Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος (1805 -1868)

 

 

 

Kolokotronis Gennaios

Κολοκοτρώνης Ιωάννης ή Γενναίος, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Δευτερότοκος γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αγωνιστής και στρατηγός. Γεννήθηκε στη Στεμνίτσα και μεγάλωσε στη Ζάκυνθο, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του εξαιτίας των διωγμών που είχαν εξαπολυθεί το 1806 εναντίον της κλεφτουριάς. Εκεί έμαθε και λίγα γράμματα.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση, έφυγε με τον αδερφό του Πάνο κρυφά από τη Ζάκυνθο και αποβιβάστηκαν στην Ηλεία (25 Μαρτίου). Δεν άργησαν τα δυο αδέλφια να πάρουν το βάπτισμα του πυρός, πολεμώντας στον Πύργο εναντίον των Λαλαίων Τούρκων. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης δεν άργησε να δοξαστεί. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς πλάι στον πατέρα του. Ήταν θαρραλέος και ριψοκίνδυνος. Σε μια μικροσυμπλοκή έξω από τα τείχη της Τριπολιτσάς αιχμαλώτισε ένα γιγαντόσωμο αράπη, κοντός αυτός, με το σπαθί του και τον οδήγησε στο στρατόπεδο. Όλοι γέλασαν και θαύμασαν το νεαρό Γιάννη. «Είσαι γενναίος!» του είπε ο Κανέλλος Δεληγιάννης. Και του έμεινε· από τότε όλοι τον έκραζαν Γενναίο.

Ο Γενναίος δεν ησύχασε μέχρι το τέλος της επανάστασης. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τ’ Αναπλιού, της Κορίνθου, της Πάτρας. Πέρασε απέναντι στη Δυτική Στερεά Ελλάδα, ήρθε πίσω στα Δερβενάκια (26 Ιουλίου) αλλά αργά το βράδυ, όταν η μάχη είχε σιγαλιάσει. Κυνήγησε όμως στην Κορινθία τα υπολείμματα του Δράμαλη. Άλλες λαμπρές στιγμές από τη δράση του είναι εκείνες εναντίον του Ιμπραήμ· μαζί με τον Κανέλλο Δεληγιάννη, τους Τριπολιτσιώτες και τους Γορτύνιους πολέμησε στη μάχη της Τραμπάλας με σπάνια καρτερικότητα και παλικαριά.

Τώρα πια έχει μεγαλώσει – είναι μόλις 21 χρονών –  και αρχίζουν να φαίνονται οι ηγετικές του ικανότητες. Έτρεξε και στην Αττική στο πλευρό του Καραϊσκάκη και πολέμησε εναντίον του Κιουταχή. Και ξαναγύρισε πάλι στο Μοριά εναντίον του Ιμπραήμ. Όπου τον καλούσε η φωνή της πατρίδας και του χρέους έτρεχε αδιάκοπα. Ο πατέρας του καμάρωνε για λογαριασμό του.

 

Ο Γενναίος ήταν πολύ τολμηρός. Όταν οι Υδραίοι είχανε φυλακίσει τον πατέρα του, σχεδίαζε να αιχμαλωτίσει το Γεώργιο Κουντουριώτη. Ήταν λίγο πριν δοθεί αμνηστεία στον Γέρο, αν και το σχέδιό του είχε προδοθεί. Ο Γενναίος ήτανε πάντα στο πλευρό του πατέρα του και αργότερα επίσης στο πλευρό του Καποδίστρια, τον οποίο λογάριαζε και υποστήριζε.

 

Επί Όθωνος χρημάτισε υπασπιστής του βασιλιά, γερουσιαστής και το 1862 πρωθυπουργός. Όταν ξεκίνησε η Ναυπλιακή Επανάσταση, έφτασε στους Μύλους Αργολίδας, με μικρή στρατιωτική δύναμη, βουλευτές, γερουσιαστές και ανθρώπους με πολιτικό κύρος, οι οποίοι εξαπολύθηκαν στις επαρχίες με σκοπό να ματαιώσουν νέες εξεγέρσεις.   

Τον Οκτώβριο του 1862, όταν  βρέθηκε ανάμεσα στον επαναστατημένο λαό και τον βασιλιά, δεν έστρεψε τα όπλα εναντίον του λαού, όπως τον συμβούλευαν κάποιοι.  «Ουδέποτε χάριν του πρωθυπουργικού χαρτοφυλακείου θα κηλιδώσω τας ολίγας υπηρεσίας εμού και της οικογενείας μου με αδελφικόν αίμα…», είπε. Εξάλλου από πιο πριν, βλέποντας τη δυσαρέσκεια του λαού και την προεπαναστατική κίνηση, είχε υποβάλει την παραίτησή του στον Όθωνα, αλλά δεν έγινε δεκτή. Εντούτοις αναγκάστηκε να φύγει στο εξωτερικό σαν «παλατιανός» πρωθυπουργός κι όταν ξαναγύρισε μέσα στην ίδια χρονιά (1862), η νέα κυβέρνηση τον ανάγκασε να ξαναφύγει. Αργότερα (1863) επιστρέφει οριστικά στην Αθήνα, όπου και πεθαίνει από ανίατη αρρώστια (1868).

Ο Γενναίος παντρεύτηκε το 1828 τη Φωτεινή,* την αδερφή του Κίτσου Τζαβέλα, και απέκτησε δυο γιους και πέντε θυγατέρες. Με τα λίγα γραμματάκια που ήξερε έγραψε απομνημονεύματα, που εκδόθηκαν όμως πολύ αργότερα (1955). Ο ίδιος δημοσίευσε πολύτιμα έγγραφα και επιστολές του Αγώνα (1856) με τον τίτλο «Ελληνικά υπομνήματα». Η εργασία αυτή σαν πρωτογενής ιστορική πηγή στάθηκε πολύτιμη για την ιστορική έρευνα.

 

 

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης  γράφει:

 

 
Γύρω στα μέσα Ιουνίου ήρθαν στα Τρίκορφα και οι γιοί του Θόδωρου Κολοκοτρώνη, ο μεν Πάνος εικοσαετής σχεδόν, ντυμένος και οπλισμένος καλά, ο δε Γιάννης, που ονομάστηκε από εμένα Γενναίος, δεκαεξαετής σχεδόν και αυτός, αλλά επειδή ως εκείνη την εποχή ήταν μούτζιος στο καράβι του Σπετσιώτη Μπόταση ήταν ντυμένος με ναυτικό παντελόνι και Ζακυνθινή ναυτική ζακέτα, γεμάτα με κατράμι, ρούχα βρώμικα και άθλια και ήταν άοπλος.
Έγραψα αμέσως στον γαμπρό μου Αντωνόπουλο στην Δημητσάνα και του έκαναν αμέσως φουστανέλες και τα υπόλοιπα ελληνικά ρούχα. Εκείνες τις μέρες είχαν φονευτεί μερικοί Τούρκοι και πήραμε κάποια όπλα, από τα οποία πήρα ένα ζευγάρι αργυρές πιστόλες, χρυσωμένες παλάσκες, ένα τουφέκι, ένα σπαθί και μ’ αυτά έντυσα και όπλισα τον Γιάννη Κολοκοτρώνη.
Και έπειτα από λίγες μέρες διόρισα τον μεν Πάνο, έπειτα από επίμονη απαίτηση του πατέρα του, να πάει στις κωμοπόλεις της επαρχίας μου με διαταγή μου, του έδωσα και είκοσι στρατιώτες για να επιτηρεί δήθεν τους φούρνους για να βγάζουν καλό ψωμί για τα στρατόπεδα των Τρικόρφων… Αυτός δεν είχε κλίση στα στρατιωτικά, ούτε ο πατέρας του ήθελε να βρίσκεται μέσα στους κινδύνους, αλλά να είναι μακριά από το κακό.
Ο δε Γενναίος, που ήταν αδύνατης κατασκευής ως νεαρός, έμενε με τον πατέρα του στο στρατόπεδο, ώστε μια μέρα γύρω στα τέλη Ιουνίου, που έγινε μια αψιμαχία κοντά στον Άγιο Βλάσιο ανάμεσα σε μας και τους Τούρκους, έτρεξε και αυτός και βρέθηκε σε εκείνη την αψιμαχία. Όταν αυτή τελείωσε τον είδα και ρώτησα τους στρατιώτες πότε πήγε εκεί και μου είπαν ότι τους ακολούθησε όταν αυτή άρχισε. Τότε τους είπα ότι ο Γιάννης είναι γενναίος. Εύγε του. Και αυτό σαρκαστικά κατά την συνήθεια.

Έτσι οι στρατιώτες αστειευόμενοι και ονομάζοντας αυτόν σαρκαστικά «Γενναίο», του έμεινε αυτό το επίθετο και ήδη ονομάζεται Γενναίος Κολοκοτρώνης και κατέχει τις υψηλότερες θέσεις της βασιλείας και του κράτους, δηλαδή στρατηγός, υπασπιστής, γερουσιαστής, αυλάρχης, ανώτερος ταξιάρχης, φέροντας στο στήθος τα παράσημα όλων των αυτοκρατόρων και βασιλέων, πολυκτήμων με εθνικά κτήματα και με τριπλές και τετραπλές λαμπρές οικίες, που ποτέ η γενιά του και οι πρόγονοί του δεν απέκτησαν, ούτε μια ασήμαντη καλύβα, και εμείς είμαστε άστεγοι, πένητες και ακτήμονες, περιφρονημένοι και παραγκωνισμένοι.

 

 Κανέλλος Δεληγιάννης – Απομνημονεύματα

 

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

 

Οὗτος ἐπανελθὼν ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον εἰς τὴν Πελοπόννησον μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1821 ἐβγῆκεν κατὰ πρῶτον εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας. Ἦτο δὲ νέος πολὺ, ὄχι μεγαλείτερος  τῶν 17 ἐτῶν. Ἔτυχε τότε νὰ γίνεται πόλεμος μὲ τοὺς Λαλαίους Τούρκους πρὸς τοὺς κατοίκους τοῦ Πύργου, ἀρχηγοῦντος τοῦ Χαραλάμπους Βιλαέτου, καὶ ὁ Γενναῖος ἔλαβε μέρος εἰς τὸν πόλεμον αὐτόν, καὶ ἐπολέμησεν ὡσὰν παιδὶ ὅπου ἦτον. Ἐκεῖθεν ἀνεχώρησε καὶ μετὰ τοῦ ἀδελφοῦ του Πάνου ἀνέβη εἰς τὸ Βαλτέτσι, καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Κατ᾿ ἀρχὰς ἐπήγαινε πότε εἰς τὸ Χρυσοβίτσι καὶ τὴν Πιάναν, καὶ πότε παρηκολούθει τὸν ἐξάδελφόν του Νικήταν Σταματελόπουλον, καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἤθελεν ἐπήγαινεν. Ἦτον ἀκούραστος, καὶ ἔτρεχεν ἐπάνω κάτω, ἐσυντρόφευεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ μολύβι ἀπὸ τὸ Ἄργος, καὶ ἀναλόγως τῆς ἡλικίας του ἔδειχνε ζῆλον καὶ προθυμίαν μεγάλην. Ἀνακατεύετο δὲ καὶ εἰς τοὺς ἀκροβολισμοὺς τοὺς γενομένους κατὰ τὴν πολιορκίαν τῆς Τριπολιτσᾶς. Μετὰ δὲ ταῦτα ὑπῆγεν εἰς τὸν Κορινθιακὸν κόλπον μετὰ τοῦ πρίγκηπος Ὑψηλάντου…

 

  

 

Υποσημείωση

 

* Η Φωτεινή Τζαβέλα – Κολοκοτρώνη ήταν πρώτη κυρία της χώρας. Γεννήθηκε στο Σούλι και ήταν κόρη του Φώτου Τζαβέλα. Το 1828 παντρεύτηκε τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη, γιο του Θεόδωρου. Ύστερα απο πρόσκληση του Όθωνα έγινε κυρία επι των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας, θέση στην οποία παρέμεινε για αρκετό καιρό φορώντας πάντα την παραδοσιακή σουλιώτικη φορεσιά. Το 1862, έτος που ανέλαβε την πρωθυπουργία ο άντρας της, έγινε η πρώτη κυρία της χώρας.

Μαζί με τον Ιωάννη Κολοκοτρώνη απέκτησε δύο γιούς, τον Θεόδωρο, γνωστό και ως Φαλέζ, και τον Κωνσταντίνο καθώς και πέντε κόρες, την Γεωργίτσα Πετιμεζά, την Αικατερίνη Ροδίου, την Ελένη Ζώτου, την Ζωΐτσα Μανώτου και την Ευφροσύνη που έμεινε ανύπαντρη.

 

Πηγές

 

  • Δεληγιάννη Κανέλλου, «Απομνημονεύματα», εκδόσεις, Πελεκάνος, Αθήνα 2005.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

Εθνοσυνέλευση Α’ (1821)

 

 

Οι εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης άρχισαν στο Άργος στο ναό του Αϊ – Γιάννη το Δεκέμβριο 1821 και συνεχίστηκαν στην Πιάδα (Νέα Επίδαυρο). [ Ο ναός του Αϊ – Γιάννη κτίστηκε μετά το 1822 και περατώθηκε το 1829. Ο προηγούμενος ναός ήταν ημιυπόγειος και ο εισερχόμενος κατέβαινε 6-7 σκαλιά. Τους έκτιζαν έτσι, για να μην μπαίνουν έφιπποι οι Τούρκοι και τους βεβηλώνουν. Σ’ εκείνο τον παλιό ναό έγινε η δοξολογία και ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Α΄ εθνοσυνέλευσης το Δεκέμβριο 1821].

 

Με την έναρξη της Επανάστασης εμφανίστηκε η ανάγκη πολιτικής οργάνωσης. Οι επαναστατημένοι Έλληνες για το συντονισμό του αγώνα χρειάζονταν κάποιο «σύστημα». Η πρώτη αξιόλογη οργανωτική προσπάθεια έγινε στη μονή Καλτεζών έξω από την Τρίπολη, όπου συστάθηκε η Πελοποννησιακή Γερουσία στις 26 Μαΐου 1821. Στις εργασίες είχαν λάβει μέρος τριάντα περίπου πρόκριτοι και αρχιερείς για την ανάδειξη της Γερουσίας, η οποία θα συντόνιζε τον αγώνα στον Μοριά μέχρι την άλωση της Τριπολιτσάς. Παράλληλα, τους ενδιέφερε προσωπικά να είναι οργανωμένοι, για να μην κινδυνεύει η εξουσία τους από το Δημήτριο Υψηλάντη, η άφιξη του οποίου αναμενόταν.

 

  

Ludwig Michael von Schwanthaler. Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο. Απεικονίζεται η στιγμή της ορκωμοσίας των πληρεξουσίων μπροστά στο «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (1η Ιανουαρίου 1822). Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Τροπαίων, ανατολικός τοίχος.

 

  

Μετά την άλωση της Τρίπολης, που έγινε στις 23 Σεπτεμβρίου, ο Δημήτριος Υψηλάντης προσπάθησε να συγκαλέσει εθνική συνέλευση με αντιπροσώπους από όλα τα μέρη της επαναστατημένης Ελλάδας για τη σύσταση πολιτικού συστήματος. Οι δυσκολίες παρουσιάστηκαν από την αρχή, γιατί η Πελοποννησιακή Γερουσία δεν εννοούσε να διαλυθεί, σύμφωνα με την προκήρυξή της.

 

Οι άρχοντες ήθελαν να κερδίσουν επίσης χρόνο, για να φτάσουν από τη Στερεά Ελλάδα ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος και ο Θ. Νέγρης, που ήταν πολιτικά αντίθετοι του Υψηλάντη. Εξάλλου, η δόξα των στρατιωτικών από την άλωση της Τριπολιτσάς ήταν μεγάλη και έλπιζαν ότι με τον καιρό θα μειωνόταν η πρώτη συγκλονιστική εντύπωση από το γεγονός αυτό. Με την επιμονή του Υψηλάντη και των στρατιωτικών άρχισαν να καταφθάνουν οι αντιπρόσωποι των επαρχιών στο Άργος περί τα τέλη Νοεμβρίου. Οι αντιπρόσωποι αυτοί δεν εκλέχτηκαν με κανονικές εκλογές από το λαό, ο οποίος ήταν αγράμματος και δεν ήξερε από πολιτική. Ήταν οι γνωστοί πρόκριτοι και αρχιερείς και ορισμένοι άνθρωποι των γραμμάτων, που νοιάζονταν για τα αξιώματα και την εξουσία.

 

Οι εργασίες άρχισαν την 1η Δεκεμβρίου 1821, αλλά ξεκίνησαν άσχημα. ο Υψηλάντης με την υποστήριξη μόνο των στρατιωτικών δεν μπόρεσε να διατηρήσει το χαρακτήρα της Εθνικής Συνέλευσης, την οποία κατόρθωσε ο Μαυροκορδάτος να μετατρέψει σε «Πελοποννησιακή». Με την αλλαγή αυτή περιορίζονταν οι στόχοι της και οι αρμοδιότητες των οργάνων που θα εκλέγονταν. Ουσιαστικά, ταυτιζόταν με την Πελοποννησιακή Γερουσία. Ο Υψηλάντης, επειδή ήθελε να διατηρηθεί το ήπιο κλίμα και να μην οξυνθούν τα πράγματα, υποχώρησε και δέχτηκε το αξίωμα του Προέδρου της «Πελοποννησιακής Γερουσίας», ένα αξίωμα χωρίς αντίκρισμα, αφού οι υπόλοιποι θα είχαν την πλειοψηφία και δε θα μπορούσε να επιβληθεί. Η «Πελοποννησιακή Συνέλευση» ψήφισε διακήρυξη, η οποία περιείχε αντιφάσεις και ανακρίβειες, που προκαλούν κατάπληξη, με σκοπό «να λησμονηθεί η συμβολή της οικογένειας Υψηλάντη στον Αγώνα, να λησμονηθεί η Φιλική Εταιρεία, να αποδοθεί η επανάσταση του ελλαδικού χώρου όχι στην ενιαία απόφαση του Έθνους για εξέγερση εναντίον της τουρκικής κυριαρχίας, αλλά σε ειδικά γεγονότα, και να δικαιολογηθεί η αναρχία και αταξία που επικρατούσε από τις πολεμικές περιπέτειες, ενώ ήταν σε όλους γνωστό ότι αυτή ήταν αποτέλεσμα της διαμάχης Υψηλάντη και προκρίτων,που είχαν προκαλέσει οι τελευταίοι».

( Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 18, σσ. 198-199).

              

Επίσης, η συνέλευση του Άργους ψήφισε τον «Οργανισμό προσωρινής διοικήσεως», ένα είδος συντάγματος, που ρύθμιζε διάφορα θέματα πολιτικά και στρατιωτικά. Με τον Οργανισμό η επιβολή των προκρίτων ήταν απόλυτη, αφού οι στρατιωτικοί θα υποτάσσονταν στη Γερουσία. Είναι χαρακτηριστικό ότι έφερε έντονη τη σφραγίδα του Μαυροκορδάτου και του Νέγρη, οι οποίοι είχαν αναλάβει τη σύνταξή του, αν και δε συμμετείχαν στις εργασίες, γιατί δεν ήταν Πελοποννήσιοι. Με βεβαιότητα μπορούμε να πούμε ότι τα αποτελέσματα της συνέλευσης ήταν επίτευγμα της πολιτικής του Μαυροκορδάτου.

 

Ο Υψηλάντης, βλέποντας τις έριδες και τις ραδιουργίες για την εξασφάλιση της εξουσίας, αποφάσισε να εγκαταλείψει το Άργος, πριν τελειώσουν οι εργασίες, και πήγε στην Κόρινθο με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς για την πολιορκία και άλωση της πόλης.

 

Εν τω μεταξύ και πριν φύγουν οι στρατιωτικοί, συνέβη ένα πολύ δυσάρεστο περιστατικό· δολοφονήθηκε στον Ξεριά, έξω από το Άργος, ο Αντώνης Οικονόμου και το Άργος έγινε ανάστατο. Οι πολιτικοί ανησυχούσαν και δεν αισθάνονταν ασφαλείς, επειδή ο στρατός αγρίεψε και απειλούσε. Υπήρχε πολύς στρατός τότε στο Άργος και στο Ναύπλιο, επειδή το δεύτερο εξακολουθούσε να πολιορκείται από τους Έλληνες.

 

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες αποφάσισαν να μεταβούν στη Νέα Επίδαυρο και εκεί «να πουν τα ψέματά τους», όπως έγραψε ο Θ. Κολοκοτρώνης στ’ απομνημονεύματά του. Πρόκειται για την Α΄ εθνοσυνέλευση της Επανάστασης, η οποία άρχισε τις εργασίες της στις 20 Δεκεμβρίου 1821 και τις τελείωσε στις 16 Ιανουαρίου 1822.

 

Μνημειώδης έμεινε η γνωστή διακήρυξη της ανεξαρτησίας (1-1-1822), με την οποία «το Ελληνικόν Έθνος εκήρυξεν ενώπιον Θεού και ανθρώπων την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν». Επίσης, ψηφίστηκε το πρώτο Σύνταγμα της πατρίδας μας, το «προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος», που περιλάμβανε 110 άρθρα. Συμμετείχαν 59 αντιπρόσωποι. Ο Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης δεν ήταν παρόντες, αλλά κατέλαβαν την Κόρινθο στις 14 Ιανουαρίου, δηλαδή πριν ακόμα τελειώσουν οι εργασίες της Εθνοσυνέλευσης.

Τελικά, η συνέλευση του Άργους, όπως ξεκίνησε την 1η Δεκ. 1821 και όπως διαμορφώθηκε στη συνέχεια, δεν ήταν εθνοσυνέλευση, αφού ο Αλ. Μαυροκορδάτος και οι άλλοι τη μετέτρεψαν σε πελοποννησιακή. Όμως, ήταν ο πρόδρομος της Πιάδας· και το Άργος άνοιξε το δρόμο προς τη Νέα Επίδαυρο.

 

Η διακήρυξη της Ά Εθνοσυνέλευσης 

 

Απόγονοι του σοφού και φιλανθρώπου Έθνους των Eλλήνων, σύγχρονοι των νυν πεφωτισμένων και ευνομουμένων λαών της Eυρώπης και θεαταί των καλών, τα οποία ούτοι υπό την αδιάρρηκτον των νόμων αιγίδα απολαμβάνουσιν, ήτο αδύνατον πλέον να υποφέρωμεν μέχρις αναλγησίας και ευηθείας την σκληράν του Oθωμανικού Kράτους μάστιγα, ήτις ήδη τέσσαρας περιπου αιώνας επάταξε τας κεφαλάς ημών και αντί του λόγου την θέλησιν ως νόμον γνωρίσουσα, διώκει και διέταττε τα πάντα δεσποτικώς και αυτογνωμόνως. Mετά μακράν δουλείαν ηναγκάσθημεν τέλος πάντων να λάβωμεν τα όπλα εις χείρας και να εκδικήσωμεν εαυτούς και την πατρίδα ημών από μίαν τοιαύτην φρικτήν και ως προς την αρχήν αυτής άδικον τυραννίαν, ήτις ουδεμίαν άλλην είχεν ομοίαν, ή καν δυναμένην οπωσούν μετ’ αυτής να παραβληθή δυναστείαν.

O κατά των Tούρκων πόλεμος ημών, μακράν του να στηρίζεται εις αρχάς τινάς δημαγωγικάς και στασιώδεις ή ιδιωφελείς μέρους τινός του σύμπαντος Eλληνικού Έθνους σκοπούς, είναι πόλεμος εθνικός, πόλεμος ιερός, πόλεμος του οποίου η μόνη αιτία είναι η ανάκτησις των δικαίων της προσωπικής ημών ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και της τιμής, τα οποία ενώ την σήμερον όλοι οι ευνομούμενοι και γειτονικοί λαοί της Eυρώπης τα χαίρουσιν, από ημάς μόνον η σκληρά και απαραδειγμάτιστος των Oθωμανών τυραννία επροσπάθησεν με βίαν να αφαιρέσει και εντός του στήθους ημών να τα πνίξη. Eίχομεν ημείς τάχα ολιγώτερον παρά τα λοιπά έθνη λόγον δια να στερώμεθα εκείνων των δικαίων, ή είμεθα φύσεως κατωτέρας και αχρειεστέρας και να νομιζώμεθα ανάξιοι αυτών, και καταδικασμένοι εις αιώνιον δουλείαν, να έρπωμεν ως κτήνη και αυτόματα εις την άλογον θέλησιν ενός απηνούς τυράννου, όστις ληστρικώς και άνευ τινός συνθήκης ήλθεν μακρόθεν να μας καθυποτάξει; Δίκαια, τα οποία η φύσις ενέσπειρε βαθέως εις την καρδίαν των ανθρώπων και τα οποία οι νόμοι, σύμφωνοι με την φύσιν, καθιέρωσαν, όχι τριών ή τεσσάρων, αλλά και χιλίων και μυρίων αιώνων τυραννία δεν δύναται να εξαλείψη. Kαι αν η βία ή η ισχύς προς τον καιρόν τα καταπλακώση, ταύτα πάλιν, απαλαίωτα και ανεξάλειπτα καθ’ εαυτά, η ισχύς ημπορεί ν’ αποκαταστήση και αναδείξη οία και πρότερον και απ’ αιώνων ήσαν, δίκαια τέλος πάντων τα οποία δεν επαύσαμεν με τα όπλα να υπερασπιζώμεθα εντός της Eλλάδος, όπως οι καιροί και αι περιστάσεις επέτρεπον.

Aπό τοιαύτας αρχάς των φυσικών δικαίων ορμώμενοι, και θέλοντες να εξομοιωθώμεν με τους λοιπούς συναδέλφους μας, Eυρωπαίους Xριστιανούς, εκινήσαμεν τον πόλεμον κατά των Tούρκων, μάλλον δε τους κατά μέρος πολέμους ενώσαντες, ομοθυμαδόν εκστρατεύσαμεν, αποφασίσαντες ή να επιτύχωμεν τον σκοπόν μας και να διοικηθώμεν με νόμους δικαίους, ή να χαθώμεν εξ ολοκλήρου, κρίνοντες ανάξιον να ζώμεν πλέον ημείς οι απόγονοι του περικλεούς εκείνου Έθνους των Eλλήνων υπό δουλείαν τοιαύτην, ιδία μάλλον των αλόγων ζώων, παρά των λογικών όντων. […]

Tαύτα διακυρύττει η Eθνική Συνέλευσις προς το Πανελλήνιον, εν και μόνον προσεπιφέρουσα, ότι αυτής μεν επεραιώθη το έργον και διαλύεται σήμερον. ΄Eργον δε του Eλληνικού λαού και χρέος είναι να φανή ευπειθής και υπήκοος εις τους Nόμους και τους εκτελεστάς Yπουργούς των Nόμων. Έλληνες, είπατε προ ολίγου ότι δεν θέλετε δουλείαν και ο τύραννος χάνεται καθημέραν από το μέσον σας. Αλλά μόνη η μεταξύ σας ομόνοια και ακριβής υποταγή εις την Διοίκησιν ημπορεί να στερεώση την ανεξαρτησίαν σας. Eίθε ο κραταίος του Yψίστου βραχίων ν’ ανυψώσει και αρχομένους και άρχοντας, την Eλλάδα ολόκληρον, προς την πάρεδρον αυτού σοφίαν, ώστε ν’ αναγνωρίσωσι τα αληθή των αμοιβαία συμφέροντα. Kαι οι μεν δια της προνοίας, οι δε λαοί δια της ευπειθείας, να στερεώσωσι της κοινής ημών Πατρίδος την πολύευκτον ευτυχίαν. Eίθε, είθε.

Eν Eπιδαύρω την 15ην Iανουαρίου. A’ της Ανεξαρτησίας. 1822″.

 

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Δ. Κόκκινου, «Η ελληνική επανάστασις», τ. Β’, Αθήνα, Mέλισσα, 1974.

 

Read Full Post »

Ροδόπουλος Κωνσταντίνος  

 

 

Δήμαρχος Άργους (1848-1852). Καταγόταν από τη Βυτίνα, είχε παντρευτεί την κόρη του Αναγνώστη Ιατρού Ευφροσύνη και ήταν σύγγαμβρος του στρατηγού Δημητρίου Τσώκρη, ο οποίος τον ανέδειξε στο δημαρχιακό αξίωμα. Επίσης, ήταν ανηψιός «του κατά την επανάστασιν επιφανούς μητροπολίτου Κορίνθου Κυρίλλου»* , του οποίου «τα οστά μετεκόμισεν και αναπαύονται εν τω ιερώ του ναού του Τιμίου Προδρόμου»,**  δηλ. στον Αϊ-Γιάννη. Δεν υπάρχει, όμως, καμία επιγραφή ή άλλη ένδειξη στο ναό για την ανακομιδή των οστών του Κυρίλλου στον Αϊ-Γιάννη.

Ήταν πολύ πλούσιος – μνημονεύεται ως μεγαλοκτηματίας –, γι’ αυτό και μπόρεσε να αγοράσει το αρχοντικό Γόρδωνος*** στην Αρβανιτιά Άργους το 1864 μαζί με τον Γεώργιο Αντωνόπουλο, το οποίο υποθέτουμε ότι ήταν μεγάλης αξίας μαζί με τον τεράστιο τότε κήπο του.

 

Υποσημειώσεις

 

* Δημ. Βαρδουννιώτη, Η καταστροφή του Δράμαλη, παράρτημα σ. 254.

** Αναστ. Τσακόπουλου, Οι κατά χρονολογικήν περίοδον διατελέσαντες Δήμαρχοι του Δήμου Αργείων 1835-1930, εφ. «Αγροτική Αργολίς», 6 Ιουλίου 1930.

*** Βλ. Βασ. Δωροβίνη, Το σπίτι του στρατηγού Thomas Gordon στο Άργος, Αρχαιολογία 47/1993 και 48/1993.

 

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Απόκριες στο Άργος (1930)

 

 

Οι Αργείτες ήταν – κι είναι ακόμη – γλεντζέδες από τα παλιά χρόνια. Δεν έχαναν ευκαιρία να στήσουν το χορό, χωρίς πολλές δικαιολογίες.

 

Εύρισκαν χίλιους λόγους. Γάμους, βαφτίσια, ονομαστικές γιορτές κι ότι άλλο σκεφτεί κανείς. Αλλά κι άμα δεν εύρισκαν κάποιο λόγο, τον εφεύρισκαν.

 

Εκεί όμως που το γλέντι άναβε και κόρωνε ήταν τις απόκριες. Όλη η πόλη ένα γλεντοκόπι. Όπου κι αν έστριβες, σε όποια γειτονιά, θα συναντούσες Αργείτες και Αργείτισες να τραγουδούν και να χορεύουν. Το νταούλι και η πίπιζα ήταν στις δόξες τους εκείνες τις μέρες.

 

Στο Αργειακό Ημερολόγιο του 1930, των Γεωργίου Λογοθέτη και Ανδρέα Χριστόπουλου διαβάσαμε ένα κείμενο για τις απόκριες στο Άργος, που το υπογράφει ο ΙΔΜΩΝ.

 

Κι άλλα χρονογραφήματα του ίδιου έχουμε συναντήσει και ίσως θα πρέπει κάποιος – κάποια στιγμή – να τα συλλέξει ώστε να αποτελέσουν μια χρήσιμη για την πόλη λαογραφική πηγή.

 

Το κείμενο που πιο κάτω παραθέτουμε, το αντιγράφουμε ως έχει, χωρίς διορθώσεις. Θα μας συγχωρήσετε όμως το μονοτονικό, για λόγους πρακτικούς.

 

Η Απόκριες

 

Σ᾽ εποχή που η ψυχή μας σύρεται δούλη πίσω από το άρμα της ξενικής νοοτροπίας και τα ελληνικά έθιμα μαραίνονται ένα, ένα κάτω από τον καυστικόν ήλιο της Δύσεως.

 

Σ᾽ εποχή, που το ρουμελιώτικο τραγούδι σβύνει στην αποπνικτική θορυβώδη ατμόσφαιρα των ήχων μιάς τζάζ – Μπάντ αγρίων, και ο γραφικός καλαματιανός αποτελεί αναχρονισμόν, αστείο στους ευρωπαϊκούς πιθηκισμούς, η διατήρησις ενός ελληνικού εθίμου αποτελεί εθνικόν φαινόμενον παρήγορον και αποδεικνύει την ακατάβλητη δύναμι της ελληνικής ψυχής.

 

Το Άργος μπορεί υπερήφανο να καυχάται ότι στη δίνη αυτή των ξενικών κυμάτων υπήρξε η ευτυχής κιβωτός που διέσωσε πολύτιμο μέρος από την κληρονομία της ιδιωτικής ζωής του έθνους. – Οι γραφικοί γάμοι με τη περιφορά των προικών, τα βαφτίσια με τα αμοιβαία πλούσια δώρα, η κηδείες με τις νυχτερινές παρηγοριές, το Πάσχα με το αρνί της σούγλας και το τριήμερο γλέντι και τόσα άλλα έθιμα διατηρούνται με θρησκευτική πίστι.

 

Μέσα σ᾽ όλα δε ξεχωριστά η απόκρηες. Με την πρώτη ημέρα του τριωδίου το πάτριο νταούλι σκονισμένο και άφωνο στον καπνισμένο τοίχο τινάζεται από την νάρκη του και αρχίζει την περιοδεία του. Από τα στενοσοκάκια του Καρβασαρά και τα χαμόσπιτα των Γεφυριών ξεκινάει για την αποστολή του κι ακούραστο δε σταματάει πειά καμμιά νύχτα, μέχρις ότου τα χαράματα της Καθαράς Τρίτης παραδώσουν στην ηδονική αγκαλιά του ύπνου τους Βάκχους της αποκρηάς.

 

Βασίλη Τουφεξιάδη

Απόκριες στο Άργος (1936)-Αρχείο: Βασίλη Τουφεξιάδη

 

 

 

Ντόμπ –Ντούμπ –Ντάμπ –Ντούμπ –Ντάμπ –Ντούμπ…. από τα τρεσάκια του Ξεριά και της ανηφοριές της Αρβανιτιάς. Κι᾽ όπου περάσει κάνει το θάμμα του. Σε κάθε πλατεία, σε κάθε σταυροδρόμι, σε κάθε γούβα ανοίγει κι ένας χορός. Η μοδιστρούλα με τις αφέλειες και τα τσαχπίνικα ματάκια κι᾽η ξομάχα με το σφιχτοδεμένο κορμί της στο γαργαλιστικό πέρασμα του θ᾽αφήσουν και μηχανή κι᾽ αργαλειό και σπίτι και θα πιάσουν στο χορό.

 

Ντάμπ –Ντούμπ –Ντάμπ –Ντούμπ, το νταούλι κι᾽ η λυγερή κορμοστασιά τραβάει καμαρωτή σαν πέρδικα το συρτό. Κι΄όσο ο χορός ανάβει κι᾽ εναλλάσσεται στους ρυθμικούς του γύρους, τόσο πετάει η καρδιά του λεβέντη που τον παρακολουθεί. Δεν κρατάει. Θα το τραβήξη κι᾽αυτός. Ένα περατιανό κι᾽η σπίθα γίνεται φωτιά. Αλλοίμονο σ᾽εκείνον που θα τον κόψη πρίν το φέρη τουλάχιστον δύο βόλτες. Λίγο παρεξήγησι, καυγαδάκι, ο χορός διαλύεται, και το νταούλι φεύγει. Μα πρίν ακόμη στρίψη τη γωνία η φωνές των κοριτσιών κινητοποιούνται, ο χορός ξανανάβει κι᾽η γειτονιά γλεντάει ακούραστη. Τρυγάει τη χαρά και λησμονιέται στο μεθύσι της τρελλής αποκρηάς.

 

Μα το άλλο Άργος το μορφωμένο; Ο Αρχοντομαχαλάς; Κοιμάται; Αγνοεί τη χαρούμενη αυτή περίοδο του χρόνου; Κάθε άλλο. Όταν δεν το βλέπετε κοπάδια, κοπάδια στους συνοικιακούς χορούς, όταν δεν ακούτε τα γέλοια του και της φωνές του στο μοναδικό του κέντρο του Θήβα, προσέξετε κάτω από τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών και θα ακούσετε το αποκρηάτικο τραγούδι σ᾽όλες τις παραλλαγές του.

 

Το Άργος γλεντάει γενικώς χωρίς εξαίρεση ηλικίας και τάξεως. Και γλεντάει ακόμη με τον ελληνικό τρόπο. Η απόκρηες του είναι τα ανθεστήρια των αρχαίων του προγόνων. Με μια διαφορά, ότι τότε έβγαινε ο κήρυκας, για να θέση φραγμό στην παράφρονα όρεξι των, ενώ τώρα τους επαναφέρει στην τάξι το λάλημα του πετεινού της Καθαράς Τρίτης. Ως πότε όμως θα διατηρήση τον Ελληνικό χαρακτήρα της η ώμορφη αυτή εποχή του χρόνου; Ασφαλώς ως ότου η γενεά που μας έρχεται θάχει τη δύναμι ν᾽αποτελή την άρνηση στον ξενικό πειρασμό.

 

 

Πηγή

 

  • Αργειακόν Ημερολόγιον 1930, Γεωργίου Λογοθέτου & Ανδρέου Χριστόπουλου, Άργος 1929.

 

Read Full Post »

Λιμός  (πείνα) των Τούρκων του Ναυπλίου – Κανιβαλισμός

 

 

Μιά από τις πιο πικρές ιστορίες που έχουν γραφεί για την περίοδο της Τουρκοκρατίας και της εθνικής παλιγγενεσίας, είναι κι αυτή που αναφέρει ο Φώτιος Χρυσανθακόπουλος ή Φωτάκος, πρώτος υπασπιστής του Αρχιστράτηγου της επανάστασης Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του οποίου κείμενο έχει συμπεριλάβει ο πατριώτης μας  Θοδωρής Γκόνης στο πραγματικά υπέροχο βιβλίο του

« Μια πόλη στη λογοτεχνία. Ναύπλιο.

 Λιμός  των Τούρκων – ανθρωποφαγία. σελ. 266 – 271.

Αθήνα. Εκδόσεις Μεταίχμιο. Ιούνιος 2002».

 

Είναι ένα κείμενο, που πραγματικά συγκλονίζει και κάνει τον αναγνώστη να ριγεί. Είναι το σημείο εκείνο που περιγράφει την δεινή κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει οι Τούρκοι κατά την πολιορκία του Ναυπλίου και την τελική παράδοσή τους στους Έλληνες.

 

Παραθέτουμε εδώ, κάποια αποσπάσματα του κειμένου, επιλέγοντας τα σημεία εκείνα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο θέμα.  

 

« Άμα εμβήκαμεν εις την πόλιν ηύραμεν τους Τούρκους, οίτινες ως προς την κατάστασιν της υγείας των εδιαιρούντο εις τρεις τάξεις. Ήσαν δηλ. οι μέν γεροί και δυνατοί, οι δε άρρωστοι και αδύνατοι, οι δε αναίσθητοι˙ούτοι οι τελευταίοι εσύροντο κατά γης σκάπτοντες εις τα κατώγεια των σπιτιών, εις τα φουσκιά των ερειπίων, και εις τας άλλας κόπρους και τας ακαθαρσίας της πόλεως, ηύρισκαν σκωλήκια μεγάλα, τα οποία έτρωγαν.

 

« Αι άλλαι τάξες ήσαν ολίγον δυνατώτεραι. Αυτοί εμπουσούλιζαν και εννοούσαν κάπως καλλίτερα από τους πρώτους. Αλλά και αυτοί από την πείναν έτρωγαν τους νεκρούς, ετράβαγαν τα ψαχνά κρέατα με τα δόντια των με πολλήν όρεξιν, και με πολλήν επιμέλειαν εκαταγίνοντο να χορτάσουν. Όταν τους εφωνάζαμεν άκουαν, εγύριζαν, μας έβλεπαν, και έπειτα πάλιν εξακολούθουν να τρώγουν των νεκρών Τούρκων τα κρέατα» .

 

………………………………………………………………………………………………………………………..

 

« Εις την βρύσιν του Αγίου Σπυρίδωνος εκεί κάθε αυγήν εσυναθροιζόμεθα, και μετά προηγουμένην μεταξύ μας εξέτασιν εκάστη ομάς επήγαινεν εις το τμήμα της.

 

Κοντά εις την βρύσιν, η οποία βλέπει προς τον βορειάν, και η οποία έχει ζαλώστραν, εκεί επάνω από την αυγήν της πρώτης ημέρας είδαμεν ένα νεκρόν κείμενον και σκεπασμένον με πάπλωμα, τον οποίον, ως όλοι επαρατηρήσαμεν, και αυτός ο ιατρός Αγαμέμνων ήτο ακέραιος. Τότε είπαμεν αναμεταξύ μας, ότι οι Τούρκοι έχουν αποθαμμένον, και ότι θα φροντίσουν να τον θάψουν. Η πόλις όμως ολόκληρος ήτο ακάθαρτος, και παντού ήσαν νεκρά πτώματα ανθρώπων σαπησμένα και άταφα, τα οποία, ως ανωτέρω εἰπαμεν, οι ζωντανοί Τούρκοι έτρωγαν, διότι εις την πόλιν δεν υπήρχεν άλλο ζώον, ούτε γάτα, ούτε πετεινά, διότι τα είχαν φάγει προτήτερα.

 

Την ακόλουθον ημέραν εις τον ίδιον μέρος είδαμεν πάλιν το πάπλωμα εις την θέσιν του, αλλά παρατηρήσαντες ηύραμεν, ότι το ήμισυ του νεκρού, από την μέσην και επάνω έλιπεν, και ότι γύρω του πτώματος υπήρχαν μικρά κρέατος πετάματα, όμοια με εκείνα, τα οποία φαίνονται εις τα κρεοπωλεία όπου λιανίζουν τα κρέατα. Την δε τρίτην ημέραν όλως διόλου ο νεκρός αφανίσθη και τότε εννοήσαμεν, ότι οι ζωντανοί τρώγουν τους αποθαμμένους, αν και είχαμεν και προηγουμένως γνώσιν του τοιούτου, διότι οι Τούρκοι είχαν αιχμαλωτίσει ένα Έλληνα, τον οποίον έπειτα κρυφά έσφαξαν εις το ερείπιον του Σάλα λεγόμενον και τον έφαγαν».

 

………………………………………………………………………………………………………………………..

 

« Την ακόλουθον ημέραν με απάντησεν ο αρχηγός των Αλβανών, όστις, ως ανωτέρω είπαμεν, είχεν εις τας διαταγάς του όλους τους ξένους Τούρκους, και ομιλίας γενομένης μεταξύ μας περί άλλων πραγμάτων, ήλθεν ο λόγος και εις τα συμβάντα ης προηγουμένης ημέρας˙……….. Αυτός δε απεκρίθη και είπεν « ότι ο Θεός να μη με φέρη ποτέ εις τοιαύτην θέσιν˙αλλά σας λέγω ότι, καθώς έμαθα, γλυκύτερον φαγητόν εις τον κόσμον δεν είναι άλλο από το ανθρώπινον κρέας, και μάλιστα τα ψαχνά, όταν τα κάμνη κανένας κεφτέδες, ή ντολμάδες, τους οποίους τυλίσσουν με την πέτσαν του φύλλου της φραγγοσυκιάς, το οποίον προηγουμένως το βράζουν εις νερόν θαλασσινόν και εκβάλλουν την πέτσαν, και ότι τα μυαλά τα ανθρώπινα γίνονται τηγανητά με βούτυρον ακόμη γλυκύτερα, και επειδή δεν έχουν βούτυρον, ούτε λάδι, μεταχειρίζονται το ανθρώπινον λίπος δια το τηγάνισμα».

 

Το κράμα συναισθημάτων που μας γεννήθηκαν, μας έκανε να αναζητήσουμε το πρωτότυπο των απομνημονευμάτων του Φωτάκου, από το οποίο δανειζόμαστε την (α) υποσημείωση του συγγραφέα, στην σελίδα 242, εκδόσεις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1858.

 

{ Ο Σ. Τρικούπης ( Ιστ. Β΄340) λέγει ότι « εβγήκαν από το Ναύπλιον 150 εντόπιοι ιππείς την νύκτα κρυφίως και γνωρίζοντες καλώς τας θέσεις και τα μονοπάτια και λαλούντες και την Ελληνικήν γλώσσαν διέβησαν πριν φέξη δια των Ελληνικών ταγμάτων ως Έλληνες και έφθασαν εις Κόρινθον» Πρώτον ήτο δυνατόν να υπάρχουν τότε μέσα στο Ναύπλιον 150 ίπποι και μάλιστα επίλεκτοι; Και αν είχαν 150 άλογα δεν τα έτρωγαν να ζήσουν κάμποσον καιρόν; Ο ίδιος δε λέγει εις το αυτό μέρος ότι όχι μόνον έτρωγαν από την πείνά τους ακάθαρτα ζώα, αλλά και ανθρώπινα κρέατα, και ότι έβραζαν τα δέρματα των ζώων και ερροφούσαν τον ζωμόν των. Και όταν ταύτα έτρωγαν ήθελαν έχει μέσα 150 εκλεκτούς ίππους; Αλλ᾽εάν υποθέσωμεν και τούτο οι Έλληνες άμα τους έβλεπαν να περνούν ήτο δυνατόν να πιστεύσουν ότι ήταν Έλληνες; διότι ποτέ έως τώρα δεν είχαμεν εμείς ούτε έν καβαλάρη}.

 

Πηγές

 

  • «Μια πόλη στη λογοτεχνία, Ναύπλιο», Επιλογή κειμένων Θοδωρής Γκόνης, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα, 2002.
  • «Απομνημονεύματα της ελληνικής επαναστάσεως υπό Φωτάκου», Αθήνησι, Τύποις και βιβλιοπωλείο π.δ. Σακελαρίου, 1858.
  • Αλίκη Φακούρα, «Από την οθωμανική στην ελληνική πόλη», Διπλωματική εργασία, Αθήνα, Νοέμβριος 2006.

 

 

 

 

Read Full Post »

Μακρυγιάννης Ιωάννης (1797-1864)

  

 

Μακρυγιάννης Αγωνιστής του 1821 και αργότερα στρατηγός,  γνωστός για τα δημοκρατικά του φρονήματα. Γεννήθηκε στο Αβορίτι της Φωκίδας, ένα χωριουδάκι τρεις ώρες δρόμο μακριά από το Λιδωρίκι. Ήταν μωρό ακόμη, όταν ο πατέρας του Δημήτριος Τριανταφύλλου δολοφονήθηκε από τους Τούρκους. Ο ίδιος ονομάστηκε αργότερα Μακρυγιάννης για το ψηλό του ανάστημα. Η μάνα του, η φτωχή Βασιλική, που τον είχε γεννήσει επιστρέφοντας στο σπίτι μ’ ένα δεμάτι ξύλα στην πλάτη, αναγκάστηκε να φύγει στη Λειβαδιά.

 

Eφτάχρoνoς ο Γιάννης μπήκε υπηρέτης. Αργότερα, το 1811, σε ηλικία 14 ετών, τον έστειλε η μάνα του υπηρέτη στην Άρτα, στο σπίτι του Θανάση Λιδωρίκη. Εκεί ασχολήθηκε ταυτόχρονα με το εμπόριο, έμπορας και δανειστής, με αποτέλεσμα στις παραμονές της επανάστασης να έχει αποκτήσει σημαντική περιουσία και συνείδηση μικροαστού. Έμεινε στην Άρτα δέκα χρόνια.

  

Παραμονές του Αγώνα κατηχήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Τον Μάρτιο 1821 τον έστειλαν οι Φιλικοί στην Πάτρα, για να εκτιμήσει την κατάσταση και κινδύνεψε να συλληφθεί. Επέστρεψε στην Άρτα, αλλά οι Τούρκοι, που είχαν τις πληροφορίες τους, τον φυλάκισαν περνώντας του σίδερα στα πόδια και τον βασάνιζαν 70 μέρες, για να τους μαρτυρήσει πού έκρυβε το βιος του. Ο Μακρυγιάννης, προσποιούμενος τον ετοιμοθάνατο, κατόρθωσε να ξεφύγει και ύστερα από περιπέτειες, έφτασε στο Πέτα, όπου πολέμησε στο πλευρό του Γώγου Μπακόλα.

 

Κατόπιν αρρώστησε και κατέβηκε στο Μεσολόγγι κι από κει στα Σάλωνα, μέχρι που έγινε καλά. Στη συνέχεια έλαβε μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις στην ανατολική Στερεά Ελλάδα. Τον Αύγουστο 1822 ακολούθησε σαν μικροκαπετάνιος τον Οδ. Ανδρούτσο και τον Γιάννη Γκούρα στην Αθήνα, όπου έγινε για λίγο πολιτάρχης (αστυνόμος). Απογοητευμένος, όμως, από τα φερσίματά τους και προπαντός από τη φιλαργυρία και την πλεονεξία του Γκούρα, τους εγκατέλειψε και κατέβηκε στον Μοριά.

 

Ιωάννης Μακρυγιάννης, σχέδιο Benjamin Mary, 30 Απριλίου 1840.

 

Ο Κολοκοτρώνης τού έδωσε εντολή να ακολουθήσει το γιο του Γενναίο. Αλλά ούτε στο Μοριά ήταν ευχαριστημένος από την αταξία και τις αντιθέσεις των πολιτικών, ιδιαίτερα του Μαυροκορδάτου. Όταν σχηματίστηκε το παράνομο εκτελεστικό στο Κρανίδι και υπήρχαν δύο κυβερνήσεις, ο Μακρυγιάννης βρέθηκε με το νέο εκτελεστικό του Κρανιδίου στο πλευρό του Γ. Κουντουριώτη, του Κωλέττη και του Μαυροκορδάτου και πολέμησε για λογαριασμό τους εναντίον της άλλης παράταξης στη Δαλαμανάρα (9 και 10 Μαΐου 1824). Μετά τον έστειλαν στην Αρκαδία και Μεσσηνία, επειδή οι κάτοικοι αρνούνταν να πληρώνουν φόρους στην κυβέρνηση Κουντουριώτη. Κόντεψε μάλιστα να συλληφθεί και επιστρέφοντας στ’ Ανάπλι διηγήθηκε στους κυβερνητικούς τις περιπέτειές του. Τότε τον πίεσαν να μεταβεί στην Αθήνα και να πείσει τον Γκούρα, τον Καρατάσο, τον Γάτσο και άλλους να κατέβουν στον Μοριά, να πολεμήσουν τους «αντάρτες». Με τα πολλά παρακάλια τους έπεισε, κατέβηκαν εκείνοι και εξαπέλυσαν όργιο αρπαγών και αυθαιρεσιών. Ο Μακρυγιάννης παραπονιόταν για όλα αυτά, αλλά ο ίδιος είχε μεγάλη ευθύνη για το φούντωμα του εμφυλίου.

 

Η κυβέρνηση Κουντουριώτη τον είχε κάνει αντιστράτηγο για τις υπηρεσίες που της είχε προσφέρει. Ο αγνός Μακρυγιάννης παρασύρθηκε από τη δίνη των γεγονότων. Χωρίς να το καταλάβει, έγινε όργανο της παράνομης κυβέρνησης. Ο ίδιος σημειώνει στ’ απομνημονεύματά του: «Δεν ήξερε κανείς τι να κάμει. Ήμουν άμαθος από τέτοια». Ήταν μια ειλικρινής εξομολόγηση. Απογοητευμένος εξάλλου από όλους, σημειώνει παρακάτω: «Μούτζες και στρούτζες να ’χουν και το ’να και τ’ άλλο μέρος».

 

Όταν ο Ιμπραήμ πάτησε τον Μοριά, ο Μακρυγιάννης τον πολέμησε στο Νιόκαστρο και μετά στους Μύλους, αποφασιστικά τούτη τη φορά (13 Ιουνίου 1825), μαζί με τον Δημ. Υψηλάντη, τον Κων/νο Μαυρομιχάλη και άλλους και στάθηκε ο κυριότερος συντελεστής της νίκης. Τραυματίστηκε μάλιστα σοβαρά στο δεξί χέρι.

 

Αργότερα παραιτήθηκε από τον βαθμό του στρατηγού και κατατάχθηκε ως απλός στρατιώτης στο τακτικό σώμα του Φαβιέρου για εκγύμναση. Μετά έγινε πολιτάρχης στην Αθήνα. Όταν ο Κιουταχής πολιορκούσε την Ακρόπολη, ο Μακρυγιάννης πολέμησε ηρωικά, ιδιαίτερα στις μάχες του Σερπετζέ (θέατρο Ηρώδη του Αττικού), όπου και τραυματίστηκε. Πήρε μέρος και σε πολλές άλλες μάχες, στον Πειραιά και αλλού, και έφερε σε πέρας πολλές επικίνδυνες αποστολές.

 

Σπάνια λιθογραφία που απεικονίζει πιθανότατα τον Ιωάννη Μακρυγιάννη. Από τη συλλογή σχεδίων του Ch. De Sictivaux του Γαλλικού Εκστρατευτικού Σώματος στην Πελοπόννησο, 1829.

 

 

Επί Καποδίστρια διετέλεσε στρατιωτικός διοικητής Πελοποννήσου (1828-1830), αλλά έγινε αντικαποδιστριακός και αντικαταστάθηκε από τον Νικηταρά. Την εποχή του Όθωνα έδειξε θερμό ενδιαφέρον για τους αγωνιστές του 1821 και υποστήριξε τα δίκαιά τους. Οι αντιβασιλικοί μπαινόβγαιναν στο σπίτι του στην Πλάκα. Εκεί δόθηκε και ο όρκος πριν από την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που έκανε μαζί με το Δημ. Καλλέργη «Ορκιζόμαστε αβιάστως να φυλάξωμεν την πατρίδα μας, ότι κινδυνεύει από τους τοιούτους… Και ορκίζομαι εγώ πρώτος ο Mακρυγιάννης να φυλάξω όλα αυτά…».

 

Η μεγαλύτερή του προσφορά κατά την Οθωνική περίοδο ήταν η επανάσταση αυτή, που είχε ως αποτέλεσμα ν’ αποκτήσει η χώρα μας το πρώτο της Σύνταγμα (1844). Οι βασιλικοί τον κατηγόρησαν στη συνέχεια για συνωμοσία και τον φυλάκισαν (1852). Καταδικάστηκε σε θάνατο, η ποινή του μετατράπηκε σε φυλάκιση και τέλος αποφυλακίστηκε (1854) με εντολή του τότε πρωθυπουργού και συναγωνιστή του Δημ. Καλλέργη. Η φυλακή και η κακομεταχείριση τον κατέβαλαν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε καταληφθεί από βαθιά θρησκευτικότητα και προσευχόταν συνεχώς σε μια σπηλιά κοντά στη γειτονιά του, που την είχε μετατρέψει σε ερημητήριο. Μετά την έξωση του Όθωνα τιμήθηκε με τον βαθμό του υποστρατήγου (1862) και αντιστρατήγου (1864). Μετά από λίγες μέρες πέθανε σε ηλικία 67 χρονών. Ο λαός της Αθήνας τον έκλαψε και τον κήδεψε με μεγάλες τιμές στο Α΄νεκροταφείο. Είχε αποκτήσει δώδεκα παιδιά με την Κατερίνα Σκουζέ, που είχε παντρευτεί στην Αθήνα το 1825. Η συνοικία της Αθήνας όπου κατοικούσε πήρε το όνομά του.

 

Τ’ απομνημονεύματά του  τα διακρίνει πηγαίο πεζογραφικό ταλέντο με πολλές αφηγηματικές αρετές. Το ύφος είναι απλό και ανεπιτήδευτο και θεωρείται υποδειγματικό.  Ο Μακρυγιάννης ήταν αγράμματος, αλλά σε ηλικία 33 χρόνων – «στα γεράματά του», όπως σημειώνει χαριτολογώντας – «έμαθε γράμματα, για να γράψει το βίο του». Τα χειρόγραφά του ανακάλυψε και αποκατέστησε με πολύ κόπο ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο οποίος και τα εξέδωσε με εκτενή πρόλογο το 1907.

 

Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του:

 

«Εκεί οπούφκιαχνα τις θέσες εις τους Μύλους (Κοντά στο Ναύπλιο) ήρθε ο Ντερνυς (Γάλλος Στρατιωτικός) να με ιδή. Μου λέγει. ‘Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες. Τι πόλεμον θα κάνετε με τον Μπραϊμη αυτού;’ – Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσεις κι’ εμείς, όμως είναι δυνατός ο θεός όπου μας προστατεύει. Και θα δείξωμεν την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσεις τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραϊμη, παρηγοριόμαστε μ’ ένα τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Κι όταν κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν»

 

Πρόλογος από τα απομνημονεύματα του:

 

 

Αδελφοί αναγνώστες!

 
Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Μακρυγιάννης – Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Επειδή έλαβα αυτείνη την αδυναμία να σας βαρύνω με την αμάθειά μου (αν έβγουν εις φως αυτά οπού σημειώνω εδώ και ξηγώμαι πότε με κόλλησε αυτείνη η ιδέα, -από τα 1829, Φλεβαρίου 26, εις το Αργος – και ακολουθώ αγώνες και άλλα περιστατικά της πατρίδος) σας λέγω, αν δεν τα διαβάσετε όλα, δεν έχει το δικαίωμα κανένας από τους αναγνώστες να φέρη γνώμη ούτε υπέρ, ούτε κατά.

‘Οτι είμαι αγράμματος και δεν μπορώ να βαστήσω ταχτική σειρά ‘σ τα γραφόμενα, και… τότε φωτίζεται και ο αναγνώστης. Μπαίνοντας εις αυτό το έργον και ακολουθώντας να γράφω δυστυχήματα αναντίον της πατρίδος και θρησκείας, οπού της προξενήθηκαν από την ανοησίαν μας και ‘διοτέλειά μας και από θρησκευτικούς και από πολιτικούς και από ‘μάς τους στρατιωτικούς, αγαναχτώντας και εγώ απ’ ούλα αυτά, ότι ζημιώσαμε την πατρίδα μας πολύ και χάθηκαν και χάνονται τόσοι αθώοι άνθρωποι, σημειώνω τα λάθη ολωνών και φτάνω ως την σήμερον, οπού δεν θυσιάζομε ποτές αρετή και πατριωτισμόν και είμαστε σε τούτην την άθλια κατάστασιν και κιντυνεύομεν να χαθούμεν.

Γράφοντας αυτά τα αίτια και τις περίστασες, οπού φέραμεν τον όλεθρον της πατρίδας μας όλοι μας, τότε ως έχοντας και εγώ μερίδιον εις αυτείνη την πατρίδα και κοινωνία, γράφω με πολλή αγανάχτησιν αναντίον των αιτίων, όχι να ‘χω καμμιά ιδιαίτερη κακία αναντίον τους, αλλά ο ζήλος της πατρίδος μου δίνει αυτείνη την αγανάχτησιν και δεν μπόρεσα να γράψω γλυκώτερα. Αυτό το χειρόγραφον, από την περίστασιν οπού μου έγιναν πολλές καταδρομές, το είχα κρυμμένο. Τώρα οπού το έβγαλα, το διάβασα όλο και έγραψα ως τα 1850 Απρίλη μήνα, και διαβάζοντάς το είδα ότι δεν ξηγώμαι γλυκώτερα δια κάθε άτομον.

 

Πρώτο λοιπόν αυτό, και ύστερα σε πολλά μέρη ‘παναλαβαίνω πίσω τα ίδια (ότι είμαι αγράμματος και δεν θυμώμαι και δεν βαστώ σειρά ταχτική) και τρίτο, εκείνα οπού σημειώνω εις την πρωτοϋπουργίαν του Κωλέτη, οπού έκαμεν τόσα μεγάλα λάθη αναντίον της πατρίδος του και της θρησκείας του και των συναγωνιστών του, όλων των τίμιων ανθρώπων και να χύση τόσα άδικα αίματα των ομογενών του και να πάθη η δυστυχισμένη του πατρίδα και να παθαίνη και τώρα εις τον πεθαμό του από τους ίδιους τους μαθητάς του και συντρόφους του, οπού μας κυβερνούν, και οι προκομμένες του οι Βουλές και άλλοι τοιούτοι, οπού δεν άφησαν λεπτό εις το ταμείο, και όλο το κράτος τό’ ‘φεραν σε μίαν μεγάλη δυστυχία και ανωμαλία, και ένας μεγάλος στόλος των σκύλων μας έχουν μπλόκον, οπού ‘ναι περίτου από τρεις μήνες, και μας πήραν όλα τα καράβια και μας κατακερμάτισαν όλο το εμπόριον και τζαλαπάτησαν την σημαίαν μας και πεθαίνουν της πείνας οι ανθρώποι των νησιών και εκείνοι οπού ‘χουν τα καράβια τους γκιζερούν εις τους δρόμους και κλαίνε με μαύρα δάκρυα.

 

‘Ολα αυτά τα δεινά και άλλα πλήθος είναι έργα του Κωλέτη και της συντροφιάς του, οπού άφησε εντολή να κυβερνιώμαστε με αυτό το σύστημα και με τους τοιούτους συντρόφους του. Και από αυτό παθαίνομεν και τι θα πάθωμεν ακόμα ο Θεός το γνωρίζει. Και αυτά ήταν δια τους ξένους σκοπούς του και τις ‘διοτέλειές του και για να κατακερματίσουνε και την Τρίτη Σεπτεβρίου -οπού διαλαβαίνει περί θρησκείας και άλλης σωτηρίας της πατρίδος αυτό το Σύνταμα – και τό’ ‘χομεν εις το χαρτί και αντίς να μας ωφελήση μας αφανίζει ολοένα. ‘Ολοι οι άλλοι, οπού γράφω εξ αρχής, είναι άγιοι ομπρός ‘σ αυτόν και την συντροφιά του τη σημερνή, μ’ όλον οπού τα λάθη τα πρώτα εγέννησαν και τούτα.

 

Δια όλα αυτά γράφω εδώ. Ως άνθρωπος μπορώ να πεθάνω και ή τα παιδιά μου, ή άλλος τα αντιγράψη, για να τα βγάλη εις φως, πρώτο τους ανθρώπους, οπού γράφω μ’ αγανάχτησιν αναντίον τους, να βάνη τις πράξες του κάθε ενού και τ’ όνομά του με καλόν τρόπον, όχι με βρισές, δια να χρησιμεύουν αυτά όλα εις τους μεταγενεστέρους και να μάθουν να θυσιάζουν δια την πατρίδα τους και θρησκεία τους περισσότερη αρετή, να ζήσουν ως ανθρώποι ‘σ αυτήν την πατρίδα και μ’ αυτήν την θρησκείαν. Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις την θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν. Και προσοχή να μην τους απατάγη η ‘διοτέλεια.

 

Και αν σκοντάψουν, τότε εις τον κρεμνόν θα πηγαίνουν, καθώς το πάθαμεν εμείς. ‘Ολο εις τον κρεμνόν κυλάμεν κάθε ‘μέρα. ‘Οταν λοιπόν βγη αυτό το χειρόγραφον εις φως, διαβάζοντάς το όλο οι τίμιοι αναγνώστες, αρχή και τέλος, τότες έχουν το δικαίωμα να κάμη ο καθείς των την κρίση του είτε υπέρ, είτε κατά.

Στρατηγός Μακρυγιάννης

  

Οικία στρατηγού Μακρυγιάννη στο Άργος

 

 

Πρόκειται για πλινθόκτιστη ισόγεια μονοκατοικία, που είχε τετράρριχτη κεραμοσκεπή. Από παλιές φωτογραφίες και δημοσιεύματα φαίνεται ότι το σπίτι του στρατηγού Μακρυγιάννη ήταν αντιπροσωπευτικό δείγμα λαϊκής αρχιτεκτονικής.Ο Μακρυγιάννης την περίοδο 1829-1832 έζησε στο Άργος και το σπίτι το έκτισε τότε, περίπου το 1830, και έμενε σ’ αυτό, όταν άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του. Αυτή τη στιγμή η στέγη έχει καταρρεύσει, τα κουφώματα δεν υπάρχουν και οι τοίχοι ολοένα φθίνουν, μια και η πλίθρα είναι ιδιαίτερα ευπαθής στην υγρασία και τη βροχή. Έχει  κηρυχτεί  διατηρητέο μνημείο.

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Στρατηγού Mακρυγιάννη, Aπομνημονεύματα, τόμος A΄, Eλληνικά Γράμματα/Tα Nέα 2006)

 

Διαβάστε επίσης:

 

Read Full Post »

Έκρηξη της Επανάστασης του 1821 στο Άργος


 

Ο Ελληνισμός παρέμεινε υπό την τουρκική δουλεία τετρακόσια χρόνια, κατά τα οποία οι Έλληνες υπέστησαν πολλά δεινοπαθήματα και νόμιζε κανείς ότι η Ελλάδα έσβησε για πάντα. Οι ενέργειες όμως της Φιλικής Εταιρείας, το Κίνημα του Υψηλάντη και τα άλλα επαναστατικά κινήματα προπαρασκεύασαν την μεγάλη Επανάσταση του 1821. Η Φιλική Εταιρεία, ιδρυθείσα το 1814, προόδευσε πολύ περισσότερο στην Πελοπόννησο όπου δεν πίεζε η σιδηρά χείρα του δεσποτισμού.

Στις  αρχές του 1820 συνήλθαν στην Τρίπολη πολλοί πρόκριτοι της Πελοποννήσου μυημένοι στα μυστικά της Εταιρείας για κοινές υποθέσεις. Επίτροπος της αρχής ή γενικός Έφορος διορίσθηκε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, πρίγκιπας, στρατηγός και υπασπιστής του αυτοκράτορα, ο οποίος είχε και την γενική αρχηγία της Εταιρείας. Τον Νοέμβριο του 1820 εστάλη στην Πελοπόννησο ο Χουρσίτ – Πασάς για να εκτιμήσει την πολιτική κατάσταση του τόπου αλλά αυτός δεν έδωσε μεγάλη προσοχή. Μετά από λίγο του ανατέθηκε η αρχιστρατηγία της εκστρατείας κατά του Αλή και εστάλη στην Πελοπόννησο ο Κισσέ Μεχμέτ – Πασάς, ο οποίος συνακολούθησε τον Χουρσίτ.

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Το Άργος επαναστάτησε μεταξύ των πρώτων πόλεων της Ελ­λάδας. Στο Άργος η επανάσταση ήταν δυσχερής, γιατί το Άργος εί­ναι πεδινό και τα πλησίον φρούρια του Ναυπλίου κατείχαν οι Τούρκοι. Οι προεστοί όμως του Άργους προέτρεπαν τον λαό σε επανάσταση.

Όταν το απόγευμα της 23ης Μαρτίου 1821, ημέρα Τετάρτη, έπεσε τυχαία στην επάνω αγορά του Άργους (επί της σημε­ρινής οδού Κορίνθου) μια πιστολιά από κάποιον Τούρκο, Χάϊντα ήταν το όνομά του, λέγεται ότι ήταν μεθυσμένος, οι Τούρκοι που βρίσκονταν στο Άργος, κυριεύτηκαν από πανικό και την επόμενη, 24ην Μαρτίου, μετέφεραν τις οικογένειες τους στο Ναύπλιο. Αυτοί  δε διημέρευσαν ένοπλοι στο Άργος και διανυκτέρευσαν στο Ναύπλιο. Για την ασφάλειά τους οι ευρισκόμενοι στο Άργος Τούρκοι αφού αντελήφθησαν ότι οι Αργείοι πρόκειται να επαναστατήσουν, προέβησαν εις το εξής σχέδιο: Ήλθαν στο Άργος από το Ναύπλιο, την 27ην Μαρτίου, 150 ιππείς ένοπλοι Τούρκοι και αφού άνοιξαν δύο μα­γαζιά Αργείων και τα λεηλάτησαν, είπαν να μεταφέρουν οι πρό­κριτοι Αργείοι τις οικογένειες τους στο Ναύπλιο. Οι πρόκριτοι ευχαρίστως δέχτηκαν να πράξουν τούτο την επόμενη ημέρα. Την νύκτα όμως, μετέφεραν τις οικογένειες τους στα γύρω χωριά και μοίρασαν όπλα σε όλη την επαρχία.

Σταματέλος Αντωνόπουλος με τη χαρακτηριστική ενδυμασία των προυχόντων. Φοράει τζουμπέ και στο κεφάλι σφαιροειδές κάλυμμα.

Το πρωί της 2ας Απριλίου 1821, μετέβη σώμα Αργείων ένοπλων με αρχηγό τον Σταματέλο Αντωνόπουλο και κατέλαβε το χωριό Δαλαμανάρα. Όταν  έφτασαν από το Ναύπλιο οι Τούρκοι είδαν εστραμμένα προς αυτούς τα τουφέ­κια και τους είπαν: «Πίσω αγάδες, Χριστιανοί και Τούρκοι δεν συζούν πλέον». Οι Τούρκοι αναγκάσθηκαν να γυρίσουν πίσω στο Ναύπλιο. Επανήλθαν τότε και οι Αργείοι πρόκριτοι στην πόλη και ύψωσαν λευκή σημαία επανάστασης.

Κατά το τέλος Μαρτίου 1821 ο Δημητσανίτης Νικ. Σπηλιωτόπουλος ήρθε στο Άργος, όπου μαζί με τον Παπαφλέσσα και τους προκρίτους συγκρότησαν επαναστατική τοπική διοίκηση με το όνομα Καγκελαρία και άρχισαν την πολιορκία του Ναυπλίου. Τό­σο ενθουσιώδης ήταν ο Νικ. Σπηλιωτόπουλος, ώστε κάθε ημέρα γύμναζε τους Αργείους  στα όπλα, χωρίς να διαθέτει καμιά γνώση τακτικής, όπως γράφει ο ιστορικός Σπηλιάδης.

Στο αρχείο του στρατηγού της Επανάστασης του 1821 Δημ. Τσώκρη βρέθηκε, σημείωμα το οποίο έχει ακριβώς ως εξής:

 

«Κατά το έτος 1821 Μαρτίου 23 ημέραν Τετράδη ώραν 3 μ.μ. έρριψεν ο Χάϊντας (ούτος ήτο Τούρκος) μίαν πιστόλαν εις την αγοράν και αμέσως εσκόρπισαν οι άνθρωποι. Έπειτα εβγήκαν έξω οι Οθωμανοί και τους εγύρισαν οπίσω λέγοντάς τους ότι δεν είναι τίποτε. Εις τας 24 του ιδίου άρχισαν οι Οθωμανοί να μεταφέρουν τα πράγματά των και τας φαμελίας των εις το Ναύπλιον, χωρίς να μείνη κανένας. Παρομοίως οι Έλληνες ανεχώρησαν εις τα περίχωρα. Μετά δύο ημέρας, εν μέρος ιππέων Οθωμανών εβγήκαν από το Ναύπλιον και ήλθον εις το Άργος και άνοιξαν δύο μαγαζιά του Χαραλάμπους Περρούκα και του Σταματέλου Αντωνοπούλου, και τα εγύμνωσαν. Έπειτα ανεχώρησαν δια Ναύπλιον.

 Μετά τρεις ημέρας ύστερον εβγήκαν από το Ναύπλιον έως 300 ιππείς και ήλθον εις Δαλαμανάραν και έστειλαν εις Άργος τον Χουσείναγα Γεσιρλή και εστάθη έξω εις τον Άγιον Βασίλειον και επροκάλεσε πέντε – έξ Αργείους δια να ομιλήση περί τα τρέχοντα. Αυτοί του είπαν ότι είναι έως τρεις χιλιάδες κλέπται και έχουν δεμένους όλους τους οικοκυραίους. Έπειτα τον ετουφέκισαν (σημ: επυροβόλησαν). Αυτός δε ανεχώρησε δια Δαλαμανάραν λέγων εις τους συντρόφους του ότι εις το Άργος είνε έως τρεις χιλιάδες κλέπται. Αυτοί δε επέστρεψαν δια Ναύπλιον, και έκτοτε πλέον δεν εβγήκαν και ούτω τους επολιορκήσαμεν».

Το σημείωμα αυτό είναι ιδιαιτέρως αξιόπιστο. Ο Φωτάκος γράφει στα απομνημονεύματά του ότι:

«Οι άρχοντες Άρχους, Ναυπλίου και Κάτω Ναχαγιέ, ήσαν αδύνατοι και μάλιστα οι Μπερουκαίοι, οίτινες κατά τας αρχάς της επαναστάσεως δειλά εσυλλοχίζοντο, νομίζοντες ότι η επανάστασις δεν θα ηυδοκίμει εξ εναντίας ο θεόδ. Βλάσσης ήτο πλούσιος και είχεν υιούς πολλούς, φύσει δε μαλακός είχε πολύν ενθουσιασμόν, αλλ’ ήτο άτολμος. Πρώτος όστις εσύστησε την καγκελλαρίαν του Άργους ήτο ο Σταματέλος Αντωνόπου­λος, ο οποίος μετά του Νικ. Σπηλιωτοπούλου και του Αθανασίου Καϋμένου ή Ασημακοπούλου εκίνησαν την επανάστασιν και ενωθέντες μετά των Αργείων και Ολυμποχωριτών εσχημάτισαν σώ­ματα στρατιωτών δια την πολιορκίαν του Ναυπλίου».

Δημήτριος Τσώκρης

Κατά μια άλλη πηγή, (Σταματίου Αντωνοπούλου, Σταματέλος Αντωνόπουλος, σελ. 38) την επανάσταση στο Άργος διοργάνωσε ο επιφανής Αργείος Σταματέλος Αντωνόπουλος. Την νύκτα της 23 – 24 Μαρτίου συνάθροισε 30 χωρικούς, τους οποίους είχε προμηθεύσει κρυφά με όπλα, και απέστειλε με την συνοδεία τους την οικογένειά του στο Σοφικό Κορινθίας, προκειμένου να την εξασφαλίσει στον εκεί ευρισκόμενο οχυρό πύργο του. Αυτός δε με άλλους οπλοφόρους περιήλθε διάφορα χω­ριά της Αργολίδας, για να εξεγείρει τους κατοίκους κατά των Τούρ­κων, και μάλιστα με κεντρικό σκοπό την πολιορκία του Ναυπλίου. Ο Μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου Γρηγόριος κατόρθωσε να μυήσει στη Φιλική Εταιρεία από όλους τους Έλληνες του Ναυ­πλίου, μόνον τον Ιωάννη Ιατρού, και τους αδελφούς Παπαλεξοπούλου, γιατί το Ναύπλιο ήταν τουρκικό κέντρο όπως είδαμε και πιο πάνω (στο Ναύπλιο υπήρχαν τότε 860 τουρκικές οικογένειες και 25 μόνον ελληνικές πτωχές ψαράδων, που κατοικούσαν στον ψαρομαχαλά). Στο Άργος μύησε τους Ιωάννη Περρούκα, Σταμ. Αντωνόπουλο και τους αδελφούς Βλάσση.

Επίσης ο Μητροπολίτης Γρηγόριος είχε μυήσει τον Ιερέα Γεώργιο Βελίνη στο Πλατανίτι, Θεοδόση Μπούσκο στο Τζαφέρ Αγά, τον Γεώργιο Κακάνη στο Χώνικα, τον αρχιδιάκονο του Αθανάσιο Σολιώτη και τον ιε­ρέα του Αχλαδοκάμπου παπα-Κωνσταντή. Μέλη της Φιλικής Εται­ρείας, ήσαν και άλλοι Αργείοι, όπως ο  Μι­χαήλ Κάββας, ο ιερεύς Νικόλαος Οικονόμου, ο Ευθύμιος Κάβρας, ο Παναγιώτης Πασχαλινόπουλος κ.ά.

Παπαρσένιος Κρέστας. Οπλαρχηγός του Κρανιδίου.

Σύμφωνα με τον Φραντζή (Επιτομή της Ιστορίας κλπ., τόμ. Β’, σελ. 101 κ.έ.) την 2αν Απριλίου στρατολογήθηκαν 600 περίπου Κρανιδιώτες, Καστρίτες και μερικοί από όλα τα χωριά του Κάτω Ναχαγιέ με επί κεφαλής τον Γκίκα Μπόταση από τις Σπέτσες, τον ατρόμητο παπα-Αρσένιο Κρανιδιώτη και τον Νικόλαο Σταματελόπουλο (αδελφό του Νικηταρά) και τοποθετήθηκαν στη θέση Κατσίγκρι και Άρια, συγκροτώντας δύναμη κρούσης για την  πολιορκία του Ναυπλίου.

Την ίδια ημέρα η τοπική διοίκηση του Άργους στρατολόγησε για την πολιορκία του Ναυπλίου 900 στρατιώτες από τους κα­τοίκους της πόλης και των χωριών της επαρχίας Άργους, εκ των οποίων πολλοί που δεν είχαν όπλα έφτιαξαν την στιγμή εκείνη λόγχες σιδερένιες στους  σιδηρουργούς, τις οποίες στερέωσαν σε μακριά ξύλα και ακολουθούσαν τους άλλους οπλοφόρους. Οι 900 Αρ­γείοι συνήλθαν στο Κατσίγκρι, συναντήθηκαν με τους Κρανιδιώτες και σχημάτισαν ένα σώμα, συνέχιζαν δε την πολιορκία, προσέχοντας κυρίως για πιθανή έξοδο των Οθωμανών από το Ναύπλιο.  Η διοίκηση του Άργους έστειλε ανθρώπους και έφερε από τις Σπέτσες πυρίτιδα, την οποίαν έφεραν μέσω Λεωνιδίου εντός τριών κιβωτίων.

Οι Τούρκοι του Ναυπλίου αποκλεισθέντες απεφά­σισαν να αποβιβασθούν με πλοιάρια στους Μύλους (4 Απριλίου) για να συλλέξουν τρόφιμα, αιγοπρόβατα, βόδια, αγελάδας κλπ. Η τοπική διοίκηση του Άργους υποψιάστηκε την απόβαση και έ­στειλε 203 οπλοφόρους να προκαταλάβουν τους Μύλους. Μόλις έφθασαν κοντά στους Μύλους οι Τούρκοι, έγινε μάχη μετά των 200 Αργείων, έφθασε δε και η Μπουμπουλίνα μετά του πλοίου της και άλλα τρία πλοία. Οι Τούρκοι αναγκάσθηκαν να επιστρέψουν στο Ναύπλιο χωρίς να μπορέσουν να συλλέξουν τρόφιμα, αλλά ούτε και το έδαφος των Μύλων να πατήσουν (7 Απριλίου). Επίσης οι Τούρ­κοι αποκρούσθηκαν και στο Κατσίγκρι.

Στις 10 Απριλίου συνέβη ατυχές για τους πολιορκητές του Ναυπλίου επεισόδιο. Κατά την προηγούμενη ημέρα μερι­κοί Τούρκοι με βάρκες μετέβησαν στους Αφεντικούς λεγόμενους Μύλους της Λέρνης για να παραλάβουν από τους υδρό­μυλους το αλεύρι της φρουράς Ναυπλίου, αλλά βλέποντας από μακριά Έλληνες στην ακτή δεν τόλμησαν καν να αποβιβαστούν και επέστρεψαν άπρακτοι στο φρούριο. Αυτό εξόργισε τους κορυφαίους των Τούρκων και την επόμενη, 10ην Απρι­λίου, ημέρα του Πάσχα, έκαναν επιθετική έξοδο με μεγάλη δύναμη στρατιωτών εναντίον των Ελλήνων που γιόρταζαν την μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης και είχαν μεθύσει. Η τουρκική αυτή επιχείρηση πέτυχε. Οι Έλληνες διασκορπίσθηκαν και σκοτώθηκαν απ’ αυτούς 23, μεταξύ των οποίων και ο ηγούμενος της μονής Αυγού. Οι Τούρκοι συνέλαβαν αιχμάλωτο και τον Γ. Λεμπέση, από το Κρανίδι, τον οποίο σούβλισαν. Με αυτό τον τρόπον λύθηκε η πολιορκία του Ναυπλίου.

Αμέσως όμως τότε αποβιβάσθηκε στους Μύλους και ήρθε στο Άργος την Τετάρτη της Διακαινησίμου η Μπουμπουλίνα με τον γιο της Ιωάννη ή Γιάννο Γιάννουζα και τον Γκίκα Μπόταση. Έφεραν χρήματα, πολεμοφόδια και πολεμικό θάρρος. Η Μπουμπουλίνα ήταν έφιππη και οπλοφορούσε. Οι Αργείοι την υποδέχτηκαν σαν βασίλισσα. Αμέσως έγινε σύσκεψη των προκρίτων και οπλαρχηγών. Στην σύσκεψη αυτή η Μπουμπουλίνα και ο Μπότασης πρότειναν την επανάλη­ψη της πολιορκίας του Ναυπλίου με πιο συστηματικό τρόπο. Η γνώμη τους έγινε δεκτή και αποφασίστηκε να ανατεθεί η αρχηγία στον Στάϊκο Σταϊκόπουλο. Η στρατοπέδευση έγινε κοντά στο χωριό Κατσίγκρι. Εκεί υπήρχε παλαιός πύργος, ο οποίος μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως οχύρωμα εναντίον κάθε επιδρομής των Τούρκων του Ναυπλίου (Δ. Κοκκίνου, Η Ελληνική Επανάστασις, τόμ. Β’, σελ. 150 κ.έ.). Μετά το Πάσχα ήρθε στο Άργος, προερχόμενος από την Κων­σταντινούπολη, ο Τσώκρης και τότε συστήθηκε στρατόπεδο στον Αχλαδόκαμπο.

Στη συνέχεια ο Στάϊκος διαθέτοντας δύο μικρά κανό­νια κάμπου και 200 Έλληνες συνενώθηκε με 80 Αχλαδοκαμπίτες και κατέλαβε τον Αχλαδόκαμπο, για να αποκλείσει την μεταξύ της Τριπολιτσάς και του Ναυπλίου συγκοινωνία και να ματαιώσει την ενδεχόμενη αποστολή τουρκικής βοήθειας.

Ο Φωτάκος γράφει στα απομνημονεύματά του σχετικά με τις προετοιμασίες της Επανάστασης και τα εξής:

« Ο Νικ. Περρούκας από το Άργος έγραψε γράμμα και έλεγε να υπάγουν οι στρατιώται των δύο χωρίων Δουμενιά και Χαλκιάνικα εκεί, επειδή τα δύο χωρία αυτά ήσαν του Άργους, το δε Άργος τότε είχε χωρία ιδικά του εις άλλας επαρχίας, διότι όπου εκατοικούσεν ο Αγάς, όστις ώριζε το χωρίον, εις εκείνην την επαρχίαν και αυτό ανήκεν. Ο δε Περρούκας ως προεστώς του Άργους ήθε­λε να συγκεντρώση εκεί όλους τους στρατιώτας της επαρχίας.

Προ­τού δε οι στρατιώται των άνω χωρίων αναχωρήσουν, ήλθε γράμμα από τον Ανδρέαν Νοταράν προς τον Ναθαναήλ ηγούμενον του Μο­ναστηρίου Αγίου Γεωργίου, λέγων προς αυτόν να εμποδίση τους Χριστιανούς να μη κάνουν κανένα κίνημα κατά των Τούρκων, διότι ούτοι θα έβγουν, θα σκοτώσουν και θα αιχμαλωτίσουν τον κόσμον. Αλλ’ αυτοί δεν άκουσαν τον Νοταράν, αλλ’ εσυνάχθησαν όλοι και επήγαν εις τον Άγιον Γεώργιον της Κορίνθου όπου ηύραν τον Περρούκαν, όστις τους επήρε και τους ωδήγησε εις το Άργος».

Ομοίως ο Φωτάκος αναφέρει και τα εξής:

« Οι Τούρκοι του Ναυπλίου εβγήκαν τότε από το φρούριον και οι στρατιώται μαθόντες την έξοδόν των επήγαν και τους επολέμησαν και ύστερον κατά την επιστροφήν των εις το Άργος οι εναντίοι του Περρούκα και του Βλάσση ψευδώς διέδωκαν ότι οι Τούρκοι έρχονται από την Τριπολιτσάν και δια τον αιφνίδιον φόβον ο κόσμος ανεμοσκορπίσθη και τότε αμέσως κατά την γενομένην εκείνην ταραχήν διεδόθη εις τον όχλον ότι ο Περρούκας τους επρόδωσε, λέγοντες ότι αυτός έστειλε γράμμα εις τους Τούρκους κρυμμένον μέσα εις το ψωμί, και ότι τά­χα το γράμμα αυτό επιάστη και τοιουτοτρόπως ο κόσμος αγανά­κτησε και έκαμεν όρκον να τους καύση μέσα εις το σπίτι των.

Ταύτα μαθόντες οι Περρουκαίοι και ο Θ. Βλάσσης, οι οποίοι τότε ήσαν ενωμένοι, έφυγαν και επήγαν εις τον Άγιον Γεώργιον της Κορίνθου, όπου ο Περρούκας είχε και την οικογένειάν του. Έπειτα δε ήλθεν ο Παπαγιώργης και ο Αναγνώστης Γκελμπερής από του Κοσμά, διότι τότε τα λεγόμενα Ολυμποχώρια ανήκον και αυτά εις την επαρχίαν Άργους. Αφού δε οι στρατιώται ήλθαν από το στρατόπεδον του Ναυ­πλίου επήγαν και εζήτησαν από το κονσολάτον δύο συντρόφους του Πιερρούκα, τον Ιωάσαφ Οικονομόπουλον και τον Ανδρέαν Χάϊνταν Νικολόπουλον, Καλαβρυτινούς, τους οποίους εκράτουν διό­τι δεν εγράφησαν εις το κονσολάτον.

Τούτους απέλυσαν οι εναντίοι του Περρούκα, τον Ιωάσαφ Οικονομόπουλον και τον Ανδρέαν εις την πατρίδα των. Επειδή δε συνέβη η σύγχυσις αύτη, έκτοτε πλέον οι Χαλκιανίται και οι Δουμενίται εχωρίσθησαν από το Άργος και επήγαν εις την επαρχίαν των, τα Καλάβρυτα».

Μηνάς τινας μετά την σύστασιν της καγκελλαρίας (τοπικής επιτροπής διοικήσεως τα του πολέμου) του Άργους εγένετο ταραχώδης διαδήλωσις κατά μελών αυτής. Κατά την διαδήλωσιν ταύτην εζητείτο η αλλαγή των εφόρων (μελών) δια του Γεωργίου Αντωνοπούλου, υιού του Σταματέλου Αντωνοπούλου και του Θεοφανοπούλου.

Κατ’ αυτήν δε εκτυπήθη δια μαχαιρών και ξύλων ο εκ των μελών Ανδρίκος Τζώρτζης. Οι διαδηλωταί διεσκορπίσθησαν. Την 4ην Σεπτεμβρίου 1821 εζητήθη η αντικατάστασις των εφόρων (δια τα άτακτα και αχρεία φερσίματά των)».

Από αυτά όλα φαίνεται ότι τα μέλη της καγκελλαρίας δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες του κοινού. (Σταματίου Αντωνοπούλου, Σταματέλος Αντωνόπουλος, σελ. 40 – 42).

 

Πηγές


  • Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, « Η Επανάστασις εν Άργει», σελ.227-228. Αργολικόν Ημερολόγιον, εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων του έτους 1910. Εν Αθήναις 1910.
  •  Σπυρίδωνος Τρικούπη, «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», Τόμος πρώτος σελ. 87-88, Εκδόσεις, Νέα Σύνορα, Αθήνα 1993.

Read Full Post »

Ο Δράμαλης στο Άργος (1822) 


  

Ελεύθερη απόδοση κειμένου του Δ. Θ. Καμαρινού,

που έχει δημοσιευτεί στο Αργολικό Ημερολόγιο του έτους 1910.

 

Δράμαλης, ξυλογραφία του 1890.

1822. Ο Δράμαλης εισβάλει ορμητικά στο Άργος. Οι μάχες μαίνονται. Κάποιοι Αργείτες  βρίσκουν καταφύγιο στο κάστρο της Λάρισας και άλλοι στο μοναστήρι της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης. Της Πορτοκαλούσας.

Οι Τούρκοι καταφέρνουν να αιχμαλωτίσουν 500 περίπου 18χρονους αλλά και πιο μικρούς, που μπορούσαν όμως να σηκώσουν τουφέκια υπέρ της Πατρίδας και τους φυλακίζουν σε κάποια δωμάτια που υπήρχαν στη συνέχεια του προαυλίου του σχολείου Κυπαρίσση, την μετέπειτα κατοικία του Εφέτη Ν. Οικονόμου. Επί τρεις ημέρες οι Τούρκοι κάθε πρωί τους δίνουν ένα ξεροκόμματο ψωμί και λίγο νερό. Την τέταρτη οι πασάδες παίρνουν απόφαση να τους αποκεφαλίσουν, αποσιωπώντας – όπως αποδείχτηκε – την σκληρότατη απόφασή τους από τον Στρατάρχη Δράμαλη.

Ο Δράμαλης, κι εκείνο το πρωί – έτσι έκανε καθημερινά – βγήκε στο παράθυρό του, που γειτόνευε με τα κελιά της πρόχειρης φυλακής, να πιει τον καφέ του. Ακούει το σάλεμα των παιδιών, την ξερή κλαγγή των μαχαιρών και το άγριο κι απότομο άνοιγμα της πόρτας. Καταλαβαίνει τι γίνεται. Αγριεύει. Πριν προλάβει κάποιος από τους στρατιώτες να χρησιμοποιήσει την μαχαίρα του , ο Δράμαλης προβάλλει στην αυλή με τον καφέ στο χέρι.

– Όποιος τολμήσει να βάλει σπαθί σε παιδιού κεφάλι, θα χάσει πρώτα το δικό του, τους λέει με την βροντερή φωνή του.

Ύστερα συγκαλεί Συμβούλιο. Δίνει εντολή στους αξιωματικούς και τους στρατιώτες του να περιφέρουν τα παιδιά στους δρόμους και τους ληνούς της πόλης.

Οι Τούρκοι οδηγούν τα Ελληνόπουλα στην πόλη

ένθα έμενον άταφα και όζοντα πτώματα γονέων, και αδελφών, συγγενών και φίλων, άλλα μεν εστημένα όρθια εντός των ληνών και έχοντα παρά τους πόδας τας κεφαλάς, άλλα εις τους τοίχους όρθια επίσης και επί των τοίχων αι κεφαλαί με εξωρυγμένους τους οφθαλμούς, και άλλα ερριμένα το εν επί του άλλου εις το μέσον των οδών, τα πλείστα ακέφαλα…

Οι Τούρκοι αναγκάζουν τα παιδιά να πατούν πάνω στα πτώματα για να διαβούν τους δρόμους και τα σοκάκια της πόλης. Σκόπιμα. Θέλουν να προσβάλουν τους νεκρούς και να εκφοβίσουν τα παιδιά. Να επιδείξουν την ισχύ τους και να τα κάνουν να πιστέψουν, να υπακούσουν και έτσι ευκολότερα να σκύψουν το κεφάλι, στην Τουρκική εξουσία.

Εκείνο τον καιρό όμως, τα πηγάδια του Άργους ακόμη και ο ποταμός  Ερασίνος στερεύουν. Ο Κολοκοτρώνης με τους συντρόφους του καίει τα σπαρτά και τις θημωνιές της πεδιάδας. Η δίψα βασανίζει τα στρατεύματα του Δράμαλη. Εκείνος, βρίσκεται σε απόγνωση. Οι στρατιώτες του πεινούν και διψούν. Τα ζώα πεθαίνουν. Δίνει την  διαταγή. Εγκατάλειψη της πολιορκίας του μοναστηριού και του φρουρίου. Ένα μεγάλο δίλλημα τον βασανίζει. Κόρινθος ή Τρίπολη; Παίρνει την μοιραία απόφαση. Στην Κόρινθο.

Τα παιδιά σώζονται. Κανείς δεν νοιάζεται τώρα γι᾽ αυτά. Άλλα απασχολούν τους Τούρκους. Τα στρατεύματα παίρνουν το δρόμο για την Κόρινθο.  Στα Δερβενάκια, κοντά στον Άγιο-Σώστη υπέστησαν πανωλεθρίαν παρά του σώματος του Στρατηγού Κολοκοτρώνη.

Εδώ, θα πρέπει να αναφέρουμε και ένα γεγονός που συνέβη, κατά την πολιορκία του μοναστηριού.

Οι κλεισμένοι Αργείτες βασανίζονται κι αυτοί από την δίψα. Μερικοί πίνουν τα ούρα τους κι άλλοι μασούν σφαίρες για να σβήσουν την φουντωμένη δίψα τους. Η θεία πρόνοια όμως τους φροντίζει. Φαίνεται, ότι μεταξύ των Τούρκων υπάρχει κι ένας κρυπτοχριστιανός. Κάθε βράδυ – από το πίσω παραπόρτι της μονής – τους προμηθεύει νερό καθημερινά. Στην αρχή οι κλεισμένοι φοβούνται μήπως το νερό να είναι δηλητηριασμένο. Στο τέλος πείθονται και δέχονται την βοήθεια. Η λειψυδρία, το κάψιμο των σπαρτών και η έξυπνη κίνηση του Κολοκοτρώνη να ανάψει την νύχτα μεγάλες φωτιές στα γύρω βουνά του Άργους, αναγκάζουν τον Δράμαλη να εγκαταλείψει με το στράτευμα του  το Άργος και την Αργολική πεδιάδα.

  

Πηγή


  •  Δ. Θ. Καμαρινός, «Ο Δράμαλης εν Άργει και οι αιχμαλωτισθέντες 500 και πλέον νέοι», σελ.142-144. Αργολικόν Ημερολόγιον, εκδιδόμενον υπό του εν Αθήναις Συλλόγου των Αργείων του έτους 1910. Εν Αθήναις 1910.

Read Full Post »

Καραγιάννης Χρήστος

 

Επιφανής δικηγόρος και διατελέσας Πρόεδρος της Κοινότητας Άργους*.

Διετέλεσε κοινοτάρχης την κοινοτική περίοδο 1917-1918 καθώς και κοινοτικός σύμβουλος κάποιες άλλες χρονιές και ήταν πιθανότατα βενιζελικός.

Για τον Καραγιάννη γνωρίζουμε ελάχιστα, γιατί δεν υπάρχουν εφημερίδες για την περίοδο 1914-1932, κατά την οποία βρισκόταν στην ακμή της δράσης του, ούτε άλλα δημοσιεύματα. Από συμβόλαια των αρχών του αιώνα στο Υποθηκοφυλακείο Άργους πληροφορούμαστε ότι ήταν δικηγόρος, ότι είχε τέσσερεις αδελφές και πως ο πατέρας τους Αναστάσιος είχε πεθάνει πριν από πολλά χρόνια.

 

Υποσημείωση

 

* Την περίοδο 1914-1925 το Άργος ήταν κοινότητα, επειδή ο πληθυσμός της πόλης ήταν κάτω των 10.000 κατοίκων (νόμος ΔΝΖ΄ του 1912).

 

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

Καραμουτζάς Θεοδόσιος

 

Πλούσιος κτηματίας και καπετάνιος του 1821. Πολέμησε υπό τις διαταγές του Δημητρίου Τσώκρη και για τις υπηρεσίες του κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.* Επίσης, όπως προκύπτει από έγγραφα, διετέλεσε δήμαρχος Άργους το 1865.**

Η ιστορική οικογένεια Καραμουτζάδων έμενε στα Γεφύρια*** και η γειτονιά παλιότερα, και πριν το 1821, ονομαζόταν Καραμουτζά Μαχαλάς. Οι πληροφορίες μας για τον Καραμουτζά είναι λιγοστές. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στο τμήμα χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης δεν υπάρχει ο φάκελός του, ο οποίος θα περιείχε στοιχεία. Αυτό δε σημαίνει πως δεν πολέμησε· είναι γνωστό ότι πολλοί αγωνιστές δεν έκαμαν αίτηση για την αναγνώριση των υπηρεσιών τους.

 

Υποσημειώσεις

 

* Ιστορία Ι. Ζεγκίνη, σ. 332.

** Βλ. περ. «Αναγέννηση», τχ 329, σ. 12.

***  Το όνομα Γεφύρια είναι μεταγενέστερο και οφείλεται σε γεφύρι που υπήρχε για τη διέλευση των πεζών.

 

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »