Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Περιηγητές’

Ντόντουελ Έντουαρντ – «Προς το Άργος», 1805


 

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του.   

Το Δεκέμβριο του 1805 βρίσκεται στην Κόρινθο και από εκεί επισκέπτεται το Άργος, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, την Επίδαυρο, το Κρανίδι και άλλες περιοχές της Αργολίδας.  Για  τις εντυπώσεις του στην Αργολίδα αφιερώνει 100 περίπου σελίδες, στον δεύτερο τόμο του έργου του με τίτλο  «A Classical and Topographical Tour through Creece», το οποίο εξέδωσε το 1819 στο Λονδίνο. Ας πάρουμε μια εικόνα του Άργους, λίγα χρόνια πριν τον αγώνα για την ανεξαρτησία…

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

[…] Πλησιάζοντας το Άργος η θέα ήταν ιδιαίτερα μεγαλειώδης. Οι βράχοι της ακρόπολης υψώνονταν κοντά στα δε­ξιά μας, με ένα μοναστήρι χτισμένο πάνω σε μια μυτερή κορφή ενός από­κρημνου γκρεμού, στ’ αριστερά μας ή­ταν μια στρογγυλή προεξοχή μετρίου ύψους, πιθανόν ο …λόφος. Μπροστά μας ήταν η πόλη του Άργους, σε κοντι­νή απόσταση από τον κάμπο και τον κόλπο.

Πήγαμε στο χάνι, το οποίο ήταν πιο βρόμικο απ’ ότι ο νους μπορεί να συλλάβει και γι’ αυτό υποχρεωθήκαμε να μείνουμε στο σπίτι ενός τρελού Έλ­ληνα ο οποίος μας φέρθηκε με ευγέ­νεια και φροντίδα αλλά μας αποσπού­σε με το θόρυβο και τ’ αστεία του, κα­θώς η τρέλα του ήταν απ’ το εύθυμο και αβλαβές είδος. Οι Τούρκοι έδει­χναν μεγάλο σεβασμό σε τρελούς και μανιακούς σχεδόν όπως στους αγίους και πίστευαν πως ήταν κάτω από την άμεση προστασία του προφήτη τους. Σ’ έναν τρελό Έλληνα συμπεριφέρο­νται πολύ καλύτερα απ’ ότι σε έναν γνωστικό Έλληνα, και κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες το να κάνεις τον τρελό έ­δειχνε σοφία και υποπτεύθηκα ότι ο τρελός οικοδεσπότης μας δεν ήταν α­νόητος.

Αυτή η κάποτε τιμημένη πόλη, αυτόν τον καιρό δεν έχει ούτε τους μισούς κατοίκους απ’ όσους έχει η Αθήνα. Οι κάτοικοί της δεν υπερβαίνουν τους 5.000, η πλειονότητα των οποίων είναι Έλληνες. Το Άργος καταλαμβάνει ένα τελείως επίπεδο χώρο στο Νότιο – Ανατολικό πρόποδα της αρχαίας ακρόπο­λης. Τα σπίτια είναι μικρά και χαμηλά αλλά μαζί με πολλούς κήπους είναι α­πλωμένα σ’ αρκετό χώρο, έχουν την μορφή ενός σκόρπιου χωριού. Αυτή η πόλη έχει δυο τζαμιά και πολ­λές εκκλησίες και διοικείται από έναν αγά ο οποίος έχει σαράντα χωριά στην εξουσία του.

Τα περισσότερα απ’ τα αρχαία μνημεία με τα οποία το Άρ­γος ήταν τόσο πλούσια και μεγαλόπρεπα στολισμένο έχουν εξαφανιστεί τόσο, ώστε μπαίνοντας στην πόλη ο ταξιδιώτης νιώθει την ανάγκη να ρωτή­σει που είναι οι τριάντα ναοί, τ’ ακριβά μνήματα, το γυμναστήριο, το στάδιο και τα πολλά μνημεία που έχει περι­γράψει ο Παυσανίας. Έχουν εξαφανι­στεί για πάντα, αφού για τα περισσό­τερα δεν βρίσκεται ούτε ίχνος. Η σιω­πηρή καταστροφή του χρόνου, ή το οργισμένο μένος των βαρβάρων έχει ι­σοπεδώσει τα πάντα. Εκτός απ’ το Θέατρο, την Ακρόπολη και μερικές μάζες Ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής. Το Θέατρο βρίσκεται στο νότιο – ανατολικό πρόποδα της Ακρόπολης. Τα καθίσματα, τα οποία είναι λαξεμένα στο βράχο, είναι καλά διατηρημένα, και είναι θαυμαστών διαστάσεων.

Μπροστά από το θέατρο είναι ένας με­γάλος Ρωμαϊκός τοίχος από τούβλο, που τώρα ονομάζεται «Παλαιό Τεκκέ», ο ένας Τούρκος αγάς, που ανυπομο­νούσε να επιδείξει τις γνώσεις του πά­νω στις αρχαιότητες, και την ίδια στιγ­μή να μεταδώσει πληροφορίες, με βε­βαίωσε ότι προηγούμενα ήταν το σε­ράι, ή το παλάτι ενός βασιλιά του Άρ­γους και αυτό που νόμιζα πως ήταν θέ­ατρο, ήταν το ντιβάνι του. Ένας άλλος Τούρκος, ωστόσο, που ήταν παρών, διόρθωσε το φίλο του και είπε ότι ήταν «χτισμένο για δέκα χιλιάδες (αγριο­γούρουνα;) Έλληνες, που συνήθιζαν να συγκεντρώνονται σ’ αυτό με το σκο­πό να ακούσουν ανθρώπους να τρα­γουδούν και να χορεύουν και να γε­λοιοποιούν τους εαυτούς τους».

Μπήκαμε στο σπίτι ενός Τούρκου κοντά στα ερείπια και οδηγηθήκαμε σε ορισμένα υπόγεια θολωτά δώματα στρωμένα με χοντρό μωσαϊκό σε μαύρο και άσπρο χρώμα. Η διάβασή μας σ’ ένα πέρασμα σταμάτησε από ένα νεώτερο τοίχο, μας βεβαίωσαν ότι συ­νεχιζόταν για πολύ κάτω από τη γη και τελείωνε σε κάποια άλλα ερείπια από τούβλο όπου βρίσκεται επίσης ένα ό­μοιο πάτωμα.

Ο Απολλόδωρος, ο Παυ­σανίας και άλλοι, αναφέρουν το υπό­γειο οικοδόμημα του Ακρίσιου και το μπρούτζινο «θάλαμο», στον οποίο η κόρη του Δανάη ήταν φυλακισμένη. Στην εποχή του Παυσανία περιείχε το μνημείο του Κρότωπου και το ναό του Βάκχου. Εφόσον δεν μπορούσαμε να προχω­ρήσουμε άλλο σ’ αυτό το πέρασμα, γυ­ρίσαμε στο θέατρο κοντά στο οποίο παρατηρήσαμε μια λεπτή μάζα από τείχος απ’ την καλά συνδεδεμένη πο­λυγωνική κατασκευή. Σε δυο από τα τείχη υπάρχουν χαραγμένες επιγρα­φές, οι οποίες όμως έχουν διαβρωθεί τόσο ώστε μόνο τα παρακάτω γράμ­ματα μπορούν να διαβαστούν:

Ε- ΙΤΕΛΙΔΕ             ΑΔΩΜΠΑΝ

ΔΑ- Λ- ΣΙΕΣΑΤΟ       ΣΟΑ

Α- ΟΙΠΑΤΕΙΑ

Πάνω απ’ το πρώτο υπάρχει ένα α­νάγλυφο σχεδόν κατεστραμμένο, που προφανώς απεικονίζει δυο γυναικείες μορφές σε καθιστή στάση. Αυτές οι ε­πιγραφές φαίνονται πολύ μεταγενέ­στερες από την κατασκευή του τεί­χους. Αυτό το ερείπιο τώρα ονομάζε­ται Λυμιάρτη. Λίγο ψηλότερα στο λόφο της ακρό­πολης υπάρχει ένα ερείπιο από τού­βλο χτισμένο πάνω σ’ ένα επίπεδο, λαξεμένο βράχο. Ένα από τα εσωτερικά τείχη περιέ­χει ένα κυκλικό κοίλωμα για άγαλμα, το οποίο ίσως μια ανασκαφή να φέρει στο φως.

Μερικά χρόνια αφού είχα κάνει αυτό το οδοιπορικό στην Ελλά­δα, ο Βελή Πασάς, διοικητής του Μο­ριά, διέταξε μια ανασκαφή κοντά στο θέατρο, όπου ανακαλύφθηκαν δεκαέξι μαρμάρινα αγάλματα και προτομές σε καλή κατάσταση, ιδιαίτερα ένα της Α­φροδίτης και ένα άλλο του Ασκληπιού. Δεν ήταν ούτε στο μισό απ’ το αληθινό μέγεθος. Σε ένα από τα αγάλματα υ­πήρχε η επιγραφή ΑΤΤΑΛΟΣ. Ο Παυ­σανίας αναφέρει έναν Αθηναίο γλύπτη μ’ αυτό το όνομα ο οποίος έφτιαξε το άγαλμα του Απόλλωνα Λυκείου στο Άρ­γος.

Οι πιο διάσημοι γλύπτες στο Άργος ήταν ο Αγελάδας, ο Ελάδας, ο Πολύ­κλειτος, ο Φράδμων, Ασεπόδορος, Α­ντιφάνης και Μουκίδας. Διάφορα χρυσά μετάλλια από τον Αυτοκράτορα Βαλεντανό βρέθηκαν ε­πίσης σ’ ένα τάφο κοντά σε αυτό το σημείο.

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας Άργους. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Η Ακρόπολη βρίσκεται σε μια μυτε­ρή βραχώδη ανηφοριά, σε αρκετό ύψος: οι τοίχοι και οι πύργοι φαίνονται εντυπωσιακοί από χαμηλά: αλλά πλη­σιάζοντας αυτό τα οικοδομήματα ο τα­ξιδιώτης απογοητεύεται καθώς ανακα­λύπτει το μεγαλύτερο μέρος τους ν’ α­ποτελείται από μικρές πέτρες και τσι­μέντο, έργο του Μεσαίωνα. Ανεβήκαμε από ένα μονοπάτι και παρατηρήσαμε πολύ λίγα ίχνη στο δρόμο μας, παρ’ ότι ο Παυσανίας ανα­φέρει ένα στάδιο και πέντε ναούς μέσα στην ακρόπολη ή στο δρόμο προς αυτήν.

Απ’ αυτούς τους ναούς ο πιο δοξα­σμένος ήταν αυτός της Αθηνάς, στον οποίο υπήρχε ο τάφος του Ακρίσιου. Υπάρχουν ακόμη πάνω στην Ακρόπολη ορισμένα ερείπια πολυγωνικής κατασκευής, τα οποία πιθανώς είναι τα Κυ­κλώπεια τείχη που αναφέρονται από τον Ευριπίδη. Δεν έχουμε λόγους να υ­ποθέσουμε ότι τα καλά συνδεδεμένα πολύγωνα δεν περιέχονταν σ’ αυτήν την ονομασία, όπως τα απομεινάρια της τραχιάς, και λιγότερο πολύπλοκης Τιρυνθιακής μορφής. Ο Ευριπίδης έχει ορισμένα κείμενα σχετικά με την Κυκλώπεια δομή αυτής της πόλης, τα οποία αναφέρονται σε υποσημείωση. Αυτός ο τρόπος δομής σημειώνεται κι από διάφορους άλλους συγγρα­φείς, πιο συγκεκριμένα τον Απολλόδω­ρο, Στράβωνα, Σενέκα, Στάτιο και τον Παυσανία, αλλά ο τελευταίος είναι ο μόνος όπου συγκεκριμένα τον περι­γράφει, όταν μιλάει για τα τείχη της Τί­ρυνθας. Επίσης γίνεται κάποια νύξη απ’ τον Βιργίλιο.

Ο Πλίνιος λέει ότι σύμφωνα με τον Α­ριστοτέλη, οι πύργοι εφευρέθηκαν α­πό τους Κύκλωπες, και σύμφωνα με το Θεόφραστο, από τους Τιρύνθιους. Ο σχολιαστής του Στάτιου ισχυρίζεται πως ό,τι ήταν αξιοθαύμαστο για το με­γάλο του μέγεθος λεγόταν ότι φτιά­χτηκε από τους Κύκλωπες. Η μεγάλη δυσκολία, ωστόσο, είναι να πούμε με βεβαιότητα ποιοι ήταν οι Κύκλωπες – από που κατάγονται και σε ποια περί­οδο ήκμασαν. Δεν θα κάνω μεγάλη συζήτηση πάνω σ’ αυτό το θέμα, ελπίζοντας ότι θα διε­ρευνηθεί πλήρως από τον πληροφορη­μένο υποστηρικτή αυτού του συστήμα­τος, όπου η δουλειά του, η οποία ανα­μένεται διακαώς, χωρίς αμφιβολία θα ρίξει φως σ’ αυτό το σκοτεινό και για πολύ παραμελημένο τμήμα της προϊ­στορίας.. Προς το παρόν, αρκεί να πα­ρατηρήσουμε ότι ο Στράβων είχε τόσο μπερδεμένες ιδέες για τους Κύκλωπες 18 αιώνες πριν, όσο έχουμε εμείς σή­μερα. Λέει ότι ήταν επτά στον αριθμό, κι ότι ήρθαν από τη Λυσία. Ο σχολιαστής του Ευριπίδη, ωστόσο, διατηρεί την άποψη ότι ήταν ένα έθνος από τη Θράκη, που ονομάστηκε έτσι από έ­ναν απ’ τους βασιλιάδες τους κι ότι ή­ταν οι καλύτεροι «Τεχνίται» την εποχή που έζησαν.

Φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτε­ρα επιδέξιοι στην κατασκευή στρατιω­τικών φρουρίων, και στο να διασκορπί­σουν την αρχιτεκτονική τους γνώση σ’ όλη την Ελλάδα και σε πολλά μέρη της Ιταλίας, της Σικελίας και της Ισπανίας. Σ’ αυτές τις χώρες υπήρχαν αποικίες από τους Πελασγούς της Ελλάδας, οι οποίοι έμαθαν την τεχνική της στρα­τιωτικής κατασκευής από τους Θρά­κες, αλλά είναι πιο πιθανό ότι οι Κύ­κλωπες οι ίδιοι ήταν Πελασγοί, οι οποί­οι εγκαταστάθηκαν στην Πελο­πόννησο, γιατί είναι γενικά παραδεκτό ότι ήταν ξένοι και όχι αυτόχθονες. Υπάρχουν διάφορα ερείπια αρχαί­ων τειχών στην Ακρόπολη του Άργους, που απαρτίζονται από δεύτερης τε­χνοτροπίας, ή καλά συνδεδεμένα πο­λύγωνα, αλλά όχι το παραμικρό ίχνος της τραχιάς Τιρυνθιακής τεχνοτροπί­ας. Αν τα τείχη κατασκευάζονταν αρχι­κά απ’ αυτές τις τραχιές και ανθεκτι­κές μάζες, δεν θα ήταν δυνατόν να εί­χαν καταστραφεί τόσο ολοκληρωτικά και να μην μείνει ούτε μια πέτρα. Και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τα τείχη που υπάρχουν και σήμερα είναι τα ίδια μ’ αυτά που ο Ευριπίδης αποδίδει στους Κύκλωπες.

Τα τείχη περικλείουν την κορυφή της Ακρόπολης, και το σύγχρονο Κάστρο, που αποτελείται α­πό προμαχώνες και πύργους χτισμέ­νους με μικρές πέτρες και ασβεστόλασπη υψώνεται πάνω στ’ αρχαία ερεί­πια, στα οποία τα χαμηλότερα μέρη α­πό ορισμένους κυκλικούς ή τετράγω­νους πύργους είναι ορατά. Η Ακρόπο­λη είναι εντελώς έρημη, χωρίς κατοί­κους. Η θέα έχει μεγάλο ενδιαφέρον και έ­κταση αλλά το θέαμα από μεγάλο ύψος είναι πιο γραφικό. Ολόκληρος ο κάμπος του Άργους, με την πρωτεύου­σα, τα χωριά και τον κόλπο, με τις Μυ­κήνες, την Τίρυνθα και τη Ναυπλία μπορεί να διακριθεί όπως σ’ ένα χάρ­τη. Το όρος Τράπεζα (;) κοντά στη Νε­μέα είναι επίσης ορατό.

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

Κατεβήκαμε από έναν άλλο δρόμο, και σε μισή ώρα φτάσαμε στο θέατρο. Υπήρχαν δυο ακροπόλεις στο Άργος, από τις οποίες η κυριότερη πάνω από το θέατρο, ονομάζονταν Λάρισα και Α­σπίς: χρωστούσαν η πρώτη το όνομα στην κόρη του Πελασγού και η δεύτε­ρη στο παιχνίδι της Ασπίδας, το οποίο τελείτο εδώ. Το δεύτερο κάστρο βρισκόταν σε μια βραχώδη κορυφή μετρίου ύψους, βορειοανατολικά της Λάρισας: αυτός πρέπει να είναι ο λόφος του Φορονέως καθώς δεν υπάρχει άλλο ύψωμα στο Άργος, ή στην κοντινή περιοχή, κατάλ­ληλο για τη θέση ενός φρουρίου. Το μοναστήρι, το οποίο βρίσκεται πάνω σ’ έναν απότομο βράχο, στη βό­ρεια πλευρά της Λάρισας, προφανώς έχει την τοποθεσία ενός αρχαίου να­ού. Κάτω από το μοναστήρι υπάρχουν μερικά σπήλαια, που περιέχουν πηγή νερού, το οποίο πιθανόν βρίσκει διέξο­δο από υπόγεια περάσματα, κάτω στην κωμόπολη, όπου τροφοδοτεί πη­γάδια και κρήνες.

Ο Παυσανίας αναφέρει έναν ναό στο Άργος αφιερωμένο στον Κηφισό, κάτω από τον οποίο έτρεχε αυτός ο ποταμός. Ο ναός του Απόλλωνα ήταν στο δρό­μο προς τη Λάρισα και βρισκόταν σ’ έ­να σημείο που ονομαζόταν Δειράς, α­πό τη θέση του στην άκρη ενός βρά­χου, η οποία ανταποκρίνεται στη θέση του μοναστηριού.

Ο Φουρμόντ περιγράφει μια υπόγεια είσοδο, η οποία λέει διαπερνά 3000 βήματα το βράχο της Λάρισας, όπου ανοίγεται μέσα από ένα σκούρο πέ­τρωμα, γεμάτο απολιθωμένες αχιβά­δες: λέει ότι το πέρασμα είναι τελείως ευθύ, αλλά έχει κοιλώματα σε κάθε πλευρά, όχι απέναντι το ένα στο άλλο. Ο Πλούταρχος μας πληροφορεί ότι ο Κλεομένης άνοιξε τα υπόγεια περά­σματα κάτω από την Ασπίδα, και έτσι μπήκε στην πόλη.

Η ακόλουθη πολύ αρχαία επιγραφή βρίσκεται στη Λάρισα. Φαίνεται ν’ αποτελείται από κύρια ονόματα. Είναι σημαντικά διαβρωμένη, αλλά τα παρακάτω ονόματα μπορούν να αποκρυπτογραφηθούν: Σθενέλαος – Ιπομεδων – Αρχέμιχος – Άδραστος – Βορθανόρας – Κρήτος – Ομίντονος – Δεστόμαχος. Φαίνεται ότι υπάρχουν άλλα επτά ονόματα τα οποία είναι μη αναγνώσιμα…

Η προσέγγιση προς το Άργος προ­στατευόταν από δυο μακρά τείχη, που εκτείνονται προς τη θάλασσα, όπως στην Αθήνα, την Ελευσίνα, τα Μέγαρα, την Κόρινθο και την Πάτρα. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Αλκιβιάδης συμ­βούλεψε τους Αργείτες να ενώσουν την πόλη τους με τη θάλασσα με μα­κρά τείχη. Και γι’ αυτό το σκοπό τους έστειλε χτίστες από την Αθήνα. Κατα­σκευάστηκαν στον δέκατο – πέμπτο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέμου. Βρίσκουμε ότι το Άργος ήταν εξαρ­τημένο στις Μυκήνες από πολύ παλιά, τουλάχιστον την εποχή του Περσέα.

Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.

Ο Βασιλιάς των Μυκηνών ονομαζόταν α­πό τον Όμηρο «ο βασιλιάς πολλών νη­σιών και ολόκληρου του Άργους», το οποίο, μερικοί είναι της γνώμης, ση­μαίνει ολόκληρη την Πελοπόννησο. Ο Αγαμέμνονας αύξησε το βασίλειό του, κατακτώντας την Λακωνία και την Κορινθία.

Η ίδρυση του Άργους από τον Ίναχο πιθανόν έλαβε χώρα περίπου 232 χρόνια μετά απ’ αυτήν της Σικιώνας, τα οποία αναλογούν σε 1856 χρό­νια πριν από την εποχή μας. Ήταν για πολύ καιρό η πιο ακμάζουσα πόλη στην Ελλάδα, και εμπλουτίστηκε με το εμπόριο της Ασσυρίας και της Αιγύ­πτου. Στον καιρό του Στράβωνα ακόμα συνέχισε να είναι μια από τις πρώτες πόλεις στην Πελοπόννησο, και λόγω της γονιμότητας του εδάφους του, και τα πλεονεκτήματα της θέσης του, πι­θανόν δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ ως την εποχή του Βαγιαζήτ.

Σήμερα, ολό­κληρος ο κάμπος είναι πολύ ανθυγιει­νός τους Φθινοπωρινούς μήνες, και η ελονοσία προκαλεί μεγαλύτερη συμ­φορά σ’ αυτήν την όμορφη περιοχή απ’ αυτούς που συνέβησαν από τη Λερναία Ύδρα, ή το λιοντάρι της Νεμέ­ας. Βρίσκουμε ότι το Άργος και η Ναυ­πλία ανήκαν, κατά τον δέκατο τέταρτο αιώνα, στον Πιέτρο ντι Φεντερίκο Κορ­νάρο, έναν ευγενή Βενετό: μετά το θά­νατό του η χήρα του Βόννη(;) ή Μαίρη ντ’ Ενγκιέν, τα παρεχώρησε στη δημο­κρατία της Βενετίας το 1388, με τη γη τους και τα φρούρια τους, για το σύνο­λο των 700 Βενετικών δουκάτων σε χρυσό, όπου θα πληρώνονταν σ’ αυτήν ετησίως, εκτός από τα 2000 δουκάτα σε χρυσό κατά την πράξη της εκχώρη­σης. Το έτος 1397, το Άργος κατελήφθει από τον Βαγιαζήτ. Τότε ερημώθη­κε τελείως και τα τείχη του καταστρά­φηκαν. Ξαναχτίστηκε από τους Βενε­τούς – από τους οποίους το πήραν οι Τούρκοι το 1463- και αφού το ξαναπή­ραν οι Βενετοί, την ίδια χρονιά επανα­κτήθηκε από τους Τούρκους.

Ο ποταμός Ίναχος του οποίου η α­ποξηραμένη κοίτη είναι ένας σύντομος δρόμος για τα βορειοανατολικά του Άργους, τροφοδοτείται με παροδικές πλημμύρες μόνο μετά από δυνατές βροχές, κι όταν λειώνουν τα χιόνια στα γύρω βουνά. Η πηγή του σύμφωνα με τον Στράβωνα ήταν στο όρος Λούρκιο, κοντά στην Κυνουρία, και σύμφωνα με τον Παυσανία, στο όρος Αρτεμίσιον. Α­κόμα και τον μήνα Δεκέμβριο, όταν ή­μουν στο Άργος δεν υπήρχε σταγόνα νερό στο κανάλι του, και όπως ο Ισμένος και ο Ιλισσός, έχει πιο συχνά ακου­στεί για τη γλιστερή απαλότητα ή την ορμητική βιασύνη του ρεύματός του στην ποιητική φαντασία, παρά στην πραγματικότητα της ύπαρξης. Ήταν πράγματι στην καλύτερη μορφή του, τίποτα περισσότερο από ένας τυχαίος χείμαρος και γι’ αυτό ονομάστηκε χαραδρώδης από τον Στράβωνα. Το τωρινό του όνομα είναι Ζέρια, λέξη που αποδίδεται στην αποξηραμένη κοίτη του. Πηγάζει περίπου δέκα μίλια από το Άργος, σε ένα μέρος που ονομάζε­ται Μούσι, στο δρόμο προς την Τριπολιτσά στην Αρκαδία. Το χειμώνα μερι­κές φορές κατεβαίνει από τα βουνά σε μια κυλιόμενη μάζα, όπου κάνει σημα­ντική ζημιά στην πόλη. Ο Λουκιανός παρατηρεί ότι τα ποτάμια πεθαίνουν ό­πως οι άνθρωποι και οι πόλεις, και ότι ο Ίναχος δεν έχει αφήσει ούτε ίχνη για να θυμίζουν την εξαφανισμένη ζωτικό­τητά του.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, το πρώτο όνομα του Ίναχου ήταν Καρμάνωρ, το οποίο άλλαξε σε Αλιάκμων, α­πό την ονομασία του Τιρύνθιου ήρωα που χάθηκε στο ρεύμα του. Ο Ίναχος, ένας γιος του Ωκεανού, έπειτα πνίγηκε σ’ αυτόν και του έδωσαν το όνομά του. Ο Στράβων δικαιώνει το Άργος από τον κάποτε παροιμιώδη καταλογισμό ζήτησης νερού, βεβαιώνοντας ότι είναι καλά τροφοδοτούμενο, και αναφέρο­νται μερικές πηγές μέσα στην πόλη.

Σήμερα υπάρχουν διάφορα αρχαία και νεώτερα πηγάδια στο Άργος και σε σχεδόν κάθε τμήμα της πόλης και της κοντινής περιοχής, νερό βρίσκεται, χωρίς σκάψιμο σε σημαντικό βάθος. Ο Παυσανίας παρατηρεί ότι δεν υ­πάρχει άλλο νερό απ’ αυτό της Λέρνας σ’ αυτό το μέρος της περιοχής κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών. Φαίνεται να έχει ξεχάσει το μόνιμο ρεύμα του Ερασίνου, το οποίο είναι πολύ πιο κοντά στο Άργος από τη λί­μνη της Λέρνας.

Στη συνέχεια ο περιηγητής επισκέπτεται τον Ερασίνο, τη Λέρνα, τις Μυκήνες, το Ναύπλιο  και σχεδόν ολόκληρη την Αργολίδα…

 

Μετάφραση: Αφροδίτη Ιωαν. Μπιμπή

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αναγέννηση», τεύχος 382, Απρίλιος 2002.

 

Σχετικά θέματα: 

 

Read Full Post »

Ντόντουελ Έντουαρντ  – Edward Dodwell (1767 – 1832)


 

 

Edward Dodwell

Ο Edward Dodwell, υπήρξε ζωγράφος, περιηγητής, αρχαιοδίφης και συγγραφέας. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Γεννήθηκε το 1767 στο Δουβλίνο, σπούδασε φιλολογία και αρχαιολογία στο Trinity College του Cambridge και συνέχισε τις σπουδές του αποκτώντας το πτυχίο του Bachelor of Arts. Κάτοχος σημαντικής περιουσίας, χωρίς επαγγελματική υποχρέωση, επιδίδεται απερίσπαστος στη μελέτη των πολιτισμών της Μεσογείου.

Επισκέφτηκε την Ελλάδα τρεις φορές:  το 1801, το 1805 και το 1806. Το 1819  εξέδωσε το, «A Classical and Topographical Tour through Creece», μια λεπτομερής έκθεση των ταξιδιών του σε δύο μεγάλους τόμους, που αποτελεί πολύτιμη πηγή πληροφοριών πάνω στις συνθήκες ζωής της Ελλάδας πριν τον αγώνα για την ανεξαρτησία. Συνοδευόταν από τον προσωπικό του ζωγράφο τον Ιταλό Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. Το Δεκέμβριο του 1805 βρίσκεται στην Κόρινθο και από εκεί επισκέπτεται το Άργος, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, την Επίδαυρο, το Κρανίδι και άλλες περιοχές της Αργολίδας.  Για  τις εντυπώσεις του στην Αργολίδα αφιερώνει 100 περίπου σελίδες, στον δεύτερο τόμο του έργου του.     

Όπως λέει και ο τίτλος, η εργασία του Dodwell ήταν, στο μεγαλύτερο μέρος της,  τοπογραφική και αρχαιολογική σε έκταση. Έχοντας αποκτήσει μια τυπική κλασσική εκπαίδευση στο Trinity College, του Cambridge, ήταν ικανός να εφαρμόσει τη γνώση του πάνω στις πηγές σε αρχαιολογικά θέματα για να συλλέξει ένα τεράστιο όγκο υλικών που το κατηγοριοποίησε με τρόπο λεπτομερή και πολυμαθή.

Στη γερμανική του μετάφραση το, «A Classical and Topographical Tour through Creece», 1821,  περιλαμβάνει τριάντα έγχρωμα χαρακτικά με τοπία της χώρας. Η ακρίβεια στην απόδοση των τοπίων, των αρχαίων ερειπίων και των ανθρωπίνων μορφών με τις ενδυμασίες τους καθιστούν τις γκραβούρες του πραγματικές μαρτυρίες της εποχής. Η ακρίβεια και η παρουσία χρώματος καθιστά, δύο αιώνες μετά τη δημιουργία τους, τα έργα του Ντόντουελ δυσεύρετα και πολύτιμα.

Το δεύτερο έργο του «Views in Creece», εκδόθηκε στο Λονδίνο το 1821, με πολλές γκραβούρες, δίνοντας  έτσι μια ολοκληρωμένη άποψη της Ελλάδας του 19ου αιώνα.

Με την ολοκλήρωση των περιηγήσεών του ζει στην Ιταλία, κυρίως  στη Ρώμη και τη Νεάπολη, ευνοούμενος του Βατικανού. Το 1830 όταν εξερευνά τα όρη της Ιταλίας προσβάλλεται από σοβαρή ασθένεια από την οποία και πέθανε στις 13 Μαΐου 1832 στη Ρώμη. Η τριάντα χρόνια νεότερη σύζυγός του Theresa, κόρη του Count Giraud, έγινε γνωστή σαν η «όμορφη» κόμισσα του Spaur, και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ζωή της παπικής πόλης.

Η τελευταία του δουλειά, «Views and Descriptions of Cyclopian or Pelasgic Remains in Italy and Creece », κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, στο Λονδίνο το 1834.

Πηγές


 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Καλλέργης Δημήτριος – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του, 1827


  

Δημήτριος Καλλέργης – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ.

 

Ο πετυχημένος και δη­μοφιλής συγγραφέας, πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ-Μούσκαου (Hermann von Pueckler-Muskau, 1785-1871), ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι προς την Βόρεια Αφρική και την Ανατολή το οποίο διήρκεσε σχεδόν έξι χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφθασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Στην Ελλάδα, το 1836, ο Γερμανός πρίγκιπας, διασχίζει την χώρα από την μια μεριά στην άλλη. Τις ποικίλες και πλούσιες εντυπώσεις του τις καταγράφει, με εξαιρετική λεπτομέρεια, σχεδόν μέρα με την ημέρα, στο ημερολόγιό του.

Κατά την μεγάλη περιοδεία του στην Πελοπόννησο από το Μάιο μέχρι τον Ιούλιο του 1836 ο Πύκλερ συναντά άλλους διάσημους αγωνιστές, τον Καλλέργη στο Άργος, τον Κολιόπουλο (ή Πλαπούτα) στην Τριπολιτσά, τον Ιατράκο στο Μυστρά και την αρχοντική οικογένεια Μαυρομιχά­λη στη Μάνη. Όλοι του διηγούνται, ο ένας περισσότερα, ο άλλος λιγότερα, κάτι από τα παλαιά βιώματά τους στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Το πιο ανατριχιαστικό επεισόδιο το ακούει από το στόμα του συνταγματάρχη Δημήτρη Καλλέργη στο Άργος. Την 30η  Μαΐου του 1836 γράφει στο ημερολόγιό του:

 

Δημήτριος Καλλέργης

« Ο συνταγματάρχης Καλλέργης, ένας από τους αρχηγούς και ο πιο πλούσιος γαιοκτήμονας της χώρας, ένας πολύ μορφωμένος άνδρας που έχει ταξιδέψει σε όλη την Ευρώπη και είχε μια φοβερή περιπέτεια στον πόλεμο, με κάλεσε ήδη από την Αθήνα να τον επισκεφθώ στο Άργος. Για αυτό πήγα σήμερα σε αυτή την πόλη, που δεν είναι μακριά απ’ εδώ [το Ναύπλιο], ούτε δυο ώρες δρόμου [……………].

Στο Άργος, στη φιλόξενη οικεία του ξενοδόχου μας, μας υποδέχθηκαν εκτός από τον ίδιον και την νέα σύζυγό του ένας ψηλός αλλά από την ηλικία και τις ταλαιπωρίες κάπως κυρτωμένος ήρωας της παλαιάς φρουράς του Ναπολέοντα, ο λοχαγός Σαρντόν ντέ λά Μπάρ, αξιωματικός της Λεγεώνας της Τιμής, επίσης ένας όμορφος πιο νέος Γάλλος, ο ίλαρχος Σεδάζ, και ένας Ιταλός με μαύρα μαλλιά με μπούκλες, ο μοίραρχος της χωροφυλακής Μοράντι, ο οποίος έπαιζε ένα σπουδαίο ρόλο στην ιταλική επανάσταση και διέφυγε ως εκ θαύματος από το κρέμασμα στη Μόντενα.

Είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο να βλέπεις μπροστά σου έναν πολεμιστή από την παλαιά φρουρά του Ναπολέοντα, σου φαίνεται σαν να είναι ένα απομεινάρι από μια ράτσα που έχει εξαφανιστεί, ένα γένος που έχει περάσει, και κοιτάζεις τον πρώην εχθρό με λύπη και συγχρόνως με ένα είδος σεβασμού. Διότι, όπως οι μύτες των βουνών στη δύση του ηλίου φωτίζονται, ακόμη από το χρυσό του χρώμα, έτσι φαίνεται να λάμπει ακόμη μια ακτίνα από το αστέρι του Ναπολέοντα επάνω στο πρόσωπο αυτών των γενναίων. Το σπίτι του συνταγματάρχη Καλλέργη είναι ίσως, έξω από την Αθήνα, το μόνο σπίτι στην Ελλάδα που ανήκει σε έναν ντόπιο όπου υπάρχουν ευρωπαϊκά κομφόρ. Έτσι η ημέρα μας πέρασε πολύ ευχάριστα με υλικές και πνευματικές απολαύσεις» [………….].

 

Ο Καλλέργης ξεναγεί τον φιλοξενούμενό του στο Άργος και το βράδυ οι δυο ανεβαίνουν με τα άλογά τους στην Ακρόπολη για να εξερευνήσουν λεπτομερώς το κάστρο και για να απολαύσουν από εκεί το ηλιοβασίλεμα. Την άλλη μέρα ο Καλλέργης οδηγεί τον Πύκλερ με την άμαξά του στο Ηραίον έξω από το Άργος όπου υπήρχε παλαιά ο τόσο λαμπρός ναός της Ήρας, τον οποίον είχε περιγράψει ο Παυσανίας. Στο γυρισμό τους προς το Άργος ο Καλλέργης διηγείται στον Πύκλερ την τρομερή περιπέτεια της αιχμαλωσίας του κατά τη δεύτερη πολιορκία της Ακροπόλεως των Αθηνών, τον Απρίλιο του 1827 [1]:

 

«Σε αυτή την άτυχη υπόθεση 4000 Έλληνες παρακινούμενοι κυρίως από τις παρακινήσεις και πικρές παρατηρήσεις του Λόρδου Κόχραν και προσβεβλημένοι στην τιμή τους, δέχθηκαν να αποβιβαστούν από τα πλοία και να πάρουν την πιο επικίνδυνη θέση σε μια πεδιάδα απέναντι σε ένα στρατό 30.000 Τούρκων ενώ δεν διέθεταν καθόλου πυροβόλο. Μόλις άρχισαν να χαρακωθούν λίγο, το τούρκικο ιππικό αποτελούμενο από 12.000 άνδρες έκανε μια τόσο δυνατή και καλά επιχειρημένη επίθεση εναντίον τους που η μικρή ομάδα σε ένα δευτερόλεπτο εξαφανίστηκε από προσώπου γης – όπως το περιέγραψε χαρακτηριστικά ο Καλλέργης.

Οι Τούρκοι έκαναν την επίθεσή τους περίπου με τον τρόπο τον οποίο είχε προτείνει ο φόν Μπύλω [von Buelow, Πρώσος στρατηγός] για τις επιθέσεις εναντίον του τετραγώνου του πεζικού, δηλαδή κράτησαν τα ηνία στο στόμα τους, σκέπασαν με το αριστερό χέρι τα μάτια τους και με το σπαθί ψηλά στο δεξί χέρι όρμησαν τυφλά στα χαρακώματα τα οποία οι Έλληνες είχαν ανοίξει βιαστικά.

Ο Καλλέργης βρέθηκε σε ένα από τα πιο μπροστινά χαρακώματα και δέχθηκε από ένα ιππέα του οποίου το άλογο πήδηξε πάνω από το χαράκωμα ένα τέτοιο κτύπημα με το μυτερό τούρκικο αναβολέα στο στήθος που έπεσε ανάσκελα και δεν μπόρεσε πια κα­θόλου να αμυνθεί. Τώρα ο ιππέας τράβηξε επάνω του με το διπλοπιστόλι του και οι δυο σφαίρες του τρύπησαν το πόδι ενώ μια άλλη σφαίρα του κατασύντριψε τελείως το κόκκαλο του ποδιού πάνω από τον αστράγαλο. Μετά ο Ιππέας έσπευσε παρά πέρα αλλά ένας άλλος τον ακολούθησε αμέσως και έριξε άλλη μια τουφεκιά στον πεσμένο καπετάνιο. Αυτή η σφαίρα του τρύπησε το μπούτι και ο Καλλέργης έμεινε για ορισμένο καιρό εντελώς αναίσθητος.

Όταν συνήλθε από την λιποθυμία και άνοιξε τα μάτια του είδε έναν ντελή πασά που σταμάτησε μπροστά του και διέταξε μερικούς της ακολουθίας του να τον σηκώσουν. Τον μετέφεραν στο στρατόπεδο των Τούρκων και τον κατέβασαν σε μια σκηνή, γεγονός το οποίο οφειλόταν πιθανώς στον πολύ πλούσιο Ιματισμό του πού πρό­διδε ότι ήταν καπετάνιος. Τώρα προσπάθησε μόνος του να επιδέσει προσωρινά, με λωρίδες που έσκισε από τη φουστανέλα του, τις πληγές του που άρχισαν να του προκαλούν ισχυρότατους πόνους. Την επόμενη μέ­ρα ενώ είχε πολύ ψηλό τραυματικό πυρετό τον έσυραν μπροστά από τον Κιουταχή πασά, ο οποίος τον ρώτησε πως λέγεται και γιατί είχε σηκώσει τα όπλα εναντίον του νόμιμου κυρίαρχού του.

Ο Καλλέργης απάντησε: «Για την προστασία της θρησκείας μου». Ο Κιουταχής πασάς απάντησε ειρωνικά ότι σίγουρα η θρησκεία θα τον ανησυχούσε το λιγότερο. «Πρέπει όμως να μ’ επηρεάζει», απάντησε ο Καλλέργης, «αφού με έφερε εδώ χωρίς να με ανάγκασε καμία δυσχέρεια». Ο Κιουταχής πασάς έκανε μια περιφρονητική χειρονομία και έδωσε ένα σήμα το οποίο σήμαινε την καταδίκη σε θάνατο. Μετά ο αιχμάλωτος οδηγήθηκε, μαζί με μερικές εκατοντάδες συντρόφους του, σε μια ανοικτή πλατεία και όλοι έπρεπε να στέκονται σε μια σειρά- ο Καλλέργης ήταν ένας από τους τελευταίους.

Από πάνω άρχισε τώρα ο αποκεφαλισμός ο οποίος έγινε με μεγάλη ταχύτητα έτσι ώστε μετά από λίγο καιρό μόνο τέσσαρες με πέντε άνδρες έμειναν ζωντανοί στη σειρά πριν από τον Καλλέργη. Μετά από την κα­τάργησή τους σίγουρα η σειρά θα ερχόταν σε αυτόν. «Η άθλια κατάστα­σή μου», είπε ο συνταγματάρχης, «οι αφόρητοι πόνοι που με ταλαιπώρησαν, η νάρκωση στην οποία με έφεραν όλα που έβλεπα γύρω μου, με έκαναν εντελώς αναίσθητο για το φόβο του θανάτου˙ επιθύμησα το θάνατο και θυμάμαι πολύ έντονα την αίσθηση χαρούμενης περιέργειας με την σκέψη τι θα συναντούσα τώρα στον άλλο κόσμο.

 

Δημήτριος Καλλέργης

 

Αυτή τη στιγμή δημιουργήθηκε ένας φοβερός θόρυβος. Ο γνωστός μου ντελής πασάς με μια ακολουθία πάνω από εκατό ιππέων πλησίασε με πλήρη καλπασμό των αλόγων και έσπρωξε τους Αλβανούς της φρουράς μας στην άκρη. Δυο άνδρες με άρπαξαν, με έριξαν πάνω σε ένα άλογο και έτρεξαν με εμένα προς το μέρος του στρατοπέδου, όπου ο προστάτης μου είχε τη δική του σκηνή. Εκεί με κατέβασαν και προσέφεραν κάποια ανακούφιση στην θλιβερή κατάστασή μου.

Ο λόγος αυτού του συμβάντος ήταν ο εξής: Ο ντελής πασάς με είχε ρωτήσει από την αρχή αν είχα περιουσία και αν θα μπορούσα να πληρώσω λύτρα και εγώ απάντησα καταφατικά. Αυτό τον παρακίνησε στην πραγματοποίηση αυτής της απόπειρας και όταν, την άλλη μέρα, πλησίασε στον κοιτώνα μου με ρώτησε εκ νέου, πόσο θα του πλήρωνα αν θα έσωζε τη ζωή μου, και με ποιο τρόπο τα χρήματα θα έρχονταν στα χέρια του. Απάντησα ότι αν θα μπορούσα να στείλω μια επιστολή στον αδελφό μου αυτός σίγουρα θα πλήρωνε μερικές χιλιάδες κολονάτα για την απελευθέρωσή μου και ότι οπωσδήποτε διαθέτει τα μέ­σα πραγματοποίησης ενός τέτοιου σχεδίου. «Καλά», απάντησε ο Τούρκος, «γράψε στον αδελφό σου και ζήτησέ του 4000 κολονάτα [2]. Αλλά πρόσεχε», πρόσθεσε με άγριο ύφος, «στην περίπτωση που προσπαθήσεις να με απατήσεις, μόνο και μόνο για να πετύχεις την αναβολή, θα σε κόψουν από κάτω μέχρι επάνω σε κομμάτια». Χωρίς να απαντήσω σε αυτή την απειλή έγραψα την απαιτούμενη επιστολή και την έδωσα στον ντελή πασά. Φαίνεται ότι αυτός ήταν ευχαριστημένος και με ένα πιο καταδεχούμενο ύφος πλέον μου εξάγγειλε ότι έχει πολλή δυσκολία να με σώσει διότι οι Αλβανοί τον έχουν καταγγείλει στον Κιουταχή πασά και θυμωμένοι ζητούν το κεφάλι του. Να μη ανησυχήσω όμως, είπε, θα με πάνε τώρα στους υπόλοιπους αιχμαλώτους που υπάρχουν ακόμη, για να κάνω την ίδια δουλειά με αυτούς, αλλά να μη τους πω ούτε μια λέξη από τη συζήτηση που είχαμε μεταξύ μας, διότι με την πρώτη αναφορά σε αυτή σίγουρα θα μου έκοβαν αμέσως το κεφάλι».

«Στη μεγάλη σκηνή όπου οδηγήθηκα βρήκα 14 από τους άτυχους συντρόφους μου που από χθες έπρεπε να υποβάλλονται με ζήλο στη εξής δουλειά – να βγάλουν το δέρμα από τα κεφάλια των εκτελεσμένων. Αυτό έγινε με τον εξής τρόπο: Πίσω στο κρανίο γίνεται μια τομή και τα κόκαλα και οι χόνδροι εξάγονται προσεκτικά – μετά όλα αλατίζονται πολύ καλά και, όπως συνηθίζεται στην κατασκευή του κόκκινου φεσιού, το δέρμα τυλίγεται επάνω και συμπιέζεται. Μετά τα κρέμασαν στη σειρά σε ένα τεντωμένο σχοινί, κατά δωδεκάδες συρραμμένα μαζί. Οι σύντροφοί μου είχαν φτάσει ήδη σε μια θλιβερή επιδεξιότητα σε αυτή τη τρομερή δουλειά στην οποία έπρεπε τώρα να υποβάλλομαι και εγώ. Όταν αρχικά αρνήθηκα γεμάτος τρόμο, με κακοποίησαν με το πιο άγριο τρόπο, με κτύπησαν και με κλότσησαν στο πρόσωπο, μέχρι που, στην απελπισία μου, αποφάσισα να πράξω το αναπόφευκτο. Ήταν μια φοβερή σύμπτωση ότι το πρώτο κεφάλι που μου έδωσαν στο χέρι ήταν αυτό του πιο πιστού υπηρέτη μου, ενός μουγκού, ο οποίος από μικρό παιδί είχε μεγαλώσει δίπλα μου και μου έχει σώσει πάνω από μια φορά τη ζωή. Αυτός λόγω της τόλμης και της ανδρείας του, ήταν γνωστός σε όλο το ελληνικό στρατό. Έκλαψα σαν ένα παιδί, αλλά παρά ταύτα δεν μπορούσα να προκαλέσω τον οίκτο των απάνθρωπων βασανιστών μου.

Φαντασθείτε τα αισθήματα μου, ξεφώνησε ακόμη τώρα με δάκρυα πόνου στα μάτια του ο συνταγματάρχης, όταν έπρεπε να αρχίσω, κάτω από συνεχείς σφοδρές κακοποιήσεις, την φρικτή εγχείρηση στο κεφάλι του πλάσματος που ήταν ίσως, σε όλο τον κόσμο, το πιο αφοσιωμένο σε μένα. Πέρασα μερικές μέρες εδώ, ενώ το κατασυντριμμένο πόδι μου είχε μετατραπεί μέχρι επάνω σε μια άμορφη φουσκωμένη μάζα μαύρου χρώματος, έτσι ώστε μπορούσα να ελπίσω ότι αυτά τα σημάδια μιας φλεγμονής θα έβαλαν γρήγορα ένα επιθυμητό τέλος στην άθλια ύπαρξή μου. Είχαμε τώρα επεξεργαστεί όλα τα κεφάλια που ήταν συνολικά πάνω από 1200. Μόλις τα είχαμε παραδώσει, όλοι οι σύντροφοί μου, τους οποίους είχαν αφήσει ζωντανούς μόνο και μόνο για να κάνουν αυτή τη δουλειά, οδηγήθηκαν χωρίς καθυστέρηση στην δική τους εκτέλεση, και πριν από την παρέλευση μισής ώρας έριξαν τα κεφάλια εκείνων μπροστά μου και με γέλια μου έδωσαν την διαταγή να ασκήσω τώρα μόνος μου την τέχνη μου σε αυτά.

Μόλις αυτό είχε γίνει ο ντελής πασάς ήρθε πάλι στη σκηνή και μου εξάγγειλε ότι ο αδελφός μου είχε απαντήσει και είχε καταθέσει τα χρήματα έτσι ώστε, την στιγμή της παράδοσής μου, θα μπορούσαν να αναληφθούν με σιγουριά. Μετά δίστασε, σαν να ντρεπόταν να συνεχίσει. Στο τέλος είπε με πολλή ευγένεια ότι λυπάται, αλλά ότι οι επείγουσες καταστάσεις απαιτούν κάτι ακόμη που θα είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μου. Δηλαδή η εκτέλεση του σχεδίου αυτού έπρεπε να γίνει με απόλυτη μυστικότητα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Κιουταχής πασάς είχε δώσει την σιωπηλή έγκρισή του, διότι οι Αλβανοί στασίασαν ήδη εξ αιτίας μου και ζητούν με τέτοια επιμονή το θάνατό μου, που κανείς δεν μπορεί πια να τους το απαρνηθεί επίσημα. «Για αυτό», πρόσθεσε, «πρέπει να απατηθούν και ο μόνος τρόπος που υπάρχει είναι να τους παρουσιαστεί ένα μέρος του κεφαλιού σου με φρέσκα αίματα για να πιστέψουν στο ότι εσύ έχεις σκοτωθεί μαζί με τους υπόλοιπους. Μετά, την νύχτα, θα σε εξαφανίσω κρυφά».

Πριν συνέλθω από την έκπληξή μου λόγω μιας τόσο παράξενης προσφώνησης, δυο δυνατοί άνδρες μ’ έπιασαν από τα χέρια και την ίδια στιγμή ένας τρίτος μου έκοψε με ένα μαχαίρι ξυρίσματος το αριστερό αυτί, το οποίο μου προκάλεσε έναν φοβερά καυτό πόνο. Σαν ένα θηρίο ελευθερώθηκα, αλλά αμέσως οι δυο άνδρες ήθελαν πάλι να με πιάσουν. Ο ντελής πασάς έδωσε όμως ένα σήμα ότι αυτά που έγιναν ήταν αρκετά. Ο ίδιος πήρε με προσοχή το αυτί μου στα χέρια του και έσπευσε έξω από τη σκηνή, ενώ εγώ, μισό αναίσθητος, έμεινα μόνος μου. Κατά τα μεσάνυχτα ήρθαν να με πάρουν, και με έβαλαν, ενώ είχα φοβερούς πόνους, επάνω σε ένα άλογο. Τελικά έφτασα στο λιμάνι όπου ο πλοίαρχος Χάμιλτον με παρέλαβε από τους Τούρκους που με είχαν φέρει εκεί.

Όλοι όπως και εγώ ο ίδιος θεωρούσαμε πως ήταν ένα πραγματικό θαύμα ότι – παρ’ όλη την κατάσταση των πληγών μου που είχαν μείνει για δέκα μέρες χωρίς καμία ιατρική περίθαλψη και παρ’ όλες τις συγκινήσεις που με τάραξαν αυτές τις μέ­ρες – θεραπεύθηκα εντελώς, έτσι ώστε μετά από λίγους μήνες ήμουν πάλι στη θέση να λάβω ενεργό μέρος στην απελευθέρωση της πατρίδας μου που προχωρούσε όλο πιο πολύ. Επίσης τα επόμενα χρόνια δεν είχα ποτέ πια προβλήματα υγείας λόγω αυτού που έπαθα. Ο χειρουργός του πλοίου ήθελε μεν να μου κόψει οπωσδήποτε το βλαμμένο πόδι και με προειδοποίησε ότι θα πεθάνω αν αυτό δεν γίνει, όμως εγώ επέμενα στην άρνη­σή μου, και σε αυτή οφείλω, δόξα στο Θεό, την ευτυχή διατήρηση του πο­διού μου. Μόνο το αυτί που μου λείπει θα μου μείνει για πάντα ως ενθύμιο αυτών των τρομερών καιρών, όπως επίσης μια βαθιά θλίψη για αυτά που πέρασα, που ακόμη σήμερα με γεμίζει συχνά με μια αξεπέραστη μελαγχολία».

Ο συνταγματάρχης ήταν φανερά συγκλονισμένος από την αφήγησή του και μου ήρθε η σκέψη στο νου μου ότι πολλές φορές η πραγματικότητα ξεπερνάει την πιο τολμηρή πτήση της φαντασίας. Πάντως, όποιος γνωρίζει τον συνταγματάρχη Καλλέργη, τον οποίον όλοι εκτιμούν και αγαπούν, όποιος ξέρει την μετριοφροσύνη και την απλότητά του, δεν μπορεί να αμφισβητήσει την απόλυτη αλήθεια της παραμικρής λεπτομέρειας της αφήγησής του, την οποίαν άλλωστε τόσοι ονομαστοί μάρτυρες επιβεβαιώνουν σαν αυθεντική».

 

Υποσημειώσεις


[1] Ο Δημήτρης Καλλέργης ηγείτο τότε, στη μάχη του Φαλήρου, το σώμα των Κρητικών. (Βλ.: Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Ζ’, σ. 726).

[2] Το «κολονάτο» ήταν αυτή την εποχή ένα νόμισμα στην Ανατολή και τη Βε­νετία. Η ονομασία προερχόταν από την πίσω πλευρά του νομίσματος, που έδειχνε τις κολόνες του Ηρακλή. Η αξία του κολονάτου ήταν 6 δραχμές. Δηλαδή ο Τούρκος ζήτησε λύτρα 24.000 δραχμών για τον Καλλέργη.

 

Πηγή


  • Ρεγγίνα Quack Μανουσάκη, « Ήρωες και επεισόδια από την Ελληνική Επανάσταση κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ»,  Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου (Théâtre D’ Épidaure), επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843, δημοσιεύεται στο «Voyage pittoresque en Grèce et dans le Levant  fait en 1843-1844», Λυών,  1867.

 

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

 Το Θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου οικοδομήθηκε στη δυτική πλευρά του Κυνορτίου όρους, στα τέλη της Κλασικής εποχής, γύρω στο 340-330 π.Χ., στο πλαίσιο της γενικής ανοικοδόμησης του ιερού και χρησιμοποιήθηκε τουλάχιστον έως τον 3ο αι. μ.Χ. Το μοναδικό αυτό μνημείο, το τελειότερο και διασημότερο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, το οποίο συνδυάζει την κομψότητα με την τέλεια ακουστική, είναι κατά τον Παυσανία, έργο του Πολύκλειτου (του Νεώτερου), του δημιουργού της Θόλου στο ίδιο ιερό.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

 Γκραβούρες – Ερείπια της αρχαίας Σπάρτης ( Ruins of the dromos in Sparta) –  J. D. Le Roy, 1770.  Χαλκογραφία του Γάλλου αρχιτέκτονα, Julien David Le Roy (1724-1803), ο οποίος ταξίδεψε το 1754 στην Ελλάδα για να μελετήσει και να αποτυπώσει σε σχέδια τα αρχαία μνημεία της.

 

Ερείπια της αρχαίας Σπάρτης ( Ruins of the dromos in Sparta) - J. D. Le Roy, 1770.

 

Ηλιοβασίλεμα πάνω από τα ερείπια της αρχαίας Σπάρτης σε χαλκογραφία του 1770 του J. D. Le Roy. Διακρίνονται διάσπαρτοι σπόνδυλοι κιόνων και στο βάθος ο Ευρώτας. Η θέση του δρόμου μέσα στην πόλη της Σπάρτης αμφισβητείται. Αρχικά αναζητήθηκε στα βορειοδυτικά του ιερού της Όρθιας ή στα ανατολικά κράσπεδα της σύγχρονης Σπάρτης, προς τα βόρεια του ρεύματος της Μαγούλας και δυτικά του Ευρώτα, έξω από το τείχος. Με την σειρά όμως την οποία ακολουθεί ο Παυσανίας, στην περιγραφή του μέσα στην πόλη, συμβιβάζεται περισσότερο η άποψη πως ο δρόμος ήταν στα δυτικά της αρχαίας πόλεως, προς ανατολάς του εκεί ρεύματος της Μαγούλας και μέσα στην περιοχή του τείχους, γιατί παρά τον δρόμο είναι τα γυμνάσια που αναφέρει και που πρέπει να ήταν κτίσματα (με στοές κ.λ.π., τουλάχιστο του Ευρυκλή), το άγαλμα του Ηρακλή, το σπίτι του Μενέλαου κ.λπ.

 Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Read Full Post »

Αναπαράσταση Αρχαίας Ολυμπίας (Representation of Ancient Olympia) – J. van Falke, 1880.  

Στην καταπράσινη κοιλάδα του Αλφειού και του Κλαδέου η αρχαία Ολυμπία, με τους διασημότερους αρχαιολογικούς χώρους σε όλο τον κόσμο, ανάγει την κατοίκισή της στους προϊστορικούς χρόνους και συν­δέει το όνομά της με την ελληνική Μυθολογία. Εδώ ο Πέλοπας νίκησε τον Αιτωλό Οινόμαο σε αρματοδρομία και λατρεύτηκε σαν θεός δίνοντας το όνομά του στην Πελοπόννησο. Το Πελόπειο είναι ο παλαιότερος ναός στον λατρευτικό χώρο της Ολυμπίας. Τόπος των Ολυμπιακών Αγώνων που κατά την παράδοση όρισε ο Ηρακλής ο οποίος και χάραξε τον ιερό περίβολο, η Ολυμπία, εξελίχθηκε σε λατρευτικό κέντρο της αρχαιότητας και σύμβολο της ειρήνης έως τις μέρες μας.

 

Αναπαράσταση Αρχαίας Ολυμπίας (Representation of Ancient Olympia) - J. van Falke, 1880.

 

Οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες χρονολογούνται εδώ από το 776 π.χ. και γινόντουσαν κάθε 4 χρόνια έως το 393 μ.Χ. οπότε και σταμάτησαν με διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου. Στην αναπαράσταση αυτή, του J. van Falke από το βιβλίο του » Hellas und Rom » (1880 περ.), διακρίνουμε τον αρχαιολογικό χώρο ανάμεσα στην κοιλάδα του Κλαδέου ποτα­μού αριστερά και του Αλφειού δεξιά. Στο κέντρο και πίσω διακρίνεται το θέατρο και μπροστά αριστερά το γυμνάσιο. Μπροστά και δεξιά από το στάδιο προβάλλει το Ηραίο, ένας από τους αρχαιότερους γνωστούς δωρι­κούς ναούς των αρχών του 6ου π.χ. αιώνα, σε μια κόχη του οποίου βρέθηκε στις ανασκαφές το άγαλμα του Ερμή του Πραξιτέλη με το μικρό Διόνυσο. Το στρογγυλό κτίσμα στο κέντρο είναι το Φιλιππείο με ιωνι­κό περιστύλιο το οποίο άρχισε να κτίζεται από τον Φίλιππο τον Β μετά την μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.χ. Στα δεξιά της αναπαράστασης διακρίνουμε το στάδιο μπροστά από το οποίο απλωνόταν η εικονιζόμενη στοά της Ηχούς ή Ποικίλη,  η οποία συνέδεε το στάδιο με τον ιερό χώρο της Άλτεως. Στο κέντρο, η αναπαράσταση του δωρικού ναού του Δία μέσα στον οποίο φυλασσόταν το κολοσσιαίο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, έργο του Φειδία, το οποίο και καταστράφηκε το 475 μ.χ. στην Κωνσταντινούπολη.

Το μεγαλύτερο κτίριο της Ολυμπίας είναι το Λεωνιδαίο ιωνικού ρυθμού, που κτίστηκε από τον Νάξιο Λεωνίδη και φιλοξενούσε τους επίσημους προσκεκλημένους των Αγώνων. Οι ανασκαφές στον αρχαιολογικό χώρο άρχισαν το 1823 από τα μέλη της γαλλικής επιστημονικής αποστολής Bluet και Dybouat που συνόδευαν το γαλ­λικό εκστρατευτικό σώμα και συνεχίζονται έως σήμερα.

 

Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Read Full Post »

Γκραβούρες –  Η αρχαία Γόρτυς ή Γόρτυνα, σε λιθογραφία από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Αρχαία Γόρτυς, ( Ruins of Gortys in Arcadia) - Edward Dodwell, 1834

  

Η αρχαία Γόρτυς ή Γόρτυνα (όπως συνήθως ονομαζόταν στα ύστερα χρόνια της αρχαιότητας) βρίσκεται κοντά στην Καρύταινα της Αρκαδίας, δίπλα στο χωριό Ατσίλοχος, στην δεξιά όχθη του ποταμού Λούσιου (παραπόταμου του Αλφειού) που  στον κάτω ρου του ονομάζεται Γορτυνίας. Τον 4ο π.Χ. αι., με το που κτίσθηκε η  Μεγαλόπολις από τον Επαμεινώνδα, οι κάτοικοι της Γόρτυνας συνοίκισαν την Μεγαλόπολη, αλλά η πόλη εξακολούθησε να θεωρείται επίκαιρη θέση για την άμυνα της αρκαδικής ομοσπονδίας και γι αυτό οχυρώθηκε με ισχυρά τείχη και ιδρύθηκαν σε αυτήν δυο ναοί αφιερωμένοι στον Ασκληπιό. Η ακρόπολη προς Β. της πόλης περιλάμβανε ένα θρησκευτικό κέντρο και ένα φρούριο στα νοτιότερα.

Στις ανασκαφές της Γαλλικής  Αρχαιολογικής Σχολής, στην ακρόπολη (το 1941 και 1947-8), βρέθηκαν λείψανα ενός οχυρωματικού περιβόλου με τρεις πύλες και πέντε κυκλικούς προμαχώνες. Το φρούριο κτίσθηκε τον 3ο π.χ. αι., πιθανότατα πάνω σε παλαιότερες οχυρώσεις. Ο δεύτερος ναός του Ασκληπιού διαστάσεων 27μ. βρισκόταν στα νοτιοδυτικά αυτών των οχυρώσεων και μάλλον ήταν αρχαιότερος ίσως του 5ου ή 6ου π.χ. αι.

 

Read Full Post »

 Γκραβούρες – Αρχαία Λυκόσουρα (Lycosoura) – Edward Dodwell, 1834

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Αρχαία Λυκόσουρα (Lycosoura) - Edward Dodwell, 1834

Τα ερείπια της αρχαίας Λυκόσουρας βρίσκονται 22 περίπου χιλιόμετρα από τη Μεγαλόπολη. Βρίσκεται στις νότιες υπώρειες του Λυκαίου όρους. Σήμερα, 1 χμ. βόρεια, υπάρχει ομώνυμο χωριό με πληθυσμό 65 περίπου κατοίκους. Θεωρείται η αρχαιότερη πόλη στον κόσμο (10.000 – 8.000 π.Χ.) Κατά την αρχαιότητα ήταν ιερή πόλη των Αρκάδων. Ήταν μια πόλη γεμάτη φως. Άλλωστε βρίσκεται στο όρος Λύκαιο, που σημαίνει φωτεινό, και δεσπόζει στον Πελοποννησιακό χώρο προσφέροντας μοναδική θέα. Ο Παυσανίας τη χαρακτηρίζει ως την αρχαιότερη απ΄ όλες τις πόλεις που υπήρξαν ποτέ πάνω σε ηπειρωτική ή νησιωτική γη, ως την πρώτη πόλη που είδε το φως του ήλιου, ως την πόλη υπόδειγμα για τη δημιουργία άλλων πόλεων (Παυσανίας VIII,38,1).

Πάνω στο λόφο διακρίνονται λείψανα από την οχυρωματική περίβολο της αρχαίας ακρόπολης, ενώ στα νότια και στα ανατολικά κράσπεδά του, οι ανασκαφές (που άρχισαν το 1889) έφεραν στο φως κατάλοιπα του περίφημου ιερού της Δέσποινας. Στο βουκολικό τοπίο σήμερα, διακρίνονται ερείπια βωμών της Δέσποινας, της Δήμητρας και της Μεγάλης Μητέρας, μιας μεγάλης στοάς, και ένα εκτεταμένο συγκρότημα οικοδομημάτων στα δυτικά του κυρίως ιερού. Στο δυτικό άκρο του ιερού υπήρχε ναός της Δέσποινας, πρόστυλος με 6 δωρικούς κίονες στον πρόναο και δυο στρογγυλά βάθρα γλυπτών εικόνων, όπου υπήρχαν αγάλματα της Δέσποινας, της Δήμητρας, της Άρτεμης και του γίγαντα Άνυτου, έργα του μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα του 2ου  π.χ. αι.

Read Full Post »

Γκραβούρες – Μεθώνη ή Μοθώνη (Methoni or Modon) – Χαλκογραφία του Olfert Dapper, 1688.

Η Μεθώνη ή Μοθώνη ονομάσθηκε έτσι από τον Όθωνα λίθο, ένα βράχο συνέχεια της ακτής, που προχωρεί σαν ύφαλος κάτω από την θάλασσα. Το 1209 την κατέβαλαν οι Βενετοί και την οχύρωσαν με το κάστρο που ακόμα και σήμερα εντυπωσιάζει με τον όγκο του.

 

Μεθώνη ή Μοθώνη (Methoni or Modon) – Χαλκογραφία του Olfert Dapper, 1688.

 

Το 1500 την κατέβαλαν οι Τούρκοι για να την παραδώσουν και πάλι στους Βενετούς μέχρι το 1715, οπότε και την κράτησαν μέχρι το 1828 που απελευθερώθηκε. Στο μόνο μέρος που το κάστρο συνδέεται με την στεριά οι Βενετοί άνοιξαν τάφρο και κατασκεύασαν ξύλινη γέφυρα που αντικαταστάθηκε από τον στρατηγό Μαιζών, με μια πέτρινη με μια πέτρινη με 14 τόξα, η οποία σώζεται μέχρι σήμερα. Το φρούριο έχει πολυγωνικό σχήμα και προσδίδει στην πόλη αρχοντιά. Στο νότιο άκρο του τείχους, μια επιβλητική πύλη βγάζει στην γέφυρα που ενώνει την οχυρωμένη πόλη με το Μπούρτζι, τον οκταγωνικό πύργο που κτίσθηκε από τους Τούρκους μετά το 1500 πάνω σε ένα νησάκι, για να ενισχύσει την προστασία του λιμανιού, με επάλληλες ταράτσες και πολεμίστρες. Η χαλκογραφία του 1688 ανήκει στον Φλαμανδό χαρτογράφο Olfert Dapper.

 

Read Full Post »

Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου – Καλάβρυτα  (Monastery of Megaspelion). Λιθογραφία χρωματισμένη από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του. 

 

Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου – Καλάβρυτα (Monastery of Megaspelion), Edward Dodwell, 1834.

 

Άποψη του φυσικού περιβάλλοντος των Καλαβρύτων και της ιστορικής μονής του Μεγάλου Σπηλαίου. Η μονή της οποίας κτήτορες αναφέρονται οι μοναχοί Συμεών και Θεόδωρος εκ Θεσσαλονίκης είναι κτισμένη μέσα σε σπήλαιο των Αροάνιων Ορέων (Χελμού) και χρονολογείται από το 362 μ.X. όταν ανεγέρθη ο ναΐσκος της Αγίας Ευφροσύνης στη θέση όπου η ομώνυμος βοσκοπούλα ανακάλυψε την εικόνα της Θεομήτορος.

Η μονή ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων το 1285 από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο και εκ νέου το 1641. Ήταν Σταυροπηγιακή, δηλαδή ανήκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στην διάρκεια της επανάστασης του 1821 παρέμεινε αδούλωτη με υπερασπιστές τους Πετμεζαίους. Καταστράφηκε πολλές φορές από πυρκαγιές και το 1943 λεηλατήθηκε από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής. Η εικόνα της Θεομήτορος διασώζεται έως σήμερα στην εκκλησία την αφιερωμένη στην Παναγία την Χρυσοσπηλιώτισσα. Η απεικόνιση είναι λιθογραφία χρωματισμένη με την τεχνική «aqua tinte» από το έργο του E. Dodwell «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece» London 1834.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »