Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Υγεία’ Category

Τσουκαντάς Α. Γιώργος (1904-1973)


  

Μολονότι όλη η δημιουργικότητα του Τσουκαντά τελικά στράφηκε στο επιστημονικό του έργο, εν τούτοις έγραψε αξιόλογα ποιήματα. Η ποίησή του, πηγαία και απέριττη, αγνή και ειλικρινής, εξωτερικεύει τα αισθήματα και βιώματα του με απλό και αυθόρμητο τρόπο και μεταρσιώνεται σε γόνιμη ψυχική έξαρση. Μια ρομαντική και νοσταλγική διάθεση – χωρίς να λείπει και ο ανθρώπινος απαισιόδοξος και αισιόδοξος στοχασμός – επιζητεί να τονίσει λυτρωτική έφεση. Πολλοί στίχοι του είναι εμπνευσμένοι από τα τοπία και την φύση της Αργολίδας, του τόπου που θεωρεί πραγματική του πατρίδα.

 

Γιώργος Τσουκαντάς

Ο Γιώργος Τσουκαντάς, γιατρός & λογοτέχνης, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1904 και απεβίωσε το 1973.  Σπούδασε ιατρική και από το  1927 εγκαταστάθηκε στη Λύρκεια της Αργολίδος, για λόγους υγείας. Εκεί έμεινε μέχρι το 1943 ασκώντας το επάγγελμα του γιατρού. Ο πατέρας του ήταν από την Αθήνα και η μητέρα του από την Λυρκεία. Γι» αυτό την αγαπούσε σαν δεύτερη πατρίδα του. Από το 1943 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου ασκούσε το επάγγελμα του γιατρού ως ιδιώτης και ως ελεγκτής του Ι.Κ.Α. Στα 1935 παντρεύτηκε τη φαρμακοποιό Ελένη Παπανικολάου από τη Λυρκεία με την οποία έκανε δύο γιούς, το Θάνο που σπούδασε γιατρός και το Σπύρο που σπούδασε πολ. Μηχανικός. Στα 1942 φυλακίστηκε από τους Ιταλούς για εθνική δράση.

Υπήρξε σύμβουλος της Εθνικής Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, Γενικός Γραμματέας, Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρίας Γιατρών Λογοτεχνών.

Φοιτητής εξέδωσε το λογοτεχνικό περιοδικό «Όρθρος» (Αθήνα 1923-24). Από το 1973 έως τo 1941 εξέδωσε το περιοδικό «Ηραία» στο Άργος σε συνεργασία με το λογοτέχνη Γ. Ξ. Λογοθέτη. Το έργο του Τσουκάντα είναι πολύπλευρο, ιστορικό, λογοτεχνικό, επιστημονικό, μυθολογικό, ποιητικό.

Σε φιλολογική εκδήλωση. Από αριστερά: Κ. Μεραναίος, Στρατής Μυριβήλης και Γ. Τσουκαντάς.

Ποιήματα δημοσίευσε σε περιοδικά της Αθήνας και της επαρχίας. Το 1947 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Πέστροφες». Το 1967 κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή «Αμφιλύκη»„ με ποίηση μεστή και αξιόλογη, στην οποία περιέρχεται και το αριστουργηματικό του ποίημα «Πέταξες». Αυτό και μόνο φτάνει για να τον καθιερώσει σαν ποιητή. Η τελευταία του ποιητική συλλογή  ο «Αμφίστομος λόγος»,  εκδόθηκε το 1971. Είναι μια στροφή προς τον ελεύθερο στίχο χωρίς να καταστρέφει το λυρισμό και τη φιλοσοφία του: «Κοιτάω κατάματα το θάνατο, τις πλάτες εμπιστεύομαι στον Φοίβο», εξομολογείται στο «Παράπονο». Η ποίηση του είναι πηγαία, απέριττη, ειλικρινής. Εξωτερικεύει τα αισθήματα και τα βιώματα του με απλό και αυθόρμητο τρόπο, που μεταρσιώνεται σε γόνιμη ψυχική έξαρση.

Μία πλούσια εξωτερική απόκριση είναι ολόκληρη η ζωή του. Ποιητής στην ιδέα, στη φράση, στην απαγγελία και στους τρόπους ακόμα της ζωής. Παράλληλα με την ποίηση καλλιεργεί και την επιστήμη. Δημοσίευσε αξιόλογες εργασίες, επιστημονικές – ιστορικές, που φέρουν τη σφραγίδα της έρευνας του και προβάλλουν τον άνθρωπο με τις ανησυχίες και τη δίψα για πνευματικά επιτεύγματα.

  

Ενδεικτικά έργα του:


 

Στα 1923 , δηλαδή μόλις 19 ετών εκδίδει το λογοτεχνικό περιοδικό » Όρθρος » ενώ ήταν ακόμα φοιτητής της Ιατρικής Σχολής. 

Την περίοδο 1934-1940 δημοσιεύεται η πρώτη σειρά με θέματα μυθολογίας & ιστορίας , ανάμεσά τους καταγράφονται τα ακόλουθα :

– Μυθολογία της αρχαίας Λυρκείας (1934)

– Γενεαλογία των Δαναών (1940)

– Γενεαλογία των Ατρειδών (1940)

– Άργος και Δωδώνη , οι ρίζες της φυλής μας (1940)

– Η Ωραία Ελένη και ο Τρωικός πόλεμος (1940)

– Ο Αργείος ήρως Μελάμπους , πρώτος ψυχαναλυτής (1940)

Το 1947 εκδίδεται η πρώτη ποιητική του συλλογή » Πέστροφες »

Το 1948 σε συνεργασία με τον Γ. Ξ. Λογοθέτη , συνεκδότη του περιοδικού » Ηραία » , εκδίδει την ανθολογία » Ποιηταί της Αργολίδας «. 

Το 1955 δημοσιεύει τις έρευνες:  » Ο Μελάμπους πρώτος μύστης » & » Ο ιατρομάντης Μελάμπους και το ψυχοσύμπλεγμα του Ιφίκλου». 

Το 1958 δημοσιεύει  το » Άλκαθος , ο τραγικός βασιλιάς των Μεγάρων «, και την ποιητική ανθολογία » Αναπλιώτες «.

Το 1958 έως 1961 δημοσιεύει ιστορικά άρθρα & μελέτες , όπως :

– Περίανδρος (1958)

– Οι μυθολογικές ρίζες της Ελληνικής ιστορίας (1960)

– Αίγισθος (1960)

– Η τραγική γενιά των Τανταλιδών (1961)

Το 1961 δημοσιεύεται στο περιοδικό » Κασταλία » , το άρθρο του » Η Ελληνική γραφή στις μυθικές μας παραδόσεις » και στην συνέχεια ακολουθούν τα μελετήματα :

– Η αρχαία Σπάρτη και η δυναστεία των Τυνδαριδών (1962)

– Η αρχαία Αρκαδία και η δυναστεία των Πελασγών (1963)

– Μυθολογικά μελετήματα (1965)

Το 1967 θα εκδώσει την δεύτερη ποιητική συλλογή , με τίτλο » Αμφιλύκη »   (η λέξη αμφιλύκη δηλώνει το τελευταίο μέρος της νύχτας) .

Το 1970 δημοσιεύει στην » Κασταλία «, το δοκίμιό του με τίτλο » Στρατής Μυριβήλης . Ο άνθρωπος «. 

Η τελευταία του ποιητική συλλογή  ο «Αμφίστομος λόγος»,  εκδόθηκε το 1971.

 

Πηγές


Περιοδικό, «Μελάμπους / Αργειακά Ιατρικά Χρονικά», έκδοση Γενικού Νοσοκομείου Άργους, τεύχος 3, Απρίλιος 2004.

Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας 1798 – 1957», Αθήνα 1958.

Read Full Post »

Στεφανίτσης Πέτρος (1792-1863)


 

Ο Πέτρος Δ. Στεφανίτσης γεννήθηκε στην Λευκάδα το 1792. Σπούδασε ιατρική στην Ιταλία και γύρισε στο νησί του πριν από την ελληνική επανάσταση. Τον βρίσκουμε στο Μεσολόγγι (1821-26) να ζει όλες τις περιπέτειες και να σώζεται στην Έξοδο. Στο Ναύπλιο, που κατέφυγε, πρωτοστάτησε στη συγκρότηση του Σώματος των Επτανησίων, που είχε σκοπό να βοηθήσει την πολιορκημένη Ακρόπολη (1826). Υπηρέτησε επίσης γιατρός και επιστάτης στο νοσοκομείο Ναυπλίου (1827-33). Από τον Όθωνα διορίστηκε γιατρός στη Φάλαγγα. Πεθαίνοντας (1863) χάρισε την περιουσία του στην Ριζάρειο σχολή.

 

Γιατρός και επιστάτης στο νοσοκομείο Ναυπλίου


 

Ο Πέτρος Στεφανίτσης διορίστηκε γιατρός και επιστάτης του νοσοκομείου Ναυπλίου στις 4 Ιουλίου 1827 με διαταγή της Γραμματείας Εσωτερικών και Αστυνομίας. Αλλά και πριν από την ημερομηνία αυτή συμμετείχε στη διακονία του νοσοκομείου. Από τη θέση του επιστάτη του νοσοκομείου, πέρα από τα εσωτερικά θέματα που αντιμετώπιζε, σχετικά με τη νοσηλεία και την τροφοδοσία των ασθενών του, είχε να φροντίσει και για την εξεύρεση και κατοχύρωση των πόρων του νοσοκομείου, γιατί οι νόμοι και οι διαταγές της διοίκησης, που έδιναν στο νοσοκομείο μερίσματα από τα κρατικά έσοδα, ήταν ανίσχυροι μπροστά στις αυθαιρεσίες των ισχυρών.

Ένα από τα έσοδα του νοσοκομείου ήταν το ενοίκιο από τη χρήση του δημοσίου στατήρα (κανταριού) των Μύλων και του Ναυπλίου.  Αλλά τη χρήση του κανταριού των Μύλων πούλησε παράνομα ο Δ. Βαφιόπουλος. Στις 12 Ιουλίου 1827, η Αντικυβερνητική Επιτροπή, αντιδρώντας στην παρανομία, διατάζει να πουλήσει το δικαίωμα ο επιστάτης του Νοσοκομείου Π. Στεφανίτσης και να παρευρεθεί στη δημοπρασία ο Κων/νος Μιχαλόπουλος, που είχε αγοράσει παλιότερα το δικαίωμα του κανταριού.

Αλλά και πάλι το έσοδο από το καντάρι των Μύλων δεν αποδόθηκε στο νοσοκομείο. Νέο εμπόδιο ο Κ. Βέρης, αρχηγός της Φρουράς των Μύλων, που τοποθέτησε δικό του άνθρωπο για να εισπράττει το έσοδο, και έτσι ο νόμιμος αγοραστής, που πήρε το δικαίωμα από τη δημοπρασία του Στεφανίτση, εμποδίστηκε από την εκμετάλλευσή του και γι’ αυτό δε δίνει χρήματα στο νοσοκομείο.

Ο Στεφανίτσης απευθύνεται στην προϊσταμένη του Γραμματεία και ζητά τη βοήθειά της (5 Αυγούστου 1827). Στις 8 Αυγούστου 1827 ζητά και πάλι τη βοήθεια της ίδιας Γραμματείας, επειδή ο Βαφιόπουλος παρακρατεί το «κουτί του σπιταλιού», το κουτί – ταμείο του νοσοκομείου. Η Αντικυβερνητική Επιτροπή στις 9 Αυγούστου αναθέτει στον Γραμματέα Εσωτερικών και Αστυνομίας να διατάξει το στρατηγό Βέρη να παραχωρήσει το δικαίωμα του κανταριού στον επιστάτη του νοσοκομείου.

Ο Αναστάσιος Λόντος εκτελεί τη διαταγή της Αντικυβερνητικής επιτροπής διατάζοντας τον Κ. Βέρη να παραχωρήσει στο νοσοκομείο τα έσοδα από το καντάρι των Μύλων˙ με δεύτερη διαταγή του καλεί τον Βαφιόπουλο να παραδώσει στον Στεφανίτση το «κουτί» του νοσοκομείου και κάθε έσοδο, που θα ανήκει μελλοντικά στο νοσοκομείο. Ένα άλλο έγγραφο αποκαλύπτει και άλλη πτυχή από την υπόθεση του κανταριού.

Το έστειλε (9 Σεπτεμβρίου) ο Κ. Μιχαλόπουλος, (που είχε αγοράσει παλιότερα το δικαίωμα του κανταριού), για να ζητήσει την παραχώρηση των κανταριών του Ναυπλίου και των Μύλων, στην ίδια τιμή, που πουλήθηκαν από τον επιστάτη του Νοσοκομείου σε άλλον. Το παράλογο αίτημα του Μιχαλόπουλου στηρίζεται στο επιχείρημα ότι αυτός, που είχε και παλιότερα τη χρήση των κανταριών, μπόρεσε να αυξήσει το έσοδο του νοσοκομείου από 100 σε 300 γρόσια.

Ενώ όμως η αντιδικία για τα έσοδα νοσοκομείου συνεχίζεται, η διοίκηση αποφασίζει την αντικατάσταση του Στεφανίτση. Ο αμερικανός φιλέλληνας Howe, με αίτησή του στον Γραμματέα Εσωτερικών και Αστυνομίας, ζητά για ένα χρόνο το σπίτι που χρησιμεύει για νοσοκομείο, καθώς και ένα άλλο, για τη διαμονή του γιατρού, επειδή έχει στη διάθεσή του χρήματα, από συνδρομές συμπατριωτών του, αρκετά για ετήσια συντήρηση ενός νοσοκομείου. Η αίτηση γράφτηκε γαλλικά στις 9/21 Σεπτεμβρίου 1827 στην Αίγινα.

Ο Α. Λόντος που πήρε την αίτηση του Howe αποφάσισε να παραχωρήσει το νοσοκομείο. Κυβερνητικό διάταγμα αναθέτει στον Howe την επιστασία του νοσοκομείου Ναυπλίου. Με έγγραφό του ο Λόντος αναγγέλλει στον προσωρινό διοικητή Ναυπλίου το διορισμό του Howe, ζητώντας κάθε διευκόλυνση στο έργο του. Επίσης διατάζει να γίνει έλεγχος στο λογαριασμό του Στεφανίτση και να εξοφληθεί από τα δικαιώματα του νοσοκομείου. Το περιεχόμενο των δύο παραπάνω εγγράφων ανακοινώνεται στον Στεφανίτση μαζί με τη διαταγή να παραδώσει το νοσοκομείο. Παρ’ όλα αυτά, ο αμερικανός φιλέλληνας S. G. Howe δε φαίνεται να έγινε ποτέ επιστάτης του νοσοκομείου. Έφυγε για την Αμερική στις 13 Νοεμβρίου 1827.

Έτσι  επιστάτης στο νοσοκομείο Ναυπλίου, παρέμεινε ο Στεφανίτσης. Γι’ αυτό μας πείθει και έγγραφό του στην Γραμματεία Εσωτερικών και Αστυνομίας που ζητά τη βοήθειά της, γιατί το νοσοκομείο δεν έχει πόρους και ο ίδιος δεν μπορεί να το βοηθήσει οικονομικά (2 Οκτωβρίου 1827). Το έγγραφο αυτό μας πείθει ότι δεν πραγματοποιήθηκε η αντικατάστασή του. Έμεινε στο νοσοκομείο μέχρι τον ερχομό του Καποδίστρια.

Απευθύνθηκε τότε στον Κυβερνήτη και ζήτησε την προστασία και τη συνδρομή του. Η αναφορά του έχει ημερομηνία 24 Φεβρουαρίου 1828. Δύο ημέρες αργότερα απάντησε ο Καποδίστριας με ευχαριστίες και επαίνους για την προσπάθεια του Στεφανίτση, καθώς και με υποσχέσεις για την ενίσχυση του έργου του.

Αλλά η υπόσχεση του Καποδίστρια – απάντηση στην αναφορά Στεφανίτση, «(…) ότι η Κυβέρνησις, όχι μόνον θέλει λάβη πρόνοιαν να φροντίσει να πληρώση  και τα όσα άχρι τούδε εξ’ ιδίων σου εξώδευσας, χωρίς να ζημιωθής εις το παραμικρόν», δεν πραγματοποιήθηκε.

Το οικονομικό πρόβλημα δυσχεραίνει τη λειτουργία του νοσοκομείου και ο Στεφανίτσης απευθύνεται και πάλι (17 Ιουνίου 1828) στον Καποδίστρια αφού εξαντλεί την οδό της κρατικής ιεραρχίας. Αναφέρεται στους λογαριασμούς του νοσοκομείου, που δείχνουν μηνιαία έξοδα 900 – 1000 γρόσια, στις προσπάθειές του να επιτύχει κάθε οικονομία. (Στην οικονομία αυτή αναφέρθηκε και στην πρώτη αναφορά του στον Κυβερνήτη, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι μείωσε τα έξοδα του νοσοκομείου από 4.000 σε 1000 γρόσια).

Στο νέο εμπόδιο που παρουσιάζεται και το έσοδο από το δημόσιο στατήρα (καντάρι) δεν φτάνει ποτέ στο νοσοκομείο: Ο Έϊντεκ, με κάλυψη του Εκτάκτου Επιτρόπου, εισπράττει το εισόδημα του κανταριού. Οι εκκλήσεις του Στεφανίτση δεν έφεραν γρήγορα το ποθητό αποτέλεσμα. Έτσι η εκκαθάριση των λογαριασμών του βράδυνε πολύ: έγινε έπειτα από τρεισήμισι χρόνια υπηρεσίας του στο νοσοκομείο. Μετά την οικονομική τακτοποίηση, ο Στεφανίτσης έμεινε στο νοσοκομείο μέχρι τη δολοφονία του Κυβερνήτη και την άφιξη του Όθωνα.

Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα συνεχίζει τη δράση του στο νοσοκομείο. Μικρό μα και συγκινητικό δείγμα της είναι μία έντυπη «ειδοποίησις» προς τους φτωχούς Έλληνες (2 Ιουνίου 1832). Υπόσχεται ότι όποιος έχει ανάγκη από ιατρική συμβουλή ή από φάρμακο, θα τα βρίσκει στο Α’ Εθνικό νοσοκομείο Ναυπλίου, χωρίς χρηματική επιβάρυνση.

 

Πηγή


  • Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, «Συμβολή στη βιογραφία του Πέτρου Στεφανίτση», Τομ. Α΄, περιοδικό «ΜΝΗΜΩΝ», Αθήνα, 1971.

Read Full Post »

Ζαβιτσάνος Γεώργιος (1838-1893)


  

Ζαβιτσάνος Γεώργιος

Ζαβιτσάνος Γεώργιος

Έλληνας χημικός γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1838 και πέθανε στην Αθήνα το 1893. Μετά το πέρας των γυμνασιακών του σπουδών γράφτηκε στο Εθνικό Πανεπιστήμιο για να σπουδάσει Φυσικές Επιστήμες. Δύο χρόνια μετά πήγε στο Παρίσι και συνέχισε τις σπουδές του στο ανώτερο φαρμακευτικό σχολείο, από το οποίο κατόπιν ευδοκίμου πτυχιακής εξετάσεως πήρε τον τίτλο του «πρωτοταγούς  φαρμακέως». Στο Παρίσι έγραψε την πραγματεία «Περί της επιδράσεως του φωσφόρου εις τον ζωικόν οργανισμό».

Το 1863 έγινε υφηγητής στο Εθνικό Πανεπιστήμιο, το1869 διορίστηκε έκτακτος  καθηγητής της φαρμακευτικής χημείας και συνταγολογίας. Το 1875 τακτικός καθηγητής. Υπήρξε εύγλωττος και μεθοδικός διδάσκαλος και πολύ καλός πειραματιστής.

Εξέδωσε: «Φαρμακευτικόν δελτίον» επί μια τετραετία, «Φαρμακευτική χημεία»  (τ.Α΄), «Ουρολογίαν», «Συνταγολογία», μετέφρασε δε τα χημικά σύμβολα, έτσι ώστε να γράφει  Αργ = αργίλλιον, Μ = μόλυβδος, Λ= λευκόχρυσος, Χρ = χρυσός κλπ.

Ως αντιπρόσωπος της Ελλάδος παρακάθησεν σε ευρωπαϊκά συνέδρια υποβάλλοντας ανακοινώσεις «Περί της φαρμακευτικής εκπαιδεύσεως» και «Περί των εν Ελλάδι τελουμένων νοθειών», οι οποίες κρίθηκαν πολύ επιτυχείς. 

  

Πηγή


  •  Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 11, έκδοσις δευτέρα δια συμπληρωμάτων, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», 1926-1934, 24 τόμοι.

Read Full Post »

Λάνδερερ Ξαβέριος (Xaver Landerer, 1809-1885)


 

Ο πρώτος καθηγητής της Χημείας στην Ελλάδα.

 

Πορτρέτο του καθηγητή Ξαβιέρου Λάνδερερ (1809-1885). Συλλογή φωτογραφιών του Μουσείου Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Ξαβέριος Λάνδερερ γεννήθηκε σε προάστιο του Μονάχου της Βαυαρίας το 1809, σπούδασε φυσικές επιστήμες και ιατρική στο εκεί Πανεπιστήμιο και αναγορεύθηκε διδάκτωρ της Φιλοσοφίας. Στην Ελλάδα τον έστειλε νεότατο, το 1833, ο Βασιλεύς Λουδοβίκος για να υπηρετήσει τον γιό του Βασιλέα Όθωνα, στο Ναύπλιο, ως αρχιφαρμακοποιός του. Στρατιωτικός φαρμακοποιός αρχικά, διορίσθηκε, μόλις ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, έκτακτος καθηγητής του για τα μαθήματα της Γενικής Χημείας και της Πειραματικής Φυσικής (14 Απριλίου 1837) και σε λίγο τακτικός καθηγητής της ίδιας έδρας (11 Ιανουαρίου 1838).

Μετά τα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, απολύθηκε ως αλλοδαπός, σε εφαρμογή του σχετικού γενικού μέτρου, για να ξαναδιορισθή σε λίγο (12 Σεπτεμβρίου 1844), ως τακτικός καθηγητής της Φαρμακευτικής Χημείας, της Συνταγολογίας και της Βοτανικής, και να συνεχίσει διδάσκοντας, έκτοτε, με εξαιρετικό ζήλο, επί ολόκληρη 25ετία. Στις 17 Ιανουαρίου 1869 λόγοι υγείας τον ανάγκασαν να παραιτηθεί, αλλά στις 26 Ιουνίου 1875 διορίσθη εκ νέου ως επίτιμος πια καθηγητής.

Επιστήμων εμβριθείς και πολυπράγμων, ερευνητής ακούραστος, διδάσκαλος ευφραδής και απολαυστικός, πρόσφερε και σαν πνευματικός άνθρωπος και σαν κοινωνικός παράγων πολύτιμες υπηρεσίες στον τόπο μας, τον πρωτόγονο ακόμη τότε και καθυστερημένο. Τον αγάπησε, του αφοσιώθηκε και έγινες ένας αληθινός Έλληνας. Κοντά στις άλλες πολύτιμες υπηρεσίες του για τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του κράτους της εποχής εκείνης, στις οποίες ανταποκρίθηκε, του ανήκει η τιμή να είναι ο πρώτος που δίδαξε επί πανεπιστημιακού επιπέδου, τη χημεία στην Ελλάδα. Χημικός, φαρμακοποιός και ιατρός συγχρόνως, προσέτρεχε και βοηθούσε πρόθυμα και ακούραστα όπου ζητούσαν τη συνδρομή του.

Διατέλεσε μέλος του Ιατροσυνεδρίου για πολλά χρόνια, άμισθος καθηγητής της Χημικής Τεχνολογίας στο σχολείο των Τεχνών (1833 – 1868), συνεργάσθηκε στην ίδρυση του Οφθαλμιατρείου και το βοήθησε στη λειτουργία του, οργάνωσε τις ολυμπιακές εκθέσεις και δούλεψε αποτελεσματικά και για πολλούς ακόμη ελληνικούς και ξένους επιστημονικούς οργανισμούς και ιδρύματα. Παντού και πάντοτε έτοιμος για όλα. Ιδιαίτερα μνημονεύεται η με αυτοθυσία προσωπική του συμβολή στην καταστολή της πανώλης, που κτύπησε τον Πόρο το 1837.

Τα μαθήματά του, πριν κτισθή το Πανεπιστήμιο, γίνονταν στο Βασιλικό Φαρμακείο, στη γωνία των δρόμων Ακαδημίας και Κηφισίας (στο κτίριο που μεταγενέστερα χρησιμοποιήθηκε ως υπουργείο Στρατιωτικών) και τα παρακολουθούσαν, εκτός από τους φοιτητές, και πολλοί ιδιώται ακροαταί.

Στο στρατιωτικό φαρμακείο στεγαζόταν επίσης και το προσωπικό του μικρό χημικό εργαστήριο, που είχε δημιουργήσει με δικές του δαπάνες. Ο Λάνδερερ έφθανε στην αίθουσα του μαθήματος με παραγεμισμένες τις τσέπες της φαρδιάς ρεντιγκότας του από χημικά σκεύη και ουσίες, για τα πειράματα που σε λίγο θα παρουσίαζε. Τα σπασμένα ελληνικά του δεν χαλούσαν την πηγαία ευφράδεια και μάλιστα με τους ιδιωματισμούς τους, προκαλούσαν ακόμη μεγαλύτερο το ενδιαφέρον.

Αργότερα, όταν χτίσθηκε το Πανεπιστήμιο, το υποτυπώδες χημείο του, που εν τω μεταξύ ενισχυόταν και από το κράτος, με ετήσια επιχορήγηση 600 δραχμών, μεταφέρθηκε σε δωμάτιο της βορεινής πλευράς του, ενώ τα μαθήματα διδάσκονταν στην αίθουσα της Φιλοσοφικής Σχολής.

Η αγάπη του για την επιστήμη του και το ακούραστο ενδιαφέρον του για τη νέα του πατρίδα, εκδηλωνόταν και με το ερευνητικό του έργο για τον φυσικό της πλούτο, το οποίο υπήρξε αξιόλογο, μάλιστα όταν κριθή υπό τις δύσκολες συνθήκες και τα πενιχρά μέσα της εποχής. Ασχολήθηκε κυρίως με τα ιαματικά μας νερά και δημοσίευσε σχετικές μελέτες που περιγράφουν τη σύστασή τους, την ωφελιμότητά τους και τη θεραπευτική τους εφαρμογή. Έγραψε για τα νερά της Μήλου, της Κύθνου, της Υπάτης, της Αιδηψού, των Θερμοπυλών και των Μεθάνων. Και άλλα θέματα ερεύνησε και πολλά γι’ αυτά δημοσίευσε, σε ελληνικά και σε ξένα ειδικά περιοδικά. Ακούραστος επίσης συλλέκτης, απέκτησε πλούσια βιβλιοθήκη και κατάρτισε συλλογές φαρμακογνωστικές και ορυκτολογικές.

Πολυγραφότατος, εξέδωσε πολλά διδακτικά βιβλία που υπήρξαν πολύτιμα στην εποχή τους για τους φοιτητές του και τον άλλο κόσμο και είναι από τα πρώτα του χημικού κλάδου. Η δουλειά του αυτή ήταν δύσκολη και κουραστική για εκείνον, αφού οι γνώσεις του της ελληνικής υστερούσαν. Και όμως κατόρθωνε να ξεπερνά το εμπόδιο αυτό με επιτυχία. Στα συγγράμματά του περιλαμβάνονται: Αναλυτική Χημεία (1842), Χημεία (ανόργανος 1840, οργανική 1842), Οδηγίαι προς παρασκευήν Χημικών και Φαρμακευτικών σκευασμάτων (1857), Εγχειρίδιον Ζωολογίας (1844), Εγχειρίδιον Συνταγολογίας (1845), Εγχειρίδιον Τοξικολογίας (1843) κ.ά.

Τη φημισμένη αναλυτική του δεξιοτεχνία, που γινόταν με τα ολίγα και πτωχά μέσα του εργαστηρίου του, τη συμπλήρωνε, χρησιμοποιώντας και τη γλώσσα του. Δοκίμαζε κάθε τι που ανέλυε, ακόμη κι εκείνα που ήσαν ή φαίνονταν αηδή και αποκρουστικά. Απαράδεκτο αυτό για τον πολύ κόσμο, υπήρξε αφορμή να τον χαρακτηρίζουν μερικοί ως «ρυπαρό».

Ο Ξ. Λάνδερερ, που έφθασε στον τόπο μας μόλις 24 χρονών, που πολύ εργάσθηκε γι’ αυτόν κι πέρασε ολόκληρη τη ζωή του στην αγαπημένη του Αθήνα και που τόσο αγαπήθηκε και θαυμάστηκε από όλους τους Έλληνες, πέθανε* στις 7 Ιουλίου του 1885.

 

Υποσημείωση


* Εφημερίς, αρ. φύλ. 189, 08.07.1885

Υπό κεραυνοβόλου αποπληξίας βληθείς εξέπνευσε χθες ο ΞΑΒΕΡΙΟΣ ΛΑΝΔΕΡΕΡ. Γεννηθείς εν Βαυαρία κατά το 1809 επεράτωσεν εκεί τα γυμνασιακά αυτού μαθήματα και ενεγράφη φοιτητής εις την φιλοσοφικήν σχολήν του Πανεπιστημίου του Μονάχου, ίνα τραπή κατόπιν εις την σπουδήν της ιατρικής. Περατώσας τας εις την ιατρικήν σπουδάς του, ηκολούθησε προσκληθείς τον μακαρίτην Όθωνα εις Ελλάδα, όπου ανέλαβε την διδασκαλίαν της φαρμακευτικής, αναδείξας τότε πλείστους φαρμακοποιούς διασπαρέντας ανά πάσαν την Ελλάδα. Κατά το 1834 εκλήθη ως μέλος της συστάσης επιτροπής προς έκδοσιν ελληνικής φαρμακολογίας, ήτις εξεδόθη κατά το 1837 και ης δευτέρα έκδοσις εγένετο κατά το 1868. Κατά το 1837 ιδρυθέντος του Εθνικού Πανεπιστημίου, διωρίσθη τακτικός καθηγητής της φυσικής χημείας και φαρμακευτικής μετά ζήλου εργασθείς.

Ευθύς μετά τον διορισμόν του εξερράγη εν Πόρω η πανώλης, ένθα μετέβη και συνέτεινε προς περιορισμόν της εξαπλώσεως της νόσου. Κατά το 1843 μετά των άλλων Βαυαρών ο Λάνδερερ ηναγκάσθη να αποσυρθή του Πανεπιστημίου, αλλά επειδή ουδείς υπήρχεν ο αντικαταστήσων αυτόν, εξεδόθη μετά δύο έτη Β. Διάταγμα, δια ου επανήλθε πάλιν εις την προτέραν εν τω Πανεπιστημείω έδραν του. Ο Λάνδερερ ειργάσθη και επί 25 έτη αμισθώς ως καθηγητής της χημικής τεχνολογίας εν τη πολυτεχνική σχολή. Την εν τω Πανεπιστημίω θέσιν του ετήρησε και μετά την έξωσιν του Όθωνος, μετ΄ ολίγον ηναγκάσθη να παραιτηθή, αλλά και μετά τούτο παρέμεινεν εν τω ανωτάτω τούτω εκπαιδευτηρίω διδάσκων επί τίνα χρόνον αμισθί την Βοτανικήν. Κατά το 1847 το εν Ερλάγγη πανεπιστήμιον ανηγόρευσε τον Λάνδερερ διδάκτορα της φιλοσοφίας. Και μετά την εκ του πανεπιστημίου απομάκρυνσιν του ο Λάνδερερ ουκ επαύσατο εργαζόμενος υπέρ κοινοφελών σκοπών άλλοτε μεν συγγράφων άλλοτε δε εις εφημερίδας καταχωρίζων κοινωφελείς γνώσεις.

Ο μακαρίτης ετιμήθη διά παρασήμων διαφόρων κρατών, έφερε δε και τον χρυσούν σταυρόν του Σωτήρος. Διετέλει μέλος πεντήκοντα επιστημονικών συλλόγων και εταιριών, συνέγραψε δε γερμανιστί και ελληνιστί περί τα είκοσι συγγράμματα. Άμα τη γνώσει του θανάτου του συνήλθεν εις συνεδρίασιν η του πανεπιστημίου σύγκλητος, ήτις διά δημοψηφίσματός της απεφάσισεν, ίνα εκφρασθώσι διά του πρυτάνεως τα συλλυπητήρια τη οικογενεία του θανόντος, καθηγηταί του Πανεπιστημίου να κρατώσι κατά την κηδείαν τας ταινίας του φερέτρου του και εξελέγη ο καθηγητής του Πανεπιστημίου κ. Χρηστομάνος να εκφωνήση από μέρους του Πανεπιστημίου τον επικήδειον.

Δρ. Ιωάννης Δ. Κανδήλης

 

Πηγή


  • Βιομηχανική Επιθεώρησις 49, 565-569 (Αύγουστος 1981).

 

Read Full Post »

Λινδερμάιερ  Αντώνιος


  

Βαυαρός  Στρατιωτικός Ιατρός, που συνόδευσε τον Όθωνα στην Ελλάδα. Υπήρξε ο ιδρυτής του πρώτου στρατιωτικού νοσοκομείου στο Ναύπλιο και κατόπιν ο διοργανωτής και διευθυντής του στρατιωτικού νοσοκομείου στην Αθήνα και της στρατιωτικής φαρμακαποθήκης.

Έφερε δε και τον τίτλο του αρχιάτρου  της Βασιλικής  Αυλής. Κατά την έξωση του Όθωνα τον ακολούθησε στη Βαυαρία. Όταν επανήλθε εκεί το 1864, ανέλαβε και πάλι στρατιωτικός  Αρχίατρος, από εκτίμηση στην επιστημονική του υπεροχή.

Έγινε συγγραφέας ικανών επιστημονικών μονογραφιών και ιστορικών σημειωμάτων στο γερμανικό τύπο, αναφερόμενος φιλικότατα  στην παλαιά και νέα Ελλάδα. Πέθανε στην Αθήνα το 1868.

 

Πηγή

  •  Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 4ος, Αθήνα, 1929. 

 

Read Full Post »

Το χρονικό του καπνού  –  Απαγόρευση του 1856

 

 Πολλοί πιστεύουν ότι η επίδραση του καπνίσματος στην υγεία των καπνιστών οδήγησε στη διατύπωση μιας αντικαπνιστικής νομοθεσίας. Οι λόγοι όμως είναι διάφοροι. Στην Ελλάδα, παραδείγματος χάριν, ήδη το 1856, πολύ πριν, αρχίσουν να κυκλοφορούν τα πρώτα βιομηχανοποιημένα τσιγάρα το 1881, η Βασίλισσα Αμαλία, ενεργώντας εξ ονόματος του Βασιλέα Όθωνα, υπέγραψε Βασιλικό Διάταγμα που απαγόρευε το κάπνισμα σε όλα τα δημόσια γραφεία και καταστήματα της χώρας. Ο λόγος ήταν ο κίνδυνος πυρκαγιάς, που ακόμα και σήμερα παραμένει η συχνότερη αιτία πυρκαγιάς στον τόπο μας (το 20% των πυρκαγιών οφείλονται σε αναμμένο τσιγάρο). Νόμοι σχετικοί με την απαγόρευση του καπνίσματος στην Ελλάδα, υπάρχουν εδώ και 150 χρόνια.

  

«Θέλοντες να προλάβωμεν όσον ένεστι τα εξ ενδεχομένων πυρκαϊών δυστυχήματα, επί τη προτάσει του Ημετέρου επί των Εσωτερικών Υπουργού, απεφασίσαμεν και διατάττομεν.

Α. Απαγορεύεται η χρήσις του καπνίζειν είτε διά καπνοσυρρίγγων (τσιμπουκίων), είτε διά σιγάρων, εις πάντας εν γένει τους υπαλλήλους και υπηρέτας του Κράτους εντός των δημοσίων γραφείων και καταστημάτων.

Β. Η απαγόρευσις αύτη επεκτείνεται και εις πάντα άλλον προσερχόμενον εις τα ειρημένα καταστήματα και γραφεία χάριν υποθέσεως ή άλλης τινος αιτίας.

Γ. Ο Ημέτερος επί των Εσωτερικών Υπουργός θέλει δημοσιεύσει και εκτελέσει το παρόν Διάταγμα.

 Εν Αθήναις, την 31 Ιουλίου 1856».

 Το διάταγμα υπέγραψε, «εν ονόματι του βασιλέως», η βασίλισσα Αμαλία…

 

Διαφήμιση της καπνοβιομηχανίας ΚΑΡΕΛΙΑ. Φωτογραφία: National Geographic.

Διαφήμιση της καπνοβιομηχανίας ΚΑΡΕΛΙΑ. Φωτογραφία: National Geographic.

 

 

Το χρονικό του καπνού

 

Το μαγικό φυτό των Ινδιάνων που έφερε ο Κολόμβος στην Ισπανία από τον Nέο Kόσμο, κατέκτησε γρήγορα την αυτοκρατορία του Καρόλου Ε΄, συνεπήρε, χάρη στην Αικατερίνη των Μεδίκων, τη Γαλλία ως «φυτό της βασιλίσσης» ή «νικοτιανή», κυριάρχησε στην Αγγλία ως «tobacco» και απλώθηκε, με εκπληκτική για την εποχή ταχύτητα, στο Βέλγιο, την Ολλανδία, τη Γερμανία και τη Ρωσία, για να φτάσει, στα τέλη του 16ου αιώνα, στη Θεσσαλονίκη, «εις τα περίχωρα της οποίας», γράφει ο Πουκεβίλ, «εκαλλιέργησαν το πρώτον φυτά δύο Γάλλοι έμποροι».

 

Ήταν  12 Οκτωβρίου 1492, απόγευμα, όταν ο Κολόμβος και οι σύντροφοί του ανακάλυψαν τον καπνό. «Μου προσφέρθηκαν», σημείωσε στο ημερολόγιό του ο Γενουάτης θαλασσοπόρος, «μερικά αποξηραμένα φύλλα» που ανέδιδαν «ένα χαρακτηριστικό ιδιάζον άρωμα». Ο Rodrigo de Jerez, που ταξίδευε μαζί του, θα παρατηρήσει λίγο αργότερα τη διαδικασία του καπνίσματος και θα τη μεταφέρει στην Ισπανία. Η εντύπωση που προκάλεσε εκπνέοντας καπνό από το στόμα ήταν τέτοια, που τον φυλάκισαν ως δαιμονισμένο. Όταν, κάμποσα χρόνια μετά, αποφυλακίστηκε, το κάπνισμα ήταν μια δημοφιλής συνήθεια σε όλη την Ευρώπη.

Στη Γηραιά Hπειρο ο καπνός πρωτοκαλλιεργήθηκε στην Πορτογαλία γύρω στα 1512. Στα 1531 οι Ευρωπαίοι αρχίζουν να καλλιεργούν στον Άγιο Δομήνικο και στη Βραζιλία καπνό για εμπορική εκμετάλλευση, ενώ το 1560 ο Γάλλος πρέσβης στην Πορτογαλία Jean Nicot de Villemain θα γράψει για τις ιαματικές ιδιότητες του καπνού, θα προπαγανδίσει τη χρήση της «νικοτίνης» στη γαλλική Αυλή και θα απαλλάξει την Αικατερίνη των Μεδίκων από τις βασανιστικές ημικρανίες της.

Στην Ιταλία ο καπνός εισήχθη πιθανώς πρώτα στο Βατικανό, από τον παπικό Nούντσιο της Λισσαβόνας, και εν συνεχεία θα ταξιδέψει σε όλη την Kεντρική Ευρώπη, υποβοηθούμενος από τις κινήσεις των στρατευμάτων κατά τη διάρκεια του Tριακονταετούς Πολέμου (1618-1648). Το σύγγραμμα του Μοnardes, που εκδόθηκε στη Σεβίλλη το 1571 και μεταφράστηκε στα αγγλικά έξι χρόνια αργότερα, προτείνει τη θεραπευτική χρήση του καπνού για 36 νοσήματα, μεταξύ των οποίων οι κεφαλαλγίες, οι αμοιβαδώσεις, οι αιμορραγίες, η λύσσα, οι αρθρίτιδες και ο καρκίνος.

Ο Sir Francis Drake και οι νέοι άποικοι της Αμερικής θα εισάγουν στη Βρετανία τη χρήση της πίπας, ενώ ο Sir Walter Raleigh θα πείσει ακόμα και τη βασίλισσα Ελισάβετ να δοκιμάσει.

Μέχρι τα πρώτα χρόνια του 17ου αιώνα το κάπνισμα της πίπας γίνεται μια εξαιρετικά διαδεδομένη συνήθεια, τόσο που οι Βρετανοί ιατροί θορυβούνται και με επιστολή τους το 1603 ζητούν από τον Ιάκωβο Α΄ να απαγορεύσει τη χρήση του καπνού χωρίς ιατρική συνταγή. Εκείνος, φανατικός αντικαπνιστής, θα γίνει ο πρώτος μονάρχης που θα επιβάλει υψηλή φορολογία στα προϊόντα καπνού, που καταφθάνουν σε ολοένα αυξανόμενες ποσότητες από την αποικία της Βασιλίσσης Παρθένου, τη θρυλική Βιρτζίνια. Το παράδειγμα του Iακώβου θα μιμηθούν σύντομα όλοι οι μεγάλοι Ευρωπαίοι μονάρχες, μεταξύ των οποίων ο Λουδοβίκος 14ος με τον καρδινάλιο Ρισελιέ.

Στην Οθωμανική αυτοκρατορία ο καπνός πιθανόν εισήχθη μέσω των Πορτογάλων εμπόρων και βρήκε τέτοια γρήγορη απήχηση, τόσο στην κατανάλωση όσο και στην καλλιέργειά του, ώστε μεταγενέστεροι συγγραφείς να θεωρούν ως χώρα προέλευσης της νικοτίνης όχι την Αμερική αλλά την Ανατολή.

 

Ρακοσυλλέκτες και αριστοκρατία

 

Ήδη από το 1614 η Σεβίλλη θα γίνει παγκόσμιο κέντρο επεξεργασίας και εμπορίας καπνού, αναπτύσσοντας τη βιομηχανία παρασκευής πούρων. Τα τσιγάρα θα εφεύρουν λίγο αργότερα οι ρακοσυλλέκτες, που, αναμιγνύοντας υπολείμματα καπνού πούρων και τυλίγοντάς τα σε λεπτό χαρτί, είχαν ένα φτηνό υποκατάστατο. Όταν ο Ισπανός μονάρχης Φίλιππος B΄ επιστρέφει από την εξορία του στη Γαλλία το 1660, φέρνει μαζί του και τη γαλλική συνήθεια της εισπνοής ψιλοκομμένου ταμπάκου από τη μύτη, καθιστώντας την εξεζητημένη συνήθεια της ισπανικής αριστοκρατίας. Θα περάσουν περίπου 100 χρόνια πριν γίνει η πρώτη ιατρική παρατήρηση για τη σχέση της συνήθειας αυτής με τη δημιουργία καρκίνου του ρινοφάρυγγα.

Στην Αγγλία η επιρροή των αποίκων της Βιρτζίνια, και ιδιαίτερα του John Rolfe και της γυναίκας του, της περίφημης Ινδιάνας «πριγκίπισσας» Ποκαχόντας, είναι τεράστια. Το ζεύγος επισκέπτεται τη βρετανική Aυλή στα 1616 και εξασφαλίζει σημαντικές επενδύσεις για τις υπεράκτιες φυτείες καπνού της Βιρτζίνια. Ο γάμος αυτός προστάτευε, άλλωστε, τις φυτείες από πιθανές επιθέσεις των ιθαγενών. Το πρόσωπο της Ποκαχόντας θα διαφημίσει τα πρώτα χαρμάνια καπνού της Βιρτζίνια, και το κάπνισμα πούρων ή πίπας, καθώς και η ρινική εισπνοή ταμπάκου, θα γενικευθούν. Η αυξανόμενη δημοτικότητα του καπνού και η ραγδαία επέκταση των καλλιεργειών θα οδηγήσουν σε δραματική αύξηση της εισροής μαύρων σκλάβων της Δυτικής Αφρικής και σε εκτόπιση των ιθαγενών Ινδιάνων.

Η Γλασκόβη γίνεται στα μέσα του 18ου αιώνα το μεγαλύτερο κέντρο διακομιστικού εμπορίου του καπνού και ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια απ’ όπου περνά (και φορολογείται) όλη ανεξαιρέτως η παραγωγή καπνού της Αμερικής, κάτι που απετέλεσε μια από τις αφορμές του πολέμου της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας. Άλλωστε το πρώτο δάνειο προς τους επαναστατημένους αποίκους συνήφθη με τη Γαλλία και πληρώθηκε σε καπνό.

 

«Tι άλλο μπορεί να επιθυμήσει κανείς;»

 

Στα χρόνια του Κριμαϊκού πολέμου (1853-1856), η χρήση του «σιγαρέτου», υποβοηθούμενη και από την εφεύρεση των σπίρτων, θα γενικευθεί και γρήγορα θα διαδοθεί σε όλη την Ευρώπη, από την Τουρκία ως τη Βρετανία. Την ίδια εποχή τα πούρα γίνονται μόδα και η Κούβα γίνεται ο προνομιακός τόπος παρασκευής τους.

Τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια και τα τρένα αποκτούν πολυτελείς χώρους ειδικά διαμορφωμένους για τους καπνιστές, ενώ οι γυναίκες για πρώτη φορά αρχίζουν δειλά να φλερτάρουν με αυτήν την «ανδρική» συνήθεια. Η Γεωργία Σάνδη, την εποχή της συμβίωσής της με τον Σοπέν, γύρω στα 1850, διασκέδαζε να σοκάρει τους καλεσμένους της απολαμβάνοντας ένα πούρο μετά το πρόγευμά της – προάγγελος της εποχής που η γυναικεία χειραφέτηση, ανάμεσα στους δύο παγκόσμιους πολέμους, θα περάσει μέσα και από την υιοθέτηση του τσιγάρου.

Αμέσως μετά τον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα δωρεάν τσιγάρα στους στρατιώτες και η συνακόλουθη αυξημένη ζήτηση καπνού, μαζί με τις αυξήσεις στους καπνικούς φόρους, οδήγησαν στα ύψη τις τιμές των προϊόντων καπνού. Όταν ξέσπασε ο B΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι καπνοβιομηχανίες ακολούθησαν την ίδια τακτική, διαφημίζοντας και μοιράζοντας δωρεάν τσιγάρα στους στρατευμένους σε ακόμα μεγαλύτερες ποσότητες. Το τσιγάρο είχε πια κατοχυρωθεί σαν αυτονόητη και αναγκαία συνθήκη του στρατιώτη.

Η ανθρωπολογία της επιθυμίας ίσως κάποτε μελετήσει το πόσο εύκολα και με πόση ταχύτητα η χρήση του καπνού γενικεύθηκε, χωρίς εξαίρεση, σε όλη την υφήλιο. Η επίγνωση των καταστροφικών συνεπειών του στην υγεία και η άμεση συσχέτισή του με την καρκινογένεση, την ανεπάρκεια των στεφανιαίων και τις αγγειακές παθήσεις δεν μπόρεσαν να ανακόψουν τη χρήση του. Οι απαγορεύσεις, η διαπόμπευση, οι τιμωρίες, ακόμα και τα βασανιστήρια, αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά.

Φαίνεται πως η επίδραση του καπνίσματος, που περιγράφεται άλλοτε διεγερτική και άλλοτε ηρεμιστική, παραδόξως εξαρτάται από ό,τι ο καθένας προσδοκά από αυτό – ή, όπως θα έλεγε ο Oσκαρ Ουάιλντ: «Το τσιγάρο είναι ο τέλειος τύπος της τέλειας απόλαυσης. Είναι εξαίσιο και σε αφήνει ανικανοποίητο. Τι άλλο μπορεί να επιθυμήσει κανείς;».

 

ΓPHΓOPHΣ ΣTPATAKOΣ
Πνευμονολόγος, δρ του Πανεπιστημίου Αθηνών
Επιμελητής της Κλινικής Εντατικής Θεραπείας
του Παν/μίου Αθηνών στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός».

Πηγές

  • Καθημερινή, «Επτά Ήμερες», 10-07-05.    
  • Κορδιολής Ν., « Αντικαπνιστική Νομοθεσία, η Ελληνική πραγματικότητα», Εκδόσεις Ζήτα, Αθήνα,2004.
  • Εφημερίδα «Καθημερινή», Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009.

Read Full Post »

Φαρμακοποιία – Ναύπλιο 1828-1832


 Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832)

Φαρμακοποιία

Γενικά

Κατά την περίοδο της Επανάστασης δεν υπήρχε οργανωμένη επιμελητεία για την περίθαλψη των πληγωμένων αγωνιστών. Ήταν φρικτά τα «μαρτύρια» τους στα πεδία των μαχών. Η επιβίωση τους τις περισσότερες φορές ήταν θέμα τύχης. Μεγάλες ήταν οι ελλείψεις ιατρικού προσωπικού, εργαλείων και του αναγκαίου ιατροφαρμακευτικού υλικού. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Ιωάννη Φιλήμονα στο θέμα αυτό:

«Ελλείποντος οίουδήτινος νοσοκομείου στρατιωτικού, οι τραυματίαι και ασθενείς παρεπέμποντο εις τας οικίας αυτών, ή εις την πλησιεστέραν πόλιν, ή μονήν ή χωρίον. Άλλως, οι στρατιώται ενοσοκόμουν τούτους, τυγχάνοντας αλλοδαπούς μάλιστα, όπου και όπως ήδύναντο. Γραία δε τις, ή κουρεύς, ή μοναχός, ή εμπειρικός επεσκέπτοντο αυτούς, πολλάκις στερούμενοι και αυτών των προχειρότερων οργάνων και μέσων οίον μήλης ή φλεβοτόμου, αλοιφής ή κηρωτής, τιλτού και των τοιούτων […] Σπανιώτατοι ήσαν, και περιοδικοί ανεφαίνοντο, επιστήμονες ιατροί, άνθ’ ών οφείλομεν ειπείν, εμπειρικοί τινές χειρούργοι […], παρά τούτους δε και τινές μυστηριώδη τινά κατά παράδοσιν γνωρίζοντες φάρμακα εκ χόρτων και άλλων συνθέσεων, κατά πολύ ωφέλιμοι εγίνοντο».

φαρμακοποιιαΚατά την καποδιστριακή περίοδο καταβάλλονται προσπάθειες και για τη βελτίωση της φαρμακοποιίας. Αν και το ιατρικό επάγγελμα επηρεάστηκε από τις επιστημονικές επιτεύξεις και ο εμπειρικός βοτανιστής αρχίζει να γίνεται φαρμακοποιός, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη βρίσκεται σε νηπιακή κατάσταση. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι επαφίεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία όχι μόνο η παρασκευή φαρμακευτικών σκευασμάτων για την προάσπιση της δημόσιας υγείας αλλά και η εκπαίδευση όσων ενδιαφέρονται να ασκήσουν «την φαρμακευτικήν τέχνην». Ο Ιωάννης Καποδίστριας, ως Κυβερνήτης και ιατρός, αποβλέποντας στην πρόληψη των ασθενειών που μάστιζαν τους κατοίκους της χώρας και γενικότερα στη βελτίωση της δημόσιας υγείας, φρόντισε για την εκπαίδευση τροφίμων του Ορφανοτροφείου της Αίγινας σε σχετικά επαγγέλματα.

Ήδη το 1830 ένας υπότροφος εκπαιδεύεται στη φαρμακευτική τέχνη « εις το φαρμακοπωλείον εν ‘Ύδρα». Το Μάρτιο του 1831 παρα­χωρήθηκαν επίσης στον Ιταλό γιατρό Γεώργιο Αλμπέρτη, «έμπειρον περί την εμβολίασιν της δαμαλίτιδος», δύο υπότροφοι, για να τους εκπαιδεύσει «εις τήν τέχνην τον κεντρώματος». Καθορίστηκε μάλιστα να δίδονται στον καθένα 60 γρόσια το μήνα για τα έξοδα της τροφής και του ταξιδιού τους. Ο Ανδρέας Μουστοξύδης εξέφρασε την ευχή «οι νέοι ούτοι, αποσπώμενοι τού εκπαιδευτικού των καταστήματος και επιτιθέ­μενοι νέα βάρη εις τήν Κυβέρνησιν, να κατασταθώσι πότε και προς εαυτούς ιδίως και προς το κοινόν ωφέλιμοι».

 

Σύσταση «καταστήματος φαρμακοποιίας Ναυπλίου  

Η λειτουργία φαρμακείων είναι γνωστή και κατά την περίοδο του Αγώνα. Ήδη από το 1825 «ηνοίχθησαν και ανοίγονται πολλά φαρμακοπωλεία, των οποίων τα ιατρικά και εις βαρύτατην πωλούνται τιμήν και κακής ποιότητος είναι…».

Για τη σύσταση εργαστηρίων φαρμακοποιίας κατά την καποδιστριακή περίοδο κινήθηκαν Έλληνες και ξένοι επιστήμονες. Έντονο επίσης ενδιαφέρον εκδηλώθηκε από την κυβέρνηση και από ιδιώτες για την εκπαίδευση νέων στη φαρμακευτική επιστήμη.

Πρώτος που ζήτησε άδεια από τον Κυβερνήτη για την ίδρυση εργαστηρίου φαρμακοποιίας και κηροποιΐας στην Ελλάδα ήταν ο Κερκυραίος Νικόλαος Βρακλιώτης, ο οποίος ήταν «ένας από τούς αρχαιότερους φαρμακοποιούς» στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Για την έγκαιρη πραγματοποίηση του στόχου του υπέβαλε σχέδιο του καταστήματος με τον απαραίτητο εξοπλισμό για τη λειτουργία του. Αγνοούμε την έκβαση που είχε η πρόταση του.

Οκτώ μήνες αργότερα, στις 18 Μαΐου 1830, ο επιχειρηματίας Adolphe Mahn, ευρισκόμενος στο Ναύπλιο, υπέβαλε στον Κυβερνήτη ανάλογη αίτηση. Οι προτάσεις του ήταν αξιοπρόσεκτες. Ανελάμβανε τη διεύθυνση των φαρμακείων των δημόσιων νοσοκομείων της πόλης, την παρασκευή των αναγκαίων φαρμάκων σ’ αυτά, την εκτέλεση συνταγών σε ιδιώτες με λογικές τιμές και την παραχώρηση όλων των εργαλείων του εργαστηρίου σε τιμή κόστους. Οι μισθολογικές του απαιτήσεις συμβάδιζαν με τις οικονομικές δυνατότητες της κυβέρνησης. Ιδιαίτερα ελκυστική ήταν η πρόταση του για την εκπαίδευση νέων στη φαρμακοποιία.

Σημειώνουμε ότι τη δημιουργία «εργαστηρίου φαρμακοποιίας» στο Ναύπλιο επεδίωξε και ο Γερμανός χημικός και φαρμακοποιός Σλαάβ κατά την παραμονή του στην πόλη. Ο Κυβερνήτης μάλιστα ενέκρινε την αίτηση του και εξουσιοδότησε το Διοικητή Ναυπλίας να του ενοικιάσει ένα κατάστημα παρά την Πύλη της Ξηράς. Αγνοούμε όμως την εξέλιξη και αυτής της περίπτωσης.

Η μοναδική πρόταση για σύσταση φαρμακείου στο Ναύπλιο που ευοδώθηκε με σκοπό την κάλυψη των αναγκών της πόλης και την εκπαίδευση νέων στη φαρμακευτική τέχνη είναι του Νικόλαου Ζαβιτσιάνου. Με αίτηση που υπέβαλε στην κυβέρνηση στις 13 Σεπτεμβρίου 1830 έκανε τις ακόλουθες προτάσεις:

Ζητούσε να διοριστεί φαρμακοποιός στο Κεντρικό Φαρμακείο και παράλληλα να διδάξει στους ενδιαφερόμενους τη χημεία, με αντιμισθία ανάλογη των υπηρεσιών του. Ως εναλλακτική λύση πρότεινε να οργανώσει στο Ναύπλιο με έξοδα του φαρμακείο σε οίκημα που θα του χορηγούσε η κυβέρνηση, στο οποίο θα παρασκεύαζε όλα τα φάρμακα για λογαριασμό του. Αντί ενοικίου αναλάμβανε την εκπαίδευση δύο νέων από το Ορφανοτροφείο της Αίγινας στην «φαρμακευτικήν τέχνην» και τη διατροφή τους.

Η κυβέρνηση θεώρησε δελεαστικές τις προτάσεις του Νικόλαου Ζαβιτσιάνου. Για το λόγο αυτό μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, στις 29 Σεπτεμβρίου 1830, έθεσε τους παρακάτω όρους «διά να βάλη» σε πράξη τη σύσταση του φαρμακείου και την εκπαίδευση των υποψηφίων φαρμακοτεχνιτών στο Ναύπλιο:

 

«Α. Η κυβέρνησις θέλει σάς δώση τον άναγκαίον τόπον εις οικοδομήν Καταστή­ματος και τα έξοδα της οικοδομής αυτού.

Β. Θέλεια αγοράζη τα αναγκαία ιατρικά διά το ορφανοτροφείων, και τα νοσοκομεία τής Κυβερνήσεως από το φαρμοκοποιεΐον.

Γ. Θέλει δώση εις υπηρεσίαν σου εκ των παίδων του Ορφανοτροφείου διά να διδαχθώσι το πρακτικόν της Φαρμακοποιίας.

Δ. Όταν δώσητε απόδειξιν τής περί την τέχνην ικανότητος σας ημπορείτε νά διδάξητε επί μισθώ και το θεωρητικόν μέρος αυτής εις τους προηγμένους μαθητάς του κεντρικού σχολείου, όσοι έχουσιν έφεσιν να διδαχθώσιν την επιστήμην ταύτην.

Ε. Όταν η Κυβέρνησης κρίνη αναγκαίον να συστήση φαρμακοποιεϊον, θέλει αγοράση παρά σου εις την αξίαν τιμήν όλα τα εργαλεία της τέχνης τα οποία θέλετε πρόβλεψη εξ ιδίων σας διά την σύστασιν του εργαστηρίου της χημείας».

 

Η κυβέρνηση επομένως έκανε δεκτό το αίτημα του Ζαβιτσάνου για τη χορήγηση οικήματος και την αγορά «ιατρικών» από το φαρμακείο του, με απώτερο στόχο την εκπαίδευση υποτρόφων ορφανών στην πρακτική της φαρμακευτικής τέχνης. Σημειώνουμε ότι με τον Δ’ και τον Ε’ όρο του συμφωνητικού δηλώνεται με σαφήνεια το ενδιαφέρον της για την εισαγωγή της φαρμακευτικής επιστήμης στο Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας, όπου οι μαθητευόμενοι θα αποκτούσαν θεωρητική και πρακτική κατάρτιση. Διαπιστώνουμε παράλληλα την πρόθεση της να προχωρήσει στη σύσταση δημόσιου φαρμακείου· ανέβαλε όμως την υλοποίηση του ελπίζοντας να εξασφαλισθούν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις στο μέλλον, προφανώς οικονομικές.

Μετά την υπογραφή του συμφωνητικού ο Νικόλαος Ζαβιτσάνος αναχώρησε για την Ευρώπη, όπου παρέμεινε μέχρι το Μάρτιο του 1831. Εκεί προμηθεύτηκε «όλα τα ιατρικά και εργαλεία» για τη σύσταση του φαρμακείου του. Δε διαθέτουμε στοιχεία για τις γνώσεις ή τις σπουδές του. Η μετάβαση του στο εξωτερικό και η πρόταση για διδασκαλία του μαθήματος της χημείας στο Κεντρικό Σχολείο αποκλείουν την εμπειρική γνώση της φαρμακευτικής και συνηγορούν για την υπόθεση προηγούμενων σπουδών του στην Ευρώπη.

Για τη στέγαση του φαρμακείου διατέθηκε με εντολή του Γραμματέα Δημόσιας Παιδείας «εν από τα εθνικά εργαστήρια, κείμενα εις την πόρταν της ξηράς», σε επίκαιρο μέρος του Ναυπλίου. Ο Ζαβιτσάνος διέθεσε για την επισκευή και τον ευπρεπισμό του τρεις χιλιάδες περίπου γρόσια.

Ο Ζαβιτσάνος αμέσως μετά την επιστροφή του από την Ευρώπη (Μάρτιος 1831) ασχολήθηκε με την οργάνωση του φαρμακείου του, το οποίο λειτούργησε μάλλον στις αρχές Μαΐου 1831. 

Ταυτόχρονα με την έναρξη λειτουργίας του φαρμακοπωλείου Ναυπλίου, άρχισαν να παρακολουθούν την φαρμακευτική τέχνη δύο τρόφιμοι του Ορφανοτροφείου της Αίγινας.  Ο Ζαβιτσάνος συνέχισε να εκπαιδεύει και άλλους τροφίμους και απεδείχτη απόλυτα συνεπής στα όσα είχε συμφωνήσει με την Κυβέρνηση. Κατά αυτόν τον τρόπο ξεκίνησε  η «φαρμακευτική τέχνη» στο Ναύπλιο στα πλαίσια μιας γενικότερης πολιτικής του Καποδίστρια, που είχε ως μακροπρόθεσμο στόχο τη βελτίωση της κοινωνίας.     

 

Αδάμ Γ. Αθουσάκης, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832», Εκδόσεις «Καταγράμμα», Κόρινθος, 2003.

 

Read Full Post »

Ιατρική στην Αργολίδα 1800-1820 


 Πληροφορίες περί ιατρικής από το Αρχείο Περούκα  

για την περίοδο 1800-1820. 

Όλγα Καραγεώργου-Κουρτζή, 

Διδάκτωρ Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Σχολική Σύμβουλος. 

  

Σύντομος ερμηνεία περί της ενεργείας και ωφελείας μερικών εκλεκτών και δοκιμασμένων Ιατρικών, 1772.

Σύντομος ερμηνεία περί της ενεργείας και ωφελείας μερικών εκλεκτών και δοκιμασμένων Ιατρικών, 1772.

Η προστασία και η αποκατάσταση της υγείας των κατοίκων μιας περιοχής λαμβάνει την ιδιαίτερη χροιά που η κάθε χρονική περίοδος, το επίπεδο ανάπτυξης (ατομικό-συλλογικό) και οι γενικότερες πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες ευνοούν. Είναι αυτονόητο ότι και κατά την υπό Οθωμανική κυριαρχία διαβίωση των Ελλήνων η αντιμετώπιση μιας επιδημίας ή μιας συνήθους αρρώστιας, η απαλλαγή από έντονους σωματικούς πόνους ή από απλές οργανικές διαταραχές κλπ. καθορίζονταν από τις προθέσεις και δυνατότητες του ασθενούς σε σχέση με τις υπάρχουσες επιστημονικές και κοινωνικές συνθήκες προστασίας της υγείας και ήταν στο επίκεντρο των καθημερινών ενδιαφερόντων, ιδίως για τις προνομιούχες οικογένειες με υψηλή οικονομική και κοινωνική θέση. Στην τελευταία εικοσαετία πριν την Επανάσταση, εστιάζεται το ενδιαφέρον μας, για να ανιχνεύσουμε πώς αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι τα θέματα υγείας (από ποιες αρρώστιες υπέφεραν, ποια η σχέση τους με τους γιατρούς, ποιες θεραπευτικές μέθοδοι υπήρχαν και ποιες επέλεγαν κλπ.) και να φωτίσουμε πλευρές του ιστορικού παρελθόντος που συνάπτονται με τον τομέα της υγείας. 

Ως πηγή χρησιμοποιήθηκε το Αρχείο της οικογένειας Περούκα του Άργους, οικογένειας προεστών, γαιοκτημόνων, εμπόρων και χρηματιστών [1] που κατά την περίοδο αυτή τα μέλη της, με τις οικονομικές τους δραστηριότητες και τους γάμους τους, έχοντας ως αφετηρία το Άργος, είχαν εξακτινωθεί σε όλη τη βόρεια Πελοπόννησο, με μόνιμες ή παροδικές εγκαταστάσεις. Μεταξύ των πολλών και αξιολογότατων πληροφοριών, που παρέχουν τα έγγραφα της συλλογής αυτής, είναι και όσες αναφέρονται στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Σ’ αυτές περιλαμβάνονται και οι σχετικές με τις ασθένειες και την ιατρική γενικότερα, που θα αποτελέσουν και το αντικείμενο της παρούσας εργασίας. 

Το πρώτο με ιατρικές πληροφορίες έγγραφο ανάγεται στο 1802. Προέρχεται από την Όρσα Περούκα– σύζυγο του Αποστόλου Περούκα[2], εγκατεστημένοι στην Πάτρα – και απευθύνεται στον ιατροφιλόσοφο σιορ δοτόρο Χριστόδουλο στο Άργος. Η ανωτέρω – χωρίς να αναφέρει την ασθένεια της – ζητά από το γιατρό να της στείλει ένα επιπλέον «μποτζόνι» με στάλες, επειδή έχει μείνει ικανοποιημένη από τη θεραπευτική αγωγή που της έχει ήδη συστήσει και επιθυμεί να την συνεχίσει. 

Η ιατρική πληροφορία που εντοπίζουμε σχετίζεται αφενός με την επίκληση ιατρού για την αντιμετώπιση της ασθένειας, αφετέρου με τη χρήση σκευάσματος (στάλες) για την αντιμετώπιση του. Να υπογραμμιστεί επίσης ότι η ασθενής, αν και γυναίκα, διεκπεραίωνε αφ’ εαυτής την υπόθεση της αρρώστιας της, επικοινωνώντας απευθείας με το γιατρό, χωρίς την προστατευτική διαμεσολάβηση του ανδρός της, ενώ είναι σημαντική και η ικανότητα αποτίμησης εκ μέρους της: «της έχει κάνει πολύ καλό» τής αποτελεσματικότητας του φάρμακου, ως ένδειξη της επαφής της με τη θεραπευτική αγωγή και της εμπιστοσύνης που έχει η ίδια στην κρίση της. Είναι η γυναίκα που αποπειράται -συνειδητά ή ασυνείδητα δεν έχει σημασία- την καταξίωση της προσωπικότητας της έξω από τα συμβατικά πλαίσια που της καθόριζε η κηδεμονία της από το σύζυγο, τον πατέρα ή το γιο. Παρακολουθεί την υγεία της, παίρνει πρωτοβουλίες για τη θεραπεία της, εμπιστεύεται την επιστήμη και καταφεύγει στο γιατρό. 

Αν και σήμερα η προσφυγή στην επιστήμη για τη θεραπεία ή πρόληψη των ασθενειών είναι αυτονόητη, δε συνέβαινε ασφαλώς το ίδιο στα χρόνια που αναφερόμαστε και μάλιστα υπό το οθωμανικό καθεστώς, το οποίο απαξίωνε κάθε νεωτερισμό που προερχόταν από μη μουσουλμανικές χώρες και ως εκ τούτου αδιαφορούσε για τα επιτεύγματα της ιατρικής επιστήμης. Η κατάσταση της ιατρικής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν αξιοθρήνητη, αν και οι πασάδες επεδίωκαν να έχουν πάντα κοντά τους γιατρούς, οι οποίοι ανταποκρίνονταν με προθυμία λόγω των υψηλών αμοιβών[3]. Παρόλα αυτά, η χριστιανική κοινωνία διαφοροποιούμενη από το αντιεπιστημονικό πνεύμα της οθωμανικής διοίκησης, φαίνεται πως όχι μόνο είχε αρχίσει να εκτιμά τη σημασία της ιατρικής για την ανθρώπινη υπόσταση, αλλά είχε προχωρήσει στην καθιέρωση θεσμών ιδιαίτερα επωφελών για το κοινωνικό σύνολο, όπως αυτός του «κοινού ιατρού»

 «Οι άρχοντες της πολιτείας του Άργους Παναγιώτης Ιωαννούσης και Παναγιώτης Πασχαλδής συμφώνησαν με τον δόκτορα Χριστόδουλο Σεβαστό να έχει την επιστασία της πολιτείας αυτής και να κουράρει τους τυχόν ασθενείς που θα τον πληρώνουν από δικά τους έξοδα για φάρμακα. Οι άρχοντες του κόβουν κοντότα [μισθό][4] κατ’ έτος 1000 γρόσια και ένα κονάκι να κάθηται».  

Ο ανωτέρω ιατρός λειτουργούσε σε επίπεδο κοινότητας, παρέχοντας ιατρική κάλυψη σε όλους ανε­ξαιρέτως τους κατοίκους της, μισθοδοτούνταν από τους πόρους της και ήταν μόνιμος κάτοικος της περιοχής[5]. Μαρτυρείται δηλαδή παροχή δημόσιας υγείας με σύστημα κοινωνικής πρόνοιας που απευθυνόταν σε όλα ανεξαιρέτως τα μέλη της χριστιανικής κοινότητας, απεικονίζοντας μια άλλη διάσταση στις συνθήκες της καθημερινής ζωής των υποδούλων της περιοχής. Να σημειώσουμε εδώ ότι οι ασθενείς επιβαρύνονταν με τη δαπάνη του φαρμάκου, για το ύψος της οποίας δυστυχώς δεν υπάρχουν στοιχεία. 

Τις ιατρικές υπηρεσίες προσέφεραν παραλλήλως και ιδιώτες γιατροί, που αμείβονταν από τους ασθενείς και μπορούσαν να είναι όχι μόνο Έλληνες αλλά και αλλοεθνείς, όπως προκύπτει από το γράμμα ενός άλλου γιατρού του Ά­ργους, του Αυγουστίνου Λιβαθηνού προς τον άρχοντα της Ζαρούχλας Σωτήρη Χαραλάμπη: «Πείτε τι έπραξε ο νεωστί φερμένος Άγγλος ιατρός περί της κατα­στάσεως ποδός του αφεντός μας». 

Αρχιμανδρίτου Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, « Εγκόλπιον των ιατρών», 1831.

Αρχιμανδρίτου Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού, « Εγκόλπιον των ιατρών», 1831.

Οι γιατροί της εποχής, ανεξάρτητα από τη σχέση με την οποία ασκούσαν το επάγγελμα τους, έφεραν και τον τίτλο του ιατροφιλόσοφου, που δεν προσδιόριζε κάποια ειδικότητα, αλλά διέγραφε σαφέστερα τον τύπο του επιστήμονα γιατρού της εποχής. Ο τίτλος αυτός ήταν ο τυπικός του διπλώματος για όσους απο­φοιτούσαν από τα Πανεπιστήμια της Ιταλίας, όπου υπήρχαν δύο τομείς: legisti & artisti- στον τελευταίο ανήκαν οι γιατροί, οι φιλόλογοι κλπ. Παράλληλα όμως πιστοποιούσε ότι ήταν ο άνθρωπος των γραμμάτων, μελετητής και φιλόσοφος, είχε αποκτήσει ήδη από την περίοδο των σπουδών του μια ευρύτερη μόρφωση και παιδεία, ικανή – εκτός των άλλων – να του αποδώσει μεγαλύτερη καταξίωση και να εμπνεύσει περισσότερο σεβασμό στον κοινωνικό του περίγυρο. 

«Είχα σκοτούρα της κεφαλής δια την οποία αναμένω τον σινιόρ Αυγουστή[6] δια να με διορίσει τι ν’ ακολουθήσω», γράφει ο Χαράλαμπος Περούκας[7] από το Άργος σε συνεργάτη του στη Βοστίτσα (Αίγιο). Η σκοτούρα είναι λαϊκή έκφραση της λέξης ζάλη, αλλά δεν θα πρέπει να αποκλειστεί ιατρικά και η κεφαλαλ­γία ή η σκοτοδίνη. Προέρχεται ετυμολογικά από τη λέξη σκότος που σύμφωνα με την Ιπποκράτεια ορολογία σημαίνει την παροδική αμαύρωση έως και την τύφλωση, την απώλεια της όρασεις. 

Η «σκοτούρα» στη σύγχρονη ιατρική προσδιορίζεται ως σύμπτωμα πολλών παθήσεων, ανάλογα με το πώς θα ερμηνευθεί (ζάλη, κεφαλαλγία ή σκοτοδίνη;). Αντίθετα, στην παραδοσιακή ιατρική, που εφαρμοζόταν τότε, το εξωτερικό σύμπτωμα (εδώ: η σκοτούρα) θεωρείται ως αυθύπαρκτη νόσος και ως τέτοια αντιμετωπιζόταν. Ποια ήταν η γνωμάτευση του ιατρού στην ανωτέρω περίπτωση δεν γνωρίζουμε και θα ήταν ουτοπικό-περιορίζοντας το πλαίσιο των υποθετικών διαγνώσεων-να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα. 

 «Εγώ ασθενώ από πάθη ονομαζόμενα υπό των ιατρών νευρικά, αναμένω την άνοιξη να εξακολουθήσω τα μπάνια τα οποία θέλουσι θεραπευτικά», γράφει ο Χαράλαμπος στον αδελφό του Δημήτριο Περούκα στην Κωνσταντινούπολη[8]. Σημειώνουμε την ονομασία «νευρικά» ως έκφραση προσδιορισμού της ασθέ­νειας, που δεν μας βοηθά όμως να αντιληφθούμε από τι ακριβώς έπασχε ο άρ­ρωστος, καθώς ο όρος «νευρικά» είναι περιγραφικός και μπορεί-με τα σημερινά δεδομένα- να αφορά πληθώρα ασθενειών. 

Ο Χαράλαμπος πάλι, όταν τον Αύγουστο του 1818 βρίσκεται στη Βοστίτσα, λαμβάνει γράμμα από την Τριπολιτσά και ενημερώνεται για την περίπτωση φίλου του που ασθενούσε από «θέρμες». Η ασθένεια ανακοινώνεται ως ήδη γνωστή και το συγκεκριμένο άτομο φαίνεται πως συχνά κατά το παρελθόν είχε εμφανίσει τα συμπτώματα της νόσου. Αυτό είναι φυσικό, αφού με το λαϊκό όρο «θέρμες» αποδίδεται η ασθένεια της ελονοσίας, που εμφανίζει τις ετήσιες εξάρσεις κατά τους θερινούς μήνες. Από θέρμες έπασχε και ο Χαράλαμπος, όπως προκύπτει από γράμμα του πατέρα του Νικολάου τον Απρίλιο του 1819, όπου με ανακούφιση προσθέτει ότι ο γιος του ήδη ξεπέρασε την κρίση[9]. 

Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι η Αργολίδα, στην περίοδο που αναφερόμαστε ήταν γεμάτη από ελώδεις εκτάσεις και ως εκ τούτου η ελονοσία ενδημούσε. Η πληροφορία αυτή έχει καταγραφεί κυρίως από τις περιγραφές των ξένων περιηγητών, οι οποίοι χαρακτήριζαν το κλίμα ως ιδιαίτερα νοσηρό, που ευνοούσε την ανάπτυξη σχετικών επιδημιών. 

 «Πάσχουσα από διάρροιαν και κοψίματα» βρήκε τη σύζυγο του Ευδοκία, όταν επέστρεψε από ταξίδι ο Δημητράκης Ζαΐμης, προεστός των Καλαβρύτων. Η εικόνα της «αδύνατη και αχαμνή» και το γεγονός ότι υπέφερε για αρκετό χρονικό διάστημα, τον ανησύχησαν ιδιαίτερα και απευθύνθηκε σε ειδικό. Η θεραπεία που προτάθηκε είναι «κίνα[10] και δίαιτα». Το μακροχρόνιο της νόσου, οι συνοδοί πόνοι (τα κοψίματα) και η εικόνα της ασθενούς χαρακτηρίζουν κάποιο χρόνιο δι­αρροϊκό σύνδρομο. Η επιλογή της κίνας ως θεραπευτικού μέσου οφείλεται στις εξαιρετικές δυνατότητες του φυτού αυτού, που προφανώς είχαν ήδη εκτιμηθεί[11]. Η δίαιτα εξάλλου αποτελούσε και αποτελεί απαραίτητο θεραπευτικό μέτρο για την αντιμετώπιση της διάρροιας. Παρόλα αυτά, η άρρωστη «ούτε κίνα μεταχει­ρίζεται ούτε δίαιτα κάμνει» ο σύζυγος της, ο οποίος σέβεται τις οδηγίες του ειδι­κού, βρίσκεται σε απόγνωση αλλά αδυνατεί να επιβάλλει το σωστό. 

Η Ευδοκία – αντίθετα με την Όρσα – δεν κατέφυγε στη βοήθεια της επιστήμης, ο σύζυγος της την επέπληξε για την αδιαφορία της, αλλά αυτή παρέμεινε αμετάπειστη. Η Ευδοκία αδυνατεί να συμβαδίσει με τις σύγχρονες περί της θεραπείας της απόψεις και διαφοροποιείται από την εξ αγχιστείας συγγενή της Όρσα Περούκα, όσον αφορά το θέμα της υγείας. Εν τούτοις, η κοινωνική συμπεριφορά και των δύο, αν εξεταστεί από τη θέση του φύλου τους, ταυτίζεται ως προς το γεγονός ότι και οι δύο είχαν την πρωτοβουλία των αποφάσεων. Η Ευδοκία μάλιστα δε δίστασε να έρθει σε φανερή αντίθεση με τον άντρα της και να τον φέρει σε από­γνωση, μη μπορώντας να μεταστρέψει τη γνώμη της. 

Εκδήλωση αιμόπτυσης αναφέρεται σε έγγραφο που έχει συντάξει ο Ιωάννης Περούκας: «Ο Ηλιάδης αιμόπτυσεν και είναι σχεδόν εις βαθμόν μαρασμού». Τα συμπτώματα και η περιγραφή του ασθενούς οδηγούν στην εκτίμηση ότι έπασχε από βαρύ πνευμονικό νόσημα και βρισκόταν σε τελικό στάδιο. 

Το θάνατο από «κόλπο» του Ιμπραήμ Αγά Λάλα ανακοινώνει ο Χαράλαμπος στον αδελφό του Ιωάννη. Πρόκειται για λαϊκή έκφραση του αιφνίδιου θανάτου από ισχαιμία, δηλαδή για εγκεφαλικό επεισόδιο στο οποίο ο πληγείς κατέληξε. «Αρρώστησαν ενδοξομεγαλοπρεπέστατε Μπέη Εφέντη οι πεζαϊδεδαίοι σας [τα παιδιά του] από ευλογιά», ενημερώνει ο προεστός της Ζαρούχλας Σωτήρης Χαραλάμπης τον μπέη, με τον οποίο αλληλογραφεί. Η βαρύτατη και λίαν θανατηφόρος αυτή ασθένεια, μεταδομένη από την Ανατολή έπληξε την Δ. Ευρώπη μετά τον ΣΤ αιώνα αλλά και τον Ελλαδικό χώρο κυρίως μέχρι του τέλους του ΙΖ’ αιώνα[12] (τότε άρχισε η απομόνωση των ασθενών και η απολύμανση με καπνισμούς). Στο ΙΗ’ αιώνα εντοπίζονται μέτρα πρόληψης της επιδημίας με εμπειρικό εμβολιασμό[13] -ευλογιασμό – για προφύλαξη των πληθυσμών. Στο έγγραφο μας δεν προτείνεται καμία θεραπευτική αγωγή, αλλά διατυπώνεται η ευχή «ο Άγιος Θεός ας τους δώσει την υγεία τους». 

Η επίκληση του Θεού για την ίαση της ασθένειας θα πρέπει ν’ αναγνωστεί πολλαπλώς: ως ένδειξη του φόβου των ανθρώπων για τις οδυνηρές επιπτώσεις της, ως έλλειψη εμπιστοσύνης στην ιατρική αλλά κυρίως ως επίγνωση ότι η ασθένεια αυτή δεν επιδέχεται ειδική θεραπευτική αγωγή και η αποθεραπεία του ασθενούς – αν αυτός δεν καταλήξει – ακολουθεί ορισμένη διαδικασία, στην οποία δεν είναι δυνατόν να επέμβει ο ανθρώπινος παράγων παρά μόνο ανακουφιστικά. Η αναζήτηση εξάλλου διεξόδου στη μεταφυσική προσφεύγοντας στα θεία, φαίνεται πως, εκτός από ψυχική ανακούφιση, έχει και ενοποιητική επίδραση. Γι’ αυτό και στην περίπτωση μας, αν και αλληλογραφεί ένας χριστιανός με έναν μουσουλμάνο, αρκεί και μόνο η λέξη «θεός» ως κώδικας επικοινωνίας μεταξύ δύο αλλοθρήσκων για την αντιμετώπιση ενός κοινού προβλήματος, ανεξάρτητα εάν, κάτω από την ίδια λέξη, στεγάζονται ο Τριαδικός Θεός των Χριστιανών και ο Αλλάχ των Μουσουλμάνων. Η καθημερινότητα, οι σχέσεις εξάρτησης, το πολυχρόνιο της συμβίωσης, καθώς και η ανάγκη για συμπαράσταση στις δύσκολες ώρες, φαίνεται πως είχαν δημιουργήσει έναν ιδιόμορφο κώδικα θρησκευτικής επικοινωνίας, κοινά αποδεκτό και από τις δύο πλευρές. 

Το Δεκέμβριο του 1819 εντοπίζεται στο Άργος επιδημία, η οποία οφειλόταν σε λαιμόπονο και περιγράφεται ως εξής : «η επιδημία τρέχει σ’ όλο το σεμπίτη [έκταση] του κάμπου μας και με θανάτους. Δεν έμεινε σπιτάκι που να μην ασθέ­νησαν και ασθενούν όλοι…». Τα επιδημιολογικά (έντονη μεταδοτικότητα) και κλινικά στοιχεία που περιγράφονται συνηγορούν ότι η νόσος που είχε διαδοθεί θα πρέπει να ήταν η διφθερίτιδα. 

Ασθενής με ορθοπεδικό πρόβλημα παρουσιάστηκε από την Αθήνα, ήταν ο I. Αβραμιώτης, συνεταίρος των Περούκα, ο οποίος παραπονούνταν: «πάσχω πολύ καιρό επικίνδυνα βασανιζόμενος από παλαιούς ρευματισμούς, που με κατήντησαν σε μεγάλη αγωνία». Η αρρώστια εντοπίζεται παράλληλα με τη διευκρίνιση των συμπτωμάτων και τη διαπίστωση του ανίατου της νόσου. Για ορθοπεδικό επίσης πρόβλημα – που αφορά την πεθερά του – κάνει λόγο ο Απόστολος Περούκας σε γράμμα του προς τον Ιωάννη Περούκα, όπου διαβάζουμε πως είχε σπάσει το πόδι της «τέσσερα δάχτυλα πάνω από το στραγάλι». Εκτός όμως από τη διάγνωση και τους αναφερόμενους φοβερούς πόνους της, δεν παρέχονται άλλες πληροφορίες σχετικές με την αντιμετώπιση. Ορθοπεδικής φύσεως ίσως ήταν και η ασθένεια του «αφεντός», που έπασχε από το πόδι του, και κάλεσε προς τούτο τον μόλις αφιχθέντα Άγγλο ιατρό να τον κουράρει. Η οξυμένη κατάσταση των ορθοπεδικών ασθενών, με χρονική διάρκεια και χωρίς τον εντοπισμό κάποιας θεραπείας, μας υποχρεώνει να υποθέσουμε ότι η ιατρική αντιμετώπιση υπολειπόταν σοβαρά στον τομέα αυτό. 

Η πανώλη, η μάστιγα των προηγούμενων αιώνων, είχε προσβάλει επανειλημμένως τους πληθυσμούς της περιοχής μας. Δραματικά στην αφήγηση τους είναι τα έγγραφα που αναφέρονται σ’ αυτήν και προέρχονται από διάφορες περιοχές: από την Αθήνα: «έπεσε αυτή η φοβερή αρρώστια», από την Κόρινθο: «στην Κόρινθο από τα χαρέμια διαδόθηκε ότι υπάρχει μόλεμα. Εντοπίστηκαν ένα-δύο σπίτια και σκόρπισαν μερικά. Το χαρέμι σηκώθηκε να φύγει», από νησιά: «η πανώλη κατακυρίευσε την Ύδρα και τον Πόρο», «στην ‘Υδρα ελαβώθη ένας από θανατικό και έγινε καλά. Στην Τήνο και Μύκονο έχει θανατικό», από την Κωνσταντινούπολη: «πέσαμε εις δριμείαν πανώλη, η οποία ανηλεώς θερίζει τους κατοίκους της πόλεως». 

Οι εκτενέστερες και δραματικότερες αφηγήσεις αφορούν την πανώλη που ενέσκυψε στο Άργος και το Ναύπλιο το χειμώνα του 1819:  

«έχουμε ανέλπι­στο συμβάν πανώλης. Ήλθε πλοίο, έφθασε παραμονή Χριστουγέννων στους Μύλους. Μέσα ήταν πεθαμένος ένας Τούρκος, εκ του οποίου εμολύνθη ένας Κεφαλλήνιος, όστις απέθανε ελθών εις Άργος. Εμόλυνε όμως τον νοικοκύρη του σπιτιού, όστις απέθανε μετά από οκτώ ημέρες. Οι τρεις θάνατοι δεν έβαλαν σε υποψία. Ο τέταρτος θάνατος της γυναικός έδωκε την υποψία. Έκαμαν αμέ­σως τας αναγκαίας προφυλάξεις με την έξοδον των φαμελιών, οι οποίες έδιδαν την υποψίαν επικοινωνίας. Μετά πέντε ημέρες εκτυπήθη άλλο ένα οσπίτιον, όπου απέθαναν τρεις άνθρωποι. Αμέσως διορίστηκε σκορπισμός. Είναι δώδεκα ημέρες που δεν ακούστηκε νέος θάνατος». 

Από το πλήθος και την ποικιλία των πληροφοριών που υπάρχουν στα ανωτέρω έγγραφα (οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές) λόγω του εξειδικευμένου περί ιατρικής θέματος θα περιοριστούμε στις σχετικές με την ασθένεια και τις αντιδράσεις της διοίκησης και των κατοίκων κατά τον εντοπισμό της. Κατ’ αρχάς, διαπιστώνουμε ότι προσανατολίστηκαν στη διάγνωση της πανώλης, αφού προέκυψε θάνατος και μάλιστα όχι ένας αλλά τέσσερις, ενώ τα μέτρα ελήφθησαν μετά τους επτά θανάτους. Αν και τα συμπτώματα της αρρώστιας είχαν εμφανιστεί – και μάλιστα στη χειρότερη εκδοχή τους, το θάνατο – γίνεται φανερό πως η έλλειψη «ιατρικής παιδείας» και στενής επαφής των ανθρώπων με το γιατρό αλλά και η αντικειμενική δυσκολία που υπήρχε στη διάγνωση της, καθιστούσε αδύνατη τον άμεσο εντοπισμό της. Παρόλα αυτά, κατάφεραν να την περιορίσουν, πριν εξαπλωθεί ανεπανόρθωτα, έχοντας ως όπλο την εμπειρία τους από παρελθούσες επιδημίες. 

Οι κατευθύνσεις για τη συλλογική αντιμετώπιση της επιδημίας δόθηκαν από τη διοίκηση[14] του Μωρέως. Τα μέτρα περιλάμβαναν ριζική απολύμανση των προσβεβλημένων εστιών και ανθρώπων, την απομόνωση των ασθενούντων με ταυτόχρονη ανάληψη της ευθύνης διαβίωσης τους από την τοπική διοίκηση, την απομάκρυνση των λοιπών κατοίκων από τις οικίες τους και διαμονή τους στην ύπαιθρο, την απαγόρευση κάθε μορφής συναλλαγής των κατοίκων της προσβεβλημένης περιοχής με άτομα από άλλα μέρη. Στην ανωτέρω διαταγή είναι αξιόλογη η ταυτόχρονη κινητοποίηση όλων των κατοίκων (μολυσμένων, ύποπτων ή καθαρών) και η αυστηρότητα με την οποία διατυπώνονται προς όλους -ανεξαρτήτως εθνικότητας, τάξης ή θρησκεύματος – και οι ποινές σε περίπτωση παραβίασης της. Να παρατηρήσουμε εδώ ότι τα μέτρα αυτά αποτελούσαν συγκερασμό της πρακτικής που εφαρμοζόταν μέχρι και τον προηγούμενο αιώνα, όταν οι μεν Μουσουλμάνοι κατέφευγαν στον οίκοι περιορισμό ασθενών και οικογένειας και στη στοργική περίθαλψη του πάσχοντος – σύμφωνα με τις επιταγές της θρησκείας, οι δε Χριστιανοί στην απομόνωση των προσβεβλημένων, μέτρο σκληρό και απάνθρωπο, που επέφερε ρήξεις στις ανθρώπινες σχέσεις. Η απομόνωση εξάλλου της περιοχής είχε δυσμενέστατες επιπτώσεις και στην οικονομία του τόπου με τη διακοπή των συναλλαγών και του εμπορίου και ίσως θα πρέπει να συνεκτιμηθεί ως ένας παράγοντας των δυσχερειών που αντιμετώπιζε ο καζάς του Άργους εκείνη την περίοδο. 

Την απόδοση των μέτρων αυτών είμαστε σε θέση να διαπιστώσουμε από γράμ­μα που συνέταξε ο Σωτήριος Περούκας ενάμιση περίπου μήνα μετά τη λήψη τους: «Είναι 43 ημέρες που δεν επόνεσε κεφάλι κάποιου ούτε από τους μολεμένους ούτε από τους ύποπτους. Μόνο τρεις φαμίλιες είναι ακόμη στην κουτουμάζα [απομόνωση] και οι μόρτες [οι έχοντες ανοσία][15] . Ο κόσμος μαζεύτηκε δεν μένει έξω. Μόνο η δική μας φαμίλια [σ. οι Περουκαίοι]. Η καλή διοίκησης ας έχει δόξα. Ο Άγιος Θεός οπού ογλήγορα επαστρεύφθει». Η έκφραση «καλή διοίκησις» συμπυκνώνει και την αντίληψη του κόσμου για το ποιος είχε την ευθύνη της σωστής αντιμετώπισης, η οποία συνίστατο στην έγκαιρη, άμεση και συνολική οργάνωση του πληθυσμού, την περίθαλψη των πασχόντων και την τιμωρία των ανυπάκουων. Για τη λογική όμως των ανθρώπων εκείνης της εποχής δεν θα ήταν επιτεύξιμος ο έλεγχος της επιδημίας μόνο με την ανθρώπινη παρέμβαση και τη συνεργασία διοίκησης και πληθυσμού δίχως την αρωγή της θείας βοήθειας. Στα λόγια του Σ. Περούκα αλλά και στο κείμενο της διοικητικής απόφασης- που επικαλείται δύο φορές την ανάγκη της θεϊκής υποστήριξης- είναι εμφανής, υπό την απειλή αυτής της τρομερής αρρώστιας που πρόσβαλε αδιακρίτως ηλικίες, φύλα και τάξεις, η εναπόθεση των ελπίδων τους στο Θεό. 

Αξίζει όμως να παρατηρήσουμε πως, παρά την σχεδόν απόλυτη εξάρτηση των ανθρώπων από εξωεπιστημονικούς παράγοντες, ο παράλληλος έπαινος της διοίκησης για τις αποτελεσματικές της ενέργειες σηματοδοτεί τη θετική αξιολόγηση των δυνατοτήτων της ανθρώπινης παρέμβασης και την προσέγγιση πλέον των κοινωνιών – εμπειρικά κατ’ αρχάς – προς επιστημονικές μεθόδους. Αν και πουθενά δεν αναφέρεται η προσφυγή σε γιατρό ή η επίκληση της επιστήμης για την αντιμετώπιση της πανώλης, εν τούτοις τα μέτρα που ελήφθησαν δεν απείχαν από αυτά που υποδείκνυε και η ιατρική παρά την εμφανή απουσία της. Μάταιο εξάλλου θα ήταν να αναζητήσει κάποιος μέτρα πρόληψης και υγειονομικής προστασίας στα πλαίσια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, διότι θα συναντήσει την αδιαφορία για λήψη και την αδυναμία γενικευμένης και αδιάκοπης επιβολής τους. 

Η τελευταία ιατρική πληροφορία που καταγράφεται στα 1820 αφορά ασθένεια του Δημήτριου Περούκα: «εις τας 19 Μαΐου εμίσευσεν δια Προύσσα επειδή τον εσυμβούλευσαν ιατροί να μεταχειρισθεί τα εκεί λουτρά προς ωφέλεια της πά­ντοτε ενοχλούσης αυτόν εκπυρώσεως αλμύρας του αίματος και γυρίζει σε 15-20 ημέρες». Σύμφωνα με την Ιπποκράτεια ορολογία «αλμυρός πυρετός αίματος» προκαλείται, όταν μεταφερθεί φλέγμα [ένας από τους τέσσερις βασικούς χυμούς του σώματος] στο αίμα. Δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί το είδος της ασθένειας, αν και η χρήση του επιθέτου αλμυρός σε συνδυασμό με τη χρόνια βάση του προβλήματος [ «πάντοτε»] και τη σύσταση των ιαματικών λουτρών μας υποψιάζει για πνευμονία. Προτρέπεται όμως ο ασθενής από γιατρούς της Πόλης να καταφύγει στα μπάνια ως μόνη λύση για το πρόβλημα του. Η επιλογή της Προύσσας δεν είναι τυχαία, αλλά οφείλεται στην τεράστια φήμη που έχουν τα θειούχα και σιδηρούχα λουτρά της, που λειτουργούσαν από τα βυζαντινά χρόνια. Από τις θεραπευτικές μεθόδους που προτείνονταν, ιδιάζουσα θέση κατείχαν τα «μπάνια» ή αλλιώς τα «λουτρά». Την αγωγή αυτή συνιστούσαν κατ’ εξοχήν οι γιατροί στις πόλεις της Ιταλίας, όπως μαρτυρούν τα ακόλουθα αποσπάσματα: «πήγα στην Πίζα και ομίλησα με τους καλλίτερους ιατρούς. Μου έδωσαν καλές ελπίδες. Την ερχόμενη άνοιξη θα μεταχειρισθώ τα αναγκαία ιατρικά και ως αναγκαιότερα τα λουτρά», «ασθενώ από νευρικά. Αναμένω την άνοιξη να εξακολουθήσω τα μπά­νια »… «ο αδελφός δοτόρος με το πέρασμα του εις Λιβόρνο έλαβε την ιατρεία του πάθους και αφού ακολουθήσει και τα μπάνια της Κασπάνης, όπως εδιορίσθει θα λάβει ολοτελώς ιατρεία και θα έλθει υγιής», «ο κυρ Παναγιωτάκης ευρίσκε­ται εις Νεάπολη και μεταχειρίζεται τα μπάνια». Η θεραπευτική ιδιότητα των ιαματικών λουτρών δεν εκτιμούνταν μόνο στην Ιταλία, αλλά ήταν πολύ ευρύτερα αναγνωρισμένα, φθάνοντας μέχρι την Ανατολή. 

Ολοκληρώνοντας την εξέταση των ανωτέρω εγγράφων, μπορούμε να εκτιμήσουμε ότι οι κάτοικοι της  Πελοποννήσου – και κατ’ εξοχήν τα μέλη των αρχο­ντικών οικογενειών – είχαν αρχίσει να γεφυρώνουν τη σχέση τους με την ιατρική επιστήμη, παρά τα εμπόδια που όρθωνε το οθωμανικό καθεστώς και η πολιτισμική υστέρηση των ιδίων. Η προσφυγή των ασθενών σε γιατρό, η αναζήτηση θεραπειών και σκευασμάτων επιστημονικά αποδεκτών, η κατίσχυση του θεσμού του «κοινοτικού ιατρού» καταδεικνύουν – χωρίς να είναι τα μόνα – την αλλαγή προσανατολισμού του κόσμου στα θέματα υγείας. Η ευρωπαϊκή αύρα δειλά και περιορισμένα άρχισε να πνέει στην περιοχή μας χάρη στην ανάπτυξη νέων οικονομικών δραστηριοτήτων (κυρίως από το χριστιανικό πληθυσμό), στην πολυεπίπεδη επαφή της με τη Δύση και την ανοχή – ίσως ως προσπάθεια εκσυγχρονισμού – της Οθωμανικής εξουσίας. 

   

Υποσημειώσεις  


  

[1] Το αρχείο φυλάσσεται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία Ελλάδος (κτίριο Παλαιάς Βουλής) με την επωνυμία «Αρχείο Άργους» και είναι ανέκδοτο. Το παλαιότερο έγγραφο της συλλογής ανάγεται στο 1727, ενώ ίχνη της οικογένειας έχουν εντοπιστεί στα 1687 [Όλγα Καραγεώργου-Κουρτζή, Οικονομικές και Κοινωνικές συνθήκες στη β. Πελοπόννησο κατά την εικοσαετία 1800-1820, διδακτορική διατριβή (αδημοσίευτη), σελ 9]. Για την παρούσα μελέτη αξιοποιήθηκε το υλικό που προήλθε από την αποδελτίωση περί των 1500 εγγράφων της περιόδου 1727-1820, που μελετήθηκαν διεξοδικά κατά την εκπόνηση της διδακτορικής μου διατριβής. Στην εργασία έχει γίνει αποκατάσταση της ορθογραφίας και διατύπωσης για να διευκολυνθεί η κατανόηση του. Όπου το κείμενο διατηρεί την πρωτογενή του μορφή, δηλώνεται με εισαγωγικά 

[2] Απόστολος Περούκας ήταν ένας εκ των τεσσάρων υιών του Δημητρίου Περούκα (οι υπόλοιποι ήσαν οι: Γεωργαντάς, Νικόλαος και Σωτήριος), που αποτέλεσαν τον πυρήνα της οικογένειας από τις τελευταίες δεκαετίες του 18ου αιώνα Ήταν έμπορος και δανειστής εγκατεστημένος στην Πάτρα, με κατοικίες στην Πάτρα και στη Βοστίτσα (Αίγιο) και διατηρούσε οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις με τα μέλη της οικογένειας του στο Άργος ή αλλού. 

[3] Βλ. σχ. Αριστ. Σταυρόπουλος, Σημειώματα για την Ιστορία της Ιατρικής, Αθήνα 1984, σελ. 23. Μεταξύ των προνομίων που απολάμβαναν οι γιατροί ήταν και η ελευθερία στην επιλογή της αμφίεσης τους, όπως π.χ. στη Χίο που φορούσαν παπούτσια από κίτρινο μαροκινό και ντύνονταν με ζωηρόχρωμα υφάσματα, προνόμιο που είχαν μόνο οι 0θωμανοί(βλ. Κ. Σιμόπουλος,ο.π., σελ. 72). 

[4] Λεξικό Μπαμπινιώτη, από το λατινικό condoctus «μισθωτός». O μισθός των 1000 γροσίων θα πρέπει να ήταν ικανοποιητικός, αν και όχι ιδιαίτερα υψηλός, εάν λάβουμε υπόψη μας ότι το μεροκάματο των εργατών γης ήταν περίπου 20 παράδες, των τεχνιτών 30-40, το ψωμί έκανε 4 παράδες η οκά, ενώ το βοδινό 6 και το αρνί 12 [40 παράδες=1 γρόσι]. 

[5] Την ανωτέρω συμφωνία φαίνεται πως αξιοποίησε η Όρσα Περούκα και παρότι διέμενε σε άλλη πολιτεία απολάμβανε και αυτή το κοινοτικό προνόμιο. Αυτό ίσως να οφείλεται στη συγγενική της σχέση με τους Περούκα του Άργους, αλλά και σε πιθανούς στενότερους δεσμούς του ιατρού Χριστόδουλου με την οικογένεια τους, του οποίου η σύζυγος Ευγενία ίσως ήταν και αυτή κόρη – εκτός της Ευδοκίας και Βιτορίτσας – του προεστού και λογοθέτη του ‘Αργους Νικολάου Περούκα [17359/6(15-1-1819)]. 

[6] Το όνομα του γιατρού Αυγουστή εντοπίσαμε και σε γράμμα του Απόστολου Περούκα προς το ‘Αργος, με το επίθετο Γαλανός και Κεφαλλονίτικη καταγωγή.[Νθ: 17331/27(16-8-1816)]. Την ύπαρξη πολλών Επτανησίων ιατρών(Κεφαλλήνιων, Ζα­κυνθινών κ.α.) αναφέρει και ο Αρ. Σταυρόπουλος, ο.π, σελ.23. Η γειτνίαση με την Ιταλία, όπου μπορούσαν να σπουδάσουν, η απουσία της Οθωμανικής κυριαρχίας και η σπουδαιότητα του επαγγέλματος θεωρούμε πως μπορούν να δικαιολογήσουν την τάση αυτή. Γιατρό Αυγουστή στην Τριπολιτσά με αδελφό εγκατεστημένο στο ‘Αργος μνημονεύει και η Αν. Κυρκίνη, ο.π., σελ. 123. 

[7] Νο:17352/35 (11-11-1818). Ο Χαράλαμπος Περούκας ήταν ο ένας από τους τρεις γιους του προαναφερθέντος Νικο­λάου. Οι άλλοι δύο ήσαν οι Δημήτριος και Ιωάννης. Είχε ακόμη και δύο κόρες, την Βιτορίτσα [Βικτωρία] και την Ευδοκία που είχε παντρευτεί τον άρχοντα των Καλαβρύτων Δημητράκη Ζαίμη. 

[8] Νο 17360/6(1-3-1819). Ο Δημήτριος Περούκας, γιος του Νικολάου, βρισκόταν εκείνη την περίοδο στην Πόλη ως βεκίλης [εκπρόσωπος] των χριστιανών του Μοριά. Πρόκειται για πολύ σημαντικό αξίωμα, που έδινε στον κάτοχο του ιδιαίτερη πολιτική δύναμη. 

[9] Νο: 17360/28(24-4-1819). Φαίνεται πως ο Χαράλαμπος αντιμετώπιζε αρκετά προβλήματα υγείας, και ίσως γι’ αυτό να ζητά με γράμμα, που αποστέλλει στο ‘Αργος, να του αγοράσουν από τη φημισμένη του αγορά ένα καλό άλογο «για τα καπρίτζια του και την υγεία του»[βλ. Νο: 17360/28(24-4-1819)]. 

[10] Η κίνα είναι φαρμακευτικό φυτό το οποίο χρησιμοποιούνταν στην πρωτογενή μορφή του χάρη στην αντισηπτική, αντιπυρετική και τονωτική της στομαχικής δύναμης δράση. Χορηγούνταν ειδικότερα και ως επικουρικό φάρμακο «κατά των λίαν επίμονων και μακροχρονίων ελειογενων πυρετών, τον τυφοειδή πυρετόν μετά καταβολής των δυνάμεων…τας χοιραδικάς εξαντλητικός παθήσεις(φυματίωση τραχηλικών λεμφαδένων)» Τα αλκαλοειδή της κίνας αποτελούν κατηγορία φαρμάκων στην οποία ανήκει η γνωστή μας η κινίνη (βλ Γ Καρυοφύλλη,Ιατρικόν Λεξικόν χειρουργικής, φαρμακολογίας, θεραπευτικής και των συναφών αυταίς επιστημών, Εν Αθήναις 1895,σελ.596). Την κίνα συνιστούσαν επίσης και στην ελονοσία, ως μοναδικό φάρμακο. Όλοι οι περιηγητές την κουβαλούσαν στις αποσκευές τους και την προσδιόριζαν με την ονομασία «φλοιός του Περού». Τον περουβιανό φλοιό έφεραν οι Ισπανοί στα μέσα του ΙΖ αιώνα στην Ευρώπη 

[11] Η ευρεία χρήση της κινίνης (που παράγεται από την κίνα) για την αντιμετώπιση διαφόρων ασθενειών διήρκεσε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’50, που εκτός από φάρμακο εκλογής για τον ελώδη πυρετό, τη χορηγούσαν για τη γρίπη, τους πονοκεφάλους κ.α. 

[12] Το πρώτο ελληνόγλωσσο ντοκουμέντο που κάνει λόγο για την αρρώστια της ευλογιάς είναι το Χρονικόν, που γράφτηκε το 1623 από τον Παπασυναδινό, μετά το θάνατο της κόρης του Ζωής που είχε προσβληθεί από τον ιό, ενώ τον 11ο αιώνα, στο Βυζάντιο, μεταφράστηκε στα ελληνικά σύγγραμμα Πέρση γιατρού που περιέγραφε τη νόσο, η οποία φαίνεται πως θα τους απασχολούσε (βλ.Κ. Κωστής, ο.π., σελ. 78). 

[13] Οι γυναίκες σε περίοδο χειμώνα έπαιρναν πύον από καλοήθους και ελαφράς μορφής ευλογιά από ασθενή εύρω­στο και κατά τα άλλα υγιή, το έκλειναν ερμητικά σε μπουκαλάκι καθαρό και ζεστό, που το κρατούσαν στον κόλπο τους για να διατηρείται θερμό μέχρι να το μεταφέρουν στο σπίτι του υποψηφίου να εμβολιαστεί. Τον εμβολιαζόμενο τρυπούσαν με βελόνα πλαγίως στο μέτωπο, το πηγούνι, τα μάγουλα, την παλάμη και τα πόδια όπου έριχναν το πύον. Κατόπιν τα κάλυ­πταν και διάταζαν να μην τα βρέξουν ή ξύσουν και να ακολουθήσουν αυστηρή δίαιτα για 40 ημέρες. Η θνητότητα από τον εμβολιασμό αυτό κυμαινόταν σε 1-2 στα 300. Την μέθοδο αυτή παρακολούθησαν ο αρχίατρος πολλών ηγεμόνων και του Μ. Πέτρου, Ιάκωβος Πυλαρινός και ο ιατρός Εμμανουήλ Τιμόνης, οι οποίοι αφού μελέτησαν και σπούδασαν την εφαρμογή της, την ανακοίνωσαν με σχετικά έργα: Ιάκωβος Πυλαρινός, «Περί νέας και ασφαλούς μεθόδου του προξενείν την ευλογίαν δί εγκεντρώσεως, νεωστίανακαλυφθείσης και συνήθως εκτελουμένης, δι’ ης τα σώματα προφυλάσσονται από επιγενούς μολύνσεως», 1713 [στα λατινικά], Εμμανουήλ Τιμόνης, «Περί της δί εντομών ή εμβολιασμού παραγωγής της νόσου ευλο­γίας», 1713 [στα αγγλικά]. Και ο μεν Τιμόνης τη μέθοδο αποδίδει σε γυναίκες Κιρκάσιες και Γεωργιανές ο δε Πυλαρινός σε θεσσαλές (Πυλαρινός, Βιογραφία τούτου παρά Μαζαράκη, σελ. 127, Σεργίου Ιωάννου, Πραγματεία ιατρικής 1818, σελ. 310, περιοδ «Εστία» Β’ 1876, σελ. 632. Οι πληροφορίες από τη Μ.Ε.Ε,ο.π, τομ ΙΑ’, σελ. 740) 

[14] Η σχετική απόφαση της οθωμανικής διοίκησης στην Τριπολιτσά, η οποία ελήφθη μετά από κοινή σύσκεψη των Οθωμανών και χριστιανών αξιωματούχων που αποτελούσαν το διοικητικό συμβούλιο της Τριπολιτσάς και απευθύνεται στις τοπικές διοικητικές και κοινοτικές αρχές της επαρχίας του Άργους, που δημοσίευσε η Αν Κυρκίνη, (ο.π., σελ.121-122) περιλαμβάνεται ομοίως στο Αρχείο Περούκα αλλά στη συλλογή των οθωμανικών εγγράφων Νο: 47460 (19-2-1819). Το κείμενο είναι συνταγμένο στα ελληνικά από τον επίσημο διερμηνέα [δραγομάνο] του πασά, που εκείνη την περίοδο ήταν ο Θεοδόσιος Μιχαλόπουλος. Σύμφωνα με την απόφαση όφειλαν: «το σπίτι εκείνο οπού ακολούθησε το θανατικόν..ό,τι πράγματα είναι μέσα από σκουτιά στρωσίματα και λοιπά έως το παραμικρόν όλα αμέσως να κατακαούν όπου να γίνουν στάκτη και ύστερον η εξ εκείνων ύλη να κατασβεσθή με νερόν πολύ, και να βαλθούν καπνίσματα διάφορα κατά την συνήθειαν εις διασκέδασιν και σκορπισμόν εκείνης της αναθυμιάσεως», «..το ίδιον εκείνο σπήτι να καή διά να σηκωθεί η υποψία…», «εις τους μολυσμένους ανθρώπους οπού ευρίσκονται έξω, ευθύς να οικονομήσετε ενδύματα και σκεπάσματα παστρικά, και να τους δοθούν δια να αλλάξουν,.. τα ενδύματα και σκεπάσματα οπού έχουν και φορούν, όλα εκείνα να τα πλύνουν εις ένα παράμερον μέρος του ποταμού, και όλους εκείνους τους ανθρώπους να τους ευγάλετε έξω εις ένα μέρος μινασίπικον [κατάλληλο] και φτιάνοντες εκεί τρεις τέσσαραις καλύβαις να τους βάλετε, έχοντες μακρόθεν και ανθρώπους δια να τους φυλάξουν, οπού να μην κάνουν συναναστροφές με άλλους», «της ζωοτροφίας τους [διατροφής]… κάνετε ιδαρέ [μεριμνήσετε] και να στέλνετε δια να μη λάβουν στενοχωρίαν», «οι λοιποί κάτοικοι του ‘Αργους να μην κάνουν συναναστροφήν από σπήτι εις σπήτι, αλλά κάθε ένας να είναι εις το σπήτι του_νύκτα και ημέραν να μην γίνεται συναναστροφή..», «Αργίτες με κιράδες [αγώγια] και ζαχιρέδες [είδη διατροφής] να μην αφήσετε διά να εύγουν διά εδώ και διά άλλα μέρη του Μωρέως. Να μένουν αυτού εις τα σπίτια τους…εις ό,τι δρόμο τους ιδούν ή τους απαντούν να τους γυρίζουν οπίσω και να τους διώχνουν κακώς». 

[15] Οι μόρτες ή απόλοιμοι (Κώστας Κωστής, ο.π, σελ. 62) είχαν επιβιώσει μετά την προσβολή τους και είχαν αποκτήσει ανοσία που διαρκούσε το πολύ δέκα έτη. Σε εκδηλώσεις επιδημιών αναλάμβαναν την ταφή των νεκρών και τη φροντίδα των ασθενών και δεν είχαν αφήσει ιδιαίτερα κολακευτικές αναμνήσεις για τη συμπεριφορά τους. 

  

Πηγή 

 


  •    «Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 2, Δεκέμβριος 2004.

 

Read Full Post »

Μπονιφάτσιο Μποναφίν – Bonifaccio Bonafin (1800-1893)


 

Ιταλός φιλέλληνας, φαρμακοποιός. Γεννήθηκε στην Πάδοβα της Ιταλίας το 1800 και πέθανε στο Ναύπλιο το 1893. Μετά από 3 χρόνια παραμονής του στην Ύδρα, το 1829 εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο και παντρεύτηκε Υδραία. Προσπάθησε, όπως αυτό προκύπτει από τρεις επιστολές που έχουν διασωθεί, να διοριστεί ως φαρμακοποιός στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο του Ναυπλίου.

Bonifaccio Bonafin (1800-1893). Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

Αρχικά προτάθηκε από τον Ν. Καλογερόπουλο, ο οποίος με επιστολή του προς τον Φρούραρχο Ναυπλίου Χάιντεκ του συνιστούσε τον Μποναφίν ως τον πλέον κατάλληλο για την συγκεκριμένη κενή θέση. Τον πληροφορούσε ακόμη ότι ο ενδιαφερόμενος είναι πτυχιούχος του Πανεπιστημίου της Πάδοβας, και τον διαβεβαίωνε ότι ο προτεινόμενος ήταν πρόθυμος να περάσει από ειδικές εξετάσεις. (Η επιστολή είναι γραμμένη στη Γαλλική γλώσσα). Ο Φρούραρχος Χάιντεκ, με την σειρά του απευθύνεται προς το Γενικό Φροντιστήριο και αφού αναφέρεται στην διαφωνία του Μποναφίν σχετικά με τον προβλεπόμενο μισθό, τον προτείνει ως καταλληλότερο για την θέση του Φαρμακοποιού. (Η επιστολή είναι γραμμένη στην Ελληνική γλώσσα).

Παράλληλα ο Μποναφίν απευθύνει προσωπική επιστολή προς κάποιο σημαίνον πρόσωπο και ενημερώνει για τις σπουδές του και την αξιοσύνη του, τονίζοντας ότι τα προβλεπόμενα χρήματα ήταν λίγα.( Η επιστολή είναι γραμμένη στην Ιταλική γλώσσα).

Από πληροφορίες γνωρίζουμε ότι ο Μποναφίν δεν διορίστηκε στην επίζηλη θέση του Νοσοκομείου, αλλά άνοιξε δικό του φαρμακείο στο Ναύπλιο και υπήρξε από τους πρωτοπόρους της φαρμακευτικής τέχνης.

Το πρώτο φαρμακείο «Ο Σωτήρ» του Μποναφίν στεγαζόταν στο μεγάλο δρόμο, δίπλα από το πρώτο γυμνάσιο, το σημερινό δημαρχείο. Αρχικά, το φαρμακείο στεγαζόταν σε παλιότερη μη σωζόμενη διώροφη οικία. Η υπάρχουσα νεοκλασική οικία χτίστηκε περίπου γύρω στα 1880. Τον Μποναφίν στην συνέχεια διαδέχτηκε στο φαρμακείο ο ανιψιός του Α. Κάτσικας και κατά την τελευταία περίοδο το φαρμακείο λειτούργησε ως το 1972 από την Ε. Γουζουάση.

Τέλος  ήταν και ο άνθρωπος που ταρίχευσε τη σορό του Ιωάννη Καποδίστρια.

Με τον Μπονιφάτσιο Μποναφίν έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα, ο φαρμακοποιός και λογοτέχνης Θεόδωρος Κωστούρος. Αγαπητή και αξέχαστη μορφή τ᾽ Αναπλιού. Το βιβλίο του « Βονιφάτιος Μποναφίν»  έχει εκδοθεί με την φροντίδα του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος το 1979.

Πηγή


  • Βασίλης Κ. Δωροβίνης, «Τρεις  Φιλέλληνες στην Αργολίδα. Νέα και ανέκδοτα στοιχεία για τους Τζώρτζ Τζάρβις, Πέτρο Μπελλίνο και Μπονιφάτσιο Μποναφίν», Σελ. 155-160, Ανάτυπον από τα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα», Τόμος ΙΙΙ ( 1998), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

Read Full Post »

Σάμιουελ Γκρίντλεϋ Χάου [S.G. Howe] (1801-1876)

 

 

Σάμιουελ Γκρίντλεϋ Χάου Ο Σάμιουελ Γκρίντλεϊ Χάου ήταν ένας εξέχων Αμερικανός γιατρός, υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας, πραγματικός φιλέλληνας, φιλάνθρωπος και πρωτοπόρος στην εκπαίδευση τυφλών και ανάπηρων παιδιών. Γεννήθηκε στη Βοστόνη στις 10 Νοεμβρίου 1801 και καταγόταν από πλούσια οικογένεια. Μετά τη λήψη του πτυχίου του της ιατρικής το 1824 από το Μπράουν της Πρόβιντενς αποφάσισε να προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες στην επαναστατημένη Ελλάδα, στην οποία έφθασε το τέλος του 1824. Ανέλαβε αμέσως υπηρεσία στον Αγώνα, περιθάλποντας τραυματίες και άρρωστους μαχητές. Στο πρώτο γράμμα προς τον πατέρα του αναφέρει μεταξύ άλλων:   

«…ως προς τον μισθόν μου, ουδέν λαμβάνω, ούτε μ’ ενδιαφέρει, αφού η Κυβέρνησις δεν είναι εις θέσιν ούτε να θρέψη και να ενδύση τους δεινοπαθούντας στρατιώτας…».

 

Από το ημερολόγιό του διαβάζουμε:

 

«… η δουλειά μου τη νύχτα που πέρασε ήταν ατέλειωτη … έκαμα τόσες εγχειρήσεις που αμφιβάλω αν θα κατόρθωνα να τις κάμω κατά τη διάρκεια ολόκληρων ετών στη Βοστώνη … δύο μήνες τώρα κοιμάμαι στο έδαφος με τα ρούχα … είχα σκεφτεί να φύγω από δω, αλλά θα ήταν πράξη επονείδιστη…».

 

Ο Σαμουήλ Χάου επιστρέφει το 1827 στην Αμερική και οργανώνει έρανο για την ελληνική υπόθεση. Συγκεντρώνει 60.000 δολάρια και αγοράζει ρούχα και τρόφιμα για τους επαναστάτες. Ένα χρόνο αργότερα έρχεται και πάλι στην Ελλάδα και οργανώνει καταφύγια για την περίθαλψη των προσφύγων. Ένα από αυτά στον Ισθμό της Κορίνθου θα το ονομάσει «Ουασινγκτονία».

 

Το 1831 επιστρέφει στη Βοστώνη και ιδρύει το πρώτο σχολείο για τυφλούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, του οποίου διετέλεσε πρώτος διευθυντής. Το 1848 δημιουργεί ένα ανάλογο σχολείο για άτομα με διανοητικές διαταραχές. Το 1866, γηραιός πλέον, βρίσκεται για μια ακόμα φορά στην Ελλάδα, για να συνδράμει τους επαναστατημένους Κρητικούς. Πέθανε στις 9 Ιανουαρίου 1876.

 

 

Η περίθαλψη του πληθυσμού και των στρατιωτών κατά την διάρκεια της

Επαναστάσεως του ’21

 

 

Πρόταση του Σάμουελ Χάου για τη Δημιουργία Κινητών Νοσοκομείων Εκστρατείας.

 

Απόσπασμα Άρθρου από την  ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ

Κωνσταντίνος Γρ. Κυριακόπουλος, Νευροχειρουργός

Χρίστος Μαυρογιώργος, Νευροχειρουργός

 

 

Όπως παραπάνω αναφέρεται, κατά τη διάρκεια της εδώ παραμονής του υπήρξε γιατρός διαφόρων στρατοπέδων. Σε ιδιαίτερο ημερολόγιό του, το οποίο όμως δεν διασώθηκε ολόκληρο, κατέγραφε κατά την παραμονή του στην Ελλάδα διάφορα γεγονότα, τις σκέψεις του, τις κρίσεις και ενέργειές του. Το σωζόμενο εκδόθηκε, τροποποιημένο σε πολλά σημεία από τον εκδότη του. Το 1971 μεταφράσθηκε στα Ελληνικά και εκδόθηκε.

 

Στη σελ. 147 αναφέρεται: «Από του Φεβρουαρίου μέχρι Ιουνίου 1827 ούτε ημερολόγιο, ούτε επιστολαί του Χάου υπάρχουν».

 

Στη σελ. 185 αναφέρεται: «ο Χάου πεισθείς εις τας προτροπάς της Ελληνικής Κυβερνήσεως, μετέβη εις Αμερικήν όπως προσωπικώς εργασθύ ύπέρ συλλογής εράνων…».

 

Η μη ύπαρξη σημειώσεων του ημερολογίου για το παραπάνω διάστημα δικαιολογεί την άγνοια του σκοπού της μεταβάσεώς του στην Αμερική. Δεν παρακλήθηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση, αλλά ο ίδιος εζήτησε χορήγηση της επιστολής που αναφέρεται στο ημερολόγιό του.

 

O Αμερικανός ιατρός Σάμιουελ Γκρίντλι Χάου (Samuel Gridley Howe, 1801-1876).

 

 

Στα ΓΑΚ, υπάρχει επιστολή του Χάου προς την Ελληνική Κυβέρνηση την οποία δημοσιεύουμε, διότι έχει ιδιαίτερη αξία.

 

«Προς τηv Σεβαστήν Avτικυβερνητικήν Eπιτρoπήv.

 

Είναι δύω ήμισυ χρόνοι, αφ ού ανεχώρησα από την Αμερικήν με σκοπόν να δουλεύσω την Ελλάδα, δια του επαγγέλματός μου. Έφερον συστατικά γράμματα από το εν Aμερική Ελληνικόν Κομιτάτον. Όλα δε τα έξοδα εις τόν δρόμον και αλλαχου εγένοντο εξ ιδίων μου.

Φθάσας εις την Ελλάδα επρόσφερα τας δουλεύσεις μου εις την τότε προσωρινήν Διοίκησιν παρά της οποίας επεφoρτίσθην να συνακολουθήσω με το Ελληνικόν Στράτευμα εις Μεσσηνίαν, Όπου ηκολούθησα μετά χαράς. Έμεινα δύω μήνας εις Καλαμάταν επισκεπτόμενος τους εκεί εκ των στρατοπέδων πεμπομένους πληγωμένους και άλλους. Μετά ταύτα επέμφθην εις Γραμπουσαν, Όπου έδούλευσα μήνας πέντε και εις αυτήν και έξωθεν αυτής εις άλλα μέρη. Επιστρέψας δε από την Γραμπουσαν επεφoρτίσθην να δουλεύσω εις τα εν Ναυπλίω Εθνικά Νοσοκομεία των ασθενών και των πληγωμένων. Το χρέος τούτο εκτέλεσα καθ’ Όσον ηδυνήθην ένα σχεδόν χρόνον. Μετά ταύτα κατ’ αίτησιν του Κυρίου Αστιγξ  εισήλθον εις τό Ατμοκίνητον ή Καρτερία, Όπου και μένω έως σήμερον. Δι’ Όλας τας ανωτέρω εκδουλεύσεις μου εις την Ελλάδα δεν έλαβον σχεδόν τίποτε δια μισθόν μου. Διότι επιθυμούσα πάντοτε να δουλεύσω Όσον ημπορούσα χωρίς πληρωμήν. 

 
Σάμουελ Χάου με ελληνική στολή

Σάμουελ Χάου με ελληνική στολή

Μ’ Όλα ταυτα δεν ευχαριστούμαι εις τας μερικάς ταύτας εκδουλεύσεις. Αλλά θέλω να φανώ πρόξενος μεγαλυτέρων ωφελειών εις το Ελληνικόν Έθνος. Και γράμματα τα οποία κατ’ αυτάς έλαβον από την Αμερικήν με δίδουν χρυσάς Ελπίδας. Το σχέδιόν μου είναι να συστήσω Νοσοκομείον στερεον εις τόπον κατάλληλον, δια τας ανάγκας των στρατευμάτων της Ελλάδος, τόπον, Όστις να ημπoρή να χωρέση εκατόν περίπου πληγωμένους. Μετά τούτο να συστήσω Νοσοκομεία κινητά δηλ. να διορίσωεις παν στρατόπεδον επιστάτας χειρούργους, οίτινες να έχουν μεθ’ εαυτών τινάς ύπηρέτας, και Όλα τα αναγκαία Ιατρικά και λοιπά ώστε αυτοί να λαμβάνουν τους κατα τας μάχας πληγωμένους να τους επισκέπτωνται προσωρινώς και έπειτα να φροντίζουν να τους διευθύνουν εις το στερεόν Νοσοκομειον.

Γνωρίζω εκ πείρας, Ότι οι στρατιώται Έλληνες πάντοτε φοβούνται μη πληγωθούν εν καιρώ μάχης, προβλέποντες την έλλειψιν Ιατρού να τους επισκεφθή. Δια τούτο επιθυμώ νά συστήσω τά κινητά Νοσοκομεία, τα όποία μάλιστα είναι γνωστά εις όλον τόν κόσμον. Τά Νοσοκομεία ταύτα πρέπει νά έχουν χωριστά όλα τά χρειώδη ως ζώα, ύπηρέτας κ.λπ. Οί ύπηρέται αυτών πρέπει νά είναι ενδεδυμένοι με ιδίαν στολήν, διά να γνωρίζουν οί στρατιώται, ότι όταν πληγώνωνται, θέλουν δέχεσθαι παρά τούτων, ειμελείσθαι και διευθύνεσθαι εις τό στερεόν Νοσοκομείον, διά να επισκέπτωνται και θεραπεύωνται εις αυτό χωρις κανεν ίδιόν των έξοδον. Τούτο ύπόσχομαι νά κατορθώσω χωρίς νά εξoδεύση τίποτε ή Ελληνική Κυβέρνησις. Αιτώ δέ από μέρους της μόνον και μόνον γράμματα πρός τα εν Aμερική Ελληνικά Κομιτάτα μαρτυρούντα, ότι έκαμα τό χρέος άρκετόν καιρόν εις τήν Ελλάδα, όπου εδούλευσα επεμελήθην καθ’ όλην την έκτασιν τό γενικόν Νοσοκομείον, και ότι επιθυμεί ή Κ υβέρνησις νά βαλθή εις πράξιν τό ειρημένον σχέδιόν μου.

 

Εν Πόρω τη 3 Μαίου / 21 Απριλίου 1827

Σ.Γ. Χάου

Και ή Ελληνική ύπογραφή αυτόγραφος.

 

Πρόκειται για πολύ σημαντικό έγγραφο, γιατί σε αυτό υπάρχουν  πληροφορίες για τον τρόπο άσκησης της ιατρικής στα χρόνια του αγώνα. Εισάγεται για πρώτη φορά η διάκριση ανάμεσα στο «σταθερό» και το «κινητό» νοσοκομείο.

 

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή αποδέχθηκε την αίτησή του και του εχορήγησε το ακόλουθο συστατικό γράμμα:

 

«Αριθ. 419 Σχέδιον Συλλογής Βλαχογιάννη

Ελληνική Πολιτεία Γραφή Γ. Γλαράκη

ή Αντικυβερνητική Επιτροπή

 

Πρός τόν Σεβαστόν Πρόεδρον και τά λοιπά Σεβαστά Μέλη τής ύπέρ των Ελλήνων Φιλανθρωπικής Εταιρίας τών Ομοσπόνδων Επικρατειών της Αμερικής. Τό Ελληνικόν Έθνος γνωρίζει κάλλιστα τούς ύπέρ τού ίερού τούτου άγώνος άκαμάτους κόπους και τάς πολλάς και πολυειδείς προς αυτό ευεργασίας Σας και αισθανόμενον βαθυτάτην ευγνωμοσύνην και μη έχον άλλο τι σάς προσφέρει διά τής Κυβερνήσεως αυτού τάς άπείρους εγκαρδίους ευχαριστίας. Είναι δέ εύελπις ότι και τού λοιπού ως άδολοι φίλοι τής άνθρωπότητος και ένθερμοι ύπερασπισταί τού δικαίου δέν θέλετε παύσει ενεργούντες και κοπιάζοντες ύπέρ τών άναντιρρήτων και άναφαιρέτων δικαίων αυτού, τά όποία ό τουρκικός, ό επί τής γής μοναδικός δεσποτισμός, τέσσαρας όλοκλήρους αιώνας κατασπάραττε, και ήδη άγωνιά να καταπίη εξ όλοκλήρου.

 

Ο συμπολίτης Σας, ό Ιατρός κύρους Άου (Howe), άνήρ άξιόλογος και διά τάς Ιατρικάς του γνώσεις, και διά τάς άρετάς του, ύπηρέτησε τήν Ελλάδα ως Ιατροχειρούργος δύω ήμισυ χρόνους περίπου μέ τιμήν, ύπόληψιν, ευαρέστησιν, και πλήρη τής Κυβερνήσεως ευχαρίστησιν. Ο άξιότιμος ούτος άνήρ επιθυμών νά ύπηρετήση εις τό έξής τήν Ελλάδα σημαντικότερον, άναλόγως τής πρός τόν ίερόν αυτής άγώνα άφοσιώσεώς του, συνέλαβε σκοπόν, να καταστήση ενταύθα νοσοκομεία συστηματικά ύπέρ των μαχομένων στρατιωτών.

Ο σκοπός τού ούτος τού άνδρός είναι τω όντι ευγενής και μυρίων επαίνων άξιος, όστις πραγματοποιούμενος δύναται νά ωφελήση τήν Ελλάδα τα μέγιστα. Αλλά πώς νά πραγματοποιηθή ενταύθα με τήν παντελή άχρηματίαν τής Ελλάδος;

Διά τούτο ό ευγενής ούτος άνήρ ελπίζων νά προμηθεύση τά εις τόν σκοπόν του άπαιτούμενα χρηματικά μέσα τών αυτόσε Φιλελλήνων έρχεται με τοιαύτην άπόφασιν αυτόθι. Η δέ Κυβέρνησις θαυμάζουσα τον φιλάνθρωπον και ευγενή ζήλον του άνδρός, συσταίνει τούτον πρός Σάς τα Σεβαστά της φιλανθρώπου Εταιρίας μέλη, ως άξιον τής εμπιστοσύνης αυτής, παρακαλούσα νά τόν συνδράμετε εις τόν προκείμενον ωφέλιμον εις τήν Ελλάδα σκοπόν του.

Κύριοι ή χρηματική κατάστασις τής Ελλάδος είναι οίκτου άξία. Ο έπταετής άγων άφ’ ένός μέν μέρους εσμίκρυνε και σμικρύνει επι μάλλον και μάλλον τάς εθνικάς προσόδους, άφ’ ετέρου δέ αυξάνει και πολλαπλασιάζει τάς χρείας εις τό άκρον. Ο Ελληνικός λαός άφιέρωσε τάς ελπίδας του εις την ευγενή μεγαλοδωρίαν τών φιλελλήνων τού φωτισμένου κόσμου, κατ’ εξαίρεσιν δέ τών τής Αμερικής, οιτινες ως ποτέ όμοιοπαθείς δύνανται αισθανθώσιν άκριβώς όποία είναι ή τοιαύτη κατάστασις. Υγιαίνετε και ευτυχείτε»

 

Ο Howe δεν έφυγε αμέσως για της ΗΠΑ. Προηγουμένως ο Jonathan Ρ. Miller, Αμερικανός συνταγματάρχης, απεσταλμένος του Αμερικανικού Κομιτάτου με βοηθήματα προς τους Έλληνες τον διόρισε αντιπρόσωπό του για τη διανομή αυτή.

 

Ο Χάου περιγράφει στο ημερολόγιό του, ότι την 20ην Αυγούστου του 1827 κατέπλευσε από τη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ το βρίκι «Ανατολή» γεμάτο με εφόδια για τους φτωχούς και το Κομιτάτο του ανέθεσε το ρόλο του συμβούλου για τη διανομή των. Την 13 Νοεμβρίου 1827 (ν.η.) αναχώρησε με το βρίκι «Ιωάννα» για τη Ν. Υόρκη. Στο ημερολόγιό του περιγράφει τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην Αμερική, όπου παραπέμπεται ο αναγνώστης. Πληροφορεί την Αμερικανική κοινή γνώμη για τα προβλήματα των Ελλήνων τραυματιών:

 

«…διέρχονται επί εβδομάδας άνευ των απαραιτήτων επιτηδείων και Ιδίως άρτου. Η θέσις του Ιατρού εις τας περιπτώσεις ταύτας είναι τω όντι οδυνηρά καθόσον είνε ύποχρεωμένος να παρίσταται μάρτυς της δυστυχίας χωρίς να δύναται να πρoσέλθη αρωγός, εύρίσκει δε Την εξάσκησιν του επαγγέλματός του ανωφελή εξ ελλείψεως των κοινοτάτων επιτηδείων της ζωής…».

 

Πρότεινε στην Κυβέρνηση την ανάγκη ιδρύσεως κεντρικού νοσοκομείου και άλλων μικρών που να ακολουθούν τα διάφορα σώματα, που έγινε αποδεκτό από αυτήν και η οποία

 

«κατενόησε την ανάγκην του πράγματος και προέβη εις επανειλημμένας αποπείρας προς πραγματοποίησιν τούτων αλλ’ αι προσπάθειαί της έμειναν άνευ αποτελέσματος εξελλείψεως χρημάτων… «και πληροφορεί ότι το δημιουργηθέν τελευταία στον Πόρο νοσοκομείο» «…Δύναται να καταστή, εξευρισκομένων των καταλλήλων πόρων, εκτάκτως επωφελές όχι μόνον προς τους απόρους ασθενείς, αλλά και προς τους πεινώντας…».

 

Προτείνει διάφορα μέτρα για την οργάνωσή του. Καταλήγει δε λέγοντας, ότι θεωρεί τον εαυτό του βρισκόμενο στην υπηρεσία της Ελλάδος και σκοπός της μετάβασής του στην Αμερική ήταν ανεύρεση βοήθειας, ήταν δε έτοιμος να ξαναγυρίσει στην Ελλάδα.

 

 

Πηγές

 

 

  • Σάμιουελ Γκρίντλεϋ Χάου, Ιστορική σκιαγραφία της Ελληνικής Επανάστασης, Εκάτη, Αθήνα 1997.
  • Σάμιουελ Γκρίντλεϋ Χάου, Ημερολόγιο από τον Αγώνα 1825-1929, Καραβίας, Αθήνα 1971.
  • ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ , www.helsocmilmed.gr

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »