Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Στρατιωτική Μουσική κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821|Θανάσης Τρικούπης – Σάββας Γκριτζέλης


 

Η παρούσα μελέτη παρουσιάζει πληροφορίες για τη στρατιωτική μουσική κατά την περίοδο του αγώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας, τη δεκαετία του 1820, όπως αυτές εμπεριέχονται διάσπαρτες σε διάφορα τεκμήρια της εποχής εκείνης. Τα στοιχεία που καταγράφονται αφορούν στα σώματα, τακτικής και άτακτης μορφής, που έδρασαν στις παραδουνάβιες ηγεμονίες και στην εν τέλει απελευθερωμένη Ελλάδα. Το αρχειακό υλικό αναφέρεται σε ποικίλες δραστηριότητες στρατιωτικής μουσικής. Ως επί το πλείστον, αυτές σχετίζονται κυρίως με την οργάνωση, την άσκηση και τον έλεγχο του στρατεύματος, καθώς και την εφαρμογή συλλογικών ενεργειών μέσω της ηχητικής μετάδοσης του κελεύσματος. Κατά δεύτερο λόγο, παρατηρούνται τελετουργικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες.

 

Έτος 1821

Μολδοβλαχία – Αλέξανδρος Υψηλάντης – Ιερός Λόχος

  

Πορτραίτου του Αλέξανδρου Υψηλάντη με στολή ουσάρου, 1810.

Η πρώτη μαρτυρία περί στρατιωτικής μουσικής αφορά στο στράτευμα που οργάνωσε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κατά την έναρξη της επανάστασης στην Μολδοβλαχία τον Φεβρουάριο του 1821. Ειδικότερα, καταγράφονται τύμπανα και σάλπιγγες και ένα συγκρότημα που τραγουδούσε τραγούδια του Ρήγα Φεραίου και του Αδαμάντιου Κοραή.[1]

Αναφερόμενος στον Ιερό Λόχο, ο Κωνσταντίνος Ράδος γράφει τα εξής: «…του τάγματος προπορεύονται σαλπιγκταί και τυμπανισταί, αλλά και μουσική χάλκινων οργάνων, ήτις συνηθέστατα παίζει το θούριον των Φιλικών…». Σε υποσημείωση ο ίδιος αναφέρει: «Το εμβατήριο του οποίου περιεσώθη και η μουσική, είναι ποίημα του Κοραή και εγράφη το 1800 δια την εν Αιγύπτω υπό των Βοναπάρτην ταξιαρχίαν των Ακροβολιστών της Ανατολής…».[2]

Κατά τη μάχη του Δραγατσανίου στις 7 Ιουνίου 1821 οι Οθωμανοί συνέλαβαν τους κελευστικούς μουσικούς και τους υποχρέωσαν να παίξουν το ανακλητικό τυμπάνισμα. Με αυτόν τον τρόπο εμφανίστηκαν κάποιοι διασκορπισμένοι ιερολοχίτες στα γύρω δάση και συνελήφθησαν.[3] O τρόπος σύλληψης των Ιερολοχιτών δια του ανακλητικού των τυμπάνων επιβεβαιώνεται και από την περιγραφή του Pouqueville: «Ο ιερός λόχος ακίνητος μικρόν κατά μικρόν πίπτει· πεντήκοντα των πολεμιστών αυτού ακούοντες σημαίνουσαν την πρόσκληση επανέρχονται εις τα βήματα αυτών και πίπτουσι θύματα του στρατηγήματος των Οσμανλήδων οίτινες κατέσχον τα τύμπανα των Εταιριστών».[4]

Σύμφωνα με οθωμανικές πηγές, από την μάχη του Ιερού Λόχου στο Δραγατσάνι στις 7 Ιουνίου 1821, συνελήφθησαν και εστάλησαν στην Κωνσταντινούπολη 74 αιχμάλωτοι, 6 τηλεβόλα, τύμπανα και σάλπιγγες, καθώς και ακρωτηριασμένα ανθρώπινα μέλη (κεφαλές και ώτα στρατιωτών). Οι αρχηγοί των αιχμαλώτων εκτελέστηκαν, οι υπόλοιποι φυλακίστηκαν, ενώ τα μουσικά όργανα και τα ακρωτηριασμένα μέλη τοποθετήθηκαν στην αυλή του σουλτανικού παλατιού Τοπ-Καπί προς παραδειγματισμό.[5] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το Μεσαιωνικό Κάστρο του [Παλαιού] Λυγουριού – Με αφορμή τα 559 χρόνια από την πρώτη τουρκική  κατάκτησή του | Αντώνης Ξυπολιάς


 

Πενιχρές και μάλλον σιωπηλές, είναι οι ιστορικές πηγές για το κάστρο του παλαιού Λυγουριού, που έχει κτιστεί σε ένα χαμηλό πέτρινο ύψωμα, στους ανατολικούς πρόποδες του Αραχναίου όρους και σήμερα είναι ένα απέραντο ερείπιο.

Οι ελάχιστες ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι το ύψωμα κατοικήθηκε ήδη από την Μυκηναϊκή εποχή και οχυρώθηκε κατά την βυζαντινή περίοδο, όπου ιδιαίτερα τον 9ο-11ο αιώνα το Κράτος προσπάθησε να δημιουργήσει ασφαλείς συνθήκες στην ύπαιθρο με δίκτυα οχυρώσεων, που αποτελούσαν χώρους καταφύγια και συγκέντρωσης πληθυσμού, σε περίπτωση κινδύνου.

Με την ολοκλήρωση της πρώτης χιλιετηρίδας οι πειρατικές επιδρομές είχαν ερημώσει τις ακτές του Σαρωνικού, αλλά και εισχωρούσαν βαθειά στην ενδοχώρα, ο Ακαδημαϊκός Δ. Καμπούρογλου γράφει ότι το 896 οι Σαρακηνοί πειρατές κυρίευσαν το κάστρο του Λυγουριού, αφού κατέστρεψαν τα παράλια της Επιδαύρου.

Φαίνεται ότι η απειλή από τις ακτές ήταν μεγάλη και συνεχής και  σήμερα εντοπίζονται κατάλοιπα από μεσαιωνικές οχυρώσεις και παρατηρητήρια σε υψώματα της περιοχής, που έλεγχαν τα περάσματα από τις ακτές προς την ενδοχώρα  και κατά ομάδες ήταν σε οπτική μεταξύ τους επαφή, με δυνατότητα μετάδοσης μηνυμάτων στο κάστρο.

Πρόκειται για ακατάγραφα απομεινάρια υποδομών που ανήκαν στην αμυντική οργάνωση του κάστρου  του Λυγουριού, τα δύσκολα εκείνα χρόνια της ανασφάλειας.  Στην επιφανειακή έρευνα της γύρω από το κάστρο περιοχή εντοπίστηκαν και άλλα στοιχεία που ήταν τότε σε χρήση των κατοίκων, όπως απομεινάρια από δεξαμενές, αγωγούς  ύδρευσης, θεμέλια κτισμάτων, αλλά και πιθάρια/κρύπτες  χωμένα στην γη για αποθήκευση αγαθών, που γενικά επαληθεύονται την μεσοβυζαντινή περίοδο κλπ.

 

Άποψη ΒΑ κάστρου. Απομεινάρια υποδομών που ανήκαν στην αμυντική οργάνωση του κάστρου του Λυγουριού.

 

Το ψηλότερο σωζόμενο τείχος στη Βόρεια μεριά. Φωτογραφία: Σάκης Λεμονάκης.

 

Την μεσοβυζαντινή επίσης περίοδο αποδεικνύεται γενικά και ένα ιδιαίτερο λατρευτικό περιβάλλον με κοινοβιακές μοναστικές κοινότητες, μεμονωμένα μοναστήρια χαμηλότερα από τους οχυρωμένους οικισμούς και σπηλαιώδη παρεκκλήσια  ψηλότερα, κάτι που επαληθεύεται και στην περίπτωση του μεσαιωνικού Λυγουριού, αλλά και σε Λακωνία, Σικελία κλπ. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Γεωλογία των κοιτασμάτων σιδηροπυρίτη της Ερμιόνης – Σταύρος Τριανταφυλλίδης


 

Το επιστημονικό ενδιαφέρον και n μεταλλοφορία τους

 

Η μεταλλευτική δραστηριότητα, σε παγκόσμιο επίπεδο, αποτελεί τον κυριότερο ίσως μοχλό-μηχανισμό ανάπτυξης των κρατών. Ακόμα και σήμερα στην Ελλάδα, όπου η μεταλλευτική δραστηριότητα είναι πολύ περιορισμένη σε σχέση με παλαιότερες περιόδους, η συμβολή της μεταλλευτικής βιομηχανίας στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν της χώρας διατηρεί ακόμα το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής, υψηλότερο ακόμα και από αυτό του πολυδιαφημισμένου τουρισμού.

Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, το Ελληνικό κράτος πάσχιζε να «πατήσει στα πόδια του». Η ανάγκη αυτή οδήγησε στην μεταλλευτική έρευνα, η οποία προσέφερε σημαντικά εφόδια στην οικονομική ανάπτυξη του σχετικά νεοσύστατου Ελληνικού κράτους.

Μία τέτοια περίπτωση αποτελούν και τα μεταλλεία της Ερμιόνης, παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με τα σύγχρονα δεδομένα, τα κοιτάσματα της περιοχής έχουν πλέον μόνο επιστημονικό ενδιαφέρον, κυρίως δίνοντας πληροφορίες για τη γεωλογική εξέλιξη της περιοχής.

 

Μεταλλεία Ερμιόνης.

 

Στην περίπτωσή μας, θα λειτουργήσουμε «ανάποδα» και θα δούμε πώς αυτές οι μικρές και χωρίς οικονομική αξία για τα σημερινά δεδομένα μεταλλοφορίες συνέβαλαν για διάστημα μεγαλύτερο των 70 ετών στην οικονομική και κοινωνικοπολιτική ανάπτυξη μιας πολύ φτωχής περιοχής, όπως αυτή της Ερμιόνης Αργολίδας. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε τη διττή φύση των μεταλλείων της Ερμιόνης, καθώς με τα ιδιαίτερα ορυκτολογικά και γεωχημικά χαρακτηριστικά τους συνέδραμαν επίσης και στην γεωργική ανάπτυξη του Ελληνικού κράτους, καθώς το εξαγόμενο μετάλλευμα αξιοποιήθηκε κυρίως για την παραγωγή θειικού οξέος, το οποίο αποτελεί πρώτη ύλη στην παραγωγή γεωργικών λιπασμάτων. Ας τα δούμε, λοιπόν, ένα προς ένα στη συνέχεια… (περισσότερα…)

Read Full Post »

Καποδιστριακή Πολιτεία (1828-1831): «Ο Πόλεμος των Λιμανιών» –  Η κυβερνητική πολιτική για τα προβλήματα λειτουργίας των λιμανιών και η απογραφή των υπαλλήλων της «Οικονομικής Υπηρεσίας» –  Θεόδωρος Δεβενές


 

Α’.  Η Κατάσταση πριν την άφιξη του Καποδίστρια

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας φθάνει στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828, δηλαδή 8 μήνες μετά την εκλογή του από την Γ’ Εθνική Συνέλευση.  Ακολουθούν  αμέσως διαβουλεύσεις με τα μέλη της απερχόμενης κατάστασης και τα μέλη της Βουλής. Ο υπουργός Εσωτερικών της απερχόμενης κυβέρνησης τον ενημερώνει ότι οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα έχει νεκρωθεί. Το ίδιο ισχύει και σε άλλους κρίσιμους τομείς της δημόσιας ζωής, όπως η δικαιοσύνη και η δημόσια τάξη.[1]

Το δημόσιο ταμείο είναι τελείως άδειο. Σύμφωνα μάλιστα με τον υπουργό Οικονομικών Αθανάσιο Λιδωρίκη, και οι τελευταίοι δημόσιοι πόροι έχουν γίνει βορά των ισχυρών (πολιτικών και στρατιωτικών).[2] Τα 300.000 περίπου φράγκα που φέρνει μαζί του ο Κυβερνήτης αρκούν μόνο για λίγες εβδομάδες μισθοδοσίας και τροφοδοσίας του στρατού, και για τις πρώτες ποσότητες συσσιτίων για ένα λαό που έχει χάσει τα πάντα. Αυτό ίσχυε και για τους πρόσφυγες και  για τους γηγενείς.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

 

Στην Πελοπόννησο επιφανείς προεστοί έχουν καταστραφεί οικονομικά, το 90% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων έχει καεί ή εγκαταλειφθεί, και ο πληθυσμός έχει εγκαταλείψει τις εστίες του. Η οικονομική «αιμορραγία» των εφοπλιστών, η αεργία που μαστίζει τον πληθυσμό των νησιών και η ολοκληρωτική σχεδόν ανακατάληψη της Στερεάς από τους Οθωμανούς, συμπληρώνουν την εικόνα που αντιμετωπίζει ο Καποδίστριας.

Για την άμεση εξεύρεση χρηματικών πόρων, η κυβέρνηση προβαίνει στις εξής ενέργειες:

α) Στις 2 Φεβρουαρίου  ιδρύει την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, στην οποία καλούνται να καταθέσουν οι Έλληνες τα χρηματικά τους κεφάλαια με επιτόκιο 8%. Μέχρι τις 14 Μαρτίου η Τράπεζα είχε δανείσει στη Διοίκηση 40.000 δίστηλα.[3]  

β) Στο διάστημα 10-12 Μαρτίου ακυρώνει την δημοπρασία των προσόδων στα νησιά του Αιγαίου προκηρύσσοντας ξανά την ενοικίασή τους, με όρους σαφώς καλύτερους για το δημόσιο ταμείο και με έγκαιρη ενημέρωση των κοινοτήτων (πράγμα που δεν είχε συμβεί την πρώτη φορά). Ειδικά για τους πρώην ενοικιαστές, βεβαιώνεται ότι θα τους καταβληθεί αποζημίωση προσαυξημένη με τόκο από την ημέρα που είχαν καταβάλει τα χρήματα.[4]     (περισσότερα…)

Read Full Post »

Στρατός και Πολιτική – Θάνος Μ. Βερέμης. Ομότιμος Καθηγητής, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης – ΕΚΠΑ


 

Ο σχηματισμός τακτικού στρατού, με σώμα επαγγελματιών αξιωματικών, συνδέθηκε με την απόπειρα του νεοϊδρυθέντος βασιλείου να μιμηθεί τα δυτικά του πρότυπα και να αποκτήσει εκσυγχρονισμένους θεσμούς. Το υβριδικό αποτέλεσμα που προέκυψε από το πάντρεμα των δυτικών θεσμών με τα εντόπια ήθη και έθιμα έμοιαζε περισσότερο με την Ελληνίδα μητέρα του από ό,τι με τον ξένο πατέρα του.

Όταν οι αντιβασιλείς του Όθωνα επέβαλαν τις δικές τους στρατιωτικές μεταρρυθμίσεις το 1833, υπήρχαν 5.000 άτακτοι και περίπου 700 τακτικοί Έλληνες στρατιωτικοί. Οι αντίστοιχοι αριθμητικά με τους ατάκτους Βαυαροί τακτικοί που τους αντικατέστησαν κατάφεραν να παγιώσουν την κεντρική εξουσία του οθωνικού κράτους και να στερήσουν τα κόμματα από την επιρροή τους στον στρατό. Με την κατάσταση των απολυμένων ατάκτων ασχολήθηκε συστηματικά ο Γιάννης Κολιόπουλος στο μνημειώδες έργο του για τη ληστεία στη μετεπαναστατική Ελλάδα.[1] Οι Γερμανοί μισθοφόροι έφυγαν από την Ελλάδα το 1837, αλλά ο ελληνικός τακτικός στρατός δεν έγινε αξιόπιστη δύναμη παρά μόνο στο τέλος του 19ου αιώνα.[2]

Χαρίλαος Τρικούπης

Από τη γέννησή του μετά το τέλος του Αγώνα έως τις μεταρρυθμίσεις του Χαρίλαου Τρικούπη κατά τη δεκαετία του 1880, ο ελληνικός τακτικός στρατός περιορίστηκε στη στήριξη της εξουσίας του νέου κράτους. Έως το τελευταίο τέταρτο του αιώνα, το κράτος είχε καταπνίξει τους ανταγωνιστές του και είχε μετασχηματίσει τις φρουρές σε μαζικό θεσμό που εξυπηρετούσε το αλυτρωτικό πρόγραμμα.

Στα πρώτα εξήντα χρόνια της ζωής του, το ελληνικό κράτος παρέμεινε εξαρτημένο από τη Σχολή Ευελπίδων για τη δημιουργία αξιωματικών με τεχνική εκπαίδευση. Τα προγράμματα σπουδών συμπεριλάμβαναν αριθμητική, άλγεβρα, γεωμετρία, στερεομετρία, κατασκευαστικές μεθόδους, τοπογραφία και σχέδιο μηχανών. Από το 1870, τα θεωρητικά μαθήματα, όπως η φυσική και τα μαθηματικά, παραδίδονταν σε ένα πενταετές πρόγραμμα αρχικά και η εφαρμοσμένη στρατιωτική εκπαίδευση συγκεντρωνόταν στα δύο τελευταία έτη. Οι σπουδαστές με τους υψηλότερους βαθμούς στις θετικές επιστήμες επιλέγονταν για το Μηχανικό και το Πυροβολικό, αλλά υπήρχαν και εκείνοι που προτιμούσαν να τερματίσουν τις σπουδές τους μετά την ολοκλήρωση ενός πρώτου κύκλου σπουδών θεωρητικών μαθημάτων και να ακολουθήσουν σταδιοδρομία καθηγητή ή πολιτικού μηχανικού. Έτσι, η Σχολή έγινε υποκατάστατο Πολυτεχνείου, ώσπου αυτό να ιδρυθεί ως ακαδημαϊκή δομή το 1887. Έως τότε, οι αξιωματικοί του Μηχανικού χρησιμοποιήθηκαν από το Υπουργείο Εσωτερικών για την κατασκευή και επίβλεψη δημοσίων έργων, γεφυρών, δρόμων και κυβερνητικών κτηρίων.[3]

To 1882, η Σχολή Ευελπίδων απέκτησε νέο κανονισμό λειτουργίας, ο οποίος παρέμεινε σε ισχύ για τριάντα χρόνια. Τα έτη σπουδών μειώθηκαν σε πέντε, με έμφαση πλέον στα καθαρά στρατιωτικά μαθήματα. Με τον τρόπο αυτό, η Σχολή διατηρούσε τους νέους, οι οποίοι, προηγουμένως, την εγκατέλειπαν καθ’ οδόν, για να ακολουθήσουν ιδιωτικά τεχνικά επαγγέλματα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα ανάκτορα του Όθωνα –  Νίκος Βατόπουλος, Δημοσιογράφος στην «Καθημερινή» – Συγγραφέας


 

Τα πρώτα ανάκτορα στο έδαφος του νέου ελληνικού βασιλείου έφεραν εξαρχής ευδιάκριτο συμβολισμό. Ως το πιο μεγάλο, με διαφορά, και επιβλητικό κτίριο της Αθήνας, τα ανάκτορα του Όθωνα σηματοδότησαν τη ρήξη με το προνεωτερικό οθωμανικό παρελθόν με τρόπο απόλυτο και ευκρινή. Η δε, τελική, χωροθέτησή τους στην κορυφή της τότε πλατείας Μουσών και αργότερα Συντάγματος δεν άφηνε καμία αμφιβολία για τη μορφή της εξουσίας αλλά και τη νέα γεωγραφία της πόλης.

 

Η επιλογή της θέσης των ανακτόρων

 

Η παλιά Αθήνα, συστάδες οικιών, καταστημάτων και εκκλησιών από την Ερμού και κάτω, προς την Πλάκα, το Μοναστηράκι, του Ψυρρή και την οδό Αθηνάς, ήταν η πόλη που συνέχιζε πάνω σε έναν οικείο, λίγο-πολύ, καμβά δρόμων και λειτουργιών. Τα νέα σπίτια, τα νέα μαγαζιά, οι διανοίξεις των νέων δρόμων εκσυγχρόνιζαν σταδιακά και επεξέτειναν τον παλαιό ιστό. Παράγωνα οικόπεδα, απουσία υποδομών, παράγκες και αρχοντικά, ελεύθερα ζώα, μικροπωλητές, μια ατμόσφαιρα πολίχνης.

Αλλά από την πλατεία Μουσών και πάνω, η κατάσταση ήταν διαφορετική. Άλλωστε, οι φιλοδοξίες για τη νέα πρωτεύουσα ήταν η δημιουργία ενός παντελώς καινοτόμου αστικού κέντρου, που θα καθρέφτιζε τον προσανατολισμό του νεαρού βασιλείου με κατεύθυνση τις αξίες και τις πρακτικές του προηγμένου κόσμου της δεκαετίας του 1830 (που συμβολικά ταυτίζεται με τις απαρχές της Νεωτερικής εποχής και την εμπέδωση μιας νέας ισορροπίας δυνάμεων μετά τον Ναπολέοντα).

Σε μια νοητή γραμμή, τα ανάκτορα του Όθωνος συναντούσαν την Πύλη του Αδριανού, ένα προγενέστερο όριο της ρωμαϊκής Αθήνας, που συνέδεε αλλά και αντιπαρέθετε τη νέα με την παλιά πόλη.

Απέναντι στα μνημεία της κλασικής Αθήνας, της πόλης του Θησέα, η Αθήνα του Αδριανού με τα δημόσια έργα και τις ρωμαϊκές επαύλεις στο παριλίσσιο τοπίο έδινε άνοιγμα στις νεωτερικές ιδέες περί αστικής ζωής στον 2ο αι. μ.Χ. Με τον ίδιο τρόπο, η νέα Αθήνα του Όθωνα αντίκριζε την παλιά πόλη. Οι διορατικοί μπορούσαν να φανταστούν τα χρόνια που έμελλε να έρθουν.

 

Τα βασιλικά ανάκτορα (Κτίριο της Βουλής). Δημοσιεύθηκε στο «The Illustrated London News», 8 Ιουλίου 1843.

 

Η επιλογή της κορυφής της πλατείας Μουσών, σε ύψωμα, για την ανέγερση των ανακτόρων ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς αβέβαιων και αμήχανων επιλογών από το 1833 έως το 1835.

Από τον Κλεάνθη και τον Σάουμπερτ, οι οποίοι είχαν αρχικά προτείνει τον χώρο της μετέπειτα πλατείας Ομονοίας, έως τον Λέο φον Κλέντσε, που είχε κινηθεί προς τον Κεραμεικό, τα ανάκτορα περιφέρονταν ως ιδέα αλλά και ως μορφή.

Ο μεγάλος αρχιτέκτων του γερμανικού κλασικισμού Καρλ Σίνκελ είχε προτείνει την ανέγερση των ανακτόρων στην Ακρόπολη, σαν μια ακροβασία αρχιτεκτονικής σκηνογραφίας. Όμως όπως εν τέλει αποδείχθηκε, στην περίπτωση των Αθηνών χρειαζόταν μια σωστή δοσολογία ιδεαλισμού και πραγματισμού. Οι αλλαγές των αποφάσεων για τη χωροθέτηση των ανακτόρων ενισχύονταν από διαρκείς φημολογίες και είχαν παρασύρει κάποιους αστούς να αγοράσουν γη πλησίον της μετέπειτα πλατείας Ομονοίας, εκεί όπου σήμερα είναι η οδός Πειραιώς και η πλατεία Κουμουνδούρου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Υπηρεσίες Πληροφοριών και Εθνική Ασφάλεια – Παύλος Αποστολίδης, Πρέσβυς ε.τ., Πρώην Διοικητής ΕΥΠ (1999-2004)


 

Ο συνήθως αποδεκτός ορισμός της εθνικής ασφάλειας είναι η προστασία του κράτους και των θεσμών του από εσωτερικές ή εξωτερικές απειλές. Υπό την έννοια αυτή, κατ’ εξοχήν αρμόδιοι για την προάσπιση της εθνικής ασφάλειας είναι η Αστυνομία για τις εσωτερικές απειλές και οι ένοπλες δυνάμεις για τις εξωτερικές. Οι υπηρεσίες πληροφοριών, ή αλλιώς μυστικές υπηρεσίες, προσθέτουν ένα επιπλέον επίπεδο προστασίας στο κράτος και τους θεσμούς του, κατά κύριο λόγο πληροφοριακά, δηλαδή συλλέγοντας πληροφορίες που αφορούν την εθνική ασφάλεια και δεν είναι προσβάσιμες, και ενημερώνοντας τις αρμόδιες αρχές.

Η συλλογή πληροφοριών εσωτερικού αφορά κατά κύριο λόγο την κατασκοπεία, την τρομοκρατία, την προπαγάνδα και παραπληροφόρηση καθώς και τις κυβερνοεπιθέσεις. Σε ορισμένα κράτη οι υπηρεσίες εσωτερικού έχουν αρμοδιότητα σύλληψης υπόπτων, ενώ στην Ελλάδα ούτε καν το δικαίωμα προανάκρισης.

Η αναζήτηση πληροφοριών στο εξωτερικό καλύπτει τις περιοχές/χώρες ενδιαφέροντος του κάθε κράτους, αφορά πολιτικο-οικονομικές και στρατιωτικές πληροφορίες και γίνεται με ανθρώπινα ή τεχνικά μέσα που αποκαλούνται πηγές. Σημαντική διαφορά μεταξύ υπηρεσιών εσωτερικού και εξωτερικού είναι ότι οι πρώτες κινούνται σε ένα νομικό περιοριστικό πλαίσιο που θεσπίζει διαδικασίες προς προστασία των πολιτών, ενώ οι δεύτερες, που συνήθως αποκαλούνται μυστικές, κινούνται εκτός νομικού πλαισίου, διότι η δράση τους είναι παράνομη στα κράτη όπου δραστηριοποιούνται. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα μετά την έξωση: Τα αιτήματα του Όθωνος προς την Ελλάδα – Κωστής Ι. Αιλιανός, πρέσβης ε.τ.


 

Η αιφνίδια εκδίωξη του Όθωνος και της Αμαλίας, στις 12/24 Οκτωβρίου 1862, και η εν συνεχεία έκπτωση του βασιλέως από τον ελληνικό θρόνο άφησαν πίσω τους ορισμένες «πρακτικές» εκκρεμότητες μετά από 30 χρόνια βασιλείας: την τύχη της κινητής περιουσίας της βασιλικής οικογενείας, της αλληλογραφίας των τ. βασιλέων, καθώς και, κυρίως, θέματα αποζημιώσεως για τα ακίνητα τα οποία είχαν ανεγερθεί με δαπάνες του Όθωνος και του πατέρα του, βασιλέως της Βαυαρίας, Λουδοβίκου Α’. Η εκλογή, λίγο αργότερα, και η προσεχής άφιξη στην Αθήνα του νέου μονάρχη κατέστησαν, πλέον, επιτακτική την έγκαιρη ρύθμιση των όποιων εκκρεμοτήτων.

 

Μια υπόθεση με ευρωπαϊκή διάσταση

 

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του. (Μουσείο Μπενάκη)

Η διευθέτηση των ζητημάτων αυτών δεν απετέλεσε αμιγώς διμερή υπόθεση της Ελλάδος με τον οίκο των Βίτελσμπαχ. Έλαβε ευρύτερη ευρωπαϊκή διάσταση, εφ’ όσον, εξ αρχής, οι τρεις προστάτιδες Δυνάμεις, κατόπιν αιτήματος της βαυαρικής κυβερνήσεως, παρενέβησαν επανειλημμένως προς την ελληνική κυβέρνηση. Αργότερα, ο ίδιος ο τ. βασιλεύς, όπως και η Αμαλία, μετά τον θάνατο του Όθωνα, ζήτησαν την πρακτική αρωγή τους. Οι τρεις πρέσβεις στην Αθήνα διεδραμάτισαν ουσιαστικό ρόλο – όχι πάντα διακριτικό – στη ρύθμιση των εκκρεμοτήτων αυτών, και όχι πάντα ταυτόσημο. Μάλιστα η Πετρούπολις ζήτησε την παρουσία εκπροσώπων των τριών Δυνάμεων στην επιτροπή που θα ησχολείτο με τις υποθέσεις του Όθωνος.

Από πλευράς της Οθωνικής δυναστείας ορίσθηκε εκπρόσωπος ο Ludwig Wenning, ιδιαίτερος γραμματεύς του Όθωνος, ο οποίος ήρθε πολλές φορές στην Αθήνα και ασχολήθηκε, με τη βοήθεια του Έλληνος δικηγόρου Αριστείδη Μπαλάνου, με όλες τις πτυχές των εκκρεμοτήτων και κυρίως με τη διαπραγμάτευση της αποζημιώσεως για τα κτίρια για τα οποία είχε εγείρει απαιτήσεις ο Όθων. Στη διαδικασία συνέπραξε και ο Βαυαρός πρέσβης στην Αθήνα, Ferdinand von Hompesch-Bollheim μέχρι τα μέσα του 1863 οπότε ανεκλήθη, όπως, σε μικρό βαθμό, και ο Αυστριακός και ο Δανός. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Εκατό χρόνια «Στο Κλαρί»: Το ληστρικό φαινόμενο στο Ελληνικό Κράτος – Βασίλης Κ. Γούναρης, Καθηγητής, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ


 

Είναι αδύνατον να συνεισφέρει κανείς πρωτότυπα επιχειρήματα στη μελέτη του ληστρικού φαινομένου στην ελληνική επικράτεια. Μολονότι θα μπορούσαν να γίνουν – και γίνονται – ακόμη πολλές μελέτες περίπτωσης, εστιασμένες στη δράση ληστών ή συμμοριών, οι πολιτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές συνιστώσες του φαινομένου έχουν ήδη περιγραφεί περισσότερο από όλους από τον Γιάννη Κολιόπουλο, με τις δύο μονογραφίες του, οι οποίες και χρησιμοποιούνται εκτενώς στην επισκόπηση αυτή.[1]

Η ληστεία είναι διαχρονικό κοινωνικό φαινόμενο, που στον ελληνικό χώρο είχε τη δική του ιστορία. Η διαχρονικότητά του βοήθησε την ένταξή του στο ελληνικό εθνικό ιστορικό αφήγημα, γιατί εξυπηρετούσε και ιδεολογικούς και πρακτικούς λόγους. Οι ιδεολογικοί αφορούσαν την κληρονομιά της «κλεφτουργιάς» της Τουρκοκρατίας και την εμπλοκή της στα προεπαναστατικά κινήματα και στην Επανάσταση του 1821. Εξαγιασμένη εκ του αποτελέσματος και λεκτικά αποκαθαρμένη από το άχθος της ληστείας, η μνήμη της «κλεφτουργιάς» κληροδοτήθηκε και διαδόθηκε μέσω των σχολικών βιβλίων και της πεζογραφίας. Ακόμη διαδίδεται. Χρησιμοποιήθηκε ευκολότατα ως ιδεολογικό άλλοθι, ηθικό πλεονέκτημα και μέθοδος παραπλάνησης από γενεές ληστών και ανταρτών κάθε είδους.[2]

 

Προσωπογραφία κλέφτη από τη Στερεά Ελλάδα. Δημοσιεύεται στο: Belle Henri, «Trois années en Grèce». Παρίσι, Librairie Hachette, 1881. Συλλογή: Βιβλιοθήκη Μουσείου Μπενάκη.

 

Θα αποκαλούσα τη μνήμη αυτή ως την ακαταμάχητη «γοητεία της φουστανέλας», μια παράδοση τόσο σαγηνευτική, ώστε ηθελημένα ταυτίστηκε και τυποποίησε την ελληνική πολεμική αρετή. Φυσικά δεν ήταν μόνον η ένδυση που γοήτευε αλλά και η συνολική ιδεολογία του παλικαρισμού, ως αιώνιας έκφρασης της αντίστασης και της περιφρόνησης των Ελλήνων προς κάθε είδους καθεστωτικές, κοινωνικές, πολιτικές, νομικές συμβάσεις και περιορισμούς που παραβιάζουν ό,τι – αυθαίρετα – εκλαμβάνεται ως φυσικό δίκαιο.[3]

Το πρακτικό μέρος της ένταξης στο ελληνικό ιστορικό αφήγημα αφορούσε την ανταμοιβή και την αποκατάσταση όλων των ενόπλων που είχαν δραστηριοποιηθεί κατά την επαναστατική περίοδο: οι άτακτοι πολεμιστές του ’21 και όσοι ακολούθησαν το παράδειγμά τους τον επόμενο αιώνα δεν μπορούσαν και δεν έπρεπε να μείνουν στο περιθώριο ούτε της ιστορίας, ούτε της κοινωνικής πρόνοιας. Και δεν έμειναν βέβαια.[4] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Χωροφυλακή και Αστυνομία – Ιστορία και Εξέλιξη, 1821-1940 – Νικόλαος Α. Αναστασόπουλος – Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


 

Χωρίς αμφιβολία, το παραβατικό φαινόμενο της ληστείας κυριάρχησε από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως περίπου τη δεκαετία του 1930, επηρεάζοντας καθοριστικά την εύρυθμη λειτουργία του δημόσιου βίου.[1] Παράλληλα, η πολιτική και η οικονομική αστάθεια, η οποία έπληξε τον ελληνικό πληθυσμό καθ’ όλον τον 19ο αιώνα και ο παραγκωνισμός των αγωνιστών της Επανάστασης του 1821 ενίσχυσαν τη δημιουργία επαναστατικών ληστανταρτικών ομάδων στις ορεινές, κυρίως, περιοχές.[2] Ομοίως, το αγροτικό ζήτημα, καθ’ όλον τον 19ο αιώνα αποτελούσε σημαντική αιτία δυσαρέσκειας για τον αγροτοποιμενικό πληθυσμό με αποτέλεσμα τη δημιουργία εργασιακών και οικονομικών, γενικότερα, προβλημάτων.[3]

Σε αυτό, λοιπόν, το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, πρωταρχικό μέλημα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από την εποχή του Καποδίστρια ήταν η διαμόρφωση των στοιχειωδών μηχανισμών ελέγχου και καταστολής. Άλλωστε, η οργάνωση του κρατικού μηχανισμού δεχόταν μια διαρκή αμφισβήτηση, καθώς ομάδες ένοπλων «παραπονούμενων» πολιτών, κυρίως στην αγροτική ενδοχώρα, πραγματοποιούσαν ληστείες ή κάποιες φορές και γενικευμένες τοπικές εξεγέρσεις.[4] Συνεπώς, καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, οι κυβερνήσεις ανέπτυξαν μια διαρκή κατασταλτική πολιτική, η οποία εκδηλώθηκε με τη χρησιμοποίηση διωκτικών αρχών, δηλαδή τη δράση του στρατού, των μεταβατικών αποσπασμάτων, της Οροφυλακής, της Αστυνομίας και της Χωροφυλακής.[5]

Προσεγγίζοντας αυτά τα σώματα ασφαλείας και ανιχνεύοντας τις στοχεύσεις τους, η απαρχή οργάνωσης της Αστυνομίας εντοπίζεται αμέσως μετά την κήρυξη της Επανάστασης του 1821 με κύριο στόχο την τήρηση της έννομης τάξης και της ασφάλειας. Επισημαίνεται ότι από τη στιγμή αυτή και εξής εξελίσσεται η διαδοχική και σταθερή συγκρότηση ή ενίοτε και ο μετασχηματισμός των συγκεκριμένων σωμάτων, καθ’ όλον τον 19ο αιώνα, διακρίνοντας από πλευράς κράτους την αποφασιστική θέληση για εδραίωση των διωκτικών αρχών.

Προσωπογραφία του Αναστασίου Τσαμαδού, ελαιογραφία σε μουσαμά του Διονυσίου Τσόκου, 1860. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Έτσι, τον Μάιο του 1821 η Πελοποννησιακή Γερουσία ανέθεσε στους τοπικούς εφόρους των επαρχιών της αστυνομικά καθήκοντα και τους παραχώρησε το δικαίωμα της εκδίκασης και της τιμωρίας πταισματικών ποινικών παραβάσεων. Ταυτόχρονα, ο Άρειος Πάγος, τον Νοέμβριο του 1821 εγκατέστησε σε όλες τις επαρχίες της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας τους «προεστώτες» με καθήκοντα ευρείας αστυνομικής εξουσίας, ενώ ανάλογες αρμοδιότητες, την ίδια περίοδο, δόθηκαν και από τον οργανισμό της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας στους εφόρους των επαρχιών.[6] Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, παρουσιάζει, κατά τον πρώτο χρόνο της Επανάστασης και η σύσταση της Αστυνομίας της Ύδρας, μετά από πρωτοβουλία των καραβοκύρηδων του νησιού και ανάλογη εισήγηση του Αναστάσιου Τσαμαδού. Το συγκεκριμένο αστυνομικό σώμα, πέραν των γενικών καθηκόντων ασφάλειας, διέθετε και τομέα αντικατασκοπείας, το οποίο στόχευε στην παρακολούθηση των ξένων που έφθαναν στο νησί.[7]

Ακολούθως, η Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, τον Ιανουάριο του 1822, σύστησε ειδικό Υπουργείο, το Μινιστέριο της Αστυνομίας με σκοπό τη διαφύλαξη της τάξης και της ασφάλειας του επαναστατημένου ή απελεύθερου τόπου και κατ’ αναλογία διόρισε σε κάθε επαρχία ειδικό υπάλληλο για την εμπέδωση της δημόσιας τάξης, τον λεγόμενο «αστυνόμο».[8] (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »