Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Ξένες στην Οθωνική Ελλάδα


 

Η ζωή των γυναικών στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, ακόμη και εκείνων που διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στη δημόσια ζωή, ελάχιστα έχει απασχο­λήσει τους ιστορικούς. Τα τελευταία χρόνια όμως, γυναίκες – μελετη­τές δημοσίευσαν ιστορικές μαρτυρίες, ημερολόγια και επιστολές γυναικών του 19ου αιώνα δίνοντας στην εικόνα που είχαμε μέχρι σήμερα μια νέα διάσταση. Ειδικά για την Οθωνική εποχή αναφέρω τα ημερολόγια της συζύγου του ιερέα της βασίλισσας Αμαλίας, Christiane Lüth, τα οποία δημοσίευσε η Αριστέα Παπανικολάου-Κρίστενσεν σε τρία βιβλία, τα Απομνημονεύματα της Ρωξάνδρας Στούρτζα σε μετάφραση Μαρίας Τσάτσου, τις επιστολές προς τους γονείς της και αποσπάσματα ημερολογίου της Μπεττίνας Σχινά που μελέτησε και εξέδωσε η Ruth Steffen καθώς και τις εργασίες της Margarethe Pauly, οι οποίες βασίζο­νται σε σημαντικό βαθμό σε επιστολές της βασίλισσας Αμαλίας, της αδελφής της Φρειδερίκης και της μητριάς τους, Καικιλίας.

 

Έγχρωμη λιθογραφία που παρουσιάζει την Αμαλία πριν έρθει στην Ελλάδα.

Έγχρωμη λιθογραφία που παρουσιάζει την Αμαλία πριν έρθει στην Ελλάδα.

 

Άλλα κείμενα αυτής της κατηγορίας παραμένουν αδημοσίευτα. Ανάμεσά τους το σημαντικότερο αυτή τη στιγμή είναι οι επιστολές της βασίλισσας Αμαλίας προς τον πατέρα της, μια πολύτιμη ιστορική πηγή· 570 επιστολές που γράφτη­καν μεταξύ 1836 και 1853 και θα εκδοθούν σύντομα, από το χειρόγραφο, σε ελληνική μετάφραση. [ Κυκλοφόρησαν από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας το 2011. Μετάφραση- Επιμέλεια: Βάνα Μπούσε, Μιχαέλ Μπούσε].

Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το ανέκδοτο ημερολόγιο της μεγάλης κυρίας της Τιμής της βασίλισσας Αμαλίας, Juliane Wilhelmine von Plüskow, που βρίσκεται στο Αρχείο του ομόσπονδου κρατιδίου της Αυστρίας, Στάγιερμαρκ. Με τη βοήθεια ιστορικών πηγών αυτής της κατηγορίας, αλλά και άλλων, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω, με τη συντομία που μου επιβάλλει ο προκαθορισμένος χρόνος, τη ζωή και το περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησαν για κάποιο διάστημα ξένες στην Ελλάδα την εποχή του βασιλιά Όθωνα.

Bettina Savigny 1805-1835

Bettina Savigny 1805-1835

Λίγες είναι εκείνες που ήρθαν να ζήσουν στην Ελλάδα, αφού παντρεύτη­καν Έλληνα. Η εγκατάσταση στο νεοσύστατο κράτος, ιδίως τα πρώτα χρόνια μετά τη δημιουργία του, ήταν ασφαλώς ένα δύσκολο και τολμηρό εγχείρημα. Από τις πρώτες που το επιχείρησαν ήταν η σύζυγος του Κωνσταντίνου Σχινά, υπουργού την εποχή της Αντιβασιλείας και από τους πρώτους καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η Μπεττίνα Σχινά ήταν κόρη του διάσημου νομομα­θούς Carl von Savigny και ανιψιά του ποιητή Clemens Brentano και της συγ­γραφέως Bettina von Arnim. Προερχόταν από μια εξαιρετικά μορφωμένη και καλλιεργημένη οικογένεια και ανάλογο είναι το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι επιστολές προς τους γονείς της και τμήματα του ημερολογίου της που, όπως προανέφερα, έχουν δημοσιευθεί στα γερμανικά. Έζησε με τον άνδρα της πρώτα στο Ναύπλιο και μετά στην Αθήνα δυστυχώς μόνο για δέκα μήνες. Πέθανε, θύμα επιδημίας, σε ηλικία 30 χρόνων. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Το 1834 η πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου μεταφέρθηκε από το Ναύ­πλιο στην Αθήνα, η οποία όμως δεν πληρούσε σε κτήρια και υπηρεσίες τις προϋ­ποθέσεις, για να ανταποκριθεί σε μια τόσο αιφνίδια αύξηση του πληθυσμού της. Τα προβλήματα που δημιούργησε η μεταφορά στους παλιούς της κατοίκους ήταν τεράστια και για πολλούς οδυνηρά· δύσκολη βέβαια θα πρέπει να ήταν η ζωή τα πρώτα χρόνια και για τις ξένες, που είχαν συνηθίσει να ζουν διαφο­ρετικά. Όταν, για παράδειγμα, η οικογένεια του Αυστριακού απεσταλμένου Anton von Prokesch μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα, η γυναίκα του και το παιδί του έμειναν αρχικά στο πλοίο που είχε θέσει στη διάθεσή τους το αυστριακό κράτος, και όταν μετακόμισαν στην πρώτη τους αθηναϊκή κατοικία το υπνοδωμάτιο της κυρίας von Prokesch ήταν ένας πρώην διάδρομος διαμορ­φωμένος σε δωμάτιο.[1]

Οικία Prokesch von Osten (οδός Φειδίου 3)

Οικία Prokesch von Osten (οδός Φειδίου 3)

Μια πρωτοφανής όμως οικοδομική δραστηριότητα μεταμόρφωσε σε μικρό χρονικό διάστημα την Αθήνα σε πόλη. Η οικογένεια von Prokesch εγκαταστά­θηκε το καλοκαίρι του 1837 στην ιδιόκτητη έπαυλή της, που είχε σχεδιάσει ο Βιενέζος αρχιτέκτονας Anton Rosner. Το κτήριο, στην οδό Φειδίου 3, σώζεται μέχρι σήμερα, αν και έχει υποστεί πολλές αλλαγές.

Την ίδια εποχή κτιζόταν και το παλάτι. Το σημερινό κτήριο της Βουλής θεμε­λιώθηκε για λόγους συμβολισμού την 25η Ιανουαρίου/6η Φεβρουαρίου 1836, δηλαδή την τρίτη επέτειο της αποβίβασης του Όθωνα στο Ναύπλιο, ημέρα που τότε ονομαζόταν «Αποβατήρια» και ήταν εθνική εορτή. Το παλάτι κατοικήθηκε τον Αύγουστο του 1843» λίγες μέρες πριν από την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου.

Αικατερίνη Μπότσαρη, κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας. Έργο του  ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Αικατερίνη Μπότσαρη, κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας. Έργο του ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Αρκετές ήταν οι Γερμανίδες κυρίες οι οποίες ήταν διορισμένες στην Αυλή. Η βασίλισσα Αμαλία φρόντισε ένα χρόνο μετά την άφιξη της στην Ελλάδα, το Φεβρουάριο του 1838, να διορίσει ως κυρία της Τιμής μια Ελληνίδα, την κόρη του Μάρκου Μπότσαρη, Αικατερίνη. Ωστόσο είχε πάντοτε κοντά της και μία Γερμανίδα κυρία της Τιμής. Η νεαρή και όμορφη δεσποινίς Wiesenthau, την οποία η βασίλισσα Αμαλία είχε φέρει μαζί της όταν ήρθε στην Ελλάδα, έμεινε μέχρι τις αρχές του 1845· Παρόλο που τυπικά τη Wiesenthau διαδέχτηκε στο παλάτι η Φωτεινή Μαυρομιχάλη, τον ίδιο χρόνο η βασίλισσα Αμαλία κάλεσε από το Ολδεμβούργο την Elise Rennenkampff, επειδή ήθελε να έχει και μια νεαρή Γερμανίδα στο περιβάλλον της.

Φωτεινή Μαυρομιχάλη (1826-1878) κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας.

Φωτεινή Μαυρομιχάλη (1826-1878) κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας.

Κοντά της βρέθηκε τα πρώτα χρόνια της εδώ παραμονής της και η παιδαγω­γός της, Julia von Nordenflyeht. Όταν η βασίλισσα Αμαλία πρωτοήλθε στην Αθήνα η Julia von Nordenflycht ήταν πενήντα ενός χρόνων, δηλαδή ηλικιω­μένη. Διακριτική και ταπεινόφρων, με παρουσία σχεδόν αφανή, ήταν στην πραγματικότητα πολύ καλλιεργημένη γυναίκα. Όταν ήταν νέα είχε δημοσι­εύσει ποιήματα και είχε πάρει μέρος στην πρώτη γερμανική μετάφραση των Απάντων του Λόρδου Βύρωνα μεταφράζοντας τη «Νύφη της Αβύδου». [2] Δεν παντρεύτηκε. Ανέλαβε τα καθήκοντα της παιδαγωγού της βασίλισσας Αμαλίας, όταν εκείνη ήταν επτά χρόνων. Την υπεραγαπούσε και την ακολούθησε στην Ελλάδα έχοντας επίγνωση των δυσκολιών που θα αντιμετώπιζε. Δεν επέστρεψε στην πατρίδα της, όπως σχεδίαζε και ήλπιζε. Πέθανε στις 11 Ιουλίου 1842. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Επιστολές που είχε απευθύνει σε μια φίλη της στην Αυλή του Ολδεμβούργου, δημοσιεύτηκαν λίγο μετά το θάνατό της και περιέχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη ζωή στο παλάτι και την Ελλάδα την εποχή εκείνη.[3]

 

Anton von Prokesch- Osten (Άντον Πρόκες φον Όστεν, 1795 – 1876), αυστριακός συνταγματάρχης, διπλωμάτης και συγγραφέας. Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1855.

Anton von Prokesch- Osten (Άντον Πρόκες φον Όστεν, 1795 – 1876), αυστριακός συνταγματάρχης, διπλωμάτης και συγγραφέας. Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1855.

 

Οι απεσταλμένοι των ξένων Δυνάμεων εγκαθίσταντο στη χώρα για ένα ορι­σμένο χρονικό διάστημα. Οι γυναίκες τους, εφόσον αυτοί ήταν παντρεμένοι, κατατάσσονταν στην υψηλή κοινωνία της Αθήνας. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι σύχναζαν στο παλάτι με την έννοια ότι είχαν τη δυνατότητα να δουν εύκολα τη βασίλισσα, καθώς τη ζωή στο παλάτι ρύθμιζαν αυστηροί εθιμοτυπικοί κανόνες. Η βασίλισσα Αμαλία, η οποία ήταν γενικά συντηρητική, τηρούσε και ως προς αυτό το θέμα με αυστηρότητα τους τύπους. Προσωπική σχέση δεν ανέπτυξε ποτέ με πρόσωπα έξω από το στενό περιβάλλον της Αυλής. Μόνο για τη σύ­ζυγο του απεσταλμένου της Βαυαρίας Klemens von Waldkirch (1837-1841), κόμισσα von Waldkirch εκφράζει, στις επιστολές προς τον πατέρα της, θερμά συναισθήματα. «Με το επόμενο ατμόπλοιο φεύγουν οι Βάλντκιρχ με άδεια», του γράφει, «και φοβάμαι πως δεν θα ξαναέλθουν, πράγμα που θα με λυπήσει πολύ. Συμπαθούσα τη μικροκαμωμένη αυτή γυναίκα πάρα πολύ. Ήταν η μόνη από την εδώ κοινωνία που έβλεπα σχετικά συχνά. Έτσι είναι όμως σε αυτόν τον κόσμο».[4]

Οι ξένες της Αθήνας, και ιδιαίτερα οι Γερμανίδες, μπορούσαν να απευθυνθούν στη μεγάλη κυρία της Τιμής, von Plüskow. Ευφυής, μορφωμένη και διακριτική η κυρία von Plüskow, χήρα η ίδια με μεγάλα παιδιά που ζούσαν στη Γερμανία, είχε την απόλυτη εμπιστοσύνη της βασίλισσας Αμαλίας. Ήταν πάντοτε ενημερωμέ­νη για όλες τις εξελίξεις, ιδιαίτερα για ό,τι είχε σχέση με την εξωτερική πολιτική. Γνωρίζουμε από το ανέκδοτο ημερολόγιό της ότι σχεδόν κάθε βράδυ δεχόταν στα διαμερίσματά της στο παλάτι εκπροσώπους των ξένων διπλωματικών απο­στολών. Η κυρία von Plüskow είχε τη φροντίδα των Γερμανίδων καθώς και των συζύγων Γερμανών υπαλλήλων του παλατιού, όπως ήταν η Δανέζα Christiane Liith, σύζυγος του ιερέα της βασίλισσας Αμαλίας. Τις επισκεπτόταν στα σπίτια τους τακτικά, γεγονός που ενδεχομένως λάμβανε και χαρακτήρα ελέγχου, όταν παρουσιάζονταν προσωπικά προβλήματα, οικονομικά ή άλλα.

Η βασίλισσα Αμαλία είχε φέρει μαζί της, όταν ήρθε από τη Γερμανία, και κα­μαριέρες. Αρκετές από αυτές παντρεύτηκαν Έλληνες και εγκαταστάθηκαν μό­νιμα στην Ελλάδα. «Πώς σας φαίνεται αυτό;», γράφει η Julia von Nordenflyeht στη φίλη της, «πάλι παντρεύεται μια καμαριέρα της βασίλισσας, η όμορφη Σεραφίνε. Είναι σχεδόν πρόβλημα αυτό: οι Έλληνες μας τις απάγουν τη μια μετά την άλλη».[5]

Ιδιαίτερα αγαπούσε η βασίλισσα Αμαλία την καμαριέρα της Luise Busch, της οποίας τη θλιβερή ιστορία περιγράφει σε μία επιστολή προς τον πατέρα της. [6] Είχε τη μοίρα πολλών γυναικών της εποχής εκείνης, τοκετό με τραγική κατάληξη. Ήταν ο πρώτος τοκετός στο νεόκτιστο παλάτι, τον Απρίλιο του 1844 και η βασίλισσα Αμαλία περίμενε από την ευτυχή έκβασή του έναν καλό οιωνό για το δικό της μέλλον. Συνέβη το αντίθετο. Το μαρτύριο της Luise Busch διήρκεσε 60 ώρες, οι γιατροί, ο Γερμανός Bernard Röser και ο Έλληνας Κωστής, αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν εμβρυουλκό και όταν ύστερα από πολλές ώρες γεννήθηκε το παιδί, έναν κοριτσάκι, διαπίστωσαν ότι υπήρχε και άλλο, το οποίο γεννήθηκε έπειτα από αγώνα μιας ολόκληρης νύχτας, νεκρό. Η μητέρα πέθανε μερικές μέρες αργότερα. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στο Α ́ Νεκροταφείο Αθηνών. Όταν ύστερα από λίγο πέθανε και ο πατέρας του παιδιού η βασίλισσα Αμαλία αποφάσισε να κρατήσει τη μικρή κοντά της. Η Marianne Amalie Busch έλαβε καλή αγωγή και διαδέχτηκε κατά κάποιο τρόπο τη μητέρα της στην υπηρεσία της βασίλισσας. Ακολούθησε αργότερα το βασιλικό ζεύγος στην εξορία, παντρεύτηκε και έζησε στη Γερμανία.

Δοξαστικό πορτρέτο του Όθωνα

Δοξαστικό πορτρέτο του Όθωνα

Με το βασιλιά Όθωνα είχαν έρθει στην Ελλάδα Βαυαροί δημόσιοι υπάλληλοι και ένα στρατιωτικό σώμα. Μερικοί από αυτούς είχαν φέρει και τις οικογένειές τους. Ο Γερμανός δάσκαλος K. Schönwälder, που επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1836-1837, μας δίνει μια ενδιαφέρουσα πληροφορία σχετικά με γυναίκες απλών Βαυαρών στρατιωτών, οι οποίες δεν αναφέρονται σχεδόν ποτέ, ότι δηλαδή πολλές από αυτές διατηρούσαν στην Αθήνα φτηνά μαγειρεία στα οποία σύχναζαν, μας λέει, «Έλληνες των κατώτερων τάξεων».[7]

Εκτός όμως από τους δημοσίους υπαλλήλους και τους στρατιωτικούς ήρθαν στο μικρό ελληνικό βασίλειο και μερικοί Βαυαροί έποικοι. Γι’ αυτούς τους Βαυαρούς και τις οικογένειές τους δημιουργήθηκε το Ηράκλειο. Ο οικισμός είχε αρχικά υπολογιστεί για 60 εποίκους, στους οποίους δόθηκαν γη και σπίτια. Αλλά οι άνθρωποι αυτοί δεν μπόρεσαν ούτε να προσαρμοστούν ούτε να προοδεύσουν∙ τρεις δεκαετίες αργότερα ένας Γερμανός περιηγητής μέτρησε στο Ηράκλειο 24 οικογένειες που αριθμούσαν 100 άτομα. Φαίνεται ότι δεν προέρχονταν από αγροτικές οικογένειες, ήταν ή ανειδίκευτοι εργάτες ή τεχνίτες, σύμφωνα με μία πληροφορία πολλοί από αυτούς ράφτες.[8]

Οι ξένες του Ηρακλείου πιθανότατα αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα, τα οποία η θέση του οικισμού τους, μακριά από την Αθήνα, επέτεινε. Έχει διατηρηθεί επίσημο έγγραφο του 1842 με το οποίο ο γιατρός του Στρατιωτικού Νοσοκομείου, Georg König, έλαβε διαταγή να πάει στο Ηράκλειο και να φροντίσει τα άρρωστα παιδιά των εποίκων, καθώς και η απάντηση του γιατρού που ζητεί να του δοθεί ένα μεταφορικό μέσο και χρήματα. [9] Επίσης ο Johann Caspar Beeg, δάσκαλος από τη Νυρεμβέργη, ο οποίος είχε έρθει στην Ελλάδα ως επιθεωρητής παιδείας, γράφει το 1835 ότι σχεδίαζε τη δημιουργία μιας οργάνωσης που θα στήριζε Γερμανούς αναξιοπαθούντες και ιδιαίτερα γυναίκες και ορφανά.[10]

Jane Elizabeth Digby-Θεοτόκη, Κόμησσα του Ellenborough 1807 -1881. Έργο του  ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Jane Elizabeth Digby-Θεοτόκη, Κόμησσα του Ellenborough 1807 -1881. Έργο του ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Υπάρχει και μια άλλη, τελείως διαφορετική κατηγορία ξένων γυναικών οι οποίες είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Ήταν γυναίκες που είχαν γυρίσει την πλάτη στην κοινωνία από την οποία προέρχονταν. Εννοείται ότι διέθεταν την απαραίτητη οικονομική ανεξαρτησία, κάτι σπάνιο για τις σύγχρονές τους. Μία από αυτές ήταν η διάσημη για τον ομορφιά της Αγγλίδα λαίδη Lady Ellenborough, που γεννήθηκε το 1807 στο Λονδίνο με το όνομα Jane Digby και πέθανε το 1881 στη Δαμασκό. Το πορτρέτο της περιλαμβάνεται στις 40 προσωπογραφίες των καλλονών που παρήγγειλε ο Λουδοβίκος Α ́ στο ζωγράφο της βαυαρικής Αυλής Joseph Stieler και που σήμερα εκτίθενται στο παλάτι του Nymphenburg, στο ομώνυμο προάστιο του Μονάχου. Είχε παντρευτεί σε πρώτο γάμο το λόρδο Ellenborough, από τον οποίο είχε χωρίσει, και κατόπιν το Γερμανό von Fenningen από τον οποίο την είχε απαγάγει ο τρίτος σύζυγός της Σπυρίδων Θεοτόκης. Ζούσε στην Αθήνα απομονωμένη κάνοντας έφιππους περιπάτους στα περίχωρα. Επειδή ο Άγγλος απεσταλμένος αγνοούσε επιδεικτικά την παρουσία της, δεν γινόταν δεκτή ούτε στο παλάτι. Τη συνέδεε στενή φιλία με μία άλλη ξεχωριστή γυναίκα της εποχής της, τη Γαλλίδα δούκισσα της Πλακεντίας.

Η δούκισσα είχε γεννηθεί το 1785 στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου ο πατέρας της François de Barbé-Marbois ήταν γενικός πρόξενος της Γαλλίας. Ήταν σύζυγος του στρατηγού Charles Lebrun, δούκα της Πλακεντίας, από τον οποίο είχε χωρίσει. Παρέμειναν όμως καλοί φίλοι και ο πρώην σύζυγός της όχι μόνο εξασφάλισε στη δούκισσα πλούσια ζωή, αλλά χρηματοδότησε και την εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα που ανέπτυξε στην Αθήνα και τα περίχωρα της πόλης. Η δούκισσα της Πλακεντίας είχε έρθει στην Ελλάδα πριν από τον Όθωνα, το 1830, όταν στην Πελοπόννησο στάθμευε ακόμη το γαλλικό στράτευμα υπό το στρατηγό Nicolas Joseph Maison. Έζησε πρώτα στο Ναύπλιο και το 1834 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Sophie de Marbois-Lebrun - Δούκισσα  της Πλακεντίας

Sophie de Marbois-Lebrun – Δούκισσα
της Πλακεντίας

Η βασίλισσα Αμαλία, σε μια επιστολή προς τον πατέρα της, διηγείται πως κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στην Πεντέλη επισκέφτηκε το παλάτι που έχτιζε η δούκισσα, την οποία και περιγράφει ως εξής: «Η γυναίκα αυτή είναι τελείως τρελή. Κουβαλάει πάντα μαζί της την τριαντάχρονη κόρη της, η οποία πέθανε στη Συρία, μέσα σε οινόπνευμα, σε ένα φέρετρο που έχει παράθυρα γύρω γύρω. Δεν δίνει ποτέ ελεημοσύνη σε φτωχούς, δίνει χρήματα μόνο σε ανθρώπους που δεν έχουν ανάγκη. Η μικρή μου Μπότσαρη έχει τώρα την εύνοιά της και παίρνει δώρα επί δώρων. Το κακό είναι ότι μερικές φορές, όταν δεν συμπαθεί πια το συγκεκριμένο άτομο, πράγμα που συμβαίνει συχνά, ζητάει πίσω τα δώρα της, που πολλές φορές είναι μεγάλα ποσά. Σχίζει συμβόλαια και κάνει άλλα τέτοια πολλά. Έχει κάτι μεγάλα σκυλιά από τα Πυρηναία στα οποία δίνει να φάνε πριν δώσει στους καλεσμένους της, που τρώνε ό,τι περισσεύει. Φυσικά βρίσκεται σε αντίθεση προς την Αυλή και ιδίως προς εμένα, δεν μπορεί να με υποφέρει, τον λόγο τον γνωρίζει μόνον ο Θεός. Ασπάστηκε τον Ιουδαϊσμό. Φαντάζεσαι βέβαια ότι το κάστρο της που λέγεται στα ελληνικά «Ροδοδάφνη» είναι εξίσου ιδιόρρυθμο με την ίδια…».[11]

Όπως βλέπουμε η δούκισσα της Πλακεντίας δεν είχε καλές σχέσεις με το παλάτι. Η Julia von Nordenflycht γράφει μάλιστα ότι μισούσε όλους τους Γερμανούς με μοναδική εξαίρεση το γιατρό Röser. [12] Και η βασίλισσα Αμαλία είχε τις επιφυλάξεις της, πίστευε ότι η δούκισσα αναμειγνυόταν στην πολιτική και χρηματοδοτούσε την αντιπολίτευση. Ωστόσο φαίνεται ότι υπήρχε κάποια επαφή ανάμεσά τους μέσω της κυρίας von Plüskow. Η βασίλισσα Αμαλία αναφέρει μάλιστα μία συνάντηση που είχαν κατά την οποία και πάλι δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν, γιατί η δούκισσα της Πλακεντίας επιθυμούσε να γίνεται δεκτή στους χορούς του παλατιού χωρίς να μεταβάλει τις ενδυματολογικές της συνήθειες. [13] Ο Edmond About ο οποίος κατά τα άλλα την εξυμνεί, την περιγράφει ως εξής: «ήταν κοντή, εξαιρετικά αδύνατη, με άσπρα μαλλιά και φορούσε πάντα, χειμώνα-καλοκαίρι, ένα άσπρο βαμβακερό φόρεμα και ένα πέπλο το οποίο τύλιγε με βιβλικό τρόπο γύρω από το σώμα και το άσπρο της κεφάλι». Προσθέτει ότι έμοιαζε με φάντασμα.[14]

Η γυναικεία μόδα ακολουθούσε και στην Αθήνα τις επιταγές της παρισινής, την οποία διέδιδαν σε όλη την Ευρώπη τα γυναικεία περιοδικά. Οι έμποροι της Αθήνας προσάρμοσαν πολύ γρήγορα το εμπόρευμά τους στα γούστα και τις απαιτήσεις των πελατισσών τους. «Θα πρέπει να παραγγείλω μερικά πράγματα στην Τεργέστη» έγραφε η Julia von Nordenflycht τον Οκτώβριο του 1837 «υπάρχουν και εδώ ωραία πράγματα, αλλά πολύ λίγα και οι Έλληνες έμποροι θα πρέπει πρώτα να μάθουν τι θα πει γούστο σε ζητήματα μόδας». [15] Ωστόσο μόλις μισό χρόνο αργότερα εκφράζεται διαφορετικά: «Τα καταστήματα γεμίζουν όχι απλά με τα αναγκαία, αλλά και με πράγματα παραπανίσια, ακόμη και πολυτελή… Η βασίλισσα κι εγώ αγοράσαμε εδώ καπέλα που θα μπορούσαμε άφοβα να φορέσουμε στο Παρίσι. Κάθε δύο εβδομάδες έρχονται πλοία από τη Μασσαλία και φέρνουν στους εμπόρους εμπορεύματα που πωλούνται αμέσως».[16]

Οι χοροί του παλατιού, η πιο περιζήτητη διασκέδαση που προσέφερε την εποχή εκείνη η Αθήνα, ήταν και η καλύτερη ευκαιρία για να επιδείξει μια κυρία την τουαλέτα της. Στους ανεπίσημους, μικρούς χορούς, όπως τους χαρακτηρίζει η βασίλισσα Αμαλία, οι καλεσμένοι ήταν γύρω στους 250, στους μεγάλους χορούς ο αριθμός ξεπερνούσε πολλές φορές τους 500. Στο καινούριο παλάτι, μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες στις αίθουσες υποδοχής του πρώτου ορόφου, που εγκαινιάστηκαν το Νοέμβριο του 1848, οι χοροί δίνονταν σε σχετικά περιορισμένο χώρο, σε αίθουσα της δυτικής πτέρυγας του δευτέρου ορόφου. Δίνονταν βέβαια και πολλοί άλλοι χοροί. Το Μάρτιο του 1842, η βασίλισσα Αμαλία αναφέρει έναν φιλανθρωπικό χορό υπέρ των πτωχών που δόθηκε στο θέατρο και στον οποίο είχε κληθεί και το βασιλικό ζεύγος. Συχνά καλούσαν σε χορό και οι απεσταλμένοι, οι οποίοι κατοικούσαν σε ευρύχωρα σπίτια και είχαν τον απαιτούμενο χώρο. Χορεύονταν οι χοροί που ήταν τότε της μόδας στη Δυτική Ευρώπη.

Carolina Ungher Sabatier (1803 – 1877). Αυστρουγγαρέζα κοντράλτο γεννημένη στη Βιέννη.

Carolina Ungher Sabatier (1803 – 1877). Αυστρουγγαρέζα κοντράλτο γεννημένη στη Βιέννη.

Τα γεύματα, οι συγκεντρώσεις και οι βεγγέρες στα σπίτια ήταν συχνές. Χαρτιά έπαιζαν και οι κυρίες. Αν υπήρχε η δυνατότητα, μια μουσική βραδιά ήταν βέβαια κάτι το ξεχωριστό. Ένα σπίτι περίφημο για τη μόρφωση και την καλλιέργεια του οικοδεσπότη αλλά και της οικοδέσποινας ήταν το σπίτι των Prokesch. Η Irene von Prokesch ήταν κόρη του Βιεννέζου καθηγητή μουσικής Raphael Georg Kiesewetter και έπαιζε εξαιρετικά καλά πιάνο. [17] Καμιά φορά τύχαινε να επισκεφθεί την Αθήνα και κάποια επιφανής καλλιτέχνιδα, όπως η αυστριακή υψίφωνος Karoline Unger-Sabatier, η οποία υπήρξε διάσημη τραγουδίστρια της όπερας. Το καλοκαίρι του 1846 επισκέφτηκε την Ελλάδα και έμεινε για λίγο καιρό. Τραγούδησε μόνο σε ιδιωτικές συγκεντρώσεις.[18]

Την εποχή εκείνη ήταν ακόμη ζωντανή μια παλιά συνήθεια, πλανόδιοι μουσικοί πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν δημοτικά τραγούδια, τα οποία συνόδευαν με μουσικά όργανα. Ο Hans Christian Andersen, που επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1841 αναφέρει δύο Έλληνες από τη Σμύρνη τους οποίους άκουσε στο σπίτι του Ludwig Roß να τραγουδούν ιστορικά δημοτικά τραγούδια. Τους αποκαλεί ραψωδούς και προσθέτει ότι συνόδευαν το τραγούδι τους με δύο μουσικά όργανα, ένα βενετσιάνικο μαντολίνο και ένα βιολί. [19] Ο Δανός M. Rǿbye σχεδίασε το 1835 το εργαστήριο ενός κατασκευαστή οργάνων στην Αθήνα. [20] Ο ζωγράφος Josef Scherer, που συμμετείχε στην εκτέλεση των τοιχογραφιών του παλατιού, έχει ζωγραφίσει έναν πλανόδιο τυφλό τραγουδιστή όπως τον είδε στους δρόμους της Αθήνας το 1843. Το έργο βρίσκεται σε μουσείο της μικρής βαυαρικής πόλης Dinkelscherben. Τέλος ο Johann Caspar Beeg, ο οποίος αναφέρθηκε προηγουμένως παρουσιάζει σε ένα σκίτσο του έναν παραμυθά καθισμένο πάνω σε ένα χαλάκι να διηγείται ή να απαγγέλλει. Η σκηνή διαδραματίζεται στον κήπο του Αυστριακού απεσταλμένου στην Αθήνα και το ακροατήριο αποτελείται από τον ίδιο τον Johann Caspar Beeg, τον Anton von Prokesch και μία κυρία που θα μπορούσε να είναι η Irene von Prokesch.[21]

 

Irene Prokesch von Osten  (Ιρένε Πρόκες φον Όστεν, 1811 - 1872). Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1849.

Irene Prokesch von Osten (Ιρένε Πρόκες φον Όστεν, 1811 – 1872). Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1849.

 

Μια άλλη διασκέδαση που προσέφερε η Αθήνα την εποχή εκείνη ήταν το θέατρο. Παραστάσεις δίνονταν πριν ακόμη η Αθήνα αποκτήσει το κατάλληλο χώρο. Ο Γερμανός δάσκαλος K. Schönwälder, που αναφέρθηκε νωρίτερα, μας περιγράφει μια ελληνική παράσταση που δόθηκε το καλοκαίρι του 1836. Το θέατρο βρισκόταν στην οδό Αιόλου, απέναντι από το καφενείο «Bella Italia», και ήταν μια πρόχειρη κατασκευή από σανίδες χωρίς στέγη∙ μόνο η σκηνή είχε ένα πρόχειρο στέγαστρο. [22] Παρ’ όλα αυτά και εδώ η εξέλιξη ήταν ραγδαία και τον Ιανουάριο του 1840 η πρωτεύουσα διέθετε ένα κανονικό θέατρο. Σύντομα άρχισαν να έρχονται θίασοι όπερας από την Ιταλία, οι οποίοι έπαιζαν τις επιτυχίες της εποχής, έργα των Μπελλίνι, Ντονιτζέτι, Ροσίνι, Λουίτζι Ρίτσι κ.ά. Οι τραγουδιστές, και κυρίως οι τραγουδίστριες, είχαν ένθερμους θαυμαστές, οι οποίοι μερικές φορές φανατίζονταν υπέρ της μιας ή της άλλης καλλιτέχνιδας.

Αυτές ήταν οι διασκεδάσεις του χειμώνα στην Αθήνα. Το καλοκαίρι όσοι μπορούσαν εγκατέλειπαν την πόλη και μετακόμιζαν σε μέρη δροσερά, όπως η Κηφισιά. Εκεί παραθέριζε και ο βασιλιάς Όθων, όταν η βασίλισσα Αμαλία, η οποία δεν άφηνε εύκολα το παλάτι και τον κήπο της, έλειπε στο εξωτερικό. Στην Κηφισιά περνούσαν το καλοκαίρι και οι ξένοι απεσταλμένοι με επιφανέστερη εξαίρεση του Γάλλους, οι οποίοι κατοικούσαν χειμώνα-καλοκαίρι στα τότε κατάφυτα και δροσερά Πατήσια.

Ο Αλέξανδρος Ραγκαβής μας περιγράφει τη διαμονή του στην Κηφισιά το καλοκαίρι του 1853. Μεταξύ άλλων περιγράφει και κάποιες πνευματιστικές συγκεντρώσεις. Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι είναι επιρρεπείς στις τάσεις της εποχής τους και μια από αυτές ήταν τότε ο πνευματισμός. Στην Αμερική είχαν φαίνεται επινοηθεί τραπέζια με κάποιον αφανή μηχανισμό ο οποίος τα έθετε αιφνιδίως σε κίνηση, τα έκανε να περιστρέφονται, να μετακινούνται ή να κινούν ένα από τα πόδια τους. Σε μια τέτοια συνάντηση ήταν παρόντες ο Πρώσος απεσταλμένος von Thiele με τη σύζυγό του. Η συγκέντρωση στέφθηκε με επιτυχία, το τραπέζι κατάφερε μάλιστα να βρει ότι το πουγκί του κύριου von Thiele περιείχε ακριβώς επτά νομίσματα και να το δηλώσει κτυπώντας στο πάτωμα το κινητό του πόδι.[23]

Ο Πρώσος απεσταλμένος von Thiele με τη σύζυγό του έμεναν στην οικία του Οικονομίδη, πλούσιου Έλληνα από την Ήπειρο, στην οποία κατοίκησε κατά διαστήματα και ο πολύ λιτός στην προσωπική του ζωή βασιλιάς Όθων. Η κυρία von Thiele, το πατρικό της όνομα ήταν Gräfe, είχε μαζί της τη νεαρή αδελφή της Wanda, κατόπιν von Dallwitz, η οποία διακρίθηκε ως συγγραφέας και με το όνομα του συζύγου της και υπό το ψευδώνυμο Walter Schwarz. Ο πέμπτος τόμος του έργου της Aus Sommertagen έχει τον τίτλο Ersonnen und erlebt και περιέχει διάφορες αναφορές στην Ελλάδα. [24] Την άνοιξη και το φθινόπωρο καλοδεχούμενη διασκέδαση για άνδρες και γυναίκες ήταν οι εκδρομές και τα ταξίδια, που συνδυάζονταν σχεδόν πάντοτε με την επίσκεψη αρχαιολογικών χώρων.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η πρώτη περιηγήτρια που επισκέφτηκε την Ελλάδα ήταν η Γερμανίδα Charlotte von Dincklage η οποία περιηγήθηκε την Πελοπόννησο το 1838. Το ημερολόγιο που κράτησε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της δημοσιεύτηκε πολύ αργότερα, το 1930.[25]

Προσπάθησα να σκιαγραφήσω πολύ σύντομα τη ζωή των ξένων γυναικών στην Οθωνική Ελλάδα. Ολοκληρώνω επιστρέφοντας στην αρχική μου διαπίστωση. Η ιστορία του 19ου αιώνα επικεντρώνει την προσοχή της στη δημόσια ζωή και αγνοεί την παρουσία των γυναικών, γι’ αυτό παρέρχεται και τις σχετικές πηγές, που όμως και υπάρχουν και παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Η ιστορία όπως τη γνωρίζουμε δεν είναι ολόκληρη η εικόνα, αλλά μόνο ένα μέρος της.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Schinas B., Leben in Griechenland, 1834 bis 1835, Briefe und Berichte an ihre Eltern in Berlin, herausgegeben und erläutert von Ruth Steffen, Verlag Cay Lienau, Μύνστερ, 2002, σ. 162.

[2] Schindel C. von, Die deutschen Schriftstellerinnen des neunzehnten Jahrhunderts, Leipzig, 1823-1825, σ. 63.

[3] J. C. Hinrich, Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, Λειψία, 1845.

[4] Επιστολή της 27ης Απριλίου 1840.

[5] Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, ό.π., σ. 165.

[6] Επιστολή της 13ης / 25ης Απριλίου 1844.

[7] Schönwälder K., Erinnerungen an Griechenland, Verlag Karl Schwartz, Brieg 1838, σ. 214.

[8] Waldmüller R., Wanderstudien, Italien, Griechenland und daheim,Theod. Thomas, Λειψία, 1861, τόμ. II, σ. 82.

[9] Ιδιωτική συλλογή.

[10] Johann Caspar Beeg 1809-1867, Leben slinien eines Technologen, nachgezeichnet von Franz Sonnenberger und Helmut Schwarz, Spätlese Verlag, Nürnberg, 1989, σ. 27.

[11] Επιστολή της 11ης Μαΐου 1842.

[12] Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, ό.π., σ. 319.

[13] Επιστολή της 23ης Οκτωβρίου 1849.

[14] About E., La Grèce contemporaine, Hachette, Παρίσι, 1854, σ. 99.

[15] Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, ό.π., σ. 47.

[16] Ό.π., σ. 93.

[17] Bertsch D., Anton Prokesch von Osten (1795-1876). Ein Diplomat Österreichs in Athen und an der Hohen Pforte. Beiträge zur Wahrnehmung des Orients im Europa des 19. Jahrhunderts, R. Oldenbourg, Μόναχο, 2005, σ. 228.

[18] Thouvenel L., La Grèce du Roi Othon, correspondance de M. Thouvenel avec sa famille et ses amis, Calman Lévy, Παρίσι, 1890, σ. 62, και Πλύσκω, ανέκδοτο ημερολόγιο, σ. 8

[19] H. C. Andersen’ s sämmtliche Werke, F. Vieweg und Sohn, Braunschweig 1843, II, σ. 105.

[20] Παπανικολάου – Κρίστενσεν Αρ., Αθήνα 1818-1853. Έργα Δανών καλλιτεχνών, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, Αθήνα, 1985, σ. 177.

[21] Johann Caspar Beeg 1809-1867, Lebenslinien eines Technologen, ό.π., σ. 80.

[22] Schönwälder K., Erinnerungen an Griechenland, ό.π, σ. 214.

[23] Ραγκαβής Αλέξανδρος, Απομνημονεύματα, τόμ. Α ́ και Β ́, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1894-1895, τόμ. Γ ́ και Δ ́, Πυρσός, Αθήνα, 1930, τόμ. Β ́, σ. 289.

[24] Ραγκαβής Αλέξανδρος, Απομνημονεύματα, ό.π., τόμ. Β ́, σ. 286.

[25] «Tagebuch einer Peloponnesreise im Jahre 1838», herausgegeben von E. Ziebarth περ. Hellas-Jahrbuch 1930, Friedrichsen, de Gruyter & Co.m.b.H., Αμβούργο, 1930, σ. 86-114.

 

Βάνα Μπούσε

«Ορόσημα ελληνο-γερμανικών σχέσεων», Πρακτικά ελληνο-γερμανικού συνεδρίου, Αθήνα, 16 και 17 Απριλίου 2010,Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.

Έκθεση ζωγραφικής της Ειρήνης Γκόγκουα στην COCO-MAT Άργους


 

Έργα της ζωγράφου Ειρήνης Γκόγκουα φιλοξενούνται στον ειδικά σχεδιασμένο χώρο του καταστήματος COCO-MAT στο Άργος. Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τη Παρασκευή 31 Ιουλίου.

Το σκηνικό (1,20Χ80)

Το σκηνικό (1,20Χ80)

Περνώντας το κατώφλι προς τις ζωγραφιές της Ειρήνης Γκόγκουα, ο θεατής βρίσκεται σ’ ένα παραμυθένιο χρωματιστό δωμάτιο. Είναι ένας έντονα προσωπικός χώρος, γεμάτος από μορφές και συναισθήματα, οράματα και αφηγήσεις, που αποκρυσταλλώνουν τον φορτισμένο της ψυχισμό, αλλά και μία οικουμενικά συμβολική πραγματικότητα ταυτόχρονα. Τα έργα της Γκόγκουα δεν προέρχονται από τη συμβατική εξέλιξη ενός όποιου καλλιτέχνη, καθώς είναι η εκ του περισσού εκδήλωση μιας εσωτερικής ανάγκης.

Κινείται μεταξύ ενός είδους αυτόφωτου βιτρό, φτιαγμένο με σμάλτο πάνω σε πλεξιγκλάς και μίας κλασικής ελαιογραφίας σε ευρύ μέγεθος. Χρησιμοποιεί μία περίπλοκη εικονογραφία που ταλαντεύεται ανάμεσα σε τοπιογραφία, με μεταφυσικό φως και αποχρώσεις και μία πληθώρα συμβολικών στοιχείων, τα οποία συνθέτει, οργανώνει και επεξεργάζεται, μέχρι τα όρια των διακοσμητικών αφηρημένων δομών.

Επιλογή (1,10Χ80)

Επιλογή (1,10Χ80)

Συχνά η ανθρώπινη φιγούρα βρίσκεται στο επίκεντρο των συνθέσεών της, μεταμορφωμένη, εξωγήινη, εμβρυακή, διάφανα φορτισμένη με μία κοσμική ή ερωτική ενέργεια. Συμβολικά σχήματα από την τοπολογία του φυσικού τοπίου, αλλά και της βιολογίας, συνθέτουν ψυχεδελικά εμβλήματα μιας νοσταλγίας για την ενότητα σώματος και κόσμου.

Τα έργα της Ειρήνης Γκόγκουα αφηγούνται, σαν παραμυθένια ταξίδια εξερεύνησης, τον κόσμο του μαγικού ρεαλισμού, μέσα από αρχέγονα σύμβολα περασμένων πολιτισμών, ή εξωγήινες μορφές, κατασκευασμένες σε μία ονειρική πραγματικότητα.

Ό,τι και να αρθρώσει κανείς για τη ζωγραφική της Γκόγκουα, η έρευνά της για το νόημα της ζωής και η έκφραση του ταξιδιού της με ζωγραφικά μέσα, το ίδιο της το έργο είναι καταρχήν το κοινωνικό δώρο της δύναμης του ταλέντου της.

Η αναγκαιότητα της εικόνας να «δείξει» αυτό που αλλιώς δεν μπορεί να ειπωθεί, όπως και κάθε πραγματική δημιουργία, είναι το αποτύπωμα μιας συνείδησης του κόσμου!

 

Διάρκεια έκθεσης

Από 6 έως 31 Ιουλίου 2015

Πληροφορίες
Κατάστημα COCO-MAT Άργους

Άργος – Καραολή Δημητρίου 8, 21200

Τηλ. 27510 26321

argos@coco-mat.com

Κριτική του Πάνου Τουρλή, βιβλιοθηκονόμου του ΕΛΙΑ (Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο) και κριτικού βιβλίων.


 

Η Ψωροκώσταινα - Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος

Η Ψωροκώσταινα – Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος

Ένα υπέροχο, συγκινητικό ιστορικό μυθιστόρημα για το οποίο πραγματικά χάρηκα όταν έπεσε στα χέρια μου, γιατί κυκλοφορεί από έναν σημαντικό πνευματικό οργανισμό, την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, που δεν εδρεύει στην Αθήνα αλλά στο Άργος! Αυτό το διαμαντάκι δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τους μεγάλους, σύγχρονους εκδοτικούς οίκους: άψογη βιβλιοδεσία, φροντισμένη επιμέλεια κειμένου, υπέροχο εξώφυλλο! Ψάξτε το, βρείτε το, διαβάστε το! Ένα πρωτότυπο θέμα γραμμένο με αγάπη και πόνο από την κυρία Παπαδριανού, η οποία με αφορμή τη στερημένη ζωή της Ψωροκώσταινας και την πεφωτισμένη προσωπικότητα του Βενιαμίν του Λέσβιου, έγραψε ένα υπέροχο μυθιστόρημα, με διαχρονικές αξίες, σημαντικές και εύστοχες ιστορικές παρατηρήσεις και βαθιά άδολη αγάπη για την πατρίδα μας, την Ελλάδα, και τα δεινά που την κατατρύχουν από γεννήσεώς της έως σήμερα.

Ο Βενιαμίν Λέσβιος ήταν μοναχός και λόγιος, μυημένος στη Φιλική Εταιρεία και πολιτικός κατά την ελληνική επανάσταση. Γεννήθηκε στη Λέσβο το 1759 ή το 1762 και πέθανε το 1824 στο Ναύπλιο. Σε ηλικία 17 ετών μετέβη στο Άγιον Όρος, κοντά στο θείο του αδελφού της μητέρας του που ήταν ηγούμενος και χειροτονήθηκε μοναχός. Εκεί συνέχισε τις σπουδές του στη σχολή του Ιωάννη Οικονόμου και τον επόμενο χρόνο συνέχισε τις σπουδές του στην Πάτμο ως το 1786, οπότε και μετέβη στη Χίο και στις Κυδωνιές. Το 1790 ταξίδεψε για σπουδές στο εξωτερικό και στο Παρίσι γνωρίστηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή και άλλους Έλληνες λόγιους, ενώ αρθρογραφούσε στον Λόγιο Ερμή. Το 1799 επέστρεψε στις Κυδωνιές και δίδαξε πάλι στη σχολή μαθήματα φιλοσοφίας, φυσικομαθηματικών, αστρονομίας, καθώς και τη διεξαγωγή πειραμάτων. Χάρη στο διδακτικό έργο του η σχολή απέκτησε μεγάλη φήμη αλλά λόγω του περιεχομένου του κατηγορήθηκε από την εκκλησία ως άθεος. Το 1817, δέχτηκε την πρόσκληση να αναδιοργανώσει την Ακαδημία του Βουκουρεστίου, οπότε κατά την παραμονή του στο Ιάσιο, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Με την έναρξη της επανάστασης μετέβη στην Ελλάδα προσπαθώντας να μαζέψει πολεμοφόδια για τον αγώνα. Χρημάτισε μέλος στην Πελοποννησιακή Γερουσία και πήρε μέρος στην Α’ Εθνοσυνέλευση Επιδαύρου το 1821 και στη Β’ Εθνοσυνέλευση Άστρους το 1823.

Η πλούσια Πανώρια Χατζηκώστα, σύζυγος του μεγαλέμπορου Κώστα Αϊβαλιώτη, βλέπει το 1821 την άνετη και τρυφηλή ζωή της στο Αϊβαλί να αλλάζει ριζικά! Οι Τούρκοι, ως αντίποινα για την Επανάσταση που ξέσπασε στην Πελοπόννησο, έκαψαν το Αϊβαλί και σκότωσαν τους κατοίκους του. Έτσι η Πανώρια είδε να σφάζονται μπροστά στα μάτια της τα τέσσερα παιδιά της και ο άντρας της. Μισότρελη, φυγαδεύτηκε από φίλο και γείτονά της στα Ψαρά κι από κει στην Ύδρα, έχοντας γνωρίσει στο ταξίδι αυτό τον Βενιαμίν τον Λέσβιο. Η Πανώρια τον ακολουθεί στο Ναύπλιο, όπου ζει φτωχικά και ζητιανεύει για να μεγαλώσει τα ορφανά του πολέμου που έχουν σκορπίσει στην απελευθερωμένη πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους κι έχουν βρει φιλόξενη στέγη στην καλύβα της. Το 1826, μετά την πτώση του Μεσολογγίου, η Πανώρια ή Ψωροκώσταινα όπως τη χλεύαζαν οι μάγκες του Αναπλιού, έδωσε πρώτη το δαχτυλίδι που είχε αναμνηστικό από τον άντρα της κι αυτό βοήθησε να φιλοτιμηθούν όλοι και να προσφέρουν μηδενός εξαιρουμένου για τους πρόσφυγες του Μεσολογγίου.

Στο συγκινητικό αυτό κείμενο, η συγγραφέας διάλεξε δύο πολύ σημαντικές προσωπικότητες των πρώτων απελευθερωτικών χρόνων της Ελλάδας για να ξεδιπλώσει την ιστορία της και να καταγράψει περιστατικά, συνήθειες, δολοπλοκίες, ελπίδες, μηχανορραφίες, φαγωμάρα που κυριαρχούσαν μεταξύ των Ελλήνων από την επανάσταση του 1821 ως τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια.

Από τις σελίδες ξεπηδούν σημαντικές προσωπικότητες της Ιστορίας μας: Κολοκοτρώνης, Θεόφιλος Καΐρης, Μπουμπουλίνα, Υψηλάντηδες, Μαντώ Μαυρογένους, Χατζηχρήστος Βούλγαρης, Αύγουστος Μύρμπεργκ, Γιώργος Κουντουριώτης και πολλοί άλλοι. Μαθαίνουμε ξεκάθαρα πόσο συμφεροντολόγοι υπήρξαν οι εκπρόσωποι των Μεγάλων Δυνάμεων που τάχαμου θέλανε να βοηθήσουν την Ελλάδα οικονομικά και στρατιωτικά αλλά ουσιαστικά θέλαν να την κυβερνήσουν για να βάλουν χέρι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η συγγραφέας δε χαρίζεται: στηλιτεύει τους συνεργάτες και τους οπαδούς των κομμάτων της εποχής (αγγλικό, γαλλικό, ρωσικό), δίνει με παραδείγματα περιπτώσεις απερισκεψίας, στενομυαλιάς και κυνηγιού οφίτσιων, φωτογραφίζει πρόσωπα και καταστάσεις δυσάρεστα για τη σωτηρία της Ελλάδας (όλοι για την απελευθέρωση συζητάγανε και ουδείς κατάφερνε κάτι, όπως λέει χαρακτηριστικά) και μας χαρίζει τρισδιάστατες, γλαφυρότατες σκηνές συγκίνησης, μεγαλείου, ηρωισμού αλλά και σκοτεινές σελίδες προδοσίας, διχασμού και ζήλιας. Πουθενά όμως δεν ηθικολογεί, ούτε γράφει επίμονα ότι ο τάδε φταίει και προσέχτε να μη γίνετε κι εσείς σαν αυτόν. Απλώς περιγράφει, αφηγείται, παραθέτει και τα συμπεράσματα που βγαίνουν από τα δρώμενα είναι πικρά!

Ένα ιστορικό μυθιστόρημα που μυρίζει Ελλάδα και ζέχνει αλληλοσπαραγμό, γεμάτο ιστορικά περιστατικά και χιλιάδες πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές, ένα βιβλίο που πρέπει να ανακαλύψετε!

Πάνος Τουρλής

Βιβλιοθηκονόμος – Κριτικός βιβλίων

 

Διαβάστε ακόμη:

Η Ψωροκώσταινα – Η Πανώρια Χατζηκώστα-Αϊβαλιώτη και ο Βενιαμίν Λέσβιος | Κατερίνα Παπαδριανού

Κατερίνα Παπαδριανού

Η Πελοπόννησος κατά την έβδομη δεκαετία του 15ου αιώνα: Η μαρτυρία των πηγών – Φωτεινή Β. Πέρρα. «Εκκλησιαστικός Φάρος», έκδοσις της Αφρικής, AlexandriaJohannesburg, 2012.


 

Μια από τις πλουσιότερες σε ιστορικό παρελθόν περιοχές του ελλαδικού χώρου, στενά συνδεδεμένη με την παρουσία ποικίλλων κυριάρχων κατά την εποχή του Μεσαίωνα αποτελεί η Πελοπόννησος, ο «τόπος του Μορέως» σύμφωνα με το ομώνυμο Χρονικό. Επαρχία της βυζαντινής αυτοκρατορίας την περίοδο της ακμής της τελευταίας, παρέμεινε στην κατοχή της ως το 1205, οπότε και πέρασε στην κυριαρχία των Φράγκων, οι οποίοι ίδρυσαν το πριγκιπάτο της Αχαΐας.

Παράσταση νίκης Οθωμανού σουλτάνου, Λαόνικος Χαλκοκονδύλης στο: L'histoire de la decadence de l'empire grec, et establissement de celuy des Turcs, par Chalcondile Athenien..., Parisien, Claude Sonnius, 1632.

Παράσταση νίκης Οθωμανού σουλτάνου, Λαόνικος Χαλκοκονδύλης στο: L’histoire de la decadence de l’empire grec, et establissement de celuy des Turcs, par Chalcondile Athenien…, Parisien, Claude Sonnius, 1632.

Από το 1348/49 η Πελοπόννησος πολιτικά μετατράπηκε σε Δεσποτάτο όταν ο Μανουήλ Καντακουζηνός ανέλαβε την εξουσία ως πρώτος Δεσπότης. Κατά τη διάρκεια του 14ου αιώνα, οι βυζαντινοί κύριοι της αρχικά του οίκου των Καντακουζηνών και στη συνέχεια της δυναστείας των Παλαιολόγων χρειάστηκε να έρθουν αντιμέτωποι με τις εισβολές Αλβανών και Τουρκομάνων μέχρι την ουσιαστική κατάλυση του Δεσποτάτου το 1460/61 περίοδο κατά την οποία κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς, με εξαίρεση τις περιοχές που βρίσκονταν υπό βενετική κυριαρχία δηλαδή, τη Μεθώνη, την Κορώνη, το Άργος και το Ναύπλιο. Οι ιστορικές τύχες της Πελοποννήσου κατά τις διάφορες φάσεις της από τον 13Ο αι. και έπειτα έχουν γίνει αντικείμενο ενδελεχούς έρευνας από πολλούς μελετητές, οι οποίοι μας έχουν δώσει σημαντικότατες συμβολές για τις κυριότερες φάσεις της μεσαιωνικής πελοποννησιακής ιστορίας ως το 1463, στις οποίες ήδη αναφερθήκαμε συνοπτικά.

Τη βυζαντινή παρουσία στην Πελοπόννησο διαδέχθηκε η περίοδος των Οθωμανικών εισβολών, τις οποίες πρόσφατα έχει περιγράψει και αναλύσει ο L. Kayapinar και οι οποίες σταδιακά οδήγησαν στην πλήρη επικράτηση των Οθωμανών στα πελοποννησιακά εδάφη. Οι γενικότερες εξελίξεις όμως στο χώρο της Μεσογείου που σχετίζονταν με τη διαπάλη μεταξύ της Βενετίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας για την κυριαρχία στην περιοχή, οδήγησαν την Πελοπόννησο σε νέες περιπέτειες πολεμικού περιεχομένου. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο αυτών δυνάμεων, ο οποίος σοβούσε, ήδη πολύ καιρό και κατέληξε στη μεταξύ τους σύγκρουση, επρόκειτο να έχει ως ένα από τα κύρια πεδία του το γεωγραφικό χώρο της Πελοποννήσου, όπου είχε σχεδόν παγιωθεί η οθωμανική παρουσία. Με αυτό τον τρόπο από το 1463 ο Μοριάς βρέθηκε στη δίνη του Α’ βενετο-οθωμανικού πολέμου (1463-1479) και οι κάτοικοί του θα βίωναν όλες τις φάσεις και τα δεινά του, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία μεταξύ του 1463-1473.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Φωτεινής Πέρρα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η Πελοπόννησος κατά την έβδομη δεκαετία του 15ου αιώνα- Η μαρτυρία των πηγών

«Το νερό», Μια ιστορία για την εγκατάσταση στη Νέα Κίο


 

 

Πανεπιστήμιο  ΠελοποννήσουTo Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Δραματική Τέχνη και Παραστατικές Τέχνες στην Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση» σε συνεργασία με το Κ.Α.Π.Η. Νέας Κίου πραγματοποιούν, την Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015 στις 7.30 μ.μ, βιωματικό πρόγραμμα εκπαίδευσης ενηλίκων με στόχο την ανάκληση της μνήμης των προσφύγων της περιοχής που αφορά στην περίοδο της εγκατάστασης στην καινούρια πατρίδα μετά τη μικρασιατική καταστροφή.

Οικογένεια Κιωτών.

Οικογένεια Κιωτών.

Η βιωματική δράση στηρίζεται στο διήγημα με τίτλο «Το νερό» της Εύας Γιαγκιόζη, το οποίο αποτέλεσε τη λογοτεχνική αποτύπωση της εθνογραφικής έρευνας που πραγματοποίησαν οι ερευνήτριες, καταγράφοντας μαρτυρίες υπό μορφή συνέντευξης, υπερηλίκων της περιοχής. Η δραματοποιημένη αφήγηση, υπό τους ήχους του μαντολίνου, θα υποστηριχθεί από τις εμψυχώτριες Εύα Γιαγκιόζη και Σοφία Στενού. Η δράση θα ολοκληρωθεί με τη συμμετοχή στη διαδικασία των υπερηλίκων του Κ.Α.Π.Η. Η εκδήλωση είναι ανοιχτή για το κοινό.

O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών», A. Haubenschmid, 1833-1834, υδατογραφία & μολύβι, Βαυαρικό Πολεμικό Μουσείο (Ingolstadt Bayerisches Armeemuseum).

 

O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών»,  A. Haubenschmid, 1833-1834, Βαυαρικό Πολεμικό Μουσείο (Ingolstadt Bayerisches Armeemuseum).

O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών», A. Haubenschmid, 1833-1834, Βαυαρικό Πολεμικό Μουσείο (Ingolstadt Bayerisches Armeemuseum).

 

O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών» αποτελεί τον μοναδικό σωζόμενο προμαχώνα της κάτω πόλης του Ναυπλίου που σώθηκε από την κατεδάφιση. Bρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά της Aκροναυπλίας και οφείλει το όνομά του στα πέντε βενετσιάνικα κανόνια, που ενίσχυαν την άμυνά του.

O προμαχώνας προστάτευε το δυτικό τμήμα της κάτω πόλης και το λιμάνι σε συνδυασμό με το Mπούρτζι. Σύμφωνα με την Ιωάννα Στεριώτου* κατασκευάστηκε από τους Τούρκους, πριν από τη Β΄ Ενετοκρατία.

Στο έργο του βαυαρού αξιωματικού Α. Haubenschmid, που  υπηρέτησε στην Ελλάδα κατά την οθωνική περίοδο, διακρίνουμε τα κανόνια αριστερά, δεξιά το Διοικητήριο και το Μπούρτζι στο βάθος. Έλληνες με φουστανέλες και Ευρωπαίοι στρατιωτικοί περιλαμβάνονται στο τοπίο.

Από τις τάξεις του Επικουρικού Βαυαρικού Εκστρατευτικού Σώματος αναδείχτηκε μια κατηγορία ερασιτεχνών ζωγράφων, όπως οι A. Haubenschmid και L. Köllnberger. Οι συνθέσεις τους αποτυπώνουν σκηνές της καθημερινής ζωής, τοπία και μνημεία καθώς και χαρακτηριστικά στιγμιότυπα από τη ζωή των Βαυαρών στην Ελλάδα.

 

* Ιωάννα Στεριώτου, Συμπληρωματικά αμυντικά έργα στις οχυρώσεις της Πελοποννήσου (1684-1715). Δύο σχέδια του τείχους της πόλης του Ναυπλίου (18ος αι.) από το αρχείο της Βενετίας, «Η εκστρατεία του Franc. Morosini και το «Regno di Morea» – Μονεμβασιώτικος Όμιλος , Γ΄ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης (20-22 Ιουλίου 1990), Αθήνα 1998, σ. 135-154.

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Το βενετσιάνικο Ναύπλιο του 1500: τόσο μακριά και τόσο κοντά. (Διαβάζοντας μια διατριβή για τη βενετσιάνικη κυριαρχία), Γιώργος Ρούβαλης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Γιώργου Ρούβαλη Δρ. Ιστορίας, Καθηγητή και Συγγραφέα με τίτλο:

Το βενετσιάνικο Ναύπλιο του 1500: τόσο μακριά και τόσο κοντά. (Διαβάζοντας μια διατριβή για τη βενετσιάνικη κυριαρχία)

 

Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας κυριάρχησε στο Ναύπλιο περίπου 180 χρόνια. Εκατόν πενήντα στην αρχή και τριάντα αργότερα. Μπορούμε να πούμε ότι ήταν η δύναμη, που διαμόρφωσε κι έχτισε την κάτω πόλη του Ναυπλίου γύρω στο 1500, αλλά και φυσικά τα κάστρα, για τα οποία τα γνωρίζουμε σήμερα, δηλαδή το Παλαμήδι (γύρω στα 1700), το Μπούρτζι (γύρω στο 1350) και ενίσχυσε και επεξέτεινε τα τείχη της Ακροναυπλίας, που υπήρχαν νωρίτερα από τους Φράγκους και τους Βυζαντινούς.

Συχνά συγκρίνεται η κυριαρχία των Βενετσιάνων στο Ναύπλιο με εκείνη των Τούρκων και ορισμένοι θεωρούν ότι και οι δύο ήταν κατακτητές και ξένοι προς την ιδιοσυγκρασία μας. Όμως η ανάγνωση της διατριβής του 1999 της Αμερικανίδας ιστορικού Diana Wright μας επιτρέπει να γνωρίσουμε με λεπτομέρειες την καθημερινή ζωή του Ναυπλίου γύρω στο 1480, έστω και από τη μεριά των Βενετσιάνων επισήμων.

Βενετία. Η αίθουσα του συμβουλίου στο παλάτι του Δόγη. George Newenham Wright, περ. 1842.
Βενετία. Η αίθουσα του συμβουλίου στο παλάτι του Δόγη. George Newenham Wright, περ. 1842.

Πολλά πράγματα μαθαίνουμε απ’ αυτή τη διατριβή. Υπάρχουν γενικές πληροφορίες για τη γραφειοκρατική δομή της βενετσιάνικης κυριαρχίας στη Μεσόγειο, τις σχέσεις με τους Έλληνες υπηκόους, με τους μισθοφόρους στρατιώτες της, με τους Τούρκους, καθώς και την αντιμετώπιση που δόθηκε σε μια παμπελοποννησιακή εξέγερση των μισθοφόρων της εναντίων των Τούρκων, την εξέγερση του Κροκόδειλου Κλαδά. Μας θυμίζει αυτή η διατριβή, αλλά σε διαφορετικό επίπεδο, το εξαιρετικά εμπνευσμένο μυθιστόρημα του Γάλλου ιστορικού, Bruno Racine, «Ο Κυβερνήτης του Μορέως», που δημοσιεύτηκε τη δεκαετία του ’80 στα ελληνικά από τον Κέδρο, και αναλύει τον εσωτερικό κόσμο του κυβερνήτη Agustino Sagredo, τον οποίον επιφόρτισε η Γερουσία να χτίσει το Παλαμήδι. Ο συγγραφέας μας εισάγει στα διλήμματα, τις δυσκολίες και τα επιτεύγματα ενός αξιωματούχου, που πρέπει σε σύντομο χρόνο να χτίσει ένα απόρθητο κάστρο και το καταφέρνει. Τα ίδια ή ανάλογα διλήμματα πρέπει να αντιμετώπισε και ο Προβλεπτής Bartolomeo Minio, τις μηνιαίες εκθέσεις του οποίου αναλύει για τέσσερα χρόνια η Diana Wright, ο οποίος είχε το δύσκολο έργο να διοικήσει ένα τεριτόριο, που κάλυπτε πάνω απ’ τη μισή Αργολίδα, αμέσως μετά έναν μακροχρόνιο ενετοτουρκικό πόλεμο και την προσαρμογή της αποικίας αυτής σε συνθήκες ειρήνης και καλών σχέσεων με τους Τούρκους. Ο Minio έχει, φτάνοντας στο Ναύπλιο, μεγάλα σχέδια για την πόλη, που του ανάθεσαν να διοικεί. Θέλει να στερεώσει τα τείχη της Ακροναυπλίας, αλλά και να τειχίσει την κάτω πόλη δίπλα στη θάλασσα, που ήταν σχεδόν απροστάτευτη. Γι’ αυτό ζητάει έμπειρους λιθοξόους από τη Βενετία, αφού δεν υπήρχαν επιτόπου, και κυρίως ανθρώπινο δυναμικό, τους κωπηλάτες δηλαδή μιας γαλέρας (120-150 ανθρώπους), που θα χρησίμευαν για το χτίσιμο των τειχών. Και τούτο διότι οι Ιταλοί και άλλοι μισθοφόροι στρατιώτες, που διέθετε, είναι αδύναμοι, πεινασμένοι, σχεδόν ρακένδυτοι από ακηδία της Βενετίας, που δεν έστελνε τακτικά μισθούς και σιτηρέσια.

Επίσης μαθαίνουμε πολλά για τους κανόνες, που διείπαν την αποστολή του, όχι μόνο του ιδίου, αλλά και οποιουδήποτε Βενετσιάνου Προβλεπτή στις αποικίες. Μας εντυπωσιάζει η αυστηρότητα και η διοικητική επιμέλεια, που έπρεπε να δείξει. Καταρχήν από τον ετήσιο προϋπολογισμό του (περίπου 1000 δουκάτα το χρόνο), τα οποία αντιπροσώπευαν μισθό για δύο αξιώματα, δηλαδή εκείνο του Διοικητή και Διαχειριστή της πόλης, αλλά κι εκείνο του στρατιωτικού Κυβερνήτη, αφαιρείτο ένας φόρος 40%. Κατόπιν υπήρχαν αυστηροί κανόνες για την καθημερινή συμπεριφορά του, που απέκλειαν φαινόμενα διαφθοράς. Δεν μπορούσε να επιβάλει αγγαρείες στους Έλληνες υπηκόους, εξαιτίας κάποιων προνομίων του Ναυπλίου, παρά μόνο ορισμένες. Δεν του επιτρέπετο να δέχεται δώρα απ’ αυτούς (τρόφιμα, μικρά ζώα κ.λπ.). Βρισκόταν μακριά από την πατρίδα του χωρίς την οικογένειά του και χωρίς τη γυναίκα του, όπως όλοι οι Βενετσιάνοι επίσημοι. Δεν του επιτρέπετο σαρκική συνάφεια με γυναίκες της αποικίας. Έπρεπε να παρακολουθεί τη φόρτωση των πλοίων με εγχώρια προϊόντα και να επιβάλει τους ανάλογους φόρους. Και φυσικά, είχε το δυσάρεστο έργο να επιβλέπει και να καθησυχάζει τους συχνά διαμαρτυρόμενους στρατιώτες του, οι οποίοι υπέφεραν από πείνα και έλλειψη χρηματικών αμοιβών. Ακόμα είχε το καθήκον να προστατεύει την αποικία του, την οποίαν όφειλε να γνωρίζει σε όλη της την έκταση, από ληστές και πειρατές, που έβριθαν εκείνα τα χρόνια στην Πελοπόννησο και το Αιγαίο. Διαβάζοντας τα έγγραφα μαθαίνουμε ότι ορισμένοι Μαυριτανοί πειρατές ήταν π.χ. υπό την άμεση καθοδήγηση του Τούρκου Διοικητή της Χαλκίδας και ένας τρόπος για να μην πεθάνουν από πείνα οι κάτοικοι του Ναυπλίου ήταν το ψάρεμα στη θάλασσα και η εμπορική ναυτιλία. Η πόλη του Ναυπλίου εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ φτωχή. Δεν είχε ας πούμε τη δυνατότητα να φτιάξει τούβλα ούτε να βρει κομμένες πέτρες για χτίσιμο. Δεν υπήρχε κοντά, παρά μόνο στις Σπέτσες, ξυλεία. Ο ίδιος ο Προβλεπτής γράφει συχνά ότι λυπάται τους υπηκόους του, γιατί είναι φτωχοί, άσχημοι και αδύνατοι σαν σκουράντζοι.

Ναύπλιο - Coronelli Maria Vincenzo
Ναύπλιο – Coronelli Maria Vincenzo

Πρέπει λοιπόν να αναλογιστούμε τις συνθήκες διαβίωσης και επιβίωσης στο Ναύπλιο εκείνα τα χρόνια. Συνθήκες σκληρές, σπίτια που σε άλλο άρθρο της η Diana Wright διαπιστώνει ότι ήταν συνήθως ξύλινα με καλαμωτή σκεπή και όχι τα λαμπρά πέτρινα που γνωρίζουμε εμείς και προέρχονται από την ύστερη βενετσιάνικη περίοδο (Παλαμήδι, Αρσενάλε στην πλατεία Συντάγματος, Βενετσιάνικο Διοικητήριο κοντά στην Αγιά Σοφιά κ.λπ.). Όλα αυτά μας φαίνονται πολύ μακριά από μας, συνθήκες πρωτόγονες, πλοία με κωπηλάτες και χωρίς ατμό, έλλειψη θέρμανσης στα κτίρια, αρρώστιες που αποδεκάτιζαν στρατιώτες και κατοίκους, εισβολές Τούρκων ληστών, που κομμάτιαζαν όσους έβρισκαν πρόχειρους κ.λπ. Μας φαίνεται λοιπόν εκείνη η εποχή πολύ μακριά, αλλά και πολύ κοντά, γιατί οι λεπτομέρειες, που δίνει η Diana Wright, μας ανεβάζουν στην Ακροναυπλία, μας κατεβάζουν στην αγορά, απαριθμούν τις εκκλησίες μας και μας πηγαίνουν ακόμα και μέχρι τις αλυκές του Θερμησίου (Ερμιόνη), πλούσιο φέουδο, που είχε οικειοποιηθεί ο Λατίνος Επίσκοπος. Από τα γραπτά του Minio δεν φαίνεται να έπαιζε μεγάλο ρόλο η θρησκεία στην καθημερινή ζωή των κατοίκων, παρόλο που υπήρχε και Ορθόδοξος Επίσκοπος και Ορθόδοξοι ιερείς. Ορισμένοι έξυπνοι Έλληνες μιλούσαν και τα βενετσιάνικα και τα τούρκικα εκτός από τα ελληνικά και χρησίμευαν συχνά ως διερμηνείς του Προβλεπτή σε διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους. Άλλοι γηραιότεροι και σεβαστοί πολίτες χρησίμευσαν ως μάρτυρες σε μια μακρά διαδικασία καθορισμού των ορίων της αποικίας με τις κτήσεις των Τούρκων. Τότε το όριο βρισκόταν στην Τίρυνθα. Το Άργος ήταν τούρκικο. Μεγάλη σημασία είχαν τα άλογα για τις μετακινήσεις των κατοίκων και οι στρατιώτες ήταν περισσότερο σημαντικοί όταν ήταν ιππείς, με άλογα που διατηρούσαν οι ίδιοι. Η Βενετία παραχωρούσε μικρά κομμάτια γης σ’ αυτούς τους στρατιώτες για να τρέφονται οι ίδιοι κι οι οικογένειές τους και να συντηρούν τα άλογά τους. Έτσι κατάφερναν να μην πεθάνουν απ’ την πείνα, που τους απειλούσε συχνά. Όπως και στην Ελληνική Επανάσταση, οι μετακινήσεις γίνονταν ιππαστί κι έτσι μετρούσαν τις αποστάσεις. Ο φόβος των πειρατών δεν ήταν μόνο να χάσει κανείς το πλοίο και το φόρτωμά του ή να σκοτωθεί, αλλά και να πιαστεί σκλάβος και να πουληθεί στο σκλαβοπάζαρο της Χίου, που όλο εκείνο το διάστημα λειτουργούσε με αυτόν τον τρόπο.

Τιντορέττο (Jacopo Tintoretto 1518-94), Πορτρέτο Ενετού Ναυάρχου. Museo Nacional del Prado (Spain - Madrid).
Τιντορέττο (Jacopo Tintoretto 1518-94), Πορτρέτο Ενετού Ναυάρχου. Museo Nacional del Prado (Spain – Madrid).

Έτσι διαπιστώνουμε ότι η βενετσιάνικη διοίκηση είχε ένα corpus αυστηρών κανόνων διακυβέρνησης (με τις ανάλογες εξαιρέσεις βέβαια, αφού ορισμένοι άλλοι Προβλεπτές δικάστηκαν για καταχρήσεις κ.λπ.) κι ακόμα μια καλά δομημένη γραφειοκρατία. Υπάρχουν και άλλα στοιχεία, που δεν αναφέρει ο Minio και που συντέλεσαν φυσικά στον πλούτο αυτής της δημοκρατίας, η κυριαρχία της οποίας κράτησε για 1000 χρόνια. Εμείς στην Ελλάδα καμαρώνουμε για τα 1000 χρόνια του Βυζαντίου, αλλά υπήρξαν και άλλες αυτοκρατορίες, που επίσης κράτησαν 1000 χρόνια. Ήταν βέβαια μια αριστοκρατική διοίκηση από εκλεκτές οικογένειες, αλλά ο πλούτος που συσσώρευσαν στη Βενετία από το εμπόριο μπαχαρικών, που μετέφεραν από την Αλεξάνδρεια κυρίως και διένειμαν στην Ευρώπη, ήταν τόσος που και οι κατώτερες τάξεις, εργάτες, τεχνίτες, ναυτικοί, πλούτισαν κι αυτές και δεν έθεταν σε αμφισβήτηση το ολιγαρχικό καθεστώς. Η Βενετία συχνά πολέμησε και μάλιστα μόνη της εναντίον των Τούρκων, διότι πολλές συμμαχίες που συνήψε με άλλα χριστιανικά βασίλεια, Γάλλους, Γερμανούς κ.λπ., συχνά δεν διαρκούσαν και απέμενε μόνη να πολεμάει. Στην περίπτωση αυτή οι πατρίκιοι της Βενετίας ήξεραν ότι θα τους επιβληθεί έκτακτη φορολογία. Π.χ. έπρεπε να αρματώσουν και να πληρώσουν καπετάνιο και πληρώματα ενός ή περισσότερων πλοίων και δέχονταν αυτά τα πρόσθετα βάρη χωρίς διαμαρτυρία, γιατί ήξεραν ότι τα μελλοντικά εμπορικά κέρδη τους βασίζονταν εκεί. Οι νέοι υφίσταντο μια συνεχή διοικητική εκπαίδευση σε διάφορες θέσεις στην πρωτεύουσα για να μπορέσουν αργότερα να σταλούν στις αποικίες της Μεσογείου. Θυμίζουμε ότι εκτός από το Ναύπλιο η Βενετία επικράτησε για 450 χρόνια στην Κρήτη, σχεδόν 100 χρόνια στην Κύπρο και εκατονταετίες σε διάφορα άλλα μικρότερα νησιά του Αιγαίου. Επίσης υπήρχαν τακτικές νηοπομπές από τη Βενετία προς την Αλεξάνδρεια, όπου έφταναν τα μπαχαρικά από Άραβες εμπόρους με προέλευση την Ασία, τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη και την Οδησσό. Γι’ αυτό το λόγο η Βενετία χρειαζόταν όχι μεγάλες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης, αλλά μικρά λιμάνια στο δρόμο των νηοπομπών, όπως το Ναύπλιο, τη Μεθώνη, την Κορώνη, τα Ιόνια νησιά κ.λπ. Ορισμένοι θα αντιτείνουν την ύπαρξη ανταγωνιστών της, όπως π.χ. των Γενοβέζων, οι οποίοι κατείχαν τη Χίο και ορισμένα άλλα νησιά του Αιγαίου, την Κεφαλονιά κ.λπ. Όμως σε βάθος χρόνου αντιλαμβανόμαστε ότι η κυριαρχία της Γένοβας κράτησε μόνον 300 περίπου χρόνια, που σε σύγκριση με τα 1000 της Βενετίας ωχριούν. Το καθεστώς ήταν ολιγαρχικό, αλλά ο Δόγης δεν ήταν απόλυτος άρχων. Διάφορα συμβούλια (περί εξωτερικών σχέσεων, περί εσωτερικών θεμάτων, περί υδάτων κ.λπ.) περιόριζαν την εξουσία του. Κάποιος απ’ τους πρώτους Δόγηδες, που δοκίμασε να γίνει βασιλιάς, συνελήφθη και αποκεφαλίστηκε. Επίσης η Βενετία είχε τρομερές μυστικές υπηρεσίες. Τούτες δεν απέφυγαν και ορισμένα λάθη της, όπως π.χ. την πρώτη παραχώρηση αμαχητί της Μονεμβασιάς και του Ναυπλίου στους Τούρκους από λάθος της διπλωματίας της. Στην Κωνσταντινούπολη η Βενετία είχε μόνιμο πρέσβη και εμπορικό σταθμό.

Σε σύγκριση λοιπόν μ’ αυτή την αξιοθαύμαστη γραφειοκρατική μηχανή, οι εκθέσεις του Minio μας φανερώνουν την αταξία και διαφθορά της τούρκικης διοίκησης. Οι Οθωμανοί αξιωματούχοι έχαναν συχνά το αξίωμα ή και το κεφάλι τους από τα καπρίτσια των σουλτάνων. Στα τέσσερα χρόνια της διακυβέρνησής του, ο Bartolomeo Minio γνώρισε όχι λιγότερους από τέσσερις Φλαμπουράρηδες, δηλαδή Τούρκους διοικητές του Μοριά. Ορισμένοι άγριοι κι απολίτιστοι, ορισμένοι γλυκείς και φιλικοί προς τον αντίπαλο. Όλα όμως αγοράζονταν, αφού κάθε συνάντηση μαζί τους συνεπάγετο πλούσια δώρα γι’ αυτούς. Ένας τους μάλιστα ζήτησε ανοιχτά λίγο κρασί, που του εδόθη. Η εντύπωση που αποκομίζουμε από τις εκθέσεις αυτές δεν είναι ότι οι Έλληνες καταπιέζονταν, παρόλο που υπήρχε μεγάλη φτώχια. Υπήρχαν όμως και πλούσιοι Έλληνες, αυτοί που είχαν με καλή τύχη εμπορευτεί και «πλουτίσει». Ένας απ’ αυτούς αγόρασε τρία ασημένια κύπελλα για να προσφέρει στον Minio ως δώρο για τον Φλαμπουράρη. Βέβαια οι μισθοί των κατώτερων Βενετσιάνων αξιωματούχων της πόλης, γραμματέων, αστυνόμων κ.λπ., συνελλέγοντο από χρήματα των υπηκόων, που χρησιμοποιούσαν τις υπηρεσίες τους. Αλλά δεν είχαμε το γενικευμένο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία σύστημα της αγοράς των υψηλών θέσεων και το διαρκές μπαξίσι, που κυριαρχούσε εκεί. Οι Βενετσιάνοι ανώτεροι αξιωματούχοι πληρώνονταν από τη Γερουσία και δεν ξεζούμιζαν τους υπηκόους.

Ένα μόνιμο πρόβλημα της διοίκησης ήταν οι Αλβανοί μισθοφόροι. Καλοί πολεμιστές, πολύ χρήσιμοι σε καιρό πολέμου, ήταν όμως απείθαρχοι και αυτοδιοικούμενοι σχεδόν σε καιρό ειρήνης, πράγμα που οδήγησε στην εξέγερση του Κροκόδειλου Κλαδά, που αναφέραμε. Ας προσέξουμε όμως ότι ακόμα κι αυτοί οι Αλβανοί, όπως οι άλλοι Έλληνες μισθοφόροι της Βενετίας, την εξέγερση εκείνη την κατηύθυναν εναντίον των Τούρκων και όχι της Βενετίας, προς την οποία είχαν αισθήματα υποταγής. Σύμφωνα με τη Diana Wright αυτή η πολύμηνη εξέγερση του Κροκόδειλου Κλαδά διαμόρφωσε το πνεύμα των μετέπειτα «κλεφτών» της Ελληνικής Επανάστασης στο Μοριά, όντας η πρώτη εκδήλωσή τους.

Το γενικότερο συμπέρασμα είναι ότι η βενετσιάνικη κυριαρχία στο Ναύπλιο δεν μπορεί να εξισωθεί με την τούρκικη. Δεν είναι μόνο η διαφορά θρησκείας, αλλά, όπως παρατηρήσαμε, η διαφορά μεταξύ μιας εξελιγμένης, μοντέρνας για την εποχή, γραφειοκρατικής δομής και μιας απρόβλεπτης ακαταστασίας της διοίκησης. Και βέβαια, ειδικά για το Ναύπλιο, δεν πρέπει να ξεχνάμε, όπως είπαμε, ότι οι Βενετσιάνοι έχτιζαν, έχτιζαν, έχτιζαν κι έφτιαξαν μετά το 1500 τη σημερινή κάτω πόλη σε πολλά σημεία οικοδομώντας πάνω σε πασσάλους, όπως στη Βενετία, π.χ. τη μεγαλοπρεπή οικία Καραπαύλου στην οδό Μπουμπουλίνας (1860), αλλά και διαμόρφωσαν οι Βενετσιάνοι τη σημερινή μορφή της πόλης και την πλατεία Συντάγματος και το Μεγάλο Δρόμο, που διαπερνούσε όλη την πόλη για να φτάσει στα εξωτερικά τείχη.

Γι’ αυτό το λόγο, το σημερινό Ναύπλιο έχει μεγάλο χρέος απέναντι της Βενετίας, που μας κυριάρχησε και μας διαμόρφωσε, για δικούς της βέβαια λόγους, για τόσα χρόνια.

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

Σκούρτη Παρασκευή


 

Βιβή Σκούρτη

Βιβή Σκούρτη

Η Παρασκευή (Βιβή) Σκούρτη γεννήθηκε στην Ερμιόνη Αργολίδας. Πατέρας την ήταν ο Μίμης Σκούρτης σφουγγαράς και ψαράς και μητέρα της η Θωμαή Σκούρτη. Φοίτησε στο Γυμνάσιο Κρανιδίου και τελείωσε το Ράλλειο Γυμνάσιο Θηλέων Πειραιά. Σπούδασε Νηπιαγωγός στη Σχολή Νηπιαγωγών Καλλιθέας. Μετεκπαιδεύτηκε στη ΣΕΛΔΕ και στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Φοίτησε στο Τμήμα Επιστημών της Προσχολικής Αγωγής και του Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου. Υπηρέτησε για εννέα χρόνια ως Σύμβουλος Προσχολικής Αγωγής Νομού Κυκλάδων. Δίδαξε σε πολλά Προγράμματα επιμόρφωσης Νηπιαγωγών αλλά και άλλων εκπαιδευτικών ειδικοτήτων.

Έχει γράψει και δημοσιεύσει εργασίες και άρθρα για τη Διδακτική στην Προσχολική Αγωγή. Αρθρογραφεί στο περιοδικό «Στην Ερμιόνη…άλλοτε και τώρα» και έχει δημοσιεύσει άρθρα και μελέτες αναφορικά με τον πολιτισμό, την ιστορία και τη λαογραφία της ιδιαίτερης πατρίδας της.

Έργα της:

  • «Κουβέντες της ψυχής και του πελάγους», ποιητική συλλογή, εκδόσεις Πολύφεγγος, 2009.
  • «Οι σφουγγαράδες της Ερμιόνης», εκδόσεις Πολύφεγγος, 2012.
  • «Σ’ εκείνους που έχτισαν την Ερμιόνη», εκδόσεις Αρτέον, Αθήνα, 2015.

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Ο Γάλλος ζωγράφος Étienne Rey (1789-1867), από τους πρώτους καθηγητές της Σχολής Καλών Τεχνών στη Λυών και διευθυντής του Μουσείου και της Σχολής Σχεδίου στη Βιέννη, έφτασε στο Άργος στις 18 Σεπτεμβρίου 1843, με τον αρχιτέκτονα Αntoine Marie Chenavard, από τη Λυών και οι δύο, όπου ο Rey φιλοτέχνησε ένα σχέδιο, ενώ ο Chenavard αποτύπωσε την κάτοψη του θεάτρου. Δημοσίευσαν και οι δύο από έναν τόμο αναμνήσεων, ο Rey το 1867 με τίτλο: «Voyage pittoresque en Grèce et dans le Levant fait en 1843-1844. Par E. Rey, peintre, & Chenavard, architecte, Professeurs à l’Ecole des Beaux-Arts de Lyon, membres de l’Academie des Sciences, Belles-Lettres Arts de ladite Ville, correspondants de plusieurs autres sociétés savantes, et Dalgabio, architecte. Journal de Voyage. Dessins et planches lithographiées par Etienne Rey, Louis Perrin, Lyon (1867)», στον οποίο περιλαμβάνεται και το σχέδιο του Αρχαίου Θεάτρου Άργους.