Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘alphaline’

Κολοκοτρώνης Κολίνος – Κωνσταντίνος (1810-1848)


 

Το 1810, στη Ζάκυνθο όπου ζούσαν, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και η γυναίκα του Αικατερίνη Καρούσου, αποκτούν το τρίτο τους παιδί, τον Κωνσταντίνο. Ήταν η δύσκολη εποχή που οι σκληροί διωγμοί των Τούρκων  ανάγκασαν τον Γέρο του Μοριά να μεταφέρει την οικογένειά του στην Ζάκυνθο. Εδώ, ο Κωνσταντίνος μαθαίνει τα πρώτα γράμματα από την φιλόξενη οικογένεια Ρώμα που φροντίζει και υποστηρίζει όλες εκείνες τις οικογένειες των αγωνιστών που καταδιωγμένοι ζητούν άσυλο και προστασία στα Επτάνησα.

Την προσωνυμία Κολίνος, του την κληροδότησαν κάποιοι αριστοκρατικοί κύκλοι του νησιού που συνήθως μιλούσαν Ιταλικά. Προφανώς, προέρχεται από την συγκοπή της γνωστής λέξης πικολίνο. ( Μικρό).

Ο Κολίνος είναι προκομμένο και ευγενικό παιδί. Ανατρέφεται και μορφώνεται από τους προστάτες του με ιδιαίτερη επιμέλεια και φροντίδα. Το 1823 όμως αφήνει την Ζάκυνθο και ακολουθεί την οικογένειά του στην Πελοπόννησο.

Όταν το 1824 δολοφονείται  ο μεγάλος αδελφός του Πάνος,* μετά από εντολή του Πατέρα του, αναλαμβάνει την αρχηγία του στρατιωτικού σώματος, που διοικούσε μέχρι τότε ο Πάνος. Ήταν μόλις δεκατεσσάρων ετών.  Το 1825, όταν ο εχθρός καίει την Πελοπόννησο, ο Κολίνος διακρίνεται για τις αρετές και τις ικανότητές του, ως Φρούραρχος της Τριπολιτσάς. Μετά την άλωση κι ενώ η οικογένεια του Κολοκοτρώνη αποτραβιέται στα ορεινότερα του Μοριά, ο Κολίνος κατατάσσεται ως εθελοντής στο στρατό του Φαβιέρου και σε λίγο,  προάγεται σε αξιωματικό του ιππικού.

Το 1826 πηγαίνει στην Κέρκυρα, όπου για τρία χρόνια αφιερώνεται στη μελέτη της Ελληνικής, Ιταλικής και Γαλλικής γραμματολογίας. Μετά ταξιδεύει στο Παρίσι και σπουδάζει  νομικά, για τέσσερα χρόνια ενώ παράλληλα είναι και υπασπιστής το βασιλιά Λουδοβίκου Φίλιππου.

Το  1836 ξαναγυρίζει στο Μοριά. Το  1836 διορίζεται ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών. Το  1838 Γραμματέας του Συμβουλίου Επικρατείας. Το  1839 εκλέγεται Πρόεδρος του επαρχιακού συμβουλίου της Γορτυνίας.

Το 1843 παντρεύεται την Ραλλού Καρατζά, εγγονή από την Μητέρα της, του  Υψηλάντη και αποκτά 4 παιδιά. Τρία κορίτσια κι ένα αγόρι. Την ίδια χρονιά εκλέγεται πληρεξούσιος Γορτυνίας και τον άλλο χρόνο βουλευτής, όπου ψηφίζεται αντιπρόεδρος της Βουλής. Το 1847 διορίζεται Υπουργός Δικαιοσύνης, ενώ εξακολουθεί να εκλέγεται βουλευτής. Το 1848 διορίζεται Υπουργός επί του Βασιλικού Οίκου και των Εξωτερικών.

Στις 31 Δεκεμβρίου 1848, σε ηλικία 38 μόλις ετών, απεβίωσε.

  

Υποσημείωση


 * Δολοφονήθηκε στις 21 Νοεμβρίου του 1824 στο χωριό Θάνα της Τρίπολης από τους κυβερνητικούς και το κρανίο του φυλάσσεται στο Εθνολογικό Μουσείο. Ήταν παντρεμένος με την κόρη της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας.

 

Πηγή

  •    Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

 

Διαβάστε επίσης:

Read Full Post »

Καββαθάς Βασίλης

 

 

 


 

Ένας «δραματικά ερασιτέχνης», Δημοσιογράφος – φωτογράφος – συγγραφέας – ζωγράφος, Επιδαύριος

 

Καββαθάς ΒασίληςΓεννήθηκε στην Αρχαία Επίδαυρο, («εκεί είδεν το πρώτον φως του ήλιου»!) όπου έμαθε και τα «πρώτα»  γράμματα, με δάσκαλο τον πατέρα του Αθανάσιο Καββαθά. Εκείνος, ως ερασιτέχνης ζωγράφος, τον «εξοικείωσε» και με την ζωγραφική, (με την οποία κατεγίνετο «από τ’ άγρια χαράματα»,) και με την γλυπτική. Με την ιδιότητα του «άτυπου εφόρου αρχαιοτήτων»  είχε την εποπτεία του ευρύτερου αρχαιολογικού χώρου της Παλιάς Επιδαύρου, όπου σε κάθε σπιθαμή γης υπήρχε κι ένα αρχαίο κατάλοιπο, ένα κτέρισμα («πρόβαλε ένα χέρι μαρμάρινο»)… Τ’ αγάλματα που ανακαλύπτονταν τότε το ένα μετά το άλλο (συμπεριλαμβανομένου κι εκείνου που έβγαλε στην επιφάνεια  ο μαθητευομένος ! )* με την δική τους πλέον φροντίδα – πατέρα και γιού – μεταφέρονταν στην αυλή του δημοτικού σχολείου.

Στην «αγκαλιά» τους αναπαύθηκε και ονειρεύτηκε ο «περι ου ο λόγος» υιός, (ο οποίος ειρήσθω ένα παρόδω «υποφέρει από μια ψύξη στα πλευρά – κατάλοιπο της επαφής του με το μάρμαρο»!). Πέραν αυτών, στο «Λογείο» αλλά κυρίως στα άβολα σκαλιά του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου, «εκεί στο κοίλον, μια κουκίδα κι εγώ…» (όπου ανελλιπώς παρακολουθεί τα δρώμενα από το 1954, πενήντα δύο συναπτά έτη, δηλαδή!) έμαθε τα «δεύτερα» γράμματα, ως μαθητής του Αισχύλου, του Ευριπίδη, του Σοφοκλή, του Αριστοφάνη…

Αυτή είναι ουσιαστικά η Παιδεία του, και ο τίτλος σπουδών του- αν υποτεθεί ότι υπάρχει τέτοιος- αυτήν την ένδειξη φέρει «μισό αιώνα συνεπής θεατής του θεάτρου της Επιδαύρου!» αυτή- η Παιδεία – είναι η βάση των πολλαπλών ενασχολήσεων του, με την Δημοσιογραφία, και την φωτογραφία**, επί τρεις δεκαετίες και πλέον σε εφημερίδες και περιοδικά, ραδιόφωνα και τηλεοράσεις, με την συγγραφή 25 βιβλίων, πολλά εκ των οποίων έγιναν «μπέστ-σέλλερ», και την ζωγραφική – έχει επιλεκτικά εκθέσει έργα του στις γκαλερί «Επίπεδα», «Ιανός» και «Μιχαλαριάς ΑΡΤ»… (Πίνακες του βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές).

Οι συνάδελφοί του, δημοσιογράφοι και συγγραφείς, έχουν αποφανθεί κατά καιρούς για τις δημοσιογραφικές και λογοτεχνικές του επιδόσεις, και, εν ολίγοις, οι πρώτοι διατείνονται ότι «είναι πολύ καλός φωτογράφος» και οι δεύτεροι «εξαιρετικός ζωγράφος»! Ο ίδιος θεωρεί εαυτόν «δραματικά ερασιτέχνη» σε ότι κάνει-κάνοντας χρήση της γνωστής ρήσης του Γ.Σεφέρη «οι Έλληνες είναι δραματικά ερασιτέχνες…»

Όπως και νά΄χουν τα πράγματα η περίπτωση του Βασίλη Καββαθά είναι μια  περίπτωση για επανεξέταση. Δεδομένου ότι εν Ελλάδι «ελαφρά τη καρδία κρίνεται» κι αυτός, και με μόνο στοιχείο την εντύπωση που προκαλεί ( θετική η αρνητική) «άμα τη εμφανίσει» στο γυαλί … Λαμβανομένου υπ’ όψη του γεγονότος ότι θεωρεί … «την δημοσιογραφία και, εξ αυτής, διασημότητα «πνευματική διαταραχή»- εκδηλούμενες εις την πρωτεύουσα-και την ζωγραφική «θεραπευτική αγωγή…» εις το Αβατον της Επιδαύρου.

Δεν δήλωσε ποτέ ποιητής ή ζωγράφος. Δεν άντεχε την «ελληνική χλεύη»…

 

Υποσημειώσεις

 

 

 


* Ενα απόβροχο είχε ξεμυτίσει από την γη ένα χέρι σπασμένο, το οποίο λες και μου έγνεφε να πλησιάσω… Ηταν το άγαλμα που σας έλεγα… Αργότερα με ένα Γερμανό ερευνητή – επιγραφολόγο εντοπίσαμε το Μικρό Θεάτρο της Επιδαύρου, στο οποίο σήμερα δίδονται οι μουσικές παραστάσεις… Τότε έκανα και την πρώτη παρουσίασή του στον «Ταχυδρόμο»… (απόσπασμα από το βιογραφικό του)

** Τα φωτογραφικά του ντοκουμέντα από την Αιθιοπία (με προλογικά κείμενα του Γιάννη Ρίτσου  του Αντώνη Σαμαράκη και του ιδίου) έγιναν λεύκωμα και εκδόθηκαν από τις εκδόσεις ΑΛΚΥΟΝ-ΜΠΕΛΛ και ταυτόχρονα εξετέθησαν στην Εθνική Πινακοθήκη και στο Φωτογραφικό Κέντρο Αθηνών το 1985.

 

Εργογραφία

 

 

 


 

Παιδικό

Ο νάνος και ο γλάρος. Αθήνα, Γνώση, [χ.η].

Ποίηση

Η άλλη Ελένη. Αθήνα, Αλκυών, [χ.η].

Όλη νύχτα. Αθήνα, Καστανιώτη, 1995. Σελ.: 61.

Πεζά

50+1 γράμματα από έναν αυτόχειρα. Αθήνα, Γνώση, [χ.η].

Το επόμενο πραξικόπημα. Αθήνα, Στρατηγικές Εκδόσεις, 1987. Σελ.: 348.

Ο Θεός κι η ψυχή μας. Αθήνα, Καστανιώτη, 1994. Σελ.: 182.

Το δεύτερο φουστάνι. Αθήνα, Καστανιώτη, 2000. Σελ.: 210.

Θεατρικά

Αλφαβητάριο. Αθήνα, Καστανιώτη, 1993. Σελ.: 245.

Μυθιστορήματα

Ο πειρατής με τη μερσεντέ. Αθήνα, Καστανιώτη, 1994. Σελ.: 262.

Ο ιός του Θεού. Αθήνα, Καστανιώτη, 1995. Σελ.: 235.

Το πακέτο. Το μερτικό των αγγέλων. Αθήνα, Καστανιώτη, 1997. Σελ.: 295.

Ωραίο το φουστάνι σου, Γιώργο μου. Αθήνα, Καστανιώτη, 2000. Σελ.: 347.

Βιογραφίες

Το άλογο και το παράλογο 1. Αθήνα, Στάχυ, 2001. Σελ: 230.

Το άλογο και το παράλογο 2. Αθήνα, Στάχυ, 2001. Σελ: 347.

Το άλογο και το παράλογο 3. Αθήνα, Στάχυ, 2001. Σελ; 110.

Μελέτες

Οι τοιχογραφίες της Επιδαύρου. Αθήνα, Κάκτος, 2003.

Who is who, ποιος είναι ποια. Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 2005. Σελ.: 302.

Άλλες Εκδόσεις

Επιμέλεια

Το ημερολόγιο μιας θεατρίνας. Αθήνα, Καστανιώτης, 1991, σελ. 166.

Εν λευκώματι. Αθήνα, Καστανιώτης, 1998, σελ. 156.

Συλλογικό έργο

Περί σχεδίου ο λόγος. Συλλογικό έργο. Αθήνα, Κάκτος, 2006. Σελ.: 167.

Θέα Επιδαύρου, Βιβλιοθήκη – Πινακοθήκη, Φύλλα τέχνης 1, Εκδόσεις Πάραλος, 2009. 

 

Πηγές

 

  

 


 

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος  Χρυσόστομος Α΄(Ταβλαδωράκης 1909- 1977)

 


 

Μητροπολίτης Αργολίδος  Χρυσόστομος Α΄

Μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Α΄

Ο Μακαριστός Χρυσόστομος Α΄ γεννήθηκε στον Πειραιά το 1909. Το όνομά του, κατά κόσμον, ήταν Εμμανουήλ Ταβλαδωράκης.  Το 1935 έλαβε το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής Αθηνών και χειροτονηθείς, διετέλεσε Ιεροκήρυκας  της Ιεράς Μητροπόλεως Φιλίππων, Γραμματέας του Επισκοπικού Δικαστηρίου της Αρχιεπισκοπής Αθηνών και Προϊστάμενος του Ιερού Ναού Αγίου Κωνσταντίνου Ομονοίας Αθηνών. Εκλεγείς ως Μητροπολίτης Αργολίδος το 1945, επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στην πνευματική ανύψωση του λαού της Μητρόπολης του, την ανέγερση Ιερών Ναών και την ανακαίνιση Ιερών Μονών. Ιδιαίτερα διέπρεψε ως κήρυκας του Θείου Λόγου αφού διέθετε καταπληκτική και σπάνια ρητορική δεινότητα.

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος  Χρυσόστομος Α΄ με τον τότε Αρχιμανδρίτη  Χρυσοστόμο Δεληγιαννόπουλο στην Πλατεία Αγίου Πέτρου το 1964.

Ο Μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Α΄ με τον τότε Αρχιμανδρίτη Χρυσοστόμο Δεληγιαννόπουλο στην Πλατεία Αγίου Πέτρου το 1964.

Διετέλεσε κατ’ επανάληψιν μέλος της Ιεράς Συνόδου και εκπροσώπησε την Εκκλησία της Ελλάδος στην Ρωσία κατά τους εορτασμούς της συμπλήρωσης 50 χρόνων από της ανάδειξης του Πατριάρχη Ρωσίας Αλεξίου. Αγωνίστηκε πολύ για την έναντι των ετεροδόξων διαφύλαξη της Ορθόδοξης πίστης, κατά τις διάφορες κινήσεις προσέγγισης των άλλων ομολογιών προς την Ορθόδοξη Εκκλησία. Επίσης συνέγραψε και ορισμένες θεολογικού και εποικοδομητικού χαρακτήρα μελέτες. Με την από 16η  Νοεμβρίου 1965 απόφαση της Ι. Συνόδου της Ιεραρχίας μετατέθηκε στην νεοσύστατη Ιερά Μητρόπολη Πειραιά*. Στις 6 Αυγούστου του 1977 τελεύτησε τον βίο του, αφού ποίμανε ως καλός ποιμένας  επί μία 12ετία το χριστεπώνυμο πλήρωμα της Εκκλησίας του Πειραιά.

  

Υποσημείωση

 


  

* Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς. Από την ίδρυση της Εκκλησίας της Ελλάδας, το 1833, ο Πειραιάς και οι μεταγενέστεροι Δήμοι Νέου Φαλήρου, Δραπετσώνας, Ρέντη, Νίκαιας, Κορυδαλλού, Κερατσινίου και Περάματος, ανήκουν στην δικαιοδοσία της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.

Το 1917 ιδρύεται από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο Α΄ Αρχιεπισκοπικό Γραφείο στον Πειραιά, για την καλύτερη ποιμαντική εξυπηρέτηση των χριστιανών της περιοχής. Από το 1926, τον εκάστοτε Αρχιεπίσκοπο εκπροσωπεί στον Πειραιά Βοηθός Επίσκοπος.

Τον Ιανουάριο του 1962 ιδρύεται η Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς, με τον νόμο 3952/1959 και το Β. Διάταγμα της 16/17 Δεκεμβρίου 1959. Τον Νοέμβριο του 1965 εκλέγεται ο πρώτος Μητροπολίτης Πειραιώς, Χρυσόστομος Α΄( Ταβλαδωράκης) ο οποίος μετατέθηκε από την Μητρόπολη Αργολίδας, κάνοντας για πρώτη φορά χρήση του νόμου “ Περί μεταθετού”.

Στις 12 Ιανουαρίου του 1978 η Ιερά Σύνοδος σε έκτακτη συνεδρίασή της, εκλέγει τον Μητροπολίτη Ρωγών Καλλίνικο, ως νέο Μητροπολίτη Πειραιώς, ο οποίος και ενθρονίζεται στις 5 Φεβρουαρίου, στον Ιερό Ναό της Αγίας τριάδας, στον Πειραιά. Την Τρίτη 7 Φεβρουαρίου του 2006 η Ιερά Σύνοδος αποδέχεται την παραίτηση του υπέργηρου και ασθενούς Ποιμένα, από τον Μητροπολιτικό θρόνο της Μητρόπολης του Πειραιά, τον οποίο υπηρέτησε με πραγματική αφοσίωση επί 28 συναπτά έτη. Στις 28 Φεβρουαρίου 2006 η Ιερά Σύνοδος, εκλέγει ως νέο Μητροπολίτη Πειραιώς τον Θεοφιλέστατο Επίσκοπο Χριστιανουπόλεως κ. Σεραφείμ, Αρχιγραμματέα της Ιεράς Συνόδου.

  

Πηγές

 


  •  Χριστιανική Εστία Άργους, «Ημερολόγιον το έτους 1980», Αθήνα, 1979.
  •  Ιερά Μητρόπολη Πειραιώς.

 

Read Full Post »

Η φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας  – Αγγελική  Χατζημιχάλη


  

Η Αγγελική Χατζημιχάλη, η μάνα της ελληνικής λαογραφίας, ταξιδεύει σ’ όλη την Ελλάδα οπού   οι γνήσιοι, απλοί άνθρωποι της υπαίθρου την αγκαλιάζουν και της προσφέρουν την καθημερινότητά τους, της ανοίγουν τη ζωή τους στα μάτια της με τα ήθη, τα έθιμα, τον τρόπο παρασκευής ή κατασκευής από φαγητά, γλυκά, υφαντά μέχρι ξυλόγλυπτα, ασημικά, κεραμικά…  στο παρακάτω άρθρο μας περιγράφει με ζωντάνια την φορεσιά της  Αργολιδοκορινθίας.

 

Η επίσημη φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας (Μουσείο Μπενάκη)

Η επίσημη φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας (Μουσείο Μπενάκη)

Η φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας ξαπλώνονταν σε όλες τις πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά του νομού αυτού. Ο μεγάλος αυτός νομός που αρχίζει από την Περαχώρα, έχει δηλ. βορεινά τα Γεράνια όρη και μέρος του Κορινθιακού κόλπου, δυτικά τα βουνά της Κυλλήνης ( Ζήρειας ), νότια τα βουνά του Αρτεμισίου και τον Αργολικό κόλπο, ανατολικά την χερσόνησο της Ερμιονίδος επί του Σαρωνικού κόλπου και φθάνει μέχρι του ισθμού της Κορίνθου, είχε μια κοινή φορεσιά. Στη μεγάλη αυτή περιοχή επικρατούσε η γνωστή φορεσιά με το σιγκούνι με παραλλαγές μονάχα στα κεντήματα που είχαν στο ποκάμισο, ο τζάκος, η τραχηλιά, η ποδιά. Τα κεντήματα αυτά γινωμένα όλα με μετάξια διακρίνονταν για τον πλούτο, την ιδιομορφία, και την ποικιλία τους. Δημιούργημα της ορεινής Κορινθίας ήταν γνωστά με την ονομασία ως κεντήματα της Στυμφαλίας, της πασίγνωστης από την αρχαιότητα θρυλικής λίμνης η οποία μαζί με την κοιλάδα του Φενεού αποτελούσαν το μεγαλύτερον και ευφορώτερον υψίπεδον της Ζήρειας.

Τα κεντήματα που επικρατούσαν σε ολόκληρη την Αργολιδοκορινθία θεωρούνται από τα εκλεκτότερα της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδος. Έχουν παλιότατη παράδοση σε διακοσμητικά γεωμετρικά θέματα, τεχνοτροπία, χρωματισμούς και ιδιότυπη τεχνική μέθοδο. Είναι όλα μετρητά. Γίνονται δηλ. μετρώντας τις κλωστές του υφάσματος. Για τα κεντήματα αυτά απαιτείται να γίνει κάποτε εκτενής και λεπτομερής μελέτη.

Η φορεσιά διακρίνονταν σε καθημερινή, γιορτινή και νυφική. Τα τμήματά της μοιάζουν με τα τμήματα των στολών της Αττικής, Ελευσίνας, Τανάγρας, Αταλάντης, Αράχωβας κλπ. Όπως και σε κείνες έτσι και σ’ αυτή κύριο τμήμα τους είναι το σιγκούνι που δεν αποχωρίζονταν ποτέ οι γυναίκες ακόμη και στον ύπνο τους. Το θεωρούσαν ντροπή να δεί ο άντρας γυναίκα χωρίς σιγκούνι.

Η καθημερινή φορεσιά είχε διαφορά από την γιορτινή και τη νυφική κυρίως στα κεντήματα. Η καθημερινή ήταν εντελώς σκέτη και είχε ολίγα ή και ελάχιστα κεντήματα, ενώ η γιορτινή και η νυφική είχαν πολλά μεταξωτά κεντίδια σε όλα τα τμήματά τους. Μόνες τους οι γυναίκες γνέθαν το μπαμπάκι, ύφαιναν τα υφάσματα και μόνες τους τα κεντούσαν.

Τα μπαμπάκια τα παίρνανε από το Άργος και τα γνέθανε μαζεμένες καμιά δεκαριά μαζί τα βράδια, πότε στο ένα και πότε στο άλλο σπίτι. Μετάξια δεν βγάζαν όλες οι οικογένειες. Οι πλουσιώτερες τρέφανε μεταξοσκώληκες και αυτές δίνανε στις άλλες όσα κουκούλια χρειάζονταν. Οι ίδιες κατεργάζονταν το μετάξι και το γνέθανε μόνες ρόκα – αδράχτι δηλ. στριμμένο ίσια, λεπτό, κατάλληλο για κέντημα. Ύστερα το βάφανε με διάφορα χρώματα. Για το ποκάμισο και την ποδιά προτιμούσαν το καφετί και το μαύρο και κάπου κάπου βάζανε μερικά τμήματα από κέντημα γινωμένο άλλοτε με κόκκινο άλλοτε με γαλάζιο ή κίτρινο χρώμα. Γι’ αυτό γενικός χρωματισμός σε όλα τους σχεδόν τα ποκάμισα είναι το καφετί ή το μαύρο που ποικίλλονται σποραδικά με τα λίγα παραπάνω χρώματα που αναφέραμε.

Η τραχηλιά όμως είχε άλλοτε αυστηρούς και άλλοτε ζωηρούς χρωματισμούς. Στην περιοχή της Στυμφαλίας και του Φενεού σε όλη την ψηλή περιφέρεια της Ζήρειας ήταν καφετιά σκούρα, ενώ σε όλα τα πεδινά μέρη, στο Άργος, στην Νεμέα, στην Επίδαυρο επικρατούσε το κόκκινο χτυπητό χρώμα.

Τη φορεσιά αποτελούν: Το μισοφόρι, το ποκάμισο, ο μπούστος, ο ονομαζόμενος διμινό με τα πανωμάνικα, τα κατωμάνικα, το σιγκούνι ή η σιαγκούνα, το γιουρντί, η τραχηλιά, το ζωνάρι, η ποδιά.

 

Κόρη με παραδοσιακή ενδυμασία του Άργους

Κόρη με παραδοσιακή ενδυμασία του Άργους

 

Ο κεφαλόδεσμος αποτελείται από το τσεμπέρι, τη μαντήλια και τη μπόλια ή το μεσάλι. Τα κοσμήματα είναι: Οι αλυσίδες ή τα λεντίκια, η καδένα με τον σταυρό, τα καρφιτσάλια (οι καρφίτσες), τα πετάλια (βραχιόλια). Γενικά τα κοσμήματα είναι παρόμοια με τα γνωστά στις φορεσιές της Αττικοβοιωτίας, και σε όλες τις φορεσιές με το σιγκούνι, κλπ. Όπως π.χ. οι αλυσίδες, η καδένα με τον σταυρό (εικ. 9), είναι αλυσίδες διάφορες με στρογγυλές πλάκες και ιδιότυπα σχέδια ( ο σταυρός, η Παναγία και πολλά άλλα) ή με τα κρεμασμένα νομίσματα και παράδες, τ’ άσπρα.

Το μισοφόρι, που βάζουνε πρώτο πρώτο είναι το εσωτερικό πουκάμισο. Μαλομπάμπακο, είχε φύλλα φαρδιά και λοξά και χρώμα ολόλευκο. Το στιμόνι γινωμένο με μπαμπάκι το γνέθαν ίσια στ’ αδράχτι για να είναι καλά στριμμένο και το μάλλινο υφάδι δρούγα στ’ αδράχτι για να είναι να είναι απαλό. Το σχήμα του ήταν όμοιο με το ποκάμισο και δεν είχε κανένα στολισμό. Το ποκάμισο, παλιότερα ήταν μακρύ. Γινόταν από χοντρό μπαμπακερό χειρίσιο ύφασμα του αργαλειού. Λεγόταν κοντό, γιατί δεν είχε μανίκια όπως δεν είχαν τα άλλα ποκάμισα της Αττικής, Ελευσίνας, Τανάγρας κλπ. Αργότερα όμως άρχισαν να βάζουν κεντητά μανίκια για ν’ αποφεύγουν τα κατωμάνικα. Στο ποδόγυρο και στα μανίκια το ποκάμισο είχε λιγώτερα ή περισσότερα κεντήματα ανάλογα με τον προορισμό του, καθημερινό, γιορτινό, νυφιάτικο. Εξαιρετικό ποκάμισο ήταν το νυφικό διακοσμημένο μπροστά με μακριές όρθιες ταινίες – κολόνες, που φθάναν έως τη μέση, και λεγόταν κολονάτο. Είχε όμως και άλλες όρθιες ταινίες ολόγυρα μικρότερες. Αλλά και στ’ άλλα ποκάμισα βάζαν κεντήματα ιδιότυπα και μοναδικά στο είδος τους των οποίων δυστυχώς δεν έχουν σωθεί τα ονόματα των σχεδίων.

Στα εξαιρετικά αυτά πρότυπα όλα γεωμετρικά βρίσκομε και διάφορες επιδράσεις από τις γύρω περιοχές όπως π.χ. το ποκάμισο που έχει κέντημα Αττικής στον ποδόγυρο, άλλο ποκάμισο που έχει κέντημα Αράχοβας στα μανίκια και το ποκάμισο με σχέδιο της Τανάγρας τα παιδιά που χορεύουν, στα μανίκια κλπ. Οι γριές φορούσαν ποκάμισα χωρίς κεντήματα. Το νυφικό ποκάμισο το δίνανε να το φορέσουν άλλες δύο νύφες κι’ ύστερα το κρύβανε στην κασέλα για να το βάλουν σάβανο στη νεκραλλαξιά στο μεγάλο ταξίδι.

Ο μπούστος το διμινό, είναι κοντός, παρόμοιος στο σχήμα με το τζάκο της Αττικής κλπ., συγκρατεί τα κεντητά μανίκια που φθάνουν ως τον αγκώνα, τα πανωμάνικα. Έχει κι’ αυτός στα μανίκια όμορφα και ιδιόρρυθμα κεντήματα. Το μπούστο κατάργησαν τα τελευταία χρόνια και στη θέση του βάλανε μανίκια. Τα κατωμάνικα, είναι τα μανίκια που πέφτουν κάτω από τα πανωμάνικα του διμινού και στερεώνονται πρόχειρα στα μανίκια του. Έχουν κι’ αυτά όμορφα ιδιότυπα κεντήματα, όμοια στα σχέδια με τα κεντήματα που έχουν τα πανωμάνικα. Κι αυτά καταργήθηκαν όταν βάλανε μανίκια στο ποκάμισο. Το σιγκούνι ή η σιαγκούνα ήταν ολόασπρη και μακριά. Το ύφασμά της ήταν μάλινο, δίμιτο του αργαλειού νεροτρουβιασμένο και το λέγανε ράσικο. Όταν πάλιωνε το βάφανε γαλάζιο σκούρο σαν μούρο. Η βαφή του γινόταν μ’ ένα θάμνο σαν κουμαριά τον λεγόμενο μελεγύ. Στο βάψιμο ρίχνανε αντί για στήψι, βιτριόλι. Η σιγκούνα ( το ύφασμα) είχε φάρδος 0,35 μ. πόντους όταν τη φέρνανε από τη νεροτριβή.

Η καθημερινή φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας ( από το κάτω Μπέλεσι του Άργους)

Η καθημερινή φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας ( από το κάτω Μπέλεσι του Άργους)

Σαν την ράβανε οι ντόπιοι ραφτάδες, την κόβανε σε 7 κομμάτια, λόξες και την κεντούσαν ολόκληρη πλάκα με μαλλιά γαλαζοπράσινα. Το κέντημά της έμοιαζε με το κέντημα της παλιάς γαλάζιας σιγκούνας της Αττικής. Αυτή τη σιγκούνα τη συνήθιζαν αργότερα για καθημερινή και φτιάσανε άλλη για καλή με ωραία πολύπλοκα σχέδια γινωμένα με πολύχρωμα μεταξωτά κορδονάκια. Η σιγκούνα αυτή άρχισε σιγά σιγά να κονταίνει, να γίνεται κομψότερη ενώ κρατούσε τον ίδιο πολύχρωμο διάκοσμό της. Οι γριές δεν φορούσαν σιγκούνα αλλά γιούρντα. Η γιούρντα ήταν πάντα γαλάζια σκούρα σα μαύρη και είχε φλόκια εσωτερικά σαν της Αττικής περίπου. Ολόγυρα και στις μασχάλες για να μη ξεφτάει την ρέλιαζαν με τσόχα το ρούχο, όπως και τις σιαγκούνες.

Το ρέλιασμα το λέγανε φυτιλάκι. Η γιούρντα ήταν πάντα γαλάζια σκούρα ή μαύρη και άσπρο ολόγυρα το φυτιλάκι. Κάτω στο τελείωμα, στις δύο γωνίες είχε από μια φούντα άσπρη. Οι γιούρντες ήταν μακριές μέχρι τα γόνατα και οι παλιές σιαγκούνες πολύ πιο κάτω από την περιφέρεια.

Η τραχηλιά, δεν έλειπε ποτέ από καμιά φορεσιά. Ήταν γινωμένη από ύφασμα μπαμπακερό, πανί δίμιτο του αργαλειού κι’ είχε όμορφα γεωμετρικά σχέδια κεντημένα με μετάξια, σε παλιότατη παράδοση και ιδιόρρυθμα σχέδια.

Πολλών το βάθος είναι κατακόκκινο και ποικίλεται με πράσινα μετάξια. Άλλα είναι γινωμένα ολόκληρα με καφέ χρωματισμό. Τα κεντήματα αυτά αξίζουν ιδιαίτερα την προσοχή και την μελέτη μας. Το ζωνάρι, μάλλινο υφασμένο στον αργαλειό, είχε στιμόνι και υφάδι διπλά στριμμένο. Το βάφαν κρεμεζί δηλ. βυσσινί σκούρο κι’ άλλοτε κόκκινο με ριζάρι. Το μάκρος του ήταν δύο οργιές ή πέντε πήχες. Η κάθε οργιά είχε μάκρος όσο είναι και τα δύο χέρια ανοιγμένα δηλ. 2,50 πήχες. Το φάρδος του ήταν 0,30 μ. Το δίπλωναν στα δύο κι’ έτσι το φάρδος γινόταν 0,15 μ. Διπλωμένο το γύριζαν αρκετές βόλτες στη μέση και τα μεγάλα κρόσια του 0.20 μάκρος και τ’ άφηναν να πέφτουν στα πλάγια.

Η ποδιά, δεν έλειπε κι’ αυτή ποτέ από τη φορεσιά. Ήταν από πανί δίμιτο του αργαλειού. Το σχήμα της και ο στολισμός της αποτελούν υπόδειγμα μοναδικό ανάμεσα στις ελληνικές ποδιές. Η καλή νυφική ποδιά είχε σχέδιο κολονάτο που έμοιαζε με του ποκάμισου.

Ο κεφαλόδεσμος. Τον καθημερινό τον αποτελούσαν το τσεμπέρι και η μαντίλια. Το τσεμπέρι, μπαμπακερό μαντίλι με σταμπωτά λουλούδια, το δίπλωναν τριγωνικά και το φορούσαν με τις άκρες στριφογυρισμένες γύρω από το κεφάλι. Πάνω από το τσεμπέρι έπεφτε η μαντίλια. Οι νιές βάζανε κίτρινη μαντίλια με λουλούδια σταμπωτά κι’ οι γριές μαύρη με λίγα χρωματιστά λουλούδια. Η νύφη κι’ όλες οι άλλες γυναίκες στο γάμο, στα πανηγύρια, στις μεγάλες γιορτές, τα Χριστούγεννα, τη Λαμπρή, στις γιορτές των ανδρών τους, φορούσαν πάνω από το τσεμπέρι τη μπόλια ή το μεσάλι. Η μπόλια ή το μεσάλι, είχε μεγάλη διάδοση γύρω σ’ όλη την περιφέρεια.

Φαίνεται πως την φορούσαν τον παλιό καιρό από τα Βίλλια του Κιθαιρώνα ίσαμε την Τσακωνιά και σ’ όλη την Αργολιδοκορινθία. Η μπόλια ή το μεσάλι γινόταν από μπαμπακερό δίμιτο ύφασμα που είχε πλάτος 0.35. Το μάκρος της τον παλιό καιρό ήταν άλλοτε 1,95, άλλοτε 2,70 και άλλοτε 2,90. Τα πλατειά μεταξωτά κεντήματα στις δύο άκρες της μπόλιας πιάνανε όλο το πλάτος του υφάσματος. Είχαν ύψος περίπου 0,30 – 0,50 μ. ανάλογα με τον πλούτο της φορεσιάς και κατέληγαν σε πλούσια κρόσια, με φούντες 0,20 μ. μάκρος. Το κέντημα και τα κρόσια ήταν ολομέταξα σε ποικίλα χρώματα, συνήθως ολοκόκκινα ή καφέ σκούρα, πράσινα κλπ. Οι βελονιές των κεντημάτων ήταν ποικίλες: γαζοβελονιά, πισωβελονιά, σταυροβελονιά και ατζαλωτή βελονιά. Τα ιδιόρρυθμα αυτά κεντήματα έχουν πλήθος σχεδίων και χρωματισμών. Πολλά μάλιστα είναι επηρεασμένα από κεντήματα της Λειβαδιάς των Θηβών και σε αρκετά βρίσκουμε τη Σαρακατσάνικη επίδραση. Τη μπόλια δεν ξέρομε πως τη δένανε τα παλιά χρόνια που γινόταν μακριά. Αργότερα όμως σαν κόντηνε απλωνόταν πάνω στο κεφάλι. Το πλάτος του υφάσματος το σκέπαζε ολόκληρο. Η μια της άκρη η κεντημένη διπλώνονταν γύρω γύρω σαν κουλούρα και στόλιζε το κεφάλι σαν στεφάνι πάνω από το μέτωπο, ενώ οι φούντες πέφτανε πάνω στο δεξί μάγουλο. Η άλλη άκρη της μπόλιας απλώνονταν πάνω στη ράχη έτσι που το πλούσιο κέντημά της να την στολίζει. Σαν κατάργησαν τη μπόλια οι χωρικές της Αργολιδοκορινθίας βάλανε όλες τσεμπέρι και μαντίλι.

Το τσεμπέρι, άσπρο μπαμπακερό μαντίλι, δένανε σφιχτά στο κεφάλι για να συγκρατεί τα μαλλιά. Πάνω στο τσεμπέρι ρίχνανε το μεγάλο άσπρο μπαμπακερό μαντίλι που είχε στους γύρους σταμπωτό διάκοσμο λουλούδια, κλάρες κλπ. Από τα ιδιότυπα έθιμα του γάμου που μοιάζουν με τ’ άλλα ελληνικά, αναφέρομε των αδελφοποιτών, βλάμηδων. Ένα βλάμη με τους δυο γονιούς του να ζούνε, είχε η νύφη κι’ άλλον ένα ο γαμπρός. Αυτοί είχαν το πρόσταγμα σε όλα τα έθιμα του γάμου. Ο βλάμης του γαμπρού όταν πέρνανε τη νύφη από το σπίτι της πήγαινε μπροστά και κρατούσε το φλάμπουρο, που αποτελούνταν από ένα καλάμι που είχε στην κορφή του ένα σταυρό, μ’ ένα μήλο στολισμένο με γαρύφαλλα. Ένα κόκκινο μαντήλι από τουλπάνι απλώνονταν σαν σημαία. Τα προικιά που πέρνανε ήταν ανάλογα με την οικονομική κατάσταση της κάθε νύφης. Τέσσερα – πέντε σιγκούνια, τέσσερα – πέντε μισοφόρια, πέντε – έξη ποκάμισα με διάφορα σχέδια κλπ. Όταν φθάνανε οι νιόνυμφοι ύστερα από τη στέψη στο σπίτι της πεθεράς, η πεθερά τους έδινε μια κουταλιά μέλι, τους έδενε με το μαντίλι και τους τραβούσε μέσα για να είναι ενωμένοι σ’ όλη τους τη ζωή και να μη μαλώνουν.

Σήμερα η στολή έχει πολύ απλοποιηθεί. Κι αυτήν ακόμα την φοράνε μόνον μερικές και σε γιορταστικές περιστάσεις. Το ποκάμισο έγινε μια μπλούζα και μια φούστα. Την μπλούζα τη λένε μπόλκα κι’ είναι συνήθως γινομένη από αλατζά. Φοράνε ένα τριανταφυλλί μεσοφόρι και η φούστα έχει κοφτά κεντήματα ξεκινά για να φαίνεται το ρόζ μεσοφόρι. Ο μπούστος και τα κατωμάνικα φυσικά καταργήθησαν. Το σιγκούνι κόντηνε κι’ έγινε λίγο πιο κάτω από τη μέση ενώ εξακολουθεί να έχει τα παλιά του κεντήματα. Η γιούρντα καταργήθηκε όπως και το ζωνάρι. Η τραχηλιά έγινε απλουστάτη, με χασέ και με κεντήματα που τα λένε αραδίτσες.

                                                                            

Αγγελική  Χατζημιχάλη

  

Πηγή


  • Αγγελική  Χατζημιχάλη, «Η φορεσιά της Αργολιδοκορινθίας», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, Αθήναι, 1963.

Read Full Post »

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους  και Νικόλαος ο Μυστικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

 

 

Πανηγυρικός λόγος εκφωνηθείς εις την αίθουσαν διαλέξεων του Φιλολογικού Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» την 5η Μαΐου 1964 υπό του Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου κ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννόπουλου, Γραμματέως  της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. 

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Σήμερον και πάλιν η χάρις του εν Αγίοις Πατρός ημών Πέτρου Επισκόπου Άργους, του θαυματουργού, πάντας ημάς συνήγαγεν εις τον σεπτόν τούτον χώρον «του υμνήσαι και φαιδρώς πανηγυρίσαι τον φρουρόν και προστάτην Αργείων, Αργολίδος πάσης τον αντιλήπτορα» της Βασιλίδος των πόλεων τον ευκλεή γόνον, των Ιεραρχών την καλλονήν, της Ορθοδοξίας τον απροσμάχητον – τον υπέρμαχον, των Ορθοδόξων το στήριγμα, της Εκκλησίας τον φωστήρα, των οσίων το εγκαλλώπισμα, της Οικουμένης  πάσης το μέγα κειμήλιον.

Εκ προοιμίου ευχαριστώ και συγχαίρω το έντιμον Διοικητικόν Συμβούλιον του έξοχου φιλολογικού Συλλόγου της πόλεως μας « ο Δαναός». Ευχαριστώ δια την ευγενή τούτου πρόσκλησιν, όπως κατά την εύσημον ταύτην ώραν της κυρίας εορτής Αυτού, καταλάβω το βήμα τούτο, συγχαίρω δε δια το παντοίον ευεργετικόν έργον αυτού, εν οίς και το της προβολής της προσωπικότητος του Προστάτου Αγίου της πόλεως μας, ύφ’ ου την σκέπην από της συστάσεως του, έχει τεθή ο Σύλλογος.

Εισερχόμενος ευθύς εις το θέμα μου, το οποίον φέρει τον τίτλον « Ο Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους και Νικόλαος ο Μυστικός — Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως», δια του οποίου θέλει επιδιωχθή να αποκαλυφθή μία επί πλέον πτυχή εκ της όλης ζωής του Αγίου μας και μάλιστα πτυχή λίαν σημαντική, ζητώ εξ αρχής συγγνώμην εάν δεν θα περιορισθώ απολύτως εις το θέμα  τούτο, προκειμένου νέα στοιχεία, λίαν ενδιαφέροντα ελθόντα εις φως έπ’ έσχατων, περί της ζωής του Αγίου, να τεθώσιν ύπ’ όψιν υμών, πράγμα το όποιον γνωρίζω πόσον θα ικανοποιήση και υμάς τους δικαίως τιμώντας τον Προστάτην ημών.

Τούτων έλαβον γνώσιν, υπό του Αγίου ασφαλώς οδηγούμενος, ως Εξής:

Ο Πολιούχος ημών, ως γνωρίζουν οι ασχοληθέντες με τον βίον αυτού, μετέσχε μιας τοπικής Συνόδου, εις Κωνσταντινούπολιν υπό τον Πατριάρχην Νικόλαον τον Μυστικόν το 920  μ.Χ. 

Περί της Συνόδου ταύτης και των λαβόντων χώραν κατ’ αυτήν παρεκλήθην παρά του Διοικητικού  Συμβουλίου του Συλλόγου, όπως γίνη λόγος κατά την σημερινήν εορτήν. Εν τη προσπάθεια μου λοιπόν προς ανεύρεσιν στοιχείων περί της συνόδου ταύτης, πληροφορηθείς σχετικώς, επικοινώνησα μετά του αιδ. Ιερέως Γρηγ. Νόβακ, ιδιαίτερα ασχολουμένου με την προσωπικότητα του Αγίου ημών.

Ούτος ανήκει εις το Τάγμα των Ασσομψιονιστών της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, μέλος δε του Ινστιτούτου Βυζαντινών Σπουδών εδρεύοντος εις Παρισίους, ασχολείται ειδικώς με την Βυζαντινήν αγιολογίαν, δι’ ο και η ενασχόλησίς του με τον Άγιον Πέτρον, άγιον της Βυζαντινής εποχής. 

Η επαφή μου μετά του διασήμου τούτου Βυζαντινοαγιολόγου απέβλεπεν εις διαλεύκανσιν ωρισμένων σημείων περί της αναφερθείσης I. Συνόδου. Κατ’  αυτήν  όμως  εβεβαιώθην  ότι  κατέχει το όλον θέμα « Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους», όσον ουδείς έτερος μέχρι σήμερον.

Περιήλθεν ούτος άχρι τούδε πολλάς βιβλιοθήκας και εμελέτησεν πολλούς κώδικας εν τη επιδιώξει ευρέσεως στοιχείων  περί των αγίων της Βυζαντινής Εποχής και προκειμένου περί του Αγίου ημών ανεύρε νέα στοιχεία όντως σημαντικά.  

Προτού όμως ομιλήσω περί τούτων, πρέπει να υπομνήσω ότι τα όσα μέχρι τούδε εγνωρίζαμεν περί του Πολιούχου ημών, τα οποία και περιλαμβάνονται εις την εξαιρετικήν σχετικήν μελέτην του αειμνήστου Χρήστου Παπαοικονόμου, προήρχοντο εκ των εξής πηγών:

 1.    Εκ της παλαιάς ασματικής φυλλάδας, ην εύρων εν χειρογράφω, σεσαθρωμένην εξέδωκε τύποις το 1727 ο Αργείος Γεώργιος Μάρκος, ο Ζωγράφος επανεξέδωκε δε μετά προσθηκών και βελτιώσεων ο αείμνηστος Μητροπολίτης Αργολίδος Δανιήλ Πετρούλιας το 1870 εν Αθήναις.

 2.    Εκ του ευρεθέντος Κώδικος εις το Βατικανόν το 1893 υπό του υποβιβλιοφύλακος της Βιβλιοθήκης GIUSEPPE COZZA – LUZI εις ον περιείχετο εγκώμιον προς τον Άγιον.

 3.    Εκ της πραγματείας, ην επί τη βάσει του ανευρεθέντος ως άνω κώδικος και άλλως στοιχείων αποσταλλέντων αυτώ εξ Άργους, εξέδωκεν ο Διευθυντής του εν Ρώμη Ελληνικού Κολλεγίου το 1899 Ρ. ENRICO RICKENBACH, υπό τον τίτλον «STORIA E SCRITI DI S, PIETRO D’ ARGO.

 4.    Εκ κωδίκων ανερευθέντων εν Μεσσήνη της Ιταλίας και το Βατικανόν, εις ους περιέχονται οι τέσσαρες λόγοι του Αγίου, δύο εις την Αγίαν Άνναν,  εις τους Αγίους Αναργύρους Κοσμάν και Δαμιανόν και εις τον Άγιον Αθανάσιον, Επίσκοπον Μεθώνης.

Ταύτα πάντα συνέλεξεν, ως γνωστόν ο αείμνηστος ιδρυτής του Συλλόγου, ιερεύς Χρήστος Παπαοικονόμου έκδούς το 1908 μετά συντόμου ιστορίας της εκκλησίας Άργους το περισπούδαστον βιβλίον του «Ο Πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός».

Ότι λοιπόν εγνωρίζαμεν μέχρι τούδε  περί του Αγίου μας, προήρχετο εκ των πηγών αυτών. Ήδη ο εν λόγω Βυζαντινοαγιολόγος κληρικός, μετά από πολυετείς συνεχείς έρευνας πληροφορεί, ότι, υπάρχουν αι άλλοι κώδικες  αναφερόμενοι εις τον Άγιον Πέτρον, και ότι τους κώδικας (αυτούς εμελέτησεν ο ίδιος λαβών μάλιστα και φωτογραφίας των σχετικών σελίδων των κωδίκων.  Εις την πρώτην συνάντησιν, την οποίαν  είχομεν  μετά του εν λόγω κληρικού, ήκουσα παρ’ αυτού  τας  σημαντικάς ταύτας, δια τον Άγιον μας ανακοινώσεις του, εζήτησα δε, όπως έχη την καλωσύνην και εις νεωτέραν επαφήν μας έχη τας φωτογραφίας των κειμένων, των κωδίκων δηλαδή, ώστε να λάβω ιδίαν πείραν των νέων στοιχείων δια να υπάρξω και κατηγορηματικός εις ότι σήμερον θα έλεγον.

Και ο π. Νόβακ μου ικανοποίησε το αίτημα. Ούτω λοιπόν, αγαπητοί μου, εκτός των όσων περί του Αγίου μας εγνωρίζαμεν, ήδη λαμβάνομεν γνώσιν ότι :

 1.    Εις την Αμβροσιανήν βιβλιοθήκην του Μιλάνου φυλάσσεται κώδιξ του ΙΔ’ αιώνος, εντός του οποίου είναι καταγεγραμμένον το εγκώμιον προς τον Άγιον, το οποίον περιέχεται και εις τον μνημονευθέντα ανωτέρω κώδικα του Βατικανού, το οποίον εγκώμιον έχει περιληφθή και εις την μελέτην  του Παπαοικονόμου ανεπίγραφον. Εις τον κώδικα τούτον και συγκεκριμένως   εις   τον   χώρον προ του εν λόγω εγκωμίου  έχει καταχωρισθή επίγραμμα του μαθητού και διαδόχου του Αγίου εις τον θρόνον του Άργους, επισκόπου Ιωάννου, το οποίον συνέταξε επί τη καταθέσει, υπ’ αυτού, Ιεράς εικόνος, του Αγίου εις Ιερόν ναόν.

Εκ του επιγράμματος τούτου σαφώς πληροφορούμεθα ότι διάδοχος του Αγίου Πέτρου εις τον θρόνον του Άργους δεν εγένετο ως άχρι τούδε επιστεύετο ο Επίσκοπος Κωνσταντίνος καθ’ όσον υπήρξεν ούτος προκάτοχος αυτού.

 2.    Επίσης πληροφορούμεθα ότι εις τον κώδικα υπ’ αρ. 278, φυλασσόμενον εν τη Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών, αντιγραφής 14ου αιώνος από του  φύλλου  286 περιέχεται  το αυτό, γνωστόν, προς τον Άγιον εγκώμιον με τον τίτλον «Θεοδώρου  ελαχίστου  Μητροπολίτου Νικαίας»,   εις τον εν Αγίοις  Πατέρα   ημών και θαυματουργόν Πέτρον επίσκοπον Άργους».

 3.    Ομοίως ότι εις κώδικα υπ’ αριθ. 2734, φυλασσόμενον εν τη αυτή Εθν. Βιβλιοθήκη, αντιγραφής ομοίως του 14ου αιώνος, από του φύλλου 238 Α – 247 Β περιέχεται λόγος του Αγίου εις τον  Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Θεοτόκου, άγνωστος μέχρι τούδε.

 4.    Ομοίως ότι εις κώδικα, του Βου αιώνος φυλασσόμενον εις την βιβλιοθήκην της Ι. Μονής Μεγίστης  Λαύρας — Αγ. Όρους  περιέχεται ο αυτός ως άνω λόγος εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Θεοτόκου.

 5.    Τέλος ότι εις κώδικα φυλασσόμενον εις την βιβλιοθήκην της Ι. Μονής Αγ. Ιωάννου του θεολόγου – υψηλού   Λέσβου περιέχονται δύο ομιλίαι  του   Αγίου Πέτρου, μία εις την Μεγαλομάρτυρα  Βαρβάραν,   ανεπίγραφον και σημείωσιν εις  το άνω μέρος του φύλλου του χειρογράφου Πέτρ. — Αργ. και μίαν  εις  τα  Εισόδια της Θεοτόκου.

Μετά τας ανωτέρω πληροφορίας και καίτοι  ο  π. Νόβακ, ως  και  ανωτέρω μοι επέδειξεν  εν  φωτοτυπία όλας τας σελίδας των χειρογράφων των ανωτέρω κειμένων, ησθάνθην  εσωτερικήν ανάγκην  να  επισκεφθώ  την   Εθνικήν Βιβλιοθήκην και να ίδω, ιδίοις όμμασι,  τα χειρόγραφα.  Εις  το τμήμα χειρογράφων της Εθν. Βιβλιοθήκης υπηρετεί  ο  εξαίρετος και σεβαστός  κ.   Ανδρέας Αθανασόπουλος, ο κατάλληλος άνθρωπος δια την θέσιν, την οποίαν κατέχει,  πλούτος   γνώσεων, όστις με διηυκόλυνε τα μέγιστα   εις  την  επιδίωξίν μου, ειπών μοι μάλιστα ότι ανεζήτει αρμόδιον, δια να ανακοινώση τα όσα περί του Αγίου, εκ των εν τη βιβλιοθήκη χειρογράφων προσφέρονται.

Εΐδα τους δύο κώδικας, τον μεν με το προς τον Άγιον εγκώμιον, τον δε με την ομιλίαν εις τον θείον Εύαγγελισμόν. Εφωτογράφησα ευθύς τας πρώτας σελίδας εκατέρου τούτων, των ενδιαφερόντων ημάς κειμένων και ήδη ενώπιον ημών πρόκεινται τα τεκμήρια. Οι δύο ούτοι κώδικες, ως ο κ. Αθανασόπουλος πληροφορεί, προέρχονται ο μεν μετά του εγκωμίου εκ της Ι. Μονής Δουσίκου – Τρικάλλων Θεσσαλίας, ο δε μετά τας ομιλίας εις τον Ευαγγελισμόν εκ Καστοριάς.

Εκ των ανευρεθέντων τούτων κωδίκων και εξ άλλων στοιχείων, ως επιστολαί του Μητροπολίτου Νικαίας Θεοδώρου προς διάφορα πρόσωπα, η προσωπικότης του Αγίου μας, γίνεται περισσότερον γνωστή εις τα έξης σημεία:

 Ο ακαθόριστος άχρι τούδε χρόνος γεννήσεως και θανάτου του καθορίζονται. Και είναι πλέον βέβαιον ότι εγεννή0η το 852, εξεδήμησεν δε εις Κύριον το 922 η το 921.

 Καθορίζεται ότι εγκωμιαστής του Αγίου είναι ο Μητροπολίτης Νικαίας Θεόδωρος, όστις υπήρξε μαθητής αυτού, ευεργετηθείς τα μάλα παρ’ αυτού και χειροτονηθείς υπό του ιδίου εις πρεσβύτερον. Τόσω το προς τον Άγιον εγκώμιον όσω και επιστολαί του Θεοδώρου καθιστούν το πράγμα λίαν σαφές. Τούτο διασαφηνίζει πλέον την άχρι τούδε ασάφειαν ότι «ενδεχομένως», εγκωμιαστής του Αγίου υπήρξεν ο Επίσκοπος Άργους Κωνσταντίνος.

Καθορίζεται ότι εις την σειράν των 33 Επισκόπων Άργους, την εις το χειρόγραφον του Σακελλίωνος υπάρχουσαν, ο Άγιος Πέτρος είναι  ο τέταρτος  της  σειράς  και ουχί  ό   πρώτος.   Άρα  ο Κωνσταντίνος υπήρξε προκάτοχος και ουχί  διάδοχος του Αγίου.  Διάδοχος του Αγίου  υπήρξεν   ο  Ιωάννης.   

Καθορίζεται ότι το υπό του COZZA -LUZΙ ευρεθέν χειρόγραφον είναι του ΙΙου αιώνος, πράγμα το οποίον  μας οδηγεί ότι το πρωτότυπον δέον να αναχθή εις  τα  τέλη  του 10ου αιώνος, δηλαδή ολίγον μετά τον θάνατον του Αγίου.  Σημειώ ότι ο αείμνηστος Ν. Βέης εις μελέτην του, δέχεται ως χρόνον συγγραφής του προς τον Άγιον εγκωμίου   το  927, ήτοι πέντε έτη μετά τον θάνατόν του. Τα ήδη γνωστά στοιχεία συνηγορούν απολύτως  υπέρ   της   γνώμης ταύτης.  

 Έρχονται πλέον εις φως τρεις λόγοι του Αγίου, εκτός των άχρι τούδε γνωστών τεσσάρων.

Εκ της μεγάλης διαδόσεως των λόγων του Αγίου — έφ’ όσον ευρίσκονται   τόσα χειρόγραφα  με λόγους αυτού — τεκμαίρεται ότι πάσης εκτιμήσεως έχαιρεν  ο Άγιος και ως Άγιος και ως ρήτωρ παρά συμπάσης της εκκλησίας.

 Τέλος τα νέα αυτά ευρήματα μας δημιουργούν  την  βάσιμον ελπίδα ότι και άλλα χειρόγραφα θα έλθουν εις φως και νέα στοιχεία   και  νέοι  λόγοι του  Αγίου μας  θέλουσιν αποκαλυφθή,   δι’ ων  η αγία του προσωπικότης θέλει εντονώτερον προβληθή εις δόξαν Χριστού και της Αγίας μας εκκλησίας,   τιμήν δε   και  του Άργους, το οποίον  ηυλογήθη  δια τοιούτου   Επισκόπου  και Αγίου.

Ευχαριστίας, κατόπιν των ανωτέρω, καθομολογώ προς τον αιδ. π. Νόβακ, δι’ όσα με επληροφόρησεν και συγχαρητήρια δι’ όσα συμβάλλει προς προβολήν της προσωπικότητος του Αγίου μας. Ομοίως ευχαριστώ και τον κ. Ανδρέαν Αθανασόπουλον, δι’ όσα με διευκόλυνε κατά  την ερευνάν μου.

 Και ήδη εις το θέμα μας, περί Αγίου Πέτρου και Νικολάου Μυστικού.

 Εξ αρχής υποβάλλεται το ερώτημα, τις η σχέσις μεταξύ των δύο τούτων Μεγάλων Ιεραρχών; Απαντητικώς πληροφορούμεν, ότι, αμφότεροι εγεννήθησαν εις την αυτήν πόλιν, την Κωνσταντινούπολιν, και το αυτό έτος, το 852 μ. Χ. και ότι ανετράφησαν εν τη ιδία πόλει. Τη βασιλίδι των πόλεων. Το γεγονός τούτο μας παρέχει την άδειαν να δεχώμεθα, ότι από της μικράς των ηλικίας, οι δύο ούτοι άνδρες θα είχον γνωρισθή και ενδεχομένως εμαθήτευσαν εις τα αυτά σχολεία. Είναι εξ άλλου δεδομένον, ότι θείος έρως κατεπλημμύριζε τας καρδίας αμφοτέρων και ιεροί και Άγιοι πόθοι εις το να υπηρετήσουν την Αγίαν μας εκκλησίαν, κατεκυρίευον της όλης ζωής  και των δύο.

Ήτο δυνατόν λοιπόν, την αυτήν πόλιν οικούντες, συνομίληκοι όντες και υπό των ιδίων ιδανικών κατεχόμενοι, να έμενον ούτοι άγνωστοι μεταξύ των;

Ιστορικώς ότι εν προκειμένω γνωρίζομεν είναι, ότι, όταν, ενηλικιώθησαν, ο μεν Νικόλαος εισήλθεν εις την Αυτοκρατορικήν αυλήν και εγένετο Μυστικός Σύμβουλος Λέοντος του Σοφού, εξ ου και Μυστικός απεκλήθη, παρ’ ου και επαξίως ανεβιβάσθη το 898 εις τον Οικουμενικόν θρόνον, ο δε ημέτερος Πέτρος μετά των γονέων του και των αδελφών του Παύλου, Διονυσίου, Πλάτωνος και της μοναδικής αδελφής του, εστράφηςαν προς την έρημον, εκλέξαντες την εν σώματι αγγελικήν πολιτείαν.

Εν σημείον εις το προς τον Άγιον, γνωστόν εγκώμιον μαρτυρεί την επιθυμίαν του  Νικολάου,   όπως ίδη τον Πέτρον ανερχόμενον εις το του Επισκόπου αξίωμα. Ιδού το σχετικόν κείμενον «τούτων απάντων» λέγει «πειθόμενος ο τότε Αρχιερεύς, Νικόλαος… ανήρ λόγιος και αυτός ουδ’ ήττον κατ’ αρετήν επαινούμενος… τον άνδρα της αρετής και λογιότητος αγασθείς, εβούλετο και δια σπουδής, ότι πλείστης είχεν αρχιερωσύνης τιμήσαι και τοις πρώτοις τον θρόνον εχκαθιδρύσαι». Δια των λόγων τούτων του εγκωμιαστού πληροφορούμεθα ότι μανθάνων ο Αρχιερεύς Νικόλαος, τα όσα περί της αγιότητος του Μοναχού Πέτρου διεδίδοντο ο οποίος, Νικόλαος, ήτο όπως και ο Πέτρος, ανήρ Λόγιος, χωρίς να επαινήται ολιγώτερον και δια την αρετήν του, και εκτιμήσας πρεπόντως τον άνδρα της αρετής και της λογιότητος, ήθελε και μάλιστα εβιάζετο να τιμήση τούτον δια της… Αρχιερωσύνης, εγκαθιστών Αυτόν Αρχιερέα, ενός των μεγαλυτέρων θρόνων της μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Αυτά   πληροφορεί ο εγκωμιαστής. Αλλά  και την άρνησιν του Αγίου εις αποδοχήν της τιμής δεν αποσιωπά. ‘Ητο ακριβώς τότε, όπου την Αυτοκρατορίαν συνετάρασσε το γνωστόν θέμα του τετάρτου γάμου Λέοντος του Σοφού μετά  της Ζωής της Καρβανοψίνης, μεθ’ ης είχεν αποκτήσει εξώγαμον τέκνον, τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητον, ως η εκκλησιαστική ιστορία πληροφορεί. Ο Πατριάρχης Νικόλαος συγγενής και μαθητής του Μεγάλου Φωτίου, υπό του πνεύματος εκείνου εμφορούμενος «τω Κυρίω δουλεύειν και μή   τοις   ανθρώποις   αρέσκειν βουλόμενος», όπου κατεπατείτο το θείον θέλημα, αφώρισε τον Λέοντα αφού δις  ηρνήθη εις αυτόν την επικοινωνίαν και αυτήν την εις τον Ιερόν Ναόν είσοδον, τον δε τελέσαντα τον παράνομον και αντικανονικόν τούτον γάμον, ιερέα θωμάν αφώρισε.

Τότε ακριβώς ο Νικόλαος εκάλει εις προαγωγήν τον ημέτερον Άγιον. Άλλ’ ούτος, ως ο εγκωμιαστής του σημειοί, το έπικίνδυνον του πράγματος ευλαβούμενος», δηλαδή φοβούμενος ότι θα έθετε την ψυχήν του εις κίνδυνον, αναλαμβάνων τας ευθύνας της αρχιερωσύνης, «και την ησυχίαν φιλών, προς δε και τοις τότε τελουμένοις απαρεσκόμενος», αγαπών δε την ησυχίαν και αποστρεφόμενος τα όσα εις την αυτοκρατορικήν αυλήν ελάμβανον χώραν, «ανένδοτος ην».

Και ο μεν Πέτρος ησύχαζε, καταφυγών εις Ι. Μονήν εις Κόρινθον, ο  δε Νικόλαος στερρώς  εχόμενος των όρκων του εισήρχετο εις περίοδον διωγμού και δοκιμασιών. Ούτως, ως πληροφορούμεθα εκ της εκκλησιαστικής  Ιστορίας,  ο Λέων ο Σοφός, ως εκ της στάσεως του Νικολάου, επεζήτησε   τήν συνδρομήν του   Επισκόπου   Ρώμης Σεργίου του Γ  όστις ατοπώτατα απέστειλεν   εις Κων)λιν εκπροσώπους του, οίτινες το 906  συνεκρότησαν εκείσε,   μόνοι  Σύνοδον, εν η τον μεν γάμον του Λέοντος ανεγνώρισαν ως κανονικόν, τον δε Νικόλαον καθήρεσαν   αναδείξαντες Πατριάρχην   Ευθύμιον τινα, ηγούμενον της Μονής ψαμαθίας.   Ο   Νικόλαος εις ουδεμίαν επικοινωνίαν ελθών μετά των εκπροσώπων  της  Ρώμης διέγραψεν εκ των  δίπτυχων της  Ορθοδόξου Εκκλησίας το  όνομα αυτού.   Αποθανόντος όμως το 912 μ. Χ. του  Λέοντος,   την  Αυτοκρατορίαν ανέλαβεν ο αδελφός αυτού Αλέξανδρος, ανηλίκου όντος του υιού του Κων)νου Πορφυρογέννητου. Ο Αλέξανδρος ευθύς ανεκάλεσεν εις τον θρόνον τον Νικόλαον, καθαιρεθέντος του Ευθυμίου και εγκλεισθέντος εις Μονήν. Επανελθών ο Νικόλαος και πάλιν στρέφει τα βλέμματα προς  τον εν Κορίνθω πλέον  Μοναχόν Πέτρον, ίνα καταστήση τούτον Αρχιερέα. Και ήδη επέτυχε τούτο κατόπιν της επιμονής τών  Αργείων και Ναυπλιέων και ο Πέτρος μετά πάντως το 912 ανεδείχθη αποφάσεις, εις τον τόμον τούτον, επαναλέγω, αναφέρεται ότι  της Συνόδου μετέσχον «αρχιερείς και ιερείς Επίσκοπος Άργους, αφού ήδη έδωκεν εαυτόν τύπον και υπογραμμόν του πως οι άξιοι δέον να φθάνουν εις τους Επισκοπικούς θρόνους.

 Εν τω μεταξύ και επειδή τη 919 ο Κων)νος ενηλικιώθη, πράγμα όπερ εδημιούργει πολλαπλά προβλήματα δια την Αυτοκρατορίαν, και επειδή η δημιουργηθείσα ρίξις μεταξύ των εκκλησιών Ρώμης και Κων)λεως απήρεσκεν εις τον ειρηνικόν κατά τα άλλα Πατριάρχην Νικόλαον, απεφάσισεν ούτος την σύγκλησιν εις Κων)λιν Ι. Συνόδου το 920. Ο Νικόλαος Μαλαξός — Πρωτοπαπάς Ναυπλίου πληροφορεί ότι  της Συνόδου ταύτης μετέσχε και ο ημέτερος, παρασχεθώσι πληροφορίαι σχετικώς με την εν λόγω Σύνοδον.

Εις τον τόμον της Συνόδου ταύτης, τόμον δε λέγοντες εννοούμεν το κείμενον το περιλαμβάνον τα κύρια θέματα, τα συζητηθέντα εν τη Συνόδω  και τας επ’ αυτών ληφθείσας, όσοι μη εαυτοίς αρέσκειν ηγάπησαν» δηλαδή Αρχιερείς και Ιερείς, οι οποίοι δεν ηγάπησαν να αρέσουν εις τον εαυτόν τους, αλλά εις το να υπηρετούν αληθώς τον Θεόν και την Εκκλησίαν. Και εκάλεσεν ο Νικόλαος μεταξύ των πρώτων τον Επίσκοπον Άργους Πέτρον, ευρισκόμενον εις την κορυφήν «των μη εαυτοίς αρέσκειν» αγαπησάντων. Είχεν εν ανάγκην τοιούτων Ιεραρχών! Η εκ της τετραγαμίας προηγηθείσα εις τη Αύτοκρατορίαν ταραχή και η φυγαδευθείσα ειρήνη μεταξύ των Εκκλησιών Ρώμης Κων)πόλεως ήσαν θέματα μέγιστα και έπρεπε να μελετηθούν παρ’ αγίων και νουνεχών Αρχιερέων, οίτινες να δώσουν την κατά θεόν συμφέρουσαν λύσιν.

 Και ο  Πέτρος αποδεχθείς την πρόσκλησιν μετέβη εις Βυζάντιον, ίνα προσφέρη υπέρ της Εκκλησίας του ότι εις περίπτωσιν εκείνην ήτο ενδεδειγμένον. Ηρνείτο να ακούση άλλοτε τον Νικόλαον δια να γίνη Αρχιερεύς, ουχί διότι την παρακοήν ηγάπα, αλλά διότι της Αρχιερωσύνης το ύψος καλώς υπελόγιζεν. Ήδη όμως, όπου η Εκκλησία εκληδωνίζετο, ήδη, όπου η Αυτοκρατορία έσωθεν και έξωθεν προσεβάλλετο, ήτο αδύνατον να μείνη ασυγκίνητος ο Πέτρος, ο τίμιος Ιεράρχης Πέτρος. Ούτος σπεύδει και δίδει το παρών εις Κων)λιν, ότε και αναδεικνύεται δεξιός βραχίων και κραταίωμα του σώφρονος Πατριάρχου Νικολάου. Εκ της νέας αυτής συναντήσεως των δύο Ιεραρχών δύο σημαντικά στοιχεία κατέχομεν, το εν, το κοινόν όνειρον το οποίον αμφότερους συνεκίνησεν περί της Αγιότητας του οσίου Θεοδοσίου, του εν τη ομωνύμω Ι. Μονή της Αργολίδος, ασκουμένου εν τη αγιότητι, το οποίον αναφέρει εις τον βίον του οσίου ο αυτός Ν. Μαλαξός, και το οποίον, ως γνωστόν συντομίας χάριν παραλείπω και το έτερον ο τόμος, ο ενωτικός τόμος, ως αποκαλείται όστις συνετάγη υπό των μετασχόντων της I. Συνόδου, όστις αποτελεί, ως οίκοθεν νοείται, το αποστάλαγμα των όσων εν αυτή συνεζητήθησαν και απεφασίσθησαν.

Και είναι πράγματι δηλωτικός ο τόμος ούτος του κυριαρχήσαντος πνεύματος κατά την εν λόγω Σύνοδον, πνεύματος καθ’ ο οι μετάσχοντες αυτής υπερεμάχησαν και κατά των αυθαιρεσιών της Εκκλησίας της Ρώμης και κατά του εμφανισθέντος ηθικού εγκλήματος, της νομιμοποιήσεως δηλαδή του τετάρτου γάμου.

Εκ του τόμου τούτου μεταφέρομεν ενταύθα ολίγα τινά διά να εκτιμήσωμεν το κείμενον εκείνο, το οποίον αι Άγιαι χείρες του Πολιούχου ημών υπέγραψαν, δια να αισθανθώμεν την συγκίνησιν, την οποίαν και εκείνος ησθάνετο, όταν υπερεμάχει δια τινών, του δόγματος και της ηθικής, ήτοι της μη έπικρατήσεως των καινοτομιών της παλαιάς Ρώμης προς διασφάλισιν του  γνησίου ορθοδόξου δόγματος, και της μη αναγνωρίσεως της αρχής ότι το μυστήριον του γάμου είναι δυνατόν να ευλογή και αυτήν την τετραγαμίαν προς περιφρούρησιν της χριστιανικής ηθικής και του ιερού μυστηρίου εις α σημεία η αγία Εκκλησία απ’ αιώνων, κα-θώρισε. Ο τόμος ούτος εις δύο θέματα αναφέρεται, πρώτον εις την δημιουργηθείσαν ρίξιν μεταξύ των Εκκλησιών Κων)λεως και Ρώμης, των οποίων Εκκλησιών επιδιώκεται ήδη η επανασύνδεσις των σχέσεων, και δεύτερον εις το εγκληματικόν από απόψεως Χριστιανικής της αναγνωρίσεως της τετραγαμίας, Εξ αυτού σταχυολογούμεν ολίγα στοιχεία, απλουστεύοντες το κείμενον, οπου τούτο επιβάλλεται προς πληρεστέραν ενημέρωσιν ημών. Ιδού τα σημαντικώτερα τμήματα του ενωτικού τόμου:

 «Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και θεός εις τους Μαθητάς και Αποστόλους τους και εις όσους μετ’ εκείνων έγιναν άξιοι της κληρονομιάς του εξαίρετον    κληρονομίαν   αφήκε τήν  ειρήνην… «Και  εις τήν  συνέχειαν……   ‘Αλλ’ επειδή ούτως έχει το της ειρήνης θέμα, εξ αρχής και μέχρι τώρα, δεν εξέλιπε η επαναστατική κακία του πονηρού να διαταράσση το πλήρωμα της Εκκλησίας  ενώ ο αίτιος της ειρήνης και διδάσκαλος Χριστός ο θεός ημών… πάντοτε τα σκάνδαλα επιστρέφων κατά της κεφαλής τού πονηρού, την   ειρήνην  εις την Εκκλησίαν του διαφυλάσσει ανόθευτον… Και τώρα ότε συνέβη να ταραχθή η Εκκλησία εκ της γνωστής αφορμής του γάμου… της εσφαλμένης αφορμής αποδοκιμαζομένης, (επιβάλλεται) προς την αρχικήν κανονικήν τάξιν να αποκατασταθούν εκείνα, τα οποία ένεκα ταύτης εις εχθρότητα   διετέθησαν.

 Δια τούτο συναθροισθέντες από κοινού Αρχιερείς και ιερείς, όσοι δεν ηγάπησαν να αρέσουν εις τον εαυτόν τους, αλλά προετίμησαν την ειρήνην της Εκκλησίας από τας επαναστάσεις, κατενοήσαμεν εν συνειδήσει, επειδή εκ των εκ του γάμου εκείνου αφορμήν εδημιουργήθησαν τα σκάνδαλα, να καθαρισθούν ταύτα και διασφαλισθή (η πίστις ) ώστε μηδαμώς πλέον δια της εξελίξεως των σκανδάλων και των εκ τούτων αφορμών να ταράσσεται η Εκκλησία, ούτε ο βίος εκείνων, οι οποίοι θα ήθελον να ζήσουν κατά τον τρόπον αυτόν (τον σκανδαλώδη) να γίνεται κατάκριτος και αποδοκιμαστέος. Και λοιπόν αποφαινόμεθα κοινή γνώμη και κρίσει, από του παρόντος έτους, το οποίον είναι εξακιχιλιοστόν τετρακοσιοστόν εικοστόν όγδοον (έδώ εννοείται, από κτίσεως   κόσμου, δηλαδή 920 μ.Χ. τέταρτος γάμος από ουδένα να τολμηθή,   αλλά να είναι ούτος εξ ολοκλήρου απόβλητος ».

«Εν συνεχεία ο   τόμος   ασχολείται και με τον  τρίτον γάμον, τον οποίον αποκαλεί «ρύπασμα», δι’ ο και επιτάσσει, μετά το τοιούτον   γάμον «μέχρι πενταετίας αμέτοχος να μένη της θείας κοινωνίας και να μην  περικόπτεται ο χρόνος ούτος» δια  τους τολμητίας της ρυπαρότητος.  Και   συνεχίζει «όχι μόνον αλλά  και  τον δεύτερον και  τον  πρώτον γάμον, δεν αφίνομεν ανασφαλίστους, αλλά  και δια τούτους ορίζομεν  να  συνάπτωνται ούτως, ώστε να μη υπάρχη καμμία πονηρά αιτία ή    από απαγωγήν  η από προηγηθείσαν λαθραίαν φθοράν, αλλά  με  καθαρότητα εκ τοιούτων μολυσμάτων και πορνικής ακαθαρσίας» και  εις  αντιθετον περίπτωσιν κανονίζει τους ούτως εις τον γάμον φθάσαντας να υπόκεινται τον «επί της  πορνείας»  Ι. Κανόνα μεθ’ ο   εις την  θείαν Κοινωνίαν να  φθάνουν».

Και το ιερόν κείμενον περατούται δια της εξής συγκινητικής άμα και χαρακτηριστικής του πνεύματος   τών  συνταξάντων αυτήν προσευχής,   ην παραθέτομεν ως  έχει «τούτω ούτως διωρισμένων προς  ασφάλειαν της αγίας Εκκλησίας, του  αμέτοχον είναι  το ευσεβές των  Χριστιανών πλήρωμα των   εξ αθέμιτων   γάμων   ρύπων δεόμεθα της Σης αγαθότητος, Χριστέ ο θεός ημών, έτι και  δια παντός   παν σκάνδαλον, πάσαν διαμερισμού αιτίαν, της  σής εξελαύνειν   Εκκλησίας και  συντηρείν αύτη  την  ειρηναίαν  κατάστασιν,    πρεσβείαις της Δεσποίνης ημών και αχράντου πατρός, των  πανίερων σου μαθητών και  Αποστόλων δι’ ων εν πάση τη οικουμένη την σην καταφύσεις ειρήνην, και πάντων εις αιώνος ευαρεστούμενος τοις αγίοις. Αμήν».

Ταύτα, εν πάσει συντομία τα πληροφοριακά στοιχεία περί του δεσμού μεταξύ του Αγίου Πέτρου  και του  του Νικολάου  Μυστικού.

 Και  ήδη κλείοντες την σύντομον  ταύτην ομιλίαν ας εκτιμήσωμεν το παν αγαθόν πρόξενος εγγένετο ο δεσμός ούτος και για αυτούς προσωπικώς και δια την  Εκκλησίαν γενικότερον εκτιμώντες, ότι εκ του δεσμού τούτου μέσω του Νικολάου και δια της επιμονής αυτού  προσφέρεται εις  την Εκκλησίαν θεσπέσιος Ιεράρχης, « ο σοφός και προστάτης Αργείων, Πέτρος ο ένδοξος της συνδρομής δε του ιδίου προς  τον Νικόλαο η Εκκλησία σώζεται εκείνων απειλησάντων αυτήν.

Κλίνοντες την κεφαλήν προ της ιεράς μορφής του, ας δοξάσωμεν  τον Θεόν όστις  εχάρισεν εις ημών τοιούτου αγίου την προστασίαν, λέγοντες δόξα τω δωρησαμένω Σε ημών πρέσβυν ακοίμητον».

 

  

(Όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης της παρούσης ομιλίας, η απόδοση του κειμένου δεν μπορεί να είναι ορθογραφικά ορθή, αφού ο ομιλητής Πανοσιολογιώτατος  Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος και μετέπειτα  Μητροπολίτης Αργολίδας Χρυσόστομος Β΄ έγραφε στην καθαρεύουσα κι εμείς επιχειρήσαμε να την αποδώσουμε πιστά μεν, αλλά στο μονοτονικό).


Read Full Post »

Εκκλησίες του Ναυπλίου


 

Οι ιστορικοί ναοί και η «Αγία Μονή»  νησίδες Ελληνικότητας και Ορθοδοξίας.

 Του Γεωργίου Αθ. Χώρα

Δρος Θεολογίας τ. Διευθυντού Υπ. Παιδείας

Από την εποχή της ακμής της δυναστείας των Κομνηνών (12ος αι.), έχομε στο Ναύπλιον και την ευρύτερή του περιοχή σπουδαία δείγματα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της λεγόμενης Αργειακής Σχολής της βυζαντινής τέχνης, όπως οι σταυροειδείς μετά τρούλλου εκκλησίες του Χώκκα, του Μέρμπακα, το καθολικό της «Αγίας Μονής» Αρείας, Ναυπλίου, ο κομψός μικρός ναός του Σωτήρος στο Πλατανήτι. Ανάλογες με τις ρωμαιοκαθολικές ή οθωμανικές κυριαρχίες της περιοχής είναι οι τύχες των εκκλησιών του Ναυπλίου, που έγιναν άλλοτε τόποι λατρείας του καθολικού δόγματος, άλλοτε τζαμιά και αποθήκες.

Η παλαιότερη από τις σωζόμενες σήμερα εκκλησίες του Ναυπλίου είναι της Αγίας Σοφίας στον Ψαρομαχαλά του Ναυπλίου. Η εκκλησία αυτή ήταν η μόνη, που επετράπη το 1780, μετά από παρέμβαση του δραγουμάνου του Στόλου Ν. Μαυρογένους, να λειτουργεί υπέρ των 300 περίπου Ελλήνων Ορθοδόξων της πόλεως.  Τότε την πλειοψηφία των κατοίκων αποτελούσαν οι Οθωμανοί, οι άλλες εκκλησίες ήσαν, όπως είπαμε υπό κατάληψη και ο εκκλησιασμός των Ορθοδόξων γίνονταν μόνον εκτός των τειχών, στην εκκλησία των Αγίων Πάντων και στην Ευαγγελίστρια της Πρόνοιας. Την εκκλησία της Αγ. Σοφίας ανακαίνισε το 1825 ο τότε φρούραρχος Ναυπλίου, ο στρατηγός Νάσος Φωτομάρας. Οι υπόλοιπες σωζόμενες παραδοσιακές εκκλησίες του Ναυπλίου είναι: της Παναγίας, της Παναγίτσας, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Σπυρίδωνος και έξω των τειχών: Αγ. Τριάδος, Αγ. Πάντων κ.ά.

Οι εκκλησίες αυτές με την απελευθέρωση ευρέθηκαν σε πολύ κακή κατάσταση, όπως ερειπωμένες ήσαν οι περισσότερες κατοικίες των Ναυπλιωτών. Την δεύτερη δεκαετία του ελεύθερου βίου στο Ναύπλιο έγιναν σύντονες προσπάθειες στήριξης, ανακαίνισης, καλλωπισμού των ναών της πόλεως και η σημερινή τους μορφή και, κατά μεγάλο μέρος, οι αγιογραφίες τους οφείλονται στην εποχή αυτή, όπως την έλεγαν της αναγεννημένης Ελλάδος», της  «Παλιγγενεσίας».

Αναγεννησιακής τέχνης είναι επίσης οι τοιχογραφίες των εκκλησιών του Ναυπλίου έργα των ζωγράφων: Βυζαντίου, Πολίτη και Γεωργαντά της σχολής του Μονάχου.

 

Ο Άγιος Νικόλαος

 

Το σημερινό τρίτο κατά σειρά κτίσμα του Αγίου Νικολάου είναι τετράπλευρη παραλληλόγραμμη βασιλική με στέγη επίπεδη κεραμοσκέπαστη, ζωγραφισμένη με καλές αγιογραφίες και με τέμπλο ξυλόγλυπτο, ανάλαφρο, που τονίζει την σε ύψος ανάταση.

Από την εσωτερική διακόσμηση του φωτεινού αυτού ναού διακρίνονται για την καλλιτεχνική τους αξία ο δεσποτικός θρόνος, ο κεντρικός – ρωσικής τέχνης – πολυέλαιος και οι μεγάλες δεσποτικές εικόνες του τέμπλου των ετών 1848-1849 έργα του γνωστού ταλαντούχου αγιογράφου των χρόνων της Εθνικής Παλιγγενεσίας Ιωάννου Δημάδη.

  

Η εκκλησία της Παναγίας


 Η εκκλησία της Παναγίας έχει μία αξιόλογη ιστορία, που όμως δεν χωράει στα περιορισμένα όρια του παρόντος δημοσιεύματος. Είναι ρυθμού βασιλικής, χωρίζεται με έξι πανύψηλες κολόνες σε τρία κλίτη, αφιερωμένη στο Γενέσιον της Θεοτόκου, τον Άγιο Δημήτριο και τον νεομάρτυρα Άγιο Αναστάσιο του Ναυπλίου (+1656).

Το σημερινό υψηλό επιβλητικό του τέμπλο είναι έξοχο δείγμα επτανησιακής τέχνης, τύπου ροκοκό, με εμφανή επίδραση δυτικού τύπου. Της ίδιας εποχής είναι προφανώς και ο Άμβωνας και ο αρχιερατικός θρόνος, που αποτελούν με το Τέμπλο καλλιτεχνική οντότητα και με τη συμμετρία των άλλων επίπλων, με τα κανονικά ανοίγματα των παραθύρων, τις μελετημένες διαστάσεις των χώρων τονίζεται η εσωτερικότητα και η κατάνυξη, που επιβάλλει  η αρχοντική  αυτή εκκλησία.

Εδώ γιορτάζεται η μνήμη του νεομάρτυρα Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (1ης Φεβρουαρίου) με καθολική στο Ναύπλιο αργία, ενώ πρόσφατα τελέστηκαν τα εγκαίνια του νέου ναού, που κτίστηκε την τελευταία διετία με πρωτοβουλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ. Ιακώβου προς τιμήν του Αγίου Αναστασίου στη νέα πόλη του Ναυπλίου που αποτελεί εκπλήρωση οφειλομένου χρέους των Ναυπλιωτών προς τον Τοπικό του Άγιο.

 

Ο Άγιος Γεώργιος


 

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Είναι ο ιστορικότερος ναός του Ναυπλίου, αφού συνεμμερίσθη την τύχη της χιλιόχρονης πόλης και είδε να περνούν εδώ οι επισημότερες στιγμές της Ναυπλιακής ιστορίας. Κτίσμα των Βενετών από τον ΙΣΤ΄ αιώνα έγινε τζαμί επί Τουρκοκρατίας, μετά χριστιανικός ναός και μετά πάλι τζαμί, έως την απελευθέρωση της πόλης. Στο ναό αυτό έγινε η επίσημη υποδοχή του Morosini, που με την κατάληψη του Ναυπλίου (1686) ονομάσθη «Πελοποννησιακός». Εδώ έγινε η κηδεία των Παλαιών Πατρών Γερμανού (1824), Δημ. Υψηλάντη (1832) που ετάφη στον πρόναο, εδώ η κηδεία του Καποδίστρια (1831), εδώ ακουστήκανε οι ωραιότεροι λόγοι των διδασκάλων του Γένους, που έζησαν και αυτοί στο Ναύπλιο, τα πρώτα χρόνια της Παλιγγενεσίας. Ο καθεδρικός αυτός ναός κοσμείται με ωραίες αγιογραφίες του Δημ. Γεωργαντά και του Δ. Κ. Βυζαντίου, που είναι και συγγραφέας της πάντοτε επίκαιρης ηθογραφίας με τίτλο «Βαβυλωνία», με μεγάλο αντίγραφο του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο ντα Βίντσι, με θρόνο του βασιλιά  Όθωνα, με πολλές παλιές φορητές εικόνες.

 

Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος


 

Άποψη του Αγίου Σπυρίδωνος

Άποψη του Αγίου Σπυρίδωνος

Χτίστηκε το 1702 επί Βενετοκρατίας με έξοδα των ορθοδόξων κατοίκων Ναυπλίου, όπως ομολογείται στη σωζόμενη κτιτορική επιγραφή. Η εκκλησία είναι γνωστή από τη δολοφονία, στην είσοδό της, του πρώτου κυβερνήτη της νεότερης Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια, την 27η Σεπτεμβρίου 1831. Στο προαύλιο της εκεί μικρής πλατείας, βλέπομε την προτομή του Ναυπλιώτη ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη. Παλιές εκκλησίες είναι εκείνες του προαστείου του Ναυπλίου «Πρόνοια», δηλαδή των Αγίων Πάντων, που ήταν νεκροταφειακός ναός και εκεί έχουν ενταφιασθεί πολλές προσωπικότητες της Παλιγγενεσίας και η Ευαγγελίστρια που αποτελεί το μεγάλο παναργολικό προσκύνημα, ιδιαίτερα τη μεγάλη ημέρα της 25ης Μαρτίου. Υπάρχει ακόμη η εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου με ενθύμια των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Κτίσμα των χρόνων της Παλιγγενεσίας είναι και η βασιλική της Αγίας Τριάδος στην Πρόνοια, που άρχισε να κτίζεται επί Καποδίστρια, εκεί όπου παλαιότερα υπήρχε μικρότερη εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Οι αγιογραφίες της είναι του ζωγράφου Αδαμαντίου Πολίτη.

Υπάρχει ακόμα το αρχαιότερο βενετικό κτίσμα στο Ναύπλιο, ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, αρχικά μονή καθολική και μετά τζαμί, η καθολική εκκλησία που παρεχωρήθη στους καθολικούς υπό του βασιλέως Όθωνος (1839) και στεγάζει τα ενθυμήματα του παρελθόντος, τάφοι παλαιών Ναυπλιωτών και την περίφημη αψίδα του Γάλλου αξιωματικού Touret, όπου διαβάζουμε τα ονόματα των Φιλελλήνων, που έπεσαν βοηθώντας τον απελευθερωτικό αγώνα. Εδώ φυλάσσεται και αξιόλογο αντίγραφο της «Sacra Famillia» του Ραφαήλ, δώρο του Φιλίππου της Γαλλίας προς τους καθολικούς του Ναυπλίου.

 

Η Αγία Μονή Ναυπλίου


Η Μόνη Αρείας

Η Μόνη Αρείας

Το «Ιερόν Παλλάδιον» του Ναυπλίου είναι η  Μονή Αρείας, ευρύτερα εδώ γνωστή μόνο με την ονομασία «Αγία Μονή». Χτίστηκε από τον επίσκοπο Άργους και Ναυπλίου Λέοντα Ατζά, το 1143 και είναι σπουδαίο καλοδιατηρημένο δείγμα βυζαντινού ναού, τόπος συνεχούς προσκυνήματος και αντικείμενο ζωηρών περιγραφών εκ μέρους των κατά καιρούς περιηγητών της Αργοναυπλίας, είναι σε οπτική επαφή με το Ναύπλιον, στις ανατολικές υπώρειες του φρουρίου «Παλαμήδι».

Η Μονή επί Φραγκοκρατίας (1212-1389) έλαβε ειδικά προνόμια από το Λατίνο επίσκοπο Άργους Σεκούνδο Νάνι, παρέμεινε σε χέρια Ελλήνων Ορθοδόξων μοναχών και επί Ενετοκρατίας (1835-1540), κατά δε την επόμενη Τουρκοκρατία παρεχωρήθη με πράξη του νοταρίου (συμβολαιογράφου) Ναυπλίου (1679) στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, ως μετόχιο του Πανάγιου Τάφου.

Παρέμεινε πνευματικό κέντρο της περιοχής και προσφιλής τόπος διαμονής λογίων ανδρών – αντιγραφέων χειρογράφων. Κλείνοντας εδώ τη σύντομη αυτή επίσκεψη στις εκκλησίες του Ναυπλίου, επισημαίνουμε τη μεγάλη ηθική αξία και σημασία που είχαν για το ντόπιο πληθυσμό οι νησίδες αυτές της ελληνικότητας και της ορθοδοξίας και της συνεπακόλουθης ψυχικής ανάτασης, μέσα στις αντιξοότητες της πολυκύμαντης Ναυπλιακής ιστορίας.  

  

Πηγή

  

  • Περιοδικό Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Αφιέρωμα στο Ναύπλιο», Κυριακή 12 Νοεμβρίου 1995.

Read Full Post »

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ:   Οδυσσέας Ελύτης – Μίκης Θεοδωράκης

 

Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ, ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΑΡΓΟΥΣ ΚΑΙ Ο ΔΗΜΟΣ ΛΕΡΝΑΣ, με ιδιαίτερη χαρά σας καλούν στην παραλία Κιβερίου, το Σάββατο στις 18 Ιουλίου 2009 στις 9.00 το βράδι… για να απολαύσετε και να χαρείτε το κορυφαίο λαϊκό ορατόριο των Οδυσσέα Ελύτη και Μίκη Θεοδωράκη ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ.

 

ΑΞΙΟΝ-ΕΣΤΙ

Η χορωδία της πολιτιστικής Πρότασης, επιχειρεί με οδηγό της τον  Μαέστρο κ. Νόνη να σας ξεναγήσει στα υψίπεδα της ένθεης μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη και την μυροφόρο ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη.

Προταση

 

Τον σχεδιασμό και την υλοποίηση αυτής της ξεχωριστής βραδιάς, φρόντισαν ο Σκηνοθέτης και Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Πρότασης κ. Ν. Ταρατόρης και η ακάματη κ. Πίνκα Ταρατόρη.

Σάββατο 18 Ιουλίου 2009. Βραδιά μέθεξης και νυχτερινής περιπλάνησης στον κόσμο του Ελύτη. Αυτόν τον κόσμο τον μικρό, τον Μέγα.

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ – ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΔΗΜΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ: ΔΗΜΟΣ ΛΕΡΝΑΣ

 


Read Full Post »

Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος)

 


 

Μετά την επανάσταση του 1821, πολλοί αγωνιστές θέλησαν να καταγράψουν τα κατορθώματά τους. Άλλοι για λόγους υστεροφημίας και άλλοι επειδή θεώρησαν υποχρέωσή τους την διατήρηση της μνήμης αυτών των γεγονότων, θέτοντας τα στην υπηρεσία των επερχόμενων ιστορικών και μελετητών της περιόδου αυτής.

Πολλοί, έγραψαν τα απομνημονεύματά τους με συνέπεια και ταπεινότητα. Άλλοι μεγαλοποίησαν – είτε από εγωισμό είτε από ματαιοδοξία – την προσφορά τους, και κάποιοι άλλοι – μετά από ανάθεση των πρωταγωνιστών ή λόγω συμπάθειας προς αυτούς – συνέταξαν διθυράμβους που καμία σχέση δεν είχαν με την πραγματικότητα. Τέτοιων δημοσιευμάτων βρίθει η Οθωνική περίοδος. Οι εφημερίδες αποδύονται σε αγώνα δρόμου προκειμένου να στηρίξουν εκείνους τους πολιτικούς ή στρατιωτικούς που είναι «φίλα προσκείμενοι» προς τις δικές τους πολιτικές επιλογές και παρατάξεις.  

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, ενοχλημένος από τις υπερβολές και τις υπερφίαλες αυτές καταγραφές, θέλησε να απαντήσει και να αποδείξει « αυτεινών τις ψευτιές και χαμέρπιές τους κατά δύναμιν» αλλά και να καταθέσει πώς ο ίδιος έζησε και είδε τον Αγώνα της Πατρίδας, αποφάσισε να εικονογραφήσει τις σπουδαιότερες φάσεις του ’21.

Τα Απομνημονεύματα και η Ζωγραφική, είναι οι δύο πυλώνες που στήριξαν την σκέψη του Στρατηγού και οφείλονται στο ίδιο κίνητρο. Ο Μακρυγιάννης εννοούσε την ιστορία σαν χρέος απέναντι στις επερχόμενες γενιές.

«Η ιστορία, θέλει πατριωτισμό, να ειπής και των φίλωνέ σου τα καλά και τα κακά και τοιούτως φωτίζονται οι μεταγενέστεροι όπου θα τη διαβάσουν, να μη πέφτουν σε λάθη˙ και τότε σχηματίζονται τα έθνη». 

Την ιδέα αυτή αρχικά, την σκέφτηκε την άνοιξη του 1836, όταν – επί κεφαλής της τετραρχίας του –  μετέβη μαζί με τον Ριχάρδο Τσώρτς στην Δυτική Ρούμελη, προκειμένου να καταστείλει μια ανταρσία κατά του Όθωνα. Βλέποντας πάλι τα ήρεμα και σιωπηλά πεδία των μαχών όπου είχε και ο ίδιος πολεμήσει, ξύπνησαν μέσα του οι αναμνήσεις και συγκινήθηκε. Έλαβε την απόφαση.

 

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας

 

Ο Μακρυγιάννης, έμαθε γράμματα στα γεράματά του για να γράψει τα Απομνημονεύματα. Εξ’ άλλου οι περισσότεροι Έλληνες, έβγαιναν από το έρεβος της σκλαβιάς αναλφάβητοι. Ο Μπάρμπα Γιάννης  έμαθε να γράφει αλλά όχι και να ζωγραφίζει. Προσπάθησε λοιπόν να συνεργαστεί με ένα Ευρωπαίο ζωγράφο. Εκείνος θα ιστορούσε με την δική του λαϊκή, απροσποίητη και λαγαρή γλώσσα του όσα την μνήμη και την καρδιά του είχαν σημαδέψει  κι ο « Φράγκος»  θα έπρεπε να τα ζωντανέψει στο ξύλο. Το εγχείρημα όμως σταμάτησε μετά τον τρίτο πίνακα, λόγω δυσκολιών στην συνεννόηση αλλά και στην δυσκολία του ζωγράφου να αντιληφθεί όσα ο Μπάρμπα Γιάννης ήθελε να εκφράσει στους πίνακες. Η άγνοια της γλώσσας – εκείνης της γλώσσας που ξέρει να παραβιάζει τον χρόνο και τον τόπο, προτάσσοντας τα πράγματα σύμφωνα με τους μυστικούς ηθικούς κώδικες που μόνο οι Έλληνες γνωρίζουν – αποδείχτηκε μοιραία. «…έφκιασε δύο τρεις, δεν ήταν καλές…» μας λέει παρακάτω ο Στρατηγός.

 « κι έρχοντας εδώ εις Αθήνα, πήρα ένα ζωγράφο Φράγκο και τον είχα να μου φκιάσει σε εικονογραφίες αυτούς τους πολέμους. Δεν γνώριζα τη γλώσσα του. Έφκιασε δύο τρεις, δεν ήταν καλές˙τον πλέρωσα κι έφυγε. Αφού έδιωξα αυτό τον ζωγράφο, έστειλα και έφεραν από την Σπάρτη έναν αγωνιστή, Παναγιώτη Ζωγράφον τον έλεγαν˙ έφεραν αυτόν και μιλήσαμεν και συνφωνήσαμεν το κάθε κάδρον την τιμήν του˙ κι έστειλε κι ήφερε και  δύο του παιδιά˙ και τους είχα εις το σπίτι μου όταν εργάζονταν. Κι αυτό άρχισε από τα 1836 και τέλειωσε τα 1839. Έπαιρνα τον Ζωγράφο και βγαίναμεν εις τους λόφους και τόλεγα…..Έτζι είναι εκείνη η θέση, έτζι εκείνη˙αυτός ο πόλεμος έτζι έγινε αρχηγός ήταν των Ελλήνων εκείνος, των Τούρκων εκείνος».            

 

 

 

Μάχαι Άργους Αγιονορίου Κορίνθου

Μάχαι Άργους Αγιονορίου Κορίνθου

 

                                                                                      

Ο επόμενος συνεργάτης του – όπως είδαμε-  ήταν ο Παναγιώτης Ζωγράφος, από την Βαρδώνια της Λακωνίας, μαζί με τους δυο γιούς του.

« Λαϊκός ζωγράφος, αγιογράφος της μεταβυζαντινής λαϊκής παράδοσης, αγωνιστής και ο ίδιος, ο Παναγιώτης Ζωγράφος ήταν ιδανικά προικισμένος για να αισθητοποιήσει τα οράματα του Στρατηγού. Οι αρχέτυπες εικόνες που είχαν στο πνεύμα τους κατάγονταν απ’ τον ίδιο πολιτισμό˙ έναν πολιτισμό λαϊκό αλλά αυτάρκη, ζωογονημένο από ένα πλούσιο παρελθόν που είχε περάσει μέσα στους φορείς του, όχι σαν ξηρή ιστορική μνήμη, αλλά σαν ύφος ζωής, σαν παραδομένη τεχνική και καλαισθησία».

Αυτά  γράφει σχετικά με τον Παναγιώτη Ζωγράφο η εξαίρετη Καθηγήτρια της Ιστορίας της Τέχνης και Διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης Κα Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα, στο άρθρο της “ Εικονογραφία του Αγώνα” που δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 8ης Ιουνίου του 1997. 

 

Η πολιορκία των Αθηνών από τον Κιουταχή

Η πολιορκία των Αθηνών από τον Κιουταχή

 

Τρία χρόνια κράτησε η συνεργασία αυτή 1836- 1839. Επισκέφτηκαν τα διάφορα πεδία των μαχών που είχε λάβει μέρος ο Μακρυγιάννης και ενώ ο Στρατηγός του εξιστορούσε « έτσι είναι εκείνη η θέσις, έτσι εκείνη, αυτός ο πόλεμος έτσι έγινε, αρχηγός των Ελλήνων ήτο εκείνος, αρχηγός των Τούρκων εκείνος», ο Ζωγράφος φιλοτεχνούσε τον πίνακα.

Το αποτέλεσμα αυτής της αρμονικής και αγαστής συνεργασίας ( έμπνευση και αναμνήσεις Μακρυγιάννη, εκτέλεση Π. Ζωγράφου) υπήρξε ιδιαίτερα γόνιμο. Είκοσι πέντε κάδρα σε ξύλο, διαστάσεων 0, 565 x 0,40 ζωγραφισμένα με την βυζαντινή τεχνική. Ο ένας απ’ αυτούς, που παρουσίαζε τον Άρμανσμπεργκ να ξεριζώνει την καρδιά της Ελλάδας, καταστράφηκε από τους φίλους του για λόγους προστασίας του στρατηγού και αντικαταστάθηκε από μια προσωπογραφία του ίδιου.

 

Μάχη της Λαγκάδος Κομπότι και Πέτα

Μάχη της Λαγκάδος Κομπότι και Πέτα

 

Από τους 24 πρωτότυπους πίνακες, κατασκευάστηκαν 4 πλήρεις σειρές αντιγράφων σε χαρτί στράτζο, διαστάσεων 0,64 x0,50 με την τεχνική της υδατογραφίας.

Τους πίνακες αυτούς ο Μακρυγιάννης τους έδειξε για πρώτη φορά στους φίλους του, τους οποίους είχε καλέσει σε επίσημο γεύμα στο σπίτι του. Ο ίδιος γράφει:

Τους πρέσβες των ευεργέτων μας Δυνάμεων και τους Φιλέλληνας, τους αγωνιστάς και τους αυλικούς και τους υπουργούς και δικούς μας σημαντικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς, ως διακόσιους πενήντα ανθρώπους. Τελειώνοντας το τραπέζι, τότε έβγαλα τις εικονογραφίες και τις θεώρησαν

 

Οι πολιορκίες του Μεσσολογίου

Οι πολιορκίες του Μεσσολογίου

 

Από τις 4 σειρές ο Μακρυγιάννης χάρισε τις τρεις στους Πρέσβεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και  της Ρωσίας ενώ μία σειρά πρόσφερε στον βασιλιά Όθωνα. Οι καλές κριτικές που δέχτηκε και ο ενθουσιασμός των συναγωνιστών του και των άλλων ομοτράπεζων, ενίσχυσαν την σκέψη του Στρατηγού για την έκδοση ενός λευκώματος προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα της απόκτησής του από πολλούς.

Για τον σκοπό αυτό συμφώνησε  με τον δάσκαλο Αλέξανδρο Ησαΐα και συνυπέγραψε την 583 συμβολαιογραφική πράξη, έτους 1839 του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Πίταρη. Σ’ αυτήν βεβαιώνεται η παράδοση στον Ησαΐα της σειράς των αντιγράφων, που είχε δωρίσει ο Μακρυγιάννης στον Όθωνα και την οποία δανείστηκε ο Στρατηγός για να υλοποιηθεί η έκδοση. Ο Ησαΐας υποσχέθηκε να πάει στο Παρίσι για να λιθογραφήσει τους πίνακες και αφού προβεί σε κάποιες μικροδιορθώσεις των θέσεων και των προσώπων, χωρίς να απομακρυνθεί από την ιδέα ή να παραλλάξει κάτι από τις εκθέσεις των περιστατικών και των περιγραφών, να τυπώσει κάποια αντίτυπα.

 

Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των πέριξ αυτής χωρίων

Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των πέριξ αυτής χωρίων

 

Παρά την συμφωνία τους, ο Ησαΐας στην Βενετία φιλοτέχνησε νέους πίνακες, δυτικού τύπου, τελείως διαφορετικούς από εκείνος των Μακρυγιάννη- Ζωγράφου και τους τύπωσε. Όταν το 1840 οι λιθογραφίες αυτές κυκλοφόρησαν στην Αθήνα, ο Μακρυγιάννης τις αποδοκίμασε και κατήγγειλε δημόσια ότι ο Ησαΐας νόθευσε τους πίνακές του, ότι τους πλαστογράφησε και ότι δολίως παρέβη την συμφωνία περί των πνευματικών δικαιωμάτων του.

Η αλήθεια είναι ότι η κατηγορία του Στρατηγού δεν ήταν σταθερή και δίκαια. Ο Ησαΐας εξέδωσε άλλους, τελείως διαφορετικούς πίνακες, που καθόλου δεν υστερούσαν σε καλλιτεχνικό και ιστορικό ενδιαφέρον.

 

Πόλεμος των Βασιλικών

Πόλεμος των Βασιλικών

 

Μετά τον θάνατο του Ησαΐα στην Τεργέστη, ολόκληρη η σειρά του Όθωνα χάθηκε. Το 1909 όμως ο Ιωάννης Γεννάδιος την εντόπισε στην Ρώμη και την αγόρασε. Σήμερα βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Η σειρά που χάρισε στον Άγγλο πρεσβευτή Έντμοντ Λάιονς παραδόθηκαν  στον υπουργό εξωτερικών της Αγγλίας Λόρδο Πάλμερστον, ο οποίος τα πρόσφερε στην βασίλισσα Βικτωρία.

Από την πρωτότυπη σειρά που ο Μακρυγιάννης κράτησε για τον εαυτό του, σώζονται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, άλλοτε Μουσείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας, 8 κομμάτια διαστάσεων 0,565 x0,40 μ. Ακόμη τρία αντίγραφα σε χαρτόνι. Τα έργα αυτά χάρισε στην Εταιρία ο Στρατηγός Κίτσος Ιωάννου Μακρυγιάννης το 1927. Οι σειρές που χαρίστηκαν στον Γάλλο Πρεσβευτή και τον Ρώσο δεν έχουν βρεθεί και αγνοούμε την τύχη τους.

Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, υπήρξε άριστος στρατιωτικός, πολιτικός, συγγραφέας. Σε όλα αυτοδίδακτος. Σε όλα άριστος. Ακόμη και στους πίνακες που μπορεί να μη ζωγράφισε με το χέρι του αλλά σημάδεψε με το μεγαλείο της ψυχής του.

« Ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθε και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά»( Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη).

 

Πηγές

 


  • Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη, «Εικόνες του Αγώνος», Έκδοσις Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Ελλάδος, Αθήναι, 1966.
  • Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Ιωάννης Μακρυγιάννης 200 χρόνια από τη γέννησή του», Κυριακή 8 Ιουνίου 1997.
  • Στρατηγού Μακρυγιάννη, «Aπομνημονεύματα»,  Ελληνικά Γράμματα / Τα Νέα, 2006.

Διαβάστε επίσης:

 

Read Full Post »

Μακρυγιάννη Ιωάννη – Χρονολόγιο (1797-1864)

   


 «Εκεί οπούφκιαχνα τις θέσες εις τους Μύλους (Κοντά στο Ναύπλιο) ήρθε ο Ντερνυς (Γάλλος Στρατιωτικός) να με ιδή. Μου λέγει. Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες. Τι πόλεμον θα κάνετε με τον Μπραϊμη αυτού; – Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσεις κι’ εμείς, όμως είναι δυνατός ο θεός όπου μας προστατεύει. Και θα δείξωμεν την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσεις τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραϊμη, παρηγοριόμαστε μ’ ένα τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Κι όταν κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν»

(Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη)

  

Χρονολόγιο

     

Χαλκογραφία του Μακρυγιάννη, έργο του Παναγιώτη Γράββαλου, 1996.

Χαλκογραφία του Μακρυγιάννη, έργο του Παναγιώτη Γράββαλου, 1996.

1797. Γέννηση του Γιάννη Μακρυγιάννη στο μικρό οικισμό Αβορίτι, κοντά στο Λιδορίκι της Δωρίδας. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Τριανταφυλλοδημήτρης αλλά από τους συμπολεμιστές του έλαβε το παρωνύμιο Μακρυγιάννης λόγω του υψηλού αναστήματός του. Νωρίς μένει ορφανός, όταν ο πατέρας του φονεύεται σε συμπλοκή με Τουρκαλβανούς του Αλή Πασά. Με τη μητέρα του Βασιλική, καταφεύγει στη Λιβαδειά.

1811. Εγκαθίσταται στην Άρτα και εργάζεται ως επιστάτης στον συμπατριώτη του Αθανάσιο Λιδωρίκη, έμπιστο του Αλή Πασά.

Σύντομα ασχολείται με το εμπόριο, και στις παραμονές της Επανάστασης έχει ήδη αποκτήσει ικανή περιουσία.

1820. Μυείται στη Φιλική Εταιρεία. Συλλαμβάνεται από τους Τούρκους και βασανίζεται επί 75 ημέρες.

1821. Σχηματίζει ομάδα 18 ανδρών από την Άρτα και ενώνεται με το επαναστατικό σώμα υπό την αρχηγία του Γιώργου Μπακόλα. Συμμετέχει σε όλες τις επιχειρήσεις της Ηπείρου και την πολιορκία της Άρτας. Τραυματίζεται στη μάχη του Πέτα.

1822. Συνεργάζεται με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στην απελευθέρωση των Αθηνών.

1823. Ορίζεται «πολιτάρχης» των Αθηνών. Διαφωνία του με τον Γκούρα, φρούραρχο της Ακρόπολης. Αναχωρεί για τη Ρούμελη με τον Νικηταρά και μαζί νικούν στη μάχη της Βελίτσας. Φθάνει στην Πελοπόννησο με το στράτευμα των Ρουμελιωτών και συμμετέχει στην εμφύλια ρήξη με το μέρος των κυβερνητικών.

1824. Προάγεται σε χιλίαρχο και αργότερα σε στρατηγό. Καταστέλλει την ανταρσία στο Ναύπλιο.

Η σύζυγος του στρατηγού Μακρυγιάννη Αικατερίνη, το γένος Γ. Σκουζέ.

Η σύζυγος του στρατηγού Μακρυγιάννη Αικατερίνη, το γένος Γ. Σκουζέ.

1825.  Αναλαμβάνει διοικητής της Αρκαδίας. Πολεμά στο Νιόκαστρο και στους Μύλους του Άργους, όπου τραυματίζεται σοβαρά. Φθάνει στην Αθήνα και μάχεται ηρωικά κατά την πολιορκία της πόλεως από τον Κιουταχή. Παντρεύεται την κόρη του Γ. Σκουζέ, Αικατερίνη. Μεταβαίνει στην Ύδρα προκειμένου να ενισχύσει την άμυνα του νησιού.

1826. Παραίτησή του από το βαθμό του στρατηγού, η οποία δεν γίνεται δεκτή. Αναλαμβάνει και πάλι πολιτάρχης στην Αθήνα, όπου πολεμά υπό τις διαταγές του Καραϊσκάκη και τραυματίζεται τρεις φορές.

1827. Διαφωνεί με τον Καραϊσκάκη όσον αφορά την τακτική των επιχειρήσεων. Επικεφαλής της εμπροσθοφυλακής στην καταστροφική μάχη του Ανάλατου.

1828. Διορίζεται από τον Καποδίστρια Γενικός Αρχηγός της Εκτελεστικής Δυνάμεως της Πελοποννήσου.

1829. Αρχίζει τη συγγραφή των Απομνημονευμάτων του στο Άργος, τα οποία θα ολοκληρώσει το 1850.

1830. Απομακρύνεται από τη θέση του έπειτα από διαταγή του Καποδίστρια, στον οποίο καταλόγιζε σφάλματα στη άσκηση της πολιτικής του.

1831. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, συμμετέχει στον εμφύλιο πόλεμο με το μέρος των «συνταγματικών».

1832. Ε΄ Εθνοσυνέλευση στο Ναύπλιο και εκλογή του Όθωνα ως βασιλιά της χώρας, πράξη που ο Μακρυγιάννης θεωρεί σωτηρία για την Ελλάδα.

1833. Υποδέχεται με ενθουσιασμό την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο, όμως σύντομα αρχίζει να απογοητεύεται από τις ενέργειες της Αντιβασιλείας και αποσύρεται στην Αθήνα όπου ασχολείται με το κτίσιμο του σπιτιού του και την πολυμελή οικογένειά του.

1834. Εκλέγεται Δημοτικός Σύμβουλος της Αθήνας. Συνοδεύει τον Όθωνα κατά την περιοδεία του στη Στερεά Ελλάδα.

1835. Διαμάχη με τον Άρμανσμπεργκ. Με προτροπή του το Δημοτικό Συμβούλιο εκδίδει ψήφισμα για τη χορήγηση Συντάγματος. Το Συμβούλιο παύεται.

1836. Προσκαλεί τον Παναγιώτη Ζωγράφο να ζωγραφίσει, με την καθοδήγησή του, τις μάχες του Αγώνα.

1839. Σε γεύμα που παραθέτει στο σπίτι του παρουσιάζει τους 24 πίνακες που φιλοτέχνησε ο Π. Ζωγράφος με τη βοήθεια των δύο του γιών.

1840. Οργανώνει κίνημα εναντίον του Όθωνα για την παροχή Συντάγματος.

1843. Πρωτοστατεί στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Πληρεξούσιος των Αθηνών στην Εθνική Συνέλευση για την κατάρτιση του νέου Συντάγματος.

1844. Ψηφίζεται το Σύνταγμα. Αντιδικία με τον Δ. Καλλέργη με αφορμή το ρόλο τους στην Επανάσταση. Πεθαίνει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

1845. Διαφωνεί με τον πρωθυπουργό Ιωάννη Κωλλέτη. Απόπειρα δολοφονίας του. Ιδιωτεύει.

1851. Στην Αθήνα κυκλοφορούν έντονες φήμες ότι προετοιμάζει κίνηση κατά του Όθωνα.

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης σε μεγάλη ηλικία.

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης σε μεγάλη ηλικία.

1852.  Κατηγορείται για συνωμοσία εναντίον του Όθωνα. Τίθεται υπό περιορισμό στην οικίαν του και στη συνέχεια προφυλακίζεται.

1853. Στις 18 Μαρτίου το Δικαστήριο, με πρόεδρο τον Κίτσο Τζαβέλλα, τον καταδικάζει σε θάνατο. Με διαταγή του Όθωνα η ποινή μετατρέπεται σε ισόβια και αργότερα σε κάθειρξη δέκα ετών.

1854. Αποφυλακίζεται στις 2 Σεπτεμβρίου, ύστερα από μεσολάβηση του Καλλέργη.

1857. Επισκέπτεται τα Επτάνησα.

1859. Επισκέπτεται τη Ζάκυνθο.

1862. Στις πανηγυρικές εκδηλώσεις για την έξωση του Όθωνα Ο Μακρυγιάννης μεταφέρεται θριαμβευτικά στους ώμους των διαδηλωτών. Του απονέμεται ο τίτλος του υποστρατήγου.

1864. Προάγεται σε αντιστράτηγο και εκλέγεται πληρεξούσιος Αττικής στην Εθνική Συνέλευση. Επτά ημέρες αργότερα, στις 27 Απριλίου, αφήνει την τελευταία του πνοή από υπερβολική εξάντληση.  

 

Πηγές

   

  • Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Ιωάννης Μακρυγιάννης 200 χρόνια από τη γέννησή του», Κυριακή 8 Ιουνίου 1997.
  • Στρατηγού Μακρυγιάννη, «Aπομνημονεύματα»,  Ελληνικά Γράμματα/Tα Νέα, 2006.

 

Διαβάστε επίσης:



Read Full Post »

Παζιώτα Ευαγγελία


 

Vangy Paziotas

Vangy Paziotas

Η Ευαγγελία Παζιώτα γεννήθηκε καταμεσής μιας άνοιξης, αρκετά χρόνια μετά τον εμφύλιο πόλεμο, στην αρχαιότερη συνεχώς κατοικούμενη πόλη, στο Άργος, με το αρχαιότερο λαξευτό  θέατρο, το δεσποτικό μεσαιωνικό κάστρο και τους απέραντους καταπράσινους πορτοκαλεώνες. Μετά από απουσία πολλών ετών στο εξωτερικό, επιστρέφει στην ¨πολυπόθητη Ιθάκη της¨, τη γενέτειρα της, όπως της αρέσει να την αποκαλεί. Ασχολήθηκε με ζέση με τη διδασκαλία της Αγγλικής γλώσσας, έχοντας αποκομίσει ως εκπαιδευτικός, προσοδοφόρες κρυστάλλινες εμπειρίες, ερχόμενη σε επαφή με το ψυχικό κόσμο των μικρών μαθητών, που τις διοχετεύει στα έργα της. Ταυτόχρονα με ενθουσιασμό και μεράκι περιδιαβαίνει τα υπέροχα μονοπάτια της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

 

Γλυπτουργήματα – Έκθεση στο πάρκο του Άργους

Γλυπτουργήματα – Έκθεση στο πάρκο του Άργους

 

Περιπλανιέται στις αχανείς έρημους αναζήτησης νέων δεδομένων καλλιτεχνικής έκφρασης. Απόδειξη, οι εκθέσεις της να υπάγονται η κάθε μια ξεχωριστά σε διαφορετική τεχνοτροπία. Συνήθως στις περιπλανήσεις της νοιώθει εξουθενωμένη από τους κακεντρεχείς προβληματισμούς, διψασμένη για ποιοτική αντιμετώπιση της καθημερινότητας και αναζητάει διακαώς να βρίσκει στερνό καταφύγιο μόνο στις οάσεις της  δημιουργίας.

Αναδυομένη

Αναδυομένη

 

Ταξιδεύοντας στο κόσμο της τέχνης, δεν ξεχνά να ευγνωμονεί τα υλικά της πλάσης που τις συμπαραστέκονται και τη συντροφεύουν χαρίζοντας της εργαλεία εκτέλεσης  αποτύπωσης της ατελείωτης ποικιλίας των μεταλλαγών που παρουσιάζει η ασύλληπτη αισθητική της ομορφιάς. Υλικά όπως το λάδι, το χρώμα, το μελάνι, το τρίχωμα του πινέλου, πεταμένα ανακυκλώσιμα υλικά, ο βαμβακερός καμβάς, το ξύλο, οι πέτρες  και τόσα άλλα.

 

Psychedelic reflactions

Psychedelic reflactions

 

Αρέσκεται να ξεδιαλέγει τη χρωματική συσχέτιση και να τη ζευγαρώνει με την αρμονία του αντικατοπτρισμού της ψυχοσύνθεσης της. Υιοθετεί συνήθως ονειρικά μυστηριακά ψήγματα ανασυρμένα από έντονες αναμνήσεις. Προσπαθεί να εδραιώσει τις καταγραφές του χειμάρρου των συναισθημάτων και των ερεθισμάτων της σκέψης. Τα απλώνει με συλλογική λεπτομέρεια στα έργα της και επιδιώκει να παρασύρει το θεατή σε ένα νοητό διάλογο που αποβλέπει την επιθυμητή μεταμόρφωση του. 

 

Vangy Paziotas

Vangy Paziotas

 

Η Ευαγγελία Παζιωτα, η Vangy Paziotas, όπως υπογράφει τα έργα της, είναι απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών του πανεπιστήμιου του Waterloo του Canada.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »