Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Θέρος (θερισμός)


 

Θερισμός

Θερισμός

Ο θερισμός των σιτηρών από τους γεωργούς, που αποτελούσε την πρώτη φάση για τη συγκομιδή τους. Γινόταν κάθε Ιούνιο, όταν τα στάχυα είχαν ωριμάσει και ο καρπός μέσα τους είχε γίνει σκληρός. Ο γεωργός καταλάβαινε ότι το σιτάρι του ήταν έτοιμο για θέρισμα, όταν έκοβε ένα στάχυ, έβγαζε μερικούς σπόρους από μέσα και με τα δόντια του δοκίμαζε τη σκληρότητά τους. Αν ο καρπός ήταν σκληρός, το σιτάρι είχε ωριμάσει και ήταν έτοιμο για θέρισμα.

Οι θεριστές, άνδρες και γυναίκες, μ’ ένα μαντήλι στο κεφάλι και μια ζώνη στη μέση τους, για να μην υποφέρουν από το σκύψιμο, έμπαιναν πρωί – πρωί με τη δροσιά στο χωράφι, ο ένας πλάι στον άλλο σε απόσταση δυο περίπου μέτρων. Έσκυβε κι έπιανε ο καθένας με το ένα χέρι μια χούφτα στάχυα και με το άλλο χέρι, που κρατούσε το δρεπάνι, τα έκοβε λίγο πιο πάνω από το έδαφος. Μετά από 3- 4 κοψιές η χούφτα γέμιζε με στάχυα, που τα άφηναν στο έδαφος για να απελευθερώσουν τα δάχτυλα και να κόψουν άλλη μια χεριά στάχυα.

Μετά από 3- 4 κοψιές, ο θεριστής κρεμούσε το δρεπάνι στην πλάτη του, έπιανε με τα δυο του χέρια τα στάχυα που είχε στο έδαφος, τραβούσε 4-5 απ’ αυτά, τα πιο μακριά, τα έφερνε γύρω – γύρω από τα υπόλοιπα στη μέση του μικρού δέματος και τα έδενε πρόχειρα. Έτσι σχημάτιζε το χερόβολο (< χείρ + βάλλω), που το άφηνε στο έδαφος πίσω του και συνέχιζε, για να κόψει κι άλλα στάχυα.

Τα κομμένα στελέχη του σταριού, που παρέμεναν στο έδαφος, ήταν η καλαμιά. Αν ήθελε ο γεωργός να έχει πολύ άχυρο για τα ζώα του το χειμώνα, θέριζε τα στάχυα χαμηλά στο έδαφος και η καλαμιά είχε μικρό ύψος. Αν ήθελε μπόλικη βοσκή – καλαμιά, θέριζε τα στάχυα ψηλά, 20 πόντους τουλάχιστον πάνω από το έδαφος.

Θερισμός στο Σπαθάρι Αρκαδίας.

Θερισμός στο Σπαθάρι Αρκαδίας.

Καθώς προχωρούσαν θερίζοντας άφηνε πίσω του ο καθένας μια λουρίδα καλαμιά και τα χερόβολα που είχε κάνει. Κάποια στιγμή ο ίδιος μάζευε κάθε 8-10 χερόβολα, τα έδενε στη μέση τους μ’ ένα δέμα καλαμιές και σχημάτιζε το δεμάτι. Οι καλαμιές με τις οποίες έδενε τα δεμάτια ήταν συνήθως από σίκαλη, που την είχε κόψει από το πρωί και την είχε μουσκέψει στο νερό, για να είναι πιο ευλύγιστη και να μην κόβεται εύκολα και διαλύεται το δεμάτι. Όταν οι θεριστές σ’ ένα χωράφι ήταν πολλοί, τα δεμάτια τα έδενε ένας άλλος, ο δέτης, που ακολουθούσε τους θεριστές και μάζευε τα χερόβολα απ’ όλους.

Στο τέλος της ημέρας, που τελείωνε η δουλειά, μάζευαν τα δεμάτια σε μεγάλους σωρούς και σχημάτιζαν τις θημωνιές, για να μην είναι σκορπισμένα και να μπορούν να τα σκεπάσουν με κάτι σε περίπτωση μιας ξαφνικής καλοκαιρινής βροχής.

Ο θερισμός κρατούσε όλη μέρα, από το χάραμα ως τη δύση του ήλιου («ήλιο με ήλιο» όπως έλεγαν) και ήταν από τις πιο κουραστικές γεωργικές εργασίες. Είναι χαρακτηριστική η λαϊκή φράση «γυναίκα να μη γεννήσει, άνδρας να μη θερίσει κι άλογο να μην αλωνίσει», που αποτυπώνει τις πιο επώδυνες δοκιμασίες για τους ανθρώπους και τα ζώα.

Μόνο το καταμεσήμερο, που ο ήλιος έκαιγε πολύ, σταματούσαν 1-2 ώρες τη δουλειά, για να φάνε το λιτό φαγητό τους, συνήθως ό,τι είχε περισσέψει από το προηγούμενο βράδυ, λίγο τυρί ή παστό και μπόλικο ψωμί, και να ξαπλώσουν σ’ ένα μαλακό έδαφος ή πάνω σ’ ένα δεμάτι, για να ξεκουράσουν τη μέση τους ή να πάρουν έναν υπνάκο μέχρι να φύγει η μεγάλη λάβρα και να συνεχίσουν τη δουλειά μέχρι να πέσει ο ήλιος. Όλη μέρα κάτω από το λιοπύρι. Δουλειά ασταμάτητη. Και τα παιδιά μαζί. Πού να τ’ αφήσουν στο σπίτι; Έτρεχαν πέρα-δώθε ασταμάτητα, κυνηγούσαν τις ακρίδες, τρόμαζαν όταν άκουγαν κανένα σούρσιμο ανάμεσα στα φύλλα και έτρεχαν στον ίσκιο του δέντρου από το φόβο κάποιου φιδιού, που δεν ήταν λίγα το καλοκαίρι στην ύπαιθρο.

 

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

 

Μόνη παρηγοριά των θεριστάδων τα τραγούδια που σιγοψιθύριζε ο καθένας μόνος του ή τα τραγουδούσαν όλοι μαζί, για να ξεχνούν την κούραση και να περνάει πιο εύκολα η ώρα. Αποκαμωμένους τούς έβρισκε η δύση του ήλιου. Οι γυναίκες έβγαζαν τις μαντίλες τους τότε να πάρουν αέρα τα μαλλιά τους, να φύγει ο ιδρώτας, και ξεπρόβαλλαν τα πρόσωπα τους αναψοκοκκινισμένα, αλλά ικανοποιημένα από το έργο που είχαν βγάλει.

Μάζευαν σιγά-σιγά τα παιδιά και τα πράγματά τους και γραμμή με τα πόδια για το χωριό. Τα πιτσιρίκια δεν άντεχαν το περπάτημα και επιζητούσαν πολλές φορές τον ώμο της μάνας. Και εκείνες τι να έκαναν; Τα ανέβαζαν στην πλάτη τους και συνέχιζαν τον ανήφορο με το παιδί στον ώμο. Εκτός αν έβρισκαν το θείο δώρο, έναν παππού με κανένα ζώο, για να τ’ ανεβάσει στο σαμάρι του και να γλιτώσει η μάνα το φόρτωμα. Όταν έφταναν στο σπίτι είχε σχεδόν νυχτώσει. Ένα πρόχειρο μαγείρεμα στα γρήγορα, τις απαραίτητες από τις άλλες δουλειές του σπιτιού και μετά γραμμή για το αχυρένιο στρώμα, να ξεκουράσουν το βασανισμένο κορμί, για να μπορούν να θερίσουν και την επόμενη μέρα.

Ο παραδοσιακός αυτός τρόπος θερισμού παρέμεινε μέχρι την είσοδο των θεριστικών και θεριζοαλωνιστικών μηχανών στη γεωργία, στη δεκαετία του 1960, που έκαναν τη συγκομιδή των σιτηρών εύκολη, γρήγορη και ξεκούραστη. Ο θερισμός έκτοτε περιορίστηκε σε άγονα και ορεινά χωράφια, όπου η πρόσβαση μηχανών είναι αδύνατη.

  

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Η πειρατική σημαία – Ένα σύμβολο τρόμου στις θάλασσες


 

Η πειρατική σημαία, με τη νε­κροκεφαλή και τα οστά σε σχήμα χιαστί, είναι ένα από τα πιο γνω­στά και αναγνωρίσιμα σύμβολα στον μέσο άνθρωπο. Αυτό οφείλε­ται κατά κύριο λόγο στον κινημα­τογράφο και στη λογοτεχνία, τέ­χνες που εμπνεύστηκαν από τους πειρατές για την παραγωγή κυ­ρίως εμπορικών έργων. Η γοητεία που ασκούν οι πειρατές ως θέμα εξηγείται από τον τρόπο ζωής και δράσης τους, στοιχείο που αποτυ­πώνεται ξεκάθαρα και στο σύμβο­λο που χρησιμοποιούσαν.

Η σημαία του γνωστού πειρατή Καλίκο Τζακ Ράκαμ (Calico Jack Rackham).

Η σημαία του γνωστού πειρατή Καλίκο Τζακ Ράκαμ (Calico Jack Rackham).

Η πειρατική σημαία είχε σκο­πό να προβάλει τον θάνατο, αλλά και την αποφασιστικότητα των μελών ενός πειρατι­κού πληρώματος, τη διάθεσή τους να πολεμήσουν ως το τέλος. Η ύψωση της πειρατικής σημαίας σή­μαινε ότι οι πειρατές θα εκτελούσαν οποιονδήπο­τε δεν παραδινόταν άμεσα και επιχειρούσε να αντισταθεί. Ταυτόχρονα όμως σήμαινε και την άρνηση των πειρατών να παραδοθούν. Αν η σύγκρουση εξε­λισσόταν σε βάρος τους, θα πολεμούσαν ως τον θάνατο και του τελευταίου από το πειρατικό πλή­ρωμα. Η αποφασιστικότητα αυτή βέβαια οφειλόταν και στο γεγονός ότι οι πειρατές που συλλαμβάνο­νταν δεν μπορούσαν να ελπίζουν σε επιεική αντι­μετώπιση. Μοναδική τιμωρία που τους περίμενε ήταν ο θάνατος, και με τη σημαία ήθελαν να δεί­ξουν ότι είχαν συμφιλιωθεί με αυτό το ενδεχόμενο.

Η χρήση της πειρατικής σημαίας άρχισε και κο­ρυφώθηκε κατά την περίοδο που έγινε γνωστή ως «χρυσή εποχή της πειρατείας», από τα μέσα του 17ου έως τις αρχές του 18ου αιώνα. Την περίοδο αυτή συντελέστηκε μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο δράσης των πειρατικών ομάδων. Έως τότε οι διάφορες πειρατικές συμμορίες, οι οποίες δρούσαν στους μεγάλους εμπορικούς δρόμους των ωκεανών και κυρίως στην Καραϊβική, τις δυτικές ακτές της Αφρικής και τη Μαδαγασκάρη, υπάγονταν στην εξουσία κάποιου κράτους, τουλάχιστον τυπικά. Τα μέλη τους, δηλαδή, διέθεταν έγγραφη άδεια από κάποια ευρωπαϊκή δύναμη, που τους εξουσιοδο­τούσε να επιτίθενται στα σκάφη των αντιπάλων της με σκοπό να παρεμποδίζουν τις εμπορικές τους δραστηριότητες.

Η σημαία του πειρατή Χένρυ Εβερυ (Henry Every).

Η σημαία του πειρατή Χένρυ Εβερυ (Henry Every).

Οι πειρατές που λειτουργούσαν με αυτή την τυπική κάλυψη αποκαλούντο κουρσά­ροι και θεωρούντο μέρος των ναυτικών δυνάμεων ενός κράτους. Στην πράξη, όμως, δεν συνδέονταν με τη δύναμη που τους εξουσιοδοτούσε. Τα πληρώ­ματα των κουρσάρων δεν εκτελούσαν αυστηρά τις εντολές που λάμβαναν, και τα μέλη των πληρωμά­των δεν προέρχονταν μόνο από τους πολίτες της χώρας που τυπικά τους προστάτευε.

Στις αρχές του 18ου αιώνα, ωστόσο, η κατά­σταση μεταβλήθηκε. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις κα­τέληξαν σε μια συμφωνία όσον αφορά την ισορρο­πία δυνάμεων μετά το τέλος του Πολέμου της Ισπανικής Διαδοχής, το 1714, και δεν χρειάζονταν πλέον τις υπηρεσίες των κουρσάρων. Αντίθετα, ήθελαν να απαλλάξουν τις θαλάσσιες οδούς από αυτούς τους απείθαρχους ληστές, οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις δεν δίσταζαν να επιτεθούν ακόμα και σε σκάφη της χώρας που τους προστά­τευε.

Γαλιότα. Πλοίο της Μεσογείου με πανιά ή κουπιά που χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τους πειρατές της Μάνης και τους Αλγερινούς. (Φωτογραφία από την ιστοσελίδα «Μανιάτικα»).

Γαλιότα. Πλοίο της Μεσογείου με πανιά ή κουπιά που χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τους πειρατές της Μάνης και τους Αλγερινούς. (Φωτογραφία από την ιστοσελίδα «Μανιάτικα»).

Οι κουρσάροι, από την πλευρά τους, είχαν αναπτύξει ένα πνεύμα αυτονομίας και δεν ήθελαν να μοιραστούν τα κέρδη τους με κανέναν, ούτε να συμμορφωθούν με τους περιορισμούς που έθε­ταν οι έως τότε προστάτες τους. Είχαν δημιουρ­γηθεί εξάλλου κάποιες πειρατικές βάσεις στις ακτές της Καραϊβικής και της Αφρικής, οι οποίες ήταν υπό τον αποκλειστικό τους έλεγχο, επομέ­νως δεν χρειάζονταν τις βάσεις και την προστασία που μπορούσαν να προσφέρουν οι ευρωπαϊκές δυνάμεις. Παράλληλα, οι κουρσάροι είχαν αναπτύ­ξει ένα πνεύμα άρνησης κάθε παραδοσιακής εξουσίας. Στην πλειοψηφία τους προέρχονταν από τα λαϊκά στρώματα των λιμανιών της δυτικής Ευρώπης και απέρριπταν την κοινωνική καταπίε­ση που είχαν βιώσει σε αυτά.

Η σημαία του Εντουαρντ Ινγκλαντ (Edward England), ίσως του πρώτου πειρατή που χρησιμοποίησε αυτό το σύμβολο.

Η σημαία του Εντουαρντ Ινγκλαντ (Edward England), ίσως του πρώτου πειρατή που χρησιμοποίησε αυτό το σύμβολο.

Γι’ αυτούς τους λόγους, οι κουρσάροι ανεξαρ­τητοποιήθηκαν σε πειρατές. Δρούσαν σε μικρές ομάδες με ένα ή δύο σκάφη και κάθε ομάδα διέ­θετε τη δική της σημαία.

Η πληθώρα πειρατικών σημαιών που χρησιμοποιήθηκε κατά τον 18ο αιώ­να συνοψίζεται συνήθως στην πιο γνωστή παράσταση, με τη νεκροκεφαλή και τα οστά. Η παράσταση αυτή εί­ναι γνωστή στην αγγλική γλώσ­σα και ως Τζόλι Ρότζερ (Jolly Roger), υπάρχει όμως και σε πολλές ακόμα παραλλαγές. Η ποικιλία των πειρατικών σημαι­ών οφείλεται και στην επιθυμία κάθε πληρώματος να προβάλ­λεται η αυτονομία του.

Η σημαία του Τόμας Τιού (Thomas Tew) υπήρξε μία από τις ελάχιστες που διαφοροποιήθηκαν.

Η σημαία του Τόμας Τιού (Thomas Tew) υπήρξε μία από τις ελάχιστες που διαφοροποιήθηκαν.

Κοινό στοιχείο στις περισσότερες πει­ρατικές σημαίες, ωστόσο, είναι η ύπαρξη οστών, κυρίως νεκρο­κεφαλής ή ολόκληρου σκελετού. Σε κάποιες εικονίζονται καρδιές ή σταγόνες αίματος και σε άλλες οπλισμένα χέρια. Συ­χνά εμφανιζόταν επίσης και η κλεψύδρα, σύμβολο του χρόνου που παρέρχεται και ο οποίος σφραγίζεται με τον θάνατο.

Δημήτρης Σ. Μπελέζος

Ιστορικά θέματα, τεύχος 109, Δεκέμβριος 2011

 

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Οργάνωση και διαχείριση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος»


 

ΣΗΜΑ ΔΑΝΑΟΥΣτα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  3  Φεβρουαρίου 2013  και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει:

 Ο  Καθηγητής

κ. Κωνσταντίνος  Σπέντζας* – Ακαδημαϊκός

με θέμα: « Οργάνωση και διαχείριση του ελληνικού

εκπαιδευτικού συστήματος».

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

* O  Καθηγητής κ. Κωνσταντίνος Σπέντζας είναι: Διδάκτωρ των Τεχνικών Επιστημών του Ομοσπονδιακού Πολυτεχνείου της Λωζάννης, Καθηγητής Ε. Μ. Πολυτεχνείου, Ακαδημαϊκός – Γενικός Γραμματεύς της Ευρω-Μεσογειακής Ακαδημίας Τεχνών & Επιστημών, Αντιπρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Ηλεκτροκινήτων Οχημάτων (ΕΛΙΝΗΟ).

Η ατεκνία των βασιλέων Όθωνα και Αμαλίας και οι ιστορικές της συνέπειες.  Εφηβική Γυναικολογία Αναπαραγωγή και Εμμηνόπαυση, τόμος 19, τεύχος 3, 2007.


 

«Ο διάδοχος είναι υπνωτικό των επαναστάσεων. Ένα βασιλικό βρέφος μπορεί κι αποκοιμίζει έναν ολόκληρο λαό» γράφει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου στη βιογραφία του πρώτου βασιλιά του νεοελλη­νικού κράτους. Όμως ο τόσο αναμενόμενος γιος του ζεύγους Όθωνα και Αμαλίας δεν ήρθε ποτέ και η έλλειψή του συνετέλεσε στην όξυνση της πολιτικής κρίσης και στη διόγκωση της λαϊκής δυσαρέσκειας με αποκορύφωση έναν έντονο αντιδυναστικό αγώνα και κατάληξη την έξωση της πρώτης δυναστείας από την Ελλάδα (11.10.1862).

Αμαλία Μαρία-Φρειδερίκη

Αμαλία Μαρία-Φρειδερίκη

Τριάντα χρόνια πριν όμως, ο λαός του Ναυπλίου αρχικά και της Αθήνας στη συνέχεια, είχε υποδε­χθεί τον Όθωνα με ενθουσιασμό και μεγάλες προσδοκίες ότι η άφιξή του θα σηματοδοτούσε μια νέα ειρηνική περίοδο τερματίζοντας τις εμφύλιες έριδες. Ο 18χρονος βασιλιάς ήταν ο δευτερότοκος γιος του Λουδοβίκου Α’ της Βαυαρίας, τον οποίο οι Προστάτιδες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) είχαν εκλέξει ως ηγεμόνα του νεοϊδρυθέντος βασιλείου (Πρωτόκολλο Λονδίνου 7.5.1832). Η συνέχεια της δυναστείας απαιτούσε τη σύναψη ενός γάμου με σύζυγο που να μην προέρχεται από βασιλικό οίκο των ανωτέρω χωρών ώστε να μη διαταραχθεί η ισορροπία μεταξύ τους και ως καταλληλότερη υποψήφια ο Λουδοβίκος προτίμησε για το γιο του, Καθολικό στο θρή­σκευμα, την πρωτότοκη κόρη του δούκα του Όλντενμπουργκ, Μαρία-Φρειδερίκη-Αμαλία, γερμανί­δα και Διαμαρτυρόμενη στο θρήσκευμα.

Ο γάμος έγινε στις 10.11.1836 στο Μόναχο και μόνο ένα μήνα αργότερα τον πληροφορήθηκαν οι Έλληνες από τις στήλες του ευρωπαϊκού Τύπου με αποτέλεσμα ποικίλες αντιδράσεις. Τρεις μήνες αργότερα επέστρεψαν στην Ελλάδα και σύντομα η νέα βασίλισσα κατέκτησε την κοινή γνώμη. Βαθμιαία όμως η άκαρπη αναμονή του λαού για ένα ορθόδοξο απόγονο μετατράπηκε σε αδημονία, ενόχληση, δυσφορία και εξελίχθηκε σε αντιπάθεια, ενώ οι σχέσεις του βασιλικού ζεύγους από αντικείμενο απλού κοινωνικού σχολιασμού έλαβαν τερά­στιες διαστάσεις, όπου περιλαμβάνονταν εξωσυζυγικές -πραγματικές ή φανταστικές- περιπέτειες και δημοσιοποιήθηκαν ακόμη και απόρρητες πληροφορίες σχετικά με την υγεία τους.

Όθωνας

Όθωνας

Η ατεκνία τους έδωσε χώρο στην ανάπτυξη ευφάνταστων εικασιών, αποτέλεσε αντικείμενο μυστι­κών μελετών επιφανών επιστημόνων της εποχής και ιατρικών συμβουλίων, αποδίδοντας ποικίλες παθήσεις και στους δύο. Ο καθηγητής Νικόλα­ος Λούρος εξέδωσε μάλιστα τα ανέκδοτα έγγρα­φα τα σχετικά με τη στειρότητα Όθωνα και Αμαλίας που του παραχωρήθηκαν από την σύ­ζυγο του εγγονού του Νικολάου Κωστή, ιδρυτή και πρώτου καθηγητή της Γυναικολογίας και Μαιευτικής στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Αθηνών και προσωπικού ιατρού των βασιλέων. Πρόκειται κυρίως για την ιδιωτική αλληλογρα­φία των Γερμανών με τους Έλληνες συναδέλ­φους τους, ιατρούς του βασιλικού ζεύγους, που καλύπτει χρονικό διάστημα δώδεκα ετών (1841-1853).

Στην παρούσα εργασία εξετάζονται οι ιατρικές, οι κοινωνικές και οι ιστορικές όψεις της ατεκνίας που επέσπευσε, εάν δεν προκάλεσε, τις δυναστικές περιπέτειες της χώρας. Το μοιραίο γεγονός που τροποποίησε την πορεία του κρά­τους μελετάται σε σχέση με τις συνθήκες που είχαν διαμορφώσει οι επιστημονικές δυνατότη­τες της εποχής, καθώς είναι προβλέψιμο το αί­σιο αποτέλεσμα που θα επέφερε σήμερα η εφαρμογή των συγχρόνων μεθόδων στην αντι­μετώπιση μιας ανάλογης περίπτωσης.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η ατεκνία των βασιλέων Όθωνα και Αμαλίας και οι ιστορικές της συνέπειες.

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Κιούπι


 

Κιούπι - Βάζο, με χερούλια φτιαγμένο στον τροχό (σύγχρονη κατασκευή).

Κιούπι – Βάζο, με χερούλια φτιαγμένο στον τροχό (σύγχρονη κατασκευή).

Πήλινο αγγείο μεγάλων διαστάσεων με στόμιο, μεγάλη κοιλιά και παχιά τοιχώματα, που χρησίμευε για την αποθήκευση ξηρών ή υγρών προϊόντων και τροφών. Το σχήμα του ήταν ίδιο μ’ εκείνο του πιθαριού, αλλά ο λαιμός με στόμιο ήταν πιο στενός, για να σκεπάζεται και να κλείνει ευκολότερα.

Κιούπι

Κιούπι

Το χείλος του στομίου είναι παχύτερο από τα τοιχώματα της κοιλιάς, για να μη σπάζει κατά τη χρήση, όταν πάνω του προσκρούουν διάφορα σκεύη μεταφοράς, και κλείνει με πέτρινο, πήλινο ή ξύλινο καπάκι. Σε ολόκληρη την εξωτερική επιφάνεια το κιούπι έχει οριζόντιες αυλακωτές ταινίες (ζωνάρια), που ενισχύουν τα πλευρά του και το κάνουν πιο ανθεκτικό και σταθερό.

Κιούπια  σε ελαιοτριβείο. Φώτο: Μουσείο Βιομηχανικής ελαιουργείας στην Αγία Παρασκευή Λέσβου.

Κιούπια σε ελαιοτριβείο. Φώτο: Μουσείο Βιομηχανικής ελαιουργείας στην Αγία Παρασκευή Λέσβου.

 

Στα κιούπια αποθήκευαν λάδι, δημητριακά, αλεύρι, καρπούς και άλλα προϊόντα σε μεγάλες ποσότητες στις αποθήκες των σπιτιών, στους πύργους, στα κελάρια των μοναστηριών, στα λιοτρίβια, αλλά και στους αγρούς, όπου χρησίμευαν για αποθήκευση νερού, όταν κοντά στο χωράφι δεν υπήρχε πηγή, πηγάδι ή τρεχούμενο νερό.

Τα κιούπια χρησιμοποιούνται σήμερα ως διακοσμητικά κυρίως στοιχεία στους κήπους και στις αυλές και σπανιότερα για πρακτικές ανάγκες στα χωριά, όπου δεν έχουν φτάσει ακόμα τα πλαστικά και τα μεταλλικά δοχεία.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Το Μυκηναϊκό νεκροταφείο των Δενδρών


 

Στα βορειοδυτικά της Ακρόπολης της Μιδέας και σε απόσταση τριών περί­που χιλιομέτρων βρίσκεται ένα από τα σπουδαιότερα νεκροταφεία της Μυ­κηναϊκής εποχής, το νεκροταφείο των Δένδρων, που πήρε το όνομα του από το σύγχρονο χωριό Δενδρά με το οποίο συνορεύει. Στο χώρο του νεκροτα­φείου έχουν βρεθεί οικιστικά κατάλοιπα της Πρώιμης εποχής του Χαλκού, καθώς και ταφικοί τύμβοι του τέλους της Μέσης και των αρχών της Ύστε­ρης εποχής του Χαλκού, που περιλαμβάνουν και ταφές αλόγων.

Η νεκρόπολη των Δένδρων θεωρείται ότι αποτελούσε το βασιλικό νε­κροταφείο της Μιδέας ήδη από την πρώιμη Μυκηναϊκή εποχή. Οι ανασκαφές Σουηδών και Ελλήνων αρχαιολόγων έφεραν στο φως ένα θο­λωτό και 16 θαλαμωτούς τάφους ανοιγμένους σε ομαλή πλαγιά. Οι ανασκαφές στο χώρο άρχισαν την άνοιξη του 1926 από τον Σουηδό αρχαιολόγο Axel W. Persson. Εκείνο το καλοκαίρι ερευνήθηκε ο θολωτός τάφος και την επόμενη χρονιά τρεις θαλαμωτοί. Δύο ακόμη τάφοι που εκτείνονται βορειοανατολικά και έξω από τα όρια του οργανωμένου σήμερα αρχαιολογικού χώρου, ερευνήθηκαν από τον Ν. Μπέρτο, το φθινόπωρο του 1927. Το 1937 ο Persson ανέσκαψε έναν ακόμη θαλαμωτό τάφο και το 1939 άλλους πέντε. Το 1960 ερευνήθηκε ο περίφημος «τάφος της πανοπλίας» από τον Ν. Βερδελή και δύο ακόμη θαλαμωτοί τάφοι από τον Σουηδό αρχαιολόγο P. Astrom. Το 1977 ανασκάφηκαν από την Ε. Πρωτονοταρίου – Δεϊλάκη δύο θαλαμωτοί τάφοι και οι τύμβοι που τους περιβάλλουν.

 

Θολωτός τάφος

Θολωτός τάφος

 

Ο μνη­μειώδης θολωτός τάφος αποτελείται από έναν ευρύχωρο κυκλικό ταφικό θάλαμο κτισμένο κατά το εκφορικό σύστημα και μακρύ δρόμο με κτιστά τοιχώματα, που οδηγεί στην είσοδο του μνημείου. Οι άλλοι τάφοι είναι απλούστεροι, θαλαμωτοί, λαξευμένοι στο φυσικό βράχο και έχουν ορθο­γώνιο συνήθως θάλαμο και μακρύ κατηφορικό δρόμο.

 

Θολωτός τάφος

Θολωτός τάφος

 

Θολωτός τάφος

Θολωτός τάφος

Οι τάφοι, που χρονολογούνται στους 15ο και 14ο αι. π.Χ., ήταν πλού­σια κτερισμένοι, αν και αρκετοί βρέθηκαν συλημένοι. Τα πολύτιμα κτερί­σματα τους μαρτυρούν την υψηλή κοινωνική θέση των νεκρών. Ο θολωτός τάφος περιείχε μερικά από τα σημαντικότερα ευρήματα του νεκροταφείου, όπως πολύτιμα σκεύη από χρυσό, ασήμι και χαλκό, κοσμήματα από χρυσό και ημιπολύτιμους λίθους, χάλκινα όπλα και ένα εντυπωσιακό σύνολο σφραγιδολίθων με αριστοτεχνικές παραστάσεις ζώων. Από τα πολύτιμα σκεύη ξεχωρίζουν χρυσή φιάλη με έκτυπη παράσταση θαλασ­σινού τοπίου και ρυτό από αυγό στρουθοκαμήλου με επίθετη διακόσμηση από χρυσό και ασήμι.

 

Χρυσό κύπελλο με περίτεχνη έκτυπη διακόσμηση φύλλων κισσού από το θαλαμωτό τάφο 10.

Χρυσό κύπελλο με περίτεχνη έκτυπη διακόσμηση φύλλων κισσού από το θαλαμωτό τάφο 10.

 

Θαλαμωτός τάφος 2

Θαλαμωτός τάφος 2

Οι πλουσιότεροι από τους θαλαμωτούς τάφους είναι οι τάφοι 2,10 και 12, στους οποίους βρέθηκαν κτερίσματα εξίσου σημαντικά με εκείνα του θο­λωτού τάφου. Ο τάφος 2 περιείχε πολλά χάλκινα σκεύη σε άριστη διατήρηση, ενώ από τον τάφο 10 προέρχονται περίτεχνα χρυσά περιδέραια και ενώτια, χρυσή φιάλη με ωραία έκτυπη διακόσμηση φύλλων κισσού και ασημένια αγγεία πόσης, που προφανώς αποτελούσαν επιτραπέζιο σύ­νολο.

 

Πανοπλία των Δενδρών - Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου

Πανοπλία των Δενδρών – Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου

 

Το σημαντικότερο, ωστόσο, εύρημα του νεκροταφείου είναι η περίφημη πανοπλία των Δένδρων, που αποκαλύφθηκε στο θαλαμωτό τάφο 12. Είναι κατασκευασμένη από πολλά μεγάλα χάλκινα ελάσματα, που κά­λυπταν ολόκληρο το σώμα του πολεμιστή. Μαζί με την πανοπλία του, βρέ­θηκαν οι χάλκινες περικνημίδες και κατάλοιπα του οδοντόφρακτου κράνους του με τις χάλκινες παραγναθίδες. Από τον ίδιο τάφο προέρχονται ασημέ­νια κύπελλα, καθώς και χάλκινα όπλα και σκεύη. Τα κτερίσματα του τάφου της πανοπλίας χρονολογούνται στα τέλη του 15ου αι. π.Χ., όπως και αυτά από το θολωτό τάφο και τους θαλαμωτούς τάφους 2 και 10.

 

Ταφές αλόγων

Ταφές αλόγων

 

Τα ευρήματα από το νεκροταφείο των Δένδρων είναι εκτεθειμένα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα (θολωτός τάφος, θαλαμωτοί τάφοι 2 και 10) και στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου.

Καίτη Δημακοπούλου

Νικολέττα Διβάρη-Βαλάκου 

 

Πηγή


 

  • Καίτη Δημακοπούλου, Νικολέττα Διβάρη-Βαλάκου, «Η Μυκηναϊκή Ακρόπολη της Μιδέας», Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού , Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, Αθήνα, 2010.

 

Χερόμυλος


 

 

Χερόμυλος

Χερόμυλος

Μικρός χειροκίνητος μύλος για το άλεσμα μικρής ποσότητας σιταριού. Ήταν μια επίπεδη κυκλική πέτρα με λεία επιφάνεια και εσοχή με τοίχωμα ύψους 5 περίπου εκατοστών στην εξωτερική της πλευρά. Μέσα στην εσοχή αυτή έμπαινε μια άλλη επίπεδη πέτρα πάχους 10 περίπου εκατοστών, που εφάρμοζε στην κάτω πέτρα και μπορούσε να περιστρέφεται πάνω της. Η περιστροφή της γινόταν χειροκίνητα μ’ ένα ξύλινο συνήθως χερούλι στερεωμένο στην άκρη της πάνω πέτρας. Στο κέντρο της πάνω πέτρας υπήρχε μια τρύπα σαν χωνί με μεγαλύτερο άνοιγμα στο πάνω μέρος της και μικρότερο στο κάτω.

Ακουμπούσαν το χερόμυλο στο έδαφος ή πάνω σ’ ένα τραπέζι, έριχναν λίγο – λίγο το στάρι στην τρύπα της πάνω πέτρας με το ένα χέρι και με το άλλο κρατούσαν το χερούλι και την περιέστρεφαν πάνω στην κάτω πέτρα. Οι καρποί άρχιζαν να διαχέονται στο κενό ανάμεσα στις δυο πέτρες και να τρίβονται ως που να φτάσουν στην εξωτερική πλευρά του κύκλου και να βγουν από μια τρύπα, που υπήρχε στα τοιχώματα της κάτω πέτρας.

Το άλεσμα του σιταριού με το χερόμυλο γινόταν από τους προϊστορικούς χρόνους. Με τον πέτρινο χερόμυλο άλεθαν μικρή ποσότητα σιταριού, για να κάνουν το πλιγούρι, χοντραλεσμένο δηλαδή αλεύρι μαζί με τα πίτουρα, που το ανακάτευαν με γάλα, το έβραζαν και έκαναν τον τραχανά. Με τον ίδιο μύλο μπορούσαν να τρίψουν και το χοντρό αλάτι ή μικρή ποσότητα οποιουδήποτε σπόρου.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

 

Σβάρνα


 

 

Γεωργικό ξύλινο εργαλείο, που χρησιμεύει για την ισοπέδωση οργωμένου εδάφους. Μπορούσε να είναι ένα χοντρό κομμάτι ξύλου από κορμό δένδρου πάχους 10 περίπου εκατοστών, μήκους 1,50 περίπου μέτρου και πλάτους 50-60 εκατοστά. Επειδή όμως ήταν δύσκολο να βρεθεί τέτοιο ξύλο, την κατασκεύαζαν με 5 κομμάτια κορμών. Έβαζαν τα 3 μεγάλα παράλληλα σε απόσταση 30 περίπου εκατοστών μεταξύ τους και συνέδεαν σταθερά τις δυο άκρες τους με δυο μικρότερα.

Έπλεκαν κατόπιν αλλεπάλληλες λεπτές βέργες από εύκαμπτο ξύλο, συνήθως λυγαριά, στα τρία παράλληλα ξύλα μέχρι να καλύψουν όλη την επιφάνεια της σβάρνας. Οι βέργες έπρεπε να έχουν φορά κάθετη προς τη μεγάλη πλευρά της σβάρνας, για να σέρνονται πάνω στο χώμα και να μην αποσπώνται εύκολα. Στα άκρα της μιας μεγάλης πλευράς της σβάρνας έδεναν δυο θηλιές από χοντρό σύρμα, στις οποίες προσαρμόζονταν τα τραβηχτά των ζώων κατευθείαν στη σβάρνα χωρίς τη μεσολάβηση ζυγού.

 

Σβάρνα, φωτογραφία από την ηλεκτρονική Εφημερίδα του Βαλτινού.

Σβάρνα, φωτογραφία από την ηλεκτρονική Εφημερίδα του Βαλτινού.

 

Ο γεωργός, όταν τελείωνε το όργωμα ενός χωραφιού, έδενε τα ζώα του στη σβάρνα, ανέβαινε και ο ίδιος επάνω σ’ αυτή ή τοποθετούσε δυο βαριές πέτρες πάνω της, για να γίνει πιο βαριά και να γίνει πιο αποτελεσματικό το σβάρνισμα, και άρχιζε να σβαρνίζει το χωράφι του. Η σβάρνα, καθώς σερνόταν από τα ζώα, έσπαζε τους σβόλους και ισοπέδωνε το οργωμένο χώμα, για να μη λιμνάζει το νερό της βροχής στις γούβες και να είναι πιο εύκολο το θέρισμα του σιταριού το καλοκαίρι.

Το σβάρνισμα του χωραφιού ήταν εύκολη δουλειά. Δεν κούραζε τα ζώα, όπως το αλέτρι, γινόταν γρήγορα, αφού η σβάρνα με το πλάτος της κάλυπτε 5-6 αυλακιές, και μ’ αυτό τελείωνε η δουλειά της ημέρας και ο γεωργός έβλεπε με ευχαρίστηση το αποτέλεσμα των κόπων του.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

 

Όργωμα


 

 

Όργωμα το 1937. Εικόνα, Greene County Georgia.

Όργωμα το 1937. Εικόνα, Greene County Georgia.

Το σκάψιμο της γης με το αλέτρι. Μια πανάρχαια διαδικασία, που προκάλεσε την πρώτη πολιτισμική επα­νάσταση της ανθρωπότητας, αφού επέτρεψε στον άνθρωπο να καλλιεργήσει τη γη, να μεταβληθεί από τροφοσυλλέκτης σε μόνιμο κάτοικο και να δημιουργήσει τις πρώτες πόλεις.

Το όργωμα και η σπορά της γης απαιτούσαν τα απαραίτητα ζώα και εργαλεία και γίνονταν με μια συγκεκριμένη διαδικασία. Γίνονταν το φθινόπωρο μετά τις πρώτες βροχές, που είχε μαλακώσει το χώμα. Στον ελληνικό χώρο η σπορά ήταν θρησκευτικά συνδεδεμένη με τη γιορτή του Τιμίου Σταυρού, στις 14 του Σεπτέμβρη. Εκείνη την ημέρα οι γεωργοί συνήθιζαν να πάνε τους σπόρους στην εκκλησία, για να τους ευλογήσει ο θεός και να πάει καλά η σοδειά τους.

Όταν ξεκινούσε το όργωμα, ο γεωργός ετοίμαζε από την προηγούμενη ημέρα τα εργαλεία του, το αλέτρι, το ζυγό με τα τραβηχτά, τις λαιμαριές, τη σβάρνα και το σπόρο του. Τάιζε και πότιζε καλά τα ζώα του από το βράδυ και πρωί – πρωί φόρτωνε τους σπόρους και τα σύνεργα στα ζώα και έφτανε στο χωράφι του. Ξεφόρτωνε τα πράγματα σε μια άκρη του χωραφιού και έζευε τα ζώα του στο αλέτρι. Φορούσε στο καθένα τη λαιμαριά και το τραβηχτό του, ένωνε τα καπίστριά τους μ’ ένα σκοινί ή μια αλυσίδα, για να βαδίζουν μαζί και παράλληλα, και προσάρμοζε τα δυο τραβηχτά στη μια και την άλλη άκρη του ζυγού και το ζυγό στο αλέτρι.

Ξεκινούσε χωρίζοντας το χωράφι σε «σποριές». Έκανε δηλαδή μια αυλακιά στην άκρη κατά μήκος του χωραφιού και κάποιες άλλες παράλληλες σ’ αυτή σε από­σταση 8-10 μέτρων μεταξύ τους, ώστε να μπορεί βαδίζοντας στο κέντρο κάθε τέτοιας λουρίδας να σκορπίζει ομοιόμορφα με τη χούφτα του το σπόρο πάνω στο χωράφι.

 

Όργωμα σε χωράφι μπροστά στη Σάντα Ρόζα στις 5 Μαΐου του 1955. Φωτογραφία από τον ιστότοπο «Γραφική παλιά Αλεξανδρούπολη».

Όργωμα σε χωράφι μπροστά στη Σάντα Ρόζα στις 5 Μαΐου του 1955. Φωτογραφία από τον ιστότοπο «Γραφική παλιά Αλεξανδρούπολη».

 

Έδενε μια μεγάλη ποδιά στη μέση του, γονάτιζε μπροστά σ’ ένα ανοιχτό τσουβάλι με σπόρο, έβαζε την άκρη της ποδιάς μέσα στο τσουβάλι και τραβούσε σπόρο με τα χέρια μέχρι να γεμίσει την ποδιά του. Κρατούσε κατόπιν με το ένα χέρι την άκρη της γεμάτης με σπόρο ποδιάς, σηκωνόταν όρθιος και άρχιζε να σπέρνει με το άλλο χέρι του το σπόρο ανάμεσα στις αυλακιές της κάθε σποριάς. Η σπορά απαιτούσε ιδιαίτερη τέχνη και εμπειρία, γιατί έπρεπε ο σπόρος να σκορπίζεται ομοιόμορφα στο χωράφι, για να φυτρώσει καλά και να μην αφήσει κάποια τμήματα χέρσα.

Έπιανε κατόπιν το αλέτρι και οδηγούσε τα ζώα κυκλικά στη σποριά κάνοντας τη μια αυλακιά δίπλα στην άλλη, μέχρι να τελειώσει η μια σποριά και να συνεχίσει στην επόμενη. Το μεσημέρι σταματούσε για λίγο τη δουλειά, για να ξεκουραστούν λίγο τα ζώα και να φάει λίγο λιτό φαγητό, συνήθως ό,τι είχε περισσέψει από το προηγούμενο βράδυ, λίγο τυρί ή παστό και μπόλικο ψωμί, και συνέχιζε το όργωμα μέχρι αργά το απόγευμα. Υπολόγιζε μόνο να προλάβει να γυρίσει στο σπίτι πριν νυχτώσει.

 

Όργωμα το 1931. Beaverton, Oregon. Oregon Historical Photo Gallery.

Όργωμα το 1931. Beaverton, Oregon. Oregon Historical Photo Gallery.

 

Όταν τελείωνε το όργωμα κάθε χωραφιού, ακολουθούσε το σβάρνισμα. Έλυνε το αλέτρι από το ζυγό και έδενε σ’ αυτόν τη σβάρνα του. Οδηγούσε κατόπιν το ζευγάρι των ζώων του πάνω στο οργωμένο χωράφι, για να σπάσουν με τη σβάρνα οι σβόλοι και να ισοπεδωθεί το χώμα, ώστε να ποτίζεται ομοιόμορφα από το νερό της βροχής και να γίνει πιο εύκολα ο θερισμός του χωραφιού το καλοκαίρι.

Το όργωμα είναι εύκολο στον κάμπο, αλλά γίνεται δύσκολο στα απόκρημνα βουνά και τα νησιά τα γεμάτα βράχια. Σ’ αυτή την προσπάθεια με τα κοινά προβλήματα η συνεργασία και ο αλληλοσεβασμός ορίζουν ένα από τα βασικά στοιχεία της αγροτικής κοινωνικότητας. Πολλές φορές δυο ή περισσότεροι γεωργοί κάνουν «σεμπριά», αναλαμβάνουν δηλαδή από κοινού την εκμετάλλευση ενός κτήματος βάζοντας τα ζώα και την προσωπική τους εργασία και μοιράζονται στο τέλος τη σοδειά. Άγραφοι νόμοι προστατεύουν από κλοπή τα εργαλεία που μένουν αφύλαχτα τη νύχτα στο χωράφι. Αν κλέψει κανείς αλέτρι, πιστεύουν πως δεν ξεψυχάει παρά μόνο αν του κρεμάσουν στο λαιμό ένα ζυγό!

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.