Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ναύπλιο’ Category

Αναπλιώτες Κανταδόροι 1920 -1970 | Ιδεολόγοι ερασιτέχνες.  [Βασίλης Κορολής – Αλέξανδρος Φουκαράς. Απόφοιτοι του Τμήματος Λαϊκής & Παραδοσιακής Μουσικής, Μουσικού Τμήματος Πανεπιστημίου Ιωαννίνων]


       

Αστική Μουσική Κουλτούρα και Ερασιτεχνισμός (μπάντα, χορωδίες, καντάδα) – Καταγωγή των Κανταδόρων (συνοικίες, επαγγέλματα, γενιές κανταδόρων) – Πώς Μάθαιναν Μουσική (ο θεσμός της μουσικής παρέας) – Το Γλέντι (στέκια, μουσικά όργανα).

 

Πρόλογος

 

Ο μεγάλος Ναυπλιώτης ποιητής Νίκος Καρούζος το 1982 σε συνέντευξη που έδωσε στα πλαίσια τηλεοπτικής εκπομπής, μνημονεύοντας το φίλο του και έτερο μεγάλο Ναυπλιώτη λογοτέχνη Άγγελο Τερζάκη, ανέφερε μεταξύ άλλων:

 

«Tα χρόνια περνούν και φεύγουμε ένας ένας από τον κόσμο. Να! θυμάμαι τον Τερζάκη. Στη δεκαετία του ’70  ερχότανε και αυτός συχνότατα στ’ Ανάπλι για διακοπές. Συναντιόμασταν τα βράδια στη θερινή βαβούρα των καφενείων της παραλίας. Αυτό το Ναύπλιο όπως είναι πια τουριστικά διαμορφωμένο δεν είναι ούτε το δικό του πολύ παλιότερο Ναύπλιο ούτε το δικό μου λιγότερο παλιό. Είναι ένα Ναύπλιο σε σχετική παραμόρφωση. Κουβεντιάζαμε και νοσταλγούσαμε την παλιά φυσιογνωμία της πόλης. Θυμάμαι μια ωραία σκέψη του Τερζάκη σε αυτές τις πολύωρες καλοκαιρινές συζητήσεις. Το Ναύπλιο έχασε την δραματική του διάσταση.[1] Είναι η φράση του.[2]

 

Κομμάτι αυτής της δραματικής διάστασης που εκτόπισε η τουριστικοποίηση ήταν και οι κανταδόροι του Ναυπλίου.[3] Ο τουρισμός τους άφηνε πλέον χώρο μόνο ως διασκεδαστές των τουριστών. Σταδιακά, τα αυθόρμητα γλέντια στο δημόσιο χώρο του τουριστικού πλέον Ναυπλίου άρχισαν να εκλαμβάνονται ως ενόχληση. Χαρακτηριστική είναι η αφήγηση ενός από τους παλιούς κανταδόρους:

 

«Να σας πω μια περίπτωση. Επί διχτατορίας ένα βράδυ παίζαμε με τον συχωρεμένο τον Κατσίγιαννη στο μαγαζί κάτω. Στο καφενείο εκεί μαζευόντουσαν όλοι οι αντιεισαγγελείς ‒ ο Καράπαυλος, ο Μητρομάρας‒[4] και μας ακούγανε … ένας Χρονόπουλος αντιεισαγγελέας που έμενε στην Παναγία. Και είχαμε πάει προς την θάλασσα κοντά εγώ, ο Δοροβίνης, ο Κατσίγιαννης, και ένας άλλος. Ξαφνικά έρχεται η αστυνομία με ένα αυτοκίνητο και μας βάζει μέσα. Μας βάζουν μέσα και μας πάνε στον Αγιώργη που ήτανε το τμήμα. Εκείνη την ώρα που μας πέρνανε τα στοιχεία χτυπάει το τηλέφωνο και είχανε πάρει από το Ξενία από τα δύο ξενοδοχεία εκεί πέρα απάνω. Μου λέει ο Κατσίγιαννης ″Πάρε το Δήμαρχο τηλέφωνο″.  Μόλις είχε φύγει ο Μητρομάρας από το μαγαζί.  Όταν ενημερώθηκε παίρνει τηλέφωνο την αστυνομία. ″Μην τολμήσετε και πειράξετε τους ανθρώπους αυτούς″, τους λέει, ″Το Ανάπλι έχει ιστορία. Σε όποιον δεν αρέσει να πάει να χτίσει σκηνή στις παλιές μπανιέρες κάτου να κοιμάται. Έχουμε παράδοση″».[5]

 

Αυτή την άγνωστη πλέον στις νεότερες γενιές παράδοση του Αναπλιού θέλουμε να τιμήσουμε μ’ αυτή την εργασία, μια παράδοση που, όπως φαίνεται από τις αφηγήσεις των παλιών, δε δημιουργήθηκε κάτω από ρόδινες συνθήκες. Αν δούμε πέρα από τη ματιά του λογοτέχνη, οι νέοι παλιότερων γενεών που ανατράφηκαν και μεγάλωσαν σ’ αυτό το προ-τουριστικό Ναύπλιο[6] με τη «δραματική διάσταση» που αναφέρει ο Άγγελος Τερζάκης στερούνταν ανέσεις και διεξόδους, ζώντας ουσιαστικά σε μια κλειστή και συντηρητική κοινωνία, όπου οι νέοι δεν είχαν την ελευθερία να φλερτάρουν και να εκφράσουν ελεύθερα το ερωτισμό τους.

Παρόλ’ αυτά, είναι αξιομνημόνευτο το γεγονός ότι, αντί να απομονωθούν ή να στραφούν στις ουσίες (μεγάλο πρόβλημα του σύγχρονου τουριστικού Ναυπλίου από τη δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα) και το μηδενισμό, κινητοποιούνταν συλλογικά, δημιουργώντας οι ίδιοι διεξόδους. Αυτοσχεδίαζαν γλέντια και μάθαιναν ερασιτεχνικά μουσική, ώστε να δημιουργήσουν συλλογικές εμπειρίες και να δώσουν νόημα στη συνύπαρξή τους. Σ’ αυτή την προ-τουριστική εποχή οι νέοι κυρίως από τις λαϊκές συνοικίες του Ναυπλίου, μαθητές, μαθητευόμενοι τεχνίτες, καλφάδες σε διάφορες τέχνες, υπάλληλοι[7] κατάφεραν να δημιουργήσουν μια δική τους πολιτισμική ταυτότητα με βασικό στοιχείο την έντονη κλίση προς τη μουσική. Δημιούργησαν δίκτυα προσώπων, που είχαν τα δικά τους στέκια και διοργάνωναν αυθόρμητα γλέντια, προσπαθώντας «να αποτινάξουν το ζυγό της καθημερινότητας».

Θελήσαμε λοιπόν μέσα από προφορικές μαρτυρίες, φωτογραφικό υλικό αλλά και ηχογραφήσεις να συμβάλουμε κι εμείς στη διατήρηση της μνήμης γύρω από τη μουσική ιστορία του Ναυπλίου. Σε αντίθεση με τη σημερινή καταναλωτική κοινωνία, τα γλέντια αυτά ήταν αυτοσχέδια και στο κέντρο τους βρισκόταν πάντα η αγάπη των κατοίκων του Ναυπλίου για τη μουσική. Παρότι έχει γίνει ήδη προσπάθεια για την καταγραφή της μουσικής παράδοσης του Ναυπλίου, με σημαντικότερη και ευρέως γνωστή στους κατοίκους του Ναυπλίου την εργασία του Γεωργίου Χώρα,[8] εμείς, έχοντας τη διάθεση να προσθέσουμε ένα λιθαράκι σ’ αυτή την προσπάθεια, θεωρήσαμε απαραίτητο να συμπεριλάβουμε συνεντεύξεις και ηχογραφήσεις, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να αντλήσει γνώση για το παρελθόν απευθείας μέσα από τις διηγήσεις και τις φωνές των πρωταγωνιστών αυτής της περασμένης εποχής.[9]

 

Αστική μουσική κουλτούρα και  ερασιτεχνισμός

 

Στο Ναύπλιο ήδη από τη δεύτερη βενετοκρατία[10] δημιουργήθηκε ισχυρή αστική κοινότητα[11] στα πρότυπα των Ιονίων Νήσων, δεδομένου ότι ήταν έδρα της βενετσιάνικης διοίκησης[12] και σημαντικό λιμάνι της εποχής. Ο πληθυσμός της πόλης από εκείνα τα χρόνια αποτελούνταν από γαιοκτήμονες, εμπόρους, κρατικούς υπαλλήλους, στρατιωτικούς, ιερείς, δασκάλους, μικροεμπόρους, τεχνίτες και εργάτες.[13] Μέσα στα χρόνια της δεύτερης οθωμανικής περιόδου,[14] όπως αναφέρει ο ιστοριογράφος του Ναυπλίου Μιχαήλ Λαμπρυνίδης, «το Ναύπλιον από της εποχής ταύτης παρέμεινε καθαρώς στρατιωτική πόλη».[15]

Αυτός ο αστικός χαρακτήρας του Ναυπλίου παρέμεινε διαχρονικά ίδιος και μετά την Ελληνική Επανάσταση. Όπως καταγράφεται σε απογραφή του πληθυσμού της πόλης το 1861 σε σύνολο 6.024 ατόμων υπήρχαν 1.032  στρατιωτικοί, 363 βιομήχανοι (βιοτέχνες), 87 έμποροι, 103 δημόσιοι υπάλληλοι, 53 επιστήμονες, 12 κληρικοί και 32 δικηγόροι.[16]

Όπως γίνεται σαφές από τα παραπάνω, το  κυρίαρχο στοιχείο ήταν οι στρατιωτικοί. Ωστόσο, οι έμποροι αλλά και οι εξασκούντες ταπεινά επαγγέλματα, όπως αποκαλούνταν τότε (τεχνίτες, ταβερνιάρηδες και ψαράδες), είχαν εξίσου ισχυρή παρουσία. Σύμφωνα με τη μελέτη του ερευνητή Γιώργου Αντωνίου γύρω από το εμποροβιοτεχνικό παρελθόν του Ναυπλίου, μόνο στην Πρόνοια, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, λειτουργούσαν 23 ταβέρνες και συνολικά στην πόλη 58 οινοπωλεία. Ενώ στο Ναύπλιο υπήρχαν μεταξύ άλλων 35 παντοπωλεία, 24 μανάβικα, 10 ραφεία, 13 σιδηρουργεία, 31 υποδηματοποιεία, 11 επιπλοποιεία κ.λπ.[17]

Ένα ακόμα στοιχείο που παρέμεινε σταθερό διαχρονικά[18] ήταν η εγκατάσταση προσφύγων και εποίκων στην πόλη, αλλάζοντας διαρκώς τη δημογραφική σύνθεση της.[19] Παρόλ’ αυτά, τα στατιστικά και δημογραφικά στοιχεία δεν είναι αρκετά για να μας φανερώσουν τι ακριβώς συνέβαινε με την κουλτούρα και την πολιτισμική ταυτότητα όλων αυτών των κατοίκων σε όλες αυτές τις διαφορετικές ιστορικές περιόδους. Για παράδειγμα, δε μας λένε τίποτα για το πώς και πού γλεντούσαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, ποια ήταν τα στέκια τους, ποιες μουσικές προτιμήσεις είχαν, ποια δίκτυα προσώπων οργάνωναν τα γλέντια κ.λπ. Δυστυχώς, ελάχιστα έως ανύπαρκτα είναι τα στοιχεία που  έχουμε για όλα αυτά τα ζητήματα. Λίγες αναφορές αρχίζουμε να βρίσκουμε καταγεγραμμένες μόνο από την Επανάσταση και έπειτα. Από αυτές τις πληροφορίες φαίνεται πως ο βασικός μουσικός θεσμός του μετεπαναστατικού  Ναυπλίου (από τον Καποδίστρια και έπειτα)  ήταν η μπάντα.[20] Αρχικά επρόκειτο για στρατιωτική μπάντα και πολύ αργότερα, μετά το 1890, για φιλαρμονική «αστική» μπάντα.[21]

 

Η Φιλαρμονική του Δήμου Ναυπλίου τη δεκαετία του 1950. Στο μέσο όρθιος ο αρχιμουσικός Β. Χαραμής. Φιλαρμονική Ναυπλίου, 1948. Φωτογραφία από το αρχείο Δέσποινας Θ. Κοΐνη.

 

Όσον αφορά τις αντιλήψεις ενός μέρους του πληθυσμού γνωρίζουμε ότι μέσα στην πολυπληθή κοινότητα των δικηγόρων του Ναυπλίου υπήρχε μια ισχυρή ομάδα που διαπνεόταν από δημοκρατικές αντιλήψεις και ήταν επηρεασμένη από τα δημοκρατικά κινήματα της Ευρώπης με αποτέλεσμα το 1862 να πρωτοστατήσει στην εξέγερση κατά του Όθωνα. Τουλάχιστον 10 από τους 32 δικηγόρους της εποχής εκείνης συμμετείχαν ως ηγέτες σ’ αυτή την εξέγερση.[22] Σύμφωνα με μια περιγραφή της κατάστασης την περίοδο της εξέγερσης: (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η επιτέλεση της ελληνικότητας και της ετερότητας. Η τελετή για την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο | Μαρία Βελιώτη – Γεωργοπούλου, Κοινωνική Ανθρωπολόγος. Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου


 

Ο Όθωνας (1815-1867), πρίγκιπας της Βαυαρίας και βασιλιάς της Ελλάδας 1832-1862, με ελληνική εθνική φορεσιά, φέροντας στο στήθος του το Μεγαλόσταυρο του Τάγματος του Σωτήρος, έργου του Ernst Wilhelm Rietschel, 1850.

Στις 25 Ιανουαρίου 1833 με το παλιό ημερολόγιο ή στις 6 Φεβρουαρίου με το νέο ο Όθωνας πατά το ελληνικό έδαφος στο Ναύπλιο ως βασιλεύς της Ελλάδος. Το γεγονός εορτάζεται με μεγαλειώδη για τα δεδομένα του τόπου και της εποχής τελετή.

Η μελέτη αυτή, η οποία εγγράφεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης έρευνας για τις οθωνικές τελετές,[1] προσπαθεί να ανιχνεύσει, να εντοπίσει και να αναλύσει τα στοιχεία της ελληνικότητας και της ετερότητας που εμπεριέχονται στο τυπικό της τελετής της άφιξης του Όθωνα και να αποκωδικοποιήσει τον συμβολισμό τους. Στηρίζεται δε κυρίως σε αρχειακό υλικό που απόκειται στις συλλογές της Κεντρικής Υπηρεσίας των Γενικών Αρχείων του Κράτους (στο εξής ΓΑΚ) καθώς και στα ΓΑΚ – Αρχεία Ν. Αργολίδας,[2] το οποίο διερευνάται υπό την οπτική της ιστορικής ανθρωπολογίας.

Η τελετή της «επισήμου εισόδου της Αυτού Μεγαλειότητος του Βασιλέως της Ελλάδος και της Αντιβασιλείας εις Ναύπλιον»,[3] «οργανώθηκε λεπτομερώς με βάση το τυπικό των ευρωπαϊκών αυλών»,[4] αν και από ένα σχέδιο υποδοχής της αντιβασιλείας αναδύονται στοιχεία τελετουργικού τυπικού με βάση την ελληνική παράδοση.[5] Πρόκειται για μια κοσμική/πολιτική κατά το μεγαλύτερο μέρος της τελετή, σπάνιο γεγονός στον ελληνικό χώρο της εποχής,[6] όπου οι τελετές ήσαν κατά το πλείστον θρησκευτικές.

Σύμφωνα με το επίσημο πρόγραμμα τα κυριότερα μέρη του τυπικού ήσαν: η επιδεικτική παράταξη των βαυαρικών στρατευμάτων από το σημείο της αποβίβασης του Όθωνα ως την πόλη, η πανηγυρική αποβίβαση του βασιλιά και της αντιβασιλείας, η υποδοχή τους από τις ελληνικές αρχές, η μετάβασή τους εν πομπή ως την πόλη, η υποδοχή τους προ της κεντρικής πύλης από τις τοπικές αρχές, η υποδοχή του βασιλιά από τις εκκλησιαστικές αρχές στον μητροπολιτικό ναό, η τέλεση δοξολογίας, η επίδοση σε αυτόν όρκου πίστεως εκ μέρους των πολιτικών και των στρατιωτικών αρχών, ο σημαιοστολισμός των φρουρίων και η εκτέλεση πολεμικής μουσικής.[7] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η πόλη και ο βασιλιάς – Εορτές και Τελετές για τον Όθωνα στο Ναύπλιο | Μαρία Βελιώτη – Γεωργοπούλου, Κοινωνική Ανθρωπολόγος. Επίκουρη Καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου


 

Ο Όθωνας, σε νεαρή ηλικία. Έργο, εκ του φυσικού, του Άγγλου ζωγράφου και περιηγητή Francis Hervé (1781-1850), ο οποίος συνάντησε των Όθωνα στο Ναύπλιο το 1833.

Η μεγαλειώδης τελετή που έλαβε χώρα κατά την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο στις 25 Ιανουαρίου/6 Φεβρουαρίου 1833 μπορεί να ήταν η πρώτη προς τιμήν του βασιλέα στην πόλη αλλά δεν ήταν η τελευταία. Στο Ναύπλιο τελούνταν κατ’ έτος – από την έλευση μέχρι την έξωση του Όθωνα – μια σειρά βασιλικών εορτών και τελετών, όπως προκύπτει από την πληθώρα των σχετικών εγγράφων που απόκεινται στο Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων της περιόδου 1835-1862,[1] και σποραδικά από άλλες αρχειακές πηγές.

Με αυτό το θέμα, λοιπόν, θα ασχοληθώ στην παρούσα μελέτη, τονίζοντας πως όσα θα ειπωθούν δεν αποτελούν εξαντλητική διερεύνηση του θέματος αλλά μια πρώτη προσέγγιση. Η σχετική έρευνα δεν έχει ολοκληρωθεί, καθώς αφορμή για ενασχόληση με το συγκεκριμένο θέμα, που με απασχολούσε, ωστόσο, από καιρό, υπήρξε τούτο το Συμπόσιο.

Μια επισήμανση: επειδή η παρούσα μελέτη βασίζεται κατ’ εξοχήν σε αρχειακό υλικό, είναι σίγουρο πως από την ανάλυση διαφεύγουν πολλά σημεία, κυρίως όσα έχουν σχέση με την πραγμάτωση των τελετών. Το πρόβλημα μετριάζεται κάπως, καθώς ένα μεγάλο μέρος των μελετηθέντων εγγράφων έχει συνταχθεί από τις Δημοτικές Αρχές. Τα έγγραφα αυτά, επειδή σχετίζονται άμεσα με τους πολίτες (πρόκειται για προσκλήσεις, αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, εντάλματα πληρωμών κ.λπ.), δίνουν τη δυνατότητα προσέγγισης του ζητήματος «εκ των έσω».

Η ανθρωπολογική σκέψη αρχικά συνέδεσε τις τελετές με τη θρησκεία στις «εξωτικές»/«πρωτόγονες», ως επί το πλείστον, κοινωνίες. Σχετικά πρόσφατα ασχολήθηκε και με τις μη θρησκευτικές, δηλαδή με τις κοσμικές τελετές των σύγχρονων «δυτικών» κοινωνιών, μέσα στη γενικότερη στροφή του ενδιαφέροντός της προς αυτές. Επιχειρώντας μια προσπάθεια οριοθέτησης,[2] μπορούμε να πούμε ότι οι τελετές συνίστανται σε ιδιαιτέρως επεξεργασμένες πολιτισμικές δημιουργίες με τυποποιημένο σε μεγάλο βαθμό περιεχόμενο, η οποιαδήποτε αλλαγή του οποίου είναι αποτέλεσμα συνειδητής επιλογής. Συνοδεύονται από πράξεις συμβολικές, στις οποίες χρησιμοποιούνται, επίσης κατά τρόπο συμβολικό, αντικείμενα και είδη λόγου που ορισμένες φορές ανάγονται στο απώτατο παρελθόν. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το Ναύπλιο στα χρόνια 1828-1833 – Σκιαγράφηση της κοινωνικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής – Αλέκα Μπουτζουβή – Μπανιά


 

Στις 18 Ιανουαρίου 1823, το Ναύπλιο ανακηρύχθηκε Διοικητικό κέντρο, και αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν, η συνθηκολόγηση των Τούρκων, που κατέληξε στην αποχώρηση τους, το είχε μετατρέψει σε ασφαλές καταφύγιο.[1] Στοιχεία προσδιοριστικά της οικιστικής του φυσιογνωμίας μας προσφέρουν οι ξένοι ταξιδιώτες που το επισκέφθηκαν και οι απομνημονευματογράφοι της εποχής.

Οι περιγραφές που ακολουθούν περιορίζονται στο Ναύπλιο, χωρίς αναφορά ή σύγκριση με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις, οι όποιες βρίσκονταν στην ίδια η σε χειρότερη κατάσταση, και το παρουσιάζουν σαν μια πόλη με μέτρια κτίσματα, σοκάκια, χαλάσματα και ρυπαρότητα. Το 1823, ο συνοδοιπόρος του λόρδου Byron, M. Schilizzi, περιγράφει το Ναύπλιο[2] σαν «μια κατεστραμμένη πόλη. Όλα τα σπίτια είναι καμένα ή ερειπωμένα. Αδύνατον να βρεις έστω και ένα κατάλληλο για κατοικία. Τα δύο καλύτερα σπίτια της πόλης, του Πετρόμπεη[3] και του Κολοκοτρώνη, δεν έχουν ούτε πόρτα ούτε παράθυρο. Καταλαβαίνετε τώρα τι είναι τα άλλα».

 

Η περιοχή της Χουρμαδιάς του Ναυπλίου και το Μπούρτζι, 1841. Ακουαρέλα σε χαρτί, έργο του Γάλλου ζωγράφου Πιερ Μπονιρότ (Pierre Bonirote, 1811-1891).

 

Ένα χρόνο αργότερα, το 1824, ο Άγγλος γιατρός William Black συναντάει «παντού τα σημάδια του πολυαίμακτου πολέμου, ρυπαροί δρόμοι, συχνά αποκλεισμένοι από ερείπια γκρεμισμένων σπιτιών και απορρίμματα».[4] Το 1827 ο Ν. Δραγούμης επισημαίνει ότι το Ναύπλιο «πόλις όλως τουρκική τας μεν οδούς είχε στενάς, ανωμάλους και βορβορώδεις, τας δε οικίας ξυλοκτίστους, πολυθύρους, σεσαθρωμένας και παντί αρρύθμους».[5]

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος, άγνωστος καλλιτέχνης, 1860. Αρχείο: Bayerische Akademie der Wissenschaften.

Το 1833 τέλος, όταν φθάνει ο Όθωνας και η Αντιβασιλεία, παρά τα μέτρα που εφάρμοσε ο Καποδίστριας, η κατάσταση του Ναυπλίου δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά, όπως φαίνεται από την περιγραφή που δίνει ο Maurer: «λιθόστρωμα η πόλις δεν είχε. Δρομάκια στενά, απ’ όπου αμάξι δεν χωρούσε να περάσει. Η  κεντρική πλατεία, η πλατεία των Πλατανιών, γεμάτη πέτρες και χώματα από τα γκρεμισμένα σπίτια»… «Η τάφρος γύρω από τα τείχη είχε μεταβληθεί σ’ ένα έλος με απαίσιες αναθυμιάσεις, κι ωστόσο κατοικούσαν εκεί μέσα άνθρωποι μαζί με γουρούνια»[6].

Διαφορετική είναι η περιγραφή του Άγγλου κληρικού Waddinghton, που επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1823-24.[7] Αυτός αποφεύγοντας τις επιμέρους περιγραφές, επισημαίνει τα πλεονεκτήματα εκείνα που θα επέτρεπαν την οικιστική βελτίωση της πόλεως. Κατά τη γνώμη του, το Ναύπλιο ήταν α) η πιο καλοχτισμένη πόλη της Ελλάδας, δεδομένου ότι κατοικήθηκε αποκλειστικά από Τούρκους και β) είχε υποστεί τις λιγότερες καταστροφές από τον πόλεμο, διατηρώντας το μεγαλύτερο τμήμα της σε καλή κατάσταση. Βέβαια τα πλεονεκτήματα αυτά είναι σχετικά και σε σχέση με την κατάσταση των υπόλοιπων ελληνικών πόλεων, προς τις όποιες συγκρινόμενο το Ναύπλιο, είχε τις προϋποθέσεις να αναπτυχθεί. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ναύπλιο: οι επικίνδυνες ατραποί της  ανάπτυξης – Μαρία Π. Δοντά


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μια πραγματικά ενδιαφέρουσα ανακοίνωση της φιλολόγου κας Μαρίας Δοντά με τίτλο: «Ναύπλιο: οι επικίνδυνες ατραποί της  ανάπτυξης»,  στο 6ο Συνέδριο της Πανελλήνιας Ένωσης Εκπαιδευτικών για την Περιβαλλοντική Εκπαίδευση (ΠΕΕΚΠΕ), το οποίο πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 2012. Μια ευκαιρία για μια σύγκριση με το σήμερα, την πρόοδο και το μέλλον.    

Η διερεύνηση των προβλημάτων σχεδιασμού μιας τοπικής αειφορικής αναπτυξιακής πρότασης είναι μια σύνθετη εργασία. Σε αυτήν την κατεύθυνση η εξέλιξη του αστικού ιστού της πόλης του Ναυπλίου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Περιλαμβάνει δύο διακριτές ενότητες με σαφή οριοθέτηση: την Παλιά Πόλη και τις Νέες Συνοικίες, οι οποίες αλληλοσυμπληρώνονται στη λειτουργία του σύγχρονου αστικού κέντρου. Η Παλιά Πόλη αποτελείται από διατηρητέα κτίρια του 19° αιώνα και ιστορικά μνημεία παλαιότερων εποχών. Μαζί με τα κάστρα είναι ο πόλος έλξης πλήθους επισκεπτών στους οποίους στηρίζεται κατά κύριο λόγο η τοπική οικονομία. Η πρόκληση της αναζήτησης δρόμων για μια βιώσιμη πόλη σε συνθήκες Οικονομικής Κρίσης είναι μεγάλη.

 

Εισαγωγή

 

Ο σχεδιασμός της αειφορικής ανάπτυξης μιας σύγχρονης πόλης, σύμφωνα με τους περισσότερους μελετητές, εξαρτάται από πέντε βασικές παραμέτρους: (α) Τα ενεργειακά και περιβαλλοντικά οφέλη που θα επιφέρει η τελική εφαρμογή, (β) Την κοινωνική αποδοχή των προτάσεων, γιατί ο βολονταρισμός είναι δυνατόν να προκαλέσει αντιδράσεις και να ακυρώσει την όλη προσπάθεια, (γ) Τη δυνατότητα υλοποίησης ενός αειφορικού σχεδιασμού σε συνθήκες οικονομικής κρίσης (δ) Τη διαρκή προσπάθεια ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής και (ε) Την εκτίμηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της περιοχής, πάνω στα οποία θα στηριχτεί η αειφορική ανάπτυξη.

Αυτές οι γενικές κατευθύνσεις δεν περιλαμβάνουν αναφορές σε άλλα προβλήματα, όπως αποκομιδή σκουπιδιών, ύδρευση, αποχέτευση κ.λπ. Προαπαιτούμενο στο σχεδιασμό μιας βιώσιμης πόλης είναι η επίλυση αυτών των βασικών αστικών λειτουργιών με τρόπους φιλικούς στο περιβάλλον.

 

Ναύπλιο. Ντιάνα Αντωνακάτου, Ακουαρέλα.

 

Η έννοια της οικολογικής-βιώσιμης πόλης (eco-city) αναφέρεται σε μία περιοχή η οποία έχει σχεδιαστεί λαμβάνοντας υπόψη, από το αρχικό ακόμα στάδιο δημιουργίας της, την οικολογική της επιβάρυνση προς το περιβάλλον. Η επιλογή του Ναυπλίου ως αντικειμένου έρευνας είναι εξαιρετικά προκλητική. Διαθέτει ως συγκριτικό αναπτυξιακό πλεονέκτημα το ανθρωπογενές περιβάλλον και στην τοπική κοινωνία έχει ωριμάσει η ιδέα της αειφορικής ανάπτυξης. Στην περίπτωση αυτή η πόλη δε σχεδιάζεται εξ αρχής. Ο αστικός ιστός έχει διαμορφωθεί εδώ και τετρακόσια χρόνια. Ο σχεδιασμός θα στηριχτεί στη λύση δεδομένων προβλημάτων, στο σεβασμό του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος και στην αξιοποίηση των σύγχρονων δυνατοτήτων της τεχνολογίας.

Πρώτο στάδιο της ανάλυσης δεδομένων θα είναι μια μικρή ιστορική περιήγηση στα προβλήματα ανάπτυξης της πόλης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το Ναύπλιο στα χρόνια της «Ναπολεοντίας»: κοινωνικά και πολιτιστικά συμφραζόμενα – Άννα Ταμπάκη


 

Τον Ιανουάριο του 1823, στις 18 του μηνός, και ενώ ο απελευθερωτικός Αγώνας συνεχιζόταν, το Ναύπλιο, ερειπωμένη πόλη, με εμφανή τα ίχνη των εχθροπραξιών, ανακηρύχθηκε, μετά την Αίγινα, διοικητικό κέντρο. Για την εικόνα που παρουσιάζει, οι μαρτυρίες της εποχής είναι συγκλίνουσες. Το Ναύπλιο περιγράφεται ως:

«μια κατεστραμμένη πόλη. Όλα τα σπίτια είναι καμμένα ή ερειπωμένα. Αδύνατον να βρεις έστω και ένα κατάλληλο για κατοικία. Τα δύο καλύτερα σπίτια της πόλης, του Πετρόμπεη και του Κολοκοτρώνη, δεν έχουν ούτε πόρτα ούτε παράθυρα. Καταλαβαίνετε τώρα τι είναι τα άλλα.»[1]

Ένα χρόνο μετά, το 1824, ο Άγγλος γιατρός William Black συναντά όπου και να κοιτάξει: «τα σημάδια του πολυαίμακτου πολέμου, ρυπαροί δρόμοι, συχνά αποκλεισμένοι από ερείπια γκρεμισμένων σπιτιών και απορρίμματα».[2]

Ο Κόδριγκτον επισκέφθηκε την οικία Πετρόμπεη το 1827: «η ξύλινη κλίμαξ δι’ ης ανέβην μόλις υπεβάσταζε το βάρος μου, αλλ’ ούτε το έδαφος ήτο στερεώτερον. Ο θάλαμος εστερείτο στέγης και χελιδόνες επέπτοντο μεταξύ των δοκών».[3]

Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (1809-1892).

Πολύ κοντά σ’ αυτές τις ζοφερές περιγραφές είναι και ο βασικός πληροφοριοδότης μας για τα πολιτιστικά τεκταινόμενα στο Ναύπλιο της εποχής, ο φαναριώτης λόγιος Αλέξανδρος Ρίζος  Ραγκαβής. Διηγείται την άφιξη της οικογένειάς του στο Ναύπλιο, στις 20 Φεβρουαρίου 1830 και την εξεύρεση κατοικίας:

«Μετά διήμερον δε διαμονήν του μεν πατρός μου και εμού παρά τω Κω Σκούφω, των δε αδελφών Σούτσων παρά τω πρεσβυτέρω αυτών αδελφώ Νικολάω, μετέβημεν ο πατήρ μου και εγώ εις τα δωμάτια α εμισθώσαμεν εν τη οικία του Κ. Καραπαύλου, ήτις ην μία των μεγαλοπρεπεστάτων και μάλλον επιζητήτων τότε εν Ναυπλί. Ην δε κυρίως ευρύχωρον ερείπιον κακώς έχον, και μόλις διαφυγόν την εντελή καταστροφήν επί της πολιορκίας. Η δε κατοικία ήμων συνέκειτο εκ δύο δωματίων, ούδεν εχόντων έπιπλον εννοείται, ξύλινα δε μόνον παραθυρόφυλλα προφυλάττοντα από των ακτίνων του ηλίου και των πνοών του ανέμου, καθ’ όσον υαλία εις τα παράθυρα εθεωρούντο τότε, καθώς επί Αριστοφάνους, ως παράβολος πολυτέλεια διά το Ναύπλιον. Ήσαν όμως τα δωμάτια ταύτα τα ευπρεπέστερα της οικίας, ώστε και εις συναναστροφήν συνήρχοντο παρ’ ημίν οι κατοικούντες τα πενιχρότερα μερίσματα αυτής, ως η οικογένεια του Ιακώβου Αργυροπούλου, του προ μικρού υπανδρεύσαντος την θυγατέρα του Χαρίκλειαν μετά του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, και ο Α. Καντακουζηνός […]».[4]

 

Επί Καποδίστρια λήφθηκαν ασφαλώς μέτρα για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, για την καθαριότητα και την απομάκρυνση των ερειπίων, για τη διαπλάτυνση των οδών και την οργάνωση της δημόσιας και κοινωνικής ζωής, ωστόσο οι εικόνες που περιγράψαμε κυριαρχούν ακόμη την εποχή της άφιξης του Όθωνα.[5] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Προτομή Δημητρίου Πλαπούτα


 

Η ορειχάλκινη ολόγλυφη προτομή του Δημητρίου Πλαπούτα στο Ναύπλιο φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη Ηλία Καντζιλιέρη το 1981, με πρωτοβουλία και δαπάνες της Μίνας Πλαπούτα-Παπαχρίστου, εγγονής του τιμώμενου. Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου τελέστηκαν στις 29 Νοεμβρίου 1981, στο πλαίσιο των εορτασμών της 159ης επετείου από την άλωση του Παλαμηδίου.

 

Προτομή Δημητρίου Πλαπούτα. Λήψη φωτογραφίας: 17-3-2024.

Ο Δημήτριος Πλαπούτας αποδίδεται μετωπικά, με τον κορμό περιορισμένο στο μπούστο. Η μορφή απεικονίζεται σε ώριμη ηλικία, με το χαρακτηριστικό δασύτριχο μουστάκι και το βλέμμα να στρέφεται δεξιά. Ενδυματολογικά, η στολή με τον έντονο διάκοσμο, μπροστά και στην πλάτη, παραπέμπει στις διακρίσεις στο πεδίο των μαχών κατά την επαναστατική περίοδο αλλά και στα αξιώματα του μετέπειτα βίου του τιμώμενου. Το κεφάλι είναι καλυμμένο με φέσι, που καταλήγει σε μακριά πλούσια φούντα στο μέσον της πλάτης, ενώ μέρος του ακουμπά στον δεξιό ώμο.

Η μεταλλική προτομή φέρει την υπογραφή του δημιουργού του, Ηλία Καντζιλιέρη,[1] και το έτος φιλοτέχνησης. Εδράζεται σε υψηλό μαρμάρινο βάθρο, όπου είναι χαραγμένο το όνομα της δωρήτριας, καθώς και το έτος δωρεάς και τοποθέτησης. Η σημερινή εικόνα του μνημείου – στην πλατεία Εθνοσυνέλευσης, Πρόνοια Ναυπλίου – παρουσιάζει φθορές από το πέρασμα του χρόνου και το βάθρο εμφανίζεται με γκράφιτι. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ναύπλιο – Σύντομο ιστορικό και αρχαιολογικό σημείωμα – Αναστασία Βασιλείου, Δρ αρχαιολόγος


 

Αρχαιότητα

 

Σύμφωνα με τη μυθολογία, η πόλη οφείλει το όνομά της στον ιδρυτή της Ναύπλιο, γιο του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης.

Τα πρώτα ίχνη ζωής, που ανάγονται στην προϊστορική εποχή, έχουν αποκαλυφθεί σε διάφορα σημεία της πόλης, όπως στο κάστρο της Ακροναυπλίας, στο λόφο του Παλαμηδίου, στην περιοχή της Ευαγγελίστριας, στα Κουτσούρια και στην Καραθώνα. Η ύπαρξη οργανωμένου οικισμού εντοπίζεται στο κάστρο της Ακροναυπλίας γύρω στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ., οπότε και χρονολογείται η πρώτη φάση των τειχών του.

Όταν επισκέφθηκε την πόλη ο Παυσανίας, τον 2ο αιώνα μ.Χ., τη βρήκε έρημη. Αναφέρει ερείπια τειχών και την ύπαρξη ιερού του Ποσειδώνα.

 

Πρωτοβυζαντινή και Μεσοβυζαντινή εποχή (4ος – αρχές 13ου αι.)

 

Στους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους το Ναύπλιο παραμένει μικρή πόλη, η οποία διοικητικά ανήκε στην επαρχία Αχαΐας και εκκλησιαστικά στην επισκοπή Άργους. Από τα τέλη του 8ου/αρχές του 9ου αιώνα η περιοχή ανήκε στο θέμα Πελοποννήσου με έδρα την Κόρινθο και από τον 11o αιώνα στο θέμα Ελλάδος με έδρα τη Θήβα.

Λέων Σγουρός, προσωπογραφία η οποία κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου «Λέων Σγουρός – Έπος», του Κώστα Μ. Σταμάτη, εκδόσεις «Λεξίτυπον», 2011.

Από τον 11o αιώνα η πόλη αρχίζει να αναδεικνύεται ως εμπορικό κέντρο. Δεν είναι τυχαίο ότι το Ναύπλιο συμπεριλήφθηκε στις πόλεις της βυζαντινής αυτοκρατορίας όπου οι Βενετοί είχαν αποκτήσει το προνόμιο της ελεύθερης εμπορίας. Στα τέλη του 12ου αιώνα εξέχουσα για την ιστορία της πόλης υπήρξε η μορφή του Λέοντα Σγουρού, τοπικού άρχοντα του Ναυπλίου από το 1200 περίπου. Ο Λέων Σγουρός θέλοντας να επεκτείνει την εξουσία του έφτασε μέχρι τη Λάρισα το 1204. Την προέλασή του ανέκοψαν οι Σταυροφόροι, στη διάρκεια της Δ’ Σταυροφορίας, οι οποίοι κατέλαβαν τελικά όλες τις περιοχές που είχε κατακτήσει, μαζί με το Ναύπλιο.

Στη βυζαντινή εποχή, η κατοίκηση εντοπίζεται κυρίως στην Ακροναυπλία, στο κάστρο αλλά και στη βόρεια κλιτύ της, στην περιοχή του Ψαρομαχαλά. Σημαντικό κατάλοιπο της εποχής αποτελεί η εκκλησία που ήταν πιθανώς αφιερωμένη στους αγίους Θεοδώρους και σήμερα σώζεται μόνο η θεμελίωση και το κατώτερο τμήμα της τοιχοποιίας της. Η συγκεκριμένη εκκλησία που άλλοτε δέσποζε σε κεντρική θέση της Ακροναυπλίας πιθανώς συνδέεται με τον οίκο των Σγουρών. Στο κάστρο έχει βρεθεί επίσης αξιόλογη εφυαλωμένη κεραμική, κυρίως του 12ου αιώνα και εξής.

 

Φραγκοκρατία (1210-1388)

 

 Μετά την κατάκτηση της Αργολίδας από τους Σταυροφόρους, η περιοχή παραχωρήθηκε το 1212 ως φέουδο από τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο στον κύρη των Αθηνών Όθωνα de Ιa Roche και προσαρτήθηκε στο Δουκάτο των Αθηνών. Εκκλησιαστικά η Αργολίδα υπαγόταν στη λατινική επισκοπή Άργους. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η περιοχή Αρβανιτιά στο Ναύπλιο, «Platz Arvanitika zu Nauplia», 1833. Έργο (Υδατογραφία) του βαυαρού αξιωματικού Α. Haubenschmid, που  υπηρέτησε στην Ελλάδα κατά την οθωνική περίοδο.

 

Η περιοχή Αρβανιτιά στο Ναύπλιο, «Platz Arvanitika zu Nauplia», 1833. Έργο (υδατογραφία) του βαυαρού αξιωματικού Α. Haubenschmid, που υπηρέτησε στην Ελλάδα κατά την οθωνική περίοδο.

 

Από τις τάξεις του Επικουρικού Βαυαρικού Εκστρατευτικού Σώματος αναδείχτηκε μια κατηγορία ερασιτεχνών ζωγράφων, όπως οι A. Haubenschmid και L. Köllnberger. Οι συνθέσεις τους αποτυπώνουν σκηνές της καθημερινής ζωής, τοπία και μνημεία καθώς και χαρακτηριστικά στιγμιότυπα από τη ζωή των Βαυαρών στην Ελλάδα.

 

 Σχετικά θέματα:

 O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών», A. Haubenschmid.

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

Read Full Post »

Στ’ Αναπλιού το Παλαμήδι: Ιστορικό δημοτικό τραγούδι ή της φυλακής; – Τάσος Χατζηαναστασίου, Δρ Ιστορίας


 

Όταν σκέφτηκα να ασχοληθώ με το συγκεκριμένο τραγούδι αναλαμβάνοντας να το παρουσιάσω στο παρόν συνέδριο, είχα μάλλον άγνοια κινδύνου! Έλεγα: «δεν μπορεί, θα υπάρχει στη βιβλιογραφία κάποια αναφορά, σε κάποια συλλογή δημοτικών τραγουδιών θα ανθολογείται κι εκεί οπωσδήποτε θα υπάρχουν σχετικές πληροφορίες». Κι όμως, παρόλο που το τραγούδι είναι γνωστό και ιδιαίτερα αγαπητό έως σήμερα, δεν βρήκα παρά ελάχιστα πράγματα κι αυτά όχι συστηματικά, εννοώ σε επιστημονικές εργασίες. Παρόλο που, για να είμαι ειλικρινής, μου πέρασε από το μυαλό η ιδέα να το αφήσω και είτε ν’ αλλάξω θέμα είτε να μην κάνω καθόλου ανακοίνωση στο συνέδριο, σκέφτηκα πως είναι τελικά μία από εκείνες τις περιπτώσεις που ο ερευνητής καλείται να παρουσιάσει το υλικό του ξεκινώντας από μία tabula rasa και να δημιουργήσει ο ίδιος την πρώτη, ίσως, μονογραφία για το συγκεκριμένο τραγούδι. Η ορθότητα της επιλογής μου θα κριθεί βεβαίως από το αποτέλεσμα και θέτω στην κρίση σας τις παρατηρήσεις μου.

Οι πληροφορίες που αντλεί κανείς από το διαδίκτυο είναι ιδιαίτερα φειδωλές και αφορούν το τραγούδι, περισσότερο από τη μουσική του πλευρά. Έτσι, για παράδειγμα σε ιστοσελίδα για το κλαρίνο μαθαίνουμε ότι είναι «ένα τραγούδι με προέλευση από την Αρκαδία Πελοποννήσου»[1].

Ο ρυθμός του κομματιού είναι 3/4 και χορεύεται στα βήματα του «Τσάμικου». Το ότι είναι τσάμικο φυσικά δεν χρειάζεται να έχει κανείς ιδιαίτερες γνώσεις μουσικολογίας και ειδικές σπουδές στο δημοτικό τραγούδι για να το αντιληφθεί. Εξάλλου, εμείς ως Ιστορικοί και Φιλόλογοι ενδιαφερόμαστε για τα λόγια του τραγουδιού.

Αυτό που συνειδητοποιεί κανείς ακούγοντας το τραγούδι είναι ότι απαιτείται τελικά μία εργασία ανάλογη μ’ αυτή του αρχαιολόγου που καλείται να εντοπίσει τη στρωματογραφία των δίστιχων από τα οποία αποτελείται το τραγούδι και να χρονολογήσει, να εντοπίσει δηλαδή τις ιστορικές αναφορές για να αποφανθεί τελικά σε τι αναφέρεται και ποια είναι η αρχική πηγή έμπνευσης του ανώνυμου δημιουργού και ποια σημεία του αποτελούν μεταγενέστερες προσθήκες.

 

 

Σας διαβάζω τους στίχους, έτσι όπως είναι περισσότερο γνωστό γιατί όπως θα δούμε υπάρχουν και ορισμένες παραλλαγές, κάτι που συνηθίζεται στο δημοτικό και το λαϊκό τραγούδι γενικότερα.

 

Στ’ Αναπλιού, γεια σας λεβέντες, στ’ Αναπλιού το Παλαμήδι,
στ’ Αναπλιού το Παλαμήδι ’κεί βροντάει το καριοφίλι.
——
Το βροντάν, γεια σας λεβέντες, το βροντάν’ οι Μωραΐτες,
το βροντάν’ οι Μωραΐτες κι όλοι οι βαρυποινίτες.
——
Το βροντάει, γεια σας λεβέντες, το βροντάει και μια γυναίκα,
το βροντάει και μια γυναίκα η καημένη χρόνια δέκα.
——
Το βροντάει, γεια σας λεβέντες, το βροντάει και μια δασκάλα,
το βροντάει και  μια δασκάλα που ‘ναι άσπρη σαν το γάλα.
(περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »