Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Περιηγητές’

Γκραβούρες – Μονεμβασιά (Monemvasia) – P. Bacouet,  19ος αιώνας  

Άποψη της μεσαιωνικής, Βυζαντινής και Βενετσιάνικης καστροπολιτείας σκαρφαλωμένης στο βράχο σε χαλκογραφία του P. Bacouet του 19ου αιώνα. Μια γέφυρα με 12 κάμαρες την ενώνει σήμερα με την απέναντι στεριά. Οι Έλληνες της Λακωνίας για να αντιμετωπίσουν τις Σλαβικές επιδρομές την οχύρωσαν και τη χρησιμοποίησαν σα λιμάνι και καταφύγιο.

 

Μονεμβασιά (Monemvasia) - P. Bacouet, 19ος αιώνας

 

Το 1147 απέκρουσε τις επιθέσεις των Νορμανδών και το 1249 την κατέλαβε μετά από πολιορκία 3 χρόνων, ο Γουλιέλμος Βιλεαρδουίνος για να την επιστρέψει στο Βυζάντιο το 1263. Για 4 χρόνια (1460-4) πέρασε στην εξουσία του Πάπα, μετά στους Βενετούς (1464-1550 και 1690-1715) και τέλος στους Τούρκους έως το 1823, όποτε και περιήλθε στους Έλληνες. Τα τείχη της αν και ερειπωμένα διατηρούν μέχρι σήμερα το μεγαλείο τους. Ήταν διπλά σε σχήμα  αναποδογυρισμένου Π και κατέληγαν σε δυο πύλες: την μεγάλη, που η επένδυσή της από σιδερένιες πλάκες είναι διάτρητες από σφαίρες, ορατές και σήμερα, και την επάνω πύλη. Μέσα στην πόλη ο χρόνος έχει σταματήσει στον μεσαίωνα με τα στενά και λιθόστρωτα δρομάκια, τα αρχοντικά, τις 40 περίπου βυζαντινές εκκλησίες σφηνωμένες στα σπίτια, τις αψίδες και τα οικόσημα του Άγιου Μάρκου, κατάλοιπα των Βενετών.

 

Read Full Post »

Γκραβούρες

ΓύθειοΜαραθονήσι (GytheionMarathonisi), Bory De Saint Vincent, 1832

Άποψη του κόλπου του Γυθείου με το νησάκι Κράνη στο βάθος, σε λιθογραφία του Jean Baptiste Bory de Saint Vincent, 1832. Κατοικημένο από την προϊστορική περίοδο το Γύθειο αποτελούσε εμπορικό σταθμό των Φοινίκων που εκμεταλλεύονταν τα κοχύλια της πορφύρας που αφθονούσαν στις Λακωνικές παραλίες. Στην αρχαιότητα οι Σπαρτιάτες οχύρωσαν το λιμάνι το οποίο υπό τους Ρωμαίους έγινε σπουδαίο εξαγωγικό κέντρο της περιοχής και σημαντική πόλη του Κοινού των Ελευθερολακώνων. Η σύγχρονη παραλιακή πόλη, με νησιώτικο χρώμα, είναι εμπορικό λιμάνι με πολλά διώροφα και τριώροφα νεοκλασικά κτίρια.

Γύθειο – Μαραθονήσι (Gytheion – Marathonisi), Bory De Saint Vincent, 1832.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα και ως την Επανάσταση του 1821 ήταν γνωστή με το όνομα Μαραθονήσι. Το νησάκι Κράνη (Μαραθονήσι) απέναντι από το Γύθειο, ενώθηκε με την ξηρά το 1898. Εδώ σύμφωνα με τον Όμηρο, πέρασε μια νύχτα ο Πάρις με την ωραία Ελένη πλέοντας προς την Τροία. Τον μεσαίωνα ονομάσθηκε Μαραθονήσι απ’ όπου και ο Λακωνικός κόλπος ονομάζετο από τους θαλασσοπόρους Golfo di Marathonisi, διότι το νησί ήταν κατάφυτο από μάραθα πριν ενωθεί με την ξηρά. Τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας κτίσθηκε εκεί ο πύργος του Τζάννετ-μπέη της  Μάνης.

Διαβάστε ακόμη:

Επιστημονική Αποστολή του Μορέως 1829

 

Read Full Post »

Γκραβούρες – Ναυαρίνο (Navarino) – Ο. Dapper, 1688

Άποψη του κόλπου του Ναυαρίνου και του Νιόκαστρου σε χαλκογραφία του Ο. Dapper, 1688. Το Νιόκαστρο, το νεώτερο δηλαδή κάστρο του Ναυαρίνου, κτίσθηκε στα νότια του λιμανιού από τους Τούρκους το 1513, μετά την ήττα τους στην ναυμαχία της Ναυπάκτου, για να μπορούν να ελέγχουν το νότιο πέρασμα στον κόλπο, αφού με τεχνητή επίχωση μετέτρεψαν σε αβαθές το βόρειο πέρασμα, έτσι ώστε να μη μπορούν να περάσουν από εκεί πλοία στον κόλπο. Αναστυλώθηκε από τον Μαιζών το 1829 και σήμερα θεωρείται σαν ένα από τα καλύτερα διατηρημένα κάστρα της Ελλάδας. Ο οχυρωματικός περίβολος που περιβάλλει την πλαγιά του Αγίου Νικολάου, είναι προσιτός από την πλευρά του λιμανιού και από τον δρόμο προς την Μεθώνη, όπου βρίσκεται και το τουρκικό υδραγω­γείο.

Ναυαρίνο (Navarino) - Ο. Dapper, 1688

Ιδιαίτερα ενισχυμένο είναι το τείχος στην Ν.Δ. πλευρά, που ήταν και προσιτή από την θάλασσα. Στο ψηλότερο σημείο της τειχισμένης περιοχής βρίσκεται η εξαγωνική ακρόπολη, με ιδιαίτερα οχυ­ρωμένες τις 6 γωνίες της με προπύργια και με ψηλούς, στενούς θαλάμους στην κάθε πλευρά, που στην οροφή τους στηρίζεται η πλακόστρωτη ταράτσα για το πυροβολικό, ενισχυμένη ολόγυρα στο παρα­πέτο με πολυάριθμες καλοχτισμένες επάλξεις. Στην δυτική πλευρά του κάστρου υπάρχει ένα μικρό οχυρό, που και αυτό κτίσθηκε από τους Τούρκους, όπως και τα ερειπωμένα σπίτια και οι υπόγειες υδατοδεξαμενές. Η εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος κτίσθηκε από τους Φράγκους σα ναός γοτθικού ρυθμού, για να μετατραπεί από τους Τούρκους σε τζαμί.

Read Full Post »

Αρπαγή αρχαιοτήτων από την προεπαναστατική Πελοπόννησο


 

« Αρπαγή αρχαιοτήτων από την προεπαναστατική Πελοπόννησο, περιοχή  Άργους,  1809-1810 »

 (μαρτυρία από ανέκδοτο έγγραφο του 1810)

 

Το θέμα της εισηγήσεως αυτής αναφέρεται σε αρπαγή αρχαιοτήτων από την περιοχή του Άργους κατά το 1809-1810 και στηρίζεται στη μαρτυρία ενός ανέκδοτου εγγράφου που φυλάσσεται στα ιστορικά αρχεία της Ιστο­ρικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος και συγκεκριμένα στο Φά­κελο που περιέχει το αρχείο Ζυγαλάκη. Ο κωδικός αριθμός του εγγράφου είναι 18.875. Το ανωτέρω έγγραφο το είχα εντοπίσει εδώ και δέκα περίπου χρόνια, στο πλαίσιο έρευνάς μου για την περίοδο της διακυβερνήσεως της Πελοποννήσου από τον δευτερότοκο γιο του Αλή πασά των Ιωαννίνων, Βελή πασά (1807-1812).

Πρόκειται για επιστολή ενός Έλληνα, ο οποίος υπογράφεται Μπάκας, (σε άλλο έγγραφο της ίδιας συλλογής διαβάζουμε και το βαπτιστικό του όνο­μα: Αναστάσης [1]) και απευθύνεται σε Οθωμανό μπέη στην Τριπολιτσά. Το όνομα του παραλήπτη της επιστολής δεν αναφέρεται στο έγγραφο, αλλά μπο­ρεί με ασφάλεια να θεωρηθή ότι πρόκειται για τον στενό συνεργάτη, προσω­πικό φίλο και σύμβουλο του Βελή πασά, τον Ισμαήλ Πασόμπεη [2]. Η επιστολή φέρει ημερομηνία 20 Αυγούστου 1810 και συντάχθηκε στο Άργος.

Tο περιεχόμενο της επιστολής σχετίζεται με τη δράση ενός Άγγλου ευγενούς, «μιλόρδο» τον αποκαλεί, του οποίου επίσης δεν αναφέρεται ρητά το όνομα αλλά μετά βεβαιότητος μπορεί να ταυτιστή με τον λόρδο Sligo, γό­νο ισχυρής ιρλανδικής οικογένειας, συμφοιτητή στο Καίμπριτζ και προσω­πικό φίλο του λόρδου Byron.

Όπως προκύπτει από την επιστολή, ο συντάκτης της, ο οποίος συνό­δευε τον λόρδο Sligo στις αρχαιοθηρικές του εξορμήσεις, είχε επιφορτισθή από τον Πασόμπεη να κατασκοπεύη τις κινήσεις του και να τον ενημερώνη σχετικά. Το έγγραφο αυτό έχει, κατά την άποψή μας, πολλαπλό ιστορικό ενδια­φέρον και μπορεί να φώτιση πολλές πλευρές της ιστορίας της προεπανα­στατικής Πελοποννήσου, θα εστιάσουμε όμως την προσοχή μας στα ακό­λουθα σημεία που θεωρούμε ως κατεξοχήν ενδιαφέροντα για τον μελετητή της Ιστορίας αυτής:

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Είναι γνωστό ότι κατά την πρώτη εικοσαετία του 19ου αιώνα, εποχή ιδιαιτέρως κρίσιμη για το χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και για τις βαλ­κανικές επαρχίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι ελληνικές περιοχές δέχθηκαν περισσότερους ξένους επισκέπτες, από ό,τι σε ολόκληρο το 18° αιώνα [3].

Το ενδιαφέρον για τις ελληνικές κλασικές αρχαιότητες, που κορυφώθηκε κατά την περίοδο αυτή, είχε αρχίσει να εκδηλώνεται έντονα από τον προηγούμενο (18°) αιώνα, ιδιαίτερα μετά την έκδοση (1764) της Ιστορίας της τέχνης της Αρχαιότητας από τον Βίνκελμαν και την ανάπτυξη του κι­νήματος του κλασικισμού, στο πλαίσιο του οποίου «η λέξη ελληνικό» χρη­σιμοποιήθηκε «για να περιγράψη έργα που έφταναν το ύψιστο ιδανικό της τελειότητας»[4].

Κορυφαίες πνευματικές μορφές, όπως ο Γκαίτε, έθεσαν σκο­πό της ζωής τους την αναζήτηση του ελληνικού ιδεώδους, ενώ στη Βρετα­νία λαμπρά δημόσια και ιδιωτικά οικοδομήματα άρχισαν να κατασκευάζονται κατά τα πρότυπα των κτηρίων της κλασικής Αθήνας. Η απόκτηση ελλη­νικών αρχαιολογικών ευρημάτων έγινε τότε έκφραση ενός συρμού που τον τροφοδοτούσαν οι περιηγητές του ελληνικού χώρου.

Οι μαρτυρίες όμως που έχουμε για το βίο, την πολιτεία και τη δράση των περιηγητών αυτών προ­έρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τα απομνημονεύματα και τις ταξιδιω­τικές περιγραφές που δημοσίευσαν οι ίδιοι ή από τις επιστολές τους. Είναι, επομένως, μονόπλευρη και γι’ αυτό έντονα υποκειμενική η πληροφόρηση που διαθέτουμε.

Το έγγραφο 18.875 της IEEE μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε μια άλλη οπτική του θέματος, εκείνη της ελληνικής πλευράς, η οποία σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις έχει διασωθεί. Εξάλλου, η διεθνής ιστορική συγκυρία της περιόδου κατά την οποία η Γαλλία του Ναπολέοντα Βοναπάρτη ανέτρεψε με τις σαρωτικές της νίκες επί των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών το διεθνές εδαφικό status quo και προκάλεσε αναδιάταξη των συμμαχιών ανάμεσα στις ευρωπαϊκές δυνάμεις, είχε σημαντικό αντίκτυπο και στην εξωτερική πολιτική της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ειδικότερα, προκειμένου για τον ελληνικό χώρο, στην πολιτική που άσκησαν τόσο ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων, όσο και ο γιος του Βελής στο Μοριά. Στο έγγραφο αυτό παρέχεται η δυνατότητα να εντοπιστούν και να διερευνηθούν πλευρές της πολιτικής αυτής όχι μόνο στον τομέα των εξωτερικών τους σχέσεων αλλά και της εσωτερικής διακυβερνήσεως των πασαλικίων τους.

Ένα ακόμη σημείο, στο οποίο έμμεσα μόνο θα αναφερθούμε, αλλά πι­στεύουμε ότι διαφωτίζεται από το περιεχόμενο του εγγράφου είναι ο υλικός πολιτισμός στην προεπαναστατική Πελοπόννησο (διατροφή, κατοικίες, πλοία), καθώς και γενικότερα οι συνθήκες της ζωής των Ελλήνων υπό την οθωμανική κατοχή.

Αφετηρία και άξονα, όμως, της εισηγήσεως, με τον οποίο συνδέονται όλα τα προηγούμενα, θα αποτελέση το μεγάλο ζήτημα της αρπαγής αρχαιο­τήτων από την Ελλάδα, στο οποίο αναφέρεται η επιστολή του Μπάκα, καθώς και η στάση του επιστολογράφου απέναντι στο ζήτημα αυτό.

Ο Browne Howe Peter, δεύτερος μαρκήσιος του Sligo (1788-1845), κο­μητείας της δυτικής Ιρλανδίας, υπήρξε ένας από τους πολλούς επώνυμους Ευρωπαίους που επισκέφθηκαν την Ελλάδα λίγα μόλις χρόνια πριν από την Επανάσταση και που επωφελήθηκαν από τις δυνατότητες που τους πα­ρείχαν η εθνικότητα, η κοινωνική θέση, ο πλούτος και η επιτηδειότητά τους για να συναποκομίσουν, επιστρέφοντας στην πατρίδα τους, ελληνικές αρχαιότητες. Ο φίλος και συμφοιτητής του, λόρδος Byron κάνει λόγο στις επι­στολές του [5] για ένα ολόκληρο φορτίο από αγγεία, προερχόμενα από την Αθήνα που είχε πάρει ο Sligo, ενώ, όπως προκύπτει από το έγγραφο της IEEE, αρκετές αρχαιότητες αφαίρεσε και από την ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας.

Πύλη Λεόντων.

Το πιο σημαντικό όμως από τα αρχαιολογικά του αποκτήματα υπήρξαν οι κίονες που πλαισίωναν την είσοδο του θολωτού τάφου των Μυ­κηνών, που είναι γνωστός ως «Θησαυρός του Ατρέως». Για τους κίονες αυτούς γίνεται λόγος και στο έγγραφο, γνωρίζουμε όμως και από τη σχε­τική αρχαιολογική βιβλιογραφία [6] ότι παραχωρήθηκαν ως δώρο από τον Βελή πασά στον Sligo, μεταφέρθηκαν στη συνέχεια από αυτόν στην έπαυλή του στο Westport της Ιρλανδίας, όπου και παρέμειναν ξεχασμένοι στα κε­λάρια του κτηρίου επί περίπου 100 χρόνια, ως το 1904, όταν αναγνωρίστη­καν από τον λόρδο Almont και δόθηκαν από τους κληρονόμους του Sligo στο Βρετανικό Μουσείο, όπου και αναστηλώθηκαν [7]. Ως αντάλλαγμα για τη δωρεά των κιόνων στο Βρετανικό Μουσείο οι απόγονοι του λόρδου πήραν από το Μουσείο ακριβή αντίγραφα με τα οποία κόσμησαν την είσοδο του μεγάρου τους, το οποίο από τη δεκαετία του 1960 και εξής είναι ανοικτό στο κοινό ως ιδιωτικό μουσείο κατά τους θερινούς μήνες [8].

Στη λεηλασία της διακοσμήσεως της εισόδου του «Θησαυρού του Ατρέως» από τον Βελή και τον Sligo αναφέρεται και ο Πουκεβίλ, αλλά λό­γω ελλιπούς πληροφορήσεως κάνει λόγο για το υπέρθυρο της εισόδου [9].

Ο λόρδος Sligo εμφανίζεται στο έγγραφο: να διακατέχεται κυριολεκτικά από μανία για την απόκτηση αρχαιοτήτων («Σήμερον πάλιν κατά την συνήθειάν του το μεσημέρι με πήγεν εις τους Μύλους[10] και τον εβούρλισαν [11] οι πλάκες από τα μνήματα· είπε και εις ποίους οδάδες [12] του είχε να τις βάλη και εις ποίον τόπον»), να επείγεται για να εξασφάλιση την κυριότητά τους («του άρεσαν οι κο­λόνες και βιάζει το κατέβασμά τους εις Μύλους») και να επιδίδεται σ’ ένα πραγματικό κυνήγι για την ανεύρεσή τους: μετά από ένα κοπιαστικό ταξίδι από την Τριπολιτσά προς το Άργος δεν στέκεται ούτε να ξαποστάση άλλά, όπως μαρτυρεί ο συντάκτης της επιστολής, «…εις το χάνι δεν εστάθη τρόπος να τον καταπείσω να μείνη έως να γί­νουν τα κοτοπούλια και το αρνί, αλλ’ από την άβραστη γίδα του χανιτζή έφαγε ορθός και με όλον το κάμα εκαβαλίκευσεν χωρίς να σταθή….φθά­νοντας εδώ επήγεν ευθύς εις το σπίτι του Μπερούκα και ανέβη επάνω και είδεν τρία είδωλα εις πλάκες ωσάν εκείνη η μια όπου άρεσε του Νόρτ[13], όπου είχεν μια γυναίκα και έναν άνδρα, έτσι είναι και αυτές οι τρεις όπου ευρέθησαν. Και ένα κεφάλι εύμορφο».

Από το περιεχόμενο του εγγράφου προκύπτει ότι ο Sligo είχε περίπου εν λευκώ τη δυνατότητα να οικειώνεται όσα αρχαιολογικά ευρήματα ήθελε. Με τι αντάλλαγμα άραγε; είναι γνωστό ότι ο Βελή πασάς εμπορευόταν τις αρχαιότητες του Μοριά [14], πρακτική όχι άγνωστη και σε άλλους Οθωμανούς αξιωματούχους.

«Πελάτες» του Βελή πασά υπήρξαν κατά καιρούς οι Βρε­τανοί Gally-Knight και Fazakerley [15], καθώς και η ομάδα από Βρετανούς, Γάλλους και Γερμανούς αρχαιολόγους που διεξήγαγαν το 1812 ανασκαφές στο ναό του Επικούρειου Απόλλωνος στις Βάσσες της Φιγαλείας. Για να είναι μάλιστα σε θέση να εκτιμά την αξία των αρχαιολογικών ευρημάτων και να παζαρεύη ανάλογα το ποσοστό του κέρδους του, αναφέρεται ότι ο Βελή είχε μελετήσει τον Παυσανία, κατά πάσα πιθανότητα από ιταλική μετάφραση. Ενώ όμως ο Βελή κατά κανόνα εμπορεύεται τις αρχαιότητες, στην περίπτωση του Sligo τις δωρίζει και μάλιστα χωρίς να επιμένη ιδιαί­τερα στην ανταπόδοση των συνηθιζόμενων ευχαριστηρίων δώρων εκ μέρους του επισκέπτη του.

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, Edward Dodwell, 1834.

 

Η τελευταία αυτή παράλειψη [16], αδιανόητη για τις πρα­κτικές της οθωμανικής διοικήσεως, προκαλεί απορία στον συντάκτη της επι­στολής, ο οποίος σπεύδει να ενημέρωση τον Πασόμπεη ότι ο Sligo παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του, «…έχει μιαν ταμπακέλαν (:εννοεί ταμπακέρα) μέσα εις το καράβι πολλά αξιόλογην και ο μιλόρδος λέγει ότι του κακοφάνηκε οπού δεν είχεν αξιόλογα πράγματα δια να χαρίση του βελιγιουνιάμ [17] αφεντός μας, αλλ’ ευθύς όπου πάγει εις Μάλταν θέλει γράψει αμέσως εις την Εγγλετέραν δια να του έρθουν. Εις την παλιόπολη [18] άκου­σα ο σκλάβος σου από το στόμα του μιλόρδου ότι είχε μιαν ώραν καλήν [19]εις το καράβι και εδώ εις το Άργος είπε ότι είχε και δυο όμορφα μικρά κυάλια…».

Είναι επομένως απαράδεκτο, κατά τον Μπάκα, το γεγονός ότι ο Sligo αποφεύγει να προσφέρη δώρα στον πασά. Φαίνεται ότι η καταγγελία του Μπάκα έπιασε τόπο, γιατί σε επιστολή προερχόμενη από το ίδιο αρχείο [20], που συντάχθηκε στα ελληνικά από τον δραγουμάνο πιθανώς του Sligo και υπογράφεται από τον ίδιο τον λόρδο, απευθύνεται δε στον ίδιο τον μόρα βαλεσί (:τον πασά της Πελοποννήσου) αναφέρεται επί λέξει ότι: «ειδοποιώ ότι από τον τατάρην (:έφιππο αγγελιοφόρο) οπού μαξούς (:ειδικά, επίτηδες) σήμερον ήλθεν δια να λάβη το ωρολόγιον, θέλετε το λάβει αμέ­σως εις την θέλησίν σας».

Στη συνέχεια της επιστολής του αυτής ο λόρδος Sligo δικαιολογείται για την καθυστέρηση της αποστολής του δώρου ισχυριζόμενος ότι «επειδή είναι ολίγον χαλασμένον είχα απόφασιν, αφού το φτιάσω, να το στείλω τη υψηλότητι σας». Ακόμη υπόσχεται ο Sligo ότι θα στείλη στον Βελή και «άλλα μεγαλύτερα και καλλιώτερα πεσχέσια (:δώρα) από την Εγγλετέ­ραν», διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, όλα αυτά τα δώρα μπροστά στην «φιλίαν μας δεν είναι τίποτε». Είναι πολύ πιθανόν να ασκήθηκε πίεση στον Sligo από το περιβάλλον του Βελή μετά την επιστολή του Μπάκα προς τον Πασόμπεη, υπενθυμίζοντάς του την εκπλήρωση των κοινωνικών υποχρεώσεών του ως φιλοξενουμένου του πασά.

Πρέπει εδώ να επισημανθή ότι τα ωρολόγια εθεωρούντο πολύ αξιόλογα δώρα κατά την εποχή εκείνη στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, όπως γνωρίζουμε και από άλλες περιπτώσεις ξένων περιηγητών [21]. Αλλά ο Βελή πασάς δεν θα παραχωρούσε αρχαιολογικό θησαυρό, της αξίας των κιόνων του «θολωτού τάφου του Ατρέως», για να εξασφάλιση ένα «ωρολόγιον» και μάλιστα «ολίγον χαλασμένον», έστω και προσδοκών­τας σε μελλοντικές πλουσιότερες προσφορές δώρων από την «Εγγλετέρα». Το ουσιαστικό αντάλλαγμα που ζητούσε ο μόρα βαλεσί από τον Sligo ήταν κυρίως πολιτικό και διπλωματικό, όπως ρητά δηλώνεται και στην προανα­φερθείσα επιστολή του τελευταίου: «χωριστά από τούτα [22] είμαι έτοιμος αν και η υψηλότης σου έχει τίποτε χρείαν από το γκοβέρνο της Εγγλετέρας, όπου αμέσως να τη τελειώσω κάθε της ζήτημα». Ο Sligo, δηλαδή, υπόσχεται πολιτική και διπλωματική υποστήριξη προς τον Βελή από την πλευρά της βρεταννικής κυβερνήσεως.

Είναι φυσικό να γεννηθή η εύλογη απορία, σε ποιο βαθμό θα μπορούσε να είναι αξιόπιστη μια παρόμοια μεγαλεπήβολη υπόσχεση. Πρέπει εδώ να επισημανθή ότι η πολιτική επιρροή της οικογένειας του Sligo, ιδιαίτερα από την πλευρά της μητέρας του, ήταν πολύ μεγάλη. Οι διασυνδέσεις της έφθα­ναν ως τα βασιλικά ανάκτορα της Μ. Βρετανίας και ο λόρδος Sligo εθεω­ρείτο από τους συγχρόνους του ως ένας από τους πιο στενούς προσωπικούς φίλους του μετέπειτα βασιλιά Γεωργίου IV. Η πολιτική δύναμή του ενι­σχυόταν επίσης από την αμύθητη περιουσία της οικογένειάς του, η οποία, μεταξύ άλλων περιλάμβανε εκτεταμένες φυτείες ζαχαροκάλαμου στην Τζαμάϊκα [23] (2.301 εκτάρια ήτοι 23.010 στρέμματα).

Η έκταση της επιρροής του Sligo υποδηλώνεται και από την αλληλογραφία του Byron, όπου γίνεται λό­γος για μεσολάβηση του πρώτου ώστε να απελευθερωθούν εγκάθειρκτοι φί­λοι του [24], καθώς και από την αλαζονεία με την οποία αντιμετώπισε το 1816 το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε μετά την επάνοδό του στην πατρί­δα του με την κατηγορία ότι εξώθησε ή και εξανάγκασε σε λιποταξία άνδρες του βασιλικού βρετανικού ναυτικού, αδίκημα που εθεωρείτο βαρύτατο [25]. Μπορούμε εξ αυτού να εικάσουμε, ότι παρά τη γενικότερη αναξιοπιστία του χαρακτήρα του, ο Sligo ήταν σε θέση να ασκήση την επιρροή του υπέρ του Βελή πασά στην αγγλική αυλή, σε μια εποχή κατά την οποία η εύνοια της τελευταίας ήταν κυριολεκτικά πολύτιμη για την οικογένεια Αλή.

Πιο συγκεκριμένα: η ανάθεση της διοικήσεως της Πελοποννήσου στο Βελή δεν είναι άμοιρη της διεθνούς ιστορικής συγκυρίας στη Νοτιοανατο­λική Ευρώπη: συνδέεται αναπόσπαστα με την έκρηξη του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1806-1812. Σύμμαχοι των Γάλλων οι Ρώσοι από το 1807 (δυ­νάμει της συνθήκης του Τίλσιτ που συνήφθη ανάμεσα στον τσάρο Αλέξαν­δρο Α’ και τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη) έθεσαν τότε για μια ακόμη φο­ρά, σε κίνδυνο την ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ο κίνδυνος αυτός θορύβησε την Υψηλή Πύλη η οποία αποφάσισε να ενίσχυση περαιτέρω την άμυνα των επαρχιών που είχαν σημαντική στρατηγική θέση και ύποπτο επαναστατικό παρελθόν, όπως ο Μοριάς.  Απέστειλαν λοιπόν στην Πελοπόννησο τον Βελή, επικεφαλής ισχυρού στρατού, για να διασφάλιση την τάξη και την πειθαρχία των κατοίκων. Η ρωσική επίθεση θο­ρύβησε όμως και τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία έσπευσε να σύσφιγξη τις σχέσεις της με τους Οθωμανούς και ειδικότερα με τους πιο ισχυρούς πα­σάδες των δυτικών βαλκανικών περιοχών [26]. Ισχυρότερος ανάμεσα σ’ αυτούς ο Αλής είχε ήδη εδραιώσει την εξουσία του στη Νότιο Αλβανία και την Ήπειρο, όταν το 1809 άρχισαν οι Άγγλοι να επιδίδωνται στην κατάληψη των Ιόνιων νησιών.

Η τριετία 1809-1811 χαρακτηρίζεται από τόσο θερμές φιλικές σχέσεις ανάμεσα στον Αλή και τους Άγγλους, ώστε ο Γάλλος πρόξενος στα Γιάν­νενα Φρανσουά Πουκεβίλ θα γράψη αγανακτισμένος ότι «ο Μοριάς και το πασαλίκι των Γιαννίνων αποτελούν τώρα βρετανικές επαρχίες» [27].

Η φιλοβρετανική αυτή πολιτική του Αλή και του Βελή πασά εγγράφεται ασφαλώς στη συνολική εξωτερική πολιτική της Κωνσταντινουπόλεως κατά το ίδιο διάστημα. Αλλά οι ισχυροί αυτοί πασάδες καλλιεργούν υπό το πρόσχημα της νομιμοφροσύνης προς τις εντολές της κεντρικής εξουσίας μια δική τους προσωπική πολιτική τόσο στο εσωτερικό των επαρχιών τους όσο και στις διπλωματικές σχέσεις τους με εκπροσώπους των δυνάμεων.

Οι Άγγλοι εξα­σφαλίζουν μέσω του Αλή απρόσκοπτο ανεφοδιασμό για το στόλο τους που προσπαθεί εκείνη την εποχή να κυριάρχηση στο Ιόνιο. Η σημασία της πα­ρεχόμενης στους Βρετανούς δυνατότητας ανεφοδιασμού στα λιμάνια της επικράτειας του Αλή και του Βελή πασά ήταν πολύ μεγάλη, αν λάβουμε υπόψη τον ηπειρωτικό αποκλεισμό κατά των Άγγλων τον οποίο είχε επι­βάλει από το 1806-1807 [28] ο Ναπολέων σε όλα τα λιμάνια της αυτοκρατορίας του ή των συμμάχων της. Ως αντάλλαγμα για την υποστήριξη αυτή ο Αλής και οι γιοι του δέχονται μεγάλη οικονομική ενίσχυση από την Αγγλία [29] και χρησιμοποιούν ένα μέρος της για να ενισχύσουν την αγγλόφιλη μερίδα στην Κωνσταντι­νούπολη.

Η Βρετανία παρεμβαίνει τότε διπλωματικά υπέρ των συμμάχων της και ο Αλή επιτυγχάνει την άρση μιας σειράς μέτρων που είχε λάβει η Υψηλή Πύλη εναντίον του, θορυβημένη από τις υπερβολικές ηγετικές του τάσεις, τις οποίες εκδήλωνε ήδη φανερά. Η ευνοϊκή αυτή παρέμβαση της Αγγλίας υπέρ του Αλή πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1810 και σχεδόν αμέσως, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, ακριβώς δηλαδή κατά την εποχή που ο λόρδος Sligo βρισκόταν στο Άργος και επιδιδόταν στην αφαίρεση όσων αρχαιοτήτων υπέπιπταν στην αντίληψή του, σημειώνεται δραστική αύξηση της αγγλικής οικονομικής βοήθειας προς τον Αλή και τους γιους του.

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

 

Στο μεταξύ ο οθωμανικός στρατός αντιμετωπίζει διαρκώς μεγαλύτερες δυσχέρειες στο μέτωπο του Δούναβη και η Υψηλή Πύλη αποφασίζει να επιστρατεύση τον Βελή, ο οποίος, με μεγάλη απροθυμία, αναχωρεί τελικά από το Μοριά το επόμενο φθινόπωρο επικεφαλής ισχυρού εκστρατευτικού σώ­ματος. Κατά τον Byron [30] ο Sligo είχε προσφερθή να συνοδέψη τον Βελή στο μέτωπο, πράγμα που φαίνεται ότι τελικά δεν συνέβη. Πάντως στις 2 Οκτωβρίου 1810 ο Βελή βρίσκεται ήδη στην πρώτη γραμμή, στο μέτωπο, ενώ ο Sligo εξακολουθεί να παραμένη στο Άργος.

Η απουσία του Βελή από το Μοριά δρομολόγησε, όπως κι ο ίδιος φο­βόταν, μια σειρά από εξελίξεις που επρόκειτο να καταλήξουν στην απομά­κρυνσή του από το αξίωμα του μόρα βαλεσί. Οι πολιτικοί του εχθροί, Τούρκοι και Έλληνες, εκμεταλλεύθηκαν τη δυσαρέσκεια που είχαν προκα­λέσει αφενός στο λαό της Πελοποννήσου οι ληστρικές φορολογικές του πρακτικές και αφετέρου στους ισχυρούς ντόπιους οθωμανούς αγιάνηδες (:οι μουσουλμάνοι πρόκριτοι) ο παραγκωνισμός τους από την ουσιαστική συμ­μετοχή στη διακυβέρνηση της Πελοποννήσου, για να υποβάλουν στην Πύλη το αίτημα της αντικαταστάσεώς του, που έγινε τελικά δεκτό [31].

Σε ό,τι αφορά τον παραλήπτη της επιστολής, τον Ισμαήλ Πασόμπεη, που ο Βελή θεωρούσε συνεργάτη της απόλυτης εμπιστοσύνης του, δεν είναι απόλυτα σαφείς οι πραγματικές του διαθέσεις απέναντι στο Βελή, είναι όμως βέβαιη η κακή του σχέση με τον Αλή, ο οποίος επανειλημμένα επι­δίωξε την απομάκρυνσή του και την εξόντωσή του ακόμη, θεωρώντας ότι υπονομεύει το σεβασμό του Βελή προς τον πατέρα του και τον παρασύρει σε αντίθετη πολιτική προς τη δική του. Είναι πιθανόν, στο πλαίσιο της τα­κτικής του αυτής, ως προς την οποία ο Αλή είχε μάλλον δίκιο, να επιδίω­κε ο Πασόμπεης τον περιορισμό της απροκάλυπτα αγγλόφιλης στάσεως του Βελή και, ενδεχομένως, για το λόγο αυτό ανέθεσε στον Μπάκα την απο­στολή να κατασκοπεύη τις κινήσεις του Sligo.

Η αρνητική διάθεση του Πα­σόμπεη απέναντι των Βρετανών, την οποία συμμεριζόταν, άλλωστε, και το ντόπιο τουρκικό στοιχείο του Μοριά, μπορεί να ανιχνευθή ήδη από το Νοέμβριο του 1809, δέκα περίπου μήνες πριν από τη σύνταξη της επιστολής 18.875, όταν ο ίδιος επιστολογράφος είχε αποστείλει μιαν άλλη επιστολή [32] και πάλι προς τον Πασόμπεη, από τη Ζάκυνθο αυτή τη φορά, με θέμα την παρακολούθηση των Άγγλων που επιχειρούσαν την επέκτασή τους στα Επτάνησα.

Το γεγονός μάλιστα ότι στο λεξιλόγιο του Μπάκα υπεισέρχον­ται και λέξεις επτανησιακές (π.χ. το ρήμα βουρλίζομαι) καθώς και αρκετές ιταλικές υποδηλώνει ότι ενδεχομένως δεν ήταν ντόπιος Αργείος αλλά κατα­γόταν από τη δυτική Ελλάδα, πιθανόν από τα Ιόνια νησιά· ίσως είχε έλθει στο Μοριά, ως άνθρωπος της απόλυτης εμπιστοσύνης του Πασόμπεη, για να διεκπεραιώνη εμπιστευτικές αποστολές. Γενικότερα, πάντως, πρέπει να σημειωθή ότι η ύπαρξη ενός πολύπλοκου δικτύου αλληλοκατασκοπεύσεως ανάμεσα στους ανώτερους αξιωματούχους της αποτελούσε μια από τις συ­νηθέστερες πρακτικές στην οθωμανική επαρχιακή διοίκηση κατά το 18° και το 19° αιώνα. Έτσι, ενώ ο Πασόμπεης κατασκοπεύει τον Sligo, έμμεσα κατασκοπεύει και τον ίδιο το Βελή σε ό,τι άφορα τις πολιτικές και διπλω­ματικές του διασυνδέσεις.

Η θέση των Άγγλων στο Μοριά κλονίζεται όταν το φθινόπωρο του 1810 ο Βελή επιστρατεύεται και αναχωρεί για το μέτωπο, οπότε οι «μιλόρδοι» βρίσκονται αντιμέτωποι με μια νέα, δυσάρεστη γι’ αυτούς πραγματικότητα. Πολύ παραστατικά αποδίδει την εικόνα του νέου σκηνικού που διαμορφώθηκε τότε στην Πελοπόννησο ο Byron [33] με την έντονη διαμαρτυρία του προς τον Άγγλο πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στρ. Κάννιγκ, με μια επιστολή του την οποία μάλιστα ανέλαβε να εγχειρίση στον πρεσβευτή ο ίδιος ο Sligo.

Στην επιστολή του καταγγέλλει την απροθυμία του βοεβόδα και του κοτζαμπάση της Κορίνθου να τον φιλοξενήσουν, όπως είχε συνηθίσει από τον καιρό της εξουσίας του Βελή «δεν γνωρίζω κανένα ελαφρυντικό, γιατί μια λέξη από τον μπέη ή τον κοτζαμπάση θ’ αρκούσε για να γίνω δεκτός σε οποιοδήποτε σπίτι του χωριού, όπου παλιότερα (τον καιρό του Βελή πασά) είχα βρει πολύ καλύτερη φιλοξενία». Η καταγγελία αυτή του Byron για έλλειψη διάθεσης φιλοξενίας από την πλευρά των τοπικών αρχών της Κορίνθου θέτει όμως και ένα ακόμη ζή­τημα: αυτό της συμπεριφοράς των φιλοξενουμένων ξένων και ειδικότερα όσων είχαν την εύνοια του πασά.

Στην οθωμανική επικράτεια η πλουσιοπάροχη φιλοξενία των επίσημων επισκεπτών, καθώς και των περιοδευόντων κρατικών αξιωματούχων ήταν δι­οικητικά θεσμοθετημένη. Σε πολλές περιπτώσεις είχε αποκτήσει τη μορφή αναγκαστικής έκτακτης ή και τακτικής φορολογήσεως του τοπικού πληθυ­σμού μιας περιοχής, όπως προκύπτει από τη μελέτη των αντίστοιχων φορο­λογικών καταστίχων [34].

Πολλές περιοχές όμως απαλλάσσονταν από τις υπο­χρεώσεις αυτές και στην κατηγορία αυτή υπαγόταν η πόλη και η ευρύτερη πε­ριοχή του Άργους, που τελούσε υπό την προστασία της Μαριέμ σουλτάνας. Βέβαια, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Λήκ (1805) η απαλλαγή αυτή είχε σε πολλές περιπτώσεις καταστρατηγηθή, με αποτέλεσμα το Άργος να υφί­σταται, όπως και η Κόρινθος, όλες τις συνέπειες της γεωγραφικής του θέ­σεως στο δρόμο που συνέδεε την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου Τριπολιτσά με τη Στερεά Ελλάδα. Η υποχρεωτική αυτή φιλοξενία αποτελούσε μια επαχθή υποχρέωση, την οποία επωμιζόταν όλη η κοινότητα, έστω κι αν ως χώρος επιλεγόταν η οικία του κοτζαμπάση ως η πλέον ευπρόσωπη της πόλεως ή του χωριού.

Φαίνεται όμως, όπως τουλάχιστον μπορούμε να συμπεράνουμε από την επιστολή του Μπάκα, ότι μεγάλο πρόβλημα προκαλούσε και η απρεπής, απαιτητική και αλαζονική στάση κάποιων από τους φιλοξενουμένους. Ο Sligo αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αγενούς φιλοξενουμένου:

 

«Τα μπερουκόπουλα όμως τραβούν περισσότερο διάβολο ότι είναι στο μέσα και ο σκλάβος σου είμαι στο έξω κονάκι, διατί εμπήκεν η αρχόντισσα μέσα στον οδά να ανοίξη το δουλάπι της, είπεν ο μιλόρδος ότι του εκλάπησαν τρεις βελόνες, δια τις οποίες άκουσαν βρισιές και φοβερισμούς όσους στοχασθούν… ο ιμσαξής του διατί έχει νερόν το κρασί εβάρεσεν του μικρού μπερουκόπουλου δυο καλούς μπάτζους και με όλον όπου είναι παιδιά δια την αφεντικήν προσταγήν τα υποφέρουν χωρίς κακοφανισμόν και χωρίς να του λείψη τίποτες».

 

Η περιγραφή αυτή αποτελεί μαρτυρία για το χαρακτήρα και τη νοο­τροπία του μαρκήσιου Sligo, για τον οποίο κάνει άλλωστε διακριτικά αλλά ευδιάγνωστα σχόλια ο Byron «με λύπη μου λέω ότι ο μαρκήσιος έχει κάνει αρκετές επιπολαιότητες, γιατί πιστεύω πως είναι έξυπνος και δεν αμφιβάλ­λω καθόλου πως είναι καλός άνθρωπος» [35]. Εκείνο που ταλανίζει πάντως τους Έλληνες αμφιτρύονες αυτού του αγενούς φιλοξενουμένου δεν είναι τόσο ο επιπόλαιος χαρακτήρας του αλλά, όπως σαφώς τονίζεται στην επι­στολή, «η αφεντική προσταγή», δηλαδή το καθεστώς της υποδουλώσεως.

Η επιστολή που αποτελεί το αντικείμενο αυτού του άρθρου βεβαίως συντάχθηκε ως είδος υπηρεσιακής αναφοράς σε προϊσταμένη αρχή και, όπως είναι φυσικό, δεν μας επιτρέπει να διεισδύσουμε με ασφάλεια στις μύχιες σκέψεις του συντάκτη της. Παρά ταύτα, για τον προσεκτικό ανα­γνώστη είναι σαφής η δυσφορία που αισθάνεται ο Μπάκας τόσο για τη συμπεριφορά και την αναξιοπιστία του Sligo, όσο και για την αφαίρεση των αρχαιοτήτων.

Ενδεικτικά παραθέτουμε κάποιες φράσεις από το κείμενό του που θεωρούμε ότι στηρίζουν τη διαπίστωση αυτή:

 «….αυτά (σημ: τα αρχαία) τα είχεν εις τον οντά και (ο Sligo) τα είδεν τα εσήκωσα ο σκλάβος σου από αυτού και τα πήγα εις άλλο σπίτι….» ή αλλού «αύριο στοχάζομαι θα με πάγη εκεί οπού σκάφτει ο Δημήτρης και ο Περούκας και εις το Ανάπλι, όπου αν δεν ημπορέσω να τον αποκόψω, μόνον εις το βαρούσι (=εξοχή) τον εμπάζω».

Ο τρόπος με τον οποίο αναφέρεται στην αγενή στάση του Sligo απέ­ναντι στα μέλη της σεβαστής για τους Αργείους της προεπαναστατικής πε­ριόδου οικογένειας Περούκα, στην κρυψίνοια και τις αντιφάσεις του «οπού εις Τριπολιτσάν είπεν ότι το καράβι είναι εδικό του και εδώ λέγει ότι αυτός είναι οπού το αρμάτωσεν αυτό το καράβι και εύγαλεν εις τον κούρσο και άλλην φοράν είπεν ότι το έχει ναυλωμένο δια να σεργιανίση την Ελλάδα. Τον ερώτησα ο σκλάβος σου πόσους ανθρώπους έχει εις το καράβι και μου απεκρίθη ότι δεν ηξεύρει, επειδή μιαν φοράν τους κάνει ογδόντα και άλλην φοράν σαράντα διατί έως τώρα είχε τρεις φορές οπού τους έδιωξεν» [36] · τέ­λος η διατύπωση των προσωπικών του παραπόνων στον Πασόμπεη «τι να κάμω τα έχασα, λόγον δεν δέχεται να του ειπή άνθρωπος- στέκομαι ορθός μπροστά του και πηγαίνω νηστικός κονδά του δια να τον ευχαριστήσω» υποδηλώνουν ότι παρά τη ρητή εντολή που του έχει δοθή να ικανοποιή τις αξιώσεις του Sligo, η συνείδησή του επαναστατεί. Καταλήγει να χαρακτηρίση την όλη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει με την παροιμιακή έκφρα­ση «μπρος βαθύ και πίσω ρέμα».

Η δυσφορία του Μπάκα για τη συμπεριφορά και τις αρχαιοθηρικές αξιώσεις των ξένων δεν είναι μεμονωμένη. Αντίθετα από την άποψη που συχνά διατυπώνουν οι ξένοι περιηγητές για δήθεν αδιαφορία των Ελλήνων προς τα έργα των προγόνων τους δεν λείπουν από τις ελληνικές πηγές της περιόδου εκείνης παρόμοια παραδείγματα [37]. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η επιστολή του Μπάκα τόσο για την εσωτερική διοίκηση του πασαλικίου της Πελοποννήσου, όσο και για την εξωτερική πολιτική του οθωμανικού κράτους στα ταραγμένα χρόνια της να­πολεόντειας περιόδου, είναι, πιστεύουμε, μεγάλο.

Εξίσου μεγάλη είναι, κατά την άποψή μας, και η σημασία της συγκεκαλυμμένης αλλά δραματικής κραυγής διαμαρτυρίας που αρθρώνει ένας απλός, άσημος Έλληνας της προεπαναστατικής περιόδου για την περιφρόνηση της προσωπικής αξιοπρέ­πειας και το σφετερισμό της πολιτισμικής κληρονομιάς του γένους του στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Η κραυγή αυτή αποτελεί μια ενδιαφέρουσα μαρ­τυρία για την ιδεολογική προετοιμασία της Επαναστάσεως του 1821.

 

Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Τα κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία της συγγραφέως.

Πρακτικά του ς΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών σπουδών (Τρίπολις 24-29 Σεπτενβρίου 2000), ανάτυπον, Αθήναι, 2001-2002.  

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] IEEE 18790.

[2] Πρόκειται για τον γνωστό στρατηγό στον οποίο ανατέθηκε αρχικά η διεξαγωγή του πολέμου της Πύλης κατά του Αλή πασά το 1821. Ο λόγος για τον οποίο θεωρούμε ότι αυτός είναι ο άγνωστος παραλήπτης της επιστολής είναι η ύπαρξη και άλλης επι­στολής του Μπάκα στο ίδιο αρχείο, η οποία απευθύνεται στον Πασόμπεη με την ίδια ακριβώς διατύπωση ως προς το χαιρετισμό (αναφέρονται οικογενειακές πληροφορίες π.χ. ευχές για μακροημέρευση του γιου του μπέη) και με παρόμοιο περιεχόμενο, σχετι­ζόμενο με παρακολούθηση της δραστηριότητος Άγγλων στο χώρο της ευρύτερης πε­ριοχής του Ιονίου.

[3] Γ. Τόλια, Ο πυρετός των Μαρμάρων 1800-1820, Ολκός, Αθήνα 1996, σ. 8-9.

[4] Richard Stoneman, Αναζητώντας την κλασική Ελλάδα, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996, σ. 177.

[5] Λόρδου Μπάυρον, Επιστολές από την Ελλάδα 1809-1811 και 1823-1824, μετάφραση Δημ. Κούρτοβικ, Ιδεόγραμμα, Αθήνα 1996.

[6] βλ. Α. Η. Smith, Lord Elgin and his collection, JHS, τ. 36 (106), σ. 281-293 «Veli pasa of the Morea has had various fragments of sculpture which he has sold to Messrs Knight and Fazakerly and some columns which he has given to Lord Sligo». Παρακάτω ο Σμίθ αναφέρει ότι οι κίονες αυτοί ήταν από το «Θησαυρό του Ατρέα», και παρέμειναν σχεδόν 100 χρόνια στο Westport της Ιρλανδίας.

[7] Βλ. σχετικά και Catherina Philippa Bracken, Κυνηγοί Αρχαιοτήτων στην Ελλάδα 1800-1830, (μετάφραση Λίζας Λάμπρου, επιμ. Κ. Δεμερτζή), έκδ. οίκ. Π. Δ. Γεωργίου και Υιοί Ο.Ε., Θεσσαλονίκη χ.χ., σ. 195, όπου αναφέρεται ότι ο Βελή «το μόνο σίγουρο είναι ότι έδωσε στον μαρκήσιο Sligo δυο θραύσματα κιόνων από την πρό­σοψη της εισόδου του Θησαυρού, που ο Φωβέλ – αγνοώντας τη μυκηναϊκή τεχνοτροπία- τα χαρακτήρισε περσικά ή φοινικικά. Ο Σλίγκο ανταπέδωσε το δώρο με δυο κανόνια και μετέφερε τα θραύσματα στον πύργο του στο Co Mayo του Westport. Το 1904 ο τότε μαρκήσιος έστειλε μια περιγραφή των δυο τεμαχίων στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο. Όταν καθόρισαν εκεί την ταυτότητά τους, τα χάρισε στο Μουσείο. Δυο άλλα τεμάχια είχαν ήδη δωρηθή στο Μουσείο το 1843 και άλλο ένα ακολούθησε το 1900. Όλα μαζί είναι εκτεθειμένα μαζί με τα γλυπτά του Έλγιν. Και άλλα θραύσματα του Θησαυ­ρού βρίσκονταν στην Αθήνα και σ’ άλλα Μουσεία».

[8] Σήμερα έχουν ιδρύσει και ζωολογικό κήπο δίπλα στην είσοδο του Westport, για να αυξήσουν τα έσοδά τους.

[9] Στο Voyage, 1826, IV, 468. Τη μαρτυρία αυτή αναφέρει ο I. Γεννάδειος στο «Ο λόρδος Έλγιν και οι προ αυτού ανά την Ελλάδα αρχαιολογήσαντες επιδρομείς», Αθήναι 1930, σ. 103.

[10] Εννοεί τους Μύλους της Λέρνας, παραθαλάσσιο οικισμό στη δυτική ακτή του αργολικού κόλπου, που χρησίμευε ως λιμάνι του Άργους. Στην περιοχή έγινε σημαντική μάχη το 1825 κατά την οποία οι Έλληνες νίκησαν το στρατό του Ιμπραήμ.

[11] Το ρήμα παραπέμπει σε πιθανή επτανησιακή καταγωγή του συντάκτη της επι­στολής.

[12] Οιά = δωμάτιο, εσωτερικός χώρος σπιτιού (τουρκική λέξη).

[13] Εννοεί τον Fr.North Guilford.

[14] Βλ. σχετικά Αναστασία Κυρκίνη – Κουτουλά, η οθωμανική διοίκη­ση στην Ελλάδα, η περίπτωση της Πελοποννήσου 1715-1821, Αθήνα 1996, σ. 111.

[15] Βλ. Bracken, όπ.π. σ. 199.

[16] Κατά την Bracken, βλ. παραπάνω σημ. 7, το αντάλλαγμα ήταν δυο κανόνια. Εκτός όμως από αυτά οι Οθωμανοί αξιωματούχοι ζητούσαν συνήθως και προσωπικά δώρα, τιμαλφή ή προϊόντα της ευρωπαϊκής τεχνολογίας της εποχής.

[17] Η λέξη βελιγιουνιάμ είναι παλαιά οθωμανική, συνόδευε ως τίτλος τους διοι­κητές επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και σήμαινε «αυτόν που παρέχει τα αγαθά» στους υπηκόους.

[18] Δεν μπόρεσα να ταυτίσω το τοπωνύμιο. Ο κ. Δ. Βαγιακάκος μου είπε ότι ήταν σύνηθες να ονομάζουν έτσι παλιούς οικισμούς, εγκαταλελειμμένους, σε αντιδιαστολή με άλλους νεότερους. Αν λοιπόν βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας, ίσως αναφέρεται σε κάποιο παλιό οικισμό.

[19] Εννοεί ωρολόγι καλό.

[20] IEEE 18844.

[21] Γνωρίζουμε ότι ο Έλγιν πρόσφερε ωρολόγιο στο λαό της Αθήνας ως αντάλ­λαγμα για τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Ο Luisieri συμφώνησε με τον Σαΐδ Αχμέτ, το διάδοχο του Βελή στο αξίωμα του Μόρα βαλεσί, να κάνη ανασκαφές στην Ολυμπία με αντάλλαγμα 500 φλωριά και 1 χρυσό ωρολόγι (Γεννάδιος, δπ.π. σ. 40).

[22] Εννοεί τα δώρα στα οποία αναφέρθηκε προηγουμένως.

[23] Στη Τζαμάϊκα ο Sligo διετέλεσε αργότερα (1834-36) διοικητής και συνέδεσε τη διαχείριση αυτού του αξιώματος με μεγάλες κοινωνικοπολιτικές μεταβολές στην ιστορία του νησιού, όπου έχει ιδρυθή και πόλη με το όνομά του (Sligoville).

[24] Δείγμα της πολιτικής επιρροής του Sligo αποτελεί και η μαρτυρία του Μπάϋρον κατά την οποία ο κοινός γνωστός τους Wallace που ήταν εγκάθειρκτος ζητούσε, να εγγυηθεί ο Sligo γι’ αυτόν. Επίσης το γεγονός ότι ο Μπάϋρον σε αρκετές περιπτώσεις, όπως προκύπτει από τις επιστολές του, αξιοποιεί τις διασυνδέσεις του Silgo με εκδότες, διπλωμάτες κλπ.

[25] Τα επίσημα Πρακτικά της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας αυτής δίκης, όπου γίνε­ται λόγος για τις δραστηριότητες γενικά του αγγλικού στόλου στην Ανατολική Μεσό­γειο κατά την προεπαναστατική περίοδο, είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο, στην Ιστοσελίδα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Τέξας (http://www.law.utexas.edu/lpop/ etext/newgate5/sligo.htm)

[26] Βλ. Γκριγκόρι Άρς, Η Αλβανία και η Ήπειρος στα τέλη του IΗ’και στις αρχές του ΙΘ’ αιώνα, τα Δυτικοβαλκανικά πασαλίκια της Οθωμανικής Αυτοκρα­τορίας, (μετάφραση Αντ. Διάλλα, Εισαγωγή και σχόλια Βασίλης Παναγιωτόπουλος) Gutenberg, Αθήνα, 1994, σ. 243.

[27] Βλ. Γιώργος Α. Σιορόκας, Η εξωτερική πολιτική του Αλή πασά των Ιωαννίνων, από το Τίλσιτ στη Βιέννη (1807-1815), Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1999, σ. 153.

[28] Διατάγματα Βερολίνου (1806) και Μιλάνου (1807). Βλ. Σχετικά Berstein-Milza, Ιστορία της Ευρώπης, τ. 1, από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά κράτη, (με­τάφραση Αν. Δημητρακόπουλος), έκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997, σ. 518.

[29] Με τα χρήματα των Άγγλων μισθοδοτούνται αυτήν την περίοδο οι στρατιώτες του Βελή και του Μουχτάρ.

[30] Μπάϋρον, Επιστολές, όπ.π., σ. 88.

[31] Οι σχέσεις του Βελή με τους ντόπιους Τούρκους αγιάνηδες της Πελοποννή­σου ήταν πράγματι ψυχρές. Ο Βελή ασκούσε προσωπική πολιτική, υπαγορευμένη από τις προσωπικές του φιλοδοξίες και τις γενικότερες αντιπαλότητες ανάμεσα στους αγιάνηδες και στην κεντρική εξουσία, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις φαινόταν να εμπιστεύεται περισσότερο ορισμένους χριστιανούς κοτζαμπάσηδες, όπως π.χ. ο Σωτηράκης Λόντος από ό,τι τους Τούρκους τοπάρχες του Μοριά. Απόλυτη όμως εμπι­στοσύνη έδειχνε σε ένα μόνο πρόσωπο: τον συμπατριώτη και παλαιό φίλο και συν­εργάτη του Ισμαήλ Πασόμπεη, τον παραλήπτη της επιστολής για την οποία γίνεται λόγος.

[32] IEEE 18790.

[33] Ο Byron διαμαρτύρεται έντονα στον Άγγλο πρέσβη Στρ. Κάννιγκ στις 13 Οκτωβρίου 1810 για την απροθυμία του βοεβόδα και του κοτζαμπάση της Κορίνθου να τον φιλοξενήσουν όπως του άρμοζε και όπως είχε συνηθίσει επί Βελή (Μπάϋρον, Επι­στολές, όπ.π., σ. 96).

[34] Δεδομένη ήταν επίσης η υποχρέωσις εξυπηρετήσεως των περιηγητών στις εκδρομές τους. Και σ’ αυτό το σημείο ο Sligo υπήρξε απαράδεκτα απαιτητικός σε ση­μείο που οι αξιώσεις του ξεπερνούν τα όρια του θράσους: «μου λέγει να στείλω μενζήλ καΐκι (: ταχυδρομικό καΐκι) δια να φέρω το τζιαντίρ (: αντίσκηνο) και πάλιν μου λέγει να στείλω τατάρη (έφιππο ταχυδρόμο) και με όλον οπού δεν είναι κανένα εις το χέρι του σκλάβου σου…»

[35] Μπάϋρον, όπ.π., σ. 84. Επιστολή της 23 Αυγούστου 1810.

[36] Η απροθυμία του Sligo να αναφερθή με λεπτομέρειες στο πλήρωμα του καραβιού του, σχετίζεται και με μια άλλη πλευρά της δραστηριότητάς του, για την οποία μας διαφωτίζουν τα πρακτικά της δίκης στην οποία παραπέμφθηκε το 1813, μετά την επιστροφή του στην πατρίδα του, όπου αποδείχθηκε ότι είχε συγκαταλέξει στο πλήρω­μά του και λιποτάκτες του βρετανικού πολεμικού ναυτικού, τους οποίους χρησιμο­ποιούσε ως δικούς του υπαλλήλους. Για την πράξη του αυτή καταδικάστηκε σε τέσσερις μήνες φυλάκιση και σε υψηλό πρόστιμο. Βλ. παραπάνω σημ. 25.

[37] Βλ. σχετικά και Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα, ο ελληνικός λαός και οι Αρχαιότητες στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, Επιθεώρηση Επιστημονικών και Εκπαιδευτικών Θεμάτων, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, τόμος Α2, Αθήνα 1999, σσ. 121-131.

 

 

 

Read Full Post »

Καζαντζάκης Νίκος (18 Φεβρουαρίου 1883 – 26 Οκτωβρίου 1957)


 

 Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή, αόρατη, ανώτερη του, κι ο πιο μεγάλος νικητής βγαίνει νικημένος. Για πάντα το πιο βαθύ μας μυστικό, το μόνο που άξιζε να ειπωθεί, μένει ανείπωτο. Δεν υποτάσσεται ποτέ αυτό στο υλικό περίγραμμα της τέχνης. Πλαντούμε στην κάθε λέξη, βλέπουμε ένα δέντρο ανθισμένο, έναν ήρωα, μια γυναίκα, το άστρο της αυγής και φωνάζουμε: Αχ! και τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να χωρέσει τη χαρά μας. Όταν το Αχ! αυτό θελήσουμε, αναλύοντάς το να το μεταδώσουμε στους ανθρώπους, να το σώσουμε από την ίδια μας τη φθορά, πως εξευτελίζεται σε λόγια αδιάντροπα, βαμμένα γεμάτα αέρα και φαντασία!… (Αναφορά στον Γκρέκο)

 

Νίκος Καζαντζάκης

Πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ποιητής, από τις πνευματικές φυσιογνωμίες με τη μεγαλύτερη απήχηση στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης (η οποία αποτελούσε ακόμη μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), από το Μιχάλη Καζαντζάκη και τη Μαρία Χριστοδουλάκη. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές στη γενέτειρά του και ενδιαμέσως στο κολλέγιο Φραγκισκανών Μοναχών της Νάξου (1897-99), όπου έμαθε γαλλικά και ιταλικά, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι.

Στο Παρίσι ο νεαρός σπουδαστής Νίκος Καζαντζάκης γνώρισε τα νέα φιλοσοφικά ρεύματα και είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τα μαθήματα του φιλοσόφου Henri Bergson, ο οποίος υποστήριζε ότι η ζωή είναι διαρκής δημιουργία, μία γιγάντια προσπάθεια ν’ ανασηκωθεί η ύλη. Ο Καζαντζάκης συνέλαβε την εικόνα του αγωνιζόμενου ανθρώπου που αγωνίζεται σ’ έναν ανήφορο χωρίς τέλος για μια «Οδύσσεια» χωρίς «Ιθάκη».

Ο Νίκος Καζαντζάκης, φοιτητής στην Αθήνα, 1904. Αρχείο: Εκδόσεις Καζαντζάκη.

Ο Νίκος Καζαντζάκης, φοιτητής στην Αθήνα, 1904. Αρχείο: Εκδόσεις Καζαντζάκη.

Επιστρέφοντας τύπωσε στο Ηράκλειο τη διατριβή του επί υφηγεσία «Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη φιλοσοφία του δικαίου» (1909). Κατά τους βαλκανικούς πολέμους κατατάχθηκε εθελοντής στο στρατό και υπηρέτησε στο ιδιαίτερο γραφείο του Πρωθυπουργού. Αργότερα (1919) διορίστηκε Γενικός Διευθυντής στο νεοσύστατο Υπουργείο Περιθάλψεως και από τη θέση αυτή καταρτίζει σχέδιο για την επιστροφή των Ελλήνων του Καυκάσου, όπου πήγε ο ίδιος για την περίθαλψη των ομοεθνών. Όσοι επέστρεψαν (150.000 περ. πρόσφυγες) εγκαταστάθηκαν στη Δ. Μακεδονία και Θεσσαλία. Από τη θέση αυτή αποχώρησε μετά την ήττα του Ελ. Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920.

Τα χρόνια της κατοχής τα πέρασε στην Αίγινα, όπου και άλλοτε βρέθηκε μελετώντας και γράφοντας απομονωμένος σαν ερημίτης. Μετά την απελευθέρωση ήρθε στην Αθήνα. Θέλησε να γίνει ακαδημαϊκός, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε. Διορίστηκε Υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση Σοφούλη, αλλά μετά από δύο μήνες παραιτήθηκε.

 

Νίκος Καζαντζάκης

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης έφυγε από την Ελλάδα τον Ιούνιο 1946 για ένα σύντομο ταξίδι στην Αγγλία, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ πια. Από το Λονδίνο βρέθηκε στο Παρίσι, καλεσμένος από τη Γαλλική κυβέρνηση· και για ένα μικρό διάστημα ήταν σύμβουλος για τη λογοτεχνία στην UNESCO. Παραιτήθηκε και από τη θέση αυτή, για ν’ ασχοληθεί αποκλειστικά και μόνο με την ιδιότητα του συγγραφέα.

Ο Καζαντζάκης παντρεύτηκε το 1911 τη συγγραφέα Γαλάτεια Αλεξίου, αλλά δεν μπόρεσαν να συμβιώσουν. Ήταν χαρακτήρας εντελώς διαφορετικός. Μόνος του ή μαζί με τη Γαλάτεια γράφει πέντε αναγνωστικά για το δημοτικό σχολείο για βιοποριστικούς λόγους και εγκρίνονται όλα από το Υπουργείο Παιδείας (1914). Τα υπέγραφε όλα η γυναίκα του. Για οικονομικούς λόγους, επίσης, έκανε κατά καιρούς πολλές μεταφράσεις. Ο γάμος με τη Γαλάτεια διαλύθηκε οριστικά το 1926. Είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό το μυθιστόρημα της Γαλάτειας Καζαντζάκη «Άνθρωποι και υπεράνθρωποι» με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία και με πολλές αναφορές στην προσωπικότητα του Καζαντζάκη και στη συμβίωσή τους. Το 1945 παντρεύτηκε την Ελένη Σαμίου, ύστερα από μακρότατο δεσμό, η οποία στάθηκε δίπλα του μέχρι τέλους.

Ο Νίκος Καζαντζάκης έκανε πολλά ταξίδια στην Ευρώπη, την Αφρική και την Ασία, καταγράφοντας τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις σε βιβλία. Επίσης, το 1914 γνώρισε τον Άγγελο Σικελιανό και μαζί επισκέφθηκαν το Άγιο Όρος και την επόμενη χρονιά πολλά μέρη της Ελλάδας, αναζητώντας «τη συνείδηση της φυλής τους», όπως έλεγαν, παρά το γεγονός ότι οι δύο άνδρες ήταν δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες.

 

Στο βιβλίο του με τίτλο «Ταξιδεύοντας» είναι συγκεντρωμένα ταξιδιωτικά κείμενα του Νίκου Καζαντζάκη, που αναφέρονται στην Ιταλία, την Αίγυπτο, το Σινά, την Ιερουσαλήμ, την Κύπρο και το Μοριά. Τα κείμενα για το Μοριά είναι γραμμένα σε μορφή δημοσιογραφικών ανταποκρίσεων και χρονολογικά τοποθετούνται στη δεκαετία του 1930.Το ταξίδι του Καζαντζάκη στο Μοριά κλείνει με την επίσκεψη του στο Άργος και στις Μυκήνες. Ο συγγραφέας επιστρέφει στο Σιδηροδρομικό Σταθμό του Άργους, όπου, περιμένοντας κάτω από τις λεύκες την άφιξη του τρένου για την Αθήνα, γράφει ένα από τα ωραιότερα κομμάτια του σχετικά με την ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού. Προσπαθεί να τοποθετήσει το νεοέλληνα ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση, να του δώσει ένα καθήκον. «Δεν μπορούμε», γράφει, «ν’ αρνηθούμε μήτε την Ανατολή μήτε τη Δύση… Είμαστε υποχρεωμένοι ή να φτάσουμε στο λαμπικάρισμα της Ανατολής σε Δύση, να πετύχουμε δηλαδή μια δυσκολότατη σύνθεση, ή να χαροπαλεύουμε δούλοι…»

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης, αν και ήταν ήδη πολύ γνωστός, από τότε που εγκαθίσταται στην Αντίμπ της Γαλλίας (1948) η φήμη του μεγαλώνει και τα έργα του μεταφράζονται σε πολλές γλώσσες. Τιμήθηκε πολλές φορές, αλλά στερήθηκε το βραβείο Νόμπελ – αν και είχε προταθεί επανειλημμένως – για τις τολμηρές του θέσεις, που κινητοποιούν την ορθόδοξη και καθολική εκκλησία να μην τύχει αυτής της ύψιστης τιμής.

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.

Ο Πάπας είχε αναγράψει στον κατάλογο απαγορευμένων βιβλίων το μυθιστόρημα «Ο τελευταίος πειρασμός». Το τελευταίο μακρινό του ταξίδι το έκανε στην Κίνα, όπου προσεβλήθη από ασιατική γρίππη και επιστρέφοντας πέθανε στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας. Κηδεύτηκε στο λόφο Μαρτινέγκο στο Ηράκλειο. Στον τάφο του είναι χαραγμένη η επιγραφή: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος».

Το συγγραφικό έργο του Καζαντζάκη είναι τεράστιο. Έγραψε ποίηση, θέατρο, μυθιστορήματα και ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δημοσίευσε άρθρα και μελέτες σε εφημερίδες και περιοδικά και έκανε πολλές μεταφράσεις.

Ποίηση:

Οδύσσεια (1938), μια τεράστια επική σύνθεση (στίχοι 33.333), που αναφέρεται στις περιπέτειες του ομηρικού Οδυσσέα μετά την άφιξή του στην Ιθάκη. Στο πρόσωπο του Οδυσσέα, ο οποίος πεθαίνει στο Νότιο Πόλο γενναίος πάντα και ελεύθερος, ενσαρκώνεται η κοσμοθεωρία του ποιητή και η αγωνία του για τη ζωή.

Τερτσίνες (1939) άσματα σε ιαμβικό εντεκασύλλαβο με δαντική ομοιοκαταληξία.

Θέατρο:

Έμμετρες τραγωδίες σε τρεις τόμους· α) με αρχαία θέματα (Προμηθέας 1949, Κούρος 1949, Οδυσσέας 1928, Μέλισσα 1937, β) με βυζαντινά θέματα (Χριστός 1915, Ιουλιανός ο Παραβάτης 1945, Νικηφόρος Φωκάς 1927, Κων/νος Παλαιολόγος 1949 και γ) με διάφορα άλλα θέματα (Καποδίστριας 1946, Χριστόφορος Κολόμβος 1949, Σόδομα και Γόμορα 1948, Βούδας 1928).

Πεζογραφία:

Εκτός από το έργο «Όφις και κρίνο» (1906), εκείνο το βιβλίο που σηματοδοτεί το ιδεολογικό και φιλοσοφικό πιστεύω του Ν. Καζαντζάκη είναι η Ασκητική (1927), γραμμένη λίγο νωρίτερα και δημοσιευμένη αρχικά με τον τίτλο Salvatores Dei (Σωτήρες του Θεού).

Είναι έργο με μεταφυσικό περιεχόμενο, επηρεασμένο από τη φιλοσοφία του Νίτσε και του Μπέρκσον και από την πολιτική δράση του Λένιν. Η Ασκητική, η Οδύσσεια και η Αναφορά στον Γκρέκο αποτελούν τον καταστατικό χάρτη των ιδεών του Ν. Καζαντζάκη.

Σημειώνουμε επίσης δύο έργα γραμμένα στα γαλλικά: Τόντα Ράμπα 1934 (μτφρ. Γιάννη Μαγκλή) και Βραχόκηπος 1936 (μτφρ. Παντ. Πρεβελάκη).

Τα βιβλία, όμως, που αγαπήθηκαν πολύ από το ευρύ κοινό είναι τα μυθιστορήματά του Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946), όπου προβάλλεται ο άνθρωπος της δράσης και της φυσικής ζωής, ο Καπετάν Μιχάλης (1953), που αναφέρεται στην κρητική επανάσταση 1897, Ο τελευταίος πειρασμός (1955), που αναφέρεται στις τελευταίες στιγμές του Θεανθρώπου, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1955), όπου προβάλλονται οι αρετές και τα ανθρώπινα πάθη, Ο φτωχούλης του Θεού (1956), που αναφέρεται στην ιστορία του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, Ο βραχόκηπος (1960)  και τέλος η Αναφορά στον Γκρέκο (1961, μεταθανάτια έκδοση), μία μυθιστορηματική αυτοβιογραφία, όπου διαγράφεται ο αγώνας του ανθρώπου ν’ ανέβει τον ανήφορό του και να κάμει την ύλη πνεύμα.

Ταξιδιωτικά:

Ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν πολυταξιδεμένος και μας άφησε τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις στα βιβλία του με το γενικό τίτλο Ταξιδεύοντας. Στα βιβλία αυτά παρακολουθούμε παράλληλα με τις γεωγραφικές περιηγήσεις – τις ιδεολογικές και φιλοσοφικές θέσεις του συγγραφέα, καθώς ταξιδεύει όπου γης, από την Αγγλία, Ρωσία και Ελλάδα μέχρι το Σινά, την Κίνα και την Ιαπωνία.

Μεταφράσεις:

Τέλος, το μεταφραστικό του έργο είναι επίσης πολύ μεγάλο. Ο Καζαντζάκης, εκτός από τα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά, γνώριζε άλλες επτά γλώσσες. Μετέφρασε Νίτσε (Η γέννηση της τραγωδίας, Τάδε έφη Ζαρατούστρας), Ουίλιαμ Τζέιμς (Η θεωρία της συγκινήσεως), Δαρβίνο (Περί της γενέσεως των ειδών), Χένρυ Μπέρκσον (Το γέλιο), Δάντη (Θεία Κωμωδία), Ανθολογία Ισπανών Ποιητών, Γκαίτε (Φάουστ), Μακιαβέλι (Ηγεμών), Γιόργκενσεν (Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης) κ.ά. Μετέφρασε, επίσης, πλατωνικούς διαλόγους και τα ομηρικά έπη σε συνεργασία με τον Ι. Θ. Κακριδή.

Κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές

Βασισμένες σε έργα του Νίκου Καζαντζάκη είναι οι ταινίες:

Αλέξης Ζορμπάς 

Ο τελευταίος πειρασμός

Μια ακόμα ταινία γυρίστηκε το 1956 βασισμένη στο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Ο τίτλος της ταινίας που τη σκηνοθέτησε ο Ζιλ Ντασέν, είναι, «Εκείνος που έπρεπε να πεθάνει». Ο Χριστός ξανασταυρώνεται προβλήθηκε σαν σειρά από την ΕΡΤ την περίοδο 1975-1976. Οι ταινίες του προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από φανατικά στοιχεία αλλά και εισαγγελικές παρεμβάσεις και μηνύσεις.

  

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Το Δέντρο, «Νίκος Καζαντζάκης / Καταφάσεις και Αμφιθυμίες», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Σχετικά θέματα:

Καζαντζάκης Νίκος ”Ταξιδεύοντας”, Άργος – Μυκήνες  

Read Full Post »

Ταχυδρόμοι


 

Φιγούρα Έλληνα ταχυδρόμου με σημαία και γραμματόσημο.

Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρ­κους, συστάθηκε το 1828 η πρώτη ταχυδρομι­κή υπηρεσία. Με το ΙΖ’ ψήφισμα του Ιωάννη Καπο­δίστρια, ιδρύεται το «Ταχυδρομείον Γενικόν», με σκοπό τη μεταφορά της επίσημης και της ιδιωτικής αλληλογραφίας. Αλλά η νεοσύστατη ταχυδρομική υπηρεσία, τουλάχιστο στα πρώτα της χρόνια εξυπηρετούσε μόνο τις κρατικές ανάγκες. Συστάθηκαν τότε (1828) τα πρώτα πέ­ντε ταχυδρομικά γραφεία, στην Αίγινα, στη Σύ­ρο, στην Επίδαυρο, στο Άργος και στην Τρίπο­λη.

Το 1869 ψηφίστηκε νόμος περί γραμμα­τοσήμου, ο οποίος εφαρμόστηκε από τον Ο­κτώβριο του επόμενου έτους. Κυκλοφόρησε τό­τε η πρώτη σειρά γραμματοσήμων με το φτε­ρωτό κεφάλι του Ερμή, συνολικά επτά γραμ­ματόσημα του ενός, δύο, πέντε, δέκα, είκοσι, σαράντα και ογδόντα λεπτών. Για μία επιστο­λή εσωτερικού απαιτούνταν ταχυδρομικά τέλη 20 λεπτά, για μία εξωτερικού 140 λεπτά.

Η Ελλάδα το 1875 έγινε μέλος της Γενι­κής Ταχυδρομικής Ενότητας, η οποία είχε συσταθεί την προηγούμενη χρονιά στη Βέρνη της Ελβετίας με τη συμμετοχή 20 και πλέον χωρών και η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε Πα­γκόσμια Ταχυδρομική Ένωση (Union Postale Universelle).

Αργότερα ιδρύθηκε με νόμο (Ν. 278/9-6-1914) το Υπουργείο Συγκοινωνίας, το οποίο περιέλαβε τις υπηρεσίες Δημοσίων Έργων, των Ταχυδρομείων και Τηλεγράφων. Ακολούθησαν πολλές αλλαγές στη σύσταση και στις αρμοδιό­τητες διαφόρων υπουργείων, αλλά αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ότι οι ταχυδρομικές, τη­λεφωνικές και τηλεγραφικές επικοινωνίες (τα τρία Τ) αποτελούσαν μία υπηρεσία μέχρι το 1949, οπότε τα τηλέφωνα και οι τηλέγραφοι εντάχθηκαν στον OTE (Ν. 1049/49). Προστάτης άγιος των ταχυδρόμων και των ΕΛ.ΤΑ. είναι ο όσιος Ζήνων, ταχυδρόμος ο ί­διος, η μνήμη του οποίου γιορτάζεται στις 10 Φεβρουαρίου.

 

Από τα πρώτα γραμματόσημα με το φτερωτό κεφάλι του Ερμή.

 

Πριν από κάποιες δεκαετίες η επικοινωνία δεν ήταν εύκολη. Τηλέφωνα δεν υπήρχαν ή υπήρχε μόνο ένα στο καφενείο του χω­ριού, που το λέγαμε κοινοτικό. Ο καφετζής αναλάμβανε να ειδοποιήσει τον συχωριανό του ότι ο τάδε τον κάλεσε στο τηλέφωνο και πως θα ξαναπάρει την τάδε ώρα. Ό­ταν ερχότανε, πάλι, κανένα τηλεγράφημα τηλεφωνικώς (!), ο καφετζής το έγραφε σ’ ένα χαρτί, για να το δώσει στον παραλή­πτη: «Ουρανία έτεκε θίλι» ή «σιχαριτίρια ισίχθις φιλοσοφικί σχολί Αθηνόν». Τώρα με την πληθώρα των σταθερών και των κι­νητών τηλεφώνων και τα e-mails επικοι­νωνούμε με τον άνθρωπό μας άμεσα, ό,τι ώρα θέλουμε, όπου κι αν βρισκόμαστε. Α­κόμα και ευχετήριες κάρτες πάψαμε να στέλνουμε, γιατί προτιμούμε το τηλέφωνο ή τα… SMS.

Κάποτε αλληλογραφούσαν και οι σπουδαίοι, οι επώνυμοι – ποιητές και λο­γοτέχνες, φιλόσοφοι και λογής διανοούμε­νοι και πολιτικοί ή απόστολοι του έθνους και της εκκλησίας και μας μείνανε οι επιστολές αυτές ως μνημεία λόγου με προβλη­ματισμούς ποικίλου περιεχομένου, επιστο­λές με φιλοσοφικό και φιλολογικό περιε­χόμενο, με ιστορικό ή θεολογικό, με πολι­τικό, ακόμα και ερωτικού περιεχομένου. Πολλές τέτοιες αλληλογραφίες γνώρισαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία χρό­νια. Άραγε, εξακολουθούν κάποιοι φωτει­νοί άνθρωποι να ανταλλάσσουν ανάλογες επιστολές ή εκσυγχρονίστηκαν και αυτοί, ικανοποιώντας τις πνευματικές τους ανη­συχίες με το τηλέφωνο;

Ταχυδρόμος

Παλιότερα λαχταρούσαμε να λάβου­με επιστολή από το παιδί μας, που υπηρε­τούσε φαντάρος στα σύνορα ή πολεμούσε στο αλβανικό μέτωπο. Λαχταρούσαμε να λάβουμε γράμμα από το ξενιτεμένο μας παιδί, από τον Καναδά ή την Αυστραλία, να βεβαιωθούμε πως ζει, πως είναι καλά και πως περνάει καλά. Τι συγκινήσεις ήταν εκείνες! «Αγαπημένη μου μανούλα…» και η μανούλα διάβαζε και ξαναδιάβαζε το γράμμα, το φιλούσε και το ξαναφιλούσε και τρέχανε τα μάτια της κι έπιανε τη γειτονιά, για να το δείξει, να δεχτεί ευχές και συγχαρητήρια…. Να και τα δολάρια που’ τανε μέσα!….

Κι όταν η μάνα δεν ήξερε γράμματα, όπως συνήθως, το διάβαζε καμιά φορά ο ίδιος ο ταχυδρόμος κι ύστερα κάποια άλλη γραμματιζούμενη γυναίκα, ή εγγονή ή η ανιψιά. Κι ύστερα, άντε να απαντήσουμε, παιδί μου, γράφε: «Αγαπημένο μου παιδί…».

Έχει άλλη ομορφιά και άλλη γεύση το χαρτί, πάνω στο οποίο ακούμπησαν τα χεράκια του παιδιού μας, για να ξεχειλίσει η συμπόνια κι η αγάπη του σε λίγες γραμμές. Η φωνή της επιστολής δε χάνεται και δε σβήνει, όπως εκείνη η μεταλλική του τηλεφώνου, όταν κατεβάσουμε το ακουστικό.  Η επιστολή διαβάζεται και ξαναδια­βάζεται και φυλάγεται στην κασέλα σαν κειμήλιο.

Ο ταχυδρόμος ήταν ο καλός μαντα­τοφόρος, ο άνθρωπος της χαράς και της συγκίνησης.­ Σηκωνότανε νύχτα να προλάβει κι έφτανε στο χωριό καταϊδρωμένος το κα­λοκαίρι, παγωμένος στο καταχείμωνο μ’ έ­να αδιάβροχο, άλλοτε με τα πόδια του, άλ­λοτε με το άλογό του. Πρώτη του δουλειά ήταν να σαλπίσει με την καραμούζα. Μα­ζευόταν ο κόσμος στο καφενείο ή όπου ή­τανε βολικό για την πιάτσα, συνήθως ηλι­κιωμένοι άνθρωποι, ν’ αλαφρώσουν τη βα­ριά δερμάτινη σάκα του καλού διανομέα: γράμματα, πολλά γράμματα, και κανα-δυο εφημερίδες για το δάσκαλο και την κοινό­τητα ή το καφενείο, πότε – πότε κανένα μικροδεματάκι και τη σύνταξη βέβαια!

 

Ταχυδρομική υπηρεσία εσωτερικού Κρήτης.

 

Αργότερα οι ταχυδρόμοι φρόντισαν να τρέχουν με ιδιόκτητο μηχανάκι και η δουλειά τους έγινε πιο άνετη. Προλάβαι­ναν τη διανομή και επέστρεφαν στο γρα­φείο ή στο σπίτι τους χωρίς ταλαιπωρία. Αλλά τώρα τα γράμματα σπανίζουν, κου­βαλάνε όμως τους λογαριασμούς της ΔΕΗ, του OTE και του νερού και … κάμποσα διαφημιστικά.

Διαφημιστική μικρή χρωμολιθόγραφη καρτολίνα με νεαρή κοπέλα που κρατάει Ελληνική σημαία & γραμματόσημο μεγάλης κεφαλής Ερμού.

Ο αστικός διανομέας Άργους Θανάσης Τασσόπουλος, ο οποίος τώρα (2009) ζει ως συνταξιούχος στα Φίχτια, είχε την καλοσύνη να μας δώσει λίγα ονόματα παλιών ταχυδρόμων, της προηγούμενης γενιάς ας πούμε, οι οποίοι έχουν φύγει πια από τού­τη τη ζωή.

Αστικοί ταχυδρόμοι Άργους ή­ταν ο Σωτήρης Λειβαδίτης, ο Αριστείδης Αλεξόπουλος, ο Πίτας και άλλοι, που κι­νούνταν με τα πόδια ή καμιά φορά και με ποδήλατο. Με τα πόδια, καμιά φορά με ά­λογο και αργότερα ίσως κάποιοι με μηχα­νάκι κινούνταν και οι αγροτικοί ταχυδρόμοι:

  • Θοδωρής Καπετάνος (Φρέγκαινα, Καρυά, Βρούστι, Αγριλίτσα),
  • Αποστόλης Καραλέκκας (Δαλαμανάρα, Πυργέλα – κάποτε στο Κυβέρι),
  • Φίλιππος Μπάρλας (Μαλαντρένι, Σχοινοχώρι – Μπόρσα, Φίχτια, Μυκήνες, Μοναστηράκι),
  • Γεώργιος Καπετάνος (Λίμνες, Μπερμπάτι). Κατόπιν αποσύρθηκε στο γραφείο κι έγινε ταξινόμος.

Επίσης, μπορούμε να μνημονεύσου­με τον αχθοφόρο – μη ταχυδρομικό – Βα­σίλη Γεώργα, ο οποίος με κάποια σύμβα­ση εκτελούσε χρέη ταχυδρομικού εργολά­βου. Μ’ ένα καρότσι μετέφερε τους ταχυ­δρομικούς σάκους και τα δέματα από τα γραφεία του ΕΛ.ΤΑ. Άργους προς τον σταθμό του τρένου ή του ΚΤΕΛ και το αντί­στροφο. Δεν είχαν τότε τα ΕΛ.ΤΑ. δικά τους οχήματα.  

 

Πηγή


Read Full Post »

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα (Temple of Apollo Epicurus on mount Kotylion) – Edward Dodwell, 1834.

Λιθογραφία χρωματισμένη από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, Edward Dodwell, 1834.

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα βρίσκεται κοντά στην αρχαία αρκαδική πόλη της Φιγαλείας και σε απόσταση14 χιλιομέτρων από την σημερινή κωμόπολη της Ανδρίτσαινας. Καταλαμβάνει ένα από τα φυσικά πλατώματα του Κωτιλίου (Βάσσαι), σε υψόμετρο1.130 μ. Από το 1968 ανήκει στα προστατευόμενα από την UNESCO μνημεία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Ο ναός είναι περίπτερος, εξάστυλος, δωρικού ρυθμού. Ένα από τα πολλά ιδιόμορφα γνωρίσματά του είναι ότι στις μακρές πλευρές, έχει 15 κίονες (και όχι 13 όπως θα περίμενε κανείς, με βάση την κανονική για την εποχή αναλογία, που θέλει οι μακρές πλευρές να έχουν διπλάσιο αριθμό κιόνων από τις στενές, συν έναν). Το γνώρισμα αυτό έχει σαν συνέπεια την ιδιαίτερα επιμήκη μορφή της κάτοψης του ναού, χαρακτηριστικό των ναών της αρχαϊκής περιόδου. Εκτός από την δωρικού ρυθμού εξωτερική κιονοστοιχία, συνυπάρχουν στην αρχιτεκτονική του ναού στοιχεία του ιωνικού και του κορινθιακού ρυθμού.

Αρχιτέκτων του ναού ήταν ο Ικτίνος (αρχιτέκτων και του Παρθενώνα) ο οποίος συνδύασε με αριστοτεχνικό τρόπο και τους τρεις ρυθμούς (ιωνικό – δωρικό – κορινθιακό) – ειδικά στο εσωτερικού του ναού – μια πρωτοπόρα και τολμηρή για την εποχή λύση που συνιστά τομή στην εξέλιξη της αρχιτεκτονικής των ναών και έχει σαν αποτέλεσμα ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, να θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους αρχαίους ναούς.

Ο ναός κατασκευάσθηκε στο τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ. (420-400 π.Χ.). Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ναού είναι η παρουσία στον σηκό του πρωϊμότερου κορινθιακού κιονοκράνου.     Τον ναό περιέτρεχε εξωτερικά δωρική ζωφόρος, την οποία αποτελούσαν ακόσμητες μετόπες και τρίγλυφα. Θεωρείται πλέον βέβαιον ότι δεν υπήρχαν γλυπτά στα αετώματα.     Δωρική ζωφόρος υπήρχε και γύρω από τον εξωτερικό τοίχο του σηκού. Στις μακρές πλευρές οι μετόπες ήταν ακόσμητες, στις στενές πλευρές, έφεραν ανάγλυφες παραστάσεις.    

Το εικονογραφικό πρόγραμμα του ναού συμπλήρωνε η ιωνική ζωφόρος στο εσωτερικού του σηκού. Αυτή αποτελεί και το βασικότερο αρχιτεκτονικό διακοσμητικό στοιχείο του ναού. Πέρα από την καλλιτεχνική αξία της ίδιας της γλυπτικής σύνθεσης, και μόνο το γεγονός ότι η ζωφόρος αναπτύσσεται σε εσωτερικό χώρο, την καθιστά μοναδικό παράδειγμα.

Στις εικοσιτρείς ανάγλυφες μαρμάρινες πλάκες συνολικού μήκους 31 μ. περίπου, απεικονίζονται δυο πολύ αγαπητά θέματα της Ελληνικής μυθολογίας: η Αμαζονομαχία και η Κενταυρομαχία. Αφιερώνονται δώδεκα πλάκες στην πρώτη θεματική ενότητα και έντεκα στην δεύτερη. Οι πλάκες αυτές βρέθηκαν στο δάπεδο του σηκού, κάτω από λιθοσωρό αρχιτεκτονικών μελών, κατά την ανασκαφή του 1812. Στην συνέχεια αγοράσθηκαν σε δημοπρασία, για λογαριασμό του Άγγλου αντιβασιλέα και το 1815 μεταφέρθηκαν στο Βρετανικό Μουσείο, όπου και σήμερα εκτίθενται.

« … Η Φιγαλία κλείνεται γύρω από βουνά, αριστερά από το λεγόμενο Κωτίλιο και δεξιά από το Ελαίον Όρος που υψώνεται μπροστά της. Το Κωτίλιο απέχει σαράντα περίπου στάδια από την πόλη. Στο Κωτίλιο υπάρχει θέση ονομαζόμενη Βάσσαι και ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, μαρμάρινος ο ίδιος και η στέγη του. Από όλους τους ναούς της Πελοποννήσου, ύστερα από το ναό της Τεγέας, θα μπορούσε αυτός να πάρει την πρώτη θέση για το κάλλος του μαρμάρου και το αρμονικό σύνολο. Το προσωνύμιο δόθηκε στον Απόλλωνα, γιατί ήλθε «επίκουρος» σε αρρώστια επιδημική όπως και οι Αθηναίοι τον ονόμασαν «αλεξίκακο», γιατί και σ’ αυτούς απομάκρυνε την αρρώστια. Έφερε και στους Φιγαλείς τη σωτηρία κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ Πελοποννησίων και Αθηναίων και όχι σε καμιά άλλη περίσταση…». ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ VIII, 41, 7-9 (Μετάφραση Ν. Παπαχατζής)

Γιάννης Σταυρακάκης, Α.Ι.Α.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

 

Άποψη της πόλης της Πάτρας από το αρχαίο υδραγωγείο, λιθογραφία του Otto Magnus Von Stackelberg – (Όττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ), από το βιβλίο του, «La Grèce.Vues pittoresques et topographiques, dessinées par O.M. Baron de Stackelberg. Paris, chez I.F. d‘Ostervald, Editeur 1834».

 

Άποψη της Πάτρας από το αρχαίο υδραγωγείο – Λιθογραφία, Otto Magnus von Stackelberg, 1834

 

Στην Πάτρα, το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της Πελοποννήσου, οι ανασκαφές του 1818 έφεραν στο φως πλούσια υστερομυκηναϊκά νεκροταφεία που δείχνουν ότι στην περιοχή άνθισε πολιτισμός κατά τους χρόνους της προϊστορίας ενώ ανευρέθηκαν και κατάλοιπα της νεολιθικής εποχής. Ως πρώτους κάτοικους θεωρούν τους Πελασγούς Αιγιαλέας εξ ου και το αρχικό όνομα της πόλης «Αιγίαλος». Το όνομά της η πόλη το οφείλει στον Πατρέα γιο του Σπαρτιάτη Ίωνα και ευγενή Πρευγένη ο οποίος ένωσε τους διάφορους δήμους σε μια πόλη το 1082 π.Χ. περίπου.

Η Πάτρα, τυπικά σύμμαχος της Σπάρτης διατηρούσε ομοσπονδιακό σύνδεσμο με τις λοιπές πόλεις της Αχαΐας. Με πρωτοβουλία των Πατρών, της Δύμης, των Φαρών και της Τριταίας συνεστήθη κατά την 124η Ολυμπιάδα η Αχαϊκή Συμπολιτεία, ως πολιτειακός ομοσπονδιακός οργανισμός. Αν και πάντα οι κάτοικοί της φρόντιζαν για την διατήρηση της ειρήνης δέχθηκαν κατά την διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας της πόλης πολλές επιθέσεις και επιδρομές. Κατά την ρωμαϊκή περίοδο η Πάτρα γνώρισε μεγάλη ακμή και εδώ μαρτύρησε επί Νέρωνος ο Απόστολος Ανδρέας, πολιούχος της πόλης. Από τον 9ο αιώνα μ.Χ. και έπειτα η Πάτρα αναδείχθηκε σε σημαντικό εμπορικό λιμάνι θέση την οποία διατηρεί έως σήμερα. Εδώ έγινε στις 20 Φεβρουαρίου 1822 η πρώτη ναυμαχία ανάμεσα στον ελληνικό και τον τουρκικό στόλο με νικηφόρο στόλαρχο της ελληνικής αρμάδας τον Μιαούλη.

Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library atAthens.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κορώνη, η πόλη και το φρούριο, σε χαλκογραφία του Vincenzo Coronelli, από το έργο του: «Citta e Fortezza di Coron battuta e pressa dall Armi Ven: l’ Anno 1685.» Η συμβολή του Coronelli στην ανάπτυξη της Γεωγραφίας υπήρξε σημαντική διότι συμπλήρωσε και βελτίωσε τις γεωγραφικές γνώσεις της εποχής του. Στους χάρτες του έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στο υδρογραφικό σύστημα και στην μορφολογία του εδάφους, την οποία προσπάθησε να αποδώσει με φωτοσκίαση. Το τεράστιο έργο του (140 βιβλία), περιλαμβάνει πλήθος χαρακτικών στο οποίο βοηθήθηκε από 1200 περίπου επιστήμονες, μηχανικούς, τεχνικούς και καλλιτέχνες. Βέβαιο είναι ότι μεγάλο μέρος των χαρακτικών φιλοτέχνησε ο ίδιος. Πέθανε τον Δεκέμβριο του 1718.

Κορώνη – Coronelli Maria Vincenzo, 1685

Κορώνη, παραλιακή γραφική κωμόπολη, χτισμένη αμφιθεατρικά σε χαμηλό λόφο, θυμίζει έντονα τις κυκλαδίτικες πολιτείες. Στενοί ανηφορικοί καθαροί δρόμοι ή σκαλοπάτια, χαμηλά σπίτια βαμμένα με τρία χρώματα- συνήθως λευκό, κίτρινο, με παράθυρα, μπλε, γαλάζια ή κόκκινα. Ένας πολύ «χαρούμενος» δρόμος, με «περασιές» ασβέστη στις άκρες και οριζόντια, λευκά πεζούλια, γλάστρες με πολύχρωμα λουλούδια, οδηγεί από μια μικρή κλειστή πλατεία στο κάστρο.

Η πόλη είναι στεφανωμένη με το επιβλητικό βενετσιάνικο φρούριο, που κατέχει την κορυφή του λόφου. Το φρούριο αποτελεί ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα πολεμικής οχυρωματικής τεχνικής. Έχει σχήμα τριγωνικό, αποτελείται από δυο περιβόλους με προμαχώνες και μεγάλους τετράγωνους πύργους, που εντυπωσιάζουν ακόμα και σήμερα. Στο εσωτερικό του υπάρχουν υπόγειες δεξαμενές, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειάς του καταλαμβάνεται από τις εκκλησίες και τα παρεκκλήσια της μονής του Προδρόμου, που κτίσθηκε στις αρχές του αιώνα μας, γύρω από την βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Σοφίας.

Το κάστρο κτίσθηκε από τους Βενετούς τον 13ο αι., στην θέση της αρχαίας ακρόπολης και ενισχύθηκε από τους Τούρκους τον 16ο αι., ήταν επανειλημμένα αντικείμενο διεκδίκησης μεταξύ των δύο (Τούρκων – Βενετών). Οι Τούρκοι το κράτησαν έως το 1828, οπότε και ελευθερώθηκε από τα στρατεύματα του στρατηγού Μαιζών.

  

Γαβριήλ – Μιχαήλ Δημητριάδης, Αρχαιολόγος – Ιστορικός

Παναγιώτης Μιχαλόπουλος, Αρχιτέκτων – Συγγραφέας  

Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library atAthens.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

 
Xαλκογραφία του Βρετανού περιηγητή Bernard Randolph, από το έργο του : «The present state of the Mοrea, called anciently Peloponnesus together with a Description of the city of Athens, Islands of Zant, Strofades and Serigo,» 1689. Τον περιγράφει ως εξής: «Ο Μυζηθράς, που πριν ονομαζόταν Λακεδαίμων, είναι κτισμένος σε ανωφέρεια, στο πλάι μεγάλης πεδιάδας, 25 περίπου μίλια από την παραλία, και έχει προς τα Δ. της πεδιά­δας πολύ ψηλά βουνά. Στα Δ. υψώνεται το κάστρο πάνω σε πολύ ψηλό λόφο, με κατακόρυφες την δυτική και την νότια πλευρά, απ’ όπου είναι απρόσιτο, αλλά κεκλιμένη τη βόρεια πλευρά.
 
 
 

Μιστράς (Mistras) - Bernard Randolph, χαλκογραφία, 1681

 
 

Έχει δυο παλαιά τείχη που διασχίζουν τον λόφο από Β. προς Ν., διαιρώντας  τον σε τρία σχεδόν μέρη. Ο δρόμος για να μπεις στο κάστρο είναι δύσβατος πολύ. Τα τείχη του κάστρου είναι γεροκτισμένα αλλά πολύ παλαιά. Έχουν περίπου μισό μίλι διάμετρο και δυο πύλες απ’ όπου πρέπει να περάσει κανείς. Η πόλη είναι μεγάλη και θεωρείται η δεύτερη σε μέγεθος σε όλο το Μοριά, όμως η Πάτρα έχει πιο πολλά σπίτια. Τα ερείπια γύρω απ’ αυτήν είναι πολλά και προς το Ν. ξεπερνούν τα 4 μίλια και διατηρούν σε μερικά μέρη τα θεμέλια ενός πλάγιου τείχους το οποίο λένε ήταν το τείχος της Σπάρτης.

Στα Β. ένα τέταρτο του μιλίου περίπου από την πόλη βρίσκεται ένα μεγάλο και ψηλό κτίσμα που ήταν λένε η καμάρα ενός υδραγωγείου. Η πεδιάδα είναι πολύ όμορφη γεμάτη μικρά χωριά, ελαιόδεντρα και μουριές. Το μέρος αυτό και η Καλαμάτα παράγουν περισσότερο μετάξι απ’ όλα τα άλλα μέρη τον Μοριά. Ο ποταμός που διασχίζει την πεδιάδα ονομάζεται τώρα Βασιλοπόταμος. Το χειμώνα φουσκώ­νει αλλά το καλοκαίρι μέσα στην πόλη είναι σχεδόν ξερός. Η πόλη βρίσκεται μακριά από την θάλασσα και είναι απρόσβλητη από τους κινδύνους που προέρχονται από εκεί».

Ο άγγλος περιηγητής δεν αφηγείται τις εντυπώσεις του από κάποιο ταξίδι, ούτε προσωπικές αναμνήσεις, αλλά επιχειρεί συνεκτική περιγραφή των τόπων και των κατοίκων τους με σύντομες αναφορές στην πρόσφατη ιστορία της κάθε περιοχής. Έζησε πολλά χρόνια στην Ελλάδα και δεν κρύβει την απέχθειά του για την τούρκικη κατοχή, ενώ αντιθέτως αναφέρεται με ιδιαίτερα κολακευτικά λόγια στους Έλληνες.

Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »