Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

«Ανακτορική, Βασιλική, Προεδρική Φρουρά. Πολιτειακοί συμβολισμοί»[1]MSc Μαρίνα Σπ. Τσιρτσίκου, Ιστορικός ΓΕΣ/Δ4 (ΔΙΣ), Υπ. Διδακτόρισσα Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


 

Η ιστορία της Προεδρικής Φρουράς, καθώς και οι συνεχείς μετονομασίες της από το 1868 έως το 1974, αντανακλά την εξέλιξή της σε συνάρτηση με τις πολιτειακές αλλαγές της Ελλάδας, και ιδιαίτερα τις μεταβολές του πολιτεύματος, από τη Βασιλευομένη Δημοκρατία μέχρι την Προεδρευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία.

Το Στρατόπεδο της Προεδρικής Φρουράς «Γεώργιος Τζαβέλας» έχει σημαντική ιστορική αξία, καθώς συνδέεται με την ελληνική πολιτειακή και στρατιωτική – πολεμική ιστορία της χώρας. Το γεγονός ότι το όνομά του τιμά έναν ήρωα της Επανάστασης, τον Σουλιώτη οπλαρχηγό Γεώργιο Τζαβέλα, δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στον χαρακτήρα του στρατοπέδου. Ενώ, η θέση του κοντά στο Προεδρικό Μέγαρο, υποδηλώνει τη συμβολική του σχέση με την κεντρική εξουσία της χώρας.

 

Εύζωνες της Βασιλικής Φρουράς παρουσιάζουν όπλα στο στρατόπεδό τους, 1948. Φωτογραφία: Chris Ware.

 

Η Προεδρική Φρουρά ιδρύθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1868, με την αρχική ονομασία «Άγημα», ως στράτευμα αυθύπαρκτο. Από την ίδρυσή της είχε έναν ιδιαίτερο και ξεχωριστό ρόλο, ως τμήμα του μόνιμου στρατού με αποστολή την προστασία του βασιλιά.

Η πρόθεση του βασιλιά Γεώργιου Α’ να εξασφαλίσει την άριστη εκπαίδευση των υπαξιωματικών και να δημιουργήσει ένα πρότυπο στρατιωτικής αρετής για τον υπόλοιπο στρατό ήταν καθοριστική για τον σχηματισμό και τη λειτουργία της Φρουράς. Από την αρχή της ίδρυσής της, η δομή και η εκπαίδευση των ευζώνων προσανατολίζονταν στην ανάπτυξη της στρατιωτικής αριστείας. Ειδικότερα, η θέσπιση ειδικών κανονισμών για τη λειτουργία της και την εκπαίδευση των μελών της, αλλά και η καθιέρωση ξεχωριστής στολής, προσδίδουν στην Προεδρική Φρουρά έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα, συνδυάζοντας τη στρατιωτική πειθαρχία με την αυστηρότητα και την αριστεία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Περίτεχνοι και περίβλεπτοι συμβολισμοί για τις στολές των Ευζώνων στην Προεδρική Φρουρά»,[1]  – MSc Μαρίνα Σπ. Τσιρτσίκου, Ιστορικός ΓΕΣ/Δ4 (ΔΙΣ) – Υπ. Διδακτόρισσα Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


 

Η παραδοσιακή ευζωνική ενδυμασία, με κύρια χαρακτηριστικά: τη ζώνη, που δηλώνει τον «καλά – ζωσμένο» μαχητή και τη φουστανέλα, αποτελεί σημείο ταύτισης του άτακτου και του τακτικού στρατού, καθώς χρησιμοποιήθηκε από τα άτακτα σώματα κατά τα επαναστατικά χρόνια του 1821 και διατηρήθηκε και στις πρώτες προσπάθειες συγκρότησης τακτικού στρατού.

 

Έμβλημα Προεδρικής Φρουράς. Παράσταση: Εύζωνας με επίσημη Ευζωνική στολή ο οποίος προβάλλεται μεταξύ του Μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη και της Ακρόπολης, καθώς και μπροστά από την Ελληνική Σημαία. Περιβάλλονται όλα από κυκλικό πλαίσιο με μαιάνδρους, από το εθνόσημο με δάφνες και από τις επιγραφές «ΠΡΟΕΔΡΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ» – «ΠΡΟΕΔΡΙΚΗ ΦΡΟΥΡΑ».
Ο Εύζωνας μέσα στο πλαίσιο σεβασμού και διατήρησης της εθνικής μας παράδοσης συμβολίζει τη συνέχιση της ζωντανής παρουσίας των Ευζώνων, οι οποίοι πρωτοστάτησαν σ’ όλους τους εθνικούς αγώνες από το 1821 μέχρι το 1940 και με τις ηρωικές τους πράξεις κατέστησαν σύμβολα ηρωισμού, θυσίας και νίκης. Μαζί με τη Σημαία, την Ακρόπολη και το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη αποτελούν ενιαίο σύμβολο της πατρίδας μας.

 

Παρέλαση Ευζώνων στα Γιάννενα. Φωτογραφία Χατζηαδάμ Δήμητρα, «Εύζων», Λεύκωμα φωτογραφιών, Λυχνία, Αθήνα (υπό έκδοση).

 

Στις 12 Δεκεμβρίου του 1868, συστήθηκε ανεξάρτητη μονάδα ευζώνων με την ονομασία «Άγημα», όπως ήταν η αρχική ονομασία της Προεδρικής Φρουράς, και τέθηκε στην αποκλειστική υπηρεσία του βασιλιά Γεώργιου Α’. Έφερε τη «λευκή στολή» των ευζωνικών ταγμάτων του τακτικού στρατού – φάριο (φέσι), φέρμελη, φουστανέλα, ζώνη, κάπα περικνημίδες, καλτσοδέτες, τσαρούχια. Η συγκρότησή του στόχευε στη δημιουργία ενός στρατιωτικού σώματος, πρότυπο στρατιωτικής εκπαίδευσης και αρετής για τον υπόλοιπο στρατό.

 

Βασιλικό Διάταγμα Άγημα ΦΕΚ 63, 19.12.1868. Δημοσιεύεται στο: Γενικό Επιτελείο Στρατού, «Στρατιωτική Επιθεώρηση», τ. Ιαν – Απρ 2016.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Η επιτέλεση της ελληνικότητας και της ετερότητας. Η τελετή για την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο | Μαρία Βελιώτη – Γεωργοπούλου, Κοινωνική Ανθρωπολόγος. Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου


 

Ο Όθωνας (1815-1867), πρίγκιπας της Βαυαρίας και βασιλιάς της Ελλάδας 1832-1862, με ελληνική εθνική φορεσιά, φέροντας στο στήθος του το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος, έργου του Ernst Wilhelm Rietschel, 1850.

Στις 25 Ιανουαρίου 1833 με το παλιό ημερολόγιο ή στις 6 Φεβρουαρίου με το νέο ο Όθωνας πατά το ελληνικό έδαφος στο Ναύπλιο ως βασιλεύς της Ελλάδος. Το γεγονός εορτάζεται με μεγαλειώδη για τα δεδομένα του τόπου και της εποχής τελετή.

Η μελέτη αυτή, η οποία εγγράφεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης έρευνας για τις οθωνικές τελετές,[1] προσπαθεί να ανιχνεύσει, να εντοπίσει και να αναλύσει τα στοιχεία της ελληνικότητας και της ετερότητας που εμπεριέχονται στο τυπικό της τελετής της άφιξης του Όθωνα και να αποκωδικοποιήσει τον συμβολισμό τους. Στηρίζεται δε κυρίως σε αρχειακό υλικό που απόκειται στις συλλογές της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (στο εξής ΓΑΚ) καθώς και στα ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Αργολίδας,[2] το οποίο διερευνάται υπό την οπτική της ιστορικής ανθρωπολογίας.

Η τελετή της «επισήμου εισόδου της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως της Ελλάδος και της Αντιβασιλείας εις Ναύπλιον»,[3] «οργανώθηκε λεπτομερώς με βάση το τυπικό των ευρωπαϊκών αυλών»,[4] αν και από ένα σχέδιο υποδοχής της αντιβασιλείας αναδύονται στοιχεία τελετουργικού τυπικού με βάση την ελληνική παράδοση.[5] Πρόκειται για μια κοσμική/πολιτική κατά το μεγαλύτερο μέρος της τελετή, σπάνιο γεγονός στον ελληνικό χώρο της εποχής,[6] όπου οι τελετές ήσαν κατά το πλείστον θρησκευτικές.

Σύμφωνα με το επίσημο πρόγραμμα τα κυριότερα μέρη του τυπικού ήσαν: η επιδεικτική παράταξη των βαυαρικών στρατευμάτων από το σημείο της αποβίβασης του Όθωνα ως την πόλη, η πανηγυρική αποβίβαση του βασιλιά και της αντιβασιλείας, η υποδοχή τους από τις ελληνικές αρχές, η μετάβασή τους εν πομπή ως την πόλη, η υποδοχή τους προ της κεντρικής πύλης από τις τοπικές αρχές, η υποδοχή του βασιλιά από τις εκκλησιαστικές αρχές στον μητροπολιτικό ναό, η τέλεση δοξολογίας, η επίδοση σε αυτόν όρκου πίστεως εκ μέρους των πολιτικών και των στρατιωτικών αρχών, ο σημαιοστολισμός των φρουρίων και η εκτέλεση πολεμικής μουσικής.[7] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ονοματολογία και ονοματολογικά Πελοποννήσου | Γεώργιος Η. Κόνδης Κοινωνιολόγος, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα:«Ονοματολογία και ονοματολογικά Πελοποννήσου», στο οποίο παρουσιάζει το 8ο Πανελλήνιο Ονοματολογικό Συνέδριο το οποίο διεξήχθη στην εμβληματική Δημόσια Ιστορική Βιβλιοθήκη της Ανδρίτσαινας και ιδιαίτερα την έρευνα της κ. Μαρίνας Σπ. Τσιρτσίκου σχετικά με την «προέλευση των Κρανιδιώτικων επωνύμων, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. (Ρίζα: ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική, λατινική)».

 

«Ονοματολογία και ονοματολογικά Πελοποννήσου»

 

Σκοπός του παρόντος κειμένου είναι η παρουσίαση της 25ης Επιστημονικής Επετηρίδας της Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας (2024) και ιδιαίτερα της έρευνας της κ. Μαρίνας Σπ. Τσιρτσίκου σχετικά με την «προέλευση των κρανιδιώτικων επωνύμων, στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. (Ρίζα: ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική, λατινική)»[1]. Η έρευνα έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς συμβάλει στην καταγραφή άγνωστων  στοιχείων της τοπικής ιστορίας, συμβάλλοντας στη γενικότερη εθνική ιστοριογραφία και μελέτη.

Από την άποψη αυτή, η «ονοματολογία» είναι ένας ιδιαίτερος επιστημονικός κλάδος άμεσα συνδεμένος με τη γλωσσολογία, την ιστορία και τις άλλες κοινωνικές επιστήμες, ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Ευρώπη, αλλά σχετικά άγνωστη στη χώρα μας. Διδάσκεται μάλιστα ως αυτόνομο επιστημονικό αντικείμενο, σε πολλά Πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο. Αρκετοί επίσης είναι οι ερευνητές που ασχολούνται με τον κλάδο αυτό όπως και με την «γενεαλογία», προσφέροντας σημαντικά ερευνητικά αποτελέσματα για την κοινωνική δομή και εξέλιξη μέσω της μελέτης ονομάτων και οικογενειακών διακλαδώσεων οι οποίες ορίζουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, ολόκληρους γεωγραφικούς χώρους. Ταυτόχρονα, μια σειρά από αναδυόμενα ερευνητικά στοιχεία τα οποία αφορούν στην οικονομία, την εργασία, το επάγγελμα, ενισχύουν τη σημασία της έρευνας στο πλαίσιο των επιστημονικών αυτών κλάδων. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό το έργο της Ελληνικής Ονοματολογικής Εταιρείας.

 

Ονόματα, επιστημονική επετηρίδα της ελληνικής ονοματολογικής εταιρείας, τόμος 25, Ιανουάριος 2024. «Ονοματολογικά Πελοποννήσου», Πρακτικά 8ου Πανελλήνιου Ονοματολογικού Συνεδρίου (Ανδρίτσαινα, 28-30/08/2023),

 

Η ονοματολογία: έρευνα και προσανατολισμοί

 

Στη γενική της θεώρηση η «Ονοματολογία» αποτελεί την επιστήμη του «κυρίου ονόματος», είτε πρόκειται για πρόσωπα, είτε για πράγματα, είτε για τοποθεσίες. Ως ιδιαίτερη ερευνητική τάση θέτει στο επίκεντρο των αναζητήσεών της τα ονόματα των προσώπων, τα ανθρωπωνύμια[2], επομένως βασίζεται κυρίως στην ετυμολογία και την ερμηνεία των επωνύμων και, κατ’ επέκταση, στα τοπωνύμια που συνδυάζουν άμεσα το ανθρωπωνύμιο με τον γεωγραφικό χώρο, τον τόπο. Σήμερα όμως, η ανάπτυξη του επιστημονικού κλάδου είναι τέτοια που επιτρέπει στους ερευνητές να διαμορφώσουν νέα ερευνητικά πεδία με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η προέλευση των κρανιδιώτικων επωνύμων στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα (Ρίζα: ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική, λατινική)[1] | Μαρίνα Τσιρτσίκου, Ιστορικός, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ/ΔΙΣ) – Υποψήφια Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


 

Το Κρανίδι ανήκει στον νομό Αργολίδας, είναι πρωτεύουσα του Δήμου Ερμιονίδας και βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα της Πελοποννήσου. Με την παρούσα έρευνά μου αναλύω την ετυμολογική προέλευση των κρανιδιώτικων επωνύμων στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα με ρίζα: ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική και λατινική.

Ως εργαλείο της έρευνάς μου χρησιμοποιώ τα επώνυμα από το «Μητρώο Αρρένων Κρανιδίου». Συγκεκριμένα, έχω δημιουργήσει μια βάση δεδομένων με το πρόγραμμα εισαγωγής δεδομένων Excel και τους τύπους συναρτήσεων (IF, SUM) από το 1842 έως το 1890 με ποιοτικό δείγμα διακοσίων επωνύμων, από τους εγγεγραμμένους στο μητρώο. Τα επώνυμα διακρίνονται ποιοτικά και ποσοτικά ανάλογα με την ετυμολογική ρίζα τους: ελληνική, αρβανίτικη, τουρκική και λατινική. Επίσης, για την έρευνά μου χρησιμοποίησα βιβλιογραφία, λεξικά και προφορικές μαρτυρίες.

 

1. Το Κρανίδι και οι κάτοικοι του

 

Το Κρανίδι συνιστά την έδρα του δήμου Ερμιονίδας – Ερμιόνη, Ηλιόκαστρο, Θερμήσι, Πορτοχέλι, Κοιλάδα, Φούρνοι, Δίδυμα Λουκαΐτη – και περικλείεται από το όρος Δίδυμο. Από τον 12ο αιώνα έως τις αρχές του 19ου αιώνα, Έλληνες, Αλβανικές φάρες, Τούρκοι, Ενετοί και άλλες ευρωπαϊκές ομάδες στην Πελοπόννησο και ειδικότερα στην Αργολίδα δημιούργησαν ένα πολυπολιτισμικό αμάλγαμα στις τοπικές κοινωνίες της περιοχής.

Σημαντικές πληθυσμιακές εισροές σημειώθηκαν, κατά τη διάρκεια της πρώτης και δεύτερης Ενετοκρατίας (1388-1540, 1686-1715) στο Ναύπλιο και την αργολική πεδιάδα, όταν οι Ενετοί συγκρότησαν ένα μισθοφορικό σώμα (stradioti) από Έλληνες, Αλβανούς, Ιταλούς, Γερμανούς, Γάλλους, Φλαμανδούς κ.τ.λ, με σκοπό την προστασία των συνόρων και της αργολικής υπαίθρου από τους Τούρκους, στους οποίους παραχώρησαν γαίες για τη συντήρηση των ίδιων, αλλά και των οικογενειών τους[2].

Ορόσημο όμως στον εποικισμό της Πελοποννήσου θεωρείται η εγκατάσταση 10.0000 χιλιάδων Αλβανών ποιμένων, τους οποίους έφερε ο δεσπότης του Μυστρά Θεόδωρος Παλαιολόγος (1383-1407), λίγο πριν την πτώση της Κωνσταντινούπολης, και τους τοποθέτησε σε περιοχές του δεσποτάτου του για να αυξήσει τον πληθυσμό της επικράτειάς του, που είχε ερημωθεί εξαιτίας των τουρκικών επιθέσεων, αλλά και για να ενισχύσει τη στρατιωτική δύναμη των Βυζαντινών. Ωστόσο, με την πτώση του Δεσποτάτου του Μορέως (1461), πολλοί από αυτούς μετοίκησαν μαζικά προς την Τροιζηνία, την Ερμιονίδα και τα νησιά Ύδρα και Σπέτσες, συμβάλλοντας μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα και στη μαζική αύξηση των κατοίκων του Κρανιδίου. Προσφυγικές εισροές στην περιοχή σημειώθηκαν και στις αρχές του 19ου αιώνα, από τη Μικρά Ασία, την Κρήτη, την Ήπειρο (Άρτα και Σούλι), τη Χίο και την Κάσο[3].

Το 1530, δημιουργείται η πρώτη μεγάλη, οργανωμένη κρανιδιώτικη κοινότητα. Οι Κρανιδιώτες ασχολούνταν με τη γεωργία και τη κτηνοτροφία. Ιδιαίτερα, κατά την περίοδο της δεύτερης Ενετοκρατίας (1686-1715), στην περιοχή είχε ενισχυθεί η αμπελοκαλλιέργεια, η ελαιοκαλλιέργεια και η επεξεργασία του σταριού, ενώ σημαντική ήταν και η ιχθυοκαλλιέργεια τόσο στην ανοικτή θάλασσα όσο και στη λιμνοθάλασσα της Βερβερόντας. Όμως, υπήρχε σημαντική έλλειψη εργατικών χεριών, καθώς οι Τούρκοι, αποχωρώντας από την αργολική πεδιάδα, είχαν εκπατρίσει βίαια ντόπιο πληθυσμό για να τον πουλήσουν στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής (1687). Τότε, οι Ενετοί ενίσχυσαν τον εργατικό πληθυσμό με μετοικεσίες Ελλήνων από τουρκοκρατούμενες περιοχές (Αττική, Βοιωτία, Εύβοια, νησιά του Αιγαίου)[4].

 

Κρανίδι

 

Η Ερμιονίδα προμήθευε τον βενετικό στόλο με ξυλεία από το δάσος της Κορακιάς για ναυπηγική χρήση και καυσόξυλα από το Πόρτο Χέλι (Porto Bizato), ένα από τα σημαντικά απάνεμα λιμάνια της αργολικής περιοχής για την προστασία της βενετικής αρμάδας. Επίσης, οι ακτές της περιοχής φυλάσσονταν από την ενετική πολιτοφυλακή για την προστασία τους από τις επιδρομές κουρσάρων και την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου μεταναστών και αλατιού από τις πλούσιες αλυκές της[5]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η πόλη και ο βασιλιάς – Εορτές και Τελετές για τον Όθωνα στο Ναύπλιο | Μαρία Βελιώτη – Γεωργοπούλου, Κοινωνική Ανθρωπολόγος. Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου


 

Ο Όθωνας, σε νεαρή ηλικία. Έργο, εκ του φυσικού, του Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850), ο οποίος συνάντησε των Όθωνα στο Ναύπλιο το 1833.

Η μεγαλειώδης τελετή που έλαβε χώρα κατά την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο στις 25 Ιανουαρίου/6 Φεβρουαρίου 1833 μπορεί να ήταν η πρώτη προς τιμήν του βασιλέα στην πόλη αλλά δεν ήταν η τελευταία. Στο Ναύπλιο τελούνταν κατ’ έτος – από την έλευση μέχρι την έξωση του Όθωνα – μια σειρά βασιλικών εορτών και τελετών, όπως προκύπτει από την πληθώρα των σχετικών εγγράφων που απόκεινται στο Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων της περιόδου 1835-1862,[1] και σποραδικά από άλλες αρχειακές πηγές.

Με αυτό το θέμα, λοιπόν, θα ασχοληθώ στην παρούσα μελέτη, τονίζοντας πως όσα θα ειπωθούν δεν αποτελούν εξαντλητική διερεύνηση του θέματος αλλά μια πρώτη προσέγγιση. Η σχετική έρευνα δεν έχει ολοκληρωθεί, καθώς αφορμή για ενασχόληση με το συγκεκριμένο θέμα, που με απασχολούσε, ωστόσο, από καιρό, υπήρξε τούτο το Συμπόσιο.

Μια επισήμανση: επειδή η παρούσα μελέτη βασίζεται κατ’ εξοχήν σε αρχειακό υλικό, είναι σίγουρο πως από την ανάλυση διαφεύγουν πολλά σημεία, κυρίως όσα έχουν σχέση με την πραγμάτωση των τελετών. Το πρόβλημα μετριάζεται κάπως, καθώς ένα μεγάλο μέρος των μελετηθέντων εγγράφων έχει συνταχθεί από τις Δημοτικές Αρχές. Τα έγγραφα αυτά, επειδή σχετίζονται άμεσα με τους πολίτες (πρόκειται για προσκλήσεις, αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, εντάλματα πληρωμών κ.λπ.), δίνουν τη δυνατότητα προσέγγισης του ζητήματος «εκ των έσω».

Η ανθρωπολογική σκέψη αρχικά συνέδεσε τις τελετές με τη θρησκεία στις «εξωτικές»/«πρωτόγονες», ως επί το πλείστον, κοινωνίες. Σχετικά πρόσφατα ασχολήθηκε και με τις μη θρησκευτικές, δηλαδή με τις κοσμικές τελετές των σύγχρονων «δυτικών» κοινωνιών, μέσα στη γενικότερη στροφή του ενδιαφέροντός της προς αυτές. Επιχειρώντας μια προσπάθεια οριοθέτησης,[2] μπορούμε να πούμε ότι οι τελετές συνίστανται σε ιδιαιτέρως επεξεργασμένες πολιτισμικές δημιουργίες με τυποποιημένο σε μεγάλο βαθμό περιεχόμενο, η οποιαδήποτε αλλαγή του οποίου είναι αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής. Συνοδεύονται από πράξεις συμβολικές, στις οποίες χρησιμοποιούνται, επίσης κατά τρόπο συμβολικό, αντικείμενα και είδη λόγου που ορισμένες φορές ανάγονται στο απώτατο παρελθόν. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το Λυγουριό και η Νέα Επίδαυρος την περίοδο 1465-1512


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ.  Αντώνη Ξυπολιά, στο οποίο παρουσιάζει τη ζωή στο Λυγουριό και τη Νέα Επίδαυρο κατά τα έτη 1465-1512, με τίτλο:

«Το Λυγουριό και η Νέα Επίδαυρος την περίοδο 1465-1512»

 

Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι τα χρόνια του Α’ Ενετοτουρκικού πολέμου (1463-1479) τα βενετοκρατούμενα κάστρα του – παλαιού – Λυγουριού και της Πιάδας (Νέας Επιδαύρου)  κυριεύτηκαν από τους Τούρκους.

Το 1465 τρεις χιλιάδες Τούρκοι του Αμάρμπεη, με τον Σούμπαση της Κορίνθου, διέσχισαν τον τραχύ τόπο την ορεινή Κορινθία, Αργολίδα και κατέληξαν στο κάστρο του Λυγουριού το οποίο και κυρίευσαν. Ο Βενετός διοικητής Πελοποννήσου έγραφε αμέσως μετά στον πρίγκιπα της Βενετίας, ότι την 17 Νοεμβρίου το κάστρο έπεσε στους Τούρκους, καθώς η φρουρά του υπό βενετική διοίκηση, ήταν σε καθεστώς αναρχίας και ανυπακοής.

«Προσωπικά λυπάμαι – συμπλήρωνε ο βενετός διοικητής J. Barbarigo –για την απώλεια αυτού του κάστρου, όχι για την δυναμική του, αλλά για την φήμη του [la sua fama], σε μια περιοχή όπου έχουν χαθεί πολλές ψυχές».

 

Άποψη ΒΑ κάστρου. Απομεινάρια υποδομών που ανήκαν στην αμυντική οργάνωση του κάστρου του Λυγουριού.

 

Τα τεκμήρια επιβεβαιώνουν την σημαντικότητα του κάστρου την περίοδο της λατινοκρατίας στην Πελοπόννησο και οχτώ μήνες μετά, 18 Ιουλ. 1466), σε ένα διθυραμβικό έγγραφο της βενετικής Γερουσίας αναφέρεται στον ναύαρχο και τις  επιτυχίες του κατά των Τούρκων στα νησιά του Αιγαίου, αλλά και Πειραιά, Αθήνα και καταλήγει με την ανακατάληψη του κάστρου του Λυγουριού. Δεν πρέπει όμως αυτό να κράτησε για μεγάλο διάστημα, αφού ένα χρόνο μετά στους πίνακες των κάστρων της περιοχής δεν εμφανίζεται το κάστρο του Λυγουριού. Αντίθετα αυτό της Καζάρμας Αρκαδικού αναφέρεται στην κατοχή των Τούρκων, του Φαναρίου, Αγγελόκαστρου, Αγιονορίου κατεστραμμένα, και της Πιάδας και Δαμαλά κατεστραμμένα αλλά στην κατοχή των Βενετών. Η στρατηγική των νέων κατακτητών, ήταν να καταστρέφουν όποιες οχυρές θέσεις  δεν τους ήταν χρήσιμες και ενίσχυαν όποιες τους εξυπηρετούσαν. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το «Καλλέργειο» («Παλάτιον της Κυβερνήσεως») στο Άργος – Συμβολές στην ιστορία της Κτιριοδομίας της Καποδιστριακής εποχής (1828-1833) |Βασίλης Δωροβίνης – Δικηγόρος, Πολιτικός επιστήμονας, Ιστορικός


 

Το κτίριο όπου στεγάζεται σήμερα τμήμα του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους (με προϊστορικές και ρωμαϊκές αρχαιότητες), γνωστό με το όνομα «Καλλέργειο» και ως κατοικία, παλαιά, της οικογένειας του στρατηγού Δημ. Καλλέργη, αποτελεί μία από τις περίεργες περιπτώσεις της ιστορίας της κτιριοδομίας της Καποδιστριακής εποχής – και όχι μόνον αυτής.

Πρόκειται για κτίριο που θεωρείται από τα σημαντικότερα του Άργους και της εποχής εκείνης. Δύο φορές έχει χαρακτηρισθεί από το Υπουργείο Πολιτισμού ως έργο τέχνης, που χρειάζεται ειδική προστασία,[1] και όμως πυκνό πέπλο μυστηρίου κάλυπτε τον χρόνο και τρόπο οικοδόμησής του αλλά και τον αρχιτέκτονά του. Είναι ενδεικτικό ότι ακόμα και σε άρθρα του αθηναϊκού τύπου με την ευκαιρία των εγκαινίων των δύο τμημάτων του Μουσείου, το 1959 και το 1961, δεν γίνεται μνεία στοιχείων ιστορίας του «Καλλέργειου»,[2] ενώ μόνο μία σύντομη και γενικολόγα αναφορά για τον τύπο της αρχιτεκτονικής του έχω εντοπίσει μέχρι σήμερα,[3] και αυτή μετά τη «δραστική» επέμβαση στο κτίριο για μετατροπή του σε Μουσείο.

 

Η δυτική πλευρά της ιστορικής οικίας του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη. Η Οικία Καλλέργη, κτισμένη το 1830, μετασκευάστηκε κατάλληλα για να μετατραπεί σε μουσειακό χώρο κατά το διάστημα 1956-1957, ενώ η προσθήκη του σύγχρονου κτηρίου – Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους-, που κτίστηκε με έξοδα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής, εγκαινιάστηκε το 1961. Τα σχέδια ήταν του Ρώσου αρχιτέκτονα Youri Fomine. Το 2014 το μουσείο διέκοψε τη λειτουργία του για να εκσυγχρονιστούν οι απαρχαιωμένες κτηριακές του υποδομές και να πραγματοποιηθεί επανέκθεση των συλλογών του, σύμφωνα με τις επιταγές της σύγχρονης μουσειακής θεωρίας και πρακτικής. Μετά από 11 χρόνια ο εκσυγχρονισμός του κτηριακού συγκροτήματος βρίσκεται, ακόμη, σε εξέλιξη. Φωτογραφία: Τάσος Τσάγκος, λήψη, 20 Νοεμβρίου 2022.

 

Εκτός από αυτά, αναφορές των ντόπιων λογίων και ιστοριοδιφών, ακόμα και της ακρίβειας ενός Δημ. Βαρδουνιώτη, παρουσιάζονται φαινομενικά αρκετά αντιφατικές. Γράφω φαινομενικά, γιατί από τις έρευνές μου στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στο τμήμα του αρχείου του Δημ. Καλλέργη το οποίο δωρήθηκε στο Μουσείο Μπενάκη και, πριν λίγους μήνες, στο καποδιστριακό αρχείο της Κέρκυρας, έφτασα στο σημείο να διαλευκάνω το μεγαλύτερο μέρος του ιστορικού της ανέγερσης και της αρχικής χρήσης του κτιρίου, αλλά και να διαπιστώσω ότι οι παρουσιαζόμενες ως αντιφατικές πληροφορίες των ιστοριοδιφών ανταποκρίνονται, τελικά, σε τμήματα μιας πραγματικότητας με εναλλαγές ιδιοκτησιακού καθεστώτος και χρήσεων, μέσα σε μία διετία (1830-32). Στην ιστορική μνήμη πέρασαν και καταστάλαξαν οι εναλλαγές, αόριστα και σωρευτικά, ενώ έγιναν άφαντες οι συγκεκριμένες ιστορικές αιτίες και τα γεγονότα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το κτίριο του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου Άργους – Συμβολές στην ιστορία της Κτιριοδομίας της Καποδιστριακής εποχής (1828-1833) |Βασίλης Δωροβίνης – Δικηγόρος, Πολιτικός επιστήμονας, Ιστορικός.


 

Όπως και για τα άλλα καποδιστριακά δημόσια κτίρια του Άργους, έτσι και για την οικοδόμηση του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου διαθέτουμε αρκετά στοιχεία, ώστε να μπορούμε να παρακολουθήσουμε τόσο την πορεία της κατασκευής του όσο και βασικές τεχνικές λεπτομέρειες. Εκτός από αυτά, – και αν βέβαια δεν υπολογίσουμε την περίπτωση των Στρατώνων του Καποδίστρια, για τους οποίους ό,τι ήδη έχει γραφεί και ό,τι επιπλέον έχει πρόσθετα εντοπισθεί ξεπερνά κατά πολύ τα στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί μέχρι σήμερα για τα δημόσια κτίρια της εποχής αυτής – , θα πρέπει να σημειώσω ευθύς εξαρχής ότι το Αλληλοδιδακτικό του Άργους είναι εκείνο από τα καποδιστριακά κτίρια της πόλης για το οποίο έχουν γραφεί τα περισσότερα άρθρα και σημειώματα.[1] Όπως έχουν γραφεί και διαφωτιστικά άρθρα για την εκπαίδευση στο Άργος, από το τέλος του 18ου αιώνα έως την εποχή του Καποδίστρια.

 

Καποδιστριακό.

Καποδιστριακό (Α΄Δημοτικό Σχολείο Άργους), πιθανότατα αρχές της δεκαετίας του 1960.

 

Δεν είναι περιττό να πούμε, ευθύς εξαρχής, ότι η οικοδόμηση του σχολείου αυτού, από λάθη και ατυχίες, κράτησε πολύ περισσότερο από εκείνη μεγαλύτερων και ευρυχωρότερων κτιρίων της εποχής, αλλά και το ότι τα εγκαίνιά του, μόλις δύο μήνες πριν από τη δολοφονία του Καποδίστρια και σε εποχή που η αντιπολίτευση εναντίον του βρισκόταν σε παροξυσμό, ενώ στο Άργος είχαν συγκεντρωθεί, και μάλιστα είχαν κτίσει και σπίτια, επιφανείς προσωπικότητες του αντικαποδιστριακού στρατοπέδου (Σπ. Τρικούπης, Τσερτς, Ντώκινς κ.ά.), έδωσαν αφορμή για μιαν επίδειξη σταθερότητας και δύναμης του καθεστώτος, αλλά και για ένα «λουτρό στο πλήθος» του ίδιου του Καποδίστρια.

Θεωρώ, λοιπόν, ότι πέρα από τη γενικότερη και προσωπική πολιτική του Κυβερνήτη υπέρ της οργάνωσης και γενίκευσης της στοιχειώδους εκπαίδευσης στη χώρα, η ολοκλήρωση του Αλληλοδιδακτικού του Άργους αποτέλεσε και ένα πολιτικό γεγονός, για τους λόγους που αναπτύξαμε αλλά και για όσα ειδικότερα θα εκθέσουμε με λεπτομέρειες στη δεύτερη ενότητα αυτού του άρθρου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Νοσοκομείο και σχέδια για άλλες κατασκευές στο Άργος – Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της Καποδιστριακής εποχής (1828-1833) | Βασίλης Δωροβίνης – Δικηγόρος, Πολιτικός επιστήμονας, Ιστορικός.


 

Εσφαλμένη διατύπωση του ίδιου του Χάιντεκ – Βαυαρού και φιλέλληνα αξιωματικού, ο οποίος από τις αρχές του 1828 ως το καλοκαίρι του 1829 είχε αναλάβει την αρμοδιότητα του φρουράρχου Ναυπλίου, με εποπτεία των έργων που γίνονταν και στο Άργος, ή, έστω, εσφαλμένη μετάφραση κειμένων του, συνετέλεσε ώστε, μέχρι σήμερα [1989], να έχει γραφεί, ιδιαίτερα από τοπικούς λογίους, ότι κτίστηκε κτίριο νοσοκομείου στο Άργος.[1]

Η πραγματικότητα είναι διαφορετική, όπως με ασφάλεια συμπεραίνουμε, πλέον, τόσο από παραβολή σχεδίων της πόλης του Άργους (Devaud και de Borroczün) όσο και από στοιχεία του καποδιστριακού αρχείου των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Ας δούμε το θέμα από κοντά.

Στην Δ’ Εθνοσυνέλευση, που οργανώθηκε στο αρχαίο θέατρο της πόλης (Ιούλιος -Αύγουστος 1829), και κατά τη συνεδρία της 19 Ιουλίου, τέθηκε υπόψη της από τον Ανδρέα Μεταξά, μέλος του «Γενικού Φροντιστηρίου» (αντίστοιχου Υπουργείου Στρατιωτικών), αναφορά του Χάιντεκ με ημερομηνία 3 Ιουλίου, η οποία απευθυνόταν προς την Κυβέρνηση και αποτελούσε ανακεφαλαίωση και των έργων που είχαν εκτελεσθεί υπό την εποπτεία του.[2]

Στο κεφάλαιο αυτής της αναφοράς που επιγράφεται «Επισκευαί και Οικοδομαί, Νοσοκομεία και Στρατώνες» γίνεται μνεία για σύσταση νοσοκομείου στο Άργος, δύο φορές. Μεταφέρουμε κατά λέξη τα σχετικά αποσπάσματα: «Νοσοκομείον εσυστήθη, προσέτι, εις Ακροκόρινθον και Άργος (…). Εις το Άργος κατεσκευάσθη (…) ευρύχωρός στρατών (…), όστις αποτελειούται ήδη με την προσθήκην μιας οικίας διά το νοσοκομείον».

Αλλά και στα «Απομνημονεύματα» του ίδιου, που δημοσιεύθηκαν σε ελληνική μετάφραση πολύ αργότερα,[3] αναφέρεται, πάλι, ότι: «Το ιππικόν είχε μικρόν νοσοκομείον εν Άργει, τοιαύτα δε ιδρύθησαν και εν Ακροκορίνθω και Πάτραις».

Τα στοιχεία που έχουμε εντοπίσει στα Γ.Α.Κ., αλλά και παραβολή του δευτέρου προς το τρίτο σχέδιο της πόλης του Άργους,[4] που συντάχθηκαν αντίστοιχα από τον Ντεβώ (Απρίλιος 1829) και τον Ρούντολφ ντε Μποροτσύν (Μάρτιος 1831), υποδεικνύουν σαφώς ότι άλλο νοσοκομείο δεν υπήρχε στην πόλη, εκτός εκείνου που στεγάστηκε στο κτίριο πρώην τουρκικού τζαμιού, του μόνου που απέμενε εκεί, το οποίο είχε μετατραπεί, άγνωστο πότε ακριβώς αλλά, πάντως, κατά τα χρόνια της Επανάστασης, σε ναό του Αγίου Κωνσταντίνου.[5]

 

«Το τέμενος του Άργους», 1803, σχέδιο του άγγλου αρχιτέκτονα Sir Robert Smirke (1780-1867) ο οποίος επισκέφθηκε την Ελλάδα μεταξύ 1801-1805. Πανεπιστήμιο του Yale, Αμερική.

 

Στο σχέδιο Ντεβώ το κτίριο επιγράφεται ως «Église St. Constantin», ενώ στο σχέδιο ντε Μποροτσύν ως «Hôpital». Το γεγονός αυτό ενισχύεται από σαφείς μαρτυρίες στα Γ.Α.Κ. Ας τις δούμε. Ο τοπικός προύχοντας και αγωνιστής Δημ. Περρούκας, κατά την επιδημία πανούκλας, που μάστισε και την περιοχή της Αργολίδας ιδίως κατά την άνοιξη του 1828,[6] είχε διοριστεί «Έφορος Υγείας» για την περιφέρεια αυτή και αλληλογράφησε πυκνά με την κεντρική διοίκηση. Σε έγγραφό του από το Άργος, της 15 Ιουνίου 1828, αναφέρεται επανειλημμένα στο νοσοκομείο της πόλης, και μάλιστα μνημονεύει το οργανωτικό μέτρο που πήρε να μεταφέρονται οι ασθενείς «εις μίαν άκραν», «εις το Νοσοκομείον», ενώ οι μολυσμένοι «εις το Καθαρτήριον» (που και από άλλο έγγραφό του μαθαίνουμε ότι ήταν το «μπεζεστένιον», δηλαδή το κτίριο που οι Τούρκοι είχαν μετατρέψει σε αγορά (μπεζεστένι) και ταχυδρομείο (μεντζίλ-χανέ) του Άργους, και το οποίο μετατράπηκε σε Στρατώνα του Ιππικού (Στρατώνες Καποδίστρια). Σε πίνακα επισυναπτόμενο στο έγγραφό του, με θέμα την κατάσταση στην πόλη, ρητά γράφει «Νοσοκομείον Άγιος Κωνσταντίνος». (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »