Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Armansperg’

Άρμανσπεργκ Ιωσήφ Λουδοβίκος (1787 – 1853)


  

 

Κόμης Ιωσήφ Λουδοβίκος Άρμανσμπεργκ

Ο Ιωσήφ Λουδοβίκος Κόμης του Άρμανσπεργκ (γερμ. Joseph Ludwig Graf von Armansperg) γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1787 και πέθανε στις 22 Μαρτίου του 1853. Ήταν Βαυαρός πολιτικός και πρόεδρος του συμβουλίου της Αντιβασιλείας, που ορίστηκε από τις Μεγάλες Δυνάμεις να συνοδεύσει το μελλοντικό Βασιλιά Όθωνα στην Ελλάδα και να ασκήσει εξ ονόματός του την εξουσία έως την ενηλικίωσή του.

Ο Άρμανσπεργκ γεννήθηκε στο Κέτζτινγκ (Kötzting) της Κάτω Βαυαρίας και πέθανε στη έπαυλή του στο Ντίγκεντορφ. Καταγόταν από σπουδαίο παλαιό οίκο ευγενών και από 26 ετών εισήλθε σε κρατικές διοικητικές υπηρεσίες, όταν έμπλεος υπέρ της γερμανικής ελευθερίας έσπευσε το 1813 να συναντήσει το βαυαρικό στρατό και να προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες. Μετά τη συνομολόγηση ειρήνης στο Παρίσι του ανατέθηκε η διοίκηση του διαμερίσματος των Βοσγίων και στη συνέχεια όλων των μεταξύ του Ρήνου και Μεύσιδας χωρών. Όταν κλήθηκε στο συνέδριο της Βιέννης, υπερασπίστηκε με πάθος τα συμφέροντα της Βαυαρίας.

Το 1816 και το 1817 μετείχε στο έργο των επιτροπών του Ρήνου και του Δούναβη, από όπου άρχισε να ασχολείται με διεθνή θέματα. Αργότερα διορίστηκε νομάρχης και επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο για την οικονομική ανάπτυξη, ενώ το 1820 διορίστηκε διευθυντής του γενικού λογιστηρίου του κράτους. Στη συνέχεια εκλέχτηκε βουλευτής, αλλά για ελάχιστες ψήφους δεν εξελέγη πρόεδρος της βουλής, πέτυχε όμως τη θέση του αντιπροέδρου, όπου και διακρίθηκε ως σπουδαίος ρήτορας. Υπό την ειδικότητα αυτή τέθηκε επικεφαλής της αντιπολίτευσης των συντηρητικών φιλελευθέρων υποστηρίζοντας ένθερμα τη δημιουργία δημοτικών συμβουλίων για πρώτη φορά στη χώρα.

Όταν ανήλθε στο βαυαρικό θρόνο ο πατέρας του Όθωνα, ο Λουδοβίκος Α’, τον κάλεσε να αναλάβει την αναδιοργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών του κράτους. Έτσι, όλοι σχεδόν οι διοργανωτικοί νόμοι που ακολούθησαν ήταν έργο του Άρμανσπεργκ, με συνέπεια να καταλάβει τη θέση του συμβούλου επικρατείας αναλαμβάνοντας επίσης υπουργός των Οικονομικών και των Εσωτερικών. Ως υπουργός των Οικονομικών πέτυχε την τελωνειακή ένωση όλων των τότε γερμανικών χωρών -που θεωρείται και η πρώτη που σημειώθηκε στην Ευρώπη— και ταυτόχρονα την οικονομική ανόρθωση της Βαυαρίας. Παρά ταύτα αντιδρώντας συστηματικά στις διάφορες απαιτήσεις της παπικής αυλής προκάλεσε το μίσος της παπικής καμαρίλας, του Μονάχου και του συνόλου σχεδόν του καθολικού κλήρου, που αντιδρούσαν σε κάθε φιλελεύθερο νέο θεσμό που εισήγαγε.

Κατάληξη αυτού του συνεχούς πολέμου ήταν η απώλεια του χαρτοφυλακίου του, αλλά ο βασιλιάς για να τον ανταμείψει για το τεράστιο έργο που είχε επιτελέσει τον εξέλεξε πρέσβη στο Λονδίνο, θέση που τελικά ο Άρμανσπεργκ δεν αποδέχθηκε και προτίμησε την οριστική απόσυρση του από τα δημόσια πράγματα, ιδιωτεύοντας στα κτήματα του.

Από το 1828 όμως διατελούσε ισόβιος σύμβουλος επικρατείας, καθώς και ισόβιο μέλος της Γερουσίας της Βαυαρίας. Το 1832, έπειτα από παράκληση του βασιλιά της Βαυαρίας, δέχτηκε να κατέβει στην Ελλάδα ως μέλος της πενταμελούς Αντι­βασιλείας, της οποίας και του ανατέθηκε η προεδρία. Άλλα μέλη της Αντιβασιλείας ήταν ο καθηγητής Γεώργιος Λουδοβίκος φον Μάουρερ και ο υποστράτηγος Καρλ Βίλχελμ ‘Ειντεκ.

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

 

Ο Άρμανσπεργκ έφτασε στην Ελλάδα, μαζί με τον Όθωνα και τα άλλα μέλη, στις 6 Φεβρουαρίου 1833 στο Ναύπλιο, συνοδευόμενος από τη σύζυγο του και τις ωραίες κόρες του – με τη μεγαλύτερη από τις οποίες ο Όθωνας δημιούργησε και ερωτική σχέση. Όταν όμως αυτό έγινε γνωστό, ο Άρμανσμπεργκ κατηγορήθηκε έντονα από τους πολιτικούς του αντιπάλους για προσβολή στο πρόσωπο του βασιλιά, καθώς υποκίνησε το γιατρό του στέμματος Βίτμερ να πιστοποιήσει ότι η διανοητική και οργανική ιδιοσυστασία του Όθωνα δεν επέτρεπαν γάμο, προκειμένου αυτός να παραμείνει κυρίαρχος στη διοίκηση της Ελλάδας. Παρ’ όλα αυτά και για όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως σχετικά με τις επιτυχείς δραστηριότητες στην πατρίδα του, ο Άρμανσμπεργκ ούτε τόσο ευγενής στους τρόπους του ήταν ούτε διπλωμάτης και βεβαίως ούτε υποστηρικτής των γραμμάτων και των τεχνών.

Ο απολυταρχικός τρόπος της διακυβέρνησης του δημιούργησε έντονες αντιδράσεις: αφενός εντός του νεοσύστατου βασιλείου, ειδικότερα όταν στράφηκε εναντίον των αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης, που διαφωνούσαν με την πολιτική του, ανάμεσα σε αυτούς και τον Κολοκοτρώνη, που φυλάκισε και οδήγησε σε μία σκηνοθετημένη δίκη με την κατηγορία της εθνικής προδοσίας, αφετέρου, εκτός της Ελλάδας δημιουργώντας πλείστα διπλωματικά επεισόδια, κυρίως εθιμοτυπικά με την έκδηλη φιλοαγγλική πολιτική του. Μάλιστα, ο Μάουερ έφτασε στο σημείο δημόσια να τον καταγγείλει ως «διδάσκαλον της ραδιουργίας».    

Μετά την ενηλικίωση του Όθωνα ανέλαβε πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου (αρχικαγκελάριος) στις 20 Μαΐου 1835. Κατά τη μετάβαση του Όθωνα στη Βαυαρία προκειμένου να νυμφευθεί την Αμαλία η διακυβέρνηση του ήταν ακόμη πιο απολυταρχική. Έτσι, όταν ο Όθωνας επέστρεψε συνοδευόμενος από τον Ρούντχαρτ, αμέσως παύτηκε από τη θέση και το αξιώμά του, το 1837, προς κατευνασμό τόσο των Ελλήνων όσο και των έντονων, εναντίον του, διαβημάτων της Γαλλίας, της Αυστρίας και της Ρωσίας για την υπέρμετρα αγγλόφιλη πολιτική του.

Ο Άρμανσπεργκ στη συνέχεια επέστρεψε στη Βαυαρία με την οικογένεια του το Μάρτιο του 1837 και τελώντας υπό τη δυσμένεια του στέμματος ιδιώτευε μέχρι το θάνατό του το 1853.

 

Πηγή


  • National Geographic, «Ηγέτες της Ελλάδας 1822-2011», Αθήνα, 2012.

 

Read Full Post »