Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρὀσωπα’ Category

Θεαίος Αργείος Παλαιστής (5ος αιώνας)


 

Αγώνας πάλης

Θεαίος ή Θειαίος (5ος αιώνας π.Χ.): Σπουδαίος και επιφανής Αργείος αθλητής. Γιος του Ουλία και  συγγενής από τη μητέρα του με τον Θράσυκλο και τον Αντία (ολυμπιονίκες στα Νέμεια και στα Ίσθμια, τιμήθηκαν με χρυσές φιάλες, χλαμύδες και εξωμίδες). Νικητής στην πάλη [1] σε πολλούς αγώνες.

Ειδικότερα, υπήρξε ολυμπιονίκης στην Πυθιάδα [2], τρεις φορές στα Νέμεια [3], τρεις φορές στα Ίσθμια [4], δύο φορές στα Εκατόμβια [5], που τελούνταν στο Άργος και δύο φορές στα Παναθήναια [6]. Οι Αθηναίοι δικαίως τον τίμησαν και τον δόξασαν για τη νίκη του δίνοντάς του ως βραβείο έναν αμφορέα [7] γεμάτο με ιερό λάδι. Ο Πίνδαρος ύμνησε τη ρώμη, την ανδρεία και την αγωνιστικότητά του αφιερώνοντάς του τη δέκατη επινίκια ωδή (Πινδ. Νεμ. 10, 21). Με την ωδή αυτήν επαινεί το ήθος του και τα ευγενή αισθήματά του, καθώς επίσης και την πατρίδα που τον ανέθρεψε.

 

[…] «Ωστόσο η πνοή μου είναι αδύνατη

όλες τις δόξες του Άργους ν’ αριθμήσω.

Άλλωστε και ορθό δεν είναι

να προκαλώ των ακροατών τον κόρο.

Και τώρα, ω Μούσα, ας αφυπνίσεις

της λύρας τις μελίρρυτες χορδές

και ας στραφούμε προς τους ανδρείους αθλητές.

Ιδού οι αγώνες, που έχουν ως βραβείο το χαλκό

και καλούν τα πλήθη στις λαμπρές της Ήρας

τις εκατόμβες. Εκεί ο Θεαίος, γιος του Ουλία,

απέσπασε τη λήθη των μόχθων και των πόνων του

με την περίλαμπρη τη νίκη του» […]

 

Ο Θεαίος μετά από αυτά τα κατορθώματά του είχε κάθε λόγο να καυχιέται και να υπερηφανεύεται ότι δε θα ζει πλέον στο Άργος χωρίς παρρησία, κοιτώντας χαμηλά στο έδαφος, αλλά θα έχει τη δύναμη να προχωρά με θάρρος και το κεφάλι ψηλά, χωρίς ντροπή. Επιπλέον, πίστευε ότι το γένος των προγόνων του θα είναι τιμημένο στους αιώνες, επειδή θα τους δίνει αίγλη και λαμπρότητα ο ίδιος με τα κατορθώματα των νικών του. (Πινδ. Νεμ. 10, 39)

 

[…] «Έτσι, ω Θεαίε, συνεχίζονται

των μητριών προγόνων σου

τα κλέη – πασίγνωστη του γένους σου η φήμη-,

χάρις στην εύνοια των Χαρίτων και των Τυνδαριδών,

που ενωμένοι ήσαν πάντα. Αν ήμουν κι εγώ

από το αίμα του Θρασύκλου και του Αντία,

θα βάδιζα στην πόλη του Άργους

με το μέτωπο ψηλά.

Χάρις σ’ αυτούς με πόσες νίκες δεν δοξάσθηκε

του Προίτου η πόλη, όπου θεωρούν τιμή

να τρέφουν άλογα! Έχουν νικήσει τέσσερες φορές

στον Ισθμό και τέσσερες φορές ακόμη

εδέχθησαν στεφάνια από των Κλεωναίων τα χέρια.» [8] […]

  

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η Πάλη, αρχαιότερη μορφή των αγώνων, απαιτεί δύναμη τέχνη και τεχνική. Το αγώνισμα αυτό εμφανίζεται με δύο μορφές: την όρθια πάλη, στην οποία στόχος του αθλητή ήταν να ρίξει κάτω τρεις φορές τον αντίπαλό του, και την κάτω πάλη, κατά την οποία οι αθλητές πάλευαν πεσμένοι κάτω και ο νικητής έπρεπε να αναγκάσει τον αντίπαλό του να παραδεχτεί την ήττα του.     

[2] Πύθια ή Πυθιάδα: οι δεύτεροι σε σπουδαιότητα πανελλήνιοι αγώνες,  ιδρύθηκαν κατά τη μυθική παράδοση από τον Απόλλωνα μετά τη νίκη του εναντίον του Πύθωνος. Αναδιοργανώθηκαν το 582 π.Χ. και έπαυσαν να τελούνται κατά το τέλος του 4ου αιώνα μ.Χ.

[3] Νέμεα ή Νέμεια: Αθλητικοί αγώνες που διεξάγονταν στη Νεμέα κατά την  αρχαιότητα. Καθιερώθηκαν το 573 π.Χ. προς τιμή του Δία.

[4] Ίσθμια: Αθλητικοί αγώνες που διεξάγονταν κάθε δύο χρόνια. Η ίδρυσή τους οφείλεται στο Θησέα προς τιμή του πατέρα του Ποσειδώνα ή στο Σίσυφο προς τιμή του ήρωα Μελικέρτη.

[5] Εκατόμβια: η γιορτή των Ηραίων ονομαζόταν και Εκατόμβια εξαιτίας του αριθμού των θυσιαζομένων ζώων. Τελούνταν το μήνα Ηραίο, προς τιμήν της Ήρας.

[6] Παναθήναια: Αρχαία ελληνική γιορτή των Αθηνών, αφιερωμένη στη θεά Αθηνά και λάμβανε χώρα στην πόλη κάθε τέσσερα χρόνια.        

[7] Οι Αθηναίοι τιμούσαν τους νικητές των Παναθηναίων με λαμπρούς αμφορείς διακοσμημένους περίτεχνα, γεμάτους λάδι από τα ιερά ελαιόδεντρα, τα οποία βρίσκονταν στο ιερό ναό της Αθηνάς.

[8] Μετάφραση, Βασ. Λαζανά.

  

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος  

Πηγές


 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2008. 
  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα, 1996. 
  • Διογένη Μαλτέζου, « Ο Πίνδαρος υμνεί το Άργος », Αργειακή Γη, Επιστημονική και Λογοτεχνική Έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τχ.1, Άργος, 2003.
  • Γιάννη Θ. Αποστολόπουλου, «Αργείων Άθλα», Έκδοση Δήμου Άργους, Άργος, 1998.  
  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 4, Αύγουστος 1982.

 

  

Read Full Post »

Hackens Tony (1939-1997)


 

Tony Hackens

Ο Tony Hackens γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου του 1939 στο Eupen του Βελγίου. Εκεί έλαβε τη βασική κλασική μόρφωσή του στα γαλλικά και στα γερμανικά, γεγονός που τον βοήθησε να αναπτύξει τη φυσική του κλίση προς τις ξένες γλώσσες και την αγάπη του για τα ταξίδια. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Louvain και έλαβε πτυχίο στην κλασική φιλολογία και αρχαιολογία. Συνέχισε τις σπουδές του στη Ρώμη, όπου απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα με θέμα τις νομισματικές απεικονίσεις του ναού του Διός του Καπιτωλίου, την πρώτη από τις νομισματικές του εργασίες, που έμεινε ανέκδοτη.

Ήταν βαθύς γνώστης του ιταλικού πολιτισμού και συμμετείχε συχνά στις συναντήσεις του Διεθνούς Κέντρου Νομισματικής της Νάπολης, όπως και στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Ravello. Η αγάπη του για την Ιταλία υπερκεράσθηκε από την αγάπη του για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, που τον κατέκτησε, όταν ήλθε στην Ελλάδα, ως μέλος εκ του εξωτερικού στη Γαλλική Σχολή Αθηνών, το 1962.

Ο G. Daux, Διευθυντής τότε της Σχολής, του ανέθεσε έρευνες στη Φωκίδα (Μεδεών), στην Κρήτη (Μάλια), αλλά κυρίως στο Άργος, όπου ανέλαβε να ταυτίσει, να καταγράψει και να μελετήσει τα νομίσματα των ανασκαφών της Γαλλικής Σχολής για τη σύνταξη του Corpus των αρχαίων νομισμάτων του Άργους. Για τις μελέτες του αυτές πήγαινε συχνά στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών, όπου γνώρισε τη Μάντω Οικονομίδου, με την οποία συνδέθηκε με βαθειά και ειλικρινή φιλία.

Στην Αθήνα γνώρισε και τη Ρένα Ευελπίδου – Αργυροπούλου, με την οποία συνεργάστηκε για την έκδοση της συλλογής της στη σειρά Sylloge Nummorum Graecorum. Επίσης, για να αποκτήσουν οι φοιτητές του ανασκαφική εμπειρία, διενήργησε ανασκαφές στην Κέρκυρα, αρχικά στο κτήμα της Ρένας Ευελπίδου, αλλά και σε άλλες θέσεις, σε συνεργασία με την Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων στην οποία τότε προΐστατο η κυρία Καλλιόπη Πρέκα – Αλεξανδρή.

Στις προσωπικές του μελέτες και έρευνες αφιέρωνε τον ελεύθερο χρόνο του από τα διδακτικά του καθήκοντα στο Πανεπιστήμιο της Louvain, όπου έγινε καθηγητής, διαγράφοντας μια λαμπρή σταδιοδρομία. Δίδαξε ελληνική αρχαιολογία, νομισματική και οικονομική ιστορία της αρχαιότητας, πεδία που ανέπτυξε σημαντικά, ιδρύοντας μία εταιρεία για την προώθηση των νομισματικών σπουδών (Εταιρεία «Professeur Marcel Hoc») με νομισματική βιβλιοθήκη.

Μέσω αυτής της Εταιρείας δημιούργησε μία περιοδική έκδοση (Revue des Archéologues et Historiens d’art de Louvain), αλλά και πολλές άλλες εκδόσεις, μεταξύ των οποίων και τις Publications dhistoire de l’art et darchéologie de lUniversité Catholique de Louvain (96 τόμοι εκδόθηκαν υπό τη διεύθυνσή του, από τους οποίους η σειρά Arcaeologia Transatlantica σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Brown και τα Numismatica Lovaniensia).

Επίσης, τη διάσημη σειρά PACT αφιερωμένη στις επιστήμες και τις τεχνικές στην υπηρεσία της πολιτιστικής κληρονομιάς, στην προαγωγή της οποίας έλαβε ενεργό μέρος, ταξιδεύοντας σε ολόκληρο τον κόσμο και μετέχοντας στο προεδρείο ενός ευρύτατου ευρωπαϊκού δικτύου επιστημονικής συνεργασίας, το οποίο υποστηρίχθηκε από την Unesco, το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Ε.Ο.Κ.

Αυτές οι πολλαπλές δραστηριότητες δεν τον εμπόδισαν να ασκήσει και πολλά άλλα καθήκοντα στην υπηρεσία της Βελγικής Νομισματικής Εταιρεί­ας, στην οποία υπήρξε διαδοχικά Γραμματέας, Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος. Εξελέγη κοσμήτωρ στη Σχολή Φιλοσοφίας και Γραμμάτων του Πανεπιστημίου της Louvain και σ’ αυτό το αξίωμα τον βρήκε αναπάντεχα ο θάνατος στις 28 Νοεμβρίου του 1997 στερώντας μας από ένα μοναδικό άνθρωπο και επιστήμονα.

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το Corpus των νομισμάτων του Άργους, έργο που ανέλαβαν οι μαθητές του, βασιζόμενοι στις δικές του σημειώσεις. Η αγαθή ανάμνηση του μεγάλου φιλέλληνα και επιστήμονα, που άφησε τη σφραγίδα του στο Άργος και στην Ελλάδα γενικότερα, η δράση του οποίου είχε αναγνωρισθεί και από την ελληνική πολιτεία με τον ορισμό του ως πρόξενος επί τιμή, ήταν η αιτία που οι «Φίλοι του Νομισματικού Μουσείου» και η «Γαλλική Σχολή Αθηνών», αφιέρωσαν στη μνήμη του, την 6η  Επιστημονική Συνάντηση με θέμα, «Το νόμισμα στην Πελοπόννησο», που πραγματοποιήθηκε  στους στρατώνες Καποδίστρια, στο Άργος, από τις 26 έως τις 29 Μαΐου 2011.   

 

Πηγή


  • Πρόγραμμα 6ης Επιστημονικής Συνάντησης, «Το νόμισμα στην Πελοπόννησο», Άργος, 26 – 29 Μαΐου 2011.

 

Read Full Post »

Παπαοικονόμου – Κηπουργού Κατερίνα (1941-2020)


 

Η κ. Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού στο βήμα του «Δαναού», ( Απρίλιος 2011).

Η Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου του 1941, από γονείς Αργειακής καταγωγής. Πατέρας της υπήρξε ο Δικηγόρος Αθηνών Παρ’ Αρείω Πάγω Βασίλειος Παπαοικονόμου, γυιός του Διδάκτορος – Θεολόγου Σχολάρχου Άργους και κατόπιν Ιερέως Χρήστου Παπαοικονόμου, του ιδρυτού του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», και της Αικατερίνης το γένος Βασιλείου Μπόμπου, αδελφής των Αγγελή και Κωνσταντίνου Μπόμπου, Δημάρχων Άργους. Μητέρα της ήταν η Αγγελική το γένος Μιχαήλ Στρατοπούλου. Ο Μιχαήλ Στρατόπουλος ήταν Αργείος, εγκατεστημένος στην Αθήνα, όπου υπήρξε γνωστός επιχειρηματίας. Η ίδια υπήρξε σύζυγος του αειμνήστου Οφθαλμιάτρου Νικολάου Κηπουργού.

Η Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού ήταν Σολίστ – Πιανίστα (Α΄ Βραβείο παμψηφεί και Αριστείο Εξαιρετικής Επίδοσης) και Καθηγήτρια Πιάνου στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών, με μεταπτυχιακές μουσικές σπουδές στη Μουσική Ακαδημία της Βιέννης. Το 1968 συμμετείχε στον 4ο Διεθνή Διαγωνισμό Πιάνου Vianna da Motta στη Λισσαβώνα, όπου και διακρίθηκε μεταξύ 86 διαγωνιζομένων, επίσης ήταν πτυχιούχος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ασχολούνταν και με τους δύο κύκλους των γνωστικών της αντικειμένων.

Ως πιανίστα, εκτός του διδακτικού της έργου, είχε πολλές και συνεχείς εμφανίσεις σε συναυλίες και σε ρεσιτάλ στην Αθήνα και σε μεγάλες πόλεις της Ελλάδος, ήταν σολίστ της ΕΡΤ και έχει συμπράξει ως σολίστ με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης και την Ορχήστρα της Φιλικής Εταιρείας Επιστημόνων – Καλλιτεχνών, της οποίας ήταν τακτικό μέλος. Ίδρυσε και διηύθυνε επί διετία το Παράρτημα του Εθνικού Ωδείου της Νέας Φιλαδελφείας. Είχε εγγράψει δύο δίσκους μακράς διαρκείας με κλασική μουσική.

Ως επιστήμων δημοσίευε άρθρα σε περιοδικά και έδιδε διαλέξεις ιστορικού – αρχαιολογικού και μουσικού περιεχομένου. Επί  πολλά έτη μελετούσε και τη μουσική των Αρχαίων Ελλήνων και μετά από σειρά σχετικών διαλέξεων δημοσίευσε το 1997 σύντομο βιβλίο με τίτλο Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα, από τις εκδόσεις Γεωργιάδη, το οποίο έχει εξαντληθεί μετά τρεις επανεκδόσεις.

Συνεργάστηκε, ως συγγραφέας, με το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, για λογαριασμό του οποίου συνέγραψε πολλά και εκτεταμένα Κεφάλαια περί της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής (συνολικά 170 σελίδες), που έχουν συμπεριληφθεί στους Τόμους Α΄ και Β΄ και στα Συνοδευτικά Κείμενα της Θεματικής Ενότητας Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό (ΕΛΠ 40: Τέχνες ΙΙ. Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού. Έκδοση Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Πάτρα 2003). Τα βιβλία αυτά εκδόθηκαν από το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο με συγχρηματοδότηση του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διδάσκονται έκτοτε στους φοιτητές του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.

Το 2007 εκδόθηκε και νέο, μεγάλο πλέον, βιβλίο της με τίτλο και πάλι Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα (Εκδόσεις Γεωργιάδης, σελ. 487), το οποίο έχει αποσπάσει εγκωμιαστικά σχόλια από Έλληνες και ξένους ειδικούς, βρίσκεται σε Πανεπιστημιακές και άλλες Δημόσιες Βιβλιοθήκες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και αναφέρεται στη διεθνή βιβλιογραφία.

Το 2012 η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη εξέδωσε το βιβλίο της Η Συμβολή της Αργολίδας στην Ανάπτυξη της Μουσικής, στο βιβλίο, η συγγραφέας αποτυπώνει παραστατικά την εικόνα της εξάπλωσης της θείας τέχνης των ήχων στον αρχαίο ελληνικό κόσμο και ιδιαίτερα στην Αργολίδα.

Ήταν συνεργάτιδα της  Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης. Απεβίωσε στην Αθήνα, στις  14 Ιουλίου του 2020.

 

Πηγή


  • Αργολική Αρχειακή  Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

Read Full Post »

Θεοφανόπουλος  Δημήτριος  (1842-1922)


  

Θεοφανόπουλος Δημήτριος

Καθηγητής Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Γεννήθηκε στο Άργος και ήταν απόγονος του Αργείου οπλαρχηγού Δημ. Θεοφανόπουλου. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στη Γερμανία για έξι χρόνια, καθώς επίσης στο Παρίσι και στη  Bιένη.* Το 1875 εξελέγη υφηγητής, το 1876 έκτακτος και το 1879 τακτικός καθηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας** όπου δίδαξε 38 χρόνια. Διετέλεσε επίσης και Β’ Αντιπρόεδρος και σύμβουλος της αρχαιολογικής εταιρείας.

Από το συγγραφικό του έργο, ξεχωρίζει η εργασία του, «Πραγματεία περί αιρέσεων κατά το ρωμαϊκόν και βυζαντινόν δίκαιον,1875 ». Ήταν άριστος πανεπιστημιακός δάσκαλος και διακρινόταν για τη σαφήνειά του στη διδασκαλία και τη βαθιά επιστημονική του γνώση.

Με την πολιτική ασχολήθηκε μόνο μια φορά εντελώς περιστασιακά, στις 18 Σεπτεμβρίου 1894,  όταν μετά το θάνατο του Άγγ. Γεωργαντά έγιναν τοπικές εκλογές για την  πλήρωση της βουλευτικής έδρας και προτάθηκε ως υποψήφιος από την Τρικουπική παράταξη, αλλά δεν εκλέχτηκε.***

 

Υποσημειώσεις


 

* Εφ. «Η Αργολίς», φ. 211/3-10-1873.

** Κακώς αναφέρεται ως καθηγητής Αστικού Δικαίου σε διάφορες εγκυκλοπαίδειες. Οι πηγές τον αναφέρουν ως καθηγητή Ρωμαϊκού Δικαίου ( βλ. εφ.«Αγαμέμνων», φ. 29/25-3- 1889  κ.α. ).

*** Εκλέχτηκε ο Ιωάννης Ζωγράφος ( βλ. εφ. «Αγαμέμνων», φ. 105/16-10-1894 ).

  

Πηγές


  • Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, «Εκατονταετηρίς 1837-1937», Πυρσός, Αθήναι, 1937.
  • Λεύκωμα της Eκατονταετηρίδος της εν Aθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1837-1937, Αθήνα χ.χ. 
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Καζαντζάκης Νίκος (18 Φεβρουαρίου 1883 – 26 Οκτωβρίου 1957)


 

 Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή, αόρατη, ανώτερη του, κι ο πιο μεγάλος νικητής βγαίνει νικημένος. Για πάντα το πιο βαθύ μας μυστικό, το μόνο που άξιζε να ειπωθεί, μένει ανείπωτο. Δεν υποτάσσεται ποτέ αυτό στο υλικό περίγραμμα της τέχνης. Πλαντούμε στην κάθε λέξη, βλέπουμε ένα δέντρο ανθισμένο, έναν ήρωα, μια γυναίκα, το άστρο της αυγής και φωνάζουμε: Αχ! και τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να χωρέσει τη χαρά μας. Όταν το Αχ! αυτό θελήσουμε, αναλύοντάς το να το μεταδώσουμε στους ανθρώπους, να το σώσουμε από την ίδια μας τη φθορά, πως εξευτελίζεται σε λόγια αδιάντροπα, βαμμένα γεμάτα αέρα και φαντασία!… (Αναφορά στον Γκρέκο)

 

Νίκος Καζαντζάκης

Πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ποιητής, από τις πνευματικές φυσιογνωμίες με τη μεγαλύτερη απήχηση στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης (η οποία αποτελούσε ακόμη μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), από το Μιχάλη Καζαντζάκη και τη Μαρία Χριστοδουλάκη. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές στη γενέτειρά του και ενδιαμέσως στο κολλέγιο Φραγκισκανών Μοναχών της Νάξου (1897-99), όπου έμαθε γαλλικά και ιταλικά, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι.

Στο Παρίσι ο νεαρός σπουδαστής Νίκος Καζαντζάκης γνώρισε τα νέα φιλοσοφικά ρεύματα και είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τα μαθήματα του φιλοσόφου Henri Bergson, ο οποίος υποστήριζε ότι η ζωή είναι διαρκής δημιουργία, μία γιγάντια προσπάθεια ν’ ανασηκωθεί η ύλη. Ο Καζαντζάκης συνέλαβε την εικόνα του αγωνιζόμενου ανθρώπου που αγωνίζεται σ’ έναν ανήφορο χωρίς τέλος για μια «Οδύσσεια» χωρίς «Ιθάκη».

Ο Νίκος Καζαντζάκης, φοιτητής στην Αθήνα, 1904. Αρχείο: Εκδόσεις Καζαντζάκη.

Ο Νίκος Καζαντζάκης, φοιτητής στην Αθήνα, 1904. Αρχείο: Εκδόσεις Καζαντζάκη.

Επιστρέφοντας τύπωσε στο Ηράκλειο τη διατριβή του επί υφηγεσία «Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη φιλοσοφία του δικαίου» (1909). Κατά τους βαλκανικούς πολέμους κατατάχθηκε εθελοντής στο στρατό και υπηρέτησε στο ιδιαίτερο γραφείο του Πρωθυπουργού. Αργότερα (1919) διορίστηκε Γενικός Διευθυντής στο νεοσύστατο Υπουργείο Περιθάλψεως και από τη θέση αυτή καταρτίζει σχέδιο για την επιστροφή των Ελλήνων του Καυκάσου, όπου πήγε ο ίδιος για την περίθαλψη των ομοεθνών. Όσοι επέστρεψαν (150.000 περ. πρόσφυγες) εγκαταστάθηκαν στη Δ. Μακεδονία και Θεσσαλία. Από τη θέση αυτή αποχώρησε μετά την ήττα του Ελ. Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920.

Τα χρόνια της κατοχής τα πέρασε στην Αίγινα, όπου και άλλοτε βρέθηκε μελετώντας και γράφοντας απομονωμένος σαν ερημίτης. Μετά την απελευθέρωση ήρθε στην Αθήνα. Θέλησε να γίνει ακαδημαϊκός, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε. Διορίστηκε Υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση Σοφούλη, αλλά μετά από δύο μήνες παραιτήθηκε.

 

Νίκος Καζαντζάκης

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης έφυγε από την Ελλάδα τον Ιούνιο 1946 για ένα σύντομο ταξίδι στην Αγγλία, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ πια. Από το Λονδίνο βρέθηκε στο Παρίσι, καλεσμένος από τη Γαλλική κυβέρνηση· και για ένα μικρό διάστημα ήταν σύμβουλος για τη λογοτεχνία στην UNESCO. Παραιτήθηκε και από τη θέση αυτή, για ν’ ασχοληθεί αποκλειστικά και μόνο με την ιδιότητα του συγγραφέα.

Ο Καζαντζάκης παντρεύτηκε το 1911 τη συγγραφέα Γαλάτεια Αλεξίου, αλλά δεν μπόρεσαν να συμβιώσουν. Ήταν χαρακτήρας εντελώς διαφορετικός. Μόνος του ή μαζί με τη Γαλάτεια γράφει πέντε αναγνωστικά για το δημοτικό σχολείο για βιοποριστικούς λόγους και εγκρίνονται όλα από το Υπουργείο Παιδείας (1914). Τα υπέγραφε όλα η γυναίκα του. Για οικονομικούς λόγους, επίσης, έκανε κατά καιρούς πολλές μεταφράσεις. Ο γάμος με τη Γαλάτεια διαλύθηκε οριστικά το 1926. Είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό το μυθιστόρημα της Γαλάτειας Καζαντζάκη «Άνθρωποι και υπεράνθρωποι» με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία και με πολλές αναφορές στην προσωπικότητα του Καζαντζάκη και στη συμβίωσή τους. Το 1945 παντρεύτηκε την Ελένη Σαμίου, ύστερα από μακρότατο δεσμό, η οποία στάθηκε δίπλα του μέχρι τέλους.

Ο Νίκος Καζαντζάκης έκανε πολλά ταξίδια στην Ευρώπη, την Αφρική και την Ασία, καταγράφοντας τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις σε βιβλία. Επίσης, το 1914 γνώρισε τον Άγγελο Σικελιανό και μαζί επισκέφθηκαν το Άγιο Όρος και την επόμενη χρονιά πολλά μέρη της Ελλάδας, αναζητώντας «τη συνείδηση της φυλής τους», όπως έλεγαν, παρά το γεγονός ότι οι δύο άνδρες ήταν δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες.

 

Στο βιβλίο του με τίτλο «Ταξιδεύοντας» είναι συγκεντρωμένα ταξιδιωτικά κείμενα του Νίκου Καζαντζάκη, που αναφέρονται στην Ιταλία, την Αίγυπτο, το Σινά, την Ιερουσαλήμ, την Κύπρο και το Μοριά. Τα κείμενα για το Μοριά είναι γραμμένα σε μορφή δημοσιογραφικών ανταποκρίσεων και χρονολογικά τοποθετούνται στη δεκαετία του 1930.Το ταξίδι του Καζαντζάκη στο Μοριά κλείνει με την επίσκεψη του στο Άργος και στις Μυκήνες. Ο συγγραφέας επιστρέφει στο Σιδηροδρομικό Σταθμό του Άργους, όπου, περιμένοντας κάτω από τις λεύκες την άφιξη του τρένου για την Αθήνα, γράφει ένα από τα ωραιότερα κομμάτια του σχετικά με την ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού. Προσπαθεί να τοποθετήσει το νεοέλληνα ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση, να του δώσει ένα καθήκον. «Δεν μπορούμε», γράφει, «ν’ αρνηθούμε μήτε την Ανατολή μήτε τη Δύση… Είμαστε υποχρεωμένοι ή να φτάσουμε στο λαμπικάρισμα της Ανατολής σε Δύση, να πετύχουμε δηλαδή μια δυσκολότατη σύνθεση, ή να χαροπαλεύουμε δούλοι…»

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης, αν και ήταν ήδη πολύ γνωστός, από τότε που εγκαθίσταται στην Αντίμπ της Γαλλίας (1948) η φήμη του μεγαλώνει και τα έργα του μεταφράζονται σε πολλές γλώσσες. Τιμήθηκε πολλές φορές, αλλά στερήθηκε το βραβείο Νόμπελ – αν και είχε προταθεί επανειλημμένως – για τις τολμηρές του θέσεις, που κινητοποιούν την ορθόδοξη και καθολική εκκλησία να μην τύχει αυτής της ύψιστης τιμής.

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.

Ο Πάπας είχε αναγράψει στον κατάλογο απαγορευμένων βιβλίων το μυθιστόρημα «Ο τελευταίος πειρασμός». Το τελευταίο μακρινό του ταξίδι το έκανε στην Κίνα, όπου προσεβλήθη από ασιατική γρίππη και επιστρέφοντας πέθανε στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας. Κηδεύτηκε στο λόφο Μαρτινέγκο στο Ηράκλειο. Στον τάφο του είναι χαραγμένη η επιγραφή: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος».

Το συγγραφικό έργο του Καζαντζάκη είναι τεράστιο. Έγραψε ποίηση, θέατρο, μυθιστορήματα και ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δημοσίευσε άρθρα και μελέτες σε εφημερίδες και περιοδικά και έκανε πολλές μεταφράσεις.

Ποίηση:

Οδύσσεια (1938), μια τεράστια επική σύνθεση (στίχοι 33.333), που αναφέρεται στις περιπέτειες του ομηρικού Οδυσσέα μετά την άφιξή του στην Ιθάκη. Στο πρόσωπο του Οδυσσέα, ο οποίος πεθαίνει στο Νότιο Πόλο γενναίος πάντα και ελεύθερος, ενσαρκώνεται η κοσμοθεωρία του ποιητή και η αγωνία του για τη ζωή.

Τερτσίνες (1939) άσματα σε ιαμβικό εντεκασύλλαβο με δαντική ομοιοκαταληξία.

Θέατρο:

Έμμετρες τραγωδίες σε τρεις τόμους· α) με αρχαία θέματα (Προμηθέας 1949, Κούρος 1949, Οδυσσέας 1928, Μέλισσα 1937, β) με βυζαντινά θέματα (Χριστός 1915, Ιουλιανός ο Παραβάτης 1945, Νικηφόρος Φωκάς 1927, Κων/νος Παλαιολόγος 1949 και γ) με διάφορα άλλα θέματα (Καποδίστριας 1946, Χριστόφορος Κολόμβος 1949, Σόδομα και Γόμορα 1948, Βούδας 1928).

Πεζογραφία:

Εκτός από το έργο «Όφις και κρίνο» (1906), εκείνο το βιβλίο που σηματοδοτεί το ιδεολογικό και φιλοσοφικό πιστεύω του Ν. Καζαντζάκη είναι η Ασκητική (1927), γραμμένη λίγο νωρίτερα και δημοσιευμένη αρχικά με τον τίτλο Salvatores Dei (Σωτήρες του Θεού).

Είναι έργο με μεταφυσικό περιεχόμενο, επηρεασμένο από τη φιλοσοφία του Νίτσε και του Μπέρκσον και από την πολιτική δράση του Λένιν. Η Ασκητική, η Οδύσσεια και η Αναφορά στον Γκρέκο αποτελούν τον καταστατικό χάρτη των ιδεών του Ν. Καζαντζάκη.

Σημειώνουμε επίσης δύο έργα γραμμένα στα γαλλικά: Τόντα Ράμπα 1934 (μτφρ. Γιάννη Μαγκλή) και Βραχόκηπος 1936 (μτφρ. Παντ. Πρεβελάκη).

Τα βιβλία, όμως, που αγαπήθηκαν πολύ από το ευρύ κοινό είναι τα μυθιστορήματά του Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946), όπου προβάλλεται ο άνθρωπος της δράσης και της φυσικής ζωής, ο Καπετάν Μιχάλης (1953), που αναφέρεται στην κρητική επανάσταση 1897, Ο τελευταίος πειρασμός (1955), που αναφέρεται στις τελευταίες στιγμές του Θεανθρώπου, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1955), όπου προβάλλονται οι αρετές και τα ανθρώπινα πάθη, Ο φτωχούλης του Θεού (1956), που αναφέρεται στην ιστορία του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, Ο βραχόκηπος (1960)  και τέλος η Αναφορά στον Γκρέκο (1961, μεταθανάτια έκδοση), μία μυθιστορηματική αυτοβιογραφία, όπου διαγράφεται ο αγώνας του ανθρώπου ν’ ανέβει τον ανήφορό του και να κάμει την ύλη πνεύμα.

Ταξιδιωτικά:

Ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν πολυταξιδεμένος και μας άφησε τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις στα βιβλία του με το γενικό τίτλο Ταξιδεύοντας. Στα βιβλία αυτά παρακολουθούμε παράλληλα με τις γεωγραφικές περιηγήσεις – τις ιδεολογικές και φιλοσοφικές θέσεις του συγγραφέα, καθώς ταξιδεύει όπου γης, από την Αγγλία, Ρωσία και Ελλάδα μέχρι το Σινά, την Κίνα και την Ιαπωνία.

Μεταφράσεις:

Τέλος, το μεταφραστικό του έργο είναι επίσης πολύ μεγάλο. Ο Καζαντζάκης, εκτός από τα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά, γνώριζε άλλες επτά γλώσσες. Μετέφρασε Νίτσε (Η γέννηση της τραγωδίας, Τάδε έφη Ζαρατούστρας), Ουίλιαμ Τζέιμς (Η θεωρία της συγκινήσεως), Δαρβίνο (Περί της γενέσεως των ειδών), Χένρυ Μπέρκσον (Το γέλιο), Δάντη (Θεία Κωμωδία), Ανθολογία Ισπανών Ποιητών, Γκαίτε (Φάουστ), Μακιαβέλι (Ηγεμών), Γιόργκενσεν (Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης) κ.ά. Μετέφρασε, επίσης, πλατωνικούς διαλόγους και τα ομηρικά έπη σε συνεργασία με τον Ι. Θ. Κακριδή.

Κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές

Βασισμένες σε έργα του Νίκου Καζαντζάκη είναι οι ταινίες:

Αλέξης Ζορμπάς 

Ο τελευταίος πειρασμός

Μια ακόμα ταινία γυρίστηκε το 1956 βασισμένη στο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Ο τίτλος της ταινίας που τη σκηνοθέτησε ο Ζιλ Ντασέν, είναι, «Εκείνος που έπρεπε να πεθάνει». Ο Χριστός ξανασταυρώνεται προβλήθηκε σαν σειρά από την ΕΡΤ την περίοδο 1975-1976. Οι ταινίες του προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από φανατικά στοιχεία αλλά και εισαγγελικές παρεμβάσεις και μηνύσεις.

  

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Το Δέντρο, «Νίκος Καζαντζάκης / Καταφάσεις και Αμφιθυμίες», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Σχετικά θέματα:

Καζαντζάκης Νίκος ”Ταξιδεύοντας”, Άργος – Μυκήνες  

Read Full Post »

Πολυγένης Κωνσταντίνος (1862-1935)


 

Πολυγένης Κωνσταντίνος

Διαπρεπής νομικός, καθηγητής της Νομικής Σχολής, συγγραφέας  και πολιτικός, καταγόμενος από το Άργος.  Γεννήθηκε στην Αθήνα από Αργείτικη οικογένεια. Μετά την ολοκλήρωση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ενεγράφη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ συνέχισε τις σπουδές του επί πέντε χρόνια σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της Γερμανίας.

Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1890 και διορίστηκε αρχικά υφηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου, ενώ την επόμενη χρονιά ανέλαβε καθήκοντα γραμματέα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1895 εξελέγη τακτικός καθηγητής στο μάθημα του Ρωμαϊκού και Βυζαντινού Δικαίου. Ασχολήθηκε με την πολιτική˙ το 1921 διετέλεσε μάλιστα Υπουργός Παιδείας επί κυβερνήσεως Δημητρίου Γούναρη,  ενώ κατά το ακαδημαϊκό έτος 1921-1922 χρημάτισε και Πρύτανης του Πανεπιστημίου. Άφησε σπουδαίο επιστημονικό έργο, τόσο πρωτότυπο, όσο και μεταφράσεις.

Έργα του είναι:

Περί δωρεάς (1884)

Περί της απαγορεύσεως των δωρεών μεταξύ συζύγων (1890)

Πραγματεία περί προικός (δίτομο έργο, 1891-1894)

Περί της αξίας του Ρωμαϊκού δικαίου (1899)

Μετάφρασε έργα του Bernhard Joseph Hubert Windscheid και προσάρμοσε αυτά στην Ελληνική νομοθεσία και νομολογία.

Το Άργος τιμώντας τη μνήμη του, του ανήγειρε προτομή στη βορεινή πλευρά του δικαστικού μεγάρου της πόλης. Ο γιος του Ιωάννης Πολυγένης υπήρξε επίσης καθηγητής του Αστικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΠΘ.  

 

Πηγές


  • Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, «Εκατονταετηρίς 1837-1937», Πυρσός, Αθήναι, 1937.
  • Μαρκεζίνης Σπύρος, «Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος: 1828 – 1964», Αθήνα, Πάπυρος, 1967.
  • Λεύκωμα της Eκατονταετηρίδος της εν Aθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1837-1937, Αθήνα χ.χ. 
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Καΐρης Θεόφιλος (1784 -1853)


 

 Λόγιος και θεολόγος, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Σπούδασε στην Ευρώπη και δίδαξε στη Σμύρνη και το Αϊβαλί. Συμμετείχε στην Επανάσταση του 1821 και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους οργάνωσε σχολείο στην Άνδρο. Λόγω της θρησκευτικής του διδασκαλίας υπέστη διώξεις που τελικά οδήγησαν στο θάνατό του.

Θεόφιλος Καΐρης. Ελαιογραφία εποχής.

Ο Θεόφιλος Καΐρης γεννήθηκε το 1784 στην Άνδρο. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Θωμάς, γονείς του ήταν ο πρόκριτος Καΐρης και η Αναστασία Καμπανάκη. Είχε τρεις αδελφούς, τους μετέπειτα μοναχούς Ευγένιο και Ιωασάφ, και το Δημήτριο καθώς και τρεις αδελφές τη Μαρία, τη Λασκαρώ και την Ευανθία, η οποία υπήρξε επίσης σημαντική διανοούμενη της εποχής. Διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα στην Άνδρο, στη Σχολή του Κάτω Κάστρου, από τον ιεροδιάκονο Ιάκωβο. Στα 1794 πεθαίνει ο πατέρας του. Ο αδελφός της μητέρας του και ανάδοχος του Σωφρόνιος Καμπανάκης, εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου Κυδωνιών (Αϊβαλί), τον παίρνει κοντά του ώστε να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του.

Στις Κυδωνίες, διδάχθηκε φιλολογία, φιλοσοφία, μαθηματικά και στοιχεία επιστημών από σημαντικούς δασκάλους, όπως το Γρηγόριο Σαράφη και το Βενιαμίν Λέσβιο, στη συνέχεια στη σχολή της Πάτμου και στη Χίο, παρακολούθησε τη διδασκαλία του Αθανάσιου Πάριου και του Δωρόθεου Πρωΐου. Στα 18 του χρόνια χειροτονείται μοναχός και αποκτά το όνομα Θεόφιλος.

Όμως το ανήσυχο πνεύμα του Έλληνα διαφωτιστή δεν αρκείτε στην Ελλάδα. Έτσι, το 1803, με τη συνδρομή του θείου του και της κοινότητας του Αϊβαλιού, έφυγε στην Ευρώπη για σπουδές. Αρχικά παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, μαθηματικών και φυσικής στην Πίζα, ενώ το 1807 πήγε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του, όπου συνδέθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή.

Το Φεβρουάριο του 1809 επέστρεψε στην Άνδρο και από εκεί το 1810 πήγε στο Αϊβαλί, προκειμένου να αναλάβει τα καθήκοντα σχολάρχη στην εκεί Ακαδημία, μετά την παραίτηση του Βενιαμίν Λέσβιου. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι τελικά αυτό έγινε, καθώς το 1811 καλείται να διευθύνει την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, σχέδιο που τελικά δεν καρποφόρησε. Το 1812 ο Καΐρης βρίσκεται και πάλι στο Αϊβαλί, όπου διδάσκει στην Ακαδημία.

Με τη βοήθεια του Κοραή θα φροντίσει ώστε η Ακαδημία των Κυδωνιών να αποκτήσει πλούσια βιβλιοθήκη με ελληνικά και ξένα συγγράμματα, αλλά και όργανα χημείας, φυσικής, αστρονομίας και γεωγραφίας. Μάλιστα το 1819 ίδρυσε ακόμα και τυπογραφείο. Στην αυγή της Επανάστασης θα επιστρέψει στην Άνδρο, όπου και θα υψώσει αυτός πρώτος το λάβαρο της Επανάστασης.

 

Στα χρόνια της Επανάστασης

 

Το 1819 μυείται στη Φιλική Εταιρεία και, μόλις ξεσπά η Επανάσταση, φεύγει από το Αϊβαλί. Στις 10 Μαΐου πρωτοστατεί στην κήρυξη της επανάστασης στην πατρίδα του και φεύγει για την Πελοπόννησο. Συμμετέχει στην Α΄ Εθνοσυνέλευση και το 1822 τραυματίζεται στην εκστρατεία του Ολύμπου.

 

Θεόφιλος Καΐρης. Λιθογραφία.

 

Στις εθνοσυνελεύσεις που ακολούθησαν, ο Καΐρης συμμετέχει ως «πληρεξούσιος παραστάτης» της Άνδρου και γίνεται μέλος του Βουλευτικού Σώματος. Η τελευταία του εμφάνιση στα πολιτικά πράγματα είναι στην Αίγινα, στις 11 Ιανουαρίου 1828, όταν αναλαμβάνει να προσφωνήσει τον Ιωάννη Καποδίστρια, που έφτανε στην Ελλάδα ως κυβερνήτης, με ένα λόγο διαπνεόμενο από φιλελεύθερο πνεύμα. Το 1835 αρνήθηκε την παρασημοφόρησή του από το βασιλιά Όθωνα, ως διαμαρτυρία για τη μη συνταγματική διακυβέρνηση της χώρας, ενώ δύο χρόνια αργότερα αρνήθηκε την έδρα της φιλοσοφίας στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Το Ορφανοτροφείο

 

Από νωρίς ο Καΐρης είχε συλλάβει την ιδέα για την ίδρυση ορφανοτροφείου και σχολείου στην Άνδρο. Από το 1827 ξεκίνησε περιοδείες στα ελληνικά νησιά για την εξεύρεση πόρων και από το 1831, αφού πρώτα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού. Το Ορφανοτροφείο άρχισε τη λειτουργία του επίσημα στις 6 Ιανουαρίου του 1836 και πολύ σύντομα η φήμη του εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα και στις ελληνικές παροικίες.

Στο Ορφανοτροφείο εφαρμοζόταν η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας, ενώ ο ίδιος ο Καΐρης δίδασκε φιλοσοφία, φιλολογία, μαθηματικά και αστρονομία. Στο διάστημα αυτό ο Καΐρης διαμόρφωσε το δικό του, ιδιαίτερο φιλοσοφικό και θρησκευτικό σύστημα, γνωστό ως «Θεοσέβεια».

 

Η θεοσέβεια

 

Ο Καΐρης διαμόρφωσε ένα θεολογικό σύστημα που το ονόμασε «Θεοσέβεια». Το σύστημα αυτό ανέτρεπε βασικά δόγματα της ορθόδοξης θεολογίας: τη θεότητα του Χριστού, την Αγία Τριάδα, τα μυστήρια και τις εκκλησιαστικές τελετές. Συνέταξε δικό του υμνολόγιο και ευχολόγιο σε δωρική διάλεκτο.

Επίσης, εισήγαγε νέο ημερολόγιο που το χρησιμοποιούσαν οι μαθητές του στην καθημερινότητά τους, κατάργησε τις εικόνες στους ναούς και τις αντικατέστησε με ρητά και αξιώματα, όρισε νέους κανονισμούς στην ανέγερση των ναών και την ίδρυση φιλανθρωπικών καταστημάτων. Παράλληλα, δίδασκε και τις αρχές των άλλων θρησκειών, χωρίς να ασκεί καμία κριτική σε αυτές. Το φιλοσοφικό – θεολογικό σύστημά του στηριζόταν στις αρχές του φιλελεύθερου χριστιανισμού και του ιδεαλιστικού ανθρωπισμού.

Ο Δημήτριος Ι. Πολέμης αναφέρει:

«Η θεοσέβεια είχε την ιδικήν της δογματικὴν θεολογίαν. Απέρριπτε βεβαίως την Καινὴν Διαθήκην και ολόκληρον την παράδοσιν της Εκκλησίας, Ορθοδόξου και μη. Είχεν επίσης ίδιον τελετουργικὸν με ναούς, «θειαγοὺς» και ύμνους (ες δωρικὴν διάλεκτον αλλ’ ουσιαστικώς εμπνευσμένους εκ της ορθοδόξου υμνολογίας δια της  απαλείψεως κάθε αναφοράς ες τον Χριστόν, την Παναγίαν και τους Αγίους), ίδιον ημερολόγιον και τα παρόμοια, τα οποία έξω του μικρού κύκλου μερικών μαθητών και φίλων του Καΐρη ουδένα ήτο δυνατὸν να συγκινήσουν και να ελκύσουν. Με τον θάνατον του Καΐρη θνήσκει και η θρησκεία του˙ μόνον ὁ Γλαυκωπίδης έμεινε πιστὸς έως θανάτου».

Το ανωτέρω απόσπασμα του Δ. Ι. Πολέμη για τον Θ. Καΐρη  περιλαμβάνεται  στον τόμο, Αλληλογραφία Θεοφίλου Καΐρη, εκδιδομένη υπό Δ. Ι. Πολέμη, Μέρος έκτον: Προσωπογραφικά, Άνδρος: Καΐρειος Βιβλιοθήκη 2003, 138-148.

 

Η δίωξη και ο θάνατός του

 

Θεόφιλος Καΐρης. Ελαιογραφία. Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος.

Ο Θεόφιλος Καΐρης δεν συμφιλιώθηκε ποτέ με την ιδέα της βασιλείας στο νέο κράτος. Άλλωστε κάτι τέτοιο μαρτυρά και η άποψη του Κωνσταντίνου Οικονόμου, πνευματικού ανθρώπου της εποχής, ιδιαίτερα στενού του φίλου (ο οποίος και στη συνέχεια έγινε ένας από τους πιο σφοδρούς του πολέμιους), πως δηλαδή ο μοναχός «εφαίνετο σφόδρα δημοκρατικός».

Ο Βασιλιάς, θέλοντας ίσως και να εξευμενίσει τον κοσμοκαλόγερο ο οποίος τον αντιμετώπιζε ως εκπρόσωπο των ξένων δυνάμεων, του προτείνει το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος για την προσφορά του στην πατρίδα. Σε μία ιδιαίτερη διπλωματική επιστολή, ο Καΐρης αρνείται το παράσημο και πιέζει περίτεχνα τον βασιλιά να υιοθετήσει Σύνταγμα. Η φωτισμένη προσωπικότητα έχει ήδη δημιουργήσει πολλούς εχθρούς. Ο Όθωνας είχε στείλει από νωρίς έμπιστους συμβούλους του, προκειμένου να πάρει πληροφορίες για την περίφημη ήδη τότε σχολή του. Ο Γερμανός καθηγητής φιλοσοφίας Brandis, που τον παρακολούθησε για λογαριασμό του Στέμματος σε διαλέξεις του, επιστρέφοντας σημείωσε χαρακτηριστικά: «Εάν επί μίαν ακόμη τριετίαν διδάξη ο Καΐρης, ο βασιλεύς Όθων θα φύγη από την Ελλάδα»!

Την αρχή στη σειρά επιθέσεων κατά του Θεόφιλου Καΐρη έδωσε η ίδια η εκκλησία. Η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδας απαίτησε από τον Καΐρη δήλωση μετανοίας και ομολογία πίστεως. Η απάντησή του ήταν οργισμένη: Επιτρέπεται εν ευνομουμένω κράτει, καυχουμένω μάλιστα επί ανεξιθρησκία, να ερευνά τις την συνείδησιν του ετέρου και να ζητή έγγραφον ομολογίαν της πίστεώς του; Αν τούτο επιτρέπεται, ας ομολογήσωμεν ότι δεν αφιστάμεθα πολύ της εποχής των δικαστηρίων της Ιεράς Εξετάσεως. Όπως ήταν φυσικό, οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, κατάφεραν να κατηγορηθεί για αίρεση και ίδρυση νέας θρησκείας,  με αποτέλεσμα να τεθεί υπό περιορισμό στη Σκιάθο, ενώ το Ορφανοτροφείο διαλύθηκε. Ένα χρόνο αργότερα τέθηκε υπό περιορισμό για μια διετία στη Θήρα και ακολούθησε η καθαίρεση και ο αναθεματισμός του ίδιου και της διδασκαλίας του.

Το Μάρτιο του 1842 ο Καΐρης αναχώρησε για το εξωτερικό μέχρι τον Ιούνιο του 1844. Όταν το Σύνταγμα καθιέρωσε την ανεξιθρησκία, επέστρεψε στην Άνδρο. Εκεί ασχολήθηκε και πάλι με το Ορφανοτροφείο, όπου είχαν παραμείνει ακόμα λίγα ορφανά, και προσπάθησε να διαδώσει τη «Θεοσέβεια», προκαλώντας όμως οξύτατες αντιδράσεις.

Το αποτέλεσμα ήταν να παραπεμφθεί σε δίκη στη Σύρο το Δεκέμβριο του 1852, κατηγορούμενος «επί προσηλυτισμώ και διαδόσει νέας θρησκείας αγνώστου». Καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών.  Τη νύχτα όμως της 9ης προς 10η Ιανουαρίου του 1853 πέθανε και τον έθαψαν κοντά στο Λαζαρέτο (νοσοκομείο) της Σύρου, ενώ την επόμενη ημέρα οι Αρχές άνοιξαν τον τάφο και τον γέμισαν με ασβέστη, για να εμποδίσουν τους μαθητές του να τελέσουν κανονική νεκρώσιμη λειτουργία. Δέκα μέρες αργότερα, ύστερα από προσφυγή του αδελφού του Δημητρίου Καΐρη, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση του δικαστηρίου της Σύρου και η μνήμη του αποκαταστάθηκε.

 

Εργογραφία

Ο Καΐρης έγραψε πολλά φιλοσοφικά και επιστημονικά έργα:

  • Γνωστική ή των του ανθρώπου γνώσεων σύντομος έκθεσις, (Αθήνα 1849).
  • Στοιχειά Φιλοσοφίας ή των περί τα όντα γενικώτερον θεωρουμένων τα στοιχειωδέστερα, (Αθήνα 1851).
  • Φιλοσοφικά και Φιλολογικά, (Πάτρα 1875, το πρώτο μέρος με τον τίτλο Φιλοσοφικά επανεκδόθηκε στην Αθήνα το 1910).

Σχετικά με τη «Θεοσέβεια», έγραψε τέσσερα βιβλία που εκδόθηκαν στο Λονδίνο:

  • Θεοσεβών προσευχή, (1848).
  • Επιτομή της θεοσεβικής διδασκαλίας και ηθικής, (1852).
  • Διαγωγή θεοσεβούς, (1852).
  • Θεοσεβών προσευχαί και ιερά άσματα, (1852).

Επίσης, ο Καΐρης άφησε σε χειρόγραφη μορφή τη Φυσική, μια Πραγματεία Ποσοτικής.

Βιβλιογραφία :

  • Δημαράς Κ.Θ., Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 1977.
  • Κιτρομηλίδης Π., Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, Αθήνα 1999.
  • Πασχάλης Δ., Θεόφιλος Καΐρης. Ιστορική και φιλοσοφική μελέτη, Αθήνα 1928 (ανατ. 2000).
  • Κουμαριανού Α., «Η ελευθεροφροσύνη του Θεόφιλου Καΐρη», Εποχές, 46, Φεβρουάριος 1967, 184-200.
  • Αργυροπούλου Ρ., «Θεόφιλος Καΐρης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Αθήνα 1991, 205-206.
  • Θεόφιλος Καΐρης, Γνωστική. Στοιχεία Φιλοσοφίας, εισαγωγή, επιμέλεια: Νικήτας Σινιόσογλου, Άνδρος 2008.

 

Πηγές


 

  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
  • Καΐρειος Βιβλιοθήκη
  • Περιοδικό, «Νέμεσις», τεύχος 113, Μάρτιος 2011.
  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

Read Full Post »

Ζαφειρόπουλος Απ. Ζαφείριος (†1851)


 

Διακεκριμένος πρωτοψάλτης και μουσικοδιδάσκαλος του 19ου αιώνα, γνωστός και ως «Ζαφείριος ο Σμυρναίος». Γιος του Αποστόλη Ζαφειρόπουλου.* Μαθήτευσε στον Γεώργιο τον Κρήτα και κατόπιν στους «Τρεις διδασκάλους» της «Νέας Μεθόδου», παίρνοντας δίπλωμα μουσικού από την πατριαρχική Μουσική Σχολή Κωνσταντινουπόλεως. Δίδαξε στο Αϊβαλί της Σμύρνης και το 1826 κατέφυγε με άλλους Μικρασιάτες στην Αίγινα, όπως πολλοί τότε άφησαν τα τουρκοκρατούμενα μέρη για να εγκατασταθούν στην ελεύθερη Ελλάδα.  

Το καμπαναριό του Αγιώργη Ναυπλίου.

Εκεί διετέλεσε μουσικοδιδάσκαλος των παιδιών του Ορφανοτροφείου που συνέστησε ο Καποδίστριας, διδάσκοντας παράλληλα με τον Αθανάσιο Αβραμιάδη. Τους πρώτους μήνες του 1828, διορίστηκε πρώτος μουσικοδιδάσκαλος του Σχολείου Εκκλησιαστικής Μουσικής στην Αίγινα, ο περίφημος Γεώργιος ο Λέσβιος, εισηγητής του ομώνυμου νέου συστήματος γραφής της βυζαντινής μουσικής.      

Μετά το θάνατο του κυβερνήτη (1831) και το κλείσιμο του ορφανοτροφείου, ο Ζαφειρόπουλος  έρχεται στο Ναύπλιο (1832-1837). Εδώ τον συναντάμε πρωτοψάλτη «εις την πρωτεύουσαν των εν Ναυπλίω εκκλησιών» δηλαδή τον μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου.   

Τρία χρόνια μετά την μετακίνηση του Όθωνα στην Αθήνα, τη νέα πρωτεύουσα του Κράτους (1834), ο Ζαφειρόπουλος διορίζεται καθηγητής της βυζαντινής μουσικής, στο «Σχολείο Ψαλτικής» που ιδρύθηκε από τον Όθωνα το 1837 και το Μάρτιο του ίδιου χρόνου εγκαταλείπει το Ναύπλιο και μεταφέρεται με την πολυμελή οικογένειά του στην Αθήνα. Εκεί έχει ευρεία διδακτική, συγγραφική και πρακτική μουσική δραστηριότητα. Δίδασκε στο Διδασκαλείο, όπου πρωτοστάτησε στην καθιέρωση του μαθήματος της εκκλησιαστικής μουσικής ως υποχρεωτικού, στη Ριζάρειο και στο Σχολείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Ήταν δεξιός ψάλτης στον καθεδρικό ναό της Αγίας Ειρήνης, της οδού Αιόλου, όπου συνέστησε πολυμελή μουσικό χορό.  

Υπήρξε σφοδρός πολέμιος του νέου συστήματος διδασκαλίας της βυζαντινής μουσικής του παλαιού συμμαθητή του, Γεωργίου Λέσβιου, μάλιστα εξέδωσε  και μια διατριβή εναντίον του Λεσβιακού συστήματος** με τίτλο, «Ο Γεώργιος Λέσβιος και το Λέσβιον αυτού σύστημα», Αθήνα, 1842.

Ο ίδιος παρουσίασε αξιόλογο μουσικό συγγραφικό έργο. Στα έργα του ανήκουν το  «Άξιον εστίν» (σε Ήχο Πλάγιο Α’ και Πλάγιο Β’), ένα πολυέλεο (Ήχος εναρμόνιος), χερουβικά, κοινωνικά και η δοξολογία της εθνικής τελετής (δηλαδή ο Κ’ ψαλμός «Κύριε εν τη δυνάμει σου») και εξέδωσε  ακόμη το Αναστασιματάριο του Πέτρου Πελοποννήσιου. Στους μαθητές του και ο Αδαμάντιος Ιωαννίδης***. Πέθανε στην Αθήνα το 1851.

 

Υποσημειώσεις


 

* Αποστόλης Ζαφειρόπουλος. Διακεκριμένος Πελοποννήσιος μουσικοδιδάσκαλος και ιεροψάλτης του 18ου αι. Για 30 χρόνια διετέλεσε πρωτοψάλτης Αγίου Γεωργίου Σμύρνης (1782-1812).

** Κατά του Λεσβιακού συστήματος εκτός του Ζαφειρίου  Ζαφειρόπουλου, τάχτηκαν  και οι εν Κωνσταντινουπόλει  Κωνσταντίνος Βυζάντιος  Πρωτοψάλτης της Μ. Εκκλησίας και Θεόδωρος Φωκαεύς, στο ότι ο Γεώργιος Λέσβιος μετάλλαξε της μουσικής τα σημεία και αύξησε τον αριθμόν των ήχων. Υπάρχουν οι πιστεύοντες ότι αυτοί οι τρεις μουσικοί έπραξαν αυτό, διότι είχαν εκδώσει πολλά μουσικά βιβλία και εξακολουθούσαν να εκδίδουν και να εμπορεύονται μονοπωλιακά αυτά, για πάνω από είκοσι και πλέον χρόνια και μάλιστα ο Θεόδωρος ο Φωκαεύς. Το 1846, οι ίδιοι μουσικοί έπεισαν τον Πατριάρχη Άνθιμο ΣΤ’ να εκδώσει πατριαρχική Εγκύκλιο (υπογεγραμμένη και από 12 επισκόπους) κατά του Λέσβιου συστήματος. Ο Λέσβιος δημοσίευσε στην Αθήνα το 1848 ανασκευή της κατά των μουσικών βιβλίων του συστήματος αυτού εκδοθείσης πατριαρχικής εγκυκλίου. (Γεώργιος Παπαδόπουλος, Ιστορική επισκόπησις της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής από των αποστολικών χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς (1-1900 μ.Χ), Εκδόσεις «Τέρτιος», Κατερίνη. 

*** Αδαμάντιος Ιωαννίδης. Μουσικοδιδάσκαλος του 19ου αι. Δίδαξε μουσική στο Διδασκαλείο Αθηνών. Αναφέρεται ότι εργάστηκε ευδόκιμα και στον Εκκλησιαστικό Μουσικό Σύλλογο Αθηνών από το 1873, και ότι εξέδωσε σε μικρό φυλλάδιο μελέτη για την ορθόδοξη εκκλησιαστική μουσική («Περί μουσικής», Αθήνα 1873). Πέθανε στην Αθήνα το 1886.

 

Πηγές


  • Γεωργίου Αθ. Χώρα, «Μουσική Παιδεία και Ζωή στο Ναύπλιο / 18ος – 20ος αιώνας», Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιον, 1994.
  • Τάκη Καλογερόπουλου, «Λεξικό της Ελληνικής μουσικής», Εκδόσεις Γιαλλελή, 2001.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Δωροβίνης Β. Ηλίας (1902-1979)   

 


Διαπρεπής φιλόλογος και γυμνασιάρχης Μέσης εκπαίδευσης και απόφοιτος της Οδοντιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γεννήθηκε στο χωριό Μπούντια (σήμερα Ήρα) της επαρχίας Άργους, το 1902, και απεβίωσε σε θερινές διακοπές στο Λουτράκι, την 29-7-1979. Αδελφός του Κώστα Β. Δωροβίνη, νυμφεύθηκε την πρεσβύτερη κόρη του Γυμνασιάρχη Ν. Παπαδιαμαντόπουλου Τούλα (Χάιδω) το 1039 και απέκτησαν γιο, που απεβίωσε σε μικρή ηλικία.

Μετά από σύντομη άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος, στράφηκε οριστικά στο εκπαιδευτικό έργο, ως κλασικός φιλόλογος, που άφησε εποχή κυρίως σε δύο Γυμνάσια της Αθήνας, στο δημόσιο Β’ Αθηνών, επί της οδού Χέυδεν, και στο ιδιωτικό του Τυχόπουλου. Πολλοί από τους μαθητές του διακρίθηκαν, μέχρι σήμερα, στο δημόσιο βίο της χώρας (όπως οι Αν. Γιαννουλάτος, σήμερα αρχιεπίσκοπος Αλβανίας, ο κινηματογραφιστής Θ. Αγγελόπουλος, ο γιος του βυζαντινολόγου Φ. Κουκουλέ Γιώργος Κουκουλές, καθηγητής Εργατικού Δικαίου κ.π.ά)

Ως καθηγητής διακρίθηκε για τις προοδευτικές αντιλήψεις του ως προς την παιδαγωγική μέθοδο και για την απόλυτη συνέπεια διδασκαλίας και προσωπικής ζωής, δείχνοντας κατανόηση αλλά και αυστηρότητα – εκφρασμένη ιδίως με λεπτή ειρωνεία -, αγάπη και στήριξη προς τους μαθητές του, ακόμα και στα προσωπικά προβλήματα του καθενός.

Συνέταξε πολλές μελέτες και έδωσε διαλέξεις στην Αθήνα και το Άργος, ενώ συνεντεύξεις του για εκπαιδευτικά θέματα δημοσιεύθηκαν σε αθηναϊκές εφημερίδες και περιοδικά.

Μια μικρή συλλογή μελετών και άρθρων του έχει διασωθεί στο αρχείο του ανιψιού του Βασίλη Δωροβίνη και αποτελείται από τα εξής:

 

  1. Τον Αύγουστο του 1935 έκαμε ομιλία στο νεοσύστατο, τότε, προοδευτικό σωματείο του Άργους «Νέα Ζωή», με θέμα τον ρόλο των μελών των σωματείων (μνεία στην εφημ. «Ασπίς του Άργους» 4-8-35).
  2. Για το ίδιο σωματείο και στην αρχή του 1936 έδωσε διάλεξη στην αίθουσα του «Δαναού», με θέμα «Πως θεμελιώνεται ο χαρακτήρας κατά την άποψη της ατομικής ψυχολογίας». Σε φύλλα του Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου 1936 της «Ασπίδας» δημοσιεύθηκε το κείμενο της διάλεξης, πρωτοσέλιδα, ενώ το πλήρες δακτυλόγραφο κείμενο βρίσκεται στο αρχείο Β. Δωροβίνη.
  3. Στο ίδιο αρχείο, βρίσκεται το κείμενο άλλης διάλεξής του, που έδωσε άγνωστο πότε στον «Δαναό», με θέμα το «Έχουμε ανάγκη από μητέρες μορφωμένες» (το δακτυλόγραφο έχει χαριστεί στη Νίτσα Δωροβίνη, από την Κόρινθο όπου τότε υπηρετούσε ο Η.Β.Δ., με ημερομηνία «Μάρτιος 1938»).
  4. Δακτυλόγραφο κείμενο της διάλεξής του, με θέμα «Προβλήματα στην αγωγή των παιδιών», που έδωσε στο Β’ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, την 11-3-1956.
  5. Στο περιοδικό «Το Βήμα του Καθηγητού» (όργανο της Ο.Ε.Λ.Μ.Ε.), τεύχη Απριλίου και Μαΐου – Ιουνίου 1956, δημοσιεύθηκε το κείμενο της διάλεξης που είχε δοθεί την 11-3-1956 στο Β’ Γυμνάσιο Αθηνών.
  6. Η μελέτη του «Μητέρα και παιδί» (εκδόθηκε χ.χ. από τις αθηναϊκές εκδόσεις του Ιω. Σιδέρη). Συναφές είναι το χρονογράφημα του Παύλου Παλαιολόγου, στο «Βήμα» φύλλου Ιανουαρίου του 1953 (πιθανώς της 23-1-53), άρα η έκδοση της μελέτης μπορεί να χρονολογηθεί στα 1952.
  7. Δακτυλόγραφο συγκλονιστικό κείμενό του, για τον θάνατο του παιδιού του Άγγελου (1954).
  8. Δακτυλόγραφο κείμενο διάλεξής του με θέμα «Πιο πολλή κατανόηση μεταξύ σχολείου και οικογένειας», που έδωσε στο Β’ Γυμνάσιο Αθηνών τον Ιανουάριο του 1958.
  9. Απόκομμα της εφημερίδας «Το Βήμα», της 5-5-1963, που αναγγέλλει διάλεξη του Η.Β.Δ. την ίδια μέρα, στην «Εταιρεία Φίλων του Λαού», στα πλαίσια της γιορτής του συλλόγου Αργείων «Ο Ατρεύς».
  10. Το 1958 το αθηναϊκό περιοδικό «Εικόνες», που εξέδιδε η Ελ. Βλάχου, δημοσίευσε έρευνα με αντικείμενο «Το πρόβλημα του κακού μαθητή» (τεύχος αρ. 155, της 13-10-1958). Μεταξύ άλλων, δημοσιεύονται και οι απόψεις του Ηλία Δωροβίνη, που μέχρι σήμερα παραμένουν εν πολλοίς άκρως επίκαιρες, γι’ αυτό αναδημοσιεύονται στον ιστότοπο της Α.Α.Β.Ι.Π.

 

Πηγή

  • Βασίλης Κ. Δωροβίνης    

Read Full Post »

Ευμορφόπουλος Διονύσιος (Ιθάκη 1780 ή 1785 – Πάτρα 1861)


 

Διονύσιος Ευμορφόπουλος

Φιλικός και αγωνιστής του 1821. Καταγόταν από το Μυστρά, από όπου η οικογέ­νειά του είχε φύγει μετά τα Ορλωφικά (1770) και είχε εγκατασταθεί στην Ιθάκη και ο πατέρας του συμμετέσχε ως κυβερνήτης καταδρομι­κού πλοίου στη ναυτική μοίρα του Λάμπρου Κατσώνη. Ο Διονύσιος Ευμορφόπουλος έγι­νε επίσης ναυτικός και το χειμώνα του 1818 – 19 βρέθηκε στη Βλαχία, όπου σχετίστηκε με ανώτερα στε­λέχη της Φιλικής Εταιρείας και μυή­θηκε στους σκοπούς της. Ανέλαβε αμέσως διάφορες εμπιστευτικές αποστολές στην Πελοπόννησο και την Κωνσταντινούπολη.

Το 1820, εκτελώντας ανώτερη διαταγή, ορ­γάνωσε τη δολοφονία του φιλικού Κυριάκου Καμαρηνού, ο οποίος είχε θεωρηθεί εξαιρετικά επικίνδυνος για την Εταιρεία. Τον Ιανουάριο του επόμενου χρόνου (1821) ο Ευμορ­φόπουλος πήγε στην Ύδρα και από εκεί πέρασε στο Μοριά, όπου συ­νεργάστηκε με τους πρωτεργάτες της εθνικής εξέγερσης.

Συνεχής υπήρξε η παρουσία του Ευμορφόπουλου στα πεδία των μα­χών σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα. Επικεφαλής σώματος, κυρίως από Επτανήσιους πολέμησε στα δυο πρώτα χρόνια στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα.

Πήρε μέρος στην πολιορκία της Καρύταινας (1821) υπό το Θεόδωρο Κολοκο­τρώνη και αγωνίστηκε με το Δημή­τριο Υψηλάντη και το Νικηταρά στο Άργος, στους Μύλους, στον Άγιο Σώστη και στο Αγιονόρι ενα­ντίον του Δράμαλη (Ιούλιος 1822). Το καλοκαίρι του 1824 τοποθετήθηκε από την κυβέρνηση του Γεωργίου Κουντουριώτη αρχηγός του στρατοπέδου στα Δερβενοχώρια της Κο­ρινθίας (Ιούλιος 1824), από όπου έσπευσε σε βοήθεια του Ιωάννη Γκούρα στις επιτυχημένες του επι­χειρήσεις στην Αττική εναντίον του Ομέρ πασά της Καρύστου (Ιούλιος- Αύγουστος 1824). Στο τέλος του ίδιου χρόνου ονομάστηκε στρατηγός.

Σε όλο το διάστημα της πολιορκίας της Ακρόπολης της Αθήνας από τα στρα­τεύματα του Κιουταχή (Αύγουστος 1826 – Μάιος 1827) ο Ευμορφόπουλος βρισκόταν μέσα στο φρούριο και, όπως αναφέρεται, διακρίθηκε για τις διοικητικές του ικανότητες και τη γενναιότητά του. Πήρε επίσης μέρος στην εκστρατεία του αρχι­στράτηγου Τσώρτς στη Δυτική Ελ­λάδα (τέλη 1827).

 Το Μάρτιο του 1828, στα πλαίσια των προσπαθειών της ανασύνταξης και στελέχωσης του άτακτου στρατού από τον Καποδίστρια, διορίστηκε διοικητής της Η’ χιλιαρχίας της ανατολικής Ελλά­δας. Με την ιδιότητά του αυτή πο­λέμησε σε πολλές μάχες στην Κε­ντρική Ρούμελη υπό τις διαταγές του Δημήτριου Υψηλάντη. Από τις σημαντικές του επιτυχίες την πε­ρίοδο αυτή υπήρξε η κατάληψη της Πέτρας της Βοιωτίας (Νοέμβριος 1828), όπου αργότερα (Σεπτέμβριος 1829) δόθηκε η τελευταία μάχη του Αγώ­να στη νικηφόρα έκβαση της οποίας σημαντικά συνέβαλε.

Μετά την Απελευθέρωση ο Ευ­μορφόπουλος ονομάστηκε συνταγ­ματάρχης της Φάλαγγας και λίγο πριν από το θάνατό του υποστράτη­γος. Για την πολεμική του δράση έγραψε μια σύντομη και λιτή έκθε­ση που έστειλε στο Φωτάκο (Δεκέμβριος 1857), η οποία πρωτοδημοσιεύτηκε το 1884 στο περιοδικό Εβδομάδα (αριθ. 12, 13, 14) και το 1957 εκδό­θηκε στη σειρά «Απομνημονεύμα­τα» (εκδόσεων Γ. Τσουκαλά) με ει­σαγωγή του Εμμανουήλ Πρωτοψάλ­τη και τίτλο Απόσπασμα Εκθέσεως.

 

Πηγή


  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »