Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Μουσεία Αργολίδας’ Category

Λασκαρίδειο Λαογραφικό Μουσείο – Νέα Κίος

 

 

Περιγραφή

 

Το Λασκαρίδειο Λαογραφικό Μουσείο Νέας Κίου στεγάζεται σε μονώροφο κτίριο, ιδιοκτησίας του Δήμου Νέας Κίου και αποτελείται από τέσσερις αίθουσες και βοηθητικούς χώρους.
Στην πρώτη αίθουσα εκτίθενται ενδύματα και άλλα αντικείμενα με αναφορές στο μετάξι, που είχε ιδιαίτερη άνθιση στην Κίο και στήριξε οικονομικά τους πρόσφυγες που έφτασαν στην Αργολίδα. Στη δεύτερη αίθουσα επιχειρείται ένα οδοιπορικό από την Κίο στη Νέα Κίο με έγγραφα, φωτογραφίες και ντοκουμέντα.

Η τρίτη αίθουσα είναι αφιερωμένη στα εκκλησιαστικά αντικείμενα, σκεύη, ιερατικά ενδύματα και φωτογραφικό υλικό σχετικό με θρησκευτικές τελετές και εκδηλώσεις.
Τέλος, στην τέταρτη αίθουσα εκτίθενται αντικείμενα οικιακής κυρίως χρήσης (μαγειρικά σκεύη, παπλώματα, κουβέρτες, κεντήματα, μαξιλάρια κλπ.). Στον εξωτερικό χώρο του Μουσείου υπάρχει κήπος με παραδοσιακό φούρνο και αντικείμενα γεωργικής χρήσης.

 

Ιστορικό

 

Το Λασκαρίδειο Λαογραφικό Μουσείο Νέας Κίου ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1982. Οι πρώτες ενέργειες για τη σύστασή του ξεκίνησαν από την Κιώτισσα Βιργινία Ματσέλη, η οποία, θέλοντας να στήσει μια φωτογραφική έκθεση με θέμα τις τελευταίες ημέρες της ζωής στη Μικρά Ασία, διαπίστωσε την αγάπη και τη θέληση των κατοίκων της Νέας Κίου να διασωθούν τα αντικείμενα που θύμιζαν την αγαπημένη τους πατρίδα. Στα πλαίσια της έρευνάς της, συναντήθηκε με το γιατρό Ευρυσθένη Λασκαρίδη, που είχε συγγράψει το δίτομο έργο «Τα Κιανά», σημαντικό έργο για την ιστορία της Κίου και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ήταν απαραίτητη η δημιουργία ενός Λαογραφικού Μουσείου στη Νέα Κίο, που θα στέγαζε τις προσφορές των Κιωτών από τα λιγοστά αντικείμενα που είχαν πάρει φεύγοντας βιαστικά από την πατρίδα τους.

Στο ξεκίνημα του Μουσείου σημαντική υπήρξε η βοήθεια της Ιωάννας Παπαντωνίου, προέδρου του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος, όπως επίσης του Συλλόγου Απανταχού Κιωτών (που ανέλαβε και την εποπτεία του Μουσείου) και των κατοίκων της Νέας Κίου. Το 1996, ο Δήμος Νέας Κίου αποφάσισε να αναδιοργανώσει το Μουσείο και ανέθεσε στο διευθυντή του ΠΛΙ Κανέλλο Κανελλόπουλο και στους συνεργάτες του Μαρία Παπαδοπούλου, Βασίλη Μερίτα και Βασίλη Παπακυριακού να στήσουν τη νέα έκθεση.

 

  

 

 

Μουσικός Σύλλογος Κίου

Μουσικός Σύλλογος Κίου

 

Το 1999 έγινε η σύσταση Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Λαογραφικό Μουσείο Νέας Κίου (Αρ. ΦΕΚ 605/10.5.1999), που ανέλαβε και την υλοποίηση του σχεδίου αναδιοργάνωσης. Η νέα έκθεση με θέμα «Κλειδιά μνήμης. Από τον Ασκάνιο της Βιθυνίας στον Ερασίνο της Αργολίδας» εγκαινιάστηκε το 2002 από τη γενική γραμματέα του Υπουργείου Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και την επισκέφτηκαν προσωπικότητες και παράγοντες από πολλούς χώρους.

 

Εκθέσεις

 

Κλειδιά μνήμης. Από τον Ασκάνιο της Βιθυνίας στον Ερασίνο της Αργολίδας.

 

Η έκθεση παρουσιάζει αντικείμενα-κλειδιά που ανοίγουν σελίδες προσωπικών ιστοριών και συλλογικής εμπειρίας για να ανασυνθέσουν το μεγάλο οδοιπορικό: από τη γη της επαγγελίας στη γη της ελονοσίας. Καταγράφεται μέσω των εκθεμάτων η επιλεκτική μνήμη μιας κοινότητας οικοδομημένης στην προσφυγιά, που κατάφερε να μεταφέρει γόνιμα στη νέα πατρίδα τον πλούτο της χαμένης, κάνοντάς τον κινητήρια δύναμη για δημιουργία και πρόοδο. Φωτίζεται το νήμα που ενώνει το τότε με το τώρα και η επίδραση που είχε ο πολιτισμός της αλησμόνητης πατρίδας στην ίδρυση και ανάπτυξη της Νέας Κίου. Δηλώνεται η διαρκής αναζήτηση του Ύλα, που αποτελεί την πνευματική αναζήτηση του κάθε Κιώτη, του κάθε Έλληνα να γνωρίσει την ιστορία του, τις ρίζες του και να λάβει τα εφόδια που θα τον βοηθήσουν να διαγράψει το μέλλον του.


Η έκθεση αυτή δημιουργήθηκε για να εκφράσει τη φλόγα της αγάπης των απογόνων προς την πατρίδα των γονέων τους και τον άσβεστο πόθο για την επέκταση του Μουσείου, ώστε να μπορέσει να στεγάσει τις μνήμες ολόκληρου του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

 

Ενότητες της Έκθεσης

 

Κεντήματα, δαντέλες, υφαντική, ιερατικά, εικόνες, ενδυμασίες, μετάξι-σηροτροφία, έγγραφα, φωτογραφίες, πίνακες, οικιακά σκεύη, εργαλεία.

 

Μ. Παπαδοπούλου

 

 

  

Πληροφορίες

 

Άργους 7, Νέα Κίος (Νομός Αργολίδας)

Τηλέφωνο: +30 27510 51013
Φαξ: +30 27510 51750
Email: info@neakios.gr

 

Πηγές

 

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

  • Λασκαρίδης Ε., Κιανά (τόμοι Α’ & Β’), Θεσσαλονίκη 1966
  • Κουλιγκάς Β., Κίος 1912-1922. Αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη 1988
  • Κουλιγκάς Β., Κίος 1912-1922. Σκόρπιες μνήμες 1993
  • Κουλιγκάς Β., Κίος η αλησμόνητη 1995

 

 

Read Full Post »

Πολεμικό Μουσείο Ναυπλίου

 


 

  Το Πολεμικό Μουσείο – Παράρτημα Ναυπλίου εγκαινιάστηκε στα τέλη Νοεμβρίου 1988 και στεγάζεται στο χώρο που επέλεξε ο Ι. Καποδίστριας για φιλοξενήσει την πρώτη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (1828). Αποτελεί Παράρτημα – το πρώτο που ιδρύθηκε στην Ελλάδα – του Πολεμικού Μουσείου της Αθήνας.

 

Μικρή στολή Ευέλπιδος, 1829. Πίσω το κτίριο της πρώτης σχολής Ευελπίδων.

Η αποστολή του Παραρτήματος Ναυπλίου του Πολεμικού Μουσείου είναι η συλλογή, συντήρηση και παρουσίαση των αντικειμένων και των γραπτών μαρτυριών που φωτίζουν τις πτυχές της νεώτερης ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, από τα τελευταία προεπαναστατικά χρόνια μέχρι την απελευθέρωση από τη Γερμανική Κατοχή του 1944 και επίσης, όπως είναι αυτονόητο, λόγω του περιφερειακού χαρακτήρα του, η διάσωση της ιστορικής μνήμης και προώθηση της  τοπικής ιστορίας και του τοπικού πολιτισμού. Προκειμένου να ανταποκριθεί στην ευρύτατη αποστολή του, το Παράρτημα Ναυπλίου του Πολεμικού Μουσείο έχει συγκεντρώσει και στεγάσει ένα σημαντικό μέγεθος μουσειακού υλικού (κανόνια, όλμους, οβούζια, όπλα, εξαρτήματα όπλων, άγκυρες, πολεμικά λάφυρα, ιστορικές φωτογραφίες, ομοιώματα πλοίων και αεροσκαφών, στολές, πίνακες, λαϊκές εικόνες, χαρακτικά, χάρτες, χειρόγραφα, αντικείμενα μικροκαλλιτεχνίας, σημαίες και εμβλήματα καθώς και προσωπικά ενθυμήματα  επώνυμων και ανωνύμων αγωνιστών)  το μεγαλύτερο μέρος από τα οποία προέρχεται από τις αντίστοιχες συλλογές του Πολεμικού Μουσείου.

Μερικά από τα εκθέματα που βρίσκονται στις προσθήκες του παραχωρήθηκαν με προθυμία και ευγένεια από το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα. (στρατιωτικές στολές και τοπικές ενδυμασίες), ορισμένα από δημόσιους φορείς της Αργολίδας (Δήμους και Τράπεζες), ενώ εμπλουτίστηκε και με σημαντικές δωρεές και χρησιδάνεια ιδιωτών.

Πολεμικό Μουσείο Ναυπλίου

Τα ενθυμήματα και τα κειμήλια της μόνιμης έκθεσης του Μουσείου είναι εκτεθειμένα σε δυο ορόφους διαρρυθμισμένους, ο πρώτος σε τέσσερις και ο δεύτερος σε δυο αίθουσες, με ικανό αριθμό προθηκών που πλαισιώνουν σειρές από φωτογραφικές μονάδες. Είναι τακτοποιημένα σε ιστορικούς κύκλους, με χρονολογική διαδοχή, διατεταγμένα από δεξιά προς τα αριστερά και συνοδεύονται στο σύνολό τους από επεξηγηματικά κείμενα που αποκαλύπτουν την προέλευση και αναδεικνύουν τη σημασία τους.

Η σχεδίαση και το στήσιμο των προθηκών και των εκθεσιακών μονάδων όπου εκτυλίσσεται η έκθεση, οι οποίες κατασκευάστηκαν με προορισμό να λειτουργήσουν μόνο ως το απολύτως αναγκαίο υπόβαθρο των εκθεμάτων, έχει γίνει με τρόπο προσεγμένο και μεθοδικό χωρίς πρόσθετα μορφολογικά στοιχεία. Η παρουσίαση των μουσειακών αντικειμένων στις αίθουσες είναι γραμμική και λιτή, σχεδόν αυστηρή, αρνούμενη τη χρησιμοποίηση ειδικών διακοσμήσεων και εξεζητημένων πλαισιώσεων, η διευθέτηση των κειμηλίων στις εκθεσιακές μονάδες γίνεται με άνεση χώρου δίχως να «σπρώχνει» το ένα το άλλο.

Τα λειτουργικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη στήριξή τους είναι διακριτικά περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, τα χρώματα τόσο στις βιτρίνες όσο και στους τοίχους , ουδέτερα και απαλά ξεκουράζουν την όραση και τονίζουν τα εκθέματα που περιβάλλουν, η ηχομόνωση των εκθεσιακών χώρων είναι αποτελεσματική ενώ ο φωτισμός τους χωρίς είναι έντονος και ενοχλητικός, καταφέρνει και αποκαλύπτει συνολικά τον κειμηλιακό πλούτο ακόμη και τις λεπτομέρειές του.

Οι παραπάνω αρχιτεκτονικές και μουσειογραφικές επιλογές, σε ένα χώρο όχι απλώς μουσειακό αλλά με έντονο και αναπόσπαστο ιστορικό χαρακτήρα, αναζήτησαν και βρήκαν εκείνα τα στοιχεία που θα δημιουργούσαν μια εκθεσιακή εικόνα η οποία θα έδινε στα μεν εκθέματα τη δυνατότητα να προβάλουν μόνα τους, ανόθευτα, τα ιστορικά τους συμφραζόμενα και την ξεχωριστή αισθητική και καλλιτεχνική αξία τους, στους δε επισκέπτες την ευκαιρία να τα συναντήσουν και να ερμηνεύσουν, ο καθένας με το δικό του τρόπο, τις μαρτυρίες και τα μηνύματά τους, σε ένα χώρο απερίσπαστο και ανεπηρέαστο από εξωτερικές, φυσικές ή τεχνικές, επιδράσεις.

Σε ένα περιβάλλον που είναι προφανές ότι αποβλέπει  όχι στην τέρψη του επισκέπτη αλλά στην επικοινωνία, τροφοδώντας με ερεθίσματα τη μνήμη και την κρίση του και αναμοχλεύοντας πολύ συχνά μνήμες από την προσωπική του ιστορία.

  

Έκθεση


 

Στον πρώτο όροφο του Μουσείου εκτίθενται κειμήλια και ενθυμήματα από την ιστορική πορεία της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων, της περιόδου της Επανάστασης του 1821, του Μακεδονικού Αγώνα (1904 – 1908), των Βαλκανικών Πολέμων (1912 – 13) και από τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ στο δεύτερο όροφο είναι τοποθετημένα  εκθέματα από τη Μικρασιατική Εκστρατεία, τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, 1940 – 41, τη Γερμανική Εισβολή, την Κατοχή και την Απελευθέρωση. Στον όροφο αυτό βρίσκεται, ξεχωριστά από τον υπόλοιπο μουσειακό χώρο, ειδική αίθουσα η οποία, κατάλληλα διαρρυθμισμένη κάθε φορά, προορίζεται  να φιλοξενεί τις περιοδικές εκθέσεις που (συν)διοργανώνει το Παράρτημα Ναυπλίου.

Σήμερα, το Παράρτημα Ναυπλίου του Πολεμικού Μουσείου, είτε ως φύλακας και εκθέτης των κειμηλίων που διαθέτει στη συλλογή του και των ιστορικών ενθυμήσεων που τα συνοδεύουν, είτε μέσα από περιοδικές εκθέσεις που, με επιμονή και συνέπεια, (συν)διοργανώνει, είτε, τέλος, με τη (συν) διοργάνωση εκδηλώσεων που άπτονται του αντικειμένου του (διαλέξεις, συζητήσεις, έχει αντρωθεί και καταξιωθεί στη συνείδηση της τοπικής κοινωνίας της Αργολίδας ως ζωτικός θεσμός υψηλής πνευματικής, αισθητικής και εκπαιδευτικής αποστολής, γι’ αυτό και το έχει αγκαλιάσει με ιδιαίτερη ευαισθησία και ενδιαφέρον.

Το κτίριο της πρώτης Σχολής Ευελπίδων, το οποίο έχει κηρυχθεί Ιστορικό Διατηρητέο  Μνημείο  αποτελεί σήμερα καύχημα μόνο των στρατιωτικών υπηρεσιών που στεγάζονται σε αυτό, αλλά και ολόκληρης της πόλης του Ναυπλίου.

Πληροφορίες: Αμαλίας 22, ΤΚ 211 00, Tηλ./Fax: (+30) 27520-25591

Σωτήριος Δέμης,

Λοχαγός Αεροπορίας Στρατού

 

Πηγή


 

  •  Περιοδικό, «Ματιές στην Αργολίδα», τεύχος 7, Δεκέμβριος 2001.

Read Full Post »

Αρχαιολογικό Μουσείο Ασκληπιείου Επιδαύρου


 

Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου

Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου

Το αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου ιδρύθηκε από την Αρχαιολογική Εταιρεία το έτος 1897 και κτίστηκε το 1898 – 1900 από την ίδια. Άρχισε να λειτουργεί από το 1909.Το κτήριο του Μουσείου αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα αρχαιολογικά Μουσεία της Ελλάδος, βρίσκεται εντός του Αρχαιολογικού Χώρου του ιερού του Ασκληπιού στην Επίδαυρο, που αποτελούσε τη μητρόπολη όλων των ασκληπιείων του αρχαίου κόσμου. Κτίστηκε για να στεγάζει τα πολλά και σημαντικά ευρήματα της πολυετούς ανασκαφής του Ιερού του Ασκληπιού (1881-1928), η οποία διεξήχθη από τον αρχαιολόγο Παναγή Καββαδία και την Αρχαιολογική Εταιρεία.

Πρόκειται για επίμηκες κτήριο, κτισμένο μεταξύ του αρχαίου Θεάτρου και του υπόλοιπου ιερού του Ασκληπιού, στη νότια πλευρά μικρού χειμάρρου, προσαρμοσμένο με επιτυχία από αισθητικής πλευράς στο φυσικό, κλασσικό τοπίο του ιερού. Η εμπρόσθια και δυτική πλευρά καταλήγουν σε διώροφες απολήξεις σε σχήμα διπλού Τ. Το Μουσείο αποτελείται από τον προθάλαμο και δύο μακρόστενες αίθουσες. Το 1958 κατασκευάσθηκαν οι αίθουσες φύλαξης γλυπτών και κεραμεικών και η αποθήκη στο ΒΔ άκρο του αρχαιολογικού χώρου. Το 1971 οικοδομήθηκε η αίθουσα της Επιγραφικής Συλλογής στα ΒΔ του Μουσείου, της οποίας την έκθεση του υλικού επιμελήθηκε ο αρχαιολόγος Μάρκελλος Μιτσός.

Προθάλαμος. Νότιο τμήμα. Φωτο: Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

Προθάλαμος. Νότιο τμήμα. Φωτο: Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

Η υπάρχουσα έκθεση του Μουσείου είναι παλιά, έγινε από τον Παναγή Καββαδία και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της μουσειακής αντίληψης των αρχών του 20ου αι. αιώνα, με την πυκνή παρατακτική διάταξη των εκθεμάτων, η οποία ήταν υποχρεωτική και λόγω του μεγάλου αριθμού.

Τα εκθέματα του Μουσείου χρονολογούνται από την αρχαϊκή ως τη ρωμαϊκή εποχή. Το είδος των εκθεμάτων ποικίλει και περιλαμβάνει, επιγραφές, ιατρικά εργαλεία, σίμες αρχαίων κτηρίων, ακροκέραμα, ανάγλυφα, αγάλματα μεγάλου μεγέθους αλλά και πολλά αναθήματα μικρού μεγέθους, καθώς και μεγάλα τμήματα σημαντικών αρχαίων κτηρίων από το ιερό του Ασκληπιού: α) Προπύλαια, β) Ναός Ασκληπιού, γ) Ναός Άρτεμης, δ) Θόλος Επιδαύρου, ε) καθώς και το σημαντικό γνωστό ημιτελές Κορινθιακό κιονόκρανο που βρέθηκε κοντά στη Θόλο. Επίσης στο Μουσείο εκτίθενται και εκμαγεία σημαντικών αγαλμάτων όπως της Υγείας 4ου π.Χ. αι. της Αφροδίτης (ρωμαϊκό αντίγραφο), του Ασκληπιού (ρωμαϊκής εποχής), των αετωμάτων του ναού του Ασκληπιού, των ακρωτηρίων του ναού της Άρτεμης καθώς και αναγλύφων, τα οποία βρίσκονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα.

Πληροφορίες: Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Ιερό Ασκληπιού Επιδαύρου, 21052 – Λυγουριό, (Νομός Αργολίδας). Τηλέφωνο: 27520 27502

 

Χρήστος Πιτερός, αρχαιολόγος Δ’ ΕΠΚΑ

 

Πηγή  


  • Υπουργείο Πολιτισμού

Read Full Post »

Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους


 

Στο Αρχαιολογικό Μουσείου του Άργους στεγάζονται κινητά ευρήματα από την περιοχή της πόλης του Άργους, το δυτικό τμήμα της πεδινής Αργολίδας και την ορεινή Αργολίδα. Χρονολογούνται από τις προϊστορικές περιόδους έως και τη ρωμαϊκή εποχή. Το κτιριακό συγκρότημα του μουσείου αποτελείται από δύο τμήματα, ένα διατηρητέο μνημείο, το ¨Καλλέργειο¨ και μία νέα πτέρυγα. Η μόνιμη έκθεση συμπεριλαμβάνει τρεις αίθουσες. Η μεγαλύτερη αίθουσα βρίσκεται στο ισόγειο του νέου τμήματος του μουσείου. Σ’ αυτήν, η έκθεση ακολουθεί χρονολογική σειρά, με ευρήματα από τη μεσοελλαδική περίοδο έως την κλασική εποχή.

Από τα σημαντικότερα εκθέματα είναι μία μεγάλη ταφική πυξίδα, μία χάλκινη πανοπλία, σιδερένιοι οβελοί με τους κρατευτές τους σε σχήμα πλοίου γεωμετρικής εποχής (8ου αιώνα π.Χ.), ένα τμήμα κρατήρος του 7ου αιώνα π.Χ. που εικονίζει την τύφλωση του Πολυφήμου, μία λύρα κατασκευασμένη με καβούκι χελώνας και ένα αττικό ερυθρόμορφο αγγείο του ζωγράφου Ερμόνακτα.

 

Θραύσμα κρατήρα με παράσταση τύφλωσης του Πολύφημου.

 

Στο ισόγειο του ¨Καλλέργειου¨ εκτίθενται ευρήματα από τον προϊστορικό οικισμό της Λέρνας που χρονολογούνται από την Αρχαιότερη Νεολιθική περίοδο έως την μυκηναϊκή εποχή. Από τα σημαντικότερα εκθέματα είναι το πήλινο γυναικείο ειδώλιο νεολιθικής εποχής, η πήλινη κυκλική εστία και τα αποτυπώματα σφραγιδόλιθων από τον πρωτοελλαδικό οικισμό της Λέρνας. Στον όροφο του ¨Καλλέργειου¨ εκτίθενται γλυπτά από την περιοχή, ως επί το πλείστον αντίγραφα κλασικών έργων. Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτα είναι ένα ανάγλυφο των Ευμενίδων ελληνιστικής εποχής καθώς και ένα αντίγραφο του λεγόμενου Ηρακλή ¨Farnese¨ του Λύσιππου.

Στην αυλή του μουσείου έχει γίνει αναπαράσταση τμήματος του κήπου ρωμαϊκής έπαυλης που βρέθηκε στην οδό Γούναρη στο Άργος. Στις στοές του στεγάζονται ψηφιδωτά δάπεδα που βρέθηκαν σ’ αυτήν ή στην περιοχή. Διακρίνονται σκηνές κυνηγιού με γεράκι και προσωποποιημένες εποχές και μήνες του έτους.

  

Ιστορικό


 

Το παλαιότερο τμήμα του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους αποτελείται από το ¨Καλλέργειο¨. Πρόκειται για ένα κηρυγμένο νεοκλασικό καποδιστριακό κτήριο που οικοδομήθηκε το 1830 ως κατοικία της οικογένειας του Στρατηγού Δημήτρη Καλλέργη. Για ένα διάστημα χρησιμοποιήθηκε ως ¨Παλάτιον της Κυβερνήσεως¨ από τον Καποδίστρια. 

Τον Απρίλιο του 1932 οι κληρονόμοι του Δημήτρη Καλλέργη δώρισαν στο Δήμο Άργους το οίκημα και τον άμεσο περίβολό του για να στεγάσει μουσείο. Ο Δήμος του Άργους το παραχώρησε με το παρακείμενο οικόπεδο στο κράτος το 1955 γι’ αυτόν το σκοπό. Την ανέγερση του μουσείου ανέλαβε η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή με έξοδα του γαλλικού κράτους και την επίβλεψη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Κατεδαφίστηκε τότε τμήμα της νοτιοανατολικής πλευράς του ¨Καλλέργειου¨ και κτίστηκε η νέα πτέρυγα του μουσείου από τον Φόμιν, αρχιτέκτονα ρωσικής καταγωγής. Το ¨Καλλέργειο¨- Μουσείο εγκαινιάστηκε το 1957 και η νέα πτέρυγα το 1961.

Το 2001 πραγματοποιήθηκαν εργασίες επισκευής του εκθεσιακού χώρου της Λέρνας στο ισόγειο του Καλλέργειου (επίστρωση δαπέδου, σοβάτισμα τοίχων, ανανέωση χρωματισμών). Το 2003 τοποθετήθηκαν στην αίθουσα Α του μουσείου μία μακέτα του Αρχαιολογικού Χώρου του Άργους (θεάτρου και αγοράς) καθώς και φωτογραφικό υλικό, δωρεά της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής.

 

Όλγα Ψυχογυιού, αρχαιολόγος

  

Πληροφορίες


 
Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων

Βασ. Όλγας 2, Τ.Κ. 21200, Άργος (Νομός Αργολίδας)

Τηλέφωνο: +30 27510 68819

Πηγή


Read Full Post »

Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Βασίλειος Παπαντωνίου»


 

Το κοινωφελές Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Β. Παπαντωνίου» ιδρύθηκε το 1974 και έχει έδρα το Ναύπλιο. Σκοπός του είναι η έρευνα, η διάσωση, η μελέτη και η προβολή του νεότερου ελληνικού πολιτισμού.

Το Ίδρυμα εκδίδει βιβλία, κάρτες, ημερολόγια, αφίσες, καθώς και τα επιστημονικά περιοδικά «Εθνογραφικά» και «Ενδυματολογικά». Στην εκδοτική του δραστηριότητα περιλαμβάνεται επίσης η παραγωγή δίσκων με ελληνική δημοτική μουσική, από ηχοληψίες συνεργατών του στην ύπαιθρο και η παραγωγή CD-ROM, που διατίθενται στο Πωλητήριό του.

Το 1989, με τη μετατροπή του κτιρίου της αποθήκης του παλιού σιδηροδρομικού σταθμού Ναυπλίου – που παραχωρήθηκε ευγενικά από το Δήμο Ναυπλιέων – το ΠΛΙ δημιουργεί το «Σταθμό«, έναν παιδότοπο με πολλαπλές λειτουργίες, όπου παρουσιάζεται ένα τμήμα των συλλογών του, που αφορά το παιδί: αντικείμενα σχετικά με τη γέννηση, τη βάπτιση, το σχολείο, φιγούρες του κουκλοθέατρου και του Καραγκιόζη, παιχνίδια όλων των ειδών. Σ’ αυτό το χώρο εκτελούνται τα Εκπαιδευτικά Προγράμματα, που στοχεύουν στη μάθηση μέσα από το παιχνίδι και τη διασκέδαση, με αγάπη και σεβασμό στη λαϊκή παράδοση και το περιβάλλον.

  

Χρονολόγιο


 

Το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Β. Παπαντωνίου» (ΠΛΙ) είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, με πενταμελές παλαιότερα και επταμελές σήμερα Διοικητικό Συμβούλιο. Ιδρύθηκε το 1974 από την Ιωάννα Παπαντωνίου στη μνήμη του πατέρα της Βασιλείου Παπαντωνίου. Στεγάζεται στην τροποποιημένη σε μουσείο οικία του Βασιλείου Παπαντωνίου και η πρώτη έκθεση είχε θέμα «Πελοποννησιακές Φορεσιές».

Οι συλλογές του Ιδρύματος αριθμούν σήμερα πάνω από 27.000 αντικείμενα, που καλύπτουν όλους τους κλάδους που αφορούν στο νεότερο ελληνικό πολιτισμό. Για την καλύτερη διαχείριση των συλλογών δημιουργήθηκε το πρόγραμμα ηλεκτρονικής καταγραφής μουσειακών συλλογών «ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ». Το 1976 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Μουσείου ο Στέλιος Παπαδόπουλος και δημιουργεί την απαραίτητη επιστημονική υποδομή.

Το 1977 ολοκληρώνεται η οικοδόμηση της νέας πτέρυγας και η ανακαίνιση του παλαιού κτιρίου από την αρχιτέκτονα Βιβή Μυλοπούλου και τον πολιτικό μηχανικό Δημήτρη Κρητικό. Την ίδια χρονιά γίνεται μέλος του ICOM.

Με την έκθεση αυτή το ΠΛΙ απέσπασε το 1981 το European Museum of the Year main Award (EMYA), που απονέμεται σε νέα ή ανακαινισμένα μουσεία «για την προσφορά του στη μελέτη του νεότερου ελληνικού πολιτισμού, το μέγεθος και την ποιότητα των συλλογών του, την εκπαιδευτική και καινοτόμο – από αισθητικής πλευράς – έκθεση και την πρωτοτυπία των εκπαιδευτικών του προγραμμάτων», όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της επιτροπής του ΕΜΥΑ.

Στον ερευνητικό τομέα, στις δεκαετίες 1970-1980, περιλαμβάνονται έρευνες σ’ όλη την Ελλάδα, με σκοπό την καταγραφή και μελέτη του λαϊκού πολιτισμού, της μουσικής και του χορού, της προβιομηχανικής τεχνολογίας και του παιδικού παιχνιδιού.

Τα αποτελέσματα των ερευνών γίνονται ο κορμός της εκδοτικής δραστηριότητας του Ιδρύματος, με ξεχωριστή την παρουσία της επιστημονικής επετηρίδας «Εθνογραφικά», που σήμερα αριθμεί 13 τόμους και της νεότερης σειράς «Ενδυματολογικά», που έχουν ήδη εκδοθεί οι δυο πρώτοι τόμοι.

Το 1983 εκδίδεται το βιβλίο του διακεκριμένου Ελβετού εθνομουσικολόγου Samuel Baud-Bovy «Essai sur la chanson populaire grecqe», με πρόλογο του Φοίβου Ανωγειανάκη, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφορεί ο διπλός μουσικός δίσκος με μουσική και τραγούδια από την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία, αποτέλεσμα της ερευνητικής εργασίας του Λάμπρου Λιάβα και του Νίκου Διονυσόπουλου.

Το 1985 ολοκληρώνεται η εθνομουσικολογική έρευνα σε χωριά της Κύπρου και αργότερα θα κυκλοφορήσει το μουσικό λεύκωμα «Ελληνική Δημοτική Μουσική της Κύπρου» σε επτά δίσκους, που αντιπροσωπεύουν μια επιλογή συνολικής διάρκειας 6 ωρών. Τη μουσική επιμέλεια είχε ο εθνομουσικολόγος Φοίβος Ανωγειανάκης. Την έρευνα προετοίμασε και οργάνωσε ο συνεργάτης του ΠΛΙ, Αλέκος Ιακωβίδης.

Τον Οκτώβριο του 1989 το ΠΛΙ ιδρύει το «Σταθμό», το πρώτο ελληνικό Μουσείο Παιδικής Ηλικίας, που στεγάστηκε στο μηχανοστάσιο του παλαιού σιδηροδρομικού σταθμού του Ναυπλίου. Στο «Σταθμό» εφαρμόζονται καθημερινά πρωτοποριακά προγράμματα για παιδιά. Σημαντική ήταν η συμμετοχή του ΠΛΙ στο πειραματικό πρόγραμμα «ΜΕΛΙΝΑ – Εκπαίδευση και Πολιτισμός«.

Το 1989 στο ΠΛΙ ανατέθηκε από τη Μελίνα Μερκούρη το Εθνικό Αρχείο Ελληνικής Παραδοσιακής Ενδυμασίας, ενώ πρόσφατα η Ιωάννα Παπαντωνίου ίδρυσε την Ελληνική Εταιρία Ενδυμασιολογίας, ως προέκταση του Αρχείου.

Ως μέλος του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM), το ΠΛΙ έχει οργανώσει οκτώ διεθνή συνέδρια και συναντήσεις.

Ιδιαίτερη υπήρξε η συνεργασία του ΠΛΙ με το Δήμο Λευκωσίας, το Λεβέντειο Δημοτικό Μουσείο Λευκωσίας και την Παιδαγωγική Ακαδημία της Κύπρου.

Στους κύριους στόχους του ΠΛΙ συγκαταλέγεται η μετεκπαίδευση και χορηγία υποτροφιών. Από το 1981 μέχρι το 2003 στελέχη του όπως ο Λάμπρος Λιάβας, η Ρένα Λουτζάκη, η Βασιλική Μηναίου, ο Γιάννης Κάλτσας, η Κλειώ Γκουγκουλή και ο Βασίλης Ζηδιανάκης, έχουν μετεκπαιδευτεί στο εξωτερικό σε τομείς όπως η εθνομουσικολογία, η ανθρωπολογία του χορού, η συντήρηση υφασμάτων, η βιβλιοθηκονομία, η κοινωνική ανθρωπολογία, η εθνολογία.

Το 1999 το ανανεωμένο κτίριο του Μουσείου «Βασίλειος Παπαντωνίου» στέγασε την έκθεση «Τα καλύτερα του ΠΛΙ«, σε σχεδιασμό του συνεργάτη του Ιδρύματος Σταμάτη Ζάννου. Η κτιριακή και γενικότερη ανανέωση οφείλεται στη γενναιόδωρη χορηγία του Λάζαρου Εφραίμογλου. Σημαντικά στοιχεία ανανέωσης ήταν ο χώρος υποδοχής και πολλαπλών χρήσεων, όπου από το 1999 έως σήμερα έχουν παρουσιαστεί 36 εικαστικές εκθέσεις και πολλές εκδηλώσεις, καθώς και το Πωλητήριο.

Το 2006, στα 32 του χρόνια, το ΠΛΙ γιόρτασε αλλάζοντας τις εκθέσεις του και το Πωλητήριο. Στο Μουσείο Παιδικής Ηλικίας «Σταθμός» παιδιά και καλλιτέχνες δημιούργησαν εικαστικές εγκαταστάσεις, προτείνοντας την αναμόρφωσή του.

Η νέα μόνιμη έκθεση αφιερώνεται στο «Ελληνικό Άστυ: Ναύπλιον 1822-1922«. Στο ισόγειο του Μουσείου, σε προθήκη, παρουσιάζονται ετερόκλητα μουσειακά αντικείμενα σε μια τολμηρή ελεύθερη εγκατάσταση για να τονιστεί η πολυμορφία των συλλογών του ΠΛΙ. Αυτή η μουσειολογική πρόταση παρουσιάστηκε στο Ναύπλιο σποραδικά ήδη από το 1999 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2006 και στις Πτυχώσεις, την έκθεση της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας του 2004, στο νέο κτίριο του Μουσείου Μπενάκη.

Τα 32 χρόνια του ΠΛΙ χαρακτηρίζονται από την εκτεταμένη επιτόπια έρευνα των συνεργατών του σε όλο τον ελλαδικό χώρο, στην Κύπρο και στην Κάτω Ιταλία

Read Full Post »

Αρχαιολογικό Μουσείο Μυκηνών

 

 

Περιγραφή

 

Αρχαιολόγικο Μουσείο Μυκηνών

Αρχαιολογικό Μουσείο Μυκηνών

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Μυκηνών βρίσκεται εντός του αρχαιολογικού χώρου των Μυκηνών. Είναι διαμορφωμένο ώστε να εξυπηρετεί τόσο τη διαφύλαξη του υλικού που προέρχεται από τις ανασκαφές στην ακρόπολη των Μυκηνών, την άμεση περιοχή της και τον ευρύτερο περιβάλλοντα χώρο της, όσο και να λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος, για την ενημέρωση των επισκεπτών, συμπληρώνοντας την περιήγηση τους. Το μουσείο στεγάζεται σ΄ ένα σύγχρονο κτήριο, το οποίο ανεγέρθηκε στους πρόποδες του λόφου των Μυκηνών και σε άμεση γειτνίαση με την ακρόπολη. Κτίστηκε με τρόπο που να εξασφαλίζει άμεση επικοινωνία με τα αρχαία κατάλοιπα, τμήματα των οποίων είναι ορατά από τα μεγάλα παράθυρα του και που ο επισκέπτης συναντάει στην πορεία του από την είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, όπου βρίσκεται το εκδοτήριο. Είναι κτισμένο σε τρία επίπεδα και καλύπτει μία συνολική επιφάνεια 2000 τ.μ. Μεγάλη έκταση του μουσείου είναι αφιερωμένη στη φύλαξη του αρχαιολογικού υλικού που προέρχεται από τις ανασκαφικές έρευνες που διεξάχθηκαν στο παρελθόν και συνεχίζονται στις μέρες μας. Ο εκθεσιακός χώρος καλύπτει περίπου το ένα τέταρτο της έκτασης του μουσείου. Διαμορφώθηκε στην ανατολική πτέρυγα του κτηρίου, σε δύο επίπεδα και περιλαμβάνει τρεις αίθουσες. Η κεντρική του είσοδος βρίσκεται στη νοτιοδυτική του πλευρά. Πριν φτάσει στο προαύλιο όπου και η είσοδος της έκθεσης, ο επισκέπτης συναντά το «θολωτό τάφο των Λεόντων. Η είσοδος οδηγεί σ΄ έναν ευρύχωρο προθάλαμο (165 τ.μ), στο κέντρο του οποίου έχει τοποθετηθεί μία μακέτα της ακρόπολης, ενώ πίνακες με κείμενα και εποπτικό υλικό παρουσιάζουν τις συνδεδεμένες με τις Μυκήνες, απεικονίσεις του χώρου από περιηγητές των περασμένων αιώνων, καθώς και το ιστορικό των ανασκαφών. Η επίσκεψη αρχίζει από την αίθουσα που επικοινωνεί με τον προθάλαμο στη δεξιά του πλευρά. Οι άλλες δύο αίθουσες βρίσκονται σε χαμηλότερο επίπεδο και επικοινωνούν με την πρώτη με διπλό επικλινή διάδρομο. Μετά απ’ αυτές ο επισκέπτης επιστρέφει στον προθάλαμο από άλλο επικλινή διάδρομο.Η έκθεση αναπτύσσεται σε τέσσερις αυτοτελείς ενότητες, ως επί το πλείστον σε μεγάλες περιμετρικές επιτοίχιες προθήκες. Οι δύο πρώτες αίθουσες του εκθεσιακού χώρου είναι αφιερωμένες η πρώτη στη ζωή των Μυκηναίων και η δεύτερη σε κατώτερο επίπεδο, στα ταφικά τους έθιμα. Στην πρώτη αίθουσα, που είναι και η μεγαλύτερη (150 τ.μ.), παρουσιάζονται εκθέματα από την πρώτη χρήση του χώρου ως το τέλος των προϊστορικών χρόνων, ανάλογα με τα κτιριακά συγκροτήματα, στα οποία βρέθηκαν. Στη δεύτερη αίθουσα (115 τ.μ.) παρουσιάζεται το υλικό που προέρχεται από τάφους, αρχίζοντας από τους Ταφικούς Κύκλους Α και Β και συνεχίζοντας με τα εκθέματα από τα διάσπαρτα νεκροταφεία των θαλαμωτών τάφων στην ευρύτερη περιοχή των Μυκηνών. Οι άλλες δύο ενότητες αποτελούν τα θέματα της τρίτης αίθουσας (115 τ.μ.) της έκθεσης. Η πρώτη αφορά στη χρήση του χώρου στις Μυκήνες κατά τους ιστορικούς χρόνους ενώ η δεύτερη και τελευταία είναι αφιερωμένη στις δραστηριότητες των Μυκηναίων, στις οποίες οφείλεται η μοναδικότητα του μυκηναϊκού πολιτισμού. Στις ευρύχωρες αποθήκες του μουσείου στεγάζεται επίσης υλικό που μεταφέρθηκε από το Μουσείο Ναυπλίου και το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Εξειδικευμένα εργαστήρια, κεραμικών και μετάλλινων αντικειμένων επιτρέπουν τη συντήρησή του υλικού επί τόπου ενώ υπάρχουν χώροι γραφείων και βιβλιοθήκη για τη διευκόλυνση των μελετητών, που ενασχολούνται με αυτό.

 

 

Ιστορικό

 

Αρχαιολογικὀ Μουσείο Μυκηνών

Αρχαιολογικὀ Μουσείο Μυκηνών

Η ιδέα της κατασκευής ενός μουσείου ενταγμένου στον Αρχαιολογικό Χώρο Μυκηνών οφείλεται στον αείμνηστο αρχαιολόγο Γιώργο Μυλωνά, της Αρχαιολογικής Εταιρείας.Οι εργασίες ανέγερσης του μουσειακού συγκροτήματος των Μυκηνών άρχισαν το 1985. Μία πρώτη φάση ολοκληρώθηκε έως το 1987 αφού προηγήθηκαν ανασκαφές. Οι εργασίες ανέγερσης του κτηρίου και διαμόρφωσης των εσωτερικών και εξωτερικών του χώρων περατώθηκαν το 1997. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε εκεί το ανασκαφικό υλικό που φυλασσόταν έως τότε σε μικρή αποθήκη στο χώρο. Μεταφέρθηκε επίσης στο Μουσείο, από το 1999 έως το 2002, το σύνολο του υλικού που στεγαζόταν στις αποθήκες ή την μόνιμη έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Ναυπλίου και μέρος του υλικού που υπήρχε στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών. Η επιλογή της θέσης του μουσείου και η σύλληψη της κτιριακής του μορφής του προήλθαν από την ανάγκη να στεγαστεί το άφθονο υλικό των Μυκηνών και ταυτόχρονα να δημιουργηθεί έκθεση, ενημερωτικού και διδακτικού χαρακτήρα, στην οποία να παρουσιάζονται στο φυσικό τους τοπίο οι διαδοχικές περίοδοι χρήσης του χώρου και να προβάλλεται επί τόπου ο μυκηναϊκός πολιτισμός.  Το Μουσείο εγκαινιάστηκε στις 31 Ιουλίου 2003 από τον τότε Υπουργό Πολιτισμού, κ. Ευάγγελο Βενιζέλο. Το Σεπτέμβριο του 1999 η Ομάδα Εργασίας Μυκηνών, νυν Επιτροπή Μυκηνών, η οποία έγινε τότε αυτόνομη από την Ομάδα Εργασίας Συντήρησης και Στερέωσης Μνημείων Επιδαύρου (Ο.Ε.Σ.Μ.Ε.) ανέλαβε τις εργασίες για τη μόνιμη έκθεση του νέου μουσείου, με υπεύθυνη την κ. Ελισάβετ Σπαθάρη, Επίτιμη Διευθύντρια Αρχαιοτήτων, ενώ η οργάνωση και η λειτουργία του εντάχθηκαν στο Ταμείο Διαχείρισης Πιστώσεων για τα Μεγάλα Αρχαιολογικά Έργα (ΤΔΠΕΑΕ), με χρηματοδότηση από το Γ’ ΚΠΣ. Τον Απρίλιο του 2007, η Επιτροπή των Μυκηνών ανασυγκροτήθηκε και ανέλαβε το έργο για τη «Συντήρηση, στερέωση και ανάδειξη των Μνημείων Ακροπόλεως Μυκηνών και του ευρύτερου περιβάλλοντος χώρου». Η νέα αυτή Επιτροπή, τελεί τις εργασίες της υπό την προεδρία της κ. Ν. Σγουρίτσα και τη συμμετοχή των μελών κκ. Α. Νακάση, Α. Κόρκα, Ν. Μίνω, Ε. Παπάζογλου-Μανιουδάκη, Ε. Παλαιολόγου και Μ. Καρύδη-Βλασσοπούλου.

 

 

 

Εκθεσιακό υλικό

 

Το εκθεσιακό υλικό προέρχεται από τις Μυκήνες και τις θέσεις που έχουν ερευνηθεί στην ευρύτερη περιοχή και αντιπροσωπεύει όλες τις περιόδους χρήσης του χώρου από την αρχή της Εποχής του Χαλκού, γύρω στο 3000 π.Χ., έως και την ελληνιστική εποχή, τον 2ο αι. π.Χ. Το αποτελούν 2.500 εκθέματα, κυρίως πήλινα, αλλά και μετάλλινα, λίθινα, έργα μικροτεχνίας, χρυσοχοΐας, ελεφαντουργίας και τοιχογραφίες.

Το εκθεσιακό υλικό κατανέμεται σε τέσσερις αυτοτελείς ενότητες, δομημένες θεματικά και χρονικά. Οι δύο πρώτες αφορούν στην Εποχή του Χαλκού, με θέματα τη ζωή των Μυκηναίων και τη μεταθανάτια τους ζωή, η τρίτη, στη χρήση του χώρου κατά τους ιστορικούς χρόνους και η τέταρτη, στον Μυκηναϊκό πολιτισμό.


Τα εκθέματα συνοδεύονται από ανάλογο εποπτικό υλικό όπως πληροφοριακές πινακίδες, πινακίδες ταυτότητας των εκθεμάτων, χάρτες, σχέδια και αναπαραστάσεις. Το υλικό πλαισιώνει τα εκθέματα με τρόπο που ανταποκρίνεται στους σκοπούς της ενταγμένης στο φυσικό τοπίο των Μυκηνών έκθεσης, οι οποίοι είναι η ενημέρωση και η εκπαίδευση των επισκεπτών σχετικά με το χώρο και το μυκηναϊκό πολιτισμό.

 

Ενότητες της έκθεσης


Η ζωή των Μυκηναίων (πρώτη αίθουσα)

 

Στη πρώτη ενότητα παρουσιάζεται πρώτα η χρήση του χώρου συνοπτικά έως το τέλος της Μυκηναϊκής εποχής, μέσω της εξέλιξης της κεραμικής. Ακολουθούν τα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά συγκροτήματα της Ακρόπολης, η πύλη των Λεόντων, η Σιταποθήκη, τα τείχη, το ανακτορικό συγκρότημα, το Θρησκευτικό Κέντρο, στο οποίο γίνεται ιδιαίτερη μνεία, καθώς και τα δέκα οικιακά μυκηναϊκά συγκροτήματα εκτός της Ακρόπολης.


Μεταθανάτια ζωή (δεύτερη αίθουσα)


Το υλικό της δεύτερης ενότητας προέρχεται από τον Ταφικό Κύκλο Β, του οποίου οι τάφοι παρουσιάζονται αναλυτικά σε προθήκες με ημικυκλική διάταξη, καθώς και από διάφορα νεκροταφεία θαλαμωτών τάφων της περιοχής, σε τοπογραφικές ενότητες. Αντίγραφα των σημαντικότερων κτερισμάτων αντιπροσωπεύουν τον Ταφικό Κύκλο Α. Τα εκθέματα της ενότητας παρουσιάζονται κατά χρονολογική σειρά.


Χρήση του χώρου κατά τους ιστορικούς χρόνους (τρίτη αίθουσα)


Το μισό της τρίτης αίθουσας είναι αφιερωμένο στην τρίτη ενότητα, με υλικό που προέρχεται από ταφικά κτερίσματα της υπομυκηναϊκής, γεωμετρικής, αρχαϊκής και ελληνιστικής εποχής, ιερά της αρχαϊκής και κλασικής εποχής όπως το Αγαμεμνόνειον και το ιερό του Ενυαλίου, και από κτιριακά συγκροτήματα της ελληνιστικής εποχής. Σε ξεχωριστή προθήκη παρουσιάζεται η συλλογή νομισμάτων των Μυκηνών.


Μυκηναϊκός πολιτισμός (τρίτη αίθουσα)

 
Ο υπόλοιπος χώρος είναι αφιερωμένος στη μοναδικότητα του Μυκηναϊκού πολιτισμού, με ενότητες που αφορούν στις βασικές δραστηριότητες των Μυκηναίων και στα επιτεύγματα του ανακτορικού συστήματος διακυβέρνησης, στη θρησκεία, το εμπόριο, τη διοίκηση, την τέχνη και την τεχνολογία.

 

Όλγα Ψυχογυιού, αρχαιολόγος

 

 Πηγές

Read Full Post »

« Newer Posts