Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – «Φαντασία και ορθός λόγος από τον Καντ στον Χάιντεγκερ: μια φιλοσοφική διαδρομή»


 

      “Events Series 2015”

«Η Φαντασία στην Επιστήμη και την Τέχνη»

 

Πανεπιστήμιο Harvard Την Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015 και ώρα 7.00 μ.μ., στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη η Γκόλφω Μαγγίνη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων με θέμα:

 «Φαντασία και ορθός λόγος από τον Καντ στον Χάιντεγκερ: μια φιλοσοφική διαδρομή».

Προσκεκλημένος συνομιλητής θα είναι ο Κώστας Πολιάς, Διδάκτορας, Τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης, Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών.

 

Οι αναβαθμοί της απομνημόνευσης και οι πολιτικές στρατηγικές μιας οικογένειας, Ευτυχία Λιάτα, «Ο Ερανιστής», τόμος 20, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1995. 


 

 «Ὁ ἔχων ἀπαίτησιν νά ἧναι ἀρχηγός, θυσιάζει αὐθορμήτως

ἀείποτε τά ἑαυτοῦ συμφέροντα χάριν τῶν οικογενειακῶν, καὶ

οὐδέποτε εκμεταλλεύεται τὰ τῆς οικογενείας, καὶ δή, τὰ

τιμαλφέστερα χάριν τῶν ἑαυτοῦ.»

 (Επιστολή Ανδρέα Α. Δεληγιάννη

προς Θεόδωρο Π. Δεληγιάννη, 22/9/1873.)

 

Είναι γνωστή η βαθιά αντιδικία μεταξύ στρατιωτικών και πρου­χόντων, των «πολιτικών», όπως νωρίς ονομάστηκαν, για τη σπου­δαιότητα του ρόλου που καθεμιά από τις δύο αυτές κοινωνικές ομάδες δια­δραμάτισε στην ελληνική Επανάσταση. Αντιδικία που αποκρυσταλλώνεται σε πολιτικό λόγο όταν οι πολεμικές συγκρούσεις έπαυσαν πλέον, και στην ουσία επαναλαμβάνει όσα στοιχεία πολιτικού λόγου ενείχαν ρήξεις που είχαν ήδη συμβεί κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Στο πεδίο της εξασφάλισης προνομίων και ανταμοιβών από την κυβέρνηση όσοι συνεισέφεραν, κυρίως σε υλικά μέσα, εμπλέκονται σε μια διελκυστίνδα διεκδικήσεων κάτω από το ένδυμα των οφειλόμενων αποζημιώσεων∙ ο λόγος λοιπόν για το μέγιστο μερίδιο και ο δρόμος προς το επιδιωκόμενο ο ίδιος για όλους: περνάει σε πρώτο επίπεδο από τη διογκωμένη προβολή – επιτυχέστερα μάλιστα δι’ αποδείξεων – του ρόλου που ο διεκδικητής διαδραμάτισε σ’ εκείνο τον κοινό αγώνα, και σε δεύτερο επίπεδο από την υποβάθμιση του ρόλου των άλλων. Με τη μέθοδο συνήθως των αποσιωπήσεων, της παραγνώρισης και όχι πάντα απαραίτητα της καταγγελίας διαμορφώνεται η εικόνα των ιστορικών γεγονότων και των προσώπων που πρωταγωνίστησαν σ’ αυτά. Ο επίζηλος ρόλος του πρωταγωνιστή δεν επιφέρει μόνο δόξα αλλά και υλικά αγαθά: γι’ αυτό και πολλοί οι εκ των υστέρων διεκδικητές του σε ένα συντελεσμένο πολυπρόσωπο δράμα, όπου η σαφής διάκριση των ρόλων και δύσκολα κατορθωτή ήταν και όχι πάντα ξεκάθαρη.

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

Μόνοι αδιάψευστοι μάρτυρες τα γραπτά τεκμήρια∙ όμως κι αυτά δεν υπήρχαν πάντα, μολονότι κάποιοι φρόντιζαν ακόμα και μέσα στη δίνη του πολέμου να τα εξασφαλίσουν και να τα διαφυλάξουν, κάποτε δίχως την επιθυμητή ως το τέλος επιτυχία. Το μόνο που απέμενε πλέον ήταν η προ­σωπική μαρτυρία των αγωνιστών, όσων επέζησαν αυτοί βίωσαν τα γεγονότα, έστω κι αν τ’ αντιμετώπισαν από διαφορετική σκοπιά ο καθένας και έτσι, όταν υποχρεώθηκαν να τ’ ανακαλέσουν, τ’ αναπαράστησαν αναμφί­βολα με αρκετή υποκειμενικότητα, όμως κυρίως αυτοί υπήρξαν μάρτυρες γεγονότων. Βέβαια, οι πράξεις, τα συμβάντα συντελέστηκαν μ’ ένα και μοναδικό τρόπο∙ η πρόσληψη και η εκ των υστέρων εκτίμηση υπήρξε δια­φορετική, συχνά συνειδητά παραμορφωμένη αποβλέποντας στο προσδο­κώμενο κέρδος (ηθικό και υλικό), κάποτε αθέλητα ως φυσική συνέπεια μιάς προδοτικής μνήμης, η οποία, όταν ύστερα από μακρό χρονικό διάστημα αναγκάζεται ν’ ανακαλέσει σκηνές από το παρελθόν – στην πλεινότητά τους δυσάρεστες – συγχέει το πλαστό, το επιθυμητό, με την αλήθεια του συντελεσμένου γεγονότος. Έτσι η ιστορική πραγματικότητα επιδέχεται την πρώτη της ιδεολογική χρήση ενώ ακόμα είναι νωπή, σχεδόν ζωντανή και μάλιστα από τους ίδιους τους δημιουργούς-της.

Οι αγωνιστές, οι άνθρωποι της Επανάστασης που βίωναν και διαμόρ­φωναν τα γεγονότα δίνοντας καθημερινά αγώνα ζωής και θανάτου, δεν σκέφτονταν το απώτερο μέλλον, μονάχα το εγγύς, το αύριο και με τους ίδιους από την πλευρά των ζωντανών έχοντας κερδίσει το παιχνίδι με το θάνατο. Πολύ περισσότερο οι άνθρωποι του Αγώνα δεν οραματίζονταν δάφνες και δόξες που άλλωστε ποιος ξέρει αν είχαν καν συνείδηση, έστω και αμυδρή εικόνα, από ποιόν να τις περιμένουν όλα για την πατρίδα, κα­θώς ώμνυαν. Τούτο, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι αδιαφορούσαν για την κα­ταγραφή των πράξεών τους, δηλαδή του παρόντος: θέλουν να δουν τ’ όνομά τους, τα πολεμικά τους έργα στα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογ­γίου λόγου χάρη και αντιδρούν στην αποσιώπηση. Όμως, τί άλλο ήταν στο μυαλό τους αυτή η πατρίδα πέρα από ένα ιδεολόγημα; Όχι ασφαλώς κυβέρνηση και υπουργοί κι αξιώματα και Σύνταγμα και γραφειοκρατία κι αλισβερίσι∙ αυτά προέκυψαν αργότερα. Στη διάρκεια του Αγώνα οι φιλοδοξίες ικανοποιούνταν από ιεραρχικά συστήματα, στρατιωτικά, πολιτι­κά, διοικητικά, που είχαν ήδη τεθεί σε εφαρμογή.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ευτυχίας Λιάτα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Οι αναβαθμοί της απομνημόνευσης και οι πολιτικές στρατηγικές μιας οικογένειας

 

Ο Καποδίστριας στο Άργος – Επισκέψεις και διαμονή του στην πόλη από το 1828 ως το 1831. Βασίλης Κ. Δωροβίνης.


 

 

Στα πλαίσια ευρύτερης εργασίας μου, που περιέλαβε αποδελτίωση βι­βλιογραφίας και πολυετή έρευνα σε αρχειακές πηγές, στην Ελλάδα και στο Παρίσι, βρέθηκα να εξετάσω, παρεμπιπτόντως, τη σχέση του Κα­ποδίστρια με την πόλη του Άργους, σχέση που αποδεικνύεται άμεση και συνεχής. Σε άλλη μελέτη μου [1] έδειξα την προσωπική ανάμιξη του Κυ­βερνήτη στο σχεδιασμό και στην ανέγερση δημοσίων κτηρίων στην πόλη αυτή, σε επιμέρους μελέτες που ήδη προγραμμάτισα τη δημοσίευση τους, με αντικείμενο τα δημόσια κτήρια και του Άργους, η ανάμιξη αυ­τή θα φανεί σε όλες τις λεπτομέρειες της [2], ενώ σε χωριστό άρθρο που ετοιμάζω για προσεχές τεύχος του «Ελλέβορου» θα αναφερθώ στην ορ­γάνωση και διεξαγωγή της Δ’ Εθνοσυνέλευσης του 1829 στο Άργος.

Στο παρόν άρθρο έχω συγκεντρώσει τις βεβαιωμένες και διασταυρω­μένες πληροφορίες για τις επισκέψεις και τη διαμονή του Καποδίστρια στο Άργος, από το 1828 μέχρι τη δολοφονία του (27-9-1831). Λίγους μήνες, λοιπόν, μετά την άφιξή του στην Ελλάδα (7-1-1828) και ενώ η έδρα της Κυβερνήσεως και, επομένως, η «κύρια κατοικία» του Κυβερνή­τη, μέχρι το φθινόπωρο του 1829 (οπότε η έδρα μεταφέρθηκε στο Ναύ­πλιο), βρισκόταν στην Αίγινα, δεν είχε ακόμα οριστικά αποφασιστεί αν η μεταφορά της πρωτεύουσας θα γινόταν στο Ναύπλιο ή στο Άργος.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία.

Τού­το φαίνεται από ενέργειες του πρώτου συμβουλευτικού σώματος που ιδρύθηκε επί Καποδίστρια, του «Πανελληνίου», αλλά και από έγγραφα του ίδιου. Έτσι, από απάντησή του στο τελευταίο, με ημερομηνία 21-8-1828 [3], πληροφορούμαστε ότι είχε λάβει έγγραφο του Πανελληνίου της προηγουμένης (με αρ. 35), στο οποίο εκφραζόταν η επιθυμία να γίνει μεταφορά της πρωτεύουσας σε μία από τις δυο πόλεις, πράγμα που εκ­φράστηκε και «δια ζώσης», από τον Α. Δεληγιάννη και τον Ζαΐμη, «Προβούλους» (μέλη) του Πανελληνίου, που και του εγχείρησαν το έγ­γραφο αυτό. Ο Κυβερνήτης απαντούσε ότι ήταν απόλυτα σύμφωνος με τη μεταφορά, αλλά ότι επρόκειτο για σημαντικό θέμα με το οποίο όφει­λε να ασχοληθεί η Κυβέρνηση, όπως επίσης και ότι «εις ολίγον διάστημα καιρού» θα έπρεπε να βρεθεί κατοικία για τον ίδιο στο Ναύπλιο ή στο Άργος.

Στην τοπική ιστορική μνήμη, όπως παρέμεινε ζωντανή μέσα από τα γραπτά σοβαρών λογίων, πέρασε το γεγονός ότι ο Καποδίστριας επι­σκεπτόταν κατά καιρούς και διέμενε στο Άργος. Έτσι, ο Βαρδουνιώτης, στο έργο του «Καταστροφή του Δράμαλη» [4], αναφέρει ότι «Ο Κυ­βερνήτης Καποδίστριας ετίμα εξόχως και υπερηγάπα τον Τσώκρην. Ως εκ τούτου, οσάκις ήρχετο εις Άργος, τούτο δε έπραττε συνεχώς, διέμενεν εις την οικίαν του Τσώκρη, εν η τω παρεχωρήθη αίθουσα, η νοτιοδυ­τική, και σώζεται εν μικρόν γραφείον του Κυβερνήτου, ως πολύτιμον κειμήλιον της οικογενείας». Η πληροφορία αυτή επαναλαμβάνεται, κατά λέξη, από τον Κ. Ολύμπιο, σε μεταγενέστερο άρθρο του [5].

Ας δούμε, όμως, κατά χρονολογική σειρά, τις βεβαιωμένες επισκέψεις του Καποδίστρια στο Άργος, οπότε και θα διευκρινισθεί το θέμα της παραμονής και φιλοξενίας του στο σπίτι του Τσώκρη. Με έδρα την Αίγι­να, η επαφή και παραμονή στην Αργολίδα γινόταν συνήθως με πλοίο, που έπιανε στο λιμάνι του Ναυπλίου. Εκεί ο Καποδίστριας φιλοξενείτο στο σπίτι του Εμμ. Ξένου, στο οποίο επισκευές είχε φροντίσει να γίνουν ο Φρούραρχος της πόλης Χάιντεκ [6].

Η πρώτη επίσκεψή του στο Άργος μαρτυρείται από δημοσίευμα της τότε εφημερίδας της Κυβερνήσεως, δη­λαδή της «Γενικής Εφημερίδος», τον Απρίλιο του 1828 [7]. Σε αυτό αναφέ­ρεται ότι:

 

«Ο Κυβερνήτης επέρασε την νύκτα εις το χωρίον Άγιον Γεώργιον, και την 6 (Απριλίου) έφθασεν εις το Άργος, όπου έμεινεν έως σήμερον πολλά πρωί. Ενησχολήθη επίσης εις το να επισκεφθή καθ’ όλα της τα μέρη ταύτην την πόλιν, ήτις εξέρχεται καθ’ ημέραν εκ των ερειπίων της, και ήτις παριστάνει δια της κινήσεως της φιλοτεχνίας και του εμπορίου πολλά παρηγορητικόν θέαμα. Ο Κυβερνήτης έδωκεν επίσης και εις το Άργος διαφόρους ακροάσεις, και εδέχθη πολλάς αναφοράς. Κατά δε την 8 ώραν το πρωί (Σημ. Σ. της 11 Απριλίου, δηλαδή μετά πέντε μέρες παραμονής στο Άργος) έφθασεν εις Ναύπλιον».

 

Σημειώνω ότι, τότε, το σπίτι του Δημ. Τσώκρη είχε οικοδομηθεί, τουλάχιστο κατά κύριο μέρος του, στην πόλη [8].

Πάλι από τη «Γεν. Εφημερίδα» πληροφορούμαστε [9] ότι από τις 7 Ιου­λίου είχε επιβιβαστεί ο Καποδίστριας στο ρωσικό πλοίο «Αζόφ», ότι στις 8 έφτασε στη Μεσσηνία κι ότι από κει, δια ξηράς, έφτασε στις 13 στους Μύλους. «Αποφασίσας να κάμη την οδοιπορίαν του δια ξηράς εις Ναύπλιον, δια να επισκεφθή τας κατειρηπωμένας πόλεις και χωρία της Πελοποννήσου». Και ασφαλώς, τότε, θα πέρασε από το Άργος, δεδομέ­νου ότι η επαφή από Μύλους προς Ναύπλιο γινόταν οδικά μέσω Άρ­γους, αφού δεν υπήρχε παραλιακός δρόμος και, επιπλέον, από πολλές γραπτές μαρτυρίες είναι γνωστό ότι τα έλη στην παραλία Μύλων – Ναυπλίου ανέδιδαν τόσην αποφορά, που πρακτικά ήταν σχεδόν αδύνατο να πραγματοποιηθεί ομαλή πορεία από την παραλία. Στις 16 έφτασε στην Ελευσίνα.

Για το 1829, και σύμφωνα με άλλο δημοσίευμα της ίδιας εφημερί­δας [10], φαίνεται να είχε επισκεφθεί ο Καποδίστριας πρόσφατα το Άργος, όπου έγινε δεκτός με ενθουσιασμό, ενώ λίγες μέρες αργότερα (Απρίλιος) οι Αργείοι, πρώτοι από τους κατοίκους όλων των άλλων πόλεων και με την προοπτική της σύγκλισης της Δ’ Εθνοσυνέλευσης στην πόλη, τον εξέλεξαν ομόφωνα πληρεξούσιό τους, σε «εκλεκτικήν συνέλευσιν».

Κατά την προετοιμασία της Εθνοσυνέλευσης, ο Κυβερνήτης ασχολεί­ται προσωπικά με το θέμα του καταλύματος του στο Άργος, που είναι το σπίτι του Δ. Τσώκρη. Έτσι, σε έγγραφό του της 30 Μαΐου [11], γράφει: «Διατάττεται ο παρ’ ημίν κύριος Σκαρλάτος Παπαρρηγόπουλος να μέ­τρηση εις τον πολιτικόν αρχιτέκτονα κύριον Θ. Βαλλιάνον γρόσια χίλια, γρ. 1.000, δια να συμπληρωθώσιν αι αναγκαίαι επιδιορθώσεις της εν Άργει οικίας του Τζόκρη, ήτις είναι προσδιορισμένη εις χρήσιν μας». Συναφής προς αυτό είναι η αναγραφή, με αύξοντα αριθμό 213, σε ανα­λυτική κατάσταση εξόδων του Χάιντεκ, με ημερομηνία 1 Ιουλίου 1829 [12], δαπάνης 2280 πιάστρων, «για το σπίτι της Α.Ε. του Προέδρου στο Άργος» (η αναγραφή στα γαλλικά). Εξάλλου, με το με αρ. 4963 έγγρα­φο του, της 11 Ιουνίου [13], ο Γραμματέας της Επικρατείας (αντίστοιχος προς τον σημερινό πρωθυπουργό) Ν. Σπηλιάδης, πληροφορεί τους Εκτά­κτους Επιτρόπους και τους Προσωρινούς Διοικητές ότι «Κατ’ επιταγήν της Α.Ε. του Κυβερνήτου, υπ’ αριθ. 12883, η Γενική Γραμματεία μετα­βαίνει περί τας 25 του ήδη μεσούντος εις Άργος, και θα παραμείνη εκεί καθ’ όλην την διάρκειαν της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως», δηλαδή μεταφέ­ρεται στο Άργος και το πρωθυπουργικό γραφείο.

Αλλά και ο Κολοκοτρώνης, στα Απομνημονεύματα του [14], αναφέρει σχετικά ότι ο Κυβερνήτης «έστειλε και μένα και εκατέβηκα και εγώ εις το Άργος, και εβγήκε και ο Κυβερνήτης και κόνευσε εις του Τσώκρη το σπίτι». Το ότι ο Καποδίστριας, σε όλη τη διάρκεια της Δ’ Εθνοσυνέλευ­σης, διέμεινε στο Άργος επιβεβαιώνεται και από τα κείμενά του Bory de Saint Vincent.

Στο πρώτο [15], γράφει ότι «Ο Πρόεδρος διέμενε τότε στο Άργος (Σημ. Σ. τον Ιούλιο του 1829), όπου βιάστηκα να μπω στην ακολουθία που τον συνόδευε, όταν άνοιξε τις εργασίες του Πανελληνίου (sic, εννοεί της Εθνοσυνέλευσης), σ’ ένα από τα παλαιότερα αρχαία θέα­τρα». Στην λεπτομερέστερη «Αφήγησή» του για το ταξίδι της γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής στην Πελλοπόννησο [16], βρίσκουμε πολλές πληροφορίες για τον Καποδίστρια και τη διαμονή του στο Άργος. Συ­γκεκριμένα αναφέρει ότι στις 13 Ιουλίου, μ’ ένα από τα καλύτερα άλογα του Χάιντεκ, πήγε στον αρχηγό του κράτους, «που τότε διέμενε στο Άργος (…). Ο κ. Καποδίστριας, αρχίζοντας κάθε πρωί να εργάζεται στις τέσσερεις η ώρα, βρισκόταν στο γραφείο του όταν με ανήγγειλαν στις έξι». Και παρακάτω αναφέρει ότι «Το σπίτι που οικοδόμησαν για τον πρόεδρο (sic), μικρό αλλά βολικό, με ένα όροφο και άνετη διάταξη στο εσωτερικό του, ήταν το μόνο στο Άργος το οποίο θα δεχόταν, για εξοχική κατοικία, ο υποδεέστερος των επικεφαλής του γραφείου ενός των υπουργών μας. Με την ταπεινή αλλά κομψή μορφή του και με την καθα­ριότητά του μου θύμισε εκείνους τους πύργους τραπουλόχαρτων που κα­νονικοί αστοί θέλουν να κτίσουν στα κτήματά τους και αριθμός από τους οποίους αυξάνει γρήγορα στα προάστεια του Παρισιού, ιδιαίτερα γύρω στο δάσος της Βουλόνης» (οι αναγνώστες ας έχουν υπόψη τους το σύγ­χρονο χάλι του «Τσώκρειου»…). Και για την ίδια την πόλη του Άργους σημειώνει ότι, όταν την επισκέφθηκε, δεν ήταν κατά κυριολεξία πόλη, αλλά μεγάλη κωμόπολη, με πληθυσμό καθώς έλεγαν οκτώ χιλιάδων κα­τοίκων, από τους οποίους τα τέσσερα πέμπτα, δίχως μόνιμη κατοικία, ζούσαν σε υπόστεγα.

Η «Γεν. Εφημερίς» της 13 Ιουλίου [17] αναφέρει ότι, στις 11 Ιουλίου, ο Κυβερνήτης, πεζός και δίχως φρουρά, πήγε με τους πληρεξουσίους, στις 5 το πρωί, στη λειτουργία (στο ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου) και μετά πέρασαν στο διαρρυθμισμένο για την Εθνοσυνέλευση χώρο του αρ­χαίου θεάτρου. Άνοιξε τις εργασίες της Συνέλευσης και, στις 7 το πρωί, «απήλθεν έφιππος εις την οικίαν του».

Μετά ένα, περίπου, μήνα έγινε το κλείσιμο των εργασιών της Συνέ­λευσης. Όπως αναφέρει η «Γεν. Εφημερίς» της 7 Αυγούστου [18], «Χθες έγινεν η απόλυσις της Εθνικής Συνελεύσεως. Από την 5 ώραν το πρωί οι πληρεξούσιοι ήσαν συνηγμένοι εις το συνέδριον. Πλήθος θεατών κατείχε το θέατρον και την παρακειμένην πεδιάδα. Εν ημίταγμα πεζικού, μία ίλη ιππικού και η εθνική φρουρά περιεστοίχουν τον δρόμον και τον υπέρ το θέατρον λόφον. Προαγορεύσαντος λοιπόν του Προέδρου της Συνελεύσεως ότι η πρώτη περίοδος των εργασιών αυτής ετελείωσεν, εστάλη εννεαμελής επιτροπή εις την οικίαν του Εξοχωτάτου Κυβερνήτου να τον προσκαλέση να υπάγη να απολύση την σύνοδον». Ο Καποδίστριας, συνο­δευόμενος από τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου «και τινας άλλους των ευδοκίμων» (μεταξύ τους ο Μιαούλης και ο στρατηγός Τρεζέλ, αρ­χηγός του στρατού), έφτασε στο αρχαίο θέατρο, κάθησε στην προεδρική έδρα και μετά από λίγο εκφώνησε τον λόγο του, που η εφημερίδα δημο­σιεύει παρακάτω.

Με νέο έγγραφό του, προς τους ίδιους παραλήπτες, ο Σπηλιάδης τους κοινοποίησε, στις 10 Αυγούστου, ότι στις αρχές της προσεχούς εβδομά­δας, η κυβέρνηση θα ξαναγύριζε στην Αίγινα [19]. Στις 29 Αυγούστου, σε αναλυτικό λογαριασμό τους Εκτάκτου Επιτρόπου Αργολίδας Κ. Ράδου, για τα έξοδα που έγιναν, με διαταγή του Καποδίστρια, για την Εθνοσυ­νέλευση, σημειώνεται το ποσό των 17522 γροσιών και 23 παράδων για τα έργα που έκανε ο Βαλλιάνος στη διαμόρφωση του αρχαίου θεάτρου («δια την οικοδομήν του Συνεδρίου») και «δι’ επισκευήν της οικίας εν η εκατοίκησεν η Α. Εξοχ.», σύμφωνα με τον λογαριασμό του Βαλλιάνου.

Όπως αναφέραμε, από τον Οκτώβριο του 1829 η Διοίκηση αρχίζει να μετακομίζει στο Ναύπλιο. Νέες αναφορές, γραπτές εννοείται, για διαμονή του Καποδίστρια στο Άργος έχουμε, πάλι, στη «Γεν. Εφημερί­δα». Έτσι αναφέρει [20] ότι, στο τέλος της περιοδείας του στην Πελοπόννη­σο, ο Κυβερνήτης φτάνει στο Άργος στις 31 Οκτωβρίου, όπου διανυκτε­ρεύει, και το μεσημέρι της 1 Νοεμβρίου μπαίνει στο Ναύπλιο. Προς το τέλος του μήνα ξαναγυρίζει στο Άργος και διαμένει εκεί. Στη στήλη «Εγχώριοι ειδήσεις» της ίδιας εφημερίδας, της 29 Νοεμβρίου [21], αναφέ­ρεται ότι «Από την Δευτέραν της παρούσης εβδομάδος ο Εξοχώτατος Κυβερνήτης διατρίβει εις Άργος. Σήμερον ήλθε να περάση ώρας τινάς ενταύθα (ενν. στο Ναύπλιο) προς ενέργειαν των αξιόλογων υποθέσεων, περί τας οποίας ανενδότως καταγίνεται, και αυθημερόν επέστρεψεν εις την πόλιν εκείνην». Στο επόμενο φύλλο της[22], στην ίδια στήλη, πληροφο­ρεί ότι, την προηγουμένη, ο Καποδίστριας επέστρεψε στο Ναύπλιο.

Το 1830, ο Καποδίστριας συνεχίζει να μεταβαίνει και να διαμένει στο Άργος, όπου είχαν κτίσει σπίτια επιφανείς της αντιπολίτευσης, όπως ο Σπ. Τρικούπης, ο άγγλος στρατηγός Ρ. Τσερτς και ο άγγλος πρεσβευτής Ντώκινς. Πάλι από τη «Γεν. Εφημερίδα» πληροφορούμαστε ότι, κατά το επόμενο έτος, το βράδυ της 10 Ιουνίου 1831, ο Καποδίστριας πάει στο Άργος [23], για τα εγκαίνια του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου, που γίνο­νται το πρωί της 11 Ιουνίου. Στα εγκαίνια αυτά δόθηκε μεγάλη επιση­μότητα [24]. Μαρτυρία της ίδιας εφημερίδας [25] αναφέρει νέα επίσκεψη του στις 13 Ιουλίου, και ότι επιστρέφει στο Ναύπλιο την επομένη το βράδυ.

Τελευταία αναφορά της εφημερίδας αυτής, για άλλη επίσκεψη του Καποδίστρια στο Άργος, υπάρχει στα τέλη Αυγούστου [26], όπου γίνεται μνεία για μετάβασή του στην πόλη το δειλινό της 27 Αυγούστου, καθώς και επιστροφή του στο Ναύπλιο το βράδυ της 28, δηλαδή ένα μήνα πριν από τη δολοφονία του.

Οι μαρτυρίες αυτές επιβεβαιώνουν τη συχνή επαφή του Καποδίστρια με την πόλη του Άργους, της οποίας την εξέλιξη παρακολουθούσε και, συχνά, συνέβαλε στη διαμόρφωσή της. Στο Άργος σαφώς υπερείχαν οι φιλοκαποδιστριακοί, με επικεφαλής τον Δ. Τσώκρη, αν και είχαν μετα­κομίσει επιφανείς αντικαποδιστριακοί που, σύμφωνα με μαρτυρία του ί­διου του Καποδίστρια, δεν έπαυαν να συνωμοτούν εναντίον του. Η δη­μιουργία «Παλατιού της Κυβερνήσεως» και στο Άργος (το σημερινό «Καλλέργειο») επισημοποίησε την παρουσία της κυβέρνησης στην πόλη αυτή, σε συνδυασμό, βέβαια, με τη δημιουργία των Στρατώνων του Κα­ποδίστρια και του συγκροτήματος των κτηρίων του «Δημοσίου Κατα­στήματος» (σημερινού Δημαρχείου και των δύο παρακειμένων κτηρίων). Πιθανώς στο Άργος να έβρισκε την απαραίτητη ανάσα από την εντατι­κή εργασία του και από τα καθημερινά κρατικά καθήκοντα. Η είδηση της 29-11-1829, στη «Γεν. Εφημερίδα», που ήδη αναφέραμε, ακριβώς αυτό μας αφήνει κα υποθέσουμε.

 

 Υποσημειώσεις


[1] Βλ. τη μελέτη μου στα γαλλικά «Ο Καποδίστριας και ο σχεδιασμός του Άργους» στο «BULLETIN DE CORRESPONDANCE HELLENIQUE» της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, συμπλήρωμα VI, «Αργειακές Μελέτες», 1980.

[2] Βλ. ήδη τους «Στρατώνες Καποδίστρια στο ‘Αργος», στα «Αρχιτεκτονικά Θέματα», τόμος 13, 1979 και σειρά άρθρων στο περιοδικό «Αρχαιολογία» (1989 και 1990).

[3] Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), Γεν. Γρ., φ. 114.

[4] Εκδόθηκε το 1915, σελ. 251-252.

[5] Σε τμήμα σειράς άρθρων του, με τον γενικό τίτλο «Περί την Εκατονταετηρίδα», Δ’ Συνέχεια, για την οικογένεια Τσώκρη, στην εφημ. «Τελέσιλλα», 1-6-1930.

[6] ΓΑΚ, Γεν. Φροντ., φ.11.

[7] Φύλλο της 11- 4 – 1828, αρ. 25, σελ.105.

[8] Βλ. ειδικότερες παρατηρήσεις και πληροφορίες στη μελέτη μου «Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική στο ‘Αργος», στα «Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών», 1980.

[9] Φ. της 18-7-1828, αρ. 51, σελ. 209.

[10] Φ. της 6-4-1829, αρ. 27, σελ. 105.

[11] ΓΑΚ, Γεν. Γρ., φ. 203.

[12] ΓΑΚ, Γεν. Φροντ., φ.47.

[13] ΓΑΚ, ‘Εκτ. Επ, και Πρ. Δ., φ.83.

[14] ‘Εκδ. μηνιαίου «Νέου Κόσμου», 1934, σελ. 95.

[15] Πρώτος της «EXPEDITION SCIENTIFIQUE DE MOREE», Παρίσι, 1836, σελ. 467.

[16] Τόμος 2ος , Παρίσι, 1837-8, σελ. 391-406.

[17] Αρ. φ. 49.

[18] Αρ. 54 σελ. 220.

[19] Εγκύκλιος αρ. 6189, ΓΑΚ, ‘Εκτ. Επ. και Πρ, Δ., φ. 85.

[20] Φύλλο της 1 Νοεμβρίου, αρ. 86. Η ίδια πληροφορία και στο φ. της 15 Νοεμβρίου.

[21] Αρ. 93-94, σελ. 441.

[22] Αρ. 95, της 3 Δεκεμβρίου. Η ανταπόκριση από το Ναύπλιο, με ημερομηνία 2-12-29.

[23] Φ. της 13-6-1831, αρ. 44, σελ.247.

[24] Βλ. σχετικό άρθρο μου στην τοπική εφημερίδα «Θάρρος» (29/8 και 4/9/1984). Ο Καποδίστριας αναφέρεται στο γεγονός, σε επιστολή του προς τον έλληνα επιτετραμ­μένο στο Παρίσι, Σούτζο, με ημερομηνία 15-6-1831 (δημοσιεύθηκε στον Δ’ τόμο των Ε­πιστολών του).

[25] Φ. της 15-7-1831, αρ. 53.

[26] Φ. της 29-8-1831, σελ. 414.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης*

 * Ο Βασίλης Κ. Δωροβίνης είναι δικηγόρος, και πολιτικός επιστήμονας, με ερευνητικές εργασίες στον τομέα της νεότερης ιστορίας. Το 2012 βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη δράση και τις μελέτες του στον τομέα της πολιτισμικής κληρονομιάς.

Περιοδικό Ελλέβορος, σελ. 84-90, τεύχος 6-7, Άργος 1990.

Διαβάστε ακόμη: Ιωάννης Καποδίστριας

 

Βαρόσια (Ναύπλιο)


 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Ένα σημαντικό τοπωνύμιο για την περιοχή του Ναυπλίου είναι τα Βαρόσια, τα οποία αναφέρονται και στη συμφωνία παράδοσης της πόλης του Ναυ­πλίου από τους Τούρκους στους Έλληνες στις αρχές Δεκεμβρίου του 1822. Το το­πωνύμιο αυτό του Ναυπλίου σήμερα είναι ελάχιστα γνωστό. Με το όνομα αυτό προφανώς ονομαζόταν η σημερινή παλιά πόλη του Ναυπλίου. Η λέξη Βαρόσια εί­ναι η εξελληνισμένη τουρκική λέξη βαρούς, η οποία σημαίνει προάστιο, νέα επέκταση της πόλης. Το τοπωνύμιο αυτό ήταν συνηθισμένο στις τουρκοκρατούμενες πόλεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το όνομα βαρούς – βαρούσι απαντάται και σήμε­ρα π.χ. στη Έδεσσα, στην Καβάλα και αλλού.

Με το τοπωνύμιο Βαρούς και στη συνέχεια το εξελληνισμένο Βαρόσια, ονομά­σθηκε από τους Τούρκους η παλιά πόλη του Ναυπλίου προφανώς ήδη από την πρώτη Τουρκοκρατία (1540-1686). Η παλιά πόλη του Ναυπλίου δημιουργήθηκε ως γνωστόν για πρώτη φορά από τους Ενετούς με προσχώσεις της θάλασσας γύρω στα 1500 μ.Χ. Οι Τούρκοι στη συνέχεια από το 1540 κ.ε. ονόμασαν βαρούς (Νέα πόλη – προάστιο) σε αντίθεση με την Ακροναυπλία, η οποία ήταν η παλιά πόλη του Ναυπλίου. Είναι αξιοσημείωτο τέλος ότι τοπωνύμιο Βαρόσια απαντάται και στην Αμμόχωστο της Κύ­πρου.

 

Πηγή


  • Χρήστος Πιτερός, «Μπούρτζι, Άγιοι Θεόδωροι, Αρβανιτιά, Φυλακή Κολοκοτρώνη», σελ. 178-179. Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

Ξηνταρόπουλος Πέτρος – «Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα», Έκδοση Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, 2006.


 

 

Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα

Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα

Μ’ αυτήν τη σημαντική έκδοση, μια ακόμη επιστημονική μελέτη προστίθεται στη βιβλιογραφία για το Άργος. «Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα» του αρχιτέκτονα – μηχανικού Πέτρου Ξηνταρόπουλου, καλύπτει μέρος ενός τεράστιου κενού που υπάρχει σε καταγραφές για την πόλη μας.

Είναι η πρώτη φορά που θα δοθεί στο κοινό μια επιστημονική εργασία σχετική με την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής στο Άργος κατά τον 19ο αιώνα. Μέσα από αυτήν την εξέλιξη διαγράφεται και η διαδρομή της πόλης, από την αγροτική στην αστική της μορφή, όπως και η οικονομική και κοινωνική της ταυτότητα κατά τον προπερασμένο αιώνα. Και η γνώση της δημιουργίας της σύγχρονης πόλης του Άργους είναι πολύτιμη, για να στηριχθούμε σ’ αυτήν και -αποφεύγοντας τα λάθη του παρελθόντος και βασιζόμενοι στην παράδοσή μας – να οικοδομήσουμε το μέλλον της.

 Ανάγνωση Βιβλίου: Η Αρχιτεκτονική της Κατοικίας στο Άργος το 19ο αιώνα

Το «Κρυφό Σχολειό» και πάλι, Χρίστος Γ. Πατρινέλης, «Ο Ερανιστής», τόμος 25, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 2005. 



Ο θρύλος του «Κρυφού Σχολειού» ήταν ευρύτατα διαδεδομένος ανάμεσα στον ελληνικό λαό καθ’ όλη τη μετεπαναστατική περίοδο, ιδίως από τα μέσα του ΙΘ’ αι. και ιδιαίτερα μετά τη δημοσίευση (1899) του γνω­στού πίνακα του Νικολάου Γύζη και του ομότιτλου ποιήματος του Ιωάννου Πολέμη.

Πρώτος ο Γιάννης Βλαχογιάννης αμφισβήτησε την ιστορικότητα του θρύλου, επικαλούμενος τη μακρά πείρα του: ανάμεσα στα χιλιάδες έγγραφα που αναδίφησε δεν συνάντησε καμία γραπτή μαρτυρία περί λειτουργίας «Κρυφών Σχολειών» κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας. Η μελέτη του Βλαχογιάννη έπεσε μάλλον στο κενό. Ο θρύλος του «Κρυφού Σχολειού», χάρη στα σχολικά αναγνώσματα και τους πανηγυρικούς λόγους, εξακολούθησε να επιζεί ακλόνητος. Είναι κι αυτό ένα ακόμη δείγμα της αντιστάσεως που προβάλλει η συλλογική συνείδηση σε καινοφανείς θεωρίες και στην αμφισβήτηση παραδοσιακών συμβόλων. Οι λαοί βεβαίως έχουν το δικαίωμα να περιβάλλουν επιφανείς προσωπικότητες και σπουδαία γεγονό­τα με την αχλύ του θρύλου. Απαράδεκτη είναι η σκόπιμη εκμετάλλευση των λαϊκών αυτών παραδόσεων από πολιτικούς, εκκλησιαστικούς ή ιδεολο­γικούς φορείς.

«Κρυφό Σχολειό», ο πίνακας του Νικόλα Γύζη και το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, πρωτοσέλιδο στο περιοδικό του Γ. Δροσίνη «Εθνική Αγωγή», 1η Ιανουαρίου 1899.

«Κρυφό Σχολειό», ο πίνακας του Νικόλα Γύζη και το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, πρωτοσέλιδο στο περιοδικό του Γ. Δροσίνη «Εθνική Αγωγή», 1η Ιανουαρίου 1899.

Η διένεξη για την ύπαρξη ή όχι του «Κρυφού Σχολειού» αναζωπυρώ­θηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια, αφ’ ότου δηλαδή ο Άλκης Αγγέλου δη­μοσίευσε το 1974 ένα σχετικό συνοπτικό άρθρο και κατόπιν το βιβλίο του Το Κρυφό Σχολειό. Χρονικό ενός μύθου (έκδ. Εστίας, Αθήνα 1997, 81 σ.). Το σπουδαίο εύρημα του Αγγέλου είναι ότι ο πρώτος που διατύπωσε (το 1822) τη θεωρία ότι οι Τούρκοι απαγόρευαν την ίδρυση και λειτουργία σχο­λείων ήταν ο νεαρός γιατρός και λόγιος Στέφανος Κανέλλος. Αποτέλεσμα της απαγορεύσεως αυτής ήταν, κατά τον Κανέλλο, να «συστένουν» οι Έλληνες «κοινά σχολεία κρυφίως», αυτά δηλαδή που αργότερα θα ονομα­στούν «Κρυφά Σχολειά».

Το μικρό άρθρο του Αγγέλου (το 1974) και ιδίως το βιβλίο του περί «Κρυφού Σχολειού» (1997) προκάλεσαν αντιδράσεις με τη δημοσίευση δεκα­πέντε τουλάχιστον άρθρων και βιβλίων, όλων – πλην ενός – επικριτικών.

Το θέμα της αμφισβητήσεως του «Κρυφού Σχολειού» απασχόλησε ακόμη και την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία σε συνε­δρίασή της (7-10 Ιουλίου 1998) αποφάσισε να εκδοθεί από την Αποστολική Διακονία ειδική πραγματεία του κ. Κωνστ. Χολέβα, αναιρούσα τις ενστά­σεις για την ιστορική ύπαρξη του «Κρυφού Σχολειού». Το βιβλίο δεν κυ­κλοφόρησε ακόμη. Εκδόθηκε όμως στο μεταξύ από την Αποστολική Δια­κονία φυλλάδιο με τίτλο Το Κρυφό Σχολειό: Μύθος ή πραγματικότητα; Αθήνα 1999, 24 σ. Στη θέση του ονόματος του συγγραφέα αναγράφεται ότι η έκδοση έγινε «με την ευθύνη και επιμέλεια της Επιτροπής Εθνικής Κλη­ρονομιάς της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών».

Δεν είναι βέβαια δυνατόν να σχολιάσω όλα τα δημοσιεύματα που, είτε αδιστάκτως είτε με κάποια επιφύλαξη, δέχονται την ιστορική ύπαρξη του «Κρυφού Σχολειού». Δεν είναι άλλωστε αναγκαίο, αφού τα περισσότερα επαναλαμβάνουν τα ίδια κατ’ ουσίαν επιχειρήματα, τις ίδιες παρεκκλίσεις προς άσχετα θέματα, την ίδια άγνοια των ιστορικών μεθόδων. Ο Τάσος Γριτσόπουλος, που περισσότερο από κάθε άλλον ασχολήθηκε με το θέμα, κα­ταλήγει σε σχετικό δημοσίευμά του: «Υπήρξεν όμως πράγματι τό περιλάλητον «Κρυφό Σχολειό»; Ιστορικώς δεν αποδεικνύεται βεβαίως η ύπαρξίς του… Αλλά η ζώσα περί αυτού παράδοσις; Και ιστορικό ψέμα αν θεωρηθή τελικώς, κατεχωρίσθη ήδη εις τον πίνακα των εθνικών μας συμβόλων». Σύμφωνοι. Αλλά οι λαϊκές παραδόσεις και τα συλλογικά σύμβολα είναι αντικείμενα μελέτης της λαογραφίας, της κοινωνικής ανθρωπολογίας κ.λπ. Δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τη γραπτή ιστορική μαρτυρία. Pas de documents, pas d’ histoire.

Στην παρούσα επομένως μελέτη θά διατυπωθούν γενικές παρατηρή­σεις και σχόλια (χωρίς άμεση συνοχή μεταξύ τους) που αναφέρονται πά­ντως στα δημοσιεύματα που σημειώθηκαν παραπάνω.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης του Χρίστου Γ. Πατρινέλη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το «Κρυφό Σχολειό» και πάλι

Διαβάστε ακόμη:

Η δολοφονία του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, Βασίλης Κρεμμυδάς, «Ο Ερανιστής», τόμος 14, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1977. 


 

Μια πολιτική δολοφονία είναι πάντοτε ένα σημαντικό Ιστορικό γεγονός, επειδή συνήθως εκφράζει ένα κρίσιμο πολιτικό κλίμα και είναι δυνατό να οδηγήσει σε αλλαγές στο χώρο άσκησης τής πολιτικής. Είναι ευνόητο ότι το πολιτικό κλίμα γίνεται ακόμη πιο βαρύ, αν στόχος της δολοφονικής ενέργειας είναι ο αρχηγός του κράτους. Δεν πρέπει μάλιστα να αμφιβάλλουμε ότι μια τέτοια δολοφονία μαρτυρεί ποικίλους ανταγω­νισμούς και κοινωνικές αντιθέσεις εξαιρετικά έντονες.

 

Η δολοφονία του πρώτου αρχηγού του ελληνικού κράτους σ’ αυτό ακριβώς το ιστορικό πλαίσιο τοποθετείται: το ελεύθερο τμήμα της νεο­ελληνικής κοινωνίας αναζητούσε την ταυτότητα του μέσα σε ένα κράτος με εύθραυστη ακόμη την ανεξαρτησία του, με ακαθόριστα όρια και με μια έκταση που, αντί να ρυθμίζει, έθετε μάλλον στον ελληνισμό σοβα­ρότατα προβλήματα εθνικής απελευθέρωσης και ανεξαρτησίας.

 

Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Λιθογραφία.

Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Λιθογραφία.

 

 

Η αφορμή για να ξαναερευνηθεί το ζήτημα της δολοφονίας του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια δόθηκε από την πληρέστερη δικογρα­φία που γνωρίζουμε ως τώρα και που περιήλθε σε γνώση του συντάκτη αυτής της μελέτης. Η δικογραφία αυτή ανήκει σε ιδιώτη και αυτό μας υποχρεώνει να ξαναθέσουμε το ζήτημα της προστασίας των ιδιωτικών αρχείων, πολύ περισσότερο μάλιστα τώρα που με τη δικογραφία για τη δολοφονία του I. Καποδίστρια αποδεικνύεται ότι και επίσημα αρχεία βρίσκονται σε ιδιωτικά χέρια.

Με τη μελέτη της δικογραφίας αυτής ανασκευάζονται οι ουσια­στικότερες ερμηνείες που έχουν ως τώρα διατυπωθεί για το γεγονός αυτό. Παράλληλα, η γνώση μας για την πολιτική ατμόσφαιρα της στι­γμής εκείνης γίνεται ακριβέστερη, ενώ αποκαλύπτεται μια ευρύτατη αντικυβερνητική συνωμοσία, στην οποία όχι δευτερεύοντα ρόλο είχαν παί­ξει ξένα συμφέροντα, καθώς και οι οργανωτικές αδυναμίες του καποδιστριακού κράτους.

 

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης του κ. Βασίλη Κρεμμυδά, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η δολοφονία του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια

  

Διαβάστε ακόμη:

«AN HPXIZE ΜΕΤΑ ΕΙΚΟΣΙ ΧΡΟΝΟΥΣ…» – Ο Κοραής, οι κοινωνικές ιδέες του Διαφωτισμού και η Ελληνική Επανάσταση – Αλέξης Πολίτης. «Ο Ερανιστής», τόμος 26, Όμιλος Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 2007. 


 

 

Αδαμάντιος Κοραής, Λιθογραφία (Smolki Muller;).  Το επίγραμμα: Α. ΚΟΡΑΗΣ. ΕΛΛΑΣ, ΤΗΝ ΣΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΟΡΑΝ ΒΟΥΛΟΜΕΝΗ, ΣΟΥ ΜΗ ΔΙΔΟΝΤΟΣ, ΟΜΜΑΣΙΝ ΕΛΛΗΝΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΥΦΗΡΠΑΣΕ.  αφιερώθη τοις έλλησι, Ala Palette de Rubens, Rue de Saine No 6, pres le pont des arts. Πηγή: Νεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία – ΕΙΕ.

Αδαμάντιος Κοραής, Λιθογραφία (Smolki Muller;).
Το επίγραμμα: Α. ΚΟΡΑΗΣ. ΕΛΛΑΣ, ΤΗΝ ΣΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΟΡΑΝ ΒΟΥΛΟΜΕΝΗ, ΣΟΥ ΜΗ ΔΙΔΟΝΤΟΣ, ΟΜΜΑΣΙΝ ΕΛΛΗΝΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΥ ΥΦΗΡΠΑΣΕ.
αφιερώθη τοις έλλησι, Ala Palette de Rubens, Rue de Saine No 6, pres le pont des arts. Πηγή: Νεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία – ΕΙΕ.

Τα νέα της εξέγερσης στις παραδουνάβιες ηγεμονίες έφτασαν στο Παρίσι γύρω στα μέσα του Απρίλη· λίγο αργότερα μαθεύτηκε και το επαναστατικό ξέσπασμα στον Μοριά. «Χαίρω χαράν δεν εμπορείς να φαντασθής πόσην», έγραφε στον συμπατριώτη του Βλαστό ο Κοραής στις 25 Μαΐου· επιδοκιμάζει το ότι τ’ αδέλφια του Βλαστού έτρεξαν «εις βοήθειαν της προσκαλούσης πατρίδος», κι αμέσως ύστερα προσθέτει: «Εί­κοσι έτη ηλικίας ολιγότερα αν είχα, ούτε θεοί ούτε δαίμονες ήθελον μ’ εμποδίσει» – να κατέβει δηλαδή κι αυτός στην επαναστατημένη Ελλάδα.

Στο ίδιο όμως γράμμα, κοντά στον ενθουσιασμό προσθέτει και τους δισταγμούς του: «Να κρημνίση τις οικοδομήν μεγάλη σοφία δεν χρειά­ζεται»… «Η μεγάλη και τρομερά δυσκολία είναι εις την ανοικοδομήν, ήτις χρειάζεται αρχιτέκτονας Αριστείδας και τοιούτους άλλους οποίος ήτον ο Αριστείδης, και οποίον δεν βλέπω ακόμη κανένα εις το γένος. Αντί των τοιούτων έχομεν πολλούς ημισόφους, πολλούς σχολαστικούς, οι οποίοι αν επιθυμήσωσι να γενώσι δημαγωγοί και δημοκόποι εις λαόν ακόμη απαίδευτον», και τα λοιπά. Ενάμιση μήνα αργότερα, μέσα Ιουλίου, δια­τύπωνε με πιο μεγάλη σαφήνεια τί τον φόβιζε: «Ουδεμία αμφιβολία ότι το θηρίον πνέει τα λοίσθια· ουδεμία αμφιβολία ότι η Ελλάς μέλλει να ελευθερωθή απ’ αυτόν· αλλά φοβούμαι μη αγοράσωμεν την ελευθερίαν υπερβολικά. Με θλίβει ακόμα και ο λογισμός μη οι καλοί σου Ρ.», οι Ρώ­σοι δηλαδή, «μη μας έβαλαν εμπρός να δαμάσωμεν πρώτοι ημείς το θη­ρίον, διά να δώσωσι έπειτα εις αυτό την τελευταίαν πληγήν αυτοί». Τις τελευταίες μέρες του 1821 εξομολογιόταν στον αγαπημένο του Ιάκωβο Ρώτα: «Το πράγμα ήρχισεν άωρον εις έθνος το οποίον δεν έχει ακόμη αρκετά φώτα να καταλάβη τα αληθή του συμφέροντα»… «Αν ήρχιζε μετά 20 χρόνους, τότε ήθελαν ευρεθήν ωριμώτεροι οι καρποί της Χίου και των Κυδωνιών εξ ενός μέρους, και από το άλλο πλειότερος ο αριθμός των σπουδαζόντων εις την Ευρώπην νέων».

Αδαμάντιος Κοραής. Διδάσκαλος του Γένους, πρωτεργάτης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ελαιογραφία (Ληξούρι Κεφαλονιάς, Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη).

Αδαμάντιος Κοραής. Διδάσκαλος του Γένους, πρωτεργάτης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ελαιογραφία (Ληξούρι Κεφαλονιάς, Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη).

Όταν ξέσπασε ο Αγώνας, ο γέροντας έκλεινε τα εβδομηντατρία του. Ζούσε στο Παρίσι από τα 1788· η Γαλλική Επανάσταση τον είχε κάνει να σκιρτήσει από ελπίδες για το ανθρώπινο γένος, ενώ παράλληλα παρατη­ρούσε μ’ ενθουσιασμό τα σημάδια της αλλαγής που έφταναν από την Ελλάδα. «Όλα ταύτα είναι σημεία αναντίρρητα ότι εξύπνησε τέλος πά­ντων η ταλαίπωρος Ελλάς· και η εξύπνισις αύτη προετοιμάζει αναγκαίως και την μέλλουσαν ελευθερίαν της», έγραφε στα 1814· λίγους μήνες αρ­γότερα πρόσθετε: «Δεν έμεινεν αμφιβολία»… «ότι έφθασε και των Γραι­κών ο καλός καιρός· και έφθασε με τόσην ορμήν ώστε καμία δύναμις αν­θρώπινος δεν είναι πλέον καλή να μας οπισθοποδίση».

Ωστόσο δεν περίμενε πως η αλλαγή θα ερχόταν τόσο σύντομα· ούτε καν το ήθελε καλά-καλά: «ήρχισα να φοβούμαι», έγραφε τον Ιούλιο του 1818, «όχι μη φωτισθή το γένος, αλλά μη, πριν αποκτήση φώτα αρκετά, κεφαλαί τινες ενθουσιαστικαί επιχειρήσωσι προ του πρέποντος καιρού την συντριβήν του ζυγού».

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης του κ. Αλέξη Πολίτη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Αν ήρχιζε μετά είκοσι χρόνους…. Ο Κοραής, οι κοινωνικές ιδέες του Διαφωτισμου και η Ελληνική Επανάσταση

 

Aργολικός Κηφισός (Λύρκειος;) – Ποταμός Αργολίδας


 

Ένας ποτάμιος θεός

 

Θύμα κι αυτός της οργής του Ποσειδώνα, έχασε τα νερά του (Βλ. π. Ίναχος) τα οποία όμως δεν εξαφανίστηκαν εντελώς, αλλά σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Αργείων έτρεχαν υπόγεια και ο κόσμος τα άκουγε κάτω από το ιερό του ποταμού στο Άργος [1]. Αυτό το ιερό πρέπει να βρισκόταν Β.Α. του θεάτρου και απέναντι από τις δύο χτισμένες στο βράχο καμαροσκεπείς δεξαμενές του Νυμφαίου στο Άργος, όπου κατέληγε το Υδραγωγείο. Ένας πώρινος τοίχος, παράλληλος στο Νυμφαίο [2], με κατεύθυνση δηλαδή από Βορρά προς Νότον, θεωρήθηκε ότι ανήκε στο ιερό του ποταμού. Πάνω του υπήρχε πέτρινη κεφαλή της Μέδουσας, θεωρούμενη έργο των κυκλώπων. Ο Αιλιανός [3] γράφει ότι ο Κηφισός του Άργους, απεικονιζόταν με τη μορφή βοδιού. Είναι πιθανό να επρόκειτο για αξιόλογο ρέμα, που ή ευεργετούσε ή προκαλούσε καταστροφές.

 

Το «Κριτήριο – Νυμφαίο» του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

Το «Κριτήριο – Νυμφαίο» του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

 

Ο Στράβων [4] είναι αυτός που μας δίνει ένα στοιχείο, για να βρούμε ποιος ήταν ο Κηφισός, λέγοντας ότι έχει τις πηγές στο Λύρκειο. Ο ερχομός του ποταμού από το Λύρκειο δημιουργεί την εντύπωση ότι αυτός πρέπει να είναι το Λύρκειον ύδωρ που είδαμε στον Ίναχο. Ένας ποταμός που υδροδοτούσε μια τόσο σημαντική πόλη, θα είχε και την ανάλογη παρουσία στην αρχαία ποίηση, που δεν διασώθηκε, αλλά που από αυτή άντλησαν οι μεταγενέστεροι Λατίνοι. Αυτό υποδεικνύει και η παρακάτω αναφορά του Στάτιου, από την οποία επιπροσθέτως, σαφώς προκύπτει ότι Ίναχος και Λύρκειος είναι δυο διαφορετικοί ποταμοί:

 

Αλλά πιο δυνατή καταφθάνει η Δωρική παράταξη,

πρόσφατα οπλισμένη,

αυτοί που τ’ αναρίθμητ’ άροτρά της,

όργωναν τις όχθες σου, Λύρκειε και τις ακτές σου Ίναχε…[5]

 

Ο ποταμός σήμερα

 

Από το χωριό Κεφαλόβρυσο του Λύρκειου, πηγάζει ένα ρέμα, το οποίο μετά από σύντομο ρου παράλληλα στον κυρίως Ίναχο, δέχεται τα νερά του χωριού Δούκα βρύση, που προέρχονται από την καταβόθρα της Σκοτεινής και στη συνέχεια ενισχύεται από τις πηγές της Τσιρίστρας, που τροφοδοτούνται από το βουνό Φαρμακάς και ενώνεται με τον Ίναχο στο χωριό Στέρνα. Εδώ παλιότερα κινούσε υδρόμυλους.

Στην Τσιρίστρα υπάρχουν άφθονα νερά από υπόγειες λίμνες και σπήλαια, καθώς και λείψανα ρωμαϊκού υδραγωγείου, φτιαγμένου από τον Αδριανό, μήκους πάνω από 30 χιλιόμετρα, που οδηγούσε στο Νυμφαίο του Άργους και από εκεί με αγωγούς στην πόλη. Τα νερά αυτά, καθώς και αυτά του Ερασίνου, έδωσαν στους Αργείτες τη δυνατότητα να κοσμήσουν την πόλη με κρήνες και θέρμες. Ίχνη του ίδιου υδραγωγείου, που στερούσε τον Κηφισό από ένα μέρος των νερών του, συναντάμε και στη Στέρνα όπου και μεγάλη δεξαμενή υστερορωμαΐκών χρόνων. Το ίδιο υδραγωγείο ίσως έφερνε νερό και από το Κεφαλόβρυσο [6]. Απομεινάρια του υπάρχουν και στους πρόποδες του λόφου της ακρόπολης Λάρισσας. Το υδραγωγείο πρέπει να ήταν ένα δύσκολο έργο, αφού έπρεπε – για να φτάσει μέχρι την πόλη – να υπερβεί τις κοίτες των Ινάχου και Χάραδρου. Οι μεγαλομανείς Ρωμαίοι αυτοκράτορες και οι μηχανικοί τους, παρ’ όλο που οι τελευταίοι γνώριζαν την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων, όπως αναφέρεται και από το Βιτρούβιο, προτιμούσαν αντίθετα από τους λιτούς Έλληνες, να γεφυρώνουν με τοξοστοιχίες, πραγματικά αριστουργήματα αρχιτεκτονικής, τις ρεματιές που συναντούσε ένας αγωγός στην πορεία του, αφήνοντάς μας ίχνη από το πέρασμά τους [7]. Μία ισχυρή ένδειξη ότι οι πηγές που τροφοδοτούσαν το αυλάκι του ανήκαν στον αρχαίο Κηφισό, είναι η ύπαρξη απέναντι από το Νυμφαίο, του ιερού του Κηφισού. Δηλαδή το ιερό βρισκόταν εκεί που κατέληγαν τα νερά του ποταμού. Ειδ’ άλλως, θα ήταν περίεργο να υπάρχει στην πόλη ιερό ενός τόσο απομακρυσμένου ρέματος, τη στιγμή μάλιστα που οι Αργείτες είχαν κοντά τους τον Ίναχο, που ούτως ή άλλως είχαν επίσης θεοποιήσει. Η υδροδότηση της πόλης λύνει και το ερώτημα της θεοποίησής του.

Σήμερα, ο άλλοτε ποτάμιος θεός είναι μια ανώνυμη τάφρος, αφού οι πηγές του δεσμεύονται για τις ανάγκες των γύρω χωριών. Διαρρέει ορεινή θαμνοσκεπή περιοχή, τροφοδοτούμενος από ρεματιές που κατηφορίζουν από τα βουνά Φαρμακάς και Γούπατο (Λύρκειο).

 

Κηφισός, όνομα ποταμών

 

Το όνομα Κηφισός είναι πολύ διαδεδομένο στους ελληνικούς ποταμούς. Στον Αργολικό αναφερόταν και ο Πολέμων  [8], στο χαμένο έργο του Περί ποταμών, συναριθμώντας τον με άλλους Κηφισούς. Ο Στράβων τους απαριθμεί αντλώντας από τον Απολλόδωρο: Κηφισσοί υπάρχουν στη Φωκίδα [9], στην Αθήνα, στη Σαλαμίνα, τέταρτος και πέμπτος στη Σικυώνα και στη Σκύρο, έκτος στο Άργος, που πηγάζει από το όρος Λύρκειο. Στην Απολλωνία [10] πάλι, κοντά στην Επίδαμνο, υπάρχει πηγή κοντά στο γυμναστήριο, που τη λένε Κηφισό. Υπάρχει όμως άλλος ένας που ο γεωγράφος παραλείπει: ο Θριάσιος Κηφισός της Ελευσίνας [11]. Μάλιστα, τουλάχιστον ένας ακόμη από αυτούς, ο Κηφισός της Αττικής, ήταν κι αυτός Θεός. Προς τιμήν των ποταμών αυτών, έχουμε και τα ανθρώπινα ονόματα Κηφησίων, Κηφίσιος, Κηφισόδωρος, Κηφισοφών και Κηφισόδοτος.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Υποσημειώσεις 


[1] Παυσανίας, 2, 20, 6-7.

[2] «Bulletine de Correspondance Hellenique-1958» σελ. 527. Μνημειώδης κρήνη αφιερωμένη στις νύμφες. Τα νυμφαία ακολουθούσαν την αρχιτεκτονική των θεατρικών σκηνών και ήταν συγχρόνως δεξαμενές νερού, ιερά, τόποι συνάντησης και αναψυχής.

[3] «Ποικίλη Ιστορία» 2,33.

[4] 9, 424.

[5] «Θηβαΐς», IV, 116.

[6] Bulletin de Correspondance Hellenique, 1958 σελ. 555.

[7] Η εναλλακτική λύση των υπονόμων, απαιτούσε σωλήνες από χαλκό ή μόλυβδο που θα μπορούσαν να αντέξουν στις μεγάλες πιέσεις, αλλά οι Ρωμαίοι στερούντο επαρκούς εμπειρίας στην τήξη των μετάλλων, για τέτοιες κατασκευές. Τα υδραγωγεία κατέληγαν σε ψηλές δεξαμενές-πύργους-και από εκεί το νερό διανεμόταν στην πόλη.

[8] Aπ. 81 Pr. Schol. Eur. Med. 835.

[9] Ο γνωστότερος ως βοιωτικός Κηφισός, ή Μαυρονέρι (Παυσανίας 9, 24, 1).

[10] Στην Ιλλυρία, στη νότιο Αλβανία.

[11] Παυσανίας, 1, 38, 5. Σήμερα Σαρανταπόταμος.

 

Χαρούμενες  Γιορτές


 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

σας εύχεται  Χαρούμενες  Γιορτές

 merry-christmas

 

 και σας προτείνει άρθρα στο κλίμα της εποχής: