Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Συγγραφέας’

Γκότσης Κωνσταντίνος


 

Κώστας Γκότσης

Κώστας Γκότσης

Ο Κωνσταντίνος Γκότσης (δικηγόρος-ιστορικός), γεννήθηκε το 1957 στην Πρόσυμνα Αργολίδας. Σπούδασε νομικά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Κατά τα έτη 1982-1983 παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο PARIS I (Σορβόννη) μεταπτυχιακές σπουδές στην ιστορία και  κατά το διάστημα 1983-1987 εκπόνησε διδακτορική διατριβή, στο ίδιο Πανεπιστήμιο, με θέμα: «Αντιλήψεις για το ανθρώπινο σώμα στην “παραδοσιακή” ελληνική κοινωνία: δημοτικά τραγούδια, παροιμίες, τελετουργίες».

Δίδαξε στο Τ.Ε.Ι. της Αθήνας (Τμήμα Διοίκησης Μονάδων Υγείας και Πρόνοιας) από το 1998 μέχρι το 2008, στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, (Τμήμα Διαχείρισης Πολιτισμικού Περιβάλλοντος και Νέων Τεχνολογιών) το έτος 2004 και στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (Ε.Α.Π.), στο τμήμα Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό, από το 2005 μέχρι το 2014. Ασκεί δικηγορία στο Ναύπλιο από το 1990 μέχρι σήμερα.  Έχει γράψει πολλά άρθρα για εφημερίδες και περιοδικά. Στα πανεπιστημιακά του χρόνια έγραφε στα περιοδικά  «Νομικός Διάλογος», «Προοπτική», και στον «Σχολιαστή».

Έχει γράψει το «Δημοτικά τραγούδια: μελέτες, σχόλια» , εκδόσεις Opportuna, Πάτρα, 2014.

Στο βιβλίο με αφορμή το θέμα του «κάστρου της Ωριάς» τίθεται προς συζήτηση η μεθοδολογία προσέγγισης των δημοτικών τραγουδιών και τα «αδιέξοδα» της πάση θυσία αναζήτησης ιστορικών γεγονότων σ’ αυτά. Προσεγγίζεται επίσης το ανθρώπινο σώμα στα κλέφτικα τραγούδια, όπου παρουσιάζεται πρωτίστως ως αρματωμένο σώμα, που «μάχεται» αλλά και προβάλλεται ως τέτοιο.

Μέσα από τρεις μελέτες, για τον Μιχαήλ Λελέκο, τον Νικόλαο Πολίτη και τον θρύλο Πάτρη, οι οποίες καλύπτουν έναν περίπου αιώνα (από το 1852 έως το 1939), ερευνάται το δημοτικό τραγούδι στο ιστορικό πλαίσιο στο οποίο καταγράφεται-συλλέγεται και εκδίδεται.

Η διαδικασία αυτή, της καταγραφής, συλλογής και έκδοσης των δημοτικών τραγουδιών, δεν αποτελεί μία «ουδέτερη» επιστημονική εργασία αλλά τελεί υπό την «εξάρτηση» θεσμών, όπως το Πανεπιστήμιο και τα αρμόδια Υπουργεία, λόγω της μεγάλης σημασίας την οποία κατέχει το τραγούδι στη συγκρότηση, μεταξύ των άλλων, των αντιλήψεων για το νεοελληνικό έθνος και τη συνέχειά του στον χρόνο. Ειδικότερα, στη μελέτη για τον Ν. Πολίτη ερευνάται ο τρόπος με τον οποίον αυτός κατάρτισε τη δική του συλλογή δημοτικών τραγουδιών και η μεθοδολογία και τα κριτήρια με τα οποία τα «αποκατάστησε». Η συλλογή ολοκληρώνεται με μία μελέτη για τη σχέση του δημοτικού τραγουδιού με τα ιστορικά γεγονότα της Επανάστασης του ’21, ενώ προσεγγίζονται οι απόψεις των Ν. Πολίτη, Σπ. Λάμπρου και Δ. Πατσόπουλου για την «κατάσταση των πραγμάτων» στη Μακεδονία και τον ορισμό του έθνους.

Έχει συμμετάσχει στα παρακάτω συλλογικά έργα:

  •  «Υγεία, ασθένεια και κοινωνικός δεσμός», εκδόσεις Opportuna, Πάτρα, 2011.
  • «Οικογένεια και νέες μορφές γονεϊκότητας», εκδόσεις Opportuna, Πάτρα, 2009.

Συνέντευξη του Κωνσταντίνου Γκότση στην φοιτήτρια Κουτρουφίνη Δήμητρα, Σχολή Καλών Τεχνών, Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, με τίτλο «Η Περσεφόνη διδάσκει…ιστορία»: Η Περσεφόνη διδάσκει…ιστορία

Read Full Post »

Μάλλωσης Ηρ. Ιωάννης (1890-1949)


 

Ιωάννης Ηρ. Μάλλωσης (1890-1949)

Ο συγγραφέας, ιστορικός και βουλευτής Ιωάννης Μάλλωσης γεννήθηκε στην Ερμιόνη το 1890 και στο χρονικό διάστημα που ακολούθησε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους διορίστηκε Διευθυντής του Γραφείου Τύπου Θεσσαλονίκης, ενώ στη συνέ­χεια εργάστηκε ως υποδιοικητής των επαρχιών Κιλκίς και Έδεσσας.

Το 1917, με τα δραματικά γεγονότα του Εθνικού Διχασμού, εξορίζεται μαζί με τους Κωνσταντίνο Έσλιν, Ιωάννη Μεταξά, Δημήτριο Γούναρη, Βίκτωρα Δούσμανη, Ίωνα Δραγούμη, Σπυρίδωνα Μερκούρη, Γεώργιο Πεσμαζόγλου, Ιωάννη Σαγιά στο Αιάκειο της Κορσικής.

Διετέλεσε Γραμματέας του Δημητρίου Γούναρη και το 1921 τοποθετήθηκε Διευθυντής των Γραφείων της Βουλής μέχρι το Σεπτέμβριο του 1922. Από το 1924 μέχρι το 1928 εξέδιδε την εβδομαδιαία Πολιτική Επιθεώρηση «Νέα Εποχή».

Στις εκλογές 1932, 1933 και 1935 πολιτεύθηκε στην εκλογική περιφέρεια της ιδιαίτερης πατρίδας του και εκλέχτηκε Βουλευτής Ερμιονίδας. Το Μάιο του 1946 ανέλαβε τη διεύθυνση του Γραφείου Προσωπικού της Βουλής.

Από το συγγραφικό έργο του διακρίνουμε τη δίτομη πολιτική ιστορία του Δημητρίου Γούναρη, τόμος Α΄: 1902-1920, (δεν εκδόθηκε άλλος τόμος), Έκδοση της πολιτικής επιθεωρήσεως «Νέα Εποχή», 1926, το έργο «Μάρτυρες» για τον Κ. Έσλιν και τον Ίωνα Δραγούμη, το «Ο Ίων Δραγούμης εξόριστος» και το έργο «Η εν Ερμιόνη Γ΄ Εθνοσυνέλευση», Αθήνα, 1930.

 

Πηγές


 

  • Εγκυκλοπαίδεια, «Πάπυρος Λαρούς, Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 9ος,  Εκδόσεις «Επιστημονική Εταιρεία των Ελληνικών Γραμμάτων Πάπυρος», Αθήνα, 1964.
  • Μάλλωσης Ιωάννης, «Η εν Ερμιόνη Γ΄ Εθνοσυνέλευση», Επανέκδοση Δήμος Ερμιόνης, Αθήνα, 2007.

Read Full Post »

Ομιλία στον Προοδευτικό Σύλλογο Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» με θέμα: «Αρχαία Μεσσήνη: Πριν και μετά»


 

Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Πέτρος Θέμελης. Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν.

Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Πέτρος Θέμελης. Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν.

O Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016 και ώρα 8 μ.μ. στο Βουλευτικό Ναυπλίου, θα μιλήσει, ο Αρχαιολόγος Δρ Πέτρος Θέμελης με θέμα: «Αρχαία Μεσσήνη: Πριν και μετά».

Ο Πέτρος Θέμελης δεν χρειάζεται ιδιαίτερων συστάσεων. Παγκόσμια η φήμη του και σημαντικό το ανασκαφικό, επιστημονικό και συγγραφικό του έργο. Το 2005 τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας με τον χρυσό Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος.

Το Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτιστικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, τον ανακήρυξε επίτιμο καθηγητή του, σε μια λαμπρή εκδήλωση στις 10 Μαΐου 2016.

 

Πέτρος Θέμελης

 

Ολοκλήρωσε τις βασικές σπουδές του στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο του Πειραματικού Σχολείου του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης. Πήρε πτυχίο Ιστορίας και Αρχαιολογίας από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης το 1959 και σε συνέχεια διδακτορικό δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο του Mονάχου της Γερμανίας το 1972 με θέμα «Fruhgriechische Grabbauten», το οποίο τυπώθηκε στο Mainz το 1976.

Tο 1962 προσελήφθη ως επιστημονικός βοηθός στην Aρχαιολογική Yπηρεσία του Nομού Θεσσαλονίκης και έλαβε μέρος σε ανασκαφές στη Δυτική Mακεδονία, κυρίως στην Πέλλα και το ανάκτορο της Bεργίνας υπό τη διεύθυνση του Xαράλαμπου Mακαρόνα, του Φώτιου Πέτσα και του Mανόλη Aνδρόνικου.

Mεταξύ των ετών 1963 και 1980 υπηρέτησε ως Eπιμελητής και Έφορος Aρχαιοτήτων στις Aρχαιολογικές Περιφέρειες Hλείας-Mεσσηνίας, Aττικής, Eύβοιας, Φωκίδος-Λοκρίδος και Aτωλοακαρνανίας, ενώ από το 1977 έως το 1980 διετέλεσε Διευθυντής του Aρχαιολογικού Mουσείου των Δελφών. Πραγματοποίησε ανασκαφικές έρευνες σε όλες τις παραπάνω περιοχές όπου υπηρέτησε ως αρχαιολόγος.

Aπό το 1980 ώς το 1984 ήταν Προϊστάμενος της νεοσύστατης Eφορείας Παλαιοναθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας, ενώ το 1984 εκλέχθηκε καθηγητής Kλασικής Aρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Kρήτης στο Pέθυμνο, όπου εργάστηκε μέχρι το 2003, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.

Eίναι μέλος επιστημονικών Eταιρειών, Aρχαιολογικών Iνστιτούτων και Eπιτροπών (της Aρχαιολογικής Eταιρείας, της Eταιρείας Eυβοϊκών Mελετών, του Γερμανικού Aρχαιολογικού Iνστιτούτου, του Aυστριακού Aρχαιολογικού Iνστιτούτου, της Eυρωπαϊκής Eταιρείας Eπιστημών και Tεχνών, της Eπιτροπής Συντήρησης Mνημείων Aκροπόλεως, του ICOM και του ICOMOS) και πρόεδρος της Eταιρείας Mεσσηνιακών Aρχαιολογικών Σπουδών, και έχει τύχει τιμητικών διακρίσεων. Kατά το χρονικό διάστημα 1987-1989 διετέλεσε Aντιπρύτανης Aκαδημαϊκών Yποθέσεων του Πανεπιστημίου της Kρήτης και πρόεδρος της Eπιτροπής Eρευνών του EΛKE.

Aπό το 1985 έως το 2003 διηύθηνε την ανασκαφή του Πανεπιστημίου Kρήτης (Tομέας Aρχαιολογίας και Iστορίας της Tέχνης) στον Τομέα Ι της Aρχαίας Eλεύθερνας της Eπαρχίας Mυλοποτάμου Kρήτης, ενώ από το 1986 διευθύνει την ανασκαφή της Aρχαιολογικής Eταιρείας στην αρχαία Mεσσήνη, καθώς και το αναστηλωτικό έργο του Yπουργείου Πολιτισμού στον ίδιο αρχαιολογικό χώρο.

Read Full Post »

Σαρρής Γιάννης (Δραγώνας)


 

Γιάννης Σαρρής

Γιάννης Σαρρής

Ο Γιάννης Σαρρής γεννήθηκε στο Λυγουριό Αργολίδας το 1946 και ασχολείται με το εμπόριο έτοιμων ενδυμάτων και τη βιολογική καλλιέργεια της ελιάς, ενώ τον ελεύθερο χρόνο του καταπιάνεται  με την ιστορική έρευνα και τη συγγραφή. Το 1965, σε νεαρή ηλικία, όταν για δέκα χρόνια ζούσε στην Αθήνα, ένα διήγημά του κερδίζει στο διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Πρώτον» και δημοσιεύεται σ’ αυτό.

Οξυδερκής και ανήσυχος πρωτοστάτησε το 1974, στην ίδρυση του πολιτιστικού συλλόγου  «Ο Καββαδίας», συλλόγου ιδιαίτερα δραστήριου, που συνέβαλλε στην πολιτιστική ζωή και ταυτότητα του Λυγουριού και αποτέλεσε πόλο έλξης των νέων. Η δανειστική βιβλιοθήκη, τα θεατρικά δρώμενα, οι πολυάριθμες εκδηλώσεις ήταν αναμφίβολα καθοριστικής σημασίας για τους κατοίκους του χωριού και ιδιαίτερα για τη νεολαία, αφού  ενέπνευσε την αγάπη για τη λογοτεχνία, το θέατρο, την ποίηση και μεταλαμπάδευσε τα ιδανικά της ισότιμης συνεργασίας και της ενεργής συμμετοχής στα κοινά, εφόδια απαραίτητα για την ανάπτυξη της συνείδησης του ενεργού πολίτη. Διετέλεσε ενεργό μέλος μέχρι το 2000. Πρόεδρος του συλλόγου υπήρξε από το 1975 έως το 1981, το 1984 και το 1992.

Εκδότης της εφημερίδας «Εδώ Λυγουριό» για είκοσι χρόνια κατέγραφε την οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου. Η εφημερίδα εκδόθηκε τον Απρίλιο του 1987 με τη βοήθεια του  Γιάννη Ρηγόπουλου και του αρχιτέκτονα Κ. Ξυπολιά.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’80  διηγήματά του δημοσιεύονται στο λογοτεχνικό περιοδικό «Ελλέβορος», που εκδίδεται στο Άργος από τον ποιητή Γιάννη Ρηγόπουλο. Παράλληλα συνεργάζεται με την εφημερίδα «Αναγέννηση», η οποία κυκλοφορεί σε όλη την Αργολίδα, ως ανταποκριτής από το Λυγουριό.

Ασχολήθηκε ενεργά με τα κοινά, εκτίοντας δύο θητείες στο Κοινοτικό Συμβούλιο Λυγουριού (1978-1982) και στο Δημοτικό Συμβούλιο Ασκληπιείου (1994-98). Το 1992 ήταν ο εμπνευστής και συνιδρυτής (μαζί με την Κοινότητα και το κέντρο υγείας Λυγουριού) της «Τράπεζας Αίματος Λυγουριού».

Το 1993 το θεατρικό του έργο «Ο Μπρούκλης» ανέβηκε από το θεατρικό τμήμα του πολιτιστικού συλλόγου «Ο Καββαδίας» σε σκηνοθεσία του Χρήστου Τσιλογιάννη. Το Μάιο του 2003  του απονεμήθηκε Έπαινος για το διήγημά του «Το χτύπημα του πηγαδιού» από την τριπολιτσιώτικη εφημερίδα «Οδός Αρκαδίας», και δημοσιεύτηκε στην ίδια εφημερίδα. Το 2007 εκδίδει τη συλλογή διηγημάτων «Στ’ Ανάπλι και στο Λυγουριό». 

Το 2007 έλαβε τιμητική διάκριση για τα είκοσι χρόνια έκδοσης της εφημερίδας «Εδώ Λυγουριό» και την προσφορά της στην Αργολίδα. Επίσης την ίδια χρονιά διακρίθηκε με Έπαινο στους Πανελλήνιους Διαγωνισμούς Διηγήματος του βιβλιοπωλείου «ΙΑΝΟΣ» όπου και δημοσιεύτηκε το διήγημά του «Το χτύπημα του πηγαδιού». Το 2014 εκδίδουν μαζί με τους Νίκο Καλαματιανό και Βασίλη Μπιμπή την τοπική ιστορική έρευνα  «Λυγουριού Ενορίες 1701-2013». Τέλος το 2014 εκδίδει την δραματική εξιστόρηση του χρονικού της απάνθρωπης εκτέλεσης από τους Γερμανούς του Λυγουριάτη Χρήστου Κ. Αίσωπου με τίτλο: «Χρήστος Κων. Αίσωπος ή Τζίτζης».

 

Πηγή


  • «Συνέντευξη με το συγγραφέα Γιάννη Σαρρή», Κωνσταντίνα Μάρα – Φοιτήτρια.  Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Σχολή Καλών Τεχνών – Τμήμα Θεατρικών Σπουδών.

Read Full Post »

Ο Καρούζος μας εμπνέει


 

Νίκος Καρούζος

Νίκος Καρούζος

Το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος του Πανεπιστημίου Harvard, σε συνεργασία με τον Προοδευτικό Σύλλογο Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», στο πλαίσιο του 1ου Πανελληνίου Συμποσίου «Αργολίδα, ο τόπος της συν-γραφής» διοργανώνουν εκδήλωση εις μνήμην του ποιητή Νίκου Καρούζου, «Ο Καρούζος μας εμπνέει», την  Τρίτη, 12 Απριλίου 2016, και ώρα 6.30 μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος  του Πανεπιστημίου Harvard, Πλατεία Φιλελλήνων στο Ναύπλιο.

 

Εισηγήσεις:

  • «Ο Νίκος Καρούζος όπως τον γνώρισα», Στρατής Χαβιαράς, Συγγραφέας.
  • «Η Καθημερινότητα και απογοήτευση ως αίσθηση: μια μελέτη του έργου του Νίκου Καρούζου», Fernanda Lemos de Lima, Καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας, Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο, Βραζιλία.
  • «Η αγωνία και η απόγνωση: μια αισθητική της πτώχευσης στο έργο του Νίκου Καρούζου», Luciana Póvoa de Almeida Silva, Καθηγήτρια του ελεύθερου προγράμματος Νέων Ελληνικών Σπουδών, Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο, Βραζιλία.
  • «Η Ελλάδα και οι Έλληνες στην ποίηση του Νίκου Καρούζου, με επίκεντρο την Αττική και την Αργολίδα»,  Δώρα Μέντη, Δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας, Διδάσκουσα Νεοελληνικής Φιλολογίας, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Καθηγήτρια Μέσης Εκπαίδευσης.
  • «Ο Καρούζος ως άνθρωπος», Άρης Βετούλης, Ιατρός
  • «O ποιητής Νίκος Καρούζος και η δυσημερία του στήθους», Γιώργος Πατρινιός, Ποιητής.

Προβολή αφιερώματος στο Νίκο Καρούζο, εκπομπή Μονόγραμμα αφιερωμένη στο Νίκο Καρούζο (Αρχεία της ΕΡΤ).

Παράλληλη έκθεση (έως τα τέλη Ιουνίου) με τα ζωγραφικά έργα και χειρόγραφα του Νίκου Καρούζου (ιδιωτική συλλογή Γεωργίου και Χριστίνας Ξένου) στις Αίθουσες της Δημοτικής Πινακοθήκης του Βουλευτικού Ναυπλίου.

 

Ο Νίκος Καρούζος όπως τον γνώρισα

Στρατής Χαβιαράς, Συγγραφέας

Περίληψη:

Ο Στρατής Χαβιαράς θα ανατρέξει τη γνωριμία και τη φιλία του με τον ποιητή Νίκο Δ. Καρούζο στις δεκαετίες 1950 και 1960 στο πλαίσιο των λογοτεχνικών ομάδων στο καφέ του Λουμίδη (Πατάρι), τότε Σταδίου 32. Θα αναφερθεί στις λογοτεχνικές προσωπικότητες που σύχναζαν εκεί, τις φιλίες, τις έριδες, την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα τριών γενεών δημιουργών, εστιάζοντας στην ποίηση και την προσωπικότητα του Νίκου Καρούζου.  Ο Χαβιαράς θα ολοκληρώσει την ομιλία του εστιάζοντας στην αλληλογραφία του με τον ποιητή και τις μεταφράσεις έργων του στην αγγλική γλώσσα, την απαγγελία τους στο WILD Radio Boston, στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα The Voice of Greece, καθώς και τη δημοσίευσή τους στο λογοτεχνικό περιοδικό Arion’s Dolphin

Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα:

Ο Στρατής Χαβιαράς είναι συγγραφέας, γεννήθηκε στη Νέα Κίο Αργολίδας, και μετανάστευσε στις ΗΠΑ όπου σπούδασε ιστορία, λογοτεχνία, δημιουργική γραφή και μετάφραση. Εργάστηκε στο Harvard, σε διάφορες θέσεις στις βιβλιοθήκες και διορίστηκε διευθυντής της αίθουσας σύγχρονης ποίησης Woodberry και της βιβλιοθήκης Farnsworth. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές στα ελληνικά και στα αγγλικά και τα μυθιστορήματα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες ίδρυσε και διηύθυνε την έκδοση του περιοδικού ποίησης Arion’s Dolphin και το λογοτεχνικό περιοδικό Harvard Review. Έχει διδάξει συγγραφή μυθιστορήματος στο Harvard, την τέχνη του γραπτού λόγου στο ΕΚΕΜΕΛ και στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου στην Αθήνα. Είναι ενεργό μέλος του Συλλόγου Αμερικανών Συγγραφέων και της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων.


Η Καθημερινότητα και απογοήτευση ως αίσθηση: μια μελέτη του έργου του Νίκου Καρούζου

Fernanda Lemos de Lima

Περίληψη:

Ο στόχος μου σε αυτή την ανακοίνωση είναι να διερευνήσω την καθημερινότητα ως σημαντικό θέμα στην ποίηση του Νίκου Καρούζου. Το θέμα αυτό εκφράζεται στις αντίθεσεις των συναισθημάτων μπροστά σε αυτό που κερδίζουμε και χάνουμε εξαιτίας της ταχύτητας της νεωτερικότητας της ζωής και του κενού νόηματός της. Ακόμα κι αν υπάρχει η ελπίδα σε κάποια ποιήματα, αυτή συχνά χάνεται για την ποιητική φωνή του Καρούζου. Η ποιητική αυτή φωνή εκδηλώνεται μέσα από την αίσθηση της καθημερινότητας  στην εποχή της νεωτερικότητας. Με τη βοήθεια των θεωριών του Μπένγιαμιν και του Αντόρνο θα εξετάσω επίσης τον ρόλο του ποιητή ως κριτικού της σύγχρονης εποχής.

Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα:

Ή Φερνάντα Λέμος ντε Λίμα είναι καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας, θεωρίας της λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο (Universidade do Estado do Rio de Janeiro – UERJ) και είναι διευθύντρια του τομέα Ελληνικών Σπουδών στο ίδιο πανεπιστήμιο. Σπούδασε στο διδακτορικό της την ποίηση του Κ.Π. Καβάφη. Έχει παρουσιάσει μελέτες από την αρχαία ελληνική λογοτεχνία.


Η αγωνία και η απόγνωση: μια αισθητική της πτώχευσης στο έργο του Νίκου Καρούζου

Luciana Póvoa de Almeida Silva

Περίληψη:

Η «πτώχευση», η οποία διαπερνάει την ανθρώπινη κατάσταση, εκφράζεται από την ποιητική φωνή στο έργο του ποιητή της Αργολίδας Νίκου Καρούζου. Η παρούσα μελέτη επικεντρώνεται στο θέμα της αισθητικής της πτώχευσης, χρησιμοποιώντας ως θεωρητική βάση τις μελέτες του Σαίρεν Κίρκεγκωρ σχετικά με την αγωνία και την απόγνωση, οι οποίες είναι εγγενείς στο άτομο.

Μέσα από αυτόν τον φιλοσοφικό προβληματισμό, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τον διάλογο μεταξύ του έργου του Νίκου Καρούζου και των θεωριών και των αντιλήψεων του Κίρκεγκωρ και, επομένως, την έκφραση μιας συγκεκριμένης αισθητικής που σχετίζεται με την πτώχευση των βεβαιοτήτων και των εσωτερικών και εξωτερικών διαδικασιών του ανθρώπου.

Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα:

Η Λουσιάνα Πόβοα ντε Αλμέιντα Σίλβα είναι καθηγήτρια του ελεύθερου προγράμματος Νέων Ελληνικών Σπουδών του πανεπιστήμιου του Ρίο ντε Τζανέιρο (Universidade do Estado do Rio de Janeiro) και έκανε το μεταπτυχιακό της στο Universidade Federal do Rio de Janeiro – UFRJ. Έχει γράψει, μαζί με τη Φερνάντα Λέμος ντε Λίμα, δύο βιβλία με τις μεταφράσεις από τα ποιήματα του Κ.Π.Καβάφη και έχει παρουσιάσει μελέτες από την ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη.


Η Ελλάδα και οι Έλληνες στην ποίηση του Νίκου Καρούζου, με επίκεντρο την Αττική και την Αργολίδα

Δώρα Μέντη

Περίληψη:

Στα πρώτα ποιητικά βιβλία του Νίκου Καρούζου εγγράφεται μια ενδιαφέρουσα ανθρωπογεωγραφία της Αθήνας. Η πόλη της δεκαετίας του ’60 που τον φιλοξενεί είναι φτωχή («φτώχεια, φωτιά, φαρμάκι ο τόπος») μα οι ωχροί  Έλληνες κοιτούν ψηλά στον ουρανό, στ’ αστέρια. Παράλληλα, οι πραγματικές αλλά και οι ονειρικές διαφυγές που του προσφέρει η φύση τροφοδοτούν με λυρική ευαισθησία την καταγραφή των σύγχρονων κοινωνικών αδιεξόδων. Πρόκειται κυριολεκτικά για έναν λογοτεχνικό χάρτη ενός ανέστιου ή πλάνητα, ο οποίος πορεύεται σε μια διαρκή αναζήτηση της  ομορφιάς, ανακαλώντας τις ποικίλες μυθολογικές και ιστορικές επιστρώσεις που συνθέτουν την πατρίδα. Με οδηγό αυτόν τον λογοτεχνικό χάρτη θα μεταφερθούμε σε παλαιότερες μορφές ζωής που αποτύπωσε η ποίηση και θα κινηθούμε σταδιακά από την αστική περιήγηση της Αθήνας στα αργολικά μέρη της γενέτειρας.

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα

Η Δώρα Μέντη διδάσκει νεοελληνική φιλολογία στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση, ενθαρρύνοντας τη φιλαναγνωσία και τη δημιουργική γραφή (βλ. http://efsv.webnode.gr/). Εξέδωσε τις μελέτες: Μεταπολεμική πολιτική ποίηση, Κέδρος 1995, Ο προσωπικός μύθος. Ένα ερμηνευτικό κλειδί στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, Εκδόσεις Καστανιώτη 2004, Πρόσωπα και προσωπεία, Gutenberg 2007. Επιμελήθηκε δύο ανθολογίες κριτικών κειμένων, τη θεματική Η Αθήνα από τον 19ο στον 21ο αιώνα, Εκδόσεις Πατάκη 2009, και την επίτομη ανθολογία ελληνικής ποίησης του 20ου αιώνα Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν, Gutenberg 2015. Δημοσίευσε πολλά κείμενα φιλολογικής και λογοτεχνικής κριτικής σε περιοδικά και σε σύμμεικτους τόμους (βλ. https://independent.academia.edu/TheodoraMenti).

 

Read Full Post »

Ο μύθος των Δαναΐδων


 

Οι Έλληνες είναι ένας λαός γνωστός με διαφορετικά ονόματα στην ιστορία. Κάθε ιστορική εποχή οι άνθρωποι, που κατοικούσαν στον ελλαδικό χώρο, είχαν ένα νέο όνομα, άλλοτε καινούριο, άλλοτε παλαιό και ξεχασμένο, άλλοτε δανεισμένο από τους ξένους.

Στην Ιλιάδα του Ομήρου οι δυνάμεις που εκστρατεύουν στην Τροία ονομάζονται με τρία διαφορετικά ονόματα: 170 φορές Αργείοι, 148 φορές Δαναοί και 598 φορές Αχαιοί.  Αχαιοί ονομάζεται η φυλή που κυριάρχησε πρώτη στα ελληνικά εδάφη γύρω από τις Μυκήνες. Ο όρος Αργείοι προέρχεται από την αρχική πρωτεύουσα των Αχαιών, το Άργος. Το όνομα Δαναοί αποδίδεται στη  φυλή που εξουσιάζει στο Άργος και την ευρύτερη Πελοπόννησο. Οι Έλληνες του Τρωικού Πολέμου ήταν μια μικρή αλλά δυνατή φυλή στη Θεσσαλία, στην περιοχή του Πελασγικού Άργους. Στους επόμενους αιώνες ο «Έλληνας» απέκτησε ευρύτερη έννοια συμβολίζοντας όλους τους πολιτισμένους, απέναντι στους «βάρβαρους», που αντιπροσώπευαν τους απολίτιστους.

Οι πολεμιστές που έπεσαν στις Θερμοπύλες αναφέρονται ως Έλληνες. Αιώνες αργότερα ο Ιησούς κήρυττε το λόγο του σε εβραίους και Έλληνες. Την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και στο Μεσαίωνα οι Έλληνες ήταν γνωστοί στην Ανατολή  ως Ρωμαίοι, ενώ στη Δύση τους έλεγαν Γραικούς από το όνομα μιας φυλής Βοιωτών, που ονομάζονταν Γραικοί και μετανάστευσαν στην Ιταλία τον 8ο αιώνα π.Χ. Η σύγχρονη αγγλική λέξη Greek προέρχεται από την ελληνική Γραικός (στη λατινική Graecus).

Οι Δαναοί, που αναφέρονται στα έπη του Ομήρου, ήταν τα Ελληνικά φύλλα, που κατοικούσαν στην Ελλάδα από τον 15ο αιώνα π.Χ. και είναι απόγονοι σύμφωνα με τη μυθολογία του Δαναού, που καταγόταν από την Αίγυπτο και ήταν απόγονος της Ιούς με καταγωγή από το Άργος.

 

Από την Ιώ στο Δαναό του Άργους

 

Ερμής, Άργος και Ιώ. Schelte à Bolswert , Χαλκογραφία. Ρότερνταμ, Museum Boijmans Van Beuningen.

Ερμής, Άργος και Ιώ. Schelte à Bolswert , Χαλκογραφία. Ρότερνταμ, Museum Boijmans Van Beuningen.

Σύμφωνα με τη μυθολογία η Ιώ, κόρη του Ίασου, βασιλιά του Άργους και απόγονου του Ίναχου ή κόρη του ιδίου του Ίναχου, γενάρχη των Αργείων, ήταν ιέρεια της θεάς Ήρας στο αρχαίο Ηραίο, που βρίσκονταν μεταξύ των Μυκηνών και της Τίρυνθας. Ο Δίας ερωτεύθηκε την Ιώ παράφορα, αλλά η Ήρα αντιλήφθηκε την παράνομη σχέση και άρχισε μια μεγάλη περιπέτεια για την Ιώ. Ο Ζευς, για να την προστατεύσει από την οργή της συζύγου του, τη μεταμόρφωσε σε αγελάδα. Η Ήρα όμως υποχρέωσε το Δία να της παραδώσει την ωραία αγελάδα κι εκείνη έβαλε να τη φυλάει ο πανόπτης Άργος, ένα φοβερό τέρας με πολλά μάτια διάσπαρτα σε όλο του το σώμα, που, όταν μερικά από τα μάτια «κοιμούνταν» κάποια στιγμή, πάντα κάποια έμεναν ανοικτά. Ο Δίας ζήτησε από τον Ερμή να τον βοηθήσει να απελευθερώσει τον έρωτά του. Ο θεός Ερμής μεταμφιεσμένος σε βοσκό πήρε ένα μαγικό αυλό, αποκοίμισε με τη μουσική του όλα τα μάτια του Άργου, τον αποκεφάλισε και ελευθέρωσε την Ιώ. Η Ήρα τότε έστειλε στην αγελάδα – Ιώ μια αλογόμυγα, που την τσιμπούσε ασταμάτητα και την ανάγκαζε να περιπλανείται αδιάκοπα σε ξένες χώρες.

 

Η Μεταμόρφωση της Ιούς σε αγελάδα. Ο Αbbe de Marolles δημοσίευσε το 1655 ένα in-folio με 60 χαρακτικά που είχαν φιλοτεχνήσει σημαντικοί καλλιτέχνες της εποχής και με τίτλο «πίνακες του ναού των μουσών» που ήταν παρμένοι από την συλλογή του αποθανόντος βασιλικού συμβούλου Mr Favereau. Την συλλογή αυτή, των ελληνικών μύθων αφιέρωσε στην βασίλισσα της Πολωνίας Μαρία - Λουΐζα, δεύτερη σύζυγο του Βασιλιά Βλαδίσλαου. «Ο Ναός του Μουσών» επανεκδόθηκε κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα. Το χαρακτικό που δημοσιεύουμε προέρχεται από την τελευταία γαλλική έκδοση που έγινε στο Άμστερνταμ το 1733.

Η Μεταμόρφωση της Ιούς σε αγελάδα. Ο Αbbe de Marolles δημοσίευσε το 1655 ένα in-folio με 60 χαρακτικά που είχαν φιλοτεχνήσει σημαντικοί καλλιτέχνες της εποχής και με τίτλο «πίνακες του ναού των μουσών» που ήταν παρμένοι από την συλλογή του αποθανόντος βασιλικού συμβούλου Mr Favereau. Την συλλογή αυτή, των ελληνικών μύθων αφιέρωσε στην βασίλισσα της Πολωνίας Μαρία – Λουΐζα, δεύτερη σύζυγο του Βασιλιά Βλαδίσλαου. «Ο Ναός του Μουσών» επανεκδόθηκε κατά την διάρκεια του 18ου αιώνα. Το χαρακτικό που δημοσιεύουμε προέρχεται από την τελευταία γαλλική έκδοση που έγινε στο Άμστερνταμ το 1733.

 

Η Ιώ περιπλανήθηκε ως αγελάδα γύρω από τις Μυκήνες  κατόπιν διέτρεξε την ακτή του Ιονίου πελάγους (που εξαιτίας της πήρε το όνομά του), έφθασε στην Ιλλυρία, διέσχισε όλη τη Σκυθία και την ακτή της Μαύρης θάλασσας, έφθασε στον Προμηθέα, που ήταν δεμένος στον Καύκασο, πέρασε από το Βόσπορο, που εξαιτίας της πήρε το όνομά του (βους+πόρος), και κατέληξε στην Αίγυπτο, όπου γέννησε το γιο της από το Δία, τον Έπαφο, ο οποίος θα γινόταν γενάρχης της φυλής των Δαναών. [1]

Ο Έπαφος παντρεύτηκε την κόρη του Νείλου Μέμφιδα και γέννησαν τη Λιβύη. Η Λιβύη ενώθηκε με  το Θεό Ποσειδώνα και έκανε διδύμους γιους, τον Αγήνορα και το Βήλο. Ο Αγήνορας πήγε στη Φοινίκη, ενώ ο Βήλος έμεινε στην Αίγυπτο και με την Αγχινόη έκανε κι εκείνος δυο διδύμους γιούς, το Δαναό και τον Αίγυπτο. Ο Αίγυπτος έγινε βασιλιάς της Αιγύπτου, ενώ ο Δαναός βασίλευσε στη Λιβύη. Τα δύο αδέλφια από το γάμο τους με πολλές γυναίκες απέκτησαν πολλά παιδιά. Πενήντα γιους ο Αίγυπτος, πενήντα κόρες ο Δαναός.

Μετά το θάνατο του πατέρα τους τα αδέλφια ήρθαν σε ρήξη για τα όρια των κρατών τους και την πατρική κληρονομιά. Ο Αίγυπτος πρότεινε στο Δαναό να συμφιλιωθούν και να παντρευτούν οι πενήντα γιοι του τις πενήντα κόρες του. Ο Δαναός απέρριπτε κατηγορηματικά την πρόταση του αδελφού του, γιατί θεωρούσε τους γάμους μεταξύ συγγενών ανόσια πράξη και γιατί είχε πάρει χρησμό από έναν Αιγύπτιο μάντη, που έλεγε ότι θα τον σκότωνε ένας γιος του αδελφού του. Για να απαλλαγεί από την ασφυκτική επιμονή του αδελφού του και να γλιτώσει από την εκπλήρωση του θανατηφόρου χρησμού, ο Δαναός αποφάσισε να εγκαταλείψει το βασίλειό του και να ζητήσει καταφύγιο στην προγονική του κοιτίδα, το Άργος.

Με τις οδηγίες της θεάς Αθηνάς ναυπήγησε ένα πλοίο με πενήντα κουπιά, την πεντηκόντορο (πενηντάκωπο), έβαλε καθεμιά από τις κόρες του να τραβάει ένα κουπί, ανοίχτηκαν στη θάλασσα για το Άργος και μετά από πολλές ημέρες στη θάλασσα έφτασαν στη Λίνδο της Ρόδου, αποικία των Αργείων. Εκεί ο Δαναός αφιέρωσε άγαλμα στην  Αθηνά μέσα σε ναό που έχτισαν οι Δαναΐδες. Λένε μάλιστα ότι τρεις από τις κόρες του πέθαναν κατά την παραμονή τους στο νησί και τα ονόματα τους πήραν οι πόλεις Λίνδος, Ιαλυσός και Κάμειρος. Από τη Ρόδο ο Δαναός και οι υπόλοιπες κόρες του σαλπάρισαν για την Πελοπόννησο και αποβιβάστηκαν στο χωριό Απόβαθμοι, το σημερινό Κιβέρι, κοντά στη Λέρνη. Έτσι εκπληρώθηκε μια προφητεία που είχε  δώσει ο Προμηθέας στην πρόγονο του, την Ιώ: «Πέμπτη γενιά γυναικεία μετά από τον Έπαφο, με πενήντα κόρες πάλι στο Άργος αθέλητά της θα’ ρθει, για να ξεφύγει γάμο συγγενικό των ξαδέρφων˙ κι αυτοί ξετρελαμένοι από τον πόθο, σαν γεράκια ξοπίσω σε περιστέρες θα ριχτούν κυνηγώντας γάμους αταίριαστους». [2]

Στο Άργος βασίλευε τότε ο Γελάνωρ της γενιάς των Ιναχιδών, από τον οποίο ο Δαναός ζήτησε να πάρει την εξουσία ως νόμιμος διάδοχος του θρόνου, αφού ήταν απόγονος του Ίναχου, και είπε ότι είχε την υποστήριξη της Αθηνάς. Ο Γελάνωρ φυσικά αρνήθηκε, αλλά συμφώνησαν  να αποφασίσει ο λαός και οι υπήκοοί του μαζεύτηκαν το ίδιο εκείνο βράδυ, για να συζητήσουν το ζήτημα. Ο Γελάνωρας και ο Δαναός συζητούσαν το πράγμα, ώσπου νύχτωσε χωρίς να καταλήξουν σε συμφωνία. Είπαν λοιπόν  να το ξανασκεφτούν και να αποφασίσουν την άλλη μέρα.

Το πρωί, μόλις ξύπνησαν, συγκεντρώθηκε ο λαός και βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα απρόσμενο θέαμα: Ένας  λύκος είχε ορμήσει σε μια αγέλη βοδιών και σκότωσε τον αρχηγό τους ταύρο. Ο Λαός ερμήνευσε ως θεϊκό σημάδι το γεγονός, παραλλήλισε το εισβολέα λύκο  με το Δαναό και τον ταύρο αρχηγό της αγέλης με το Βασιλιά Γελάνωρα και αποφάσισαν να δώσουν τη Βασιλεία στο Δαναό. Με αυτό τον τρόπο, λοιπόν, ο Δαναός έγινε βασιλιάς του Άργους, έχτισε την ακρόπολη με τεράστιους λαξευτούς ογκόλιθους, που ονομάσθηκε Λάρισα από την κόρη του βασιλιά Πελασγού, και θεμελίωσε ναό προς τιμή του Λυκείου Απόλλωνος, γιατί πίστευε ότι ο θεός αυτός έστειλε το λύκο εναντίον του κοπαδιού των βοδιών. [3]

Η εγκατάσταση του Δαναού και των θυγατέρων του στο Άργος συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη του εγχώριου πολιτισμού. Θέσπισαν τελειότερους νόμους για θέματα του κοινωνικού και θρησκευτικού βίου. Έμαθαν στους ντόπιους τη ναυπήγηση νέου τύπου πλοίων, που μπορούσαν να κάνουν μακρινά ταξίδια. Διδάξαν τα γράμματα και την καλλιέργεια των αγρών. Άνοιξαν  πηγάδια και με αρδευτικά έργα ξαναζωντάνεψαν την αργείτικη γη. [4] Αύξησαν το φυτικό πλούτο με την καλλιέργεια νέων άγνωστων φυτών, που μετέφεραν από την προηγούμενη πατρίδα τους και η διψασμένη αργολική πεδιάδα πλουτίσθηκε, ώστε να ονομασθεί από τον Όμηρο  για τη γονιμότητά της «μαστάρι της  γης» (ούθαρ αρούρης). [5]

Ο Δαναός έγινε μάλιστα τόσο ισχυρός ηγεμόνας στο Άργος, που όρισε με νόμο οι Αργείοι στο εξής από Πελασγοί να λέγονται Δαναοί. Αργότερα όλοι οι Πελασγοί της Ελλάδας ονομάστηκαν Δαναοί, γι’ αυτό και στα Ομηρικά έπη η ονομασία αυτή συμπεριλαμβάνει το σύνολο των Ελλήνων της ηπειρωτικής και  νησιωτικής Ελλάδας. [6]

Η Αργολίδα όμως υπέφερε από παρατεταμένη ξηρασία από παλιά, γιατί  σε διαμάχη μεταξύ της Ήρας και του Ποσειδώνα για  την κατοχή της περιοχής με κριτή τον Ίναχο η πόλη δόθηκε στην Ήρα. Ο Ποσειδώνας πήρε πολύ άσχημα την αποτυχία του να κατακτήσει ένα ζωτικό χώρο στη στεριά και με την ιδιότητα του βασιλιά της θάλασσας και όλων των υδάτων ξέρανε ολόκληρη την περιοχή του Άργους και κατάντησε τον Ίναχο ένα χείμαρρο, που γέμιζε νερό μόνο την εποχή των βροχών. Οι  Δαναΐδες επινόησαν την τέχνη να ανοίγουν πηγάδια και εφοδίασαν την πόλη με αρκετά, μεταξύ των οποίων και τέσσερα Ιερά, αλλά και πάλι η πόλη υπέφερε από τη λειψυδρία.

Ο Δαναός τότε έστειλε τις κόρες του να βρουν πηγές νερού. Μια απ’ αυτές, η Αμυμώνη, που έψαχνε για πηγή νότια του Άργους, βλέπει ένα ελάφι και, καθώς το κυνήγησε στο δάσος, είδε μπροστά της ένα σάτυρο που κοιμόταν.  Στην προσπάθειά της να τον τοξεύσει, το βέλος έπεσε δίπλα στο Σάτυρο και τον ξύπνησε. Ο Σάτυρος, όταν είδε την όμορφη Δαναΐδα, επιχείρησε να τη βιάσει. Η Αμυμώνη έβγαλε απελπισμένες κραυγές για βοήθεια και την άκουσε ο Ποσειδώνας. Ο Θεός, μόλις ξεπρόβαλε μέσα από τη θάλασσα, εξακόντισε κατά του σάτυρου την τρίαινά του, η οποία δεν πέτυχε το Σάτυρο και καρφώθηκε  σ’ ένα βράχο. Ο σάτυρος το έσκασε και η Αμυμώνη γλίτωσε. Ο θεός όμως ερωτεύτηκε την όμορφη Δαναΐδα, η οποία ανταποκρίθηκε στο θεϊκό έρωτα και ο Ποσειδώνας πλάγιασε με την Αμυμώνη.

 

Όταν βασιλιάς του Άργους ήταν ο Δαναός, μεγάλη ξηρασία βασάνιζε το Άργος γιατί ο Ποσειδώνας είχε στερέψει όλες τις πηγές επειδή η πόλη είχε περάσει στην προστασία της Ήρας, ύστερα από σφοδρή διαμάχη μεταξύ τους. Έστειλε τότε μια από τις πενήντα κόρες του, την Αμυμώνη να βρει νερό. Ένας Σάτυρος θέλησε να της επιτεθεί, εκείνη όμως επικαλέστηκε τη βοήθεια του Ποσειδώνα. Αυτός, όχι μόνο την προστάτεψε αλλά της φανέρωσε και μια πηγή με γάργαρο και άφθονο νερό. Η ομορφιά της Αμυμώνης όμως, μάγεψε το θεό κι έτσι έσμιξε ερωτικά μαζί της. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο Ναύπλιος. Στην παράσταση ο Ποσειδώνας κοιτάζει στα μάτια την Αμυμώνη ενώ αυτή, με την υδρία στο χέρι, κάνει να φύγει, κλίνοντας το κεφάλι συνεσταλμένα προς αυτόν. Δεξιά, μια από τις Δαναΐδες φεύγει προς τον πατέρα της που στέκεται στην άκρη με το σκήπτρο. Αριστερά, η Αφροδίτη παρακολουθεί, ενώ ο Έρωτας πετάει πάνω από το ζευγάρι κρατώντας το στεφάνι του γάμου. Η θεατρική παράσταση του σατυρικού δράματος του Αισχύλου « Αμυμώνη» ίσως είναι ο λόγος της πληθώρας των παραστάσεων του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης που φιλοτεχνήθηκαν εκείνη την εποχή. Ο Αισχύλος εκτός από την «Αμυμώνη» που δεν έχει διασωθεί έγραψε και την τριλογία « Ικέτιδες», «Αιγύπτιοι» και « Δαναΐδες». ( Ερυθρόμορφη πελίκη. Γύρω στα 450 π.Χ. Ρώμη. Villa Giulia).

Όταν βασιλιάς του Άργους ήταν ο Δαναός, μεγάλη ξηρασία βασάνιζε το Άργος γιατί ο Ποσειδώνας είχε στερέψει όλες τις πηγές επειδή η πόλη είχε περάσει στην προστασία της Ήρας, ύστερα από σφοδρή διαμάχη μεταξύ τους. Έστειλε τότε μια από τις πενήντα κόρες του, την Αμυμώνη να βρει νερό. Ένας Σάτυρος θέλησε να της επιτεθεί, εκείνη όμως επικαλέστηκε τη βοήθεια του Ποσειδώνα. Αυτός, όχι μόνο την προστάτεψε αλλά της φανέρωσε και μια πηγή με γάργαρο και άφθονο νερό. Η ομορφιά της Αμυμώνης όμως, μάγεψε το θεό κι έτσι έσμιξε ερωτικά μαζί της. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο Ναύπλιος.
Στην παράσταση ο Ποσειδώνας κοιτάζει στα μάτια την Αμυμώνη ενώ αυτή, με την υδρία στο χέρι, κάνει να φύγει, κλίνοντας το κεφάλι συνεσταλμένα προς αυτόν. Δεξιά, μια από τις Δαναΐδες φεύγει προς τον πατέρα της που στέκεται στην άκρη με το σκήπτρο. Αριστερά, η Αφροδίτη παρακολουθεί, ενώ ο Έρωτας πετάει πάνω από το ζευγάρι κρατώντας το στεφάνι του γάμου. Η θεατρική παράσταση του σατυρικού δράματος του Αισχύλου « Αμυμώνη» ίσως είναι ο λόγος της πληθώρας των παραστάσεων του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης που φιλοτεχνήθηκαν εκείνη την εποχή. Ο Αισχύλος εκτός από την «Αμυμώνη» που δεν έχει διασωθεί έγραψε και την τριλογία « Ικέτιδες», «Αιγύπτιοι» και « Δαναΐδες».
( Ερυθρόμορφη πελίκη. Γύρω στα 450 π.Χ. Ρώμη. Villa Giulia).

 

Όταν αργότερα εκείνη του εξήγησε το λόγο που βρέθηκε εκεί, ο Ποσειδώνας έδειξε την τρίαινά του και είπε στην Αμυμώνη να την τραβήξει από το βράχο. Και, όταν η Αμυμώνη την τράβηξε, από τις τρεις τρύπες των δοντιών της τρίαινας πετάχτηκαν τρεις κρουνοί νερό. Έτσι έληξε η λειψυδρία, που ο Ποσειδώνας είχε επιβάλει στο Άργος, και η περιοχή έγινε πλούσια με πολλές καλλιέργειες. [7]

 Ποσειδώνας και Αμυμώνη. Λύκηθος. Metropolitan Museum of Art. New York.

Ποσειδώνας και Αμυμώνη. Λύκηθος. Metropolitan Museum of Art. New York.

Όμως ενώ ο Δαναός ζούσε ευτυχής με τις κόρες του και τους υπηκόους του, κατέπλευσε στο Άργος ο Αίγυπτος με τους πενήντα γιους του και αξίωσε να πραγματοποιηθούν με τη βία οι γάμοι των γιων του με τις κόρες του αδελφού του. Ο  Δαναός αρνήθηκε και πάλι και οι γιοι του Αίγυπτου πολιόρκησαν το Άργος. Ο Δαναός με τις κόρες του κλείστηκαν στην ακρόπολη του Άργους, αλλά στην πόλη δεν υπήρχαν πήγες και δεν είχαν νερό. Όταν ο Δαναός κατάλαβε ότι η δίψα θα τον κάνει γρήγορα να παραδοθεί, προσποιήθηκε ότι δέχεται να κάνει αυτό που του ζητούσαν οι γιοι του Αιγύπτου, εάν αυτοί θα έλυναν την πολιορκία. Έτσι λύθηκε η πολιορκία και κανονίστηκε να γίνει ομαδικός γάμος.

Τα ανδρόγυνα τα ζευγάρωσε ο Δαναός. Σε κάποια ζευγάρια η εκλογή του οφειλόταν στο γεγονός ότι νύφη και γαμπρός είχαν μητέρες της ίδιας κοινωνικής τάξης. Σε άλλα ζευγάρια έμοιαζαν τα ονόματά τους και έτσι η Κλείτη, η Σθενέλη και η Χρυσίππη παντρεύτηκαν τον Κλείτο, το Σθένελο και το Χρύσιππο. Για τα υπόλοιπα ο Δαναός τράβηξε κλήρο μέσα από ένα κράνος και, αφού ο κάθε νέος έμαθε ποια νύμφη θα παντρευτεί, ακολούθησαν οι γαμήλιες τελετές και ο Δαναός παράθεσε συμπόσιο, όπου έψαλαν και το τραγούδι του γάμου, τον Υμέναιο.

Επειδή όμως ο Δαναός φοβόταν ακόμη το χρησμό, που έλεγε ότι θα τον σκοτώσει ένας γιος του αδελφού του, πριν από την πρώτη νύχτα του γάμου μάζεψε τις κόρες του, τους μοίρασε μυτερές βελόνες, που τις έκρυψαν μέσα στα μαλλιά τους, και τις πρόσταξε να σκοτώσει καθεμιά τον άντρα της στον ύπνο του την πρώτη νύχτα του γάμου, όταν θα έχει αποκοιμηθεί, απειλώντας με θάνατο όποια δειλιάσει και παρακούσει την εντολή του. Οι Δαναΐδες υπάκουσαν στην πατρική προσταγή και τα μεσάνυχτα, μετά το γαμήλιο γλέντι, καθεμιά κάρφωσε τον εξάδελφο και σύζυγό της στην καρδιά.

Μόνον ένας επέζησε, ο Λυγκέας, που η σύζυγός του η Υπερμνήστρα του έσωσε τη ζωή είτε γιατί ο σύζυγος και εξάδελφός της είχε σεβαστεί την παρθενιά της, είτε γιατί  υπερίσχυσε ο πόθος της μητρότητας, είτε γιατί το ερωτεύτηκε το παλικάρι και από αγάπη και συμπάθεια του χάρισε τη ζωή  και δεν τον θανάτωσε. Τον βοήθησε μάλιστα να το σκάσει από την πόλη και να πάει στη Λυγκεία, εξήντα στάδια μακριά, και να ανάψει έναν πυρσό, σύνθημα ότι είχε φτάσει σώος, ενώ ανέλαβε κι αυτή την υποχρέωση να απαντήσει με άλλον πυρσό από την ακρόπολη. Από τότε οι Αργείοι εξακολουθούσαν κάθε χρόνο να ανάβουν πυρσούς σε ανάμνηση αυτής της συμφωνίας.

Το Κριτήριον του Άργους - Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

Το Κριτήριον του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

Το πρωί ο Δαναός πληροφορήθηκε την ανυπακοή της Υπερμήστρας,  που παράκουσε τη διαταγή του και δε θανάτωσε το σύζυγό της  Λυγκέα. Αμέσως τη φυλάκισε για να την τιμωρήσει και την πέρασε από δίκη. Η δίκη αυτή έγινε στον ιστορικό χώρο του αρχαίου Κριτηρίου του  Άργους.  Οι Αργείοι όμως επικαλούμενοι το θεϊκό νόμο της Αφροδίτης, προστάτιδας της συζυγικής κλίνης, αρνήθηκαν την καταδίκη. Έτσι η Υπερμνήστρα με τη βοήθεια της Αφροδίτης, που προσήλθε μάρτυρας υπεράσπισης, αθωώθηκε! Ο Λυγκέας και η Υπερμήστρα ενώθηκαν πάλι, ο Δαναός και ο Λυγκέας συμφιλιώθηκαν και ο Λυγκέας έγινε γενάρχης του βασιλικού γένους των Αργείων και απόλυτος κύριος στο Άργος και αναγνωρίστηκε βασιλιάς μαζί με την Υπερμνήστρα, που αφιέρωσε στο ναό του Λύκειου Απόλλωνα ένα ξόανο της Αφροδίτης.

Ύστερα απ’ αυτά ο Λυγκέας παράχωσε τα κεφάλια των δολοφονημένων αδελφών του στη Λέρνη και κήδεψε τα σώματα τους με όλες τις τιμές κάτω από τα τείχη του Άργους. Οι Δαναΐδες, αφού καθαρίστηκαν για το ανοσιούργημά τους από την Αθηνά και τον Ερμή στη λίμνη Λέρνη, ήρθαν σε δεύτερο γάμο με ντόπιους νέους. Ο Δαναός προκήρυξε γαμήλιους αγώνες, τα «Σθένεια», και στον κάθε νικητή έδινε για έπαθλο μια κόρη του. Έτσι έκανε γαμπρούς τους άριστους από τους Αργείους νέους και οι Δαναΐδες έγιναν μητέρες των απόγονων του Δαναού, από τους οποίους προήλθε μια μεγάλη γενιά ένδοξων ηρώων, μεταξύ των οποίων ο Παλαμήδης και ο Ηρακλής.

Όταν πέθανε ο Δαναός, οι Αργείοι, για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους στον ευεργέτη τους, τον ενταφίασαν στο κέντρο της αγοράς και κόσμησαν τον τάφο του με ένα λαμπρό μνημείο, ενώ στους Δελφούς έστησαν ανδριάντα του μαζί με της Υπερμνήστρας με την επιγραφή:  «Οι ανδριάντες αυτοί εικονίζουν ήρωες˙ τον ισχυρότερο βασιλιά του Άργους Δαναό και την Υπερμνήστρα, η οποία μόνη από τις αδελφές της είχε τα χέρια αμόλυντα». [8]

Τις κόρες όμως του Δαναού, τις Δαναΐδες, μολονότι η Αθηνά και ο Έρμης με την άδεια του Δία τις εξάγνισαν, οι Κριτές των Νεκρών τις καταδίκασαν μετά το θάνατό τους και την κάθοδό τους στον Άδη να μεταφέρουν και να ρίχνουν αιώνια νερό σε ένα πιθάρι τρύπιο σαν κόσκινο («τετρημένον πίθον»), για να τιμωρηθούν για τη δολοφονία των συζύγων τους την πρώτη νύχτα του γάμου.

 

Οι Δαναΐδες (1906). Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917).

Οι Δαναΐδες (1906). Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917).

 

Το μαρτύριο των Δαναίδων. Μετά την δολοφονία των συζύγων τους καταδικάστηκαν - εκτός της Υπερμνήστρας - από τους Κριτές του Κάτω Κόσμου να γεμίζουν με νερό ένα τρύπιο πιθάρι. Ένα ακόμη χαρακτικό από τα 60 της συλλογής Mr Favereau, τα οποία δημοσίευσε ο Αbbe de Marolles, στο βιβλίο του « Ο Ναός του Μουσών».

Το μαρτύριο των Δαναίδων. Μετά την δολοφονία των συζύγων τους καταδικάστηκαν – εκτός της Υπερμνήστρας – από τους Κριτές του Κάτω Κόσμου να γεμίζουν με νερό ένα τρύπιο πιθάρι. Ένα ακόμη χαρακτικό από τα 60 της συλλογής Mr Favereau, τα οποία δημοσίευσε ο Αbbe de Marolles, στο βιβλίο του « Ο Ναός του Μουσών».

 

Από τις πενήντα Δαναΐδες ξεχωριστή θέση στην Αργολική Μυθολογία, εκτός από την Υπερμνήστρα, έχει και η Αμυμώνη, που συνάντησε τον Ποσειδώνα στην πηγή της Λέρνης και κοιμήθηκε μαζί του. Ο γιος της Αμυμώνης από τον Ποσειδώνα, ο Ναύπλιος, έγινε ο ιδρυτής της πόλης του Ναυπλίου και επώνυμος ήρωας της Ναυπλίας. Απόγονός του μετά από 5 γενεές ήταν ο Ναύπλιος ο Νεώτερος,  διάσημος θαλασσοπόρος, που ανακάλυψε την πλοήγηση με τη Μεγάλη Άρκτο, έλαβε μέρος  την Αργοναυτική Εκστρατεία και απέκτησε τρεις γιους, το Ναυσιμέδοντα, τον Οίακα και τον Παλαμήδη, γνωστό για τη σοφία και την ευγένειά του, που θεωρήθηκε εφευρέτης του Ελληνικού αλφαβήτου, των αριθμών, της χρήσης των νομισμάτων, των μέτρων και σταθμών και της διαίρεσης του έτους.

 

Η ερμηνεία του μύθου

 

Η αφήγηση του μύθου του Δαναού και των θυγατέρων του αφορά θεούς, ήρωες και «δαίμονες» σε μια εποχή που ο άνθρωπος αγωνιούσε να εξηγήσει όσα συνέβαιναν γύρω του. Η γόνιμη φαντασία των αρχαίων Ελλήνων  αναγνώριζε μεταφυσικές δυνάμεις και πνεύματα σε κάθε αντικείμενο και σε κάθε φυσικό φαινόμενο. Το φυσικό περιβάλλον με οποιαδήποτε μορφή – βουνά, σπηλιές, δάση, ποταμοί, θάλασσα, πηγές, έλη – έχει επηρεάσει τους μυθολογικούς κύκλους. Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων έχει ιδιαίτερη σχέση με το νερό, γιατί αποτελεί το στοιχείο που κατοικούν τα αρχέγονα μυστήρια. Οι νύμφες λατρεύονταν ομαδικά ή σε μικρά ιερά και οι θάλασσες και τα βουνά είχαν δικά τους πνεύματα. Τα ποτάμια ήταν ιερά με θεϊκή υπόσταση και οι θνητοί ζητούσαν τη βοήθειά τους για την ευφορία της γης και την ευγονία των ανθρώπων.

Ο Μύθος του Δαναού συμβολίζει αρχικά τις μετακινήσεις και τις συγκρούσεις ανάμεσα στους Αχαιούς και στους Αιγυπτίους, που  περιγράφονται και σε αρχαία κείμενα που έφτασαν ως εμάς. Την εποχή του χαλκού, γύρω στα 1500 προ Χριστού, ο χώρος που καταλαμβάνει η Ελλάδα  είχε  υποστεί μεγάλες γεωλογικές μεταβολές  από εκρήξεις ηφαιστείων, καταποντίσεις, καταβυθίσεις  στεριάς  και νησιών, εμφάνιση νησιών και οι κάτοικοι της  περιοχής  αναστατώθηκαν. Πολλοί αναζήτησαν την επιβίωση σε άλλες περιοχές της Ασίας και της Αφρικής. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στην ανάμειξη και τη σύνθεση των αρχαίων πολιτισμών της Μεσογείου, των «Λαών της θάλασσας».

Η Ιώ, σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία και την Παλαιά Διαθήκη, ήταν γενάρχης όλων των λαών της Ανατολικής Μεσογείου. Ο Ηρόδοτος βεβαιώνει πως όλοι οι λαοί αποκαλούσαν την Ιώ με το ίδιο όνομα. [9] Στην Αίγυπτο την είπαν Ίσιδα και οι Εβραίοι την έλεγαν Σιών (Ίσις + Ιώ = Σιών). Οι Αιγύπτιοι έλεγαν πως η Ιώ τους δόθηκε ως νύφη από τους Έλληνες. [10] Άλλοι ισχυρίζονται πως η Ιώ κατάγονταν από τη Σιδώνα της Φοινίκης και την απήγαγαν οι Έλληνες, όπως άλλωστε, αργότερα, και την Ευρώπη, κόρη του βασιλιά της Φοινίκης Αγήνορα. [11] Έτσι κάποια στιγμή έφυγε από το Άργος, για να επιστρέψει στην πατρίδα της.

Η Ιώ έφτασε στην Αίγυπτο δια ξηράς μετά από απίστευτες περιπέτειες. Το δρομολόγιό της δεν είναι τυχαίο. Περιλαμβάνει τις Ιλλυρικές ακτές στο Ιόνιο, το Βόσπορο, τη Φρυγία, τον Καύκασο και τη Μικρά Ασία μέχρι να καταλήξει στις βόρειες ακτές της Αφρικής. Περιπλανήθηκε δηλαδή στις περιοχές, όπου οι αρχαίοι Έλληνες αναζητούσαν το χαλκό και άλλα μέταλλα στα μεταλλεία  των ακτών του Ιόνιου και της Μαύρης θάλασσας, κυρίως στην περιοχή του Καύκασου.

Ο Μύθος της όμως συνδυάζεται και με το Φοινικικό έθιμο να χτίζονται πόλεις ακολουθώντας μια αγελάδα.  Με τη μορφή της Αγελάδας, μητέρας και τροφού του λαού, η Ιώ καθοδηγούσε το χτίσιμο νέων πόλεων, που θεμελιώνονταν χρησιμοποιώντας μαντικές αγελάδες σε περιοχές με άφθονα νερά και ποτάμια.   Έτσι έχτισε και τη Θήβα ο Κάδμος, Φοίνικας απόγονος της Ιούς, έτσι χτίστηκε και το Ίλιον της Τροίας από τον Ίλο. Τα νερά που αναπηδούν ορμητικά από τα έγκατα της γης, όπως και τα ρεύματα των ποταμών και τα κύματα του πελάγους συνδυάζονται σταθερά με τα άλογα και τους ταύρους, ζώα που χαρακτηρίζονται για την ορμητικότητά τους.

Μερικά χρόνια αργότερα ο πολιτισμός του Αιγαίου και της Κρήτης, που  αριθμεί πολλές χιλιετηρίδες ύπαρξης, προσπαθεί να ξανανθίσει. Η ζωή θα ξαναρχίσει μόλις η κατάσταση  θα ηρεμήσει. Οι αυτόχθονες είναι λίγοι κι έτσι θα βρουν ευκαιρία  εγκατάστασης  πολλοί μετανάστες,  κυρίως από την Αίγυπτο. Γιατί την εποχή πριν από τα Τρωικά, το 1500 π.Χ., όπως αναφέρουν πολλοί αρχαίοι συγγραφείς, ξέσπασαν στην Αίγυπτο λοιμώδεις ασθένειες (οι 7 πληγές του Φαραώ σύμφωνα με την Αγία Γραφή). Οι ντόπιοι απέδωσαν τις ασθένειες στους ασεβείς αλλόφυλους, που ζούσαν στην Αίγυπτο. Για να αποφύγουν την οργή των ντόπιων  οι  αλλόφυλοι, φεύγουν μετανάστες σε άλλα μέρη.

Ο Δαναός, τέταρτη γενεά μετά την Ιώ, κατασκεύασε πρώτος πλοίο με τη βοήθεια της Αθηνάς και κωπηλατώντας με τις 50 κόρες κατευθύνθηκε προς την Ευρώπη. Οι άποικοι που έφυγαν μαζί με το Δαναό από την Αίγυπτο εγκαταστάθηκαν  στην αρχαιότερη σχεδόν ελληνική πόλη, στο Άργος. [12] Σύμφωνα με το Πάριο χρονικό ο  Δαναός με τους Αιγύπτιους ήρθε στο Άργος  το έτος 1247. Αν κρίνουμε από το γεγονός ότι η Ιώ πήγε στην Αίγυπτο από τη στεριά και ότι ο Δαναός έμαθε στους Αργείους να φτιάχνουν πλοία ικανά για μακρινά ταξίδια, μάλλον στο Άργος δεν ήταν εξοικειωμένοι με τα πλοία αυτοί που υποδέχτηκαν το Δαναό.

Το Άργος είχε γνωρίσει την οργή του Ποσειδώνα και ήταν «πολυδίψιο». Στην Αργολίδα η σχέση του ανθρώπου με το νερό είναι ζωτική και μυστηριακή. Σημαντικότερος από τους ποταμούς της Αργολίδας θεωρείται ο Ίναχος, που συνδέεται με τη γενεαλογία των αργείων. Όταν η Ήρα και ο Ποσειδώνας φιλονίκησαν για την εξουσία στην αργεία γη, διάλεξαν τον Ίναχο ως κριτή της διαμάχης. Ο Ίναχος αποφάσισε υπέρ της θεάς. Η Ήρα, νικήτρια στη διαμάχη με τον Ποσειδώνα, θεωρούσε τη Σπάρτη, τις Μυκήνες και το Άργος ως τις πιο αγαπημένες της πόλεις. Η σύζυγος του Δία και βασίλισσα του Ολύμπου, προστάτρια των ναυτιλομένων και κυρίαρχη των λιβαδιών, ήταν η θεότητα με τα πλουσιότερα ιερά από τον 8ο αι. π. Χ, καθώς η σύνδεσή της με τη θάλασσα, τη γονιμότητα της γης και κατ΄ επέκταση με τη γεωργία συνιστά νέο είδος κοινωνίας.

Ποσειδώνας και Αμυμώνη. Μινιατούρα του Blaise de Vigenere (1637), τοιχογραφία του θεάτρου Tahqua Land στο Μίσιγκαν.

Ποσειδώνας και Αμυμώνη. Μινιατούρα του Blaise de Vigenere (1637), τοιχογραφία του θεάτρου Tahqua Land στο Μίσιγκαν.

Ο Ποσειδώνας εξοργισμένος καταράστηκε τον Ίναχο, που έχασε τη θεϊκή του δύναμη και η κοίτη του ξεράθηκε. Μάλιστα η οργή του θεού συνεχίσθηκε και το μεγαλύτερο μέρος της Αργολίδας πλημμύρισε. Χρειάσθηκε η παρέμβαση της Ήρας, για να αποσύρει ο Ποσειδώνας το θαλασσινό νερό. Είναι όμως ο ίδιος θεός που μπορεί να κάνει να αναβλύσει ακόμα και γλυκό νερό, όταν για κάποιο λόγο καταλαγιάζει ο θυμός του. Όταν η κόρη του Δαναού Αμυμώνη ενώθηκε με το θεό της θάλασσας ερωτικά, ανάβλυσαν στη στιγμή οι πλούσιες πηγές της Λέρνας. Οι περισσότερες Δαναΐδες, που με τα ονόματά τους [Ακταίη, Γλαύκη, Ρόδη, Ερατώ, Ηλέκτρα, Αγαύη, Ιφιμέδουσα, Αυτονόη, Στύγνη, Ιπποδάμεια, Ιππομέδουσα, Ιπποδίκη, Ιπποθόη, Ιππαρέτη, Ευίππη, Γλαυκίππη, Χρυσίππη, Διωξίππη, Υπερίππη] θυμίζουν Νηρηίδες – Ωκεανίδες, είναι Νύμφες των πηγών. [13]

Ο συσχετισμός των Δαναϊδων με τα φρέατα του Άργους πιθανότατα συνδέεται με κάποια αρδευτικά έργα, που έδωσαν τη δυνατότητα στο Δαναό να γίνει βασιλιάς στο Άργος. Οι Αιγύπτιοι, που είχαν πείρα στη διαχείριση των υδάτινων πόρων του Νείλου, έφεραν νερά στον Αργίτικο κάμπο λόγω της τεχνογνωσίας τους και πήραν την εξουσία. [14]

Το όνομα της Αμυμώνης δόθηκε στην κυριότερη πηγή της Λέρνας στους πρόποδες του Ποντίνου όρους. Η συνάντηση και η τελική ένωση της Αμυμώνης, κόρης του Δαναού, με το θεό Ποσειδώνα, υπονοεί την αίσια έκβαση του θέματος με την ανεύρεση του νερού και τη γονιμότητα της γης στο Άργος, που υπέφερε από λειψυδρία. Προφανώς οι τρεις πηγές, που αναφέρονται στο μύθο, είναι η πηγή της Αμυμώνης, η πηγή της Λέρνης και η πηγή του μικρού Ανάβαλου στο Κιβέρι, οι οποίες δε στερεύουν ποτέ, ούτε και στα μέσα του καλοκαιριού, και προσφέρουν άφθονο νερό στην ευρύτερη περιοχή και στις πόλεις του Άργους και του Ναυπλίου μέχρι σήμερα. [15]

Η οργή των γιων του Αίγυπτου, που καταδιώκουν τις Δαναΐδες, για να τις παντρευτούν, είναι η οργή των χειμάρρων, που απειλούν με τη βιαιότητά τους τις νύμφες των πηγών, που πλημμυρίζουν και καταστρέφουν την  πεδιάδα το χειμώνα. Το καλοκαίρι, που η ορμή τους γαληνεύει, αφομοιώνονται με τις πηγές, γίνονται σύζυγοί τους. Αλλά στην έξαρση της ζέστης του καλοκαιριού οι χείμαρροι ξεραίνονται ολοκληρωτικά. Οι γιοι του Αίγυπτου σκοτώνονται τότε από τις συζύγους τους, δηλαδή οι πηγές των χειμάρρων εξαφανίζονται, ενώ οι απλές πηγές τρέχουν ακόμα. Τα σώματά τους, δηλαδή οι στεγνές κοίτες τους, φαίνονται, αλλά τα κεφάλια τους είναι σκεπασμένα από τα νερά της Λέρνας, της πιο υγρής περιοχής της Αργολίδας, όπου το νερό κρατιέται κρυμμένο στα βάθη της γης.

Ένας όμως από τους γιους του Αίγυπτου έχει επιζήσει. Είναι ο Λυγκέας, που ξέφυγε στη Λύγκεια ή Λύρκεια, την περιοχή από όπου πηγάζει ο Ίναχος. Αυτός ο γιος του Αίγυπτου, που ξέφυγε από τη γενική σφαγή των αδελφών του, είναι ίσως ο ίδιος ο Ίναχος, που κυλάει ακόμα τα νερά του προς τη θάλασσα, ενώ οι άλλοι χείμαρροι του κάμπου έχουν στερέψει. [16]

 

Δαναΐδες (1785) - Martin Johann Schmidt (1718–1801), National Gallery of Slovenia.

Δαναΐδες (1785) – Martin Johann Schmidt (1718–1801), National Gallery of Slovenia.

 

Η τιμωρία των Δαναΐδων, που προσπαθούν μάταια στον Άδη να γεμίσουν ένα τρύπιο πιθάρι, συνδέεται με τη μαγεία της βροχής και εκφράζει μια εναλλαγή τόσο γνωστή στη Ελλάδα ανάμεσα σε πλημμύρες και ξηρασία, το φαινόμενο δηλαδή που παρατηρείται το καλοκαίρι στον κάμπο του Άργους. Οι πηγές στερεύουν και το λίγο νερό που τρέχουν εξατμίζεται κάτω από τη θέρμη των ακτίνων του Ήλιου ή χάνεται μέσα στο διψασμένο έδαφος. Ο κάμπος του Άργους, που το χειμώνα τον διασχίζουν πολλοί ορμητικοί χείμαρροι, το καλοκαίρι ξεραίνεται. Την αντίληψη αυτή ενισχύει η παράδοση, που αναφέρει ότι οι κόρες του Δαναού δίδαξαν στους κατοίκους του Άργους πώς να ανοίγουν πηγάδια και έτσι κατέστησαν «ένυδρον» το «πολυδίψιον» Άργος. Αυτός έγινε ο «Πίθος των Δαναΐδων» ή το «άντλημα στον πίθο των Δαναΐδων», που συμβολίζει τη ματαιοπονία και αναφέρεται σε μια μάταιη εργασία ή κόπο χωρίς τέλος.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, Βιβλίο Γ΄κεφ.1,3

[2] Αισχύλου Προμ. Δεσμώτης 864-870

[3] Παυσανίου, Κορινθιακά, κεφ. 19, 3

[4] Ησίοδος, αποσπάσματα από τις «Ηοίες». Αποσπ. 31

[5] Στράβων, Γεωγραφικά, Η, 371, 8

[6] Στράβων Γεωγραφικά. Η,371,9

[7] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη, Βιβλίο Β΄, κεφ. 1, 4

[8] Παυσανίου, Κορινθιακά, 10,10, 2

[9] Ηρόδοτου, ιστορία 1, 1

[10] Δίων Χρυσόστομομος, Τρωικός, σελ. 180.

[11] Δίκτυς, Β΄, 26,

[12] Διόδωρος Σικελιώτης, βίβλος 1, 23

[13] Κακριδής Ιω. Ελληνική Μυθολογία, Οι Ήρωες, σελ. 174

[14] Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, Ομηρικά σχόλια, Ραψ. Δ.

[15] Άννα Μπανάκα, Οι Μύθοι του νερού στην Αργολίδα.

[16] Decharme Paul, Ελληνική Μυθολογία, τόμος 3, σελ 223.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Απολλόδωρος, ΒΙΒΛΙΟ Γ’, Επιτομή, εκδ. ΚΑΚΤΟΣ 1999.
  • Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, εκδ. ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, 2002.
  • Δίκτης ο Κρητικός, Εφημερίδα του Τρωικού πολέμου, Βιβλία 1-6, Μετάφραση Γιατρομανωλάκης Γ., εκδ. ΑΓΡΑ 1996.
  • Διόδωρος Σικελιώτης, Ιστορική Βιβλιοθήκη, Εκδ. ΖΗΤΡΟΣ 2009.
  • Δίων Χρυσόστομομος, ΑΠΑΝΤΑ (τρίτος τόμος), εκδ. ΚΑΚΤΟΣ 2015.
  • Κακριδής Ι. Θ.,  Ελληνική Μυθολογία, τομ 1-5, Εκδ. ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ 1986.
  • Ησίοδος, Θεογονία, Έργα και Ημέραι, Ασπίς Ηρακλέους, Ηοίαι. εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια Λεκατσάς Π. , εκδ. Ζαχαρόπουλος 1941.
  • Παυσανία, Ελλάδος Περιήγησις, τομ 1-5, επιμ. Νικ. Παπαχατζής, εκδ. ΕΚΔΟTΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ, Αθήνα, 1980.
  • Στράβων, Γεωγραφικά, τομ. 1-17, εκδ. ΚΑΚΤΟΣ 1994.
  • Μπανάκα Άννα , Οι Μύθοι του νερού στην Αργολίδα,  argοlikivivliothiki.gr
  • Decharme Paul, Ελληνική Μυθολογία, τόμ. 1-5, μτφρ. Ζαρούκα Κ., εκδ. ΜΕΡΜΗΓΚΑ.

 

Αλέξης Τότσικας

Read Full Post »

Σκουτερόπουλος Ιωάννης (1883-1975)


 

Ο Ιωάννης Σκουτερόπουλος, δάσκαλος, παιδαγωγός, συγγραφέας και πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, γεννήθηκε στα Φίχτια Αργολίδας και φοίτησε στα Γυμνάσια Άργους και Ναυπλίου και στο διδασκαλείο Τρίπολης. Σπούδασε δάσκαλος στην Αθήνα και φιλολογία στο πανεπιστήμιο επίσης της Αθήνας. Αργότερα κέρδισε μια υποτροφία για το πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, όπου σπούδασε φιλοσοφία και παιδαγωγικά.

Ιωάννης Σκουτερόπουλος

Ιωάννης Σκουτερόπουλος

Διορίστηκε δάσκαλος στο Ναύπλιο και δίδαξε σαν δάσκαλος και καθηγητής αργότερα σε διάφορα σχολεία της χώρας. Ήταν ιδρυτικό μέλος του πανελληνίου συλλόγου διδασκάλων (1906), διετέλεσε διευθυντής στο διδασκαλείο Λαμίας, έγινε καθηγητής παιδαγωγικών και κατόπιν διευθυντής του Διδασκαλείου Δημοτικής Εκπαίδευσης και Εκπαιδευτικός Σύμβουλος. Επίσης, έγινε μέλος και μετά πρόεδρος του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου (1928- 1950), διετέλεσε επανειλημμένα Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας και εκπροσώπησε τη χώρα μας σε συνέδριο της Ουνέσκο στη Γενεύη το 1959.

Ο Ιωάννης Σκουτερόπουλος διακρινόταν για το ήθος του και την εργατικότητά του. Είχε συνηθίσει να κοιμάται ελάχιστα και να εργάζεται ατέλειωτες ώρες. Είχε αποκτήσει βαθιά μόρφωση και είχε άριστη παιδαγωγική κατάρτιση. Γνώριζε λατινικά, γερμανικά και γαλλικά.

Έγραψε πολλές εργασίες και βιβλία εκπαιδευτικού περιεχομένου.

Έργα του είναι:

  • «Ο σκοπός της αγωγής των Ελληνοπαίδων», 1936.
  • «Τα σχολεία, ήτοι έννοια σκοπός και οργάνωσις αυτών», Εν Αθήναις: Τύποις Ανδρέου Σιδέρη, 1947.
  • «Η πολιτεία του Πλάτωνος και η νεωτέρα παιδαγωγική», Εν Αθήναις: Τύποις Ανδρέου Σιδέρη, 1948.
  • «Συμβολή εις τον χαρακτηρισμόν, την αξιολόγησιν και την ιστορίαν της μαθητικής αυτοδιοικήσεως: εναίσιμος επί διδακτορεία διατριβή εγκριθείσα υπό της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών», Εν Αθήναις: τύποις Ανδρέου Σιδέρη, 1949.
  • «Η σχολική οργάνωσις: ομιλία γενομένη εν τη Η’ Συνεδρεία του Xριστιανικού Κοινωνικού Κύκλου του 1957-1958», Εν Αθήναις: Εκ του τυπογραφείου Ανδρέου Σιδέρη, 1958.
  • «Η Διδακτική του γλωσσικού μαθήματος: θεμελίωσις, αι λεκτικαί ασκήσεις, η ανάγνωσις καθόλου, η πρώτη ανάγνωσις, η κυρίως ανάγνωσις, τα ποιήματα, η γραφή, η ορθογραφία, η γραμματική, αι μαθητικαί συγγραφαί», Εν Αθήναις, 1959.
  • «Η ιστορία και η διδακτική αυτής», Εν Αθήναις : [χ.ο.], 1965.
  • «Αναμνήσεις, μνημόσυνα, πόνοι, εξομολογήσεις», Εν Αθήναις: [χ.ο.], 1969.
  • «Ανασκοπήσεις τινές: φιλοσοφικαί παιδαγωγικαί εθνικαί σχετικά τινά συμπεράσματα και στοχασμοί», Εν Αθήναις : [χ.ο.], 1972.

Ο εκλεκτός παιδαγωγός είχε την ατυχία να χάσει το φως του τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του. Εντούτοις, και παρά την προχωρημένη ηλικία του, εξακολουθούσε να εργάζεται και να γράφει. Από τα παραπάνω βιβλία του τα δύο τελευταία τα έγραψε με υπαγόρευση προς τον παλιό του μαθητή και κατόπιν δάσκαλο Γεώργιο Παπαφωτίου.

Πέθανε πλήρης ημερών στις 19 Ιουλίου 1975 στην Αγία Παρασκευή, όπου έμενε. Η σορός του διακομίστηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, και ενταφιάστηκε στη γενέτειρα γη, τα Φίχτια. Ήταν παντρεμένος με τη Σοφία Λάμψα, αλλά δεν απέκτησε παιδιά. Γι’ αυτό και υιοθέτησε την ανιψιά του Ελένη Σκουτεροπούλου, την οποία παντρεύτηκε ο Κωνσταντίνος Βασιλάκης, Διευθυντής του Διδασκαλείου Μέσης Εκπαίδευσης.

Ο Δήμος Άργους, τιμώντας τον εκλεκτό επιστήμονα, έδωσε το όνομά του σε τμήμα της οδού Διομήδους, από το εργοστάσιο Ρασιά έως την ταβέρνα του Μαρίνου.

 

Πηγή


 

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, Άργος το πολυδίψιον, Εκδόσεις εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Σ’ εκείνους που έχτισαν την Ερμιόνη – Βιβή Σκούρτη


 

Το βιβλίο της Παρασκευής (Βιβής) Σκούρτη από την Ερμιόνη, είναι αφιερωμένο στους δημιουργούς του οικισμού της Ερμιόνης. Πρόκειται για ένα βιβλίο γλυκόπικρο, και ταυτόχρονα εξομολογητικό, ένα βιβλίο γραπτή παρακαταθήκη της ανθρώπινης γνώσης, ένα σύνολο διάσπαρτων ιχνών.  Όπως δηλώνει η ίδια, το βιβλίο αυτό διηγείται τη ζωή στην Ερμιόνη και ήρωές του είναι οι άνθρωποι που εμποδίστηκαν να σπουδάσουν, άνθρωποι που έζησαν σε δύσκολες εποχές, στενάχωρες από καταστάσεις, από ανθρώπινες νοοτροπίες και κάτω από συνθήκες καταπίεσης.

Μέσα από τις σελίδες του η νεότερη γενιά των αναγνωστών καλείται να γνωρίσει τη δύναμη που είχαν οι απλές ανθρώπινες αξίες, με κυρίαρχες την εργατικότητα, την εντιμότητα, τη σκληρή δουλειά και την απλότητα. Στις σελίδες του αποτυπώνονται τα εσωτερικά συναισθήματα της νοσταλγίας και της εξομολόγησης, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τον άνθρωπο και τον τεχνίτη.

 

Σ’ εκείνους που έχτισαν την Ερμιόνη

Σ’ εκείνους που έχτισαν την Ερμιόνη


 

Στο πρόλογο η συγγραφέας σημειώνει:


Δε διδάχτηκα τα μυστικά της συγγραφικής τέχνης. Αυτό που επιθυμώ είναι να καταγράφω τομείς που φωτίζουν το παρελθόν της πατρίδας μας, καθώς οι προφορικές μαρτυρίες εξαντλούνται, έχοντας πάντα ως ζωντανές πηγές τούς ανθρώπους του τόπου μου, διαφυλάσσοντας με τούτο τον τρόπο, μέσα από τις δικές τους αφηγήσεις – καταθέσεις ψυχής- τις ιδιαιτερότητες της περιοχής μας. Και σε αυτή, τη δεύτερη συγγραφική απόπειρά μου, ζωγράφισα με λέξεις πρόσωπα αλλοτινά και τοπία που αλλοιώθηκαν με το πέρασμα του χρόνου, μαγεμένη από τη λαμπρή αρχιτεκτονική των λαϊκών τεχνητών της πατρίδας μας και από ό,τι διασώθηκε στο πέρασμα του χρόνου, μαγεμένη με τους τρόπους και τις τροπές που έδιναν στην ύλη, με την ομορφιά του έργου τους. Τρόποι και μορφές ζωής με ξεχωριστό ήθος.

Αφηγούμαι σημαίνει αντιστέκομαι στη λήθη. Στο βιβλίο με τίτλο «Σ’ εκεί­νους που έχτισαν την Ερμιόνη» που αφορά την αρχιτεκτονική κληρονομιά του τόπου, δεν παραθέτω γραπτές πηγές, γιατί δε μελέτησα κάποια εγχει­ρίδια για τη συγγραφή του. Χρησιμοποίησα τη ζωντανή βιβλιοθήκη των ανθρώπων του τόπου μας. Μία βιβλιοθήκη που αντί για ράφια έχει ανθρώπους. Στα κείμενά μου εκφράζεται η νοσταλγία για παρελθόντες πολιτισμούς, μα εσαεί ζωντανούς. Χρησιμοποίησα αρκετά τον αυτούσιο προφορικό τους λόγο, ενώ συνδυάζοντας την έκφραση των προσώπων τους, την αυθεντική τους γλωσσική έκφραση και τα συναισθήματά τους τα μετέτρεψα σε γραπτό λόγο. Κάθε φορά οι συζητήσεις μας καταγράφονταν άλλοτε στο μαγνητόφωνο, ηχογραφώντας τη φωνή τους και άλλοτε καταγράφονταν σε λευκές κόλλες χαρτιού και συγχρόνως στην καρδιά μου.

Σκοπός της συγγραφής δεν ήταν μία επιφανειακή αναφορά στα πρόσωπα και στη δουλειά τους, μα κυρίως η ανακάλυψη των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της καθημερινότητάς τους που πήγαζαν μέσα από τη ζωή τους και τις συνθήκες του κοινωνικού περιβάλλοντος της εποχής. Κατέγραψα επαγγελματικές και προσωπικές δραστηριότητες ανθρώπων που επηρέα­σαν τη ζωή του τόπου, που είχαν μανία στο μόχθο και στο όραμα. Έπιασα το νήμα που συνδέει τις ζωές των ανθρώπων του μεροκάματου. Αναζήτησα τη σοφία που υπήρχε στην καθημερινότητά τους, την απλότητα στην αντιμετώπιση των δυσκολιών της δουλειάς και της ζωής, τον άγιό τους μόχθο. Οι ιστορίες τους είναι έτσι κι αλλιώς συναρπαστικές, γιατί είναι αληθινές και η αλήθεια δε χρειάζεται στηρίγματα, δεν απαιτεί επιχειρήματα, εγκαθίσταται όρθια από μόνη της. Ιστορίες ανθρώπων βαθιά συγκινητικές, βαθιά ανθρώπινες, φόρος τιμής της προσφοράς τους στον τόπο από κοινωνικής, οικονομικής και αισθητικής άποψης. Οι απόγονοι εκείνων των μαστόρων θεωρώ, ότι θα έχουν τη δυνατότητα να αγγίξουν την ιστορία των δικών τους ανθρώπων.

Η παράθεση των μαστόρων γίνεται με χρονολογική και οικογενειακή σειρά. Αναφορά επίσης γίνεται και στα ονόματα των συζύγων τους, γιατί η γυναίκα του πρωτομάστορα είχε τη δική της μαστοριά, έστεκε πίσω του σαν πραγματικός ογκόλιθος στηρίζοντας το δικό τους σπιτικό, μεγαλώνοντας τα παιδιά, φέρνοντας βόλτα τα λιγοστά οικονομικά.

Επιπλέον, στα πλαίσια της έρευνας και με τη συστηματική συγκέντρωση φωτογραφικού υλικού, ήλθε στα χέρια μου ένα πλούσιο αρχείο που μέρος του παρατίθεται στο βιβλίο. Στον φωτογραφικό φακό αποτυπώνονται πρόσωπα δωρικά, καθημερινές συνήθειες, ήθη και έθιμα, θραύσματα της παράδοσης που φυλάσσονταν ευλαβικά σε κάθε σπίτι. Το βιβλίο φέρει το αποτύπωμα πολλών ανθρώπων, είναι ανοιχτό και συνεχίζει να γράφεται από εσάς. Υπάρχουν σαφώς και παραλείψεις που δεν είναι εσκεμμένες.

 

Περιεχόμενα


 

Πρόλογος εκδότη
Πρόλογος συγγραφέα
Ο τόπος της Ερμιόνης
Σ’ εκείνους που έχτισαν την Ερμιόνη
Ερμιονίτικο σπίτι
Πετράδες και χτιστάδες
Ματσόνηδες. Τα περιφερόμενα συνάφια των μαστόρων
Έθιμα θεμελίωσης και επιστέγασης
Βιοτεχνίες πλινθοκεραμοποιίας της Ερμιόνης
Οικογένεια Σχοινά
Γιώργος Βεντουρής
Παναγιώτης Οικονόμου
Οικογένεια Παπαφράγκου
Οικογένεια Δωροβάτα
Μόδεστος και Γιώργος Καρακατσάνης
Νίκος Φασιλής
Γιώργος Μπουκουβάλας
Δημήτρης Θεοδώρου
Νίκος Φοίβας
Δημήτρης Φασιλής
Νίκος Αραπάκης
Παναγιώτης Παπαμιχαήλ
Γαβρίλης Νάκος
Γιώργος Δρουγκάνης
Λεύκωμα

 

Παρασκευής (Βιβής) Σκούρτη

Σ’ εκείνους που έχτισαν την Ερμιόνη

Σελίδες 78

Έκδοση:Αρτέον,2015

ISBN 978-960-9999-847

Read Full Post »

Η ιστορία του σχολικού βιβλίου – Σχολικά βιβλία και κοινωνικός έλεγχος


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε στο «Ελεύθερο Βήμα», άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Η ιστορία του σχολικού βιβλίου – Σχολικά βιβλία και κοινωνικός έλεγχος».

 

Η ιστορία του σχολικού βιβλίου αποτελεί μέρος της εκπαιδευτικής πολιτικής και  παρακολουθεί τις πολιτικές μεταβολές και τις εναλλαγές συντηρητικών και φιλελεύθερων κυβερνήσεων στη χώρα μας. Το σχολικό βιβλίο στη νεότερη Ελλάδα διαμορφώνεται ανάλογα με την επικρατούσα κυβέρνηση και αποτελεί τον καθρέφτη των κοινωνικοπολιτικών τάσεων, που επικρατούν κάθε φορά.

Τα διδακτικά εγχειρίδια αποτελούν εργαλεία μεταβίβασης της γνώσης, αλλά συνήθως γίνονται φορείς ιδεολογίας και μεταδίδουν ιδέες αποδεκτές σε μία συγκεκριμένη εποχή από μία κοινωνία, ενώ παράλληλα προτείνουν πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς στη νεολαία και συμβάλλουν στη διαμόρφωση κοσμοαντιλήψεων, νοοτροπιών και στάσεων. Ανταγωνιστικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, που επιδιώκουν να ορίσουν τις διαδικασίες και τα πρότυπα κοινωνικοποίησης των νέων γενιών και το μέλλον της χώρας, προσπαθούν να ελέγχουν το σχολείο και τις διαδικασίες παραγωγής και διάδοσης των διδακτικών εγχειριδίων. Η δύναμη και η επιρροή, που αποδίδεται στα σχολικά βιβλία, καθιστούν τη σχετική νομοθεσία έναν τομέα άξιο μελέτης στην προσπάθεια να διερευνηθούν οι συγκρούσεις γύρω από την εκπαίδευση και τη γνώση.

 

Σκηνή σχολείου Α΄, 490‐480 π.Χ., Αττική ερυθρόμορφη κύλικα του Δούρι. Ο Δούρις υπήρξε αρχαίος Έλληνας αγγειογράφος που άνθισε στις δύο πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα π.Χ.. Βερολίνο, Staatliche Museen Preussischer Kulturbesitz, Antikensammlung.

Σκηνή σχολείου Α΄, 490‐480 π.Χ., Αττική ερυθρόμορφη κύλικα του Δούρι. Ο Δούρις υπήρξε αρχαίος Έλληνας αγγειογράφος που άνθισε στις δύο πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα π.Χ..
Βερολίνο, Staatliche Museen Preussischer Kulturbesitz, Antikensammlung.

 

Τα σχολικά βιβλία είναι δημιουργήματα των τελευταίων αιώνων. Στα σχολεία της αρχαιότητας χρησιμοποιούνταν αυτούσια τα έργα κλασικών, ποιητών και πεζογράφων – κυρίως τα Ομηρικά έπη-, τα οποία αποστήθιζαν οι μαθητές. Τα σχολικά χρόνια ήταν περίπου δέκα συνολικά, αλλά η παιδεία των αρχαίων υπήρξε προνόμιο των εύπορων τάξεων, κάτι που συμβαίνει ως την εποχή μας με συγκαλυμμένο ή απροκάλυπτο τρόπο. Επειδή η διδασκαλία ήταν ιδιωτική, μόνο οι εύποροι είχαν την οικονομική δυνατότητα να συνεχίσουν μετά τη βασική εκπαίδευση των τριών ή τεσσάρων ετών. Όποιος νέος ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του, μπορούσε να παρακολουθήσει την ανώτερη εκπαίδευση σε δημόσια γυμνάσια και ρητορικές ή φιλοσοφικές σχολές (Ακαδημία Πλάτωνα, Περίπατος Αριστοτέλη, ρητορική σχολή Ισοκράτη και άλλες), που άρχισαν να ιδρύονται από τον 5ο π.Χ. Τις ανάγκες για ανώτατη μόρφωση στην κλασική Αθήνα και σε άλλες μεγάλες πόλεις κάλυπταν και οι σοφιστές, οι οποίοι δίδασκαν με αμοιβή όλα τα γνωστικά αντικείμενα: γεωμετρία, φυσική, αστρονομία, ιατρική, τέχνες, ρητορική και φιλοσοφία. Για τον Έλληνα η λέξη εκπαίδευση σήμαινε εκπαίδευση του χαρακτήρα, αρμονική ανάπτυξη του σώματος, του νου και της φαντασίας. Κάθε είδους τεχνική εκπαίδευση αποκλειόταν από τα ελληνικά σχολεία ως βάναυσος και θεωρούσαν τον έμπορο ή τον τεχνίτη ακατάλληλο ως ενεργό πολίτη. (Πλάτων, Νόμοι, 846 D).

 

Σκηνή σχολείου Β΄, 490‐480 π.Χ., Αττική ερυθρόμορφη κύλικα του Δούρι. Ο Δούρις υπήρξε αρχαίος Έλληνας αγγειογράφος που άνθισε στις δύο πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα π.Χ. Βερολίνο, Staatliche Museen Preussischer Kulturbesitz, Antikensammlung.

Σκηνή σχολείου Β΄, 490‐480 π.Χ., Αττική ερυθρόμορφη κύλικα του Δούρι. Ο Δούρις υπήρξε αρχαίος Έλληνας αγγειογράφος που άνθισε στις δύο πρώτες δεκαετίες του 5ου αιώνα π.Χ. Βερολίνο, Staatliche Museen Preussischer Kulturbesitz, Antikensammlung.

 

 

Ρωμαϊκή εποχή

 

Στη ρωμαϊκή εποχή δεν υπήρχαν δημόσια σχολεία και τα αγόρια διδάσκονταν ανάγνωση και γραφή από τους γονείς τους ή από μορφωμένους σκλάβους, συνήθως ελληνικής καταγωγής, που ονομάζονταν «παιδαγωγοί», ώστε το παιδί να διδαχθεί από νωρίς ελληνικά, τη γλώσσα του πολιτισμού. Η εκπαίδευση και στη ρωμαϊκή εποχή ήταν ιδιωτική υπόθεση και τα παιδιά των πλούσιων οικογενειών διδάσκονταν ανάγνωση, γραφή με ασκήσεις επί μικρών φράσεων με ηθικά αξιώματα και αριθμητική. Ο χαρακτήρας της ρωμαϊκής εκπαίδευσης είχε στόχο τη διάπλαση του χαρακτήρα του παιδιού και την ένταξή του στην κοινωνία. Στις ελληνικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η στοιχειώδης εκπαίδευση μέχρι την ηλικία των δεκαέξι ετών αποτελεί χώρο προετοιμασίας για τη δημόσια ζωή και τα μαθήματα γίνονται στην παλαίστρα και στο γυμνάσιο με έμφαση στην άθληση του σώματος.

Στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης διδάσκονταν το ρωμαίο ποιητή Βιργίλιο και τον Έλληνα Όμηρο, τη γραμματική της γλώσσας, την κλίση των ονομάτων, ποίηση και γεωγραφία. Στην ανώτερη εκπαίδευση κύρια μαθήματα είναι η ρητορική τέχνη, οι νόμοι και η φιλοσοφία. Ορισμένοι μαθητές φοιτούσαν σε σχολές ρητορικής με δάσκαλο σχεδόν πάντα Έλληνα, που προετοίμαζε τους νέους για νομική καριέρα και απαιτούσε από τους διδασκομένους να αποστηθίζουν τους ρωμαϊκούς νόμους. Από το 2ο π.Χ αιώνα ήταν απαραίτητη για κάθε Ρωμαίο νέο η εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας. Πολλοί Ρωμαίοι νέοι μεταβαίνουν στην Αθήνα, για να μάθουν την ελληνική γλώσσα και την ελληνική φιλοσοφία, ενώ πολλές πλούσιες οικογένειες Ρωμαίων είχαν τροφούς Ελληνίδες ή Έλληνες δούλους, οι οποίοι βοηθούσαν τα παιδιά τους από μικρή ηλικία στην εκμάθηση της Ελληνικής γλώσσας. Ο Κικέρων και ο Πλίνιος γνώριζαν πάρα πολύ καλά ανάγνωση και γραφή της Ελληνικής. Από τον 3ο π.Χ αιώνα υπάρχουν κάποια δίγλωσσα εγχειρίδια, που ονομάζονται Hermeneumata – Pseudodositheana και δείχνουν πόσο είχε επηρεαστεί η ρωμαϊκή παιδεία από την Ελληνική. Είναι μοναδικό το ιστορικό φαινόμενο ενός λαού, που πολιτικά κατακτημένος και στρατιωτικά εξουθενωμένος κατορθώνει με τη δημιουργική δύναμη του πολιτισμού του να κατακτήσει και να εκπολιτίσει τον κατακτητή του, όπως αναγνώρισε και ο Λατίνος ποιητής Οράτιος με την πασίγνωστη φράση του «Graecia capta ferrum victorem cepit et artes intulit agresti Latio» , δηλ. «Η κατακτημένη Ελλάς κατέκτησε τον σκληρό κατακτητή της και εισήγαγε τις τέχνες στο αγροίκο Λάτιο». Μια χώρα ουσιαστικά υπόδουλη διδάσκει τη φιλοσοφία, τις τέχνες και τα γράμματά της στον κατακτητή της και μέσω αυτού στην ανθρωπότητα και προσφέρει τη γλώσσα της, για να διατυπωθεί και να διαδοθεί μέσω αυτής η διδασκαλία του Χριστιανισμού.

 

Βυζάντιο

Ιωάννου Δαμασκηνού, Οκτώηχος. Βενετία 1852.

Ιωάννου Δαμασκηνού, Οκτώηχος. Βενετία 1852.

Οι Βυζαντινοί έδωσαν μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση, αν και η παιδεία δεν ήταν υποχρεωτική ή κρατική και αφορούσε κυρίως παιδιά μεσαίων και ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Στα βυζαντινά χρόνια τα σχολεία ήταν εκκλησιαστικά ή ιδιωτικά, στεγάζονταν σε εκκλησιαστικούς χώρους, σε μοναστήρια ή σε ιδιωτικούς χώρους και απευθυνόταν κυρίως σε αγόρια, των οποίων οι οικογένειες μπορούσαν να πληρώσουν τα δίδακτρα. Το βυζαντινό εκπαιδευτικό σύστημα είχε δύο κύκλους σπουδών. Στον πρώτο κύκλο φοιτούσαν παιδιά από την ηλικία των έξι χρονών και στο δεύτερο από την ηλικία των δώδεκα. Το βασικό σχολείο ήταν τετραετούς φοίτησης και οι μαθητές μάθαιναν γραφή και ανάγνωση στις μικρές τάξεις, ενώ στις μεγαλύτερες διδάσκονταν ορθογραφία, γραμματική και αριθμητική. Κατόπιν υπήρχε σχολείο με εξαετή ή οκταετή φοίτηση, όπου οι μαθητές μάθαιναν τη Βίβλο, ψαλμούς, ύμνους, Όμηρο και κλασσικούς αρχαίους συγγραφείς, ρητορική και απαγγελία. Στα δημοτικά σχολεία χρησιμοποιούσαν ως αναγνωστικά τα ιερά βιβλία. Σκοπός τους ήταν διδάσκοντας από μικρή ηλικία στα παιδιά τα Ιερά Γράμματα να εκπαιδεύσουν τους μαθητές, ώστε να γίνουν μέλη της εκκλησίας και να ακολουθούν τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις. Οι δάσκαλοι ήταν αυστηροί και επέμεναν πολύ σε ζητήματα αποστήθισης στίχων από την Οδύσσεια και την Ιλιάδα και από τη Βίβλο. Η Πολιτεία ενδιαφέρθηκε περισσότερο για τη «δευτεροβάθμια» εκπαίδευση, απ’ όπου θα έβγαιναν καταρτισμένα στελέχη, για να υπηρετήσουν τις ανάγκες της διοίκησης του κράτους. Μορφωμένος θεωρούνταν εκείνος που είχε τελειώσει τα δύο αυτά σχολεία στην ηλικία 15-17 χρονών.

Ως γραφική ύλη στην αρχαιότητα χρησιμοποιήθηκε ο πάπυρος. Πάπυρος είναι ένα φυτό, που φυτρώνει μόνο του, μοιάζει με το καλάμι και σκεπάζει μεγάλες εκτάσεις στις όχθες του Νείλου και άλλων ποταμών της Αφρικής και της Συρίας. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι έκοβαν το φλοιό του κορμού σε λεπτές λωρίδες, τις ένωναν μεταξύ τους και δημιουργούσαν μια εύκαμπτη και επίπεδη επιφάνεια, που τη στέγνωναν και τη βερνίκωναν. Οι λωρίδες τοποθετούνταν κάθετα η μια πλάι στην άλλη και σχημάτιζαν ένα πρώτο στρώμα, πάνω στο οποίο έμπαινε δεύτερο στρώμα από οριζόντιες λωρίδες. Τα φύλλα, που σχηματίζονταν με αυτόν τον τρόπο, συνδέονταν το ένα με το άλλο και σχημάτιζαν ταινίες μήκους πολλών μέτρων, οι οποίες τυλίγονταν σ’ ένα ξύλινο κοντάρι. Πάνω σ’ αυτό έγραφαν οι αρχαίοι κατά στήλες τους λογαριασμούς τους, τις προσευχές τους, τις ιστορίες τους με ένα μυτερό καλάμι βουτηγμένο σε μελάνι. Συνήθως έγραφαν μόνο από τη μια όψη (πάπυροι ανοπισθόγραφοι), σπανιότερα και στις δύο όψεις (πάπυροι οπισθόγραφοι). Το να διαβάσει όμως κάποιος από πάπυρο τυλιγμένο σε σχήμα κυλίνδρου δεν ήταν απλό. Έπρεπε με το ένα χέρι να τον ξετυλίγει και με το άλλο να τον τυλίγει. Γι’ αυτό από το 2ο μ.Χ. αιώνα επινοήθηκε ένας διαφορετικός τρόπος οργάνωσης των γραπτών παπύρων, που θα οδηγούσε στη γέννηση της λέξης Τετράδιο. Οι συγγραφείς συγκέντρωναν κάποια κομμάτια από πάπυρο, τα δίπλωναν στη μέση, τα έραβαν και δημιουργούσαν ένα τεύχος. Έτσι, τα τέσσερα φύλλα παπύρου διπλωμένα και ραμμένα δημιουργούσαν ένα τεύχος με 8 φύλλα. Το τεύχος αυτό με την πάροδο του χρόνου ονομάστηκε τετράδιο (τετράς διά δύο).

Ο «Πάπυρος του Δερβενίου», το αρχαιότερο σωζόμενο αναγνώσιμο «βιβλίο» της Ευρώπης. Διασώζει σε 266 ημιαπανθρακωμένα σπαράγματα, αποσπάσματα του Ιερού Λόγου και την κοσμογονική θεωρία των φιλοσόφων.

Ο «Πάπυρος του Δερβενίου», το αρχαιότερο σωζόμενο αναγνώσιμο «βιβλίο» της Ευρώπης.
Διασώζει σε 266 ημιαπανθρακωμένα σπαράγματα, αποσπάσματα του Ιερού Λόγου και την κοσμογονική θεωρία των φιλοσόφων.

Ο πάπυρος ως υλικό γραφής διαδόθηκε σε όλους τους κατοίκους της Μεσογείου και στην Ελλάδα, με την Αίγυπτο να έχει το μονοπώλιο της παραγωγής και της διακίνησής του, και διατηρήθηκε ως τον 7ο μ. Χ. αιώνα. Ήταν όμως εύθραυστο υλικό και η συχνή χρήση του προκαλούσε βλάβες, ακόμη και την καταστροφή του. Η διατήρησή του ήταν δύσκολη υπόθεση, όταν ήταν εκτεθειμένος στην υγρασία. Ένα ρολό από πάπυρο μπορούσε να διατηρηθεί μέχρι και 300 χρόνια, μόνο αν προφυλαγόταν καλά. Πολλές φορές κείμενα παπύρου αντιγράφονταν σε περγαμηνή, για να σωθούν από την καταστροφή. Τα περισσότερα δείγματα παπύρων βρέθηκαν σε ξηρές περιοχές, χωρίς υγρασία. Πολλοί πάπυροι βρέθηκαν σε άριστη κατάσταση, γιατί προστατεύτηκαν από το ξηρό κλίμα και την άμμο της Αιγύπτου. Άλλοι βρέθηκαν μέσα σε περιτυλίγματα για μούμιες ή κλεισμένοι μέσα σε τάφους. Το μεγαλύτερο μέρος των παπύρων που έχουν βρεθεί είναι γραμμένοι στα ελληνικά, λίγοι στα λατινικά και αρκετοί στην κοπτική, στην αραμαϊκή και στην αραβική. Ο πάπυρος όμως άφησε το όνομά του και στο χαρτί στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, αφού στην αγγλική το χαρτί ονομάστηκε paper, στα γαλλικά papier, στα γερμανικά das Papier, και με παρόμοιες λέξεις στα δανέζικα και στη Σουηδία σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες.

Χειρόγραφο σε περγαμηνή.

Χειρόγραφο σε περγαμηνή.

Τα κείμενα των αρχαίων περνούσαν από γενιά σε γενιά με την αντιγραφή. Ειδικά εκπαιδευμένοι γραφείς, οι βιβλιογράφοι ή κωδικογράφοι, εργάζονταν σε ειδικά   βιβλιογραφικά εργαστήρια για πολλές ημέρες, ώσπου να τελειώσουν ένα βιβλίο. Το 2ο π.Χ. αιώνα η Αλεξάνδρεια είχε δημιουργήσει την εκπληκτική βιβλιοθήκη της με χιλιάδες παπύρους. Μοναδικός ανταγωνιστής της ήταν η βιβλιοθήκη της Περγάμου με εντυπωσιακό αριθμό χειρογράφων σε πάπυρο. Αλλά ο πάπυρος εισαγόταν από την Αίγυπτο και οι Αλεξανδρινοί στη λογική του ανταγωνισμού πήραν την απόφαση να μην προμηθεύουν την Πέργαμο με την αναγκαία πρώτη ύλη γραφής. Τότε οι γραφείς της Μικράς Ασίας επινόησαν την περγαμηνή, που πήρε την ονομασία της από την Πέργαμο, που ήταν το κέντρο παραγωγής και εμπορίας της από τον 4ο μ. Χ. αιώνα. Η περγαμηνή (στα ελληνικά διφθέρα και στα λατινικά membrana ) είναι κατασκευασμένη από δέρματα ζώων, κυρίως μοσχαριού, κατσίκας, αρνιού ή προβατίνας. Η κατασκευή της ξεκίνησε από το βασιλιά της Περγάμου Ευμένη το Β΄(197-158 π.χ.). Ήταν πιο ανθεκτική από τον πάπυρο, ήταν όμως και πιο ακριβή, γιατί έπρεπε να σφάξουν πολλά πρόβατα, για να γίνει ένα βιβλίο με 200 φύλλα, όταν από κάθε δέρμα δημιουργούσαν το πολύ τέσσερα φύλλα. Η εμφάνισή της οδήγησε και στην αντικατάσταση της καλαμένιας γραφίδας από το φτερό χήνας μετά τον 4ο μ.Χ. αιώνα. (Πλίνιος, Φυσική Ιστορία ΧΙΙΙ 11).

Σπάνιο έντυπο ειλητάριο με τη λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσόστομου, Βενετία, 1549. Σινά, Μονή Αγίας Αικατερίνης.

Σπάνιο έντυπο ειλητάριο με τη λειτουργία του Ιωάννη του Χρυσόστομου, Βενετία, 1549. Σινά, Μονή Αγίας Αικατερίνης.

Στο Βυζάντιο συναντούμε δύο τύπους βιβλίων, το ειλητάριο και τον κώδικα. Το ειλητάριο ήταν μία μακρόστενη λωρίδα παπύρου, περγαμηνής ή χαρτιού τυλιγμένη γύρω από ένα στρογγυλό ξύλο, τον κοντό (γι’ αυτό ονομαζόταν και κοντάκιο). Ο αναγνώστης ξετύλιγε λίγο – λίγο με το αριστερό χέρι και το ξανατύλιγε με το δεξί. Από τα ρήματα ειλείν και ανελίσσειν, που δηλώνουν αυτή την κίνηση, ο τύπος αυτός του βιβλίου ονομάστηκε ειλητάριο ή ειλητό.

Τα ειλητάρια χρησιμοποιήθηκαν κυρίως από τον 11ο έως τον 15o αι. Στις δύο όψεις τους γράφονταν το κείμενο της Θείας Λειτουργίας, αλλά και διοικητικά έγγραφα και γράμματα. Δεν ήταν όμως κατάλληλα για τη συγγραφή μεγάλων και πολλών κειμένων και οι Βυζαντινοί από τον 3ο αι. μ. Χ. κατασκεύασαν τον κώδικα, έναν τύπο βιβλίου, στο οποίο έγραφαν μεγάλα κείμενα, όπως τη Βίβλο. Ο κώδικας αποτελείται από μεγάλα κομμάτια χαρτιού ή περγαμηνής, διπλωμένα δύο φορές στα δύο. Πολλά τετράδια ραμμένα μαζί στη ράχη αποτελούσαν τον κώδικα. Κώδικας δηλαδή σήμαινε χειρόγραφο βιβλίο με φύλλα.

Το χαρτί εφευρέθηκε από τους Κινέζους και έφτασε στον ελλαδικό χώρο επί Ειρήνης Κομνηνής τον 11ο αιώνα. Το παλαιότερο βυζαντινό έγγραφο από χαρτί θεωρείται το χρυσόβουλο του Κωνσταντίνου Μονομάχου για τη Μονή Μεγίστης Λαύρας και χρονολογείται το 1052. Το βιβλίο ήταν χειροποίητο και προϊόν κοπιώδους εργασίας. Κόστιζε στους βιβλιόφιλους και δύσκολα το αντικαθιστούσαν, αν τύχαινε να φθαρεί.

Συστηματική χρήση των βιβλίων έχουμε μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας το 15ο αιώνα. Η εφεύρεση του επίπεδου πιεστηρίου έγινε στη Μαγεντία (Μάιντς) της Γερμανίας από τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο, ο οποίος κατασκεύασε και τα πρώτα κινητά τυπογραφικά στοιχεία και το 1455 τύπωσε το πρώτο βιβλίο, που ήταν η Βίβλος σε λατινική μετάφραση (Βουλγάτα) με 1280 περίπου σελίδες βιβλιοδετημένες σε δύο τόμους και 42 στίχους στις περισσότερες σελίδες. Η ευκολία με την οποία μπορούσαν να παραχθούν βιβλία επέτρεψε να τυπωθούν συγγράμματα αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων συγγραφέων, που έως τότε αναπαράγονταν μόνο από αντιγραφείς σε μοναστήρια, και σηματοδότησε τη στροφή στην κλασική αρχαιότητα. Το επόμενο μισό του 15ου αι. τυπώθηκαν περισσότερα από 6.000 έργα σε 10 εκατομμύρια αντίτυπα, καθώς ο αριθμός των τυπογράφων σε όλη την Ευρώπη αυξανόταν συνεχώς. Η τυπογραφία ευνόησε τη ραγδαία μετάδοση της γνώσης, την ανταλλαγή απόψεων, ιδεών και πληροφοριών και τη διεύρυνση της πνευματικής καλλιέργειας, που μέχρι τότε ήταν προνόμιο του κλήρου και των αριστοκρατών. Η τυπογραφία βοήθησε πολύ κόσμο να μάθει γραφή και ανάγνωση, γιατί το βιβλίο έγινε φθηνό και προσιτό, και οδήγησε στην πολιτισμική επανάσταση της Αναγέννησης.

Κωνσταντίνου Λασκάρεως, Γραμματική, Μεδιολάνω, 1476, «Επιτομή των Οκτώ του Λόγου Μερών».

Κωνσταντίνου Λασκάρεως, Γραμματική, Μεδιολάνω, 1476, «Επιτομή των Οκτώ του Λόγου Μερών».

Τα πρώτα ελληνικά βιβλία τυπώθηκαν στην Ιταλία με τη βοήθεια ελλήνων λογίων, που διέφυγαν στη Δύση, όταν η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Οθωμανών. Το πρώτο χρονολογημένο ελληνικό έντυπο βιβλίο ήταν η «Επιτομὴ των οκτώ του λόγου μερών» του Κωνσταντίνου Λάσκαρι, που τυπώθηκε στο Μιλάνο το 1476. Το 16ο αιώνα εμφανίζονται τα πρώτα αλφαβητάρια στην ελληνική γλώσσα, που τυπώνονται στις ελληνικές παροικίες (Βιέννη, Βενετία, Βούδα, Πέστη, Βουκουρέστι) με χρηματοδότες ευκατάστατους Έλληνες των ελληνικών παροικιών. Ως αλφαβητάρια χρησιμοποιούνταν ακόμα το Ψαλτήρι και η Οκτώηχος. Κυρίαρχο αλφαβητάριο της Τουρκοκρατίας ήταν ένα έντυπο με τον τίτλο «Χρήσιμος παιδαγωγία», που κυκλοφόρησε τους δύο τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας (17ο έως 19ο αιώνα).

Κωνσταντίνος Λάσκαρις (1434 - 1501) Έλληνας λόγιος του 15ου αιώνα.

Κωνσταντίνος Λάσκαρις (1434 – 1501) Έλληνας λόγιος του 15ου αιώνα.

Το βιβλίο αυτό τυπώθηκε στη Βενετία το 1641 από το Νικόλαο Γλυκύ και είναι ένα δεκαεξασέλιδο, που είχε ευρεία διάδοση και πραγματοποίησε πολλές εκδόσεις. Τα προεπαναστατικά αλφαβητάρια χρησιμοποιούνται για την εκμάθηση της ανάγνωσης, πριν από την Οκτώηχο και το Ψαλτήρι, και χωρίζονται σε δύο μέρη. Το πρώτο αποτελούνταν από γλωσσικά στοιχεία και το δεύτερο από ποικίλα αναγνώσματα (προσευχές, γνωμικά, παιδικές διηγήσεις, κείμενα θρησκευτικού περιεχομένου κ.ά.). Τα αλφαβητάρια αυτά έχουν έντονη την εκκλησιαστική παράδοση και αποσκοπούν στη θρησκευτική – ηθική διάπλαση των νέων, αφού η παιδεία στην Τουρκοκρατία ήταν υπό την προστασία και την καθοδήγηση της εκκλησίας. Την περίοδο αυτή κυκλοφορούν και τα πρώτα «μαθητάρια», που ήταν χειρόγραφα αναγνωστικά.

 

Πότε «γεννήθηκαν» τα αναγνωστικά;

 

Το «Μέγα Αλφαβητάριο» εκδόθηκε στη Βιέννη το 1771 από τον Μιχαήλ Παπά Γεώργιο του Σιατιστέως, Το αρχαιότερο Νεοελληνικό αλφαβητάριο.

Το «Μέγα Αλφαβητάριο» εκδόθηκε στη Βιέννη το 1771 από τον Μιχαήλ Παπά Γεώργιο του Σιατιστέως, Το αρχαιότερο Νεοελληνικό αλφαβητάριο.

Όσοι πιστεύουν ότι όλα άρχισαν με το «Λόλα να ένα μήλο», αγνοούν ότι όλα ξεκίνησαν με το «Αλφαβητάριον εν ώ περιέχονται τα εικοσιτέσσερα γράμματα» του Μιχαήλ παπα-Γεωργίου του Σιατιστέως, ένα τετράδιο φτιαγμένο από φτηνά φύλλα χαρτιού και ραμμένο στην εξωτερική του πλευρά με κλωστή και βελόνα, που ήταν τυπωμένο «εν Βιέννη της Αυστρίας» το 1771, για να φτάσουμε μέχρι τη σημερινή «Γλώσσα μας» και τα σύγχρονα σχολικά εγχειρίδια. Το σχολικό βιβλίο έχει πορεία περίπου 4 αιώνων και στην ιστορία του αποτυπώνονται όλες οι περιπέτειες του εκπαιδευτικού προσανατολισμού της χώρας μας. Μετά την απελευθέρωση έγινε προσπάθεια για την οργάνωση των σχολείων και τον έλεγχο των σχολικών βιβλίων. Με την είσοδο του 19ου αιώνα κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα εικονογραφημένα αλφαβητάρια με λιθογραφίες παρμένες από γαλλικά βιβλία της εποχής και σταδιακά η θεματολογία αλλάζει. Το περιεχόμενο των σχολικών βιβλίων περνάει από τα κείμενα της χριστιανικής γραμματείας σε πρόσωπα ήρωες ή θρύλους μιας μακρινής εποχής, όπως ο Οδυσσέας, ο Ροβινσώνας και ο Γεροστάθης.

Αναγνωσματαρίον, Αρσινόης Παπαδοπούλου, 1896.

Αναγνωσματαρίον, Αρσινόης Παπαδοπούλου, 1896.

Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και μέχρι το 1937, που ιδρύθηκε ο ΟΕΣΒ (Οργανισμός Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων) από τον Ιωάννη Μεταξά, συγκρούονται δύο πολιτικές για το σχολικό βιβλίο: του κρατικού μονοπωλίου και του ελεύθερου ανταγωνισμού. Με την έλευση του Όθωνα διατυπώνονται τα πρώτα μέτρα για την εκπαίδευση. Με το διάταγμα της 1ης Απριλίου 1836 «περί βιβλιοπωλείου εν τη βασιλική τυπογραφία» ορίζεται ότι «δια να εισαχθή τρόπος ομοιόμορφος εις την διδασκαλίαν του λαού και να ευρίσκη ο καθείς στοιχειώδη βιβλία καλά …..» τα βιβλία θα εκδίδονται και θα πωλούνται από τη βασιλική τυπογραφία ύστερα από γνωμάτευση διορισμένης συντακτικής επιτροπής. Στα σχολεία χρησιμοποιούνται μόνο αυτά τα βιβλία και καθορίζεται με αυστηρότητα το περιεχόμενό τους , για «να μην εμπεριέχουν διδασκαλίας ή γνώμας επιβλαβείς δια την θρησκείαν ή την ηθικήν και πνευματικήν του ανθρώπου ανάπτυξιν και εκπαίδευσιν». Στο νομοθέτημα αυτό διαγράφεται σαφώς ο ιδεολογικός προσανατολισμός της εκπαιδευτικής πολιτικής και γίνεται φανερή η προσπάθεια άσκησης ελέγχου στο εκπαιδευτικό σύστημα μέσα από τα σχολικά εγχειρίδια. Η προσπάθεια αυτή του κράτους να ασκήσει μονοπωλιακή πολιτική στο σχολικό βιβλίο δημιουργεί αντιπαραθέσεις και διχογνωμίες. Το Διάταγμα αυτό δεν υλοποιήθηκε και δυο χρόνια αργότερα αντικαταστάθηκε με το Βασιλικό Διάταγμα της 28ης 1838, με το οποίο η κυβέρνηση αναγκάστηκε να καταργήσει το βασιλικό βιβλιοπωλείο και άρχισε η φάση του ελεύθερου ανταγωνισμού με δύο εκδοτικούς οίκους (Κορομηλά και Βλαστού)», που κράτησε μέχρι το 1882.

 

Σπυρίδωνος Ζ. Λιβαδά, Ελληνικόν αλφαβητάριον. Εκδοτικός οίκος Αναστασίου Δ. Φέξη, Αθήνα 1903

Σπυρίδωνος Ζ. Λιβαδά, Ελληνικόν αλφαβητάριον. Εκδοτικός οίκος Αναστασίου Δ. Φέξη, Αθήνα 1903

 

Με Βασιλικό Διάταγμα του 1859 (1/9/1859) «περί διαγωνίσματος προς συγγραφήν προσφορωτέρων βιβλίων δια τα δημοτικά σχολεία» προκηρύσσεται από το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως ειδικός διαγωνισμός κάθε φορά για τη συγγραφή των σχολικών βιβλίων. Αλλά και ο νόμος αυτός σύντομα έπεσε σε αδράνεια. Το 1867 με το νόμο ΣΜΘ'(24 11 1867) προβλέπεται σύσταση επιτροπής για την κρίση των σχολικών βιβλίων, που και αυτός αδρανοποιείται. Τη δεκαετία 1870-1880 με πρόταση του βουλευτή Κυνουρίας Γ.Α. Βακαλόπουλου «πάντα τα μαθήματα θέλουσι διδάσκεσθαι κατά βιβλία κεκριμένα υπό των εποπτών ως κατάλληλα προς διδασκαλίαν και εγκεκριμένα υπό του Υπουργείου». Ο νόμος του Γ.Α. Βακαλόπουλου ζητά να καταργηθούν και να επανακριθούν όλα τα βιβλία για κάθε διδασκόμενο μάθημα, ακόμα και οι ιστορικοί και γεωγραφικοί πίνακες, οι ιχνογραφίες και οι καλλιγραφίες, και προβλέπει αυστηρές ποινές για τους εκπαιδευτικούς, που θα χρησιμοποιούσαν μη εγκεκριμένα ή κλεψίτυπα βιβλία. Ο εκπαιδευτικός «καταδικάζεται ποινικώς, τιμωρείται με παύσιν και ουδέποτε επανέρχεται εις υπηρεσίαν». Το Υπουργείο «ουδέποτε δύναται να αναστείλη σύστασιν κεκριμένου υπό των εποπτών διδακτικού βιβλίου… αποκλειομένων ανυπερθέτως του λοιπού πάντων των άλλων». Με τη διάταξη αυτή ενισχύεται ο κρατικός έλεγχος των βιβλίων με το ρόλο των εποπτών, που έκαναν τις κρίσεις των βιβλίων, αφού οι επόπτες διορίζονται από το Υπουργείο. Τα «εγκεκριμένα» βιβλία συμπεριλαμβάνονται σ’ έναν κατάλογο, που αποστέλλεται στα σχολεία στην αρχή κάθε σχολικού έτους.

 

Εξώφυλλο τετραδίου. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Εξώφυλλο τετραδίου. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

 

Γεώργιος Θεοτόκης (1844 - 1916). Ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Χαριλάου Τρικούπη υπέβαλε τον Δεκέμβριο του 1889 σειρά μεταρρυθμιστικών νομοσχεδίων. Δεν είναι τα πρώτα στην ιστορία, αλλά είναι τα πρώτα που αντιμετωπίζουν το σύστημα ως ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, χωρίς να είναι επαναστατικά, προβλέπουν θεσμικές ρυθμίσεις (όπως το εξάχρονο δημοτικό σχολείο, η μείωση των ωρών διδασκαλίας των Λατινικών, η σύσταση Εκπαιδευτικού Συμβουλίου) οι οποίες θα υλοποιηθούν πολλές δεκαετίες αργότερα. Για τις καινοτομίες των νομοσχεδίων εκδηλώθηκε μεγάλος σάλος και η κυβέρνηση τα απέσυρε. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Γεώργιος Θεοτόκης (1844 – 1916). Ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Χαριλάου Τρικούπη υπέβαλε τον Δεκέμβριο του 1889 σειρά μεταρρυθμιστικών νομοσχεδίων. Δεν είναι τα πρώτα στην ιστορία, αλλά είναι τα πρώτα που αντιμετωπίζουν το σύστημα ως ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, χωρίς να είναι επαναστατικά, προβλέπουν θεσμικές ρυθμίσεις (όπως το εξάχρονο δημοτικό σχολείο, η μείωση των ωρών διδασκαλίας των Λατινικών, η σύσταση Εκπαιδευτικού Συμβουλίου) οι οποίες θα υλοποιηθούν πολλές δεκαετίες αργότερα. Για τις καινοτομίες των νομοσχεδίων εκδηλώθηκε μεγάλος σάλος και η κυβέρνηση τα απέσυρε. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Μετά το 1880 ο κρατικός έλεγχος των διδακτικών βιβλίων έγινε πιο έντονος με πρωτεργάτες τις κυβερνήσεις του Τρικούπη και του Θεοτόκη, που επέβαλαν πολιτική αυστηρού ελέγχου με τη χρήση ομοιόμορφων εγχειριδίων και έλεγχο του περιεχομένου τους, ενώ θεσμοθέτησαν την υποχρεωτική χρήση εγκεκριμένων βιβλίων από ειδικές κριτικές επιτροπές. Η κυβέρνηση Τρικούπη καταργεί την πολιτική του ελεύθερου ανταγωνισμού και προκηρύσσει διαγωνισμό συγγραφής σχολικών βιβλίων κάθε τέσσερα χρόνια. Οι κριτικές επιτροπές, τα μέλη των οποίων καθορίζονται άμεσα από τον υπουργό, εγκρίνουν ένα μόνο βιβλίο για κάθε μάθημα για μια τετραετία, ενώ από το 1893 η διάρκεια της έγκρισης γίνεται τριετία. Εξαίρεση αποτέλεσε ο νόμος του 1895 του δεληγιαννικού κόμματος, που επέτρεψε την ελεύθερη χρήση οποιουδήποτε εγχειριδίου στο γυμνάσιο και την έγκριση πολλών παράλληλα βιβλίων στις κατώτερες βαθμίδες της εκπαίδευσης, ενώ όρισε τη διάρκεια της έγκρισης για μια πενταετία. Η πολιτική του ελεύθερου ανταγωνισμού διαρκεί μέχρι το 1907, οπότε με το νόμο ΓΣΑ’ επανέρχεται ο κρατικός παρεμβατισμός, που ίσχυε πριν το 1895, με το σύστημα έγκρισης ενός μόνο βιβλίου, το οποίο επιλέγεται ανάμεσα από τρία βραβευμένα. Η επιτροπή όμως διατηρεί το δικαίωμα να μεταρρυθμίσει και να συμπληρώσει το εγκρινόμενο βιβλίο από τα άλλα δύο. Με το νόμο αυτό κυκλοφορούν τα πρώτα κρατικά αναγνωστικά και εμφανίζεται το βιβλιόσημο. Ο πρώτος νόμος περί διδακτικών βιβλίων του 20ου αιώνα αυξάνει ακόμα περισσότερο τον κρατικό έλεγχο.

Σταθμό στα εκπαιδευτικά ζητήματα αποτελεί η μεταρρύθμιση του 1917, όταν η κυβέρνηση Βενιζέλου ζήτησε από τον Εκπαιδευτικό Όμιλο να συνεργαστεί μαζί της για την εφαρμογή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος ήταν ένα σωματείο, που ιδρύθηκε το 1910 στην Αθήνα από λογοτέχνες, εκπαιδευτικούς και πολιτευόμενους με σκοπό την προσπάθεια αναμόρφωσης της ελληνικής εκπαίδευσης και από το 1911 εξέδιδαν μερικά διδακτικά και εκπαιδευτικά βιβλία. Πίστευαν ότι η εκπαίδευση θα βελτιωνόταν με την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στη διδασκαλία και την καταπολέμηση του σχολαστικισμού. Οι προσπάθειές τους στηρίχθηκαν στις εργασίες του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, του Αλέξανδρου Δελμούζου και του Δημήτριου Γληνού, που ήταν ιδρυτικά μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Ο Δημ. Γληνός ανέλαβε γενικός γραμματέας στο Υπουργείο Παιδείας με επόπτες δημοτικής εκπαίδευσης το Δελμούζο και τον Τριανταφυλλίδη.

Αλέξανδρος Δελμούζος (1880-1956): Ο κατεξοχήν παιδαγωγός της ηγετικής ομάδας του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1910-27) και του δημοτικιστικού κινήματος ευρύτερα. Τρεις είναι οι πιο σημαντικές για την εξέλιξη των πραγμάτων δράσεις του: Στο Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο (Βόλος, 1908-11), στο Μαράσλειο Διδασκαλείο στην Αθήνα (1923-26) και στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη (1934-37). Όταν ο Όμιλος ακολούθησε τον Δημήτρη Γληνό που ζητούσε οι στόχοι της εκπαίδευσης να έχουν πολιτικό προσανατολισμό χωρίς «κανένα όριο προς τα Αριστερά», ο Δελμούζος τον εγκατέλειψε, και θεωρείται τώρα κύριος εκπρόσωπος των αρχών του αστικού εκσυγχρονισμού στα εκπαιδευτικά θέματα. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Αλέξανδρος Δελμούζος (1880-1956): Ο κατεξοχήν παιδαγωγός της ηγετικής ομάδας του Εκπαιδευτικού Ομίλου (1910-27) και του δημοτικιστικού κινήματος ευρύτερα. Τρεις είναι οι πιο σημαντικές για την εξέλιξη των πραγμάτων δράσεις του: Στο Ανώτερο Δημοτικό Παρθεναγωγείο (Βόλος, 1908-11), στο Μαράσλειο Διδασκαλείο στην Αθήνα (1923-26) και στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου στη Θεσσαλονίκη (1934-37). Όταν ο Όμιλος ακολούθησε τον Δημήτρη Γληνό που ζητούσε οι στόχοι της εκπαίδευσης να έχουν πολιτικό προσανατολισμό χωρίς «κανένα όριο προς τα Αριστερά», ο Δελμούζος τον εγκατέλειψε, και θεωρείται τώρα κύριος εκπρόσωπος των αρχών του αστικού εκσυγχρονισμού στα εκπαιδευτικά θέματα. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Η βασική αλλαγή που θεσμοθετήθηκε τότε αφορούσε την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στο δημοτικό σχολείο και «γέννησε» το γλωσσικό ζήτημα. Με νομοθετικό διάταγμα καθιερώθηκε η δημοτική γλώσσα στο δημοτικό σχολείο με παράλληλη διδασκαλία της καθαρεύουσας στην Ε’ και Στ΄ Δημοτικού. Οι συγγραφείς των σχολικών βιβλίων έχουν απόλυτη ελευθερία και μόνο τις γενικές οδηγίες του Υπουργείου είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν. Η κρίση των βιβλίων γίνεται κάθε χρόνο από μόνιμο εκπαιδευτικό συμβούλιο, όχι από επιτροπές διορισμένες από τον υπουργό, και ισχύει επ’ αόριστον, ενώ ο αριθμός των εγκεκριμένων βιβλίων είναι απεριόριστος. Τα εγχειρίδια δεν εγκρίνονται βάσει διαγωνισμού, αλλά το Εκπαιδευτικό Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα να εκδίδει οδηγίες και γενικές υποδείξεις για τη σύνταξη τους. Το ίδιο Συμβούλιο, αφού ελέγξει αν το εγχειρίδιο είναι σύμφωνο με τα όσα ορίζει ο νόμος, αποφασίζει κατά πλειοψηφία την παροχή της έγκρισης και μία φορά το χρόνο συντάσσει κατάλογο των εγκεκριμένων βιβλίων, τον οποίο δημοσιεύει στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και στέλνει στα σχολεία. Ο σύλλογος των διδασκόντων κάθε σχολείου, προς το τέλος κάθε χρονιάς ορίζει κατά πλειοψηφία, μετά από εισήγηση του καθηγητή που πρόκειται να διδάξει το σχετικό μάθημα, ποια από τα εγκεκριμένα βιβλία θα εισαχθούν στις τάξεις κατά το επόμενο σχολικό έτος. Από τη στιγμή, που ένα βιβλίο εισάγεται σε μία τάξη, απαγορεύεται να αντικατασταθεί πριν την πάροδο διετίας. Εισάγεται έτσι ένα φιλελεύθερο πνεύμα στο χώρο της νομοθεσίας περί διδακτικών βιβλίων, δίνονται μεγαλύτερα περιθώρια ελευθερίας στους συγγραφείς, δεν επιβάλλεται η χρήση ενός βιβλίου στα σχολεία και μειώνεται η παρέμβαση του Υπουργείου Παιδείας στη διαδικασία παραγωγής και διάδοσης τους.

Δημ. Ανδρεάδη, Α. Δελμούζου κ.ά, Αλφαβητάριο. Αθήνα 1925. (Α΄ έκδοση 1918). «Το Αλφαβητάρι με τον Ήλιο», καρπός της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917. Εικονογράφηση Κ. Μαλέας.

Δημ. Ανδρεάδη, Α. Δελμούζου κ.ά, Αλφαβητάριο. Αθήνα 1925. (Α΄ έκδοση 1918). «Το Αλφαβητάρι με τον Ήλιο», καρπός της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917. Εικονογράφηση Κ. Μαλέας.

Ανάμεσα στα νέα αναγνωστικά, που γράφτηκαν και εγκρίθηκαν με βάση αυτό το νόμο, ήταν το «Αλφαβητάρι με τον ήλιο» και τα «Ψηλά Βουνά» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Άλλοι γνωστοί και καταξιωμένοι λογοτέχνες, όπως οι Γρηγόριος Ξενόπουλος, Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παύλος Νιρβάνας κ.α., συνδέουν το όνομά τους στο διάστημα αυτό με τη συγγραφή αναγνωστικών και δοκιμάζουν με την πένα τους να διαπλάσουν τις παιδικές αντιλήψεις.

Το «Αλφαβητάρι με τον ήλιο» (ονομασία που του έδωσαν οι μικροί μαθητές) θεωρείται σημαντικός σταθμός στην εξέλιξη των αλφαβηταρίων του 20ού αιώνα. Πρόκειται για ένα από τα δεκατρία αναγνωστικά της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917-1920 επί κυβέρνησης Ελευθέριου Βενιζέλου. Ήταν δημιούργημα συντακτικής επιτροπής με μέλη τους Α. Δελμούζο, Μ. Τριανταφυλλίδη, Π. Νιρβάνα και Ζ. Παπαντωνίου με εικονογράφηση του Κωνσταντίνου Μαλέα. Είναι προϊόν ελεύθερης δημιουργίας στη δημοτική γλώσσα µε στόχο να διαπλάσει την ψυχή των µμαθητών και να τους εμφυσήσει την αγάπη για τη φύση. Οι εικόνες του είχαν σκοπό «να είναι τα πολυτιμότερα μέσα για να μορφώσουν την παρατηρητικότητα και την καλαισθησία του παιδιού». Τα αλφαβητάρια που εκδόθηκαν από τότε, σχεδόν στο σύνολό τους, έχουν αυτό ως πρότυπο. Τα «Ψηλά Βουνά» με εικόνες του Ρούμπου και σκίτσα του Παπαντωνίου μεταφέρουν ένα νέο πνεύμα αισθητικής αγωγής.

Ο ριζικός γλωσσικός και παιδαγωγικός νεωτερικός αναπροσανατολισμός της κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής την οποία ακολούθησε το υπουργείο Παιδείας από το 1917 ως το 1920 αποτυπώθηκε πλήρως και καθαρά σε δύο διδακτικά βιβλία: Το Αλφαβητάριο (Αλφαβητάρι με τον ήλιο το αποκάλεσαν παιδιά και μεγάλοι), «χυμένο από την ψυχή του Δελμούζου» κατά το χαρακτηρισμό του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, και τα Ψηλά βουνά, γραμμένο και εικονογραφημένο από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου. Μισόν αιώνα αργότερα, το 1975, ορίστηκε πάλι από το κράτος αναγνωστικό της γ' δημοτικού, ενώ έχει παράλληλα μια αδιάκοπη πορεία ως δημοφιλές ελεύθερο παιδικό ανάγνωσμα. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Ο ριζικός γλωσσικός και παιδαγωγικός νεωτερικός αναπροσανατολισμός της κρατικής εκπαιδευτικής πολιτικής την οποία ακολούθησε το υπουργείο Παιδείας από το 1917 ως το 1920 αποτυπώθηκε πλήρως και καθαρά σε δύο διδακτικά βιβλία: Το Αλφαβητάριο (Αλφαβητάρι με τον ήλιο το αποκάλεσαν παιδιά και μεγάλοι), «χυμένο από την ψυχή του Δελμούζου» κατά το χαρακτηρισμό του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, και τα Ψηλά βουνά, γραμμένο και εικονογραφημένο από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου. Μισόν αιώνα αργότερα, το 1975, ορίστηκε πάλι από το κράτος αναγνωστικό της γ’ δημοτικού, ενώ έχει παράλληλα μια αδιάκοπη πορεία ως δημοφιλές ελεύθερο παιδικό ανάγνωσμα. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Ύστερα από δύο βαλκανικούς πολέμους και έναν παγκόσμιο, έναν εσωτερικό διχασμό και μια επαναστατική κυβέρνηση, ωριμάζει η ιδέα της οριστικής αναμόρφωσης της Παιδείας. Η χρυσή εποχή του σχολικού βιβλίου ξεκινά. Τα σχολικά εγχειρίδια εγκαταλείπουν σταδιακά τη θρησκευτική και ηθική διδασκαλία, ο ακαδημαϊσμός υποχωρεί και στρέφονται προς την επιστημονική γνώση και την κριτική σκέψη με στόχο την παίδευση ολόπλευρα καλλιεργημένων ατόμων. Τα νέα βιβλία είναι απαλλαγμένα από το στόμφο και το διδακτισμό των προηγούμενων, ενώ η δημοτική γλώσσα μιλάει στις καρδιές των παιδιών. Στο περιεχόμενό τους πάντως εξακολουθεί να επικρατεί ο ηθικοπλαστικός χαρακτήρας και η κύρια θεματολογία τους ακολουθεί το γνωστό τρίπτυχο «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια».

Η πολιτική αλλαγή το Νοέμβριο του 1920 μετά την ήττα του Βενιζέλου ανέκοψε τη φιλελεύθερη πολιτική για το σχολικό βιβλίο. Οι αντίπαλοι του δημοτικισμού καταπολεμούν τα αναγνωστικά της μεταρρύθμισης. Η νέα κυβέρνηση ανέθεσε σε επιτροπή τον έλεγχό τους και τα μέλη της επιτροπής Σακελλαρόπουλος, Σκιάς, Εξαρχόπουλος, Μιχαλόπουλος και Μεγαρεύς αποφάσισαν πως θα έπρεπε να «εκβληθώσι πάραυτα εκ των σχολείων και καώσι τα υπάρχοντα αναγνωστικά ως έργο ψευδούς και κακοβούλου προθέσεως». Η μεταρρύθμιση τερματίστηκε με το νόμο 2678 του 1921, που δεν εφαρμόστηκε όμως, γιατί μεσολάβησε η επανάσταση του 1922, που επανέφερε σε εφαρμογή τους νόμους του 1917-18. Ο νόμος 3180 του 1924 τροποποίησε το σύστημα έγκρισης των σχολικών βιβλίων και εισήγαγε τη δημοτική γλώσσα σε όλες τις τάξεις του δημοτικού σχολείου. Η δικτατορία του Πάγκαλου με διάταγμα του 1926 άλλαξε πάλι το σύστημα έγκρισης και όρισε ότι τα βιβλία δεν πρέπει να περιέχουν ύλη αντίθετη με τη θρησκεία, την πατρίδα, το πολίτευμα και τα χρηστά ήθη, ενώ δεν επιτρέπεται η έγκριση πέραν των δύο αναγνωστικών για κάθε τάξη. Νέος νόμος, ο 3438 του 1927, ορίζει ότι μπορούν να εγκριθούν μέχρι τρία διδακτικά βιβλία για κάθε μάθημα και τάξη και η έγκριση ισχύει για τα βιβλία της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης για τρία χρόνια και για της μέσης για μία πενταετία. Οι σύλλογοι των διδασκόντων αποφασίζουν για την εισαγωγή των βιβλίων στα σχολεία επιλέγοντας μεταξύ των εγκεκριμένων.

Η πολιτική αυτή ανατρέπεται με τη δημοσίευση νέου νόμου, που ψηφίζεται στα πλαίσια της δεύτερης μεταρρύθμισης της κυβέρνησης Βενιζέλου το 1929. Με τη «μεταρρύθμιση του 1929» τα σχολικά βιβλία διαιρούνται ανάλογα με το σκοπό και τη χρήση τους σε τρεις κατηγορίες:

α) στα διδακτικά βιβλία,

β) στα βοηθήματα και

γ) στα ελεύθερα αναγνώσματα.

Γαλάτειας Καζαντζάκη, Η Μεγάλη Ελλάς. Εκδοτικός οίκος Δημητρίου και Πέτρου Δημητράκου, Αθήνα, 1927.

Γαλάτειας Καζαντζάκη, Η Μεγάλη Ελλάς. Εκδοτικός οίκος Δημητρίου και Πέτρου Δημητράκου, Αθήνα, 1927.

Οι δύο πρώτες κατηγορίες βιβλίων εισάγονται στα σχολεία μόνο εφόσον έχουν εγκριθεί από το Υπουργείο Παιδείας, ενώ για τα ελεύθερα αναγνώσματα αρκεί απλή σύστασή τους. Τα διδακτικά βιβλία με τη σειρά τους διαιρούνται σε αναγνωστικά και εγχειρίδια. Τα αναγνωστικά συντελούν στη γλωσσική και λογοτεχνική μόρφωση, στη θρησκευτική, ηθική και εθνική διαπαιδαγώγηση των παιδιών και πρέπει με τη μορφή και το περιεχόμενο τους να κινούν την αγάπη για το βιβλίο γενικά. Τα εγχειρίδια «αποτελούντα συστηματικάς και εύληπτους συνόψεις των συμπερασμάτων των οικείων επιστημών, χρησιμεύουν ως στήριγμα των μαθητών κατά την εισαγωγήν των εις την ύλην των διαφόρων μαθημάτων και ως βάσις δια την ευμέθοδον καθοδήγησίν των προς περαιτέρω μελέτην και ευρυτέραν έρευναν αυτής». Τα βοηθήματα αποτελούν σημαντικότατα εργαλεία για την πληρέστερη μελέτη της διδασκόμενης ύλης και την αυτενεργό έρευνα των μαθητών, ενώ διευκολύνουν παράλληλα και το έργο των διδασκόντων. Η υιοθέτηση αυτής της πολιτικής τείνει προς την ιδέα του πολλαπλού βιβλίου.

Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968), υπουργός Παιδείας (2 Ιανουαρίου 1930-26 Μαΐου 1932). Έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για την εδραίωση των αρχών στις οποίες στηριζόταν η Μεταρρύθμιση του 1929 και για τη διεύρυνσή τους. Ο Νόμος για τα σχολικά βιβλία (1931) 5045, περιέχει πολλά σημαντικά, όπως η απομάκρυνση από κάθε έννοια (κρατικού) μονοπωλίου: από το υπουργείο εγκρίνονταν περισσότερα βιβλία για κάθε μάθημα και οι σύλλογοι επέλεγαν ένα, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση των διδασκόντων. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968), υπουργός Παιδείας (2 Ιανουαρίου 1930-26
Μαΐου 1932). Έδειξε προσωπικό ενδιαφέρον για την εδραίωση των αρχών στις οποίες
στηριζόταν η Μεταρρύθμιση του 1929 και για τη διεύρυνσή τους. Ο Νόμος για τα σχολικά βιβλία (1931) 5045, περιέχει πολλά σημαντικά, όπως η απομάκρυνση από κάθε έννοια (κρατικού) μονοπωλίου: από το υπουργείο εγκρίνονταν περισσότερα βιβλία για κάθε μάθημα και οι σύλλογοι επέλεγαν ένα, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση των διδασκόντων. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Από το κοντύλι στον υπολογιστή», Αθήνα, 2008.

Ο νόμος 5045 «περί σχολικών βιβλίων» του 1931, με εισήγηση του τότε υπουργού παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου, είναι μοναδικός στην ελληνική εκπαιδευτική ιστορία για τη στάση του απέναντι στη γνώση, στο διδακτικό βιβλίο και στη διαδικασία της μάθησης. Με το νόμο αυτό τόσο ο εκπαιδευτικός όσο και ο μαθητής ενθαρρύνονται να χρησιμοποιήσουν και άλλα διδακτικά και βοηθητικά βιβλία, παράλληλα με το εγχειρίδιο, που συμβουλεύονται καθημερινά. Με τον τρόπο αυτό τους δίνεται η ευκαιρία να διακρίνουν και να σχολιάσουν διάφορες απόψεις πάνω στο ίδιο θέμα, απομυθοποιείται ο τυπωμένος λόγος και βιώνεται το γεγονός ότι για το ίδιο ζήτημα μπορεί να υπάρχουν πολλές και πιθανόν αντικρουόμενες αντιλήψεις. Καταδικάζεται η παθητική αποδοχή και ενθαρρύνεται η ενεργητική και κριτική στάση δασκάλων και μαθητών, που παροτρύνονται να ερευνούν, ώστε να σχηματίζουν δική τους αντίληψη. Αναιρείται έτσι η αυθεντία των διδακτικών βιβλίων και παρέχεται η δυνατότητα κριτικής της παρεχόμενης γνώσης. Το εγχειρίδιο δεν αντιμετωπίζεται ως μοναδική και αλάνθαστη πηγή γνώσης προς απομνημόνευση, αλλά ως όργανο των μαθητών για την περαιτέρω έρευνα και μελέτη τους. Σε κάθε σχολείο δημιουργείται και σχολική βιβλιοθήκη για την οποία αγοράζονται δύο τουλάχιστον αντίτυπα όλων των εγκεκριμένων βιβλίων και κάθε είδους βοηθήματα.

Ο νόμος 5911 του 1937, που θεσμοθετείται από κυβέρνηση του Λαϊκού κόμματος, επαναφέρει το θεσμό της προκήρυξης διαγωνισμού για τη συγγραφή των διδακτικών βιβλίων. Οι προκηρύξεις ορίζουν την ποσότητα και την οικονομία της ύλης και συντάσσονται από κριτικές επιτροπές τις οποίες ορίζει ο υπουργός. Η υποβολή και κρίση των διδακτικών βιβλίων γίνεται ανά διετία και η έγκριση ισχύει επί μία τετραετία. Τα εγχειρίδια που εισάγονται στα σχολεία επιλέγονται βάσει του καταλόγου των εγκεκριμένων βιβλίων, που συντάσσει το Υπουργείο Παιδείας και καταργούνται οι διατάξεις για την αγορά διδακτικών βιβλίων και βοηθημάτων για τις σχολικές βιβλιοθήκες. Επαναφέρει δηλαδή τη συγκεντρωτική πολιτική και αυξάνει τον έλεγχο του υπουργού παιδείας στη διαδικασία συγγραφής και έγκρισης των εγχειριδίων.

Γεωργίου Μέγα κ.ά., Αναγνωστικό. ΟΕΣΒ, Αθήνα, 1939.

Γεωργίου Μέγα κ.ά., Αναγνωστικό. ΟΕΣΒ, Αθήνα, 1939.

Ο νόμος 5911 ίσχυσε ως τη δημοσίευση του αναγκαστικού νόμου 952 του 1937, με τον οποίο ιδρύθηκε ο Οργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (ΟΕΣΒ), που υπάγεται στην εποπτεία του υπουργού παιδείας και έχει σκοπό την έγκριση και διάθεση βιβλίων σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, από τα αναγνωστικά του δημοτικού μέχρι και τα πανεπιστημιακά συγγράμματα. Το Υπουργείο Παιδείας μετά από πρόταση του Ανωτάτου Συμβουλίου Εκπαιδεύσεως δημοσιεύει προκήρυξη για τη συγγραφή διδακτικών βιβλίων, στην οποία ορίζεται το είδος του βιβλίου, η τάξη για την οποία προορίζεται, η ποσότητα και η οικονομία της ύλης, η προθεσμία της υποβολής προς κρίση και το βραβείο που θα απονεμηθεί για κάθε είδος βιβλίου. Τα εγκεκριμένα βιβλία περιέρχονται στην κυριότητα του κράτους, ενώ από το σχολικό έτος 1938-1939 δεν επιτρέπεται η χρήση διδακτικών βιβλίων, που δεν έχουν εγκριθεί σύμφωνα με το νέο νόμο.

Μετά από έναν αιώνα συγκρούσεων και εναλλαγής του κρατικού μονοπωλίου και του ελεύθερου ανταγωνισμού ο αναγκαστικός νόμος 952 αποτελεί μια ακραία προσπάθεια ιδεολογικού ελέγχου της εκπαίδευσης από το κράτος. Εκφράζει τη διάθεση της κυβέρνησης Μεταξά να ελέγξει απόλυτα το περιεχόμενο των βιβλίων που φτάνουν στα χέρια των μαθητών και να τα προσαρμόσει στις δικές της αντιλήψεις περί αγωγής. Πολιτική του Οργανισμού ήταν ο αποκλειστικός έλεγχος της έκδοσης και διάθεσης των σχολικών βιβλίων. Την προηγούμενη εικοσαετία υπήρχε δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε περισσότερα εγκεκριμένα από το εκάστοτε Υπουργείο Παιδείας εγχειρίδια. Από δω και πέρα θα υπήρχε ένα σχολικό βιβλίο για όλα τα σχολεία, πολιτική που εφαρμόζεται ακόμη και σήμερα. Το κράτος διασφάλιζε τον απόλυτο έλεγχο του σχολικού βιβλίου και ακύρωνε το κατοχυρωμένο από το 1917 δικαίωμα των εκπαιδευτικών να επιλέγουν το ανθολόγιο που θα χρησιμοποιήσουν, επαναφέροντας το ένα και μόνο «υποχρεωτικό βιβλίο».

 

Αλφαβητάριο 1935, Συντακτική επιτροπή: Δημ. Ανδρεάδης, Α. Δελμούζος, Π. Νιρβάνας, Ζ. Παπαντωνίου, Μ. Τριανταφυλλίδης, Κ. Μαλέας (εικονογράφηση).

Αλφαβητάριο 1935, Συντακτική επιτροπή: Δημ. Ανδρεάδης, Α. Δελμούζος, Π. Νιρβάνας, Ζ. Παπαντωνίου, Μ. Τριανταφυλλίδης, Κ. Μαλέας (εικονογράφηση).

 

Τα πρώτα «Αναγνώσματα» που εκδόθηκαν από τον ΟΕΣΒ (1938-1939) χρησιμοποιήθηκαν μέχρι το 1950. Το 1954 ο Οργανισμός θα μετονομαστεί σε Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων (ΟΕΔΒ) και θα συνεχίσει τη λειτουργία του μέχρι το 2012, οπότε καταργήθηκε μαζί με πολλούς άλλους δημόσιους φορείς. Μετά την κατάργηση του Οργανισμού το συντονισμό της έκδοσης και διάθεσης των σχολικών βιβλίων έχει αναλάβει το Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων «Διόφαντος», που λειτουργεί με καθεστώς ιδιωτικού δικαίου. Υπολογίζεται ότι ο ΟΕΔΒ εκτύπωσε περίπου 3 δισεκατομμύρια αντίτυπα σχολικών βιβλίων όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης και έγινε ένα από τα πλέον γνώριμα λογότυπα σε όσους παρακολούθησαν μαθήματα στα ελληνικά σχολεία από το 1937. Το 1954 εκδίδονται νέα αναγνωστικά, τα μακροβιότερα στην ιστορία της ελληνικής εκπαίδευσης, που χρησιμοποιήθηκαν μέχρι το 1964.

 

Αλφαβητάριο τα καλά Παιδιά, Επαμεινώνδα Γεραντώνη, εικονογράφηση Κώστα Π. Γραμματόπουλου, πρώτη έκδοση 1949, ΟΕΔΒ.

Αλφαβητάριο τα καλά Παιδιά, Επαμεινώνδα Γεραντώνη, εικονογράφηση Κώστα Π. Γραμματόπουλου, πρώτη έκδοση 1949, ΟΕΔΒ.

 

Η κυβέρνηση της Ένωσης Κέντρου, που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές του 1964 με πρωθυπουργό και υπουργό Παιδείας το Γεώργιο Παπανδρέου, υφυπουργό τον Λουκή Ακρίτα και Γενικό Γραμματέα τον Ε.Π. Παπανούτσο, προχώρησε στην ψήφιση του νόμου 4379 «Περί Oργανώσεως και Διοικήσεως της Γενικής Στοιχειώδους και Mέσης Eκπαιδεύσεως», που έμεινε στην ιστορία ως «νόμος της Μεταρρύθμισης Παπανδρέου-Παπανούτσου». Η μεταρρύθμιση αυτή κατοχύρωσε τη «δωρεάν Παιδεία», μείωσε το σχολαστικισμό και την τυπολατρία με την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας και νέα μαθήματα και βιβλία, όπως η Κοινωνιολογία και τα Στοιχεία της Οικονομικής Επιστήμης, τη διδασκαλία αρχαίων Ελληνικών κειμένων από μετάφραση στο Γυμνάσιο και την ενίσχυση μαθηματικών και φυσικών. Επίσης καταργήθηκαν οι εξετάσεις από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο, η Παιδεία έγινε εννεαετής υποχρεωτική, η Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση χωρίστηκε σε Γυμνάσιο – Λύκειο, ίσχυσε το σύστημα του «Ακαδημαϊκού Απολυτηρίου» για την εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, χωρίς όμως να καταργηθούν οι εισαγωγικές εξετάσεις, και καθιερώθηκαν οι τεχνικό-επαγγελματικές σχολές με στόχο τη δημιουργία εργατικού δυναμικού άξιου να ανταπεξέλθει στις ανάγκες της εποχής. Οι βελτιώσεις και αλλαγές της μεταρρύθμισης αυτής ήταν ριζοσπαστικές για την εποχή με κύριο στόχο τη μόρφωση των παιδιών όλων των κοινωνικών τάξεων και την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος.

 

Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική του Κώστα Καλοκαιρινού, της γ' γυμνασίου. Για τρίτη (ως τότε) φορά (μετά το «να καώσι» του 1921 και τις πυρές του 1936) το 1965 η κυβέρνηση «των Αποστατών» εκδήλωσε την πρόθεση να εξαφανίσει (εκσυγχρονισμένα τώρα, με πολτοποίηση) διδακτικά βιβλία της Μεταρρύθμισης. Κύρια (αλλά όχι μόνη) αφορμή του κατατρεγμού η Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική του Κώστα Καλοκαιρινού, της γ' γυμνασίου.

Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική του Κώστα Καλοκαιρινού, της γ’ γυμνασίου.
Για τρίτη (ως τότε) φορά (μετά το «να καώσι» του 1921 και τις πυρές του 1936) το 1965 η κυβέρνηση «των Αποστατών» εκδήλωσε την πρόθεση να εξαφανίσει (εκσυγχρονισμένα τώρα, με πολτοποίηση) διδακτικά βιβλία της Μεταρρύθμισης. Κύρια (αλλά όχι μόνη) αφορμή του κατατρεγμού η Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική του Κώστα Καλοκαιρινού, της γ’ γυμνασίου.

 

 

Η παραδοσιακή παράσταση του μυθολογικού (αιγυπτιακής προέλευσης) φοίνικα που όταν ένιωθε το τέλος του έφτιαχνε από ξύλα μια φωλιά, η οποία αναφλεγόταν από τις αχτίνες του ήλιου και από τις στάχτες γεννιόταν ύστερα ένας νέος φοίνικας (θεσμοθετημένο από τον Καποδίστρια έμβλημα του κράτους), συμπληρωμένη με φιγούρα φαντάρου, ορίστηκε σύμβολο της «Επανάστασης» της 21ης Απριλίου 1967 και αποτελούσε κατά τη Δικτατορία κύριο στοιχείο της σελίδας του τίτλου όλων των σχολικών βιβλίων. Άλγεβρα, Δ΄ Γυμνασίου, 1969.

Η παραδοσιακή παράσταση του μυθολογικού (αιγυπτιακής προέλευσης) φοίνικα που όταν ένιωθε το τέλος του έφτιαχνε από ξύλα μια φωλιά, η οποία αναφλεγόταν από τις αχτίνες του ήλιου και από τις στάχτες γεννιόταν ύστερα ένας νέος φοίνικας (θεσμοθετημένο από τον Καποδίστρια έμβλημα του κράτους), συμπληρωμένη με φιγούρα φαντάρου, ορίστηκε σύμβολο της «Επανάστασης» της 21ης Απριλίου 1967 και αποτελούσε κατά τη Δικτατορία κύριο στοιχείο της σελίδας του τίτλου όλων των σχολικών βιβλίων.
Άλγεβρα, Δ΄ Γυμνασίου, 1969.

Η δικτατορία του 1967-1974 θα ακυρώσει την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964 και θα πάρει πολλά αντί-μεταρρυθμιστικά μέτρα, που καταργούσαν εκπαιδευτικές αλλαγές δρομολογημένες από το 1964. Η χούντα των συνταγματαρχών ταυτίστηκε με τη λέξη «λογοκρισία». Απαγόρευσε πολλά βιβλία και συνέταξε μαύρες λίστες συγγραφέων. «Επικίνδυνα» για το καθεστώς βιβλιοπωλεία υποχρεώθηκαν να κλείσουν. Όσα βιβλία ελέγχονταν και λογοκρίνονταν, έφεραν και την αντίστοιχη σφραγίδα «Έχει λογοκριθεί», που πρακτικά μεταφραζόταν σε «εγκρίνεται με όποιες αλλαγές θεωρήσει αναγκαίες ο λογοκριτής».

Μεταξύ των βιβλίων που απαγορεύτηκαν εκείνη την περίοδο ήταν η «Ζωή εν Τάφω» του Στρατή Μυριβήλη και η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, ενώ υπήρξε ρητή διαταγή να μη διδαχθεί ο «Επιτάφιος» του Περικλή στα σχολεία, για να μην τον εκλάβουν οι μαθητές ως έμμεση αποδοκιμασία των μηχανισμών του κράτους. Το σχολικό βιβλίο κακοποιήθηκε. Έγιναν προσθαφαιρέσεις σε βιβλία ιστορίας, καταργήθηκε το μάθημα και το βιβλίο της Αγωγής του Πολίτη κ.ά. Με τον αναγκαστικό νόμο 129/1967 αποσύρονται και αχρηστεύονται όλα τα βιβλία, που είχαν τυπωθεί με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964. Ο Υπουργός Παιδείας δηλώνει ότι (…), «συνεστήθησαν επιτροπαί και θα αποφανθώμεν εάν τα βιβλία που εξετυπώθηκαν το 1964 προς χρήσιν των μαθητών θα χρησιμοποιηθούν ή θα αποσταλούν προς πολτοποίησιν». Η κακοποίηση του σχολικού βιβλίου αλλάζει μορφή, από την καύση περνάει στην πολτοποίηση. Ξανατυπώνονται και κυκλοφορούν τα βιβλία, που είχαν εκδοθεί πριν από το 1963, με αποτέλεσμα τα παιδιά να πέσουν σε φοβερή γλωσσική σύγχυση και αμηχανία. Σ’ όλη τη διδακτέα ύλη διαχέονται οι εθνικοί σκοποί και οι εθνικιστικές ιδέες, γεγονός που μετατρέπει όλο το αναλυτικό πρόγραμμα σ’ ένα πρόγραμμα «πατριδογνωσίας».

Οι μεταρρυθμίσεις που δεν έγιναν μέχρι το 1974 προετοίμασαν το έδαφος για τις επόμενες. Το Σύνταγμα του 1975 ενσωματώνει σημαντικές ρυθμίσεις για την εκπαίδευση, όπως 9χρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, ελευθερία έρευνας, δημοτική γλώσσα κ.λπ. Στην τριετία 1976-1978 θα επιχειρηθεί η πιο συγκροτημένη μεταρρυθμιστική προσπάθεια της συντηρητικής παράταξης τον 20ο αιώνα με τους Ν. 309/76, 576/77 και 815/78. Ο υπουργός Παιδείας Γ. Ράλλης λύνει και τυπικά το γλωσσικό ζήτημα με την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στην εκπαίδευση και στη διοίκηση και παύει πλέον να υπάρχει το φαινόμενο της διγλωσσίας, που διήρκεσε 20 περίπου αιώνες και ταλαιπώρησε την ελληνική παιδεία και κοινωνία. Στα  θετικά  της  μεταρρύθμισης  του  1976  περιλαμβάνονται  η  εννιάχρονη  υποχρεωτική  εκπαίδευση,  η  εισαγωγή  της  διδασκαλίας  μεταφρασμένων  κειμένων  της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και η καθιέρωση μαθημάτων επιλογής.

Την  περίοδο  1981‐1985 καθιερώνεται  το μονοτονικό σύστημα  (Π.Δ. 297/1982),   συντάσσονται  νέα  αναλυτικά  προγράμματα  πρωτοβάθμιας  και  δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης  και  γράφονται  νέα βιβλία για το δάσκαλο και το μαθητή. Το 1982 το αλφαβητάρι αντικαταστάθηκε από το πρώτο τεύχος της σειράς «Η Γλώσσα μου» και τυπώνεται για πρώτη φορά Γραμματική της Νεοελληνικής Γλώσσας για τους μαθητές, μια επιτομή της Γραμματικής του Μ. Τριανταφυλλίδη.  Ανάμεσα στα νέα βιβλία που εκδόθηκαν για τα σχολεία ήταν τα νέα βιβλία ιστορίας για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο και τα «Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», που αντικατέστησαν τα «Νεοελληνικά Αναγνώσματα» και περιείχαν αποσπάσματα από σύγχρονους νεοέλληνες ποιητές και πεζογράφους. Το 2003  προκηρύσσονται  και  συγγράφονται νέα  βιβλία (βιβλίο  μαθητή,  τετράδιο  εργασιών,  βιβλίο  εκπαιδευτικού)  για  το  Νηπιαγωγείο,  το Δημοτικό  και το Γυμνάσιο, τα οποία διανεμήθηκαν στα σχολεία και χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα.

 

Νεοελληνική Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη (εκδ. ΟΕΔΒ)

Νεοελληνική Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη (εκδ. ΟΕΔΒ)

 

Το σχολικό βιβλίο είναι ένα από τα µέσα διδασκαλίας, το κυριότερο ίσως, και υλοποιεί το περιεχόμενο του προγράμματος διδασκαλίας. Τα σχολικά εγχειρίδια περιέχουν συγκεκριμένες πληροφορίες και γνώσεις, αλλά κυρίως, εκφράζουν µε τρόπο έµµεσο αλλά ισχυρό τον ιδεολογικό προσανατολισµό, που είναι επιθυμητός για τους µαθητές και τις μαθήτριες, διαπλάθουν το χαρακτήρα τους και ενδεχομένως δημιουργούν µια ιδεατή πραγματικότητα πολύ διαφορετική από την πραγματικότητα, που αντιλαμβάνεται και βιώνει κάθε μαθητής στην καθημερινή του ζωή. Το σχολικό βιβλίο όμως πρέπει να ανταποκρίνεται στα ενδιαφέροντα των µαθητών και να τα διευρύνει. Τα προβλήματα που παρουσιάζουν τα σχολικά βιβλία δεν μπορούν να επιλυθούν µε τη συγγραφή ενός «καλού» σχολικού βιβλίου. Αντίθετα, μπορούν να θεραπευτούν µε τη συγγραφή πολλών εναλλακτικών σχολικών βιβλίων και εκπαιδευτικών υλικών, που θα προσφέρουν ποικίλη ύλη και θα δίνεται τη δυνατότητα σε εκπαιδευτικούς και μαθητές να επιλέξουν.

Οι νόμοι περί διδακτικών βιβλίων, όπως είδαμε, αλλάζουν σχεδόν κάθε φορά που υπάρχει κυβερνητική αλλαγή με διατάξεις, που αποκαλύπτουν πολύ συχνά πολιτικές και ιδεολογικές συγκρούσεις. Η ίδρυση του Οργανισμού Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων (ΟΕΣΒ) από τη Μεταξική δικτατορία αποτέλεσε την αφετηρία, για να συγκροτούνται επιτροπές «κρατικών δήμιων» του σχολικού βιβλίου. Ο ρόλος που αποδίδεται στα εγχειρίδια και η ιδεολογική τους λειτουργία οδηγεί τις εκάστοτε κυβερνήσεις να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα για τον τρόπο συγγραφής, έγκρισης και εισαγωγής τους στα σχολεία. Κάθε φορά που το περιεχόμενό τους εκσυγχρονίζεται ή γίνεται πιο φιλελεύθερο και προοδευτικό, οι συντηρητικές δυνάμεις το υποβάλλουν σε μαρτύρια και βασανιστήρια, γιατί θέλουν το βιβλίο υποταγμένο στην κυρίαρχη ιδεολογία και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των κυρίαρχων κοινωνικών δυνάμεων. Το σχολικό βιβλίο είναι το τελικό προϊόν μιας πολιτικής επιλογής, που απεικονίζεται στο εκάστοτε αναλυτικό πρόγραμμα. Το περιεχόμενό του δεν απεικονίζει αναγκαστικά την πολιτική, κοινωνική, οικονομική πραγματικότητα, αλλά προσπαθεί να τη διαμορφώσει, μέσα από τους νέους πολίτες που διαπλάθει. Αυτή η διαχρονική «Διάπλασις των παίδων» αποτελεί εργαλείο στα χέρια της εκάστοτε εξουσίας, που επιθυμεί να αναπαράγει τις κοινωνικές και οικονομικές δομές της χώρας και να εδραιώσει το δικό της μοντέλο διακυβέρνησης. Η δικτατορία της 21ης Απριλίου μάλιστα φρόντιζε να φαίνονται και τα σύμβολά της σε όλα τα σχολικά βιβλία. Αλλά τα φανερά σύμβολα είναι ασφαλώς λιγότερο αποτελεσματικά από τα ιδεολογήματα, που, άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο φανερά, είναι ενσωματωμένα στα σχολικά βιβλία. Έτσι το βιβλίο γίνεται όργανο ενός κυρίαρχου ιδεολογήματος και μέσο «μετακένωσης» της κυρίαρχης ιδεολογίας με ευρύτατο δίκτυο διανομής.

 

«Αλφαβητάριον», Ι. Κ. Γιαννέλη, Γ. Σακκά, εικονογράφηση Κώστα Π. Γραμματόπουλου, όγδοη έκδοση 1969, ΟΕΔΒ.

«Αλφαβητάριον», Ι. Κ. Γιαννέλη, Γ. Σακκά, εικονογράφηση Κώστα Π. Γραμματόπουλου, όγδοη έκδοση 1969, ΟΕΔΒ.

 

Το σχολείο σήμερα μοιάζει συχνά με χώρο καταναγκαστικού έργου, όπου λείπει η χαρά της μάθησης, της έρευνας, της ανακάλυψης και της δημιουργίας. Ο δάσκαλος περιορίζεται στο ρόλο του απλού διεκπεραιωτή εκπαιδευτικών εντολών και κατευθύνσεων και τρέχει να καλύψει την ύλη του ενός και μοναδικού βιβλίου, που σε πολλές περιπτώσεις δεν το θεωρεί ικανοποιητικό. Δεν έχει την ευχέρεια να χρησιμοποιήσει εναλλακτικό εκπαιδευτικό υλικό, μέσα και νέες τεχνολογίες, δεν έχει επαρκή παιδαγωγική και επιστημονική καθοδήγηση και επιμόρφωση και βιώνει ένα επαγγελματικό περιβάλλον γεμάτο άγχος και αίσθημα απαξίωσης. Στη σημερινή εποχή, που τα σύγχρονα παιδαγωγικά μοντέλα ευαγγελίζονται μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων του εκπαιδευτικού μέσα από πολλές και εναλλακτικές μεθόδους, τα βιβλία, ως εκφραστές ενός αυστηρά καθορισμένου αναλυτικού προγράμματος λειτουργούν περιοριστικά στην ελευθερία αυτή.

 

Τι κάνουν με τα βιβλία οι μαθητές στη διάρκεια της σχολικής χρονιάς;

 

Το υπερφορτωμένο πρόγραμμα και το εξαντλητικό ωράριο περιορίζουν το δημιουργικό και ελεύθερο χρόνο του μαθητή. Η τυπική διαδικασία «διδασκαλίας» και μελέτης του βιβλίου είναι η μηχανική απομνημόνευση και παθητική αποστήθιση, αποκομμένη από οποιαδήποτε άλλη αναλυτική και συνθετική δεξιότητα. Απουσιάζει η κριτική παρέμβαση και η διερευνητική στάση. Αν ξεφυλλίσουμε ένα σχολικό βιβλίο μαθητή στο τέλος της σχολικής χρονιάς, δε θα βρούμε κανένα κριτικό σχόλιο στα περιθώρια. Μόνο υπογραμμίσεις με «φωσφορίζοντα» μαρκαδόρο της «σημαντικής» γνώσης, ημερομηνίες των μαθημάτων, «αξιοποίηση καλλιτεχνικών» δεξιοτήτων των μαθητών στην εικονογράφηση ή στα περιθώριά του, s.o.s.., sosara, sosaci, σταυρούς (+), διαγραφές σελίδων ή παραγράφων και πολλές φορές εντελώς σκισμένες τις «εκτός ύλης» σελίδες. Και στο τέλος της σχολικής χρονιάς οι μαθητές ρίχνουν τα βιβλία στην πυρά!

Τα σχολικά βιβλία κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς χρησιμοποιούνται χωρίς πολλές δυνατότητες ή προϋποθέσεις κριτικής παρέμβασης, για να παραδοθούν από τους μαθητές αβασάνιστα στις «φλόγες της κάθαρσης». Γιατί οι μαθητές καίνε τα βιβλία στο τέλος της σχολικής χρονιάς; Είναι «έθιμο», εκδίκηση, αγανάκτηση, τα καίνε για πλάκα, από συνήθεια, είναι «άγραφος νόμος» ή μήπως τα έχουν «κάψει» νωρίτερα στη συνείδησή τους και η «κάθαρση στις φλόγες» είναι απλώς μια αντιαισθητική τελετουργική επισφράγιση; Ποιοι μαθητές καίνε τα βιβλία; Ποια βιβλία καίνε; Σε ποια σχολεία; Τι μπορούν να τα κάνουν, αν δεν τα κάψουν; Να τα ξαναδιαβάσουν; Να τα επιστρέψουν στο Υπουργείο μια και το κόστος είναι τεράστιο; Τι; Πολύπλοκο το ζήτημα, πολλά τα ερωτήματα.

Τις απαντήσεις, που δε δόθηκαν σε αυτά και παρόμοια ερωτήματα, φαίνεται ότι θα δώσει η τεχνολογία της εποχής μας. Σε παλαιότερες εποχές, που η μέθοδος της διάλεξης ήταν η πιο συνηθισμένη, τα βιβλία ήταν κατάλληλα να ανταποκριθούν στο ρόλο της άκριτης μάθησης. Πριν από εβδομήντα χρόνια το σχολικό βιβλίο ήταν στα χέρια του παιδιού κάτι πρωτόγνωρο, καθώς ελάχιστα ήταν τα βιβλία και οι πηγές γνώσης, που μπορούσε να πιάσει στα χέρια του. Τώρα το τάμπλετ και το έξυπνο κινητό με τις τεχνικές τους δυνατότητες δεν κάνουν το βιβλίο τόσο ελκυστικό στα μάτια των παιδιών. Έχουμε απομακρυνθεί από την εποχή, που το σχολικό βιβλίο αποτελούσε τη μοναδική πηγή πληροφόρησης των μαθητών. Η γενίκευση της χρήσης της τεχνολογίας και η χρήση του διαδικτύου αλλάζουν δραστικά το ρόλο του βιβλίου ως μοναδικής πηγής πληροφόρησης. Σήμερα, άλλωστε, τα σχολικά βιβλία είναι διαθέσιμα και σε ηλεκτρονική μορφή, σε ορισμένες περιπτώσεις εμπλουτισμένα και με επιπλέον ηλεκτρονικό υλικό, ενώ δεν είναι μακριά η εποχή που το βιβλίο θα συνοδεύεται ή θα είναι το ίδιο ένα πολυμέσο, όπου λόγος, εικόνα, ήχος, σύνδεσμοι προς εξωτερικές πηγές και διαδραστικές εφαρμογές θα εμπλουτίζουν το ρόλο του ως μαθησιακού εργαλείου. Σήμερα το κείμενο του βιβλίου οφείλει να είναι αφετηρία για τη γνώση και όχι η ίδια η γνώση για το μαθητή. Το βιβλίο οφείλει να απελευθερώνει τη σκέψη, και όχι να την περιορίζει.

Είναι ίσως καιρός να δυναμώσει η συζήτηση για την κατάργηση του μοναδικού διδακτικού εγχειριδίου και ο εκπαιδευτικός να έχει μεγαλύτερη ευελιξία να προσαρμόσει το μάθημά του στις ανάγκες της συγκεκριμένης τάξης. Το μοντέλο του αυστηρού κεντρικού ελέγχου των βιβλίων έχει δημιουργήσει ένα σύστημα «οργανωμένο» γύρω από το ίδιο το σχολικό βιβλίο, ένα σύστημα άγονο, καθώς τα σχολικά βοηθήματα που κυκλοφορούν είναι προσανατολισμένα στο ένα και μοναδικό βιβλίο. Μια τεράστια βιομηχανία έχει στηθεί με βάση το ένα και μοναδικό βιβλίο, ενώ οι ίδιοι άνθρωποι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη γνώση τους για εναλλακτικές προτάσεις στο ίδιο διδακτικό αντικείμενο. Η γνώση δεν έχει σύνορα και μπορεί να μεταδοθεί με πολλούς τρόπους. Τα βιβλία είναι, άλλωστε, εργαλεία για τη γνώση. Το ποια μορφή θα έχουν τα βιβλία λίγη σημασία έχει. Αν θα μοιάζουν με εκείνα τα κιτρινισμένα σχολικά βιβλία, που συνόδευσαν τα παιδικά μας χρόνια, ή αν θα τα ξεφυλλίζουμε σε μια ηλεκτρονική συσκευή. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι το βιβλίο με οποιαδήποτε μορφή πρέπει να είναι απλά το κλειδί για μια πόρτα στη γνώση. Αν πράγματι επιθυμούμε το σχολείο να είναι παράγοντας αλλαγής της κοινωνίας, ίσως είναι ακόμη μεγαλύτερη αναγκαιότητα να αποδεσμευτούμε πλέον από το ένα και μοναδικό διδακτικό βιβλίο και να δώσουμε περισσότερη ελευθερία στην εκπαιδευτική διαδικασία. Μόνο έτσι οι εκπαιδευτικοί, που επηρεάζουν και καθορίζουν τη ζωή των μαθητών τους, θα γίνουν πρότυπα μάθησης, παράδειγμα προς μίμηση, φορείς πολιτισμού και θετικών κοινωνικών σχέσεων.

Σε όλη την διάρκεια της ιστορίας οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν με φόβο, ανησυχία και αντίδραση ότι νέο έκανε την εμφάνισή του. Από το έντυπο εγχειρίδιο περάσαμε στο διαδίκτυο και την οθόνη του υπολογιστή. Η ανάπτυξη των ΤΠΕ και η ευρεία διάδοση των ηλεκτρονικών υπολογιστών και συσκευών μικροηλεκτρονικής (tablets, smartphones κ.τ.λ.) δίνουν την ευκαιρία στο ηλεκτρονικό βιβλίο να διεκδικεί μία σημαντική πλέον θέση στη ζωή μας. Η πρόσβαση του μαθητή και του εκπαιδευτικού σε πολλαπλές πηγές μάθησης μπορούν να καταστήσουν το ηλεκτρονικό βιβλίο ποιοτικό εργαλείο για την άντληση πληροφοριών, την κατάκτηση και τη σύνθεση της νέας γνώσης. Σε πρώτη φάση το «ηλεκτρονικό βιβλίο» θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί υποστηρικτικά και παράλληλα με το παραδοσιακό έντυπο βιβλίο τόσο στη σχολική τάξη όσο και στο σπίτι και να δώσει μεγαλύτερη αξία στο παραδοσιακό βιβλίο ενσωματώνοντας διαδραστικά πολυμέσα.

Ανάμεσα στα θετικά αποτελέσματα που έχουν καταγραφεί για τη χρήση του ηλεκτρονικού βιβλίου έως σήμερα αναφέρονται η βελτίωση της επίδοσης και η τόνωση του ενδιαφέροντος των μαθητών για συμμετοχή σε ομαδικές δράσεις με διαδραστική λειτουργία. Συγκριτικό πλεονέκτημα για το ηλεκτρονικό βιβλίο συνιστά επίσης η ευελιξία και η προσαρμοστικότητά του σε ποικίλες μαθησιακές ανάγκες, καθώς κάθε μαθητής έχει πρόσβαση σε αυτό ανεξάρτητα από το κοινωνικό και πολιτισμικό του περιβάλλον, από τις εμπειρίες του, τα ενδιαφέροντά του, τις δυνατότητες ή τις αδυναμίες του. Ειδικότερα για τους μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες η δυνατότητα ακρόασης κειμένου θα επιδράσει θετικά στην κατάκτηση της γνώσης. Το παραδοσιακό βιβλίο μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα σε δυσλεξικούς μαθητές και σε μαθητές με προβλήματα όρασης, ενώ το ηλεκτρονικό βιβλίο καθιστά την πληροφορία ευκολότερα προσβάσιμη στους μαθητές με αναπηρίες.  Είναι απαραίτητο σήμερα να εκμεταλλευτούμε κάθε τρόπο και να αξιοποιούμε κάθε μέσον, για να προάγουμε την κριτική και δημιουργική σκέψη και να ενισχύουμε τις κοινωνικές και πολιτισμικές δεξιότητες, που θα καταστήσουν τους μαθητές ενεργούς πολίτες στην κοινωνία της διά βίου μάθησης.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Βεντούρα Λίνα, Η νομοθεσία περί διδακτικών βιβλίων. Μία εστία συγκρούσεων Εκπαιδευτικού Δημοτικισμού και αντιμεταρρυθμιστών (1907-1937), Μνήμων 14, 1992.
  • Γληνός Δ., Ένας άταφος νεκρός. Μελέτες για το εκπαιδευτικό μας σύστημα, Αθήνα 1925.
  • Δημαρά, Α., Η Μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ. Α και Β, Α’ ανατύπωση, Εκδο­τική Ερμής, Αθήνα (1983).
  • Flaceliere Robert, «Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων». Παπαδήμας 1985.
  • Κανταρτζή Ευαγγελία, Ένα Ταξίδι στην Ιστορία: Τρεις Αιώνες Σχολικά Βιβλία, www. ekedisy.gr
  • Κανταρτζή Ευαγγελία, Μια Σύντομη Ιστορία των Σχολικών μας Βιβλίων, www. ekedisy.gr
  • Κάτσικας Χρ. – Θεριανός Κων., Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης, Σαββάλας, 2004.
  • Marrou Henri, «Ιστορία της εκπαίδευσης κατά την αρχαιότητα», εκδ. Δαίδαλος Ι. Ζαχαρόπουλος, 2009.
  • Μπουζάκη Σήφη, Εκπαιδευτικές Μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα (1974 – 2000) σε Ευρωπαϊκό Πλαίσιο. Συγκλίσεις, Αποκλίσεις, προοπτικές, Gutenberg, 2002.
  • Ράνσιμαν Στήβεν, Βυζαντινός Πολιτισμός, εκδ. Ερμείας, 1978.
  • Τζουμελέας Σ.Γ. – Παναγόπουλος Π.Δ., Η εκπαίδευση μας στα τελευταία εκατό χρόνια. Αθήνα 1933.
  • Τσουκαλάς Κ., Εξάρτηση και Αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922). Εκδ. θεμέλιο, Αθήνα.

 

Αλέξης Τότσικας

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ησαΐας Άγγ. Ιωάννης


                                                                                                                              

Ιωάννης Ησαΐας

Ιωάννης Ησαΐας

Ο Γιάννης Ησαΐας γεννήθηκε στην Ερμιόνη Αργολίδας. Αρχικά φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο Ερμιόνης και στο εξατάξιο Γυμνάσιο Κρανιδίου. Στη συνέχεια σπούδασε στο Πανεπιστήμιο και στα τέλη του 1974 περάτωσε τις σπουδές του στο τμήμα Μεσαιωνικών-Νεοελληνικών και Ιστορικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ενώ από τον Οκτώβριο του1977 διορίστηκε ως φιλόλογος Καθηγητής σε σχολεία της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Κατά την περίοδο της φοίτησής του στο Πανεπιστήμιο και κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας στον Έβρο (Αλεξανδρούπολη) και μετέπειτα εργάστηκε εθελοντικά ως στέλεχος των μαθητικών κατασκηνώσεων των Ι. Μητροπόλεων Ύδρας, Σπετσών, Αιγίνης, Ερμιονίδας και Αλεξανδρουπόλεως. Κατά το χρονικό διάστημα της εκπαιδευτικής του δραστηριότητας ανέλαβε καίριες θέσεις στα σχολεία και στο Γραφείο Β/θμιας Εκπαίδευσης, που υπηρέτησε. Διετέλεσε Υποδιευθυντής και αναπληρωματικός Διευθυντής στο Λύκειο Ύδρας, Προϊστάμενος Γραμματείας στο 3ο Γραφείο Β/θμιας Εκπαίδευσης Πειραιά (1982-83) και Υποδιευθυντής στο 30ό Γενικό Λύκειο Αθηνών από το 1995 μέχρι το 2007, έτος που διορίστηκε (ύστερα από επιλογή του αρμόδιου διοικητικού οργάνου – ΠΥΣΔΕ) Διευθυντής στο ίδιο Λύκειο στο οποίου υπηρέτησε συνολικά 28 συναπτά έτη, ως καθηγητής, Υποδιευθυντής και Διευθυντής. Το θέρος του 2011 επανεξελέγη Διευθυντής Λυκείου στο 67ο Γενικό Λύκειο Αθηνών (Α΄ Διεύθυνση Δ.Ε.) και συνταξιοδοτήθηκε την 1η Ιουλίου 2013, ύστερα από 36 έτη ευδοκίμου υπηρεσίας.

Κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής του σταδιοδρομίας φοίτησε στη ΣΕΛΜΕ Αθηνών (Σχολή Επιμόρφωσης Καθηγητών) κατά το σχολικό έτος 1989-90, παρακολούθησε το πρόγραμμα κατάρτισης στελεχών – εκπαιδευτικών στα θέματα διαφυλικών σχέσεων και τον Ιούνιο του 1993 ήταν μέλος της ΚΕΓΕ (Κεντρικής Επιτροπής Γενικών Εξετάσεων) του ΥΠΕΠΘ, που συντάσσει τα θέματα των Πανελλαδικών Εξετάσεων. Επιπλέον παρακολούθησε κατά διαστήματα πλήθος σεμιναρίων, που σχετίζονται με την εκπαιδευτική δραστηριότητα και διδασκαλία, ενώ τον Ιούνιο του 1998 συμμετείχε ως εισηγητής ιστορικού θέματος στο Α΄ Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας – Αρχαιολογίας του Αργοσαρωνικού στον Πόρο.

Αργότερα ως Υποδιευθυντής και Διευθυντής Λυκείου, συμμετείχε άλλες έξι φορές ως έκτακτο μέλος της Κεντρικής Επιτροπής Πανελλαδικών Εξετάσεων του Υπουργείου Παιδείας σε μαθήματα της ειδικότητάς του, για την επιλογή και σύνταξη των θεμάτων των υποψηφίων για τα ΑΕΙ και ΤΕΙ. Από το έτος 1984 μέχρι την συνταξιοδότησή του εργάστηκε ευσυνείδητα ως βαθμολογητής και αναβαθμολογητής των Γενικών και Πανελλαδικών Εξετάσεων, των μαθητών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ενώ ορισμένες φορές είχε επιλεγεί ως μέλος και Συντονιστής Επιτροπών Βαθμολογικών Κέντρων των Πανελλαδικών Εξετάσεων στην Άνω Κυψέλη Αθηνών, στο κτίριο της πρώην Σ.Ε.Λ.Μ.Ε. Αθηνών και στο Γαλάτσι.

Ο Γιάννης Ησαΐας είναι μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» και της Εταιρείας Ελλήνων φιλολόγων, ενώ είναι εγγεγραμμένος και σε τοπικούς συλλόγους ορισμένων επαρχιών (Ερμιόνης και Φιλωτίου Νάξου), που εδρεύουν στην Αττική. Τον Νοέμβριο του 2013 εξελέγη μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου (Γεν. Γραμματέας) του Ερμιονικού Συνδέσμου, που έχει την έδρα του στο «κλεινόν άστυ».

Επιπλέον ενδιαφέρεται και μελετά την τοπική ιστορία της Ερμιονίδας στην Αργολίδα, της Ύδρας, των Σπετσών, της Αίγινας της Τροιζηνίας και της Νάξου, επισκέπτεται συχνά τις σημαντικότερες βιβλιοθήκες των Αθηνών, τα διάφορα Ιστορικά Αρχεία της Αττικής και της Νάξου, συγγράφοντας παράλληλα διάφορα βιβλία, τα οποία προσφέρει μέχρι σήμερα «ως δωρεά» σε αυτοδιοικητικούς   και άλλους κοινωνικούς, πολιτιστικούς και εκκλησιαστικούς φορείς.

Μέσα στα πλαίσια των ενασχολήσεών του για τη συγγραφή βιβλίων, μελετά ιστορικά, λαογραφικά, αρχαιοελληνικά, πολιτιστικά και κοινωνικά θέματα. Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε τοπικές εφημερίδες και περιοδικά τοπικών συλλόγων (όπως ,στο περιοδικό ΑΡΓΟΚΟΙΛΙΩΤΙΣΣΑ της Νάξου, στα «Ναξιακά Γράμματα» της ομώνυμης [μη κερδοσκοπικής] εταιρείας και στο περιοδικό «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα» κ.ά). Μερικές φορές και περιστασιακά παρουσιάζει διαλέξεις με θέματα ιστορικά και επίκαιρα, στα πλαίσια προγραμματισμού πολιτιστικών εκδηλώσεων σωματείων και συλλόγων.

Το 1996 εκδόθηκε από τον Δήμο Ερμιόνης το πρώτο βιβλίο του, με τίτλο «Οδοιπορικό στην Ιστορία και Χωρογραφία του Δήμου Ερμιόνης». Το ιστορικό αυτό πόνημα παρουσιάστηκε πανηγυρικά στο κεντρικό ξενοδοχείο των Αθηνών πρώην Meridien, σήμερα Plazza Hotel, με την ευγενική χορηγία του κ. Βαρδή και της κ. Μαριάννας Βαρδινογιάννη.   Επακολούθησε και δεύτερη παρουσίαση τον Δεκέμβριο του 1996 στην αίθουσα του «Καποδιστριακού» στην Ερμιόνη με την επιμέλεια του Δήμου Ερμιόνης και του Δημάρχου κ. Ανάργυρου Λεμπέση.

Το 2005 τυπώθηκε με δαπάνες του ίδιου Δήμου το νέο ιστορικό βιβλίο με τον τίτλο «Ιστορικές Σελίδες του Δήμου Ερμιόνης και των Δημοτικών Διαμερισμάτων Ηλιοκάστρου και Θερμησίας». Το προαναφερόμενο συγγραφικό έργο παρουσιάστηκε σε περικαλλή αίθουσα του Ελληνογαλλικού Σχολείου SAINT PAUL στον Πειραιά. Στο τέλος της εκδήλωσης ο Δήμαρχος Ερμιόνης Ανάργυρος Λεμπέσης προσέφερε στο συγγραφέα το συμβολικό αναμνηστικό έγχρωμο χαρτογράφημα μιας αρχαίας τριήρους του τοπικού Δήμου, με μια επαινετική και εμπνευσμένη γραπτή αφιέρωση, ως ένδειξη τιμής και επιβράβευσης στον Γιάννη Ησαΐα για το επιτυχές και εξαίρετο συγγραφικό έργο.

Στις 18 Νοεμβρίου 2010, σε αίθουσα του 30ου ΓΕ.Λ. Αθηνών, όπου διακονούσε ως Διευθυντής ,παρουσιάστηκε σε πολυπληθές ακροατήριο το βιβλίο του, «Η νομισματοκοπία της αρχαίας Ερμιόνης», βιβλίο Α΄ (έκδοση του Δήμου Ερμιόνης). Στο πέρας της προαναφερόμενης   μεσημβρινής εκδήλωσης για το βιβλίο παρατέθηκε τιμητικά μικρή δεξίωση   από τη Σχολική Επιτροπή του Σχολικού Συγκροτήματος Βελβενδού 47-Άνω Κυψέλης.

Το έτος 2011 συνέταξε το ιστορικό κείμενο του εκκλησιαστικού Ημερολογίου 2011 της Ι. Μητροπόλεως Παροναξίας, με τίτλο «Το βυζαντινό μνημείο Παναγίας Δροσιανής Νάξου» (τέλη 6ου με αρχές 7ου αιώνα), που αποτελεί συνοπτικότατη απόδοση, του μετέπειτα «εκδοθέντος» ιστορικού πονήματος «Το βυζαντινό μνημείο της Παναγίας Δροσιανής στη Μονή της Νάξου». (Η προαναφερόμενη έκδοση ανήκει στην Ι. Μητρόπολη Παροναξίας).

Στις 6 Αυγούστου 2012 έγινε παρουσίαση του   βιβλίου,   «Το Φιλώτι και το ιστορικό εκκλησιαστικό μνημείο της Παναγίας της Φιλωτίτισσας», στην πλατεία του «Λαχαναριού» στο Φιλώτι Νάξου, ενώπιον των τοπικών εκκλησιαστικών και πολιτικών αρχών και πλήθος κόσμου. Το ανωτέρω βιβλίο εκδόθηκε με δαπάνες του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Ενοριακού Ναού Παναγίας της Φιλωτίτισσας Νάξου. Την εκδήλωση έκλεισε με επαινετικά και εμπνευσμένα λόγια ο Μητροπολίτης Παροναξίας κ. Καλλίνικος, που τίμησε τον συγγραφέα με μικρόσχημη     αργυρή εικόνα της Παναγίας σε μορφή εγκολπίου, στηριγμένη σε πλακέτα με βελούδινο φόντο .

Στις 8 Νοεμβρίου 2013 (ημέρα πανηγύρεως «Των Παμμεγίστων Ταξιαρχών» πολιούχων της Ερμιόνης) έγινε η εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου, «Τα νομίσματα της αρχαίας Ερμιόνης και της αρχαίας πόλης των Αλιέων» Βιβλίο Β΄ (έκδοση του «διευρυμένου» Δήμου Ερμιονίδας) στο Πνευματικό Κέντρο «Σχολείο Συγγρού» Ερμιόνης, με την παρουσία των τοπικών παραγόντων, πλήθος κόσμου και του Δημάρχου Ερμιονίδας κ. Καμιζή Δημήτρη.

Την επόμενη ημέρα 9 Νοεμβρίου 2013 σε αίθουσα του νέου Λυκείου Κρανιδίου, πλησίον του χώρου των ανεμόμυλων, παρουσιάστηκε στο ακροατήριο το βιβλίο του, «Η Ιστορία του Κρανιδίου και των Κοινοτήτων Πορτοχελίου, Διδύμων, Φούρνων και Κοιλάδας», (636 σελίδων) έκδοση του Δήμου Ερμιονίδας,   με την παρουσία του Δημάρχου Ερμιονίδας κ. Καμιζή Δημήτρη, των τοπικών πολιτικών αρχών και παραγόντων και πλήθος κόσμου.

Επιπλέον στα τέλη του 2013 εκτυπώθηκε και κυκλοφορήθηκε το νέο πόνημα, «Το βυζαντινό μνημείο της Παναγίας Δροσιανής στη Μονή της Νάξου», από το Δήμο Νάξου και Μικρών Κυκλάδων, ΝΟ.Π.Π.Α.Π.Π.Π.Α. και έγινε παρουσίαση αυτού στις 15 Σεπτεμβρίου 2014 στην αίθουσα του Μουσείου «ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ» (παλιά Γραφεία ΝΟ.Π.Π.Α.Π.Π.Π.Α) στη Χώρα Νάξου, με την παρουσία του Μητροπολίτη Παροναξίας κ.κ. Καλλινίκου, του Δημάρχου Νάξου και Μικρών Κυκλάδων κ. Μανόλη Μαργαρίτη και άλλων παραγόντων του νησιού.

Ο συγγραφέας είναι παντρεμένος με τη Ναξιώτισσα (από το Φιλώτι) Κατερίνα Μυκωνιάτου και είναι πολύτεκνος με τέσσερα παιδιά.

 

Κατάλογος Συγγραφικού Έργου Ιωάννη Ησαΐα


  • Οδοιπορικό στην ιστορία και χωρογραφία του Δήμου Ερμιόνης, 1996.
  • Ιστορία της Επισκοπής Δαμαλών (Τροιζήνος) και Πεδιάδος, 1998. Ανάτυπο από τον Γ’ τόμο ΑΡΓΟΣΑΡΩΝΙΚΟΣ, Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου   Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αργοσαρωνικού, Πόρος, 26-29 Ιουνίου 1998.
  • Ιστορικές σελίδες του Δήμου Ερμιόνης και των Δημοτικών Διαμερισμάτων Ηλιοκάστρου και Θερμησίας, 2005.
  • Η νομισματοκοπία της αρχαίας Ερμιόνης. Ιστορική και ερμηνευτική προσέγγιση, βιβλίο Α’, 2010.
  • Το ιστορικό κείμενο του εκκλησιαστικού Ημερολογίου (αφιερωμένο σε παλαιοχριστιανικό – εκκλησιαστικό μνημείο της Νάξου, τέλη 6ου με αρχές 7ου αιώνα) για το ημερολογιακό έτος 2011 της Ι. Μητροπόλεως Παροναξίας.
  • Το Φιλώτι και το εκκλησιαστικό μνημείο της Παναγίας της Παναγίας της Φιλωτίτισσας, 2012.
  • Εκκλησιαστικά δρώμενα στη Νάξο από το 1836-1843 (μέσα από τις αρχειακές πηγές). Ανάτυπο από τον τιμητικό τόμο Νικηφόρος Μανδηλαράς…μνήμης ένεκεν, 2013.
  • Τα νομίσματα της αρχαίας Ερμιόνης και της πόλης των Αλιέων, Βιβλίο Β’, 2013).
  • Η ιστορία του Κρανιδίου και των κοινοτήτων Πορτοχελίου, Διδύμων, Φούρνων , Κοιλάδας, 2013.
  • Το βυζαντινό μνημείο της Παναγίας Δροσιανής στη Μονή της Νάξου, 2013.
  • Το τοπωνύμιο   Ερμιών ή Ερμιόνη στην ομώνυμη   κωμόπολη της Ερμιονίδας. Μυθολογική και επιστημονική προσέγγιση.   Άρθρο επιστημονικό, δημοσιευμένο στο περιοδικό  «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 17, Οκτώβριος, 2015.

 

Ιωάννης Σιδερής

Εκπαιδευτικός

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »