Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Βιβλία – Αργολίδα’ Category

Βιβλίο – Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της (18 Ιανουαρίου – 17 Μαρτίου 1827) – Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας


 

Με αφορμή τη συμπλήρωση 190 χρόνων από το ιστορικό γεγονός της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης, μέρος της οποίας διεξήχθη στην Ερμιόνη, από 18 Ιανουαρίου 1827 έως 17 Μαρτίου 1827, ο Δήμος Ερμιονίδας εξέδωσε το βιβλίο του φιλόλογου – ιστορικού, Ιωάννη Ησαΐα με τίτλο, «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση “κατ’ επανάληψη” στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της (18 Ιανουαρίου – 17 Μαρτίου 1827)», στο οποίο παρουσιάζονται διεξοδικά τα γεγονότα, μέσα από  τα πρακτικά των Συνεδριάσεων της Συνέλευσης, τις αρχειακές πηγές και τη σχετική βιβλιογραφία. Η  Γ’ Εθνοσυνέλευση, γνωστή σαν Συνέλευση της Τροιζήνας, συνήλθε διαδοχικά, στη Νέα Επίδαυρο, στην Ερμιόνη και στην Τροιζήνα.

 

Στο εισαγωγικό  σημείωμα  του συγγραφέα διαβάζουμε:

 

[…] Στα νεότερα χρόνια και κατά τη διάρκεια  της Επανάστασης του 1821,  στην Ερμιόνη φιλοξενήθηκε για δύο  μήνες η Γ’  Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη»  το έτος 1827, που έχει αφήσει ανεξίτηλα τα ιστορικά μήνυματά  της, μια και ήταν η μακροβιότερη και πιο περιπε-τειώδης, αφού εξελίχθηκε και πραγματοποιήθηκε σε τρεις  περιοχές.  Μελετώντας λεπτο-μερειακά  τα συμβάντα της προαναφερόμενης  Συνέλευσης, επιδιώξαμε να αντλήσουμε μέσα από τα χρήσιμα διδάγματα και μηνύματα  τις καλές και ένδοξες στιγμές του σπουδαίου αυτού γεγονότος, ενώ ταυτόχρονα  νιώσαμε τους προβληματισμούς για τις αστοχίες και τα τραγικά λάθη, που σημάδευσαν αυτή την εποχή, με όλα τα συναφή γεγονότα.

Εξώφυλλο του βιβλίου, Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση…

Στο σημείο αυτό θα σταθούμε  για να διερευνήσουμε και να μελετήσουμε διεξοδικά  τη Γ΄  Εθνοσυνέλευση  «κατ’ επανάληψη»  της Ερμιόνης, ώστε να μάθουμε περισσότερα και να αναδείξουμε  ιστορικά την  περίοδο εκείνη, που εκτείνεται χρονικά από τις  18 Ιανουαρίου έως 17 Μαρτίου 1827, αφήνοντας στην αναπόληση των γεγονότων  του τόπου μας, εκτός από κάποιο προβληματισμό,  το δικό της θετικό  μήνυμα στο «ιστορικό γίγνεσθαι». Η συγγραφική  αυτή έρευνα και μελέτη, παρότι είχε   ξεκινήσει μόνο ερευνητικά  κατά το παρελθόν, επανεκκινήθηκε εντατικά, ύστερα από κάποιες συγκυριακές πολιτιστικές διεργασίες  για την προαναφερόμενη Γ’  Εθνοσυνέλευση  στην Ερμιόνη , που προβλήθηκαν στο  κοινωνικό «γίγνεσθαι» της ιδιαίτερης πατρίδας μας το 2015, και για τις οποίες θα αναφερθούμε παρακάτω.

Κατά τη μελέτη  των τριών  ετών 1825, 1826 και 1827 η Ελληνική  Επανάσταση είχε προσλάβει το σχήμα της τραγωδίας με τα όσα είχαν   συμβεί την περίοδο εκείνη. Σ’ αυτή την κρίσιμη καμπή της Επανάστασης,  που κινδύνευε να καταποντιστεί, είχα νιώσει  έντονο προβληματισμό  με τα όσα είχα διαβάσει, γιατί σε όλο το φάσμα της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης , από την Επίδαυρο μέχρι την Ερμιόνη και την Τροιζήνα  διαφαίνεται, από τη μία πλευρά,  η προσπάθεια  εθνικής συμφιλίωσης,  συναδέλφωσης,  συναίνεσης, καλής συνεργασίας,   εδραίωσης της δημοκρατίας  και του κοινοβουλευτισμού, ενώ ήταν ευδιάκριτη στην επίμαχη αυτή περίοδο  και η επίτευξη αλληλεγγύης, η ενότητα και η αβραμιαία φιλοξενία των Ερμιονιτών. Αντίθετα,  από την άλλη πλευρά στην Αίγινα (συσπείρωση Ζαΐμη) και σε κάποιες (λιγοστές) επαναστατικά ελεύθερες  περιοχές  εμφανιζόταν η ιδιοτέλεια,  ο διχασμός, η διχόνοια, η φιλαρχία, η φιλόδοξη αλαζονεία  και οι μικροκομματικές επιδιώξεις. Παρατηρώντας αυτό το αρνητικό και απαράδεκτο σκηνικό σ’ αυτό το επίμαχο χρονικό σημείο,  εύλογα ερχόταν  στη σκέψη  μου το ερώτημα : Γιατί να επικρατεί τόση διχόνοια , τέτοιος διχασμός και τέτοια φιλαρχία και αλαζονεία ανάμεσα στις αγωνιζόμενες ελληνικές ομάδες, που είχαν κοινό στόχο και σκοπό,  σ’ αυτό το όμορφο ελληνικό τοπίο, σε μια Ελλάδα,  που βρίσκονταν σ’ ένα   κρίσιμο και νευραλγικό  από γεωστρατηγικής και πολιτισμικής θέσης σημείο, από τη βαθιά αρχαιότητα   μέχρι σήμερα.  Μήπως  κάποιοι  Αγωνιστές είχαν  λησμονήσει και περιθωριοποιήσει τις πνευματικές ρίζες και τα πνευματικά στηρίγματα, που σαγήνευαν στην έναρξη της Επανάστασης  τις καρδιές της συντριπτικής πλειοψηφίας των αγωνιζομένων Ελλήνων, όπως την αγάπη για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη, την ιδέα της πατρίδας, τη συνείδηση της Ελληνικής καταγωγής, τη μακραίωνη και αξιοθαύμαστη  ιστορία και την πατροπαράδοτη πίστη στον Θεό; Οι απαντήσεις δίνονται  ξεκάθαρα και αναλυτικά  από τις αποφάσεις και τα πρακτικά των συνεδριάσεων στη Γ’ Εθνοσυνέλευση  της Επιδαύρου, της Ερμιόνης «κατ’ επανάληψη» και της Τροιζήνας «κατ’ εξακολούθηση» (1826-1827) αλλά και από τις ενέργειες του Θ. Κολοκοτρώνη και των πληρεξουσίων, που αγωνίστηκαν για το καλό της Πατρίδας με την αδιαμφισβήτητη επισήμανση ότι η Εθνοσυνέλευση στην Ερμιόνη (παρότι δεν πρόλαβε να αποφασίσει τελεσίδικα τη σχεδιαζόμενη εκλογή του Καποδίστρια και ταυτόχρονα να ψηφίσει το Δημοκρατικό Σύνταγμα), ουσιαστικά  κράτησε  όρθια (έσωσε) «κατά κάποιο τρόπο» την Επανάσταση και επισφραγίστηκε ενωτικά η «σωτηρία της» στην Τροιζήνα, όπως  αποδεικνύεται από τις γραπτές μαρτυρίες που ακολουθούν.  Για τούτο, θα προσπαθήσουμε με συγκεκριμένα στοιχεία να αποδείξουμε αυτήν την  ιστορική πραγματικότητα, που δεν έχει τονιστεί στο μέγεθος που της αξίζει και της ταιριάζει. Για να γίνει κατανοητή η μεγάλη προσφορά και το θετικό  αποτέλεσμα  των εργασιών στην  Εθνοσυνέλευση  της  Ερμιόνης , πρέπει πρώτα  να αποτυπωθεί με σαφή και διασταυρωμένα ιστορικά  στοιχεία η αποσαθρωμένη ελληνική  διοίκηση και η  «καταρρέουσα» Ελληνική Επανάσταση, ώστε να φανεί η σωτήρια και εργώδης προσπάθεια του Θ. Κολοκοτρώνη, του Προέδρου Σισίνη , του Γραμματέα Σπηλιάδη και όλων γενικά των συνέδρων της Ερμιόνης, που εργάστηκαν με ανιδιοτέλεια και μεγάλο μόχθο  καθ’ όλη την περίοδο των συνεδριάσεων.

Πριν φθάσουμε σ’ αυτή την τελματώδη κατάσταση  της  Ελληνικής Επανάστασης  και στα πρόθυρα μιας πραγματικής τραγωδίας το 1826, προηγήθηκαν οι εμφύλιες και διχαστικές διαμάχες της περιόδου 1823-1825, ως ανταγωνισμός ισχύος για την ηγεσία της επανάστασης αλλά και του υπό διαμόρφωση νέου ελληνικού κράτους.   Συνάμα η παθολογία  της εποχής εκείνης, που ταλάνιζε  το επαναστατημένο Έθνος, εκφραζόταν με την ανεπάρκεια και «ιδιοτέλεια» του Προέδρου του Εκτελεστικού Γεώργιου Κουντουριώτη, με τις ραδιουργίες ορισμένων πολιτικών, την επικρατούσα ακαταστασία στα ρουμελιώτικα στρατιωτικά σώματα, που  βρίσκονταν  στο Πελοποννησιακό έδαφος, την αποδιοργάνωση των στρατιωτικών, την αναποτελεσματικότητα και αδυναμία επιβολής στη Διοίκηση των αρμοδίων παραγόντων. Το σύνολο αυτών των αρνητικών στοιχείων ακύρωναν κάθε προοπτική δημιουργίας ενός οργανωμένου ελληνικού κράτους στα απελευθερωμένα εδάφη.

Επιπλέον, ο πρωταγωνιστής της απελευθέρωσης της Πελοποννήσου Θ. Κολοκοτρώνης, που ήταν ο μόνος που διέθετε πειθώ και επιβολή να συνενώσει  τον λαό και να ενισχύσει το καταπτοημένο ηθικό του, βρισκόταν φυλακισμένος στην Ύδρα. Μόνο ο ελληνικός στόλος με τον ναύαρχο Ανδρέα Μιαούλη μπόρεσε να δημιουργήσει προσκόμματα  στις εχθρικές δυνάμεις και να ενισχύσει από τη θάλασσα το πολιορκημένο Νεόκαστρο, στην  Πύλο και στον όρμο του Ναυαρίνου.

Μετά τη λήξη του δεύτερου εμφύλιου πολέμου (Δεκέμβριο του 1824) άρχισαν οι αποβατικές επιχειρήσεις του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο (Φεβρ. – Μαρτ. 1825). Αυτές οι επιχειρήσεις έγιναν καταλύτης για την αναφαινόμενη αποδιοργάνωση του νεοσυσταθέντος Ελληνικού κράτους. Μάλιστα ο διχασμός και η διχόνοια πρυτάνευσαν και πάλι αυτήν την δύσκολη περίοδο. Η Ελληνική κυβέρνηση παρέμεινε ανενεργή με Πρόεδρο τον Γ. Κουντουριώτη, ενώ ο στρατός και οι οπλαρχηγοί είχαν κατά κάποιο τρόπο αδρανοποιηθεί. Ο  Κολοκοτρώνης στο αρχικό στάδιο της λυσσαλέας επιθετικότητας του Ιμπραήμ βρίσκονταν φυλακισμένος και άλλοι  στρατιωτικοί είχαν περιθωριοποιηθεί. Επακολουθεί αναδιοργάνωση των ελληνικών πραγμάτων μπροστά στον επικείμενο  κίνδυνο της κατάρρευσης, αποφυλακίζεται ο Κολοκοτρώνης και προχωρεί η Γ’  Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο, στην Ερμιόνη και την Τροιζήνα. Οι βιαιοπραγίες του Ιμπραήμ κατά των Ελλήνων λειτούργησαν ως αφορμή για την απόφαση της Ιουλιανής συνθήκης του Λονδίνου το 1827, ώστε να αναχαιτιστεί η ενοχλητική παρουσία του Αιγύπτιου Ιμπραήμ.

Από την άλλη πλευρά ο κίνδυνος ανατροπής της Ελληνικής Επανάστασης θέτει σε συναγερμό  και συντονισμό τις τρεις Δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, καθώς η Ελληνική Επανάσταση  είχε μετατραπεί σε γεωπολιτικό ζήτημα. Στις 20 Οκτωβρίου 1827 ο Ιμπραήμ παρακολούθησε την καταστροφή του στόλου του και έτσι ξεκινά μια θετική πορεία για το Ελληνικό ζήτημα  και μια σπουδαία διπλωματική κινητικότητα. Η γεωστρατηγική  αξία της Ελλάδας είχε μεταβάλει τον ρου  της ιστορίας, σε συνδυασμό με τη δυναμικότητα, το πνεύμα και την ψυχή των εξεγερμένων Ελλήνων, που σ’ αυτή τη δύσκολη καμπή του Αγώνα και συγκεκριμένα στην Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης εμπιστεύθηκαν  οι πλειοψηφούντες πληρεξούσιοι τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον ιδανικό ηγέτη, που έδωσε στο  μαχόμενο  Ελληνικό Έθνος τη δυνατότητα, με τους ελιγμούς των συνέδρων της Εθνοσυνέλευσης,  να κερδίσει πολύτιμο χρόνο, και έτσι  φθάσαμε μεθοδικά στην οριστική ήττα των Αιγυπτίων εισβολέων. Τότε, η άλλη πλευρά  «των ενισταμένων»,  μπροστά στον μεγάλο  κίνδυνο του εκφυλισμού και της ανατροπής της Ελληνικής Επανάστασης από τον διχασμό και την εισβολή του Ιμπραήμ, νιώθουν την ανάγκη της συμφιλίωσης και ιδιαίτερα οι έχοντες τάσεις φιλαρχίας, ιδιοτέλειας και ολιγαρχισμού, ακούγοντας τις λέξεις «Πατρίδα  και Θρησκεία», δύο λέξεις με μεγάλη βαρύτητα και συγκινησιακή φόρτιση , που ένωσαν και ενώνουν τον Ελληνισμό πολλούς αιώνες,  από τα πρωτοχριστιανικά  χρόνια μέχρι σήμερα. Αυτήν την εφιαλτική κατάσταση το 1827 ανέτρεψε η διπλωματική κινητικότητα των τριών Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, που άσκησαν πίεση στους Τούρκους με αποκορύφωμα την Ναυμαχία του Ναυαρίνου.

Είναι, όμως, γεγονός αναμφισβήτητο ότι μετά τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου ένα νέο εθνικό κράτος αναδύθηκε, για να προστεθεί στη συνέχεια στο χάρτη της Ευρώπης, αφού οι τρεις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις επέδειξαν ξεκάθαρα την αποφασιστικότητα να επιλύσουν το Ελληνικό ζήτημα όχι  μόνο διπλωματικά, αλλά και με στρατιωτική εμπλοκή.

Η Γ’ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη, παρότι δεν πρόλαβε να διεκπεραιώσει όλο το προγραμματισμένο έργο της (εκλογή Καποδίστρια  και ψήφιση του δημοκρατικού συντάγματος, αλλά και τα άλλα σημαντικά κονοβουλευτικά θέματα), μπορεί να χαρακτηριστεί ως προδρομική (προετοίμασε το έδαφος για κάτι σπουδαίο και σημαντικό στον κοινοβουλευτικό τομέα και σε άλλες θεσμικές αλλαγές) της Τροιζήνας, αφού    προέβη  σε σπουδαιότατες ενέργειες και πράξεις με καθολική σημασία  και  λειτούργησε ως μία μεγάλη διοικητική (κυβερνητική) επιτροπή, που κάλυπτε όλες τις αναφυόμενες ανάγκες του επαναστατημένου Έθνους.  Ταυτόχρονα ισορροπούσε σε τεντωμένο σχοινί, με τις διχαστικές, μικροκομματικές και ιδιοτελείς  αντιδράσεις της μειοψηφίας των ευρισκομένων στην Αίγινα.

Εκτός των άλλων, έπρεπε η «πλειοψηφία» η συγκεντρωμένη στην Ερμιόνη να συνεργαστεί με διάφορους άλλους  παράγοντες (ντόπιους ή ξένους), που ήθελαν να βοηθήσουν τον Αγώνα, ενδυναμώνοντας αναγκαστικά για το καλό της πατρίδας  και τα προσωπικά τους συμφέροντα. Η προσπάθεια, όμως, των παραστατών στην Ερμιόνη και στο αγωνιστικό και διπλωματικό  πεδίο  κράτησε ζωντανή την Ελληνική  Επανάσταση και δεν κατέρρευσε, εάν αναλογιστούμε ότι ο πρεσβευτής της Αγγλίας στην Κωνσταντινούπολη Στράτφορντ Κάνιγκ (ξάδελφος του  Γεωργίου Κάνιγκ) εμπιστεύτηκε μόνον τον Κολοκοτρώνη και  την  Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης  στην πιο κρίσιμη φάση των διπλωματικών εξελίξεων το 1827 και αγνόησε, κατά κάποιο τρόπο, τους παραστάτες  της Αίγινας. Για τούτο,  έστειλε στην Ερμιόνη δύο  σημαντικότατες επιστολές, για τη συνέχιση των διπλωματικών διεργασιών του ελληνικού ζητήματος το ίδιο έτος, που οδήγησαν επιτυχώς στην Ιουλιανή συνθήκη  του  Λονδίνου  και στη νίκη στον κόλπο του Ναυαρίνου, για να επακολουθήσει και να παγιωθεί η οριστική ανεξαρτησία του νέου Ελληνικού κράτους  δυόμισι χρόνια αργότερα με το  Πρωτόκολλο του Λονδίνου. Αυτή η κομβική διπλωματική κίνηση του Στράτφορντ  Κάνιγκ, εάν δεν βρισκόταν στο προσκήνιο ο  Κολοκοτρώνης,  ο μεγάλος  ηγέτης και οι πληρεξούσιοι  της Ερμιόνης, δε θα  μπορούσε να στραφεί  αυτή τη δύσκολη χρονική  στιγμή σε άλλη λύση και διέξοδο.

Εκτός από τις σπουδαιότατες πράξεις, που είχαν καθολική και σημαντικότατη σημασία, διακρίνουμε την όντως πατριωτική στάση των πληρεξουσίων στην Ερμιόνη έναντι των μειοψηφούντων παραστατών στην Αίγινα, γιατί, αν και είχαν  δυναμική παρουσία και αδιαμφισβήτητο κύρος, συγκατατέθηκαν  και αποδέχτηκαν τον τρίτο κοινό τόπο, για να εξασφαλίσουν την πολυπόθητη ενότητα του Έθνους. Βέβαια, οι συγκυρίες, οι  δυσκολίες και το γεγονός της διαιρέσεως και του διχασμού είχε κάπως επηρεάσει τον ζήλο και τη διάθεση των ευρισκομένων συνέδρων στην Ερμιόνη για την επίτευξη γονιμότερης και δημιουργικής προσπάθειας και επιδιώξεως υψηλότερων στόχων με ταχύτατους ρυθμούς. Οι εκτοξευόμενες απειλές ότι θα ακυρώνονταν αργότερα  οι αποφάσεις της Συνέλευσης στην Ερμιόνη από τους πληρεξουσίους στην Αίγινα, δεν έκαμψαν το ηθικό των αγωνιζομένων πληρεξουσίων και συνάμα αναδεικνύουν το μέγεθος του πατριωτισμού, τη συνείδηση της ελληνικής καταγωγής, την αγάπη για την ελευθερία, την πίστη για το δίκαιο του αγώνα και την πίστη στον Θεό, που τους διακατείχε  ενδόμυχα. Ταυτόχρονα , όμως, ήταν φυσικό επακόλουθο να συρρικνωθεί και να περιοριστούν ακούσια η δημιουργικότητα, οι πολεμικές επιχειρήσεις στην Αττική, η προσπάθεια ανακατάληψης του κατειλημμένου Μεσολογγίου στη δυτική Στερεά Ελλάδα, η έκβαση του Αγώνα στην  Πελοπόννησο και η άμεση και ταχεία  επίλυση των οικονομικών και στρατιωτικών αναγκών.

Βέβαια στην Ερμιόνη συζητήθηκαν στην Εθνοσυνέλευση και  προγραμματίστηκαν θέματα πολιτικής, πολιτειακής και νομοθετικής φύσεως, που απασχόλησαν τους συνέδρους με τη δέουσα σοβαρότητα, αλλά δεν ελήφθησαν αποφάσεις άμεσα και ταχύτατα, όχι από έλλειψη πρωτοβουλιών και συναίσθησης του επικείμενου κινδύνου, αλλά από την αγωνία και την αναμονή των προσπαθειών  της συμφιλίωσης και ενότητας με εκείνους, που απειλούσαν με σφοδρότητα από την Αίγινα. Οι πληρεξούσιοι  στην Ερμιόνη ανεδείχθησαν εμπράκτως φιλοπάτριδες,  αγωνιστές και άξια «τέκνα» της Πατρίδας  με πνεύμα αυτοθυσίας και σήμερα νιώθουμε υπερήφανοι, γιατί είμαστε απόγονοι τέτοιων σπουδαίων  αγωνιστών…

Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας  

 Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της (18 Ιανουαρίου – 17 Μαρτίου 1827)

 Έκδοση, Δήμου Ερμιονίδας, 2017

 ISBN: 978-960-85910-6-6

 

Με την ευκαιρία, δημοσιεύουμε την πανηγυρική-εορταστική ομιλία του συγγραφέα που εκφώνησε την Κυριακή 12-3-2017, στον Ιερό Ναό των Αγίων Ταξιαρχών,  την ημέρα των επετειακών  εκδηλώσεων μνήμης για τα 190 χρόνια από την «κατ’ επανάληψη» Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης, παρουσία του Πρόεδρου της Δημοκρατίας (ΠτΔ), Προκόπη Παυλόπουλου.

 

Εξοχώτατε Κύριε Πρόεδρε της Δημοκρατίας

Μεγάλη τιμή και συνάμα  μεγάλη ευθύνη συνεπάγεται η εκφώνηση πανηγυρικού λόγου σε μια ημέρα ιστορικής επετείου, όπως η σημερινή, με τον εορτασμό των 190 χρόνων από τη Γ’(τρίτη)    Εθνοσυνέλευση   «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη. Το κορυφαίο αυτό γεγονός, αποτελεί ευνοϊκή συγκυρία, τόσο για την επανασύνδεσή μας με την ιστορία, όσο και για τον αναστοχασμό πάνω στους προβληματισμούς τού τόπου μας και τις προοπτικές του  για το άμεσο μέλλον.

Ερμιόνη, Μητροπολιτικός Ναός Αγίων Ταξιαρχών. Πανηγυρική- Εορταστική ομιλία, Ιωάννη Αγγ. Ησαΐα.

Τη στιγμή αυτή, που παρευρισκόμαστε στον  Μητροπολιτικό Ναό  των Ταξιαρχών,  χαλυβδώνεται  το  πατριωτικό φρόνημα  με τη συμμετοχή μας στον εθνικό και ιστορικό  πανηγυρισμό. Ταυτόχρονα, ο νους και η ψυχή μας στρέφονται στην  Εθνεγερσία του 1821, κατά την οποία  κυριάρχησε ανάμεσα στους  επαναστατημένους Έλληνες από το 1821 έως το 1825, ο ενθουσιασμός και πράξεις ανείπωτης ανδρείας και αυτοθυσίας, ενώ παραλίγο έλειψε να χαθούν τα πάντα, όταν ενεπλάκησαν οι αγωνιζόμενοι Έλληνες σε εμφύλιο σπαραγμό, με έντονα τα χαρακτηριστικά  του διχασμού. Η σκέψη μας ακολουθεί τις δυσμενείς εξελίξεις από το 1825 έως το 1827, που οδήγησαν  την Επανάσταση στα πρόθυρα της  κατάρρευσης, όταν στάλθηκε ο  Ιμπραήμ,  από την Αίγυπτο στην Πελοπόννησο  για την ενίσχυση των  δυνάμεων του Σουλτάνου.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν, οδήγησαν τους πληρεξούσιους των επαναστατημένων επαρχιών να συγκεντρωθούν στις 6 Απριλίου του 1826 στη δεκαήμερη Γ’ (τρίτη) Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, που διαλύθηκε αιφνίδια  μετά την πτώση του Μεσολογγίου, με την προοπτική να επαναληφθούν οι εργασίες της μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου του 1826. Επακολούθησαν οι αποτυχημένες προσπάθειες της εντεταλμένης «Επιτροπής Συνελεύσεως» της Επιδαύρου, για τη σύγκληση της Εθνοσυνέλευσης, αλλά ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έντονα προβληματισμένος από τη δραστηριότητα της φιλοαγγλικής ομάδας των πληρεξουσίων, επέλεξε την Ερμιόνη ως τον ασφαλέστερο τόπο συνάθροισης των αντιπροσώπων του λαού.

Στα  τέλη του 1826 η πλειοψηφούσα παράταξη των συνέδρων  της Επιδαύρου, μετά την πατριωτική πρόσκληση του Κολοκοτρώνη έφθασε στην Ερμιόνη, ενώ η μειοψηφική συσπείρωση των «παραστατών» κατέφυγε στην Αίγινα  μαζί με τη  «Διοικητική Επιτροπή»  και έτσι επισφραγίστηκε de facto ο διχασμός    ανάμεσα στις δύο αντιτιθέμενες ομάδες.

Ύστερα από τη συνάθροιση της πλειοψηφίας των πληρεξουσίων στην Ερμιόνη    και  τη σχετική προετοιμασία, στις 18 Ιανουαρίου 1827 άρχισαν οι εργασίες  των  προκαταρκτικών  συνεδριάσεων της Γ’ (τρίτης)  Εθνοσυνέλευσης  μέχρι τη  10η Φεβρουαρίου 1827 σε παρακείμενη του ιερού αυτού χώρου   αίθουσα της οικίας Οικονόμου, όπου στεγάζεται σήμερα το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο. Μετά την ορκωμοσία των συνέδρων την 11η Φεβρουαρίου 1827 στον παρόντα Ιερό Ναό  των Ταξιαρχών,  ξεκίνησαν οι τακτικές συνεδριάσεις στην ίδια αίθουσα, με πρόεδρο τον Γεώργιο Σισίνη και τη συμμετοχή 147 αντιπροσώπων συνολικά. Την  17η Μαρτίου 1827 ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της Συνέλευσης , στις οποίες κατοχυρώθηκαν τέσσερα ψηφίσματα και ελήφθησαν διοικητικές και στρατιωτικές αποφάσεις.

Διερευνώντας όλα τα συμβάντα, τα συνδεόμενα με τη Γ’ (τρίτη)  Εθνοσυνέλευση    στην Ερμιόνη, ανακαλύπτονται σπουδαία ιστορικά στοιχεία, που αναδεικνύουν θετικά τη συμβολή της, γιατί τροχιοδρόμησαν σημαντικές εξελίξεις και τελικά οδήγησαν στο ποθούμενο και στο ζητούμενο.

Ιδιαίτερα αξιόλογο ιστορικό στοιχείο στην εξέλιξη των γεγονότων είναι ο ασφαλής  τόπος επιλογής της Ερμιόνης, με τους λεβεντόψυχους κατοίκους της. Μέσα σ’ αυτό το ευοίωνο κλίμα, ο Γέρος του Μοριά,  ο  Πρόεδρος  Γεώργιος Σισίνης και όλο «το επιτελείο»   μπόρεσαν  να οργανωθούν  και να προσεταιριστούν παραστάτες, που είχαν επίγνωση των κρίσιμων καταστάσεων. Συνάμα, έπαιξαν καταλυτικό ρόλο, οι επιδέξιοι χειρισμοί του εμβληματικού ηγέτη Θεόδωρου Κολοκοτρώνη  και των σωφρονεστέρων πληρεξουσίων,  γιατί αποσοβήθηκε η άμεση σύγκρουση των αντιπάλων παρατάξεων.

Μεταξύ των άλλων, η Εθνοσυνέλευση στην Ερμιόνη ανέπτυξε σημαντικές δραστηριότητες ως «Κυβερνητική Επιτροπή», αφού η «Κυβέρνηση» με πρόεδρο τον Ανδρέα Ζαΐμη βρισκόταν «εγκλωβισμένη» στην Αίγινα. Συνάμα, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο κορυφαίος διοργανωτής του σπουδαίου αυτού εγχειρήματος, διακρίθηκε ως διπλωματικός εκπρόσωπος των αγωνιζομένων Ελλήνων στις διαβουλεύσεις, που είχε με τον Άγγλο Στράτφορντ  Κάνιγκ, πρεσβευτή  της Αγγλίας  στην Κωνσταντινούπολη και διαμεσολαβητή  του Ελληνικού ζητήματος με την Υψηλή Πύλη.

Επιπροσθέτως, κατά τη διάρκεια   των συνεδριάσεων της Συνέλευσης ο Θ. Κολοκοτρώνης αναλώθηκε σε συμφιλιωτικές διαβουλεύσεις με τους φιλέλληνες Βρετανούς, πλοίαρχο Χάμιλτον, αντιστράτηγο Τζωρτζ  και τον ναύαρχο  Κόχραν. Οι συζητήσεις στρέφονταν κυρίως  στην εθνική συμφιλίωση των δύο αντιτιθεμένων ομάδων(στην Ερμιόνη και στην Αίγινα) και την κατάλληλη στιγμή, όλοι μαζί ενωμένοι αποδέχτηκαν την συνέχιση από  κοινού των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης στην  Τροιζήνα.

Είναι επίσης, γεγονός προφανές ότι η Συνέλευση στην Ερμιόνη στάθηκε ως στυλοβάτης της Επανάστασης στην πιο κρίσιμη καμπή. Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο είχε λειτουργήσει ως καταλύτης για την αποδιοργάνωση του Αγώνα, αφού είχαν προηγηθεί δύο εμφύλιοι πόλεμοι, που είχαν σκορπίσει εθνικό διχασμό, διάσπαση της ηγεσίας και επικράτηση απειθαρχίας στο στράτευμα.

Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων στην Ερμιόνη και κατόπιν στην Τροιζήνα, οι διεθνείς συνθήκες απαιτούσαν συντονισμό των τριών Μεγάλων Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας. Σ’ αυτό το επίμαχο  χρονικό σημείο, τονίζουμε ότι η καταστροφική επίθεση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο συνένωσε τα ευρωπαϊκά κράτη, άλλαξε τη συμμαχική διπλωματία υπέρ του Ελληνικού ζητήματος και έτσι σώθηκε η Ελληνική Επανάσταση.

Εκ των πραγμάτων, η Εθνοσυνέλευση στην Ερμιόνη υπήρξε «προδρομική» για τη Συνέλευση στην Τροιζήνα. Τούτο γίνεται αντιληπτό, όχι μόνο  γιατί    οι πληρεξούσιοι  αποδέχθηκαν  την εθνική συμφιλίωση και τη συνέχιση των εργασιών στην Τροιζήνα ,  αλλά και γιατί  είχαν δημιουργηθεί στην Ερμιόνη ώριμες συνθήκες για τη λήψη ρηξικέλευθων   αποφάσεων και ψηφισμάτων, όπως ήταν η οριστική εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια ως Κυβερνήτη και η ψήφιση του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος», βασισμένου στην κοινοβουλευτική Δημοκρατία.

Ωσαύτως, οι πληρεξούσιοι της Γ’(τρίτης)   Εθνοσυνέλευσης, αφήνοντας πίσω τη διχόνοια, επέδειξαν  αδιάσπαστη ενότητα σ’ αυτή τη δύσκολη φάση του Αγώνα και μαζί με τον πατριωτισμό και το αίσθημα της ιστορικής ευθύνης, υπενθυμίζουν  σε όλους μας ότι μπορούμε να ανακάμπτουμε και να μεγαλουργούμε. Συνάμα θεωρώ επιβεβλημένη  υποχρέωση να επισημειώσω ότι μέσα από αυτή την  εκδήλωση  αναδύονται τα μηνύματα  της εθνικής ομοψυχίας, της αγάπης για την Πατρίδα, της πίστης στο θεό και στον δίκαιο αγώνα. Για τούτο ενδείκνυται να υψώσουμε την ιστορία ως δάσκαλο και σύμβουλό μας, να ενεργοποιήσουμε όλες τις δυνάμεις της κοινωνίας μας, θέτοντας ως προτεραιότητα το καθήκον απέναντι στο μέλλον της πατρίδας μας.

Ανάμεσα στα άλλα, ο σημερινός ιστορικός εορτασμός της Εθνοσυνέλευσης οργανώθηκε από την εντεταλμένη  Επιτροπή  του Δήμου μας  υπό τη δημιουργική καθοδήγηση του κ. Δημάρχου Ερμιονίδας, ενώ ταυτόχρονα ολοκληρώθηκε η προετοιμασία του σχεδιασμού της εκδήλωσης με την αγαστή συνεργασία της Περιφέρειας Πελοποννήσου, της Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας, του Δήμου Ερμιονίδας, της Δημοτικής Κοινότητας  Ερμιόνης, του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Ερμιόνης και του Ερμιονικού Συνδέσμου, ο οποίος είχε και την αρχική πρωτοβουλία της εορταστικής επετείου των 190  χρόνων  της Συνέλευσης.

Εξοχώτατε κύριε Πρόεδρε της  Δημοκρατίας, Σεβασμιώτατε, εκλεκτή και σεβαστή ομήγυρη, τιμώντας  τη μνήμη των Αγωνιστών οφείλουμε να παραμείνουμε ενωμένοι όλοι μαζί, να  αποδεχθούμε ό,τι αξίζει και να αγωνιστούμε  ενάντια σε ό,τι μάς αλλοτριώνει. Αυτό πρέπει να είναι το αληθινό χρέος μας.

Read Full Post »

Οι θεσμοί στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Αποτίμηση μιας αντιφατικής περιόδου, Πρακτικά Συνεδρίου, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2016. 


 

«Οι θεσμοί στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Αποτίμηση μιας αντιφατικής περιόδου», είναι ο τίτλος του τόμου των πρακτικών του συνεδρίου, που μόλις κυκλοφόρησε  από τη σειρά Δημόσια Πολιτική & Θεσμοί των εκδόσεων Παπαζήση. Το συνέδριο διοργάνωσαν, το Νοέμβριο του 2011 (4-6/11), στην Καλαμάτα, το Κέντρο Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής και Θεσμών του Παντείου Πανεπιστημίου και το Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης του ΑΤΕΙ Καλαμάτας.

Σκοπός του συνεδρίου ήταν να εντοπίσει και να αναδείξει τις μεταλλάξεις, αλλά και τις στρεβλώσεις που χαρακτήρισαν μια σειρά θεσμών στην Ελλάδα, μέσα από συνέχειες και ασυνέχειες, την περίοδο μετά το 1974, στο πολιτικό, στο οικονομικό, στο διοικητικό/αυτοδιοικητικό, στο κοινωνικό όπως και στο πεδίο της εκπαίδευσης, καθώς και να διερευνήσει τις μεταρρυθμιστικές δυνατότητες και προοπτικές.

 

Παρουσίαση Γεώργιος Κόνδης

 

Η κρίση των τελευταίων ετών έδωσε τη δυνατότητα  νέων προσανατολισμών στην έρευνα  για τα αίτια που οδήγησαν την ελληνική κοινωνία σε νέο ιστορικό αδιέξοδο. Κοινό σημείο αναφοράς των ερευνών ήταν η λεγόμενη «μεταπολίτευση», η περίοδος δηλαδή που αρχίζει με την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας και φτάνει σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, να επαναλαμβάνει το κλασικά ιστορικό πλέον ερώτημα: τις πταίει; Η «μεταπολίτευση» άρχισε με εκείνη την αισιοδοξία που προσφέρει κάθε νέο ξεκίνημα μετά από μια ιστορική περίοδο ανελευθερίας και με βαριά τα σημάδια του χουντικού τυχοδιωκτισμού και της εθνικής συμφοράς με τη διχοτόμηση της Κύπρου. Όλα έδειχναν πως οι δημοκρατικοί θεσμοί θα στεριώσουν και θα αναπτυχθούν, οι θετικές οικονομικές συγκυρίες θα έδιναν νέες αναπτυξιακές ευκαιρίες σε μια χώρα δοκιμαζόμενη και αιμορραγούσα από την κρίση και τη συνεχιζόμενη μετανάστευση, ο άνεμος ελευθερίας θα βοηθούσε στην ανάπτυξη μιας εκπαίδευσης που θα πρωτοστατούσε στην αναγέννηση της χώρας.  Τι έγινε ακριβώς στα πενήντα χρόνια που μεσολάβησαν από το 1974 στη σημερινή νέα κρίση[i];

Οι θεσμοί στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης

Οι θεσμοί στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης

Το Νοέμβριο του 2011, το Κέντρο Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής και Θεσμών του Παντείου Πανεπιστημίου και το Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης του ΑΤΕΙ Καλαμάτας διοργάνωσαν συνέδριο με γενικό θέμα : «Οι θεσμοί στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης. Αποτίμηση μιας αντιφατικής περιόδου». Στο τριήμερο των εργασιών του συνεδρίου (4-6/11) αναπτύχθηκε ένας πλούσιος προβληματισμός σε μια σειρά από θέματα και παρουσιάστηκαν πολλά στοιχεία που αφορούσαν στη γενικότερη λειτουργία των θεσμών και στην ειδικότερη οργάνωση και λειτουργία πεδίων όπως η αυτοδιοίκηση, η εκπαίδευση, κ.ά. Η κοινή διαπίστωση πως η Μεταπολίτευση αποτέλεσε μια περίοδο στην ιστορία της χώρας πλούσιας παραγωγής ιδεών, δράσεων και πολιτικών στους οποίους στηρίχτηκε η ισχυροποίηση και η ανάπτυξη των δημοκρατικών θεσμών, συνοδεύτηκε από την επίσης κοινή διαπίστωση των εισηγητών πως οι ασυνέχειες στο επίπεδο των εφαρμογών τους και η συνεχώς παραγόμενη αντίφαση «μεταρρυθμίσεων/αντι-μεταρρυθμίσεων», αδρανοποιούσαν τα οφέλη της μεταπολιτευτικής δυναμικής και δημιουργούσαν προϋποθέσεις νέων κρίσεων σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Ένα από τα πολλά παραδείγματα που αναφέρονται στις εισηγήσεις και που μας απασχολεί σήμερα ακόμη πιο έντονα είναι εκείνο της μετανάστευσης. Με το Νόμο 3852/2010 θεσμοθετούνται τα ΣΕΜ (Συμβούλια Ένταξης Μεταναστών) σε κάθε Δήμο. Θεσμός που δεν λειτούργησε ποτέ ουσιαστικά ώστε να προσφέρει μια πολύπλευρη βάση διαχείρισης (πολιτική, οικονομική, πολιτισμική) του φαινομένου σε μια χώρα που μετατρεπόταν με ταχύτατους ρυθμούς σε χώρα υποδοχής μεταναστών, από χώρα προέλευσης μεταναστών σε Ευρώπη και Αμερική.

Η αδυναμία χάραξης μεσο/μακροπρόθεσμων πολιτικών σε μια σειρά από σημαντικά θέματα δεν πηγάζει μόνο από τις δομικές αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού αλλά και από τους τρόπους με τους οποίους η εκάστοτε κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τον κοινωνικό και πολιτικό της ρόλο. Έτσι, παρά τα σημαντικά νομοθετήματα και την γενικότερη προσπάθεια θωράκισης του δημοκρατικού πολιτεύματος [ii], ο κρατικός συγκεντρωτισμός ενισχύθηκε υπέρμετρα κατά τρόπο ώστε να εγκλωβίζει και να απονευρώνει κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια με προέλευση είτε από τον ιδιωτικό τομέα, είτε από την ίδια την Κοινωνία των Πολιτών. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της τοπικής αυτοδιοίκησης στις δράσεις της οποίας είχαν στηριχτεί οι ελπίδες μιας ανανέωσης (στελεχιακό δυναμικό, νέες πολιτικές διαχείρισης τοπικών πόρων, κ.ά) και μιας συνακόλουθης ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών, επομένως και ολόκληρης της χώρας. Παρ’ ότι, όπως σημειώνει η Αθ. Τριανταφυλλοπούλου, ο συντακτικός νομοθέτης αναγνωρίζει την διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια της τοπικής αυτοδιοίκησης, η επαναφορά ενός συγκεντρωτικού συστήματος  διοίκησης των υποθέσεων δημόσιου χαρακτήρα αναιρεί τη δυνατότητά της να χαράζει και να υλοποιεί πολιτικές, με άλλα λόγια αναιρεί την ουσία του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης ως θεσμού εξουσίας.

Το παιχνίδι αυτό μεταρρυθμίσεων/αντι-μεταρρυθμίσεων αποτέλεσε, σε τελευταία ανάλυση, μια επιλογή των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων στην προσπάθειά τους να ελέγξουν τους μηχανισμούς εξουσίας και τις πηγές προνομίων που απορρέουν [iii]. Από την άποψη αυτή, οι πελατειακές σχέσεις και ο κομματικός έλεγχος των κρατικών μηχανισμών όχι μόνο παρέμειναν ανέπαφοι, αλλά  ενισχύθηκαν σε μια ιστορική συγκυρία πρόσφορη για την ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας λόγω των κάθε είδους εισροών (οικονομικών, πολιτισμικών, κ.ά) ιδιαίτερα από την Ε.Ε. Η ενίσχυση αυτή δημιούργησε αρνητικές προϋποθέσεις για τη χώρα και την κοινωνία και οδήγησε σε σταδιακή αποδιάρθρωση ευρύτατων τομέων οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων. Η αποσάρθρωση του παραγωγικού ιστού της χώρας και η εκπαιδευτική απονεύρωση είναι τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της εξέλιξης τα αποτελέσματα της οποίας αρχίζουμε, μόλις τώρα να βιώνουμε.

Χάθηκαν επομένως πολλές, πάρα πολλές ευκαιρίες ώστε να οργανωθεί μια πολυεπίπεδη κουλτούρα έρευνας και γνώσεων, που θα αποτελούσε το κεφαλαιώδες μεταπολιτευτικό κληροδότημα για την ανάπτυξη της χώρας και την συμπόρευσή της με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Χάθηκαν οι ευκαιρίες αυτές ενώ ταυτόχρονα ισχυροποιούνταν οι δημοκρατικοί θεσμοί κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο. Εδώ μάλλον βρίσκονται και οι λόγοι της δημιουργίας ενός νέου «πολιτικού παραδόξου» που θα τυραννήσει την ελληνική κοινωνία και θα δημιουργήσει νέες οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις. Τα κενά που δημιουργούνται ανάμεσα στους δημοκρατικούς θεσμούς και τις πρακτικές πολιτικές εφαρμογές, επιτρέπουν σταδιακά στην οργάνωση ενός κομματικοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης όπου ο νεποτισμός, η αναξιοκρατία και η μη παραγωγική πολιτική λογική, θα αποτελέσουν τα κυρίαρχα στοιχεία της πολιτικής μεταπολιτευτικής πραγματικότητας και της οδυνηρής και άδηλου μέλλοντος σημερινής κρίσης.

«Εντέλει», γράφει στην εισαγωγή των πρακτικών του συνεδρίου που μόλις κυκλοφόρησε ο καθηγητής Δημήτρης Π.Σωτηρόπουλος, «η αποδυνάμωση βασικών θεσμών όπως το κοινοβούλιο, η δικαιοσύνη, οι φοροεισπρακτικοί μηχανισμοί, η εκπαίδευση αποδείχτηκε ότι είχαν ως πρώτα θύματα τους ίδιους τους πολίτες  και το δημόσιο συμφέρον. Κατ’ αντιστοιχία, έννοιες όπως αυτονομία, χειραφέτηση, ανοικτή κοινωνία, κοινωνική δικαιοσύνη, λογοδοσία, διαφάνεια, κ.ά. παραμένουν σήμερα ανεκπλήρωτα αιτήματα όσων πολιτών δεν επεδίωξαν να συμπεριληφθούν στο κομματοκρατικό σύστημα οργάνωσης της κοινωνίας και της εργασίας μεταπολιτευτικά».

«Οι θεσμοί στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Αποτίμηση μιας αντιφατικής περιόδου», είναι ο τίτλος του τόμου που μόλις κυκλοφόρησε  από τη σειρά Δημόσια Πολιτική & Θεσμοί των εκδόσεων Παπαζήση υπό την διεύθυνση του Αργύρη Γ. Πασσά και του Θεόδωρου Ν. Τσέκου και μαζί τους επιμελήθηκαν την παρούσα έκδοση η Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου και ο Δημήτριος Π. Σωτηρόπουλος, καθηγητές στο ΑΤΕΙ Πελοποννήσου και γνωστοί στο αργολικό κοινό από την παρουσία τους τον Οκτώβριο του 2013 στο Άργος σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ημερίδα με θέμα: Τρία χρόνια Μεταρρύθμισης στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. «Καλλικράτης»: εμπειρίες και προοπτικές. Τις εισηγήσεις αυτές θα αναρτήσει η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 

Υποσημειώσεις


[i] Με ενδιαφέρον αναμένουμε το Συνέδριο του ΕΙΕ/ΑΣΚΙ για την περίοδο της «21ης Απριλίου» που θα διεξαχθεί τον Απρίλιο στην Αθήνα και θα προσθέσει νέα στοιχεία για την περίοδο αυτή. Πολλά από αυτά θα φωτίσουν ταυτόχρονα πλευρές της Μεταπολίτευσης καθώς ο εκδημοκρατισμός της ελληνικής κοινωνίας θα διαμορφώσει νέες συνθήκες σκέψης, επιλογών και δράσεων σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, εκπαιδευτικό, κ.ά.), που θα επηρεάσουν και θα διαμορφώσουν με τη σειρά τους νέες στάσεις, νοοτροπίες και πρακτικές.

[ii] Οι εισηγήσεις του πρώτου μέρους, οι σχετικές με την εκτελεστική εξουσία (σσ. 85-194) και την τοπική αυτοδιοίκηση (σσ. 195-348) προσφέρουν  πλήθος πληροφοριών σχετικά με τα νομοθετήματα και τους μηχανισμούς που υιοθετήθηκαν. Στο δεύτερο μέρος οι εισηγήσεις εξειδικεύονται στην ανάλυση των πολιτικών κομμάτων, της αγοράς και της εκπαίδευσης.

[iii] Ο Θεόδωρος Ν.Τσέκος σε μια εξαιρετική ανάλυση με τίτλο «Κράτος εν κρίση», δίνει μια ιδιαίτερη εικόνα  για τον έλεγχο των προνομίων αυτών μέσα από τις δυνατότητες που προσφέρουν οι κοινοτικές χρηματοδοτήσεις.  Γράφει λοιπόν: «Γενεσιουργό αιτία αρκετών εκ των μεταρρυθμιστικών εγχειρημάτων απετέλεσε η ανάγκη πρόσβασης σε διεθνείς πηγές χρηματοδότησης, τόσο στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, όσο και μεταγενέστερα στα πλαίσια της ΕΕ αλλά και προσφάτως ως αποτέλεσμα της κρίσης. Η ενίσχυση της συγκριτικής θέσης ομάδων συγκροτημένων εντός – και εκτός – του πολιτικο-διοικητικού συστήματος αποτελεί επίσης ένα – συνήθως μη ομολογούμενο – κίνητρο προώθησης, υποστήριξης και συχνά χειραγώγησης μεταρρυθμίσεων.  Τέλος, τα προγράμματα διοικητικού εκσυγχρονισμού ασκούν μια νομιμοποιητική λειτουργία έναντι ενός ευρέος κοινού και υπέρ των πολιτικών ελίτ που τις επιχειρούν. Η νομιμοποιητική αυτή λειτουργία, εγγραφόμενη σε ένα πελατειακό περιβάλλον όπου η ιδιοτελής σχέση με τη δημόσια σφαίρα παραμένει ισχυρή, αποτελεί αντικείμενο μιας ιδιόμορφης, «εξατομικευμένης», ανάγνωσης εκ μέρους των ομάδων συμφερόντων….», (Νέα Εστία,  τ. 1861, Μάρτιος 2014, σ.166). Στα κείμενα αυτά και τις οπτικές σχετικά με την περίοδο της μεταπολίτευσης θα επανέλθουμε.

 

Οι θεσμοί στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης
Αποτίμηση μιας αντιφατικής περιόδου

Συλλογικό έργο.

Επιμέλεια: Αργύρης Γ. Πασσάς, Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου, Θεόδωρος Ν. Τσέκος, Δημήτριος Π. Σωτηρόπουλος

Εκδόσεις Παπαζήση, 2016
638 σελ.
ISBN 978-960-02-3236-3

Γεώργιος Κόνδης

Read Full Post »

Στέφανου Α. Κουμανούδη – Ανέκδοτα κείμενα 1837-1845. («Ημερολόγιον»: επιμέλεια Σοφία Ματθαίου – «Πραγματεία κατά του Φαλλμεράυερ Ατελής»: επιμέλεια Παντελής Καρέλλος).


 

Στον παρόντα τόμο η Σοφία Ματθαίου και ο Παντελής Καρέλλος παρουσιάζουν δύο ανέκδοτα κείμενα του Στέφανου Α. Κουμανούδη από το προσωπικό του αρχείο το οποίο απόκειται στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης, πλουτίζοντας σημαντικά τις γνώσεις μας για έναν εξέχοντα εκπρόσωπο της ελληνικής λογιοσύνης. Διετέλεσε καθηγητής της λατινικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο (1846-1886), γραμματεύς της Αρχαιολογικής Εταιρείας (1859-1894), αρχαιολόγος και θεμελιωτής της μελέτης των αρχαίων ελληνικών επιγραφών στην Ελλάδα, λεξικογράφος και ποιητής, ενώ τον απασχολούσε κάθε πλευρά της νεοελληνικής ταυτότητας.

Στέφανος Aθ. Κουμανούδης (1818 - 1899). Η φωτογραφία δημοσιεύεται στο «Ημερολόγιο Σκόκου, 1900», σελίδα, 31.

Στέφανος Aθ. Κουμανούδης (1818 – 1899). Η φωτογραφία δημοσιεύεται στο «Ημερολόγιο Σκόκου, 1900», σελίδα, 31.

Ο Στέφανος Κουμανούδης είχε παραμείνει επί μακρόν μια μάλλον σκιώδης και απόμακρη παρουσία στην ιστορία της ελληνικής παιδείας, γνωστός κυρίως από το λατινο-ελληνικό λεξικό του. Η πνευματική φυσιογνωμία του Κουμανούδη φωτίστηκε με νέο φως χάρη στον Κ. Θ. Δημαρά, ο οποίος αναγνώρισε στο πρόσωπό του έναν από τους επιγόνους του Διαφωτισμού και ξανάφερε στο ερευνητικό προσκήνιο το πιο ενδιαφέρον του έργο, το λεξικό των ελληνικών νεολογισμών, το οποίο υπό τον τίτλο Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογιών πλασθεισών εκδόθηκε στη χαραυγή ακριβώς του εικοστού αιώνα, το 1900. Ογδόντα έτη αργότερα ο Κ. Θ. Δημαράς επανεξέδωσε το έργο με σημαντικά προλεγόμενα για την ιδεολογική σημασία των νεολογισμών και τη λεξικογραφική κωδικοποίησή τους. Έτσι συντελέστηκε κατά κάποιον τρόπο η επάνοδος του Στέφανου Κουμανούδη στη θεματολογία της έρευνας του νέου ελληνισμού.

Η ιστοριογραφική επάνοδος του Κουμανούδη, η οποία συντελέστηκε χάρη στον Κ. Θ. Δημαρά, λειτούργησε ως πρόσκληση προς νεότερους μελετητές να ασχοληθούν σοβαρά με το έργο του και να στοχαστούν επί της ιστορικής του παρουσίας ως συνισταμένης πολλών από τα φαινόμενα που συνθέτουν την πνευματική φυσιογνωμία του νέου ελληνισμού. Μεταξύ εκείνων που αναδέχθηκαν αυτή την πρόσκληση ξεχωρίζει η Σοφία Ματθαίου, η οποία αφιέρωσε στον Στέφανο Κουμανούδη μια αξιόλογη διατριβή και άλλες μελέτες.

Στον παρόντα τόμο οι δύο μελετητές παρουσιάζουν δύο ανέκδοτα κείμενα τα οποία συνέταξε ο Κουμανούδης κατά την περίοδο των σπουδών του στην Ευρώπη (Μόναχο, Βερολίνο, Παρίσι) και απηχούν τους προβληματισμούς των νεανικών του χρόνων. Το πρώτο, το οποίο επιμελείται η Σοφία Ματθαίου, είναι το προσωπικό ημερολόγιο που τηρούσε κατά το διάστημα 1837-1845. Παρά το γεγονός ότι οι εγγραφές δεν είναι καθημερινές, το ημερολόγιο συνιστά μια πρόσφορη πηγή για να ανιχνεύσουμε τα στάδια της διαμόρφωσης της προσωπικότητάς του.

Το δεύτερο, το οποίο επιμελείται ο Παντελής Καρέλλος, πραγματεύεται ένα από τα πιο επίμαχα ιστοριογραφικά ζητήματα του ελληνικού δεκάτου ενάτου αιώνα, τους ισχυρισμούς του Jakob Fallmerayer για την καταγωγή των νεότερων Ελλήνων. Αξίζει να σημειώσουμε την έμφαση που αποδίδει ο Κουμανούδης στη γλώσσα ως διαχρονικό γνώρισμα της ταυτότητας των Ελλήνων. Ιστορικότερη η μαρτυρία του ανέκδοτου ημερολογίου, φιλολογικότερη εκείνη του σχολιασμού των απόψεων του Fallmerayer, προσθέτουν αμφότερες σημαντικές φωτοσκιάσεις ώστε να καταστεί η πνευματική προσωπογραφία του Στέφανου Κουμανούδη συνθετότερη και ακριβέστερη.

Τα εκδιδόμενα στις επόμενες σελίδες ανέκδοτα κείμενα πλαισιώνονται χάρη στη φιλοπονία των επιμελητών με όλη την αναγκαία επιστημονική τεκμηρίωση που τα καθιστά αποτελεσματικότερα προσιτά στον αναγνώστη.

(Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, από τον πρόλογο)

 

Στέφανου Α. Κουμανούδη - Ανέκδοτα κείμενα 1837-1845.

Στέφανου Α. Κουμανούδη – Ανέκδοτα κείμενα 1837-1845.

 

 

Η Pωξάνη Aργυροπούλου, οµότιµη διευθύντρια Ερευνών στο Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύµατος Ερευνών, γράφει για το βιβλίο στην Εφημερίδα «Βήμα», 18/12/2011, άρθρο με τίτλο:   

«Στέφανος Κουµανούδης: Τι πίστευε ένας διανοούμενος στη νεαρή Ελλάδα του 19ου αιώνα».

Ανέκδοτα κείµενα ενός από τους πρώτους σοφούς του ελληνικού κράτους. Πώς αντέκρουσε τον Φαλµεράιερ, γιατί θεωρούσε αρνητικό τον ρόλο της Ορθοδοξίας, τι έγραψε για τις κατευθύνσεις της Παιδείας.


Mετά το 1835, µια πλειάδα νέων διανοουµένων του Ελληνισµού της Διασποράς αποφασίζουν να εγκατασταθούν στην Aθήνα, την καινούργια πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου. Ως ετερόχθονες γνωρίζουν την πατρίδα τους µόνο από αναγνώσεις. Γόνοι ευπόρων οικογενειών, έχουν αποκτήσει µια γερή παιδεία στα πανεπιστήµια της Δυτικής Eυρώπης και θα συµβάλουν µε τον ροµαντικό φιλελευθερισµό τους στη συγκρότηση του νεοπαγούς ελληνικού κράτους.

Aνάµεσά τους συγκαταλέγεται ο Στέφανος A. Kουµανούδης (1818-1899), ο οποίος διετέλεσε καθηγητής της Λατινικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήµιο (1846-1886), γραµµατεύς της Aρχαιολογικής Eταιρείας (1859-1894), θεµελιωτής της επιγραφικής στην Eλλάδα, αλλά και ποιητής, λεξικογράφος και µεταφραστής. H προσωπικότητά του, όπως επισηµαίνει στον πρόλογο του βιβλίου ο καθηγητής Π. M. Kιτροµηλίδης, παρέµενε στη σκιά έως ότου ο K. Θ. Δηµαράς αναγνώρισε στο πρόσωπό του έναν από τους επιγόνους του Διαφωτισµού.

Γεννηµένος στην Aδριανούπολη, όπου διδάχθηκε τα πρώ τα γράµµατα, ο Στέφανος A. Kουµανούδης µεγάλωσε στο Bελιγράδι και στη Σιλίστρα της Bουλγαρίας. Aποφασισµένος να ακολουθήσει πανεπιστηµιακή σταδιοδροµία, αρχίζει το 1835 την ακαδηµαϊκή του περιπλάνηση, που καλύπτει το Hµερολόγιό του, το οποίο εκδίδεται τώρα από τη Σοφία Mατθαίου, ερευνήτρια του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών. O νεαρός φοιτητής επιλέγει µαθήµατα που προτίθεται αργότερα να διδάξει στο Πανεπιστήµιο της Aθήνας:
Αρχαιολογία, Ιστορία της Τέχνης, Αισθητική, Ιστορία της Eλλάδος και Ελληνική Γραµµατεία. Στο Mόναχο (1835-1840) και στο Bερολίνο (1840-1842) παρακολουθεί τις παραδόσεις περιφήµων λογίων της εποχής του: του κλασικού φιλολόγου Fr. Thiersch, που τον καθοδήγησε στις σπουδές του, του φιλοσόφου F. W. J. von Schelling, ο οποίος τον εισήγαγε στη φιλοσοφία της µυθολογίας, του ανατολιστή K. F. Neumann, του J. Görres, θεµελιωτή της γερµανικής λαογραφίας.

 

Γκραβούρα στην οποία απεικονίζεται το Πανεπιστήμιο Αθηνών, θεμελιωμένο το 1839. Ο Κουμανούδης ήταν ένας από τους πρώτους καθηγητές.

Γκραβούρα στην οποία απεικονίζεται το Πανεπιστήμιο Αθηνών, θεμελιωμένο το 1839. Ο Κουμανούδης ήταν ένας από τους πρώτους καθηγητές.

 

Βερολίνο, Παρίσι

 

Στο Bερολίνο τον διακρίνει ένα έντονο ενδιαφέρον για τα σύγχρονα ελληνικά πράγµατα· διαµορφώνει τις αντιλήψεις του για τις κατευθύνσεις που οφείλει να ακολουθήσει η νεοελληνική παιδεία, τονίζοντας το εθνικό της περιεχόµενο µε διαχρονικά γνωρίσµατα τα ήθη και τη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας. Θεωρεί επιβεβληµένη τη µελέτη της δηµώδους γλώσσας και αναγκαίες τις ευρωπαϊκές πολιτιστικές µεταφορές στη φιλοσοφία και στην τέχνη γενικότερα. Στο Hµερολόγιο σχολιάζει επίσης τους έλληνες συµφοιτητές του, οι περισσότεροι των οποίων θα διακριθούν στη µετέπειτα ελληνική πολιτιστική ζωή (Eυθύµιος Kαστόρχης, Nικόλαος Kοτζιάς, Hρακλής Mητσόπουλος, Π. Eυστρατιάδης, Λ. Kαυταντζόγλου, Δηµ. Zέζος, Γ. Mακκάς, Eµµ. Kόκκινος κ.ά.).

Κατά τη διαµονή του στη γαλλική πρωτεύουσα (1842-1845), ο Kουµανούδης αναφέρεται σε επισκέψεις βιβλιοθηκών και σε λεπτοµερείς περιγραφές παραστάσεων όπερας και θεάτρου. Oι επικρίσεις του Kουµανούδη στους ισχυρισµούς του αυστριακού ιστορικού και πολιτικού Jakob Philipp Fallmerayer για την καταγωγή των νεοτέρων Eλλήνων περιλαµβάνονται στην έκδοση από τον Παντελή Kαρέλλο, δρα Βυζαντινής Ιστορίας και Φιλολογίας, της ηµιτελούς Πραγµατείας κατά του Φαλλµεράϋερ που γράφτηκε στα γερµανικά στο Bερολίνο και παραδίδεται τώρα µε παράλληλη ελληνική µετάφραση στο δεύτερο µέρος του βιβλίου.

 

Εθνική ταυτότητα

 

H Πραγµατεία, το πρώτο µέρος της οποίας δεν έχει διασωθεί, φανερώνει τη συµµετοχή του Kουµανούδη σε µια επίµαχη συζήτηση της νεοελληνικής ιστοριογραφίας, που σήµανε και την έναρξή της. Xωρίς να αρνείται τις σλαβικές εγκαταστάσεις στον ελληνικό χώρο, αποδεικνύει ότι ο ελληνικός λαός δεν αλλοιώθηκε από την κάθοδο των Σλάβων, επειδή βασικό στοιχείο της εθνικής του ταυτότητας συνιστά η φυσική εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας και των διαλέκτων της, που πηγάζουν από την αρχαία κοινή. Στη συνέχεια, αναπτύσσονται οι κατά τον νεαρό σπουδαστή αρνητικές επιπτώσεις του ορ θόδοξου δόγµατος στις καλές τέχνες, τη µουσική και την αρχιτεκτονική. H Πραγµατεία κλείνει µε την παρουσίαση λαϊκών µύθων, χωρίς να έχει ωστόσο διασωθεί ο σχολιασµός τους.

Tα δύο ανέκδοτα κείµενα που για πρώτη φορά παρουσιάζονται προέρχονται από το Aρχείο Kουµανούδη του τµήµατος Xειρογράφων και Oµοιοτύπων της Eθνικής Bιβλιοθήκης. H έκδοσή τους µε τις κατατοπιστικές εισαγωγές και τα σχόλια που τα πλαισιώνουν φωτίζει ενδιαφέρουσες πτυχές των φοιτητικών χρόνων του Kουµανούδη και της διαµόρφωσης της προσωπικότητάς του.

Στην τελευταία εγγραφή του Hµερολογίου, στις 26 Nοεµβρίου 1845 από την Aθήνα, ο Kουµανούδης διακατέχεται από αβεβαιότητα για τις γνώσεις του στη Λατινική Φιλολογία που πρόκειται να διδάξει στο Πανεπιστήµιο· στην πραγµατικότητα όµως ξεκινά γι’ αυτόν µια δηµιουργική πορεία στην ελληνική πνευµατική ζωή, όπου θα θέσει ποικιλοτρόπως τη σφραγίδα του.

 

Ανέκδοτα κείμενα 1837-1845

Ημερολόγιον. Πραγματεία κατά του Φαλλμεράϋερ ατελής

Στέφανος Α. Κουμανούδης
επιμέλεια: Σοφία Ματθαίου, Παντελής Καρέλλος
μετάφραση: Παντελής Καρέλλος

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε.). Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών,
Αθήνα 2010, 318 σελ.
ISBN 978-960-7916-97-6

Read Full Post »

Πικρός Πέτρος – Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας


 

Στα δύο κάστρα της πόλης του Ναυπλίου «φιλοξενηθήκαν» για χρόνια μέρος των φυλακών  της σύγχρονης Ελλάδας. Το κάστρο Παλαμηδίου και αργότερα το Ιτς Καλέ ή Ακροναυπλία  ήταν οι χώροι που έγιναν ονομαστοί  από την λειτουργία των φυλακών. Στο Παλαμήδι οι οχυρωματικές εγκαταστάσεις έγιναν στην Β΄ Ενετική περίοδο. Το κάστρο αποτελείται από οχτώ προμαχώνες που πήραν από τους αρχαίους έλληνες ονόματα ή ονόματα Αγίων. Σε δύο από αυτούς, στον προμαχώνα Μιλτιάδη και στον προμαχώνα Αγ. Ανδρέα λειτούργησαν φυλακές…

 

[Κυριακή, 2 Μαΐου 1926] 

Ένα κομμάτι Μεσαίωνας παραστρατημένο, λησμονημένο μέσα στο σύγχρονό μας «υψηλό πολιτισμό».

Ένα κομμάτι Νύχτα στις παραμονές μιας αυγής.

Τ’ Ανάπλι με τα κάστρα του και με τις φυλακές του.

Τ’ Ανάπλι με τους σκοτεινούς τους θρύλους, τα βαριά τα σίδερα, κανόνια κι αλυσίδες. Με τα λυπητερά τραγούδια τα μακρόσυρτα:

…Αν είσαι μάννα και πονής

έλα στ’ Ανάπλι να με δεις…

…Και με το μαρμαρένιο λεοντάρι τ’ Αγίου Μάρκου.

Pax tibi.

Ας φύγαν τα χρόνια κι ας έχουν διαβή «κερβάνια αιώνες και χάροντες καβάλα…».

Ωστόσο, ακόμη και σήμερα:

Στου τουρκοβενετσιάνικου

παλιού Αναπλιού τη στράτα

περνά περνά ή παράτα

τ’ αλλοτινού καιρού

– Ανάπλι! Τί δε χαίρεσαι και δε βαρείς παιχνίδι;

– Σαν πώς μου λες να χαίρουμαι και να βαρώ παιχνίδι οπούμ’  Ανάπλι ξακουστό, Ανάπλι παινεμένο…

Αλήθεια ξακουστό κι αλήθεια παινεμένο Ανάπλι! Μα πώς να χαίρεται, όταν έχη ένα Μπούρτζι, ένα Ίτς Καλέ, ένα Παλαμήδι;

Και μόν’ αυτά; Να! κι οι φυλακές του Λεονάρδου, οι γυναικείες φυλακές, οι στρατιωτικές φυλακές της Ακροναυπλίας, οι αγροτικές φυλακές της Τίρυνθος.

Πώς να βαράη παιχνίδι άλλο εξόν απ’ το παραπονιάρικο «μπαγλαμαδάκι» μέσα στους πνιγερούς αχνούς του χασισιού;

 …Μας έσπασες τον ναργιλέ

κυρ λοχαγέ στον Ίτς Καλέ…

Ωχ, τα μεράκια!… Που μέσα τους κλαίει το μαύρο φτωχολόι -κι όλα τους κι ή χαρά τους, μοιρολόι πικρό κι αργό…

…Έλα στ’ Ανάπλι δυο σκαλιά

να σου φιλήσω την ελιά…

 

«Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας»

«Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας»

 

Αυτά και άλλα πολλά αναφέρει στην ερευνά του, το 1926, ο Πέτρος Πικρός για τις φυλακές του Ναυπλίου και της υπόλοιπης Ελλάδας. Μια έρευνα που παρουσιάζεται 90 χρόνια μετά την πραγματοποίησή της, σε μορφή βιβλίου με τίτλο «Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας» από τον εκδοτικό οίκο Κ. & Μ. Σταμούλη, χάρη στην πραγματικά αξιόλογη προσπάθεια του Νίκου Βαρβατάκου, επιμελητή και σχολιαστή της έκδοσης.

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, διαβάζουμε:

Δημοσιογραφική και λογοτεχνική περιήγηση «Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας», γραμμένη από τον πρωτοπόρο διανοούμενο της Αριστεράς του μεσοπολέμου, Πέτρο Πικρό. Κατά την τακτική του των «ζωντανών ρεπορτάζ», βιώνει ο ίδιος την κατάσταση που περιγράφει, συναναστρέφεται με τους κρατουμένους, βλέπει με τα μάτια του την αθλιότητα των καταλυμάτων τους και διαπιστώνει τις απάνθρωπες και μεσαιωνικές συνθήκες διαβίωσής τους.

Ως δημοσιογράφος αποκαλύπτει και ασκεί κριτική στα κακώς κείμενα του σωφρονιστικού συστήματος, ενώ ταυτόχρονα προτείνει την άμεση λήψη μέτρων από την πολιτεία, ώστε να σταματήσει η τραγική κατάντια των φυλακισμένων. Παράλληλα, το λογοτεχνικό αλλά και επιστημονικό του υπόβαθρο συμπληρώνει το έργο του μαχητικού δημοσιογράφου, εμπλουτίζοντας την έρευνά του με ιστορικές και λαογραφικές αναφορές και προσδίδοντάς της λυρισμό, αμεσότητα και ανθρώπινη ζεστασιά.

Η έρευνα αυτή, που παρουσιάζεται 90 χρόνια μετά την πραγματοποίησή της, αποτελεί ένα δημοσιογραφικό και ταυτόχρονα συγγραφικό σταθμό στην έως τώρα ταραχώδη ιστορική διαδρομή των φυλακών και της ποινής του εγκλεισμού. Συνιστά επίσης ένα ιστορικό ντοκουμέντο, προσφέροντας στο σημερινό αναγνωστικό κοινό μια διεισδυτική ματιά σε μια «σκοτεινή», αθέατη πτυχή της νεοελληνικής κοινωνίας την εποχή του μεσοπολέμου.

Είναι μια δημοσιογραφική-λογοτεχνική καμπάνια του 1926 που διαβάζεται ευχάριστα και σήμερα, διατηρώντας συγχρόνως μια θαυμαστή επικαιρότητα.

Εις τα άδυτα και τα ερέβη των φυλακών μας

Εκδοτικός οίκος Κ. & Μ. Σταμούλη

Ιούλιος 2016 – Σελίδες 308

Επιμέλεια:  Νίκος Βαρβατάκος

Πρόλογος: Γιαλαννης Μπάρτζης

ISBN 9786185161323

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου (1828-1829)


 

Ένα ακόμη σημαντικό απόκτημα της τοπικής ιστορίας, αποτελεί  το βιβλίο του Δημήτρη Γεωργόπουλου με τίτλο, «Το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου (1828-1829) που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Αργολίδας.

Η έκδοση φιλοδοξεί να ενισχύσει τις γνώσεις μας για τον τρόπο εκλογής και λειτουργίας των Επαρχιακών Δημογεροντιών αλλά και λειτουργίας των τοπικών κοινωνιών. Στο προλογικό σημείωμα η Δρ Μαριέττα Μινώτου, Διευθύντρια της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους γράφει:

Το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου

Το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου

Με την παρούσα έκδοση ο συγγραφέας Δημήτρης Γεωργόπουλος, επί σειρά ετών Προϊστάμενος των Γ.Α.Κ. – Αρχεία Νομού Αργολίδος, παραδί­δει στην επιστημονική κοινότητα μία αξιόλογη μελέτη, δημοσιεύοντας πρωτογενές αρχειακό υλικό που απόκειται στην ανωτέρω Υπηρεσία και αφορά στην Επαρχιακή Δημογεροντία Ναυπλίου.

Από τη μονογραφία αυτή αναδεικνύονται σημαντικά στοιχεία που συμβάλ­λουν στην κατανόηση αφενός της σύστασης και της λειτουργίας του θεσμού της Επαρχιακής Δημογεροντίας και αφετέρου της διοικητικής διάρθρωσής του υπό διαμόρφωση ελληνικού κράτους κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-1831). Παράλληλα, παρέχονται πληροφορίες για την ιστορική πόλη του Ναυπλίου, που ήταν η καθέδρα του ελληνικού κράτους, καθώς και για την ευρύτερη περιοχή της.

Στην εισαγωγή του ο συγγραφέας αναφέρεται στη λειτουργία του θεσμού της κοινότητας κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, η οποία μαζί με τη γλώσσα, τη θρησκεία και τις παραδόσεις αποτέλεσε ισχυρό παράγοντα συσπείρωσης των Ελλήνων κατά τη ζοφερή εκείνη περίοδο του Ελληνισμού.

Με την έκρηξη της Επανάστασης του 1821 και κατά τη διάρκειά της, τόσο τα τοπικά πολιτεύματα, όσο και οι εθνικές συνελεύσεις έλαβαν πρόνοια για τη λειτουργία της κοινοτικής διοίκησης, αν και η διάταξη περί διοικήσεως της ελ­ληνικής επικρατείας που είχε εκδώσει η Γ’ Εθνοσυνέλευση την 1η Μαΐου 1827 δεν εφαρμόστηκε τελικά.

Η οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης αποτελούσε πρωταρχικό και βασικό άξονα του πολυδιάστατου έργου του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος αμέσως μετά την άφιξή του στη χώρα, τον Ιανουάριο του 1828, επιδόθηκε στην υλοποίηση του κεντρικού άξονα της πολιτικής του: την εκ βάθρων συγκρότηση της Πολιτείας και της Διοίκησης.

Με βάση τις γνώσεις και τις εμπειρίες που είχε αποκομίσει από τα προηγούμενα υψηλά αξιώματά του, προχώρησε στο σχεδιασμό και την πραγμάτωση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής στο διοικητικό πεδίο, γιατί πίστευε ότι μόνο με μια οργανωμένη δημόσια διοίκηση θα υλοποιούσε τους στόχους που είχε θέσει στο εσωτερικό και εξωτερικό πεδίο.

Η προτεραιότητά του αυτή αντανακλάται στη σειρά των κυβερνητικών ενερ­γειών για την Τοπική Αυτοδιοίκηση κατά τον μήνα Απρίλιο του 1828. Συγκεκρι­μένα, την 13η Απριλίου 1828 πραγματοποίησε την πρώτη διοικητική διαίρεση της Επικράτειας με το Ι’ Ψήφισμα. Ορίστηκαν δεκατρία Τμήματα με επιμέρους Επαρχίες και Εκτάκτους Επιτρόπους για κάθε ένα. Το πρώτο Τμήμα από τα επτά της Πελοποννήσου ήταν της Αργολίδας και περιλάμβανε τις Επαρχίες Άργους, Ναυπλίου, Κάτω Ναχαγέ (Ερμιονίδας) και Κορίνθου.

Στις 16 Απριλίου υπέγραψε το Διοικητικό Οργανισμό των Τμημάτων της Πε­λοποννήσου και στις 19 Απριλίου την εγκύκλιο με αριθμό 1883 με την οποία δίνονταν γενικές οδηγίες προς τους Δημογέροντες. Ανάμεσα στα καθήκοντα των Εκτάκτων Επιτρόπων και Προσωρινών Διοικητών υπαγόταν και η επίβλεψη της εκλογής Δημογερόντων κάθε πόλης, κωμόπολης και χωριού στους οποίους ο λαός εξέφραζε «τας χρείας του».

Ο συγγραφέας με επιστημονική ευσυνειδησία ερεύνησε το Αρχείο της Επαρ­χιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου, το οποίο είναι ταξινομημένο ειδολογικά και χρονολογικά. Με κριτική εμβρίθεια αφού άντλησε με ενδελέχεια πληροφορίες, συνέθεσε τη μελέτη του, διαρθρωμένη σε ενότητες που διευκολύνουν τον ενδια­φερόμενο να προσεγγίσει καλύτερα το θέμα. Όπως μας αναφέρει, το περιεχόμενο του αρχείου αποτελείται, σε γενικές γραμμές, από την εισερχόμενη και εξερχόμε­νη αλληλογραφία της Επαρχιακής Δημογεροντίας αλλά και από άλλα τεκμήρια σχετικά με τη λειτουργία της.

Με την έρευνά του αξιοποιεί παράλληλα με τις πρωτογενείς πηγές, κυρίως αυτές που απόκεινται στα Γ.Α.Κ. – Αρχεία Ν. Αργολίδος και στην Κεντρική Υπη­ρεσία των Γ.Α.Κ., και τη σχετική βιβλιογραφία.

Μέσα από τη δημοσίευση και το σχολιασμό των πηγών καταγράφονται ο τρό­πος και ο τόπος εκλογής των Δημογερόντων, στην πόλη και τα χωριά, η λειτουρ­γία της Επαρχιακής Δημογεροντίας ως συμβουλευτικού οργάνου και όχι μόνο, ο κομβικός ρόλος της μεταξύ πολιτών και Εκτάκτου Επιτρόπου, οι υποχρεώσεις της να επικυρώνει δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα με τη σφραγίδα της που έφερε την παράσταση της θεάς Αθηνάς, να εκδίδει αντίγραφα εγγράφων, να εκτελεί καταγραφές ιδιοκτησιών και απογραφές πληθυσμού, να επιλύει διαφορές και να αποδίδει το δίκαιο, να δραστηριοποιείται στον οικονομικό τομέα (έσοδα – έξοδα), να φροντίζει νια την κοινωνική πρόνοια, να έχει την εποπτεία της αγοράς, να μεριμνά για την ανανέωση των διπλωμάτων των πλοίων και την ασφάλεια στα ταξίδια τους, καθώς και για την υγιεινή κατάσταση της πόλης και την εξεύρεση κτηρίων για τη στέγαση σχολείων και δασκάλων.

Πλήθος στοιχείων που παρουσιάζονται είναι χρήσιμα επίσης για γενεαλογι­κές, γλωσσολογικές και δημογραφικές έρευνες.

Παράλληλα μέσα από τα δημοσιευμένα έγγραφα παρουσιάζεται το ύφος και η μορφή του λόγου της εποχής. Τέλος, χρήσιμο εργαλείο για κάθε ενδιαφερόμενο αποτελεί ο πίνακας που συνέταξε ο συγγραφέας με το αρχειακό υλικό που περι­έχεται στους φακέλους.

Η παρούσα έκδοση εμπλουτίζει τον κατάλογο εκδόσεων των Γ.Α.Κ. και τη σχε­τική βιβλιογραφία σχετικά με τις πολιτικές, θεσμικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά την καποδιστριακή περίοδο.

 

Το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου (1828-1829)

Δημήτρης Γεωργόπουλος

Έκδοση: Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Αργολίδας, 2015.

Σελίδες 548, σχήμα 17Χ24

ISBN 978-618-82349-0-1

Read Full Post »

Παπαδημητρίου Άλκηστις – Μυκήνες


 

Μυκήνες - Άλκηστις Παπαδημητρίου

Μυκήνες – Άλκηστις Παπαδημητρίου

Αφιερωματικό τόμο στις «Μυκήνες» εξέδωσε το Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση, συνέχεια του εκδοτικού προγράμματος του «Ο Κύκλος των Μουσείων» που ξεκίνησε το 1997 και έχει στόχο να προβάλει τον πλούτο του πολιτιστικού αποθέματος που διαθέτει η Ελλάδα. Συγγραφέας η Άλκηστις Παπαδημητρίου, αρχαιολόγος, Προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

Ο τόμος προσφέρει μια συνολική αφήγηση της ιστορίας του τόπου που γέννησε έναν σπουδαίο πολιτισμό, από τα πρώτα σημάδια κατοίκησης, τις εποχές της ανάπτυξης και της ακμής, αλλά και τους δύσκολους αιώνες που ακολούθησαν. Στο βιβλίο υπάρχουν τα ιδιαίτερα γνωστά ευρήματα που φιλοξενούνται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος προσφέρει στον αναγνώστη μια ξενάγηση στα άγνωστα εκθέματα του Μουσείου των Μυκηνών ξετυλίγοντας παράλληλα μια παρουσίαση της καθημερινής ζωής των ανθρώπων (συνήθειες, λατρεία των θεών, αρχιτεκτονική, ταφές των νεκρών, συστήματα εξουσίας κ.α.).

 

Η «Μυκηναία». Τοιχογραφία από την περιοχή του Θρησκευτικού Κέντρου. 1250 π.Χ. Η πανέμορφη γυναίκα με την περίτεχνη κόμμωση, το επίσημο ένδυμα και τα πλούσια κοσμήματα στο λαιμό και τα χέρια απεικονίζει προφανώς μια θεά. Καθιστή και μεγαλοπρεπή θα υποδεχόταν την πομπή των πιστών που θα της έφερνε τις πολύτιμες προσφορές.

Η «Μυκηναία». Τοιχογραφία από την περιοχή του Θρησκευτικού Κέντρου. 1250 π.Χ. Η πανέμορφη γυναίκα με την περίτεχνη κόμμωση, το επίσημο ένδυμα και τα πλούσια κοσμήματα στο λαιμό και τα χέρια απεικονίζει προφανώς μια θεά. Καθιστή και μεγαλοπρεπή θα υποδεχόταν την πομπή των πιστών που θα της έφερνε τις πολύτιμες προσφορές.

 

Γυναικεία κεφαλή από ασβεστοκονίαμα. Περιοχή θρησκευτικού κέντρου, 13ος αι. π.Χ.

Γυναικεία κεφαλή από ασβεστοκονίαμα. Περιοχή θρησκευτικού κέντρου, 13ος αι. π.Χ.

 

Η συγγραφέας του τόμου, κυρία Άλκηστις Παπαδημητρίου, σημειώνει: «Πολλές γενιές επιστημόνων, μετά τις εντυπωσιακές ανακαλύψεις του Ερρίκου Σλήμαν, επωμίστηκαν το βαρύ φορτίο της δόκιμης αρχαιολογικής έρευνας, της δημοσίευσης των αποτελεσμάτων των ανασκαφών αλλά και της συντήρησης και προστασίας των μνημειακών καταλοίπων του τόπου που έδωσε το όνομά του σε έναν από τους σημαντικότερους πολιτισμούς της ελληνικής προϊστορίας. Ως κορύφωση αυτής της πορείας ανασύστασης της ιστορικής αλήθειας και κοινωνικοποίησης της γνώσης ιδρύθηκε το 2003 ένα νέο τοπικό μουσείο κοντά στον αρχαιολογικό χώρο. Αποδεχόμενη την πρόταση του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Λάτση να παρουσιάσω τις Μυκήνες στη δημοφιλή σειρά των διακεκριμένων εκδόσεων «Ο Κύκλος των Μουσείων» αισθάνθηκα πως για μία ακόμη φορά έλαχε σε μένα ο κλήρος να προβάλω τα επιτεύγματα των προγόνων μου και να τιμήσω το τιτάνιο έργο σπουδαίων ερευνητών της αρχαιότητας».

 

Ανθρωπόμορφο είδωλο (1250-1180 π.Χ.), κοσμεί το εξώφυλλο της έκδοσης.

Ανθρωπόμορφο είδωλο (1250-1180 π.Χ.), κοσμεί το εξώφυλλο της έκδοσης.

 

Αεροφωτογραφία της ακρόπολης των Μυκηνών. Άποψη από νοτιοδυτικά.

Αεροφωτογραφία της ακρόπολης των Μυκηνών. Άποψη από νοτιοδυτικά.

 

Μυκήνες. Η Πύλη των Λεόντων.

Μυκήνες. Η Πύλη των Λεόντων.

 

Η νέα έκδοση γίνεται στην ελληνική και αγγλική γλώσσα και λόγω του μη εμπορικού χαρακτήρα της διανέμεται δωρεάν στις υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, σε όλα τα πανεπιστήμια της χώρας, σε βιβλιοθήκες, μουσεία, ερευνητικά κέντρα και φορείς επιστήμης και πολιτισμού στην Ελλάδα. Παράλληλα, με σκοπό την προβολή της Ελλάδας, υλοποιείται ευρύ πρόγραμμα αποστολής στο εξωτερικό που συμπεριλαμβάνει τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου, φημισμένα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, διεθνείς οργανισμούς και φορείς για τις τέχνες.

Το βιβλίο «Μυκήνες» αριθμεί συνολικά 328 σελίδες και εικονογραφήθηκε με 482 φωτογραφίες του Σωκράτη Μαυρομμάτη.

Η ηλεκτρονική έκδοση του τόμου είναι ελεύθερα προσβάσιμη στα ελληνικά και τα αγγλικά εδώ.

Παπαδημητρίου Άλκηστις

Μυκήνες

Έκδοση: Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση. Αθήνα, 2015

Σελίδες 328, σχήμα 33Χ25

ISBN 978-960-98364-9-4

Read Full Post »

Σ’ εκείνους που έχτισαν την Ερμιόνη – Βιβή Σκούρτη


 

Το βιβλίο της Παρασκευής (Βιβής) Σκούρτη από την Ερμιόνη, είναι αφιερωμένο στους δημιουργούς του οικισμού της Ερμιόνης. Πρόκειται για ένα βιβλίο γλυκόπικρο, και ταυτόχρονα εξομολογητικό, ένα βιβλίο γραπτή παρακαταθήκη της ανθρώπινης γνώσης, ένα σύνολο διάσπαρτων ιχνών.  Όπως δηλώνει η ίδια, το βιβλίο αυτό διηγείται τη ζωή στην Ερμιόνη και ήρωές του είναι οι άνθρωποι που εμποδίστηκαν να σπουδάσουν, άνθρωποι που έζησαν σε δύσκολες εποχές, στενάχωρες από καταστάσεις, από ανθρώπινες νοοτροπίες και κάτω από συνθήκες καταπίεσης.

Μέσα από τις σελίδες του η νεότερη γενιά των αναγνωστών καλείται να γνωρίσει τη δύναμη που είχαν οι απλές ανθρώπινες αξίες, με κυρίαρχες την εργατικότητα, την εντιμότητα, τη σκληρή δουλειά και την απλότητα. Στις σελίδες του αποτυπώνονται τα εσωτερικά συναισθήματα της νοσταλγίας και της εξομολόγησης, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τον άνθρωπο και τον τεχνίτη.

 

Σ’ εκείνους που έχτισαν την Ερμιόνη

Σ’ εκείνους που έχτισαν την Ερμιόνη


 

Στο πρόλογο η συγγραφέας σημειώνει:


Δε διδάχτηκα τα μυστικά της συγγραφικής τέχνης. Αυτό που επιθυμώ είναι να καταγράφω τομείς που φωτίζουν το παρελθόν της πατρίδας μας, καθώς οι προφορικές μαρτυρίες εξαντλούνται, έχοντας πάντα ως ζωντανές πηγές τούς ανθρώπους του τόπου μου, διαφυλάσσοντας με τούτο τον τρόπο, μέσα από τις δικές τους αφηγήσεις – καταθέσεις ψυχής- τις ιδιαιτερότητες της περιοχής μας. Και σε αυτή, τη δεύτερη συγγραφική απόπειρά μου, ζωγράφισα με λέξεις πρόσωπα αλλοτινά και τοπία που αλλοιώθηκαν με το πέρασμα του χρόνου, μαγεμένη από τη λαμπρή αρχιτεκτονική των λαϊκών τεχνητών της πατρίδας μας και από ό,τι διασώθηκε στο πέρασμα του χρόνου, μαγεμένη με τους τρόπους και τις τροπές που έδιναν στην ύλη, με την ομορφιά του έργου τους. Τρόποι και μορφές ζωής με ξεχωριστό ήθος.

Αφηγούμαι σημαίνει αντιστέκομαι στη λήθη. Στο βιβλίο με τίτλο «Σ’ εκεί­νους που έχτισαν την Ερμιόνη» που αφορά την αρχιτεκτονική κληρονομιά του τόπου, δεν παραθέτω γραπτές πηγές, γιατί δε μελέτησα κάποια εγχει­ρίδια για τη συγγραφή του. Χρησιμοποίησα τη ζωντανή βιβλιοθήκη των ανθρώπων του τόπου μας. Μία βιβλιοθήκη που αντί για ράφια έχει ανθρώπους. Στα κείμενά μου εκφράζεται η νοσταλγία για παρελθόντες πολιτισμούς, μα εσαεί ζωντανούς. Χρησιμοποίησα αρκετά τον αυτούσιο προφορικό τους λόγο, ενώ συνδυάζοντας την έκφραση των προσώπων τους, την αυθεντική τους γλωσσική έκφραση και τα συναισθήματά τους τα μετέτρεψα σε γραπτό λόγο. Κάθε φορά οι συζητήσεις μας καταγράφονταν άλλοτε στο μαγνητόφωνο, ηχογραφώντας τη φωνή τους και άλλοτε καταγράφονταν σε λευκές κόλλες χαρτιού και συγχρόνως στην καρδιά μου.

Σκοπός της συγγραφής δεν ήταν μία επιφανειακή αναφορά στα πρόσωπα και στη δουλειά τους, μα κυρίως η ανακάλυψη των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων της καθημερινότητάς τους που πήγαζαν μέσα από τη ζωή τους και τις συνθήκες του κοινωνικού περιβάλλοντος της εποχής. Κατέγραψα επαγγελματικές και προσωπικές δραστηριότητες ανθρώπων που επηρέα­σαν τη ζωή του τόπου, που είχαν μανία στο μόχθο και στο όραμα. Έπιασα το νήμα που συνδέει τις ζωές των ανθρώπων του μεροκάματου. Αναζήτησα τη σοφία που υπήρχε στην καθημερινότητά τους, την απλότητα στην αντιμετώπιση των δυσκολιών της δουλειάς και της ζωής, τον άγιό τους μόχθο. Οι ιστορίες τους είναι έτσι κι αλλιώς συναρπαστικές, γιατί είναι αληθινές και η αλήθεια δε χρειάζεται στηρίγματα, δεν απαιτεί επιχειρήματα, εγκαθίσταται όρθια από μόνη της. Ιστορίες ανθρώπων βαθιά συγκινητικές, βαθιά ανθρώπινες, φόρος τιμής της προσφοράς τους στον τόπο από κοινωνικής, οικονομικής και αισθητικής άποψης. Οι απόγονοι εκείνων των μαστόρων θεωρώ, ότι θα έχουν τη δυνατότητα να αγγίξουν την ιστορία των δικών τους ανθρώπων.

Η παράθεση των μαστόρων γίνεται με χρονολογική και οικογενειακή σειρά. Αναφορά επίσης γίνεται και στα ονόματα των συζύγων τους, γιατί η γυναίκα του πρωτομάστορα είχε τη δική της μαστοριά, έστεκε πίσω του σαν πραγματικός ογκόλιθος στηρίζοντας το δικό τους σπιτικό, μεγαλώνοντας τα παιδιά, φέρνοντας βόλτα τα λιγοστά οικονομικά.

Επιπλέον, στα πλαίσια της έρευνας και με τη συστηματική συγκέντρωση φωτογραφικού υλικού, ήλθε στα χέρια μου ένα πλούσιο αρχείο που μέρος του παρατίθεται στο βιβλίο. Στον φωτογραφικό φακό αποτυπώνονται πρόσωπα δωρικά, καθημερινές συνήθειες, ήθη και έθιμα, θραύσματα της παράδοσης που φυλάσσονταν ευλαβικά σε κάθε σπίτι. Το βιβλίο φέρει το αποτύπωμα πολλών ανθρώπων, είναι ανοιχτό και συνεχίζει να γράφεται από εσάς. Υπάρχουν σαφώς και παραλείψεις που δεν είναι εσκεμμένες.

 

Περιεχόμενα


 

Πρόλογος εκδότη
Πρόλογος συγγραφέα
Ο τόπος της Ερμιόνης
Σ’ εκείνους που έχτισαν την Ερμιόνη
Ερμιονίτικο σπίτι
Πετράδες και χτιστάδες
Ματσόνηδες. Τα περιφερόμενα συνάφια των μαστόρων
Έθιμα θεμελίωσης και επιστέγασης
Βιοτεχνίες πλινθοκεραμοποιίας της Ερμιόνης
Οικογένεια Σχοινά
Γιώργος Βεντουρής
Παναγιώτης Οικονόμου
Οικογένεια Παπαφράγκου
Οικογένεια Δωροβάτα
Μόδεστος και Γιώργος Καρακατσάνης
Νίκος Φασιλής
Γιώργος Μπουκουβάλας
Δημήτρης Θεοδώρου
Νίκος Φοίβας
Δημήτρης Φασιλής
Νίκος Αραπάκης
Παναγιώτης Παπαμιχαήλ
Γαβρίλης Νάκος
Γιώργος Δρουγκάνης
Λεύκωμα

 

Παρασκευής (Βιβής) Σκούρτη

Σ’ εκείνους που έχτισαν την Ερμιόνη

Σελίδες 78

Έκδοση:Αρτέον,2015

ISBN 978-960-9999-847

Read Full Post »

Older Posts »