Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Συγγραφέας’

Παπαδριανού Κατερίνα (1951-2019)


 

Κατερίνα Παπαδριανού

Κατερίνα Παπαδριανού

Η Κατερίνα Παπαδριανού-Κόρδαρη γεννήθηκε στο Δρέπανο Ναυπλίου στις 22-09-1951, ήταν παντρεμένη και είχε δύο παιδιά. Τελείωσε το Πάντειο Πανεπιστήμιο και το Παιδαγωγικό Τμήμα της ΣΕΛΕΤΕ. Σπούδασε «Πολιτικές Επιστήμες» στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης.

Στο Παρίσι, συνέβαλε στην ίδρυση του πρώτου «Παιδικού Χωριού S.O.S. Ελλάδας». Για πολλά χρόνια ήταν καθηγήτρια στα Τεχνικά και Επαγγελματικά Λύκεια Αργολίδας και Αρκαδίας. Από το 1995 δημοσίευε άρθρα στις τοπικές εφημερίδες ιστορικού, κοινωνικοοικονομικού περιεχομένου και σχετικά με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και του περιβάλλοντος.

Είχε πάρει τιμητική διάκριση για το διήγημα «1715», δημοσιευμένο στα «ΝΑΥΠΛΙΑΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ» έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων το 2007 και βραβείο για το ιστορικό μυθιστόρημα «1715 – Το τελευταίο φιλί στ’ Ανάπλι», το οποίο κυκλοφόρησε το 2010 από τις εκδόσεις «Μελάνι».

Το 2014 κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο της – ιστορικό μυθιστόρημα – με τίτλο «Ψωροκώσταινα | Η Πανώρια Χατζηκώστα – Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος», έκδοση της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού.

Το 2015 εκδόθηκαν «τα 99 χαΐκού της ψυχής μου», ενώ το 2018 κυκλοφόρησε το ιστορικό της μυθιστόρημα «Οι Νάρκες 1940-1949».

Η Κατερίνα Παπανδριανού συνέβαλε καθοριστικά στην ίδρυση του πολιτιστικού συλλόγου Δρεπάνου «Νίκος Καρούζος», αλλά και στην σύσταση της Ένωσης Λογοτεχνών -Συγγραφέων Αργολίδας της οποίας διετέλεσε πρόεδρος.

Απεβίωσε τα ξημερώματα του Σαββάτου 9 Νοεμβρίου 2019 σε νοσοκομείο της Αθήνας, σε ηλικία 68 ετών.  Για χρόνια έδινε μάχη με την «επάρατη νόσο». Η εξόδιος ακολουθία  τελέστηκε την  Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2019 στις 12 το μεσημέρι στον Ιερό Ναό Αγίου Αδριανού και Ναταλίας, στον τόπο καταγωγής της το Δρέπανο. Η ταφή έγινε στον κοιμητηριακό ναό Αγίων Ταξιαρχών Δρεπάνου.

 

Καλό ταξίδι Κατερίνα 10-11-2019 

 

Τι δηλητήριο

φρικτό και μαρτυρικό

φίδι θα είναι.

 

Πόσες φορές στα 99 χαϊκού της ψυχής της η Κατερίνα διάλεγε λέξεις που ξεχειλίζαν αγωνία. Αλλά και πάλι, πόσες φορές οι ίδιες τούτες λέξεις ξεχείλιζαν υπομονή, επιμονή και δύναμη, χαρακτηριστικά όσων γνωρίζουν πως για τη ζωή χρειάζεται αγώνας, ονειροπόλημα, διάθεση να είσαι και να κάνεις. Γράφει σε ένα άλλο:

 

Με λίγες λέξεις

Φτιάχνεις εικόνες ψυχής.

Ονειρεύεσαι!

 

Ρε Κόνδη! Και που τα γράφουμε όλα αυτά τι γίνεται; Δε θα μείνει τίποτα! Όύτε ανάμνηση σε κάποιους δεν θ’αφήσουμε! Ο αυτοσαρκασμός της ξεπεταγόταν κάθε φορά στις συζητήσεις για κάποιο κείμενο. Πάλευε να βάλει σε σειρά σκέψεις, γεγονότα, πρόσωπα, ημερομηνίες. Βιαζόταν να τα βάλει στο χαρτί, να τα μοιραστεί με τους άλλους. Ίσως γιατί βαθιά μέσα της αισθανόταν πως ο αγώνας ενάντια στο κακό που την χτυπούσε ήταν άνισος, όσο άνιση είναι η αναμέτρηση όλων μας με το χρόνο. Το έγραφε σε ένα άλλο χαϊκού:

 

Ξέρω τη θέση

τα νεκρώσιμα λόγια,

το δρομολόι

 

Και να που σήμερα μας κάλεσε για να μας δείξει τη θέση και το δρομολόι μέχρι το σημείο όπου θα αρχίσει το μεγάλο της ταξίδι. Η Κατερίνα Παπαδριανού στάθηκε, για όλες και όλους εμάς που την γνωρίσαμε από κοντά ή μακριά,  οδηγός θάρρους, αγωνιστικότητας και δημιουργικότητας. Με τα ιστορικά της μυθιστορήματα πάντρεψε την αγάπη της για τον τόπο και τους ανθρώπους του μ’ εκείνη για την έρευνα σημαντικών ιστορικών στιγμών που καταγράφονταν μέσα από πρόσωπα και γεγονότα. Κι αυτή η αγάπη εκφράστηκε με την εργασία της στην εκπαίδευση και με τη συμμετοχή της σε συλλόγους και σε διάφορες ομάδες δημιουργικής κοινωνικής προσφοράς.

Η Κατερίνα ήταν εκείνη που σκέφτηκε και μας παρακίνησε να δημιουργήσουμε έναν κοινό χώρο έκφρασης για τους Συγγραφείς και τους Λογοτέχνες της Αργολίδας. Εκείνη πάλι έδωσε ζωή και επιτυχία στον πρώτο λογοτεχνικό διαγωνισμό που οργάνωσε η Ένωση. Δεν ήταν επίσης τυχαία η επιτυχία των έργων της μέσα και έξω από την Αργολίδα. «Το τελευταίο φιλί στ’ Ανάπλι», Η Ψωροκώσταινα και οι Νάρκες, δεν πρόσφεραν μόνο σημαντικά στοιχεία στη γνώση μας για τις τοπικές κοινωνίες και τη χώρα στο σύνολό της, αλλά μας έδωσαν και πολλές ευκαιρίες να σκεφτούμε, να συζητήσουμε, να συναισθανθούμε την κοινή μας πορεία μέσα στο χρόνο. Να βρούμε ξανά διεξόδους προς την αυτογνωσία μας.

Χαρακτήρας ντόμπρος και αψύς, έδινε στον καθημερινό της λόγο εκείνη την σπάνια καθαρότητα που μπορεί να ξενίζει αλλά δεν προδίδει ποτέ! Κι έπειτα μοιραζόταν, ένιωθε την ανάγκη να μοιράζεται, τις καλές της στιγμές με ένα τραγούδι, ένα χορό, ένα τσίπουρο. Χορεύει ακόμη μπροστά στα μάτια μου στα τσίπουρα του Βαγγέλη, του αδελφού της.

Τι θα μείνει ρε Κόνδη απ’ όλα αυτά; Όλα θα μείνουν και θα μνημονεύονται Κατερίνα! Όλα! Γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο που σήμερα θα σε συνοδέψουμε με χαρά στο νέο σου ταξίδι, παρά το αποκρουστικό και οδυνηρό συναίσθημα ενός βίαιου χωρισμού. Χαρά γιατί σε γνωρίσαμε, γιατί ζήσαμε μαζί, γιατί μοιραστήκαμε, από κοντά ή μακριά,  ιδέες, συναισθήματα, χαρές και λύπες. Γιατί ακόμη και την δύσκολη τούτη ώρα μας δίνεις την ελπίδα της συνάντησης με τους στίχους σου:

 

Τώρα ζηλεύω τους πιστούς

Ανάσταση

Καθώς προσμένουν

 

Καλό ταξίδι αγαπημένη φίλη. Θα βρεθούμε και πάλι γύρω από το μεγάλο τραπέζι της χαράς, απελευθερωμένοι θ’ αγκαλιαστούμε και θα υπακούσουμε στην προσταγή της Ψωροκώσταινας ν’αρχίσουμε χορό! Καλό ταξίδι.

 

Επικήδειος

Γεωργίου Κόνδη

 

Διαβάστε ακόμη: Συνέντευξη της Κατερίνας Παπαδριανού στην Κατερίνα Διακουμάκου

 

Read Full Post »

1715 – Το τελευταίο φιλί στ’ Ανάπλι – Κατερίνα Παπαδριανού


  

1715. Ενετοκρατούμενη Αργολίδα. Ο πειρατής Λιμπεράκης Γερακάρης αλωνίζει στις θάλασσες της περιοχής, οι Ενετοί ολοκληρώνουν τα οχυρωματικά τους έργα στο Παλαμήδι και αρχαιοκάπηλοι από κάθε γωνιά της Ευρώπης καταφθάνουν με τα καράβια τους για να αρπάξουν ό,τι πολυτιμότερο κρύβει μέσα της η ελληνική γη. Οι ντόπιοι στενάζουν κάτω από τη βαριά φορολογία του κατακτητή, τη φτώχια, τις επιδημίες, ενώ οι Τούρκοι ετοιμάζονται να ξαναπάρουν τον τόπο. Και μέσα σε όλη αυτή τη σκόνη του χρόνου και της ιστορίας, δύο νέα παιδιά, ο Αντριάνο και η Κατινιώ, ένα Βενετσιανόπουλο και μια Ρωμιά, ερωτεύονται με έναν έρωτα τρυφερό, απόλυτο, καταστροφικό.

Στο παρόν μυθιστόρημα, η Κατερίνα Παπαδριανού αποδίδει ανάγλυφα τον ελληνικό κόσμο των αρχών του 18ου αιώνα· την ύπαιθρο με τα καπηλειά, τις πόλεις με τους εμπόρους, το λιμάνι του Βιβαριού, την ονειρική Μονεμβασιά και, κυρίως, το Ανάπλιτη Νάπολη ντι Ρομάνια των Ενετών.

Μαζί της ο αναγνώστης γίνεται περιηγητής που χάνεται στα όμορφα στενά της πόλης, θαυμάζει τα υπέροχα κτίρια και τις οχυρώσεις, τον «δυτικό» αέρα που πνέει στα στενά του Ναυπλίου, με τις κυρίες με τα ομπρελίνα, τους νεαρούς Ιταλούς αριστοκράτες και τους καπουκίνους καλογέρους. «Η ιστορία τ’ Αναπλιού μοιάζει με παραμύθι» γράφει στα Ταξείδια του ο Φώτης Κόντογλου.

Έρμαια στις τρικυμίες της «μεγάλης» Ιστορίας, οι μικροί, καθημερινοί άνθρωποι έχουν ωστόσο για τη συγγραφέα μεγαλύτερη σημασία – και το δικό τους παραμύθι είναι αυτό που πρωτίστως μας διηγείται, το φόβο και την ελπίδα τους, τον αγώνα, τη βαθιά τους αγάπη, τη λύπη και την παρηγοριά τους.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΕΛΑΝΙ,  296 ΣΕΛΙΔΕΣ, 15,00 €, ΙΟΥΝΙΟΣ  2010.

Read Full Post »

Το Νέο Βιβλίο του Γιώργου Αντωνίου, «ΣΧΟΛΙΚΗ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ 1880- 1980».


  

Ο Δημοσιογράφος- ερευνητής Γιώργος Αντωνίου, μετά από μια πολύχρονη προσπάθεια αναζήτησης και συλλογής εκατοντάδων φωτογραφιών και ξεχασμένων σχολικών εγγράφων, παρουσιάζει το καινούριο του βιβλίο:

 

 ΣΧΟΛΙΚΗ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ 1880- 1980.

 

Το νέο, ιδιαιτέρως ενδιαφέρον και πρωτότυπο πόνημά του, θα παρουσιάσει στο Άργος και το Ναύπλιο, με την συνεργασία φορέων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Η πρώτη εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στις 5 Ιουνίου 2010, στον όμορφο και ειδικά διαμορφωμένο αύλειο χώρο του Κωνσταντοπούλειου Μεγάρου, στις 8.30 το βράδυ. Στο Ναύπλιο, η παρουσίαση θα επαναληφθεί στις 12 Ιουνίου 2010, στο γνωστό μας ΤΡΙΑΝΟΝ, στην πλατεία Συντάγματος, την ίδια ώρα.

Στις εκδηλώσεις, εκτός από την παρουσίαση του βιβλίου, θα προβληθεί σχετικό ντοκιμαντέρ που συνοδεύει το βιβλίο, αλλά και έκθεση φωτογραφικού και άλλου αρχειακού υλικού.

Στις 260 σελίδες του νέου βιβλίου- λευκώματος, αναδύεται το κοινωνικό και  πολιτιστικό πλαίσιο των τελευταίων εκατό χρόνων, ενώ τα στοιχεία που περιέχει, αποτελούν μια σημαντική συμβολή στην εκπαιδευτική ιστορία του τόπου.

Read Full Post »

Παρουσιάστηκε η νέα ποιητική συλλογή του Σπύρου Κ. Καραμούντζου «Ηλίανθοι»


 

 

Στην κατάμεστη από κόσμο, φίλους της ποίησης και συμπατριώτες, θεατρική αίθουσα του Μπουσουλοπούλειου Γυμνασίου στο Άργος, παρουσιάστηκε το Σάββατο 22-5-2010 η νέα ποιητική συλλογή του Σπύρου Κ. Καραμούντζου «Ηλίανθοι» από τις εκδόσεις «Εκ Προοιμίου». Πρόκειται για το έκτο έργο που παρουσιάζει τιμώντας τα τοπικά γράμματα και εμπλουτίζοντας τα εθνικά με μια βιωματική οπτική που την χαρακτηρίζει η αμεσότητα, το συναίσθημα και η αγάπη για την φύση και τον τόπο του.

 

 

Είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε πως ο Σπ. Καραμούντζος ανήκει στην ομάδα των «ντόπιων λογοτεχνών- ποιητών» και γι’ αυτό η γενέτειρά του η Καρυά αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία στην ποίησή του. Η πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Αλκυόνες» εκδίδεται το 2000 και ακολουθούν τα «Δοξαρίσματα» (2006) και τα «Φυλλοβολήματα – Τετράστιχα» το 2008. Με τη συλλογή αυτή αρχίζει να καταγράφεται πληρέστερα ο νατουραλισμός ως πηγή έμπνευσης αλλά και ως ψυχική διάθεση τάση που θα παγιωθεί αργότερα με τα υπόλοιπα έργα.

 

Ο ποιητής Σπύρος Κ. Καραμούντζος

 

Εικόνες του αγροτικού βίου και πρόσωπα αποτελούν τις εναλλασσόμενες διαστάσεις όπου αρθρώνει τον ποιητικό του λόγο κινούμενος σε γνώριμους χώρους του βιώματος και της εμπειρίας. Ο λόγος του καταγράφει και αναδεικνύει περισσότερο παρά συμβολίζει τις εσωτερικές διαστάσεις του κόσμου του: αξίες, δράσεις, τόπους, διαδρομές. «Τιμές και λούλουδα πολλά/στα ροζιασμένα χέρια/που με κρατούσαν απαλά/με σήκωναν στ’αστέρια» (Ροζιασμένα χέρια, 2006). Συνεχίζει την προσπάθειά του με την έκδοση το ίδιο έτος (2006) της συλλογής «Δροσοσταλίδες – Χάικου», ενώ το 2007 παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα πεζογραφική δουλειά με τίτλο «Λόγια Καρυάς» όπου συνδυάζει λαογραφική καταγραφή και ιστορική έρευνα.

 

Η Κατερίνα Ψυχογιού στην παρουσίαση.

 

Η τελευταία ποιητική συλλογή με τίτλο «Ηλίανθοι» επαναφέρει τον ποιητή Καραμούντζο σε γνώριμες αποχρώσεις του ποιητικού λόγου και δρόμους όπου φύση και αξίες ενός κόσμου που γνωρίζει πολύ καλά συνδυάζονται με τρόπο απλό, κατανοητό, αφτιασίδωτο. Η ρομαντική του διάθεση συναντά τον νατουραλισμό και διαμορφώνουν μαζί πίνακες μιας συμβολικής ζωγραφικής : «Του ήλιου σπόρια έσπειραν/στους γόνιμους κήπους/ και στο λευκό χαρτί/σ’αράδες./ Τα πότισαν, τα σκάλισαν/με υπομονήκαι τέχνη/κι είδαν τα φύτρα με χυμούς/της ποίησης το λόγο/ν’αναζητούν ολημερίς/στον ουρανό το λόγο».

 

Ο εκπαιδευτικός και συγγραφέας Διογένης Μαλτέζος

 

Στη ρομαντική αυτή διάθεση και τον ποιητικό συναισθηματισμό αναφέρθηκε ο πρώτος βασικός ομιλητής που παρουσίασε τη συλλογή ο κ. Διογένης Μαλτέζος, ενώ ο δεύτερος ομιλητής, Μυτιληνιός φιλόλογος Γιάννης Χατζιβασιλείου ανέλυσε περισσότερο τα γλωσσολογικά στοιχεία της ποίησης του Σπ. Καραμούντζου. Προλόγισε το έργο ο Πρόεδρος του Συλλόγου Καριωτών «Αρτεμίσιο» κ. Κ. Τρίχας.

 

Ο Νικόλας Ταρατόρης και η Βασιλική Πιπέρου - Λάμπα της Αργολικής Πολιτιστικής Πρότασης

 

Ο Νικόλας Ταρατόρης και η Βασιλική Πιπέρου – Λάμπα της Αργολικής Πολιτιστικής Πρότασης ανέλαβαν με εξαιρετική επιτυχία τη δραματοποίηση μέρους της συλλογής, ενώ η Κατερίνα Ψυχογιού είχε την επιμέλεια της παρουσίασης. Την επιμέλεια της βραδιάς  είχε η εταιρεία επικοινωνίας και δημοσίων σχέσεων ALPHA LINE.

 

Ο ποιητής Σπύρος Κ. Καραμούντζος

 

Παρόντες ο Δήμαρχος Άργους κ. Β. Μπούρης, ο Αντιδήμαρχος κ. Γ. Αναγνώστου μιας και η ΔΗΚΕΠΑ συνδιοργάνωσε την εκδήλωση, δημοτικοί σύμβουλοι, ο κ. Δ. Καμπόσος, ο κ. Κ. Τσούρνος και όλα τα ΜΜΕ της Αργολίδας. Επίσης παρόντες ο κ. Π. Ουλής των εκδόσεων «Εκ Προοιμίου» και ο κ. Α. Τσάγκος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης, εμψυχωτές της έκδοσης, πράγμα που ανέφερε πολλές φορές ο κ. Καραμούντζος. Η βραδιά συνεχίστηκε στον αύλειο χώρο της αίθουσας όπου το κρασί που προσφερόταν φρόντισε να οργανώσει μια χαρούμενη συνάντηση με κεφάτες συζητήσεις.

 

Read Full Post »

Ο Διαφωτιστής  του  Έθνους  Γεώργιος Μάρκος Τερτσέτης (1800 – 1874) στο  Ναύπλιο


 

Αποθανατισμένη στο λευκό μάρμαρο, η μορφή του Γεωργίου Μάρκου Τερτσέτη, από τους τελευταίους μεγάλους διαφωτιστές του Έθνους των Ελλήνων, κοσμεί, συντροφιά με την προτομή του Αναστασίου Πολυζωίδη (1803-1872), την είσοδο του Δικαστικού Μεγάρου Ναυπλίου. Τους λόγους της τιμητικής αυτής διάκρισης σε ένα από τα πιο κεντρικά σημεία της αργολικής πρωτεύουσας θα αναφέρουμε ευθύς αμέσως.

Προχωρώντας στην οδό Φωτομάρα που οδηγεί από την Πύλη της Ξηράς στο κέντρο της παλαιάς πόλης και λίγο πριν αντικρύσουμε τον επιβλητικό τρούλο της καθολικής εκκλησίας, στην οποία ο υπογράφων έχει την τιμή να υπηρετεί ως επίτροπος από το 1988, η κάθετος επί της Φωτομάρα οδός φέρει την υπογραφή «Τερτσέτου», αντί του ορθού «Τερτσέτη», που έτσι κι αλλιώς αγνοούν οι περισσότεροι των δημοτών.

Παλαιότερα είχαμε κάνει πρόταση αναγραφής επί των πινακίδων των οδών της κύριας ιδιότητας των ανδρών και γυναικών των οποίων φέρουν το όνομα. Κάτι το οποίο γίνεται στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, όχι όμως και στη δική μας. Τουλάχιστον, όμως, όσον αφορά στον Τερτσέτη, οι αναγνώστες των «Ναυπλιακών Αναλέκτων» θα έχουν την ευκαιρία να τον γνωρίσουν από την σύντομη παρουσίασή του, με ιδιαίτερη βέβαια έμφαση στην τριετία 1832-1834 την οποία πέρασε στο Ναύπλιο, διδάσκοντας στο «Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο» και υπερασπιζόμενος τον Κολοκοτρώνη και άλλους αγωνιστές του Εικοσιένα που, ο εισαγγελέας του Βασιλείου Εδουάρδος Masson, επιθυμούσε να δει στο εκτελεστικό απόσπασμα. Καταδίκη που δεν εκτελέστηκε εν πολλοίς χάρη στον Πολυζωίδη και Τερτσέτη.

  

Γεώργιος Μάρκος Τερτσέτης


 

 

Ο Γεώργιος Τερτσέτης, όπως απεικονίζεται σε προσωπογραφία, που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη της Βουλής.

Διαπρεπής πεζογράφος και ποιητής, δάσκαλος και δικαστής αρχειοφύλακας και ιδρυτής της βιβλιοθήκης της Βουλής, ο ζακυνθινός Γεώργιος Μάρκος Τερτσέτης συγκαταλέγεται στη χορεία των τελευταίων μεγάλων διαφωτιστών του Έθνους κατά την πεντηκονταετία  που ακολούθησε την απελευθέρωσή του από τον οθωμανικό ζυγό. Τον τίτλο αυτό οφείλει στα πολυάριθμα  πεζά και έμμετρα πατριωτικά του συγγράμματα, στις παραδόσεις του μαθήματος της ιστορίας στο «Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο» Ναυπλίου (1832-1833), το οποίο στεγαζόταν στο κτίριο του σημερινού Παραρτήματος του Πολεμικού Μουσείου, και στους πανηγυρικούς λόγους που εκφωνούσε στη Βουλή των Ελλήνων κατά τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου από το 1846 έως το έτος εκδημίας του το 1874.

Ιδιαίτερη τιμή περιποιεί ο άνδρας αυτός στους καθολικούς το θρήσκευμα Έλληνες. Βαπτίσθηκε κα γαλουχήθηκε στα ιδανικά του Ευαγγελίου και νυμφεύθηκε την επίσης καθολική Αδελαΐδα  Germain, δασκάλα γαλλικών των παιδιών της οικογένειας Σούτσου, με την οποία απέκτησε τον Σπυρίδωνα, ο οποίος σταδιοδρόμησε διπλωματικά στη Γαλλία.

Παράλληλα με το καθολικό του δόγμα, ο Γ. Τερτσέτης υπήρξε «οικουμενιστής» πριν την ώρα. Άνθρωπος που γνώριζε να παραβλέπει τα δευτερεύοντα στη θρησκεία και να δίνει σημασία στα ουσιαστικά του χριστιανισμού διδάγματα, όπως την πίστη στον τριαδικό Θεό, το απολυτρωτικό έργο του Σωτήρος Ιησού Χριστού και στα πρωτεία της αγάπης για την οποία γράφει: «Η αγάπη ριζώνει εις τα στήθη εκείνων οι οποίοι προσκυνούν την αυτήν θεότητα, οι οποίοι κυβερνώνται από έναν νόμον ιερόν, δεν χωρίζονται σε έθνη, Άγγλοι, Γάλλοι, Ρώσσοι, Γερμανοί, Αμερικανοί, Έλληνες, αλλά μορφώνουν ένα γένος των Χριστιανών»[1].

Ο Γεώργιος Μάρκος Τερτσέτης, του Ναθαναήλ και της Αικατερίνης Στρούζα, γεννήθηκε στην πόλη της Ζακύνθου στις 4 Νοεμβρίου 1800. Βαπτίσθηκε στις 25 του ιδίου μήνα στην καθολική εκκλησία του Αγίου Μάρκου από τον ιερέα Νικόλαο Renaud και με ανάδοχο τον Νικόλαο Κοργιανίτη[2].

Γιατρός το επάγγελμα με σπουδές στη Δύση, ο Ναθαναήλ Τερτσέτης άνηκε σε οικογένεια η οποία καταγόταν από την πόλη La Ciotat, κοντά στη Μασσαλία της γαλλικής Προβηγκίας. Ο πρόγονος του Ιάκωβος Tertset, έμπορας, εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο με το γιο του Ιωάννη το 1615. Τρεις από τους απογόνους του ο Αντώνιος (†1778), ο Νικόλαος (†1790) και ο Αναστάσιος  (†1885) , υπηρετήσαν ως ιερείς, την καθολική κοινότητα Ζακύνθου.

Τα ελληνικά και ιταλικά γράμματα διδάχθηκε μαζί με τον νεότερο αδελφό του Νικόλαο , στο ιδιωτικό Σχολείο του Σπύρου Μερκάτη. Τις σπουδές του συνέχισε στη Δημόσια Σχολή Ζακύνθου. Από τον ιταλό καθολικό ιερέα Λαυρέντιο Di San Remo, έμαθε τα λατινικά.

Ακόμη πιο σημαντικός ήταν για τον Τερτσέτη ο επίσης καθολικός ιερωμένος Ιωάννης Βαπτιστής Moratelli, για τον οποίο γράφει ο συμμαθητής του Ερμάνος Λουντζής:

«Ένθερμος φιλέλλην, ο Moratelli, οσάκις ευρισκόμεθα εις τον τόπον όθεν εβλέπαμεν την απέναντι Πελοπόννησον, τότε υπό των Οθωμανών καταπιεζομένην, έμπλεος ενθουσιασμού αυτοσχεδίαζε στίχους πότε μεν ελεεινολογών την πτώσιν πότε δε προσδοκών την έγερσιν της Ελλάδος. Τοιουτοτρόπως διήγειρεν εν ταις νεαραίς καρδίαις των μαθητών, τον έρωτα της πατρίδος και της ελευθερίας, προς τον οποίον σκοπόν έτεινεν και άπασα η διδασκαλία του. Από τον ξένον έμαθον πρώτη φορά ότι ανήκω εις έθνος ένδοξον»[3].

Περισσότερα για την επιρροή που εξάσκησαν στον έφηβο Τερτσέτη οι ιερωμένοι διδάσκαλοι του Moratelli  και  San Remo, γράφει  ο Γ. Βαλέτας: «Η επίδραση του Μορατέλλι στον Τερτσέτη ήταν σημαντική και καθορίζει την κατοπινή του ιδεολογική πορεία. Σημαντική επίσης, από  θρησκευτική πλευρά, ήταν παράλληλα με την καθολική του ανατροφή, η επίδρασή του Λορέντζο Σαν Ρέμο, καθολικού παπά και κατηχητή. Αυτός το είχε και στο αίμα του, αν κρίνουμε απ’ τους παπάδες της γενιάς του – του στάλαξε βαθειές χριστιανικές αρχές, τον έβαλε στο νόημα του χριστιανισμού,  της αγάπης και της ανθρωπιάς.

Η πνοή της θρησκευτικότητας που βρίσκεται στους λόγους του, καθώς και η ρητορική διδαχτική του ροπή, είναι γεννήματα της καθολικής του ανατροφής, ποτισμένης και μαγεμένης απ’ το κήρυγμα και τη διδαχή της δυτικής εκκλησίας κι απ’ τα θρησκευτικά καθολικά του αναγνώσματα σ’ αυτή την ηλικία. Θα είχε διαβάσει τον πατριώτη του Λίτινο, άλλους καθολικούς διδαχτάδες, όπως ο Ροδινός κ.λ.π.

Δημοτικιστές αυτοί, κατηχούσαν με την ποίηση και την ρητορική τους. Γιατί ο Τερτσέτης στην ουσία του είναι και μένει ένας κατηχητής, ένας διδαχτής. Και η λογογραφία του, η αθεράπευτη μανία του να μιλάει στο κοινό, να ζητάει και να δημιουργεί ακροατήριο κάθε τόσο, να πιστεύει πως ο λόγος και η  κατήχηση είναι μια αποστολή για κάθε άνθρωπο, όλα αυτά και άλλα τα βρίσκουμε στη γλώσσα και στη ρητορική του σταλαγμένα. Από την θρησκευτική του αγωγή έχουν την αρχή τους. Ο Σαν Ρέμο άφησε σημάδια αξέγραφτα που σε λίγο κοντά στο Βαρβιέρη, θα τυπωθούν βαθύτερα στην ψυχή του και θα μορφώσουν οριστικά τον εσωτερικό του κόσμου[4] .

Τον Οκτώβριο του 1816, ο Ναθαναήλ Τερτσέτης έστειλε τον πρωτότοκο γιο του στην Πάδοβα της Ιταλίας για να σπουδάσει Νομικά στο φημισμένο από το μεσαίωνα Πανεπιστήμιό της, στο Πανεπιστήμιο που ανέδειξε κατά την Τουρκοκρατία εκατοντάδες ελλήνων επιστημόνων, κυρίως Επτανησίων και Αιγαιοπελαγιτών. Πριν αναχωρήσει για την Πάδοβα ο καθολικός Επίσκοπος Ζακύνθου Αλοΰσιος Σκάκοτς, δαλμάτης την καταγωγή εφοδίασε τον Γεώργιο με την ακόλουθη συστατική επιστολή  της 26 Νοεμβρίου 1816: «Ο ευγενής κ. Γεώργιος Μάρκος Τερτσέτης, νόμιμος υιός του ευγενούς κ. Ναθαναήλ, δόκτορος της ιατρικής, καθολικού δόγματος και με έμφυτες καλές διαθέσεις, ανταποκρίνεται στην καθολική πίστη και έχει κάνει προόδους στις σπουδές του. Επειδή αναχωρεί στην Ιταλία, του χορηγείται η παρούσα συστατική επιστολή»[5].

Από τους καθηγητές του στην Πάδοβα, για την οποία διατήρησε τις καλύτερες των αναμνήσεων εφόσον υπήρξε η πραγματική του τροφός (Alma Mater), με πολύ σεβασμό μνημονεύει τον διάσημο καθηγητή των Λατινικών, της Ρητορικής και του Δικαίου Ιωσήφ Barbieri. Χάρη κυρίως σ’ αυτόν, οι καρποί που έδρεψε κατά την πενταετή παραμονή του στη Πάδοβα (1816 – 1820), ήταν ποσοτικά άφθονοι και ποιοτικά άριστοι. Γράφει επ’ αυτού ο ειδικός J. Bouchard, καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Concordia του Μόντρεαλ (Καναδά): «Πρέπει να σημειώσουμε πρώτα την επίδραση του θρησκευτικού του παράγοντα. Ο Τερτσέτης γεννήθηκε και ανατράφηκε καθολικός αλλά σε χώρα ορθόδοξη. Στην  Ιταλία βρίσκει ένα περιβάλλον όπου το θρήσκευμα του επιτρέπει να αισθάνεται πιο άνετα από όλους τους συμπατριώτες του – χτυπητή είναι η διαφορά με τον Ερμάνο Λούντζη, που είχε αισθανθεί κάθε στιγμή πως είναι αλλόθρησκος στην Ιταλία. Κι αυτό παρά το ελεύθερο κλίμα που εξαπλώνεται. Η θρησκευτική εμπειρία του Τερτσέτη στην Ιταλία σημαδεύεται από τον φιλελεύθερο καθολικισμό. Η προοδευτική αυτή πτέρυγα, που συνδυάζεται με την ρομαντική εξόρμηση, πρεσβεύει μιαν εμβάθυνση της θρησκευτικής ζωής, η οποία, με τη χαλάρωση του δογματισμού, προέβαλε την ανεξιθρησκεία και τελικά τον αδιαφορισμό, όπως γράφει ο πάπας Γρηγόριος ΙΣΤ’ στην εγκύκλιο «Mirari Yos» (1832).

Ο κοινωνικός και πολιτικός φιλελευθερισμός έχει συχνά για βήμα τον άμβωνα. Η εκκλησιαστική ρητορεία εγκαταλείπει τις θεολογικές υψιπέτειες  και ασχολείται με τα ανθρώπινα. Η αισθηματολογία υπερέχει, ενώ οι δημοκρατικές αρετές χριστιανίστηκαν. Ο καθολικισμός αυτός, με ανθρωπιστικά ιδανικά, διέπει το πνεύμα του νεαρού Τερτσέτη, ο οποίος αργότερα θα μιλήσει συχνά για τον χριστιανισμό αποφεύγοντας όμως πάντοτε να προσδιορίσει τη δογματική του στάση. Μολονότι φαίνεται δύσκολο να προσδιορίσουμε ακριβώς τι οφείλει ο Τερτσέτης στους καθολικούς ιεροκήρυκες για τη διαμόρφωση της ρητορικής του τέχνης, και ποια θα είναι η αγγλική επίδραση ύστερα, μπορούμε εύκολα να υποθέσουμε πως η πρώτη διδασκαλία του Motarelli  και Barbieri στάθηκε αποφασιστική: καθολικοί ιεροκήρυκες καλλιέργησαν τη ρητορική έκθεση των ιδεών στον Τερτσέτη και στις εκκλησίες, σχεδόν αποκλειστικά, άκουσε ζωντανά δείγματα ρητορείας στα νεανικά του χρόνια»[6].

Μετά την απόκτηση του πτυχίου του και αφού εν τω μεταξύ είχε δημοσιεύσει τα πρώτα ιταλικά του ποιήματα στο Μιλάνο, ο Γ. Τερτσέτης επέστρεψε στη Ζάκυνθο στις αρχές του 1821, όταν σύσσωμος ο Ελληνισμός ζούσε στον παλμό της επανάστασης για την αποκατάσταση της εθνικής του ανεξαρτησίας. Αφού μυήθηκε στην Φιλική Εταιρία, έφυγε μυστικά στην απέναντι της Ζακύνθου ηπειρωτική ακτή (Κάλαμος Ακαρνανίας) για να πολεμήσει τον εχθρό.

Αρρώστησε όμως και αναγκάστηκε να γυρίσει στο νησί του, όπου έγινε μέλος της φιλολογικής συντροφιάς του ανερχόμενου Διονυσίου Σολωμού. Σ’ αυτήν ανήκαν διαπρεπείς λόγιοι, όπως ο πρωτοξάδελφος του Τερτσέτη Αντώνιος Μάτεσις, ο γνωστός συγγραφέας του πολυπαιγμένου δράματος «Βασιλικός»[7], ο Νικόλαος Λούντζης,  ο Γαετάνος Grassetti, ο Παύλος Μερκάτης, ο Σπυρίδων Τρικούπης κ. ά. Ήταν η εποχή που ο Σολωμός έγραφε τον «Ύμνο στην Ελευθερία», ο Μάτεσις το Δημοτικιστικό Μανιφέστο και ο Τερτσέτης δημοτικά ποιήματα για τα Ψαρά και το Φώτο Τζαβέλλα[8].

Το 1828, πιεζόμενος από την επιθυμία να συμμετάσχει στον αγώνα που έφθανε σε αίσιο τέλος, έφυγε στο Μεσολόγγι. Εκεί υπηρέτησε για δυο χρόνια τον άγγλο φιλέλληνα στρατηγό Ριχάρδο Church. Στις 24 Απριλίου 1828, επέτειο των φονευθέντων στους Τρεις Πύργους, απήγγειλε στο στρατόπεδο Μύτικα  τον πρώτο πατριωτικό του λόγο. Στο Μύτικα επίσης εξεφώνησε επικήδειο λόγο του άγγλου φιλέλληνα Hastings, που έμεινε ανέκδοτος λόγω των τολμηρών μαχητικών του θέσεων.

  

Στο Ναύπλιο 1832 – 1834  


 

Ναύπλιο, υδατογραφία, πρώτο μισό 19ου αιώνα

Μετά την ίδρυση ανεξάρτητου Ελληνικού Βασιλείου το Φεβρουάριο του 1830, ο Γ. Τερτσέτης ταξίδεψε στην Αίγινα, όπου λειτουργούσε το ιδρυμένο από τον Ι. Καποδίστρια πρώτο δημόσιο εκπαιδευτήριο στο οποίο πρόσφερε τις υπηρεσίες του.

Το χειμώνα του 1832, διορίστηκε καθηγητής ιστορίας, γεωγραφίας και λατινικών στο νεοϊδρυμένο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο του Ναυπλίου, πρόδρομο της Σχολής Ευελπίδων Αξιωματικών, η οποία λειτούργησε στην Αθήνα μετά την επιλογή της σε πρωτεύουσα του Βασιλείου, το Δεκέμβριο του 1834.

Την εκλογή του όφειλε στον συνταγματάρχη Εδουάρδο Pheineck, πρώτο διευθυντή της Σχολής, για τον οποίο γράφει στο περιοδικό «Ρήγας» τ. Δ’ (Μάϊος 1845): «… Νιώθω εις την καρδίαν μου βαθυτάτην αγάπην και ευγνωμοσύνην προς τον τιμιώτατον άνδρα, αγωνιστήν φιλέλληνα κ. Ρεϊνέκ, ο οποίος ήταν διευθυντής της Σχολής και με είχε αυτός διορίσει εις την ειρημένην θέσιν…».

Πολλές ομιλίες και παραδόσεις του στο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο χάθηκαν μαζί με άλλα πολύτιμα χειρόγραφά του, στο σεισμό που έπληξε τη Ζάκυνθο τον Αύγουστο του 1953. Έξι ωστόσο παραδόσεις του είχαν δημοσιευτεί το 1832, στη Ναυπλιακή «Εθνική Εφημερίδα», μεταξύ των οποίων και ο πρόλογος επί τη ενάρξει των μαθημάτων στις 31 Μαΐου 1832.

Τα κείμενα αυτά είναι γραμμένα στην αρχαΐζουσα, όχι επειδή έτσι το ήθελε ο πεπεισμένος οπαδός της γλώσσας του λαού, αλλά επειδή το επέβαλε ο κανονισμός της Σχολής. Στην ίδια «Εθνική Εφημερίδα» δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 1832, το μακρόσυρτο επικολυρικό ποίημα «Ο Χορός των Οπλαρχηγών και η νύχτα του Μαΐου», το οποίο δεν υπέγραψε για τον απλούστατο λόγο ότι ήταν γραμμένο στη δημοτική.

Πάντα στην ίδια Εφημερίδα και σε αρχαΐζουσα βέβαια γλώσσα, ο Τερτσέτης δημοσίευσε ενυπόγραφα το καλοκαίρι του 1832, λόγο επί τη ανακομιδή των λειψάνων του Δημητρίου Υψηλάντη τοποθετηθέντων στο επί τούτου ανεγερθέν μνημείο, στην πλατεία του στεγαζομένου στο κτίριο του πρώτου Γυμνασίου της Ελλάδος, σημερινού Δημαρχείου.  

Βασιλεύς Όθων

Κατά την τριετή παραμονή του στο Ναύπλιο, ο Τερτσέτης έγγραψε επίσης τα έμμετρα δημοτικά «O Ιμπραΐμης και ο Κιουταχής» , «Ο μορφονιός αγάπησε…» και τον ύμνο στον Όθωνα «Φίλημα», με τον υπότιτλο «Δοκίμιον Εθνικής Ποιήσεως»[9].

Από τα δημοσιευμένα κείμενα των παραδόσεων του, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι πρόκειται για ολοζώντανες αφηγήσεις, ικανές να διεγείρουν διαρκώς το ενδιαφέρον των ακροατών. Ο εμπνευσμένος λόγος του πάλλεται από πατριωτικό ενθουσιασμό αυθόρμητα μεταδιδόμενο στους μαθητές. Κατά το αρχαιολογικό ρητό «πάσα επιστήμη αρετής χωριζομένη κακία μάλλον ή σοφία φαίνεται», δεν παύει να «κηρύττει» την αρετή παράλληλα με την προσφορά γνώσεων. Γεννημένος παιδαγωγός, όπως το απέδειξε με τη μεταγενέστερη υπηρεσία του στη Βουλή των Ελλήνων, καθοδηγεί τους νέους αξιωματικούς του νεοσύστατου Ελληνικού Βασιλείου στην αγάπη της πατρίδας και στην αποφυγή ό,τι μπορεί να τη βλάψει, όπως η διχόνοια που τόσα δεινά επεσώρευσε στον τόπο.

Παραδείγματα δίνει τόσο από την αρχαία όσο και από την σύγχρονη Ελλάδα με κορωνίδα το Εικοσιένα. Αρχαία και Νέα Ελλάδα αποτελούν την συνέχεια της ίδιας ιστορικής αλυσίδας. Ο αρχαιοελληνικός φιλοσοφικός στοχασμός  και η χριστιανική πίστη συνιστούν, κατά το Ντίνο Κονόμο, τα κύρια χαρακτηριστικά του ανήσυχου και άγρυπνου πνεύματός του.

Τη διδακτική προσφορά του, στο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο, σφράγισε ο Τερτσέτης με την ομιλία του για την έναρξη των εξετάσεων στις 27 Οκτωβρίου 1833, η οποία δημοσιεύτηκε σε ξεχωριστό φυλλάδιο: «Παρήλθον εξ έτη αφ’ ότου κατεβλήθησαν τα θεμέλια του στρατιωτικού τούτου σχολείου. Και έκτον ήδη τα δώματα ταύτα αντηχούν υπό των νέων μαθητών τας εξετάσεις. Εις εποχήν επαναστάσεως, έγιναν τα προλαβόντα γυμνάσια. Το ενεστώς όμως πρώτον τούτο, γίνεται εις ημέραν ελευθερίας. Συγχαίρω υμάς, ω νέοι, συγχαίρω υμάς και την πατρίδα δια την τύχην σας ταύτην…».

Στην ίδια ομιλία μνημονεύει τους Φιλέλληνες του Εικοσιένα, τους οποίους ποτέ δεν λησμονούσε: «Πολλοί ένδοξοι Ευρωπαίοι, ακολουθούντες την τελευταία ορμήν της καρδίας των, έδραξαν την ρομφαίαν και έδραμον να μας βοηθήσουν εις την τρομεράν πάλην και τα σώματά των κείνται πλησίον των πεσόντων Ελλήνων εις πολλάς μάχας ενδόξους, ως ιεραί απαρχαί εις τον θεόν του δικαίου πολέμου και ως τρόπαιον δόξης δια το Έθνος μας. Εις την πορωτάτην Αμερικήν, τα αγαπητά εκείνα τέκνα της ελευθερίας, εθέσπισαν ως οι αρχαίοι προπάτορές μας, επικηδείους τιμάς εις πράον τινά και ισχυρόν Έλληνα, ήρωα φονευθέντα προς τα μεθόρια της Αιτωλίας…

Τελειώνω τέλος πάντων τον λόγον, και στρέφομαι προς σας, ω μαθηταί, και σας λέγω ότι η τύχη σας θέλει είσθαι λαμπρά και αν περιοριστείτε εις ό,τι νομίμως δύναταί τις να ελπίσει από εσάς. Διότι ή θέλετε ζήσει ως δίκαιοι ή θέλετε αποθάνει ως ήρωες, και εις τας δύο περιπτώσεις θέλετε θαυμαστεί και επαινεθεί από τους συγχρόνους σας και τους μεταγενεστέρους. Και εις τον άλλον κόσμον, πλέον αθάνατον από τον παρόντα, θέλετε απολαύσει τα βραβεία τα οποία δίδονται εις εκείνους οίτινες υπηρέτησαν καλώς την πατρίδα».

Ήταν το κύκνειο άσμα του στο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο. Με το ίδιο πνεύμα ξανάρχισε μια δεκαπενταετία αργότερα, τις ομιλίες του στη Βουλή των Ελλήνων.

  

Δικαστής


 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, 1830.

Το Σεπτέμβριο του 1833, ο ζακυνθινός δάσκαλος αλλά και πτυχιούχος της Πάδοβας στην επιστήμη του Δικαίου διορίστηκε από την Αντιβασιλεία των βαυαρών δικαστής στο Ναύπλιο και μάλιστα εν όψει της πολύκροτης δίκης του Γέρου του Μωρηά, του Πλαπούτα, και άλλων αγωνιστών του Εικοσιένα.

Πίστευε η Αντιβασιλεία ότι, ο μέχρι τότε υμνητής του ανήλικου Όθωνα, θα ήταν πειθήνιο όργανό της στην προγραμματισμένη από αυτήν καταδίκη των ελευθερωτών της Ελλάδος. Έπεσε όμως οικτρά έξω. Μόνο κριτήριο στις αποφάσεις του, όπως εξάλλου και ο ισάξιος του Α. Πολυζωΐδης, είχε ο Τερτσέτης το δίκαιο και τη φωνή της συνείδησής του. Για να μείνει σ’ αυτά πιστός, προτίμησε να επισύρει επ’ αυτού τη μήνι του Σκώτου εισαγγελέα, ο οποίος φρόντισε να απολύσει τους δύο σωστούς λειτουργούς της Θέμιδας. Δυστυχώς δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά στην πολυτάραχη ιστορία της νεοελληνικής δικαιοσύνης.

Η δίκη άρχισε στις 7 Μαρτίου 1834 και τελείωσε στις 24 Μαΐου του ιδίου έτους. Ο πρόεδρος Πολυζωΐδης και ο δικαστής Τερτσέτης παλαιός πολέμιος των κατηγορουμένων ο πρώτος και  φιλοβασιλικός ο δεύτερος στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων: Έκριναν τους κατηγορουμένους αθώους, ενώ οι τρεις άλλοι δικαστές τους καταδίκασαν εις θάνατο, που ευτυχώς μεταβλήθηκε σε ισόβια κάθειρξη στο Παλαμήδι και εν συνεχεία σε απονομή χάριτος από τον ενηλικιωθέντα Όθωνα[10].

Γράφει ο εισαγγελέας πρωτοδικών Ιωάννης Ζεγκίνης σε μελέτη του για τον Γ. Τερτσέτη, εκδοθείσα το 1960 από την «Εταιρία Προστασίας Αποφυλακιζομένων Πρεβέζης»: «Εν τω προσώπω του Γ. Τερτσέτη, επάλαισαν το μεγαλείον της δικαιοσύνης  με τας πολιτικάς πιέσεις και την βίαν και ενίκησεν το μεγαλείον του δικαίου. Ο Τερτσέτης ύψωσε το ηθικό ανάστημά του κατά της Αντιβασιλείας. Ο Τερτσέτης κατέστη τηλαυγής φάρος. Είναι υπόδειγμα ασπίλου δικαστικού χαρακτήρος. Υψηλόν παράδειγμα δικαστικής συνειδήσεως και ελευθερίας της σκέψεως, εκραύγασε προς την βίαν της εξουσίας: «Δεν σε φοβούμαι. Η ηθική μου δύναμις είναι υψηλοτέρα της ευτελείας σου».

Στις 28 Μαΐου 1834, ο φανατικός Επίτροπος Επικρατείας, ο εισαγγελέας Εδουάρδος Masson, κατήγγειλε τους δυο αγέρωχους δικαστές «ως ενόχους αρνήσεως υπηρεσίας και παραβιάσεως της εχεμυθείας περί την ψηφοφορία του δικαστηρίου». Απολογήθηκαν αλλά η απόφαση ήταν προειλημμένη. Επαύθησαν από το δικαστικό τους λειτούργημα και ο μεν Πολυζωΐδης εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ο δε Τερτσέτης αυτοεξορίστηκε για έξι χρόνια πρώτα στο Λονδίνο και εν συνεχεία στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε μαθήματα διαπρεπών καθηγητών, φιλολόγων και φιλοσόφων, όπως των Lenormand, Rossi, Michelet, Ampère κ. ά. Τον Αύγουστο του 1843, πήρε το δρόμο του γυρισμού μέσω Ρώμης.

Καθ’ οδόν πληροφορήθηκε την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και την κατοχύρωση των συνταγματικών ελευθεριών των Ελλήνων. Στην Αθήνα δημοσίευσε την «Απολογία», που είχε αναγνώσει στο Ναύπλιο στις 24 Σεπτεμβρίου 1834, το μαχητικό περιοδικό «Ρήγας» από το Νοέμβριο του 1843 έως το Μάιο του επομένου έτους. Για την απολογία του στη δίκη Κολοκοτρώνη, γράφει ο Γ. Βαλέτας:

«Η Απολογία αυτή δεν ήταν μια προσωπική υπόθεση. Ήταν μια μάχη ηθική, μάχη εθνική. Ξέσπασμα πατριωτισμού, καταρράχτης Εθνικισμού, ηφαίστειο κατηγορίας που με τους μύδρους του χτύπησε την αυθαιρεσία και την αδικία των Βαυαρέζων. Περισσότερο από δική του Απολογία, είναι μια διαμαρτυρία του κατατρεγμένου λαού. «Ποιος είσαι εσύ, φωνάζει σε μια στιγμή στο Μάσσωνα, που παίζεις με ημάς στη γη της γεννήσεώς μας. Αλλού ειρωνεύεται, αλλού βροντοφωνάζει και κατηγορεί»[11].

Στον «Ρήγα», ο Τερτσέτης καταφέρεται εναντίον της ξενοκρατίας και των αυθαιρεσιών των διοικούντων. Μαστιγώνει τη λογιωτατοκρατία και την πονηροκρατία. Διεκτραγωδεί την εγκατάλειψη των αγωνιστών του Εικοσιένα  και την οικτρή οικονομική τους κατάσταση. Δημοσιεύει βιογραφίες λιγότερο γνωστών αγωνιστών όπως του Καλατζή και του Δημοτσιέλιου. Είχε προηγηθεί η πολυσέλιδη καταγραφή των Αναμνήσεων του Θ. Κολοκοτρώνη και Δ. Πλαπούτα, οι οποίες εκδόθηκαν σε αυτοτελή συγγράμματα. Ανέκδοτες έμειναν οι αναμνήσεις του τουρκοφάγου Νικηταρά.

Με το διορισμό του στη βιβλιοθήκη της Βουλής στις 13 Ιανουαρίου 1845, κλείνει η πρώτη περίοδος της ζωής και του έργου του Γ. Τερτσέτη, η αγωνιστική, και αρχίζει η δεύτερη, που εύστοχα χαρακτηρίστηκε ως «διδακτική» και «διαφωτιστική». Είναι η περίοδος έντονης εκδοτικής δραστηριότητας, της απαγγελίας λόγων στη Βουλή, κυρίως κάθε 25η Μαρτίου, και στο Βαρβάκειο ίδρυμα.

Από το 1857 έως το 1862, δημοσίευσε τους δυο πρώτους τόμους  των Αρχείων της Ελληνικής Παλιγγενεσίας μέχρι της εγκαταστάσεως της Βασιλείας. Το υλικό του πολύ σημαντικού αυτού έργου συγκέντρωσε ο ίδιος συνδιαλεγόμενος με σύγχρονους της Επανάστασης πληροφοριοδότες. Με προτροπή και δική του συνεργασία, ο Φωτάκος εξέδωσε τα δικά του Απομνημονεύματα και το βίο του Παπαφλέσσα.  

Το 1853 και το 1856, υπέβαλε στο Ράλλειο διαγωνισμό τα ποιήματά του «Κορίννα και Πίνδαρος», «Το όνειρον του Βασιλέως» και «Γάμοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου».

Τότε έγραψε για τον Τερτσέτη ο κριτικός Άγγελος Βλάχος: «Αληθής εθνικός ψάλτης υπήρξεν ο Τερτσέτης. Ου μόνον την καρδίαν αλλά και την διάνοιαν αυτήν την φράσιν έχων ελληνικήν, και όπως αρχόμενος είπον και νυν αδιστάκτως επαναλαμβάνω, ο γνησιώτερον εθνικός πάντων των ποιητών της νέας Ελλάδος»[12].

Κατ’ εξοχήν διδαχτικός και πρακτικός ο Γ. Τερτσέτης δεν αρκέστηκε στο γραπτό λόγο. Το 1858 και το 1866, πραγματοποίησε μεγάλες περιοδείες στη Δυτική Ευρώπη. Επισκέφθηκε τον αρχιερατεύοντα  πάπα Πίο τον Θ’ (1846 – 1877), για να προπαγανδίσει την υπόθεση της απελευθέρωσης των υποδούλων στους Τούρκους ελληνικών χωρών. Στη Ρώμη νυμφεύθηκε στην προχωρημένη ηλικία των 67 ετών την θαυμάστρια του έργου του Αδελαΐδα Germain, διδασκάλισσα γαλλικών των Σούτσων και άλλων διαπρεπών αθηναϊκών οικογενειών.

Στη Ρώμη επίσης εξέδωσε το βίο και το ηρωικό τέλος του μεγάλου ιταλού φιλέλληνα Σαντόρε Di Santa Rosa πεσόντος στη Σφακτηρία το 1823. Υπενθυμίζουμε ότι το όνομά του είναι εγγεγραμμένο με μεγάλα γράμματα στο μνημείο των Φιλελλήνων που στεγάζεται από το 1843, στην καθολική Εκκλησία Ναυπλίου, το οποίο προτείνουμε να κηρυχθεί από το Δήμο σε  «Μνημείο της Ευρώπης».

Ήταν από τους αγαπητούς στον Τερτσέτη τόπους περισυλλογής για τον οποίο είπε, μεταξύ άλλων, στον πανηγυρισμό της 25η Μαρτίου 1854:

«Θέλω Κύριοι να δώσω τον ορισμό του Φιλέλλην, τι εστί «Φιλέλλην». Λέω ότι Φιλέλλην είναι όποιος δεν εγεννήθη εις χώματα ελληνικά. Είναι τέκνον ξένης φυλής, ήλθε εις την Ελληνικήν γην, εκινδύνευσε εις τα φρούρια τα ελληνικά, επολέμησε εις το Χαϊδάρι, εχάθηκε εις του Πέτα, εκλείσθηκε εις την Αθήνα, εκάηκε εις το Μεσολόγγι, έκαψε τα οθωμανικά καράβια εις τα νερά του Νεοκάστρου, χάριν της απολαύσεως της ελευθερίας, της αυτονομίας των χριστιανών Ελλήνων.

Ίδετε παρακαλώ, εκεί εις την άκραν του Αναγνωστηρίου, εικόνα προς τιμήν των Φιλελλήνων, έργον αγαθόν φιλέλληνος αγωνιστού, του γενναίου συνταγματάρχου κ. Τουρέτ. Παρατηρήσατε την εικόνα αυτήν και θα δείτε να κυματίζουν τριάντα – τέσσαρες σημαίες ξένων εθνών. Τα ονόματα των φονευθέντων φιλελλήνων, και η γη της γεννήσεως του καθενός, είναι χαραγμένα εις εκείνες τες μαύρες στήλες» [13].

Το «Μνημείο Τουρέτ», του οποίου μεγάλων διαστάσεων φωτογραφία κοσμούσε το Αναγνωστήριο της Βουλής των Ελλήνων, μετά από πρωτοβουλία του ιδίου του Γ. Τερτσέτη, δεν είναι άλλο από την στεγαζόμενη εντός της καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου αψίδα με τα 286 ονόματα πεσόντων αλλοδαπών, οι οποίοι συμμετείχαν στον αγώνα για την απελευθέρωση της αιώνιας Ελλάδας και δικής τους πνευματικής πατρίδας.

 

 Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2004.

   

Υποσημειώσεις


  

[1] Λόγος στη Βουλή των Ελλήνων στις 25 Μαρτίου 1855. Εις Άπαντα Γ. Τερτσέτη υπό Γ. Βαλέτα, Εκδόσεις Πηγή, Αθήνα 1953 – 54, τ. Β’ σελ 94.

[2] Ιταλικό κείμενο του Βαπτίσματος εις Ντίνου Κονόμου. Ο Γεώργιος Τερτσέτης και τα ευρισκόμενα έργα του. Έκδοση Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 1984, σελ. 5.

[3] Ερμάνου Λούντζη, Ανέκδοτα κείμενα. Έκδοση Συλλόγου προς διάδοσιν Ωφέλιμων Βιβλίων, Αθήνα 1962, σελ. 35.

[4] Τερτσέτη, Άπαντα υπό Γ. Βαλέτα, 1 τ. Α’ σελ. 14, σημ.1.

[5] Φωτοαντίγραφο συστατικής επιστολής Σκάκοτς εις Ντίνου Κονόμου, ό.π., σελ. 50. Το εγκώμιο Αλοϋσίου Σκάκοτς  έπλεξε ο Τερτσέτης  στην Απολογία του προς τον εισαγγελέα της Αντιβασιλείας σκώτο, καλβινιστή το δόγμα, Εδουάρδο Masson, ο οποίος τον καθήρεσε από το δικαστικό έδρανο, επειδή αρνήθηκε να ενδώσει στις πιέσεις του για την καταδίκη σε θάνατο του  Θ. Κολοκοτρώνη και άλλων αγωνιστών του Εικοσιένα. «Ορέγεσαι να μάθεις, κ. Μasson, δια την θρησκείαν μου. Να σε ευχαριστήσω. Αρχίζω από τον καιρόν που εγεννήθηκα, όχι πριν. Χείρες ιερέως λατίνου μ’ εβάπτισαν εις την εκκλησία του Αγίου Μάρκου, εκεί που, 20 χρόνους έπειτα, ο δεσπότης του δυτικού δόγματος Σκάκοτς έψαλε δοξολογίες για τα νικηφόρα άρματα των Ελλήνων. Ήρθε λόγος εις την πόλιν (της Ζακύνθου) ότι ο Υψηλάντης επήρε την Κωνσταντινούπολιν. Ο λαός, ως ήτο φυσικόν, έτρεξε εις τον Δεσπότην του Ανατολικού Δόγματος, αλλ’ αυτός, φοβούμενος από την τότε Διοίκησιν (την αγγλική), δεν έστερξε εις το ζήτημα του λαού να δοξολογήσει  την τερπνοτάτην εθνικήν είδησιν. Εσύρθη το κύμα του κόσμου εις την Επισκοπήν των Λατίνων. Ο Δεσπότης ήτον Δαλμάτης. Άνοιξε τις θύρες της εκκλησίας  και με την φωνήν της αρχαίας Ρώμης, η οποία είχε βασιλεύσει τον κόσμον, έψαλλε τα ευχαριστήρια εις τον Θεόν. Ο λαός της Ζακύνθου, μου φαίνεται, εκάθονταν εις θρόνον προφήτου αλλ’ εις το  τότε της προφητείας του έσφαλε». Εις Ντίνου Κονόμου, ό.π., σελ. 849. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο εκδιδόμενο υπό του Τερτσέτη περιοδικό «Ρήγας», τ. Δ’ (Αθήνα 5 Μαΐου 1845), σελ. 34. Την επομένη της δοξολογίας, ο γενναίος Επίσκοπος απελάθη από τους Άγγλους στη Μάλτα και του απαγορεύτηκε εφ’ όρου ζωής να επισκεφθεί στη Ζάκυνθο. Έτσι πληρώνουν οι ήρωες τις γενναίες πράξεις τους! Για τους τρεις καθολικούς κληρικούς Santo Rossi, Luigi Scasoz  G. B. Moratelli, βλ. «Κριτικά Φύλλα», τ. 5 (Αθήνα 1975), τ. 2/32, σελ. 214.

[6] Jacgues Bouchard, Γεώργιος Τερτσέτης, βιογραφική και φιλολογική μελέτη (1800 – 1843), Αθήνα 1970, σελ. 42 – 43.

[7] Ο λογοτέχνης Αντώνιος Μάτεσις (1794 – 1874), ήταν γιος του Αντωνίου και της Βεατρίκης, αδελφής του Ν. Τερτσέτη. Σ’ αυτόν  ο εξάδελφός του Γεώργιος αφιέρωσε το έμμετρο «Γάμοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου» το 1756. Νεκρολογία στα γαλλικά του Αντωνίου Μάτεσι, δημοσίευσε το 1874, η Αδελαΐδα Germain, σύζυγος του Γ. Τερτσέτη.

[8] Γεώργιος Τερτσέτης, εις περ. «Παρνασσός», τ. Α’ 1877, σελ. 156.

[9]  Ο Όθωνας είναι για τον Τερτσέτη του 1833, εχέγγυο της ενότητας και ευνομίας της Ελληνικής Πολιτείας. Για τα ποιήματα της Ναυπλιακής περιόδου, έγραψε ο Σολωμός στον Τερτσέτη στις 1η Ιουνίου 1833: «Χαίρομαι να παίρνονται για ξεκίνημα τα δημοτικά τραγούδια. Ήθελα, όμως, όσοι μεταχειρίζονται τη κλέφτικη γλώσσα, να παίρνουν την ουσία και όχι την μορφήν, μ’ εννοείς….»

[10] Τόμπρου Αλέξη, Η δίκη του Κολοκοτρώνη, περ. «Νέα Ζωή», Αθήνα 1954, τ. σελ. 115-167.

[11] Τερτσέτη Άπαντα, υπό Γ. Βαλέτα, ό.π., τ. Α’, σελ. 22.

[12] Άγγελου Βλάχου, Ανάλεκτα τ. Β’, σελ. 108. Γράφει ο Βλάχος: «Το όνομα Γεώργιος Τερτσέτης αποτελεί οιονεί έμβλημα της μνήμης ημών της εθνικής και συγκορυφοί  εις ένα άνδρα, εις μιαν καρδίαν, νεαράν πάντοτε υπό τον παγετόν του γήρως, εις μίαν γλώσσαν, έντονον ηχούσαν πάντοτε από του βήματος, τας παραδόσεις ημών τας εθνικάς, τας αναμνήσεις του χθεσινού έτι παρελθόντος ημών, τους πόθους του νυν έλληνος και τα ιερά αυτού καθήκοντα, τας δάφνας του πρώην έλληνος και την ιεροτάτην αυτού κληρονομίαν».   

[13] Ντίνου Κονόμου, Ο Γεώργιος Τερτσέτης, ό.π., σελ. 481.

  

Read Full Post »

Συνάντηση  με το συγγραφέα και ακαδημαϊκό Θανάση Βαλτινό


Ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας σας προσκαλεί σε συνάντηση με το συγγραφέα και ακαδημαϊκό Θανάση Βαλτινό, την Παρασκευή 14 Μαΐου 2010 και ώρα 20.00 στο χώρο του Βουλευτικού στο Ναύπλιο.  

Ο συγγραφέας συζητά μαζί μας για την τύχη της νεοελληνικής λογοτεχνίας και των νεοελλήνων συγγραφέων στο σύγχρονο κόσμο.

 

Θανάσης Βαλτινός


Ο Θανάσης Βαλτινός γεννήθηκε στο Καστρί Κυνουρίας, το 1932. Οικογενειακές μετακινήσεις, που συνδέονται με τις δυσκολίες των κατοχικών και μετακατοχικών χρόνων, τον ανάγκασαν να φοιτήσει κατά σειρά στα γυμνάσια Σπάρτης, Γυθείου και Τρίπολης.

Το 1950 ήρθε στην Αθήνα όπου ζει έως σήμερα. Σπούδασε κινηματογράφο. Μετά το 1974 έζησε κατά διαστήματα στο εξωτερικό: Αγγλία, Δυτικό Βερολίνο και Η.Π.Α., καλεσμένος από Πανεπιστήμια ή άλλα πνευματικά ιδρύματα.

Έχει μεταφράσει τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη και την «Ορέστεια» του Αισχύλου, που παίχτηκαν στην Επίδαυρο το 1979 και 1980 αντιστοίχως, από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν. Έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο.

Το 1984 τιμήθηκε με το βραβείο σεναρίου στο Φεστιβάλ των Καννών για την ταινία του Θ. Αγγελόπουλου «Ταξίδι στα Κύθηρα«. Το 1990 τιμήθηκε επίσης με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το βιβλίο: «Στοιχεία για την Δεκαετία του `60». Διετέλεσε μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών, της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, καθώς και της Εταιρείας Συγγραφέων της οποίας υπήρξε πρόεδρος επί σειρά ετών. Διετέλεσε γενικός Διευθυντής του 2ου Καναλιού της Εθνικής τηλεόρασης 1989-1990.

Στις 5 Ιουνίου 2008 εκλέχτηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, στην έδρα της Νέας Ελληνικής Πεζογραφίας της Τάξης των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών. Τα βιβλία που έχει εκδώσει είναι τα εξής: – «Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη, Βιβλίο πρώτο: Αμερική», Κέδρος, 1972 – «Η Κάθοδος των εννιά», Κέδρος, 1978 – «Τρία Ελληνικά μονόπρακτα», Κέδρος, 1978 – «Εθισμός στη νικοτίνη» [διήγημα, στο τομίδιο] «Τρία διηγήματα», Θανάσης Βαλτινός, Χριστόφορος Μηλιώνης, Δημήτρης Νόλλας, Στιγμή – «Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο», Στιγμή, 1985 – «Στοιχεία για την δεκαετία του `60», Στιγμή 1989 – «Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν», Διηγήματα, Άγρα 1992 – «Φτερά Μπεκάτσας», Άγρα 1993 – «Ορθοκωστά», Άγρα 1994 – «Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη, Βιβλίο δεύτερο: Βαλκανικοί – `22», Ωκεανίδα, 2000 – «Ημερολόγιο 1836-2011», Ωκεανίδα, 2001 – «Εθισμός στη νικοτίνη», Διηγήματα, Μεταίχμιο, 2003 – «Άνθη της αβύσσου», Εστία, 2008.  Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες.

 

Read Full Post »

Σπηλιώτης Κωνσταντίνος


 

Ο Κωνσταντίνος Σπηλιώτης από το Ναύπλιο είναι ένας νέος ποιητής αλλά και συγγραφέας. Ήδη η πρώτη του δουλειά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΩΛΚΟΣ. Πρόκειται για την ποιητική συλλογή με τίτλο «Του Πάθους Φτερουγίσματα».

 

Ο Κωνσταντίνος Σπηλιώτης γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1970 όπου ζει μόνιμα. Σπούδασε γεωπόνος και ασχολείται με την αρχιτεκτονική τοπίου. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται στο Υπουργείο Πολιτισμού.

Αγαπά τα ταξίδια και τον αθλητισμό.  Έχει γράψει ποιήματα και θεατρικά έργα. Στα ενδιαφέροντά  του είναι και η δημιουργία επιτραπέζιων παιχνιδιών.

Η ποιητική συλλογή «Του πάθους φτερουγίσματα» είναι η πρώτη του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα.

 

Του Πάθους Φτερουγίσματα

Μας αναφέρει ο δημιουργός:

Όλες του πάθους οι όψεις δεν είναι παρά μικρά φτερουγίσματα καρδιάς. Πάθος για τον έρωτα, πάθος για την αλήθεια, πάθος για την ίδια τη ζωή. Αμέτρητες ήταν οι φορές που αναρωτηθήκαμε αν τα καμώματα αυτά, τα φτερουγίσματα, είναι αρκετά να μας ωθήσουν ούτως ώστε να πετάξουμε σε ανώτερο επίπεδο ζωής ή απλώς να μας χαρίσουν ένα πρόσκαιρο χαμόγελο. Ο καθένας μας έχει τη δύναμη και, κάποια στιγμή την ευκαιρία, να ανοίξει διάπλατα τα φτερά της δικής του καρδιάς και να απαντήσει.

Η συλλογή αποτελείται από 28 ποιήματα και το εξώφυλλό της κοσμεί πίνακας του Νικολάου Γύζη.

Read Full Post »

Ρούβαλης Γεώργιος (1949-2019)


 

Ρούβαλης Γεώργιος

Γεννήθηκε το 1949 στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Ναύπλιο. Γιος της ποιήτριας  Τερέζας Παπαδόγιαννη – Ρούβαλη και του δικηγόρου Τάκη Ρούβαλη.   Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Κοινωνιολογία, διεθνείς σχέσεις, οικονομικά, ιστορία και λατινοαμερικάνικες σπουδές στο Παρίσι από όπου πήρε διδακτορικό (Πανεπιστήμιο Παρίσι Χ).

Καθηγητής στα Πανεπιστήμια UNAM (Εθνικό Αυτόνομο) και UAM (Μητροπολιτικό Αυτόνομο) της Πόλης του Μεξικού. Επίσης, επισκέπτης καθηγητής στα Πανεπιστήμια Σιμόν Μπολίβαρ και Ινστιτούτο Ανωτέρων Διπλωματικών Σπουδών στο Καράκας της Βενεζουέλας.

Από το 1987 ήταν υπάλληλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, μέλος της Διπλωματικής Υπηρεσίας της Κομισιόν, αποσπασμένος για τρία χρόνια στο Υπουργείο Εξωτερικών (υπεύθυνος για τη Λατινική Αμερική). Το Νοέμβριο του 2004 συνταξιοδοτήθηκε.

Μετέφρασε  λατινοαμερικάνους συγγραφείς και ποιητές στα ελληνικά. Ήταν γενικός γραμματέας της Εταιρείας Ελλήνων Ισπανιστών. Είχε δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές, «Επιστροφή στ’ Ανάπλι», 2002 και «Τα ταξίδια του Οδυσσέα», 2003, καθώς και τη συλλογή διηγημάτων «Στ’ Ανάπλι», 2005, εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα.

Επίσης, είχε εκδώσει το βιβλίο Τάκη Ρούβαλη, «Άρθρα και χρονογραφήματα στη Μάχη, 1962-63», Ναύπλιο, 2003. Το 2008 εκδόθηκε το βιβλίο του «Ναύπλιον-Σπηλιάδου 1»  – Αφήγημα- Εκδόσεις Ναύδετο, 2008, 352 σελίδες, υπόδειγμα μικροϊστορίας της πόλης για τρεις δεκαετίες (1950 – 1970).

Ήταν Καθηγητής στο Διατμηματικό Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Μετάφρασης του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 2005 και Ιστορίας και Λογοτεχνίας της Λατινικής Αμερικής, στην Εταιρεία Φίλων του Λαού, Λαϊκό Πανεπιστήμιο, από το 2002. Ασχολήθηκε επιπροσθέτως με ερευνητικά θέματα τοπικής ιστορίας στην Πελοπόννησο. Υπήρξε συντονιστής έκδοσης του περιοδικού τόμου του Δήμου Ναυπλιέων ‘‘Ναυπλιακά Ανάλεκτα’’ από το 2003.

Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 70 ετών την Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019, σε νοσηλευτικό ίδρυμα στην Αθήνα έπειτα από πολύχρονη ασθένεια.

 

Πηγή


 

  •  Γιώργος Ρούβαλης, «Οι πέτρες και οι Άνθρωποι / Μικροϊστορία του Ναυπλίου», Εκδόσεις Ναύδετο, Ναύπλιο, 2009.

 

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ρούβαλη – Παπαδόγιαννη Τερέζα (1918-1985)    


 

   

Η Τερέζα Ρούβαλη ήταν ποιήτρια, πηγαία, «ποιήτρια εκ γενετής». Έγραφε από τα παιδικά της χρόνια μέχρι περίπου τη μέρα του θανάτου της. Εκτός από τα βασικά θέματα της ποίησής της: την αγάπη για την ειρήνη, τον άνθρωπο, τα παιδιά, την καταδίκη του πολέμου, τις λυρικές εξάρσεις της, ένα άλλο βασικό θέμα της ποίησής της είναι και το Ναύπλιο… 

  

Τερέζα Παπαδόγιαννη - Ρούβαλη

Η Τερέζα Παπαδόγιαννη – Ρούβαλη  γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 4 Οκτωβρίου του 1918 από πατέρα αξιωματικό του πυροβολικού και μητέρα ελληνορουμάνα, πιανίστρια και λυρική τραγουδίστρια. Λόγω του επαγγέλματος του πατέρα της, πέρασε την παιδική της ηλικία σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, Αθήνα, Λάρισα, Ξάνθη, Κομοτηνή, Δράμα, Γιάννενα μέχρι να καταλήξει όλη η οικογένεια οριστικά πια στην Αθήνα, σ’ ένα νεοκλασσικό της Κυψέλης, που σώζεται μέχρι σήμερα κι απ’ όπου η νεαρή Τερέζα έφυγε το 1951 για να εγκατασταθεί στην θετή της και μόνιμη πατρίδα τ΄ Ανάπλι, μαζί με τον άντρα της, συντοπίτη δικηγόρο Τάκη Ρούβαλη και τον δίχρονο τότε γιο της Γιωργάκη. 

Η Τερέζα Ρούβαλη ήταν ποιήτρια, πηγαία, «ποιήτρια εκ γενετής», ας μας επιτραπεί ο όρος. Έγραφε από τα παιδικά της χρόνια μέχρι περίπου τη μέρα του θανάτου της, τον Φεβρουάριο του 1985. Το ποιητικό της ταλέντο διέβλεψε η σημαντική ποιήτρια  Κατίνα Παππά που η νεαρή Τερέζα είχε φιλόλογο στο σχολείο. Η Τερέζα Ρούβαλη τη θεωρούσε καθοδηγήτριά της στην ποιητική τέχνη. Διάλεξε όμως τον ιατρικό κλάδο και μπήκε στην Οδοντιατρική Σχολή τη δύσκολη χρονιά του 1940.   

Ο Κωνσταντίνος Παπαδογιάννης, πριν από κίνημα του 1935.

Η σχέση της με το Ναύπλιο χρονολογείται από το 1936 όπου ο πατέρας της βρέθηκε στην Ακροναυπλία, έχοντας λάβει μέρος στο κίνημα του ’35. Η Τερέζα Παπαδόγιαννη φοίτησε στο Λύκειο Ναυπλίου για ενάμιση χρόνο και τότε πρωτογνωρίστηκε με τον Τάκη Ρούβαλη. 

Παντρεύτηκαν μες την κατοχή, την Πρωτοχρονιά του 1944. Έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση σαν νεαρή φοιτήτρια, πρώτα σαν αδελφή νοσοκόμα και ύστερα στην ΕΠΟΝ και στον ΕΛΑΣ, στον οποίο ο πατέρας της Συνταγματάρχης Κώστας Παπαδόγιαννης έπαιξε ηγετικό ρόλο. Σ’ εκείνη την εποχή οφείλουμε τα λυρικά και πατριωτικά της  πρώτα ολοκληρωμένα  ποιήματα.   

Το 1949 εξέδοσε την πρώτη της ποιητική συλλογή  με τίτλο «Μυρτιές». Ποίηση λυρική, κλασσική, σε θαυμαστό 15σύλλαβο και κάποτε σε άψογο 12σύλλαβο. Λες κι η Τερέζα Παπαδόγιαννη – Ρούβαλη δεν είχε απλώς ενστερνισθεί τους αυστηρούς κανόνες της ρίμας, αλλά τους είχε περίπου σωματοποιήσει. 

Κωνσταντίνος Παπαδογιάννης. Φυλακές Ακροναυπλίας 1935.

Στην δεκαετία ’50 – ’60 γράφει αδιάκοπα, αντλώντας τα θέματά της από την εποχή και τα βιώματά της. Δημοσιεύει που και που ποιήματά της στον Αθηναϊκό και τοπικό Τύπο, ενώ μεταφράζει κι αποδίδει λογοτεχνικά Ίψεν, Κίπλιν, Ρομαίν Ρολλάν, στη μαχητική εφημεριδούλα «ΜΑΧΗ» που εκδίδει στις αρχές του ’60 ο Τάκης Ρούβαλης. 

Ο βιοπορισμός και οι δυσκολίες της εποχής δεν της επέτρεψαν να εκδόσει άλλες συλλογές μέχρι το 1974, όπου εκδίδεται  η συλλογή «Κομπάρσοι» από τις εκδόσεις του λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Σκέψη». 

Εκείνη την εποχή, στη μεταπολίτευση, μπαίνει και στο φιλολογικό κύκλο του Μάριου Βαγιάνου. Ακολουθεί η συλλογή «Το καμίνι της οργής», το 1976 με ποίηση σε ελεύθερο στίχο πλέον, ενώ το 1977 επανεκδίδονται οι «Μυρτιές». Το 1979 εκδίδονται και ορισμένα από τα άπειρα διηγήματά της με τίτλο «Εφοίτησεν εις Αναμορφωτήριον…» και το 1983 εκδίδεται η τελευταία της ποιητική συλλογή «Ανατολή και Δύση». 

Τα έργα της γίνονται αμέσως δεκτά με θέρμη από σπουδαίους ομότεχνους της, σαν την Έλλη Αλεξίου και το Γιάννη Σκαρίμπα, τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο και τον Ανδρέα Καραντώνη, τον Δημήτρη Σιατόπουλο, αλλά και από τον φίλο της Θεόδωρο Κωστούρο, έχοντας πάντα δίπλα της τον αγαπημένο της Χρήστο Κουλούρη κι αργότερα τον Ευάγγελο Ρόζο που την περιλαμβάνει στην ποιητική του Ανθολογία. 

Σύντομα έρχονται και οι επίσημες διακρίσεις, στο Κόμο της Ιταλίας, καλύτερη ποιητική συλλογή «Κομπάρσοι», 1974. Α’ Βραβείο Ποίησης στον διαγωνισμό των Δελφικών Αμφικτυονιών το 1977, όπου, θεία ειρωνία, παίρνει το βραβείο εις μνήμην του Στέλιου Σπεράντζα,  του δασκάλου της, αφού η φοιτήτρια της Οδοντιατρικής Τερέζα Παπαδόγιαννη είχε θητεύσει για χρόνια στο πλευρό του ως βοηθός του καθηγητή και σπουδαίου ποιητή. Α’ βραβείο ποίησης στα Κηφίσια το 1978, Α΄ Έπαινος  από τον Σύνδεσμο Ελλάδα – Κύπρος για διηγήματά της το 1979. Ποιήματά της  μεταφράστηκαν στο Βέλγιο, την Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία και κατόπιν ανθολογήθηκαν. 

Ακόμα, μελοποιήθηκαν κι ακούστηκαν στη Λυρική Σκηνή και στον Παρνασσό, αλλά και στο Αρχαίο Θέατρο του Άργους. Γίναν κιόλας αφορμή για φιλοτέχνηση πινάκων ζωγραφικής. Αναγνωρίζοντας την όποια προσφορά της στην ποίηση, το Υπουργείο Πολιτισμού της απένειμε τιμητική λογοτεχνική σύνταξη. 

Η Τερέζα Παπαδόγιαννη – Ρούβαλη πέθανε σχετικά νέα αφήνοντας ικανό όγκο ανέκδοτου έργου από ποίηση, διηγήματα και νουβέλες. Η οικογένεια και οι φίλοι της φιλοδοξούν να δουν σύντομα το φως της δημοσιότητας. 

Αγάπησε το Ναύπλιο σαν την κύρια γενέτειρά της κι ας είδε το φως της στη Σαλονίκη κι ας μην έζησε εδώ παρά 18 χρόνια. Ήταν και ένιωθε όμως  πια αναπλιωτοπούλα. Άνθρωπος με ιδιαίτερη συναισθηματική ευφυΐα, εξαιρετικά κοινωνικός κι αγαπητός θέλησε να μείνει για πάντα στην πόλη μας. 

Το σώμα της βρίσκεται στο νεκροταφείο μας, μαζί με του άντρα της Τάκη που πέθανε μερικούς μόλις μήνες πριν από κείνη. Αλλά το πνεύμα της, όλο και συλλαμβάνεται να κόβει βόλτες εφηβικά μπρος στο σπίτι όπου έζησε, στη Σπηλιάδου 1, στη βεράντα με το γιασεμί της, στην παραλία και στο Φανάρι, στο αγαπημένο της αναχωρητήριο, την Παναγίτσα και, πάνω απ’ όλα, στα Βραχατέικα που λάτρευε. Νομίζω ότι μας κρυφοκοιτάζει από κάποια γωνιά εδώ, στα πρώην καμαράκια του Ωδείου και κάτι σχολιάζει με τη λεπτή της ειρωνία. 

Γιατί οφείλουμε να πούμε ότι η Τερέζα Παπαδόγιαννη – Ρούβαλη είχε ισχυρή, θελκτική και έντονη προσωπικότητα, που δεν αντανακλάται υποχρεωτικά στα γραπτά της. Η εκλεπτυσμένη της, εν τούτοις, ειρωνία και το λεπτό της χιούμορ είναι διάχυτα τόσο σε αρκετά από τα ποιήματά της όσο και σε πολλά από τα πεζογραφήματά της. Πάντα, όμως, «επί καλώ», «σμιλεμένα» θα λέγαμε, με τον διάχυτο ανθρωπισμό που κυρίως την διέκρινε. Σημείο κοινό (και όχι μόνο) με του συζύγου της, νομικού και εκδότη Τάκη Ρούβαλη. 

Με την πάροδο των χρόνων και την πιο επισταμένη εξέταση των πονημάτων της από λογοτεχνικής σκοπιάς, διαπιστώνεται η ποιότητα της γραφής της, η οποία οφείλεται και στην επιμέλειά της. Από ένστικτο και από τελειομανία, η λογοτέχνις γνώριζε πως δεν αρκεί να ρίξεις στο χαρτί μιαν ιδέα, χρειάζεται ξανακοίταγμα και άπειρες διορθώσεις· το έκανε πρόθυμα και με ενάργεια συνήθιζε να απορρίπτει, να σβύνει και να ξαναγράφει άπειρες φορές την κάθε λέξη, γραμμή, στίχο, μέχρι να πει «τυπωθήτω». Αυτήν την ποιότητα διείδαν αμέσως λογοτέχνες της ολκής ενός Σκαρίμπα και μίας Έλλης Αλεξίου, λογοτέχνες και εκδότες της ολκής ενός  Χρήστου Κουλούρη κι ενός Φιλλιπότη. 

Θα λέγαμε ακόμη πως θα ήταν μια βιαστική εκτίμηση να αποδόσουμε σκέτον ανθρωπισμό στη λογοτεχνική σοδειά της Τερέζας – Παπαδόγιαννη – Ρούβαλη. Αντιθέτως, δίπλα στην εντυπωσιακή αίσθηση του ρυθμού που διέθετε η ποιήτρια και πεζογράφος, η οποία αντανακλάται κατά τον ποιο ολοκληρωμένο τρόπο στη ρίμα της, διαπιστώνεται όλο και συχνότερα η μεγάλη της ικανότητα στο «ποιείν ποίησιν», απ’ αφορμή το εκάστοτε «τίποτα» στο βλέμμα τον άλλων. 

Και αν η εκπληκτική της ρίμα είναι αυτό που την χαρακτηρίζει κατά την διάρκεια πολλών ετών, η στροφή της στον μη έμμετρο λόγο μετά το 1968 δεν στερείται επ’ ουδενί   λογοτεχνικής μαστοριάς και γητειάς. 

Είναι δε επαληθευμένο ότι αν κάτι αποστρεφόταν η λογοτέχνις είναι η μίμηση. Δεν ακολούθησε, δηλαδή, τον συρμό, λόγω των κελευσμάτων του καιρού της, αλλά δοκίμασε τις μικρές της δυνάμεις και στο μη έμμετρο και σε πολλές περιπτώσεις πέτυχε ανάλογα αποτελέσματα μ’ εκείνα της ρίμας της, προσπάθεια που προέκυψε ομαλά και πηγαία. Είναι σίγουρο ότι την τελική αποτίμηση της όποιας προσφοράς της θα πράξει η Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. 

Σε δυο βασικές της αρετές, εν τούτοις, δεν θα μπορούσε παρά να κλίνει  το γόνυ: στη λογοτεχνική της τιμιότητα και στη λογοτεχνική της επάρκεια, που αποκτήθηκε με εντυπωσιακού όγκου σχολιασμένες αναγνώσεις όλων των ειδών του γραπτού λόγου. Το ευάριθμο κοινό της θα συνεχίσει να τέρπεται με τους στίχους της και τα, κάποτε, χιουμοριστικά και άρτια εν πολλοίς πεζογραφήματά της. 

      

Αμαλία Ρούβαλη 

Αθήνα, 8 Οκτωβρίου 2003     

(Στο κείμενο διατηρήθηκε η ορθογραφία της συγγραφέως). 

Οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Παπαδογιάννη προέρχονται από την ιστοσελίδα, http://kostaspapadogiannis.blogspot.com/ 

  

Πηγή  


 

  •  Ναυπλιακά Ανάλεκτα V (2004), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο 2004.

Read Full Post »

Δόσιος Κ. Αριστείδης (1844-1881)


  

Το 1861 ο δεκαοχτάχρονος  φοιτητής Αριστείδης Δόσιος, (αδελφός του γαριβαλδινού Aλέξανδρου Δόσιου), αποτυγχάνει στην απόπειρα δολοφονίας της βασίλισσας Αμαλίας. Συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Στην εξέγερση του 1862 απελευθερώθηκε.

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Οι γονείς του ήταν ευκατάστατοι και πολύ μορφωμένοι. Ο πατέρας του ήταν δημοσιολόγος, πολιτευτής και λόγιος πολύγλωσσος και πολυταξιδεμένος.

Αικατερίνη Δοσίου

Η μητέρα του Αικατερίνη Μαυροκορδάτου- Δοσίου (1820-1856) , Φαναριώτισσα, γλωσσομαθής,  και λογία, μετέφρασε τον «Γκιαούρ»* του Μπάϋρον, πέθανε πολύ νέα.

Ο Αριστείδης Δόσιος ήταν απ’ τους προοδευτικότερους του καιρού του. Αντιμοναρχικός, μέλος της Χρυσής Νεολαίας. Σύχναζε στα γραφεία της εφημερίδας «Το Μέλλον της Πατρίδος, 1859-1861», «εις α εκόχλαζον οι λέβητες των αντιβασιλικών παθών».

Στις 6 Σεπτεμβρίου 1861 αποπειράθηκε να δολοφονήσει την βασίλισσα Αμαλία. Συνελήφθη και μαζί του συνελήφθησαν ο Λεωνίδας Δεληγιώργης  αδελφός του Επαμεινώντα, ο Αναστάσιος Γεννάδιος, ο Αχιλλέας Παράσχος, ο Θεόδωρος Φλωγαΐτης, ο Αριστείδης Γλαράκης, ο Άγις Κλεομένης κ.α.  Στα κελιά της αστυνομίας βασανίσθηκαν άγρια. Ο Aγαμέμνωνας Σκαρβέλης, αξιωματικός της αστυνομίας, προσπάθησε να απελευθερώσει τον Δόσιο, αλλά συνελήφθη, φυλακίσθηκε και καθαιρέθηκε.

Ο Δόσιος καταδικάσθηκε σε θάνατο. Στη δίκη του – στην οποία  παραβρέθηκαν υπουργοί, πολιτικοί και άλλοι επίσημοι – στην απολογία του, αποκάλεσε την Αμαλία ύαινα και δήλωσε ότι λυπάται μόνο για το γεγονός ότι απέτυχε να τη δολοφονήσει. Τελικά, η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια δεσμά.

Πρόλογος Αριστείδη Δόσιου

Παρέμεινε κρατούμενος μέχρι τις 10 Οκτωβρίου 1862, όταν ο εξεγερμένος λαός άνοιξε τις φυλακές και απελευθερώθηκε. Μετέβη στο Μόναχο και στην Ιταλία, όπου περάτωσε τις σπουδές του και στη συνέχεια επιδόθηκε σε μελέτες οικονομολογικού περιεχομένου, ενώ διετέλεσε διευθυντής ναυτιλιακής τράπεζας.

Έγραψε τις μελέτες «Les Limites de l΄ Economie Pratique» και «Κρίσεις και σκέψεις περί της ελληνικής ατμοπλοίας, Μεταλλευτική Εταιρεία» καθώς και μια έκθεση πεπραγμένων της Ναυτικής Τράπεζας, με τίτλο «Ο Αρχάγγελος», (1877). Υπέφερε, όμως, από έντονη μελαγχολία και πνευματικές διαταραχές εξαιτίας μάλλον των βασανιστηρίων που υπέστη μετά τη σύλληψή του, έπαθε  εγκεφαλική παράκρουση και κλείσθηκε στο φρενοκομείο** όπου πέθανε το 1881, σε ηλικία 37 χρόνων.

 

Υποσημειώσεις


  

 

Πρόλογος Αριστείδη Δόσιου

* Το αφηγηματικό ποίημα ο Γκιαούρ  (THE GIAOUR) έγραψε ο Byron μετά την επιστροφή του από το πρώτο του ταξίδι στις Μεσογειακές χώρες και τη μαγεμένη Ανατολή, που πραγματοποίησε από το 1809 ως το 1811. Το ποίημα, είναι μια από τις αντιπροσωπευτικότερες φιλελληνικές συνθέσεις του ποιητή, η οποία συνετέλεσε σοβαρά στη μεταστροφή της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης υπέρ της ελληνικής υπόθεσης, στα δύσκολα και δραματικά για το έθνος χρόνια που ακολούθησαν. Στην Αγγλία αγαπήθηκε τόσο, που μόνο μέσα σε δύο χρόνια, το 1814 και 1815, έκανε 15 εκδόσεις, ενώ η φήμη του απλώθηκε γρήγορα και εκτός των ορίων της Γηραιάς Αλβιώνος, έτσι που μέσα σε λίγα χρόνια μεταφράστηκε στα ιταλικά, στα γερμανικά και στα ρωσικά. Αλλά και στη χώρα μας αυτό το φιλελληνικό και ψυχωφελές έργο είχε τέτοια ζήτηση, ώστε το 1842, δεκαπέντε χρόνια πριν από την απόδοσή του στη γλώσσα μας από τη Δοσίου (η οποία για δεύτερη και τελευταία φορά τυπώθηκε από τον γιο της Αριστείδη στα 1873), κυκλοφόρησε από την τυπογραφία του Γεωργίου Πολυμέρη στην Ερμούπολη της Σύρου ο Γκιαούρης του Λόρδου Βύρωνος στα αγγλικά, με διεξοδικότατο «Λεξικόν των εμπεριεχομένων λέξεων».

** Για τον πρόωρο θάνατο του Αρ.  Δόσιου , ο Κορδάτος γράφει ότι όταν γύρισε στην Ελλάδα βλέποντας ότι τίποτα δεν άλλαξε και ότι  η πολιτική κατάσταση ήταν η ίδια, έπεσε σε μελαγχολία. Είχε ένα τραύμα στο κεφάλι από τα βασανιστήρια που έπαθε στη φυλακή. Το τραύμα άνοιξε και ο Δόσιος έπαθε εγκεφαλική παράκρουση και κλείστηκε στο φρενοκομείο, όπου πέθανε (Κορδάτος Δ’ σελ. 27 σε σημείωση).

  

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», Αθήνα, χχ.                    
  • Εφημερίδα Το Βήμα, «Ποίηση ως μελόδραμα»,  Δημήτρης Χουλιαράκης , Κυριακή 25 Ιανουαρίου 1998.
  • Επίτομο Λεξικό της Ελληνικής Ιστορίας, εκδόσεις Το Βήμα, Αθήνα, 2004.
  • Ν. Γ. Νοταρίδου, «Η κατά την έκτην Σεπτεμβρίου 1861 υπό Αριστείδου Δοσίου Μακεδόνος απόπειρα φόνου της Αμαλίας», Αθήνησι, Εκ του Τυπογραφείου Αγαθή Τύχη, 1863.
  • «Γκιαούρ τεμάχιον τουρκικού διηγήματος», ποιήματα Βύρωνος, Μετάφρασις Αικατερίνης Κ. Δοσίου. Εκδίσεται το δεύτερον / Υπό Αρ. Κ. Δοσίου. Αθήνησι: Τύποις Ανδρέου Κορομηλά,1873.
  • Δ. Τ.,  Ιστορία του αναρχικού κινήματος, « Οι Κοινωνικοί Αγώνες 1830-1875 / Η απόπειρα δολοφονίας κατά της βασίλισσας Αμαλίας», Μελβούρνη, 2008.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »