Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Charilaos Trikoupis’

Οι μοιραίες φράσεις του Χαρίλαου Τρικούπη


 

Μια κορυφαία πολιτική προσωπικότητα του 19ου αιώνα και από τους σημαντικότερους πολιτικούς της νεώτερης Ελλάδας, που διετέλεσε επτά φορές πρωθυπουργός και συνέδεσε το όνομά του με την προσπάθεια εκσυγχρονισμού της χώρας, έμεινε στην ιστορία για 3 φράσεις: «Τις πταίει», «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» και «ανθ’ ημών Γουλιμής». Ο Χαρίλαος Τρικούπης.

Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1832 και ήταν γιος του πολιτικού και ιστορικού της επανάστασης του 1821 Σπυρίδωνα Τρικούπη και της Αικατερίνης Μαυροκορδάτου, αδελφής του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Το σπίτι των Τρικούπηδων παραμένει μέχρι σήμερα αναξιοποίητο στο Άργος στην οδό Δαναού, απέναντι από το Μπουσουλοπούλειο Γυμνάσιο.

Χαρίλαος Τρικούπης

Ο Τρικούπης υπηρέτησε στο Διπλωματικό Σώμα από το 1853 έως το 1864. Το 1863 ήταν επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας, που διαπραγματεύτηκε τη συνθήκη προσάρτησης των Ιονίων Νήσων στην Ελλάδα, η οποία υπογράφηκε στις 16 Μαρτίου 1864.

Το 1865 εξελέγη βουλευτής Μεσολογγίου και σε ηλικία μόλις 33 ετών ο πρωθυπουργός Κουμουνδούρος του εμπιστεύθηκε το κρίσιμο Υπουργείο Εξωτερικών σε μια δύσκολη περίοδο, καθώς είχε ξεσπάσει η Κρητική Επανάσταση. Ως νέος Υπουργός Εξωτερικών δεν επισκέφθηκε πρώτος τους ξένους πρεσβευτές στην Αθήνα, αλλά απαίτησε να τον επισκεφθούν αυτοί πρώτοι. Έτσι διαμόρφωσε μία εθιμοτυπία, που ισχύει μέχρι σήμερα. Η κυβέρνηση Κουμουνδούρου όμως κατέρρευσε, λόγω του Κρητικού Ζητήματος, και ο Τρικούπης προχώρησε στη δημιουργία νέου κόμματος, το «Πέμπτο Κόμμα».

Στις αρχές της πολιτικής του σταδιοδρομίας, στις 29 Ιουνίου του 1874, έγραψε στην εφημερίδα «Καιροί» ένα σαρκαστικό άρθρο με τον τίτλο «Τις πταίει». Σε αυτό ο Τρικούπης καταγγέλλει το πολιτικό σύστημα της εποχής και δείχνει ως υπεύθυνο για την πολιτική κρίση του τόπου το βασιλιά Γεώργιο Α΄ για τον τρόπο που ασκεί τις εξουσίες του, παρακάμπτοντας το κοινοβούλιο, με το διορισμό Υπουργών από τη μειοψηφία. Προτείνει ο ανώτατος άρχοντας να διορίζει ως πρωθυπουργό τον αρχηγό του πλειοψηφούντος κόμματος, που θα έχει τη στήριξη της Βουλής. Ως τότε ίσχυε η λεγόμενη «θεωρία του κηπουρού»: Ο Βασιλιάς μπορούσε να διορίσει πρωθυπουργό όποιον ήθελε, ακόμα και τον κηπουρό του.

Έτσι καθιερώθηκε η αρχή της δεδηλωμένης, που είναι όρος του Συνταγματικού Δικαίου και ορίζει ότι η κυβέρνηση οφείλει να έχει τη «δεδηλωμένη» της Βουλής και να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, ενώ η τελευταία διατηρεί το δικαίωμά της να άρει την εμπιστοσύνη της με ψήφο δυσπιστίας ύστερα από πρόταση μομφής. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η δημοκρατική νομιμοποίηση της κυβέρνησης, η οποία  δεν εκλέγεται απευθείας από το λαό, αλλά διορίζεται από τον ανώτατο άρχοντα της χώρας.

Ο Χαρ. Τρικούπης κατέληγε στο συμπέρασμα πως «δεν πταίει το Έθνος» και ότι αλλού ήταν «το κακόν», υπονοώντας την κατάπτωση των θεσμών, την έλλειψη σεβασμού στη λαϊκή θέληση και τους διεφθαρμένους πολιτικούς.

Το άρθρο του Τρικούπη, που χαρακτήριζε τις εκλογές νόθες, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και υποδαύλιζε επαναστατική κινητοποίηση εναντίον του βασιλιά, οδήγησε στην ποινική του δίωξη και την προφυλάκισή του, αλλά αποφυλακίστηκε 4 μέρες αργότερα. Αυτό τον καθιέρωσε στη λαϊκή συνείδηση ως ηγέτη και του έδωσε τη δυνατότητα να κυβερνήσει τον τόπο. Στις 27 Απριλίου 1875, ο Χαρίλαος Τρικούπης γίνεται για πρώτη φορά πρωθυπουργός.

Τα επόμενα 20 χρόνια θα είναι ο κυρίαρχος στο πολιτικό σκηνικό, εκπροσωπώντας την ανερχόμενη αστική τάξη. Μεγάλοι του αντίπαλοι ήταν αρχικά ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος και στη συνέχεια ο «λαϊκιστής» Θεόδωρος Δηλιγιάννης, που εκπροσωπούσαν τα «παλιά τζάκια». Ο Χαρίλαος Τρικούπης θα παραμείνει στο τιμόνι της χώρας για περίπου 11 χρόνια, γεγονός που τον καθιστά έναν από τους μακροβιότερους πρωθυπουργούς της Ελλάδας.

Κατά τη διάρκεια της εξουσίας του θα θέσει σε εφαρμογή ένα ευρύ μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα στους τομείς της γεωργίας, της φορολογίας και της άμυνας, καθώς και ένα πολυδάπανο πρόγραμμα έργων υποδομής, με το οποίο, μεταξύ άλλων, ο Τρικούπης πρόλαβε, πριν πτωχεύσει η χώρα, να διευρύνει τον πορθμό του Ευρίπου, να αποξηράνει τη λίμνη Κωπαΐδα, να γεμίσει την Αθήνα σημαντικά κτίρια υπό την επίβλεψη του Ερνέστου Τσίλερ, να κατασκευάσει 2.500 χιλιόμετρα εθνικών, επαρχιακών και δημοτικών οδών και να δημιουργήσει από το μηδέν ένα πλήρες σιδηροδρομικό δίκτυο σε όλη την Ελλάδα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ το 1882 υπήρχαν σε λειτουργία μόνο 9 περίπου χιλιόμετρα σιδηροδρομικής γραμμής, που συνέδεαν την Αθήνα (Θησείο) με τον Πειραιά, το 1893 λειτουργούσαν 914 χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών και άλλα 490 ήταν υπό κατασκευή. Κατάφερε επίσης να διανοίξει τη διώρυγα της Κορίνθου και να παραγγείλει τρία θωρηκτά πολεμικά πλοία (Ύδρα, Σπέτσαι και Ψαρά). Τέλος κατάργησε το φόρο της δεκάτης στα δημητριακά προϊόντα, αναδιοργάνωσε την αστυνομία, την αγροφυλακή και τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων και θέσπισε τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων.

 

Διώρυγα της Κορίνθου, 1902. Library of Congress.

 

Ισθμός της Κορίνθου, 1906. Library of Congress.

 

Χαρακτηριστικό της προοδευτικότητάς του είναι το παράτολμο για την εποχή του όραμά του για τη ζεύξη του Ρίου-Αντιρρίου, ιδέα που υλοποιήθηκε πάνω από έναν αιώνα αργότερα με την κατασκευή της Γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου, στην οποία δόθηκε το όνομά του στις 25 Μαΐου 2007.

Για το πρόγραμμα αυτό εκσυγχρονισμού της χώρας ο Τρικούπης θα συνάψει έξι συνολικά δάνεια:

  •   Το 1879 δάνειο ύψους 60 εκ. φράγκων με επιτόκιο 8,19%, για να καλυφθεί η αναγκαστική κυκλοφορία χρήματος.
  •   Το 1881 δάνειο ύψους 120 εκατ. φράγκων με επιτόκιο 7,35%, για να καλυφθούν οι επείγουσες ανάγκες της χώρας.
  •   Το 1884 δάνειο ύψους 100 εκατ. φράγκων με επιτόκιο 7,16%, για τη κατασκευή των σιδηροδρόμων.
  •   Το 1887 δάνειο ύψους 135 εκατ. Φράγκων με επιτόκιο 6%, για την αγορά στρατιωτικού εξοπλισμού και την εξυπηρέτηση προηγούμενων δανείων.
  •   Το 1889 δάνειο ύψους 155 εκ. με επιτόκιο 5,75%, για την αποπληρωμή των σιδηροδρομικών εταιριών.
  •   Το 1890-91 δάνειο ύψους 89 εκατ. με επιτόκιο 5,7%, για τη κατασκευή του σιδηροδρόμου Πειραιά – Λάρισας.

Από το συνολικό ονομαστικό ποσό των 643.000.000 εκατ. χρυσών φράγκων θα εισπραχθούν μόνο 463 εκατ. Για τα νέα και τα παλαιά δάνεια θα καταβληθούν τη δεκαετία 1880-1890 τοκοχρεολύσια ύψους 455.000.000 χρυσών φράγκων!

Τα δάνεια επενδύθηκαν στα  σημαντικά έργα υποδομής, αλλά η οικονομική πολιτική του Τρικούπη ταυτίστηκε γρήγορα με τη διαφθορά. Οι απόψεις του υπέρ της παρέμβασης του ιδιωτικού κεφαλαίου και ο ρόλος των ομογενών στα οικονομικά του κράτους δημιούργησαν την έντονη δυσαρέσκεια της αντιπολίτευσης του Θ. Δηλιγιάννη. Η ανάθεση σε ξένη εταιρεία του έργου της αποξήρανσης της Κωπαΐδας και η συμμετοχή ελλήνων ομογενών σε αυτή την επιχείρηση ενίσχυσαν τη λαϊκή δυσαρέσκεια.

Στις εκλογές του 1890 ο Τρικούπης θα πληρώσει την πολιτική των φόρων. Θα τον διαδεχθεί ο Δηλιγιάννης και θα επιχειρηθεί η πολιτική εξόντωσή του με την παραπομπή σε Ειδικό Δικαστήριο «ως σπαταλήσαντα το δημόσιο χρήμα»! Η πρόταση θα απορριφθεί από την πλειοψηφία των βουλευτών, αλλά το έργο του θα διακοπεί και η Δηλιγιαννική φαυλοκρατία θα οδηγήσει τη χώρα από το κακό στο χειρότερο. Ο λαός θα διορθώσει το λάθος του 1890 και στις εκλογές του 1892 θα δώσει στον Τρικούπη ισχυρή πλειοψηφία. Τα δημόσια οικονομικά όμως είναι σε αδιέξοδο και τα ελληνικά χρεόγραφα σε κατρακύλα. Ο Τρικούπης καταφεύγει σε νέους φόρους, που αυξάνουν τη λαϊκή αντίδραση.

Οι ξένοι κεφαλαιούχοι είναι «πρόθυμοι» να προσφέρουν νέα δάνεια με στόχο να ελέγξουν απόλυτα την οικονομία και τη χώρα. Ανταγωνίζονται μάλιστα οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και οι Αμερικανοί και στέλνουν, αντίστοιχα, στην Ελλάδα για έλεγχο των δημοσιονομικών τον λόρδο Εδουάρδο Λω, τον οικονομικό επιθεωρητή Ρου και τον τραπεζίτη Μόργκαν!

Ο Τρικούπης θα ζητήσει από τους Άγγλους δάνειο 3.500.000 στερλινών για να στηρίξει τα ελληνικά χρεόγραφα. Η συμφωνία προβλέπει την κύρωσή της με βασιλικό διάταγμα. Μετά την αντίδραση της αντιπολίτευσης και ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ αρνείται.

Η χρεοκοπία ουσιαστικά είχε επέλθει πριν Τρικούπης αναλάβει για τελευταία φορά την πρωθυπουργία στις 30 Οκτωβρίου του 1893. Εμφανιζόμενος στη Βουλή δε θα διστάσει να καταθέσει την αλήθεια και δεν θα τα παρατήσει. «Η Ελλάς προώρισται να ζήσει και θα ζήσει» θα πει και θα προσπαθήσει να πετύχει διακανονισμό με τους δανειστές. Εκείνοι θα ζητήσουν τον έλεγχο όλων των κρατικών εσόδων. Ο Τρικούπης αρνείται θεωρώντας ότι στην ουσία θα υποθηκευόταν η ανεξαρτησία της χώρας. Είχαν όμως συμμάχους τα Ανάκτορα και την αντιπολίτευση, που υποκίνησαν μεγάλες διαδηλώσεις με σύνθημα κατά της πληρωμής των φόρων! Στις διαδηλώσεις μάλιστα εμφανίστηκε έφιππος και ο διάδοχος του θρόνου!

Η πρωτόγονη οικονομία της εποχής δε θα αντέξει το φιλόδοξο πρόγραμμα του Τρικούπη. Ο ίδιος θα προκαλέσει μεγάλη δυσαρέσκεια στο λαό, λόγω της φορολογικής του πολιτικής. «Φορομπήκτης» και «Πετρέλαιος» ήταν δύο από τα προσωνύμια που του «κόλλησε» ο Τύπος. Τελικά, η χώρα δεν θα μπορέσει να αποπληρώσει τα δυσβάστακτα χρέη της. Η Βουλή κηρύσσει χρεοστάσιο το 1893 και ο Τρικούπης, συνοψίζοντας το οικονομικό δράμα της Ελλάδας, αναφωνεί στις 10 Δεκεμβρίου: «Δυστυχώς Επτωχεύσαμεν!»

Τα επόμενα χρόνια η χώρα θα τεθεί υπό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, που θα εισπράττει για λογαριασμό των δανειστών τους φόρους των ειδών μονοπωλίου (αλάτι, σπίρτα, πετρέλαιο, παιγνιόχαρτα, τσιγαρόχαρτο και σμύριδα). Ο ΔΟΕ θα καταργηθεί ύστερα από 80 χρόνια, το 1978 με την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ!

Στις εκλογές της 16ης Απριλίου 1895 το κόμμα του Τρικούπη παθαίνει πανωλεθρία και ο ίδιος αποτυγχάνει να εκλεγεί βουλευτής Μεσολογγίου. Χάνει την έδρα για 4 ψήφους από τον άσημο γιατρό της περιοχής Μιλτιάδη Γουλιμή. Αποχωρεί από την πολιτική γεμάτος πίκρα, με την κλασσική φράση «Ανθ’ ημών Γουλιμής… Καληνύχτα σας!».

Αποφασίζει να εγκαταλείψει και την πολιτική και την Ελλάδα. Μια Ελλάδα, που πλέον έχει εισέλθει σε πολιτικό χάος. Σε κάποιον πολιτικό του φίλο είπε: «Αποχώρησα από την πολιτική και αποχωρώ και από την πατρίδα μου. Συνταξιούχος πια με μόνη σύνταξή μου τις αναμνήσεις μου. Δεν θα επανέλθω πλέον ποτέ».

Ο φωτογράφος Σόλωνας Βάθης, φωτογραφίζει τον Τρικούπη στο ατελιέ του στο Παρίσι.

Φεύγει αυτοεξόριστος και αρχίζει μια ζωή πόνου και μοναξιάς στα ξένα αρχικά σε μικρά χωριά της Νότιας Ιταλίας, άγνωστος και ξένος μεταξύ ξένων. Φτάνει στη Γένοβα, όπου τον αναγνωρίζουν και δέχεται επισκέψεις του Έλληνα Προξένου και αρκετών Ελλήνων της παροικίας. Όμως, γράφει στην αδελφή του Σοφία, …Με ενοχλούν αυτές οι επισκέψεις….Θα αναζητήσω την ηρεμία μου και πάλι στα μικρά χωριά…

Εγκαταλείπει τη Γένοβα και πάει στην κωμόπολη Νέρβι, ένα γραφικό χωριό με 800 κατοίκους, όπου αφιερώνει το χρόνο του σε μακρινούς περιπάτους και στη συγγραφή των απομνημονευμάτων του.  Εκεί μια γρίπη θα τον καθηλώσει στο κρεβάτι και ο Τρικούπης αναχωρεί με προορισμό τις Κάννες, που τις προτίμησε για το εύκρατο κλίμα τους και για τη δυνατότητα ικανοποιητικής ιατρικής περίθαλψης. Καταλύει στο ξενοδοχείο Gray et Albion, αλλά την επομένη προσβάλλεται από οξεία αρθριτική εκδήλωση και παραμένει στο κρεβάτι, από το οποίο δε θα σηκωθεί ποτέ. Το πρωί της 24ης Μαρτίου 1896 ξυπνάει με οιδήματα στα πόδια. Ο Χαρίλαος Τρικούπης προαισθάνεται το θάνατό του και την ίδια ημέρα δίνει εντολή να καταστρέψουν το αρχείο του. Έτσι χάθηκαν πολύτιμα στοιχεία από τη ζωή και την πολιτική δράση του. Το μεσημέρι της 28ης Μαρτίου θα φτάσουν στις Κάννες η αδελφή του Σοφία με τον ανιψιό του Κωνσταντίνο. Την επομένη 29η το οίδημα ανεβαίνει προς την καρδιά, η κατάστασή του επιδεινώνεται ώρα με την ώρα και το πρωί της 30ης Μαρτίου μόλις καταφέρνει να ψελλίσει στην αδελφή του. «Αισθάνομαι ότι αποθνήσκω. Αποθνήσκω εις ξένης γην». Και συμπληρώνει την τελευταία του επιθυμία. «Επιθυμώ να ταφώ εις την γην της πατρίδος μου. Εις την γην των Αθηνών. Θέλησίς μου είναι να μην αποδοθούν τιμαί. Δεν επιθυμώ λόγους».

Στις 30 Μαρτίου του 1896 ο μεγάλος πολιτικός της Ελλάδας, ένας άνθρωπος που άφησε τη σφραγίδα του στον ελληνικό πολιτικό χώρο, αφήνει στις Κάννες την τελευταία του πνοή. Από αυτή τη στιγμή θα αρχίσει η οδύσσεια του νεκρού Τρικούπη. Μια οδύσσεια με την οποία η πατρίδα του θέλησε να τον πληρώσει.

Ο Έλληνας πρόξενος στη Μασσαλία τηλεγραφεί στην Αθήνα τον θάνατό του. Ο πρωθυπουργός Θεοδ. Δηλιγιάννης βρίσκεται σε χοροεσπερίδα, όταν λαβαίνει το τηλεγράφημα, ενώ η Αθήνα και όλη η Ελλάδα ζει το παραλήρημα της προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, οι οποίοι θα αρχίσουν σε λίγες μέρες. Έτσι ο Δηλιγιάννης θεωρεί σωστό να μην ανακοινώσει τίποτε και μόνο την επομένη 31 Μαρτίου θα δώσει στο δημοσιογραφικό όργανο του κόμματός του, την ΠΡΩΙΑ, λίγες  λέξεις. «Απεβίωσεν εν Κάνναις Γαλλίας ο πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδος Χαρ. Τρικούπης».

Το πένθος για τον αναμορφωτή της Ελλάδας ήταν ανύπαρκτο. Ο νεκρός του Χαρ. Τρικούπη ταριχευμένος περιμένει στις Κάνες την πατρίδα του να τον παραλάβει. Όμως η πατρίδα δεν δείχνει καμιά προθυμία. Στην Αθήνα τα στελέχη του κόμματός του συστήνουν μια Επιτροπή, η οποία ζητά από την κυβέρνηση του Δηλιγιάννη την αποστολή ενός πολεμικού σκάφους για τη μεταφορά του νεκρού. Η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά με τη δικαιολογία ότι τα πλοία του στόλου δεν προορίζονται για τη μεταφορά νεκρών! Δέχεται μόνο να αναλάβει τα έξοδα για να μεταφερθεί ο νεκρός με το πλοίο της γραμμής. Στο νεκρό πρωθυπουργό, που έβγαλε από την αφάνεια το πολεμικό ναυτικό και το αναμόρφωσε, η πατρίδα αρνείται να  παραχωρήσει ένα πλοίο, για να επιστρέψει νεκρός και να ταφεί στα χώματά της.

Ο νεκρός του Τρικούπη μεταφέρεται από τις Κάνες στη Μασσαλία με μια θαλαμηγό, που προσέφερε κάποιος Γάλλος, και από εκεί με το πλοίο της γραμμής  στις 8 Απριλίου φτάνει στην Ελλάδα. Εν τω μεταξύ στην Αθήνα από την 6η Απριλίου του 1896 έχουν αρχίσει οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες και κανείς δεν δίνει σημασία σε μια άμαξα, που από τον Πειραιά ανεβαίνει προς την Αθήνα φορτωμένη με ένα φέρετρο. Η σωρός του Έλληνα πολιτικού μεταφέρεται και τοποθετείται στο ιστορικό οίκημα των Τρικούπηδων, στην οδό Ακαδημίας. Η ταφή του θα γίνει το απόγευμα της 11ης Απριλίου, χωρίς να ακουστεί κανένας επικήδειος. Η τελευταία επιθυμία του Τρικούπη έγινε σεβαστή.

Μετά το θάνατο του Χ. Τρικούπη ακολούθησε ο καταστροφικός ελληνο-τουρκικός πόλεμος του 1897. Η κατάληξη αυτού του πολέμου ήταν ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος (ΔΟΕ), που επέβαλαν με το δάνειο 150 εκατ. φράγκων το 1897 οι ξένοι και ντόπιοι πιστωτές της Ελλάδας, οι λεγόμενοι «ομολογιούχοι», τις συνέπειες του οποίου πληρώνουμε ακόμη σήμερα.

Οι ιστορικές φράσεις του Τρικούπη παραμένουν δυστυχώς επίκαιρες και μπορούν σήμερα να συνοψίσουν το πρόβλημα της χώρας: «Η Ελλάς προώρισται να ζήσει και θα ζήσει», παρότι «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», αλλά «Τις πταίει»;

 

Αλέξης Τότσικας

Δεύτερη Ανάγνωση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Απρίλιος 2013.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »