Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ottoman Empire’

Οι Εβραίοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: πλευρές της ζωής και της δράσης τους – Μαρία Ευθυμίου


 

Η ιστορία των Εβραίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν αρχίζει το 1453 με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης ούτε, περισσότερο, το 1492 με την εκδίωξη των σεφαραδιτών Εβραίων από την Ιβηρική χερσόνησο και την εγκατάστασή τους στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι γεγονός ότι η εντυπωσια­κή παρουσία, κατά τον 16ο αιώνα, των Εβραίων της Ιβηρίας στον οθωμανικό χώρο είχε στρέψει για δεκαετίες τις ιστορικές μελέτες στη δράση των χιλιάδων αυτών σεφαραδιτών, που κατέφυγαν, στο τέλος του 15ου αιώνα στις πόλεις της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας.[1]

Υπογεγραμμένο αντίγραφο από το Διάταγμα της Αλάμπρα, με το οποίο περίπου 200.000 Εβραίοι εκδιώχθηκαν από την Ισπανία το 1492.

Μελέτες που δημοσιεύτηκαν, ωστόσο, κατά την τελευταία δεκαπενταετία εστίασαν το ενδιαφέρον τους στην προ του 1492 ιστορία των Εβραίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δίνοντας στο φως νέα στοιχεία και επιτρέποντας σημαντικά συμπεράσματα: οι μελέτες του Mark Alan Epstein, του Aryeh Shmuefle-vitz [2] και άλ­λων έδειξαν ότι η δράση των προ του 1492 Εβραίων της Οθωμανι­κής Αυτοκρατορίας προετοίμασε όχι μόνον τη βάση της οικονομικής παρέμβασης των μεταγενεστέρων, αλλά και διαμόρφωσε τους όρους της κοινωνικής τους συνύπαρξης με την υπόλοιπη οθωμανι­κή κοινωνία. Όπως έδειξαν οι ίδιες αυτές μελέτες, οι όροι αυτοί διαμορφώθηκαν κυρίως μέσα από την εμπειρία κατάκτησης της ίδιας της ενδοεβραϊκής αφομοιωσιμότητας των εβραϊκών ομάδων, που, από τον 14ο αιώνα και εξής, βρίσκουν απ’ όλες τις γωνιές της Ευρώπης καταφύγιο στον οθωμανικό χώρο.

Οι μελέτες που εστιάζουν στο εβραϊκό οθωμανικό φαινόμενο συμφωνούν σε ένα σημείο: η Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι προελαύνοντες Τούρκοι δεν απετέλεσαν για τους Εβραίους της Βαλκανικής και των πρώην βυζαντινών εδαφών πραγματικότητα τρόμου και αρνητικών αισθημάτων. Η μουσουλμανική φιλοσοφία της συνύπαρξης των μουσουλμάνων με τους μονοθεϊστές «λαούς της Βίβλου», Εβραίους και Χριστιανούς, καθώς και τα δείγματα γραφής που είχαν οι Οθωμανοί ήδη δώσει κατά την πρώιμη επέ­κτασή τους, [3] έδωσαν στους Εβραίους των βαλκανικών εδαφών ένα αίσθημα εμπιστοσύνης σε σχέση με την προσωπική τους τύχη, στην περίπτωση που οι πόλεις όπου διαβίωναν απορροφούνταν από την ανδρούμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Έτσι, από νωρίς, η νέα πρωτεύουσα των Οθωμανών στην Βαλκανική, η Αδριανούπολη, αποτελεί, μετά το 1365, πόλο έλξης για τους Εβραίους κατοί­κους των πόλεων της χερσονήσου, Βυζαντινών και μη, που βρί­σκονται σε παρακμή και αγωνία. Από τη χρονολογία αυτή και για δύο ακόμη αιώνες τα κύματα μετακίνησης Εβραίων προς τη φιλό­ξενη για τους Εβραίους Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν θα λείψουν: στα 1376 Εβραίοι από την Ουγγαρία, στα 1394 Εβραίοι από τη Γαλλία, στο πρώτο μισό του 15ου αιώνα Εβραίοι από τη Σικε­λία, στη δεκαετία του 1390 Εβραίοι από την Ιβηρική χερσόνησο, στο δεύτερο μισό του 15ου αιώνα Εβραίοι από τη Βαυαρία βρίσκουν το δρόμο τους στις οθωμανικές πόλεις της Βαλκανικής. [4] Οι μετακινήσεις αυτές θα αλλάξουν τη δημογραφική σύνθεση των πό­λεων αυτών και θα αλλοιώσουν την παγιωμένη κοινοτική και θρη­σκευτική ζωή των παλαιότατων ελληνόφωνων ρωμανιώτικων εβραϊκών κοινοτήτων που βρίσκονται στα πρώην βυζαντινά εδάφη της ελληνικής χερσονήσου και της Θράκης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Ρεθεμνιώτισσα σουλτάνα Ευμενία Βεργίτση στις Ευρωπαϊκές Χαλκογραφίες και στα Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια – Μανούσος Ι. Μανούσακας, Κρητικά Χρονικά, τόμος 5, 1951.


 

[…] Η Gülnûş πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 1643, αφού μαρτυρείται πως το 1715, τη χρονιά που πέθανε, ήταν 72, περίπου χρονών. Αυτό άλλως τε συμβιβάζεται και με τη μαρτυρία πως από το Μεχμέτ Δ’, που είναι γνωστό πως γεννήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1641 ήταν λίγο μικρότερη στην ηλικία. Έτσι, όταν το Νοέμβριο του 1646 κυριεύθηκε το Ρέθεμνος της Κρήτης από τους Τούρκους, αυτή πρέπει να ήταν νήπιο τριών η τεσσάρων μόλις χρονών θα ήταν πάντως βαφτισμένη, αφού διάσωσε, καθώς θα δούμε, το χριστιανικό της όνομα και μετά τον εξισλαμισμό της. Πως είχε πατρίδα το Ρέθεμνος και πως σκλαβώθηκε τότε, στην άλωσή του, αυτό το μαρτυρούν πολλοί Ευρωπαίοι σύγχρονοι με την κατοπινή ακμή της: ο Γάλλος La Guilletiere (= Guillet de Saint – Georges)ο Βενετός ιστοριογράφος του Κρητικού Πολέμου Andrea Valiero, ο Βενετός βάϊλος G. Β. Donado στην έκθεσή του τού 1684 και άλλοι. Από την άλλη μεριά, ο Τούρκος ιστορικός Naima αναφέρει πως ο καταχτητής του Ρεθέμνου Γαζή Χουσεΐν έστειλε από την πόλη αυτή, μαζί με το άγγελμα της άλωσής της, για δώρο στο σουλτάνο στην Κωνσταντινούπολη (δηλαδή στον Ιμπραΐμ) εκατό αιχμάλωτους, από τους οποίους οι δέκα ήταν καπετανέοι και οι είκοσι αξιωματούχοι, καθώς και δέκα σκλάβες κοπέλες. Av ανάμεσα στις δέκα αυτές Ρεθεμνιωτοπούλες που διαλέχτηκαν για το σουλτανικό χαρέμι βρισκόταν και η μέλλουσα σουλτάνα, δε μπορούμε να το ξέρωμε με βεβαιότητα, φαίνεται όμως αρκετά πιθανό.

Προσωπογραφία της Εμετουλάχ Ρεμπιά Γκιουλνούς, της Ρεθύμνιας Ευμενίας Βεργίτση, Σουλτάνας της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, 19ος αιώνας, άγνωστος καλλιτέχνης, μουσείο Τοπ Καπί, Κωνσταντινούπολη.

Στο διάστημα των δεκαεφτά χρόνων που πέρασε η μικρή Ρεθεμνιώτισσα σκλάβα κλεισμένη μέσα στο χαρέμι ίσαμε να φτάση στην ηλικία των είκοσι χρόνων (1646—1663), δεν έχομε γι’ αυτήν καμμιά μαρτυρία, πράμα άλλως τε φυσικό. Θα ανατράφηκε πάντως – καθώς και όλες οι άλλες σκλάβες του σουλτανικού χαρεμιού που τις έπαιρναν από πολύ μικρά παιδιά – σύμφωνα με την καθιερωμένη εθιμοτυπία και τη μουσουλμανική θρησκεία θα ήταν κι’ αυτή κάτω από την επίβλεψη της Βαλιδέ σουλτάνας, της περιώνυμης Ρωσσίδας Tarchan (+ 1683), μητέρας του νέου σουλτάνου Μεχμέτ Δ’, που είχε ανεβή εν τω μεταξύ, τον Αύγουστο του 1648, στο θρόνο, σε ηλικία εξήμισυ χρόνων. Εκεί, μέσα στο χαρέμι, πήρε βέβαια και το όνομα Rebia Gulnus που σημαίνει «εκείνη που πίνει τη δροσιά από τα ανοιξιάτικα ρόδα».

Όταν ο Μεχμέτ Δ’ ενηλικιώθηκε, η Gulnus είχε την τύχη, ανάμεσα σ’ όλες τις άλλες σκλάβες τον χαρεμιού, να γίνη η πρώτη ευνοούμενη του (Hasseki) και την ακόμη μεγαλύτερη τύχη να του φέρη στον κόσμο τον πρωτότοκο γιό του, το διάδοχο Μουσταφά, στις 2 Ιουνίου 1664, γεγονός που πανηγυρίστηκε στην πρωτεύουσα την Αδριανούπολη με επταήμερη φωταψία. Από τότε το άστρο της Gulnus άρχισε να μεσουρανή. Με την εξαιρετική ομορφιά της, για την οποία μας μιλούν οι σύγχρονες πηγές και τη μεγάλη της επιτηδειότητα κατάφερε να διατηρήση την εύνοια και την αγάπη του Μεχμέτ Δ’ σ’ όλο το υπόλοιπο μακρύ διάστημα της βασιλείας του (1664—1687), δηλαδή εικοσιτέσσερα ολόκληρα χρόνια. Τον συνώδευε παντού, κ’ έξω από την πρωτεύουσα, ακόμη και στις πολεμικές εκστρατείες. Η επιρροή της αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε να εκτοπίση σιγά-σιγά και την ίδια την πανίσχυρη Βαλιδέ Tarchan. Με θαυμαστή εφευρετικότητα κατάφερνε κάθε φορά να εξουδετερώνη κάθε επικίνδυνη αντίζηλό της, χρησιμοποιώντας διάφορα τεχνάσματα, αθώα ή και εγκληματικά ακόμη.

Τον Ιανουάριο του 1673 γέννησε και το δεύτερο γιό του σουλτάνου Δ’, τον Αχμέτ. Στην πρώτη αυτή περίοδο της (ακμής της έθεσε τέρμα ο εκθρονισμός και η εγκάθειρξη του Μεχμέτ Δ’ το Νοέμβριο του 1687, οπότε και η Gulnus εκλείστηκε στο παλιό σεράγι όπου έμεινε οχτώ χρόνια, όσα δηλαδή κράτησε η βασιλεία των δυο αδερφών και διαδόχων του Μεχμέτ Δ’, του Σουλεϊμάν (1687 – 1691) και του Αχμέτ Β’ (1691-1695) στο διάστημα αυτό πέθανε και ο Μεχμέτ Δ’ στη φυλακή (17 Δεκεμβρίου 1692)…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της εργασίας του καθηγητή και ακαδημαϊκού Μανούσου Μανούσακα (1914-2003) πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η Ρεθεμνιώτισσα σουλτάνα Ευμενία Βεργίτση στις ευρωπαϊκές χαλκογραφίες και στα ελληνικά δημοτικά τραγούδια

Read Full Post »