Posts Tagged ‘Περιηγητές’
Άποψη του Ναυπλίου – Χάραξη σε ατσάλι 1841
Posted in Γκραβούρες, tagged alphaline, Άποψη του Ναυπλίου – Χάραξη σε ατσάλι 1841, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γκραβούρες, Λιθογραφία, Ναύπλιο, Ξένοι Περιηγητές, Περιηγητές, Πελοπόννησος, Πολιτισμός on 9 Μαΐου, 2009| Leave a Comment »
Köllnberger Ludwig (1811-1892)
Posted in Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, tagged 1821, alphaline, Άργος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Γκραβούρες, Ζωγράφος, Ιστορία, Λιθογραφία, Ναύπλιο, Ξένοι Περιηγητές, Περιηγητές, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Στρατιωτικοί, Υδατογραφίες, Φιλέλληνες, Köllnberger Ludwig (1811-1892) on 4 Μαΐου, 2009| Leave a Comment »
Köllnberger Ludwig (1811-1892)
Γεννήθηκε στο Salzburg την 3η Ιουλίου 1811 πέθανε στο Aschau, κοντά στο Murnau της Βαυαρίας, την 4η Δεκεμβρίου 1892. Το 1829 κατατάχθηκε ως εύελπις εθελοντής στο 8ο βαυαρικό σύνταγμα πεζικού και τον ίδιο χρόνο, προάχθηκε σε υποδεκανέα και δεκανέα. Το 1833 μετετάχθηκε στην Βασιλική Ελληνική υπηρεσία και υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός του 6ου Ελληνικού Τάγματος πεζικού. Το 1838 απολύθηκε μετά από αίτηση του και κατατάχθηκε πάλι ως δεκανέας και εύελπις στο 5ο σύνταγμα πεζικού της Νυρεμβέργης.
Το 1839 προάχθηκε σε λοχία, το 1840 σε σημαιοφόρο και ανθυπολοχαγό, το 1848 σε υπολοχαγό, το 1859 σε λοχαγό πρώτης τάξεως και αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του ταγματάρχη. Στον γαλλογερμανικό πόλεμο ανέλαβε την διοίκηση του 9ου τάγματος κυνηγών στο Passau. Τιμήθηκε με διάφορα αναμνηστικά μετάλλια μεταξύ των οποίων και το ελληνικό βασιλικό μετάλλιο των εθελοντών.
Μέχρι τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο, στη συλλογή εικόνων του πολεμικού τμήματος των Γενικών Βαυαρικών Αρχείων, υπήρχαν δυο τόμοι με τον τίτλο «ΕΛΛΑΣ» που περιείχαν υδατογραφίες του, διαστάσεων 0,25 x 0,20 εκ. ή και μικρότερες. Το 1909 ολόκληρη η συλλογή με εντολή και έξοδα της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, αντιγράφηκαν από τον ζωγράφο Hans Hanke από το Μόναχο και 41 από τα συγκεκριμένα αντίγραφα υπάρχουν στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και εκτίθενται στην Η΄αίθουσα. Κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, χάθηκε ο πρώτος τόμος και μαζί του όσα έργα είχαν περιληφθεί σε αυτόν.
Στις υδατογραφίες που παραθέτουμε, εικονίζονται “ Tο Άργος”, “ Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος”, και “ Το Φρούριον Παλαμήδι, εν Ναυπλίω, 1838”.
Γενικά, ο Köllnberger ζωγράφισε ελληνικές πόλεις, φρούρια και τοπία καθώς και σκηνές από την στρατιωτική ζωή. Ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική αξία τους, τα έργα του, μας δίνουν μια σαφή ιδέα της Ελλάδας, κυρίως για τα πέντε πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα καθώς και του περιβόητου “ εθελοντικού” βαυαρικού σώματος, που το μεγαλύτερο μέρος του απάρτιζαν στρατιώτες- μαζέματα από διάφορες περιοχές της Ευρώπης, που είχαν έρθει στην Ελλάδα για να οργανώσουν τάχα τον ελληνικό στρατό σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και να διδάξουν την πολεμική τέχνη.
Ειδικά στον πίνακα “ Το ελαφρόν ελληνικόν Πεζικόν” παρατηρούμε πως ακριβώς ήσαν οι στολές των ευζώνων και των αξιωματικών στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα. Η φουστανέλλα που ήταν στην αρχή κάτω από το γόνατο, κατέληξε να γίνει πολύ κοντή και το μεγαλοπρεπές ψηλό φέσι που έδινε ύψος, ύφος και λεβεντιά να περιοριστεί υπερβολικά. Τα τζουσλούκια καταργήθηκαν. Ο ντουλαμάς απλουστεύθηκε. Και τέλος, στα απλά παπούτσια που ταίριαζαν με την στολή, προστέθηκαν φούντες.
Εκείνο που δεν μπόρεσαν να αλλάξουν με τις άστοχες και κακές μεταρρυθμίσεις, ήταν να μεταβάλουν την μαχητική ικανότητα του υπέροχου αυτού σώματος, που διατήρησε την παράδοση του 1821 και αναδείχτηκε παντού και πάντα σε όλους τους πολεμικούς αγώνες του Έθνους.
Πηγή
Ιωάννης Α. Μελετόπουλος. Τα πρώτα έτη της Οθωνικής Εποχής εις τας Υδατογραφίας του Köllnberger. «Του παρόντος Λευκώματος εξετυπώθησαν χίλια αντίτυπα τα οποία εδωρήθησαν εις την Ιστορικήν και Εθνολογικήν Εταιρείαν, εξετυπώθησαν δε και πεντακόσια εκτός εμπορίου υπό αριθμούς 1- 500. Αθήναι 1976».
Παγανέλης Σπυρίδων (1852-1933)
Posted in Περιηγητές, tagged alphaline, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Ιστορία, Ναύπλιο, Ξένοι Περιηγητές, Παγανέλης Σπυρίδων (1852-1993), Περιηγητές, Πελοπόννησος, Συγγραφέας on 3 Μαΐου, 2009| Leave a Comment »
Παγανέλης Σπυρίδων (1852-1933)
Ο Σπυρίδων Παγανέλης γεννήθηκε στη Μύκονο εγκαταστάθηκε όμως από νεαρή ηλικία και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα μαζί με τις αδελφές του, ενώ παράλληλα πραγματοποίησε ταξίδια ανά την Ελλάδα. Από την επαγγελματική του δραστηριότητα σημειώνεται πως διετέλεσε βουλευτής, έλληνας πρόξενος στη Φιλιππούπολη και έφορος στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, συνεργαζόμενος με εφημερίδες όπως οι: Εστία, Εφημερίς, Ακρόπολις, Κλειώ, Σκριπ, Αθήναι, Νέα Ημέρα, Νεολόγος Κωνσταντινουπόλεως και περιοδικά όπως τα Εστία και Εβδομάς καθώς και ημερολόγια (Νέα Ελλάς, Κρητικόν Ημερολόγιον, Μεσσηνιακόν, Πανελλήνιον , Ηπειρωτικόν κ.α.). Πέθανε σε οίκο ευγηρίας. Την πρώτη του επίσημη εμφάνιση στο χώρο των γραμμάτων πραγματοποίησε το 1882 με την έκδοση του τόμου Οδοιπορικαί σημειώσεις. Το σύνολο του έργου του περιλαμβάνει άρθρα πολιτικού και οικονομικού προβληματισμού, κριτικά δοκίμια, χρονογραφήματα, ιστορικά μελετήματα, ταξιδιωτικά κείμενα και διηγήματα. Ο Σπυρίδων Παγανέλης τοποθετείται χρονικά στην πεζογραφία της γενιάς του 1880, γενιά που σημαδεύτηκε από το γλωσσικό ζήτημα και το ρεύμα της ηθογραφίας, ωστόσο αποτελεί μια μοναχική περίπτωση ανάμεσα στους άλλους λογοτέχνες, τόσο λόγω ιδιοσυγκρασίας, όσο και λόγω της συντηρητικής κοσμοθεωρίας του που τον έστρεψε ενάντια στις εξελίξεις. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του καλύπτουν τα ταξιδιωτικά κείμενα, στα οποία κυριαρχεί η νοσταλγία του ένδοξου αρχαιοελληνικού παρελθόντος και η διάθεση φυγής από την πραγματικότητα, στοιχεία που συναντώνται και στο υπόλοιπο έργο του. Ιδιαίτερα για τα διηγήματά του πρέπει να σημειωθεί η εμμονή του συγγραφέα στην έκφραση του αισθήματος της ματαιότητας και δυστυχίας που συνοδεύει τα ανθρώπινα.
Στο βιβλίο του, «Πέραν του Ισθμού· Πελοποννησιακαί εντυπώσεις και αναμνήσεις», το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα το 1891, στις σελίδες 289-335 κάνει εκτεταμένη αναφορά στην Αργολίδα και ιδιαίτερα, στο Άργος, το Ναύπλιο, την Τίρυνθα, τον Ερασίνο, την Λέρνη και την Επίδαυρο. Σε επόμενα άρθρα μας θα γράψουμε αναλυτικά τι αναφέρει ο περιηγητής, ξεχωριστά για τον κάθε τόπο.
Εργογραφία
(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)
• Οδοιπορικές σημειώσειςΑ΄. Οι σεισμοί της Χίου. Αθήνα, τυπ. της Ενώσεως, 1882.
• Οδοιπορικές σημειώσεις Β΄. Η στρατιωτική κατάληψις Άρτης και Θεσσαλίας. Αθήνα, τυπ. της Ενώσεως, 1882.
• Η αδελφή Μάρθα. Αθήνα, 1886.
• Ο αγωνιστής του 1821. Αθήνα, 1886.
• Ο μύθος του Προμηθέως. Αθήνα, τυπ. Θρ.Παπαλεξανδρή και Αλ. Παπαγεωργίου, 1886.
• Αθηναϊκαί Νύκτες. Αθήνα, τυπ. Εφημερίδος, 1888.
• Ραγήπ· Διήγημα. Αθήνα, τυπ. Εφημερίδος, 1889.
• Ευρύαλος. Αθήνα, τυπ. Εφημερίδος, 1890.
• Πέραν του Ισθμού· Πελοποννησιακαί εντυπώσεις και αναμνήσεις. Αθήνα, Γ.Κασδόνης, 1891.
• Παραισθήσεις. Αθήνα, 1893.
• Εις την μνήμην της αδελφής μου Σοφίας. Αθήνα, τυπ. Π.Δ.Σακελλαρίου, 1902.
• Ο Επιτάφιος εν τω νεκροταφείω. Αθήνα, τυπ. Νομικής Λ.Χ.Βεργιανίτου, 1903.
• Η τριλογία του μυστηρίου· Η γέννησις – Ο θάνατος – Η ανάστασις. Αθήνα, τυπ. Μιχ. Σαλίβερου, 1905.
• Πάρεργα φύλλα· Από του Σαρωνικού εις τον Αμπρακικόν ·Η Άρτα · Τα Τσουμέρκα. Αθήνα, Ι.Δ.Κολλάρος, 1905.
• Αθηναϊκαί Ημέραι. Αθήνα, Ι.Δ.Κολλάρος, 1907.
• Από της Ακροπόλεως εις την Άλτιν. Νέα Υόρκη, τυπ. Ατλαντίδος, 1908.
• Δελφοί. Αθήνα, τυπ. της εφημερίδας Αθήναι, 1909.
• Ο Επιτάφιος εν τω Πτωχοκομείω. Αθήνα, τυπ. της εφημερίδας Αθήναι, 1909.
• Νύκτες Φθινοπώρου. Αθήνα, τυπ. της εφημερίδας Αθήναι, 1911.
• Ο Επιτάφιος από της Ακροπόλεως. Αθήνα, τυπ. Παρασκευά Λεώνη, 1912.
• Ο απόστολος Παύλος. Αθήνα, τυπ. Αλ. Βιτσικουνάκη, 1924.
• Λογοτεχνήματα · Απανθισθέντα εκ των έργων τουΑ΄. Αθήνα, Ηλ. Ν. Δικαίος, 1928.
Πηγή
Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
• Γιάκος Δημ. – Φουριώτης Άγγελος (επιμέλεια), Δημ.Βικέλας, Εμ. Λυκούδης, Δ. Καμπούρογλους και άλλοι. Αθήνα, Αετός, 1954 (στη σειρά Βασική Βιβλιοθήκη, τ.21).
• Γιάκος Δημήτρης, «Παγανέλης Σπυρίδων», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας11. Αθήνα, Χάρη – Πάτση, χ.χ.
• Μποέμ [ = Δημ. Χατζόπουλος], «Σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς· Σπυρίδων Παγανέλης», Το Άστυ, 30-31/3/1893.
• Ξενόπουλος Γρηγόριος, «Πάρεργα Φύλλα, Η Τριλογία του μυστηρίου, υπό Σπ.Παγανέλη», ΠαναθήναιαΙ΄, 15/5/1905, ετ.Ε΄, σ.86.
• Ξενόπουλος Γρηγόριος, «Σπυρίδων Παγανέλης», Νέα ΕστίαΙΔ΄, 1η/8/1933, αρ.159, σ.834-835.
• Πατσίου Βίκυ, «Σπυρίδων Παγανέλης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΖ΄ (1880-1900), σ.206-216. Αθήνα, Σοκόλης, 1997.
• Στεργιόπουλος Κώστας, «Επέτειοι του 1973 στη λογοτεχνία μας», Χρονικό ’73, σ.50. Αθήνα, έκδοση του Καλλιτεχνικού και Πνευματικού κέντρου Ώρα, 1973.
Buchon, Jean Alexandre – Ναύπλιο
Posted in Περιηγητές, tagged alphaline, Buchon, Ναύπλιο, Ξένοι Περιηγητές, Περιηγητές, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Συγγραφέας, Φιλέλληνες on 30 Απριλίου, 2009| Leave a Comment »
Buchon, Jean Alexandre – Ναύπλιο
JEAN ALEXANDRE BUCHON (1791-1849), French scholar, was born on the 21st of May 1791 at Menetou-Salon (Cher), and died on the 29th of August 1849 .
Από το βιβλίο του, J.A. Buchón, La Grèce continentale et la Morée. Voyage en 1840 et 44. Παρίσι 1843, διαβάζουμε για το Ναύπλιο.
[….] Το Ναύπλιο είναι μια μικρή πολιτεία, κανονική και καθαρά χτισμένη ανάμεσα στα ριζά του οχυρωμένου βουνού πού φέρνει ακόμη το όνομα του άτυχου Παλαμήδη, γιου του βασιλιά Ναυπλίου και τής θάλασσας. «Έχει όλη την όψη μιας από τις πολιτείες μας της Δύσης, από την καλή και την κακή μεριά, την τάξη, άλλα κάποτε και την όχληση. Οι δρόμοι του είναι ίσιοι και καλά πλακοστρωμένοι, τα σπίτια έχουν ταιριαστό ύψος – στις δύο δημόσιες πλατείες είναι φυτεμένα δέντρα, τα μεγάλα μαγαζιά, τα χτισμένα άλλοτε άπα τούς Βενετσάνους στους πρόποδες του κάστρου και το Κυβερνείο, το χτισμένο από τον Καποδίστρια όταν έμενε στο Ναύπλιο, θυμίζουν τα καλύτερα, αν όχι τα κομψότερα κτίρια των μεγάλων μας πόλεων και σαν τελευταία και πλήρη απόδειξη δυτικού πολιτισμού, βρίσκει κανείς εδώ αυτό πού μόνο στην Αθήνα συναντάει με υποφερτό, στην Πάτρα με ικανοποιητικό και στην Κόρινθο με υποτυπώδη τρόπο: ένα πανδοχείο… δηλαδή ένα άσυλο, όπου κάθε άτομο, υποχρεωμένο από τις υποθέσεις του, από τα γούστα ή από τα πάθη του να γυρίσει στον κόσμο, βρίσκει, μιαν ανταύγεια της σπιτικής του ευμάρειας… και πάνω άπ’ όλα ένα καταφύγιο όπου, μόνος με παρουσία του εαυτού του μπορεί ν’ αναλογιστεί όσα είδε και αισθάνθηκε, να σκεφτεί τούς μακρινούς φίλους του, χωρίς να διατρέχει κίνδυνο να προσβάλει αυτούς πού τον φιλοξενούν, και να μιλήσει μαζί τους με τη γλυκιά οικειότητα της επιστολικής επικοινωνίας.
Εμείς οι άλλοι, οι χορτασμένοι άνθρωποι της Δύσης, χαιρόμαστε όλα αυτά τα αγαθά χωρίς να ρωτιόμαστε τί αξίζουν, όπως ένας άνθρωπος γερός χαίρεται την υγεία του… Δεν μαθαίνει κανείς να εκτιμάει την αξία όλων αυτών των θησαυρών παρά αν τούς στερηθεί λίγες στιγμές και δυστυχώς, μόλις ταξιδεύει κανείς στην Ανατολή, είναι υποχρεωμένος πάντα να στερείται άπ’ όλα αυτά, έκτος από την διαύγεια του αέρα, την ομορφιά του ουρανού, τη λάμψη του ήλιου, τη χάρη τής νύχτας, το θαύμα της φύσης.Το Ναύπλιο υπήρξε, ως το τέλος του 1834, ή έδρα τής Κυβέρνησης του νέου ελληνικού κράτους. Η ξαφνική αυτή απόκτηση όλων των πλεονεκτημάτων μιας πρωτευούσης έφτασε για να διαμορφώσει ένα πληθυσμό τόσο επιδεκτικό στον πολιτισμό τον πιο λεπτό, όπως είναι ό ελληνικός λαός. Οι γυναίκες προσαρμόστηκαν στις γαλλικές μόδες– πολλές μιλούν τη γλώσσα μας με κομψότητα και πολλές θα ξεχώριζαν στις συναθροίσεις μας τις πιο λαμπρές, όχι μόνο με τον τύπο αυτό της ζωντανής και καθαρής ομορφιάς πού πήραν από την προγονή τους την Ελένη, αλλά και με την άνεση και την τέλεια χάρη των τρόπων τους, πού μοιάζουν τόσο φυσικοί εδώ όσο και ανάμεσα στις γυναίκες τής Γαλλίας. Επέρασα στο Ναύπλιο μερικές βραδιές με εύκολη συζήτηση, έτσι πού θα μπορούσα να πιστέψω ότι βρισκόμουν ακόμη στους δρόμους τής Anjou, της Ville-‘l Évêque και τς Astorg… Το Ναύπλιο είναι ένας τόπος ισχυρός. Έχει τις πλαγιές του, τις κινητές του γέφυρες, τα τείχη του, τη φρουρά του, τον στρατιωτικό του διοικητή, τις πύλες του, πού κλείνουν, και τα συνθήματα του. Με το βασίλεμα του ήλιου οι πύλες της πόλης κλείνουν και τα κλειδιά παραδίνονται στον διοικητή, τόσο το χειρότερο για σας αν έχετε μείνει πολύ έξω για να θαυμάσετε τα αρχαία τείχη της Τίρυνθος, της καλά οχυρωμένης (Ιλιάδος Π, 559), τη θέση όπου υπήρξε το Άργος, και τα θαυμαστά ερείπια των αρχαίων Μυκηνών… «Όταν δύσει ο ήλιος, δεν θα ξαναμπείτε στο Ναύπλιο και θα χρειαστεί να μετανοήσετε για τις χαρές της εκδρομής σας πηγαίνοντας να βρείτε ένα κατάλυμα σ’ ένα ακάθαρτο χάνι ή καραβάνσεράϊ της Πρόνοιας. […]
Γυρίζοντας ο Buchón από την εκδρομή του «στα βασίλεια του βασιλιά Αγαμέμνονα», περιδιαβάζει στην πολιτεία και στα κάστρα του Άναπλιού και αντιγράφει λατινικές επιγραφές των Βενετσάνων. Στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου προσέχει μια τοιχογραφία, αντίγραφο του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο ντά Βίντσι. Κοντά στην εκκλησία του Άγιου Νικήτα (Νικολάου;), πού κατεδαφίστηκε στα χρόνια του Καποδίστρια για να γίνει ό Μεγάλος Δρόμος, προσέχει πάνω σ’ ένα σκαλί μιαν επιγραφή, με το όνομα του Francisco Grimani «supremo classis moderatori qui urbem extra monumentis firmavit». Από μιαν εκδρομή του στο Τολό γύρισε στο Ναύπλιο πριν από τη δύση του ήλιου, γιατί ό διοικητής Αλμέϊδα φροντίζει να κλείνει τις θύρες στις 8 το βράδυ, σαν σε μια πόλη πού φοβάται εχθρικές επιθέσεις, μια φροντίδα στρατιωτική ανώφελη και πολύ δυσάρεστη για όλους τούς κατοίκους και για τον μικρόν αριθμό των ξένων πού φτάνουν εκεί. ( Σέμνη Καρούζου)
Πηγές
-
J.A. Buchon, « La Grèce continentale et la Morée», Voyage, séjour et études historiques en 1840 et 1841, σελ. 380-393, Paris, 1843.
-
Καρούζου-Παπασπυρίδη Σέμνη, «Το Ναύπλιο», Εκδόσεις: Εμπορικής Τράπεζας, Αθήνα, 1979.
William George Clark – Γουίλιαμ Τζωρτζ Κλαρκ
Posted in Περιηγητές, tagged alphaline, Άργος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Ιστορία, Ξένοι Περιηγητές, Περιηγητές, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Συγγραφέας, Φιλέλληνες, William George Clark - Γουίλιαμ Τζωρτζ Κλαρκ on 27 Απριλίου, 2009| Leave a Comment »
William George Clark – Γουίλιαμ Τζωρτζ Κλαρκ
Γουίλιαμ Τζωρτζ Κλαρκ ( Μάρτιος, 1821- Νοέμβριος, 1878), Άγγλος κλασσικός και σαιξπηρικός μελετητής , γεννήθηκε στο Barford Hall, Darlington. Στο βιβλίο του «Peloponnesus :notes of study and travel», για το Άργος αφιερώνει 25 σελίδες (90-114), όπου μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα περιγραφή των κατοίκων, της πόλης και των αρχαιοτήτων της.
Η εκπαίδευσή του περιλαμβάνει φοίτηση στο Sedbergh School, Shrewsbury School και στο Trinity College του Cambridge, όπου εξελέγη μέλος μετά από μια λαμπρή ακαδημαϊκή καριέρα. Το 1857, ορίστηκε Δημόσιος Ρήτορας.* Ταξίδεψε πολύ κατά τη διάρκεια των μεγάλων διακοπών του και επισκέφτηκε την Ισπανία, την Ελλάδα, την Ιταλία και την Πολωνία. Με το έργο του «Πελοπόννησος» (1858), έδωσε αρκετές πληροφορίες για τη χώρα εκείνης της εποχής. Αν και το 1853, ο Κλαρκ είχε λάβει το βαθμό της ιεροσύνης, το 1870 άφησε την ενασχόληση του με την Εκκλησία, ύστερα και από τη καθιέρωση του ασυμβίβαστου των ιερέων, το οποίο κιόλας υποστήριζε. Επίσης παραιτήθηκε και από τη θέση του Δημόσιου Ρήτορα τον ίδιο χρόνο και λόγω ασθένειας άφησε το Cambridge το 1873. Πέθανε στο York στις 6 Νοεμβρίου, 1878. Ο Κλαρκ κληροδότησε ένα ποσό χρημάτων σε έναν παλιό του συνάδελφο για τη δημιουργία θέσης λέκτορα στην Αγγλική λογοτεχνία. Αν και ο Κλαρκ ήταν κυρίως κλασσικός μελετητής, δημοσίευσε ελάχιστες μελέτες πάνω σ’αυτόν τον τομέα. Αφοσιώθηκε στη δημιουργία μιας συγκεντρωτικής έκδοσης των έργων του Αριστοφάνη, αλλά τελικά δεν την εξέδωσε ποτέ. Επισκέφτηκε την Ιταλία το 1868 με σκοπό να εξετάσει τα χειρόγραφα της Ραβέννας καθώς και άλλα και επιστρέφοντας ξεκίνησε τις σημειώσεις του για τους Αχαρνής . Τις άφησε όμως ανολοκλήρωτες και έτσι ήταν αδύνατο να εκδοθούν ακόμη και μετά το θάνατο του( βλ. Journal of Philology, viii,1879).
Δημιούργησε το Cambridge Journal of Philology και συνεργάστηκε με τον BH Kennedy James Riddell για τη δημιουργία του γνωστού έργου Sabrinae Corolla. Η δουλειά η οποία τον καταξίωσε είναι το έργο Cambridge Shakespeare (1863-6) και περιέχει μια συλλογή παλιότερων εκδόσεων και επιλεγμένων διορθώσεων που επιμελήθηκε ο Κλαρκ πρώτα με τον John Glover και έπειτα με τον W. Aldis Wright. Με το έργο του Gazpacho (1853), ο Κλαρκ αφηγείται το ταξίδι του στην Ιταλία. Οι επισκέψεις του στην Ιταλία την εποχή της επανάστασης του Garibaldi και στην Πολωνία κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1863 περιγράφονται στο έργο του Vacation Tourists, με επιμέλεια F.Galton i και iii. Ο HAJ Munro στο Journal of Philology ( viii.1879) περιγράφει τον Κλαρκ ως τον πιο ταλαντούχο και πολυμήχανο άνθρωπο που έχει γνωρίσει. Βλ. επίσης παρατηρήσεις από τον W. Aldis Wright στο Academy (Nov, 23, 1878), R. Burn στο Athenaeum (Nov. 16, 1878). Notes and Queries, 5th series, x (1878), σελ. 400.
Peloponnesus: Notes of Study and Travel, London, 1858
Δρομολόγιο: Athens, Megara, Isthmus – Corinth, Nemea, Mycenae, Tiryns, Argos, Karya, Mantinea, Tripolitza, Tegea, Sparta, Xerokampo, Taygetus, Kalamata, Navarino, Vourkamo, Messene, Mavrozoumeno, Phigalea, Bassae, Andritzena, Olympia, Pyrgo, Elis, Patras, Vostizza, Meg.
Γλώσσα κειμένου: English Notes for the traveler. Fellow and tutor of Trinity College, Cambridge.
Σημείωση επιμελήτριας
* Δημόσιος Ρήτορας = Υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων και επικοινωνίας του Πανεπιστημίου
Μετάφραση – Επιμέλεια: Κατερίνα Κυριακοπούλου
Πηγές
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ
Κούρια Αφροδίτη, «Το Ναύπλιο των περιηγητών».
Posted in Βιβλία - Αργολίδα, tagged alphaline, «Το Ναύπλιο των περιηγητών»., Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιβλία, Βιβλίο, Βιβλιοπαρουσίαση, Ιστορία, Κούρια Αφροδίτη, Λιθογραφία, Ναύπλιο, Ξένοι Περιηγητές, Περιηγητές, Πελοπόννησος, Συγγραφέας, Φιλέλληνες on 26 Απριλίου, 2009| Leave a Comment »
«Το Ναύπλιο των περιηγητών» της ιστορικού της τέχνης κ. Αφροδίτης Κούρια.
Περιγραφή
[…] Το βιβλίο αυτό, καρπός πολύχρονης ενασχόλησης μου με το Ναύπλιο των Ευρωπαίων περιηγητών από τη σκοπιά του ιστορικού της τέχνης, εξετάζει όψεις και πτυχές της εικονογραφίας της πόλης με την ευρύτερη περιοχή της, στα ιστορικά, πολιτικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα της κάθε εποχής και σε συνάρτηση με την εξέλιξη του περιηγητισμού όπως αυτή γίνεται αισθητή στο θεματικό περιεχόμενο, στις διαδικασίες δημιουργίας και στη μορφολογία των έργων (χαρακτικών και ζωγραφικών). Σε αρκετές περιπτώσεις τα γραπτά ντοκουμέντα, ο πρωτογενής λόγος των περιηγητών συνεισφέρουν τη διαφωτιστική μαρτυρία τους και προσφέρουν ερεθίσματα για μια επαρκέστερη ανάγνωση των εικόνων. Στο κεφάλαιο «Το Ναύπλιο ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή, 16ος-18ος αιώνας» εξετάζονται οι μηχανισμοί παραγωγής των πρώιμων, εντύπων, εικόνων, οι ιδιαιτερότητές τους, η κωδικοποιημένη γλώσσα τους και η βαρύνουσα σημασία τους σε διάφορα επίπεδα. Κάποια έργα του τέλους του 18ου αιώνα, φορείς μιας νέας αντίληψης, οδηγούν στον 19ο.
Το επόμενο κεφάλαιο, «Περιηγητές στο Ναύπλιο και την περιοχή του στον 19ο αιώνα«, εστιάζει σε βασικά χαρακτηριστικά της νεότερης εικονογραφίας του Ναυπλίου, όπως είναι η πολυμορφία του υλικού, η ισχυρή παρουσία της αδιαμεσολάβητης δημιουργίας (σχέδια, υδατογραφίες) με την αμεσότητα και την υποκειμενικότητα της, η βούληση τεκμηρίωσης, η ανάδειξη του πραγματικού, του προσδιορισμένου τοπικά και χρονικά. Παράλληλα με τα έργα δίνεται έμφαση και στα πρόσωπα των περιηγητών, στην εμπειρία του ταξιδιού, στη βιωματική σχέση τους με αυτά που βλέπουν, σχεδιάζουν και ζωγραφίζουν.
Ο ταξιδιώτης του 19ου αιώνα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος, «ευάλωτος» στο πνεύμα του τόπου (genius loci). Από αυτήν την άποψη το Ναύπλιο είναι ασφαλώς μια παραδειγματική περίπτωση. Στο τελευταίο κεφάλαιο, «Σταθμοί της πολεμικής και πολιτικής ιστορίας του Ναυπλίου – Η μαρτυρία της εικόνας«, με βασικό άξονα την οπτική του περιηγητισμού εξετάζεται η μαρτυρία έντυπων και ζωγραφικών εικόνων σε σχέση με γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία και την τύχη της πόλης στον 19ο αιώνα.
Πυρήνας της έκδοσης αυτής είναι τα χαρακτικά της πλούσιας συλλογής της οικογένειας Γιάννη Φωτόπουλου, της σημαντικότερης συλλογής περιηγητικών χαρακτικών του Ναυπλίου. Μια αντιπροσωπευτική επιλογή (από θεματική και μορφοπλαστική άποψη) δημοσιεύεται εδώ, πλαισιωμένη από χαρακτικά, σχέδια, υδατογραφίες και ελαιογραφίες ελληνικών και γερμανικών μουσείων, του Δήμου Ναυπλίου, του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τράπεζας, καθώς και άλλων ιδιωτικών συλλογών. Ορισμένα από αυτά τα έργα δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά. […]
(από το προλογικό σημείωμα της συγγραφέως)
Εκδότης: Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος
ISBN: 960-7059-18-2
Έτος έκδοσης: 2007
Παρασκευόπουλος Γ. Π., «Ταξίδια ανά την Ελλάδα», Ναύπλιον – Άργος
Posted in Περιηγητές, tagged alphaline, Άργος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ιστορία, Ναύπλιον - Άργος, Παρασκευόπουλος Γ. Π. «Ταξίδια ανά την Ελλάδα», Περιηγητές, Πελοπόννησος, Συγγραφέας on 25 Απριλίου, 2009| Leave a Comment »
Παρασκευόπουλος Γ. Π. «Ταξίδια ανά την Ελλάδα», Ναύπλιον – Άργος
Από το βιβλίο τον δημοσιογράφου Γ. Π. Παρασκευόπουλου «Ταξίδια ανά την Ελλάδα», που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1869 σε σχήμα 21×14 cm και 442 σελίδες, αναδημοσιεύουμε τα αποσπάσματα, τα οποία αναφέρονται στο Ναύπλιο (σ. 58-67) και το Άργος (σ.168-170). Πρόκειται για δυο ενδιαφέροντα κείμενα, που αποπνέουν το πνεύμα της εποχής. Ας δούμε τη γράφουν.
Η βάρκα μάς έφερε βράδυ – βράδυ εις το Τολόν, το εύμορφο χωριό, με τα σπίτια του από δένδρα και πρασινάδα πλαισιωμένο. Το Τολόν είναι αποικία Κρητών, κατελθόντων από πολλών ετών εκ Κρήτης και συνοικισθέντων εκεί. Διενυκτερεύσαμεν εις το φιλόξενον οίκημα πρώην Δήμαρχου του χωρίου του Ζήρικα, πρωί πρωί δε επιβάντες ευδρόμου σούστας ηκολουθήσαμεν την προς το Ναύπλιον άγουσαν, αντικρίζοντες τα εύφορα και οπωροφόρα χωρία, την Παναγίτσαν, το Χαΐντάρι, τον Τζεφέραγα, τα Ίρια και δια της Προνοίας εφθάσαμεν κάτωθεν του Παλαμηδίου.
Ναύπλιο
Η παλαιά του Βασιλείου μας έδρα ζει με τας αναμνήσεις της. «Άμες ποκ’ ήμες». Πού αι προ εικοσαετίας συστοιχίαι των ιστιοφόρων πλοίων, τα οποία εστόλιζον τον ευρύν του Ναυπλίου λιμένα. Εκεί συνεκεντρούτο η πλουσία παραγωγή της Αρκαδίας, της Αργολίδος και μέρους της Κορινθίας ακόμη, και εκείθεν εξηκοντίζετο καθ’ όλην σχεδόν την Πελοπόννησον και εις άλλους της Ελλάδος τόπους. Κίνησις και εμπόριον και μεσίται και πλοίαρχοι και ναύται επλημμύρουν την παραλιακήν λεωφόρον από των τειχών των Ενετικών μέχρι τον προς την είσοδον φανού. Όλα τα παραλιακά καταστήματα έβριθον πλήθους συναλλαζομένου, πολυπράγμονος, πολυτεχνίτου. Σήμερον πού να σχετίσεις και συγκρίνεις την κατήφειαν και το πένθιμον της αγοράς προς την ακμήν και δράσιν παρελθόντων χρόνων. Ο ατμός πρώτος και ο ΣΠΑΠ τελευταίος εγονάτισαν το Ναύπλιον. Μετέβην εις το τελωνείον και συναντήσας τον τελώνην: Πώς πάν’ αι εισπράξεις, κύριε τελώνα; τον ερωτώ αυτός δε με ύφος κτηματίου που δεν παράγει το χωράφι του:
– Δεν μας βλέπετε με σταυρωμένα τα χέρια; Μόνον τις αγκινάρες για την Πόλη τελωνίζομε!
Πράγματι εμπορικώς εξέπεσε το Ναύπλιον το τελειωτικόν κτύπημα το έλαβεν από τον ΣΠΑΠ. Άλλοτε η βορειανατολική Πελοπόννησος ετροφοδοτείτο από το Ναύπλιον αλλά δια της αναπτύξεως της ατμοπλοίας επροτιμήθησαν άλλα κέντρα, ιδίως ο Πειραιεύς. Κατόπιν επήλθεν το κακόν του σιδηροδρόμου. Οι Τριπολίται άλλοτε επρομηθεύντο τα πάντα εκ Ναυπλίου, όπου συνεκεντρούτο το δια θαλάσσης εμπόριον. Τώρα κατ’ ευθείαν εκ Πειραιώς ή εξ Αθηνών χάρις εις τον σιδηρόδρομον. Δι’ αυτό και ο πληθυσμός του ηλαττώθη εις 11 χιλ.
Αλλ’ ηλαττώθησαν δια του σιδηροδρόμου και αι ωφέλειαι εκ των δικαστηρίων. Αφ’ ότου έλειψεν η εμπορική ζωή από το Ναύπλιον, όλον σχεδόν τον βίον του εξήρτησεν από τα δικαστήρια. Πόλις φυλακών και δικαστηρίων. Αλλ’ οι δια τας υποθέσεις των μεταβαίνοντες άλλοτε εκεί παρέμενον εκόντες άκοντες ημέρας πολλάς. Σήμερον δε η Κορινθία ολόκληρος, η μεγάλη δικαστική τροφοδότις του Ναυπλίου, συγκοινωνεί σιδηροδρομικώς, και έρχεται το βράδυ ο Κορίνθιος δια να απέλθη την επομένην.
Πρώτη εντύπωσις ην γεννά το Ναύπλιον: πόλις δικηγόρων και στρατιωτικών. Σώζει ακόμη πλήρη την στρατιωτικήν της όψιν, την επικρατούσαν και κυριαρχούσαν πάσης άλλης. Η σχετικώς ευρεία τετράγωνος πλατεία του, – ο μόνος πνεύμων δι’ ου αναπνέει η πόλις, – με τον ιστορικόν της πλάτανον, και αυτή κλείεται δια τον μεγάλου στρατώνος. Αν δε την ημέραν ποικίλλεται οπωσδήποτε η όψις του Ναυπλίου και ο περιφερόμενος εν τη πλατεία ευρίσκεται μεταξύ δυο ρευμάτων, του στρατιωτικού και του δικαστικού – δικηγόρων κ.λπ. – την νύκτα όμως νομίζεις ότι κοιμάσαι εις στρατόπεδον. Ανά πάσαν ώραν σε αφυπνίζουν αι βαρείαι κραυγαί των φρουρών του Ιτς-Καλέ και των φυλακών. Την νεκρικήν σιγήν της πόλεως όλης διακόπτει ο μονότονος ήχος του από του Ιτς -Καλέ σημαίνοντος ωρολογίου, και επακολουθεί εν βαρύβρομον εν τη αποκλεισμένη πόλει: Φύλακες γρηγορείιιιτεεε! ως Χότζα φωνή επικαλουμένου τον Αλλάχ, επαναλαμβανόμενον κατά σειράν από της μιας άκρας του Ιτς – Καλέ μέχρι της τελευταίας ντάπιας του Παλαμηδίου υφ’ όλων των φρουρούντων στρατιωτικών. Και αι φωναί αύται εις την μελαγχολικήν της νυκτός σιγήν αντηχούν εις τα ώτα μου πενθίμως διεγείρουσαι αίσθημα τι μελαγχολίας, το οποίον καθίστα ακόμη μελαγχολικώτερον η ανάμνησις παρελθούσης ευκλείας του Ναυπλίου, όσην υπενθύμιζον.
Τα Ενετικά τείχη του Ναυπλίου, με την λαβυρινθώδη είσοδόν των, δεν υπάρχουν πλέον. «Sic transit...» Και αυτά εκρημνίσθησαν, κατόπιν αγώνων και δαπανών του Δήμου, σήμερον δε η πόλις επήρεν άλλον αέρα. Πολλοί των ευπόρων Ναυπλιέων σκέπτονται να ιδρύσουν εκεί κομψάς οικίας, διότι κατέστη το ευαερώτερον και υγιεινότερον τμήμα της πόλεως, θα συνεπληρούτο μάλιστα το έργον, αν και αυταί αι αποθήκαι κατεδαφίζοντο. Αλλ’ όπως και αν έχει, η προς το μέρος του Βιβαριού άγουσα απέβη λαμπρότατος περίπατος, όπου και ο σταθμός του ΣΠΑΠ, πέραν δ’ αυτού λεωφόρος δενδροφυτευμένη, αποτελεί μοναδικήν τέρψιν περιπάτου.
Ακολουθήσατε με εις τας φύλακας του Βουλευτικού τας προ της κεντρικωτέρας πλατείας της πόλεως κειμένας. Τι σήψις ατμοσφαίρας και οργανισμών! Εντός μιας ισογείου καταβόθρας, αφωτίστου, ανηλίου, εστοιβαγμένοι περί τους είκοσι φυλακισμένοι, κάτωχροι, ασθενικοί, κουκουλωμένοι με τα παληόρρουχά των και άλλοι τρώγοντες, άλλοι κοιμώμενοι, άλλοι… κτενιζόμενοι! Μόλις μαζί μου είδον τον κ. Νομάρχην ηγέρθησαν όλοι ως εν σώμα και εις ένδειξιν ευλάβειας, εστάθησαν όλοι εν προσοχή. Αναβαίνομεν εις την επάνω αίθουσαν την θολωτήν εδώ σύνταγμα ολόκληρον κατεσκηνωμένον. Πανδαιμόνιον αμφιέσεων, κατατομών, φωνών , αλλαλαγμών. Φουστανελλοφόροι, φρακοφόροι, φεσοφόροι, πωγωνοφόροι, ως ποικιλία δε πρωτοτυπία εις την συλλογήν, ένα μικρό παιδάκι δεκαεξαετές το οποίον μετά μήνα… αποθητεύει! Εδώ σχετική καθαριότης και ανθρωπιά· αλλά τι να σου κάμουν τόσοι άνθρωποι στοιβαγμένοι. Το ψωμί των όμως, η δίαιτα των, ο μισθός των, τα ασπρόρουχά των τακτικώτατα.
Δια να μη μείνη παραπονεμένον και το αδύνατον φύλον, ας το ακολουθήσωμεν όπου το ρίψει η μοίρα του, έστω και εις τας φυλακάς ακόμη. Εντός οικήματος ευπρεπούς, οικοκυρευμένου- πράγμα φυσικόν αφού κατοικούν γυναίκες – υψηρόφου και ετοιμόρροπου, ευρίσκονται δέκα ή δώδεκα ατυχή αμαρτωλά πλάσματα κατηγορούμενα επί παιδοκτονία, μοιχεία, κλοπή, διγαμία, συζυγοκτονία, μητροκτονία! Ένα μπουκέτο χρυσών πράξεων. Και τι κρίμα! Είδα κοράσιον δεκαεξαετές, ευμελές, στρογγυλοπρόσωπον, με δυο μαύρα σβησμένα κάρβουνα για μάτια, με επιμελή κόμμωσιν και μιαν φούσταν γαλάζιου χρώματος πολύπτυχον, συμπαθές και σεμνόν την φυσιογνωμίαν, συγκινούν με το παραπονετικό της τακερόν βλέμμα, κατηγορούμενον, διατί νομίζετε; Επί εραστοκτονία! Κι εσκέφθην: Πώς τέτοια συμπαθής κεφαλή να κρύπτει στην καρδιά τόσον αποτρόπαιον πάθος! Μια άλλη δε πάλιν ήτο … έγκυος και επρόκειτο να γίνει η μετακομιδή της δια τα περαιτέρω…
Εννοείται ότι εις τας φύλακας αυτάς ούτε φρουρός ή κλητήρ ή αστυφύλαξ. Μόνον μια γραία τας επιτηρεί, χρησιμεύουσα δι’ αυτάς ως μήτηρ, αδελφή, οικονόμος.
Απέκτησεν όμως το Ναύπλιον λαμπρόν κρηπίδωμα και αποβάθραν. Έναρξιν των έργων αυτών έκαμεν ο προκάτοχος δήμαρχος Ναυπλιέων κ. Κωτσονόπουλος. Αλλ’ εξωδεύθησαν εκατοντάδες χιλιάδων δραχμών δι’ έργον όπερ κατ’ ουσίαν δεν μπορεί να χρησιμεύσει και πολύ, αφού ναυσιπλοϊκή κίνησις δεν υπάρχει καν. Εν τοσοούτω κοσμεί την πόλιν επαρκέστατα. Πόσον όμως αδικεί την πόλιν το φοβερόν αυτό Παλαμήδι – το οποίον άλλως τόσον την τιμά, κολοσσαίον τρόπαιον δόξης- και το Ιτς -Καλέ. Επικάθηται επ’ αυτής δίκην εφιάλτου. Διότι δε αι ακτίνες του Φοίβου κρύπτονται από της πόλεως μέχρι της ενάτης και δεκάτης πρωινής, δια τούτο υγρά η πόλις με οικοδομάς αιωνίως ευρωτιώσας.
Πολύ ορθά δε κάποιος περιέβαλε το εσωτερικόν του Ναυπλίου προς το της Κερκύρας. Όπως εις αυτήν αι οδοί στενώταται καλδεριμόστρωτοι, με οικίας πολυωρόφους και πεπαλαιωμένας, ούτω και εις το Ναύπλιον. Τούτο δ’ είναι αποτέλεσμα ελλείψεως χώρου προς επέκτασιν της πόλεως, αφού και τας δυο τας περιορίζουν και τας περισφίγγουν τα τρομερά κυκλώπεια Ενετικά τείχη. Και η μεν Κέρκυρα διέσπασε τους δεσμούς αυτούς και επεξετάθη προς την Γαρίτσαν, το αυτό δ’ επέτυχεν εσχάτως και το Ναύπλιον μετά την κατεδάφισιν των τειχών, εναγκαλισθέν το προάστειόν του, την Πρόνοιαν.
Παρά πολλών ομολογείται ότι το Ναύπλιον φημίζεται επί αριστοκρατία πνεύματος, μορφώσεως, γραμμάτων. Ευλόγως ονομάσθη η πνευματική πρωτεύουσα της Πελοποννήσου. Πολλαί αι στρατιωτικοί οικογένειαι εκ Ναυπλίου, και πλείστοι Ναυπλιείς κατέχουν πολλάς και υψηλάς δικαστικάς και διοικητικάς θέσεις· αλλά πρέπει να γίνει διάκρισίς τις ως προς το ζήτημα των ιστορικών οικογενειών. Διότι εκεί κατ’ αρχάς εγκατέστη η πρωτεύουσα του κράτους, ανεπτύχθη κοινωνική τις υπεροχή και εκ της συγκεντρώσεως όλων των αρχών εν αυτω, διο και λείψανα της παρελθούσης ευκλείας σώζονται και μέχρι της σήμερον.
Άργος
Μετά τρίωρον σιδηροδρομικόν νανούρισμα εκ Κορίνθου ευρίσκομαι προ του Πελασγικού Αργούς. Η πρώτη μου εντύπωσις, το ευπρεπές καφεστιατόριον του Σταθμού με τον μπαξέ του τον χειμερινόν, με το κιόσκι του το καλοκαιρινόν, με τα κρασιά του τα νεκτάρια – ευρήκα κρασί μποτιλιαρισμένο πέντε χρόνων, ανώτερον και σαμπάνιας. Και από του σταθμού τέταρτον ώρας εφ’ αμάξης εν μέσω των λινοθωρήκων Αργείων. Οποία η αντίθεσις του Αργούς από την Κόρινθον. Εις αυτήν κόσμος σποραδικός, εις το Άργος πλήθος μυρμηγκιών, καθ’ οδόν, εις τα καφενεία, τα καπηλεία, την αγοράν, την πλατείαν, τα εργαστήρια. Ζωή εδώ, και εμπόριον και παραγωγή και πλούτος. Έχει όμως άλλους πόρους το Άργος περιζήτητους, πλουτοφόρους– έχει τα καπνά του, τα σάρωθρα του, τα δημητριακά του, τις αγκινάρες του ακόμη, από τας οποίας ικανός πλούτος εισρέει εις τα θυλάκια των Αργείων εκ Κωνσταντινουπόλεως ιδίως, Αιγύπτου και Σμύρνης. Ξεύρετε δε πόσον πωλούνται οι αγκινάρες δια το εξωτερικόν; Εικοσιπέντε λεπτά το ζεύγος, αλλ’ υπό τον όρον οι κάτοχοι αγκιναροφόρων αγρών να μη δύνανται να πωλώσιν εν Ελλάδι ούτε ένα ζευγάρι μέχρι τέλους Μαρτίου. Αυτή δε η ρήτρα εμπεριέχεται εις το μεταξύ εργολάβου και κτηματίου συμβόλαιον. Εν τοσούτω δεν πρέπει ν’ αθυμήσωμεν, διότι οι Ευρωπαίοι ή μάλλον οι Ανατολίται μας απορροφούν το ελαφρόν αυτό χειμωνιάτικον μαγειρικόν είδος, αφού εις αντιστάθμισμα τοιαύτης απώλειας λαμβάνομεν χρυσάφι, το οποίον τόσο μας ενθουσιάζει μετά τας τόσας παραφροσύνας των Μεγαλειοτάτων μωροπολιτευτών μας.
Και τί δεν παράγει το Άργος; Αρκεί μόνον να ενθυμηθήτε ότι, ερωτηθείσα ποτέ η Πυθία εις τους της αρχαιότητος χρόνους, περί των ιδιοτήτων εκάστης των τότε πόλεων, εχρησμοδότησε τα εξής δια το Άργος: «Γαίης μεν πάσης το Πελασγικόν Άργος άμεινον, Αργείοι λινοθώρηκες, κέντρα πτολέμοιο». Προσθέσατε δε εις την παχυτάτην γαίαν την φιλοπονίαν των κατοίκων κι έχετε το αύταρκες, το αυτοσυντήρητον, το ευπορούν. Αλλά οι Αργείου εσκέφθησαν πρακτικώτερον των σταφιδοκαλλιεργητών Πελοποννησίων. Δεν περιωρίσθησαν μόνον εις σταφιδοφυτείας, αλλά και εις άλλα γαιοπαραγωγικά ασχολήματα· ώστε εν αποτυχία του ενός είδους, να ελπίζουν από το άλλο, δι’ αυτό σήμερον, μ’ όλην την σταφιδικήν νέκραν της Πελοποννήσου, οι Αργείοι κινούνται, ικανοποιούνται, δεν πένονται. Οι Αργείοι κατόρθωσαν δια δαπάνης 60 χιλ. να διοχετεύσουν τα ύδατα του Ερασίνου, δι’ ων αρδεύονται και υδρεύονται τα 2/5 της πόλεως. Αλλά και δρόμων ευμοιρεί το Άργος και φωτισμού επαρκούς. Οι κάτοικοι υπερβαίνουν τας 9 χιλ.
Πηγή
-
Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», τεύχος 11, 1994.
Rottmann Carl – Καρλ Ρόττμαν (1797-1850)
Posted in Περιηγητές, tagged Carl Anton Joseph Rottmann, Άργος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Εικαστικά, Εικαστικοί, Ζωγράφος, Λιθογραφία, Μυκήνες, Περιηγητές, Πελοπόννησος, Φιλέλληνες, Rottmann Carl - Καρλ Ρότμαν (1797 - 1850) on 22 Απριλίου, 2009| Leave a Comment »
Carl Anton Joseph Rottmann – (1797-1850)
O Carl Rottmann (1797-1850), ένας από τους μεγάλους Γερμανούς ζωγράφους του 19ου αιώνα, επισκέφθηκε την Ελλάδα στα 1834-35, μαζί με τον αρχιτέκτονα Ludwig Lange, για να απαθανατίσει με τον χρωστήρα του την ελληνική γη και το ελληνικό φως. Έδωσε μια αληθινή εικόνα της Ελλάδος όπως ήταν τότε, και δίκαια έχει αποκληθεί ο «ζωγράφος της Ελλάδος».
Ο Καρλ Ρόττμαν υπήρξε ο ευνοημένος ζωγράφος τοπίων του Βασιλιά Λουδοβίκου του πρώτου. Γεννημένος στη Χαϊδελβέργη, έκανε τα πρώτα του μαθήματα ζωγραφικής με δάσκαλο τον πατέρα του και το 1821 ξαναεγκαταστάθηκε στο Μόναχο. Κατά τη διάρκεια των δύο ετών 1826/27, ο Ρότμαν ταξίδεψε στην Ιταλία προκειμένου να εμπνευστεί περισσότερα μοτίβα για την τέχνη του. Μέχρι τότε, αντλούσε τα ερεθίσματα του από τα τοπία της περιοχής του.
Μετά την επιστροφή του, ο βασιλιάς Λουδοβίκος ο πρώτος τού ανέθεσε να ζωγραφίσει μια σειρά από τοπία της Ιταλίας πάνω σε μνημεία στη στοά του Χόφγκαρντεν στο Μόναχο. Το σύνολο των τοπίων που έγινε σε στυλ «fresco» [fresco = πάνω σε υγρό γύψο στον τοίχο] ολοκληρώθηκε το 1833 και αποτέλεσε τρανή απόδειξη της αγάπης του Λουδοβίκου για την Ιταλία και έκανε τη ζωγραφική τοπίων να αποκτήσει την αίγλη της ζωγραφικής ιστορικών σκηνών, τις οποίες ο Βασιλιάς μέχρι τότε προτιμούσε να αναθέτει. (περισσότερα…)
Armstrong, Isabel J.- Το πέρασμα από το Άργος
Posted in Περιηγητές, tagged alphaline, Armstrong, Isabel J., Isabel J. - Το πέρασμα από το Άργος, Άργος, Αργολίδα, Αργολίδα Μνημεία, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ιστορία, Ξένοι Περιηγητές, Περιηγητές, Πελοπόννησος, Συγγραφέας, Φιλέλληνες on 19 Απριλίου, 2009| Leave a Comment »
Armstrong, Isabel J. – Το πέρασμα από το Άργος
Η Αγγλίδα Ιζαμπέλ Άρμστρογκ με μια φίλη της περιηγήθηκαν στην Ελλάδα περίπου το 1886. Να, πως περιγράφουν το πέρασμά τους από το Άργος στο βιβλίο τους*, «Two roving Englishwomen in Greece» (Δύο Αγγλίδες περιηγήτριες στην Ελλάδα), by Isabel J. Armstrong. London, 1892.
Μετά διασχίσαμε τον κάμπο πηγαίνοντας προς το Άργος, μια αρκετά μεγάλη πόλη, με ένα «μουσείο» ενός δωματίου όπου υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα ανάγλυφα, δοχεία, κεραμικά, κορμοί αγαλμάτων και θραύσματα παντός είδους. Οι ακαμάτηδες της γειτονιάς συνέρρευσαν, ολοφάνερα με την εντύπωση ότι οπωσδήποτε κάποια αντικείμενα ενδιαφέροντα βρίσκονταν στο μουσείο εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή. Συνεχίσαμε το δρόμο μας προς ένα σημαντικό Ρωμαϊκό ερείπιο, βρήκαμε τυχαία το μερικώς ανασκαμμένο θέατρο πίσω του, αλλά στην παρούσα κατάσταση του δίνει μία πολύ φτωχή εντύπωση του μεγέθους του, διότι ήταν ικανό να χωρέσει 20.000 θεατές ωστόσο 10.000 λιγότερους απ’ ότι το θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα. Κοιτάξαμε ψηλά στη Λάρισα, την Ακρόπολη του Άργους, απ’ την κορυφή της οποίας πρέπει να υπάρχει μία πάρα πολύ ενδιαφέρουσα θέα του Κόλπου της Ναυπλίας και ολόκληρου του Αργολικού κάμπου, αλλά ήταν πολύ αργά για να επιχειρήσουμε την ανάβαση, και καθώς οι βραδινές σκιές έπεφταν γρήγορα, στρέψαμε τα κεφάλια των αλόγων προς τα νότια, αψηφώντας το σκοτεινό βράχο του κάστρου Λάρισα να ξεχωρίζει πάνω απ’ το ωραίο Άργος λουσμένο στην περικαλλή ομίχλη.
Υποσημειώσεις
Δρομολόγιο: Patras, Olympia, Andritsaena, Krestena, Phigaleia, Sikyon, Corinth, Mykenae, Argos, Nauplia, Epidauros, Tiryns, Athens, Volo, Larissa, Meteora, Khalkis.
* Eικονογράφηση: (τοπία ,αρχαιότητες ,άλλα θέματα).
Πηγές
-
Isabel J. Armstrong, «Two roving Englishwomen in Greece», London, 1892.
-
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ.
-
Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», τεύχος 11, 1994.
Καζαντζάκης Νίκος «Ταξιδεύοντας», Άργος – Μυκήνες
Posted in Περιηγητές, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ιστορία, Καζαντζάκης Νίκος, Καζαντζάκης Νίκος – Ταξιδεύοντας: Άργος – Μυκήνες, Μυκήνες, Περιηγητές, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Συγγραφέας, Nikos Kazantzakis on 19 Απριλίου, 2009| Leave a Comment »
Καζαντζάκης Νίκος ”Ταξιδεύοντας”, Άργος – Μυκήνες
Στο βιβλίο του με τίτλο «Ταξιδεύοντας» είναι συγκεντρωμένα ταξιδιωτικά κείμενα του Νίκου Καζαντζάκη, που αναφέρονται στην Ιταλία, την Αίγυπτο, το Σινά, την Ιερουσαλήμ, την Κύπρο και το Μοριά. Τα κείμενα για το Μοριά είναι γραμμένα σε μορφή δημοσιογραφικών ανταποκρίσεων και χρονολογικά τοποθετούνται στη δεκαετία του 1930.
Το ταξίδι του Καζαντζάκη στο Μοριά κλείνει με την επίσκεψη του στο Άργος και στις Μυκήνες. Ο συγγραφέας επιστρέφει στο Σιδηροδρομικό Σταθμό του Άργους, όπου, περιμένοντας κάτω από τις λεύκες την άφιξη του τρένου για την Αθήνα, γράφει ένα από τα ωραιότερα κομμάτια του σχετικά με την ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού. Προσπαθεί να τοποθετήσει το νεοέλληνα ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση, να του δώσει ένα καθήκον. «Δεν μπορούμε», γράφει, «ν’ αρνηθούμε μήτε την Ανατολή μήτε τη Δύση… Είμαστε υποχρεωμένοι ή να φτάσουμε στο λαμπικάρισμα της Ανατολής σε Δύση, να πετύχουμε δηλαδή μια δυσκολότατη σύνθεση, ή να χαροπαλεύουμε δούλοι…»
Άργος

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.
Άργος. Η πολιτεία, η εκκλησία, οι καρέκλες, οι καφενέδες, τα ποτήρια τα νερά … Οι Νεοέλληνες. Σκυθρωπά μούτρα, βουλιαγμένα μάγουλα, μάτια γαρίδα. Σε κοιτάζουν σα να είσαι κριάρι και θέλουν να σε αγοράσουν. Σε ψάχνουν με το μάτι, ερευνούν τα παπούτσια σου, τα ρούχα, τα καπέλα. Ζυγιάζουν … Τους τρώει το σαράκι – ποιος είσαι; Τι καπνό φουμάρεις; Τι ήρθες στον τόπο τους, να πουλήσεις ή ν’ αγοράσεις … Γουρούνια κυκλοφορούν στους δρόμους, νεαροί επαρχιακοί νταήδες κάθουνται στα καφενεία, μα γυναίκα δεν υπάρχει.
Όλη η πλατεία γεμάτη μουστάκια. Πλήθος καλοαναθρεμμένοι παπάδες. Η εκκλησιά, τριγυρισμένη από καφενέδες, λάμπει γλυκά με το κίτρινό της χρώμα, με το λιγνό σβέλτο καμπαναριό της. Καταφεύγω στην άκρα της πλατείας, στο αρχαίο θέατρο. Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια, η θάλασσα γυαλίζει μαυλίστρα, ο βράχος του Ναυπλίου σηκώνεται ψηλά, απειλητικά στον αέρα. Πιο πάνω από το αμφιθέατρο, το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, στη θέση όπου μια φορά ήταν ο ναός της Αφροδίτης. Πιο πέρα, το Κριτήριον, όπου ο Δαναός καταδίκασε τη θυγατέρα του Υπερμνήστρα, γιατί μόνη αυτή από τις πενήντα αδερφάδες αρνήθηκε να σκοτώσει τον άντρα της. Είχαν έρθει πρόσφυγες από τη χώρα του Νείλου, με τον πατέρα τους έμαθαν τους Αργείτες ν’ αρδεύουν τα χωράφια τους, έκαμαν τη χέρσα γης, περβόλι. Έγιναν νεράιδες, τις πήρε η ποίηση, μπήκαν στην αθανασία.
Μαζί με το σούρουπο κατέβηκαν και τα ελληνικά παραμύθια και γέμισαν τα σκαλοπάτια του αμφιθεάτρου ίσκιους. Πήρε ξαφνικά ευγένεια το χώμα τούτο, κι οι νταήδες, οι παπάδες, οι μουστακαλήδες που κάθουνταν πέρα στην πλατεία έλαμψαν. Αγε δη, λέξωμεν επ’ Αργείοις ευχάς αγαθάς, αγαθών ποινάς … Κι έτσι συμφιλιωμένος πήρα το δρόμο της ζωντανής πολιτείας, κάθισα κι εγώ στο καφενείο, στον ίσκιο της Μητρόπολης, και διέταξα μαζί με τους Νεοέλληνες καφέ και δυο νερά και τέσσερις καρέκλες. Μα έκαιγαν τα χείλια μου οι στίχοι του Αισχύλου.
Μυκήνες
Την άλλη μέρα, μεσημέρι, κινήσαμε για τη Μυκήνα. Είναι η πυρωμένη ώρα, η κάθετη, πού ταιριάζει για τούς φοβερούς τούτους βράχους και θρύλους. Το πρωινό φώς τούς δίνει μιαν αγνότητα πού δεν μπορούν να έχουν, το σούρουπο τούς δίνει μια ρομαντική μελαγχολία πού δεν καταδέχουνται να έχουν. Δε φωλιάζουν εδώ, στους ξακουστούς άνυδρους γκρεμούς, πρωινοί κορυδαλλοί μήτε βραδινά ερωτόπαθα νυχτοπούλια. Μα άγρια σαρκοβόρα όρνεα, αητοί και γεράκια, πού ζυγαριάζουνται μεσημέρι στην κορφή του αέρα και σημαδεύουν στον κάμπο τι να φάνε. Κάψα πνιχτική, το αίμα άναψε, το λαρύγγι στεγνώνει. Καλοί σωματικοί όροι για το προσκύνημα τούτο.
Ανεβαίνουμε από το Χαρβάτι τον ανηφορικό δρόμο: έχω στηλωμένα τα μάτια ανάμεσα στ’ άγριόθωρα βουνά της Ζάρας και του Προφήτη Ηλία και προσπαθώ να ξεχωρίσω μέσα στο πυρακτωμένο φώς τη φωλιά των Ατρειδών. Είναι βράχος μέσα στους βράχους και δεν μπορείς να τη διακρίνεις. Μα από τα χτυπήματα της καρδίας νιώθεις πώς ολοένα ζυγώνεις. Στρίψαμε δεξιά, κι ορθώθηκε μπροστά μας ή φοβερή καστρόπορτα με τις δυό όρθιες λιόντισσες.
– Εδώ είναι το χασάπικο ! είπε ό σοφέρ σταματώντας.
Χάρηκα πού ήταν μαζί μου το χοντροκομμένο χιούμορ του λαού, το έφταβόδινο σκουτάρι, πού δεν το διαπερνούν εύκολα ό ρομαντισμός κι ή ευαισθησία. Τα ζυγιάζει όλα με τη ζυγαριά του πρακτικού στέρεου νου, πού ξέρει, κι έχει πια δεχτεί σα νόμιμο, πώς ή ζωή είναι γεμάτη αίματα κι απιστίες, μα δεν πρέπει να πολυτρομάζουμε όπως δεν τρομάζουμε όταν μας διηγούνται ένα παραμύθι γεμάτο δράκους. «Η ζωή είναι ισόβια», θα πεθάνουμε, και τότε θα δούμε πώς ὀλα ήταν αέρας” έτσι όλη ή ζωή δεν είναι κι αυτή παρά ένα παραμύθι. Κι ό Γιάννης ό σοφέρ ζούσε την προαιώνια τούτη λαϊκή κοσμοθεωρία και δεν ένιωσε καθόλου τα γόνατα του να λυγίζουν όταν δρασκελούσε το φοβερό κατώφλι των Ατρειδών.
Μόλις μπήκαμε, αριστερά από τη σκαλισμένη στον τοίχο κρύπτη, όπου κάθουνταν ο αρχαίος θυρωρός, πετάχτηκε ο μοντέρνος φύλακας. “Ένας καλόκαρδος γεροντάκος με το μπαστουνάκι του, με το τσιγαράκι του, με μια λάμψη στα μάτια πού φανέρωνε πώς ήξερε τί θησαυρούς από παραμύθια κι αίματα και κοτρόνια του είχαν εμπιστευτεί να φυλάει.
– Είναι μέσα ό κ. Αθανασόπουλος, τον ρωτά ο σοφέρ με σοβαρότητα.
– Ο κ. Αθανασόπουλος; έκαμε ό φύλακας γουρλώνοντας τα μάτια δεν τον γνωρίζω.
– Ο Αγαμέμνονας, ντε ! εξήγησε ό σοφέρ σκώντας στα γέλια.
Τα μούτρα του φύλακα κατσούφιασαν δεν του άρεσε καθόλου να κοροϊδεύουν τ’ αφεντικό. Γιατί τότε πήγαινε κι αυτός χαμένος” όλο του το μεγαλείο να φυλάει τρομερά πράματα αφανίζεται.
– Να ξέρεις που μπαίνεις, είπε θυμωμένος, και να σέβεσαι!
– Τον κακομοίρη! στράφηκε ό σοφέρ και μου λέει, τον κακομοίρη, τον έχουν παλαβώσει οι αρχαιολόγοι!
Χιούμορ, κέφι, προπόσες χαρούμενες και θυέστεια δείπνα σαιξπήρειες ομάδες με τα κρανία των ανθρώπων. Κι έτσι πού προχωρούσα με το Γιάννη και κοίταζα την άγρια δρακοφωλιά, εγώ γεμάτος δέος, αυτός γεμάτος κέφι, φαντάστηκα έναν Αισχύλο μοντέρνο, πού παίρνει ακόμα πιο τραγικά τη ζωή και τούς θρύλους και γδύνει χωρίς μεγάλους μονολόγους, με ανήλεο χέρι, τούς παμπάλαιους μπαμπούλες. Βαρέθηκε ό σοφέρ ν’ ανεβεί στο παλάτι και χώθηκε σ’ έναν ίσκιο. “Έβγαλε τα τσιγάρα του, φίλεψε το γερο-φύλακα.
– Έλα, είπε, μην τα παίρνεις προσωπικά…
Πήρα μόνος μου τον ανηφορικό βασιλικό δρόμο, πού τον είχε στρώσει η Κλυταιμήστρα με πολύτιμα κόκκινα χαλιά, για να πατήσει ό νεοφερμένος άντρας της. «Πάτα, πάτα» του μιλούσε μαυλιστικά, «μη φοβάσαι τούς θεούς ! Τοις δ‘ όλβίοις γε και τό νικάσθαι πρέπει.»
Ανέβαινα μαζί με το μεγάλον ίσκιο, πάτησα τις στρουφιγμένες από την πυρκαγιά πλάκες του παλατιού, σβάρνισα με τη ματιά τα βουνά τρογύρα, τον κάμπο, ως πέρα την αργίτικη θάλασσα. Προσπαθούσα να δώ τι έβλεπε ο Αγαμέμνονας ανηφορίζοντας στο παλάτι του και τι η γυναίκα του, όταν αγνάντευε με δαγκαμένα χείλια τη θάλασσα πέρα, αν πρόβαλαν τα μισητά καράβια του γυρισμού. Τα ίδια τούτα βουνά θα κοίταζαν, τον ίδιο ηλιοφρυμένο κάμπο, το ίδιο κύμα. Μα σημασία έχει μονάχα το πώς τα έβλεπαν. Με ποιόν πρωτόγονο χοχλασμό.
Είχε δίκιο ό Γερμανός ζωγράφος, ο Φράντς Μάρκ, όταν ζωγράφιζε ένα τοπίο πού το κοίταζε ένα θεριό, να προσπαθεί ν’ αποδώσει το τοπίο όπως θά τό έβλεπε το θεριό. Κι όχι όπως το έβλεπε το ανθρώπινο μάτι. Και το φαντάζουνταν ένα καταπληχτικό δράμα, πλημμυρισμένο χρώματα, πηχτό, αξεδιάλυτο, χωρίς σύνορα ανάμεσα θεριού και δάσους. Πρέπει ν’ ανεβείς εδώ απάνω στο παλάτι του Αγαμέμνονα κυριεμένος από άγριο πάθος — μίσος, έρωτα, πόλεμο, τρόμο— για να μπορέσεις κάπως να δεις τον αργίτικο κάμπο και τα βουνά και τη θάλασσα όπως τα έβλεπαν οι Ατρείδες. Έτσι πρέπει να δεις και να παραστήσεις και τις τραγωδίες του Αισχύλου. Με τέτοιο μάτι θεριού όλα τ’ άλλα, κλασικές ισορροπίες, ρυθμικοί χοροί, στυλιζαρισμένες από αρχαία αγγεία χειρονομίες, είναι φιλολογία και μονολογίτικες θυσίες στην απούσαν Άφροδίτην.
– Είδες τί ληστές; μου είπε ό σοφέρ με θαυμασμό όταν κατέβηκα κάτω. Λεβεντιά! Είδες τί ληστές, Νταβέληδες! Σήμερα εμείς μπροστά τους είμαστε λωποδύτες.
Διαλογισμοί για την ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού
Όταν πια τελείωνα το ταξίδι και περίμενα στο σταθμό του Άργους, κάτω από τις μεγάλες λεύκες, το τρένο, ένας νέος με τουριστική στολή απόθεσε το σακίδιό του στο παγκάκι όπου καθόμουν κι έπιασε κουβέντα. Έγραφε τραγούδια υπερρεαλιστικά, είχε γυρίσει την Ευρώπη, μα τώρα πιάστηκε στη φάκα και πήρε το σακίδιό του, το κοντό παντελονάκι του και το ραβδί του και περιεργάζεται την Ελλάδα. Υψηλή παραστρατημένη διάθεση, ευγένεια και ανικανότητα, αγνότητα ψυχική και νοητική διαφθορά. Από λόγο σε λόγο φτάσαμε στο μεγάλο πρόβλημα που αρχίζει και συνειδητά να μας απασχολεί και να μας τρώει: Πώς να δημιουργήσουμε κι εμείς, που να στηρίξουμε κι εμείς ένα δικό μας Νεοελληνικό πολιτισμό; Είχε διαβάσει το Δραγούμη και το Γιαννόπουλο, είχε μελετήσει το βαθύ βιβλίο του Δανιηλίδη, είχε συζητήσει με τους φίλους του, είχε σκεφτεί μόνος του: μα δε βρήκε γαλήνη ο νους του. Αρχαιολατρία, φραγκολατρία. Ανατολή – όλα τα ένιωθε μέσα του, μα δεν αρμονίζουνταν μεταξύ τους και δε δίναν καμιάν ενότητα στη ζωή του.
– Εσείς τι λέτε;
Συχνά έχω δεχτεί κατάστηθα το ερώτημα τούτο μα τόσο ορμητική, πολύπλοκη, ανυπόμονη τινάζουνταν η απάντηση, που παντούσα. Μα σήμερα το τρένο αργούσε να έρθει, ο ίσκιος κάτω από τις λεύκες ήταν χαϊδευτικός και πράος, και το ρώτημα του νέου τόσο αγνό και ανήσυχο, που για χατίρι του προσπάθησα να βάλω κάποια τάξη στην απάντηση και να διατυπώσω όσο μπορούσα πιο στεγνά τη σκέψη μου.
Πρώτα πρώτα, του αποκρίθηκα, πρέπει να πάρουμε σωστή κι αξιοπρεπή στάση απέναντι στους αρχαίους. Οι αρχαίοι δεν είναι πια δικοί μας μονάχα ¨πρόγονοι¨, είναι όλης της άσπρης φυλής. Δεν πρέπει να γινόμαστε γελοίοι μπροστά τους σα να είμαστε ραγιάδες. Οι πρόγονοι ξέφυγαν πια από την κατοχή μιας ορισμένης γης και ράτσας, τώρα κι αιώνες πήδηξαν από την Ελλάδα στη Δύση, έσμιξαν με καινούριες ράτσες, δημιούργησαν νέο πολιτισμό, αγάπησαν κι αγαπούν όσους τους νιώθουν. Μονάχα γι’ αυτούς είναι βαθιά, πραγματικά πρόγονοι. Μπορούσα μάλιστα να υποστηρίξω και τούτο: Κανένας δεν εννοεί λιγότερο τους προγόνους από τους επίγονους. Μα αυτό θα μας πάει μακριά και δεν έχουμε καιρό.
Ο Δυτικός πολιτισμός πάλι είναι καταπληχτική κατάχτηση του νεότερου ανθρώπου. Είναι σύγχρονός μας, θέμε δε θέμε μας πήραν οι ρόδες του, ταυτίσαμε την τύχη μας με τη δική του. Τρώμε, ντυνόμαστε, κατοικούμε, ενεργούμε, στοχαζόμαστε κάτω από τη φοβερή του επίδραση. Δε γλιτώνουμε. Κανένα έθνος πια δε γλιτώνει. Κι όποιο αποπειραθεί να γλιτώσει, είναι χαμένο, θα το φαν όλα τ’ άλλα έθνη. Ζούμε το βιομηχανικό πολιτισμό της εποχής μας, που καμιά σχέση δεν έχει μήτε με την κλασική εποχή της ομορφιάς μήτε με την ανατολίτικη μεταφυσική επιδημία.
Για ένα Δυτικό έθνος το πρόβλημα του πολιτισμού δεν είναι τόσο δύσκολο και πολύπλοκο όσο για μας. Προσαρμοσμένοι φυσικά στον ντόπιο τους Δυτικό πολιτισμό, μάχουται μονάχα να τον προχωρήσουν και να του δώσουν, όσο μπορούν, δικές του εθνικές απόχρωσες. Μα εμείς βρισκόμαστε ανάμεσα Ανατολής και Δύσης. Προνομιούχα, λεν, είναι η θέση της Ελλάδας, και συνάμα επικίντυνο πολύ γεωγραφικό και ψυχικό σημείο του κόσμου. Μέσα μας υπάρχουν βαθιές δύναμες εχθρικές στο ρυθμό της Δύσης. Έχουμε, για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε, να συμφιλιώσουμε μέσα μας τρομερούς δαιμόνους. Ποιο είναι λοιπόν το χρέος μας;
Εγώ έτσι μονάχα μπορώ χοντρικά να το διατυπώσω: Η Ανατολή με τις μεγάλες πολλές λαχτάρες της, με την άμεσή της επαφή με τη μυστηριώδη ουσία του κόσμου, θ’ αποτελεί πάντα για τον Έλληνα, το ζεστό, σκοτεινό, πλούσιο Υποσυνείδητο. Αποστολή του είναι πάντα ο ελληνικός νους να το φωτίσει, να το οργανώσει και να το κάμει συνειδητό. Όταν το κατόρθωσε, δημιούργησε αυτό που λέμε ελληνικό θάμα. Η Ανατολή είναι το άμορφο, ο ελληνικός νους ήταν πάντα η δύναμη που ένα αγαπούσε κι επιδίωκε απάνω απ’ όλα, τη μορφή. Να δώσουμε μορφή στον άμορφο, να κάνουμε λόγο την ανατολίτικη κραυγή, αυτό είναι το χρέος μας. Δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε μήτε την Ανατολή μήτε τη Δύση, είναι μέσα μας βαθιά κι οι δυο αντίδρομες δυνάμεις και δεν ξεκολνούν. Είμαστε υποχρεωμένοι ή να φτάσουμε στο λαμπικάρισμα της Ανατολής σε Δύση, να πετύχουμε δηλαδή μια δυσκολότατη σύνθεση, ή να χαροπαλεύουμε δούλοι.
– Δύσκολο έργο, είπε ο νέος.
– Έγινε κάποτε, αποκρίθηκα, και σηκωθήκαμε.
Το τρένο έφτανε, αποχαιρέτησα το νέο γελώντας.
– Νερό κι αλάτι όσα είπαμε, του κάνω. Ξεχάσετέ τα. Μην κατσουφιάζετε, μην πολυσκαλίζετε, αφήσετε τη θεωρία. Κιντινεύετε έτσι, να μελετάτε το πρόβλημα χωρίς να το ζείτε. Μην πάθετε ό,τι λεν για να κοροϊδέψουν τους φιλόμαθους, λεπτολόγους Γερμανούς: Αν δουν δυο πόρτες και στη μια είναι γραμμένο ¨Παράδεισος¨ και στην άλλη ¨Διάλεξη περί Παραδείσου¨, όλοι θα τρέξουν στη δεύτερη πόρτα.
«Ζείτε μέσα σας όλες τις δυνάμεις που σας έδωκε η Ελλάδα, δουλεύετε μέρα και νύχτα, κατορθώστε να κάμετε ένα στίχο γεμάτο ουσία και με τέλεια φόρμα. Έτσι μονάχα θα λύσετε, στην περιοχή σας, το πρόβλημα και θα δημιουργήσετε, στην περιοχή σας, νεοελληνικό πολιτισμό. Αγαπάτε κι εσείς, όπως κι εγώ, το Δραγούμη. Ας θυμηθούμε λοιπόν μια φράση του κι ας την πούμε τώρα που χωρίζουμε: «Μου αρέσει να νιώθω κι εγώ καμιά φορά πως είμαι ένας από τους πολλούς και περαστικούς άρχοντες του Ελληνισμού και πρέπει να περάσει κι από μένα ο Ελληνισμός για να προχωρήσει».
Νίκος Καζαντζάκης, «Ταξιδεύοντας», σελ. 319-329, έκτη έκδοση, Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα, 1969.















