Οι Φιλέλληνες στην Γ’ Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης | Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου
Τόμας Γόρδων – Στράτφορντ Κάνιγκ – Γουίλλιαλμ Γκέιβεν Ρόουαν Χάμιλτον – Τόμας Αλεξάντερ Κόχραν – Ρίτσαρντ Τσωρτς – Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος – Λουΐς – Αντρέ Γκοσσέ (Γκος) – Ετιέν – Μαρέν Μπαγί (Βαλλή) – Φιλίπ Ζορντάν (Ιορδάνης) – Καρλ Έιδεκ
Δεν υπάρχει βιβλίο Ιστορίας που να αναφέρεται στην Ελληνική Επανάσταση και στον επταετή αγώνα των Ελλήνων κατά των Τούρκων και να μην κάνει λόγο για τους Φιλέλληνες και το κίνημα του Φιλελληνισμού που αναπτύχθηκε κυρίως στην Ευρώπη αλλά και σε χώρες της Αμερικής και της Ασίας.
… Για τον Φιλελληνισμό και τους Φιλέλληνες έχουν γραφτεί και ειπωθεί πολλά. Το θέμα εικάζεται πως έχει εξαντληθεί και κάθε άλλη αναφορά μόνο επαναλήψεις θα περιέχει. Αυτό φυσικά δεν ευσταθεί, αφού η έρευνα κυρίως των πρωτογενών πηγών (εγγράφων και άλλων τεκμηρίων), συνεχίζεται. Νέες απόψεις διατυπώνονται, κάποιες από τις οποίες είναι «εκ διαμέτρου» αντίθετες από τις παλαιότερες και νέες μελέτες αναδεικνύονται. Ιδιαίτερα σε επίπεδο Τοπικής Ιστορίας ορισμένα γεγονότα που συνδέονται με τους Φιλέλληνες και τον Φιλελληνισμό επιβάλλεται να ερευνηθούν, να μελετηθούν και να προβληθούν.
Το φιλελληνικό κίνημα κυριάρχησε, όπως είναι γνωστό, και στη Γ’ Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης. Απασχόλησε έντονα τους πληρεξούσιους που συμμετείχαν σ’ αυτή και το σπουδαιότερο τα έγγραφα που συντάχθηκαν και στάλθηκαν σε Φιλέλληνες και φιλελληνικές εταιρείες, ως προς τη διατύπωσή τους αλλά και το ουσιαστικό τους περιεχόμενο, είναι εξαιρετικά σημαντικά.
Με βάση το αρχειακό υλικό και τη σχετική βιβλιογραφία θα πορευτούμε και θα εξετάσουμε τα γεγονότα και τις ενέργειες με τις οποίες η Εθνοσυνέλευση αναγνώρισε την προσφορά των Φιλελλήνων ζητώντας παράλληλα και τη συνδρομή τους για την τελική και νικηφόρα έκβαση του αγώνα.
Ήδη στο βιβλίο μας Πρόσωπα και γεγονότα της Επανάστασης του 1821 στον Κάτω Ναχαγιέ κάναμε λόγο για τους τρεις Φιλέλληνες που πέρασαν από την Ερμιονίδα (Τζώρτζ Τζάρβις, Μαξίμ Ρεμπώ, Ιωσήφ Σκάρπα). Με αφορμή, λοιπόν, την παραπάνω αναφορά συνεχίζουμε τη μελέτη αυτού του πολύ ενδιαφέροντος θέματος με έμφαση στα τοπικά γεγονότα.
Οι Φιλέλληνες στους οποίους απευθύνθηκε η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης ήσαν οι εξής:
Τόμας Γόρδων – Στράτφορντ Κάνιγκ – Γουίλλιαλμ Γκέιβεν Ρόουαν Χάμιλτον – Τόμας Αλεξάντερ Κόχραν – Ρίτσαρντ Τσωρτς – Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος – Λουΐς – Αντρέ Γκοσσέ (Γκος) – Ετιέν – Μαρέν Μπαγί (Βαλλή) – Φιλίπ Ζορντάν (Ιορδάνης) – Καρλ Έιδεκ.
Οι χώρες καταγωγής τους ήσαν οι:
Βρετανία (5+1) – Γαλλία (2) – Ελβετία (2) – Γερμανία (1).
Περνάμε, λοιπόν, στην παρουσίαση των Φιλελλήνων αυτών με ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του καθενός, που το αναζητήσαμε στις αναφορές που έγιναν στο όνομά τους στις συνεδριάσεις της Εθνοσυνέλευσης αλλά και στη σχετική βιβλιογραφία.
Τόμας Γκόρντον (Γόρδων) – Thomas Gordon (1788-1841)
Βρετανός στρατιωτικός, μεγαλοκτηματίας και περιηγητής γεννημένος στη Σκωτία. Σπούδασε στο κολλέγιο Eton και στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το 1808, μετά την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο, κατατάχθηκε στο Σύνταγμα Ιππικού «Royal Scots Greys», από το οποίο παραιτήθηκε τον Μάιο του 1810 με τον βαθμό του ίλαρχου. Λίγους μήνες αργότερα φιλοξενήθηκε από τον Αλή Πασά στα Γιάννενα ενώ ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, τη Μικρά Ασία καθώς και σε χώρες της Ασίας και της Αφρικής.

Ο Φιλέλληνας, ιστορικός και επικεφαλής του μικτού τάγματος στην πολιορκία της Τρίπολης, Τόμας Γκόρντον, έργο του Καρλ Κρατσάιζεν, Πόρος, 13 Απριλίου 1827. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία.
Το 1815 σ’ ένα ταξίδι του στην Κωνσταντινούπολη γνώρισε την Ελληνίδα Βαρβάρα Κανά, την οποία κατόπιν νυμφεύθηκε. Ο γάμος αυτός καθώς και η γνωριμία του με τους αδελφούς Αλέξανδρο και Δημήτριο Υψηλάντη στο Βουκουρέστι, τον έφεραν πολύ κοντά στην Ελλάδα. Αποτέλεσμα ήταν να αναπτύξει έντονο φιλελληνικό ενδιαφέρον, ώστε να θεωρείται από τους πρωτοπόρους και γνήσιους Φιλέλληνες.
Ενώ βρισκόταν στο Παρίσι. πληροφορήθηκε την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Αμέσως ανέλαβε σημαντικές πρωτοβουλίες για τη στήριξη του αγώνα. Συνδέθηκε με Γάλλους αξιωματικούς Φιλέλληνες, αγόρασαν από κοινού όπλα και πολεμοφόδια και έφτασαν στη Χώρα τον Αύγουστο του 1821. Με την άφιξή του ο Γόρδων τοποθετήθηκε ως επιτελάρχης στο επιτελείο του Δημητρίου Υψηλάντη.
Δυσαρεστημένος από τις βιαιότητες των Ελλήνων μετά την άλωση της Τριπολιτσάς επέστρεψε, τον Νοέμβριο του 1821, στη Χώρα του. Έναν χρόνο αργότερα, τον Νοέμβριο του 1822, η Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδας από την Ερμιόνη του έστειλε επιστολή ζητώντας του να επιστρέψει. Ο Γόρδων αρνήθηκε. Δεν έπαψε, ωστόσο, να ασχολείται με το κίνημα του Φιλελληνισμού, ώστε να καταστεί συνεχές, δυνατό, πανευρωπαϊκό, όχι αποσπασματικό, ευκαιριακό και υπόθεση ορισμένων ρομαντικών.
Με τη σύναψη του πρώτου δανείου η ελληνική αντιπροσωπεία ζήτησε πάλι από τον Γόρδων(α) να επιστρέψει στην Ελλάδα αλλά για μια ακόμη φορά αρνήθηκε εξ αιτίας του εμφυλίου πολέμου που είχε ξεσπάσει στη Χώρα και ο οποίος τον δυσαρεστούσε. Τελικά έφτασε στην Ελλάδα στις 11 Μαΐου 1826 και του επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή στο Ναύπλιο.
Μία από τις αποστολές που ανατέθηκε στον Γόρδων(α) ήταν να συνοδεύσει την προτελευταία δόση του δεύτερου βρετανικού δανείου ύψους 14.000 λιρών προς την Ελλάδα. Μάλιστα συμφώνησε να διατηρήσει τον απόλυτο έλεγχο διαχείρισής του και συνετέλεσε στην ορθή διανομή του. Έτσι φρόντισε τα χρήματα αυτά να φτάσουν σε πρόσφυγες από διάφορα μέρη της Ελλάδας, που τα είχαν πραγματικά ανάγκη.
Στην Α’ τακτική συνεδρίαση της Εθνοσυνέλευσης της 11ης Φεβρουαρίου 1827 προτάθηκε να σταλεί ευχαριστήριο γράμμα προς τον Συνταγματάρχη Θ. Γόρδων(α), ο οποίος, χωρίς κανείς να του το ζητήσει, βρέθηκε αυθόρμητα στον Πειραιά θέλοντας να βοηθήσει τους Έλληνες.
Στο έγγραφο μεταξύ άλλων αναφέρονται και τα εξής: «Η επιτυχία του προς κυρίευσιν του Πειραιώς επιχειρήματος χρεωστείται, κατά μέγα μέρος εις την φρόνησιν και την στρατηγικήν δεξιότητά σας». Στη συνέχεια αναγνώριζαν τον ένθερμο ζήλο, τα «γενναία φρονήματα», τις χρηματικές θυσίες και τις γενικότερες υπηρεσίες του Γόρδων(α) στον αγώνα.
Τέλος ανάφεραν ότι «Η Εθνική Συνέλευση αισθανόμενη κατά βάθος τον κίνδυνο του φρουρίου των Αθηνών, θέλει λάβει, άνευ αναβολής καιρού δραστήρια μέτρα προς σωτηρίαν αυτού. Διο προτρέπει και την γενναιότητά σας να αναφερθείτε προς αυτήν περί πάντων, όσα κρίνετε αναγκαία να χορηγηθώσι προς υποστήριξιν ταύτης της θέσεως του Πειραιώς της οποίας ανεδείχθητε λαμπρός υπέρμαχος».
Στις 3 και 4 Μαρτίου 1827 του ιδίου έτους ο Γόρδων διακρίθηκε στη μάχη της Καστέλας. Στις 6 Απριλίου εξέφρασε την ελπίδα ότι μπορεί να συμφιλιώσει τα κόμματα ζητώντας από τον Κόχραν χίλια (1.000) τάλιρα για τις ανάγκες του στρατεύματος και στις 13 του ίδιου μήνα συνέβαλε σημαντικά στην απελευθέρωση της Ιεράς Μονής του Αγίου Σπυρίδωνα στον Πειραιά. Μετά τη μάχη στον Ανάλατο, στις 24 Απριλίου 1827, ο Γόρδων παρέμεινε στην Ελλάδα μέχρι τον Ιούλιο, οπότε και επέστρεψε στη Μεγάλη Βρετανία.
Επανήλθε το καλοκαίρι του 1828 με διαφορετικό ρόλο και ως τον Φεβρουάριο του 1831 διεύθυνε τις ανασκαφές στον ναό της Ήρας στο Άργος καθώς, έχοντας κάνει ανάλογες σπουδές, είχε αναπτύξει έντονο ενδιαφέρον για την ιστορία και την αρχαιολογία. Παράλληλα, το 1829, έκτισε στο Άργος την περίφημη οικία του που σώζεται μέχρι σήμερα. Επιστρέφοντας στην πατρίδα του τον Φεβρουάριο του 1831, άρχισε να ασχολείται με τη συγγραφή του έργου Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, το οποίο ολοκλήρωσε τον Ιανουάριο του 1833. Το πλήρες έργο του μεταφράστηκε το 1904, με ιδιαίτερη «λογοτεχνική δεξιότητα», από τον «Άγιο» των ελληνικών γραμμάτων Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και επί εκατό χρόνια παρέμενε ανέκδοτο. Κυκλοφόρησε το 2015 από το Μορφωτικό ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας (Μ.Ι.Ε.Τ.).

Οικία Γόρδωνος, νοτιοανατολική γενική άποψη, πριν την αποκατάσταση. (Λήψη φωτογραφίας, 1985). Δημοσιεύεται στο: Ξηνταρόπουλος Πέτρος – «Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα», Έκδοση Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, 2006.
Τότε, επέστρεψε ξανά στην Ελλάδα και τιμήθηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση, μετά την άφιξη του Όθωνα, για τις υπηρεσίες που πρόσφερε κατά τη διάρκεια του επαναστατικού αγώνα. Διετέλεσε, επίσης, Γενικός Διοικητής Πελοποννήσου και προήδρευσε με αυστηρότητα σε διάφορα Στρατοδικεία.
Από τον ελληνικό στρατό αποστρατεύτηκε τον Ιανουάριο του 1839 με τον βαθμό του υποστράτηγου, ενώ η υγεία του είχε αρκετά επιδεινωθεί. Απεβίωσε από νεφρική ανεπάρκεια στις 20 Απριλίου 1841 στην Lonmay της Σκωτίας, την πόλη όπου γεννήθηκε.
Πραγματικά ο Γόρδων ήταν μια ευαίσθητη ψυχή και από τους πλέον ανιδιοτελείς και ευγενείς Βρετανούς Φιλέλληνες που αγωνίσθηκε για τα ελληνικά δίκαια. Γι’ αυτό απολάμβανε τον σεβασμό και την εκτίμηση της ελληνικής κοινωνίας και έφερε τον βαθμό του επίτιμου Αντιστράτηγου του ελληνικού στρατού.
Στράτφορντ Κάνιγκ – Lord Stratford Canning (1786 -1880)
Βρετανός διπλωμάτης, ο μακροβιότερος πρέσβης του κράτους στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Ήταν ξάδελφος του Τζώρτζ Κάνιγκ, που διετέλεσε πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας. Υπηρέτησε, ως πληρεξούσιος υπουργός, στις Η.Π.Α. μεταξύ των ετών 1820-1824 και ως πρέσβης στην Οθωμανική αυτοκρατορία την τριετία 1825-1828. Τότε ήλθε σε επαφή και με τον επαναστατικό αγώνα των Ελλήνων.

Στράτφορντ Κάνιγκ (1786-1880). Βρετανός διπλωμάτης, ο οποίος έγινε πιο γνωστός ως ο μακροβιότερος σε θητεία Βρετανός πρέσβης στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το πορτρέτο φιλοτεχνήθηκε από τον σπουδαίο Άγγλο ζωγράφο και γλύπτη George Frederic Watts γύρω στα 1856–1857 (συχνά αναφέρεται σε πηγές και ως 1855) και ανήκει στη μόνιμη συλλογή της National Portrait Gallery στο Λονδίνο.
Στην Ζ’ προκαταρκτική συνεδρίαση της 28ης Ιανουαρίου 1827 διαβάστηκε δεύτερη επιστολή του πρεσβευτή Στράτφορντ Κάνιγκ προς τον Γενικό Αρχηγό Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Τον ενημέρωνε ότι καθυστερούσε να του απαντήσει, γιατί περίμενε την κατάλληλη στιγμή (την ευκαιρία) να προτείνει στην Υψηλή Πύλη τις ειρηνευτικές προτάσεις που του είχε εμπιστευθεί η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (1826). Συγχρόνως τον πληροφορούσε πως χρειάστηκε αρκετός χρόνος για να κερδίσει τη συγκατάθεση και τη συνεργασία της Ρωσίας και της Γαλλίας αλλά και των άλλων συμμαχικών κρατών. Τόνιζε, επίσης, ότι «η αυλή του», υπονοώντας την Αγγλία, «χαρίζει τη μεσιτεία», που ζήτησε απ’ αυτή η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (1826). Επιπλέον σημειώνει ότι θεωρεί την ομόνοια και τη συνεννόηση ως τα μοναδικά μέσα και τον ασφαλή δρόμο για να διαφυλαχθούν όσα επιτεύχθηκαν στον αγώνα μέχρι εκείνη την ώρα. Προέτρεπε δε να υπάρχει ενότητα στο Έθνος και τους αρχηγούς του αλλά και σταθερότητα στη βάση του αιτήματος προς την Πύλη (Τουρκία).
Η απάντηση στον πρέσβη αποφασίστηκε στην Εθνοσυνέλευση να δοθεί από τον Κολοκοτρώνη, καθώς σ’ εκείνον απηύθυνε την επιστολή. Να τον πληροφορήσει ότι όλα θα γίνουν σύμφωνα με τις υποδείξεις και τις προτροπές του και να μην έχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό.
Στην Η’ προκαταρκτική συνεδρίαση της 29ης Ιανουαρίου διαβάστηκε η απαντητική επιστολή του Κολοκοτρώνη προς τον πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στράτφορντ Κάνιγκ, την οποία ενέκριναν οι πληρεξούσιοι της Εθνοσυνέλευσης. Στη Δ’ τακτική συνεδρίαση της 17ης Φεβρουαρίου 1827 προτάθηκε και έγινε αποδεκτό να σταλεί γράμμα στον Άγγλο πρεσβευτή Κάνιγκ στην Κωνσταντινούπολη που να τον διαβεβαιώνει ότι το ελληνικό έθνος ευγνωμονεί τη Μεγάλη Βρετανία και τις άλλες Μεγάλες Δυνάμεις για τη μεσολάβηση στο ελληνικό ζήτημα, Συνάμα γνωστοποίησαν στον πρέσβη ότι «η Επιτροπή της Συνέλευσης» με τον Πανούτσο Νοταρά παύτηκε και κλήθηκε στην Ερμιόνη να δώσει λόγο για τις πράξεις της. Μετά απ’ αυτά ο Κάνιγκ ενημερώθηκε ότι πλέον μπορεί να επικοινωνεί για τα ελληνικά ζητήματα άμεσα μόνο με την Εθνοσυνέλευση, που συνεδριάζει στην Ερμιόνη.
Στην Ε’ συνεδρίαση της 18ης Φεβρουαρίου 1827, διαβάστηκε και εγκρίθηκε η επιστολή που είχε συνταχθεί σύμφωνα με την προηγούμενη συνεδρίαση της Εθνοσυνέλευσης και στάλθηκε στον πρέσβη Στράτφορντ Κάνιγκ. Το έγγραφο γράφτηκε δύο φορές, υπογράφτηκε απ’ όλους τους πληρεξούσιους και το μεν πρωτότυπο στάλθηκε στον Κάνιγκ το δε αντίγραφο αρχειοθετήθηκε και φυλάχθηκε. Είναι ενδιαφέρον να δούμε το περιεχόμενο του εγγράφου που είχε ημερομηνία 18 Φεβρουαρίου 1827 και απευθυνόταν:
«Προς τον εξοχώτατον κύριον Στράτφορντ Κάνιγκ πληρεξούσιον Λειτουργό και έκτακτον πρέσβυν της Α. Β. Μεγαλειότητος κτλ. κτλ., παρά τη Οθωνική Πόρτα». Σ’ αυτό εκφράζεται περίτρανα:
α) Η ευγνωμοσύνη του ελληνικού έθνους προς την Μεγάλη Βρετανία, που μεσολαβεί υπέρ των Ελλήνων στον ιερό τους αγώνα,
β) Η ελπίδα των Ελλήνων στην ευεργετική βοήθεια των χριστιανών «εθναρχών»,
γ) Η ανάγκη για συνδρομή του πρέσβη, ώστε να ευαισθητοποιηθούν οι πρέσβεις των άλλων χωρών και να συνδράμουν με κάθε τρόπο στον ελληνικό αγώνα,
δ) Η απεριόριστη εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του και η διαβεβαίωση πως και μόνο η αναφορά του ονόματός του προκαλεί βαθιά συναισθήματα αγάπης στους Έλληνες,
ε) Η στήριξη στα ευγενικά συναισθήματά του και η πεποίθηση ότι δεν θα υπάρξει διάψευση, γι’ αυτό και αποκαλείται «ευεργέτης»,
στ) Η διαβεβαίωση πως το ελληνικό έθνος δεν είναι αχάριστο και ευγνωμονεί τους σωτήρες του, παρ’ όλα τα δεινά που το βρίσκουν και τις επιθέσεις που δέχεται,
ζ) Η νομιμότητα της Εθνοσυνέλευσης της Ερμιόνης και ως εκ τούτου η μόνη αντιπροσωπευτική αρχή της Ελλάδας.
Η επιστολή υπογράφεται από τον πρόεδρο Γεώργιο Σισίνη, δώδεκα κληρικούς και είκοσι τέσσερις στρατιωτικούς.
Τέλος, στην εφημερίδα La Gazlete de France (φύλο Νο 37/6η Φεβρουαρίου 1828) δημοσιεύτηκε επιστολή από την Κέρκυρα, όπου αναφέρεται ότι ο κ. Στράτφορντ Κάνιγκ, κατά την αποβίβασή του στο νησί, έγινε δεκτός με βολές χαιρετισμού πυροβολικού και άλλες διακρίσεις λόγω του βαθμού του. Με την οικογένειά του και τη συνοδεία του φιλοξενήθηκε στα διαμερίσματα που είχαν ετοιμαστεί στο παλάτι του Λόρδου Ύπατου Αρμοστή, δείγμα της τιμής που απολάμβανε.
Γουίλλιαλμ Γκέιβεν Ρόουαν Χάμιλτον – William Gavin Rowan Hamilton (1783 -1834)
Ήταν Άγγλος ναύαρχος και διοικητής μοίρας του αγγλικού στόλου που βρισκόταν κατά τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης στις ελληνικές θάλασσες. Τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης (1822-1825) ο ρόλος του δεν ήταν ξεκάθαρος για τη χώρα μας. Από το 1825 επέστρεψε στις ελληνικές θάλασσες και υποστήριξε σε πολλές περιπτώσεις τις ελληνικές θέσεις. Σ’ αυτό συνετέλεσε η αλλαγή της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής με κύριο εκφραστή της τον Φιλέλληνα Υπουργό των Εξωτερικών και μετέπειτα Πρωθυπουργό της χώρας Γεώργιο Κάνιγκ.[1]

Ο Γουίλιαμ Γκέιβεν Ρόουαν Χάμιλτον (Gawen William Hamilton, 1783–1834) ήταν σημαίνων Ιρλανδός πλοίαρχος του Βασιλικού Ναυτικού της Βρετανίας. Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, ως κυβερνήτης της φρεγάτας «Cambrian», έπαιξε καθοριστικό ρόλο ως διπλωμάτης και διαμεσολαβητής στην περιοχή του Αιγαίου και άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις. Έργο αγνώστου, ελαιογραφία σε μουσαμά, 84 X 66 εκ. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.
Ο Γεώργιος Κάνιγκ έδειξε φιλελληνικά συναισθήματα τα οποία ευνοούσαν και τα συμφέροντα των Βρετανών και υποστήριζε ανοιχτά την ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Όταν οι θηριωδίες του Ιμπραήμ προκάλεσαν την οργή του φιλελληνικού κινήματος της Ευρώπης, ο Χάμιλτον πολλές φορές μεσολάβησε για την απελευθέρωση Ελλήνων αιχμαλώτων από τον Αιγυπτιώτη εισβολέα.
Κατά την Στ’ τακτική συνεδρίαση της 21ης Φεβρουαρίου 1827 κρίθηκε εύλογο να σταλεί επιστολή στον Φιλέλληνα πλοίαρχο Χάμιλτον. Συνιστάται, επίσης, στον εξοχότατο πλοίαρχο η επιστολή αυτή να σταλεί με ασφάλεια και προς τον πρεσβευτή Κάνιγκ στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να ενημερωθεί και αυτός, με την ελπίδα να «συνεργήσετε εις την καλήν της Ελλάδος αποκατάστασιν». Παραθέτουμε την τελευταία παράγραφο της επιστολής:
«Κύριε,
Εσυντελέσατε και συντελείτε εις τον ιερώτατον πάντων αγώνα. Ανταμείβεστε δια τούτο εις την συνείδησίν σας, το δε ελληνικό έθνος ήδη γράφει με ανεξίτηλους χαρακτήρες εις την καρδίαν του την οποίαν ελπίζει από τον κομμοδόρον (ο αξιωματικός του αγγλικού και αμερικάνικου στρατού) (Χ) Άμιλτον ευεργεσίαν».
Ωστόσο, θεωρούμε, πως η σημαντικότερη προσφορά του Φιλέλληνα πλοιάρχου Χάμιλτον στον ελληνικό αγώνα ήταν η προσπάθεια που έκανε να αμβλύνει τις αντιθέσεις των Ελλήνων, παραμονές της Εθνοσυνέλευσης στην Τροιζήνα. Τότε, ο Χάμιλτον έφτασε στα όρια της αγανάκτησης, γιατί ήταν αναγκασμένος να ταξιδεύει μεταξύ Ερμιόνης και Αίγινας για να συμφιλιώνει τους πληρεξουσίους, ώστε να συγκροτήσουν κοινή συνέλευση και να συνεννοηθούν με τον Πρέσβη της Αγγλίας στην Πόλη Στράτφορντ Κάνιγκ που ήταν υπεύθυνος της διαπραγμάτευσης για το ελληνικό ζήτημα.
Σε επιστολή του προς άγνωστο με ημερομηνία 12 Ιουνίου 1825 ο Γρηγόρης Σάλλας, Έλληνας από Βεσσαραβία, αναφέρει υπόθεση ληστείας σε βάρος του ενώ επρόκειτο να πουλήσει ποσότητα καπνού. Πείσθηκε από τους κλέφτες, πούλησε το εμπόρευμα και ανακοίνωσε τις εισπράξεις και τους αγοραστές στο Υπουργείο Εσωτερικών και Ναυτικών. Αργότερα ο ναύαρχος Χάμιλτον ζητά από τον γράφοντα τον καπνό, ισχυριζόμενος ότι ο τελευταίος τον έκλεψε από αγγλικό πλοίο. Ο Γρηγόρης Σάλλας έχει αποδείξεις ότι ο καπνός είναι τούρκικης προέλευσης και ζητά να τακτοποιηθεί δίκαια το θέμα.[2]
Στην πρόταση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Κυβερνήτης του νεοϊδρυθέντος κράτους να αναλάβει ο Καποδίστριας, ο Χάμιλτον αιφνιδιάστηκε. Δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Γύρισε τότε με έκπληξη και φαίνεται πως είπε στον Κολοκοτρώνη :
- Μα καλά εσύ δεν ήσουν που μου είπες στην Ερμιόνη ότι δεν δεχόμαστε τον Καποδίστρια γιατί είναι της Ρωσίας μίνιστρος; Δεν μπορώ να συμφωνήσω με μια τέτοια πρόταση!
Και ο Κολοκοτρώνης του απάντησε:
- Ναι, εγώ είμαι! Άλλος καιρός όμως ήταν τότε, άλλος τώρα. Βάλαμε Άγγλο στη θάλασσα, Άγγλο στη στεριά!
Τελικά ο Χάμιλτον συντάχθηκε με την πρόταση του Κολοκοτρώνη. Λέγεται, μάλιστα, ότι όταν παρουσιάστηκαν εμπόδια για την υλοποίηση της πρότασης, προκειμένου να ξεπεραστεί το αδιέξοδο και να γίνει κατανοητή σε όλους η κρισιμότητα των γεγονότων, ο Χάμιλτον παρενέβη λέγοντας: «Πάρτε τον Καποδίστρια ή όποιον διάβολο θέλετε, γιατί χαθήκατε». Ο Χάμιλτον αποχώρησε οριστικά από την Ελλάδα το 1828.
Τόμας Αλεξάντερ Κόχραν – Thomas Alexander Cochrane (1775-1860)
Γεννήθηκε στο Annsfield της Μεγάλης Βρετανίας (Σκωτία). Ήταν αξιωματικός του Βασιλικού ναυτικού και ένας από εκείνους που έλαβαν μέρος στην Επανάσταση του 1821.
Είχε τη φήμη τολμηρού και επιτυχημένου αξιωματικού στα στρατιωτικά και ναυτικά ζητήματα, καθώς είχε οργανώσει με μεγάλη επιτυχία τις επαναστάσεις του πολεμικού ναυτικού της Χιλής και της Βραζιλίας κατά τη διάρκεια των αντίστοιχων πολέμων της ανεξαρτησίας τους.
Το 1825 υπέγραψε συμφωνητικό με την ελληνική επιτροπή, που τότε διαπραγματευόταν στο Λονδίνο τη σύναψη δανείου, για να αναλάβει την αρχηγία του ελληνικού στόλου. Από το δάνειο αυτό ο Κόχραν, καθώς γράφεται, έλαβε 36.000 στερλίνες ενώ η πρόσληψή του ως ναυάρχου του ελληνικού στόλου στη θέση του Ανδρέα Μιαούλη, επιτεύχθηκε με αμοιβή 57.000 λιρών. Είναι γεγονός πως ο Κόχραν δέχτηκε την πρόσκληση της Ελλάδας για την ανάληψη της διοίκησης των ναυτικών της δυνάμεων αποβλέποντας σε μια επικερδή σταδιοδρομία. Πέρασε, όμως, αρκετός χρόνος από τη συμφωνία και ο «πομπώδης Άγγλος τσαρλατάνος», όπως τον αποκαλούσαν, δεν είχε εμφανιστεί στην Ελλάδα.
Στη ΙΑ’ συνεδρίαση της Εθνοσυνέλευσης της 1ης Μαρτίου 1827 οι διοικητές της Ύδρας και οι πρόκριτοι των Σπετσών πρότειναν άμεσα να σταλεί από την Εθνοσυνέλευση έγγραφο προς τον Κόχραν προκειμένου να επισπεύσει τον ερχομό του στην Ελλάδα, καθώς ο κίνδυνος της Πατρίδας ήταν μεγάλος.

Τόμας Αλεξάντερ Κόχραν (Thomas Alexander Cochrane, 1775-1860). Τον Απρίλιο του 1827, η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον διόρισε «αρχηγό των δυνάμεων της θάλασσας» (Πρώτο Ναύαρχο) του ελληνικού στόλου, αντικαθιστώντας ουσιαστικά τον Ανδρέα Μιαούλη. Πιστό αντίγραφο που φιλοτέχνησε το 1951 ο διακεκριμένος Σκωτσέζος ζωγράφος και επιμελητής Archibald Eliot Haswell Mille. Το έργο βασίστηκε στην αυθεντική, χαμένη σήμερα, ελαιογραφία που είχε ζωγραφίσει ο Peter Edward Stroehling το 1807. Κρατική Συλλογή Τέχνης του Ηνωμένου Βασιλείου (Government Art Collection).
Στο έγγραφό τους με ημερομηνία 26 Φεβρουαρίου 1827 οι Υδραίοι μεταξύ άλλων ανέφεραν:
«Βλέπομεν, εναντίον πάσης προσδοκίας, ότι δεν εφάνη μέχρι τούδε ο περιμενόμενος ένδοξος συναγωνιστής μας λόρδος Κόχραν, ενώ οι εχθρικοί στόλοι, άλλοι εξέπλευσαν ίσως ή είναι εν εκπλεύσαι και άλλοι μετά σπουδής ετοιμάζονται εις έκπλευσιν… εις τοιαύτην περίπτωσιν, κρίνομεν σκόπιμον και την γνώμη μας καθυποβάλλομεν εις την φρόνησίν σας να σταλώσι προς την εκλαμπρότητά του γράμματα από μέρους της Εθνικής Συνελεύσεως… προσκλητικά και προτρεπτικά, δια να μεταβή άνευ άλλης αναβολής εις την Ελλάδα με όσα ευρίσκονται μεθ’ εαυτού καράβια, είτε πολλά, είτε ολίγα… Ημείς φρονούμεν, ότι με αυτά… και με τοιούτον περίφημον στολάρχην δεν μένει αμφιβολία, ότι ματαιούμεν και εφέτος τα σχέδια του εχθρού…».
Ανάλογο περιεχόμενο είχε και το έγγραφο που έστειλαν με ημερομηνία (28 Φεβρουαρίου 1827) οι πρόκριτοι των Σπετσών
«…δια την προσδοκίαν του λόρδου Κοχράνου και την μεγάλην προς αυτόν υπόληψιν, εξαιτείται, δια την εύκλειαν της πατρίδος, προς κατόρθωσιν μεγαλυτέρων κατορθωμάτων αυτόν ως συμπράκτορα κρίνομεν και αναγκαίον και χρέος μας απαραίτητον… να προτείνομεν προς την σεβαστήν Εθνοσυνέλευσιν, ώστε να αποστείλη μίαν ελληνικήν γολέτταν προς αναζήτησιν αυτού του μεγάλου ανδρός με γράμματα προς αυτόν προσκλητικά, άμα και δε προτρεπτικά, δια να έλθη με όσα ευρίσκονται μεθ’ εαυτού πλοία χωρίς να περιμένη περαιτέρω…».
Στη ΙΓ’ Συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου 1827 διαβάζεται προς τους πληρεξουσίους σχέδιο πρόσκλησης, με το οποίο η Συνέλευση προτρέπει τον λόρδο Κόχραν να επιταχύνει την άφιξή του στην Ελλάδα, για να αναλάβει τις θαλάσσιες πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Τούρκων. Το σχέδιο εγκρίνεται και αποστέλλεται έγγραφο «Προς τον ένδοξον λόρδον Κόχραν, τον μεγαλεπήβολον λόρδον, από τον βραχίονα του οποίου ελπίζονται σωτηριώδη κατορθώματα».
Παρόμοιες εκφράσεις διατρέχουν όλο το κείμενο του εγγράφου όπως «Τ’ όνομά σου, κύριε! Εσύγχυσε τον τύραννον», «σε περιμένουν ανυπομόνως από ώραν εις ώραν εις την ελληνικήν θάλασσα, δια να στήσης τρόπαια του Θεμιστοκλέους επάξια», «ο Έλλην επικαλείται τον Κόχραν δια να προσβάλη θαραλλέως τον υπερμεγέθη κολοσσόν», «αποστέλει εις προϋπάντησίν σου την γολέτταν Αμφιτρίτην», «να στολίσης με τας πράξεις σου και την ελληνικήν ιστορίαν» και πολλές άλλες.
Στις 6 Μαρτίου 1827 η Εθνοσυνέλευση συνήλθε σε έκτακτη συνεδρίαση με μοναδικό θέμα την άφιξη του λόρδου Κόχραν στην Ελλάδα. Αποφασίστηκε δε να σταλεί επιτροπή αποτελούμενη από τον Γενικό Αρχηγό Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον στρατηγό Κίτσο Τζαβέλα, τους αγωνιστές Κ. Κανάρη, Φ. Βούλγαρη, Ν. Μπότσαρη και τον κόμη Α. Μεταξά, για να τον υποδεχθούν και να του παραδώσουν επίσημη συγχαρητήρια επιστολή. Σ’ αυτή εκφράζονταν μεταξύ άλλων και οι ευχαριστίες του ελληνικού έθνους «εις τον υπέρ των δικαίων του ζήλον σου».
Στην επιστολή τους, με ημερομηνία 29 Μαρτίου 1827, οι κάτοικοι και οι πάροικοι του Ναυπλίου εκφράζουν τη χαρά τους προς τον Λόρδο Κόχραν για την άφιξή του. Τον βεβαιώνουν πως οι Έλληνες πιστεύουν σ΄ αυτόν, στον Κόχραν, τον Τσωρτς και τον Καποδίστρια, ότι θα βοηθήσουν για να αποκτήσουν την ελευθερία τους και είναι πρόθυμοι να πράξουν τα πάντα για τον σκοπό αυτό!
Τελικά ο Τόμας Κόχραν διορίστηκε από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας με διάταγμα της 3ης Απριλίου αρχιναύαρχος του Ελληνικού στόλου στη θέση του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη, όπως ήδη έχουμε αναφέρει. Ο Κόχραν κατέπλευσε στον Πόρο, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Όμως, δεν μπόρεσε να σημειώσει αξιόλογες επιτυχίες κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων του. Αλλά και η συμπεριφορά του, όπως γράφεται, προς την ελληνική κυβέρνηση υπήρξε εγωιστική και ανάρμοστη, αφού δεν συμμορφωνόταν με τις διαταγές της και δεν άκουγε τις γνώμες των άλλων αγωνιστών. Αποτέλεσμα αυτής της αλαζονικής και παρορμητικής συμπεριφοράς ήταν και οι καταστροφικές για τους Έλληνες μάχες του Φαλήρου (23 Απριλίου 1827) και του Ανάλατου (24 Απριλίου 1827).
Ο Κόχραν θέλησε να διασκεδάσει τις επανειλημμένες αποτυχίες του στην Αττική μ’ ένα τολμηρό σχέδιο και να χτυπήσει τον ναύσταθμο του Μεχμέτ Αλή στην Αλεξάνδρεια. Αλλά και σ’ αυτό απέτυχε. Έτσι ο Κόχραν έχασε και το τελευταίο ίχνος της προηγούμενης άριστης φήμης που τον συνόδευε.
Ήταν, λοιπόν, ο Κόχραν ένας αγνός Φιλέλληνας, αντάξιος της φήμης που τον συνόδευε και που ο ίδιος είχε με επιτυχία καλλιεργήσει για τον εαυτό του; Θεωρούμε, πως η μόνη θετική του ενέργεια κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα ήταν ότι εκφράστηκε υπέρ της εκλογής του Καποδίστρια. Φαίνεται δε πως περισσότερο από το κάθε τι τον ενδιέφεραν τα χρήματα, τα οποία και του δόθηκαν πλουσιοπάροχα.
Γι’ αυτό μετά τις αποτυχίες του και αφού οι Έλληνες δεν έτρεφαν προς αυτόν καμία εκτίμηση, έφυγε ξαφνικά από την Ελλάδα τον Δεκέμβριο του 1827. Ωστόσο επέστρεψε μετά από έξι μήνες προκειμένου να τακτοποιήσει κάποιες οικονομικές του υποθέσεις.
Στη ΙΣΤ’ συνεδρίαση της 14ηςΜαρτίου 1827 διαβάστηκε έγγραφο του λόρδου Κόχραν, που εστάλη στις 2 Μαρτίου από τον Πόρο, με το οποίο εξέφραζε προς τους εκπροσώπους της Εθνοσυνέλευσης τη λύπη του για όσα συνέβαιναν μεταξύ των Ελλήνων και οδηγούσαν στον διχασμό. «Είναι λυπηρό, έλεγε, γενναίοι και ένδοξοι αξιωματικοί να απασχολούνται με πολιτικές συνελεύσεις και να χάνουν τον καιρό τους ενώ ο εχθρός «αλωνίζει» τη Χώρα χωρίς καμιά αντίσταση». Το έγγραφο του Κόχραν είναι γραμμένο στα γαλλικά ενώ η τελευταία του παράγραφος είναι παρμένη από τον λόγο του Αθηναίου ρήτορα Δημοσθένη (κατά Φιλίππου).
«Αν τοίνυν ω άνδρες Αθηναίοι, και υμείς επί της τοιαύτης εθελήσετε γενέσθαι γνώμης νυν, επειδήπερ ου πρότερον, και έκαστος υμών, ου δει και δύναιτ’ αν παρασχείν αυτόν χρήσιμον τη πόλει, πάσαν αφείς την ειρωνείαν έτοιμος πράττειν υπάρξη, ο μεν χρήματ’ έχων εισφέρειν, ο δ’ εν ηλικία στρατεύεσθαι,- συνελόντι δ’ απλώς αν υμών αυτών εθελήσητε γενέσθαι, και παύσησθ’ αυτός μεν ουδέν έκαστος ποιήσειν ελπίζων, τον δε πλησίον πανθ’ υπέρ αυτού πράξειν, και τα υμέτερ’ αυτών κομιείσθ’, αν θεός θέλη, και τα κατερραθυμένα πάλιν αναλήψεσθε, κακείνον τιμωρήσεσθε».
Μετ.: Αν λοιπόν, Αθηναίοι, θελήσετε να ακολουθήσετε μια τέτοια τακτική σήμερα, μια και στο παρελθόν δεν το κάνατε, και ο καθένας σας, αφήνοντας τις υπεκφυγές, είναι πρόθυμος να προσφέρει τις υπηρεσίες του όπου χρειάζεται και όπου θα μπορούσε να παράσχει τον εαυτό του χρήσιμο στην πόλη, όποιος έχει χρήματα να εισφέρει, όποιος είναι σε ηλικία στράτευσης να στρατευθεί, και γενικά, αν θελήσετε να στηριχθείτε στον εαυτό σας και πάψετε να ελπίζετε ότι ο καθένας σας προσωπικά δεν χρειάζεται να κάνει τίποτε, αλλ’ ότι όλα γι’ αυτόν θα τα κάνει ο γείτονάς του, τότε, αν το θέλει ο θεός, και θα πάρετε πίσω ό,τι σας ανήκει και θα ανακτήσετε όσα έχετε χάσει από τη ραθυμία σας, και εκείνον θα εκδικηθείτε».
Στην ίδια συνεδρίαση διαβάστηκε και το απαντητικό έγγραφο που συνέταξε η Εθνοσυνέλευση με ημερομηνία 12 Μαρτίου 1827 και ενημέρωνε τον λόρδο Κόχραν ότι με γνώμονα τις συμβουλές του προσπαθεί να εξομαλύνει την κατάσταση μεταξύ των δύο αντιπάλων παρατάξεων για το καλό της πατρίδας. Γιατί, πραγματικά, είναι οδυνηρό οι Έλληνες να ασχολούνται με διαμάχες στις συνελεύσεις τη στιγμή που υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για την έκβαση του αγώνα.«…Η Συνέλευσις δεν εφρόνει άλλο τι, παρά το γενικόν όφελος της πατρίδος. Εις τούτο εύρισκεν εμπόδια. Δεν ήθελον, ούτε θέλει πώποτε την διαίρεσιν, και μ’ όλα τα δίκαια της σεβόμενη τας πατριωτικάς συμβουλάς σας, θέλει κάμει κάθε θυσίαν, δια να ευαρεστήση προς άνδρα ενάρετον, οίος η εξοχότης σας».
Τέλος, στην εφημερίδα La Gazette de France (αρ. φύλου 393/20 Οκτωβρίου 1827), σε επιστολή από την Τεργέστη με ημερομηνία 6 Οκτωβρίου 1827, αναφέρονται τα εξής:
«Η αινιγματική συμπεριφορά του Λόρδου Κόχραν από την άφιξή του στην Ελλάδα, συμπεριφορά που έχει πλήξει τη δόξα του, φαίνεται να μπορεί να εξηγηθεί από τη στιγμή που ξεκίνησε η επέμβαση των Δυνάμεων. Αφού πέρασε πολύ καιρό ταξιδεύοντας μάταια στο Αρχιπέλαγος ακόμη και στις ακτές της Αιγύπτου και ταυτόχρονα παρέλυσε το ελληνικό ναυτικό, μπήκε στο προσκήνιο αμέσως μετά την έναρξη της επέμβασης των τριών δυνάμεων, κατέλαβε το Βασιλάδι και το Ανατολικό, όπου λέγεται ότι συνέλαβε χίλιους διακόσιους Τούρκους αιχμαλώτους. Σύμφωνα με επιστολές από την Κέρκυρα, στις 29 Σεπτεμβρίου 1827, αναμένεται από μέρα σε μέρα η είδηση ότι θα καταλάβει τα ερείπια του αθάνατου Μεσολογγίου. Ενώ ο ναύαρχος Κόδριγκτον είχε αποκλείσει το Ναβαρίνο, ο Κόχραν αρχίζει επιτέλους τον πόλεμό του και σκορπίζει φόβο στις εχθρικές ακτές. Η Πάτρα, αν και με αρκετές προμήθειες, βρίσκεται σε έντονη ανησυχία και ο Ιμπραήμ είναι ανίκανος να επωφεληθεί από τις ενισχύσεις που είχε λάβει λόγω αποκλεισμού του Ναβαρίνου…».
Παρ’ όλα αυτά ο Κόχραν δεν καταγράφηκε θετικά στη συνείδηση των περισσοτέρων Ελλήνων και γι’ αυτό στην Αθήνα και τον Πειραιά, δεν υπάρχει καμιά οδός που να φέρει το όνομά του. Ωστόσο, είναι γεγονός πως πολλές φορές καλούσε τους Έλληνες σε ομόνοια στοχεύοντας με ενωμένες στρατιωτικές δυνάμεις να επιτύχουν την απελευθέρωση των Αθηνών.
Αρχείο Cochrane (Κ ό χ ρ α ν)
Γενικά
Στο ίδρυμα «Αικατερίνη Λασκαρίδη» βρίσκεται συλλογή οκτακοσίων εξήντα τριών (863) ψηφιοποιημένων εγγράφων που αφορούν τον φιλέλληνα Τόμας Κόχραν και καλύπτουν τη χρονική περίοδο 1819-1832. Επτακόσια περίπου έγγραφα ή επιστολές αφορούν το έτος 1827. Το ένα τρίτο του πολύτιμου εκείνου υλικού έχει αποστολέα τον Κόχραν και απευθύνεται στη Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδας, σε τοπικές διοικήσεις, σε φιλέλληνες, οπλαρχηγούς και άλλα πρόσωπα επώνυμα ή ανώνυμα. Τα υπόλοιπα δύο τρίτα έχουν παραλήπτη τον Κόχραν και είναι σταλμένα από τους παραπάνω φορείς καθώς και από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση Ερμιόνης- Τροιζήνας.
Παρουσίαση ορισμένων εγγράφων ή επιστολών
α. Επιστολή του Κόχραν προς τη Διοικητική Επιτροπή Ελλάδας
Στις 4 Απριλίου 1827, ο Κόχραν γράφει από τον Πόρο στην Κυβέρνηση (Δ.Ε.) ότι δεν ήλθε στην Ελλάδα να αναμειχθεί σε πολιτικές διαμάχες αλλά για να συμβάλλει στην απελευθέρωσή της. Εκφράζει την ικανοποίησή του για την επίτευξη της εθνικής ενότητας και τη συγκρότηση ενιαίας Εθνοσυνέλευσης. Οι αντιπρόσωποι πρέπει να κινητοποιήσουν τον πληθυσμό των επαρχιών και να επιτευχθεί η απελευθέρωση της Ελλάδας.
β. Επιστολές της Διοικητικής Επιτροπής προς τον Κόχραν
Στις 11 Ιανουαρίου 1827, η Διοικητική Επιτροπή Ελλάδας εκφράζει τη χαρά της για την άφιξη του Κόχραν. Ο πληθυσμός της Ελλάδας περιμένει απ’ αυτόν να προστατεύσει την ανεξαρτησία της. Όταν φτάσει στην Ύδρα θα τον ενημερώσουν για την παρούσα κατάσταση και θα του παράσχουν όλα τα μέσα για την υλοποίηση του σχεδίου του.
Στις 9 Φεβρουαρίου 1827, η Διοικητική Επιτροπή Ελλάδας, με έγγραφό της από την Αίγινα, βεβαιώνει ότι ο Κόχραν είναι στην υπηρεσία της Ελλάδας. Έχει το δικαίωμα να υψώνει την ελληνική σημαία στα πλοία που διοικεί και να μάχεται κατά του εχθρού της Ελλάδας με όλα τα διαθέσιμα μέσα. Παρακαλεί τους ναυάρχους των ουδέτερων και των φιλικών δυνάμεων να μην ενοχληθούν από τη δράση του αλλά να του παράσχουν βοήθεια, αν παραστεί ανάγκη. Του εγγράφου, που είναι γραμμένο στην αγγλική γλώσσα, παραλήπτης ήταν και ο Κόχραν.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 1827, οι Κρανιδιώτες Πέτρος Βούλγαρης, Πέτρος Κώνστας και Μήτρος Δαμάνης εμπόδισαν τη γολέττα του Αναγνώστη Βασιλικού να αποπλεύσει, παρά τις επανειλημμένες διαταγές της Κυβέρνησης. Έτσι η Κυβέρνηση παρακαλεί τον Κόχραν να απελευθερώσει τη γολέτα.
γ. Επιστολές της Γ’ Εθνοσυνέλευσης προς τον Κόχραν
Στις 12 Μαρτίου 1827, η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης συναισθανόμενη την ευθύνη λόγω της δεινότητας της κατάστασης υιοθέτησε τις συμβουλές του Κόχραν για ομόνοια. Εκφράζει την ευγνωμοσύνη της για τη συμβολή του στην «ένωση των Ελλήνων». Στις 19 Μαρτίου 1827, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση σε μια προσπάθεια συμβιβασμού μετέφερε τις εργασίες της στην Τροιζήνα. Στέλνει τον κόμη Ανδρέα Μεταξά να εκφράσει στον Κόχραν την ευγνωμοσύνη του Έθνους. Το έγγραφο αναφέρεται στις συνετές συμβουλές του Κόμητα, που ακολούθησε ο Κόχραν και παράλληλα εκφράζεται ο βαθύς σεβασμός του Κόμητα προς το πρόσωπό του.
Στις 4 Απριλίου 1827, η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, γράφει στον Κόχραν ότι έλαβε γνώση του περιεχομένου των επιστολών του. Καταβάλλει κάθε προσπάθεια, τον ενημερώνει, προκειμένου να εκπληρώσει τα καθήκοντά της και να ανταποκριθεί στις επιθυμίες του. Στέλνουν επιτροπή αποτελούμενη από τον Νικόλαο Μπόταση, τον Γεώργιο Γεννάδιο και τον Εμμ. Αντωνιάδη για να συζητήσουν τι ακριβώς είναι αναγκαίο να γίνει για τη σωτηρία της Πατρίδας. Αποστολέας της επιστολής ήταν ο Γραμματέας της Εθνοσυνέλευσης Νικ. Σπηλιάδης.
δ. Επιστολές του Κόχραν προς τις τοπικές διοικήσεις
5 Μαρτίου 1827: Ο Κόχραν ενημερώνει τους Διοικητές της Ύδρας ότι αναμένεται επίθεση από μια ισχυρή οθωμανική δύναμη και τα μέσα που διαθέτει δεν είναι επαρκή για να την αντιμετωπίσει. Η Διοικητική Επιτροπή Ελλάδας είναι διατεθειμένη να λάβει τα αναγκαία μέτρα αλλά η φατριαστική διαίρεση και τα προσωπικά συμφέροντα των οπλαρχηγών παραλύουν τις επιχειρήσεις. Αν δεν συμφιλιωθούν οι αντίπαλες παρατάξεις θα φύγει από την Ελλάδα.
16 Απριλίου 1827: Ο Κόχραν γράφει στους προκρίτους των νησιών να του στείλουν ναυτικούς υποσχόμενος τακτική καταβολή μισθού και κρατική μέριμνα για λαβωμένους, χήρες και ορφανά.
Στις 19 Δεκεμβρίου 1827, ο Κόχραν επισημαίνει στους δημογέροντες του Πόρου ότι έλαβε καταγγελίες για επιθέσεις των κατοίκων του νησιού κατά του πληρώματος της φρεγάτας «Ελλάς» και στο μέλλον θα θεωρήσει την πόλη συνολικά υπεύθυνη για ανάλογες συμπεριφορές.
ε. Επιστολές των τοπικών διοικήσεων προς τον Κόχραν
6 Μαρτίου 1827: Οι πρόκριτοι των Σπετσών εκφράζουν τη χαρά τους για την άφιξη του Κόχραν. Στέλνουν τον ναύαρχο Γεώργιο Ανδρούτσο με δυο άλλους καπεταναίους να εκφράσουν τα θερμά αισθήματά τους προς αυτόν.
12 Μαρτίου 1827: Οι διοικητές της Ύδρας ενημερώνουν τον Κόχραν ότι έλαβαν τις επιστολές του στις 19 και 22 του μηνός Φεβρουαρίου και τον ευχαριστούν για τις σοφές συμβουλές του. Παρά τις διαφωνίες τους οι Έλληνες είναι προσηλωμένοι στον στόχο της Επανάστασης και σύντομα θα συγκροτηθεί νέα κυβέρνηση. Δεν μπορούν να δεχτούν ότι κάποια μέλη της κοινωνίας λόγω της θέσης τους καταχρώνται δημόσια χρήματα. Οι κάτοικοι των τριών άγονων νησιών επιβιώνουν μόνο χάρη στο εμπόριο και έχουν υποστεί ζημίες στη διάρκεια της Επανάστασης. Αντίθετα οι στεριανοί καρπούνται όλα τα έσοδα του κράτους και δεν στέργουν στην πληροφόρηση μιας κυβέρνησης που θα έθετε τέρμα στις καταχρήσεις τους. Εκφράζουν τη θλίψη τους επειδή οι ναύτες που έστειλαν βιαστικά δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες του και δεσμεύονται να του στείλουν άλλους.
Στις 23 Μαρτίου 1827, ο Γεώργιος Ψύχας εκ μέρους της Επιτροπής Χιωτών στη Σύρο γράφει στον Franκαι Hastings ότι οι Χιώτες ναυτικοί επιθυμούν να τεθούν στην υπηρεσία του Κόχραν. Για τον σκοπό αυτό στέλνουν τον Παντελή Γιαννούλο, τον Γεώργιο Γλαράκη και τον Αθανάσιο Ραφαήλ εκπροσώπους της Χίου στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση.
Στις 26 Ιουνίου 1827, οι απεσταλμένοι πληρεξούσιοι των τριών ναυτικών νήσων πρόκειται να μεταβούν στη Σύρο με τον Κόχραν, να βρουν πόρους για το ναυτικό. Προτείνουν να λάβουν δάνειο ασφαλισμένο στους δασμούς της Σύρου ή με εγγύηση των συριανών εμπόρων ή μέσω εράνου που θα διενεργηθεί σε όλα τα νησιά του Αιγαίου.
Στις 14 Ιουλίου 1827, (υπάρχει) συστατική επιστολή καπετάνιου που πηγαίνει στον Κόχραν για να λάβει οδηγίες.
Στις 6 Αυγούστου 1827, η επιτροπή των Ψαριανών παρακαλεί τον Κόχραν να διαβιβάσει την επιστολή τους στον διοικητή των θαλασσίων δυνάμεων στο Αιγαίο, Χάμιλτον.
Στις 26 Ιουνίου 1827, οι πρόκριτοι του Πόρου διαμαρτύρονται για τη λεηλασία των χωραφιών των κατοίκων του Δαμαλά από τους στρατιώτες του Φαβιέρου και ζητούν να παρέμβει ο Κόχραν για να τους αποτρέψει από ανάλογες πράξεις στο μέλλον.
στ. Επιστολές του Κόχραν προς άλλους φιλέλληνες
10 Μαΐου 1827: Ο Κόχραν από την Αίγινα επικαλείται το ενδιαφέρον της Αγγλίας για την κατάργηση της δουλείας, για να πείσει τον Hamilton να σώσει τα γυναικόπαιδα της Ακρόπολης.
Στις 14 Δεκεμβρίου 1828, ο Κόχραν από τον Πόρο ευχαριστεί τον L.A. Gosse για τη στήριξη που του πρόσφερε κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα. Εκφράζει την ευγνωμοσύνη του για τη συλλογή των φόρων των νησιών που του ανέθεσε. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του σταμάτησε τις καταχρήσεις, επέβαλε την τάξη και τετραπλασίασε το εισόδημα, χωρίς να αυξήσει τα βάρη προς τις κοινότητες. Τον ενημερώνει ότι συμπεριέλαβε την έκθεση που του έστειλε στα έγγραφα που προσκόμισε στην κυβέρνηση.
Ο Κόχραν, σ’ ένα κείμενο δεκατριών σελίδων, χωρίς ημερομηνία, που γράφτηκε μετά την επιστροφή του στη Βρετανία και βρέθηκε στο αρχείο του, αναφέρεται στην πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα πριν από την άφιξή του.
Σύμφωνα με το έγγραφο, ενώ ο οθωμανικός στόλος ετοιμαζόταν να εκπλεύσει από την Κωνσταντινούπολη για να επιτεθεί μαζί με τον αιγυπτιακό στόλο στα νησιά, στην Ελλάδα συνεχίζονταν οι πολιτικές διαμάχες. Σχεδόν όλοι οι ξένοι που είχαν συμμετάσχει στην Επανάσταση μέχρι εκείνη τη στιγμή είχαν προσκολληθεί σε κάποιο από τα κόμματα, κυρίως Γαλλικό ή Αγγλικό και λιγότερο Ρωσικό. Η διχόνοια ήταν η αιτία που δεν κατάφεραν οι Έλληνες να επικρατήσουν των οθωμανικών δυνάμεων. Ο Κόχραν αποφάσισε να μην αναμειχθεί στις διαμάχες των διαφόρων ταραξιών.
Η άφιξή του ενέπνευσε αισιοδοξία στους Έλληνες και προκάλεσε φόβο στους Τούρκους, όπως στο παρελθόν είχε προκαλέσει στους Ισπανούς και τους Περουβιανούς. Οι μεγάλες δυνάμεις, επίσης, αποφάσισαν να λάβουν μέτρα για τη χειραφέτηση της Ελλάδας μόλις (ο Κόχραν) αποδέχθηκε να ηγηθεί των Ελληνικών ναυτικών δυνάμεων. Αναφέρεται, επίσης, στο ψήφισμα του νόμου που απαγόρευε στους Βρετανούς να υπηρετήσουν σε στρατιωτικές δυνάμεις ξένων κρατών, το οποίο δημιούργησε πολλά προβλήματα. Είναι πιθανόν εξ αιτίας αυτού του νόμου ο W. Galloway να καθυστέρησε σκόπιμα τη ναυπήγηση του πλοίου «Καρτερία», επειδή ο γιος του υπηρετούσε τον Μοχάμεντ Άλι της Αιγύπτου. Φαίνεται πως συντάκτης του κειμένου στην αγγλική γλώσσα είναι ο ίδιος ο Κόχραν, παρ’ ότι χρησιμοποιείται τρίτο πρόσωπο.
ζ. Επιστολές των φιλελλήνων προς τον Κόχραν
Στις 24 Φεβρουαρίου 1828, ο Εϋνάρδος από τη Γενεύη εκφράζει τη λύπη του επειδή ο Κόχραν δεν συνάντησε τον Καποδίστρια πριν από την άφιξή του. Αναρωτιέται γιατί ο Κόχραν δεν απάντησε στις πολλές επιστολές που του έστειλε μετά την απώλεια της Αθήνας. Τον ενημερώνει για τα εμβάσματα που του έστειλε και τον ρωτάει με ποιον άλλο τρόπο μπορεί να βοηθήσει την Ελλάδα. Χαίρεται για τις νίκες του Τσώρτς στο Δρογαμέτσι και εκφράζει την αισιοδοξία του για το μέλλον της Ελλάδας. Κατανοεί ότι τα περιορισμένα μέσα που διέθετε ο Κόχραν και η απειθαρχία των ναυτών δεν του επέτρεψαν να αντιπαρατεθεί σε πολύ ισχυρότερους στόλους. Τονίζει, όμως, ότι η παρουσία του συνέβαλε στη συμφιλίωση των δύο Παρατάξεων (Αίγινα – Ερμιόνη) και τον περιορισμό της αναρχίας.
Στις 8 Απριλίου 1827, ο L. A. Gosse πληροφορεί τον Κόχραν ότι του έστειλε ένα καΐκι με εξήντα σάκους αλεύρι. Καθώς δεν έχουν φτάσει ακόμη οι Κρανιδιώτες, αξιοποίησε το ένα πλοίο που ναύλωσε για τη μεταφορά τους, για να μεταφέρει προμήθειες και πυρίτιδα.
Στις 15 Απριλίου 1827, ο Τσώρτς γράφει στον Κόχραν ότι πηγαίνει στον Δαμαλά να αναλάβει τη διοίκηση. Σκοπεύει να στρατοπεδεύσει στην Ελευσίνα, τρεις ώρες από την Αθήνα και μισή ώρα από το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη. Επιθυμεί να είναι πιο ανεξάρτητος και φοβάται τη σύγχυση που μπορούν να προκαλέσουν οι στρατιώτες του Καραϊσκάκη.
Στις 16 Απριλίου 1827, ο Τσώρτς ενημερώνει τον Κόχραν ότι υπάρχει κάποια παρεξήγηση με τους Κρανιδιώτες. Τον διαβεβαιώνει ότι θα εκτελέσει τις διαταγές του. Η φρουρά του Φαλήρου θα παραμείνει μέχρι να φτάσουν εκεί.
Στις 9 Αυγούστου 1828, ο Εϋνάρδος γράφει στον Κόχραν κατά τη διάρκεια ολιγοήμερων διακοπών στο Εβιάν. Έλαβε επιστολή του Καποδίστρια στην οποία διαψεύδει τις φήμες για απόπειρα δολοφονίας και τον διαβεβαιώνει ότι η εμπιστοσύνη του λαού τού δίνει ικανοποίηση για να φέρει σε πέρας το τεράστιο έργο που του έχει αναθέσει η Πατρίδα. Του γράφει, επίσης, ότι η πανούκλα είναι υπό έλεγχο στις Σπέτσες και την Ύδρα, γι’ αυτό δεν υπάρχει καραντίνα. Φαίνεται ότι ο Ιμπραήμ θα αποχωρήσει ενώ 3.000 Αλβανοί λιποτάκτησαν από τον στρατό του και τέθηκαν υπό την προστασία των Ελλήνων. Ο Καποδίστριας ζητάει από τον Κόχραν να στείλει στην Ελλάδα το πλοίο Unicorn, με το οποίο ταξίδεψε στην Αγγλία. Αγοράστηκε με ελληνικά κεφάλαια και ο Καποδίστριας σκοπεύει να το χρησιμοποιήσει στις μετακινήσεις του.
11 Αυγούστου του 1827: Ο Louis Undre Gosse ενημερώθηκε από τον Heιdeck ότι θα είναι μικρότερο το κόστος, αν πληρώσουν εργάτες, παρά αν συνεχίσουν να απασχολούν τους Άραβες αιχμαλώτους. Ο Φαβιέρος είπε στον Heιdeck ότι ο Κόχραν είχε υποσχεθεί 1.000-1.500 τάλιρα αποκρύπτοντας ότι προϋπόθεση θα ήταν να γίνει εκκαθάριση των λογαριασμών του στόλου. Ο Heιdeck θεωρεί ότι ο Κόχραν αθέτησε τον λόγο του και είναι αναξιόπιστος. Ο L.A. Gosse ζητάει από τον Κόχραν να εξηγήσει στον Heιdeck την κατάσταση.
18 Οκτωβρίου 1827: Ο L. A. Gosse ενημερώνει τον Κόχραν ότι η κοινότητα της Ύδρας ζητάει από τον Κόχραν να πληρώσει τα έξοδα φύλαξης των πυρπολικών και της μεταφοράς στον Πόρο. Ο Gosse επισημαίνει ότι τα τέσσερα πυρπολικά που βρίσκονται στην Ύδρα πληρώθηκαν, εξοπλίστηκαν και εφοδιάστηκαν από τα κεφάλαιά τους και το δάνειο της Σύρου. Όταν όμως ο Κόχραν ζήτησε να συμμετάσχουν στην επιχείρηση της Δυτικής Ελλάδος, μόνο ένα υπάκουσε στην εντολή του. Το ίδιο συνέβη στις Σπέτσες, ενώ από τα Ψαρά μόνο ο Κανάρης τον ακολούθησε στο Μεσολόγγι. Οι Υδραίοι πρέπει να παραχωρήσουν τα πλοία στον εθνικό στόλο ή να καλύψουν οι ίδιοι τα έξοδα συντήρησης.
6 Νοεμβρίου 1829: Με τετρασέλιδη επιστολή από τη Γενεύη ο L. A. Gosse ενημερώνει τον Κόχραν για την εκκαθάριση των λογαριασμών του στην Ελλάδα. Του μεταφέρει την είδηση ότι οι Μαυροκορδάτος, Τρικούπης, Ζαΐμης και Ζωγράφος δεν έχουν πλέον καλές σχέσεις με τον Καποδίστρια.
Στις 23 Δεκεμβρίου 1829, ο L. A. Gosse ζητάει από τον Κόχραν να του στείλει το υλικό που του υποσχέθηκε, για να αρχίσει να γράφει τη βιογραφία του. Ελπίζει ότι η αποχώρηση του Ουέλινγκτον και του Πολινιάκ θα είναι ευεργετική για την Ελλάδα. Διαδίδεται ότι θα αναγνωριστεί η ανεξαρτησία της Ελλάδας και θα συμπεριληφθεί στα όριά της η Κρήτη και η Σάμος. Ελπίζει ότι οι προστάτιδες δυνάμεις θα επιλέξουν έναν Γερμανό προτεστάντη πρίγκιπα για τον ελληνικό θρόνο και αναρωτιέται ποια θα είναι η επόμενη διοίκηση των Φιλιππίνων μετά την αποτυχημένη εξέγερση.
η. Διάφορες επιστολές
6 Μαρτίου 1827: Ο Λάζαρος Κουντουριώτης από την Ύδρα στέλνει στον Κόχραν τους τέσσερις καραβομαραγκούς του, τους σαράντα ναύτες και τα πολεμοφόδια που του ζήτησε.
13 Μαρτίου 1827: Ο Μανόλης Τομπάζης έλαβε την επιστολή του Κόχραν και τον ενημερώνει ότι το μπρίκι «ΑΡΗΣ» με κυβερνήτη τον Αντώνη Κριεζή περιμένει τις εντολές του να αποπλεύσει. Οι τεχνίτες θα ξεκινήσουν την τοποθέτηση των κανονιών. Αν χρειαστεί θα τους στείλει τρία σκάφη για μεταφορές. Η κορβέτα «ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ» με καπετάνιο τον Antonio Raphael είναι έτοιμη και αναμένει τις εντολές του.
24 Μαρτίου 1827: Ο Κίτσος Τζαβέλας (1801-1855) ενημερώνει τον Κόχραν ότι οι Σουλιώτες, αν και συνέβαλαν με τον ηρωισμό τους στην απελευθέρωση της Στερεάς Ελλάδας, είναι ενοχλημένοι επειδή η προηγούμενη κυβέρνηση παραμέλησε τις ανάγκες τους. Επειδή ο ίδιος αναγνωρίζει τη σημασία της πολιορκίας της Ακρόπολης, αποφάσισε να μην συμμετάσχει στην Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, αλλά να στείλει αντ’ αυτού τον αδελφό του. Του ανακοινώνει την απόφασή του να μεταβεί στην Αθήνα και να ενισχύσει τις ελληνικές δυνάμεις.
10 Απριλίου 1827: Ο Κόχραν περιμένει πυρπολικά από τον Πόρο, την Ύδρα και τις Σπέτσες. Αναφέρει οδηγίες για τον εξοπλισμό των κανονιοφόρων. Τα στρατεύματα του στρατηγού Νικήτα μαζί με τους Κρανιδιώτες θα επιβιβαστούν στα τρία πλοία που βρίσκονται στο λιμάνι, αν φτάσουν μέχρι την επομένη. Σε αντίθετη περίπτωση τα σκάφη θα σταλούν στο Αμπελάκι και θα αναμένουν διαταγές. Όταν τα σκάφη γεμίσουν, θα κατευθυνθούν στο Αμπελάκι.
1 Δεκεμβρίου 1827: Ο Αυγουστίνος Καποδίστριας γράφει στον Κόχραν, με αφορμή την επίσκεψη του L. A. Gosse. Εκφράζει τη λύπη του που του έδωσε μόνο 1.500 τάλιρα. Ελπίζει ότι ο αδελφός του θα φθάσει στην Ελλάδα πριν το τέλος του έτους. Του έγραφε ότι μάλλον θα επιβιβαστεί στη Μασσαλία ή την Αγκώνα, σε κάποιο βρετανικό ή γαλλικό πολεμικό πλοίο. Ο ίδιος πιστεύει ότι θα προτιμήσει την Αγκώνα, γιατί κάποιος φίλος του τον περιμένει στη Μπολόνια. Ανυπομονεί να φτάσει ο αδελφός του στην Ελλάδα, γιατί η κατάσταση είναι τεταμένη στην Αλβανία και την Ήπειρο. Τον πληροφόρησαν ότι ξέσπασαν αψιμαχίες μεταξύ Τούρκων και Χριστιανών στη Νιβίτσα και επικρατεί ένταση.
15 Δεκεμβρίου 1827: Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ενημερώνει τον Κόχραν από το στρατόπεδό του στη Μεσσηνία για την οργάνωση της αντίστασης στον Ιμπραήμ. Στα στρατόπεδα της Πάτρας και του Αιγίου (Βοστίτζα) επικεφαλής είναι ο γιος του Γενναίος και ο Δημήτρης Πλαπούτας (Κολιόπουλος). Ζητάει να του στείλει τρόφιμα και πολεμοφόδια.
12 Φεβρουαρίου 1828: Ο Κόχραν φτάνοντας στο Λονδίνο δήλωσε ότι ήλθε από τον Πόρο, που δεν είναι μέρος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και του επέτρεψαν να παραμείνει λιγότερες μέρες σε καραντίνα. Ο W. Bors τον ενημερώνει ότι ο Πόρος θεωρείται μέρος της αυτοκρατορίας και άρα πρέπει να επιστρέψει σε καραντίνα τον προβλεπόμενο αριθμό ημερών. Με άλλη επιστολή ίδιας ημερομηνίας ο Κόχραν αναγγέλλει την άφιξή του στην Αγγλία μετά από ταξίδι ενός μηνός. Ελπίζει ότι η άφιξή του θα συμβάλλει στην ειρήνευση της Ελλάδας. Η αναχώρηση του εχθρικού στόλου με 15.000 στρατιώτες και η ταχεία εκκένωση των φρουρίων που είχαν οι Αιγύπτιοι, του επέτρεψε να ταξιδέψει στην Αγγλία.
6 Δεκεμβρίου 1828: Ο Κόχραν απαντάει στον Καποδίστρια ότι διορίστηκε ως αρχηγός των ναυτικών δυνάμεων της Ελλάδας από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας. Εφόσον ο Καποδίστριας δεν τον έπαυσε, έχει το δικαίωμα να υψώνει το λάβαρο του αξιώματός του σε όποιο πλοίο επιβιβάζεται. Ωστόσο, δεν κατανοεί, γιατί ο Καποδίστριας διαμαρτύρεται για τους έξι ναύτες που έφερε μαζί του, αφού αντικαθιστούν όσους εγκατέλειψαν το πλοίο χωρίς άδεια. Είχε ήδη λάβει από τον Χέυδεν την πρόταση να ταξιδέψει με ρωσικό πλοίο αλλά ευχαριστεί τον Καποδίστρια για το ενδιαφέρον. Εκφράζει, επίσης, την ικανοποίησή του για την παραπομπή σε δίκη του Ανδρέα Μπούτη, καπετάνιου της «Περσεφόνης». Θα προτιμούσε να ταξιδέψει με ελληνικό πλοίο, αλλά η «Περσεφόνη» βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση και φοβάται. Εφόσον όμως η Ελλάδα δεν χρειάζεται τις υπηρεσίες του, δεν είναι πλέον αναγκαία η παρουσία του. Του ζητάει, όμως, να τον απαλλάξει από τα καθήκοντά του με επίσημο έγγραφο.
Δεν χρειάζεται να υπογραμμίσουμε ότι η αξία της συλλογής του αρχείου Κόχραν του ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδου είναι τεράστια, όπως κάθε συλλογή πρωτογενούς υλικού. Η προσέγγιση των εγγράφων και των επιστολών που περιλαμβάνει, είναι ένα ταξίδι φωτός στις πηγές της Ελληνικής Ιστορίας, που με την απόσταση του χρόνου γίνεται με ασφάλεια, νηφαλιότητα και αντικειμενικότητα για το πρόσωπο του Κόχραν. Όπως, σημειώνεται, ο Κόχραν «συνέβαλε στη συμφιλίωση των αντιμαχόμενων παρατάξεων και στην εκλογή του Καποδίστρια, ενώ ενίσχυσε και το φιλελληνικό κίνημα. Ωστόσο η συνεισφορά του στον αγώνα παραμένει αμφιλεγόμενη, καθώς απέτυχε σε βασικές επιχειρήσεις». Αυτές βέβαια ο ίδιος τις απέδωσε «σε έλλειψη πόρων, απειθαρχία και πολιτικές έριδες».
Σερ Ρίτσαρντ Τσωρτς – Sir Richard Church (1785–1873)
O Ρίτσαρντ Τσωρτς γεννήθηκε στο Κορκ της Ιρλανδίας. Σε ηλικία 16 ετών κατατάχθηκε στον βρετανικό στρατό. Την περίοδο της δράσης του στα Επτάνησα, με άδεια της βρετανικής κυβέρνησης, ίδρυσε τα ελληνικά τάγματα, όπου συμμετείχαν, μεταξύ στρατιωτών και αξιωματικών, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και άλλοι Έλληνες αγωνιστές. Το 1826, συγκλονισμένος από την πολιορκία του Μεσολογγίου, ο Τσωρτς αποφάσισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Ελληνική Επανάσταση.

Ο σερ Ρίτσαρντ Τσωρτς (Sir Richard Church 1784 – 1873), με στολή του 1ου Συντάγματος Ελληνικού Πεζικού, έργο του Denis Dighton, 1813.
Ο Βρετανός στρατιωτικός, στα Ιόνια νησιά, συνέστησε για λογαριασμό των Βρετανών μια στρατιωτική μονάδα από Έλληνες έως το 1813. Το 1827 τον κάλεσαν οι Έλληνες για να αναλάβει την αρχιστρατηγία του στρατού ξηράς. Στη συνέχεια έλαβε τις θέσεις του αρχηγού της Δυτικής Ελλάδος, Σύμβουλου της Επικρατείας, πληρεξούσιου στην Α΄ Εθνοσυνέλευση των Αθηνών το 1843 και γερουσιαστή το 1844. Πέθανε στην Αθήνα το 1873.
Στις 26 Φεβρουαρίου 1827, ημέρα που δεν έγινε συνεδρίαση στην Ερμιόνη, ο Κολοκοτρώνης πήγε με ορισμένους άνδρες στο Πόρτο Χέλι για να συναντήσει τον γνώριμό του Τσωρτς και να έλθουν μαζί στην Ερμιόνη. Ήθελε να συζητήσουν πως θα μπορούσε, αναλαμβάνοντας κάποιο αξίωμα, να βοηθήσει την Επανάσταση. Βαθύτερη, όμως, επιθυμία εκείνου του Φιλέλληνα ήταν να συμβάλλει στον τερματισμό των διενέξεων μεταξύ των δύο αντιπάλων παρατάξεων, ώστε να επιτύχουν τη συμφιλίωση.
Τον Μάρτιο του 1827 η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον διόρισε αρχιστράτηγο των δυνάμενων της ξηράς, ύστερα από πρόταση του Κολοκοτρώνη. Άλλοι, όμως, υποστηρίζουν ότι η υποχώρηση του Κολοκοτρώνη δεν ήταν τόσο εύκολη όσο εκείνη του Μιαούλη που παρέδωσε την αρχηγία των ναυτικών δυνάμεων στον Κόχραν, όπως ήδη έχουμε αναφέρει.
Ο Π. Γ. Ρόδιος σε μονόφυλλη επιστολή του από τον Πόρο με ημερομηνία 17 Μαρτίου 1827 αναφέρει στον Κωλέττη ότι οι πληρεξούσιοι του Καστρίου και της Αίγινας αναγκάστηκαν να συμβιβαστούν και να συνέλθουν στον Δαμαλά. Προσθέτει τις φιλονικίες των πληρεξουσίων των δύο συνελεύσεων και την απόφαση να ανατεθεί στον Τσωρτς η γενική αρχηγία των ελληνικών όπλων.
Στις 23 Απριλίου 1827, μετά τον θάνατο του Καραϊσκάκη, ο Τσωρτς παρακινεί τους στρατιώτες να δείξουν γενναιότητα και άμιλλα. Ο Κόχραν υπόσχεται ανταμοιβή σε όσους είναι πιο πρόθυμοι. Στις 13 Αυγούστου 1827, ο Τσωρτς από τη Ναύπακτο ζητάει από τον Κόχραν, σε περίπτωση ανταλλαγής αιχμαλώτων, να μεριμνήσει για την απελευθέρωση της οικογένειας Φαλάνη (Πάνος, σύζυγος Ελένη, τέκνο Αθανάσιος), που βρίσκονται στην Πρέβεζα και του καπετάνιου Γιάννη Φαρμάκη, που είναι κυβερνήτης πλοίου του Χασάν από την Κύπρο.
Ο Τσώρτς παρέμεινε στην Αθήνα μέχρι τον θάνατό του στις 15 Μαρτίου 1873. Η κηδεία του έγινε «δημόσια δαπάνη» και η ταφή του στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Στον Φιλέλληνα γέροντα Στρατηγό «λόγο Επιτάφιο» εκφώνησε ο Ιωάννης Γεννάδιος, ο οποίος μεταξύ άλλων ανάφερε: «Ο μεν αοίδιμος ανήρ εξεπλήρωσε την ιερά αυτού αποστολήν αφιλοκερδώς, εντίμως, ενδόξως, αναπαύεται δε νυν εν ευφροσύνη…». Την πομπή της κηδείας του Ρίτσαρντ Τσωρτς παρακολούθησε πεζή ο ίδιος ο Βασιλιάς.
Ο Τσωρτς ήταν απ’ αυτούς που τελικά υποστήριζαν την ανάληψη της αρχηγίας του ελεύθερου ελληνικού κράτους από τον Καποδίστρια. Μετά την ίδρυση του ελληνικού βασιλείου έλαβε την ελληνική ιθαγένεια, ενώ ιστορική έχει μείνει η στάση του στη διαμάχη της Εθνοσυνέλευσης του 1844, όταν αποκάλεσε τους αντιπάλους του «γκαϊντούρια», τη μοναδική ελληνική λέξη που χρησιμοποίησε στην αγόρευσή του.
Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος – Jean – Gabriel Eynard (1775 – 1863)
Ο Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος ήταν Ελβετός τραπεζίτης γεννημένος στη Λυών της Γαλλίας το 1775. Το 1814-1815 συμμετείχε στο συνέδριο για την Ειρήνη στη Βιέννη, ως μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου της Γενεύης. Εκεί του δόθηκε η ευκαιρία και ανέπτυξε φιλικούς δεσμούς με τον αντιπρόσωπο του Τσάρου, Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος στήριξε τα αιτήματα των Ελβετών.
Από την πρώτη στιγμή ο Εϋνάρδος υποστήριξε με θέρμη την ελληνική υπόθεση, πρωτοστατώντας, από το καλοκαίρι του 1821, στην ίδρυση της πρώτης φιλελληνικής επιτροπής στη Γενεύη. Μετά την εγκατάσταση του Καποδίστρια το 1822 στη Γενεύη, ο Εϋνάρδος συνεργάστηκε στενά με τον Έλληνα διπλωμάτη για την προώθηση των ελληνικών δικαίων. Τα επόμενα χρόνια, ως μια προβεβλημένη προσωπικότητα του ευρωπαϊκού φιλελληνικού κινήματος, ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα για την έμπρακτη ενίσχυση των επαναστατημένων Ελλήνων εξασφαλίζοντας οικονομική ενίσχυση του αγώνα και αποστολή τροφίμων και πολεμοφοδίων. Οργάνωσε, επίσης, εκδηλώσεις για την ευαισθητοποίηση και διαφώτιση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων αλλά και της διεθνούς κοινής γνώμης για τον δίκαιο αγώνα των Ελλήνων. Με τους Φιλέλληνες Γκος, Βαλή και Έιδεκ είχε εξαιρετικές σχέσεις ενώ και αυτοί εκφράζονταν με τα καλύτερα λόγια για τη μεταξύ τους συνεργασία. Λίγους μήνες μετά, τον Μάιο του 1827, η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας απένειμε στον Εϋνάρδο τιμητικά την ελληνική ιθαγένεια αναγνωρίζοντας τη μεγάλη του προσφορά στον αγώνα των Ελλήνων.
Αργότερα στο πρόσωπο του Ελβετού Φιλέλληνα ο Καποδίστριας βρήκε τον ιδανικό άνθρωπο για την αναζήτηση των αναγκαίων κεφαλαίων και δανείων στην Ευρώπη προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι άμεσες ανάγκες, όπως για παράδειγμα η συγκρότηση των πρώτων θεσμών του υπό σύσταση ελληνικού κράτους. Αλλά και τα επόμενα χρόνια, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, ο Εϋνάρδος στάθηκε στο πλευρό της Ελλάδας και ουδέποτε έπαψε να ενδιαφέρεται για τα ελληνικά ζητήματα. Το 1837 σε αναγνώριση της πολυετούς και αδιάλειπτης προσφοράς του στην Ελλάδα, του απονεμήθηκε ο Μεγάλος Σταυρός του Τάγματος του Σωτήρος.
Στις 23 Δεκεμβρίου 1827, ο Εϋνάρδος στέλνει στον Κόχραν 20.000 πιάστρα για τους μισθούς του ναυτικού και 10.000 πιάστρα για τους στρατιώτες του αποβατικού σώματος με την ελπίδα ότι η επιτροπή του Παρισιού θα μπορέσει να πληρώσει άλλα 10.000 πιάστρα.[3]
Ο Εϋνάρδος απεβίωσε στη Γενεύη στις 5 Φεβρουαρίου 1863. Από τα προαναφερθέντα διαπιστώνεται πως ήταν ένας γνήσιος Φιλέλληνας και η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης εναπέθετε σ’ αυτόν μεγάλες ελπίδες. Στη ΙΑ’ συνεδρίαση της 1ης Μαρτίου 1827 διαβάστηκαν τα έγγραφα που είχαν σταλεί από τους διοικητές της Ύδρας (26 Φεβρουαρίου 1827) και τους προκρίτους των Σπετσών (28 Φεβρουαρίου 1827). Το έγγραφο των Υδραίων μεταξύ άλλων «προέτρεπε την Εθνοσυνέλευση να στείλει σχετικό έγγραφο και προς τον μέγαν ευεργέτην της Ελλάδος κύριον Εϋνάρδον», ώστε μαζί με τις φιλελληνικές εταιρείες της Γαλλίας, Ελβετίας και Γερμανίας να στείλουν με κάθε μέσο και όσο πιο γρήγορα μπορούν τα χρήματα που θα συγκεντρώσουν προκειμένου να ενισχυθεί η ναυτική δύναμη της Ελλάδας. Φυσικά οι προτάσεις και των δύο νησιών έγιναν αποδεκτές.
Στη ΙΓ’ συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου 1827 η Εθνοσυνέλευση έστειλε «Προς τον έκλαμπρον ιππέα Ι. Γ. Εϋνάρδον» ευχαριστήριο έγγραφο (αρ.34), με το οποίο τον ανακηρύσσει επίσημα ευεργέτη της Ελλάδας και τον διαβεβαιώνει πως οι ενάρετες πράξεις του θα είναι από τις ωραιότερες σελίδες της ιστορίας της. Η ευγνωμοσύνη δε «ως προς τον ενάρετον άνδρα όστις δεν αγνοεί, ότι είναι θεού ίδιον το ευεργετείν» θα είναι παντοτινή. Στη συνέχεια στο ευχαριστήριο αυτό έγγραφο η Εθνοσυνέλευση προτρέπει όλους τους Φιλέλληνες να εξακολουθήσουν να ευεργετούν την Ελλάδα «μέχρι τέλους του ιερού αγώνος της… διπλασιάζοντες τα βοηθήματά τους», ώστε οι Έλληνες να φθάσουν στον τελικό τους σκοπό.
Λουΐς – Αντρέ Γκοσσέ (Γκος) – Louis – Andre Gosse (1791-1873)
Γεννήθηκε στη Γενεύη της Ελβετίας από πατέρα φαρμακοποιό. Σπούδασε Ιατρική στο Παρίσι και αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής. Μετά την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και ενάντια στον Ευρωπαϊκό απολυταρχισμό έγινε μέλος της Φιλελληνικής Επιτροπής της Γενεύης. Σε μια στιγμή ενθουσιασμού αποφάσισε να έλθει στην Ελλάδα και να προσφέρει τις υπηρεσίες του για δύο χρόνια.
Ο Γκος ήταν παράδειγμα ανιδιοτελούς Φιλέλληνα που πρόσφερε πολλά στην Ελλάδα παρακινούμενος από τα φιλελεύθερα συναισθήματά του. Θυσίασε την προσωπική του άνετη ζωή για να βοηθήσει του Έλληνες που αγωνίζονταν για την ανεξαρτησία και τα δικαιώματά τους, ενώ λίγο έλειψε η στάση αυτή να του στοιχίσει την ίδια του τη ζωή.
Για τους φιλελεύθερους κύκλους της Ευρώπης η Ελλάδα ήταν το τελευταίο προπύργιο στη μάχη υπέρ των πολιτικών ελευθεριών μετά την καταστολή των επαναστάσεων στην Ιταλία και την Ισπανία από την Ιερή Συμμαχία. Δεν πρέπει εξάλλου να ξεχνάμε και την ιδιαιτερότητα του πολέμου που γινόταν ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους: Τον Χριστιανικό και τον Μουσουλμανικό. Έτσι ο Γκος αποφάσισε να εγκαταλείψει τη λαμπρή του καριέρα και να έρθει στην Ελλάδα, ενώ την τελική απόφαση την έλαβε όταν εξασφάλισε την άδεια της μητέρας του, με την οποία διατηρούσε συχνή αλληλογραφία κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Χώρα μας.
Ο Γκος έφτασε στην Ύδρα στις αρχές Φεβρουαρίου του 1827 ως μέλος τριμελούς επιτροπής που θα διένειμε χρηματική βοήθεια και τρόφιμα στους Έλληνες αγωνιστές. Ο Δημήτριος Υψηλάντης, όταν πληροφορήθηκε την άφιξή του Γκος στην Ύδρα φέρνοντας προμήθειες τροφίμων, έστειλε επιστολή προς τον Γεώργιο Κουντουριώτη ενημερώνοντάς τον ότι στο εξής η φρουρά της Ύδρας θα αντιμετώπιζε την ανάγκη εφοδιασμού τροφίμων, καθώς οι ελλείψεις ήταν μεγάλες στα στρατόπεδα των Ελλήνων.
Την ίδια εποχή ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ζητούσε από τον Γκος πενήντα σακιά αλεύρι. Επίσης στις 6 Φεβρουαρίου 1827ο Αναγνώστης Οικονόμου με επιστολή του από την Ερμιόνη προς τον Γεώργιο Κουντουριώτη, του σύσταινε ν’ απευθυνθεί στον Γκος, ώστε να σταλεί αλεύρι στον Γεώργιο Καραϊσκάκη, ο οποίος ύστερα από τις μεγάλες νίκες του είχε γίνει «ίνδαλμα του έθνους». Φαίνεται, όμως, ότι ο Γκος δεν ανταποκρίθηκε άμεσα στην έκκληση του Οικονόμου. Οι δυσκολίες του έργου του, οι κρίσιμες στιγμές που περνούσε το έθνος, οι συνεχείς εκκλήσεις των διαφόρων αρχηγών για τρόφιμα εμπόδιζαν τον Γκος να είναι «συνεπής». Ο Αναγνώστης Παπαγιαννόπουλος εξάλλου, γράφοντας στις 8 Φεβρουαρίου 1827 προς τον Γεώργιο Κουντουριώτη, ζητούσε πάση θυσία την αποστολή αλευριού.
Όταν ο Κόχραν έφτασε επιτέλους στην Ελλάδα, ο Γκος διορίζεται «γενικός επιμελητής» του στόλου. Οι αποθήκες με τη βοήθειά του μεταφέρονται στον Πόρο, όπου δημιουργήθηκε ένας πρόχειρος ναύσταθμος. Ο Πόρος, μάλιστα, περιγράφεται από τον Γκος ως «όαση ηρεμίας» μέσα στην εμπόλεμη Ελλάδα. Η διαχείριση των εφοδίων για την εξασφάλιση της δίκαιης διανομής τους γίνεται από πενταμελή φιλελληνική επιτροπή.
Παράλληλα, όμως, ο Γκος προσφέρει και τις ιατρικές του υπηρεσίες στους μαχόμενους Έλληνες. Ήταν μάλιστα ένας από τους γιατρούς που προσπάθησαν να σώσουν τον Καραϊσκάκη, όταν λαβώθηκε θανάσιμα στη μάχη του Φαλήρου στις 23 Απριλίου 1827, ημέρα της γιορτής του. Επίσης αντιμετώπισε την επιδημία της πανώλης, που αρχικά ενέσκηψε στην Ύδρα τον Απρίλιο του 1828, από το πλήρωμα του πλοίου «Αφροδίτη», που τη μετέφερε από την Αίγυπτο και σύντομα μεταδόθηκε στις Σπέτσες, τον Πόρο, το Κρανίδι, την Ερμιόνη, ενώ εξαπλωνόταν με γοργούς ρυθμούς και σε άλλους τόπους. Οι προσπάθειες του Γκος στην καταπολέμηση της πανώλης είχαν λαμπρά αποτελέσματα.
Στη Ι’ συνεδρίαση της Εθνοσυνέλευσης της 27ης Φεβρουαρίου 1827, διαβάστηκε έγγραφο του Καραϊσκάκη που ζητούσε διακόσιες χιλιάδες οκάδες αλεύρι γιατί, όπως έγραφε, χωρίς τροφοδοσία το στράτευμα θα διαλυθεί. Την ίδια μέρα η Εθνοσυνέλευση έστειλε έγγραφο «Προς τον ευγενέστατον δόκτωρα Γκος» με το οποίο τον ενημέρωνε ότι η ένδοξη Ακρόπολη των Αθηνών «κινδυνεύει τον έσχατον κίνδυνον» και ότι «η απορία (φτώχεια) του Ελληνικού Έθνους θεραπεύεται από τα σωτηριώδη των Φιλελλήνων βοηθήματα». Προέτρεπε δε τον Γκος να στείλει στην Ελευσίνα προς τον Γενικόν αρχηγόν Καραϊσκάκη σαράντα ή πενήντα χιλιάδες οκάδες αλεύρι, που έστελναν οι φιλελληνικές εταιρείες της Ευρώπης. Χωρίς αυτή τη βοήθεια τα στρατόπεδα κινδύνευαν να διαλυθούν. Η κατάσταση, μάλιστα, των πολιορκημένων (στην Ακρόπολη) ήταν τρομερά κρίσιμη. «Πεινούν και στερούνται από κάθε τι αναγκαίο».
Στη ΙΣΤ’ συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου διαβάστηκε η απάντηση, γραμμένη στη γαλλική γλώσσα, του Γκος από την Ύδρα, ο οποίος ανταποκρινόμενος στην έκκληση της Εθνοσυνέλευσης έστειλε στο στρατόπεδο της Αττικής ογδόντα χιλιάδες οκάδες αραβόσιτου. Εξέφραζε δε την ευχή ότι με τα εφόδια αυτά ο Καραϊσκάκης θα μπορούσε να συντηρηθεί για αρκετό καιρό.
Ο Γκος τόνιζε, επίσης, προς τον Πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης Γεώργιο Σισίνη ότι οι προμήθειες που προορίζονται για τον στόλο, παραμένουν άθικτες και θεωρούσε καθήκον του ν’ αποφεύγει να τις σπαταλά εφόσον περίμενε από στιγμή σε στιγμή την άφιξη του Κόχραν. Παράλληλα ζητούσε να του αποδοθεί από τους κυρίους Βαλλή και Έιδεκ η ίδια ποσότητα σιτάλευρου. για τις ογδόντα χιλιάδες αραβόσιτου που είχε χορηγήσει.
Στις 7 Αυγούστου 1827 ο Γκος από τον Πόρο στέλνει στον Κόχραν επιστολή του Φαβιέρου, με την οποία του ζητάει μια κανονιοφόρο, για να παραλάβει από την Αίγινα τα κανόνια, που βρίσκονται εκεί ως εγγύηση των χρεών του Heideck. Πιστεύει ότι πρέπει να στείλουν 30 Άραβες αιχμαλώτους στα Μέθανα, για να κατασκευάζουν τούβλα. Στις 8 Φεβρουαρίου 1832 ο Γκος με επιστολή του από τη Γενεύη εκφράζει την ικανοποίηση και τη χαρά του για τη διάψευση της είδησης του θανάτου του Κόχραν. Ενημερώνει δε ότι πήγε στην Αυστρία και την Πρωσία, για να μελετήσει την επιδημία της χολέρας. Απεβίωσε το 1873.
Ετιέν-Μαρέν Μπαγί (Βαλλή) – E. M. Bailly (1796 – 1837)
Γάλλος Φιλέλληνας γιατρός που πρόσφερε εξαιρετικές υπηρεσίες στον επαναστατικό αγώνα των Ελλήνων. Για τη δραστηριότητά του εκτενείς αναφορές γίνονται στο «Αθηναϊκόν Αρχείον» και στο «Ημερολόγιον Δ. Χρηστίδου», όπου ο συντάκτης μάς βεβαιώνει ότι στις τακτικές συναντήσεις με τον Βαλλή συζητούσαν πολλά θέματα που αφορούσαν τον αγώνα και τη μελλοντική του έκβαση.
Στις συζητήσεις αυτές συμφωνούσαν και οι δύο ότι για να συνεχιστεί ο αγώνας χρειάζονταν χρήματα και προσπαθούσαν να βρουν τρόπους για να τα εξοικονομήσουν. Επίσης συζητούσαν και άλλα οργανωτικά θέματα, όπως της συγκρότησης των φιλελληνικών ενώσεων, για τις οποίες στα κράτη της Ευρώπης υπήρχαν νόμοι σχετικοί με τη λειτουργία τους.

Ο Γάλλος γιατρός και φιλέλληνας Martin-Etienne Bailly. Λιθογραφία από το λεύκωμα του Karl Krazeisen «Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen, nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Nature gezeichnet und herausegegeben von Karl Krazeisen», Μόναχο, 1831.
Ο Βαλλή ήταν εκείνος που χρηματοδότησε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ώστε να ετοιμάσει την Γ’ Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης. Επίσης, ο ίδιος, ως γιατρός, περιέθαλψε τον Νικηταρά στο Άργος, όταν αρρώστησε από πλευρίτη πολεμώντας στο πλευρό του Καραϊσκάκη εναντίον των Τούρκων στις ανατολικές πλαγιές του Παρνασσού κάτω από αντίξοες συνθήκες.
Στην Ε’ προκαταρκτική συνεδρίαση της 24ης Ιανουαρίου 1827, αποφασίστηκε να γράψει ο Κολοκοτρώνης στον Φιλέλληνα κύριο Βαλλή και να ζητήσει απ’ αυτόν ένα μέρος «αλεύρου» από το πλοίο που έφτασε, ώστε και η ανάγκη αυτή της τροφοδοσίας να αντιμετωπιστεί.
Στη Ι’ συνεδρίαση της 27ης Φεβρουαρίου 1827 συζητήθηκε το θέμα της ασφάλειας των βοηθημάτων, που στέλνονταν από τους Φιλέλληνες. Για τον λόγο αυτό στάλθηκε έγγραφο «Προς τον ευγενέστατον δόκτωρα Βαλλήν», του οποίου η παρουσία εγγυάται τη δίκαιη διανομή, ώστε τα τρόφιμα και τα πολεμοφόδια να σταλούν εκεί όπου υπάρχει άμεση ανάγκη «και ούτω θέλει γενεί μεγίστη η ωφέλεια εις το έθνος».
Ο Βαλλή, εξάλλου, ήταν εκείνος που απέτρεψε τον Έιδεκ να επιχειρήσει να οργανώσει σώμα τακτικού στρατού, όπως επιθυμούσε, εξηγώντας του πόσο δύσκολο ήταν να ενταχθούν οι Έλληνες αγωνιστές και να συνυπάρξουν με Ευρωπαίους Φιλέλληνες. Στη ΙΣΤ’ συνεδρίαση της 14ης Μαρτίου διαβάστηκε απαντητικό έγγραφο του δόκτορα Βαλλή, που ανέφερε ότι χωρίς την παρουσία του κυρίου Έιδεκ και η δική του συμμετοχή πρέπει να θεωρείται ανωφελής. Ήταν και οι δύο μέλη της Επιτροπής των βοηθημάτων που έστελναν οι γερμανικές φιλελληνικές εταιρείες στην Ελλάδα και η παρουσία τους στη Συνέλευση ήταν αναγκαία.
Φαίνεται ότι οι δύο Φιλέλληνες είχαν κοινή γραμμή, κυρίως στη διάθεση των οικονομικών πόρων και των πολεμοφοδίων που στέλνονταν από τις φιλελληνικές οργανώσεις. Όταν ενέσκηψε η μεγάλη πανδημία της πανώλης του 1828 στην Ύδρα και στις Σπέτσες, ο Φιλέλληνας ιατρός Bailly απευθύνει επιστολή στη γαλλική γλώσσα προς Ιω. Κωλέττη και του ζητά να συνεννοηθούν και να συνεργαστούν για την αντιμετώπιση της επιδημίας.
Φιλίπ Ζορντάν (Ιορδάνης)- Philippe Jourdain
Γάλλος ευγενής και στρατιωτικός. Ένας ανιδιοτελής Φιλέλληνας που αναμείχθηκε ενεργά υπέρ της Ελλάδας στον απελευθερωτικό της αγώνα, έχοντας τον βαθμό του Συνταγματάρχη.
Το 1822 στο συνέδριο της Βερόνας η προσωρινή Διοίκηση (Κυβέρνηση) της Ελλάδας, που είχε εγκατασταθεί στην Ερμιόνη, εκπροσωπήθηκε από τους Α. Μεταξά, Π. Πατρών Γερμανό, Γ. Μαυρομιχάλη και τον συνταγματάρχη Ιορδάνη. Η ελληνική αποστολή απέτυχε, επειδή η μετάβασή της στη Βερόνα απαγορεύτηκε. Ο Ανδρέας Μεταξάς επικεφαλής αντιπροσωπείας επηρεασμένος από την αποτυχία αυτή και ύστερα από υπόδειξη του Υπουργού των Εξωτερικών του Παπικού Κράτους και την πίεση του Ιορδάνη, έρχεται σε επαφή με τον τοποτηρητή του Μεγάλου Μάγιστρου του Τάγματος Α’, Bouska, o οποίος προτείνει συμμαχία των Ιωαννιτών Ιπποτών με την επαναστατημένη Ελλάδα.[4]
Τον Ιούνιο του 1822 ο Α. Μεταξάς εξουσιοδοτεί τον Ιορδάνη να διαπραγματευτεί με τη Διοικητική Επιτροπή του Τάγματος των Ιωαννιτών στο Παρίσι και ο Γάλλος Φιλέλληνας, που ήταν μέλος του Τάγματος, υπογράφει μια προσωρινή συνθήκη συμμαχίας με τους Ιωαννίτες «εν αγνοία» της Ελληνικής κυβέρνησης. Η συνθήκη προέβλεπε σε Ιωαννίτες Ιππότες να παρέχουν στην Ελλάδα οικονομική και στρατιωτική βοήθεια και ως αντάλλαγμα να τους δοθούν ένα ή περισσότερα νησιά κατά προτίμηση η Ρόδος, η Κρήτη ή η Κύπρος. Πάντοτε οι Ιωαννίτες επεδίωκαν να έχουν εδαφικό χώρο στα Νησιά του Αιγαίου, ο οποίος τους ήταν απαραίτητος για να επανιδρύσουν το κράτος τους, που μετά την απώλεια της Μάλτας, το 1798, είχε πάψει να υφίσταται.
Ο Ιορδάνης, πλοίαρχος του Γαλλικού Ναυτικού, ικανοποιημένος από την υπογραφή της συνθήκης αυτής πίστευε ότι η προώθηση του τάγματος των Ιωαννιτών στο Αιγαίο θα εμπόδιζε την μονοπώληση του εμπορίου από την Αγγλία. Η συμφωνία υπεγράφη στις 10 Ιουλίου 1823. Στη συνέχεια ο κόμης Ιορδάνης επέστρεψε στην Ελλάδα. Μετά από διάφορες παρασκηνιακές ενέργειες ο Μαυροκορδάτος, ως πρόεδρος της Προσωρινής Διοίκησης, εκτιμώντας μάλλον σωστά τα γεγονότα, απέφυγε να επικυρώσει τη συμφωνία μεταξύ του Ιορδάνη και των Ιωαννιτών. Οι τελευταίοι στην ουσία δεν ήταν παρά απατεώνες που προσπαθούσαν να επωφεληθούν από τη δυσχερή θέση της Ελλάδας, αφού ούτε χρήματα είχαν να διαθέσουν ούτε στρατιωτική δύναμη. Εξ αιτίας αυτών των γεγονότων ο συνταγματάρχης Ιορδάνης έπεσε στη δυσμένεια της Διοίκησης της Ελλάδος για κακούς χειρισμούς.
Στη ΙΖ΄(τελευταία) συνεδρίαση της 17ης Μαρτίου 1827 διαβάστηκε αναφορά του Γάλλου Φιλέλληνα συνταγματάρχη Ιορδάνη, γραμμένη στη γαλλική γλώσσα, με συνημμένη παράλληλη μετάφραση στα ελληνικά. Με την αναφορά του αυτή πληροφορούσε την Εθνοσυνέλευση ότι: Για λόγους πολιτικούς έλαβε διαταγή από την Προσωρινή Διοίκηση να εγκαταλείψει την Ελλάδα. Αυτός, όμως, παρέμενε σε ελληνικά νησιά και αγωνιζόταν επί 18 μήνες για την ακύρωση της διαταγής αλλά και υπέρ των συμφερόντων της Ελλάδας. Η Εθνοσυνέλευση εξέτασε διεξοδικά τα όσα η αναφορά περιλάμβανε και αποφάσισε τα εξής: Αναγνώρισε τον έντιμο χαρακτήρα του άνδρα, την αγάπη του προς την Ελλάδα, έκρινε ότι το αίτημά του ήταν καθόλα δίκαιο και του έδωσε το δικαίωμα να παραμείνει στη Χώρα, να περιφέρεται σε όλη την επικράτεια και να απολαμβάνει της προστασίας των νόμων. Τέλος, αποφασίσθηκε ο Γραμματέας της Συνέλευσης να αναλάβει να αποστείλει στον ενδιαφερόμενο αντίγραφο αυτής της απόφασης.
Καρλ Βίλχελμ φον Χάιντεκ (Έιδεκ) – Karl Wilhelm Freiherr von Heideck (1788-1861)
Ο Καρλ Βίλχελμ φον Χάιντεκ γεννήθηκε στις 6 Δεκεμβρίου 1788 στο Sarralbeτης Γαλλίας και ήταν γιος Γαλλοελβετού αξιωματικού, ερασιτέχνη ζωγράφου. Το 1801 ξεκίνησε σπουδές στη Στρατιωτική Ακαδημία του Μονάχου. Το 1805, αφού πολιτογραφήθηκε Βαυαρός, κατατάχθηκε στον βαυαρικό στρατό και έλαβε μέρος, ως υπολοχαγός πυροβολικού, στους πολέμους εναντίον της Αυστρίας και της Πρωσίας. Παράλληλα, όμως, είχε σπουδές και στη Σχολή Καλών Τεχνών της Ζυρίχης.
Ο Βαυαρός φιλέλληνας, υποστράτηγος Karl Wilhelm von Heideck. Λιθογραφία από το λεύκωμα του Karl Krazeisen «Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen, nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Nature gezeichnet und herausegegeben von Karl Krazeisen», Μόναχο, 1831.
Ο Έιδεκ επί πολλά χρόνια θήτευσε στο πλευρό του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου του Α’, πατέρα του Όθωνα, του μετέπειτα βασιλιά της Ελλάδας, ο οποίος διακατεχόταν από ειλικρινή, φιλελληνικά συναισθήματα, που τα εκδήλωνε ανοικτά από τη στιγμή που ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση. Ενδεικτική αυτής της στάσης του Λουδοβίκου είναι η ιστορική αναφορά ότι, μόλις πληροφορήθηκε τη νίκη του Καραϊσκάκη στη μάχη της Αράχοβας (18-24 Νοεμβρίου 1826) αναφώνησε με ενθουσιασμό: «Ανεστήθη η Ελλάς μου!».
Ο Έιδεκ, ως έμπιστος του Λουδοβίκου, επηρεάσθηκε έντονα από τα φιλελληνικά του συναισθήματα. Ο ίδιος ο Βαυαρός μονάρχης σε επιστολή του προς τον Καποδίστρια, στις 12 Αυγούστου 1826, ανέφερε την επιθυμία του Έιδεκ να έλθει ο ίδιος στην Ελλάδα και μαζί με αυτόν (τον βασιλιά) αξιωματικοί του στρατού του με τη βαυαρική στολή και με μισθό που θα καταβαλλόταν από τη μοναρχία. Η βαυαρική φιλελληνική αποστολή έφτασε τελικά στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 1826 και συντονίστηκε με τους ηγέτες του ευρωπαϊκού φιλελληνικού κινήματος.
Ο Έιδεκ είχε φθάσει στην Ελλάδα με χρήματα, πολεμοφόδια και ξεκάθαρο σχέδιο να οργανώσει ένα μικτό σώμα τακτικού στρατού από Έλληνες και Φιλέλληνες άνδρες. Ήταν, μάλιστα, πρόθυμος να πολεμήσει και υπό τις διαταγές των Ελλήνων οπλαρχηγών, προκειμένου να επιτύχει η αποστολή του και όχι οι στενές προσωπικές του φιλοδοξίες. Οι ιδέες του, όμως, αυτές δεν ήταν εύκολο να πραγματοποιηθούν, γεγονός που του επεσήμαναν και άλλοι Φιλέλληνες. Τελικά ο Έιδεκ έθεσε τον εαυτό του στην υπηρεσία του Αγώνα και αποφάσισε να παραμείνει διακριτικά στο πλευρό των Ελλήνων αγωνιστών.
Μετά την αποτυχία του Φαλήρου και την παραίτηση του Γόρδων(α), έγινε πρόταση στην ελληνική κυβέρνηση να δώσει μια ευκαιρία στον Έιδεκ να αναμειχθεί ενεργά στον αγώνα, καθώς είχε οραματιστεί να βοηθήσει τους Έλληνες στην επίπονη προσπάθεια να απελευθερωθούν και να οικοδομήσουν το νέο ελληνικό κράτος. Τελικά συνδέθηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος δέχθηκε με ευγνωμοσύνη την προσφορά του, αφού αναζητούσε άξιους συνοδοιπόρους στο όραμά του. Πραγματικά ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Έιδεκ!
Το όνομα του Έιδεκ ακούστηκε στη ΙΣΤ’ συνεδρίαση της Εθνοσυνέλευσης στις 14 Μαρτίου 1827 από τον Γάλλο ιατρό Φιλέλληνα, Βαλλή. Φαίνεται, μάλιστα, ότι τους δύο άνδρες τούς συνέδεε κοινό όραμα και αμοιβαία εμπιστοσύνη. Το καλοκαίρι του 1827ο Καποδίστριας διόρισε τον Έιδεκ διοικητή του Ναυπλίου, που ήταν τότε πρωτεύουσα της Ελλάδας, ιδιαίτερα ικανοποιημένος, από τις υπηρεσίες που πρόσφερε στο νεοσύστατο Ελληνικό κράτος. Γι’ αυτό στις 26 Φεβρουαρίου 1828 έστειλε επιστολή προς τον βασιλιά Λουδοβίκο Α’ ζητώντας να επιτρέψει στον έμπιστό του συνεργάτη να παραμείνει για έναν ακόμη χρόνο στην Ελλάδα. Στη συνέχεια ο Έιδεκ ανέλαβε και τη θέση του φρούραρχου της Αργολιδοκορινθίας. Ωστόσο λόγω της κλονισμένης υγείας του επέστρεψε στην πατρίδα του, το Μόναχο, στις 23 Αυγούστου 1829 και επανήλθε στην Ελλάδα το 1833, ως μέλος της αντιβασιλείας του Όθωνα.
Τέλος, να σημειώσουμε πως σημαντικό είναι και το συγγραφικό έργο που αναφέρεται αποκλειστικά σε γεγονότα που έλαβε μέρος ή ήταν αυτόπτης μάρτυς, πλαισιωμένο από το ζωγραφικό του έργο που αποτυπώνει πρόσωπα και τόπους.
Υποσημειώσεις
[1] Ο Τζώρτζ Κάνιγκ διετέλεσε για μία πενταετία Υπουργός των Εξωτερικών ενώ το 1827 ανέλαβε την πρωθυπουργία της Χώρας. Η φιλελληνική δράση και στάση ήταν καθοριστική για την πορεία του αγώνα.
[2] Αγωνιστής του 1821 γεννημένος στη Βεσσαραβία από Νάξιους γονείς. Αξιωματικός στο ρωσικό στρατό, παραιτήθηκε όταν ξέσπασε η Επανάσταση και ακολούθησε ως υπασπιστής τον Υψηλάντη στην Ελλάδα. Αναδείχτηκε αρχηγός στην εκστρατεία που οργανώθηκε στη Μακεδονία (Νοέμβριος 1821), αλλά απότυχε στο έργο του γιατί, καθώς ήταν ματαιόδοξος και επιθυμούσε να επιδεικνύεται, έμεινε με το πρόσχημα της στρατολογίας αρκετό χρονικό διάστημα στη Νάξο και τη Μύκονο, με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί από πολλούς στρατιώτες του. Τελικά αποβιβάστηκε στο Ελευθεροχώριο (Μάρτιος 1822) και άρχισε τις συνεννοήσεις με Μακεδόνες οπλαρχηγούς σχετικά με την οργάνωση της επανάστασης. Νικήθηκε στην πρώτη του συμπλοκή με τους Τούρκους στην Καστανιά και αποδείχτηκε έτσι ανίκανος αρχηγός παρόλη την αντρεία του, μόλις δε και μετά βίας διασώθηκε στην Πελοπόννησο, όπου έπεσε σε αφάνεια. Χάρη στην υποστήριξη του Δημ. Υψηλάντη πέτυχε να χρησιμοποιηθεί σε ασήμαντες υπηρεσίες, ωσότου κατηγορήθηκε και υπέστη δικαστικές διώξεις για τη συνεργασία του με ξένους πράκτορες, οπότε εγκατάλειψε οριστικά το δημόσιο βίο.
[3] Τα πιάστρα ήταν αρχαίο ισπανικό νόμισμα αλλά και υποδιαίρεση της αιγυπτιακής λίρας.
[4] Επρόκειτο για τους Ιππότες που κατείχαν τη Ρόδο από το 1309 ως το 1522, οπότε και εκδιώχθηκαν από τους Οθωμανούς. Εγκαταστάθηκαν στη Μάλτα, την οποία κατέλαβε ο Ναπολέων το 1798 και στη συνέχεια οι Άγγλοι. Έτσι τα μέλη του Τάγματος δεν κατείχαν καμία απολύτως εδαφική έκταση! Αρκετοί από αυτούς, όμως, ήταν υψηλόβαθμα στελέχη ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.
Βιβλιογραφία
Πηγές
- Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού (Ιστολόγιο)
- Αρχεία Ακαδημίας Αθηνών (ΚΕΙΝΕ).
- Αρχεία της Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας, Α’ Αθηναϊκόν Αρχείον, Αθήναι 1901, Επιμ. Ιωάννου Βλαχογιάννη.
- Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, Έκδοσις Βιβλιοθήκης της Βουλής, Αθήναι 1971.
- Αρχείο Cochrane (Κόχραν), Ίδρυμα Αικατερίνη Λασκαρίδη
- Γενικά Αρχεία του Κράτους
- Μάμουκα Ζ. Ανδρέου: «Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος», Τόμος Ζ΄, Εν Αθήναις, 1840.
- Μουσείο Μπενάκη, Ιστορικό Αρχείο-Συλλογή φιλελληνικών εγγράφων 1809-1830.
Βιβλία
- Βακαλόπουλος Κωνσταντίνος, «Σχέσεις Ελλήνων και Ελβετών φιλελλήνων κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν του 1821», Θεσσαλονίκη 1975.
- Γεννάδιος Ιωάννης, «Λόγος Επιτάφιος εις τον αοίδιμο φιλέλληνα Στρατηγόν Σερ Ριχάρδον Τσούρτς», Αθήνησι 1873.
- Γόρδων Θωμάς, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», Μετάφρ. Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Φιλολογική επιμέλεια Λαμπρινή Τριανταφυλλοπούλου, Εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ, Αθήνα 2015.
- Δασκαλάκης Β. Απόστολος, «Κείμενα – Πηγαί της Ιστορίας της Ελληνικής Επανάστασης», τόμ.1,2,3, Αθήναι 1996.
- Έιδεκ Κάρολος, «Τα κατά των Βαυαρών Φιλελλήνων εν Ελλάδι κατά τα έτη 1826-1829», «Αρμονία» τ.2, Αθήνα 1901.
- Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού, «Η Επανάσταση του 1821», Α΄ τόμος, Εκδ. ΤΟ ΒΗΜΑ, Αθήνα 2021.
- Εϋνάρδος Γ. Ι., «Επιστολαί προς Γεώργ. Σταύρου 1841-1845», εκδ. Ε.Τ.Ε., εν Αθήναις 1923.
- Ησαΐας Αγγ. Ιωάννης, «Η Γ’ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της», Εκδ. Δήμος Ερμιονίδας, Αθήνα 2017.
- Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, «Εκδοτική Αθηνών Α.Ε», Αθήνα .
- Καργάκος Σαράντος, «Η Ελληνική Επανάσταση του 1821», Αθήνα 2014.
- Κοντάκης Αναγνώστης, «Απομνημονεύματα Αγωνιστών του 21», Αθήναι 1957.
- Λάσκαρης Θ.Σ., «Επιφυλλίδες- Ο φιλελληνισμός εν Αμερική κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν», Εκδ. Ελευθερουδάκης, Εν Αθήναις 1927.
- Μάλλωσης Ηρ. Ιωάννης,«Η εν Ερμιόνη Γ΄ Εθνοσυνέλευσις», Εκδ. Καταστήματα Ακροπόλεως, Αθήναι 1930.
- Ο ερανιστής, Έτος ΙΣτ’ – ΙΖ’, τόμος 15, Αθήνα 1979,
- Περιληπτική Βιογραφία του φιλέλληνος Ελβετού Ι. Γ. Εϋνάρδου, Γενεύη 1863.
- Σπετσιώτης Μ. Γιάννης – Ντεστάκου Δ. Τζένη, «Πρόσωπα και γεγονότα της Εθνανάστασης του 1821 στον Κάτω Ναχαγέ», Τόμοι Α+Β, Αθήνα 2022.
- Σπετσιώτης Μ. Γιάννης – Ντεστάκου Δ. Τζένη, «Η Γ΄ Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων στην Ερμιόνη», Περιοδικό «Στην Ερμιόνη Άλλοτε και τώρα», τεύχος 20ο, Μάιος 2017.
- Σπετσιώτης Μ. Γιάννης – Ντεστάκου Δ. Τζένη, «Θέματα Θρησκείας και Παιδείας στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση (Ερμιόνη-Τροιζήνα)», Περιοδικό «Στην Ερμιόνη Άλλοτε και τώρα», τεύχος 22ο, Μάρτιος 2018.
- Σπηλιάδης Νικόλαος, «Απομνημονεύματα/Συνταχθέντα υπό του Ν. Σπηλιάδου…», Αθήναι 1857.
- Τσαγκαράκη Αναστασία, «Οι Γάλλοι φιλέλληνες στον αγώνα της ανεξαρτησίας», Ναυτική Επιθεώρηση, τεύχος 589, τόμος 174.
- Τομπάζης Ιάκωβος, «Ο φιλέλλην Ελβετός ιατρός Αντρέας Λουδοβίκος Γκος», εν Αθήναις 1910.
- Τρικούπης Σπυρίδων, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», Αθήνα 1971.
- Φίνλεϋ Γεώργιος, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εκδ. Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2008.
- Χρυσανθόπουλος Φώτιος ή Φωτάκος, «Βίοι Πελοποννησίων ανδρών…», Εν Αθήναις 1888.
- Χρυσανθόπουλος Φώτιος ή Φωτάκος, «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», Αθήναι 1899.
Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου
Οι Φιλέλληνες στην Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης – Β’ Έκδοση Βελτιωμένη, 2026.
Διαβάστε ακόμη:
- Βαυαρικός Φιλελληνισμός
- Ο Αμερικανικός και Ευρωπαϊκός Φιλελληνισμός και η Απελευθέρωση του Ναυπλίου: ιδέες, τόπος και άνθρωποι την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης
- Η Προσφορά των Φιλελλήνων στην Οργάνωση του Ένοπλου Αγώνα
- Μαυροβούνιοι Εθελοντές στον Εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων στα 1821
- Βίκτωρ Ουγκώ, ο φιλέλλην ποιητής
- George Jarvis – Από την Αλτόνα στην Ερμιόνη | Ο πρώτος Αμερικανός εθελοντής στην Επανάσταση του 1821
- Η Προσφορά των Φιλελλήνων στην Οργάνωση του Ένοπλου Αγώνα
- Η στρατιωτική δράση των Φιλελλήνων στη μάχη του Πέτα: Ξαναδιαβάζοντας τον Daniel-Johann Elster και τις άλλες πηγές
- Φιλέλληνες – Τα φιλελληνικά κομιτάτα της Αμερικής
- Πολωνοί Φιλέλληνες










Σχολιάστε