Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for Ιουλίου 2011

Άργος (Βασιλιάς του Άργους)


 

Ο Άργος ήταν ο τέταρτος κατά σειρά μυθικός βασιλιάς του Άργους, στον οποίο κατά πάσα πιθανότητα, χωρίς να αποκλείουμε και τις άλλες εκδοχές, οφείλεται η ονομασία της πόλεως [1], η οποία φέρει από εκείνους τους χρόνους μέχρι σήμερα το ίδιο πολυθρύλητο όνομα.

Κατά τον Ακουσίλαο [2], ήταν γιος  του Δία και της Νιόβης [3], της πρώτης θνητής γυναίκας με την οποία συνευρέθηκε ο Δίας. Ήταν εγγονός του Φορωνέα εκ θηλυγονίας και ανιψιός του Άπι [4], τον οποίο και διαδέχτηκε στη βασιλεία του Άργους [5]. Ο Άργος παντρεύτηκε την Ευάνδη, κόρη του Στρυμόνα και της Νεαίρας [6] (σύμφωνα με άλλη εκδοχή τη Πειθώ), και απέκτησαν πέντε παιδιά : τον Έκβασο, τον Κρίασο, τον Πείρασο (ή Πείρανθο ή Πείραντα, ή Πειρήνα), τον Επίδαυρο και τον Λίκυμνο, (κατά άλλους την Τίρυνθα).

Ο Άργος παρουσιάζεται και ως επώνυμος ήρωας του Άργους εξαιτίας των κατορθωμάτων του. Ειδικότερα, λέγεται ότι ήταν ο πρώτος που δίδαξε την καλλιέργεια των δημητριακών, του σίτου και εξασφάλισε σπόρους από τη Λιβύη. Θέλοντας οι Αργείοι να τον τιμήσουν για τις πράξεις του αφιέρωσαν το άλσος γύρω από την πόλη και ανήγειραν γι’ αυτόν τύμβον, δηλαδή ταφικό μνημείο.  

Επιπλέον, ο Άργος εξετέλεσε και πολλούς άθλους, όπως το φόνο του Αρκαδικού Ταύρου, το φόνο της Εχίδνας, η οποία ήταν κόρη του Φόρκυος και της Κητούς (σύμφωνα με άλλη εκδοχή ήταν κόρη του Τάρταρου και της Γης), και το μισό σώμα της ήταν παρθένο με αστραφτερά μάτια, ενώ το άλλο μισό ήταν φίδι καλυπτόμενο από ακανθώδεις φωλίδες, αυτή κατασπάραζε τους περαστικούς. Αυτή την πέτυχε στον ύπνο και την ξέκανε. Τέλος, δάμασε το Σάτυρο, ο οποίος αφαιρούσε τα βοσκήματα των Αρκάδων και εκδικήθηκε για το φόνο του Άπιδος, σκοτώνοντας τους υπεύθυνους.

Υπάρχει και μία δεύτερη εκδοχή όπου οι συγκεκριμένοι άθλοι αποδίδονται στον Άργο τον Πανόπτη, ο οποίος ήταν εγγονός του Έκβασου, γιος του Αγήνορα. Λέγεται ότι, ο Άργος ο Πανόπτης είχε σε όλο του το σώμα μάτια (ή σε όλο του το κεφάλι), τα οποία άνοιγαν κατά την ανατολή των άστρων και έκλειναν κατά τη δύση. Ήταν ισχυρός, είχε πάρα πολλή δύναμη και πιστεύεται ότι ο Πανόπτης ελευθέρωσε τη Πελοπόννησο από τα τέρατα και τα άγρια ζώα.

Για την εκδοχή αυτή στην Ελληνική Μυθολογία, «Οι ήρωες, Τοπικές Παραδόσεις», σελ. 167, τόμ. 3ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1986, διαβάζουμε: Το να είναι ο Πανόπτης Άργος άλλος από τον βασιλιά Άργο δεν είναι πιθανόν αν σκεφτούμε το εξής: η εκδίκηση για το φόνο του Άπη, του άκληρου βασιλιά, ταιριάζει στο γιο της αδερφής του, που γίνεται και διάδοχός του και όχι σε έναν ήρωα τέταρτης γενιάς. Ακόμη, όλα αυτά τα ανδραγαθήματα αρμόζουν σε έναν ήρωα και όχι σε ένα τέρας. Από αυτά η εξόντωση του ταύρου της Αρκαδίας είναι ίσως  το πρότυπο για την εξόντωση του ταύρου του Μαραθώνα από τον Θησέα, ενώ ο τρόπος που ο Άργος  σκοτώνει την Έχιδνα, μας θυμίζει τον άθλο του Περσέα με τη Μέδουσα.

Από τον Άργο κατάγεται η φυλή Αργαδείς. Τον βασιλιά Άργο τον διαδέχτηκε ο πρωτότοκος γιος του Έκβασος.       

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος  

 

Υποσημειώσεις


[1] Από αυτή την πόλη ο Όμηρος ονομάζει όλους τους Έλληνες Αργείους, διότι για τον επικό ποιητή, Άργος σημαίνει ό,τι ακριβώς και Ελλάς.

[2] Ο Ακουσίλαος ήταν ιστορικός, μυθογράφος και φιλόσοφος του 5ου αιώνα π.Χ., ο οποίος έγραψε το έργο «Γενεαλογίες», από το οποίο έχουν διασωθεί μόνο αποσπάσματα.

DIOG. I, 41-42 (7 Weise). Ἔνιοι προστιθέασιν ᾿Ακουσίλαον Κάβα ἢ Σκάβρα ᾿Αργεῖον. (42) ῞Ερμιππος δ᾿ ἐν τῶι Περὶ τῶν σοφῶν (fr. 8; FHG III, 37) ἑπτακαίδεκά φησιν, ὧν τοὺς ἑπτὰ ἄλλους ἄλλως αἱρεῖσθαι· εἶναι δὲ Σόλωνα, Θαλῆν, Πιττακόν, Βίαντα, Χίλωνα, (Μύσωνα), Κλεόβουλον, Περίανδρον, ᾿Ανάχαρσιν, ᾿Ακουσίλαον, ᾿Επιμενίδην (68 A), Λεώφαντον, Φερεκύδην (7 A2a) ᾿Αριστόδημον, Πυθαγόραν, Λᾶσον Χαρμαντίδου ἢ Σισυμβρίνου, ἢ ὡς ᾿Αριστόξενος Χαβρίνου, ῾Ερμιονέα, ᾿Αναξαγόραν.

SUID. s.v. ᾿Ακουσίλαος· Κάβα υἱὸς ᾿Αργεῖος, ἀπὸ Κερκάδος πόλεως οὔσης Αὐλίδος πλησίον, ἱστορικὸς πρεσβύτατος. Ἔγραψε δὲ Γενεαλογίας ἐκ δέλτων χαλκῶν, ἃς λόγος εὑρεῖν τὸν πατέρα αὐτοῦ ὀρύξαντά τινα τόπον τῆς οἰκίας αὐτοῦ.

[3] Νιόβη: ήταν κόρη του Φορωνέα και της Λαοδίκης. Πρόκειται για την πρώτη θνητή που αγάπησε ο Δίας. Από την ένωσή τους γεννήθηκαν ο Πελασγός και ο Άργος, ο οποίος έδωσε το όνομά του στην πόλη.

[4] Ο Άπιος πέθανε χωρίς απογόνους. Οι ομοιότητες στο όνομα και οι προσθήκες στο μύθο της Ιώς έκαναν να ταυτιστεί ο Άπις του Άργους με τον Άπη της Αιγύπτου. Μετέπειτα δημιουργήθηκε μύθος για μετάβαση του Άπη από το Άργος στην Αίγυπτο.

[5] Ο Παυσανίας δεν αναφέρει τη βασιλεία του Άπιου μεταξύ του Φορωνέα και του Άργου, μνημονεύεται όμως από άλλους συγγραφείς. Συγκεκριμένα γράφει : «Άργος δε Φορωνέως θυγατριδούς (Νιόβης) βασιλεύσας μετά Φορωνέα αφ’ αυτού την χώραν» (Παυσ. Β, ΧVΖ, 1).

[6] Απολλοδ. Β΄ 3.

 

Πηγές


  • Ελληνική Μυθολογία, «Οι ήρωες, Τοπικές Παραδόσεις», υπ. Ιωάννης Κακριδής,  τόμ. 3ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1986.
  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λυκαυγές – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.
  • Ιωάννης Ερν. Ζεγκίνης, «Το Άργος δια μέσου των Αιώνων, μετά προσθηκών και βελτιώσεων», Αθήναι, ³1996.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ασκληπιεία


 

       Οι Πανελλήνιοι Αγώνες στην Αρχαιότητα – Ασκληπιεία Επιδαύρου

 

Ανάγλυφο του Ασκληπιού από την Επίδαυρο, 4ος αιώνας π.χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Στην ιερή και πετρώδη Επίδαυρο βρίσκεται το ιερό του Ασκληπι­ού, χώρος λατρείας του ήρωα – ιατρού, θεραπευτή και σωτήρα, επήκοου και αλεξίπονου, που ανακούφιζε τους ανθρώπους από τον πόνο. Εικο­νίζεται στα αγάλματα όρθιος ή καθιστός, με ιμάτιο, να στηρίζεται στη δε­ξιά πλευρά με τη ράβδο (παλιό όπλο της θεότητας) γύρω από την οποία τυλίγεται το ιερό του σύμβολο, το φίδι, που είναι καθιερωμένο πλέον σύμβο­λο της ιατρικής. Η αρχική κοιτίδα της λατρείας του Ασκληπιού ξεκίνησε από την αρχαία Τρίκκη (Τρίκαλα) της Θεσσαλίας και είναι πολύ παλιά, ενώ οι δυο γιοι του, οι θεραπευτές γιατροί Μαχάων και Ποδαλείριος λέγεται ότι είχαν ακολουθήσει τους Έλληνες στον Τρωικό πόλεμο.

Από την αρχαϊκή εποχή, η λατρεία του Ασκληπιού διαδόθηκε ευρύτατα στον αρχαιοελληνικό κόσμο και στην Επίδαυρο, όπου αρχικά λατρεύτηκε στο ιερό του πατέρα του, Απόλλωνα Μαλεάτα, στον λόφο του Κυνόρτιου όρους, ανατολικά του γνωστού σ’ εμάς σήμερα ιερού του Ασκληπιού. Από την ύστερη αρχαϊκή- πρώιμη κλασική εποχή, η λατρεία του Ασκληπιού ξαπλώθηκε στην ευρύχωρη κοιλάδα, που περιβάλλεται από τις θεϊκές βουνοκορφές, του Κυνόρτιου, του Κόρυφου, του Τίτθιου όρους (θεόκαυστα), χώρου ανατροφής του, ενώ στο βάθος ξεπροβάλλει αγέρωχη η θεϊκή πανύ­ψηλη κορυφή του Αραχναίου, όπου υπήρχε βωμός του Υέτιου Δία (θεού της βροχής) και της Ήρας.

Η αλματώδης εξάπλωση της λατρείας του ήρωα- θεραπευτή ιατρού με το μειλί­χιο πρόσωπο, συνέβαλε στο να συρρέ­ουν στο ιερό του πλήθη για να θερα­πευτούν, με αποτέλεσμα- σύμφωνα με μυθολογική παράδοση- να τον κε­ραυνοβολήσει ο Δίας και να τον σκο­τώσει, διότι ανέτρεψε την καθιερωμέ­νη ανθρώπινη τάξη. Αυτό είχε ως φυ­σικό αποτέλεσμα τον 4ο π.Χ. αι., ο ήρωας Ασκληπιός να λατρεύεται πλέ­ον ως θεός, μαζί με την Υγεία, την Ηπιόνη, τον Μαχάονα, την Πανάκεια και τον Τελέσφορο.

Η οικονομική ευρωστία του ιερού από τις προσφορές του πλήθους των προσκυνητών, συνέβαλε επίσης στην πλήρη αναμόρφωση του ιερού, στη βάση ενός μεγάλου οικοδομικού προγράμματος με σπουδαία μνημεία, τον ναό του Ασκληπιού με το χρυσελεφά­ντινο άγαλμα που εικονίζεται στα νο­μίσματα της Επιδαύρου, τον ναό της Άρτεμης.

Ανασκαφές στην Επίδαυρο σε επιστολικό δελτάριο, 1909.

Μεταξύ τους υπήρχε το Άβατον, όπου γίνονταν οι εγκοιμήσεις των ασθενών, το καταγώγιο (ο μεγαλύτερος ξενώνας του αρχαίου κόσμου) και η Θόλος ή Θυμέλη, το σημαντικότερο  μαρμάρινο κυκλικό κτίριο της αρχαιό­τητας όπου τελούσαν τη χθόνια λα­τρεία. Εκεί βρισκόταν και ο τάφος του ήρωα Ασκληπιού καθώς και το μονα­δικό αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, έργα του Αργείου αρχιτέκτονα Πολύ­κλειτου του νεότερου, το αρχαίο στά­διο, το γυμνάσιο, τα λουτρά, οι στοές και άλλα σημαντικά κτίρια και λατρείες. (Η Θόλος έχει μερικώς αναστηλω­θεί στο Μουσείο της Επιδαύρου μαζί με άλλα αρχαία κτίρια από τον Π. Καβ­βαδία, η οποία, όμως, διαλύθηκε στο μεγαλύτερο τμήμα της και έπειτα από γνωμο­δότηση του ΚΑΣ πριν από μια δεκαετία, η αί­θουσα δεν είναι πλέον επισκέψιμη).

Ο ιερός αυτός χώρος σύμφωνα με τις επιγραφές ονομαζόταν «Ιερόν του Απόλλωνα Μαλεάτου και του Ασκληπι­ού», «άλσος», συνήθως, «Ιερόν Ασκλη­πιού» και «Ιερόν», αυτό το οποίο μέχρι πρόσφατα ονομαζόταν με τη συνεχή προφορική παράδοση από τους κατοί­κους της περιοχής ως «Γερό»(=Ιερό), αλλά ποτέ δεν ονομαζόταν Ασκληπι­είο. Ο Ασκληπιός στο μεγάλο αυτό ιε­ρό συλλατρευόταν με τον Απόλλωνα Μαλεάτα. Το ιερό αυτό ήταν η Μητρό­πολη από την οποία ιδρύθηκαν όλα τα ασκληπιεία του αρχαίου κόσμου, με την καθιερωμένη μεταφορά του ιερού φιδιού, τα οποία υπολογίζονται περισ­σότερα από εκατόν πενήντα, μεταξύ των οποίων των Αθηνών, της Περγά­μου, της Ρώμης κ.λπ.

 

Αγώνες, αθλητές και …. πρόστιμα

 

Οι αγώνες που τελούνταν στο ιερό του Ασκληπιού ήδη από τις αρχές του 5ου π.Χ. αι., ονομάζονταν Ασκληπιεία και σχετιζόταν προφανώς με την ηρω­ική λατρεία του Ασκληπιού. Τα Ασκλη­πιεία εορτάζονταν κάθε τέσσερα χρό­νια, εννέα ημέρες μετά τα Ίσθμια, την περίοδο του θέρους (Ιούνιο- Ιούλιο). Στη ρωμαϊκή εποχή ονομάζονταν με­γάλα Ασκληπιεία για λόγους διάκρισης από άλλη ετήσια εορτή, τα Απολλώνεια, που είχε καθιερωθεί κατά την ίδια εποχή. Αψευδή μάρτυρα των αγώνων του 5ου π.Χ. αι., αποτελεί το χάλκινο αγαλματίδιο νέου αθλητή- νικητή, προφανώς στους αγώνες των ασκλη­πιείων από το γειτο­νικό Λιγουριό, στο Μουσείο του Βερο­λίνου, που χρονολο­γείται στα 450 π.Χ. και αποτελεί χαρα­κτηριστικό δείγμα της πρωτοπόρος  αργειακής, πολυκλείτειας πλαστικής.

Χάλκινο αγαλματίδιο αθλητή – νικητή που κρατάει τη σφαίρα, από το Λιγουριό, 450 π.Χ. Μουσείο Βερολίνου.

Το αγαλματίδιο απεικονίζει νέο αθλητή που πατάει στέρεα στο έδαφος με κινούμενο σώ­μα. Με το αριστερό χέρι ο αθλητής κρατάει τη σφαίρα με την οποίαν οι νέοι, όπως και στην εποχή μας, έπαι­ζαν διάφορα παιχνίδια και αγωνίζο­νταν σε αθλήματα, ενώ με το δεξιό χέ­ρι κρατούσε την καμπύλη ράβδο στο άκρο (κέρας) με την οποία παιζόταν και ένα παιχνίδι- άθλημα ανάλογο με το σημερινό χόκεϊ. Αλλά η τέλεση των αγώνων, ραψωδιών και μουσικής κα­τά τον 5ο π.Χ. αι., πιστοποιείται και από τον διάλογο του Πλάτωνα, «Ίων» που γράφτηκε στις αρχές του 4ου π.Χ. αι., όπου ο Σωκράτης συνομιλεί με τον Αθηναίο ραψωδό Ίωνα που έχει επιστρέψει από τα Ασκληπιεία της Επιδαύρου και είχε πάρει το πρώτο βραβείο.

Στα Ασκληπιεία ετελούντο γυμνικοί αγώνες δρόμου, στάδιο, δίαυλος, ίππιος (δρόμος τεσσάρων σταδίων), οπλίτης δρόμος, αλλά και άλμα, δί­σκος, ακόντιο, πυγμή και παγκράτιο. Επίσης, ιππικοί αγώνες, αρματοδρο­μίες και τέλος μουσικοί, ωδικοί και δραματικοί αγώνες. Η εορτή άρχιζε με πομπή που ξεκι­νούσε από την πόλη της Επιδαύρου, που την αποτελούσαν οι εκλεγμένοι πολίτες κατά φυλές, στεφανωμένοι με στεφάνια ελιάς προς τιμήν του Απόλ­λωνα και στεφάνια ελιάς προς τιμήν του Ασκληπιού, οι άρχοντες, οι ιερείς, οι θεωροί απεσταλμένοι από διάφορες πόλεις του αρχαίου κόσμου. Μόλις έφταναν στο ιερό του Ασκληπιού τελείτο η θυσία στον Ασκληπιό και τον Απόλλωνα, και ακολουθούσε το συ­μπόσιο, η συμμετοχή των πιστών στην εορτή. Την επομένη άρχιζαν οι αγώνες.

Το στάδιο που κατασκευάστηκε ήδη από τις αρχές του 4ου αι., μέσα σε κοίτη χειμάρρου μήκους 181, 18 μ., ήταν κατασκευασμένο από «γης χώ­μα» όπως αναφέρει ο Παυσανίας, διατηρείται σε καλή κατάσταση και είχε ίδιο μήκος με το νεότερο στάδιο της Ίσθμιας. Κατά την ελληνιστική εποχή κατασκευάστηκαν στο στάδιο και λί­θινα ενεπίγραφα έδρανα που φέρουν επιγραφές των δωρητών. Στο μέσον της βόρειας πλευράς υπάρχει υπόγεια κτιστή καμαρωτή δίοδος η «Κρύπτη», για την είσοδο των αθλητών, του αγωνοθέτη, των Ελλανοδικών, των κηρύ­κων και των Αρχών της πόλης.

Πριν από την κατασκευή του σταδίου αυ­τού, τον 5ο αι. π.Χ. οι αγώνες φαίνεται ότι γίνονταν από μιαν άλλη θέση, χω­ρίς πλήρη διαμόρφωση. Στην ανατολική πλευρά του Σταδί­ου, εκτός από τη λίθινη αφετηρία, τη βαλβίδα, σώζονται αποσπασματικά και πέντε ιωνικοί ημικίονες ελληνιστι­κής εποχής, από τον μηχανισμό της ταυτόχρονης εκκίνησης των αθλητών, της ύσπληγος, που μελέτησε διεξοδι­κά και αποκατέστησε σε πρόσφατη μελέτη ο καθηγητής Πάνος Βαλαβάνης. Σύμφωνα με την επιγραφή, ο ερ­γολάβος (εργώνας) Φίλων ο Κορίνθιος είχε αναλάβει κατά την ελληνιστική εποχή την κατασκευή της ύσπληγος του σταδίου, αλλά λόγω μη τήρησης των συμφωνηθέντων καταδικάστηκε από τον αγωνοθέτη Τρίτυλλο και τους Ελλανοδίκες σε πεντακόσιες αλεξαν­δρινές δραχμές.

 

Αθλητές και… πρόστιμα

 

Το Στάδιο μετά την αποκατάσταση του στίβου και της νότιας πλευράς του (2005). Φωτογραφία: Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου.

Οι ιππικοί αγώνες και οι αρματοδρο­μίες ετελούντο στον ιππόδρομο, όπως προκύπτει από επιγραφή των αρχών του 4ου π.Χ. αι., δυστυχώς χαμένη σή­μερα, με την αναγραφή: «Όρος Ιππο­δρόμους». Ο ιππόδρομος, χωρίς ιδιαί­τερες διαμορφώσεις, βρισκόταν στα ΝΔ του ιερού, το πιθανότερο κατά μή­κος της κοίτης του χειμάρρου. Ο Πίν­δαρος στους επινίκιους αναφέρεται σε αθλητές που νίκησαν σε πανελλή­νιους αγώνες και στην Επίδαυρο, όπως ο Παγκρατιστής Κλέανδρος Αι­γινήτης, που νίκησε σε νεαρή ηλικία «Εν Επιδαύρω» (Ισμιόνικος Η, 75). Και ο Θεμίστιος Αιγινήτης που νίκησε δι­πλή νίκη στην πυγμή και το παγκρά­τιο στην Επίδαυρο (Νεμεονίκιο Ε, 50).

Ο Επιδαύριος Σωκράτης Σωκράτους τον 2ο αιώνα π. Χ., νίκησε σε πολλούς αγώνες δρόμου και στον ίππιο αγώνα (δρόμο ημιαντοχής τεσσάρων στα­δίων) στα Ασκληπιεία· προς τιμήν του οι Επιδαύριοι έστησαν ανδριάντα στο ιερό του Ασκληπιού. Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι οι αθλητές Ταυρίδης Τελεσίου Σολεύς σταδιοδρόμος, ο Φίλιστος Καλλισθένους Αργείος στο πένταθλο και ο παγκρατιστής Σίμακος Φιλακτίωνας Ηπειρώτης, καταδικάστηκαν τον 2ο αι. π. Χ., σε χίλιους στατήτες έκαστος «δια το φθείρειν τον αγώνα», ενώ κα­τά τον 2ον αιώνα μ, Χ. ο κωμωδός Διό­νυσος Διονυσίου Ρόδιος, καταδικάστηκε με πρόστιμο τεσσάρων μνων.

Στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου εκτός από τους δραματικούς αγώνες διδάσκονταν προφανώς και οι τραγω­δίες των μεγάλων τραγικών ποιητών, του Αισχύλου, Σοφοκλή, Ευριπίδη και οι κωμωδίες του Αριστοφάνη για να διδάξουν και ψυχαγωγήσουν τα πλή­θη των προσκυνητών που συνέρρεαν στην Επίδαυρο ως την ύστερη αρχαι­ότητα.

 

Ασκληπιός και Χριστός

 

Η λατρεία του Ασκληπιού συνεχίστη­κε στο ιερό του και μετά την κατάργη­ση της αρχαίας θρησκείας με τα γνω­στά αυτοκρατορικά διδάγματα και τον αναγκαστικό εκχριστιανισμό του πληθυσμού. Στον ιερό αυτό χώρο συνυ­πήρξαν αρμονικά για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι τον 5ο μ. Χ. αι., η λα­τρεία του σωτήρα Ασκληπιού με το μειλίχιο πρόσωπο και η νέα θρησκεία του σωτήρα Χριστού. Ο ευεργέτης, επήκοος και αλεξίπονος ιατρός και θεός Ασκληπιός, ανακούφιζε την ανθρωπότητα από τον πόνο. Δεν ήταν λοιπόν δυνατόν να αφανιστεί τόσο άδικα από τις καρδιές των ανθρώπων, με άνωθεν δογματι­κές επιταγές και ταυτίστηκε με τον Χριστό, στον οποίο δάνεισε τη γλυκιά και μειλίχια ανθρώπινη μορφή του με την οποία απεικονίστηκε ο Χριστός στα πρώτα βήματα της νέας θρησκεί­ας, και λατρεύτηκε προφανώς με τον τρόπο λατρείας του Ασκληπιού που διατηρείται προφανώς και σήμερα στο χριστιανικά τυπικό.

Ο αρχαίος τρόπος λατρείας και αντίληψης για τη θεότητα διατηρήθηκε ως την εποχή μας. Και σήμερα είναι αδιανόητο στον Έλληνα να πάει σε θρησκευτική πανή­γυρη χωρίς να τραγουδήσει και να χο­ρέψει, όσο κι αν καταδικάζεται ως αμαρτία (!) από τους εκπροσώπους της εκκλησίας. Στην ιερή Επίδαυρο μετά την απο­κάλυψη των σημαντικών μνημείων από τον Π. Καββαδία, μεταξύ των οποίων η Θόλος και το θέατρο, (το κο­χύλι της Επιδαύρου με την ακουστική του), συρρέουν και σήμερα πλήθη επι­σκεπτών. Στην Επίδαυρο μπορεί να μην γίνονται αθλητικοί αγώνες, όμως, κάθε καλοκαίρι γίνονται οι «δραματικοί αγώνες» των Επιδαυρίων, που αναβίωσε το 1938 ο πρωτοπόρος νεοέλληνας εργάτης του Διονύσου, ο Δημήτρης Ροντήρης, με την περίφημη «Ηλέκτρα» του.

 

Χρήστος Πιτερός

Αρχαιολόγος

 

Βιβλιογραφία


 

  • Π. Καββαδία, «Το ιερόν του Ασκλη­πιού εν Επιδαύρω», 1900.
  • D. Rommano, «The Stadia of Che Peloponnesos», 1981.
  • P. Valavanis, HYSPLEX, «The starting Mechanism in ancient Stadia». Classical Studies , 36, 1999.

 

Πηγή


  • Καθημερινή, Επτά Ημέρες, «Οι Πανελλήνιοι Αγώνες στην Αρχαιότητα», Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2001.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

«Ανδρομάχη», Ευριπίδης – Αρχαίο θέατρο Άργους 


 

Στα πλαίσια του Φεστιβάλ Άργους – Μυκηνών 2011, την Δευτέρα 11 Ιουλίου στο Αρχαίο θέατρο Άργους στις 9 το βράδυ, ο Οργανισμός Ελληνικού Θεάτρου «Αιχμή» παρουσιάζει την τραγωδία του Ευριπίδη «Ανδρομάχη».

Έκτορας, Ανδρομάχη, Αστυάνακτας. Ερυθρόμορφος κρατήρας 370–360 π. Χ. Museo Nazionale des Palazzo Jatta in Ruvo di Puglia (Bari).

Ο γιός του Αχιλλέα, Νεοπτόλεμος, παίρνει ως λάφυρο από την Τροία, τη χήρα του Έκτορα, Ανδρομάχη, την εγκαθιστά στη Φθία και αποκτά μαζί της ένα παιδί. Κατόπιν νυμφεύεται την κόρη του Μενέλαου, Ερμιόνη, η οποία ζηλεύει την Ανδρομάχη και καλεί τον πατέρα της για να σκοτώσουν αυτήν και το παιδί της, ενώ ο Νεοπτόλεμος λείπει στους Δελφούς για να ζητήσει συγχώρεση από τον Απόλλωνα, επειδή ζήτησε κάποτε το λόγο για το φόνο του πατέρα του Αχιλλέα. Η Ανδρομάχη κρύβει το παιδί της μακριά από το παλάτι και η ίδια καταφεύγει στο ιερό της Θέτιδας για να σωθεί.

Ο Μενέλαος ανακαλύπτει το παιδί και εξαναγκάζει με δόλο την Ανδρομάχη να εγκαταλείψει το ναό. Ενώ όμως επρόκειτο να τους σκοτώσουν, έρχεται ο γέροντας βασιλιάς Πηλέας, πατέρας του Αχιλλέα και παππούς του Νεοπτόλεμου, και εμποδίζει το φόνο. Ο Μενέλαος επιστρέφει στη Σπάρτη και η Ερμιόνη μετανοεί για όσα έκανε, επειδή φοβάται την τιμωρία του συζύγου της. Αιφνιδίως εμφανίζεται ο Ορέστης, ο οποίος πείθει την Ερμιόνη να τον ακολουθήσει και οργανώνει τη δολοφονία του Νεοπτόλεμου. Όταν φέρνουν τον Νεοπτόλεμο νεκρό στο παλάτι και ενώ ο Πηλέας θρηνεί το θάνατό του, εμφανίζεται η θεά Θέτις και τον προστάζει να θάψει τον εγγονό του στους Δελφούς και να στείλει την Ανδρομάχη με το γιό της στη χώρα των Μολοσσών. Στον ίδιο αναγγέλλει ότι θα γίνει αθάνατος και θα κατοικήσει μαζί της στο νησί των Μακάρων.

Μετάφραση: Κώστας Πολιτόπουλος

Σκηνοθεσία: Γιάννης Νικολαϊδης

Σκηνικά: Γρηγόρης Ριζόπουλος-Γιώργος Ριζόπουλος

Κοστούμια: Όλγα Σχοινά

Μουσική: Σταμάτης Παπαδάκης

Φωτισμοί: Στέφανος Κομιανός

Βοηθός σκηνοθέτη: Σπύρος Κωνσταντούλας

Παίζουν οι: Φωτεινή Φιλοσόφου, Κώστας Λάσκος, Κλημεντία Πιερράκου, Μαρία Γούλα, Μαρία Δημητρούκα, Δανάη Καλαχώρα, Ζαχαρίας Ρόχας, Γιάννης Νικαλαϊδης, Τάσος Πολιτόπουλος, Γιώργος Παπαδημητράκης, Κοραλία Βεργή.

 

Read Full Post »

Παρουσίαση του Βιβλίου «Το απόσταγμα της ζωής μου»


 

Το απόσταγμα της ζωής μου

Η Ιωάννα Μπαβελή – Μαραγκού, σας προσκαλεί στο χώρο της, στο Μυκηναϊκό Κέντρο, στο 1ο χιλ. Φιχτίων – Μυκηνών, στις 9 Ιουλίου 2011 και ώρα 8.30 το βράδυ, στην  παρουσίαση  του  ποιητικού της έργου, με τίτλο «Το απόσταγμα της ζωής μου».    

Θα εκτεθούν τα βραβεία της και θα ακουστούν αποσπάσματα από τη ζωή και το ποιητικό  έργο της. 

Για την ποιήτρια και το έργο της θα μιλήσουν οι:

Η κ. Αναστασία Κολεβέντη – Σχοινά, η κ. Δήμητρα Πολίτου – Γκάβα, Ζωγράφος – Ακαδημαϊκός και ο κ. Παύλος Νισλόγλου, επίτιμο μέλος της Διεθνούς Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, ο οποίος θα της απονείμει και βραβείο. Θα αναγνωστεί κείμενο του εκπαιδευτικού κ. Διογένη Μαλτέζου

  

Λίγα λόγια για την δημιουργό

 

Η Ιωάννα Μπαβελή – Μαραγκού γεννήθηκε στο Φίχτια το 1945. Από πολύ μικρή ηλικία φάνηκε ο τρυφερός ψυχισμός της και η κλίση της προς την ποίηση. Με ζέση και αισθαντικότητα άρχισε τις πρώτες απαγγελίες ποιημάτων, σε ηλικία τριάμισι ετών στο παλιό Δημοτικό σχολείο του χωριού. Έχει βραβευτεί πολλές φορές με πρώτα βραβεία από τη Διεθνή Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών. Είναι μέλος της Δ.Ε.Ε.Λ. και επίτιμο μέλος του Πολιτιστικού συλλόγου των Φιχτίων. 

Η ποίηση της Ιωάννας Μπαβελή – Μαραγκού έχει το χάρισμα της γνήσιας ποιητικής δημιουργίας. Η καθαρότητα των στοχασμών της μοιάζει με κρυστάλλινη πηγή που αναζωογονεί τον ανθρώπινο νου.

 Η ποιήτρια οραματίζεται, ποθεί και υμνεί κάθε γεγονός και κάθε πράξη με σοβαρότητα και ήθος. Ξέρει ν’ αφηγείται ζεστά, απλά και μεθοδικά αγγίζοντας πολλές πτυχές της ανθρώπινης ζωής.  Ο λυρισμός μέσα από τον παραδοσιακό και ρωμαλέο στίχο της συγκινεί και εντυπωσιάζει τον κάθε αναγνώστη της.  

 

Read Full Post »

Αρχαία Ιατρική


 

 «Ιητρική δε πάντα πάλαι υπάρχει…»

Ιπποκράτης, Περί αρχαίης ιητρικής

  

Υγεία

Η ιατρική των αρχαίων Ελλήνων μπορεί αδρά να διακριθεί στην πριν και τη μετά τον Ιπποκράτη πε­ρίοδο. Η πρώτη, που καλείται αρχαία ιατρική α­κόμη και από τον ίδιο τον Ιπποκράτη, είναι «ανοι­χτή» ως προς το απώτερο όριό της, ενώ το εγγύς χρονικό της όριο φθάνει ως τον 5ο αιώνα π.Χ. Εί­ναι φυσικό για την περίοδο αυτή να σπανίζουν οι άμεσες πηγές πληροφοριών. Έτσι τις γνώσεις και τις πληροφορίες για την περίοδο αυτή προσποριζόμαστε από πηγές έμμεσες: ερείπια ναών, επιγρα­φές, αναθήματα, μη ιατρικά συγγράμματα κ.λπ. [1] Κι ακόμη από μύθους παλαιότερων εποχών που έχουν καταγραφεί από αρχαίους συγγραφείς, είτε ως στοι­χείο της τότε παράδοσης είτε ως πίστη των ανθρώ­πων της εποχής τους.

Έμμεσες λ.χ. είναι οι πηγές για την ιατρική του αιγαιακού χώρου και ιδιαιτέρως της Κρήτης κατά τη μεσομινωική (2000-1700 π.Χ.), ακόμη και την υστερομινωική περίοδο (1700-1100 π.Χ.). Όπως συ­νάγεται από τα έμμεσα στοιχεία, υπήρχαν γνώσεις υγιεινής, καθώς έχουν βρεθεί κλειστά συστήματα ύδρευσης και αποχέτευσης. Από διάφορα α­γαλματίδια συμπεραίνεται η ύπαρξη ιαματικών θεοτήτων, ορισμένες α­πό τις οποίες κρατούν στα χέρια όφεις (θυμίζουμε και τον όφι που συ­νόδευε αλλά και συμβόλιζε, εν μέρει, τον Ασκληπιό).

Διέθεταν επίσης και βοτανολογικές γνώσεις. Είναι καλά γνωστή η γυναικεία θεότητα που είναι στεφανωμένη με κωδίες της μήκωνος της υπνοφόρου, της παπαρούνας από την οποία βγαίνει το όπιο. Εκχύλισμα ή αφέ­ψημα κωδιών ήταν σε ευρεία χρήση από τα πανάρ­χαια χρόνια ως τα μέσα, σχεδόν, του 20ού αιώνα, τό­σο στην Κρήτη όσο και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Υπάρχουν ενδείξεις για τη χρήση και άλλων φαρμακευτικών φυτών, όπως συμπεραίνεται από παραστάσεις σε δακτυλίδια ή από αναφορές σε πα­πύρους. Όσο για τα νοσήματα που επιπόλαζαν στους μινωικούς Κρήτες, γίνονται υποθέσεις με βάση απεικονίσεις σε αφιερώματα προς τις ιαματι­κές θεότητες από ανθρώπους που είχαν θεραπευ­θεί. [2] Σε μινωικό ιερό στην περιοχή Πετσοφά, ανά­μεσα στα άλλα ευρήματα ανακαλύφθηκαν και πή­λινα αφιερώματα που παριστάνουν ανθρώπινα μέ­λη. [3] Τα αφιερώματα αυτά υπενθυμίζουν τα ανάλο­γα μεταγενέστερα αναθήματα των Ασκληπιείων, καθώς και τα σύγχρονα τάματα σε ναούς και εικό­νες που θεωρούνται θαυματουργές.

Ιπποκράτης

Για την προφύ­λαξη από διάφορους κινδύνους και νοσήματα, ε­κτός από τα όποια φυσικά μέσα, υπήρχαν και αντι­κείμενα με «μαγικές» δυνάμεις. Ο Πουρναρόπουλος [4] αναφέρεται σε περίαπτο που βρέθηκε στην περιοχή της Αγίας Τριάδας, διαστάσεως περίπου 1 εκατοστομέτρου, που παρίστανε ανθρώπινη καρδιά. Πάνω σ’ αυτήν ήταν αριστοτεχνικά χαραγμένα δυο φίδια (όφεις), ένας σκορπιός, μια αράχνη και ένα χέρι. θεωρείται δε ότι το φυλακτό αυτό προφύλασσε από τη βασκανία, το τσίμπημα αράχνης και σκορπιού και από το δάγκωμα φιδιού. Είναι πιθανό ότι τα μυ­θολογικά    στοιχεία που   διαθέτουμε για την απώτερη εποχή αποτελούν το διαστρεβλωμένο απόηχο ή τη μακρινή ανάμνηση ιστορικών γεγονότων.

Από τα αναφερόμενα λ.χ. στον Κένταυρο Χείρωνα, δεν είναι αναγκαίο να αποδεχθούμε τη διπλή σωματική του υπόσταση, θα αρκούσε να κατανοηθεί ως μέλος μιας φυλής ή μιας ομάδας που μετακινείται έφιπ­πη. Είναι όμως εύκολο να θεωρηθεί ως ένας άρι­στος γνώστης της πλούσιας χλωρίδας της περιοχής του, με δυνατότητα να εφαρμόζει, να συστήνει και να διδάσκει τη θεραπευτική δύναμη των φυτών.

Στο σκοτάδι του μύθου κινείται και ο ιατρομάντης Μελάμπους από το Άργος, που η παράδοση τον θέλει να έχει θεραπεύσει από τη μανία (ή άλλο ψυχοδιεγερτικό σύνδρομο) τις κόρες του βασιλιά Προίτου και άλλες Αργείες γυναίκες. Αναφέρεται επίσης ως θεραπευτής του Αλκάθου, βασιλιά των Μεγάρων, και του αργοναύτη Ιφίκλου, τον οποίο γιάτρεψε α­πό ανικανότητα. [5]

Ο Μελάμπους, που ορισμένοι πι­θανολογούν ότι έζησε δυο αιώνες πριν από τον Ασκληπιό, αποτελούσε το γενάρχη και άλλων ιατρομάντεων όπως ο Αμφιάραος που λατρευόταν στον Ωρωπό. Το ιερό του Αμφιάραου (Αμφιαράειο) μας παρέχει πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες γε­νικά για τη δόμηση και τη λειτουργία ανάλογων θε­ραπευτικών κέντρων της αρχαιότητας. [6]

Ο θεραπευ­τής Αντικυρεύς, από την Αντίκυρα, θεωρείται ότι εισήγαγε στη θεραπευτική τον ελλέβορο, με τον ο­ποίο θεράπευσε και τον ήρωα Ηρακλή από τη μα­νία από την οποία είχε προσβληθεί. [7] Τέτοια ονόμα­τα, με ευρύτερη ή πιο περιορισμένη προβολή, ανα­φέρονται κι άλλα στη μυθολογική παράδοση της πριν από τον Ασκληπιό ιατρικής.

 «Ει και προ του Ιπποκράτους ιατροί τε και ιατρι­κά συγγράμματα υπήρχον ως βέβαιοι ο Σωκράτης, εν τούτοις ελάχιστα γνωρίζομεν περί της ιατρικής των χρόνων εκείνων, διότι ταύτα πάντα απωλέσθησαν. Την έλλειψιν ταύτην αναπληρούμεν εκ των εμμέσων πηγών, των ομηρικών μεν επών δια την α’ χιλιετηρίδα προ Χριστού, των συγγραμμάτων δε των αρχαίων ιστορικών, λυρικών και δραματικών κ.τ.λ. συγγραφέων δια την μετά ταύτα περίοδον μέ­χρι των ιπποκρατικών χρόνων», γράφει ο Κούζης στα 1929.

Η αναζήτηση των ιατρικών πληροφοριών στα ομηρικά έπη αποτέλεσε θέμα προσφιλές σε γιατρούς, ιστορικούς και φιλολόγους και η υπάρ­χουσα βιβλιογραφία, ελληνική και διεθνής, είναι πολύ πλούσια. Συνοπτικά αναφέρουμε ότι στα δυο ομηρικά έπη ανευρίσκονται γνώσεις αναφερόμενες στην ανατομία, την υγιεινή, την παθολογία, την ψυχιατρική, τη νευρολογία, τη μαιευτική, τη θεραπευτική, τη φαρμακολογία κ.λπ. [8] Ακόμη υπάρ­χουν πληροφορίες και γνώσεις αναφερόμενες στην καθημερινή ζωή, τη διατροφή, τις συνθήκες ατομι­κής και ομαδικής διαβίωσης, τους λοιμούς, τις νε­κρικές τελετές. Σημαντικός είναι και ο γλωσσικός πλούτος που εκφράζει όργανα και λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος, παθήσεις, θεραπείες και άλ­λα, ενώ επισημαίνεται πλήθος λέξεων που εξακο­λουθούν να δίνουν ως σήμερα όρους της ιατρικής και της βιολογίας. [9] Συχνές είναι οι αναφορές σε φυτά με θεραπευτι­κό ενδιαφέρον. Ανάμεσά τους ορισμένα με δράση αιμοστατική, επουλωτική, παυσίπονη. Βότανα για εξωτερική τοποθέτηση ή για εσωτερική λήψη. Άλλα που διώχνουν τη θλίψη κι άλλα που προκα­λούν παραισθήσεις. Φαρμακευτικά φυτά ορισμένα των οποίων είναι ίσως ακόμη σε χρήση κι άλλα που υπάρχουν μόνο μέσα σε μύθους και θρύλους.

Εκτός από τους γιατρούς, τα βότανα γνωρίζουν και άλλοι που δεν έχουν επαγγελματική σχέση με τη θεραπευτική. Αναφέρονται ακόμη και κάποιες γυναίκες που έχουν γνώση των βοτάνων. Η θεά Ήβη, η μάγισσα Κίρκη και από τις θνητές η Αγαμήδη, κόρη του Αυγείου, η Τρωάδα Πολυδάμνα που τα δίδαξε και στη σύζυγο του Μενέλαου, Ελένη, η δούλη του Νέστορα, Εκαμήδη.

Το μεγαλύτερο όμως μέρος των ιατρικών πληρο­φοριών των ομηρικών επών αναφέρεται στις πολε­μικές κακώσεις. Υπάρχει ήδη από το 1879 η κλασι­κή μελέτη του Φρέλιχ (Frohlich) που υπομονετικά καταμέτρησε 147 διαφορετικά είδη τραυμάτων, σε ποικίλα μέρη του σώματος και με διάφορα όπλα της εποχής. Ο ίδιος υπολόγισε τη συχνότητα εντοπίσε­ων στα διάφορα μέρη του σώματος, τη θνησιμότητα και άλλες παραμέτρους. Εκτός από τα ίδια τα τραύ­ματα στα ομηρικά έπη γίνονται αναφορές για τρό­πους απομάκρυνσης των τραυματιών από το πεδίο της μάχης, για την περιποίηση των τραυμάτων, για τη χρήση αναλγητικών και αιμοστατικών κ.λπ.[10]

Οι πολύτιμες αυτές πληροφορίες, που αναφέρονται στις θεραπευτικές γνώσεις μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, θα είχαν χαθεί αν δεν διασώ­ζονταν μέσα στα μνημειώδη έπη του Ομήρου. Παράλληλα προς την ιατρική των Ασκληπιεί­ων, την οποία θα εξετάσουμε στη συνέχεια, και ως τα όρια της ιπποκρατικής ιατρικής, έχουμε την α­νάπτυξη βιοϊατρικών κοσμοθεωριών, αλλά και θε­ραπευτικής κάποτε πράξης, από διαφόρους φιλο­σόφους, περισσότερο ή λιγότερο γνωστούς.

Ανά­μεσα σ’ εκείνους που ανέπτυξαν θεωρητικές προ­σεγγίσεις των Βιολογικών προβλημάτων είναι ο Θαλής ο Μιλήσιος (7ος αι. π.Χ.) και ο μαθητής του Αναξιμένης (7ος-6ος αι. π.Χ.), ο Ιππων από το Ρήγιο (6ος αι. π.Χ.) και ο Κρητικός Διογένης ο Απολλωνιάτης (5ος αι. π.Χ.). Σημαντική ροπή έδωσαν στην ιατρική σκέψη ο Πυθαγόρας (6ος-5ος αι. π.Χ.) και οι μαθητές και οπαδοί του, οι λε­γόμενοι Πυθαγόρειοι, όπως ο Φιλόλαος (5ος αι. π.Χ.) και ο Αλκμέων ο Κροτωνιάτης (5ος αι. π.Χ.) που είναι ίσως ο πρώτος που ασχολήθηκε με την ανατομική και τη φυσιολογία. Κι ακόμη ενδιαφέ­ρον έχουν οι γνώσεις και οι θεωρίες του Ξενοφάνη από τον Κολοφώνα (6ος-5ος αι. π.Χ.), του Παρ­μενίδη (6ος-5ος αι. π.Χ.), του Ηράκλειτου (6ος-5ος αι. π.Χ) και του Εμπεδοκλή (5ος αι. π.Χ.).

Ο τελευταίος, τον οποίο ο Γαληνός αποκαλεί εντριβέστατον περί την ιατρικήν τε και την φιλοσοφίαν, έγραψε ειδικό βιβλίο για την προφύλαξη από διάφορες νόσους. Αναλόγως του τόπου που α­ναπτύχθηκαν οι αντιλήψεις αυτές, συνήθως γύρω από κάποια κυρίαρχη προσωπικότητα, οι ειδικοί διακρίνουν τη σχολή της Κυρήνης, του Κρότωνος, της Ρόδου, της Ελέας, της Κνίδου και τέλος τη σχολή της Κω, από την οποία προέρχεται και ο ασκληπιάδης Ιπποκράτης, ο θεμελιωτής της επι­στημονικής ιατρικής.[11]

 

Η ιατρική των Ασκληπιείων

 

Ασκληπιός

Στα επιμέρους άρθρα για τα διάφορα φημισμένα Ασκληπιεία γίνεται και η περιγραφή της χωροτα­ξικής τους τοποθέτησης, αλλά και η οικοδομική σύσταση των αρχαίων θεραπευτηρίων. θα αναφερ­θούμε βραχύτατα στη σύνθεση του προσωπικού, γιατί και από αυτή διαφαίνεται η πολλαπλότητα των θεραπευτικών μέσων και των θεραπευτικών ρόλων.

Πρωτεύοντα ρόλο είχαν βεβαίως οι ιερείς- ιατροί και μεταξύ αυτών ο πρωθιερεύς, που εφάρ­μοζε το κύριο μέρος της θεραπείας και δίδασκε την τέχνη στους μυημένους. Τον συνόδευαν οι πυρφό­ροι, που αντιστοιχούσαν ιερατικά σε διακόνους. Οι ιερομνήμονες κατέγραφαν τις θεραπείες κατά περίπτωση ασθενείας, ενώ οι θεράποντες ασκούσαν διάφορες θεραπευτικές πράξεις. Την ευταξία του θεραπευτηρίου τηρούσαν κυρίως γυναίκες, οι νακόροι (νεωκόροι) ή ζακόροι.

Στις υπηρεσίες των ιερέων-ιατρών και των Ασκληπιείων γενικότερα, υπήρχαν επίσης «ιερά» φίδια και «ιεροί» σκύλοι, εκπαιδευ­μένοι για συγκεκριμένη συμμετοχή στις θεραπευτικές διαδικασίες (γλείψιμο πληγών, πάσχοντος μέλους κ.λπ.). Υπήρχε, δηλαδή, μια μικτή θρησκευτική και ιατρική διοργάνωση, κατά κανόνα πολυάνθρωπη, ώστε να καλύπτει τη μεγάλη προσέλευση πιστών και τις ανάγκες διαμονής τους, διατροφής, ψυχαγωγίας, άθλησης κ.λπ.

Οι παθήσεις για τις οποίες οι πιστοί προσέρχονταν στα Ασκληπιεία δεν ήταν βαριές σωματικές παθήσεις. Αλλιώς δεν θα άντεχαν το ταξίδι ως το ναό ούτε τις εκεί εφαρμοζόμενες θεραπείες. Έπασχαν συνήθως από νοσήματα ψυχικά ή ψυχονευ­ρωτικά, από οφθαλμικές παθήσεις, από δερματο­πάθειες, από ρευματικά νοσήματα, από ελαφρά χειρουργικά νοσήματα, από στομαχικές ή εντερι­κές διαταραχές.

Στο ναό προσέφευγαν επίσης γυ­ναίκες με προβλήματα γονιμότητας, αλλά όχι για τοκετούς. Οι εφαρμοζόμενες θεραπείες ήταν ποικίλες και εξαρτιόνταν όχι μόνο από τη φύση του νοσήματος, αλλά και από το χαρακτήρα και την προσωπικότη­τα του αρρώστου. Στο θεραπευτικό οπλοστάσιο των Ασκληπιείων περιλαμβάνονταν:

α) Η θεραπευτική δύναμη της πίστης.

β) Η ψυχική ευφροσύνη από την παραμονή σε ευχάριστο περιβάλλον.

γ) Η χρήση λουτρών καθαριότητας ή / και θερα­πευτικών ή / και θαλάσσιων.

δ) Η κατάλληλη διαιτητική φροντίδα.

ε) Η χρήση διαφόρων παρασκευασμάτων από βό­τανα για τοπική ή συστηματική χρήση (εκχυλί­σματα, αφεψήματα, επιθέματα, υπόθετα, αλοιφές, κολλύρια κ.λπ.)

στ) Χειρουργικές μικροεπεμβάσεις σε εξωτερι­κές βλάβες (συλλογές ποικίλων χειρουργικών εργαλείων έχουν βρεθεί σε διάφορα Ασκληπιεία).

ζ) Χειροπρακτικές τεχνικές, μαλάξεις, κινησιο­θεραπεία κ.λπ.

η) Χρησιμοποίηση ζώων για εφαρμογή της «διά του λείχειν θεραπείας» (γλείψιμο εξέλκωσης ή πάσχουσας περιοχής).

θ) Η χρήση ψυχοθεραπευτικών τεχνικών, όπως η υποβοήθηση ή η πρόκληση ύπνου σε ειδικό χώ­ρο (εγκοίμησις), συχνά με τη χρήση κατάλληλων φυτικών παρασκευασμάτων. Τα όνειρα κατά τη διάρκεια του ύπνου στον ειδικό χώρο του Ασκλη­πιείου ερμηνεύονταν προς την κατεύθυνση της ε­πιδιωκόμενης θεραπείας. Επίσης κατά τη διάρκεια της εγκοίμησης μπορούσε να δοθούν συμβουλές, να γίνουν μικροεπεμβάσεις ή άλλων τύπων θερα­πευτικές ενέργειες.

Ασκληπιός και Υγεία. Μαρμάρινο ανάγλυφο από τη Θέρμη Θεσσαλονίκης.

Για την επίτευξη θεραπείας γίνονταν, γενικά, συνδυασμοί των διαφόρων μεθόδων. Μετά τις κα­θαρτήριες και ψυχοστηρικτικές τελετές εισερχό­ταν ο ασθενής στον προσδιορισμένο χώρο. Όταν ήταν αναγκαίο, γινόταν μεταφορά του αρρώστου με φορείο. Ακολουθούσε η χορήγηση κατασταλτικών υπνωτικών παρασκευασμάτων και η εφαρμο­γή της θεραπείας. Η εγκοίμηση δεν είχε εφαρμογή στο σύνολο των αρρώστων, αλλά μόνο σ’ εκείνους που είχαν μεγα­λύτερη πίστη και σεβασμό προς τα δρώμενα, ήταν δε ευκολότερα υποβολιμαίοι. Αρκετοί ασθενείς δεν κρίνονταν κατάλληλοι για εγκοίμηση και αντιμε­τωπίζονταν με άλλα μέσα.

Θυμίζουμε και την απομυθοποιητική των «δρωμένων» στα Ασκληπιεία σάτιρα του Αριστοφάνη, ο οποίος στον «Πλούτο» βάζει το δούλο του Χρεμύλου Καρίωνα να διακω­μωδεί τη νυχτερινή επίσκεψη του πρωθιερέα με την εντυπωσιακή ακολουθία του, ανάμεσα στους κατακείμενους προσκυνητές- ασθενείς. [12]Για τα θεραπευόμενα νοσήματα, τους ασθενείς και για τις εφαρμοζόμενες θεραπείες παίρνουμε πολύτιμες πληροφορίες από τα ιάματα, τις εγγραφές των περιστατικών σε πλάκες που υπήρχαν σε ειδικές θέσεις στα Ασκληπιεία. Ο αρχαιολόγος Π. Καββαδίας βρήκε στο Ασκληπιείο Επιδαύρου δυο από τις στήλες, οι οποίες χρονολογούνται από τον 4ο αι. π.Χ. και οι οποίες περιγράφουν 43 περιπτώ­σεις θεραπευθέντων. [13]

Η μεγάλη προσέλευση ασθενών στα Ασκληπι­εία, η αυξανόμενη με τα χρόνια εμπειρία, η καταγραφή των περιστατικών, συνέβαλαν στην πρό­σκτηση σημαντικών ιατρικών γνώσεων. Όμως η ια­τρική των Ασκληπιείων παρέμεινε ουσιαστικά κα­θηλωμένη από τη θρησκευτική φύση της. Όλα έ­πρεπε να αποδοθούν στο θεό, η θεραπεία ή η θε­ραπευτική αστοχία έπρεπε να περιβληθεί με διδακτικό χαρακτήρα, η γνώση δεν περνούσε από κρι­τική και η αμφισβήτηση ήταν απαγορευμένη. Ενδεικτικό είναι αυτό που γράφει ο Κοραής για τον Αλέξανδρο, πρωθιερέα του Ασκληπιείου του Πόντου: «…οσάκις ήθελε να ιερουργήσει τας τελετάς του Ασκληπιού, επρόστασσε με φωνήν κήρυκος να εκβαίνωσιν από τον ναόν οι άθεοι, οι επικούρειοι και οι χριστιανοί. Τους αθέους και τους ε­πικούρειους […] εφοβείτο ο πλάνος ως ολότελα ά­πιστους εις τας τερατουργίας του, και τους χριστια­νούς ως διδαγμένους […] να διακρίνωσι τα ψευδή από τ’ αληθινά θαύματα».[14]  Κι όμως, η αμφισβήτηση ήρθε από μέσα από τους ασκληπιάδες.

Πάλι κατά τον Κο­ραή, «ο μέγιστος αυτών εχθρός έμελλε να γεννηθεί από του Ασκληπιού τους απο­γόνους, και τα θανασιμώτερα κατά των ιε­ρέων βέλη έμελλαν να τοξευθώσιν από αυτό σχε­δόν το ιερόν του θεού των».[15]

Ο Ιπποκράτης, παρά τις επιθέσεις και τις συκοφαντίες, την εχθρότητα και την πολεμική που δέχτηκε από το ιερατείο, έ­μελλε να οργανώσει την ιατρική εμπειρία με φιλο­σοφικό γνώμονα και να την ανεβάσει στην τάξη των επιστημών.

 

Γεράσιμος Α. Ρηγάτος

Επ. καθηγητής  Ιατρικής – Συγγραφέας

 

Υποσημειώσεις


[1] Κούζης Αρ. Π., Ιστορία της ιατρικής. Τύποις «Πυρσού». Αθήναι 1929.

[2] Σακελλαράκης I.A., Μουσείο Ηρακλείου. Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1982.

[3] Μαρινάτος Σπ., Η ιατρική κατά την αρχαίαν εποχήν. Αθήναι 1932.

[4] Πουρναρόπουλος Γ., Εισαγωγή εις τον Ιπποκράτη. Αθήναι 1967.

[5] Τσουκαντάς Γ., Η επίδρασις της διονυσιακής λατρείας στις Προιτίδες και ο Μελάμπους, (Αναδημοσίευση), Κασταλία, τεύχος 123-124, Ιαν. – Ιούν. 1996, σελ. 40-45.

[6] Πετράκος Β., Το Αμφιαράειο του Ωρωπού. Εκδ. Κλειώ, Αθήνα 1992.

[7] Ρηγάτος Γ., Τα βότανα στον πολιτισμό των Ελλήνων. Διαχρονικές Εκδόσεις, Αθήνα 2001.

[8] Μαμαλάκης Μ., Συμβολή στην ιατρική των ραψωδιών του Ομήρου. Διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1977.

[9] Ρηγάτος Γ., Ομηρικές λέξεις στη σύγχρονη ιατρική. Κάκτος, Αθήνα 1996.

[10] Ρηγάτος Γ., Οι πολεμικές κακώσεις στην Ιλιάδα. [Εισαγωγικό κεφάλαιο στο βιβλίο] Ομήρου Ιλιάδα. Διαχρονικές Εκδόσεις, Αθήνα 2001, σελ. κε’- υγ’.

[11] Κούζης Αρ. Π., ό.π., Πουρναρόπουλος Γ., ό.π.

[12] Αριστοφάνης, Πλούτος. Εις: Aristophanis Comoedias. Edidit. Th. Berg. Vol. III. In Aedibus Teubueri, Lipsiai 1882, σελ. 227-326.

[13] Καββαδίας Π., To ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία ασθενών. Αθήναι 1900.

[14] Κοραής Αδ., Προλεγόμενα. Εις: Ιπποκράτους το περί αέρων, υδάτων, τόπων κ.λπ. Εκ της τυπογραφίας Εβεράρτου. Εν Παρισίοις 1816. Βλέπε και: Προλεγόμενα στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, Τόμος Β’, Εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1988.

[15] Ο.π.

 

 Πηγή


  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ασκληπιός και Ασκληπιεία», τεύχος 129, Αθήνα, χ.χ.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Κλέοβις και Βίτων (580 π.Χ.)


 

Ο Κλέοβις και ο Βίτων ήσαν αδελφοί και άξιοι αθλητές από το Άργος. Μητέρα τους ήταν η Κυδίππη, ιέρεια της θεάς Ήρας, προστάτιδας του Άργους. Έμειναν στη μνήμη της ανθρωπότητας με τον άτυπο θεϊκό άθλο – προσφορά στην Ήρα των δύο παλληκαριών – αθλητών, οι οποίοι επειδή οι λευκές αγελάδες κατά την εορτή της Ήρας καθυστερούσαν να έρθουν από του αγρούς, υποδύθηκαν τα ιερά ζώα της θεάς, ζεύτηκαν το άρμα και οι δύο «αεθλοφόροι» έσυραν το άρμα με την ιέρεια μητέρα τους σαράντα πέντε στάδια – οχτώ χιλιόμετρα – από το Άργος στο ιερό της θεάς, στο Ηραίο.         

 

Σύμπλεγμα Κλέοβι και Βίτωνα - Αρχαιολογικό Μουσείο Δελφών. Δύο μνημειακά αρχαϊκά αγάλματα, από τα πιο γνωστά δείγματα του τύπου του κούρου. Στέκονται παρατακτικά επάνω σε χωριστές πλίνθους, αλλά σε ενιαίο βάθρο, στο οποίο έχει χαραχθεί επιγραφή, που δεν σώζεται ολόκληρη. Οι δύο νέοι απεικονίζονται γυμνοί, προτείνουν το αριστερό πόδι, ενώ τα χέρια τους είναι σφιγμένα σε γροθιές και ελαφρά λυγισμένα. Από τους περισσότερους μελετητές ταυτίζονται με τον Κλέοβι και το Βίτωνα, δύο νέους από το Άργος, γιους της ιέρειας της Ήρας.

 

Όλοι καλοτύχιζαν την μήτερα που είχε τέτοιους γιους, τόσο άξιους, ρωμαλέους και δυνατούς,  η Κυδίππη τότε, υπερήφανη για την γενναία πράξη των παιδιών της, προσευχήθηκε στη θεά να χαρίσει στους νέους ό,τι πιο καλό και άριστο μπορεί να προσδοκά ο άνθρωπος στη ζωή του. Μετά από αυτή την ευχή της ιέρειας, οι τρεις τους προσέφεραν τη θυσία, έφαγαν και κοιμήθηκαν μέσα στο ιερό.

 

Κλέοβις και Βίτων, Nicolas Loir, 1649.

 

Η θεά Ήρα άκουσε τις προσευχές της σεβαστής και ταπεινής μητέρας και χάρισε στους γιους της το πολυτιμότερο δώρο, τον αιώνιο ύπνο. Όταν κοιμήθηκαν, δεν ξύπνησαν, πέρασαν στην απέναντι όχθη της αθανασίας, δίνοντας ένα μάθημα για την ανθρώπινη ευτυχία σ’ όλη την ανθρωπότητα, σύμφωνα με τον ηρωικό τρόπο αντίληψης των αρχαίων Ελλήνων, όπως τον διέσωσε ο Ηρόδοτος (1,31) μέσα από τον ανεκτίμητο διάλογο περί ευτυχίας του Σόλωνα με τον βασιλιά Κροίσο.    

       

 31. [1] ὣς δὲ τὰ κατὰ τὸν Τέλλον προετρέψατο ὁ Σόλων τὸν Κροῖσον εἴπας πολλά τε καὶ ὀλβία, ἐπειρώτα τίνα δεύτερον μετ᾽ ἐκεῖνον ἴδοι, δοκέων πάγχυ δευτερεῖα γῶν οἴσεσθαι. ὃ δ᾽ εἶπε «Κλέοβίν τε καὶ Βίτωνα. [2] τούτοισι γὰρ ἐοῦσι γένος Ἀργείοισι βίος τε ἀρκέων ὑπῆν, καὶ πρὸς τούτῳ ῥώμη σώματος τοιήδε· ἀεθλοφόροι τε ἀμφότεροι ὁμοίως ἦσαν, καὶ δὴ καὶ λέγεται ὅδε ὁ λόγος. ἐούσης ὁρτῆς τῇ Ἥρῃ τοῖσι Ἀργείοισι ἔδεε πάντως τὴν μητέρα αὐτῶν ζεύγεϊ κομισθῆναι ἐς τὸ ἱρόν, οἱ δέ σφι βόες ἐκ τοῦ ἀγροῦ οὐ παρεγίνοντο ἐν ὥρῃ· ἐκκληιόμενοι δὲ τῇ ὥρῃ οἱ νεηνίαι ὑποδύντες αὐτοὶ ὑπὸ τὴν ζεύγλην εἷλκον τὴν ἅμαξαν, ἐπὶ τῆς ἁμάξης δέ σφι ὠχέετο ἡ μήτηρ· σταδίους δὲ πέντε καὶ τεσσεράκοντα διακομίσαντες ἀπίκοντο ἐς τὸ ἱρόν.  [3] ταῦτα δέ σφι ποιήσασι καὶ ὀφθεῖσι ὑπὸ τῆς πανηγύριος τελευτὴ τοῦ βίου ἀρίστη ἐπεγένετο, διέδεξέ τε ἐν τούτοισι ὁ θεὸς ὡς ἄμεινον εἴη ἀνθρώπῳ τεθνάναι μᾶλλον ἢ ζώειν. Ἀργεῖοι μὲν γὰρ περιστάντες ἐμακάριζον τῶν νεηνιέων τὴν ῥώμην, αἱ δὲ Ἀργεῖαι τὴν μητέρα αὐτῶν, οἵων τέκνων ἐκύρησε· [4] ἡ δὲ μήτηρ περιχαρής ἐοῦσα τῷ τε ἔργῳ καὶ τῇ φήμῃ, στᾶσα ἀντίον τοῦ ἀγάλματος εὔχετο Κλεόβι τε καὶ Βίτωνι τοῖσι ἑωυτῆς τέκνοισι, οἵ μιν ἐτίμησαν μεγάλως, τὴν θεὸν δοῦναι τὸ ἀνθρώπῳ τυχεῖν ἄριστον ἐστί.  [5] μετὰ ταύτην δὲ τὴν εὐχὴν ὡς ἔθυσάν τε καὶ εὐωχήθησαν, κατακοιμηθέντες ἐν αὐτῷ τῷ ἱρῷ οἱ νεηνίαι οὐκέτι ἀνέστησαν ἀλλ᾽ ἐν τέλεϊ τούτῳ ἔσχοντο. Ἀργεῖοι δὲ σφέων εἰκόνας ποιησάμενοι ἀνέθεσαν ἐς Δελφοὺς ὡς ἀριστῶν γενομένων.» 

 

Το πάνω τμήμα του αγάλματος του Βίτονα κατά τη διάρκεια της ανακάλυψής του. Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή. Φωτ: Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού.

Οι Αργείοι τίμησαν τα δύο ηρωικά παλληκάρια με αγάλματα στους Δελφούς. Οι κούροι αυτοί ήταν αφιέρωμα των Αργείων στον Απόλλωνα και, σύμφωνα με την επιγραφή,  κατασκευάσθηκαν από τον Αργείο γλύπτη (Πολυ)μήδη. Αποτελούν τυπικό δείγμα της αρχαϊκής γλυπτικής και, ειδικότερα, των αργείτικων εργαστηρίων του 6ου αι. π.Χ. Επίσης σε αργείτικα νομίσματα απεικονίζεται η Κυδίππη επί άρματος, το οποίο σύρουν δύο νέοι. 

Κλέοβις και Βίτων, Museo Nazionale Romano, Ρώμη, Ιταλία.

Τέλος, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, κοντά στο άγαλμα του Μειλίχιου Δία στην Αγορά του Άργους, υπήρχε λίθινο ανάγλυφο, το οποίο παρίστανε τον Κλέοβη και τον Βίτωνα να σύρουν την άμαξα προς το Ηραίο, με την μητέρα τους καθισμένη επάνω. Αξίζει να σημειωθεί και η μαρτυρία του Παυσανία (ΙΙ 19, 5), σύμφωνα με την οποία είδε εικόνα στο ιερό του Λυκείου Απόλλωνος, στο Άργος, όπου παρουσιαζόταν ο Βίτωνας να φέρει στους ώμους ταύρο, τον οποίο μετέφερε από το Άργος στη Νεμέα, με σκοπό να τον θυσιάσει στο Δία.

Σήμερα ο Κλέοβις και ο Βίτων κατοικούν στο Μουσείο των Δελφών.

   

Πηγές


  • Χρήστος Ι. Πιτερός, «Ηραία τα εν Άργει», Καθημερινή, Επτά Ημέρες, Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2001.
  • Μάρκελλος Μιτσός, «Αργολική Προσωπογραφία», Εν Αθήναις 1952.
  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2008. 
  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Αθήνα, ³1996. 
  • Γιάννη Θ. Αποστολόπουλου, «Αργείων Άθλα», Έκδοση Δήμου Άργους, Άργος, 1998.  
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού.

Read Full Post »

Σοφοκλής  (496 ή 495  π.Χ.- 406 π.Χ.)


 

 Αίας, Αντιγόνη, Τραχίνιαι, Οιδίπους Τύραννος, Ηλέκτρα, Φιλοκτήτης και Οιδίπους επί Κολωνώ είναι οι επτά διασωθείσες τραγωδίες του μεγάλου Αθηναίου ποιητή της κλασικής περιόδου. Γεννημένος το 496 ή 495 π.Χ., ο Σοφοκλής, σύγχρονος του Αισχύλου και του Ευριπίδη (λίγο νεότερος από τον πρώτο, λίγο μεγαλύτερος από τον δεύτερο), πέθανε σε βαθύ γήρας (περίπου 90 ετών) και υπήρξε, σύμφωνα με τις λίγες πηγές που μαρτυρούν τη ζωή του, ένας άνθρωπος από εύπορη οικογένεια, ευσεβής και αφοσιωμένος στην αθηναϊκή πολιτεία και τους θεσμούς της, με εξαιρετικά καλλιτεχνικά χαρίσματα. Μαζί με τον Περικλή, ως στρατηγοί, διεξήγαγαν το Σαμιακό πόλεμο και μετά την καταστροφή των Αθηναίων στη Σικελία εκλέχθηκε ως ένας από τους 10 προβούλους της πόλης. Συνολικά ο Σοφοκλής έγραψε 123 έργα και η τύχη -καλή μαζί του- δεν τον άφησε να δει την παράδοση της Αθήνας στους Σπαρτιάτες το 404 π.Χ.

 

Η ζωή και το έργο του

 

Σοφοκλής. Pushkin Museum of Fine Arts, Μόσχα.

Συμφωνά με το Πάριο Χρονικό (Marm. Par. A 56 και 64), ο διάσημος τραγωδιογράφος από τον Ίππιο Κολωνό της Αττικής γεννήθηκε το 496/495 π.Χ. και ήταν γιος του Σοφίλλου, κατά πάσα πιθανότητα εύπορου Αθηναίου και μάλιστα ιδιοκτήτη πολυάριθμων δούλων. Μολονότι κάποιες αρχαίες μαρτυρίες και ανεκδοτικές πληροφορίες προσδί­δουν ιδιαίτερη έμφαση στη μη αριστοκρατική κα­ταγωγή του, προφανώς για λόγους εντυπωσιασμού, δεν πρέπει να αποκλεισθεί η πιθανότητα ότι η ευυπόληπτη οικογένειά του είχε όντως αριστοκρατικές καταβολές, γεγονός που ενισχύεται από πο­λυάριθμες βιογραφικές αναφορές σε μια εξαιρετικά επιμελημένη μόρφωση αλλά και σε διάφορες τιμητικές διακρίσεις, που απονεμήθηκαν στον τραγικό ποιητή ήδη από σχετικώς νεαρή ηλικία.

Ενδεικτικά σημειώνουμε ότι ο Σοφοκλής αξιώθη­κε να έχει ως εκπαιδευτή του στην τέχνη της μου­σικής τον περιώνυμο μουσικό Λάμπρο˙ επίσης, ως έφηβος, μετά τη θριαμβευτική επικράτηση των Ελλήνων επί των Περσών στη ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.), ορίστηκε από την αθηναϊκή πολιτεία κορυφαίος του χορού των συνομηλίκων του που ανέπεμψαν στον επινίκιο παιάνα γύρω από το καθιερωμένο τρόπαιο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί ότι ο Σοφοκλής – ένας άνδρας που ήδη από τα νεανικά του χρόνια η ψυχή του καταυγάστηκε από τη λάμ­ψη των ελληνικών πολεμικών άθλων εναντίον των Περσών εισβολέων και ακολούθως τιμήθηκε από τους συμπολίτες του όσο ελάχιστοι άλλοι για το φυ­σικό κάλλος του, τον προσηνή χαρακτήρα του, το φρόνιμο ήθος του και την απαράβλητη ποιητική δύναμή του- παρουσιάζεται κατ’ επανάληψη από τους αρχαίους βιογράφους του ως κατ’ εξοχήν «φιλαθηναιότατος» πολίτης και ποιητής.

Αναφέρεται μάλιστα ότι ο δραματογράφος αυτός από τον αργή­τα Κολωνόν δεν εγκατέλειψε ουδ’ επ’ ελάχιστον την πολυφίλητη πόλη του για να φιλοξενηθεί στην αυλή κάποιου πανίσχυρου ηγεμόνα, όπως αντίθετα έπραξαν οι ευκλεείς ομότεχνοί του Αισχύλος και Ευριπίδης. Πέρα από τις αλλεπάλληλες νίκες, που επάξια κατήγαγε στους δραματικούς αγώνες λόγω του απαράμιλλου ποιητικού ταλέντου του, ο ί­διος ανήλθε στη διάρκεια της ζωής του σε υψηλά πολιτικά και θρησκευτικά αξιώματα.

Η λιγότερο γνωστή αυτή πτυχή της ζωής του βρέθηκε αρκετά πρόσφατα στο επίκεντρο του φιλολογικού ενδιαφέροντος εν όψει μιας αξιοπρόσεκτης όσο και ενδια­φέρουσας στροφής της θεατρικής κριτικής προς μια διεξοδικότερη ανάλυση και εμβριθέστερη μελέτη της «πολιτικής διάστασης» της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τη νέα θε­ώρηση, η ενεργός παρουσία και η έκθυμη συμμετοχή ενός δημιουργού στο πολιτικό γίγνεσθαι της πατρίδας του αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, εάν λά­βουμε υπ’ όψιν μας το γεγονός ότι εν προκειμένω η τραγωδία λειτουργεί σαν ένα είδος παραμορφωτικού κατόπτρου, μέσα στο οποίο ανακλάται με τρόπο πολύμορφο και πολυδύναμο η αθηναϊκή πολιτική και κοινωνική ζωή του 5ου αι. π.Χ.  Η προειρημένη ακραιφνώς κοινωνιολογική προσέγγιση της αττικής τραγωδίας, που εδράζεται σε μεγάλο βαθμό πάνω σε σύγχρονες θεωρίες σχε­τικά με την αισθητική της πρόσληψης ενός λογοτεχνικού έργου μέσα από τα ιστορικά συμφραζόμε­να και υποδηλούμενά του, δεν πρέπει σε καμιά πε­ρίπτωση να συγχέεται με προγενέστερες, εν πολ­λοίς μονοδιάστατες και απλουστευτικές, θα λέγαμε, απόπειρες ανίχνευσης μέσα στο τραγικό corpus ε­νός αυστηρά προκαθορισμένου πολιτικού υποστρώ­ματος, ή έστω, κατ’ άλλους, μιας άγονης και ίσως αυτάρεσκης εθνικής απόχρωσης.

Πράγματι, ο Σο­φοκλής, ιδίως σε προχωρημένη ηλικία, ενώ πλέον διαφαίνεται ευκρινώς στον ορίζοντα η επικείμενη ήττα και συντριβή της Αθήνας από τη Σπάρτη προς το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, αποφεύ­γει να παρασύρεται σε μεγαλόστομες εξάρσεις πατριωτικής περιπάθειας.

 

Σοφοκλής, αντίγραφο ανδριάντα του 4ου αιώνα, ο λεγόμενος Σοφοκλής του Λατερανού, Μουσείο Βατικανού.

 

Στη διάρκεια του πολύχρο­νου βίου του υπηρέτησε την πολυαγαπημένη πόλη του από την περίβλεπτη θέση του Ελληνοταμία το 443/442 π.Χ.· εξελέγη στρατηγός τουλάχιστον δυο φορές και μάλιστα ευτύχησε να είναι συστράτηγος του Περικλή, ίσως ακόμη του Θουκυδίδη του γιου του Μελησία και επίσης του Νικία, του μοιραίου στρατηγού της σικελικής εκστρατείας, κατά τη διάρ­κεια της μακρόχρονης και πολυαίμακτης πολιορ­κίας της Σάμου από τον αθηναϊκό στόλο (440-439 π.Χ.) και πιθανώς είτε στον πόλεμο των Αθηναίων ενάντια  στους  σαμιακής  καταγωγής  Αναιίτες (428/427 π.Χ.) είχε αργότερα κατά την περίοδο της εύθραυστης Νικίειας ειρήνης (421-415 π.Χ.).

Ανάμεσα στα πολιτικά αξιώματά του μπορεί επίσης να προσμετρηθούν οι πολυάριθμες «πρεσβείες», στις οποίες έλαβε μέρος ως λαοπρόβλητος εκπρόσωπος της πατρίδας του προς άλλες πόλεις της Ελλάδας, και η αμφιλεγόμενη, καθ’ ότι όχι πλήρως αποδε­δειγμένη, συμμετοχή του ως Προβούλου στο ολι­γαρχικό κίνημα των Τετρακοσίων, το οποίο, ως γνωστόν, οδήγησε στην προσωρινή ανατροπή της Αθηναϊκής δημοκρατίας (411 π.Χ.).

Από όσα προαναφέρθηκαν καθίσταται προ­φανές ότι ο Σοφοκλής εκδήλωσε αδιάπτω­το ενδιαφέρον απέναντι στις ραγδαίες πο­λιτικές εξελίξεις που έλαβαν χώρα στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. για ένα χρονικό διάστημα λίγο μεγαλύτερο των τριάντα ετών (443-411 π.Χ.)· ειδικότερα, η έντονη πολιτική δράση του συνοδεύεται και από την ολόψυχη συμμετοχή του στις ζωηρές θεολογικές αναζητήσεις της εποχής ε­κείνης.

Ενδεικτικό της ειλικρινούς ευλάβειας και ανυπόκριτης ευσέβειας του Αθηναίου δραματουργού είναι η άρρηκτη διασύνδεσή του με τις λατρείες του επιδαύριου θεού Ασκληπιού και του ήρωα Άλωνα – πιθανότατα δε ο ίδιος μετά το θάνατό του αφηρωίζεται και λατρεύεται στην Αττική με την επωνυμία Δεξιών. Αναμφίλεκτα, η ειλικρινής αγάπη του για το γενέθλιο τόπο του και ο πηγαίος θαυμασμός του για τα ανυπέρβλητα επιτεύγματα του αθηναϊκού πνεύματος και πολιτισμού διαπερνούν το δραματικό έργο του· ωστόσο, η νηφαλιότητα, η μετριοπάθεια, το απροκατάληπτο πολιτικό του αισθητήριο και η πλήρης επίγνωση της τραγικής πλευράς της ανθρώπινης ύπαρξης δεν αφήνουν περιθώρια για «διανοητικά πυροτεχνήματα», που συχνά λειτουργούν απλώς ως ευπρόσδεκτα αντιστηρίγματα στεί­ρων τοπικιστικών εξάρσεων και άγονων συγκινη­σιακών υπερβολών.

Σοφοκλής, από δημοσίευση του περιοδικού, Life.

Παράλληλα προς τους α­κραιφνώς πολιτειακούς θεσμούς του αθηναϊκού κράτους, όπως η εκκλησία του δήμου και τα δικα­στήρια, η αρχαία ελληνική τραγωδία αντανακλά και αποκρυσταλλώνει το πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της Αθήνας των κλασικών χρόνων μέσα από μια δυσδιόρατη αλλά όμως ενδελεχή κριτική διεργασία, που συμπαραβάλλει με τρόπο εύρυθμο και εύτακτο την πολυστρώματη μυθολογική παρά­δοση με τρέχουσες ιδεολογικές ζυμώσεις.

Σύμφωνα με κάποιες αρχαίες πηγές, ο Σοφο­κλής συνέγραψε 123 δραματικά έργα και πήρε δε­καοχτώ φορές το πρώτο βραβείο στους θεατρικούς αγώνες των Μεγάλων Διονυσίων. Για να περιορι­στούμε στα ακέραια έργα του, τα οποία η χειρόγρα­φη παράδοση διέσωσε σε ορισμένες περιπτώσεις ό­χι χωρίς την ευνοϊκή παρέμβαση ολωσδιόλου τυ­χαίων παραγόντων, ο Αίας – ένα μεγαλόπνοο έργο της ποιητικής κατά τα φαινόμενα ωριμότητας του Αθηναίου τραγωδού παρουσιάζει ανάγλυφα την α­συμβίβαστη αξιοπρέπεια και το δυσπρόσιτο μεγα­λείο του ομώνυμου ήρωα μέσα στην ξέφρενη δίνη των ανθρώπινων παθών και των πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Εν αντιθέσει προς τον ηρωικό παλμό του ασυμβίβαστου Αίαντα και την ηλεκτρισμένη πολεμική ατμόσφαιρα του τρωικού πεδίου, στην Ηλέ­κτρα (420-410 π.Χ.) με την ομώνυμη ηρωίδα του «ασίγαστου μίσους» ο Σοφοκλής τοποθετεί τη δρά­ση στην Ελλάδα και μεταφέρει τον απόηχο της α­δυσώπητης σύγκρουσης Ελλήνων και Τρώων μέσα στο ασφυκτικά στενό πλαίσιο μιας πολύπαθης οι­κογένειας, όπου θύτης και θύμα ανταγωνίζονται ε­πί σκηνής και ενίοτε εκτός σκηνής με εναλλασσό­μενη πειστική ευγλωττία.

Το ανώτερο όλων σε τρα­γικότητα έργο Οιδίπους Τύραννος (430-420 π.Χ.) θεωρήθηκε από τους μεταγενέστερους κριτικούς ως το αποκορύφωμα της θεατρικής τέχνης του Σοφο­κλή· ιδίως στο δράμα αυτό μέσα από μια σειρά μοι­ραίων και συνταρακτικών αναγνωρίσεων ο τραγι­κός εστεμμένος της Θήβας τελικά συνειδητοποιεί τη θεϊκή πλεκτάνη, μέσα στην οποία σπαρταρούσε παγιδευμένος ανεπίγνωστα σε όλη τη διάρκεια του δράματος.

Μολονότι ο σοφόκλειος ήρωας διεκδικεί ακατά­παυστα ένα έστω γλίσχρο μερίδιο στην καθολική ευτυχία, ο ίδιος συνάμα με ανυποχώρητο πείσμα και αταλάντευτο φρόνημα επιλέγει αυτό ακριβώς που αναπόφευκτα θα τον εκμηδενίσει· ωστόσο, ό­πως στην περίπτωση της αγέρωχης και αποφασι­στικής Αντιγόνης στο φερώνυμο έργο (450-440 π.Χ.), η ασύνετη τόλμη εν τέλει μεταλλάσσεται σε αξιοθαύμαστη γενναιοψυχία, ενώ η συγκλονιστι­κή πτώση του τυραννικού Κρέοντα προκαλεί μιαν απροσδόκητη αναψύχωση του δημοκρατικού φρονήματος. Θα έλεγε κανείς ότι το αντιστασιακό πα­ράδειγμα της απτόητης Αντιγόνης καθιστά εντο­νότερη για τον αθηναϊκό δήμο την ανάγκη συνε­χούς επαγρύπνησης για τη διασφάλιση ενός ηθι­κά ωριμότερου πολιτικού βίου.

Με παρόμοιο τρό­πο στις Τραχίνιες (450-440 π.Χ.) το εξατομικευ­μένο πάθος αναλύεται υπό το πρίσμα μιας θλιβε­ρής ερωτικής ιστορίας, όπου η άνευ όρων παραδο­χή του παραλόγου στην ανθρώπινη ζωή αποτελεί μιαν ανακουφιστική προοπτική εν όψει μιας φρι­κιαστικής διαδοχής επάλληλων αναπόδραστα α­λύτρωτων θανάτων.

Η θεατρική δραστηριότητα του Σοφοκλή φαίνεται ότι δεν κάμφθηκε από το βαθύ γήρας· αντίθετα ο ποιητής συνέθεσε δυο αριστουργήματα στη δύση της καλλιτε­χνικής σταδιοδρομίας του. Ο Φιλοκτή­της (409 π.Χ.) είναι μια τραγωδία επικού μεγαλεί­ου, στην οποία ο ομώνυμος ήρωας – το alter ego του αυτοκτονικού Αίαντα- παραμένει ανυποχώρη­τος στο φιλέκδικο πείσμα του, άκαμπτος και αλύ­γιστος μέσα στην αφόρητη ερημιά του· ωστόσο, στο τέλος δεν εξουθενώνεται από τη δυναμική ε­νός ανέφικτου ηρωικού ιδανικού, αλλά επιδει­κνύει μια ήρεμη αξιοπρέπεια μπροστά στην ακαταγώνιστη θεϊκή βούληση, ακροβατώντας έτσι στις παρυφές μιας ρεαλιστικότερης θεώρησης της ανθρώπινης ειμαρμένης.

Το κύκνειο άσμα του Αθηναίου τραγικού και επάξιο επιστέγασμα μιας μακρόχρονης ποιητικής πορείας είναι ο Οιδίπους επί Κολωνώ (406 π.Χ.), που παραστάθηκε στο θέ­ατρο του Διονύσου με αναμενόμενη θριαμβική ε­πιτυχία μετά το θάνατό του (406/405 π.Χ.). Κατ’ αναλογία προς το προηγούμενο έργο, τον Φιλοκτή­τη, το τελευταίο αυτό σωζόμενο σοφόκλειο δράμα μέσα από πολύπτυχες διακειμενικές συσχετίσεις και αντιπαραβολές ανασκοπεί την ιστορία του Οιδίποδα και επιχειρεί να στήσει γέφυρα επικοινω­νίας με τον Οιδίποδα Τύραννο και την Αντιγό­νη, προσδίδοντας με τον τρόπο αυτό ανυποψίαστο στοχαστικό βάθος στα δρώμενα.

Τα αφηγηματικά νήματα, που συναρθρώνουν τα τρία αυτόνομα δρά­ματα σε μια δυνάμει θηβαϊκή τριλογία, δεν οδηγούν σε άγονη επανάληψη και άχαρη αναδίπλω­ση των παρελθοντικών γεγονότων, όπως θα περί­μενε κανείς, αλλά όλως διαφορετικά οι απροσδόκητες συμφιλιωτικές απολήξεις των prima facie άσπονδων αντιπαραθέσεων στην Αθήνα εγκαρδιώνουν τους θεατές, ενώ ο επικήδειος ενθουσια­σμός της εξόδιας σκηνής προετοιμάζει με δραμα­τουργικό οίστρο και ειρωνική διάθεση την επόμε­νη μυθολογική εμπλοκή στη μακρινή όσο και μοιραία πόλη των Καδμείων.

θα μπορούσε να λεχθεί λοιπόν ότι ο Σοφοκλής, πέρα από ενεργός πολίτης και άγρυπνος στοχα­στής, υπήρξε πρωτίστως ένας γνήσιος άνθρωπος του θεάτρου, ο οποίος μέσα στην έξαρση της ποι­ητικής δημιουργίας δεν έπαψε να αναζητεί πρα­κτικές λύσεις για να αναπτύξει και να τελειοποι­ήσει την τέχνη του· ειδικότερα, σύμφωνα με την αρχαία παράδοση, ο Αθηναίος τραγωδιογράφος ει­σήγαγε στο αττικό δράμα ή τουλάχιστον προώθη­σε, μεταξύ πολλών άλλων αλλαγών, κυρίως τρεις σημαντικότατες καινοτομίες:

α) την αύξηση των υποκριτών από δυο σε τρεις,

β) την αύξηση των με­λών του Χορού από δώδεκα σε δεκαπέντε, και

γ) κατά το αισχύλειο πρότυπο την περαιτέρω απο­σύνδεση της ιστορικομυθικής ενότητας των τετρα­λογιών, δηλαδή τη συμμετοχή κάθε φορά των ποι­ητών στους θεατρικούς αγώνες με τέσσερα αυτόνο­μα δράματα.

 

Ηλέκτρα, 1936. Αρχείο: ΚΜΕΕΘ-ΚΜ

 

Κατά την άποψη έγκριτων σύγχρονων μελετη­τών, που ανάμεσα στα άλλα διερευνούν τις λανθά­νουσες αφηγηματικές δομές των δραματικών έργων με απώτερο σκοπό να διερμηνεύσουν τις δαιδαλώ­δεις θεατρικές κατασκευές της αρχαίας δραματουρ­γίας, οι προαναφερθέντες νεοτερισμοί παρέχουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στον ποιητή για να ιεραρχήσει τους διηγητικούς τρόπους του, προ­κρίνοντας κατά περίπτωση το λειτουργικότερο και δραστικότερο.

Η αύξηση των υποκριτών από δυο σε τρεις, καθώς επίσης η συμμετρικότερη παράταξη  του Χορού σε δυο ημιχόρια των εφτά μελών με την ταυτόχρονη ανάδυση του κορυφαίου σε ρόλο τέταρτου υποκριτή, διευκολύνουν συν τοις άλλοις διαδοχικές αλλαγές στην οπτική γωνία και στο χρόνο ε­ποπτείας των συμβάντων. Επιπροσθέτως, η σταδιακή αποδυνάμωση της μυθικής αλληλουχίας ως ε­πί το πλείστον συμβάλλει στην αδιάσπαστη παρου­σίαση των κεντρικών γεγονότων και στη ραγδαία επιτάχυνση του σκηνικού ρυθμού.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο φιλόσοφος Πολέμων, που έζησε και έδρασε κατά τη διάρκεια του 3ου αι­ώνα π.Χ., απέδωσε στον Σοφοκλή τον εύστοχο χαρακτηρισμό «τραγικός Όμηρος», ενώ παράλληλα αποκάλεσε τον πατριάρχη της ελληνικής λογοτε­χνίας «επικό Σοφοκλή» (TrGF, τόμ. 4ος, TIIb 115). Πράγματι, η θαυμάσια εναρμόνιση μιας υπερτέλειας διαγραφής των χαρακτήρων, που ερεί­δεται κυρίως σε εδραίους αφηγηματικούς αρμούς, με μια εξόχως στοχαστική θέαση της ανθρώπινης μοίρας, που καθαιρεί το παραστάσιμο υλικό από απρόσφορες ίσως ιδεοληπτικές προσμίξεις, δι­καιολογεί απολύτως τη διαχρονική αξία και το α­νυπέρβλητο σφρίγος της σοφόκλειας δραματουρ­γίας.

  

Ανδρέας Μαρκαντωνάτος

Λέκτορας Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας,

Τμήμα Φιλολογίας Πανεπιστημίου Πατρών

 

Βιβλιογραφία


 

  • M. W. Blundell, Helping Friends and Harming Enemies: A Study in Sophocles and Greek Ethics, Κέμπριτζ 1989.
  • C. M. Bowra, Sophoclean Tragedy, Οξφόρδη 1944.
  • F. Budelmann, The Language of Sophocles: Communality, Communication and Involvement,
    Κέμπριτζ 2000.
  • R. G. A. Buxton, Sophocles [Greece & Rome New Surveys in the Classics No. 16], Οξφόρδη 1984.
  • V. Ehrenberg, Sophocles and Pericles, Οξφόρδη 1954.
  • H. Flashar, Sophokles: Dichter im demokratischen Athen, Μόναχο 2000.
  • G. M. Kirkwood, A Study of Sophoclean Drama,  Ithaca και London 19942.
  • B. M. W. Knox, The Heroic Temper: Studies in Sophoclean Tragedy, Μπέρκλεϊ και Λος Άντζελες 1964.
    M. R. Lefkowitz, The Lives of the Greek Poets, Λονδίνο 1981, σελ. 75-87.
  • A. Lesky, Η Τραγική Ποίηση των Αρχαίων Ελλήνων, τόμος Α’. Από τη γέννηση του είδους ως τον Σοφοκλή, μτφρ. Ν. Χ. Χουρμουζιάδης, Αθήνα 1987, σελ. 281- 456.
  • Η. Lloyd-Jones, Sophocles Volume I  [Loeb Classical Library No. 20], Κέμπριτζ, Μασ. και Λονδίνο 1994, σελ. 1-24.
  • A. Machin, Cohérence et continuité dans le théâtre de Sophocle, Κεμπέκ 1981.
  • A. Markantonatos, Tragic Narrative. A Narratological Study of Sophocles’ Oedipus at Colonus, Βερολίνο και Νέα Υόρκη, του ιδίου, Sophocles: Oedipus at Colonus [Duckworth Companions to Greek and Roman Tragedy], Λονδίνο 2004, κεφ. 1.
  • Γ. Μαρκαντωνάτος, Εισαγωγή στην Αττική Τραγωδία, Αθήνα 1991, σελ. 137-152.
  • Κ. Reinhardt, Sophocles, μτφρ. Η. Harvey και D. Harvey, Οξφόρδη 1979.
  • W. C. Scott, Musical Design in Sophoclean Theater, Ανόβερο και Λονδίνο 1996.
  • D. Seale, Vision and Stagecraft in Sophocles, Λονδίνο και Καμπέρα 1982.
  • C. Segal, Tragedy and Civilization: An Interpretation of  Sophocles, Κέμπριτζ, Μασ. 1981, του ιδίου, Sophocles’ Tragic World: Divinity, Nature, Society, Κέμπριτζ, Μασ. 1995.
  • T.B.L. Webster, An Introduction to Sophocles, Οξφόρδη 19692.
  • C. H. Whitman, Sophocles: A Study in Heroic Humanism, Κέμπριτζ, Μασ. 1951.
  • T. Von Wilamowitz-Moellendorfï, Die dramatische Technik des Sophokles, Βερολίνο 1917.
  • R. P. Winnington-Ingram, Sophocles: An Interpretation, Κέμπριτζ 1980.      

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Σοφοκλής», τεύχος 255, 30 Σεπτεμβρίου 2004.

 

Read Full Post »

Αργολίδα: Σύνδεση των προϊστορικών μύθων με τα γεω-περιβαλλοντικά και αρχαιολογικά στοιχεία


 

Δευκαλίων και Πύρρα, Giovanni Maria Bottalla, Λάδι σε μουσαμά, περίπου 1635. Acervo do Museu Nacional de Belas Artes, Rio de Janeiro, Brasil.

Κάθε τόπος έχει να παρουσιάσει τη δική του «γένεση«, όπως αυτή διαμορφώνε­ται σε συνάρτηση με το άμεσο φυσικό περιβάλλον. Στην ελληνική μυθολογία (Κακριδής, 1986) αναφέρονται τρεις σημαντικοί κατακλυσμοί, οι οποίοι επιπλέον υποδηλώνουν ευρεία γεωγραφική έκταση, του Ωγύγου (Αττική-Βοιωτία), του Δευ­καλίωνα (Θεσσαλία) και του Δαρδάνου (Μακεδονία). Στις παραλλαγές των τοπι­κών μύθων επίσης εμφανίζεται ο κατακλυσμός του Ίναχου στην περιοχή της Αργολίδας. Άμεσος απόγονος του Ίναχου αναφέρεται ο Φορωνέας και κυρίως ως ο πρώ­τος άνθρωπος και βασιλιάς στη γη μετά τον κατακλυσμό του Ίναχου. Ο Φορω­νέας είναι άμεσα συνδεδεμένος με τη δημιουργία πολιτισμού, καθώς μυθολογείται ότι έφερε τη φωτιά στους ανθρώπους και δίδαξε τη χρήση της (Κακριδής, 1986). Ανάλογη ήταν και η δραστηριότητα του Προμηθέα.

Σημαντικό στοιχείο στο μύθο του Φορωνέα στην Αργολίδα είναι η εκδίωξη των μυθικών πυρομεταλλουργών Τελχίνων και η οικειοποίηση της τεχνικής τους. Η δραστηριότητα των μυθικών Τελχίνων αναφέρεται στη Λήμνο, τη Ρόδο, την Κέα και σε άλλους μύθους (Αττική). Οι Τελχίνοι ταυτίζονται με τα προελληνικά φύλα των Κάρων ή Κήρων. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ανάπτυξη της πυροτεχνολογίας εντοπίζεται ήδη στη Λήμνο, στην Πολιόχνη, από το 3100 έως το 2600 π.Χ., ενώ η καταστροφή και η εγκατάλειψη της Πολιόχνης (το 2300 έως 2200 π.Χ.) είχε ως αποτέλεσμα την εξά­πλωση των κατοίκων της σε πολλές πρωτοελλαδικές III και πρωτοκυκλαδικές III θέσεις της ανατολικής ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών (Ντούμας, 1997).

 

1. Περί μυθολογικών κατακλυσμών

 

Ο μύθος του Φορωνέα εμπεριέχει στον πυ­ρήνα του όχι μόνο την πολιτισμική ανά­πτυξη αλλά και την κοινωνική, σε συν­δυασμό με τη δημιουργία τοπικής πατρολογίας. Η πριν από τον Φορωνέα εποχή – σύμφωνα με τη μυθική γενεαλογία -, και σύγχρονη με αυτήν του Ίναχου, χαρακτηρίζεται από αρμονία και κοινή γλώσσα. Την αρμονική συνύπαρξη και επι­κοινωνία των ανθρώπων τη συναντάμε πάλι στους ιουδαϊκούς μύθους (Γένεση 11,9). Σε αντίθεση με αυτόν τον κόσμο έρχεται η εποχή του Φορωνέα, όταν η μεγάλη πληθυσμια­κή αύξηση επιβάλλει τον διασκορπισμό των αν­θρώπων σε διαφορετικούς συνοικισμούς και δυ­σχεραίνει την αρμονική επικοινωνία, ενώ ανα­πτύσσονται ταυτοχρόνως οι τοπικοί διάλεκτοι -πολυγλωσσία. Ο μύθος της Βαβέλ (Γένεση 11. 9) επίσης αναφέρεται με την επισήμανση της «πολυγλωσσίας» σε ένα τέτοιο αναπόφευκτο κοινωνικό-πολιτιστικό γεγονός.

Η Παλαιά Διαθήκη καθώς και η σουμεριακή παράδοση δημιούργησαν τη γενεαλογία και πατρολογία τους, βασιζόμενες σε μύθους και πραγματικά γεγονότα. Ο «Κατακλυσμός» στάθηκε η αφορμή και η αφετηρία. Ο Νώε όπως και ο Ίναχος υπήρξαν οι γεννήτορες της ανθρωπότη­τας, όπως ο εκάστοτε λαός κάθε φορά φαντα­ζόταν. Οι απόγονοί τους -Αβραάμ, Φορωνέας αντίστοιχα- προήγαγαν τον πολιτισμό και την κοινωνία των λαών τους. Το φαινόμενο ενός ή και περισσοτέρων κα­τακλυσμών φαίνεται ότι αποτελεί «κοινόν τόπο» στις παραδόσεις των διαφόρων λαών.

 

Η Κιβωτός του Νώε, έργο του Französischer Meister, περ. 1675. Μουσείο Καλών Τεχνών Βουδαπέστης.

 

Λόγου χάριν, οι επιτόπιες εμπειρίες μεγάλης κατα­στροφής στη Μεσοποταμία πριν από το 2000 π.Χ. αποκρυστάλλωσαν αυτές τις δραστικές γεωλογικές/κλιματικές ανακατατάξεις που πρωτοαναφέρονται περί το 2000 π.Χ. στο Έπος της Δημιουργίας – όπου τον κύριο ρόλο στην οργά­νωση του σύμπαντος έχει ο Μαρντούκ-, στο Έπος του Γκιλγκαμές. με τον σχετικό βαβυλω­νιακό κατακλυσμό κατά την 3η χιλιετία π.Χ., και στην Παλαιά Διαθήκη (Γένεση 6, 1-9, 29) ως ο ιουδαϊκός «Κατακλυσμός του Νώε» (New Larousse Encyclopedia of Mythology. 1968).

Τα τοπικά κλιματικά και γεωλογικά φαινόμε­να, συνοδευόμενα από καταστροφές, ουσιαστι­κά αποτελούν τον πυρήνα της θεογονίας και ανθρωπογονίας των λαών. Οι κατακλυσμοί επομένως των μύθων αντανακλούν ένα τοπικό γεωλο­γικό ή κλιματικό γεγονός με σοβαρές συνέπειες στην ευρύτερη εκάστοτε περιοχή. Με αυτό το σκεπτικό ο «μύθος«, εντασσόμενος στην ευρύ­τερη περιβαλλοντική πραγματικότητα, παύει να υπηρετεί αποκλειστικά το φανταστικό.

Τα ιστορικά γεγονότα κάλλιστα μπορούν να «μυθολογούνται» και, ακόμα περισσότερο, με τα αρχαιο­λογικά δεδομένα να επιβεβαιώνουν τους θρύ­λους. Στην ελληνική εκδοχή με τις ποικίλες τοπι­κές παραδόσεις και παραλλαγές πιθανώς εντο­πίζονται τα ίχνη της ιστορικής πορείας των προ­ελληνικών (Πελασγοί, Λέλεγες, Κάρες, Τυρρηνοί, Φοίνικες-Καδμείοι, Αίμονες, Άονες, Έκτηνες, Καύκωνες, Κυλικράνες, Τέμμικες, Ύαντες κ.ά.) και των πρωτο-ελληνικών και ελληνικών φύλων (Δαναοί, Άβαντες, Αθαμάνες, Αίθανες, Αινιάνες, Αιολείς, Αιτωλοί, Αρκάδες (;). Αρκτάνες, Αχαιοί, Βοιωτοί, Γραίοι, Δόλοπες, Δωριείς, Έλληνες, Επείοι, Θεσπρωτοί, Θεσσαλοί, Ίωνες, Κεφαλλήνες, Κουρήτες, Λαπίθες, Λοκροί, Μακεδόνες, Μαγνήτες, Μινύες, Μολοσσοί, Μυρμιδόνες, Περ(ρ)αιβοί, Πίερες, Φθίοι, Φλεγύες, Φωκείς) προς τους χώρους της τελικής εγκατάστασής τους (Ήπειρος, Θεσσαλία, Λοκρίδα, Φωκίδα, Αρκαδία) (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Α’). Στην παρούσα εργασία γίνεται μια πρώτη προσπάθεια «σποσυμβολοποίησης» του μυθολογούμενου κατακλυσμού του Ίναχου στην Αργολίδα.

 

2. Ο μυθολογούμενος αργολικός κατακλυσμός

 

Ο αργολικός μύθος στηρίζει τις απαρχές του στο γεγονός ενός κατακλυσμού που ακο­λουθείται από τη δημιουργία του αργολικού πο­λιτισμού και του περίπλοκου γενεαλογικού δέν­δρου. Γενάρχης των Αργείων θεωρείται ο Ίναχος, ο οποίος πρώτος συγκεντρώνει και οργανώνει τους διασκορπισμένους πληθυσμούς στην Αργολίδα αμέσως μετά τον κατακλυσμό. Στον Ίναχο αποδίδεται η αποστράγγιση του αργολι­κού κάμπου από τα λιμνάζοντα νερά και η χάραξη κοίτης ποταμού. Οι άνθρωποι μετά τον κατακλυσμό και πριν από τον Ίναχο ζούσαν στα ψηλά βουνά. Ο Ίνα­χος παρουσιάζεται ως γιος του Ωκεανού και ως σύζυγος μιας Ωκεανίδας. Οι απόγονοί του – δεύτερης γενιάς ο Φορωνέας και ενδέκατης γε­νιάς ο Δαναός- συνδέονται με τη δημιουργία και την εξέλιξη του αργολικού πολιτισμού.

Παρεμφερής είναι ο αττικός και ο βοιωτικός μύθος – φυσική καταστροφή, ανάδυση από το υγρό στοιχείο, ανασυγκρότηση των πληθυσμών και πολιτισμική ενεργοποίηση από έναν «χαρισματικό» ηγέτη -, που θέλει τον Ώγυγο (Κακριδής, 1986, σσ. 60-62) γενάρχη και πρώτο βασιλιά της Αττικής και της Θήβας, στα χρόνια του οποίου ανάγεται επίσης ο κατακλυσμός. Οι περισσότεροι ελληνικοί μύθοι έχουν στον πυρή­να τους το γεγονός του κατακλυσμού και ανάγουν τους πρώτους κατοίκους και τον γεννήτο­ρά τους αμέσως μετά. (Κακριδής, 1986, σσ. 56-62.) Η περιοχή της Αργολίδας, πλούσια σε μύ­θους και αρχαιολογικά ευρήματα, παρέχει τη δυνατότητα να ταυτιστούν τα μυθολογούμενα γεγονότα με συγκεκριμένα γεωλογικά και κλιμα­τικά φαινόμενα.

 

3. Τα γεω-αρχαιολογικά στοιχεία στην Αργολίδα

 

Κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (Π.Ε.Χ.) η αργολική πεδιάδα υπέστη σημαντι­κές διαφοροποιήσεις, αμέσως μετά το μέγιστο της θαλάσσιας επίκλυσης (προσχώρηση της θάλασσας στην ξηρά: transgression). Η μετά-πλειοκαινική στάθμη της θάλασσας έπαψε να ανυψώνεται στις αρχές της Εποχής του Χαλκού, όταν μια περιοχή προς το μέρος της ξηράς, μέχρι 4,7 χιλιόμετρα από τη σημερινή ακτογραμμή, είχε καλυφθεί από τα νερά. Ένα φυσικό παράκτιο φράγμα και μια λίμνη γλυκού νερού σχηματίστηκε στη δυτική ακτή της πεδιά­δας (όρια της λίμνης: Λέρνα-Μαγούλα κοντά στο Κεφαλάρι και συνεχίζεται στο Ελληνικό-Νέα Κίος). Ως φυσική συνέχεια, με τις πρώτες πλημμύ­ρες και την υπερχείλιση του ποταμού Ίναχου, οι γύρω πεδιάδες παρουσίασαν πλούσιες αλλουβιακές αποθέσεις, δηλαδή ποτάμια ιζήματα. Σε όλους τους πυρήνες γεωτρήσεων (Zangger, 1993) το πρωτοελλαδικό (ΠΕ) στρώμα καλυπτό­ταν από 1-3 μέτρα αλλουβιακού ιζήματος. Η χρονολόγηση με ραδιοάνθρακα σε κάρβουνο από τον νεολιθικό/πρωτοελλαδικό ορίζοντα έδωσε 2564 ±220 για την αλλουβιακή απόθεση (Zangger, 1993. σ. 52).

 

"Ο Κατακλυσμός", έργο του Μηχαήλ Άγγελου στην Καπέλα Σιξτίνα, 1508-1512.

 

Την ίδια περίοδο ΝΛ/ΠΕ, συναφές φαινόμε­νο ιζηματογένεσης από πλημμύρες εντοπίζεται στην Αττική, στο κροκαλοπαγές στρώμα Κρατύλου – έναρξη 3200 π.Χ., τέλος 2600 π.Χ. (Paepe et al., 1984, 1985). Τόσο στην Αργολίδα όσο και στην Αττική το φαινόμενο της επίκλυ­σης και των πλημμυρών ήταν αρκετά έντονο ώστε να αποκρυσταλλωθεί στον κατακλυσμό του Ίναχου και του Ωγύγου. Αμέσως μετά την ύφεση της επίκλυσης, η υψηλή απόθεση των ιζημάτων στη διαβρωνόμενη αργολική ακτή προκάλεσε μια πρώιμη από­συρση της θάλασσας –regression-, όπως κυρίως εντοπίζεται στην περιοχή της Τίρυνθας. Η κατάσταση της πεδιάδας έκτοτε παρέμεινε στα­θερή και πλούσια σε αλλουβιακές αποθέσεις. Οι αποθέσεις αυτές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού κατέστησαν την αρ­γολική πεδιάδα εύφορη και οπωσδήποτε κατοι­κήσιμη, εφόσον τα νερά αποσύρθηκαν.

Στην Αττική παρατηρήθηκαν ποτάμιες επι­στρώσεις επί των εδαφών 2, 3, 4, που αντιστοι­χούν στις ΝΛ περί το 6300-6000 π.Χ., ΠΕ περί το 2700 π.Χ., ΜΕ περί το 1850 π.Χ, φάσεις (Paepe et al., 1984). Είναι επομένως πιθανόν το ΠΕ έδα­φος 3 της Αττικής και το χρονολογούμενο περί το 2564+220 π.Χ. της Αργολίδας να ανταποκρί­νονται στη «μετακατακλυσμιαία» φάση που θρυ­λείται στους μύθους. Συγκεκριμένα, ένα κομμάτι κάρβουνο προ­ερχόμενο από τον ορίζοντα α της διατομής 3 (πυρήνας ΑΡ 10: 3,4 μ.) ΝΝΛ/ΠΕ στρώματος χρονολογήθηκε με ραδιοάνθροκα στα 2564 ± 220. Ο ορίζοντας ΝΝΛ/ΠΕ περιείχε πληθώρα ρι­ζών και φυτικών υπολειμμάτων μαζί με όστρακα χαρακτηριστικά της κεραμικής αυτής της περιό­δου.

Επίσης έδωσε πλούσιο περιεχόμενο φωσφατικών ουσιών ώστε η χρονολόγηση του κάρβουνου να δίνει τη μέγιστη ηλικία για την εναπό­θεση του ΝΝΛ/ΠΕ αλλουβιακού στρώματος και για την ακμή της θαλάσσιας επίκλυσης, δηλ. το στρώμα αυτό εναποτέθηκε περίπου πριν από το 2500 π.Χ.

Στο διάστημα μεταξύ του 6000 με 2600 π.Χ. σημειώνεται σταδιακή αύξηση του πληθυσμού και κυρίως κατά τη χαλκολιθική περίοδο και ΠΕ II ανάπτυξη της γεωργικής καλλιέργειας και μό­νιμη εγκατάσταση. Έτσι: στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού εντοπίζονται 206 θέσεις κατοίκησης στη Στερεά Ελλάδα και την Εύβοια έναντι των 136 της Νεολιθικής 172 στην Πελοπόννησο της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού  έναντι των 81 της ΝΛ περιόδου (Συριόπουλος, 1994). Η εγκατάσταση αυτή εντοπίζεται κυρίως στις πιο γόνιμες περιοχές της Ανατολικής Ελλάδας.

Η οικιστική και πολιτισμική ανάπτυξη στην Αργολίδα υπονοείται στη μυθολογούμενη δραστηριότητα του Ίναχου. Η πεδιάδα έγινε κατοι­κήσιμη αφού την αποστράγγισε και χάραξε κοί­τη ποταμού. Στο σημείο αυτό ίσως εντοπίζεται η φυσική απόσυρση των υδάτων και κάποια τε­χνητή αποστραγγιστική δραστηριότητα εκμε­ταλλευόμενη την κοίτη του ποταμού Ίναχου, δυ­τικά της Τίρυνθας, όπου η πρώιμη απόσυρση και επανάληψη του φαινομένου κατά την Υστεροελλαδική II Β/Γ (πλημμύρα, υδροφράχτης και κανάλι, Zangger, 1993). Επιπλέον, στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού σχηματίστηκε το προαναφερθέν φυσικό παράκτιο φράγμα και η λίμνη με όρια την Λέρνα-Κεφαλάρι-Νέα Κίο. Οι πηγές της Λέρνας και του Κεφαλαρίου αργότερα και μέχρι σήμερα τροφοδοτούν τον ποταμό Ερασίνο του ΝΔ τμή­ματος της Αργοναυπλιακής πεδιάδας.

Πριν από τον Ίναχο οι άνθρωποι ήταν δια­σκορπισμένοι στα βουνά (σύμφωνα με το μύθο), καθώς η αργολική πεδιάδα ήταν πλημυρισμένη κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Στη Λέρνα, ενώ η κατοίκησή της ανάγεται σε δυο οικιστικές φάσεις, Λέρνα I και Λέρνα IΙ κατά τη Νεολιθική Εποχή, στην ύστερη φάση της Νεολιθικής η χρήση της θέσης διακόπτεται ως την επανακατοίκησή της στην ΠΕ II (Caskey, 1960). Το κενό εντοπίζεται στις αρχές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, οπότε και οι μεγάλες πλημμύρες. Από τα μέσα περίπου της τρίτης χιλιετίας εμφανίζονται σημαντικές εγκαταστάσεις στο ζωτικό χώρο της πεδιάδας, όπως το μνημειώδες BG κτήριο ή η «Οικία των Κεράμων» στη Λέρνα III και η Θόλος -Rundbau – της Τίρυνθας, ή εξ ολοκλήρου νέοι οικισμοί (Συριόπουλος, 1994, ΝΛ περίοδος, θέσεις: 397-407, ΠΕ περίοδος, θέ­σεις: 467-489).

Η θρυλούμενη συγκέντρωση των πληθυ­σμών επί Ινάχου τοποθετείται λογικά σ’ αυτή τη φάση που η αργολική πεδιάδα είναι εκμεταλ­λεύσιμη, δηλ. μετά τις πλημμύρες (περί το 2564±220, ήτοι 2800 έως 2350 π.Χ.). Εδώ θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε: τον Ίναχο στην πρώιμη φάση και τον Φορωνέα έως και τον Δαναό στις μετέπειτα φάσεις μιας χρονικής πε­ριόδου περί τα 360 έτη (11 γενιές χ 33 έτη ανά γενιά). Δηλαδή, αυτό το χρονικό διάστημα μπο­ρεί να ενταχθεί στο χρονικό περιθώριο των 450 ετών (2800-2350), που ορίζει το σφάλμα της μεθόδου χρονολόγησης των στρωμάτων.

Η Λέρνα μοιάζει να κτίστηκε και να οχυρώ­θηκε με σκοπό να εκμεταλλευθεί και να ελέγξει την πλούσια γεωργική παραγωγή, όπως άλλω­στε μαρτυρούν το πλήθος των αποθηκευτικών δοχείων και τα πήλινα σφραγίσματα. Η Τίρυνθα επίσης βρίσκεται σε ιδιαίτερα εύφορη περιοχή, και πιθανώς το ιδιόμορφο ΠΕ II οικοδόμημα -Rundbau- λειτουργούσε ως σιταποθήκη, αν όχι ως κάτι άλλο, ανάλογα με αυτές του ΠΕ II Ορχομενού(;) ή των Κυκλάδων, ή ακόμη της Αιγύπτου (Vermeule, 1972). Ο «συγκεντρωτικός» χαρακτήρας των παραπάνω εγκαταστάσεων και η περίπτωση ύπαρξης ενός κοινού αργολικού εργαστηρίου σφραγίδων (σφραγίσματα από Λέρνα, Τίρυνθα, Ζυγουριές (Vermeule, 1972, Dickinson, 1994, Κονσόλα 1984) υποδηλώνει την ανάγκη οργάνωσης που θα επέβαλλε η εκτεταμένη δραστηριότητα των κατοίκων της ΠΕ περιόδου.

Ο ποταμός Ίναχος

Ο μύθος του Ίναχου αφορά ουσιαστικά στη δημιουργία των πρώτων οργανωμένων οικισμών γύρω από ένα ποτάμι ή λίμνη που καθορίζει τη ζωή και τις δραστηριότητές τους. Αποτελεί το τυπικό «μοντέλο» της γένεσης ενός πολιτισμού ανάλογου με της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου, που επίσης στηρίχθηκε σε τοπικά γε­ωλογικά ή κλιματικά φαινόμενα. Τέτοια περιβαλλοντικά φαινόμενα μεταφρά­ζονται π,χ. σαν έντονες πλημμύρες (υγρό κλί­μα), περίοδοι ξηρασίας, έντονα φαινόμενα κα­τολισθήσεων από αυξημένες και έντονες σεισμι­κές δραστηριότητες, κ,ά. Σε τέτοιες περιόδους αστάθειας κάθε κοινωνική υποβόσκουσα «κίνη­ση» βρίσκει πρόσφορο έδαφος για αναταραχή που συντείνει στην ολοκλήρωση καταστροφών, και αντίστροφα.

Αυτά πάντως ακολουθούν ένα είδος οφιοειδούς (ζιγκ-ζαγκ) καμπύλης γραμμής, με μέση χρονική διάρκεια εντόνων-ηπίων φαινομένων υγρού-ξηρού κλίματος 80-120, 200-250, 500-700, και περίπου 1000 χρόνων, αλλά και μεγα­λύτερων περιόδων. Τέτοιοι κλιματικοί κύκλοι έχουν εντοπισθεί σε γεωαρχαιολογικές έρευνες στην Αργολίδα (και αλλού) και σε προσεγγιστικούς κλιματικούς δείκτες, όπως η μεταβολή του εύρους των δενδροδακτυλίων, ο άνθρακας-14 στην ατμόσφαι­ρα, το εύρος ιλύος λιμνών, το γεωμαγνητικό πε­δίο και η ηλιακή δραστηριότητα (Liritzis, 1982, Liritzis et al„ 1985, Schove, 1983). Αυτοί οι επα­ναλαμβανόμενοι κλιματικοί «κύκλοι» επικάθονται αλλήλων και σχηματίζουν ένα δίκτυο περιοδι­κών όρων που δίνουν την εντύπωση απρόβλε­πτης «χαοτικής» μεταβολής.

Παρ’ όλα αυτά, προσεκτική ανάλυση των κλιματικών, γεωλογικών και ηλιακών παραμέ­τρων δείχνει την ύπαρξη τέτοιων κλιματικών κύ­κλων, οι οποίοι, κατά τη γνώμη μας, ήταν το βα­σικό αίτιο (των κοινωνικο-οικονομικών λόγων συμπεριλαμβανομένων, αλλά όχι κατ’ ανάγκην αποκλειστικών) της μη-γραμμικής αυξομείωσης (ακμή-παρακμή) αρχαίων πολιτισμών, κατά το υπόδειγμα: καταστροφή – ανάδυση –ανασυγκρότηση – πολιτισμική ενεργοποίηση-βαθμιαία/ξαφνική παρακμή (καταστροφή). Η πορεία της «πολιτισμικής καμπύλης» φαί­νεται να ακολουθεί κανόνες προβλεψιμότητας αναμεμειγμένους με υπολείμματα αταξίας. Έτσι θα μπορούσαν πιθανά να ερμηνευτούν ως ομα­λά ή ανώμαλα μετατοπιζόμενοι πολιτισμικοί πό­λοι έλξης (ή κοιτίδες ή ομφαλοί εξέλιξης) (νησί­δες στη θεωρία του Χάους) πολιτισμικών δραστηριοτήτων, ως «παράξενοι ελκυστές», στη θε­ωρίας του Χάους.

 

4. «Πολυδίψιον Άργος»

 

Στο μύθο του Ίναχου εκφράζεται η τοπική κοσμογονία άμεσα συνδεδεμένη με το υγρό στοιχείο. Η έννοια του κατακλυσμού εμπεριέχει στοιχείο τοπικών καταστροφών αλλά ενσωματώνει και τις αρχέγονες χθόνιες λατρείες σχετι­κές με τη σπορά, την αρχή νέου χρόνου, τον ετήσιο κύκλο εργασιών. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα και της Πύρρας που αναφέρεται σε μια άλλη φυλε­τική κοιτίδα, τη Θεσσαλία. Η εξέλιξη του αργολικού μύθου συμβαδίζει με την εξέλιξη των κλιματικών αλλαγών και των γεωλογικών διαφοροποιήσεων στον κάμπο.

Ποσειδώνας - Agnolo Bronzino, Ritratto dell'ammiraglio Andrea Doria come Nettuno. Conservato nella Pinacoteca di Brera a Milano. 1540-1550 ca.

Σύμφωνα με το μύθο, ο Ίναχος κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, μετά την αποστράγγιση του αργολικού κάμπου, κλήθηκε να κρίνει τη διαφο­ρά μεταξύ Ποσειδώνα και Ήρας για την εξουσία στο Άργος. Ψηφίζοντας ευνοϊκά για την Ήρα, ο Ποσειδώνας τιμώρησε τον Ίναχο – ο οποίος στην πορεία του μύθου εξελίχθηκε σε ποτάμια θεότητα δίνοντας το όνομά του σε τοπικό ποτα­μό – με το να τον ξηράνει και να έχει νερό μόνο το χειμώνα, δηλ. ο ποταμός Ίναχος έγινε πια χείμαρρος.

Η ξηρασία της περιόδου αυτής διασώζεται άλλωστε στην αρχαιότερη παράδοση (Όμηρος, Ησίοδος) που χαρακτηρίζει το Άργος, την ευρύ­τερη μάλλον περιοχή, ως πολυδίψιο, δηλ. άνυδρο, με πρόβλημα ξηρασίας. Το πρόβλημα αντι­μετωπίζεται από τους απογόνους του Ίναχου, τον Δαναό και τις κόρες του. Ο μύθος συγκεκριμένα αναφέρει: Ο Δανα­ός, προκειμένου να αντιμετωπίσει την ξηρασία του Άργους, στέλνει την κόρη του Αμυμώνη να βρει νερό. Σύμφωνα με την πρώτη παραλλαγή, η Αμυμώνη ανακάλυψε μια πηγή, αλλά μόλις την πλησίασε, η πηγή εξαφανίστηκε μέσα στη γη.

Σε μια άλλη παραλλαγή, η κοπέλα, αναζητώ­ντας νερό στο δάσος, δέχθηκε επίθεση από σάτυρο. Τότε ζήτησε τη βοήθεια του Ποσειδώνα, ο οποίος τον κυνήγησε και ρίχνοντας την τρίαινά του αστόχησε, χτυπώντας, αντί για το σάτυρο, ένα βράχο. Από το βράχο τότε ανέβλυσε μια πη­γή. Τέλος, μια τρίτη παραλλαγή του μύθου ανα­φέρει ότι ο ίδιος ο θεός οδήγησε την Αμυμώνη ώστε να βρει την πηγή της Λέρνας (Κακριδής, 1986). Είναι αξιοσημείωτο ότι η πηγή και στις τρεις περιπτώσεις του μύθου φαίνεται να αναβλύζει από υπόγεια φρεάτια και να είναι άμεσα συνδε­δεμένη με το γεωλογικό υπόστρωμα. Η παρου­σία δε του Ποσειδώνα ενισχύει αυτή τη διαπί­στωση, καθώς ο θεός αυτός αποτελεί τη θεο­ποίηση των γεωλογικών και τεκτονικών φαινομέ­νων που επίσης σχετίζονται με τη συμπεριφορά των υδάτων. Έτσι ο Δαναός κατάφερε να υδρο­δοτήσει την περιοχή που ήταν άνυδρη.

 

5. Η παλαιογεωγραφία και υδρογεωλογία της Αργολίδας

 

Μετά την απόσυρση της θάλασσας και την υψηλή ιζηματογένεση το εσωτερικό της πεδιά­δας παρέμεινε ουσιαστικά σταθερό, ενώ η ακτο­γραμμή παρουσίαζε συνεχείς αλλαγές. Πάντως το υψηλό ποσοστό αλλουβιακών αποθέσεων στα μέσα της 3ης χιλιετίας συνεπάγεται την ύπαρξη ποταμού, όχι χειμάρρου. Λόγω των με­γάλων πλημμύρων, η περιοχή δεν θα αντιμετώ­πιζε φαινόμενα ξηρασίας-ερημοποίησης. Παρόμοια φαινόμενα πλημμύρων παρατη­ρούνται επίσης στην Αττική (Paepe et al., 1984). όπως αναφέραμε παραπάνω (κεφ. 3). Οι μέγι­στες πλημμύρες αντιστοιχούν στο κροκαλοπαγές στρώμα Κρατύλου. Δηλαδή άρχισαν περί το 3200 π.Χ. και έληξαν περίπου το 2600 π.Χ. (πα­ρόμοια φαινόμενα πλημμύρων επαναλαμβάνο­νται στο 700 π.Χ. και περί το 300 μ.Χ.).

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι έντονες πλημμύ­ρες συνοδεύονται από υψηλό ρυθμό ιζηματογένεσης με ποτάμιες κροκαλοπαγείς επιστρώσεις (αλλουβιακά ιζήματα), με αποτέλεσμα το μεγά­λο πάχος ιζημάτων να υπερκαλύπτει τους οικι­σμούς. Είναι σύνηθες φαινόμενο μετά από τέ­τοιες διαστρωματώσεις να αναπτύσσονται στρώματα εδαφών (soil-beds). Εφ’ όσον όμως σταθεροποιήθηκε η κατά­σταση του Αργολικού κάμπου, το κλίμα της Αργολίδας ακολούθησε τους επαναλαμβανόμε­νους κύκλους ξηρασίας-υγρασίας των 900-1000 ετών που εντοπίζονται στην Αττική, με την οποία υπάρχει συνάφεια. Το επόμενο στρώμα του κύ­κλου ξηρασίας στην Αττική, και κατά συνέπεια στην Αργολίδα, είναι στο χαμηλότερο ΜΕ στρώ­μα περί το 1900 π.Χ.- μια περίοδος πολιτισμι­κής ύφεσης, όπως προέκυψε από την αρχαιολο­γική έρευνα (Vermeule, 1972, Dickinson, 1994, Συριόπουλος, 1994).

Μεταξύ του 3000 και του 700 π.Χ. υπάρχουν τέσσερα εδάφη (Sub-Boreal, temperate/dry, warm-wet to dry-wet) που υποδηλώνουν κλιματι­κές εναλλαγές. Είναι αυτές οι γεωλογικές μετα­βατικές φάσεις που ίσως οριοθετούν τις αντί­στοιχες αρχαιολογικές πολιτισμικές φάσεις. Κάποιες πλέον καταστροφικές μεταβατικές φά­σεις κατεγράφησαν στην παράδοση της Αργολίδας ως «Ο κατακλυσμός του Ίναχου«.

 

"Ο Κατακλυσμός", του Γκουστάβ Ντορέ. Βασισμένο στην ιστορία της κιβωτού του Νώε, απεικονίζει ανθρώπους που προσπαθούν απελπισμένα να σώσουν τα παιδιά τους. Gustave Doré (1832-1883).

 

Η γεωφυσική κατάσταση και το κλίμα της Αργολίδας ευνοούν το σχηματισμό χειμάρρων. Το κλίμα της είναι μεσογειακό με θερμά καλοκαίρια και χαμηλό ποσοστό βροχοπτώσεων (περί τα500 χιλιοστά ετησίως). Η περιοχή της αργολικής πεδιάδας υποφέρει από την ξηρασία καθώς τα όρη που την περιβάλλουν κρατούν την υγρασία των ανέμων.

Η Αργολίδα δεν έχει ποταμούς, ο Ίναχος και ο παραπόταμος του Χάραδρος ή Ξεριάς είναι ορμητικοί χείμαρροι. Το καλοκαίρι γίνονται ξηροπόταμοι, αφού τα λί­γα νερά τους απορροφώνται από το έδαφος στο βόρειο τμήμα του διψασμένου κάμπου (Κούβαρης, 1964). Επομένως, τουλάχιστον από τα τέλη της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού  η Αργολίδα παρουσιάζει αυτή την κατά­σταση, και τα προβλήματά της διασώζονται στους μύθους.

Στη σημερινή εποχή (δεκαετία του ’60 και μετά) η ανάγκη υδροδότησης της περιοχής ήταν επιτακτική. Η λύση του προβλή­ματος μοιάζει να είναι η πολυυδρότερη δυτική πλευρά της πεδιάδας, όπου ο ποταμός Ερασίνος – η πηγή Κεφαλάρι – και οι πηγές των Μύλων ή Λέρνας.

Η πηγή του Κεφαλαριού είναι καρστική με ανάβλυση υδάτων υψηλής στάθ­μης, και τροφοδοτεί τον Ερασίνο. Οι πηγές Κεφαλαρίου και Λέρνας προέρχονται από το κλειστό αρκαδικό οροπέδιο, από το οποίο δια­φεύγουν με υπόγειους οχετούς κάτω από τα αργολιδοαρκαδικά όρη. Για τα ύδατα του Ερασίνου και της Λέρνας, έγινε το 1964 μελέτη να διοχετευθούν στην πεδιάδα για να εμπλουτι­στούν τα υδροφόρα στρώματα. Η μελέτη υδροδότησης του 1964 δεν απέχει πολύ από τη μυθολογούμενη προσπάθεια του Δαναού να εκμεταλλευθεί την πηγή της Λέρνας ή και του Κεφαλαρίου.

Ο Δαναός εκμεταλλεύ­θηκε μια πηγή, της οποίας τα νερά ανέβλυζαν προφανώς από υπόγειους οχετούς, όπως αφή­νει να εννοηθεί η πλοκή του μύθου. Άρα την πε­ρίοδο του Δαναού:

α) ο Ίναχος ήταν χείμαρρος και δεν επαρκούσε να καλύψει τις ανάγκες της πεδιάδας,

β) η Λέρνα και το Κεφαλάρι ήταν πη­γές και όχι μια μεγάλη λίμνη η οποία υφίστατο ως τις αρχές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού  (βλ. 3ο κεφάλαιο), και

γ) υφίσταται εγγειοβελτιωτική δραστηριότητα.

Τα παραπάνω στοιχεία τοποθετούν την περίοδο του Δαναού στην προχωρημένη Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, και σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 στην περίοδο μεταξύ 2850 με 2300 π.Χ. Ο Ίνα­χος και η Ιώ τότε θα πρέπει να αναχθούν στην ΠΕ Ι/ΙΙ (2900-2800 π.Χ.) περίοδο, που έτσι ακο­λουθούν με λογική συνέπεια τις χρονολογίες των άλλων απογόνων τους -Έπαφος και Λι­βύη -, οι οποίοι, σύμφωνα με σχετική ανάλυση (Λυριτζής, 1998), θα πρέπει να έζησαν γύρω στο 2800-2700 π.Χ. Κατ’ αντιπαράθεση, άλλοι μελε­τητές τοποθετούν την Ιώ γύρω στον 18ο αιώνα π.Χ., ερμηνεύοντας την παρουσία αυτής και των απογόνων της με ανάλογα ρεύματα μετακινήσε­ων εκείνη την εποχή, αλλά και με την παράθεση των ιστορούμενων του Ηροδότου (ΙΙ.43, VΊ.53-54) (Καρνέζης, 1986). Να σημειωθεί ότι για την Ιώ υπάρχουν πολλές μυθικές παραλλαγές.

 

6. Λέρνα και Τίρυνθα

 

Η νεολιθική κατοίκηση της Λέρνας διακό­πτεται μέχρι την επανακατοίκησή της στην ΠΕ II (Caskey, 1960). Η διακοπή αυτή συμπίπτει α) με τη θαλάσσια επίκλυση και β) με την εναπόθεση υψηλού πάχους, 1-3 μέτρα, αλλουβιακών απο­θέσεων, που λογικά έκανε αδύνατη την κατοίκη­ση της περιοχής. Κατά την ΠΕ II η Λέρνα διαθέτει οχυρωματι­κό σύτημα και μνημειώδεις κατασκευές, ενώ βρίσκεται πάνω στο νότιο όριο της μεγάλης λί­μνης που σχηματίστηκε στο δυτικό άκρο της πε­διάδας. Καθ’ όλη την ΠΕ II ο οικισμός ανθεί, και αιτία της ανάπτυξης θα απετέλεσε το αγροτικό πλεόνασμα. Ο οικισμός καταστρέφεται βίαια στα τέλη της ΠΕ II και η νέα Λέρνα της ΠΕ III δεν ανανεώνει τις κατασκευές της ΠΕ II Λέρνας, ενώ ακολουθεί την τυπική πορεία ανάπτυξης ενός ΜΕ οικισμού.

Στην αλλαγή ίσως συνέβαλε κάποια νέα διαμόρφωση της ακτογραμμής, που αλλοίωσε το περιβάλλον της εγγύς λίμνης μετα­τρέποντάς το σταδιακά σε έλος. Οι πηγές των Μύλων και βορειότερα του Κεφαλαρίου απέμει­ναν πιθανώς μετά την εξέλιξη αυτή για να υδρο­δοτήσουν την πεδιάδα.

Ο ΠΕ II οικισμός της Τίρυνθας ήταν παρά­λιος, με παραλία μεγάλης κλίσης, η οποία, αποτελώντας περιβάλλον απόθεσης ιζημάτων, υφί­στατο συνεχείς αλλαγές κατά την Πρωτοελλαδι­κή περίοδο. Η ανάπτυξη του οικισμού φαίνεται ότι δεν συνεχίσθηκε στις επόμενες περιόδους (βλ. κεφ. 5) μέχρι την YE III, οπότε τα πρώτα τείχη. Σημαντικά αρχιτεκτονικά λείψανα είναι αυτά της ΠΕ II, όταν η περιοχή γύρω από την Τίρυνθα ήταν ιδιαίτερα εύφορη. Από τα τέλη της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού  δεν σημειώθηκαν αξιόλογες μεταβο­λές μέχρι την YE III Β, όταν ο χείμαρρος Μάνεσης προκάλεσε καταστροφική πλημμύρα (Zangger, 1993).

Ο μύθος του Δαναού προφανώς έχει την εξήγησή του στις αρδευτικές ανάγκες του κά­μπου και στις συνεχείς προσπάθειες των αν­θρώπων να τις ικανοποιήσουν. Μετά την ταρα­χώδη και συντηρητική ΜΕ περίοδο, η μετάβαση από την ΜΕ στην ΥΕ αφήνει μεγαλύτερα περι­θώρια πολιτιστικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Στα πλαίσια αυτά πιθανώς ανάγεται η επαναδραστηριοποίηση των κατοίκων της αργολικής πεδιάδας, καθώς αρχίζει και πάλι να συγκεντρώνεται πλούτος στα χέρια των ανθρώπων την περίοδο των Λακκοειδών και των πρώτων Θολωτών τάφων (Vermeule, 1972).

 

7. Συμπέρασμα

 

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει:

1) Οι μυθολογούμενοι κατακλυσμοί αναφέ­ρονται σε γεωλογικά και κλιματικά φαινόμενα.

2) Στον τοπικό μύθο της Αργολίδας ο κατα­κλυσμός του Ίναχου αποδίδεται στη σημαντική καταστροφική πλημμύρα που εντοπίζεται στις αρχές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού. Σημειωτέον ότι το όνομα Ίναχος εμπεριέχει το στοιχείο αχ-, το οποίο απαντάται σε πολλά ονόματα ποταμών (Αχελώος, Αχάμας, Αχάτης, Αχέλης, κ.ά.) και ανάγεται στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα akw- «νερό». Εξελικτικά το προελληνικά ιν­δοευρωπαϊκό υπόστρωμα μετέτρεψε το -k σε -κ- και μια τουλάχιστον γλώσσα ή διάλεκτος του ιδίου υποστρώματος μετέτρεψε το -κ- σε -χ-(Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σσ. 360-361). Ο μυθικός ήρωας Ίναχος βρίσκεται μάλιστα σε άμεση συνάρτηση με το υγρό στοιχείο, καθώς α) πατέρας του είναι ο Ωκεανός, β) γυναίκα του η Ωκεανίδα Μελία και γ) στην εξέλιξη του μύθου προάγεται σε ποτάμια θεότητα.

3) Τα μυθολογούμενα περί Ίναχου (γενάρ­χης, ποτάμια θεότητα), Δαναού και Αμυμώνης αποδόθηκαν σε συγκεκριμένα κλιματικά και παλαιογεωγραφικά φαινόμενα.

4) Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Δαναός ήταν 11ης γενεάς απόγονος του Ίναχου -μια γενιά περίπου 33 χρόνια-, η δραστηριότητά του το­ποθετείται στη χρονική περίοδο περί το 2500 π.Χ. (αναφερόμενοι πάντα στο αρχαιότερο όριο του χρονολογούμενου με άνθρακα-14 ΠΕ II υπο­στρώματος της Αργολίδας).

5) Με κάθε επιφύλαξη, στηριζόμενοι στη μυθική γενεαλογία, προκύπτει ότι οι 4ης γενιάς απόγονοι του Δαναού, Προίτος και Ακρίσιος, το­ποθετούνται περί το 2400 π.Χ. Ο Προίτος και ο Ακρίσιος ήταν αδέλφια και, σύμφωνα με τον Παυσανία (2, 25, 7-10), μετά από μια φονική αδελφοκτόνο μάχη, στην οποία για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν ασπίδες, ανήγειραν «πυραμί­δα» προς τιμή των νεκρών, την οποία εκόσμησαν με τις ασπίδες που είχαν χρησιμοποιηθεί. Η πυραμίδα του χωριού Ελληνικό στο Κεφαλάρι του Άργους έχει πρόσφατα χρονολο­γηθεί (με την πυρηνική μέθοδο οπτικής θερμοφωταύγειας) την ίδια περίπου εποχή, δηλαδή περί το 2500 π.Χ. (Liritzis et al., 1996, Liritzis, 1994, Theocaris et al., 1996). Ο Καρνέζης (1986, σ. 104) τον Ακρίσιο τον θεωρεί Λαπίθη-Μεσανατολίτη και εκφραστή κά­ποιας ομάδας διαφορετικής από την ομάδα των Λυκίων που εκπροσωπεί ο Προίτος, την εποχή γύρω στο 1400-1350 π.Χ.

6 ) Πίσω από τις ελληνικές μυθικές γενεαλο­γίες ίσως μπορέσουμε ν’ ανιχνεύσουμε πραγματι­κή «πατρολογία«, σε συνάρτηση πάντοτε με τα γεωαρχαιολογικά δεδομένα, και ως ένα βαθμό την ιστορική μυθολογία. Η διάσωση, καταγραφή και κριτική των μύθων δεν έπαυσε ποτέ να είναι γνώση, όπως ακριβώς ήταν και η Ιστορία (οίδα, ίστωρ).

Στην πορεία της εξέλιξης του πνεύματος αλλά και της κοινωνικής δομής του, ο άνθρω­πος δημιούργησε κατηγορίες θεμελιακών μύ­θων, όπως: μύθοι των πόλεων, του κυνηγιού, της καλλιέργειας, της γης και της γονιμικής λα­τρείας, μύθοι πολεμικοί, τελετουργικοί ή θρησκευτικοί, διοίκησης του κόσμου, της θέμιδας, της γνώσης που οδήγησε στη θρησκεία, και απόκρυφοι μύθοι της γνώσης.

Η συμβολή στην ερμηνεία των μύθων, η διακριτική ικανότητα με­τάβασης από τη «γνώση» στη «λογική έκφρα­ση», από το «παραμύθι» στο «πραγματικό γεγο­νός», είναι θέμα πολλών μελετών, που δίνουν κάποια ερμηνεία των «επί μέρους» μύθων από τη δική τους σκοπιά. Τα συμπεράσματα αυτά αποτελούν διατύ­πωση κάποιων λογικών υποθέσεων, που στο­χεύουν στην αποσαφήνιση της πορείας των ελ­ληνικών φύλων, τα οποία ανάγουν τις ρίζες τους και  την καταγωγή τους στην ελληνική μυθολο­γία και προϊστορία.

 

Ιωάννης Λυριτζής

Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών

Μαρία Ραυτοπούλου

Αρχαιολόγος

 

Βιβλιογραφία


  • J. L Caskey (1960) . » The EH period in the Argolid», Hespena, 29, 285.
  • O. Dickinson  (1994). The Aegean Bronze Age.
  • Ρ. Grimal (1991).Λεξικό της Ελληνικής και Ρωμαϊκής μυθολογίας. University Studio Press, Θεσσαλονίκη.
  • I. Θ. Κακριδής (1986).Ελληνική Μυθολογία, τόμοι 2 και 3, Εκδοτική Αθηνών.
  • I. Η. Καρνέζης (1986). Μύθος Προέλευση και εξέλιξη. Συμβολή στην ερμηνεία των μύθων  Αθήνα, 126 σελί­δες.
  • Ν. Κόνσολα (1984).  Η πρώιμη αστι­κοποίηση στους ΠΕ οικισμούς,  Αθήν., Κούβαρης (1964) Νέα Γεωγραφία, Άτλας της Ελλάδος.
  • I. Liritzis, P.S. Theocaris, R. Β.Galloway(1997), » Dating of two Hellenic Pyramids by a Novel Application of Thermoluminescence», Journal of Archaeological Science 24, σσ. 399-405.
  • I. Liritzis (1994). «A new dating method by thermoluminescence of carved megalithic stone building», C. R. de I’ Academie des Sciences.Paris», t. 319 serie II, σσ. 603-610. Επίσης του ίδιου (1994): «Archaeometry Dating the past», Ekisτics, 368/369. σσ. 361-366.
  • I. Liritzis and D. Kosmatos (1995), » Solar-climatic cycles in a tree-ring record from Parthenon»,   Journal of Coastal Research special issue No. 17, Ch. 11. σσ. 73-78.
  • I. Liritzis (1982). «200 years cycling in the earth’s  archaeomagnetic  field intensity and in related solar terrestrial phenomena»   Practika Academy of Athens 57, σ. 380.
  • I.Λυριτζής (Ι998). To μυστήριο των ελληνικών πυραμιδοειδών. Μια νέα επιστημονική     προσέγγιση.  Εκδ. Τυποκίνηση, Αθήνα.
  • New Larousse Encyclopedia of Mythology (1968), New edition, Hamlyn publ. group ltd. New York.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Α’. «Προϊστορία και Ιστορία», Εκδοτική Αθηνών, 1970.
  • R. Paepe, Ε. Van Overloop, Μ. Ε. Hatziotis,  and  J. Thorez  (1984). Desertification  Cycles  in  HistoricalGreece, Progress in Biometeorology vol. 3, σσ. 55-64.
  • R. Paepe, Μ. Ε. Hatziotis, and E. Van Overloop (1995). «Twenty cyclic pulses of drought and humidity during the Holocene», Ch. 9, Journal of Coastal Research, Special Issue No 17: «Holocene Cycles: Climate, Sea Levels and Sedimentation» σσ. 55-61.
  • Ε. Vermeule (1972). Greece in the Bronze age, 5th ed., The University of Chicago Press.
  • Κ. Θ. Συριόπουλος (1994). Η προϊ­στορική κατοίκηση της Ελλάδας και η Γέννεση του Ελληνικού Έθνους,  τ. Α’, Αθήνα.
  • P. Theocaris, I. Lintzis, Sampson Α., Lagios Ε. (1996). «Geophysical Prospection, Archaeological Excavation and Dating in Two Hellenic Pyramids», Surveys m Geophysics 17: σσ. 593 – 618.
  • Χ. Ντούμας (1994). «Meligunis Lipara, vol. VI, L. Β.Brea– M. Cavalier», περιο­δικό Αρχαιολογία και Τέχνες, τ. 50, σσ. 102-104.
  • D. J. Schove (1983).  «Sunspot cycles». Benchmark Papers in Geology series v. 68.New York, Van Nostrand Reinhold, σ. 268.
  •  Ε. Zangger (1993).Argolis II. The geoarchaeology of,  the Argolid.  Archäologisches Institut Athen Gebr. Mann Verlag,Berlin. 

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες»,τεύχος 69, Δεκέμβριος 1998.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts