράφει:

 

 «Η σφαγή άρχισεν εις όλα τα μέρη της πόλεως, το τουφέκι εδούλευε πανταχού και ανηλεώς και κατά τρεις ολοκλήρους ημέρας εσκοτώνοντο πάσης ηλικίας άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά ανήλικα. Οι Έλληνες εδώ εξεδικήθησαν δι’ όσα τόσους χρόνους είχαμεν πάθει από τους τυράννους μας…».

 

Η σφαγή κράτησε τρεις μέρες, μέχρι την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου, και τελείωσε μόνο όταν έσβησε κάθε αντίσταση των Τούρκων. Οι Έλληνες εκδικήθηκαν τους Τούρκους για όσα τους είχαν κάνει τόσους αιώνες και φάνηκε ότι η συμβίωσή τους πια δεν ήταν δυνατή. Υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν 10.000 Τούρκοι και ότι 8.000 αιχμαλωτίστηκαν. Έλληνες σκοτώθηκαν περίπου 300.

 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αναφέρει στο ημερολόγιό του σχετικά με την απελευθέρωση της Τρίπολης:

 

«Το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριάνταδύο χιλιάδες. Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατό.»‘

 

 
Μεταφορά των οστών του Θ. Κολοκοτρώνη, δοξολογία στον Μητρ. Ναό του Αγ. Βασιλείου, 10 Οκτ. 1930. (φωτογραφικό αρχείο Ζαχ. Ζαχαρόπουλου)

Μεταφορά των οστών του Θ. Κολοκοτρώνη, δοξολογία στον Μητρ. Ναό του Αγ. Βασιλείου, 10 Οκτ. 1930. (φωτογραφικό αρχείο Ζαχ. Ζαχαρόπουλου)

Τόσα ήταν τα πτώματα στους δρόμους, που το άλογο του Κολοκοτρώνη προχωρούσε, χωρίς ν’ ακούγονται τα πέταλά του. Στη συνέχεια ο Δημ. Υψηλάντης φρόντισε να καθαριστεί η πόλη. Εντούτοις, έπεσε τύφος και οι άνθρωποι πέθαιναν, μέχρι που έπιασαν τα δυνατά κρύα του χειμώνα και υποχώρησε η ασθένεια. Η Τριπολιτσά έγινε έδρα της Πελοποννησιακής Γερουσίας (1822) και κατόπιν του Εκτελεστικού και Βουλευτικού Σώματος (1823).

 Αργότερα ο Ιμπραήμ κατέλαβε την πόλη (10 Ιουνίου 1825) και την έκανε ορμητήριό του μέχρι το Φεβρουάριο  1828, όταν ο Αιγύπτιος στρατηλάτης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει οριστικά την Πελοπόννησο. Φρόντισε μάλιστα να κατεδαφίσει το τείχος και να κάψει την πόλη λίγο πριν από την αναχώρησή του. Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους η Τριπολιτσά ξανακτίστηκε και μετονομάστηκε σε Τρίπολη.

 

 

Αξιοθέατα της πόλης

 

  • Μητρόπολη. Αφιερωμένη στον Άγιο Βασίλειο, οικοδομήθηκε στην θέση όπου ήταν το τζαμί του Μπεκίρ-Πασά.
  • Πλατεία Άρεως. Διαμορφώθηκε στη θέση όπου βρισκόταν το σεράι.
  • Κεντρική Πλατεία Τρίπολης ή Πλατεία Αγίου Βασιλείου.
  • Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης. Στεγάζεται σε διώροφο νεοκλασικό κτίριο, έργο του αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ. Εκτίθενται ευρήματα από τις ανασκαφές αρχαίων θέσεων στην Αρκαδία. Περιλαμβάνει νεολιθικά και πρωτοελλαδικά αντικείμενα και σκεύη από πρόσφατες ανασκαφές στο Σακοβούνι Καμενίτσας Αρκαδίας, καθώς και πλούσια συλλογή Υστερομυκηναϊκών και Υπομυκηναϊκών Χρόνων από το Παλαιόκαστρο της Γόρτυνας. Εκτίθενται ακόμα ευρήματα Γεωμετρικών χρόνων από νεκροταφεία της Μαντινείας και κεραμική, γλυπτική και ανάγλυφα Αρχαϊκών μέχρι Ρωμαϊκών χρόνων από περιοχές της Αρκαδίας. Ξεχωρίζει η μοναδική στην Ελλάδα συλλογή των λατρευτικών ειδωλίων των Πρωτοελλαδικών χρόνων από το Σακοβούνι όπως και το ομόγλυφο καθήμενο άγαλμα θεάς (ίσως Αθηνά) από την Ασέα και τα ευρήματα της 15ετούς ανασκαφής στην Έπαυλη του Ηρώδου του Αττικού στην Λουκού Κυνουρίας. Υπάρχουν επίσης ευρήματα Παλαιοχριστιανικών και Πρώιμων Βυζαντινών.
  •  Πολεμικό Μουσείο. Ιδρύθηκε το Φεβρουάριο του 2000 και στεγάζεται στο ισόγειου του σπιτιού του Μαλλιαρόπουλου στην κεντρική πλατεία του Αγίου Βασιλείου. Περιλαμβάνει κύρια εκθέματα από τον αγώνα του 1821, όπως και του πολέμου του 1940. Ξεχωρίζουν το εκμαγείο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, η προτομή του και συλλογές όπλων και σπαθιών από την επανάσταση.

 

Υποσημειώσεις

 

* Ντρομπολιτζά

 

Εκτός του «Ντρομπολιτσά», η προφορική παράδοση και οι γραπτές πηγές χρησιμοποιούν μια αρκετά μεγάλη ποικιλία ονομάτων: Ντρομπολ(ι)τζιά, Τροπολιτζ(ι)ά, Τροπολικιά, Ντριμπολιτζ(ι)ά, Τριπολιτζά, Τριπολιτσά, Τρομπολιτσά, Τροπολ(ι)τσά, Υδροπολιτζά, Ύδωρ Μολιτζά, κλπ. (Οι Τούρκοι παράλληλα χρησιμοποιούσαν τις ονομασίες Νταραμπολίτζα, Ταραμπολίτζα, Ταραμπουλούς). Άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι είναι από το Υδρόπολις, (αρχαία Ελληνική αποικία, στην νότια Αλβανία, Ιλλυρία τότε), Ντρόπολις και χαϊδευτικά Ντροπολιτσά ( ιτσα = υποκοριστικό π.χ. Ελένη = Ελενίτσα), δηλαδή μικρή Ντρόπολι.  

 

 

**  Τα Ορλωφικά

 

Η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας, ακλουθώντας το όραμα του Μεγάλου Πέτρου για ανα­σύσταση της ορθόδοξης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπό το σκήπτρο του, παρακινεί τους Έλληνες σε επανάσταση, στέλνοντας στην Ελλάδα τρεις αξιωματικούς του ρωσικού στρατού, τους αδελφούς Ορλώφ. Στόχος των ενεργειών της ήταν απλώς η δημιουργία αντιπε­ρισπασμού, αφού η Ρωσία βρισκόταν ήδη σε εμπόλε­μη κατάσταση με τους Τούρκους. Οι Έλληνες, με επί­κεντρο την Πελοπόννησο και τη Στερεά, ξεσηκώθηκαν, αλλά οι δυνάμεις που έστειλε η Ρωσία για να τους συν­δράμει αποδείχθηκαν πενιχρές και ανοργάνωτες. Πα­ρά τις αρχικές επιτυχίες των Ελλήνων οπλαρχηγών, η επανάσταση στην ξηρά έληξε, λίγους μήνες αργότε­ρα, με σφαγές, μαζικούς εξισλαμισμούς και εξαν­δραποδισμό του πληθυσμού στην Πελοπόννησο, στη Μακεδονία και στηνΉπειρο. Αντίθετα, στη θάλασσα, το τουρκικό ναυτικό υπέστη πανωλεθρία στο Τσεσμέ (Μάιος 1770) από τον ρωσικό στόλο.

*** Οι Τσάκωνες είχαν κάνει γνωριμίες με τους πολιορκημένους Τούρκους στην Τριπολιτσά κι εμπορεύονταν τρόφιμα με αντάλλαγμα όπλα. Κατάφεραν να αποφυλακίσουν τον πρόκριτο Πραστού Γιαννούλη Καραμάνο δίνοντας υπόσχεση «στους φίλους τους», να τους διασώσουν, αν πέσει η Τριπολιτσά στα χέρια των Ελλήνων.Σε μία συνάντηση τέτοια, για ανταλλαγή τροφών με όπλα, ο Τσάκωνας Μανώλης Δούνιας (ή Ντούνιας) κατάφερε «τους φίλους» του, Τούρκους, να τον ανεβάσουν στην Τάπια (τουρκ. tabya: ταμπούρι, προμαχώνας) του κάστρου της Τριπολιτσάς. Με λίγους φίλους του, που τον ακολούθησαν, αιχμαλώτισε τους Τούρκους φρουρούς, γύρισε τα κανόνια στην πόλη κι άνοιξε την πόρτα του Αναπλιού, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821.

 

**** Κεφάλας Παναγιώτης

Αγωνιστής του Εικοσιένα από το Δυρράχιο Μεγαλόπολης που γεννήθηκε το 1790 και έπεσε ηρωικά το 1825 στο Μανιάκι. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Παπαφλέσσα και κήρυξε τον πόλεμο εναντίον των Τούρκων από το Νοέμβρη του 1820 μαζί με τα αδέλφια του Θεόδωρο και Δημήτριο κι άλλους συμπατριώτες του. Στις 15 Απρίλη 1821 πήρε μέρος στη μάχη του Λεβιδίου και στις 12 – 13 Μάη στη μάχη του Βαλτετσίου. Με 600 διαλεχτά παλικάρια πήρε ενεργό μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Ήταν ο πρώτος που στις 23 Σεπτέμβρη παραβίασε το φρούριο στην πόρτα του Ναυπλίου κι έστησε πάνω στα τείχη την ελληνική σημαία. Συνέχισε να πολεμά παίρνοντας μέρος σε διάφορες μάχες μέχρι το 1825. Όταν οι ορδές του Ιμπραήμ σάρωναν το Μοριά, ο Κεφάλας με τον Παπαφλέσσα, αντιτάξανε ηρωική μα απελπισμένη άμυνα στο θρυλικό Μανιάκι. Στις 19 Μάη 1825, και αφού από τους 2.000 άντρες τους απόμειναν μόνο 600, έπεσαν πολεμώντας πολυάριθμους εχθρούς.

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1858.
  • Κωστή Ι. Τσούχλου, «Οι Τσάκωνες του ’21»,  εκδ. Αδελφότητος Κυνουριέων.
  • Φωτογραφίες: Πανεπιστήμιο Πάτρας στον ιστότοπο www.arcadiasite.gr

 

 

Read Full Post »

Άργος – Μυκήνες – Αγροτικές Καλλιέργειες. Urquhart David 1830.

 

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Σκοτσέζου διπλωμάτη,  Urquhart, David, Spirit of the East. 1830: Argos, Corinth, Patras, Missolonghi, Anatolico, Prevesa, Albania, Arta, Janina, Meteora, Triccala, Larissa, Monastir, Tempe, Ambelakia, Salonica, Cassandra, Olynthus, Chalcidice, Mount Athos, ArgyroCastro, Tepedelene, Durazzo, Scodra.

 

urquhart-david1805-1877cΣτις αρχές του 1830 ήμουν στο Άργος, επιστρέφοντας στην Αγγλία από την Κωνσταντινούπολη, έχοντας περάσει περίπου τρία χρόνια στην Ελλάδα και την Τουρκία. Ήμουν έτοιμος να επιβιβαστώ και να αποχαιρετήσω τn γη, για τη μοίρα της οποίας ενδιαφερόμουν βαθιά – μια γη όμως που απογυμνώθηκε πια από τα εντυπωσιακά γνωρίσματα της και ότι ελκυστικό είχε κατατέθηκε με τιμές υπό τα προστατευτικά φτερά των τριών μεγαλυτέρων δυνάμεων του κόσμου – τη στιγμή που ένα σκάφος, ένα βασιλικό πλοίο, προσέγγισε την ακτή για να «ξεφορτώσει» ένα Πρωτόκολλο, το οποίο με μια μαγική δύναμη κινητοποίησε τους πάντες.

 

Είναι δύσκολο να περιγράψω πώς ο κόσμος πηγαινοερχόταν, δημηγορούσε και χειρονομούσε, πώς οι φουστανέλες τινάζονταν δεξιά και αριστερά και πώς τα μουστάκια στρίβονταν. Αυτά συνέβαιναν στο Άργος.

 

 

Διάσκεψη του Λονδίνου*

 

 

Και σε άλλα μέρη όμως ήταν εξίσου εντυπωσιακές οι συνέπειες της πρόσφατης αυτής «εισαγωγής». Καθημερνά τα νέα μάς ακολουθουσών από επαρχία σε επαρχία και από πόλη σε πόλη. Παντού, όπως και στο Άργος, οποιαδήποτε άλλη σκέψη και ασχολία είχε μπει κατά μέρος. Ο κόσμος έβγαινε από τα μαγαζιά και τα σπίτια του και καθώς δεν υπήρχε αγορά για να συγκεντρωθεί, γέμιζαν οι καφενέδες και μετατρέπονταν σε πεδία ζωηρής αντιπαράθεσης, αλλά και επίδειξης των ικανοτήτων ευφραδών ρητόρων.

 

Όλα τούτα, όπως θα φαντάζεστε, είναι ιδιαίτερα ευχάριστα για τους ταξιδιώτες. Παραμένει όμως γρίφος πώς ένα κομμάτι χαρτί με τρεις υπογραφές έμελλε να οδηγήσει μια ολόκληρη χώρα σε ανα­βρασμό. Εκείνο που μας δυσκόλεψε στην προσπάθεια μας να αποτιμήσουμε τις ασυνήθιστες σκηνές που περνούσαν μπροστά από τα μάτια μας, ήταν ότι το έγγραφο αυτό κατέληγε με τους υπογράφοντες να συγχαίρουν αλλήλους – καθώς είχε από όλους συμφωνηθεί το Πρωτόκολλο που επρόκειτο να οδηγήσει την Ελλάδα σε μία νέα και λαμπρή τάξη πραγμάτων. Ο ορυμαγδός των όπλων θα σταματούσε, οι φωνές των φατριών θα κατευνάζονταν και ε­φεξής οι Έλληνες θα κούρδιζαν τις καρδιές και τις άρπες τους στους τόνους της τριπλής Συμμαχίας.

 

Ήταν όμως σαφές πως όλα τούτα δεν θα τελείωναν μόνο με λόγια. Δεν θα φθάναμε σε ικανοποιητική διέξοδο, διότι άνδρες ίδιας ικανότητας, που είχαν πρόσβαση στα ίδια μέσα πληροφόρησης, διαμόρφωναν αντίθετες απόψεις. Σε κάθε περίπτωση – κατ όλα τα κόμματα συμφωνούν σε αυτό – τα συγχαρητήρια για το Πρωτόκολλο ήταν πρόωρα. Το σημείο αυτό συχνά επικαλούνταν κάποιοι για να αποδείξουν το βαθμό άγνοιας της Διάσκεψης του Λονδίνου. Άγνοια η οποία, όπως ισχυρίζονταν, δεν θα μπορούσε παρά να είναι αποτέλεσμα εσκεμμένης παραπληροφόρησης από την Ελλάδα.

 

Αυτά ήταν τα θέματα συζήτησης στο Άργος όταν έφθασε η είδηση ότι οι Σουλιώτες στην Αλβανία πήραν και πάλι τα όπλα και μετά ότι και οι Αλβανοί έκαναν το ίδιο. Ορισμένοι είπαν ότι ήταν τρόπος αντίδρασης στο Πρωτόκολλο. Άλλοι πάλι ότι ετοιμάζονταν για γενικευμένη επίθεση στην Ελλάδα. Η επικρατούσα άποψη όμως ήταν ότι μια μεγάλη ομοσπονδία χριστιανών Αλβανών και μουσουλμάνων, υπό την ηγεσία του τρομερού πασά της πόλης Σκόδρα, ετοιμαζόταν να κηρύξει τον πόλεμο στη Μακεδονία και τη Θράκη και να υψώσει, μιμούμενη τον Μουσταφά Μπαϊρακτάτ , την ιλλυρική σημαία στα υψίπεδα που δεσπόζουν της αυτοκρατορικής πόλης.

 

Η χρονική αυτή σύμπτωση, από τη μια δηλαδή το Πρωτόκολλο που προκάλεσε πάλι φουρτούνες στην Ελλάδα και από την άλλη η Αλβανία που απειλούσε ακόμη και αυτή την ύπαρξη της Πύλης αλλά και τον υφιστάμενο ιστό της ευρωπαϊκής εξουσίας, με έπεισαν να αναβάλω την επιστροφή μου στην Αγγλία, ώστε στο βαθμό του εφικτού αποκτήσω ιδία γνώση των πραγμάτων.

 

 

Αποφάσισα λοιπόν να επισκεφθώ την ηπειρωτική Ελλάδα τα διαφιλονικούμενα σύνορα. Αισθανόμενος εξάλλου ότι το ενδιαφέρον μου για την Ελλάδα και η γνώση μου για τη χώρα πήγαζαν από το γεγονός ότι είχα και εγώ μερίδιο στον αγώνα της, αποφάσισα να καταβάλω μια προσπάθεια να γνωρίσω και την Αλβανία με τον ίδιο τρόπο, να μπω στον πρώτο καταυλισμό που θα ρίξει μπροστά μου η τύχη και να συναντηθώ με τον αρχηγό.

 

 

Από τη Λάρισα του Άργους στον τάφο του Αγαμέμνονα

 

 

Την 7η Μαΐου ξενικήσαμε από το Άργος μαζί με τον Κ. Ρος του Μπλαντενσβούργου και φτάσαμε στις Μυκήνες.

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

Σκυμμένοι καθώς ήμασταν για το προσκύνημα στους πύργους και τους τάφους (για καιρό ανενόχλητους από τα βήματα των περιπλανώμενων υπερβόρειων) των ηρώων που συγκεντρώθηκαν από μακριά και από κοντά στις ακτές της Αυλίδας και δήλωσαν υποταγή στον «Βασιλέα των Ανθρώπων», δεν θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε παρά από τον τάφο του σπουδαίου Αγαμέμνονα, περιφερόμενοι με ευλάβεια στα γκρίζα ερείπια των Μυκηνών, – αντιπάλου της Τροίας.

Τα ερείπια αυτά βρίσκονται οε απόσταση μερικών μιλίων από το Άργος και εκεί αποφασίσαμε να καταλύσουμε το πρώτο βράδυ. Το αντίσκηνο μας, που με περηφάνια θα πρέπει να πω ότι ήταν χειροποίητο, είχε σταλεί μαζί με τους υπηρέτες και τα φορτωμένα άλογα από το πρωί.

 

Έτσι, είχαν πια απλωθεί οι ακτές του σούρουπου πάνω από την πεδιάδα όταν εγκαταλείψαμε τα δρομάκια του Άργους και αποχαιρετήσαμε τους φιλόξενους κατοίκους του. Περάσαμε κάτω από τον απόκρημνο βράχο όπου βρίσκεται το παλιό οχυρό (ονομάζεται Λάρισα) κατ μετά, διασχίζοντας πεζή το ρυάκι του «Πατέρα Ίναχου», φθάσαμε στο θαυμαστό κάμπο που φέρει ακόμη το όνομα της πόλης του Αγαμέμνονα.

 

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

Αφού περάσαμε την πρώτη νύχτα του ταξιδιού μας στα ερείπια των Μυκηνών, συνεχίσαμε την πορεία μας προς την Κόρινθο. Καθώς διασχίζαμε τα Δερβενάκια, ξακουστά για την αναχαίτιση του Δράμαλη, παρατηρήσαμε με αρκετό ενδιαφέρον τα ταμπούρια (προμαχώνες) που στήθηκαν τότε, και ακούσαμε διάφορες εκδοχές για τη σύναξη και την επιτυχία των Ελλήνων. Λίγα μίλια πιο κάτω χάρηκα που ξαναντίκριζα τη μικρή πεδιάδα της Νεμέας, καθαγιασμένη από τα γραφικά της ερείπια. Όμως με λύπη μου διαπίστωσα ότι ένας ολόκληρος χρόνος δεν είχε επιφέρει καμιά βελτίωση, ούτε στις καλλιέργειες ούτε στην κατάσταση των περιπλανώμενων βλάχων (βοσκοί). Ο ίδιος μήνας τους βρήκε κατ πάλι να φτιάχνουν βούτυρο κάτω από το ίδιο δέντρο, με τα απλοϊκά εργαλεία τους κρεμασμένα στην ίδια κολόνα. Ούτε ένα φορτίο λιγότερο και, δυστυχώς, ούτε μια ανέφελη προοπτική.

 

 

Καλλιέργειες

 

 

Η παρούσα κατάσταση της χώρας απέχει πολύ από την εκπλήρωση των προσδοκιών που είχα καλλιεργήσει μετά την πρόοδο που παρατήρησα ταξιδεύοντας στα ίδια χώματα την περασμένη χρονιά. Όλες οι προτάσεις για την καλλιέργεια των εθνικών γαιών, για τη σύσταση αγροτικών και άλλων  οργανισμών, για την κατασκευή δρόμων, όλες είχαν αποθαρρυνθεί ή απορροφηθεί από την κυβέρνηση, η οποία ανέστελλε κάθε επιχείρηση καταφεύγοντας ακόμη και σε εκφοβισμό και απειλές.  Άφηνε έτσι στο σκοτάδι τους απώτερους σκοπούς της και τα μέτρα που θα ελάμβανε. Το γεγονός και μόνο ότι υπήρχε κυβέρνηση, είχε κατά τη διάρκεια της περασμένης χρονιάς δώσει ζωή σε όλη τη χώρα, το δε αποτέλεσμα ήταν απολύτως αξιοθαύμαστο.

 

Όταν όμως τέθηκε σε εφαρμογή το σύστημα που είχε επιλέξει η κυβέρνηση, επήλθε η καταστολή κάθε δραστηριότητας. Και τώρα δεν είχε προστεθεί ούτε μια καλύβα, δεν είχε φυτευτεί ούτε ένα δέντρο, δεν είχε χαραχτεί ούτε ένα χωράφι, δεν είχε ανοικοδομηθεί ούτε μια γέφυρα, δεν είχε αποκατασταθεί ούτε ένας δρόμος. Και δεν ήταν μόνο αυτά.

 

Από τις δημόσιες γαίες, που περιελάμβαναν τις πιο εύφορες και ομαλές πεδιάδες, η κυβέρνηση αποσπούσε τα τρία δέκατα της παραγωγής. Οι αγρότες ως επί το πλείστον χρησιμοποιούσαν χρήματα που δανείζονταν με τόκο 2,5 τοις εκατό το μήνα, ή έπαιρναν σπόρο για τον οποίο δεσμεύονταν να αποδώσουν το μισό του καθαρού κέρδους. Την εποχή της σποράς, η τιμή του σιταριού ήταν πολύ υψηλή λόγω του αποκλεισμού των Δαρδανελίων**, ενώ ο σπόρος είχε ακόμη υψηλότερη τιμή εξαιτίας της παγκόσμιας προκατάληψης ότι κανένας σπόρος δεν αποδίδει αν δεν είναι εγχώριος κι ο εγχώριος ήταν πολύ λίγος. Κατά το θερισμό, και λόγω της άρσης του αποκλεισμού, οι τιμές έπεσαν στο μισό. Αυτή ήταν αξιοσημείωτη ένδειξη της επίδρασης των Δαρδανελίων στις γύρω χώρες.

 

Το κόστος καλλιέργειας στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερο από εκείνο της Αγγλίας. Οι μέθοδοι και τα εργαλεία είναι τραχιά και δυσκίνητα. Όλες οι μεταφορές γίνονται με μουλάρια. Η γη πρέπει να οργωθεί τρεις φορές πριν από τη σπορά. Τα άροτρά τους σπρώχνουν το χώμα χωρίς να το γυρίζουν ή να σπάνε τους σβόλους. Στο χωράφι δεν απλώνουν κοπριά, με αποτέλεσμα να βγαίνουν συνήθως μόνο δύο σοδειές κάθε τρία χρόνια, ενώ για τη σπορά χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη ποσότητα σπόρου. Με όλα τούτα τα έξοδα και τα μειονεκτήματα, το ένα τρίτο της σοδειάς (συν δώδεκα τοις εκατό φόρος επί του συνόλου της παραγωγής και των προϊόντων) πηγαίνει στην κυβέρνηση και από το υπόλοιπο το μισό στον προμηθευτή των ζώων και του σπόρου. Έτσι, τελικά, ο αγρότης λαμβάνει τα τρία δέκατα του καθαρού προϊόντος για να μειώσει τον τόκο της προκαταβολής, να καλύψει τα έξοδα καλλιέργειας, να συντηρήσει την οικογένεια του και να εκπληρώσει της προσδοκίες που έτρεφε για μια καινούργια και πιο ευτυχέστερη ζωή.

 

Οι καλλιεργητές βρίσκονται παρά ταύτα σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τους γαιοκτήμονες. Πολλοί από αυτούς κατάφεραν, παρά της αντιξοότητες της Επανάστασης, να διασώσουν κάτι και βιάστηκαν να ξεφορτωθούν ό,τι πολύτιμο είχαν και τα λεφτά που πήραν, μαζί με κάτι προκαταβολές, τα διέθεσαν για την αποκατάσταση των χωραφιών τους. Τα έσοδα τους όμως δεν ήταν αρκετά και οι προσδοκίες τους πάντοτε υπερβολικές. Αφού έχτισαν σπίτια και αγροικίες, αφού αγόρασαν κοπάδια και καθάρισαν τα χωράφια, οι γαιοκτήμονες δεν είχαν δεκάρα στην τσέπη για να αγοράσουν σπόρο.

 

Τα ελαιόδεντρα και κυρίως οι μουριές, που καρποφορούν χωρίς δαπάνες ή φροντίδα και είναι οι πιο σίγουροι πόροι για μια χώρα σε αναταραχή, είχαν κατά ένα μεγάλο βαθμό κοπεί για καύσιμη ύλη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τα αμπέλια και η σταφίδα μπορούσαν να αποκατασταθούν μόνο με σημαντικά έξοδα και αφού είχαν χαθεί πολλές σοδειές.

 

Έτσι, μέσα σε πολύ λίγο χρόνο, τους υπολογισμούς διαδέχθηκε ο πανικός. Η επιβολή και κατόπιν η άρση του αποκλεισμού των Δαρδανελίων προκάλεσε καταστροφική διακύμανση στην τιμή, που μαζί με τη σπανιότητα ξένων κεφαλαίων (εξαιτίας της πολικής του Καποδίστρια)  έκανε τους γαιοκτήμονες να περιέλθουν σε κατάσταση χρεοκοπίας και απόγνωσης, που δεν προοιωνίζεται τη μελλοντική ηρεμία της χώρας. Ο εκνευρισμός τους επίσης πρέπει να αποδοθεί και στην εισαγωγή νόμων αμφιβόλου χρησιμότητας, άρα αντιδημοφιλών και από τους πολλούς κατακριτέων. Για να μην αναφερθούμε στην απώλεια των δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων, τα οποία, υπό την παλαιή  διοίκηση, θα τους επέτρεπαν να επωφεληθούν από την ηρεμία που είχε επικρατήσει ή να αντιμετωπίσουν τα προσωρινά κακά που προέκυψαν από τις ατυχίες των εποχών και τις διακυμάνσεις του εμπορίου.

 

Η απόσταση από το Άργος στην Κόρινθο είναι μόνο οχτώ ώρες. Έτσι το πρωί της δεύτερης μέρας του ταξιδιού μας διακρίναμε τη σκηνή μας (που είχαμε στείλε από την προηγούμενη μέρα) να λάμπει ανάμεσα στα ερείπια του σαραγιού του Κιαμίλ Μπέη στην Κόρινθο.

Υποσημειώσεις

 

* Στις 22 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830, η Διάσκεψη του Λονδίνου διακήρυξε την πολιτική ανεξαρτησία της Ελλάδας, πράξη η οποία συνιστούσε διεθνή αναγνώριση του ελληνικού κράτους, και κατά συνέπεια την ίδρυση και την έναρξη της ύπαρξής του από την άποψη της διεθνούς κοινότητας. Η συνοριακή γραμμή του Πρωτοκόλλου της 3ης Φεβρουαρίου 1830 κρατούσε έξω από το ελληνικό έδαφος ένα μεγάλο τμήμα της Στερεάς. Επιπλέον, καθοριζόταν η πολιτειακή μορφή του νέου κράτους και παρεχόταν στις Δυνάμεις το δικαίωμα εκλογής του βασιλιά χωρίς να ερωτηθεί ο ελληνικός λαός. Δόθηκε πλήρης αμνηστία και προβλεπόταν δικαίωμα μετανάστευσης από ή και προς «τόπον Οθωμανικόν».

«Ηγεμών Άρχων της Ελλάδος» ορίστηκε ο Λεοπόλδος του Σαξ-Κόμπουργκ, ο οποίος όμως αρνήθηκε το θρόνο. Ορίστηκε, με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου, να αποκατασταθούν οι εμπορικές δραστηριότητες και η ναυτιλία.  Οι Έλληνες, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830, είδαν την απαρχή του ελεύθερου πολιτικού βίου του έθνους. Η ελληνική Επανάσταση είχε τελειώσει και άρχιζε να υφίσταται επίσημα στη διεθνή κοινότητα το ελληνικό κράτος.

** Αποκλεισμός των Δαρδανελίων από το ρωσικό στόλο. Ο έλεγχος ή ειδικό καθεστώς πρόσβασης στα στενά έγινε ο βασικός στόχος της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829, το 1833 η Ρωσία εξανάγκασε τους Τούρκους να υπογράψουν τη Συνθήκη Hunkiar Iskelesi που απαιτούσε τον αποκλεισμό των στενών σε πολεμικά πλοία δυνάμεων εκτός Ευξείνου πόντου όταν ζητούταν από τη Ρωσία. Αυτή η συνθήκη θα είχε ως αποτέλεσμα την κυριαρχία της Ρωσίας στον Εύξεινο πόντο.

 

Πηγές

 

 

  • Urquhart, David, « Spirit of the East » τόμος Ά, σελ. 2- 15, London, 1838.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές ΙΙΙ», τεύχος 45, 24 Αυγούστου 2000.

 

Read Full Post »

Πάσχα στο Κρανίδι Αργολίδας

 

 

 

Σάββατο του Λαζάρου 1959.

Σάββατο του Λαζάρου 1959.

Το Σάββατο του Λαζάρου φτιάνανε οι γονείς στα παιδιά Λάζαρο με πουκάμισο, με γραβάτα κόκκινη και κόκκινο σκουφάκι. Του βάζανε και κίτρινα λουλούδια, τα λούλετ Σεν Λάζαρι (=λουλούδια του Άγιου Λάζαρου). Και τα παιδιά τον βάζανε σε δύο ξύλα και τον γυρνούσανε στα σπίτια και λέγανε το τραγουδάκι και του δίνανε αυγό άσπρο και στραγάλια, τέτοια. Οι παλιές φτιάνανε και κουλούρια, λαζαρούδια, με τρύπα στη μέση. Την Κυριακή των Βαΐων, ρίχνανε βάγια χάμω στην εκκλησία. Ο παπάς μετά έδινε φυλλαράκια βάγια και τα βάζανε στις εικόνες. Τα ρίχνανε στη φακή και γινότανε ωραία, αλλά και λιβανίζανε μ’ αυτά τις λεχώνες, τους ματιασμένους. Πλέχανε και σταυρούς με βάγια, δύο κλώνους εκεί, και τους σιάχνανε σταυρό.

 

Όλη τη Σαρακοστή κάνανε ευχέλαια. Τη Μεγάλη Τετάρτη πιάνα­νε μπροζύμι και τη Μεγάλη Πέμπτη φτιάνανε το προσκόμιδο που θα πηγαίνανε στην εκκλησία για το Μεγάλο Σάββατο, γιατί τη Μεγάλη Παρασκευή δε δίνανε ούτε αντίδερο, ούτε τίποτα. Και κρατούσανε το μπροζύμι της Μεγάλης Πέμπτης και το είχανε όλο το χρόνο και ήτανε καλό το μπροζύμι αυτό, γιατ’ ήτανε της Μεγάλης Πέμπτης. Και τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ βάζανε στον σταυρό μπροζύμι και μια μποτίλια νερό. Μέχρι τώρα το κάνουν αυτό. Το μπροζύμι το φτιάνουν με σκέτο αλεύρι και φούσκωνε και γι­νότανε ως εκεί πάνω. Το νερό το είχανε σαν αγιασμό. Και καθόντου­σαν το βράδυ και φιλάγανε τον Χριστό και λέγανε:

 

Σήμερο μαύρος ουρανός, σήμερις μαύρη μέρα.

Σήμερις όλοι θλί­βονται και τα βουνά λυπούνται.

Σήμερις έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυ­λιά, οι τρισκατηραμένοι.

 

Τον Ιησού τον πιάσανε και τον χαλκιά τον πάνε:

Χαλκιά, χαλκιά, φτιάξε καρφιά, φτιάξε τρία πηρούνια.

Τα δυό βάλ ‘ τα στα χέρια τον, τα άλλα δυό στα πόδια,

το τρίτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του,

να τρέξει αίμα και νερό, να λιγωθεί η καρδιά του.

Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, έπεσε μοναχή της,

γιατί πολύ λυπήθηκε για το Μονογενή Της.

Αυτό το λέγανε και στην εκκλησία και στα σπίτια, έτσι πένθιμα.

 

Τη Μεγάλη Πέμπτη τότες, παλιά, δε φτιάνανε τσουρέκια. Φτιάνανε κουλούρια, τα κάνανε στρογγυλά και τους βάζανε το μπροζύμι σταυρό επάνου και βάζανε στη μέση ένα κόκκινο αυγό και τα είχανε έτοιμα για την Ανάσταση. Και τα τσιμπούσανε γύρω γύρω με το ψα­λίδι, για να γίνει όπως το αγκάθινο στεφάνι. Και ήσανε ψωμί τα κου­λούρια, δεν ήσανε γλυκά. Μπροζύμι.

Βάφανε και τ’ αυγά κόκκινα και τα είχαν’ έτοιμα, γιατί τη Μεγά­λη Παρασκευή δεν τρώγανε ούτε ψωμί. Μαχαίρι δεν βάζανε στο τρα­πέζι. Τρώγανε μαρούλι με ξίδι, τέτοια πράματα. Και καθόλου δεν τρώγανε! Το βράδυ πια. Τ’ αυγά τα βάφανε κόκκινα, όπως το αίμα τον Χριστού. Και το βράδυ στην εκκλησία, στο έκτο ευαγγέλιο, βγάζανε το Χρι­στό. Και λένε ότι τη Μεγάλη Πέμπτη βγαίνανε οι πεθαμένοι απ’ τον Κάτω Κόσμο και μένανε σαράντα ημέρες έξω. Είχανε και στεφάνια, λουλούδια, και τα πηγαίνανε στον Χριστό.

 

Επιτάφιος

 

Τον Επιτάφιο, τον στολίζανε τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί, με λουλούδια, κορδέλες, φαναράκια, λαμπάδες στις γωνίες. Το απόγευμα γινότανε η Αποκαθήλωση και πηγαίνανε ντυμένοι ο κόσμος με τα καλά τους, παιδιά, γέροι, νέοι, γριές, όλοι, και γινότανε η Αποκαθήλωση. Και τον έπαιρνε ο παπάς το Χριστό και τον έβαζε στο σεντό­νι, τον τύλιγε και τον έβαζε στην Αγία Τράπεζα. Το βράδυ γινότανε ο ενταφιασμός. Τον Επιτάφιο τον βγάζανε έξω, σημαίναιναν οι καμπάνες, τον γυρίζουν στο χωριό και τον ξανα­φέρνουν πίσω. Τον κρατάνε τέσσερις στην πόρτα της εκκλησίας και τότε περνάει όλος ο κόσμος από κάτω. Πίσω είναι ο παπάς, οι ψάλ­τες, και ψέλνουνε. Και τα παιδιά και τα κορίτσια λένε κι αυτά ψαλμωδίες. Τα κεριά και τα λουλούδια του Επιταφίου δεν κάνει να τα πά­ρουν από τον Επιτάφιο. Αυτά τα πετάει ο παπάς το Μεγάλο Σάββατο το πρωί, που λέει το «Ανάστα ο Θεός!». Τα έχει σ’ ένα πανέρι και τα πετάει και τα πιάνει ο κόσμος. Τα παίρνουνε στο σπίτι για φυλαχτό. Τα βάζουνε στις ει­κόνες, κι όταν τα χρειαστούν, τα βάζουνε στα κάρβουνα και λιβανίζουνε. Το κερί του Επιταφίου το ανάβουνε και στη στεριά και στη θάλασσα. Όταν έχει βροντές, αστραπές, κύματα, τ’ ανάβουνε, κι έτσι ησυχάζει η βροντή και η αστραπή κι ο κεραυνός.

Τη Μεγάλη Παρασκευή φτιάνουνε και τα παιδιά επιτάφιο. Παίρνανε μία πίτα από φραγκόσυκα (κομμάτι του πράσινου κορμού του κάκτου), βάζανε δύο ξυλαράκια που λυγίζανε και τα μπήγανε σταυ­ρωτά στην πίτα. Σταυρώνανε τα ξυλαράκια, πάνω έκαναν σταυρό, όπως το ‘βλεπες, ή βάζανε και τέσσερα ξυλαράκια όρθια, για να γίνει τετράγωνο, όπως ο Επιτάφιος της εκκλησίας. Στη μέση κάνανε μια τρύπα κι εκεί βάζανε ένα κουτί της βερνίκης, αυτό το σιδερένιο, το στρογγυλό, με καρβουνάκι και λιβάνι. Και βάζανε λουλουδάκια στα ξυλάκια και γυρνούσανε τα σπίτια και λέγανε «Η Ζωή εν Τάφω» και «Παναγία Δέσποινα φύλαξε τους δούλους Σου, να γελάσει ο Χρι­στός και να σκάσει ο πειρασμός». Αυτή την ημέρα πηγαίνανε και στα ξωκλήσια κι ανάβανε τα καντήλια. Μετά τον εσπερινό, γυρνούσανε όλες τις εκκλησίες και βλέπανε τους επιτάφιους, ποιος ήτανε πιο ωραίος.

 

Λαμπρή

 

Το Μεγάλο Σάββατο φτιάνουνε τα κουλούρια της Λαμπρής, αν δεν τα έχουνε φτιάξει τη Μεγάλη Πέμπτη. Σφάζουνε τ’ αρνιά, ετοι­μάζουν τη μαγειρίτσα. Και το βράδυ πηγαίνανε στην εκκλησία οι οι­κογένειες. Στις δώδεκα, έλεγε ο παπάς το Χριστός Ανέστη και πε­τούσανε τρίγωνα, βεγγαλικά, τρακατρούκες, βαρελότα. Αγκαλιαζό­ντουσαν ο παπάς με τους επιτρόπους κι ο κόσμος. Μετά, γυρίζανε στα σπίτια τους και φέρνανε τις λαμπάδες αναμμένες και πριν μπού­νε, κάνουνε σταυρό μαύρο με τη λαμπάδα πάνω στην πόρτα. Το φως της Αναστάσεως το φέρνανε μέσα στο σπίτι για ν’ ανάβουν το καντήλι και να ‘μενε αναμμένο σαράντα μέρες. Το κερί της Αναστάσεως το είχανε όλο τον χρόνο κι ανάβανε το καντήλι. Τρώγανε τη μαγειρίτσα, διασκεδάζανε. Την Κυριακή του Πάσχα και σούβλα φτιάνανε, και το κρέας μαγειρεμένο το είχανε, και μαγειρίτσα τρώγανε. Αλλά, πιο πολύ, το κρέας το κάνανε σούπες, γιατ’ ήσανε απ’ τη νηστεία. Οι τσοπαναραίοι φτιάνανε τραχανάδες. Διασκεδάζανε, χορεύανε, τραγουδάγανε, ρίχνανε και βαρελότα. Οι αρραβωνιασμένοι πηγαίνανε στην πεθερά την κουλούρα και αυγά κόκκινα.

 

Κρανίδι, το κάψιμο του Ιούδα Κυριακή του Πάσχα.

Κρανίδι, το κάψιμο του Ιούδα Κυριακή του Πάσχα.

Το απόγευμα είχανε τον εσπερινό της αγάπης. Πηγαίνανε στην εκκλησία, λέγανε τα ευαγγέλια και μετά, απέξω από μια εκκλησία, εί­χανε τον Γιούδα (Ιούδα). Γεμίζανε άχερο ένα ύφασμα, το ράβανε, του βάζανε χέρια, πόδια και τον είχανε ‘κει. Και του βάζανε φωτιά και τον καίγανε. 

Τη Δευτέρα του Πάσχα πηγαίνανε το πρωί στην εκκλησία με τα καλά τους. Και το μεσημέρι κάνανε το κρέας στον φούρνο. Ανάβανε όλοι τους φούρνους και ψήνανε το φαΐ. Κι ήτανε μεγάλη γιορτή κεί­νη την ημέρα, γιατί, τις πιο πολλές φορές, τότε πέφτει του Αγίου Γιωργιού. Κάνανε περιφορά της εικόνας· τα πρώτα χρόνια, όχι σ’ όλο το χωριό, εκεί γύρω στην εκκλησία. Οι βοσκοί σφάζανε αρνί, το αγιογιωργίτικο, και πανηγυρίζανε. Μεγάλο πανηγύρι αυτή την ημέρα γίνεται στα Δίδυμα, πο ‘χουν εκκλησία μέσα σε σπηλιά. Κι είχανε μυτζήθρες, ψητά, χορεύανε, τραγουδούσανε.

 

 

Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγούλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

 

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

 

Read Full Post »

Richard Chandler (1738-1810)

 

Άγγλος λόγιος και αρχαιολόγος, που επισκέφθηκε την Ελλάδα στο διάστημα 1764-66. Η αγγλική αρχαιόφιλη εταιρεία των Dilettanti τον όρισε επικεφαλής τής πρώτης επιστημονικής αποστολής που πραγματοποιήθηκε στον ελλαδικό χώρο. Ο Τσάντλερ συνοδευόταν στο ταξίδι του από τον αρχιτέκτονα Nicholas Revett και το ζωγράφο William Pars. Στην αρχή οι τρεις συμπατριώτες επισκέφθηκαν τις αρχαιότητες των παραλίων της Μ. Ασίας.

Στη συνέχεια περιηγήθηκαν την Αττική, την Πελοπόννησο, τους Δελφούς στη Στερεά. Τα κείμενα του Τσάντλερ απέκτησαν εξαιρετική φιλολογική αξία, οι παρατηρήσεις του εμπλούτισαν με πλήθος στοιχείων τις γνώσεις μας για τη γεωγραφία του ελλαδικού χώρου και τη χωροθέτηση των αρχαιοτήτων. Επίσης ο Τσάντλερ ανέδειξε μέσα από το έργο του τους χαρακτήρες των σύγχρονων Ελλήνων, τα ήθη και τις νοοτροπίες τους, κι αυτό συνιστά σημαντική συμβολή του Τσάντλερ στη διαμόρφωση της δυτικής συναντίληψης για τον Ελληνισμό του 18ου αιώνα.

 

 

Πήγες

 

 

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές Ι», τεύχος 43, 10 Αυγούστου 2000.
  • «Travels in Greece», Richard Chandler
  • Wikipedia, Richard Chandler 

 

 

Read Full Post »

Πάσχα στην Ασίνη (Τζαφέραγα) Αργολίδας

 

Πάσχα

 

Όλες οι νοικοκυρές τη Μεγάλη βδομάδα με άσβεστη ασπρίζουν – ασβεστώνουν τους τοίχους και τα σπίτια. Φτιάχνουν τα κουλούρια και τη Μεγάλη Πέμπτη βάφουν τ’ αυγά. Το αυγό πού θα γεννήσει ή κότα τη Μεγάλη Πέμπτη το βάφουν και το φυλάνε ή το βάζουν στο μέσο του περιβολιού για να φέρει γούρι.

 

Το κάψιμο του Ιούδα

 

Ένα έθιμο πού επικρατεί και σώζεται ακόμη μέχρι σήμερα είναι το κάψιμο του Ιούδα, το Πάσχα. Την Μεγάλη Παρασκευή ή το Μεγάλο Σάββατο μια ομάδα από νέους της Ασίνης μαζεύονται και κατασκευάζουν ένα αχυρένιο ομοίωμα του Ιούδα Ισκαριώτη. Μόλις το κατασκευάσουν το βάζουν επάνω σ’ ένα καρότσι και το γυρίζουν σ’ όλο το χωριό. Παλιότερα, όπου περνούσε ό Ιούδας οι κάτοικοι τον έφτυναν λέγοντας «Ουναχαθείς – Προδότη, Γιούδα Ισκαριώτη». Το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα μετά τη θεία λειτουργία τής Αγάπης, γύρο στις 4 ή ώρα, τοποθετούσαν τον Ιούδα πάνω σε ένα Ικρίωμα (κρεμάλα) στην τοποθεσία «Κόντρα», είναι το πιο ψηλό και εμφανές μέρος του χωριού.

Οπλοφόροι ετοιμάζονται για το κάψιμο του Ιούδα. Ασίνη 1972.

Οπλοφόροι ετοιμάζονται για το κάψιμο του Ιούδα. Ασίνη 1972.

Εκεί εμαζεύονται οι κάτοικοι, ενώ μια ομάδα από τουφεκιοφόρους του χωριού έχουν σταθεί σε θέση βολής έτοιμοι να πυροβολήσουν για την εκτέλεση του Προδότη του Χρίστου. Ένας νέος σαν επικεφαλής τής ένοπλης ομάδας σκέφτεται να δώσει το παράγγελμα του πυροβολισμού για την εκτέλεση. Ένας άλλος νέος του χωριού πριν από την εκτέλεση διαβάζει την καταδίκη του Ιούδα σε θάνατο πού εννοείται οί δικαστές προηγουμένως τον καταδίκασαν. «Προδότη Ιούδα, για την προδοσία του Χρίστου μας καταδικάστηκες να τιμωρηθείς από τούς Χριστιανούς. Η Χριστιανοσύνη σε κηρύσσει Μεγάλο Προδότη και σε σιχαίνονται όλοι οι Χριστιανοί. Τίποτα δεν πρέπει να μείνει απάνω στη γη πού να το μαγαρίζει ή παρουσία σου». Έτσι τελειώνει ή καταδικαστική απόφαση. Ό Αρχηγός της ένοπλης ομάδας διατάσσει. Πυρ!!! και μια ομοβροντία από ντουφεκιές πυροβολούν το αχυρένιο ομοίωμα του Ιούδα. Στο τέλος ένας άλλος της ομάδας παίρνει στουπί βρεγμένο με βενζίνη ή πετρέλαιο και βάζει φωτιά σ’ ότι έχει απομείνει.

Εδώ και λίγα χρόνια όμως «Το κάψιμο του Ιούδα» δεν γίνεται στην Κόντρα άλλα κάτω στον «Άγιο Κωνσταντίνο» στο Δρόμο πού οδηγεί στο Τολό κοντά στα εξοχικά κέντρα στην «Ντάπια». Εκεί γίνεται περισσότερη διαφήμιση του τοπικού αυτού Πασχαλιάτικου Εθίμου γιατί είναι Δημόσιος δρόμος και πέρασμα Τουριστών. Το Έθιμο τούτο φαίνεται να χρονολογείται από πολλά χρόνια. Δεν είναι εξακριβωμένο πόθεν προέρχεται. Συμπεραίνεται ότι μόλις ιδρύθηκε το Τζαφέραγα ή Ασίνη, από εφτά οικογένειες, ίσως να είναι φερτό και το έθιμο τούτο. Ίσως από οικογένειες φερτές από την νήσο Ύδρα όπου και κει γίνεται το «Κάψιμο του Ιούδα». Υπάρχουν απόγονοι των οικογενειών από την ‘Ύδρα εγκατασταθέντων εδώ στην Ασίνη. Αυτοί έφεραν το έθιμο και υπάρχει μια τάση να κατασκευάζουν «Ιούδα»· ίσως έτσι έμεινε το έθιμο για το «Κάψιμο του Ιούδα», όπως ακριβώς γίνεται και στην «Ύδρα.

 

Χρονογράφημα του Κώστα Δ. Σεραφείμ από το βιβλίο του « Λαογραφικά της Αργολίδας » σελ. 129-132, Αθήνα 1981.

 

Read Full Post »

Πάσχα στην Παλαιά Κίο (Θρησκευτικά ήθη και έθιμα)

 

 

Το κάψιμο του Βαραβά 

 

 

 

Διοικητήριο Κίου -1920

Διοικητήριο Κίου -1920

Η Παλαιά Κίος στη Μικρά Ασία είχε πέντε ενορίες. Από ενωρίς της Μ. Τεσσαρακοστής  του Πάσχα άρχιζε ή συλλογή των υλικών για το κάψιμο του Βαραβά κατά την Μ. Παρασκευή. Τις εσπερινές και νυκτερινές ώρες μεταξύ των νέων κάθε ενορίας παρετηρείτο μεγάλη κίνηση ή όποια πολλές φορές εξελίσσετο σε πετροπόλεμο, διότι οι νέοι της μιας ενορίας προσπαθούσαν να κλέψουν τα υλικά της άλλης ή να τα καταστρέψουν ώστε να μην μπορέσουν αυτοί να πραγματοποιήσουν το έθιμο και να μείνουν μόνο αυτοί. Τα υλικά ήσαν ένα μεγάλο ξύλο πού καρφωνόταν στη γη και επάνω του κρεμόταν ομοίωμα του Bαραβά πολλά άχυρα ή κλαδιά τα όποια θα μετέδιδαν το πυρ. Το κάψιμο γινόταν  σε κάποιο μέρος άπ’ όπου θα περνούσε ό επιτάφιος και ακριβώς την ώρα πού θα έφθανε στο σημείο αυτό.

 

Η δεύτερη Ανάσταση

 

Στις 10 το πρωί της Κυριακής του Πάσχα ο κλήρος και οι πιστοί των πέντε εκκλησιών συγκεντρώνονταν  στο Μητροπολιτικό Μέγαρο. Σχηματιζόταν πομπή προπορευόμενου του Μητροπολίτου του Κλήρου και ακολουθούντων των πιστών (με μεγάλη στολή οι κληρικοί, άμφια) κατευθύνονταν στην συνοικία πού βρίσκεται ή εκκλησία «Παζαριώτισσα» διότι ήταν κοντά στο παζάρι. Εκεί ο Μητροπολίτης έλεγε το Ευαγγέλιο της Αναστάσεως. Αμέσως οι ιερείς  έλεγαν με την σειρά το ίδιο Ευαγγέλιο σε διάφορες γλώσσες και τελευταίος ο Διάκος έλεγε πάλι το Ευαγγέλιο στα Ελληνικά από του άμβωνος. Έπειτα ή ίδια πομπή επέστρεφε στο Μητροπολιτικό Μέγαρο και διαλυόταν.

 

Κατά την πρώτη Ανάσταση

 

Μετά την απόλυση και χωρίς να ξεντυθεί ό Μητροπολίτης κατευθύνονταν όλοι στο Μητροπολιτικό Μέγαρο, εν πομπή δηλαδή, εκεί οι πιστοί έτρωγαν ένα κόκκινο αυγό και ένα κουλούρι. Τα Χριστούγεννα γινότανε το ίδιο, οι πιστοί έπιναν μία κούπα ζωμού από κρέας μοσχαρίσιο, και έτρωγαν και λίγο μοσχάρι.

 

Πηγή

 

  • Κώστα Δ. Σεραφείμ, «Λαογραφικά της Αργολίδος», Αθήνα, 1981.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »