Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

«Το Ημερολόγιο Ενός Σπασίκλα»


 

 

«Το Ημερολόγιο Ενός Σπασίκλα»

«Το Ημερολόγιο Ενός Σπασίκλα»

Η πιο δημοφιλής σειρά βιβλίων «Το Ημερολόγιο Ενός Σπασίκλα», έγινε και εκδήλωση! Η Παιδική – Νεανική Βιβλιοθήκη Δήμου Άργους – Μυκηνών, καλεί όλα τα παιδιά που θέλουν να γνωρίσουν τον Γκρεγκ Χέφλι και την παρέα του, την Κυριακή 21 Απριλίου, στις 11:00 π.μ., στο χώρο της Βιβλιοθήκης, στο πάρκο Μπόνη, στο Άργος.

Πρόκειται για ένα πρόγραμμα, το οποίο είναι βασισμένο στα βιβλία της σειράς και περιλαμβάνει άφθονο χιούμορ και σούπερ διαδραστικά παιχνίδια για τα παιδιά. Καθ’ όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης, η συμμετοχή των παιδιών είναι απαραίτητη!

Η εκδήλωση ξεκινάει με μια ολιγόλεπτη δραματοποίηση σκηνών του βιβλίου και των χαρακτήρων από τους ειδικούς Σπασικλο-εμψυχωτές, έτσι ώστε όλα τα παιδιά – ακόμη και όσα δεν έχουν διαβάσει τα βιβλία – να ενταχθούν στην ατμόσφαιρα των βιβλίων, και συνεχίζεται με πολύ διαδραστικό παιχνίδι!

Το «Ημερολόγιο Ενός Σπασίκλα», γνωστό ως «Diary of a Wimpy Kid» στις ΗΠΑ, είναι ένα μυθιστόρημα ρεαλιστικής φαντασίας, γραμμένο από τον Αμερικανό συγγραφέα και σκιτσογράφο Τζεφ Κίνι (Jeff Kinney). Το βιβλίο αφηγείται την ζωή ενός παιδιού ονόματι Γκρεγκ Χέφλι (Greg Hefly) που πηγαίνει στο γυμνάσιο και αλλάζουν όλες οι συνήθειες που είχε πριν πάει.

 

«Στις Βιβλιοθήκες ο Κόσμος είναι Πολύχρωμος»


 

Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης

Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης

Πρόσκληση Εθελοντών για την Καλοκαιρινή Εκστρατεία Ανάγνωσης, Δημιουργικότητας και Καινοτομίας με τίτλο «Στις Βιβλιοθήκες ο Κόσμος είναι Πολύχρωμος». Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης «Απ. Γκάτσος» και το Future Library, υποστηρικτής των Δημοσίων και Δημοτικών Βιβλιοθηκών της Ελλάδας, σας θέλουν κοντά τους και σας προκαλούν να ζήσετε ένα διασκεδαστικό, δημιουργικό και … γεμάτο χρώματα καλοκαίρι!

Από 15 Ιουνίου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου το Future Library διοργανώνει, σε συνεργασία με τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Ερμιόνης και πολλές άλλες Βιβλιοθήκες σε όλη τη χώρα, με τη συμμετοχή μικρών και μεγάλων, μια πολύχρωμη Καλοκαιρινή Εκστρατεία Ανάγνωσης, Δημιουργικότητας και Καινοτομίας!

Ελάτε λοιπόν να γίνετε εθελοντές στην Εκστρατεία μας!

«Στις Βιβλιοθήκες ο Κόσμος είναι Πολύχρωμος»

«Στις Βιβλιοθήκες ο Κόσμος είναι Πολύχρωμος»

Σ’ έναν κόσμο, όπου το γκρι και το μαύρο επικρατεί στις διαθέσεις μας, τις πόλεις μας και για πολλούς και στο μέλλον μας, βοηθήστε μας να δημιουργήσουμε τον δικό μας κόσμο, έναν κόσμο πολύχρωμο μέσα από τα βιβλία, τις ιστορίες, τη γνώση και την τέχνη. Μαζί με τα παιδιά θα ταξιδέψουμε στον κόσμο της φαντασίας, της δημιουργίας, της διασκέδασης, του γέλιου, του παιχνιδιού, της εξερεύνησης, της μάθησης και των βιβλίων!

Σας περιμένουμε και φέτος να χαράξουμε νέες διαδρομές με χιλιάδες χρώματα!!! Θα ζήσουμε μαζί καινούριες εμπειρίες, προσφέροντας στα παιδιά και στην κοινότητά μας το χρώμα που δυστυχώς λείπει από την σκληρή καθημερινότητά μας. Ας κάνουμε λοιπόν τις Βιβλιοθήκες μας πολύχρωμες με την ανιδιοτελή προσφορά μας. Όλες οι δεξιότητες είναι ευπρόσδεκτες, καθώς υπάρχουν πολλοί τομείς στους οποίους όλοι μπορούν να φανούν χρήσιμοι, ανάλογα με τις ανάγκες.

Για περισσότερες πληροφορίες και τις αιτήσεις συμμετοχής, μπορείτε να απευθυνθείτε στη Βιβλιοθήκη ή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κατόπιν αιτήματός σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση: dbiblerm@otenet.gr μέχρι τις 30 Απριλίου.

Γεώργιος Η. Κόνδης «Με τη ματιά στο χρόνο»


 

 

Με τον τίτλο «Με τη ματιά στο χρόνο» κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Κοι­νωνιολόγου Γιώργου Κόνδη από τις εκδό­σεις «Εκ Προοιμί­ου». Μια θεματική σει­ρά δοκιμίων για τον πολιτισμό, την κοινωνία και την πολιτική που δοκιμάζονται σήμερα, στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης, από μια πολύπλευρη κρίση τα οικο­νομικά στοιχεία της οποίας αποτε­λούν την ορατή πλευρά της.

Γνωστός από την αρθρογραφία του και την δημόσια παρουσίαση ερευνών για μια σειρά ιστορικών και κοινωνι­κών θεμάτων, ο Γιώργος Κόνδης επιχειρεί να αναδείξει τα στοιχεία της αθέατης πλευράς μιας κρίσης που επιβάλλει σιωπή και απραξία, τη στιγμή που η κοινωνία έχει απόλυτη ανάγκη την κριτική σκέψη και την έκφραση.

 

Με τη ματιά στο χρόνο

Με τη ματιά στο χρόνο

 

Ο συγγραφέας επιδιώκει να μοιραστεί τις εμπειρίες που αποκτήθηκαν μέσα από μια πορεία συνεχούς αναζήτησης και δημιουργίας, βάζοντας σε πρώτο πλάνο την ελευθερία της σκέψης και του λόγου. Τις θεμελιώδεις δηλαδή αξίες του Πολίτη που σήμερα έχουν μπει στο περιθώριο κάτω από την πίεση που ασκούν οι συνθήκες οικο­νομικής κρίσης, το αξιακό κενό και ο παραμορφωτικός πολιτικός λόγος.

Υπάρχει ανάγκη ν’ απαντηθεί το ερώτημα «γιατί η κρίση σήμερα» και η απάντηση αυτή δεν μπορεί να προ­έλθει από τα απλουστευτικά σχήματα που την προκάλεσαν. Χρειάζεται να κατανοηθούν οι βαθύτατες αλλοι­ώσεις που επέφερε ο κοινωνικός και πολιτικός λαϊκισμός στον τρόπο σκέ­ψης και δράσης των Ελλήνων πολιτών – λαϊκισμός που σήμερα παλεύει να κρατήσει την εξουσία και τα προ­νόμιά του – ώστε να κατασκευάσουμε μια νέα αφήγηση για την κοινωνία στην οποία θέλουμε να ζήσουμε, την καθημερινότητα που θέλουμε να οργανώσουμε, τα όρια και το μέτρο με τα οποία θα θελήσουμε να φτιάξουμε μια εικόνα για το μέλλον μας.

Δεν είναι τυχαία η αρχική παράθεση από τον συγγραφέα των συμβολικών στοιχείων οργάνωσης του κοινωνικού βίου στις προηγούμενες δεκαετίες και η συνειδητή κονιορτοποίησή τους από έναν επίπλαστο καταναλωτικό ευδαιμονισμό και μια εξίσου πλαστή αίσθηση δημοκρατικής ανάπτυξης στην οικονομία, την παιδεία, τον πο­λιτισμό και την πολιτική. Δεν είναι επίσης τυχαία η αμέσως επόμενη σκηνή του δράματος που αφορά στη μετανάστευση, στην έξοδο δηλαδή από τη χώρα και στην αναζήτηση αν­θρώπινων συνθηκών διαβίωσης σε ξένη γη.

«Με τη ματιά στο χρόνο», ο Γιώργος Κόνδης αποτυπώνει το πρόβλημα της με­γάλης καταστροφής, κόπων, θυσιών, ακόμη και οικονομιών μιας ζωής, με συχνότητα κυκλική πλέον στην ιστο­ρία μας. Ταυτόχρονα όμως, αναδει­κνύει μέσα από τα κείμενά του το ελ­πιδοφόρο πολιτισμικό υπόστρωμα που θα μας προικίσει με νέο αξιακό πλαίσιο, με ιστορική μνήμη και με θέ­ληση δημιουργίας ώστε να ξεπερά­σουμε την κρίση αυτή. Πρόκειται για ένα σεντούκι μέσα στο οποίο καταχω­νιάσαμε όλα αυτά τα χρόνια τα θετι­κά χαρακτηριστικά μιας ταυτότητας και που, αργά ή γρήγορα, συνειδητά ή ασυνείδητα, θα το ανοίξουμε και θα τα χρησιμοποιήσουμε ξανά σε μια νέα πορεία.

 

Με τη ματιά στο χρόνο

Γεώργιος Η. Κόνδης

Εκδόσεις: «Εκ Προοιμίου»
Άργος 2013
Σελίδες: 344
ISBN: 978-960-89719-8-1

Νίκος Καζαντζάκης: Υμνητής της Γυναίκας ή Μισογύνης;


 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωση τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το « Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

 Εγκαινιάζουμε λοιπόν, το «Ελεύθερο Βήμα» με ένα ιδιαίτερα σημαντικό άρθρο της Dr. Μαριέττας Ιωαννίδου, Καθηγήτριας του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, με θέμα:

Νίκος Καζαντζάκης: Υμνητής της Γυναίκας ή Μισογύνης;

 

« O Καζαντζάκης βάζει με μεγάλη ευκολία τους ήρωές του να απαρνιούνται δύο αγαθά που ο ίδιος δεν γνώρισε ποτέ: το σεξ και τον πλούτο». Ήμουν φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης όταν πήγα ν’ ακούσω την ομιλία μιας συγγραφέως, της Λιλής Ζωγράφου, που είχε κάνει αίσθηση για την τολμηρότητα της γραφής της και της θεματογραφίας της και έγινε γνωστή στο Πανελλήνιο επειδή τόλμησε να απομυθοποιήσει τον Καζαντζάκη δημοσιεύοντας το 1959 τη μελέτη της «Νίκος Καζαντζάκης. Ένας τραγικός».

Νίκος Καζαντζάκης. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Νίκος Καζαντζάκης. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Το παραπάνω απόσπασμα της ομιλίας της με έβαλε σε σκέψεις, γκρέμιζε ένα είδωλό μου, κατά κάποιον τρόπο, επειδή είχα από το Λύκειο διαβάσει κιόλας τα περισσότερα έργα του μεγάλου συγγραφέα και τον θαύμαζα απεριόριστα! Την περίοδο εκείνη μάλιστα διάβαζα την «Οδύσσειά» του και ήμουν άκρως εντυπωσιασμένη, όχι μόνον από τη φαντασία του συγγραφέα, αλλά κι από τη γλώσσα του, με τις ασυνήθιστες και πρωτάκουστες για μένα λέξεις, που με γοήτευαν, σαν θύελλα… Κυρίως στο έργο αυτό, αλλά και στα μυθιστορήματά του είχα συναντήσει πληθώρα γυναικών κι αντρών που ζούσαν παθιασμένους έρωτες. Πώς ήταν λοιπόν δυνατό ο ίδιος να μην είχε γνωρίσει ποτέ τον έρωτα?

Δύο χρόνια μετά την ομιλία της Ζωγράφου, το 1975, κυκλοφόρησε το βιβλίο του Γεωργίου Π. Σταματίου «Η γυναίκα στη ζωή και στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη» όπου, ουσιαστικά, γίνεται μια προσπάθεια ανατροπής των όσων υποστήριζε η Λιλή Ζωγράφου, συμπεραίνοντας ότι «ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν τέλεια φυσιολογικός άντρας, ικανός, όσο λίγοι, να κατακτήσει μια γυναίκα σωματικά και ψυχικά».

Ενώ η Ζωγράφου αναφέρεται στη μελέτη της σε συζητήσεις που είχε με την πρώτη σύζυγο του Καζαντζάκη τη Γαλάτεια, ο Σταματίου στηρίζεται κυρίως σε επιστολές και πληροφορίες που του παραχώρησε η δεύτερη γυναίκα του συγγραφέα, η Ελένη.

Μια ακόμη αντίφαση, οι δύο αυτές μελέτες, από τις τόσες πολλές που υπάρχουν για τον Καζαντζάκη ως άνθρωπο κι ως συγγραφέα, θα λέγαμε. Για μένα πάντως υπήρξαν το κίνητρο μιας προσπάθειας να απαντήσω στο ερώτημα αν ο μεγάλος συγγραφέας ήταν τελικά μισογύνης ή αντίθετα υμνητής του θηλυκού ανθρώπινου γένους.

 

Θα αρχίσω με τη σχέση του Καζαντζάκη με τη Γυναίκα στην προσωπική του ζωή:

 

Για τη σχέση του με τη μητέρα του, Μαρία ή Μαριγώ, το γένος Χριστοδουλάκη, έχουμε αρκετές μαρτυρίες, κυρίως σε επιστολές του προς τους γονείς του και τις δύο αδελφές του, αλλά και προς τη γυναίκα του Ελένη και τον συγγραφέα κι αδελφικό του φίλο Παντελή Πρεβελάκη.

Τη μάνα του ο Καζαντζάκης την αναφέρει ως μια «άγια γλυκότατη γυναίκα» με «καλοσύνη κι αντοχή και κατανόηση», ενώ τον πατέρα του τον χαρακτηρίζει συχνά ως «ανήμερο θεριό». Στο θεριό αυτό ήταν τελείως υποταγμένη η Μαριγώ, που πέρασε τη ζωή της γεμάτη εγκαρτέρηση και υποταγή στη μοίρα της. Το τελευταίο της παιδί, ο Γιώργος, πέθανε σε παιδική ηλικία. Ο θάνατος της μητέρας του, το 1932, τον βρήκε στην Τσεχοσλοβακία, κι έκανε την καρδιά του να σπαράξει, όπως γράφει στον Πρεβελάκη. Το όραμα της μητέρας του τον κυνηγούσε μέχρι το τέλος του.

Οι δύο αδελφές του, η Αναστασία και η Ελένη, ήταν θύματα κι αυτές της δεσποτείας του πατέρα τους, καπετάν Μιχάλη. Πάντως είχαν την πολυτέλεια να ψωνίζουν τα προικιά τους στα καλύτερα καταστήματα του Ηρακλείου, όπου ο πατέρας τους είχε ανοιχτό λογαριασμό στο όνομά τους! Στο σπίτι της  στην Αθήνα, όπου έμενε μετά τον γάμο της για αρκετά χρόνια η μικρότερη αδελφή , η Ελένη, φιλοξενούσε συχνά τον αδελφό της.

Η Γαλάτεια  πάντως, αναφέρει στο βιβλίο της για τον Καζαντζάκη πως δεν παρατήρησε ποτέ κάποιο ίχνος αγάπης και στοργής ανάμεσα στον Νίκο και τις αδελφές του. Τον υπηρετούσαν μόνον κι αυτός δεν τις έβγαζε ποτέ περίπατο, όπως κάνανε οι αδελφοί για τις αδελφές… (Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι). Οπωσδήποτε όμως αυτό που έδενε τα τρία παιδιά ήταν το ότι έπρεπε να αντιμετωπίσουν το σκληρό φέρσιμο του Δυνάστη-πατέρα τους.

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το έργο «Καπετάν Μιχάλης» (σ. 197) Η Ρηνιώ, που πίσω από τη μορφή της κρύβεται μία από τις δύο αδελφές του Καζαντζάκη, περιποιείται τους καλεσμένους σ’ ένα γλέντι στο σπίτι τους και τραβάει την προσοχή του πατέρα της.

«…Κάπου την είχε δει την κοπέλα τούτη – ποια να’ ταν; Όλη τη βραδιά τι περιποίησες του είχε κάμει, πως ψυχανεμίζουνταν άσφαλτα το τι ήθελε, νερό, κρασί, μεζέ, τσιγάρα κι έτρεχε και του το’ φερνε! Έγνεψε στη γυναίκα του, που μοίραζε το ψητό στους καλεσμένους: – Ποια ‘ναι η καλή κοπέλα αυτή; τη ρώτησε δείχνοντας με το μάτι του τη Ρηνιώ, κάπου την έχω δει – μα πού; Η κυρά-Κατερίνα αναστέναξε.

– Είναι η κόρη σου…αποκρίθηκε…»

Ας δούμε τώρα τις γυναίκες με τις οποίες συνδέθηκε ο Καζαντζάκης, δύο συζύγους και μερικές φίλες. Ο πλατωνικός δεσμός του με τη Γαλάτεια Αλεξίου ξεκίνησε το 1901 στο Ηράκλειο. To λογοτεχνικό της ψευδώνυμο ήταν Πετρούλα Ψηλορείτη.

Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881-1962)

Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881-1962)

Ήταν δύο ολότελα διαφορετικές προσωπικότητες, διαφορετική ιδιοσυγκρασία και κοινωνική προέλευση. Αυτό που τους ένωνε ήταν η αγάπη τους για τα γράμματα. Υπήρξαν το πιο πολυσυζητημένο ζευγάρι των νεοελληνικών γραμμάτων. Η σχέση τους ήταν ιδιότυπη: «Παράξενος έρωτας. Αγκαλιές, φιλιά, γλυκόλογα, όχι. Τίποτα. Τίποτα απ’ αυτά. Η ώρα περνούσε με κουβέντες γύρω από τα βιβλία» γράφει στο βιβλίο για τη σχέση τους η Γαλάτεια (Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι). Ο Νίκος τής έστελνε βιβλία, που μέσα στα λόγια των ηρώων τους κρυβόταν τα δικά του τρυφερά μηνύματα. Η ίδια ανήσυχο πνεύμα, προοδευτικό και καλλιεργημένο, κολακευόταν από το ενδιαφέρον του. Ήταν όμως και αρκετά προσγειωμένη ώστε δυσκολευόταν να καταλάβει τις μεταφυσικές αγωνίες του. Ο ίδιος υπήρξε πολέμιος κάθε κοινωνικού θεσμού στην προσπάθειά του να κατακτήσει τις πιο ψηλές κορφές της ελευθερίας. Γι’ αυτό και δεν ήθελε να επισημοποιήσουν με γάμο τον πολύχρονο δεσμό τους.

«Την Τοτώ και μίαν καλύβην», έλεγε, δεν αποφάσιζε όμως να την παντρευτεί και να εναντιωθεί στη θέληση του πατέρα του, που ούτε να ακούσει ήθελε για το γάμο αυτό. Το 1910 το ζευγάρι φεύγει στην Αθήνα (η Γαλάτεια εγκαταλείπει την ευθύνη του νοικοκυριού του σπιτιού της και τη φροντίδα των τριών μικρότερων αδελφών της που είχε αναλάβει μετά το θάνατο της μητέρας της) και συμβιώνουν, σ’ ένα σπίτι στα Πατήσια. Mια μαρτυρική ζωή, όπως την περιγράφει η Γαλάτεια. Τελικά, ένα χρόνο αργότερα, επιστρέφουν στην Κρήτη για να παντρευτούν στο εκκλησάκι ενός νεκροταφείου, το μόνο μέρος όπου ο Καζαντζάκης ελπίζει να μη διανοηθεί ο πατέρας του να τον κυνηγήσει…

Ακολούθησε μια κοινή ζωή 15 χρόνων χωρίς την τέλεια ένωση. Ο ίδιος ταξίδευε, συνολικά απουσίασε τρία χρόνια στο εξωτερικό, σε μερικά από τα ταξίδια του αυτά συνάπτει παροδικούς δεσμούς και παράλληλα στέλνει στη Γαλάτεια τα πιο φλογερά του γράμματα: «Μη με ξεχνάς. Σου ‘δοκα πολλές πικρίες μα Σ’ αγαπώ. Δε μπόρεσα ποτέ να βρω τα λόγια που θα μπορούσανε να Σε πείσουνε. Μα όταν κοιτάξεις με ησυχία και καλοσύνη τη ζωή μου, θα με πιστέψεις», της γράφει.  

Δύσκολο για τη Γαλάτεια να τον πιστέψει, φύση νευρική, δεν μπορούσε να αντέξει την κατάσταση κι η αρμονία δεν επήλθε ποτέ ανάμεσά τους. Εκείνη ζήλευε, αγανακτούσε, δεν επιδοκίμαζε τα έργα του, ενώ όλοι τα εγκωμίαζαν.

Η αδελφή της Γαλάτειας, η συγγραφέας Έλλη Αλεξίου, θα αποκαλύψει αργότερα: «Νίκος-Γαλάτεια, δέκα χρόνια είχαν ερωτικό δεσμό χωρίς συμβίωση. Δεκάξι χρόνια κάνανε παντρεμένοι. Εικοσιέξι χρόνια συνολικά, χωρίς σαρκικό δεσμό» ( Στο βιβλίο της : Για να γίνει μεγάλος).

Ελένη Καζαντζάκη (1903-2004)

Ελένη Καζαντζάκη (1903-2004)

Στα 1924, που ο Καζαντζάκης επιστρέφει στην Ελλάδα, ζητάει μια καλή δαχτυλογράφο. Η συγγραφέας Λιλίκα Νάκου του συστήνει μια χλωμή, νέα κοπέλα, που υποκύπτει σαν υπνωτισμένη στη γοητεία του Καζαντζάκη. Η Ελένη Σαμίου είναι μια εξαίρετη δαχτυλογράφος, που δέχεται ευχάριστα τη μοίρα της αφανούς προσωπικότητας, εντελώς αντίθετη από τη Γαλάτεια. Γλυκιά, αφοσιωμένη, ιδανική σύντροφος γι΄αυτόν. Παρά τη διαφορά της ηλικίας (αυτή ήταν 20 χρόνια νεότερη) και της μόρφωσής τους, υπήρχε τέλεια αρμονία στη σχέση τους.

Συχνά οι μελετητές του Καζαντζάκη αναφέρονται με θαυμασμό στην απόφαση του  να ξαναγράψει επτά φορές την «Οδύσσεια», αναζητώντας την τελειότητα, (33.333 στίχους), αλλά προσπερνούν το γεγονός ότι και η Ελένη έπρεπε να την αντιγράψει επίσης εφτά φορές, στη γραφομηχανή της εποχής εκείνης!

Η γυναίκα αυτή θα γίνει η δεύτερη γυναίκα του, θα την παντρευτεί, μετά από 20άχρονο δεσμό, το 1945, ώστε να μπορέσουν να βγάλουν διαβατήριο συζύγων και να ταξιδέψουν στην Αμερική, μαζί με τον Άγγελο και την Άννα Σικελιανού.

Εντελώς διαφορετική από τη Γαλάτεια, η Ελένη, υπομονετική κι ακούραστη, στάθηκε στο πλευρό του φροντίζοντάς τον ακατάπαυστα. Δαχτυλογραφούσε τα έργα του, τον συνόδευε στα ταξίδια του και φυσικά είναι αυτή που του έκλεισε τα μάτια, όταν εκείνος έφυγε για πάντα στις 26 Οκτωβρίου 1957.

Έζησαν μαζί 35 χρόνια. Στον φίλο του Παντελή Πρεβελάκη έγραφε: «Στην Ελένη χρωστώ όλη την καθημερινή ευτυχία της ζωής μου, χωρίς αυτήν θα ‘χα πεθάνει τώρα και πολλά χρόνια. Συντρόφισσα γενναία, αφοσιωμένη, έτοιμη για κάθε πράξη που θέλει αγάπη, (…) γενναία συναθλήτρια, δροσερή πηγή στην απάνθρωπη ερημιά μας, παρηγοριά μεγάλη…». Για χάρη της περιόρισε τις σχέσεις του με γυναικεία πρόσωπα του παρελθόντος.

Από το 1933 μέχρι το 1946 το ζεύγος είχε εγκατασταθεί στην Αίγινα, μια περίοδος ευτυχισμένη και δημιουργική, που τη σκιάζουν μόνο αρρώστιες (ο Καζαντζάκης υπέφερε από αλλεργίες), η Κατοχή και η αθεράπευτη δίψα του για τα ταξίδια. Η Ελένη τον ακολουθεί παντού και του συμπαραστέκεται με στοργή. Στο πλευρό του βρίσκεται επίσης κι όταν αυτός δέχεται διεθνείς τιμές, βραβεία διάφορα, την πρεμιέρα της ταινίας «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Jules Dassin. Δίπλα του θα είναι και στο νοσοκομείο στο Φράιμπουργ, όπου θα αφήσει την τελευταία του πνοή κι όπου του υποσχέθηκε να συνεχίσει το δρόμο που χάραξε εκείνος. Και την υπόσχεση αυτή την κράτησε ταξιδεύοντας σ’ όλο τον κόσμο για να μεταφέρει τη φλόγα της ψυχής του, κάνοντας διαλέξεις, γράφοντας προλόγους σε έργα του, δίνοντας στη δημοσιότητα αδημοσίευτο υλικό.

Η Ελένη Καζαντζάκη πέθανε το 2004, σε ηλικία 101 ετών, και σύμφωνα με τη θέλησή της τάφηκε δίπλα στον τάφο του άντρα της.

 

Ας αναφερθούμε τώρα εν συντομία τα άλλα γυναικεία πρόσωπα στη ζωή του Καζαντζάκη.

 

Το 1921 ο Κ. βρίσκεται σ’ ένα συνέδριο στο Βερολίνο. Εκεί γνωρίζει μια όμορφη Πολωνοεβραία φοιτήτρια, τη Ραχήλ Λίπσταϊν. Μαζί με τρεις φίλες της αποτελούν μια συντροφιά που ο Κ. θα ονομάσει «πύρινο κύκλο». Γίνονται φίλοι κι όπως αναφέρει ο Πρεβελάκης, με μια από τις κοπέλες αυτές, την Ιτκα Χόροβιτς, ο Κ. είχε και ερωτική σχέση. Με την Ραχήλ διατήρησε μακρόχρονη αλληλογραφία την οποία, μετά το θάνατό του, συνέχισε η γυναίκα του Ελένη (δες: Ο Ασυμβίβαστος).

Το καλοκαίρι του 1923 γνωρίζει στη Γερμανία τη Γερμανοεβραία Έλσα Λάνγκε. Μια μεγάλη φιλία αναπτύχθηκε ανάμεσά τους και ακολούθησε πολυετής και θερμή αλληλογραφία. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στο πρώτο ταξίδι που κάνει στο εξωτερικό μαζί με την Ελένη Σαμίου, το 1926 στην Παλαιστίνη, έχει μια θερμή συνάντηση με την «πολυαγαπημένη» του Έλσα Λάνγκε, τη μοιραία γυναίκα της ζωής του. Η Ελένη δείχνει στην περίπτωση αυτή μεγάλη κατανόηση, όπως διαβάζουμε στη μελέτη του Σταματίου (σ. 105). Θα γράψει, χρόνια αργότερα: «Συλλογούμαι τους ανθρώπους που αγάπησα, τι χαρές και τι πίκρες τους έδωκα. Πικρότατη, χλωμότατη προβαίνει μέσα μου, χύνοντας όπως συνηθίζει, χοντρά, ζεστά δάκρυα απάνω στα χέρια μου, η Ελίζαμπεθ… Πάντα, όταν τη θυμούμαι, με κυριεύει σφοδρή, ακατανίκητη επιθυμία να πεθάνω…».

 

Ο κύκλος των γυναικών, φίλων του Νίκου Καζαντζάκη, στο Βερολίνο, κατά τα έτη 1922-1923, Itka Horowitz, Lea Dunkelblum, Rosa Schmulewitz, Dina Matus και, κάτω δεξιά, Rahel Lipstein. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Ο κύκλος των γυναικών, φίλων του Νίκου Καζαντζάκη, στο Βερολίνο, κατά τα έτη 1922-1923, Itka Horowitz, Lea Dunkelblum, Rosa Schmulewitz, Dina Matus και, κάτω δεξιά, Rahel Lipstein. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

 

Τις Εβραίες φίλες του ο Καζαντζάκης τις αποθανάτισε στο έργο του: θηλυκές, καλλιεργημένες, περήφανες. Όμορφες, λεπτές, αδάμαστες ψυχές. Ο έρωτας ως φυσική συνέπεια και ολοκλήρωμα μιας ανθρώπινης ζεστής σχέσης. Η Ίτκα και η Λεία στην «Αναφορά στον Γκρέκο». Η Ραχήλ ως Ράλα στην «Οδύσσεια», ως Νοεμή στον «Καπετάν-Μιχάλη». Σύμφωνα με τη Λιλή Ζωγράφου, «Η Εβραία στάθηκε για τον Καζαντζάκη το σύμβολο της μητρότητας. Καμιά άλλη πριν απ΄αυτήν δεν του είχε ξυπνήσει τη λαχτάρα να την δει μητέρα του γιου του». (σ. 118)

Από ελληνίδες, γνωστή είναι η θυελλώδης, σύντομη σχέση του με τη μεταφράστρια, διηγηματογράφο και γνωστή χρονικογράφο της εποχής εκείνης Έλλη Λαμπρίδη. Στο προσωπικό του ημερολόγιο αναφέρεται συχνά στην «αγαπημένη Μουντίτα», όπως την αποκαλούσε. Η σχέση τους κράτησε μόνον έναν χρόνο, από τον Φεβρουάριο του 1918 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1919, διατήρησαν όμως μια βαθιά φιλία και στενή συνεργασία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Λαμπρίδη υπερασπιζόταν πάντα με πάθος τον Καζαντζάκη, ακόμα κι όταν κάποιος αμφισβητούσε τον αντρισμό του, έφτασε μάλιστα να ομολογήσει σε συνέντευξη στον Γιάννη Μαγκλή (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 17 Φεβρουαρίου 1993: «Γι’ αυτές που κατηγορούν τον Καζαντζάκη για ανίκανο, αν θες γράψτο, πες το, ο Καζαντζάκης μού πήρε την παρθενιά μου στην Ελβετία…».

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Edvige και τον αδελφό της Doro Levi στη Φλωρεντία, Οκτώβριος 1926. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Edvige και τον αδελφό της Doro Levi στη Φλωρεντία, Οκτώβριος 1926.
Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

 

Ας δούμε όμως πιο διεξοδικά τις κυρίαρχες γυναικείες μορφές σε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του, αρχίζοντας από τον Καπετάν Μιχάλη (Ελευθερία ή Θάνατος) (1950) το καλύτερο, κατά τη γνώμη μου, μυθιστόρημά του, εκείνο στο οποίο δίνει τα βιώματα της πρώτης νιότης του. Μέσα στις σελίδες του ανασταίνεται μια Κρήτη αδάμαστη, φλογερή και αιώνια ανυπόταχτη, ώς και στο Θεό. Η πλοκή εκτυλίσσεται στην Τουρκοκρατούμενη Κρήτη, με κυρίαρχη μορφή τον καπετάν-Μιχάλη, που αγωνίζεται για τη λευτεριά της. Δίπλα στον πρωταγωνιστή – που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον πατέρα τού Καζαντζάκη – εμφανίζονται διάφορες γυναικείες φιγούρες: η κυρά Κατερίνα, η περήφανη καπετάνισσα, κυρά στο σπίτι του Καπετάν-Μιχάλη, που πίσω της κρύβεται η υπομονετική Μαριγώ Καζαντζάκη, η μάνα του συγγραφέα, ενώ στη Ρηνιώ αναγνωρίζουμε μια από τις αδελφές του.

Εντύπωση κάνει το γεγονός ότι ενώ ο Καπετάν Μιχάλης είναι αμείλιχτος στην τήρηση της ηθικής τάξης, υπάρχουν στο έργο δύο «κρούσματα» αιμομιξίας, που βέβαια δεν φτάνει στη σωματική πραγμάτωσή της, αλλά είναι αναμφίβολη ως πρόθεση και ως βαθύ, μύχιο γεγονός.

Το πρώτο αναφέρεται στην δίδυμη αδελφή του καπετάν Πολυξίγκη, την κυρά Χρυσάνθη, που «όλη τη ζωή της την είχε χαλαλίσει για τον κοτσονάτο αδελφό της, τον έπλενε, τον έραβε, τον συγύριζε, του μαγείρευε και τον καμάρωνε. (…) Κάθε φορά που γύριζε από τις μπερμπαντιές του, ξημερώματα, τινάζεται η κυρά Χρυσάνθη χαρούμενη από τον ύπνο της, του βγάζει τα στιβάνια (παπούτσια), του ζεσταίνει νερό να πλυθεί, του κάνει ένα καφεδάκι, πικρό πολύ, να συνεφέρει. Κι ως τον ζυγώνει, οσμίζεται κρυφά, λαχταριστά, στα μουστάκια του και στα μαλλιά, τις βαριές μυρωδιές που του’ χαν αφήσει οι γυναίκες. Έτσι μπόρεσε κι η κακομοίρα η κυρά-Χρυσάνθη να χαρεί στον κόσμον ετούτον τον έρωτα».

Μια φορά που ο καπετάν Πολυξίγκης τής μιλάει απότομα, αυτή σωριάζεται λιπόθυμη. Με ξίδι προσπαθεί αυτός να τη συνεφέρει και μόλις αυτή ανοίγει τα μάτια της και τον βλέπει σκυμμένο απάνω της τον αγκαλιάζει:

«- Γιωργάκη μου, Γιωργάκη μου, μουρμούριζε και τρίβουνταν απάνω του και γελούσε κι έκλαιγε και δεν ήθελε να τον αφήσει. Με αγαπάς, Γιωργάκη μου, πες μου ένα καλό λόγο… Κούνησε αυτός τα χείλη βαριεστημένος: – Θες να σου κάμω ένα καφεδάκι, της είπε, να συνεφέρεις? Η κυρά Χρυσάνθη έδωκε μια, ξεκούμπωσε το πολκάκι της, πλάνταζε.

– Δε μου αποκρίνεσαι σ’ αυτό που σε ρωτώ, φώναξε, ωχού, και χάθηκα η κακομοίρα! Κι έκανε πάλι να λιγοθυμίσει, μα ο αδελφός της πρόλαβε: – Σε αγαπώ, Χρυσάνθη μου, είπε, σήκω απάνω. Έφεξε με μιας το πρόσωπο της αδελφής, κούμπωσε το πολκάκι, πετάχτηκε απάνω. Πήγε κι ήρθε σβέλτα, σαν είκοσι χρονών, χτενίστηκε, συγυρίστηκε, έβαλε μυρωδιά, κρυφοκοίταζε τον αδελφό και δεν τον αποχόρταινε:

«Ε, και να μην ήμουν αδερφή του, συλλογίζουνταν βαθιά μέσα της, τι παιδιά θα ‘κανα μαζί του! Γίνηκε κατακόκκινη, ντράπηκε. «Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά!», μουρμούρισε. Μπήκε μέσα, έβαλε δυο τρία καρβουνάκια στο προύτζινο θυμιατό κι άρχισε να κάνει το σταυρό της και να θυμιατίζει το σπίτι».

Η ίδια συναισθηματική / σεξουαλική ένταση παιδεύει και την ανιψιά του καπετάν Πολυξίγκη Βαγγελιώ απέναντι στον αδελφό της Διαμαντή, προπάντων αφότου ο θείος της την πάντρεψε με το δάσκαλο Τίτυρο, αδελφό του καπετάν Μιχάλη. Μένουν μαζί κι οι τρεις, γιατί η Βαγγελιώ δεν αποχωρίζεται τον αδελφό της. Μια μέρα που αυτός χτυπούσε τον ταλαίπωρο σύζυγο, για να τον αναγκάσει να φύγει από το σπίτι, η Βαγγελιώ είχε λύσει τα μακριά μαλλιά της, είχε πάρει το φιλντισένιο της νυφιάτικο χτένι και χτενίζονταν. Έβλεπε, άκουγε και γελούσε. «Καμάρωνε τον αδελφό της, το φαρδύ γυμνωμένο στήθος όλο τρίχες, το δυνατό σηκωμένο μπράτσο, το μπόι του το κυπαρισσένιο. Και κοίταζε με σιχαμό τον άντρα της το βερέμη». Η ίδια ονειρευόταν έναν άντρα απαράλλακτο με τον αδελφό της «…αλλιώς ας έμενε ανύπαντρη, χίλιες φορές καλύτερα, να ζήσει, να σογεράσει με τον αδελφό της, να μην παντρευτεί κι αυτός. Μια γυναίκα θα τους χαλνούσε όλη τη γλύκα. Να πεθάνουν και να τους θάψουν μαζί και στο μνήμα τους να φυτέψουν δύο κυπαρίσσια: ένα αρσενικό λαμπάδα, κι ένα θηλυκό, ανοιχτόκλαρο και να σμίγουν κάτω από τη γη οι ρίζες τους» (σ. 137) Κι όταν ο Τίτυρος θα φαρμακώσει ύπουλα τον Διαμαντή, η Βαγγελιώ δεν θ’ αντέξει, θα κρεμαστεί στην αυλή της. Οι σελίδες που αναφέρονται σ’ αυτό το περιστατικό είναι, πιστεύω, από τις τελειότερες του βιβλίου.

Η γυναίκα όμως που οπωσδήποτε δεσπόζει στο επικό όσο και πρωτόγονο κλίμα του «Καπετάν Μιχάλη» είναι η Εμινέ-χανούμ, «…Κερκέζα, πεντάμορφη, άγρια, από εκείνες που τρώνε ανθρώπους» (σ. 21), το πιο άγριο θηλυκό πλάσμα που δημιούργησε η φαντασία του Καζαντζάκη. Μια γυναίκα-χίμαιρα που δεν υποτάσσεται παρά μόνο όταν αυτή θέλει, και μόνον στον πιο δυνατόν άντρα. Μεγαλωμένη ανάμεσα σε δυνατούς άντρες, η μόνη αρετή που θαυμάζει είναι η σωματική ρώμη. Η πρώτη της συνάντηση με τον καπετάν-Μιχάλη θα γίνει στο σπίτι του «αδελφοποιητού» του Νουρήμπεη – σε κανέναν άλλον δεν θα παρουσίαζε ο Νουρήμπεης την αγαπημένη του για να τραγουδήσει – :

«Στο περβάζι της πόρτας, στα μεσοσκότεινα, μια κοπέλα φεγγοβόλησε, φεγγαροπρόσωπη… κρυφοπαχιά, αφράτη, με μεγάλα λοξά μάτια, με βαμμένα μάγουλα, χείλια, φρύδια, τσίνουρα. Τα νύχια της κι οι απαλάμες βαμμένα με κινά, και κρατούσε, σα μωρό στην αγκαλιά της, ένα μικρό γυαλιστερό μπουζούκι» (σ. 29).

Όταν ο καπετάν-Μιχάλης ενθουσιάζεται από το τραγούδι της, σπάζει με τα δυο δάχτυλα το ποτήρι της ρακής που έπινε. Εντυπωσιασμένη από τη δύναμη του Κρητικού η Εμινέ ζητάει προκλητικά από τον Νουρήμπεη, να κάνει το ίδιο κι όταν αυτός αποτυχαίνει, τον περιπαίζει φανερά για την αναξιότητά του. Τον παλικαρά Καπετάν – Μιχάλη τον θέλει με όλη της την καρδιά και καταστρώνει σχέδια για να τον αποκτήσει. Δε διστάζει να βαφτιστεί Χριστιανή (παίρνει το όνομα μιας άλλης μοιραίας γυναίκας: της Ομηρικής Ελένης) και να παντρευτεί τον καπετάν-Πολυξίγκη, ελπίζοντας έτσι να πλησιάσει τον απρόσιτο άντρα που ποθεί και μισεί θανάσιμα επειδή δεν την πλησιάζει, τον Καπετάν-Μιχάλη.

Έχει συνείδηση της ομορφιάς της και προκαλεί όποιον της αρέσει, χωρίς ενδοιασμούς . «…Μα εγώ είμαι Μουσουλμάνα, έχω άλλο Θεό κι άλλο Νόμο. Εσύ τρως χοιρινό και δε μαγαρίζεις, μα αν δαγκάσεις κανέναν άντρα, μαγαρίζεις. Σε μας ανάποδα: με χοιρινό μαγαρίζουμε, με τον άντρα δε μαγαρίζουμε…». Όταν πληροφορείται τον τραυματισμό του Νουρήμπεη, στα γεννητικά όργανα, που του προκάλεσε κατά το θανάσιμο πάλαιμά τους ο Μανούσακας, ο αδελφός του Καπετάν Μιχάλη, σχολιάζει με σαρκασμό: «Κακόμοιρε Νουρήμπεη, ασικλή, γυναικά, λιοντάρι της Τουρκιάς, πού κατάντησες… μήτε θα γκαστρώνει, μήτε θα γκαστρώνεται, μουλάρι!»

Ο Καπετάν-Μιχάλης προσπαθεί να πνίξει τον καημό του για την Εμινέ και να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στον αγώνα για την απελευθέρωση της Κρήτης. Η σκέψη της όμορφης Κερκέζας όμως θολώνει το μυαλό του και μπαίνει ανάμεσα σ’ αυτόν και στην Κρήτη: «Όσο ζει αυτή, εγώ θα ’μαι άτιμος», αποφασίζει, και καρφώνει το μαχαίρι στον κόρφο της, υπογράφοντας έτσι και τη δική του καταδίκη.

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Lea Dunkelblum-Levin στην Αίγινα. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Ο Νίκος Καζαντζάκης με την Lea Dunkelblum-Levin στην Αίγινα. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

 

Στον «Τελευταίο πειρασμό» ο Καζαντζάκης δίνει τη ζωή του Χριστού μ’ ένα δικό του, ιδιόρρυθμο τρόπο. Τον παρουσιάζει στην αρχή Σταυρωτή, μετά για ένα διάστημα Ασκητή και τέλος τον δείχνει να επιστρέφει για να σώσει τους Ανθρώπους και να τους οδηγήσει στη λύτρωση. (Η ομώνυμη ταινία του Martin Scorsese το 1988, ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών σ’ όλο τον κόσμο και τίναξε τις πωλήσεις της μετάφρασης του βιβλίου στα ύψη).

Πρωταρχικό ρόλο στο έργο κατέχουν η μάνα του Χριστού, η Μαγδαληνή, οι αδελφές του Λαζάρου και η γρια Σαλώμη, φίλη της Μαρίας. Η μορφή της Παναγίας μέσα στο έργο στερείται τη Θεϊκή δύναμη. Είναι απλά και μόνο η ΜΑΝΑ, σαν κάθε μάνα, που λαχταράει για το παιδί της: «… δεν το νιώθεις γέροντα, μουρμούρισε η Μαρία. Είμαι σαν όλες τις γυναίκες, αγαπώ όλες τις έγνοιες και τις χαρές της γυναίκας, μου αρέσει να πλένω, να μαγειρεύω, να πηγαίνω στη βρύση, να γλυκοκουβεντιάζω με τις γειτόνισσες και να κάθουμαι, το δειλινό στο κατώφλι, να κοιτάζω τους διαβάτες. Κι η καρδιά μου, σαν όλων των γυναικών, είναι κι εμένα γεμάτη πόνο». (σ. 69)

Αφαιρεί δηλαδή ο Καζαντζάκης ακόμα κι από τη μορφή της Παναγίας, την ικανότητα να σκεφτεί κάτι που να υπερβαίνει τα γήινα ενδιαφέροντά της. Δεν μπορεί να καταλάβει τον προορισμό του Θεανθρώπου γιου της, ούτε θέλει να πιστέψει ότι ο γιος της διαφέρει από τα άλλα παιδιά: «Δε θέλω εγώ τον γιο μου άγιο, μουρμούρισε. Άνθρωπο τον θέλω, σαν και τους άλλους, να παντρευτεί, να μου κάνει αγγόνια, αυτός είναι ο δρόμος του Θεού» (σ. 176).

Και το οιδιπόδοιο σύμπλεγμα ανάμεσα σ’ αυτήν και τον γιο της φαίνεται ολοκάθαρα:

«… παρά τρίχα, όταν ο γιος της ήταν είκοσι χρόνων, το θεριό ετούτο – η Μαγδαληνή – να της τον αρπάξει, μα γλίτωσε… Γλίτωσε από τη γυναίκα, συλλογίζουνταν η Μαρία κι αναστέναξε, γλίτωσε από τη γυναίκα, μα από το Θεό?» (σ. 178).

Η Μαγδαληνή είναι η αγαπημένη γυναικεία φιγούρα στα έργα του (Αναφορά στον Γκρέκο, Ο τελευταίος πειρασμός, ο Χριστός ξανασταυρώνεται). Είναι η ενσάρκωση του ερωτικού πειρασμού, αυτή που βάζει σε δοκιμασία το Χριστό. Η Μαγδαληνή, κόρη ραβίνου, ξαδέλφη του Ιησού, έπεσε στην αμαρτία από ερωτική απογοήτευση: «… για να ξεχάσω έναν άντρα, να λυτρωθώ, παραδόθηκα σε όλους τους άντρες». (σ. 87) Με παραστατικό τρόπο ο Καζαντζάκης παρουσιάζει την «πόρνη» και τη θέση της στην κοινωνία. Ο κόσμος τη βλέπει σαν αρρώστια, σαν εστία μόλυνσης και δεν τη συγχωρεί ποτέ. Γι’ αυτό εκείνη, βαθιά μετανιωμένη, πιστεύει στο Θεό και επιστρέφει στο δρόμο της αρετής. Πιστεύει και γίνεται σύμβολο της μετάνοιας.

Η Μαγδαληνή εξαγνίζεται με την αγάπη της, αλλά δεν παύει να είναι γήινη. Αγαπάει όπως θα αγαπούσε κάθε απλή γυναίκα. Δεν έχει μεταφυσικές αγωνίες. Είναι φτιαγμένη, όπως κάθε γυναίκα στο έργο του Καζαντζάκη, για την πρόσκαιρη ζωή: «… Δεν είμαστε εμείς άντρες, να ΄χουμε ανάγκη από άλλες αιώνιες ζωές, είμαστε γυναίκες και μια στιγμή με τον άντρα που αγαπούμε είναι αιώνια παράδεισο. Μια στιγμή μακριά από τον άντρα που αγαπούμε αιώνια Κόλαση. Ζούμε εμείς οι γυναίκες, εδώ στη γης ετούτη την αιωνιότητα!» (σ. 367)

Ένα κρυφό ερωτικό μαράζι τη βασανίζει, ο πόθος για τον άντρα που δεν της δόθηκε. Κι ο Χριστός όμως είναι ο αγωνιζόμενος άνθρωπος, που βασανίζεται από ερωτικό ενδιαφέρον για τη Μαγδαληνή, μέχρι να φτάσει στην κορυφή της εξαΰλωσης, στο Θεό. Τις ώρες του μαρτυρίου του πάνω στο Σταυρό, λίγο πριν το τέλος, σ’ ένα φευγαλέο όραμα-πειρασμό, τον τελευταίο πειρασμό, ονειρεύεται πως κρατάει τη Μαγδαληνή αγκαλιά και τη γεμίζει φιλιά κάτω από μια ανθισμένη λεμονιά…

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη  Καζαντζάκη.

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.

Η Κατερίνα,  η όμορφη χήρα στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», παύει κι αυτή να αποτελεί κίνδυνο μόνον αφού τη σκοτώσει ο Αγάς, ο εραστής της. Στο μυθιστόρημα αυτό, γεμάτο από ποικίλους τύπους γυναικών, η ζωή τής Κατερίνας ανταποκρίνεται απόλυτα στον τρόπο ζωής της Μαγδαληνής. Στο μικρό χωριό που ζει, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, αναβιώνουν κάθε πέντε χρόνια τα Πάθη και η Σταύρωση του Χριστού. Τα πρόσωπα που υποδύονται τους αντίστοιχους ρόλους, διαλέγονται σύμφωνα με τον χαρακτήρα τους και την κοινωνική τους ζωή. Οι χήρες είναι οι αγαπημένες γυναικείες μορφές στον Καζαντζάκη. Είναι ο τύπος της γυναίκας που υπόσχεται, που διαθέτει πείρα, αλλά τής λείπει το αρσενικό. Η ελληνική παράδοση θέλει την αντρική φαντασία να οργιάζει στο άκουσμα του τίτλου της χήρας, που θρηνεί πάντα τον χαμένο της σύζυγο κι εκλιπαρεί για παρηγοριά. Πάντα βρίσκεται κάποιος που την παρηγορεί…

Η Κατερίνα στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» είναι ο πιο αντιπροσωπευτικός τύπος χήρας στο έργο του Καζαντζάκη. Συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά μιας κολασμένης ζωής και τη λαχτάρα για εξαγνισμό: δύο αντίθετες δυνάμεις που παλεύουν μέσα στην ψυχή της. Η σύναξη των γερόντων αποφασίζει πως αυτή θα υποδυθεί τον ρόλο της Μαγδαληνής. «Τη Μαγδαληνή την έχουμε… τη χήρα την Κατερίνα. Όλα τα ‘χει η κολασμένη: και πόρνη είναι κι όμορφη και μακριά μαλλιά έχει τετράξανθα, της φτάνουν ως τα γόνατα» (σ. 18).

Η ίδια αποδέχεται το ρόλο της. Συναισθάνεται ποια είναι η θέση της στην κοινωνία και δέχεται, αποσκοπώντας σαν την πραγματική Μαγδαληνή, να φτάσει στον εξαγνισμό και στη λύτρωση: «… με κάλεσε προχτές και μου ‘πε πως είναι θέλημα της Δημογεροντίας εγώ μεθαύριο να κάμω την Μαγδαληνή. Ντράπηκα. Έχω ακουστά τι θα πει Μαγδαληνή, κι εγώ είμαι – έτσι κατάντησα – η Μαγδαληνή του χωριού… Κι όμως, όταν μου το ‘πε, ντράπηκα. Μα τώρα Γιαννακό, δεν ντρέπουμε. Αν έβρισκα το Χριστό κι αν είχα ένα μπουκάλι λεβάντα, θα το ‘σπαζα και θα του ‘πλενα τα πόδια, κι ύστερα θα του τα σφούγγιζα με τα μαλλιά μου… Έτσι μου φαίνεται. Και θα στεκόμουν πλάι στην Παναγιά την Παρθένα και δεν θα ντρεπόμουν.

Μήτε κι αυτή θα ντρέπουνταν που θα μ’ έβλεπε κοντά της…» (σ. 99-100)

Το χωριό όμως τη βλέπει σαν αρρώστια, σαν εστία μόλυνσης, κι όταν τη συναντούν το πρωί αναθεματίζουν το κακό συναπάντημα. Kι αυτοί όμως παραδέχονται πως η Κατερίνα είναι σωστός πειρασμός και δε βρίσκουν τη δύναμη να τής αντισταθούν: «Θεριό είναι τούτη», συλλογίζονται, «θεριό και τρώει ανθρώπους….». (σ. 38).

Η μόνη σωτηρία γι’ αυτήν είναι ένας αγαπημένος άντρας που με τη δύναμη της αγάπης θα μπορέσει να την οδηγήσει στο σωστό δρόμο. Αυτόν τον άντρα τον βρίσκει στο πρόσωπο του βοσκού Μανωλιού. Ο Μανωλιός, σαν άλλος Χριστός, θα αγωνιστεί για να γλιτώσει από τον πειρασμό της όμορφης χήρας, αλλά να σώσει και την ίδια. Κι όταν, για να σώσει τον Παναγιώταρο, θα πει ότι τάχα αυτός σκότωσε το αγαπημένο Γιουσουφάκι του Αγά, η χήρα θα τον υπερασπιστεί δημόσια, με αποτέλεσμα να προκαλέσει την οργή των άλλων γυναικών, που θα της επιτεθούν. Η δυνατή αγάπη της για τον Μανωλιό δεν την αφήνει να ησυχάσει. Πηγαίνει στον Αγά και δηλώνει ότι εκείνη σκότωσε, από ζήλια, το Γιουσουφάκι. Προσφέρει ένα μαχαίρι στον Αγά και του ζητά να τη σκοτώσει. Εκείνος δεν θα διστάξει να το καρφώσει «ως τη λαβή, στην καρδιά της» (σ. 236).

Η όμορφη χήρα Κατερίνα, με την πράξη της αυτή όχι μόνον εξιλεώνεται για όλα της τα κρίματα, αλλά σίγουρα γίνεται παράδειγμα αυτοθυσίας για όλους τους ανθρώπους.

Η γυναίκα στο έργο του Καζαντζάκη κατέχει το μυστικό της αγάπης. Ο άντρας παλεύει σ’ όλη του τη ζωή να καλυτερέψει τον κόσμο κινούμενος όμως από φιλοδοξία ή υψηλή αντίληψη του καθήκοντος. Η γυναίκα κατέχει το μεγάλο μυστικό της αγάπης, η αγάπη της όμως δεν κατευθύνεται σε στόχους κοινωνικούς, δεν αποβλέπει στην καλυτέρευση του κόσμου. Οι ηρωίδες του αδιαφορούν για κοινωνικούς αγώνες. Εξαίρεση αποτελεί η μαύρη επαναστάτρια Ράλα, στο Κ’ της «Οδύσσειας» και η γυναίκα του λοχαγού, η αντάρτισσα, στο έργο «Αδερφοφάδες», έργο με φόντο τον Εμφύλιο. Μια γυναίκα που μισεί τον άντρα της εξαιτίας της διαφορετικής τους πολιτικής τοποθέτησης και αγωνίζεται για λευτεριά και ανεξαρτησία.

Στο πιο γνωστό έργο του, «Αλέξης Ζορμπάς», δύο γυναίκες παίζουν πρωτεύοντα ρόλο: η Μαντάμ-Ορτάνς και η χήρα Σουρμελίνα. Πολλές από τις φαλλοκρατικές ιδέες που ο συγγραφέας εκφράζει με το στόμα του Ζορμπά, μαζί με την μοίρα των γυναικών όπως αυτή περιγράφεται, κυρίως στην «Οδύσσεια», έγιναν αιτία να χαρακτηριστεί ο Καζαντζάκης ως μισογύνης.

Η γαλλίδα Ορτάνς συγκεντρώνει όλα εκείνα τα ελαττώματα που αποδίδονται στη γυναίκα: αφέλεια, ευκολοπιστία, στενοκεφαλιά. Στο πρόσωπό της σκιαγραφείται η εικόνα της παρακμής και της φθοράς. Η γριά γυναίκα, ζώντας μια πλούσια ερωτική ζωή στα νιάτα της – ήταν ευνοούμενη του συμμαχικού στόλου, με το λαχταριστό κορμί της να μυρίζει στρώματα-στρώματα αγγλική κολώνια, γαλλική βιολέτα, ρούσικο μόσχο και ιταλικό πατσουλί – κατέληξε κάπου στην Κρήτη ν’ αναπολεί τα περασμένα μεγαλεία. Η αλλοτινή αρχόντισσα φιλάει τα πόδια του Ζορμπά, όταν εκείνος σκηνοθετεί έναν ψεύτικο αρραβώνα μεταξύ τους και της δίνει «το πρώτο τίμιο φιλί της ζωής της». Ο Καζαντζάκη σαρκάζει εδώ την κρυφή και έντονη λαχτάρα της γυναίκας για γάμο και η Ορτάνς, που όταν ήταν νέα, έβλεπε το γάμο σαν το όνειρο των μικροαστών γυναικών, ενώ θεωρούσε τον εαυτό της ελεύθερο από τέτοιους συμβιβασμούς, τώρα εκλιπαρεί τον Ζορμπά να την παντρευτεί.

Πρώην πόρνη κι αυτή – έστω πολυτελείας – διψάει για εξαγνισμό. Είναι περιφρονημένη από τους ανθρώπους, σπατάλησε μια ολόκληρη ζωή κυνηγώντας πάθη και χίμαιρες. Για την αγάπη του Ζορμπά ζει μέσα στην ψευδαίσθηση μιας τίμιας ζωής. Μετανοημένη, ελπίζει πως ήρθε η ώρα να εκπληρωθεί το μεγάλο της όνειρο – ο γάμος, αλλά, τραγική ειρωνεία, ταυτόχρονα πλησιάζει μοιραία και ο θάνατος. Η Ορτάνς πεθαίνει στην ξένη χώρα χωρίς να προλάβει να επανορθώσει τα όσα θα ήθελε.

Αντίποδας στην παρακμή της μαντάμ-Ορτάνς είναι η άλλη ηρωίδα του μυθιστορήματος, η χήρα Σουρμελίνα, η αποθέωση της θηλυκότητας. Είναι όμορφη και δεν είναι πόρνη, γι’ αυτό όλοι τη μισούν. Είναι ένα κράμα ανθρώπου και οράματος, έτσι όπως πρωτοεμφανίζεται στο μυθιστόρημα. Βρέχει κι οι άντρες του χωριού βρίσκονται στο μοναδικό καφενείο προσπαθώντας να διώξουν την ανία τους με τσίπουρο και χαρτί. Ξαφνικά, ανάμεσα από τις στάλες τις βροχής και τα θολά τζάμια του καφενείου προβάλλει σαν όραμα η χήρα: «… τη στιγμή εκείνη περνούσε τρεχάτη, με ανασηκωμένο το μαύρο της φουστάνι ως τα γόνατα, με μαλλιά χυμένα στους ώμους, μια γυναίκα. Στρουμπουλή, κουνιστή, τα ρούχα της κολνούσαν απάνω της και φανέρωναν προκλητικό, τραγανό, σαν ψάρι σπαρταριστό, το κορμί της…» (σ. 124).

Οι άντρες μένουν εκστατικοί και τρομαγμένοι στο πέρασμά της. Τους αναστατώνει, είναι μια ξένη κι απόμακρη οπτασία, που προκαλεί λυσσαλέο πόθο. «Ας είναι καλά η χήρα!», τολμάει να ομολογήσει ο καντηλανάφτης, «την έχει μαθές όλο το χωριό για πλάνος: σβήνεις το λυχνάρι και θαρρείς δεν αγκαλιάζεις τη γυναίκα σου, παρά τη χήρα. Κι έτσι βγάζει, που λες, όμορφα παιδιά το χωριό μας». (σ. 125).

Η παρουσία της όμορφης χήρας στο χωριό γίνεται επικίνδυνη. Ο Παυλής πέφτει στη θάλασσα και πνίγεται επειδή δεν μπορεί να αντέξει την περιφρόνηση που αυτή τού δείχνει. Και το χωριό θα εκδικηθεί λιθοβολώντας τη χήρα μέχρι θανάτου, ανήμερα του Πάσχα, γιορτή της αγάπης… Πριν το τραγικό τέλος της όμως η Σουρμελίνα θα ενδώσει στη γοητεία που ασκεί επάνω της ο ξένος. Θα τον επιτρέψει να την κατακτήσει κι έτσι θα επιβεβαιωθεί η πίστη του Καζαντζάκη πως η ελευθερία στη γυναίκα είναι ουτοπία και η μοναξιά ιδανικό που δεν της ταιριάζει. Ο έρωτας, ο γάμος και η μητρότητα δεσμεύουν τη γυναίκα και δεν την επιτρέπουν να υπάρξει ως ελεύθερο άτομο, κορμί και ψυχή. 

Μετά την αναδρομή αυτή στις γυναίκες και στο ρόλο τους στη ζωή και στο έργο του Καζαντζάκη θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στο αρχικό  ερώτημα, αν ο μεγάλος συγγραφέας ήταν μισογύνης ή το αντίθετο: υμνητής της Γυναίκας.

Στην προσωπική του ζωή τα πράγματα, από όσα ανέφερα παραπάνω, είναι ξεκάθαρα πιστεύω: ερωτεύτηκε γυναίκες με έντονη προσωπικότητα, ανυπόταχτες, που δεν ήταν διατεθειμένες να απαρνηθούν τον εαυτό τους, να εναρμονιστούν ολοκληρωτικά στο δικό του τρόπο ζωής. Γι’ αυτό η τελευταία, η Ελένη, αποδείχτηκε η ιδανική του συντρόφισσα: Όπως παρατηρεί η Έλλη Αλεξίου: «Η Ελένη φρόντιζε για το κάθε τι του συντρόφου της με μοναδική αφοσίωση, με σωστή αυταπάρνηση, με αυτοθυσία… Ήταν ένας αφάνταστα πολύτιμος άνθρωπος, δοσμένος ολοκληρωτικά στη δημιουργική ευτυχία και τη συγγραφική ακτινοβολία του άντρα της». (σ. 194) Κοντά στην Ελένη ο Καζαντζάκης ξεκουράστηκε. Η Ελένη ήταν πλασμένη στα μέτρα του. Στα μέτρα αυτοθυσίας, που απαιτούσε η συμβίωση μαζί του.

 

Πώς θα μπορούσαμε όμως να τον χαρακτηρίσουμε μέσα από τα σπουδαιότερα έργα του?

 

Αυτό που είναι γενικά αποδεκτό είναι ότι  υπήρξε η πιο αντιφατική προσωπικότητα των Νεοελληνικών Γραμμάτων. Πώς θα ήταν λοιπόν δυνατόν να μην αντιφάσκει και στο θέμα «Γυναίκα», ένα θέμα που γύρω του, μαζί με το θέμα «θάνατος», περιστρέφεται το μεγαλύτερο μέρος της λογοτεχνικής παραγωγής του?

Η Γυναίκα στα έργα του δεν έχει, όπως είδαμε, ποτέ πρωταγωνιστικό ρόλο, πάντα δευτερεύοντα. Είναι συνήθως ένα αδύναμο πλάσμα, υποταγμένη στη μοίρα της, που έχει ανάγκη προστασίας. Ζητά να βρει τον άντρα που θα την ολοκληρώσει, που θα την κάνει μάνα. Γιατί εκεί βρίσκει η γυναίκα τη λύτρωσή της, την απόλυτη ολοκλήρωσή της: στη μητρότητα. Τόσο όμως οι άντρες όσο κι οι γυναίκες στο έργο του μάχονται μ’ έναν εχθρό, τη σάρκα τους, κι αγωνίζονται για την εξουθένωσή της. Η γυναίκα είναι το πονηρό, η πρόκληση στην αμαρτία, η ζεστή, η αμαρτωλά επιθυμητή, που ο άντρας θα τη ρίχνει κάτω άγρια, θα τη χαίρεται βίαια, χωρίς ούτε μια φορά να αντισταθεί στον πειρασμό να τη σκοτώσει αφού τη χορτάσει, κάθε φορά με την ελπίδα πως λυτρώθηκε, κάθε φορά με την πεποίθηση πως τη νίκησε. Μέσα στις σελίδες του έργου του εκτυλίσσονται βίαιες ερωτικές σκηνές, πλούσιες σε πρωτογονισμό και κτηνωδία. Σκηνές χωρίς συναισθήματα, μόνον ο σαρκικός έρωτας σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια.

Στο έργο του δεν έχει σημασία αν η γυναίκα είναι Ευρωπαία ή Ανατολίτισσα. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως φαίνεται να δείχνει προτίμηση στις Γιαπωνέζες και τις Κινέζες (Αναφορά στον Γκρέκο), στις γυναίκες της μαύρης ράτσας και πάνω απ’ όλες στις Εβραίες. Τις λευκές τις ονομάζει συχνά «υπεροπτικές και ξεδιάντροπες». (Βραχόκηπος σ. 199). Πάντα όμως η γυναίκα στέκεται εμπόδιο στον αγώνα του άντρα για λύτρωση, στην ανάβασή του από τον άνθρωπο στον Θεό, στην αποδέσμευσή του από την ύλη.

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης και η Ελένη Καζαντζάκη με τον Άλμπερτ Σβάιτσερ, στο Γκρούνμπαχ, 11 Αυγούστου 1955. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Ο Νίκος Καζαντζάκης και η Ελένη Καζαντζάκη με τον Άλμπερτ Σβάιτσερ, στο Γκρούνμπαχ, 11 Αυγούστου 1955. Δημοσιεύεται στο Περιοδικό «Δέντρο», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

 

Ο Καζαντζάκης, πιστεύει στις δύο αμφίδρομες δυνάμεις που διέπουν την ανθρώπινη ζωή: η μία έχει τάση προς τα πάνω και ανεβάζει τον άνθρωπο, ενώ η άλλη τον σπρώχνει προς τα κάτω. Η δύναμη που σπρώχνει προς τα κάτω είναι η γυναίκα και ειδικότερα οι ηδονές που προκαλεί το γυναικείο κορμί. Αιώνια η θηλυκότητα σπρώχνει τον άντρα προς τη γήινη προέλευσή του, γίνεται πειρασμός για τον άντρα που θέλει να είναι λεύτερος, κι αυτός φτάνει στο σημείο να τη σκοτώσει, παρόλο που μετά πληρώνει με το σπαραγμό της αντρικής ψυχής του (Καπετάν Μιχάλης). Kαι για την ίδια τη γυναίκα όμως το κορμί της είναι ευλογία μαζί και κατάρα. Ευλογία όταν γίνεται φορέας της μητρότητας, κατάρα, όταν καταδυναστεύει με τις προσταγές του τη ζωή της γυναίκας και της κόβει το δρόμο για τον εξαγνισμό και τη λύτρωση. Αυτή η λαχτάρα εξαγνισμού φωλιάζει στα κατάβαθα της ψυχής κάθε γυναίκας, ακόμα και της πόρνης. Η ψυχή της γυναίκας όμως είναι η ίδια της η σάρκα, όπως λέει στον «Τελευταίο Πειρασμό» (σ. 97) κι αυτό δημιουργεί ένα «βαθύ γκρεμό» ανάμεσα στον άντρα και στη γυναίκα: «γιατί η ψυχή του αντρούς αϊτοφωλιάει ψηλά στην κεφαλή του και της γυναίκας η ψυχή κλωσάει βαθειά στα δυο βυζιά της!» (Οδυσ. Ε’ 720-721). Ο άντρας μετουσιώνει τη σάρκα σε πνεύμα, ενώ η γυναίκα σαρκώνει το πνεύμα.

Φράσεις που βάζει ο Καζαντζάκης στο στόμα των ηρώων του όπως «Είμαι άντρας…τυραννώ τα θηλυκά, αυτό θέλω» (Ο Χριστός ξανασταυρώνεται, σ. 298), «Εγώ νομίζω πως άνθρωπος είναι αυτός που θέλει να ‘ναι λεύτερος. Η γυναίκα δε θέλει να ΄ναι λεύτερη, είναι λοιπόν η γυναίκα άνθρωπος?» (Ζορμπάς, σ. 187) έγιναν αιτία να χαρακτηριστεί ο Καζαντζάκης ως μισογύνης.

Υπάρχουν φυσικά και αγωνιζόμενες γυναίκες στο έργο του, αλλά αυτές συνήθως επιτυγχάνουν τη λύτρωσή τους με την υποταγή τους στον άντρα που αγαπούν. Ο Καζαντζάκης όμως πίστευε πως η πραγματική ελευθερία επιβάλλει την απάρνηση των κοινωνικών όρων ζωής, τη μοναξιά, την ερημική ζωή. Κατά την άποψή του λοιπόν δεν μπορούσε η γυναίκα να είναι ελεύθερος άνθρωπος επειδή εμποδίζεται σ΄αυτό από την ίδια της τη φύση.

Παρόλα αυτά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μέσα στο ίδιο αυτό έργο συναντούμε και διαφορετικές φωνές: «Σκλάβα δεν είσαι εσύ, γυναίκα, να γονατάς μπροστά μου» λέει στην Οδύσεια (Ζ’, στ. 624) και παρακάτω: «Κι ό,τι καλό στον κόσμο χάρηκε και προκοπή είδε ο νους του, μονάχα στη γυναίκα το χρωστάει, την κορμιοκαταλύτρα» (Ψ΄ στ. 432-433) «Άλλο δεν είναι στον κόσμο τον απάνω, άλλο δεν είναι από τη γυναίκα» διαβάζουμε στον «Καπετάν Μιχάλη». Δε διστάζει ορισμένες φορές να παραδεχτεί και την υπεροχή της γυναίκας απέναντι στον άντρα ή καλύτερα τη δύναμη της αδυναμίας της. Η γοητεία της, το κλάμα της και πάνω απ΄ όλα η μητρότητα είναι τα σημεία υπεροχής της. Η Γυναίκα γεννάει ένα νέο «Σωτήρα του Θεού», συντελεί λοιπόν στη σωτηρία του Θεού που κινδυνεύει, αφού οι άνθρωποι πρέπει πολεμώντας, μετουσιώνοντας την ύλη σε πνεύμα, να σώσουν το Θεό της «Ασκητικής», -Salvatores Dei – .

Έτσι η γυναίκα γίνεται «ακριβή συνεργάτισσα» του Θεού, αφού κρατά στον κόρφο της και βυζαίνει αυτόν που θα σώσει το Θεό! Στην «Αναφορά στον Γρέκο», «η φωνή της γυναίκας τινάζεται αθάνατη» (σ. 443) και ο καλόγερος εξομολογείται «…(η γυναίκα) μας πηγαίνει από τον πιο σίγουρο, τον πιο σύντομο δρόμο στην Παράδεισο… Η γυναίκα, η γυναίκα κι όχι η προσευχή… κι όχι η νηστεία μου ‘δωκε τη σιγουράδα αυτή, μου ‘φερε το Θεό στην κάμαρά μου, ας είναι καλά (σ. 272-278). Ακόμα κι ο ίδιος ο Θεός φαίνεται να συμπαθεί ιδιαίτερα τις γυναίκες: «…όταν θα φτάσει η γυναίκα στην πόρτα της Παράδεισος, θα σταθεί και θα ρωτήσει: Θα μπουν μέσα και οι σύντροφοί μου, Κύριε? Ποιοι σύντροφοι? θα τη ρωτήσει ο Θεός. Να, η σκάφη, η κούνια, το λυχνάρι, η στάμνα, ο αργαλειός. Αν δεν μπουν, δεν μπαίνω. Κι ο Θεός καλόκαρδος, θα γελάσει: Γυναίκες είστε, θα πει. Μπορώ να σας χαλάσω χατήρι? Εμπάτε όλοι μέσα. Γέμισε σκάφες και κούνιες κι αργαλειούς η Παράδεισο. Δεν έχω πια πού να βάλω τους αγίους» (Ο τελευταίος πειρασμός σ. 478).

Νίκος Καζαντζάκης, ο Όμηρος της σύγχρονης Ελλάδας, όπως το αποκάλεσαν μερικοί! «Ένα ανώμαλο ρήμα» όπως άρεσε ο ίδιος να αποκαλεί τον εαυτό του. Ποτέ δεν απαρνήθηκε το ανδροκρατούμενο περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε. Μια κοινωνία όπου παλικαράδες, άγριοι και ακατασίγαστοι πολεμιστές ήταν ο στόχος θαυμασμού. Ο ίδιος όμως από νωρίς έχασε την πεποίθησή του στον μέχρι παραλογισμό ηρωισμό που βίωνε γύρω του κι άρχισε να ψάχνει, να ψάχνει τον δικό του δρόμο, τον δικό του Θεό, κι έναν δαίμονα ίσως που ένιωθε μέσα του να τον τυραννάει. Στην πορεία του αυτή θα αναθεωρήσει τις ιδέες του και θα πέσει συχνά σε αντιφάσεις. Άντρας και γυναίκα όμως, αναφέρει συχνά, είναι δύο αντίμαχες δυνάμεις, δημιουργικές μαζί και καταστροφικές. Ο άντρας είναι το φως, η γυναίκα η φωτιά.

 

Ήταν μισογύνης ο Καζαντζάκης?

 

Θεωρώ πως το γεγονός ότι απέδιδε στη γυναίκα διαφορετικές από τον άντρα ιδιότητες, που καθιστούν δύσκολη τη σύγκρισή της με αυτόν, δεν μπορεί να θεωρηθεί μισογυνισμός. Σίγουρα δεν ήταν φεμινιστής, μισογύνης όμως? Όχι! Μάλλον ο Καζαντζάκης λάτρεψε τη γυναίκα, σίγουρα στην προσωπική ζωή του. Όπως διαβάζουμε στην «Αναφορά στον Γκρέκο»: «Αγάπησα γυναίκες, στάθηκα τυχερός, εξαίσιες γυναίκες μου έτυχαν στο δρόμο μου, ποτέ οι άντρες δεν μου ΄καμαν τόσο καλό και δεν με βοήθησαν τόσο στον αγώνα μου όσο οι γυναίκες ετούτες».

Το γεγονός τώρα ότι στο έργο του, οι ήρωές του, δεν αναφέρονται πάντα κολακευτικά στη γυναίκα, έχει νομίζω να κάνει με τις πολλές αντιφάσεις που χαρακτήριζαν το μεγάλο, ανήσυχο αυτό πνεύμα του συγγραφέα: αντινομία ανάμεσα στο καλό και στο κακό, στο φως και στο σκοτάδι, στην ύλη και στο πνεύμα, στο ανθρώπινο και το θείο, στη δειλία και στη μεγαλομανία, στον ορθολογισμό και το συναίσθημα, στην εξύμνηση και την περιφρόνηση της γυναίκας. Διάσπαρτο με αντινομίες, ολόκληρο το έργο του! (Όσο για το φαλλοκρατικό, όπως θεωρήθηκε, «η γυναίκα μας τραβάει προς τα κάτω» εννοεί πιστεύω πως η γυναίκα είναι βασικά πλασμένη για τη γήινη ζωή, προσωποποίηση της γονιμότητας, της φύσης, της ίδιας της Ζωής. Σίγουρα δεν εκφράζει μίσος προς το «αιώνιο θηλυκό».)

Χαρακτηριστική ίσως για το πώς έβλεπε τον άντρα και τη γυναίκα ο Καζαντζάκης είναι η ομολογία του στην «Ασκητική» (σ. 22-23):

«Μέσα στο εφήμερο ραχοκόκαλό μου δύο αιώνια ρεύματα ανεβοκατεβαίνουν. Μέσα στα σωθικά μου ένας άντρας και μια γυναίκα αγκαλιάζουνται. Αγαπιούνται και μισούνται, παλεύουν. Ο άντρας πλανταμένος φωνάζει: …Να ξεπεράσω το νόμο, να συντρίψω τα κορμιά, να νικήσω το θάνατο. Είμαι ο Σπόρος!

Και η άλλη βαθιά μαυλιστική φωνή, η γυναικίσια, αποκρίνεται γαληνεμένη και σίγουρη: Κάθομαι διπλοπόδι απάνω στο χώμα, αμολώ τις ρίζες μου βαθιά στα μνήματα. Δέχομαι το σπόρο ακίνητη και τον θρέφω. Είμαι όλη γάλα κι ανάγκη….. Είμαι η Μήτρα!

Αφουκράζουμε τις δυο φωνές τους. Δικές μου είναι κι οι δυο και τις χαίρουμαι και καμιά δεν αρνιέμαι».

 Δρ. Μαριέττα Ιωαννίδου

Πανεπιστήμιο Άμστερνταμ

Σχετικά θέματα:

«Γαλιλαίος», Άγγελος Αντωνόπουλος


Μπορεί η γη να γυρίζει και μαζί της η ψυχή, το μυαλό και το σώμα των ανθρώπων της, αλλά χρειάζονται χειροπιαστές αποδείξεις για να πεισθούμε ακόμη και σήμερα. Ο Άγγελος Αντωνόπουλος είναι ο τελευταίος, ίσως, μεγάλος της τέχνης που θα μπορούσε να δώσει απτές αποδείξεις όχι μόνο για την κίνηση της γης αλλά και για την καθολικότητα της Τέχνης σε κάθε σημείο της.

Έτσι, ως προς το πρώτο, άρχισε μια περιοδεία (δεν λέγεται τυχαία «τουρνέ») σε ολόκληρη την Ελλάδα και την Πελοπόννησο όπου τα βήματά του θα τον οδηγήσουν στο Άργος, την Δευτέρα 15 Απριλίου 2013 με την εξαιρετική παράσταση «Γαλιλαίος». Σημείο παρουσίασης είναι το «Μπουσουλοπούλειο» θέατρο.

Το Άργος και η Αργολίδα είχαν ήδη την τύχη να χαρούν πριν μήνες, μια άλλη εξαιρετική παράσταση του Άγγελου Αντωνόπουλου με το έργο «Ο Μαρξ στο Σόχο», που παρακολούθησαν δεκάδες πολίτες στο ίδιο θέατρο.

 

Άγγελος Αντωνόπουλος |«Γαλιλαίος»

Άγγελος Αντωνόπουλος |«Γαλιλαίος»

 

Καταξιωμένος ηθοποιός, με μια πορεία στην Τέχνη που λίγοι είχαν την τύχη να γνωρίσουν, ο Άγγελος Αντωνόπουλος παρουσιάζει την πορεία μιας προσωπικότητας που το έργο και ο λόγος της χάραξαν βαθιά την ιστορία των επιστημών και τους έδωσαν το χάρισμα της ελευθερίας του Λόγου. Σε μια δύσκολη εποχή, όπου η Μοναδική Αλήθεια αποτελούσε ανυπέρβλητο κανόνα κοινωνικού βίου και επιστημονικής σκέψης, ο Γαλιλαίος βρήκε το θάρρος και τη δύναμη που του εμφυσούσε η ίδια η φύση της επιστημονικής έρευνας, να γίνει ανατρεπτικός και να έρθει σε σύγκρουση με την Καθολική Εκκλησία και με την ίδια του την οικογένεια. 

 

Άγγελος Αντωνόπουλος |«Γαλιλαίος»

Άγγελος Αντωνόπουλος |«Γαλιλαίος»

 

Ο «Γαλιλαίος» θα μας θυμίσει σε επίσης δύσκολες εποχές πως η ελευθερία της σκέψης και του λόγου, είναι εκείνα που μπορούν να οδηγήσουν τον άνθρωπο να κατανοήσει ένα μέρος της Αλήθειας για την ύπαρξη και να ορίσει σχέσεις αλληλοσεβασμού με τον περιβάλλοντα κόσμο και τον ίδιο του τον εαυτό.

 

Άγγελος Αντωνόπουλος |«Γαλιλαίος»

Άγγελος Αντωνόπουλος |«Γαλιλαίος»

 

Όλες οι κριτικές μιλάνε για μια καταπληκτική ερμηνεία και εξαιρετική ποιότητα παράστασης. Ούτε το ένα, ούτε το άλλο μας ξενίζουν γιατί ο Άγγελος Αντωνόπουλος μας έχει συνηθίσει και στα δυο. Μοναδική και αδιαμφισβήτητη αλήθεια που δεν την καταρρίπτει ο «Γαλιλαίος», τουλάχιστον για την παράσταση της Δευτέρας στο Μπουσουλοπούλειο, είναι πως για να πραγματοποιηθεί συνεργάστηκαν η ΚΕΔΑΜ και η Πολιτιστική Αργολική Πρόταση. Και όμως! Ο πολιτισμός γυρίζει… Επόμενο είναι να μην χάσουμε τη μοναδική αυτή παράσταση.

Δευτέρα 15 Απριλίου 2013, ώρα 20:00 στο Μπουσουλοπούλειο Θέατρο.

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία – Δραματουργική απόδοση : Άγγελος Αντωνόπουλος

Σκηνικά – Κοστούμια : Λίνα Καρανικολάου

Φωτισμοί : Μελίνα Μάσχα

Πληροφορίες στο τηλέφωνο: 27510-20419.

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: « Το Είδωλο – Η κατασκευή της εικόνας του»


ΣΗΜΑ ΔΑΝΑΟΥ

 

Στα πλαίσια του προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  14  Απριλίου 2013 και ώρα 7 μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει:

η κ. Τέσσα  Δουλκέρη

Καθηγήτρια στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και Μ.Μ.Ε.

του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

με θέμα: « ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ  η κατασκευή της εικόνας του»    

Προβληματισμοί και συζήτηση με βάση το ομώνυμο τελευταίο βιβλίο  της Τέσσας Δουλκέρη. Ένα δοκίμιο με μυθιστορηματική γραφή και αστυνομική πλοκή. Το βιβλίο θα παρουσιάσει ο κοινωνιολόγος κ. Γεώργιος Κόνδης. Αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσουν ηθοποιοί της Πολιτιστικής Αργολικής  Πρότασης. Στο πιάνο η κ. Αγγελική Τσαμπάση. Θα προβληθεί βίντεο από προηγούμενες παρουσιάσεις.

 

Τέσσα Δουλκέρη

 

Αναστασία - Τέσσα Δουλκέρη

Αναστασία – Τέσσα Δουλκέρη

Η Τέσσα Δουλκέρη είναι Καθηγήτρια στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ. Έχει Πτυχίο Νομικής, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Δημοσίου Δικαίου από το ΑΠΘ, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Κοινωνιολογίας από το Πανεπιστήμιο Παρισιού 1-Σορβόννη και Διδακτορικό Δίπλωμα Επιστήμης της Πληροφόρησης –Επικοινωνίας από το Πανεπιστήμιο Παρισιού 2 -Πανθεόν-Σορβόννη. Έκανε πρακτική άσκηση στην Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες, στο Συμβούλιο της Ευρώπης στο Στρασβούργο και στη Γαλλική Τηλεόραση (πρώτο κανάλι) στο Παρίσι. Ως δικηγόρος εργάσθηκε στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και στη Γενική Γραμματεία Ισότητας.

Δίδαξε ως Ειδική Επιστήμων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Τμήμα Νηπιαγωγών του ΑΠΘ, καθώς και σε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες για θέματα της ειδικότητάς της στο πλαίσιο ανταλλαγών διδασκόντων του προγράμματος SOCRATES. Όπως επίσης στη Κίνα, Βραζιλία και ΗΠΑ στο πλαίσιο διμερών Συμφωνιών του ΑΠΘ.

Τα βιβλία της που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Παπαζήση είναι: Κοινωνιολογία της Διαφήμισης, Διαφήμιση και Επικοινωνία, Ελληνική Τηλεόραση, , Ισότητα των δύο φύλων και ΜΜΕ, Ισότητα των φύλων στις εργασιακές σχέσεις, Αθλητισμός, Κοινωνία και ΜΜΕ κ.α. Από τις εκδόσεις Gutenberg-Δαρδανός  Η  εικόνα του παιδιού στην Ελληνική Τηλεόραση και Τύπο.

Επίσης λογοτεχνικά βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Παπαζήση και θεατρικά από τις εκδόσεις University Studio Press. Τα ντοκιμαντέρ της «Σκεπαστό – Ένα ορεινό χωριό της Ανατολικής Θράκης», και η «Ώρα η Κακιά» έχουν προβληθεί στα Φεστιβάλ Δράμας και Χαλκίδας αντίστοιχα.

Δεσποτόπουλος Ι. Αλέξανδρος, «Ο κυβερνήτης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος»


 

 Το βιβλίο πραγματεύεται τη συμβολή του Καποδίστρια στην απελευθέρωση της Ελλάδας και υποστηρίχτηκε ως διδακτορική διατριβή το 1954. Η συνθετική αξία της μελέτης έγκειται στις πολλαπλές μαρτυρίες και στον εύστοχο κριτικό σχολιασμό τους από τον συγγραφέα. Παρά την πάροδο σαράντα και πλέον χρόνων από τη συγγραφή του, και το πλήθος των δημοσιευμάτων για την προσωπικότητα και τη δράση του Καποδίστρια που μεσολάβησαν, το έργο παραμένει έγκυρο ενώ τα πολιτικά μηνύματα δεν παύουν να είναι επίκαιρα και σήμερα.

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

Πρόκειται για επηυξημένη έκδοση της διδα­κτορικής διατριβής του καθηγητή της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών [νυν Πάντειο Πανεπιστήμιο] Αλέξανδρου Δεσποτόπουλου που κατατέθηκε, το 1954, στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Επειδή η μελέτη, που εκδόθηκε για πρώτη φορά – γραμμένη σε έντεχνη καθαρεύουσα – το 1954, είχε προ καιρού εξαντληθεί, ο διευθυντής του Μ.Ι.Ε.Τ., Ε. Κάσδαγλης προ­χώρησε με τη σύμφωνη γνώμη του Δ.Σ. στην επανέκδοδή της με τις προσθήκες που έκρινε χρήσιμες ο συγγραφέας. Η κυρίως μελέτη είναι διαρθρωμένη σε μια μικρή εισαγωγή, οκτώ κεφάλαια και σύντομο επίλογο.

Στο πρώτο κεφάλαιο, παρουσιάζεται λεπτομερώς η πολιτική σταδιοδρομία και οι αρχές που υπηρέτησε ο Επτανήσιος πολιτικός από την περίοδο της βραχύβιας υπουργίας του στην κυβέρνηση της «Επτανησιακής Δημοκρατίας» και τη μετέπειτα ανέλιξή του έως την υψηλότερη βαθμίδα της ρωσικής διπλωματίας [συνυπουργός των Εξωτερικών], μέχρι την εκλογή του στο αξίωμα του Κυβερ­νήτη της πρώτης ελεύθερης «Ελληνικής Πολι­τείας», ενώ παράλληλα επιχειρείται μία αξιολόγηση των εκάστοτε πολιτικών και διπλωμα­τικών του επιλογών.

Το δεύτερο και τρίτο κεφάλαιο, αναφέρονται στις ενέργειες του Καποδίστρια στο διάστημα που μεσολάβησε από την εκλογή του [Ψή­φισμα Στ’ /2 Απριλίου 1827 της Εθνοσυνέλευ­σης της Τροιζήνας] έως την αποβίβασή του, την 6ην Ιανουαρίου 1828 στο λιμάνι του Ναυ­πλίου. Εδώ εντοπίζονται, με βασική πηγή τις «Επιστολές» του ίδιου, η πλήρης γνώση των δυσκολιών του έργου που καλείται να αναλά­βει, η αγωνία του για «…τα όσα με προσμένουσιν άχαρα…» αλλά και η τελική του από­φαση «…να ευρεθώ τάχιον εν μέσω των πα­ντοίων στερήσεων, της τύρβης, της ακατα­στασίας, των παντοειδών κακομηχανιών και άλλων, εξ ών σύγκεινται σήμερον τα της Ελλά­δος πράγματα». Στα ίδια κεφάλαια ερμηνεύο­νται και οι προϋποθέσεις που θέλησε να εξασφαλίσει από τις τότε επικρατούσες ευρωπαϊκές δυνάμεις: πολιτική συγκατάθεση, οικονομική υποστήριξη, αποσαφήνιση των κα­θηκόντων και αρμοδιοτήτων. Οι πράξεις του Καποδίστρια αξιολογούνται από τον συγγραφέα ως ενέργειες ατόμου με υψηλό αίσθημα ευθύνης και αίσθηση αποστολής, χαρακτηριστικά που τον οδηγούν εν τέλει να επιλέξει την «ακανθώδη» θέση του Κυβερνήτη μίας ημιδιαλυμένης Πολιτείας με αβέβαιο μέλλον αντί της ασφαλούς υψηλής και ισχυρής του θέ­σης στην κορυφή του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών.

Στο επόμενο, μικρής σχετικά έκτασης, κεφάλαιο ο συγγραφέας προχωρεί σε μία ταξινό­μηση των καθηκόντων των προβλημάτων και των προτεραιοτήτων που έχει να αντιμετωπίσει ο Κυβερνήτης ενώ στο κεφάλαιο που ακλουθεί («Η διευθέτηση του Κυβερνητικού Ζητήματος»), αναλύει την πρωταρχική επιλογή του Καποδίστρια να τακτοποιήσει το κυβερνητικό ζήτημα, του οποίου τη διευθέτηση θεωρεί ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ευ­όδωση των επί μέρους επιλεχθέντων πολιτι­κών στον τομέα της οικονομίας, του στρατού και της εξωτερικής πολιτικής.

 

Ο κυβερνήτης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος

Ο κυβερνήτης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος

 

Οι επιλογές του Καποδίστρια ως προς την τακτοποίηση των οικονομικών αποτελεί το αντικείμενο του έκτου κεφαλαίου. Αν και είχε αντιληφθεί εξαρχής την αδυναμία βελτίωσης της οικονομίας δίχως την υποστήριξη κεφα­λαίων του εξωτερικού (που άλλωστε αποτε­λούσε και έναν από τους όρους που είχε θέ­σει προτού αναλάβει το συγκεκριμένο αξίω­μα), γνωρίζοντας – ως έμπειρος διπλωμάτης – την πολιτική πίεση που θα μπορούσε να του ασκηθεί μέσω των δανείων, προσπάθησε – ανεπιτυχώς – παράλληλα με τον παραπάνω στόχο να οργανώσει την οικονομία εκ των ενόντων.

Η διεξαγωγή του πολέμου, από την πρώτη μέχρι την τελευταία μάχη του Αγώνα (μάχη της Πέτρας, 14 Σεπτεμβρίου 1829) που οδή­γησε στην ανακατάληψη της Στερεάς Ελλά­δας καθώς και η στρατιωτική πολιτική του Κυ­βερνήτη αποτελούν τα υπό διαπραγμάτευση θέματα του εκτενούς εβδόμου κεφαλαίου. Ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος, συγγράφει στο κεφάλαιο αυτό στρατιωτική ιστορία, και με τη βοήθεια των απαραίτητων πηγών δίνει με επιτυχία μια εύληπτη και λεπτομερή περιγραφή των συγκρούσεων της περιόδου και παράλληλα επιχειρεί ερμηνεία της επιλεγείσης στρατιωτικής πολιτικής που στόχευε – διά της σύστασης ημιτακτικών και τακτικών σωμάτων – στη δημιουργία ισχυρής κεντρι­κής κυβέρνησης η οποία θα μπορούσε να επι­βάλλει την πολιτική της νομιμότητα στους άτακτους ενόπλους της προκαποδιοτριακής επαναστατικής περιόδου (1821-1827).

Ο τίτλος του όγδοου κεφαλαίου («Αι διπλωμα­τικοί ενέργειαι του Κυβερνήτου») προκαθορί­ζει και το αντικείμενό του. Με την υψηλού επι­πέδου γνώση και εμπειρία του στα διπλωμα­τικά θέματα ο Καποδίστριας επέτυχε – κατά το συγγραφέα – τη διεθνή νομιμοποίηση του ελληνικού κράτους, εκμεταλλευόμενος με υποδειγματικό τρόπο τις συγκυρίες, τις περιστάσεις, τα αντικρουόμενα συμφέροντα και ανατρέποντας με επιτυχείς ελιγμούς προηγούμενες δυσμενείς αποφάσεις.

Πέραν του αρχικού κειμένου της διδακτορικής διατριβής η έκδοση συμπληρώθηκε με κεφάλαια ενός άλλου, εξαντλημένου βιβλίου του συγγραφέα («Η Ελλάδα του Καποδίστρια», Αθήνα, 1967) που άλλα εμπλουτίζουν – δίχως να αποφευχθούν επαναλήψεις – με περισσότερα στοιχεία την κρατική οργάνωση και την οικονομική πολιτική της καποδιστριακής πε­ριόδου, ενώ εκείνα που αφορούν στην οργά­νωση της δικαιοσύνης, της παιδείας και την ανάλυση των πολιτικών γεγονότων της τε­τραετίας, 1828-1831, καλύπτουν τα σχετικά κενά.

Η όλη έκδοση κλείνει με την παράθεση σχετικής «επιλεκτικής βιβλιογραφίας» που περιλαμβάνει τίτλους 56 βιβλίων και άρθρων. Πάντως η βιβλιογραφία, παρ’ όλο που δηλώνεται ως επιλεκτική, καλύπτει τη σχετική παραγωγή μέχρι το 1980, ενώ απουσιάζουν εκτός από δύο γενικά έργα (της Ελένης Κούκου, Ιωάν­νης Καποδίστριας, ο άνθρωπος, ο διπλωμά­της 1800-28, Αθήνα 1984 και του Διονυσίου Μαντζουλίνου, Ιωάννης Καποδίστριας 1776-1831, Αθήνα 1990) σοβαρές και αξιόλογες νεότερες μελέτες.

Η αξιολόγηση ενός βιβλίου, που εκδόθηκε για πρώτη φορά πριν 43 χρόνια, συνεπάγεται περισσότερες δυσκολίες από εκείνες που ήδη ενυπάρχουν σε οποιαδήποτε απόπειρα βιβλιοκριτικής. Το βιβλίο θα πρέπει, απαραίτητα, να κριθεί πάντοτε σε σχέση με το χρόνο που εκδόθηκε και τις συναφείς μελέτες της ίδιας περιόδου.

Όταν ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος εξέδωσε, το 1954 την παρούσα μελέτη, στην ελληνική βιβλιογραφία του 19ου και περισσότερου του 20ού τα βιβλία ή άρθρα που αφορούσαν στο συγκεκριμένο πρόσωπο ή την εποχή, μετά βίας ξεπερνούσαν τον αριθμό των 50. Αλλά και από αυτά τα πε­ρισσότερα είναι βιογραφικά, αφηγηματικά ή πανηγυρικού χαρακτήρα ενώ οι λίγες αξιόλογες μελέτες καλύπτουν ειδικές θεματικές δί­χως δυνατότητες απόδοσης μίας συνολικής εικόνας και ερμηνείας.

Έτσι, το βιβλίο, από την άποψη αυτή, καθί­σταται σημαντικό εφόσον ο Δεσποτόπουλος είναι ο πρώτος ο οποίος επιχειρεί να αναλύ­σει – σε μια διδακτορική διατριβή – μια «άγνω­στη» πολιτική προσωπικότητα που σε όλη την προηγούμενη περίοδο αποτελούσε «αίνιγμα» ή ασήμαντη παρένθεση για τους ιστορικούς. Το δεύτερο ερώτημα που θα μπορούσε να τε­θεί είναι κατά πόσο αυτό το σημαντικό για την εποχή που πρωτοεκδόθηκε βιβλίο δικαιούται μίας επανέκδοσης. Με όλες τις ενστάσεις που μπορεί κάποιος να έχει ως προς το είδος της γραφής με τα πολλά επίθετα και προσδιορισμούς, την εξαρχής έντονα θετική θέση του συγγραφέα απέναντι στον πρωταγωνιστή του βιβλίου του, ή κάποιες διαφωνίες ως προς τη μεθοδολογική προσέγγιση του θέματος (που άλλωστε αποτελεί ελεύθερη επιλο­γή και δικαίωμα του κάθε μελετητή), ο Αλέ­ξανδρος Δεσποτόπουλος τελικά επέτυχε να καταλήξει σε συμπεράσματα τα οποία παρα­μένουν μέχρι τις ημέρες μας έγκυρα, γεγο­νός που καθιστά το έργο, «βιβλίο αναφοράς» για τον μελετητή της περιόδου.

 

Στέφανος Π. Παπαγεωργίου

Σύγχρονα θέματα: Τριμηνιαία έκδοση επιστημονικού προβληματισμού και παιδείας. (2002)  

Ο κυβερνήτης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος
Δεσποτόπουλος, Αλέξανδρος Ι.
Εκδόσεις: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
Ιούλιος 1996. Φωτογραφική ανατύπωση, Απρίλιος 2008.
Σελίδες: 291
ISBN: 978-960-250-125-2

 

Δεσποτόπουλος Ι. Αλέξανδρος (1913-2004)

Αλέξανδρος Ι. Δεσποτόπουλος

Αλέξανδρος Ι. Δεσποτόπουλος

Ο ιστορικός Αλέξανδρος Ι. Δεσποτόπουλος γεννήθηκε στη Σμύρνη και ήρθε στην Ελλάδα μαζί με την οικογένειά του μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και υπήρξε πολίτης με μεγάλη κοινωνική συνείδηση. Δίδαξε ως καθηγητής πολιτική ιστορία της νεότερης Ελλάδας στην Πάντειο Ανωτάτη Σχολή Πολιτικών Επιστημών (σήμερα:Πάντειο Πανεπιστήμιο). Κλασικό είναι το έργο του «Ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος» (α’ έκδοση: 1954, β’ έκδοση: ΜΙΕΤ, 1996), που αποτελεί θησαυρό ιστορικών γνώσεων και πολιτικής διορατικότητας.

Πολύ σημαντικά είναι όμως και τα έργα του «H απόφασις περί της Ελληνικής Επαναστάσεως» (1965), «H συμβολή της Ελλάδος στην έκβαση των δύο παγκοσμίων πολέμων» (Εκδοτική Αθηνών, 1992), «H πολεμική προπαρασκευή της Ελλάδος, 1923-1940» (Ακαδημία Αθηνών, 1998), κ.ά. Πολύτιμη υπήρξε η συνεργασία του για τη συγκρότηση της πολύτομης «Ιστορίας του Ελληνικού Εθνους» της Εκδοτικής Αθηνών. Ήταν δίδυμος αδελφός του προέδρου της Ακαδημίας ΑΘηνών, καθηγητή φιλοσοφίας Κωνσταντίνου Ι. Δεσποτόπουλου.

Φρικτές σκηνές ληστείας στην Πελοπόννησο το 1836, σύμφωνα με την αφήγηση του Γερμανού Πρίγκιπα Πύκλερ – Ρεγγίνα Quack – Μανουσάκη


Fürst Pückler-Muskau. Λιθογραφία, von Wilhelm Devrient, 1838.

Fürst Pückler-Muskau. Λιθογραφία, von Wilhelm Devrient, 1838.

 

Τέλος Μαΐου του 1836 ο Πύκλερ αρχίζει την μεγάλη περιοδεία του στην Πελοπόννησο, ξεκινώντας από την Κόρινθο. Επισκέπτεται το Ναύ­πλιο και το Άργος. Στην Τριπολιτσά, την 1η Ιουνίου του 1836, ο Πύκλερ είναι καλεσμένος από τον Δημήτρη Πλαπούτα Κολιόπουλο, ο οποίος δί­νει μια μεγάλη δεξίωση με αφορμή τα γενέθλια του Βασιλιά Όθωνα και την πρώτη επέτειο της ενθρόνισής του. Μετά από μια δεκαήμερη διαμονή στην πόλη αυτή, όπου ασχολείται κυρίως με την καταγραφή των τελευ­ταίων βιωμάτων του, ξεκινάει για τη Σπάρτη.

«Με την ευκαιρία της επίσκεψής μου στο Παλαμήδι είδα τους φυλα­κισμένους, οι οποίοι κρατιούνται εδώ εξαιρετικά καλά και καθαρά, και ξαναβρήκα τους καλούς μου φίλους, τους Χοντρογιανναίους. Οι δύο έγι­ναν πολύ χοντροί και του Σωτήρου έθρεψαν εντελώς οι πληγές. Ο μικρό­τερος αδελφός του τον έχει ξεπεράσει στο ύψος κατά πολύ και μόνο στη φυλακή, όπως φαίνεται, έχει φθάσει στο τελικό του ύψος και έχει γίνει ένας από τους πιο όμορφους άντρες, που μπορεί κανείς να φανταστεί. Οι δύο με αναγνώρισαν αμέσως και με υποδέχθηκαν με την πιο μεγάλη χαρά και εγώ ανταποκρίθηκα σε αυτή την κολακευτική υποδοχή με ένα μικρό δώρο. Προφανώς δεν φοβούνται πολύ την απόφαση του δικαστηρίου για τη δική τους υπόθεση και ήταν σε καλό κέφι».     

Στην αρχή της διαδρομής τον συνοδεύει ο Κολιόπουλος μαζί με μια δωδεκάδα αξιωματικούς από τη φάλαγγά του. Οι πιο πολλοί είναι συγγενείς του. Όταν αποχαιρετούν τον Πύκλερ μετά από μισή ώρα, ο Κολιόπουλος επιμένει να τον συνο­δεύουν δύο από τους αξιωματικούς του μέχρι τη Σπάρτη. Επιπλέον, τα μουλάρια με τις αποσκευές προστατεύονται από τέσσερις χωροφύλακες, που τρέχουν, όπως λέει ο Γερμανός, σαν μαθημένοι δρομείς και αντέχουν πιο καλά από τα άλογα.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ρεγγίνας Quack – Μανουσάκη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φρικτές σκηνές ληστείας στην Πελοπόννησο το 1836

Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα – Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού


 

 Το βιβλίο η «Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα» της Κατερίνας Παπαοικονόμου – Κηπουργού, Μουσικού- Καθηγήτριας πιάνου – Αρχαιολόγου, αποτυπώνει παραστατικά την εικόνα της εξάπλωσης της θείας τέχνης των ήχων στον αρχαίο ελληνικό κόσμο.  Η συγγραφέας εκθέτει τις γνώσεις που έχει αποκομίσει ύστερα από χρόνια μελέτης, ώστε να δώσει στον αναγνώστη  μια σαφή και ολοκληρωμένη αίσθηση του αντικειμένου…

 

Τα μεγάλα πνεύματα της αρχαίας Ελλάδος, οι μεγάλοι φιλόσοφοι, μελέτησαν σε βάθος τη μουσική και έθεσαν τις επιστημονικές βάσεις της έρευνάς της. Ο Πυθαγόρας και οι Πυθαγόρειοι διαπίστωσαν ότι η μουσική διέπεται από μαθηματικούς κανόνες, προσδιόρισαν τις αριθμητικές σχέσεις των μουσικών διαστημάτων και διατύπωσαν πρώτοι αρχές και σχέσεις που σήμερα θεωρούμε αυτονόητες, οι οποίες, όμως, πριν από αυτούς ήσαν άγνωστες. Οι οπαδοί του Αριστοξένου μελέτησαν το φαινόμενο «μουσική» έχοντας ως γνώμονα την εμπειρία του Αριστοτέλους. Οι Πυθαγόρειοι και οι Αριστοξενικοί συγκρότησαν τις δύο βασικές ομάδες μελέτης της μουσικής κατά την Αρχαιότητα.

 

Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα

Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα

 

Μεγάλη τομή στην ιστορία της μουσικής πρέπει να θεωρηθεί η επινόηση από τους αρχαίους Έλληνες της πρώτης γνωστής μουσικής γραφής στον κόσμο, της παρασημαντικής (περί το 470 π.Χ.). Αν και, χάρη στο σύγγραμμα του Αλυπίου Εισαγωγή Μουσική, διαθέτουμε την κλείδα ανάγνωσης της αρχαίας μουσικής, δυστυχώς έχουν φθάσει σε μας μόνο περί τις 60 αρχαίες παρτιτούρες, όλες πολύ κολοβωμένες ( πλην του σκολίου του Σεικίλου), ώστε να μη μπορούμε να έχουμε μια σαφή αντίληψη εκείνης της μουσικής.

Μια μεγάλη ποικιλία οργάνων, εγχόρδων, πνευστών και κρουστών ήταν σε χρήση τότε· από αυτά άλλα περιέπεσαν νωρίτερα ή αργότερα σε αχρηστία και άλλα επιβίωσαν, εξελίχθηκαν και επηρεάζουν μέχρι και σήμερα τη μουσική πραγματικότητα (π.χ. ύδραυλις – εκκλησιαστικό όργανο, πανδούρα – μπουζούκι – έγχορδα με δοξάρι – οικογένεια βιολιού).

Η ζωή στην αρχαία Ελλάδα ήταν άρρηκτα συνδε­δεμένη με τη θρησκεία και η μουσική ήταν κύρια έκφραση  αυτής της έντονης θρησκευτικότητας, τόσο, ώστε ο Gaevert να ισχυριστεί ότι τότε η μουσική ήταν θρησκεία. Συνέπεια αυτής της θρησκευτικότητας υπήρξε αφ’ ενός η καθιέρωση των μεγάλων Πανελ­ληνίων εορτών και των σπουδαίων τοπικών εορτών προς τιμήν θεών και ηρώων και αφ’ ετέρου η μεγαλειώδης δημιουργία της δραματικής τέχνης. Απαραίτητο στοιχείο και στους αγώνες και στα δράματα (τραγωδίες και κωμωδίες) ήταν η μουσική. Οι μουσικοί, οι ποιητές, οι ηθοποιοί θεωρούσαν ότι υπηρετούν με τη τέχνη τους τούς θεούς και ιδιαίτερα τον Διόνυσο, απεκαλούντο Διονυσιακοί τεχνίται, και όταν οργανώθηκαν σε συντεχνίες, στα κοινά τεχνιτών Διονύσου, αυτών των κοινών προΐστατο ο κατά τόπους ιερεύς του Διονύσου. Η κοινωνική αναγνώριση που παρείχε η τέχνη τους στους τεχνίτες Διονύσου γίνεται αντιληπτή από τις πολλές τιμές, ηθικές και υλικές, που τους απένεμαν οι διάφορες πόλεις ( απονομή στεφάνων, πολιτείας, ασυλίας, προξενιάς, σιτίσεως, προεδρίας, δικαίωμα κτήσεως γαιών η οικίας, επιγαμίας κλπ.).

Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα

Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού

Εκδόσεις: Γεωργιάδη, σελ. 488, Αθήνα, 2007.

ISBN:978-960-316-394-7

Διαβάστε ακόμη:

 

Τα Ημερολόγια του ’21 των Πρώσσων Αξιωματικών Bollmann & Bellier De Launay, Ρεγγίνα Quack – Μανουσάκη, Μνημοσύνη, τόμος 13ος 1995-1997.


Τα Ημερολόγια του '21 των Πρώσσων Αξιωματικών

Τα Ημερολόγια του ’21 των Πρώσσων Αξιωματικών

Στην αξιόλογη σειρά «ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΚΑ 1821-1831» που εκδόθηκε το 1975 από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος ανατυπώθηκαν, σε 10 τόμους, 120 φιλελληνικά συγγράμματα γραμμένα σε πέντε διαφορετικές γλώσσες. Πρόκειται κυρίως για πολιτικά φυλλάδια, εκκλήσεις και ποιήματα, αλλά και για διηγήματα, πορτραίτα ηρώων, θεατρικά έργα και άλλα.

Ο επιμελητής της σειράς I. Μαζαράκης – Αινιάν, στην εισαγωγή του, εκθέτει τους σκοπούς της επανεκδόσεως των φιλελληνικών φυλλαδίων αυτών: Θέλει να παρουσιάσει αντιπροσωπευτική εικόνα των φιλελληνικών εκδηλώσεων στις διάφορες χώρες. Ως προς την επιλογή των συγγραμμάτων ο Μαζαράκης – Αινιάν γράφει μεταξύ άλλων το εξής: «Στη σειρά αυτή δεν ήταν δυνατόν να περιληφθούν βιβλία πολυσέλιδα, γι’ αυτό λείπουν οι πολύτιμες διηγήσεις των ξένων εθελοντών που κατέβηκαν στην Ελλάδα […]». Όσο δικαιολογημένος φαίνεται αυτός ο περιορισμός τόση έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι παρά ταύτα η σειρά περιέχει δύο ημερολόγια εθελοντών, τις «Παρατηρήσεις για την ηθική, πολιτική και στρατιωτική κατάσταση της Ελλάδος» του Louis de Bollmann, και «Μερικά λόγια για την Ελλάδα», του Wilhelm Bellier de Launay.

Tο κύριο κριτήριο για την υποδοχή των δύο μοναδικών ημερολογίων αυτών στη σειρά φαίνεται ότι ήταν η συντομία τους· το πρώτο περιλαμβάνει 46 σελίδες, το δεύτερο μόνο 30. Αναλύοντας στη συνέχεια λεπτομερώς τα δύο βιβλία αυτά θα ήθελα να δείξω ότι η επιλογή τους δεν ήταν εύστοχη και ότι θα ήταν προτιμότερο να λείπει η κατηγορία ημερολογίων εθελοντών εντελώς από τη σειρά. Ενώ το ημερολόγιο του Bellier de Launay δεν σχολιάζεται καθόλου από το Μαζαράκη-Αινιάν, το ημερολόγιο του Bollmann αναφέρεται ως χαρακτηριστικό δείγμα της απογοητεύσεως που αισθάνθηκαν πολλές φορές οι ξένοι […]

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ρεγγίνας Quack – Μανουσάκη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Bollmann & Bellier De Launay