Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Περιηγητές’ Category

Carl Anton Joseph Rottmann – (1797-1850)


 

O Carl Rottmann (1797-1850), ένας από τους μεγάλους Γερμανούς ζωγράφους του 19ου αιώνα, επισκέφθηκε την Ελλάδα στα 1834-35, μαζί με τον αρχιτέκτονα Ludwig Lange, για να απαθανατίσει με τον χρωστήρα του την ελληνική γη και το ελληνικό φως. Έδωσε μια αληθινή εικόνα της Ελλάδος όπως ήταν τότε, και δίκαια έχει αποκληθεί ο «ζωγράφος της Ελλάδος».

 

Carl Rottmann (1797-1850)

Ο Καρλ Ρόττμαν υπήρξε ο ευνοημένος ζωγράφος τοπίων του Βασιλιά Λουδοβίκου του πρώτου. Γεννημένος  στη Χαϊδελβέργη, έκανε τα πρώτα του μαθήματα ζωγραφικής με δάσκαλο τον πατέρα του και το 1821 ξαναεγκαταστάθηκε στο Μόναχο. Κατά τη διάρκεια των δύο ετών 1826/27, ο Ρότμαν ταξίδεψε στην Ιταλία προκειμένου να εμπνευστεί περισσότερα μοτίβα για την τέχνη του. Μέχρι τότε, αντλούσε τα ερεθίσματα του από τα τοπία της περιοχής του.

Μετά την επιστροφή του, ο βασιλιάς Λουδοβίκος ο πρώτος τού ανέθεσε να ζωγραφίσει μια σειρά από τοπία της Ιταλίας πάνω σε μνημεία στη στοά του Χόφγκαρντεν στο Μόναχο. Το σύνολο των τοπίων που έγινε σε στυλ «fresco» [fresco = πάνω σε υγρό γύψο στον τοίχο] ολοκληρώθηκε το 1833 και αποτέλεσε τρανή απόδειξη της αγάπης του Λουδοβίκου για την Ιταλία και έκανε τη ζωγραφική τοπίων  να αποκτήσει την αίγλη της ζωγραφικής ιστορικών σκηνών, τις οποίες ο Βασιλιάς μέχρι τότε προτιμούσε να αναθέτει. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Armstrong, Isabel J.  Το πέρασμα από το Άργος

 

Η Αγγλίδα Ιζαμπέλ Άρμστρογκ με μια φίλη της περιηγήθηκαν στην Ελλάδα περίπου το 1886. Να, πως περιγράφουν το πέρασμά τους από το Άργος στο βιβλίο τους*, «Two roving Englishwomen in Greece»  (Δύο Αγγλίδες περιηγήτριες στην Ελλάδα), by Isabel J. Armstrong. London, 1892.

 

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

Μετά διασχίσαμε τον κάμπο πηγαίνοντας προς το Άργος, μια αρκετά μεγάλη πόλη, με ένα «μουσείο» ενός δωματίου όπου υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα ανάγλυφα, δοχεία, κεραμικά, κορμοί αγαλμάτων και θραύσματα παντός είδους. Οι ακαμάτηδες της γειτονιάς συνέρρευσαν, ολοφάνερα με την εντύπωση ότι οπωσδήποτε κάποια αντικείμενα ενδιαφέροντα βρίσκονταν στο μουσείο εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή. Συνεχίσαμε το δρόμο μας προς ένα σημαντικό Ρωμαϊκό ερείπιο, βρήκαμε τυχαία το μερικώς ανασκαμμένο θέατρο πίσω του, αλλά στην παρούσα κατάσταση του δίνει μία πολύ φτωχή εντύπωση του μεγέθους του, διότι ήταν ικανό να χωρέσει 20.000 θεατές ωστόσο 10.000 λιγότερους απ’ ότι το θέατρο του Διονύσου στην Αθήνα. Κοιτάξαμε ψηλά στη Λάρισα, την Ακρόπολη του Άργους, απ’ την κορυφή της οποίας πρέπει να υπάρχει μία πάρα πολύ ενδιαφέρουσα θέα του Κόλπου της Ναυπλίας και ολόκληρου του Αργολικού κάμπου, αλλά ήταν πολύ αργά για να επιχειρήσουμε την ανάβαση, και καθώς οι βραδινές σκιές έπεφταν γρήγορα, στρέψαμε τα κεφάλια των αλόγων προς τα νότια, αψηφώντας το σκοτεινό βράχο του κάστρου Λάρισα να ξεχωρίζει πάνω απ’ το ωραίο Άργος λουσμένο στην περικαλλή ομίχλη.

 

 

Υποσημειώσεις

 

Δρομολόγιο: Patras, Olympia, Andritsaena, Krestena, Phigaleia, Sikyon, Corinth, Mykenae, Argos, Nauplia, Epidauros, Tiryns, Athens, Volo, Larissa, Meteora, Khalkis.

 

* Eικονογράφηση: (τοπία ,αρχαιότητες ,άλλα θέματα).

 

Πηγές

  • Isabel J. Armstrong, «Two roving Englishwomen in Greece», London, 1892.

  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ.

  • Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος»,  τεύχος 11, 1994.

Read Full Post »

Καζαντζάκης Νίκος ”Ταξιδεύοντας”, Άργος – Μυκήνες 


 

Στο βιβλίο του με τίτλο «Ταξιδεύοντας» είναι συγκεντρωμένα ταξιδιωτικά κείμενα του Νίκου Καζαντζάκη, που αναφέρονται στην Ιταλία, την Αίγυπτο, το Σινά, την Ιερουσαλήμ, την Κύπρο και το Μοριά. Τα κείμενα για το Μοριά είναι γραμμένα σε μορφή δημοσιογραφικών ανταποκρίσεων και χρονολογικά τοποθετούνται στη δεκαετία του 1930.

Το ταξίδι του Καζαντζάκη στο Μοριά κλείνει με την επίσκεψη του στο Άργος και στις Μυκήνες. Ο συγγραφέας επιστρέφει στο Σιδηροδρομικό Σταθμό του Άργους, όπου, περιμένοντας κάτω από τις λεύκες την άφιξη του τρένου για την Αθήνα, γράφει ένα από τα ωραιότερα κομμάτια του σχετικά με την ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού. Προσπαθεί να τοποθετήσει το νεοέλληνα ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση, να του δώσει ένα καθήκον. «Δεν μπορούμε», γράφει, «ν’ αρνηθούμε μήτε την Ανατολή μήτε τη Δύση… Είμαστε υποχρεωμένοι ή να φτάσουμε στο λαμπικάρισμα της Ανατολής σε Δύση, να πετύχουμε δηλαδή μια δυσκολότατη σύνθεση, ή να χαροπαλεύουμε δούλοι…»

 

Άργος


Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.

 

Άργος. Η πολιτεία, η εκκλησία, οι καρέκλες, οι καφενέδες, τα ποτήρια τα νερά … Οι Νεοέλληνες. Σκυθρωπά μούτρα, βουλιαγμένα μάγουλα, μάτια γαρίδα. Σε κοιτάζουν σα να είσαι κριάρι και θέλουν να σε αγοράσουν. Σε ψάχνουν με το μάτι, ερευνούν τα παπούτσια σου, τα ρούχα, τα καπέλα. Ζυγιάζουν … Τους τρώει το σαράκι – ποιος είσαι; Τι καπνό φουμάρεις; Τι ήρθες στον τόπο τους, να πουλήσεις ή ν’ αγοράσεις … Γουρούνια κυκλοφορούν στους δρόμους, νεαροί επαρχιακοί νταήδες κάθουνται στα καφενεία, μα γυναίκα δεν υπάρχει.

Όλη η πλατεία γεμάτη μουστάκια. Πλήθος καλοαναθρεμμένοι παπάδες. Η εκκλησιά, τριγυρισμένη από καφενέδες, λάμπει γλυκά με το κίτρινό της χρώμα, με το λιγνό σβέλτο καμπαναριό της. Καταφεύγω στην άκρα της πλατείας, στο αρχαίο θέατρο. Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια, η θάλασσα γυαλίζει μαυλίστρα, ο βράχος του Ναυπλίου σηκώνεται ψηλά, απειλητικά στον αέρα. Πιο πάνω από το αμφιθέατρο, το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, στη θέση όπου μια φορά ήταν ο ναός της Αφροδίτης. Πιο πέρα, το Κριτήριον, όπου ο Δαναός καταδίκασε τη θυγατέρα του Υπερμνήστρα, γιατί μόνη αυτή από τις πενήντα αδερφάδες αρνήθηκε να σκοτώσει τον άντρα της. Είχαν έρθει πρόσφυγες από τη χώρα του Νείλου, με τον πατέρα τους έμαθαν τους Αργείτες ν’ αρδεύουν τα χωράφια τους, έκαμαν τη χέρσα γης, περβόλι. Έγιναν νεράιδες, τις πήρε η ποίηση, μπήκαν στην αθανασία.

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης και ο εκδότης Κώστας Ελευθερουδάκης στο Άργος τον Ιούλιο του 1927.

 

Μαζί με το σούρουπο κατέβηκαν και τα ελληνικά παραμύθια και γέμισαν τα σκαλοπάτια του αμφιθεάτρου ίσκιους. Πήρε ξαφνικά ευγένεια το χώμα τούτο, κι οι νταήδες, οι παπάδες, οι μουστακαλήδες που κάθουνταν πέρα στην πλατεία έλαμψαν. Αγε δη, λέξωμεν επ’ Αργείοις ευχάς αγαθάς, αγαθών ποινάς … Κι έτσι συμφιλιωμένος πήρα το δρόμο της ζωντανής πολιτείας, κάθισα κι εγώ στο καφενείο, στον ίσκιο της Μητρόπολης, και διέταξα μαζί με τους Νεοέλληνες καφέ και δυο νερά και τέσσερις καρέκλες. Μα έκαιγαν τα χείλια μου οι στίχοι του Αισχύλου.

 

Μυκήνες


Μυκήνες – Η πύλη των Λεόντων (Αχρονολόγητη φωτογραφία).

 

Την άλλη μέρα, μεσημέρι, κινήσαμε για τη Μυκήνα. Είναι η πυρωμένη ώρα, η κάθετη, πού ταιριάζει για τούς φοβερούς τούτους βράχους και θρύλους. Το πρωινό φώς τούς δίνει μιαν αγνότητα πού δεν μπορούν να έχουν, το σούρουπο τούς δίνει μια ρομαντική μελαγχολία πού δεν καταδέχουνται να έχουν. Δε φωλιάζουν εδώ, στους ξακουστούς άνυδρους γκρεμούς, πρωινοί κορυδαλλοί μήτε βραδινά ερωτόπαθα νυχτοπούλια. Μα άγρια σαρκοβόρα όρνεα, αητοί και γεράκια, πού ζυγαριάζουνται μεσημέρι στην κορφή του αέρα και σημαδεύουν στον κάμπο τι να φάνε. Κάψα πνιχτική, το αίμα άναψε, το λαρύγγι στεγνώνει. Καλοί σωματικοί όροι για το προσκύνημα τούτο.

Ανεβαίνουμε από το Χαρβάτι τον ανηφορικό δρόμο: έχω στηλωμένα τα μάτια ανάμεσα στ’ άγριόθωρα βουνά της Ζάρας και του Προφήτη  Ηλία και προσπαθώ να ξεχωρίσω μέσα στο πυρακτωμένο φώς τη φωλιά των Ατρειδών. Είναι βράχος μέσα στους βράχους και δεν μπορείς να τη διακρίνεις. Μα από τα χτυπήματα της καρδίας νιώθεις πώς ολοένα ζυγώνεις. Στρίψαμε δεξιά, κι ορθώθηκε μπροστά μας ή φοβερή καστρόπορτα με τις δυό όρθιες λιόντισσες.

 – Εδώ είναι το χασάπικο ! είπε ό σοφέρ σταματώντας.

Χάρηκα πού ήταν μαζί μου το χοντροκομμένο χιούμορ του λαού, το έφταβόδινο σκουτάρι, πού δεν το διαπερνούν εύκολα ό ρομαντισμός κι ή ευαισθησία. Τα ζυγιάζει όλα με τη ζυγαριά του πρακτικού στέρεου νου, πού ξέρει, κι έχει πια δεχτεί σα νόμιμο, πώς ή ζωή είναι γεμάτη αίματα κι απιστίες, μα δεν πρέπει να πολυτρομάζουμε  όπως δεν τρομάζουμε όταν μας διηγούνται ένα παραμύθι γεμάτο δράκους. «Η ζωή είναι ισόβια», θα πεθάνουμε, και τότε θα δούμε πώς ὀλα ήταν αέρας” έτσι όλη ή ζωή δεν είναι κι αυτή παρά ένα παραμύθι. Κι ό Γιάννης ό σοφέρ ζούσε την προαιώνια τούτη λαϊκή κοσμοθεωρία και δεν ένιωσε καθόλου τα γόνατα του να λυγίζουν όταν δρασκελούσε το φοβερό κατώφλι των Ατρειδών.

Μόλις μπήκαμε, αριστερά από τη σκαλισμένη στον τοίχο κρύπτη, όπου κάθουνταν ο αρχαίος θυρωρός, πετάχτηκε ο μοντέρνος φύλακας. “Ένας καλόκαρδος γεροντάκος με το μπαστουνάκι του, με το τσιγαράκι του, με μια λάμψη στα μάτια πού φανέρωνε πώς ήξερε τί θησαυρούς από παραμύθια κι αίματα και κοτρόνια του είχαν εμπιστευτεί να φυλάει.

– Είναι μέσα ό κ. Αθανασόπουλος, τον ρωτά ο σοφέρ με σοβαρότητα.

– Ο κ. Αθανασόπουλος; έκαμε ό φύλακας γουρλώνοντας τα μάτια  δεν τον γνωρίζω.

– Ο Αγαμέμνονας, ντε ! εξήγησε ό σοφέρ σκώντας στα γέλια.

Τα μούτρα του φύλακα κατσούφιασαν δεν του άρεσε καθόλου να κοροϊδεύουν τ’ αφεντικό. Γιατί τότε πήγαινε κι αυτός χαμένος” όλο του το μεγαλείο να φυλάει τρομερά πράματα αφανίζεται.

– Να ξέρεις που μπαίνεις, είπε θυμωμένος, και να σέβεσαι!

– Τον κακομοίρη! στράφηκε ό σοφέρ και μου λέει, τον κακομοίρη, τον έχουν παλαβώσει οι αρχαιολόγοι!

Χιούμορ, κέφι, προπόσες χαρούμενες και θυέστεια δείπνα σαιξπήρειες ομάδες με τα κρανία των ανθρώπων. Κι έτσι πού προχωρούσα με το Γιάννη και κοίταζα την άγρια δρακοφωλιά, εγώ γεμάτος δέος, αυτός γεμάτος κέφι, φαντάστηκα έναν Αισχύλο μοντέρνο, πού παίρνει ακόμα πιο τραγικά τη ζωή και τούς θρύλους και γδύνει χωρίς μεγάλους μονολόγους, με ανήλεο χέρι, τούς παμπάλαιους μπαμπούλες. Βαρέθηκε ό σοφέρ ν’ ανεβεί στο παλάτι και χώθηκε σ’ έναν ίσκιο. “Έβγαλε τα τσιγάρα του, φίλεψε το γερο-φύλακα.

–   Έλα, είπε, μην τα παίρνεις προσωπικά…

Πήρα μόνος μου τον ανηφορικό βασιλικό δρόμο, πού τον είχε στρώσει η Κλυταιμήστρα με πολύτιμα κόκκινα χαλιά, για να πατήσει ό νεοφερμένος άντρας της. «Πάτα, πάτα» του μιλούσε μαυλιστικά, «μη φοβάσαι τούς θεούς ! Τοις  δ‘ όλβίοις γε και τό νικάσθαι πρέπει.»

Ανέβαινα μαζί με το μεγάλον ίσκιο, πάτησα τις στρουφιγμένες από την πυρκαγιά πλάκες του παλατιού, σβάρνισα με τη ματιά τα βουνά τρογύρα, τον κάμπο, ως πέρα την αργίτικη θάλασσα. Προσπαθούσα να δώ τι έβλεπε ο Αγαμέμνονας ανηφορίζοντας στο παλάτι του και τι η γυναίκα του, όταν αγνάντευε με δαγκαμένα χείλια τη θάλασσα πέρα, αν πρόβαλαν τα μισητά καράβια του γυρισμού. Τα ίδια τούτα βουνά θα κοίταζαν, τον ίδιο ηλιοφρυμένο κάμπο, το ίδιο κύμα. Μα σημασία έχει μονάχα το πώς τα έβλεπαν. Με ποιόν πρωτόγονο χοχλασμό.

 Είχε δίκιο ό Γερμανός ζωγράφος, ο Φράντς Μάρκ, όταν ζωγράφιζε ένα τοπίο πού το κοίταζε ένα θεριό, να προσπαθεί ν’ αποδώσει το τοπίο όπως θά τό έβλεπε το θεριό. Κι όχι όπως το έβλεπε το ανθρώπινο μάτι. Και το φαντάζουνταν ένα καταπληχτικό δράμα, πλημμυρισμένο χρώματα, πηχτό, αξεδιάλυτο, χωρίς σύνορα ανάμεσα θεριού και δάσους. Πρέπει ν’ ανεβείς εδώ απάνω στο παλάτι του Αγαμέμνονα κυριεμένος από άγριο πάθος — μίσος, έρωτα, πόλεμο, τρόμο— για να μπορέσεις κάπως να δεις τον αργίτικο κάμπο και τα βουνά και τη θάλασσα όπως τα έβλεπαν οι Ατρείδες. Έτσι πρέπει να δεις και να παραστήσεις και τις τραγωδίες του Αισχύλου. Με τέτοιο μάτι θεριού όλα τ’ άλλα, κλασικές ισορροπίες, ρυθμικοί χοροί, στυλιζαρισμένες από αρχαία αγγεία  χειρονομίες, είναι φιλολογία και μονολογίτικες θυσίες στην απούσαν Άφροδίτην.

– Είδες τί ληστές; μου είπε ό σοφέρ με θαυμασμό όταν κατέβηκα κάτω. Λεβεντιά! Είδες τί ληστές, Νταβέληδες! Σήμερα εμείς μπροστά τους είμαστε λωποδύτες.

 

Διαλογισμοί για την ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού


 

Όταν πια τελείωνα το ταξίδι και περίμενα στο σταθμό του Άργους, κάτω από τις μεγάλες λεύκες, το τρένο, ένας νέος με τουριστική στολή απόθεσε το σακίδιό του στο παγκάκι όπου καθόμουν κι έπιασε κουβέντα. Έγραφε τραγούδια υπερρεαλιστικά, είχε γυρίσει την Ευρώπη, μα τώρα πιάστηκε στη φάκα και πήρε το σακίδιό του, το κοντό παντελονάκι του και το ραβδί του και περιεργάζεται την Ελλάδα. Υψηλή παραστρατημένη διάθεση, ευγένεια και ανικανότητα, αγνότητα ψυχική και νοητική διαφθορά. Από λόγο σε λόγο φτάσαμε στο μεγάλο πρόβλημα που αρχίζει και συνειδητά να μας απασχολεί και να μας τρώει: Πώς να δημιουργήσουμε κι εμείς, που να στηρίξουμε κι εμείς ένα δικό μας Νεοελληνικό πολιτισμό; Είχε διαβάσει το Δραγούμη και το Γιαννόπουλο, είχε μελετήσει το βαθύ βιβλίο του Δανιηλίδη, είχε συζητήσει με τους φίλους του, είχε σκεφτεί μόνος του: μα δε βρήκε γαλήνη ο νους του. Αρχαιολατρία, φραγκολατρία. Ανατολή – όλα τα ένιωθε μέσα του, μα δεν αρμονίζουνταν μεταξύ τους και δε δίναν καμιάν ενότητα στη ζωή του.

– Εσείς τι λέτε;

Συχνά έχω δεχτεί κατάστηθα το ερώτημα τούτο μα τόσο ορμητική, πολύπλοκη, ανυπόμονη τινάζουνταν η απάντηση, που παντούσα. Μα σήμερα το τρένο αργούσε να έρθει, ο ίσκιος κάτω από τις λεύκες ήταν χαϊδευτικός και πράος, και το ρώτημα του νέου τόσο αγνό και ανήσυχο, που για χατίρι του προσπάθησα να βάλω κάποια τάξη στην απάντηση και να διατυπώσω όσο μπορούσα πιο στεγνά τη σκέψη μου.

Πρώτα πρώτα, του αποκρίθηκα, πρέπει να πάρουμε σωστή κι αξιοπρεπή στάση απέναντι στους αρχαίους. Οι αρχαίοι δεν είναι πια δικοί μας μονάχα ¨πρόγονοι¨,  είναι όλης της άσπρης φυλής. Δεν πρέπει να γινόμαστε γελοίοι μπροστά τους σα να είμαστε ραγιάδες. Οι πρόγονοι ξέφυγαν πια από την κατοχή μιας ορισμένης γης και ράτσας, τώρα κι αιώνες πήδηξαν από την Ελλάδα στη Δύση, έσμιξαν με καινούριες ράτσες, δημιούργησαν νέο πολιτισμό, αγάπησαν κι αγαπούν όσους τους νιώθουν. Μονάχα γι’ αυτούς είναι βαθιά, πραγματικά πρόγονοι. Μπορούσα μάλιστα να υποστηρίξω και τούτο: Κανένας δεν εννοεί λιγότερο τους προγόνους από τους επίγονους. Μα αυτό θα μας πάει μακριά και δεν έχουμε καιρό.

Ο Δυτικός πολιτισμός πάλι είναι καταπληχτική κατάχτηση του νεότερου ανθρώπου. Είναι σύγχρονός μας, θέμε δε θέμε μας πήραν οι ρόδες του, ταυτίσαμε την τύχη μας με τη δική του. Τρώμε, ντυνόμαστε, κατοικούμε, ενεργούμε, στοχαζόμαστε κάτω από τη φοβερή του επίδραση. Δε γλιτώνουμε. Κανένα έθνος πια δε γλιτώνει. Κι όποιο αποπειραθεί να γλιτώσει, είναι χαμένο, θα το φαν όλα τ’ άλλα έθνη. Ζούμε το βιομηχανικό πολιτισμό της εποχής μας, που καμιά σχέση δεν έχει μήτε με την κλασική εποχή της ομορφιάς μήτε με την ανατολίτικη μεταφυσική επιδημία.

Για ένα Δυτικό έθνος το πρόβλημα του πολιτισμού δεν είναι τόσο δύσκολο και πολύπλοκο όσο για μας. Προσαρμοσμένοι φυσικά στον ντόπιο τους Δυτικό πολιτισμό, μάχουται μονάχα να τον προχωρήσουν και να του δώσουν, όσο μπορούν, δικές του εθνικές απόχρωσες. Μα εμείς βρισκόμαστε ανάμεσα Ανατολής και Δύσης. Προνομιούχα, λεν, είναι η θέση της Ελλάδας, και συνάμα επικίντυνο πολύ γεωγραφικό και ψυχικό σημείο του κόσμου. Μέσα μας υπάρχουν βαθιές δύναμες εχθρικές στο ρυθμό της Δύσης. Έχουμε, για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε, να συμφιλιώσουμε μέσα μας τρομερούς δαιμόνους. Ποιο είναι λοιπόν το χρέος μας;

Εγώ έτσι μονάχα μπορώ χοντρικά να το διατυπώσω: Η Ανατολή με τις μεγάλες πολλές λαχτάρες της, με την άμεσή της επαφή με τη μυστηριώδη ουσία του κόσμου, θ’ αποτελεί πάντα για τον Έλληνα, το ζεστό, σκοτεινό, πλούσιο Υποσυνείδητο. Αποστολή του είναι πάντα ο ελληνικός νους να το φωτίσει, να το οργανώσει και να το κάμει συνειδητό. Όταν το κατόρθωσε, δημιούργησε αυτό που λέμε ελληνικό θάμα. Η Ανατολή είναι το άμορφο, ο ελληνικός νους ήταν πάντα η δύναμη που ένα αγαπούσε κι επιδίωκε απάνω απ’ όλα, τη μορφή. Να δώσουμε μορφή στον άμορφο, να κάνουμε λόγο την ανατολίτικη κραυγή, αυτό είναι το χρέος μας. Δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε μήτε την Ανατολή μήτε τη Δύση, είναι μέσα μας βαθιά κι οι δυο αντίδρομες δυνάμεις και δεν ξεκολνούν. Είμαστε υποχρεωμένοι ή να φτάσουμε στο λαμπικάρισμα της Ανατολής σε Δύση, να πετύχουμε δηλαδή μια δυσκολότατη σύνθεση, ή να χαροπαλεύουμε δούλοι.

– Δύσκολο έργο, είπε ο νέος.

– Έγινε κάποτε, αποκρίθηκα, και σηκωθήκαμε.

Το τρένο έφτανε, αποχαιρέτησα το νέο γελώντας.

– Νερό κι αλάτι όσα είπαμε, του κάνω. Ξεχάσετέ τα. Μην κατσουφιάζετε, μην πολυσκαλίζετε, αφήσετε τη θεωρία. Κιντινεύετε έτσι, να μελετάτε το πρόβλημα χωρίς να το ζείτε. Μην πάθετε ό,τι λεν για να κοροϊδέψουν τους φιλόμαθους, λεπτολόγους Γερμανούς: Αν δουν δυο πόρτες και στη μια είναι γραμμένο ¨Παράδεισος¨ και στην άλλη ¨Διάλεξη περί Παραδείσου¨, όλοι θα τρέξουν στη δεύτερη πόρτα.

«Ζείτε μέσα σας όλες τις δυνάμεις που σας έδωκε η Ελλάδα, δουλεύετε μέρα και νύχτα, κατορθώστε να κάμετε ένα στίχο γεμάτο ουσία και με τέλεια φόρμα. Έτσι μονάχα θα λύσετε, στην περιοχή σας, το πρόβλημα και θα δημιουργήσετε, στην περιοχή σας, νεοελληνικό πολιτισμό. Αγαπάτε κι εσείς, όπως κι εγώ, το Δραγούμη. Ας θυμηθούμε λοιπόν μια φράση του κι ας την πούμε τώρα που χωρίζουμε: «Μου αρέσει να νιώθω κι εγώ καμιά φορά πως είμαι ένας από τους πολλούς και περαστικούς άρχοντες του Ελληνισμού και πρέπει να περάσει κι από μένα ο Ελληνισμός για να προχωρήσει».

 

Νίκος Καζαντζάκης, «Ταξιδεύοντας», σελ. 319-329, έκτη έκδοση, Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα, 1969.

Read Full Post »

 

 

Quinet Edgar – Αργολίδα του 1829

 

Roger Milliex*

 

Η μαρτυρία του Γάλλου περιηγητή Edgar Quinet για την Αργολίδα του 1829.

 

Στις 3 Μαρτίου του 1829, η γαλλική πολεμική φρεγάτα με το αρχαίο όνομα CYBELE που, 22 μέρες πριν σαλπάρισε από την Τουλώνη,  πιάνει τον όρμο του Ναυαρίνο, όπου αποβιβάζονται τα 18 μέλη της Επιστημονικής Αποστολής του Μορέα (EXPEDITION SCIENTIFIQUE DE MOREE ) που, μετά το εκστρατευτικό σώμα του MAISON, η Γαλλική Κυβέρνηση στέλνει για μια πρώτη – πρώτη συστηματική μελέτη της μόλις απελευθερωμένης Πελοποννήσου.

 

Ανάμεσα λοιπόν σ’ αυτούς τους 18 επιστήμονες – γεωγράφους, τοπογράφους, φυσιοδίφες, αρχαιολόγους, φιλολόγους, ως και σχεδιαστές και ζωγράφους – υπάρχει κι ένας 26 χρόνων φιλόλογος, μαθητής μετεκπαιδευτικά στη Χαϊδελβέργη του Ελληνιστή CREUZER, από το BOURGENBRESSE της Γαλλίας EDGAR QUINET που ανήκει στο αρχαιολογικό τμήμα της Αποστολής.

Ξέρουμε τώρα, χάρη στις σχετικές πληροφορίες που μας χάρισε ο JEAN-TUCCO CHALA στην εισαγωγή της μνημειώδους επανέκδοσης του οδοιπορικού του QUINET που επιμελήθηκε σε συνεργασία με τον VILLY-AESCHIMANN. ( Introduction σελ. XXXVIII, XXXIX, XLEdgar Quinet LA GRECE MODERNE ET SES RAPPORTS AVEC L’ ANTIQUITELes Belles Lettres, Paris, 1984), ότι ο νεαρός διανοούμενος – συγγραφέας κιόλας από τα 19 του χρόνια – και θερμός φιλέλληνας στάθηκε και ο επίμονος εισηγητής το 1828 στη Γαλλική Κυβέρνηση του σχεδίου της Επιστημονικής Αποστολής και με την ίδια επιμονή πάλεψε να συμπεριληφθεί ο ίδιος στον κατάλογο της.

 

Επειδή όμως στη διάρκεια του ταξιδιού δεν εκτίμησε και συμπάθησε και πολύ τα άλλα μέλη, αποφάσισε να ανεξαρτητοποιηθεί αμέσως από τους συναδέλφους του και να πραγματοποιήσει μόνος του την αρχαιολογική του αποστολή. Έτσι, στις 12 Μαρτίου, ξεκινάει από τη Μεθώνη και αρχίζει τον περισσότερο καιρό την μοναχική του περιήγηση και διασχίζει διαδοχικά τη Μεσσηνία, Δυτική Αρκαδία, Λακωνία, Ανατολική Αρκαδία, Αργολίδα, Κορινθία και Επιδαυρία. Όλη η διαδρομή στο μεταπολεμικό ρημαγμένο Μοριά θα κρατήσει 39 μέρες, εκ των οποίων 6 στην Αργολίδα, από τη 1 ίσαμε τις 6 Απριλίου.

 

Για τη διαδρομή αυτή, τις μετακινήσεις, τις παρατηρήσεις και σκέψεις του έχουμε, όπως και για άλλες περιοχές, μια διπλή πηγή:

 

Το καθημερινό ημερολόγιο του που είχε μείνει ανέκδοτο ίσαμε το 1984 και που για την Αργολίδα γεμίζει 7 σελίδες, ( LA GRECE MODERNE...σελ. 359-366), στην επανέκδοση που αναφέραμε πιο πάνω. Σ’ αυτά τα τετράδια ο ταξιδιώτης με το μολύβι του συνήθως με συντομία καταγράφει αυθόρμητα και θα’ λεγε κανείς αχόρταγα, εκτός από τα αρχαιολογικά μνημεία και τοπία, τις πιο μικρές λεπτομέρειες της ορογραφίας, της υδρογραφίας – θ’ άξιζε τον κόπο ένας σημερινός γεωγράφος να ελέγξει βήμα προς βήμα αυτές τις παρατηρήσεις του ξένου ταξιδιώτη – της χλωρίδας και της ορνιθολογίας, της γεωργίας και γενικά της σημερινής ανθρώπινης παρουσίας.

 

Το τυπωμένο λογοτεχνικό οδοιπορικό που δημοσιεύτηκε στο Παρίσι τον Οκτώβριο του 1830, δηλαδή περίπου 16 μήνες μετά την επιστροφή του ταξιδιώτη στη Γαλλία, κάτω από τον τίτλο «DE LA GRECE MODERNE DANS SES RAPPORTS AVEC LANTIQUITE». Μια δεύτερη έκδοση θα βγει το 1857 που το κείμενο της αναπαρίσταται στην επανέκδοση του 1984 των BELLES LETTRES. Σ’ αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας και αφαιρεί πολλά στοιχεία από την πρώτη ύλη του ημερολογίου και προσθέτει κυρίως σκέψεις και γενικές θεωρήσεις. Στη GRECE MODERNE ( επανέκδοση του 1984) η Αργολίδα πιάνει 28 σελίδεςLA GRECE MODERNE, σελ. 167-195. Έτσι οι δυο πηγές αλληλοσυμπληρώνονται.

 

 

Διαδρομή και μετακινήσεις

 

 

 

 

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Αφού συνάντησε στις 31 Μαρτίου τον Πρόεδρο με τη συνοδεία του (Νικήτα Κολοκοτρώνη, Δημητράκη Κολιόπουλο) «κάτω από μια μουριά» πάνω από τον Αχλαδόκαμπο (γράφει Aglavo- Campo), κατεβαίνει στον κάμπο και μπαίνει στο Άργος όπου μένει για «ανάπαυση»  ολόκληρη την 1η Απριλίου. Χρειαζόντουσαν ανάπαυση εκείνος και ο υπηρέτης του που είχε φέρει από τη Γαλλία γιατί τους είχαν πειράξει οι πυρετοί και είχαν πάθει εξάντληση από τη λιτοδίαιτη διατροφή που τους είχαν προσφέρει ίσαμε τότε οι φιλόξενοι μεν, αλλά εξαθλιωμένοι κάτοικοι του ρημαγμένου Μοριά. Επίσης είναι η πρώτη φορά από τη μέρα που ξεκινήσανε, που χάρη στη φιλοξενία του «astinome» του Άργους, κοιμούνται όχι πια σε καλύβια ή τρύπιο χάνι, αλλά κάτω από πραγματική στέγη και ανασαίνουν. Στις 2 Απριλίου ξεκινά για  εκδρομή στις Μυκήνες κάτω από βροχή. Σημειώνει ο Quinet ότι χρειάζονται τρείς ώρες  δρόμου, οπωσδήποτε με άλογο, για να φτάσει στα υψώματα του «CARVATHI» και στις 3 Απριλίου επισκέπτεται την Τίρυνθα και το Ναύπλιο (NAPOLI). Τις επόμενες δύο μέρες ο πυρετός τον αναγκάζει να μην κινηθεί και να συμβουλευθεί τον ιατρό του Καποδίστρια Διον. Ταγιαπιέρα (D. Tagliapietra). Στις 6 Απριλίου ξενικά επιστημονική έρευνα στο Άργος και την επομένη  φεύγει για Νεμέα – Κόρινθο από το δρόμο των Μυκηνών, κάτω) από βροχή.

 

 

Το φυσικό αργολικό περιβάλλον

 

Σαν άνθρωπος που πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην εξοχή, ο νεαρός μας ταξιδιώτης είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος στις οπτικές και ακουστικές συναλλαγές της φύσης. Καταγράφει με ακρίβεια τις αποχρώσεις του γκρίζου και του καφέ στην Αργολίδα, του μπλε στα μακρινά, με απομεινάρια από χιόνια, των βουνών που μερικές φορές σχεδιάζει στο χαρτί τις μορφές τους. Αν ο Ίναχος είναι ξερός, μόλο που χειμώνας ήταν βροχερός, αναφέρει σαν ευχάριστη έκπληξη «τα ρυάκια με νερό» που συνάντησε. Σημειώνει τα μπουμπουνητά της βροντής όπως και τα γαυγίσματα τον σκύλων. Αν εδώ είναι πιο λιτός στην χλωρίδα παρά σε προηγούμενες διαδρομές και αναφέρει μόνο το φλόμο, τα πουλιά εξακολουθούν και τραβάνε την προσοχή του – κορυδαλλοί, πελαργοί και γερανοί που «φώναζαν στην κορυφή της Λάρισσας», αγριόχηνες. Σαν γράφει το βιβλίο θα θυμηθεί και θα προσθέσει κι άλλα ζώα που θα κάνουν ακόμα πιο άγριο το τοπίο των Μυκηνών: άκουσε εκεί τσακάλια, είδε κουκουβάγιες, δεντρογαλιές. Την γκρίζα Ελλάδα σαν βρέχει και χάνεται το φως, θα την χαρακτηρίσει ως «αξιοθρήνητη» (miserable). Ωστόσο καταγοητεύθηκε ο φυσιολάτρης αρχαιολόγος μας από το σύνολο του Αργολικού τοπίου που στους περιπάτους του σχεδιάζει κάθε φορά από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Σαν γυρίσει στη Γαλλία θα το ξαναδεί με τα μάτια της μνήμης και θα ξανασυνθέσει με λυρισμό το φυσικό αμφιθέατρο, που αποτελεί ο κάμπος ανοιγμένος στον κόλπο προς το άπειρον, και θα συμπεράνει «απ’ όλα τα τοπία της Ελλάδας είναι αυτό που έχει την περισσότερη μεγαλωσύνη και που αναπαριστά καλύτερα το πλατύ σχέδιο των ομηρικών μορφών». Γιατί την αρχαιότητα τη συνδέει στενότατα με το φυσικό περιβάλλον όπως το τοπίο των Μυκηνών με τις τραγωδίες του Αισχύλου.

 

Αρχαιολογική έρευνα

 

Μια από τις αποστολές του αρχαιολογικού τμήματος της Επιστημονικής Εκστρατείας είναι η συλλογή επιγραφών απ’ όλες τις εποχές της ιστορίας της Πελοποννήσου. Μ’ όλο που δεν ήταν καθόλου ειδικός, o Quinet ασχολήθηκε τακτικά, ευσυνείδητα μ’ αυτή την αναζήτηση, κι ακόμα όταν στο Άργος ο πυρετός και η εξάντληση τον ανάγκασαν να συρθεί πάνω σε στέγες εκκλησιών για να αντιγράψει μερικά απ’ αυτά τα γραπτά τεκμήρια του παρελθόντος. Συνολικά μάζεψε 5 επιγραφές στο Ναύπλιο και 12 στο Άργος, τις περισσότερες ελληνικές, μερικές νεολατινικές βενετσιάνικες, και μια νεοελληνική από το 1702 πάνω σε μια εκκλησία.

Απ’ αυτή τη συλλογή 5-6 μόνο ήταν ανέκδοτες. Αλλά, καθώς μας πληροφορεί o Jean Tueco-Chala, ( La Grece Moderne-Quinet epigraphiste σελ. 394), δεν ευθύνεται o νεαρός επιστήμονας για τις άλλες άχρηστες: είχε ζητήσει από το Γαλλικό Υπουργείο Εσωτερικών, που είχε αναλάβει την οργάνωση της Επιστημονικής Εκστρατείας, να του στείλουν για οδηγό της επιγραφικής έρευνας τούτη μεγάλη γερμανική συλλογή CORPUS INSCRIPTIONUM GRAECO-RUM του BOECKH (1828), αλλά οι γαλλικές υπηρεσίες δεν προλάβανε κι έτσι αφέθηκε ο ερευνητής στην ερασιτεχνική του προσπάθεια. Ωστόσο το ανέκδοτο δίστιχο έξι γραμμών για τον Ερμή που αντέγραψε σ’ ένα τοίχο εκκλησίας στο Άργος (αυτόθι σελ. 396) αποτέλεσε τότε σημαντική φιλολογική ανακάλυψη.

 

Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι παρατηρήσεις και οι συλλογισμοί του προσκυνητή της Αργολίδας. Ελάχιστα τα αρχαία στο Άργος – «το πραγματικό αρχαίο του Άργους είναι ο Ίναχος», αλλά φτάνουν να μας γυρίσουν στην εποχή των Αχαιών. Το θέατρο, που είναι μισοσκαμμένο και που οι κερκίδες είναι ένα πράγμα με τους βράχους του λόφου, σαν «έργο μάλλον της φύσης και όχι των ανθρώπων», εμπνέει στον περιηγητή μια συνθετική θεώρηση και του αρχαίου θεάτρου και της ιστορίας του Άργους. Και το μάτι του χαίρεται πάνω ψηλά στην κορφή του βουνού «τις λεπτές δαντέλες του κάστρου του Άργους». Στις Μυκήνες και στην Τύρινθα, με την ίδια ευσυνειδησία που αντέγραψε τις επιγραφές, μετράει εξαντλητικά τις αποστάσεις και τις πέτρες. Αλλά στο βιβλίο θα κρατήσει μόνο μερικούς αριθμούς από τους πιο εντυπωσιακούς.

 

Οι Μυκήνες που αποκαλύπτουν στον περιηγητή κάτι ίσαμε τώρα εντελούς πρωτόγνωρο, «μια άγνωστη Ελλάδα», απασχολούν ιδιαίτερα τα μάτια και την σκέψη του (στο βιβλίο θα πιάσουν 11 σελίδες από τις 28 της όλης περιγραφής της Αργολίδας).

Όπως σ’ όλη την περιοχή, του κάνει εντύπωση η σφιχτή ένωση του γεωλογικού βράχου και της κτισμένης πέτρας, ο ανταγωνισμός και τελικά η αρμονία ανάμεσα στη φύση και στην αρχιτεκτονική. Ιστορικά οι κυκλώπειες οικοδομές δεν είναι «βάρβαρες», εκδηλώνουν τη ρώμη της ηρωικής εποχής και το πνεύμα του ομηρικού έπους. Ωστόσο στην εκεί αρχιτεκτονική διαβλέπει μια «μεταφύτευση» της Αιγύπτου, της Ανατολής και πιστεύει γενικά ότι η Ελλάδα είναι ο τόπος όπου συναντιούνται Ασία και Ευρώπη και ότι ιδιαίτερα η Αργολίδα ήταν γεωγραφικά καμωμένη για να δεχθεί το πνεύμα της Ανατολής. Πιο λιτός στην Τύρινθα, υπογραμμίζει κυρίως το γιγαντιαίο χαρακτήρα της – εκεί δίνει και στο βιβλίο χαρακτηριστικούς αριθμούς- και αναρωτιέται για τον προορισμό του μυστηριώδους «μεγάλου πολυγώνου», υποθέτοντας ότι επρόκειτο, όχι μόνο για φρούριο – καταφύγιο, αλλά και για τέμενος.

 

Η σύγχρονη Ελληνική παρουσία

 

 

 

 

 

Μαγκανοπήγαδο στην πεδιάδα του Άργους.

Μαγκανοπήγαδο στην πεδιάδα του Άργους.

Ο ουμανιστής και φιλέλληνας ταξιδιώτης μας δεν ήρθε στο Μοριά για να κοιτάξει αποκλειστικά τις σεπτές πέτρες του αρχαίου παρελθόντος. Οι σημειώσεις του ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ μάς δείχνουν την ανεξάντλητη προσοχή του το ανθρώπινο περιβάλλον. Αρχίζοντας από τις γεωργικές δραστηριότητες των κατοίκων, σημειώνει σχολαστικά σχεδόν τις εναλλαγές των δύο κύριων καλλιεργειών: κριθάρι και σιτάρι. Και μέσα στα αρχαία τοπία παρατηρεί την ανθρώπινη παρουσία: όπως τις δύο γυναίκες που αποκοιμηθήκανε στο βάθος των ερειπίων της Τύρινθας και πιο κάτω τους τσοπαναραίους με τις καρδάρες γεμάτες γάλα. Όπως και σε όλο το οδοιπορικό του, υπογραμμίζει και την ποιμενική ζωή – στο θησαυρό του Ατρέα άκουγε συνέχεια κουδουνάκια από κατσίκια- καθώς και το σκληρό μόχθο των Μοραϊτισσών: αυτές οι ξυπόλυτες κοπέλες ζαλωμένες «πράσινο κριθάρι» που τα κοτρόνια του ξερού Ίναχου τους πληγώνουν τα πόδια ή αυτές οι εξουθενωμένες γυναίκες που κουβαλάνε χώμα μέσα στα φουστάνια τους για να γεμίσουν κάποιο έλος και ο μισθός τους το βράδυνα είναι μερικές ελιές, ενώ κάτι νεαροί ξαπλωμένοι πάνω στο γρασίδι, κάτω από λεμονιές, τραγουδάνε, παίζοντας κιθάρα. Δυο-τρία καινούρια στοιχεία χαρακτηρίζουν την Αργολική γεωργική ζωή: τα μαγγανοπήγαδα (pompes a chapelets) που συμπληρώνουν τους λίγους μύλους της Λέρνας κι ένα εξωτικό γομάριο: η καμήλα. Άλλο εντελώς καινούριο στοιχείο, θαλασσινό αυτό: τέσσερα καράβια στην άμμο του Ναυπλίου.

 

 Εκτός από τα έργα των κατοίκων, η θρησκευτική τους ζωή προκαλεί την περιέργεια του ξένου Δυτικού. Σαν τελειώνει την επιστημονική του δουλειά, συχνά μπαίνει στις εκκλησίες, την ώρα που λειτουργούνται και ακούει «προσευχές που λένε τα παιδιά για τους βασιλιάδες της Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσίας». Τακτική η παρουσία του λαού, και του αρέσει μια σχετική ομοιότητα ανάμεσα στις μορφές των σημερινών ναυτικών με τις βυζαντινές φιγούρες.  Δεν του αρέσουν πολύ όμως οι «έρρινοι και γερασμένοι» ορθόδοξοι ύμνοι και «χάος» βλέπει στις ετερόκλητες τελετουργίες. Μόνο τη στιγμή που ο ίσαμε τότε κρυμμένος μέσα στο ιερό  ιερέας τραβάει τις κουρτίνες και ανοίγει ιεροτελεστικά «τας θύρας» ξαναβρίσκει τη «μεγαλοπρέπεια της Ελλάδας και την καλλιτεχνική της έφεση», όπως πρωτοεμφανίστηκε την εποχή του πολυθεϊσμού.

 

Κυρίως, επειδή βρίσκεται πια ο ταξιδιώτης στην καρδιά του αναγεννώμενου Ελληνικού κράτους, εκμεταλλεύεται τις μέρες της ανάπαυσης για να κάνει μια συστηματική έρευνα για τη σημερινή κατάσταση και οργάνωση του τόπου. Έμαθε λ.χ. ότι το θέατρο του Αργούς αναμένει τη συνέλευση των βουλευτών. Ήρθε σ’ επαφή με την Κυβέρνηση (αναφέρει τον ανάπηρο διοικητή Εμμανουήλ Βασιλειάδη) και την 1η Απριλίου, που κάθεται στο Αργός, συγκεντρώνει στο ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ  αρκετές και ποικίλες πληροφορίες, από επίσημες φαίνεται πηγές, που θα τις συμπληρώσει μερικά στις 6 Απριλίου, πριν αναχωρήσει για την Κορινθία.

 

Πληροφορίες και στατιστικές είναι ανακατεμένες . Τις παρουσιάζουμε εδώ πιο συστηματικά.

 

Πληθυσμός του Άργους: 10.000, έκτων οποίων 6.000 μόνιμοι, οι άλλοι πρόσφυγες.

 

Διοίκηση: Τέσσερις δημογέροντες και στο Ναύπλιο ένας νομάρχης. Υπάρχει ένας έκτακτος κυβερνήτης που έχει στη δικαιοδοσία του το σύνολο: Ναύπλιο, Αργός, Κόρινθο (που έχει και κυβερνήτη), Κρανίδι.

 

Οικονομική ζωή και φόροι: Σε εθνικοποιημένες ιδιοκτησίες πληρώνουν 30% φόρους, οι ατομικές 10%. Στο Αργός υπάρχουν 12.000 στρέμματα εθνικοποιημένων ιδιοκτησιών που 5.000 καλλιεργούνται το 1829 (προϊόντα: κρασί και κριθάρι). Το 1823 τα χωράφια του Ναυπλίου και του Άργους αξίζανε 40 εκατομμύρια άσπρα. Το 1829η πόλη εισέπραξε 64.000 άσπρα από φόρους. Το λιμενικό τελωνείο παίρνει 4% για εξαγωγές από θάλασσα.

 

Στρατός: Παραπάνω από 3.000 άντρες στον τακτικό κι ένας λόχος ιππικού με 150 άντρες. Ο στρατιώτης παίρνει 25 άσπρα το μήνα.

 

Δικαιοσύνη: Υπάρχουν τρεις βαθμοί δικαιοδοσίας ανάλογα με το ποσό του πρόστιμου «ίσαμε 100 άσπρα, δικάζει η αστυνομία, παραπάνω από 100 οι δημογέροντες, ύστερα η κυβέρνηση». Ο «astinomos», που φιλοξένησε τον Quinet, έκανε χρέη ταυτόχρονα ειρηνοδίκη και αστυνόμου, και απαιτούσε απ’ όλους τους ταξιδιώτες, έστω και αγωγιάτες και για μικρές αποστάσεις, «διαβατήρια».

 

Εκκλησία: Επτά εκκλησίες, ένα μοναστήρι, 20 – 25 ιερείς, ένας επίσκοπος στο Ναύπλιο.

 

Εκπαίδευση: Μια αλληλοδιδακτική σχολή με 250 μαθητές και μια σχολή θηλέων. (Ο Quinet είδε «πάνω στο μονοπάτι του Αγαμέμνονα» 300- 400 παιδιά την ώρα που μπαίνανε στο αλληλοδιδακτικό σχολείο.

 

Αν το Ναύπλιο με «τους μικρούς μαύρους δρόμους» και το «Λοιμώδη μαρασμό» του και παρ’ όλα τα Βενετσιάνικα απομεινάρια, μάλλον απώθησε τον Quinet που χάρηκε σαν γλίτωσε από τα έλη του, απεναντίας το σχεδόν ανέπαφο και ζωντανό Άργος τον γέμισε ελπίδα για το μέλλον. Σαν φτάνει στην πόλη, με το φεγγάρι να κάθεται πάνω στις πολεμίστρες του κάστρου, ο ταλαιπωρημένος από την ερειπωμένη Μεσσηνία περιηγητής γοητεύεται αμέσως από το θέαμα που προκαλείτο θαυμασμό και των οδηγούν του. Από την αντίδραση τους πείθεται ότι η πόλη δε διαφέρει πολύ απ’ ό,τι ήταν πριν από τον πόλεμο. «Σκέφτηκα ότι πολύ γρήγορα το ίδιο θα γινόταν σ’ ολόκληρη τη χώρα».  Από την προηγούμενη συμπόνια περνάει τώρα στην αισιοδοξία και την ελπίδα για το μέλλον του τόπου.

 

Έτσι η ολιγοήμερη διαμονή στην Αργολίδα, ειδικά στο Αργός, του φιλέλληνα περιηγητή συνέβαλε στο να πιστέψει στον ανοικοδομητικό δυναμισμό του νεαρού Ελληνικού κράτους. Μια πίστη που σ’ όλη τη ζωή θα την κρατήσει άσβεστη μέσα στην ψυχή του.

 

 

Υποσημείωση

 

 

* Ο Ροζέ Μιλλιέξ γεννήθηκε στις 4 Ιουλίου 1913 στη Μασσαλία. Ξεκίνησε την καριέρα του στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών το 1936 ως καθηγητής και στη συνέχεια ως αναπληρωτής Διευθυντής στο πλευρό του Οκτάβου Μερλιέ. Οι δύο μεγάλοι αυτοί φιλέλληνες δημιούργησαν ένα μορφωτικό ίδρυμα με σημαντικότατη δράση στην εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας στην Ελλάδα, και φιλοξένησαν και στήριξαν τις ελληνικές τέχνες και τα γράμματα με κάθε τρόπο. Χαρακτηριστική είναι η βοήθεια που προσέφεραν στους Έλληνες καλλιτέχνες την εποχή του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου όταν τους φυγάδευσαν με το πλοίο «Ματαρόα» για τη Γαλλία, προσφέροντάς τους ταυτόχρονα υποτροφίες. Ο Ροζέ Μιλλιέξ ήταν μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από το 1982, μέλος της Ακαδημίας της Μασσαλίας από το 1986 και επίτιμο μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.

 

Η δράση του υπήρξε επίσης το ίδιο σημαντική και στην Κύπρο όπου υπηρέτησε για 12 χρόνια μεταξύ άλλων και ως Πολιτιστικός Ακόλουθος της Γαλλικής Πρεσβείας στη Λευκωσία. Πολλά από τα έργα του έχουν γραφεί απευθείας στα ελληνικά ή μεταφραστεί από τον ίδιο, όπως : «Ο Βίκτωρ Ουγκώ, ένας σταθερός φίλος της Ελλάδος» (1953), «Φόρος τιμής στην Ελλάδα 1940-1944» (1980), «Ημερολόγιο πολέμου και κατοχής στην Ελλάδα και άλλες μαρτυρίες» (1982), κ.α.

 

Μαζί με τη σύζυγο του συγγραφέα Τατιάνα Μιλλιέξ ανέπτυξαν σημαντικότατο έργο τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Κύπρο. Ο Ροζέ Μιλλιέξ ήταν αξιωματούχος του Τάγματος της Λεγεώνος της Τιμής, Ιππότης του Ακαδημαϊκού Φοίνικα, Ταξιάρχης του Τάγματος του Φοίνικα της Ελληνικής Δημοκρατίας, ενώ είχε παρασημοφορηθεί και με το Αργυρό Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών.

 

 

Πηγές

 

 

  • Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 27 – 33, τεύχος 11, 1994.
  • Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών.

 

 

 

 

 

Read Full Post »

William Haygarth

 

 

 

Μυκήνες. Λιθογραφία του Α. Joly, σχέδιο Haygarth William. (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)

Μυκήνες. Λιθογραφία του Α. Joly, σχέδιο Haygarth William. (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)

Γιος γιατρού, συμφοιτητής του Βύρωνα στο Trinity College, o λογοτέχνης και ζωγράφος W. Haygarth (1782-1825/30), ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1810 την περιήγησή του προς τις ελληνικές γαίες και έφυγε πλημμυρισμένος εντυπώσεις τον Ιανουάριο του 1811. Φορτισμένος με το αρχαιόφιλο πνεύμα της εποχής του, από το αγγλικό περιβάλλον των γραμμάτων και των Τεχνών, και πιο πλούσιος με το φιλελληνικό συναίσθημα, που αποκόμισε μετά τη δυσκολοτάξιδη εμπειρία του στον ελλαδικό χώρο, συνέθεσε ένα μοναδικό έργο, ποιητικό και εικαστικό,

Greece a poem in three parts; with notes, classical illustrations, and sketches, of   the scenery, by William Haygarth, Esq. A. M. London: printed by W. Bulmer and Co., Cleveland-Row; and sold by G. and W. Nicol, Booksellers to His Majesty. Pall Mall, London, 1814, όπου καταφέρνει να περιγράψει το ελληνικό τοπίο και περίλαμπρες αρχαιότητες σε πολύ πετυχημένες συνθέσεις, μη παραλείποντας και τα ηθογραφικά στοιχεία.

 

 

 

Μυκήνες. Haygarth, William (ζωγράφος) & C. Turner (χαράκτης) 1.5.1814, χαλκογραφία επιχρωματισμένη, 17,5 x 25,5 εκ. (Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών Βούρου-Ευταξία)

Μυκήνες. Haygarth, William (ζωγράφος) & C. Turner (χαράκτης) 1.5.1814, χαλκογραφία επιχρωματισμένη, 17,5 x 25,5 εκ. (Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών Βούρου-Ευταξία)

Τα Ιόνια νησιά, η Ηπειρος, η Πίνδος, η Στερεά Ελλάδα, η Αττική και ο Σαρωνικός, καθώς και η Πελοπόννησος* είναι οι τόποι της περιοδείας του. Οι δύο χιλιάδες τετρακόσιοι περίπου στίχοι του ποιήματός του, που γράφηκαν κυρίως στην Αθήνα, με λεπτομερή σχόλια και παραπομπές, το ημερολόγιό του αλλά και οι εκατόν είκοσι ακουαρέλες καθώς και τα σχέδιά του τον καθιστούν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιηγητικές μορφές. «Διακινδύνεψε στο στιχούργημα την πρόβλεψη για την ηθική αναγέννηση της Ελλάδας», γράφει ο ίδιος, και το ρομαντικό ύφος με αναπολήσεις, προεκτάσεις και λυρικά στοιχεία σε συνδυασμό με ρεαλιστικά και φανταστικά δεν απουσιάζουν ούτε από τη γραφίδα του ούτε απο τον χρωστήρα του. «Περήφανο μνημείο, παλαιάς μεγαλοπρέπειας», αναφωνεί για το Θησείο, «η νιότη σου είδε τη φήμη της χώρας σου», τα γηρατειά σου την αγωνία της».

 

 

 

 

Υποσημείωση

 

 

*Δρομολόγιο: Suli, Pindus, Thessaly, Thermopylae, Parnassus, Delphi, Thebes, Athens, Marathon, Aegina, Nauplia, Argos, Mycenae, Arcadia, Laconia, Sparta, Achaia, Corinth.

 

Πηγές

  • ΞΕΝΟΙ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ( 15ος – 20ος αιώνας). Το Ανθολόγιο των χρονικών των Ξένων Περιηγητών – (Συλλογή Δ. Κοντομηνά) στηρίζεται στον κατάλογο της Εκθεσης (16 Μαΐου – 16 Ιουνίου 2005) με τίτλο «Ανάδυση και η Ανάδειξη Κέντρων του Ελληνισμού στα Ταξίδια των Περιηγητών (15ος – 20ος αιώνας)».
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές VΙΙΙ», τεύχος 146, 8 Αυγούστου 2002.

 

Read Full Post »

Άργος, «Peloponnesus :notes of study and travel», 1858. – William George Clark

 

 

Ο William George Clark ξεκινάει από την Αθήνα και περιηγείται την Πελοπόννησο, ακολουθώντας την πορεία Κόρινθος, Άργος, Καρυά, Μαντινεία, Σπάρτη, Καλαμάτα, Ναυαρίνο, Φιγαλεία, Ολυμπία, Πύργος, Πάτρα, Αίγιο, Φενεός, Στυμφαλία, Σικυών.

 

Ο περιηγητής έφτασε στο Άργος παραμονές του Πάσχα αφού προηγουμένως έχει επισκεφθεί τη Νεμέα και τις Μυκήνες.  Από το Άργος θα κινηθεί προς Μαντινεία μέσω Καρυάς. Στο βιβλίο του «Peloponnesus :notes of study and travel», για το Άργος αφιερώνει 25 σελίδες (90-114), όπου μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα περιγραφή των κατοίκων, της πόλης και των αρχαιοτήτων της. Το έργο συμπληρώνον 5 χάρτες της Πελοποννήσου, του ιερού του Ισθμού, της Νεστάνης και Μαντινείας, της Σπάρτης και του Ναυαρίνου. Ο τελευταίος μάλιστα είναι έργο εξαιρετικής χάραξης.

 

 

Το Άργος και οι γειτονικές περιοχές

 

 

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Το πρωί του Σαββάτου 19 Απριλίου η πόλη του Άργους ήταν γεμάτη κόσμο. Το Σάββατο είναι ημέρα παζαριού και οι δρόμοι ήταν πλημμυρισμένοι από εμπορεύματα και πωλητές. Αγρότες είχαν φέρει καλάθια με κρεμμύδια, πράσσα, ραδίκια, κάρδαμο και άλλα σαρακοστιανά. Από την άλλη μεριά, οι κάτοικοι της πόλης τους προκαλούν επιδεικνύοντας τις ενδυμασίες τους, από φέσι μέχρι τσαρούχια και παντόφλες, από τσίτινα υφάσματα (πιθανώς) από το Μάντσεστερ, μαχαίρια (ίσως) από το Σέφφιλντ μέχρι άσπρες ομπρέλες δυο δραχμές το κομμάτι, εγγυημένες από αγγλικά εργοστάσια. Απ’ όσο μπορεί να καταλάβει κανείς, η πόλη φαίνεται να ευημερεί περισσότερο από όλες τις άλλες πόλεις της Ελλάδας. Τα σπίτια είναι χτισμένα με τρόπο ακατέργαστο, ασοβάντιστα, χωρίς μαρμαροκονία, από συνήθεια περισσότερο κι όχι για κάποιον άλλο λόγο. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι οι κάτοικοι ασχολήθηκαν πάρα πολύ να χτίσουν σκεπές για τα κεφάλια τους, που δεν τους έμεινε καιρός να ενδιαφερθούν και για την πολυτέλεια του λιθοστρώματος και της αποχέτευσης. Κι αυτό δε βρίσκεται μακριά από την αλήθεια. Φθάσαμε τελικά σε μια μεγάλη άπλα, όπου ο οδηγός μας – ελλείψει αρχαίου μύθου- μας διηγήθηκε ένα νεότερο για τη γάτα και το ποντίκι: «εδώ», είπε, «όταν οι Γάλλοι κατείχαν το Άργος, έσφαξαν δεν ξέρω και γω πόσα παιδιά την ώρα που γύριζαν από το σχολείο τους». Δεν ήταν αυτό το μόνο περιστατικό που με έκανε να συμπεράνω ότι οι νεοέλληνες είχαν τόση «τόλμη στη φαντασία» όση τουλάχιστον και οι αρχαίοι τους πρόγονοι. Σ’ αυτή την άπλα υπάρχουν μερικά Ρωμαϊκά ερείπια αδύνατο να αναγνωριστούν – ίσως απομεινάρια από τη μετά τον Παυσανία εποχή – και κοντά σ’ αυτά το μόνο σημαντικό απομεινάρι του αρχαίου Άργους: οι λαξευμένες κερκίδες που αποτελούσαν το κέντρο του θεάτρου. «Τα δυο του άκρα ήταν φτιαγμένα από τεράστιου μεγέθους τραχιές πέτρες και ασβεστοκτονία, χτισμένες κανονικά. Τώρα αυτά είναι απλώς άμορφοι σωροί απορριμμάτων. Το ακάλυπτο μέρος του θεάτρου διατηρεί τα απομεινάρια 67σειρών εδωλίων, σε τρία τμήματα χωρισμένα με διαζώματα. Στο επάνω τμήμα υπάρχουν 19 σειρές και στο κάτω 32. Μπορεί ασφαλώς να υπάρχουν και άλλα τμήματα κάτω από τη γη».

 

Μέτρησα 35 σειρές στο κατώτερο τμήμα, 16 στο μεσαίο και 18 στο ανώτερο, όλες μαζί 69. Οι «ευθύγραμμες σειρές εδωλίων ανασκαμμένες στο βράχο δίπλα στο θέατρο» είναι τώρα καλυμμένες από καλλιεργήσιμη γη. Παρατήρησα αργότερα, κοντά στο θέατρο της Χαιρώνειας, εδώλια παρόμοια με αυτά που είδε εδώ ο συνταγματάρχης  Leake.  Δεν πιστεύω να ήταν ένα είδος φουαγιέ για τους θεατές στα διαλείμματα των παραστάσεων, αλλά περισσότερο μου φάνηκαν σαν απλά σκαλιά για να διευκολύνουν την πρόσβαση και αποχώρηση των επάνω κερκίδων.

 

 

Κάστρο του Άργους

 

 

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Ένα απότομο πετρώδες μονοπάτι οδηγεί από εκεί στην κορυφή που στέφεται από το μεγάλο κάστρο του Άργους. Μια οχυρή θέση, η οποία, αφού φυλάχτηκε ζηλότυπα από όλους τους τυράννους της περιοχής, από τον Ακρίσιο και μετά, έχει αφεθεί, μετά την παλινόρθωση της ελευθερίας, στη μοναξιά και τη φθορά. Μπαίνεις σε ένα μικρό περίβολο χτισμένο με ακατέργαστες πέτρες εναλλασσόμενες με τούβλα, Βυζαντινής κατασκευής υποθέτω. Και διαμέσου αυτού περνάς στον κεντρικό περίβολο, ένα ακανόνιστο πολύγωνο, που σε κάθε γωνιά φρουρείται με πύργους. Ο τοίχος έχει τεράστιο πάχος. Υπάρχει ένα φαρδύ μονοπάτι γύρω από τις επάλξεις, που γίνεται προσιτό κατά διαστήματα με σκαλιά. Ανάμεσα στα άλλα ερείπια ο εσωτερικός περίβολος περιλαμβάνει και μια μικρή εκκλησία με κόγχη. Αυτός ο περίβολος είναι φανερά μεταβυζαντινής κατασκευής, αφού παρατήρησα μαρμάρινους σταυρούς ανάγλυφα, καθώς και άλλα κοσμήματα, που ανήκαν σε ελληνική εκκλησία, κτισμένα στους τοίχους. Είναι χωρίς αμφιβολία δουλειά των Γάλλων αρχόντων του Μοριά. Οι δυο περίβολοι καταλαμβάνουν την κορυφή του λόφου και περιστοιχίζονται στις τρεις πλευρές από ένα μεγαλύτερο περίβολο σε ένα σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο, που επίσης υποστηρίζεται από ισχυρό τείχος με πύργους κατά διαστήματα. Οι πύργοι κατά το μεγαλύτερο μέρος τους είναι τετράγωνοι. Παρόλ’ αυτά, παρατήρησα τρεις στρογγυλούς και έναν τραπεζοειδή. Στην εξωτερική αυλή υπάρχουν αρκετές στέρνες. Στη βόρεια και στη βορειοδυτική πλευρά των τειχών είδα σημαντικό τμήμα Κυκλώπειας λιθοδομής δεύτερης τάξης, κι ο συνταγματάρχης Leake είδε μερικά πρώτης τάξης. Η ελληνική εργασία εμφανίζεται σποραδικά. Σε ένα μέρος – όπου ένας μεγάλος σωρός συντρίμματα από έκρηξη πιθανότατα – παρατήρησα τα εναλλασσόμενα στρώματα πλατιών τούβλων και τσιμέντου, που δείχνουν την κατασκευή των Ρωμαίων λεγεωνάριων. Η παρούσα κατασκευή, κυρίως Φράγκικη, αλλά και μερικώς Βυζαντινή, επιδιορθώθηκε από Βενετούς και Τούρκους. Λίγα μέρη έχουν τέτοια συνεχή ιστορία, καταγραμμένη τόσο καθαρά, ώστε να μπορεί να διαβαστεί στα τείχη τους. Συμπεριλαμβάνουν στη διαδρομή τους ένα χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο από αυτό που περιέχουν τα τείχη της Τίρυνθας, και ελάχιστα μικρότερο από αυτό των Μυκηνών. Είναι ίσως ανάλογο συνολικά με τα χρονικά όρια της αρχαίας πόλης των ηρωικών χρόνων, έχοντας, όπως η Τίρυνθα, την ακρόπολη σε υψηλότερο επίπεδο, όπου τώρα βρίσκεται ο εσωτερικός περίβολος του παρόντος φρουρίου. Οι τύχες τους, όμως, ήταν διαφορετικές. Ενώ η Τίρυνθα και οι Μυκήνες δεν αναπτύχθηκαν πέρα από τα όρια του αρχαίου κόσμου και εγκαταλείφθηκαν μάλιστα από τότε που κατεδαφίστηκαν, περίπου 2000 χρόνια πριν, η Λάρισα του Άργους κατοικήθηκε συνεχώς. Το πτολίεθρον των Αχαιών έγινε Ακρόπολη της ελληνικής πόλης, φρούριο για τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή Αυτοκρατορία και, στο Μεσαίωνα, καθώς «η σβούρα του χρόνου πέτυχε την εκδίκηση της» έγινε φεουδαρχικό κάστρο των Φράγκων ηγεμόνων. Μ’ αυτό τον τρόπο επέστρεψε στο σκοπό για τον οποίο είχε κτιστεί από τους Κύκλωπες. ‘Όταν οι Φράγκοι εισέβαλαν στο Μοριά το 1207, βρισκόταν κάτω από την κατοχή του Λέοντα Σγουρού, ενός Έλληνα που κατείχε επίσης την Κόρινθο και τη Ναυπλία στο όνομα του αυτοκράτορα. Κι ενώ απουσίαζε ο δεσπότης, που ήταν οχυρωμένος στον Ακροκόρινθο, η πόλη κατελήφθη με την πρώτη επίθεση από τον Guilliame de Champlitte, «pour ce il estoiet en plain», λέει το Φράγκικο χρονικό.

 

Αλλά το κάστρο δεν πάρθηκε παρά το 1248, όταν δόθηκε από το Βιλεαρδουίνο στο σύμμαχο του Κύριο των Αθηνών Γκιγιώμ de la Roche «μαζί με το ωραίο κάστρο του Ναυπλίου». Τον επόμενο αιώνα πέρασε στην κυριαρχία της οικογένειας των Enghien. Γρήγορα μετά την τελική έξωση των Φράγκων ακολούθησε την κατάρρευση του ελληνικού κράτους. Κι από τότε το κάστρο κρατήθηκε, όπως όλα τα άλλα, εναλλάξ από Τούρκους κι Ενετούς – κύριους όχι το ίδιο καταπιεστικούς, αλλά το ίδιο μισητούς, μια και δεν υπάρχει διαβάθμιση στο μίσος που νιώθει ένας Έλληνας για τους αφέντες του. Τώρα που η ελευθερία και η ασφάλεια έχουν επιτρέψει πάλι την ελεύθερη ανάπτυξη των φυσικών πλεονεκτημάτων, ένα νέο Άργος ανατέλλει στην αρχαία τοποθεσία κατά κύριο λόγο. Τα φυσικά πλεονεκτήματα που διαθέτει το Άργος είναι φανερά.

 

 

Αργείτικη πεδιάδα

 

Ο τόπος είναι περισσότερο ευρύχωρος από αυτόν των απομονωμένων Μυκηνών, πιο υγιεινός από τη χαμηλή Τίρυνθα. Κι ελέγχει πολύ περισσότερες υπόγειες δεξαμενές ύδατος από τους δυο άλλους τόπους, με πηγές και υδραγωγεία. Ο Κιφησσός του, που ο Ποσειδών χτύπησε πάνω στην οργή του, πίστευαν ακόμη ότι έρρεε υπογείως και εμπλούτιζε τα πηγάδια της πόλης. Τα στρατιωτικά πλεονεκτήματα της θέσης του Άργους δεν είναι λιγότερο φανερά. Βρίσκεται στη διασταύρωση, ή, για να πούμε καλύτερα, στο γάγγλιο των διαφόρων δρόμων προς Λακωνία και Αρκαδία, όπου, κατά την ιστορική περίοδο του Άργους, κατοικούσαν οι πιο φοβεροί του εχθροί, αλλά και οι πιο ικανοί του σύμμαχοι. Η εισβολή των Λακώνων ήταν αυτό που φοβούνταν περισσότερο, και καμιά άλλη θέση δεν μπορούσε τόσο καλά να ελέγχει και να προστατεύει την πεδιάδα. Μ’ αυτά αναμφίβολοι συνενώθηκαν και άλλες αιτίες περισσότερο λεπτές και περισσότερο πολύπλοκες. Οι πηγές της εθνικής ευημερίας έχουν ρίζες βαθιές. Βλέπουμε μερικά έθνη να ακμάζουν με όλων των ειδών τα φυσικά εμπόδια, και άλλα να φθίνουν παρόλα τα πολύμορφοι φυσικά πλεονεκτήματα. Κι άλλες φορές το πνεύμα κι η ζωντάνια ενός λαού αποτυγχάνουν και σβήνουν χωρίς να υπάρχουν εξωτερικά αίτια επαρκή να εξηγήσουν το γεγονός. Χρησιμοποιούμε μία  κοινότοπη παρομοίωση, αλλά έχουμε κάποιο δίκαιο, όταν συγκρίνουμε τη ζωή ενός έθνους με τη ζωή ενός ανθρώπου ή όταν μιλάμε για την άμπωτη και την παλίρροια της ευημερίας ενός έθνους.

 

Η θέα από τα τείχη της Λάρισας είναι θαυμάσια. Μπροστά στα πόδια μας, στην κατηφόρα, εκτείνεται η πόλη με τους κροσσοτούς της κήπους και τα καταπράσινα  οπορωφόρα δένδρα, με συστάδες κυπαρισσιών εδώ και κει και  αριστερά τη φιδωτή με απότομες καμπύλες λευκή, φαρδιά κοίτη του Χάραδρου. Καθώς  η εποχή των βροχών δεν είχε μπει για τα καλά, δε φαινόταν ούτε σταγόνα νερού. Είχε όλο απορροφηθεί από την άμμο και το ψιλό χαλίκι, το είχε πιει όλο το διψασμένο χώμα του Άργους. Πέρα μακριά εκτείνεται η επίπεδη πεδιάδα, πράσινη από τα καινούρια σπαρτά, βαμβάκι και καπνό. Προς τα δεξιά ο βάλτος και μετά η καμπύλη της παραλίας που τελειώνει στην πόλη και στο λιμάνι του Ναυπλίου, πάνω από το οποίο υψώνεται ο βράχος του Παλαμηδιού με το κάστρο. Η Αργείτικη πεδιάδα κλείνεται σε όλες τις άλλες εκτός από τη θάλασσα πλευρές από οδοντωτές κρημνώδεις οροσειρές. Μακριά από  ανατολικά είναι η κορυφή του Αραχναίου. Στα βόρεια το φανταστικό σχήμα της Φούκας. Η Κυλλήνη υψώνεται στα βορειοδυτικά κι ανάμεσα τους τα μακρινά χιόνια του Παρνασσού.

 

Το απόγευμα πήγαμε στο Ναύπλιο. Μόλις φτάσαμε δραπετεύσαμε ευτυχώς από  τους βρώμικους δρόμους του κι από το ακόμη πιο βρώμικο πανδοχείο και πήραμε μια βάρκα για να  διασχίσουμε τον κόλπο. ‘Όσο βρισκόμαστε μέσα στον κόλπο, κάθε βύθισμα κουπιού ανακινούσε ρυπαρή λάσπη κι σήκωνε δυσωδία χειρότερη κι από του Τάμεση. Δεν μπορεί παρά να απορήσει κανείς γιατί το Ναύπλιο δεν ήταν ιδιαιτέρως υπεύθυνο για πανώλη, μια και μέχρι τα χρόνια αυτά υπήρξε τέτοια επιδημία. Η αιτία για την εξαφάνιση της νομίζω ήταν η εξής:

 

Πανώλης ήταν μια γενική ονομασία, που δινόταν από τους αμαθείς και τους αμβλύνοες Φράγκους του Μεσαίωνα και τους Ανατολίτες όλων των εποχών σε μια ποικιλία επιδημικών ασθενειών, η κάθε μια από τις οποίες έχει τώρα πάρει το κατάλληλο όνομα. Η μάστιγα δεν απομακρύνθηκε, μόνο που οι πάσχοντες έχουν μάθει πια να διακρίνουν τα διαφορετικοί είδη από τα οποία αποτελείται. Αλλά αυτοί παρεμπιπτόντως.

 

Παρατήρησα καθώς πλέαμε κατά μήκος του κόλπου ότι το κάστρο του Άργους παρουσίαζε την εμφάνιση ενός κανονικού επιμήκους τετραγώνου, έτσι ώστε, εκτός κι αν ήταν πολύ διαφορετικό στα αρχαία χρόνια, το σχήμα του να μη δικαιολογεί το όνομα με το οποίο είναι γνωστό στον Πλούταρχο: «ασπίς». Κομμάτια, όμως, του αρχαίου τείχους, που υπάρχουν ακόμη, και στον εξωτερικό και στον εσωτερικό περίβολο, καταδείχνουν ότι η έκταση του παλιά ήταν ίδια με τη σημερινή, και ότι το σχήμα του ήταν σχεδόν απαράλλακτο. Αν είναι έτσι, η καταγωγή της επωνυμίας «ασπίς» θα πρέπει να αναζητηθεί αλλού. Ίσως σε κάποια πανάρχαιη τοπική λαϊκή έκφραση στο Άργος. Προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να αναζητηθεί, αλλά ποτέ βεβαίως δε θα βρεθεί. Αν δε φαινόταν σχεδόν παράλογο και να προσπαθήσει κανείς να μαντεύσει τη λύση αυτού του γρίφου, θα πρότεινα ότι αποτελεί μια λαϊκή ονομασία για  το «η έσω πόλις».

 

 

Λέρνα  

 

Σε μια ώρα και είκοσι λεπτά, άλλοτε με τα κουπιά κι άλλοτε με τα πανιά, remis velis, με τη βοήθεια μιας ασθενούς και άστατης αύρας , φτάσαμε στους Μύλους, όπου και μέρος για αποβίβαση. Μερικά φτωχά σπίτια ένα γύρω ορίζουν την τοποθεσία της αρχαίας Λέρνας. Κατά μήκος της παραλίας υπάρχει μια μακρόστενη λωρίδα από στέρεο ψιλό χαλίκι. Αλλά ανάμεσα, σ’ αυτό και στους πρόποδες των λόφων, φιδόσυρτα μονοπάτια και λάκκοι ξέχειλοι με λιμνάζοντα νερά, μας θυμίζουν ότι περνάμε το βάλτο της Λέρνας.

 

Στην άκρη της terra firma  μια πηγή με άφθονο νερό ρέει μέσα από το βράχο, ενώ κοντά εκεί είναι και μια ήρεμη βαθιά λιμνούλα. Αυτά τα χαρακτηριστικά της φύσης παραμένουν αναλλοίωτα, ενώ τα άλση, οι ναοί και το αγάλματα, τα οποία αφθονούσαν σ’ αυτή την περιοχή, δεν άφησαν πίσω τους ούτε ένα απομεινάρι. Ο ταξιδιώτης που επισκέφτηκε πριν από 17 αιώνες αυτήν εδώ την περιοχή γράφει: «Είδα και μια πηγή, ονομαζόμενη του Αμφιάραου, καθώς και την Αλκυονία λίμνη, από την οποία οι Αργείοι λένε πως ο Διόνυσος πήγε στον Άδη για να φέρει πάνω τη Σεμέλη. Το βάθος της Αλκυονίας δεν έχει πέρας, και δεν ξέρω κανένα άνθρωπο να μπόρεσε να βρει τον πυθμένα της με κανένα τρόπο, αφού κι ο Νέρων που ετοίμασε σκοινιά πολλών σταδίων και τα έδεσε το ένα με το άλλο και έδεσε σ’ αυτά και μολύβι και μεταχειρίστηκε οτιδήποτε άλλο θα του ήταν χρήσιμο, στη δοκιμή, ούτε αυτός μπόρεσε να βρει κανένα όριο του βάθους».

 

Και καθώς, ελλείψει άλλων εργαλείων για να συγκρίνουμε το βάθος της λίμνης Αλκυονίας με τη ευπιστία του Παυσανία, ρίχναμε πετραδάκια σ’ αυτήν, ένας αγρότης  που έσκαβε σ’ έναν διπλανό κήπο, αφού μας πλησίασε και μας πληροφόρησε ότι ήταν και ιερέας, υποστήριξε την άποψη ότι η λίμνη δεν είχε βυθό, γιατί κάποτε κάποιος προσπάθησε να τη βυθομετρήσει με ένα νήμα 77 οργιών και δεν τα κατάφερε. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι μιλάμε για την ίδια λίμνη με αυτή του Παυσανία.

 

Ο Παυσανίας συνεχίζει: «Άκουσα και το εξής: το νερό της λίμνης, όπως συμπεραίνει κανείς από την όψη του, είναι γαλήνιο και ήρεμο. Αν και φαίνεται όμως έτσι, πιάνει οποιονδήποτε τολμήσει να το διασχίσει κολυμπώντας και τον τραβάει στο βάθος. Η περιφέρεια της λίμνης δεν είναι μεγάλη, αλλά περίπου το ένα τρίτο του σταδίου», δηλ. 67 γιάρδες και, υποθέτω, σχεδόν όσο και σήμερα, «στις όχθες της υπάρχουν χλόη και σχίνοι», στα οποία θα πρόσθετα κίτρινα κρίνα και αγριοσέλινα. Σε μια τράφο εδώ κοντά είδα δυο μεγάλα νερόφιδα – Λερναίες Ύδρες – κιτρινόμαυρα. Τα όντα αυτά αφθονούν ακόμη εδώ. Ο Παυσανίας δράττεται της ευκαιρίας να σημειώσει ότι, κατά τη γνώμη του, η Ύδρα, την οποία σκότωσε εδώ ο Ηρακλής, διέφερε από τις άλλες Ύδρες μόνο στο μέγεθος και στο δηλητήριο, όχι στον αριθμό των κεφαλών: «Ο Πείσανδρος όμως από την Κάμειρο, για να φαίνεται το θηρίο πιο φοβερό, και για να γίνει το ποίημα, του πιο σπουδαίο, γι’ αυτούς τους λόγους παρουσίασε την ύδρα με πολλά κεφάλια». Ήταν ο ίδιος Πείσανδρος που, περιφρονώντας τον παλιό μύθο για τον Ηρακλή που σκοτώνει τις Στυμφαλίδες όρνιθες, για να κάνει πιο τρομερό τον ήρωα του, τον παρουσίασε να τις φοβίζει και να τις διώχνει μακριά χτυπώντας κρόταλα. Sic itur ad astra.

 

 

Πυραμίδα του Ελληνικού

 

 

«ένας ποταμός με σωστή ονομασία», όπως λέει ο Αισχύλος, αφού τον περάσαμε κι ανεβήκαμε στην αντίπερα πλαγιά του λόφου, φτάσαμε τελικά μπροστά σ’ ένα κτίσμα, την Πυραμίδα, το οποίο έγινε θέμα πολλών αμφισβητήσεων. Ο Παυσανίας, του οποίου μερικές φορές η συντομία είναι τόσο παράξενη και προκλητική όσο άλλες φορές η μακρηγορία του, εδώ μας αφήνει στο σκοτάδι. Όλα όσα γράφει αναφορικά με την Πυραμίδα είναι τα εξής:

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Εδώ μας περίμεναν και τ’ άλογα μας. Πηγαίνοντας προς τα δυτικά κατά μήκος της δεξιάς όχθης ενός ξεροπόταμου, του αρχαίου Χείμαρρου,

 

 

«Γυρίζοντας πάλι κανείς στο δρόμο που οδηγεί προς την Τεγέα έχει δεξιά του λεγόμενου Τρόχου τις Κεγχρεές. Και πολυάνδρια υπάρχουν εδώ για Αργείους που νίκησαν σε μάχη τους Λακεδαιμονίους περί τας Υσιάς. Η μάχη αυτή εύρισκα πως είχε γίνει όταν κυβερνούσε στην Αθήνα ο Πεισίστρατος».

 

Αυτά τα πολυάνδρια (ομαδικοί τάφοι) ήταν συνηθισμένα στην Ελλάδα. Το πολυάνδριο των Αθηναίων στο Μαραθώνα ήταν τύμβος και στην κορυφή του στήλη ή κίονες ενεπίγραφοι με τα ονόματα των νεκρών. Αυτό των Λακεδαιμονίων στις Θερμοπύλες το ίδιο. Αυτό των Βοιωτών στη Χαιρώνεια ήταν τύμβος και στην κορυφή του ένα λιοντάρι. Σε όλες τις περιπτώσεις το ουσιώδες μέρος του μνημείου φαίνεται να το σχηματίζει ένας τύμβος.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η «Πυραμίδα» είναι χτισμένη πάνω σ’ ένα ύψωμα, το οποίο με την πρώτη ματιά φαίνεται τεχνητό. Μια πιο επισταμένη έρευνα, όμως, αποδεικνύει ότι είναι φυσικό, καθώς ο φυσικός βράχος εμφανίζεται σε ορισμένα σημεία της επιφάνειας. Αυτό που ίσως συνέβη είναι ότι, αφού η φύση πρόσφερε το ύψωμα, η έλλειψη χώματος και η αφθονία λίθων σ’ αυτή την άχαρη λοφοπλαγιά πρότειναν ένα κτίσμα αντί για επιτύμβια επιχωμάτωση. Το κτίσμα είναι τετραγωνικό και εισέρχεται κανείς από ένα στενό πέρασμα που σχηματίζεται από τον τοίχο που βρίσκεται από πάνω, κατά τα παραδείγματα της Τίρυνθας και των Μυκηνών. Οι εξωτερικοί τοίχοι αρχίζουν να παίρνουν μια κλίση προς το εσωτερικό από ένα ύψος τριών ποδιών από την επιφάνεια του εδάφους, δημιουργώντας έτσι μια γωνία τριάντα περίπου μοιρών σε σχέση με την κάθετο. Οι εσωτερικοί τοίχοι δεν παρουσιάζουν αυτή την κλίση. Το εσωτερικό είναι σχεδόν τετράγωνο περίπου 23 πόδια, και οι εξωτερικοί τοίχοι στα θεμέλια έχουν πάχος 9-10 πόδια. Εφόσον όμως οι εσωτερικοί τοίχοι δεν είναι επικλινείς, είναι φανερό ότι η ονομασία «Πυραμίδα» δεν έχει αποδοθεί σωστά σ’ αυτό το κτήριο. Ο τοίχος πρέπει να καταλήγει στο μεταίχμιο στην κορυφή επικλινούς πέτρινου τοίχου, σ’ ένα ύψος γύρω στα 12-14 πόδια από το έδαφος. Υπάρχει πόρτα εισόδου, της οποίας η κορυφή είναι σχηματισμένη από πέτρες επικρεμάμενες μέχρι να συναντηθούν στον κολοφώνα, σαν τη γνωστή πύλη στην Τίρυνθα. Ένα άλλο παράδειγμα απαντάται στα Κυκλώπεια τείχη του Τούσκουλου.

Το σχήμα όλου του κτηρίου είναι πολυγωνικό, και, πράγμα που είναι ασυνήθιστο σε κτήρια αρχαία Ελληνικά όλων των ρυθμών, οι πέτρες ενώνονται με ασβεστοκονία. Μ’ αυτό τον τρόπο, είμαι πεισμένος, πρέπει να έχει διαμορφωθεί μέρος του αρχικού οικοδομήματος και όχι, όπως προτείνει ο συνταγματάρχης Leake, αυτό να οφείλεται σε κατοπινές επιδιορθώσεις. Τώρα το ερώτημα που προκύπτει είναι ποιο σκοπό εξυπηρέτησε αυτό το κτίριο. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν προορίζονταν για φρούριο, μια και ο επικλινής εξωτερικός τοίχος, από τον οποίο μπορεί κανείς να σκαρφαλώσει, θα διευκόλυνε την επίθεση εχθρού, και ο ίσιος εσωτερικός τοίχος, πάνω από τον οποίο δεν μπορεί να δει κανείς, θα εμπόδιζε την άμυνα. Κλίνω λοιπόν προς τη γνώμη ότι πρόκειται για πολυάνδριο. Όπως το κτήριο σε καμιά περίπτωση δεν είναι πυραμίδα και καθώς υπήρχαν πιθανώς πολλά παρόμοια κτίσματα τότε στην Ελλάδα, ο Παυσανίας δε σκέφτηκε να κάνει καμιά παρατήρηση για το σχήμα του. Η αντίρρηση ότι το είδος αυτό είναι πολύ πρώιμο για τη συγκεκριμένη χρονολογία παραμένει απλώς και μόνο υπόθεση. Δεν ξέρουμε πότε σταμάτησαν να εγείρονται πολυγωνικά κτήρια. Πιθανώς συνέχισαν να κατασκευάζονται σε μερικές περιπτώσεις πολύ αργότερα από τότε που η γεωμετρική ελληνική ήταν σε γενική χρήση, π.χ. όπου τα απαραίτητα εργαλεία, η δεξιότητα και ο χρόνος το επέτρεπαν.

Αυτό είναι το είδος της κατασκευής που μπορεί κανείς να πιστέψει ότι οι επιζώντες ενός στρατού ανήγειραν προς τιμή των συντρόφων τους. Το σχέδιο που παραδίδει ο συνταγματάρχης Leake απεικονίζει τις πέτρες πολύ πιο μικρές από όσο πραγματικά είναι. Ούτε τα θεμέλια δεν είναι σε καμιά περίπτωση τόσο κανονικά όσο στην εικόνα. Υπάρχουν και μερικά ερείπια ενός ελληνικού κτηρίου και άλλα ίχνη αρχαίας εγκατάστασης, από τα οποία συμπεραίνουμε ότι οι Κεχρεές του Παυσανία βρίσκονταν εκεί.

 

Ερασίνος  

 

 

Ο δρόμος από τον οποίο επιστρέψαμε στο Άργος περνάει από ένα άλλο μέρος που ονομάζεται «Μύλοι», συνηθισμένο τοπωνύμιο στην Ελλάδα. Οι μύλοι στην περίπτωση αυτή κινούνται από τις πηγές του Ερασίνου, ο οποίος έχει την πηγή του στους πρόποδες ενός κρημνώδους λόφου. Αυτός «ο γιος του βράχου» βρίσκεται ήδη σε πλήρη ανάπτυξη από τη στιγμή της γέννησης του, σαν την Αθηνά, και ξεχύνεται με άφθονα κρυστάλλινα νερά. Επάνω στο πρόσωπο του βράχου βρίσκεται μια μεγάλη σπηλιά, ένα μέρος της οποίας έχει κτιστεί κι έχει γίνει εκκλησία. Τα άλλα ελίσσονται μέσα στην καρδιά του λόφου. Γύρο  στους μύλους φυτρώνουν ιτιές, λεύκες, μουριές και άλλα «ήμερα» δένδρα. Εδώ οι Αργείοι συνήθιζαν να κάνουν ένα πανηγύρι που το έλεγαν «τύρβη», προς τιμή του Διόνυσου και του Πάνα. Είναι τόσο όμορφη και, αυτό που το επιτείνει περισσότερο για το σκοπό αυτό, τόσο ευχάριστη αυτή η τοποθεσία που, αν βρισκόταν κοντά στην Αθήνα, θα μας ήταν ήδη γνωστή από κάποιο αθάνατο τραγούδι. Χωρίς αμφιβολία οι προσευχές τραγουδιούνταν σε αρκετούς αργειακούς διθυράμβους. Υποθέτω ότι κανείς ποταμός με τόσο όγκο νερού δεν έχει τόσο μικρό μήκος, όπως ο Ερασίνος – λίγο περισσότερο από ένα μίλι. Οι αρχαίοι τον ταύτισαν με τον ποταμό που εξαφανίζεται στη Στυμφαλία. Μια θεωρία που, κατά περίεργο τρόπο, βρήκε ανταπόκριση και στα νεότερα χρόνια . Ο συνταγματάρχης Mure πιστεύει ότι το γεγονός έχει εξακριβωθεί με πραγματικό πείραμα, πέταξαν δηλ. κάτι στη Στυμφαλία και το είδαν να εμφανίζεται στους Μύλους. Δεν υπάρχει ούτε η παραμικρή μαρτυρία ότι έγινε ένα τέτοιο πείραμα. Θα απαιτούσε πολύ κόπο, υπομονή και εργασία, και οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν συνηθισμένοι να τα αφιερώνουν όλα αυτά στη μελέτη των φυσικών φαινομένων. Εκτός από αυτό, και αν ακόμη υπήρχε κάποια σύνδεση ανάμεσα στα ποτάμια, δεν είναι πολύ πιθανό ότι ένα τέτοιο πείραμα θα το εξακρίβωνε. Ότι και να ριχνόταν μέσα είναι σχεδόν βέβαιο ότι δε θα ξαναεμφανίζονταν ποτέ. Επιπλέουσες ουσίες θα εγκλωβίζονταν και χρωματιστή ύλη θα διυλίζονταν κατά τη διαδρομή. Η ιστορία με τον Αλφειό και την Αρέθουσα και χίλιες δυο τέτοιες ανοησίες αποδεικνύουν ότι οι Έλληνες θα πίστευαν οτιδήποτε για τα νερά αυτού του κόσμου. Ούτε το πρόβλημα της απόστασης ούτε η κατεύθυνση ούτε η διαφορά επιπέδου παρεμπόδιζε ένα θρύλο. Γι’ αυτούς ένας ποταμός ήταν ένας θεός και μια πηγή μια νύμφη – πρόσωπα αλλά και πράγματα επίσης- και οι δυο ιδέες ήταν αξεδιάλυτα ανακατεμένες στη λαϊκή σκέψη. Αν το νερό δεν μπορεί να τρέξει προς την πηγή του, μια νύμφη ή ένας θεός μπορούν. Σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση τα φανερά γεγονότα θα μπορούσαν να οδηγήσουν ένα λιγότερο εύπιστο λαό να συναγάγει αυτό το συμπέρασμα. Ένας ποταμός με άφθονα νερά επίσης εμφανίζεται κοντά στο Άργος. Τι πιο φανερό από το να προσθέσεις ένα κι ένα. Τώρα που γνωρίζουμε μερικά πράγματα για τη σύνθεση του φλοιού της γης φαίνεται παράξενο μια τέτοια θεωρία να υποστηρίζεται ακόμη, λαμβανομένου υπόψη ότι ανάμεσα στα δυο αυτά μέρη παρεμβάλλονται πολλές λοφοσειρές, με χώματα ανασκαμμένα άτακτα -μια αταξία που, πρέπει να επικρατεί και κάτω από το έδαφος όπως και επάνω σ’ αυτό. Υπάρχουν, λοιπόν, άπειρες πιθανότητες, ένα ρεύμα νερού να μην μπορεί να συνεχίζεται στο ίδιο κανάλι μετά από τόση απόσταση. Πιθανότατα τα νερά του ποταμού της Στυμφαλίας, διαχωριζόμενα σε εκατοντάδες ρυάκια, τροφοδοτούν τις πηγές του Ασωπού και της Νεμέας, και καταλήγουν Κορινθιακό, ενώ ο Ερασίνος αποτελεί το κύριο όργανο της φύσης για να μεταφέρει τα νερά του Αρτεμίσιου στον κόλπο του Άργους.

 

Είχε αρχίσει να νυχτώνει όταν ξανανεβήκαμε. Πλάι στο δρόμο ρέει ένα ρυάκι με άφθονο νερό προερχόμενο από τον Ερασίνο και προορισμένο να αρδεύει  τους αργείτικους αγρούς και κήπους. Πλήθος βατράχων μας επιτέθηκαν με πείσμα με φωνές πολύ πιο δυνατές και τραχιές από τις φωνές των βατράχων στην Αγγλία. Άρχισαν μ’ ένα βουβό προπαρασκευαστικό ήχο, σαν ένα παλιό ολλανδικό ρολόι που βογγάει στην προσπάθεια του να χτυπήσει τις ώρες, και κατέληξαν με μια διαδοχή από συγκεχυμένα «κουάκ». Η γλώσσα των βατράχων δεν μπορεί να αποδοθεί καλύτερα σε έναρθρη ομιλία από τα «Βρεκεκέξ κουάξ κονάξ» του Αριστοφάνη.

 

Οι άνδρες μας τους πέταγαν πέτρες για να σταματήσουν τις φωνασκίες τους, αλλά δεν κατάφερναν τίποτα. Όταν ο Διόνυσος λέει στο έργο «Αχ, νόμιζα ότι θα έπρεπε να σταματήσω το κοάξ σας στο τέλος» φαντάζομαι ότι το κάνει χτυπώντας το χορό των βατράχων στο κεφάλι με το κουπί του. Πιθανότατα ο χορός θα ήταν τοποθετημένος στη σειρά στο πίσω μέρος της σκηνής, με τα κεφάλια μονάχα να προεξέχουν από το έδαφος, ενώ ο Διόνυσος κωπηλατεί με τη βάρκα του (το πάτωμα γι’ αυτή τη σκηνή θα έχει μεταβληθεί σε λίμνη) με τη βοήθεια του «μηχανοποιού» που βρίσκεται από κάτω. Είναι κρίμα που δε μας σώθηκαν οι σκηνικές οδηγίες του αρχαίου δράματος.

 

 

 

Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 13-21, τεύχος 11, 1994.

Μετάφρασηεπιμέλεια: Λεφτέρης Μπαρδάκος.

  

Πηγή

  •  Clark, William George, 1821-1878. « Peloponnesus :notes of study and travel». London : John W. Parker and son,1858.

 

Read Full Post »

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος – William George Clark  

 

 

Ο περιηγητής William George Clark έφτασε στο Άργος (1856), παραμονές του Πάσχα αφού προηγουμένως έχει επισκεφθεί τη Νεμέα και τις Μυκήνες. Θα παρακολούθηση  μάλιστα στο Μητροπολιτικό ναό της πόλης και τη λειτουργία των Βαΐων, της οποίας μας δίνει μια ωραιότατη περιγραφή.

Από το Άργος θα κινηθεί προς Μαντινεία μέσω Καρυάς. Στο βιβλίο του «Peloponnesus: notes of study and travel», για το Άργος αφιερώνει 25 σελίδες (90-114), όπου μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα περιγραφή των κατοίκων, της πόλης και των αρχαιοτήτων της. 

 

 

[…] Η επόμενη ήταν Κυριακή των Βαΐων, σύμφωνα με το εορτολόγιο των ορθοδόξων. Για να στολίσουν τις εκκλησίες και τις παραστάδες των σπιτιών δε χρησιμοποιούσαν βάγια αλλά δάφνες. Τα παιδιά κρατούσαν στα χέρια τους κλαδιά, οι άνδρες είχαν μικρά κλωναράκια στη μπουτονιέρα τους.

 

 

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος - William George Clark

Κυριακή των Βαΐων στο Άργος - William George Clark

Πήγαμε στη μητρόπολη για την πρωινή λειτουργία, μια και εκεί υπάρχει επίσκοπος. Η μητρόπολη είναι ένα απέριττο αλλά ευρύχωρο οικοδόμημα. Οι πίσω θέσεις ήταν κατειλημμένες από τις παντρεμένες. Οι ανύπαντρες κάθονταν σ’ έναν εξώστη με σκαλισμένο ξύλο μπροστά. Η παρουσία αυτών των τελευταίων στην εκκλησία ήταν σαν την παρουσία γυναικών στη Βουλή των Κοινοτήτων: δεν επιτρέπονταν αλλά αυτό παραβλεπόταν. Το καλύτερο μέρος της εκκλησίας ήταν γεμάτο από άντρες. Αμέσως μόλις εμφανιστήκαμε, το πλήθος μας άνοιξε χώρο με ευγένεια για να περάσουμε και μπήκαμε – για να πούμε την αλήθεια, σπρωχτήκαμε – και καθίσαμε σε πολύ εμφανές σημείο. Τότε παρατήρησα, και σε πολλές άλλες ανάλογες περιπτώσεις αργότερα, ότι το ελληνικό εκκλησίασμα, συνεχίζοντας να ψάλλει μονότονα αλλά με ζέση την ακολουθία, δε χάνει ευκαιρία να παρατηρεί με θαυμασμό και έκπληξη οποιονδήποτε ξένο βρίσκεται μέσα στην εκκλησία. Δεν υπάρχει, όμως, σ’ αυτό ίχνος υποκρισίας, όπως στο καθολικό εκκλησίασμα, το οποίο περιορίζεται στην ικανοποίηση της περιέργειας με κρυφοκοιτάγματα με την άκρη του ματιού.

 

Οι ιερείς κατά τη διάρκεια της ακολουθίας ήταν κρυμμένοι πίσω από ένα μεγάλο ξύλινο παραπέτασμα, καθώς μια μονότονη ψαλμωδία ακούγεται έξω.  Μια ατμόσφαιρα  αταξίας και ανησυχίας στο εκκλησίασμα, η οξεία ένρινη φωνή και η πένθιμη μονοτονία της ψαλμωδίας καθώς και η απουσία ενόργανης μουσικής εντυπωσιάζουν έναν ξένο πολύ λιγότερο από όσο θα τον εντυπωσίαζε μια λειτουργία στη Ρωμαϊκή εκκλησία. Εκτός από αυτά, και η σκηνική εντύπωση της τελευταίας είναι ανώτερη. Μπροστά στην Αγία Τράπεζα στολισμένη με λουλούδια και με τα καντήλια αναμμένα στέκεται ο ιερέας, ντυμένος πλούσια, μετρημένος και κομψός σε κάθε του κίνηση ή ακίνητος προσευχόμενος σιωπηλά, με ασπροντυμένους βοηθούς γονατιστούς, και σε όλη τη διάρκεια πάνω από τους γονατιστούς ανθρώπους ηχούν οι όμορφοι ψαλμοί της χορωδίας ενώ το έδαφος σείεται από τις βροντές του εκκλησιαστικού οργάνου. Η όλη σκηνή είναι έτσι σχεδιασμένη, ώστε να προσηλώσει την προσοχή, να γοητεύσει τις αισθήσεις, να ικανοποιήσει το γούστο και να ηρεμήσει το πνεύμα: η κατεξοχήν τελειότητα της ιερουργίας.

 

Στην ελληνική εκκλησία όλα αυτά λείπουν και ο αγιασμός και η μετουσίωση των στοιχείων, η κορύφωση του ιερού δράματος, δεν εκτελείται μπροστά τα μάτια του λαού, αλλά στα παρασκήνια, ενώ, κατά διαστήματα, το απότομο άνοιγμα και κλείσιμο της πύλης, στην οποία ο ιερέας εμφανίζεται για μια στιγμή και εξαφανίζεται με άτακτη βιασύνη την άλλη, δίνει την εντύπωση θεατρικής κωμωδίας. Αλλά δε θα ‘θελα να ασχοληθώ άλλο με αυτό το θέμα. Ίσα-ίσα θα έπρεπε να προσέξω να μην πω κάτι επηρεασμένος από διάθεση για αυθάδεια και χωρατό. Ένας ξένος κρίνει αυτά τα θέματα από μια λανθασμένη οπτική γωνία. Δεν μπορεί να καταλάβει και να εγκρίνει χιλιάδες συσχετισμούς, οι οποίοι, ακολουθώντας τους ανθρώπους από τα γεννοφάσκια τους ακόμα, προσδίδουν αγιότητα και ιεροπρέπεια σε ιεροτελεστίες που με πρώτη ματιά θα φαίνονταν ασήμαντες ή και βέβηλες ακόμη. Ούτε μπορεί να κρίνει με επιείκεια και να παραβλέψει αυτή τη μακρά οικείωση που κάνει τους ανθρώπους αναίσθητους σε ανωμαλίες και ανοησίες αμβλύνοντας τα όρια του γελοίου.

 

Η μόνη στιγμή κατά την οποία η τελετή προσελκύει το θεατή, αν και εξαιτίας του συνηθισμένου στους Έλληνες νευρικού και θορυβώδους τρόπου ακόμη και τότε μόλις και μετά βίας σοβαρή, είναι όταν ανοίγει η πύλη στο μεγάλο παραπέτασμα και εμφανίζεται ο ιερέας με τα αγία των Αγίων και το δισκοπότηρο καλυμμένα με κεντητό ύφασμα. Όλο το εκκλησίασμα σταυροκοπιέται (κατά τον ελληνικό τρόπο, από τα δεξιά προς τα αριστερά) και σκύβει κάνοντας μια κίνηση σα να θέλει ν’ αγγίξει το πάτωμα με τα χέρια. Αυτό το τελευταίο είναι τουρκική συνήθεια.

 

Αυτή η εκκλησία στο Άργος, αν και είναι πρόσφατα χτισμένη, δε διαφέρει εξωτερικά ή εσωτερικά από τις παλαιότερες εκκλησίες της χώρας. Ο αυστηρός και αναλλοίωτος χαρακτήρας που σφραγίζει την ανατολική Εκκλησία σε όλα τα πράγματα είναι ολοφάνερος στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική[…].

 

 

Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 21-22, τεύχος 11, 1994.

Μετάφρασηεπιμέλεια: Λεφτέρης Μπαρδάκος.

 

 

Πηγή

  •  Clark, William George, 1821-1878. « Peloponnesus :notes of study and travel». London : John W. Parker and son,1858.

 

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Άργος – Μυκήνες – Αγροτικές Καλλιέργειες. Urquhart David 1830.

 

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Σκοτσέζου διπλωμάτη,  Urquhart, David, Spirit of the East. 1830: Argos, Corinth, Patras, Missolonghi, Anatolico, Prevesa, Albania, Arta, Janina, Meteora, Triccala, Larissa, Monastir, Tempe, Ambelakia, Salonica, Cassandra, Olynthus, Chalcidice, Mount Athos, ArgyroCastro, Tepedelene, Durazzo, Scodra.

 

urquhart-david1805-1877cΣτις αρχές του 1830 ήμουν στο Άργος, επιστρέφοντας στην Αγγλία από την Κωνσταντινούπολη, έχοντας περάσει περίπου τρία χρόνια στην Ελλάδα και την Τουρκία. Ήμουν έτοιμος να επιβιβαστώ και να αποχαιρετήσω τn γη, για τη μοίρα της οποίας ενδιαφερόμουν βαθιά – μια γη όμως που απογυμνώθηκε πια από τα εντυπωσιακά γνωρίσματα της και ότι ελκυστικό είχε κατατέθηκε με τιμές υπό τα προστατευτικά φτερά των τριών μεγαλυτέρων δυνάμεων του κόσμου – τη στιγμή που ένα σκάφος, ένα βασιλικό πλοίο, προσέγγισε την ακτή για να «ξεφορτώσει» ένα Πρωτόκολλο, το οποίο με μια μαγική δύναμη κινητοποίησε τους πάντες.

 

Είναι δύσκολο να περιγράψω πώς ο κόσμος πηγαινοερχόταν, δημηγορούσε και χειρονομούσε, πώς οι φουστανέλες τινάζονταν δεξιά και αριστερά και πώς τα μουστάκια στρίβονταν. Αυτά συνέβαιναν στο Άργος.

 

 

Διάσκεψη του Λονδίνου*

 

 

Και σε άλλα μέρη όμως ήταν εξίσου εντυπωσιακές οι συνέπειες της πρόσφατης αυτής «εισαγωγής». Καθημερνά τα νέα μάς ακολουθουσών από επαρχία σε επαρχία και από πόλη σε πόλη. Παντού, όπως και στο Άργος, οποιαδήποτε άλλη σκέψη και ασχολία είχε μπει κατά μέρος. Ο κόσμος έβγαινε από τα μαγαζιά και τα σπίτια του και καθώς δεν υπήρχε αγορά για να συγκεντρωθεί, γέμιζαν οι καφενέδες και μετατρέπονταν σε πεδία ζωηρής αντιπαράθεσης, αλλά και επίδειξης των ικανοτήτων ευφραδών ρητόρων.

 

Όλα τούτα, όπως θα φαντάζεστε, είναι ιδιαίτερα ευχάριστα για τους ταξιδιώτες. Παραμένει όμως γρίφος πώς ένα κομμάτι χαρτί με τρεις υπογραφές έμελλε να οδηγήσει μια ολόκληρη χώρα σε ανα­βρασμό. Εκείνο που μας δυσκόλεψε στην προσπάθεια μας να αποτιμήσουμε τις ασυνήθιστες σκηνές που περνούσαν μπροστά από τα μάτια μας, ήταν ότι το έγγραφο αυτό κατέληγε με τους υπογράφοντες να συγχαίρουν αλλήλους – καθώς είχε από όλους συμφωνηθεί το Πρωτόκολλο που επρόκειτο να οδηγήσει την Ελλάδα σε μία νέα και λαμπρή τάξη πραγμάτων. Ο ορυμαγδός των όπλων θα σταματούσε, οι φωνές των φατριών θα κατευνάζονταν και ε­φεξής οι Έλληνες θα κούρδιζαν τις καρδιές και τις άρπες τους στους τόνους της τριπλής Συμμαχίας.

 

Ήταν όμως σαφές πως όλα τούτα δεν θα τελείωναν μόνο με λόγια. Δεν θα φθάναμε σε ικανοποιητική διέξοδο, διότι άνδρες ίδιας ικανότητας, που είχαν πρόσβαση στα ίδια μέσα πληροφόρησης, διαμόρφωναν αντίθετες απόψεις. Σε κάθε περίπτωση – κατ όλα τα κόμματα συμφωνούν σε αυτό – τα συγχαρητήρια για το Πρωτόκολλο ήταν πρόωρα. Το σημείο αυτό συχνά επικαλούνταν κάποιοι για να αποδείξουν το βαθμό άγνοιας της Διάσκεψης του Λονδίνου. Άγνοια η οποία, όπως ισχυρίζονταν, δεν θα μπορούσε παρά να είναι αποτέλεσμα εσκεμμένης παραπληροφόρησης από την Ελλάδα.

 

Αυτά ήταν τα θέματα συζήτησης στο Άργος όταν έφθασε η είδηση ότι οι Σουλιώτες στην Αλβανία πήραν και πάλι τα όπλα και μετά ότι και οι Αλβανοί έκαναν το ίδιο. Ορισμένοι είπαν ότι ήταν τρόπος αντίδρασης στο Πρωτόκολλο. Άλλοι πάλι ότι ετοιμάζονταν για γενικευμένη επίθεση στην Ελλάδα. Η επικρατούσα άποψη όμως ήταν ότι μια μεγάλη ομοσπονδία χριστιανών Αλβανών και μουσουλμάνων, υπό την ηγεσία του τρομερού πασά της πόλης Σκόδρα, ετοιμαζόταν να κηρύξει τον πόλεμο στη Μακεδονία και τη Θράκη και να υψώσει, μιμούμενη τον Μουσταφά Μπαϊρακτάτ , την ιλλυρική σημαία στα υψίπεδα που δεσπόζουν της αυτοκρατορικής πόλης.

 

Η χρονική αυτή σύμπτωση, από τη μια δηλαδή το Πρωτόκολλο που προκάλεσε πάλι φουρτούνες στην Ελλάδα και από την άλλη η Αλβανία που απειλούσε ακόμη και αυτή την ύπαρξη της Πύλης αλλά και τον υφιστάμενο ιστό της ευρωπαϊκής εξουσίας, με έπεισαν να αναβάλω την επιστροφή μου στην Αγγλία, ώστε στο βαθμό του εφικτού αποκτήσω ιδία γνώση των πραγμάτων.

 

 

Αποφάσισα λοιπόν να επισκεφθώ την ηπειρωτική Ελλάδα τα διαφιλονικούμενα σύνορα. Αισθανόμενος εξάλλου ότι το ενδιαφέρον μου για την Ελλάδα και η γνώση μου για τη χώρα πήγαζαν από το γεγονός ότι είχα και εγώ μερίδιο στον αγώνα της, αποφάσισα να καταβάλω μια προσπάθεια να γνωρίσω και την Αλβανία με τον ίδιο τρόπο, να μπω στον πρώτο καταυλισμό που θα ρίξει μπροστά μου η τύχη και να συναντηθώ με τον αρχηγό.

 

 

Από τη Λάρισα του Άργους στον τάφο του Αγαμέμνονα

 

 

Την 7η Μαΐου ξενικήσαμε από το Άργος μαζί με τον Κ. Ρος του Μπλαντενσβούργου και φτάσαμε στις Μυκήνες.

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

Σκυμμένοι καθώς ήμασταν για το προσκύνημα στους πύργους και τους τάφους (για καιρό ανενόχλητους από τα βήματα των περιπλανώμενων υπερβόρειων) των ηρώων που συγκεντρώθηκαν από μακριά και από κοντά στις ακτές της Αυλίδας και δήλωσαν υποταγή στον «Βασιλέα των Ανθρώπων», δεν θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε παρά από τον τάφο του σπουδαίου Αγαμέμνονα, περιφερόμενοι με ευλάβεια στα γκρίζα ερείπια των Μυκηνών, – αντιπάλου της Τροίας.

Τα ερείπια αυτά βρίσκονται οε απόσταση μερικών μιλίων από το Άργος και εκεί αποφασίσαμε να καταλύσουμε το πρώτο βράδυ. Το αντίσκηνο μας, που με περηφάνια θα πρέπει να πω ότι ήταν χειροποίητο, είχε σταλεί μαζί με τους υπηρέτες και τα φορτωμένα άλογα από το πρωί.

 

Έτσι, είχαν πια απλωθεί οι ακτές του σούρουπου πάνω από την πεδιάδα όταν εγκαταλείψαμε τα δρομάκια του Άργους και αποχαιρετήσαμε τους φιλόξενους κατοίκους του. Περάσαμε κάτω από τον απόκρημνο βράχο όπου βρίσκεται το παλιό οχυρό (ονομάζεται Λάρισα) κατ μετά, διασχίζοντας πεζή το ρυάκι του «Πατέρα Ίναχου», φθάσαμε στο θαυμαστό κάμπο που φέρει ακόμη το όνομα της πόλης του Αγαμέμνονα.

 

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

Αφού περάσαμε την πρώτη νύχτα του ταξιδιού μας στα ερείπια των Μυκηνών, συνεχίσαμε την πορεία μας προς την Κόρινθο. Καθώς διασχίζαμε τα Δερβενάκια, ξακουστά για την αναχαίτιση του Δράμαλη, παρατηρήσαμε με αρκετό ενδιαφέρον τα ταμπούρια (προμαχώνες) που στήθηκαν τότε, και ακούσαμε διάφορες εκδοχές για τη σύναξη και την επιτυχία των Ελλήνων. Λίγα μίλια πιο κάτω χάρηκα που ξαναντίκριζα τη μικρή πεδιάδα της Νεμέας, καθαγιασμένη από τα γραφικά της ερείπια. Όμως με λύπη μου διαπίστωσα ότι ένας ολόκληρος χρόνος δεν είχε επιφέρει καμιά βελτίωση, ούτε στις καλλιέργειες ούτε στην κατάσταση των περιπλανώμενων βλάχων (βοσκοί). Ο ίδιος μήνας τους βρήκε κατ πάλι να φτιάχνουν βούτυρο κάτω από το ίδιο δέντρο, με τα απλοϊκά εργαλεία τους κρεμασμένα στην ίδια κολόνα. Ούτε ένα φορτίο λιγότερο και, δυστυχώς, ούτε μια ανέφελη προοπτική.

 

 

Καλλιέργειες

 

 

Η παρούσα κατάσταση της χώρας απέχει πολύ από την εκπλήρωση των προσδοκιών που είχα καλλιεργήσει μετά την πρόοδο που παρατήρησα ταξιδεύοντας στα ίδια χώματα την περασμένη χρονιά. Όλες οι προτάσεις για την καλλιέργεια των εθνικών γαιών, για τη σύσταση αγροτικών και άλλων  οργανισμών, για την κατασκευή δρόμων, όλες είχαν αποθαρρυνθεί ή απορροφηθεί από την κυβέρνηση, η οποία ανέστελλε κάθε επιχείρηση καταφεύγοντας ακόμη και σε εκφοβισμό και απειλές.  Άφηνε έτσι στο σκοτάδι τους απώτερους σκοπούς της και τα μέτρα που θα ελάμβανε. Το γεγονός και μόνο ότι υπήρχε κυβέρνηση, είχε κατά τη διάρκεια της περασμένης χρονιάς δώσει ζωή σε όλη τη χώρα, το δε αποτέλεσμα ήταν απολύτως αξιοθαύμαστο.

 

Όταν όμως τέθηκε σε εφαρμογή το σύστημα που είχε επιλέξει η κυβέρνηση, επήλθε η καταστολή κάθε δραστηριότητας. Και τώρα δεν είχε προστεθεί ούτε μια καλύβα, δεν είχε φυτευτεί ούτε ένα δέντρο, δεν είχε χαραχτεί ούτε ένα χωράφι, δεν είχε ανοικοδομηθεί ούτε μια γέφυρα, δεν είχε αποκατασταθεί ούτε ένας δρόμος. Και δεν ήταν μόνο αυτά.

 

Από τις δημόσιες γαίες, που περιελάμβαναν τις πιο εύφορες και ομαλές πεδιάδες, η κυβέρνηση αποσπούσε τα τρία δέκατα της παραγωγής. Οι αγρότες ως επί το πλείστον χρησιμοποιούσαν χρήματα που δανείζονταν με τόκο 2,5 τοις εκατό το μήνα, ή έπαιρναν σπόρο για τον οποίο δεσμεύονταν να αποδώσουν το μισό του καθαρού κέρδους. Την εποχή της σποράς, η τιμή του σιταριού ήταν πολύ υψηλή λόγω του αποκλεισμού των Δαρδανελίων**, ενώ ο σπόρος είχε ακόμη υψηλότερη τιμή εξαιτίας της παγκόσμιας προκατάληψης ότι κανένας σπόρος δεν αποδίδει αν δεν είναι εγχώριος κι ο εγχώριος ήταν πολύ λίγος. Κατά το θερισμό, και λόγω της άρσης του αποκλεισμού, οι τιμές έπεσαν στο μισό. Αυτή ήταν αξιοσημείωτη ένδειξη της επίδρασης των Δαρδανελίων στις γύρω χώρες.

 

Το κόστος καλλιέργειας στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερο από εκείνο της Αγγλίας. Οι μέθοδοι και τα εργαλεία είναι τραχιά και δυσκίνητα. Όλες οι μεταφορές γίνονται με μουλάρια. Η γη πρέπει να οργωθεί τρεις φορές πριν από τη σπορά. Τα άροτρά τους σπρώχνουν το χώμα χωρίς να το γυρίζουν ή να σπάνε τους σβόλους. Στο χωράφι δεν απλώνουν κοπριά, με αποτέλεσμα να βγαίνουν συνήθως μόνο δύο σοδειές κάθε τρία χρόνια, ενώ για τη σπορά χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη ποσότητα σπόρου. Με όλα τούτα τα έξοδα και τα μειονεκτήματα, το ένα τρίτο της σοδειάς (συν δώδεκα τοις εκατό φόρος επί του συνόλου της παραγωγής και των προϊόντων) πηγαίνει στην κυβέρνηση και από το υπόλοιπο το μισό στον προμηθευτή των ζώων και του σπόρου. Έτσι, τελικά, ο αγρότης λαμβάνει τα τρία δέκατα του καθαρού προϊόντος για να μειώσει τον τόκο της προκαταβολής, να καλύψει τα έξοδα καλλιέργειας, να συντηρήσει την οικογένεια του και να εκπληρώσει της προσδοκίες που έτρεφε για μια καινούργια και πιο ευτυχέστερη ζωή.

 

Οι καλλιεργητές βρίσκονται παρά ταύτα σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τους γαιοκτήμονες. Πολλοί από αυτούς κατάφεραν, παρά της αντιξοότητες της Επανάστασης, να διασώσουν κάτι και βιάστηκαν να ξεφορτωθούν ό,τι πολύτιμο είχαν και τα λεφτά που πήραν, μαζί με κάτι προκαταβολές, τα διέθεσαν για την αποκατάσταση των χωραφιών τους. Τα έσοδα τους όμως δεν ήταν αρκετά και οι προσδοκίες τους πάντοτε υπερβολικές. Αφού έχτισαν σπίτια και αγροικίες, αφού αγόρασαν κοπάδια και καθάρισαν τα χωράφια, οι γαιοκτήμονες δεν είχαν δεκάρα στην τσέπη για να αγοράσουν σπόρο.

 

Τα ελαιόδεντρα και κυρίως οι μουριές, που καρποφορούν χωρίς δαπάνες ή φροντίδα και είναι οι πιο σίγουροι πόροι για μια χώρα σε αναταραχή, είχαν κατά ένα μεγάλο βαθμό κοπεί για καύσιμη ύλη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τα αμπέλια και η σταφίδα μπορούσαν να αποκατασταθούν μόνο με σημαντικά έξοδα και αφού είχαν χαθεί πολλές σοδειές.

 

Έτσι, μέσα σε πολύ λίγο χρόνο, τους υπολογισμούς διαδέχθηκε ο πανικός. Η επιβολή και κατόπιν η άρση του αποκλεισμού των Δαρδανελίων προκάλεσε καταστροφική διακύμανση στην τιμή, που μαζί με τη σπανιότητα ξένων κεφαλαίων (εξαιτίας της πολικής του Καποδίστρια)  έκανε τους γαιοκτήμονες να περιέλθουν σε κατάσταση χρεοκοπίας και απόγνωσης, που δεν προοιωνίζεται τη μελλοντική ηρεμία της χώρας. Ο εκνευρισμός τους επίσης πρέπει να αποδοθεί και στην εισαγωγή νόμων αμφιβόλου χρησιμότητας, άρα αντιδημοφιλών και από τους πολλούς κατακριτέων. Για να μην αναφερθούμε στην απώλεια των δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων, τα οποία, υπό την παλαιή  διοίκηση, θα τους επέτρεπαν να επωφεληθούν από την ηρεμία που είχε επικρατήσει ή να αντιμετωπίσουν τα προσωρινά κακά που προέκυψαν από τις ατυχίες των εποχών και τις διακυμάνσεις του εμπορίου.

 

Η απόσταση από το Άργος στην Κόρινθο είναι μόνο οχτώ ώρες. Έτσι το πρωί της δεύτερης μέρας του ταξιδιού μας διακρίναμε τη σκηνή μας (που είχαμε στείλε από την προηγούμενη μέρα) να λάμπει ανάμεσα στα ερείπια του σαραγιού του Κιαμίλ Μπέη στην Κόρινθο.

Υποσημειώσεις

 

* Στις 22 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830, η Διάσκεψη του Λονδίνου διακήρυξε την πολιτική ανεξαρτησία της Ελλάδας, πράξη η οποία συνιστούσε διεθνή αναγνώριση του ελληνικού κράτους, και κατά συνέπεια την ίδρυση και την έναρξη της ύπαρξής του από την άποψη της διεθνούς κοινότητας. Η συνοριακή γραμμή του Πρωτοκόλλου της 3ης Φεβρουαρίου 1830 κρατούσε έξω από το ελληνικό έδαφος ένα μεγάλο τμήμα της Στερεάς. Επιπλέον, καθοριζόταν η πολιτειακή μορφή του νέου κράτους και παρεχόταν στις Δυνάμεις το δικαίωμα εκλογής του βασιλιά χωρίς να ερωτηθεί ο ελληνικός λαός. Δόθηκε πλήρης αμνηστία και προβλεπόταν δικαίωμα μετανάστευσης από ή και προς «τόπον Οθωμανικόν».

«Ηγεμών Άρχων της Ελλάδος» ορίστηκε ο Λεοπόλδος του Σαξ-Κόμπουργκ, ο οποίος όμως αρνήθηκε το θρόνο. Ορίστηκε, με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου, να αποκατασταθούν οι εμπορικές δραστηριότητες και η ναυτιλία.  Οι Έλληνες, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830, είδαν την απαρχή του ελεύθερου πολιτικού βίου του έθνους. Η ελληνική Επανάσταση είχε τελειώσει και άρχιζε να υφίσταται επίσημα στη διεθνή κοινότητα το ελληνικό κράτος.

** Αποκλεισμός των Δαρδανελίων από το ρωσικό στόλο. Ο έλεγχος ή ειδικό καθεστώς πρόσβασης στα στενά έγινε ο βασικός στόχος της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829, το 1833 η Ρωσία εξανάγκασε τους Τούρκους να υπογράψουν τη Συνθήκη Hunkiar Iskelesi που απαιτούσε τον αποκλεισμό των στενών σε πολεμικά πλοία δυνάμεων εκτός Ευξείνου πόντου όταν ζητούταν από τη Ρωσία. Αυτή η συνθήκη θα είχε ως αποτέλεσμα την κυριαρχία της Ρωσίας στον Εύξεινο πόντο.

 

Πηγές

 

 

  • Urquhart, David, « Spirit of the East » τόμος Ά, σελ. 2- 15, London, 1838.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές ΙΙΙ», τεύχος 45, 24 Αυγούστου 2000.

 

Read Full Post »

Richard Chandler (1738-1810)

 

Άγγλος λόγιος και αρχαιολόγος, που επισκέφθηκε την Ελλάδα στο διάστημα 1764-66. Η αγγλική αρχαιόφιλη εταιρεία των Dilettanti τον όρισε επικεφαλής τής πρώτης επιστημονικής αποστολής που πραγματοποιήθηκε στον ελλαδικό χώρο. Ο Τσάντλερ συνοδευόταν στο ταξίδι του από τον αρχιτέκτονα Nicholas Revett και το ζωγράφο William Pars. Στην αρχή οι τρεις συμπατριώτες επισκέφθηκαν τις αρχαιότητες των παραλίων της Μ. Ασίας.

Στη συνέχεια περιηγήθηκαν την Αττική, την Πελοπόννησο, τους Δελφούς στη Στερεά. Τα κείμενα του Τσάντλερ απέκτησαν εξαιρετική φιλολογική αξία, οι παρατηρήσεις του εμπλούτισαν με πλήθος στοιχείων τις γνώσεις μας για τη γεωγραφία του ελλαδικού χώρου και τη χωροθέτηση των αρχαιοτήτων. Επίσης ο Τσάντλερ ανέδειξε μέσα από το έργο του τους χαρακτήρες των σύγχρονων Ελλήνων, τα ήθη και τις νοοτροπίες τους, κι αυτό συνιστά σημαντική συμβολή του Τσάντλερ στη διαμόρφωση της δυτικής συναντίληψης για τον Ελληνισμό του 18ου αιώνα.

 

 

Πήγες

 

 

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές Ι», τεύχος 43, 10 Αυγούστου 2000.
  • «Travels in Greece», Richard Chandler
  • Wikipedia, Richard Chandler 

 

 

Read Full Post »

William Martin Leake (1777-1860) 

 

 

Ο Αντισυνταγµατάρχης William Martin Leake  (Ουίλιαμ Μάρτιν Λικ), θεωρείται σήµερα από τους σηµαντικότερους περιηγητές της Ελλάδας σε αναζήτηση αρχαίων Ελληνικών Μνημείων και περιοχών.

 

Σημαντικότερα έργα του είναι:

·  Topography of Athens (1821)

·  Travels in the Morea (1830), και συμπλήρωμα, Peloponnesiaca (1846)

·  Travels in Northern Greece (1835)

·  Numismata Hellenica (1854), με συμπλήρωμα το 1859.

 

 

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

Ο Leake στα ταξίδια του περιγράφει την κοινωνικοοικονοµική κατάσταση της Ελλάδας στο 19ο αιώνα, τα τελευταία χρόνια της Οθωµανικής κατοχής πριν από την επανάσταση του 1821. Ο Leake έχει κάνει γενικά συνεπείς αναφορές από την περιήγησή του και αυτό επιβεβαιώνεται συχνά από την αρχαιολογική και ιστορική έρευνα. Ο Leake γεννήθηκε στο Bolton Row του Picadilly στις 14 Ιανουαρίου 1777. Στα δεκαπέντε του κατατάχθηκε στη Βασιλική Στρατιωτική Ακαδημία της Μ. Βρετανίας όπου έλαβε στρατιωτική εκπαίδευση και γνώσεις µαθηµατικών, τοπογραφίας και εξερεύνησης. Το 1796 µμετατέθηκε για 3 χρόνια στην Αντίγκουα. Τον Ιούλιο του 1798, ο Γαλλικός Στρατός εισέβαλε στην Αίγυπτο που ήταν τότε Οθωµανική Κτήση. Η Βρετανία, για να αντιδράσει, έστειλε για βοήθεια στην Τουρκία Στρατιωτική Αποστολή υπό την ηγεσία του Στρατηγού Κόελερ µε τη συµµετοχή του Leake όπου παρέµεινε έως το 1803, κάνοντας περιηγήσεις στη Μικρά Ασία, Συρία και Αίγυπτο. Από το 1804 έως το 1807, ο Leake ήλθε στην Ελλάδα µε την εντολή να κάνει περιηγήσεις και να βοηθήσει την Τουρκική Στρατιωτική Διοίκηση κατοχής στο να επισηµάνει αδυναµίες στην οχύρωση ώστε να αντισταθεί σε ενδεχόμενη επίθεση από το γαλλικό Στρατό. Στην διάρκεια την περιοδείας του ο Leake επισήµανε αρχαία ερείπια και έκανε συλλογή από αρχαία νοµίσµατα. Στα 1808, ο Leake ήλθε ξανά στην Ελλάδα για να παρουσιάσει στον Αλή Πασά, νέα όπλα και πυροµαχικά που πουλούσε ο Αγγλικός Στρατός. Από το 1809 έως το 1810, ο Leake έµεινε στο Παλάτι του Αλή Πασά στα Ιωάννινα, επισκεπτόμενος κατά διαστήματα την Ήπειρο και τη ΘεσσαλίαΤο 1810 επέστρεψε στην Αγγλία όπου ασχολήθηκε πλέον µε τη δημοσίευση των έργων του (πάνω από 10 βιβλία και περισσότερα από 30 δημοσιεύσεις σε περιοδικά). Εκτός από νοµίσµατα ο Leake συνέλεξε µάρµαρα, µπρούτζινα αρχαία έργα και κύπελα. Τα µάρµαρα εκτίθενται στο Βρεταννικό Μουσείο και περιλαμβάνουν τµήµατα µε αρχαίες επιγραφές που του χάρισε ο Αλή Πασσάς. Τα υπόλοιπα µέρη της συλλογής του, τα δώρισε µετά θάνατον στο Πανεπιστήµιο Cambridge και βρίσκονται σήµερα στο µουσείο Fitzwilliam.

 

 

 

Ο William Martin Leake σε Άργος και Ναύπλιο

 

 

Στις 16 Φεβρουαρίου 1806 ο Άγγλος περιηγητής αρχίζει το δεύτερο ταξίδι του στο Μοριά : Πάτρα, Γαστούνη, Τρίπολη, Αργολίδα. Ο δρόμος του Αχλαδόκαμπου ήταν όλος στρωμένος. Στο Άργος, όταν έφτασε διαπίστωσε ότι επικρατούσε μεγάλη ανησυχία ανάμεσα στους Έλληνες προστατευόμενους των ξένων Δυνάμεων, ιδίως της Ρωσίας.

 

Ο πασάς είχε ζητήσει να καταγραφεί η περιουσία των μπερατλήδων και φερμανλήδων και πρόσταξε να μένουν μαζί με τους προξένους τους. Γενική ήταν ή αντίληψη ότι το μέτρο είχε στόχο τους Υδραίους και τους Σπετσιώτες. Σ’ αυτά τα νησιά ο μισός αριθμός των πλούσιων εμπόρων και καραβοκύρηδων είχαν εξασφαλίσει ρωσική προστασία. Τα καράβια τους μετέφεραν με ρωσική σημαία στάρια στη Μεσόγειο με ανταλλαγή αποικιακών προϊόντων και κρασιών. Μια ομάδα μη προστατευομένων Ελλήνων αυτών των νησιών, διεκδικώντας τους χαμηλούς δασμούς και τα άλλα πλεονεκτήματα των προστατευομένων συμπατριωτών τους που εμπορεύονταν με τους Φράγκους, κατέφυγαν στην Πύλη και διαμαρτυρήθηκαν και για την ανισότητα και για τις προκλήσεις των ανταγωνιστών τους. Ο περιηγητής παραδίδει ότι το Βιλαέτι του Άργους ήταν φέουδο μιας σουλτάνας και για πολλά χρόνια είχε απαλλαγή από την υποχρέωση να προσφέρει καταλύματα στους ταξιδιώτες. Ακόμα και πασάδες πού περνούσαν από τον κάμπο έπρεπε να σταθούν έξω από την πόλη για ν’ αλλάξουν τα άλογά τους.

 

Τα προνόμια αυτά είχαν προσελκύσει στο Άργος πολλούς εύπορους Έλληνες. Αλλά κατά την περίοδο του ταξιδιού του Leake τα προνόμια είχαν καταργηθεί και η πολιτεία υπέφερε πολύ, καθώς βρισκόταν πάνω στην κεντρική αρτηρία που οδηγούσε από το βορρά στην Τριπολιτσά. Υπέφερε κυρίως από τους θρασύτατους και άνομους Τούρκους του Αναπλιού.

 

Το γειτονικό Ανάπλι βρισκόταν σε παρακμή. Ως το 1790 ήταν έδρα του πασά του Μοριά και συγκέντρωνε όλους τους αγάδες ενώ το Άργος συγκέντρωνε τους Έλληνες προεστούς. Έτσι τ’ Ανάπλι είχε μεταβληθεί σε τουρκική πρωτεύουσα και το Άργος σε ελληνική. Με τη μετακίνηση όμως της έδρας του πασά στην Τριπολιτσά το 1791 και μια φοβερή επιδημία που ακολούθησε άρχισε η παρακμή. Τ’ ‘Ανάπλι ερημώθηκε. Το 1806 είχαν απομείνει μερικοί αγάδες (τόμος Γ΄1, σ. 422-424).

 

 

Map of the Peloponnesus by William Martin Leake

Map of the Peloponnesus by William Martin Leake

Ο William Martin Leake στα Μέθανα 

 

 

 

William Martin Leake

William Martin Leake

Το όνομα Μέθανα, αναφέρει ο Leake, εμφανίζεται να αποτελεί μία δωρική παραλλαγή του ονόματος Μεθώνη, την οποία χρησιμοποιεί αργότερα ο Θουκυδίδης γράφοντας σε αττική διάλεκτο. Ωστόσο, η δωρική ονομασία (ο πληθυντικός δηλαδή του ουδετέρου γένους) επικράτησε ως τις μέρες μας, ακριβώς στην ίδια μορφή που χρησιμοποιήθηκε από το Στράβωνα και τον Παυσανία.

Τα Μέθανα είναι χτισμένα σε ψηλό και ανώμαλο μέρος, συνεχίζει ο Leake, όπως ακριβώς τα γειτονικά νησιά της Αίγινας και της Καλαυρείας. Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις είναι λιγοστές και συγκεντρώνονται γύρω από τους πρόποδες του βουνού, καθώς και σε μία μικρή κοιλάδα που βλέπει στον κόλπο των αρχαίων Μεθάνων. Το 7ο έτος του Πελοποννησιακού πολέμου, οι Αθηναίοι, οχυρώνοντας τον ισθμό που ενώνει τα Μέθανα με την Πελοπόννησο, κατάφεραν να εκμεταλλευτούν τη χερσόνησο και να τη μετατρέψουν σε στρατιωτικό σταθμό από τον οποίο εξαπέλυαν τις επιδρομές τους κατά βούληση στις περιφέρειες της Τροιζηνίας, της Ηλείας και της Επιδαύρου.

Σύμφωνα με Γάλλους γεωγράφους, συνεχίζει ο Leake, στη Χερσόνησο των Μεθάνων υπάρχουν δύο θειούχες πηγές. Η μία ονομάζεται Βρόμα και βρίσκεται στη βόρεια ακτή και η άλλη βρίσκεται κοντά σε ένα χωριό με το όνομα Βρομολίμνη, προς τα ανατολικά. Και οι δύο πηγές οφείλουν το όνομά τους στη δυσάρεστη οσμή από το θειάφι που βγαίνει από τα νερά. Και στα δύο μέρη, υπάρχουν ίχνη από τα αρχαία λουτρά, όπως μαρτυρούν τόσο ο Στράβωνας όσο και ο Οβίδιος. Οι τελευταίοι μάλιστα, θεωρούν τις πηγές αυτές ως απόδειξη της ηφαιστειακής έκρηξης των Μεθάνων. Η Γαλλική Αποστολή παρατήρησε τα απομεινάρια πέντε ή έξι διαφορετικών τόπων στη Χερσόνησο των Μεθάνων, μαζί με το Μεγάλο Χωριό, όπου εικάζεται ότι βρισκόταν η αρχαία πόλη. Φαίνεται να υπήρχαν δύο οχυρωμένες πόλεις στη βόρεια πλευρά της Χερσονήσου.

Ακολούθως, αναφέρεται στο τείχος που Πελοποννησιακού πολέμου, που βρίσκεται στο Στενό, και καταλήγει ότι οι πανίσχυροι στη θάλασσα Αθηναίοι πιθανό να είχαν τη Χερσόνησο υπό τον πλήρη έλεγχό τους για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς τα απομεινάρια που υπάρχουν σήμερα αποτελούν, όπως παρατηρεί, το προϊόν μιας πολύ πιο ανθεκτικής κατασκευής από εκείνη που συνήθιζαν οι Έλληνες κατά τις στρατιωτικές τους επιχειρήσεις.

 

Πηγές

 

  • William Martin Leake «Travels in the Morea», 1830.
  • Β΄ Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας και Αρχαιολογίας Αργοσαρωνικού.
  • Σύλλογος Φίλων Πολιτιστικής Κληρονομίας Καλαποδίου Φθιώτιδος «Η ΕΛΑΦΗΒΟΛΟΣ ΑΡΤΕΜΙΣ», Περιοδικό Καλαπόδι, Μάρτιος – Απρίλιος 2007.

 

 

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »