Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Λοιμός στο Ναύπλιο

 


Στο « Εθνικόν Ημερολόγιον» του Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου,*  ένα μοναδικό και ιδιαιτέρως σημαντικό χρονογραφικό, φιλολογικό και γελοιογραφικό περιοδικό, του έτους 1893, μεταξύ άλλων ενδιαφερόντων θεμάτων, διαβάζουμε ένα απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Φωτίου Χρυσανθόπουλου του γνωστού Φωτάκου, γραμματέα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που αναφέρεται στο μεγάλο λοιμό του Ναυπλίου. Ο λοιμός αυτός συνέπεσε με την παράδοση του Ναυπλίου από τον Αλη μπέη Αργίτη, ο οποίος τότε ήταν φρούραρχος της πόλης. Ας αφήσουμε όμως τον ίδιο τον Φωτάκο να μας αφηγηθεί αυτό το γεγονός, με τον μοναδικό του τρόπο.

 

« … Μετά ταύτα έλαβα διαταγήν του αρχηγού μου να ζητήσω τα κλειδιά του φρουρίου από τον Αλή πασά, όστις ήτο φρούραρχος. Ούτος ήτον ο Αλή μπέης Αργίτης, όστις προηγουμένως έλειπεν εκτός της Πελοποννήσου, και έπειτα ήλθε μετά του Δράμαλη, διορισθείς πασάς υπό του Σουλτά­νου, και τούτο διότι ακολούθησε τον Χουρσίτ πασάν, αρχηγόν των στρατευμάτων, εις την κατά των Ιωαννίνων και του Αλή Πασά εκστρατείαν, κατά την οποίαν εγένετο πασάς τρί­της τάξεως ο Αλή μπέης και διωρίσθη συνάμα και φρούραρ­χος Ναυπλίου, διότι το φρούριον ήτον εκ των επισήμων και δεν διωρίζετο άλλος ειμή Πασάς φρούραρχος.

Αφού έλαβα την διαταγήν επήγα εις την οικίαν του, (η οποία ήτο μεγάλη και έκειτο πλησίον των καφενείων, αγορα­σθείσα έπειτα επί της ελληνικής διοικήσεως από τον Εμμαν. Ξένον, και εις την οποίαν κατόπιν εκατοίκησεν ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, και επί τέλους ηγοράσθη υπό του δήμου Ναυπλιέων δια δημοτικόν κατάστημα) δια να αναγγείλω προς αυτόν την διαταγήν του αρχηγού μου.  Άμα εμβήκα εις  την οικίαν, τον ηύρα καθήμενον, και εγώ επίσης εκάθησα, έμπροσθεν αυτού. Αλλ’ αυτός εθεώρησε τούτο ως προσβολήν και άρχισε να στεναχωρήται και να στρίβεται, διότι έμπροσθεν των Πασάδων δεν ήτο συγχωρημένον να καθίση κανείς, διότι τούτο θεωρείται θρησκευτικόν αμάρτημα.

Κατόπιν τον εφοβέρισα και του είπα να εκτελέση την διαταγήν του αρχηγού μου, ειδεμή θα παραγγείλω την άρνησιν εις αυτόν και θα διατάξη την είσοδον του στρατού εις την πόλιν. Ο πασάς ακούσας ταύτα εφοβήθη και εκάλεσεν ένα καβάσην και τον διέταξε να φέρη τα κλειδιά του φρουρίου, όστις και τα έφερεν επάνω εις ένα δίσκον, επί του οποίου ήτον εστρωμένον κάλυμμα (τζεβρές) χρυσούν˙ έπειτα ο ίδιος ημισηκωθείς, έλαβε τα κλειδιά και μου είπε˙ «λάβε τα, δόστα του αρχηγού σου, και ειπέ του εκ μέρους μου να λυπηθή του Θεού τα πλάσματα», εννοών τα πολιορκημένα γυναικόπαιδα.

 

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

 

Αφού έλαβα τα κλειδιά, δια να τον καταφρονήσω, τα επέταξα μακράν και έμπροσθέν του, και είπα εις ένα των στρατιωτών να τα λάβη και να υπάγη έξω δια να ανοίξουν την πύλην της ξηράς. Τούτο του εκακοφάνη περισσότερον**. Ταύτα όλα έπραξα, διότι προηγουμένως ο Ισούφ μπέης, κάτοικος Ναυπλίου και γνωστός μου, με είχε παρακινήση να κακομεταχειρισθώ τον Πασάν, διότι ήτο χριστιανομάχος και κακός άνθρωπος. Οι δύο ούτοι Τούρκοι ετρώγοντο μεταξύ των παλαιότερα, και ο πασάς πολλάκις ερραδιούργησε τους κατοίκους του Ναυπλίου να διώξουν τον Ισούφ μπέην, ως χριστιανόν από την μητέρα του, και διότι είχεν ανταπόκρισιν μετά των Ελλήνων αποστατών.

Αληθινά η μητέρα του Ισούφ μπέη και του αδελφού του Ζουλ Φουκάρ μπέη, ήτο χριστιανή, και προτού επαναστατήσωμεν και εγώ την είδα. Ο αδελφός της έζη εις την νήσον Σπέτσαι και ωνομάζετο ο Νικολής της Πασίνας. Ο πατήρ του Ισούφ μπέη την είχεν αιχμαλωτίση, και έλαβεν αυτήν σύζυγον από την πρώτην επανάστασιν του 1769. Ούτος ωνομάζετο Αχριέτης Σαλαμπάσης, και ήτον ο πρώτος Πασάς της Πελοποννήσου, ο οποίος εστάλη εις την Τριπολιτσάν, ήτις έκτοτε εγένετο η έδρα και εδιοικείτο από το κέντρον αυτής η Πελοπόννησος, διότι πρότερον οι πασάδες είχον την έδραν των εις το Ναύπλιον.

Ο πασάς αυτός ήτο πολύ αγαπημένος από τον Σουλτάνον, διότι είχε προσφέρη πολλάς εκδουλεύσεις προς αυτόν της Πελοποννήσου, και προ πάντων επανέφερε την ευταξίαν μετά την επανάστασιν του 1769. Προ του έτους 1780 και ύστερον μετά την καταστροφήν των Αλβανών εν Πελοποννήσω, ο προ αυτού Πασάς, είχε κατασκευάση πύργον, από τας κεφαλάς των Αλβανών, έξωθεν της Τριπόλεως, η οποία τότε δεν είχε τείχος, και αυτός ο Πασάς Σαλαμπάσης εζήτησε την άδειαν παρά του Σουλτάνου να περιτειχίση την Τριπολιτσάν και ετελείωσε το έργον δια της αγγαρείας των ραγιάδων Ελλήνων. Επειδή δε ο Ισούφ μπέης ήτον ήμερος και αγαθός άνθρωπος, συνανεστρέφετο πάντοτε με τους Έλληνας και ήθελε το καλόν των, οι άλλοι Τούρκοι εμίσουν αυτόν, και τον έλεγαν ρωμηόν δια την μητέρα του.

Τον εγνώρισα κατά τα μέσα 9βρίου του 1820, όταν ήλθον από την Ρωσσίαν δια την επανάστασιν, διότι κατά διαταγήν του Γκούστη επήγον εις Ναύπλιον μετά του συντρόφου μου και Διερμηνέως Δημ. Αρκαδινού, δια να παρατηρήσωμεν και κατασκοπεύσωμεν τα φρούρια και την πόλιν.  Εγώ εφόρουν φορέματα ευρωπαϊκά και επροσποιούμην τον ξένον, ο δε Αρκαδινός τον διερμηνέα, δια να μη μας υποπτευθούν οι Τούρκοι. Αφού εμβήκαμεν εις το Ναύπλιον, ο Ισούφ μπέης μας επήρεν εις το σπήτι του, και έπειτα μας εσυνώδευσε και περιήλθαμε την πόλιν, διότι εις πάντα άλλον ήτο εμποδισμένον.

Κατά την ημέραν εκείνην εγένετο υπό του φρουράρχου η διανομή των αλεύρων και των παξιμαδίων εις την φρουράν. Αλλ’ επειδή τα μεν άλευρα ήσαν πικρά, τα δε παξιμάδια εσκουλίκιασαν, ταύτα υποχρεωτικώς εδίδοντο εις τους ραγιάδες, οίτινες εχρεώστουν να αποδώσουν ίσον ποσόν καθαρού σίτου από εκείνον τον οποίον έμελλον να θερίσουν κατά το ερχόμενον έτος 1821. Ημείς εχαίρομεν βλέποντες ότι το φρούριον δεν είχε τροφάς.

Εν τούτοις ο Ισούφ μπέης μας ωδήγησε και έξω του Ναυπλίου, και όταν επλησιάσαμεν εις την πύλην της ξηράς μας είπε να ίδωμεν επάνω, και ημείς αναβλέψαντες ίδομεν μίαν μεγάλην μάχαιραν κρεμαμένην, από επάνω από την θύραν του φρουρίου, και τότε μας είπεν ότι τούτο σημαίνει ότι δια της μαχαίρας αυτής εκυρίευσαν οι Τούρκοι το φρούριον, και ότι οι απλοί εξ αυτών δοξάζουσιν ότι κάθε Παρασκευή η μάχαιρα αύτη στάζει αίμα, αλλ’ ο Ισούφ ήτο γραμματισμένος και δεν επίστευσεν εις το τοιούτον. Τοιουτοτρόπως εγνώρισα τον Ισούφ μπέην, και δια την γνωριμίαν μας τον συνέδραμον, διότι όταν οι Τούρκοι κατά την συνθήκην έφευγαν από το Ναύπλιον εις την Ανατολήν, παρακάλεσα τον καπετάν  Άμιλτον, να δεχθή αυτόν και όλην του την οικογένειαν εις το πλοίον του, και τους εδέχθη.

Τον Άμιλτον εζήτησαν οι Τούρκοι δια να παρευρεθή και αυτός κατά την εκτέλεσιν της συνθήκης προς περισσοτέραν ασφάλειαν, διότι τότε η Αγγλία ήτο σφόδρα φιλότουρκος. Ο Ισούφ μπέης επέστρεψε πάλιν εις την Ελλάδα μετά την έλευσιν του Κυβερνήτου, και η Κυβέρνησίς του τον διώρισεν υπάλληλον προς μετάφρασιν των τουρκικών εγγράφων, τα οποία απέλειπον εις τας ιδιοκτησίας. Μετά δε ταύτα και μετά την αναχώρησιν των εν Ναυπλίω Τούρκων, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, έγεινεν όργανον άλλων επιθυμούντων να εκδιώξωσιν εμέ και τον Σπυρ. Σπηλιωτόπουλον, υπασπιστήν του πατρός του, από την ανατεθείσαν εις ημάς υπηρεσίαν, και εν μια των ημερών με ετραυμάτισε δια μαχαίρας εις τον αγκώνα του αριστερού βραχίονος.

Η επιβουλή αύτη εφανερώθη κατόπιν˙ οι αδελφοί Γιατράκος Παναγιώτης και Γεώργιος κατέβαλαν πολλήν επιμέλειαν και η πληγή μου εθεραπεύθη, χωρίς να χάσω το χέρι μου. Αλλ’ έπειτα ασθένησα από τον τύφον, όστις εγεννήθη εντός του Ναυπλίου. Η επιδημία αύτη υπήρξε φοβερωτέρα εκείνης, η οποία έγινεν εις την Τριπολιτσάν, διότι εθέρισε πολλούς Έλληνας, οίτινες εμβήκαν έξωθεν και από τον καθαρόν αέρα εις το Ναύπλιον. Ούτοι άμα εισήλθον έλαβον τα φορέματα και τα άλλα πράγματα των Τούρκων και από αυτά εμολύνθησαν.

 

Η πλατεία Πλατάνου ( Συντάγματος) με το Σεράι του Μορά Πασά και το Βουλευτικό, σχέδιο σε μολύβι, L. Lange, 1834.

 

Η νόσος αύτη είχε πολλά πρωτοφανή και παράξενα συμπώματα και αποτελέσματα. Όστις κατελαμβάνετο από αυτήν ήτο αδύνατον να ζήση, και όστις έζη και διέφευγεν αυτήν, εστερείτο μιαν από τας αισθήσεις του, ή το φως του, ή την μνήμην του, ή την ακοήν.

Όταν η νόσος έφθανεν εις την ακμήν της, ο πάσχων ετρελαίνετο και η φαντασία του ανέβαινεν υψηλά. Πολλοί εκ των αρρώστων εσηκώθησαν, οι μεν την νύκτα, οι δε την ημέραν να κολυμβήσουν εις την θάλασσαν όπου και επνίγησαν, ερρίπτοντο δε εις την θάλασσαν δια να δροσισθούν, διότι η φλόγα των μέσα ήτον αθεράπευτος. Άλλοι πάλιν ενόμιζον ότι το έδαφος ήτο θάλασσα και έριπτον εαυτούς από τα παράθυρα της οικίας των κάτω εις την γήν, αφού προηγουμένως εκδύοντο και άφιναν τα ενδύματά των  δια να μη βραχούν˙ όσοι δε από το πέσιμον εσώζοντο, εγύριζαν γυμνοί εις την πόλιν, και κανείς δεν τους εσυμάζωνεν, όλος δε ο κόσμος από τον φόβον της νόσου έφευγεν.

Τινές δε εφαντάζοντο ότι ήσαν ιερείς και περιφερόμενοι μέσα εις τας οικίας των εμιμούντο τους ιερείς ιερουργούντας εις την Εκκλησίαν. Πολλοί από τους ευρεθέντας τότε εκεί Γερμανούς φιλέλληνας και νεωστί ελθόντας, δια να προσφέρωσι τον εαυτόν των θυσίαν εις την κλασικήν γην των αρχαίων Ελλήνων, – διότι και τα διαβατήριά των τοιαύτα ήσαν και ούτος έλεγον: «Θεέ, σώσον την Ελλάδα! Απέρχεται ο δείνα (ενταύθα εσημειούτο το όνομα, το επίθετον και η πατρίς του) να συναγωνισθή μετά των αδελφών Ελλήνων, ελευθερόνων την πατρίδα του Επαμινώνδα, του Θεμιστοκλή, του Περικλή και των λοιπών Ελλήνων, και τα διαβατήρια υπέγραφον τα μέλη μιας φιλελληνικής επιτροπής υπό το όνομα κομιτέ, – αυτοί όλοι εχάθηκαν οι δυστυχείς δωρεάν, διότι δεν είχον κανένα συγγενή να τους συμμαζώξη και να τους περιποιηθή, άλλως τε δεν εγνώριζον και την γλώσσαν δια να εξηγούνται.

Αν δε κανείς εξ’ αυτών είχε σώας τας φρένας και επήγαινε γυρεύοντας να εύρη νερόν, να σβύση την φωτιά η οποία μέσα του εκαίετο, καμμίαν βοήθειαν δεν εύρισκε, διότι έφευγαν οι γεροί από κοντά του δια να μη μολυνθούν, και τούτο όχι μόνον εις τους φιλέλληνας εγίνετο, αλλά και εις τους ιδίους συγγενείς των πασχόντων, οίτινες και αυτοί ακόμα τους άφιναν. Εκτός δε τούτων ούτε ιατρούς, ούτε νοσοκομείον, ούτε άλλο τίποτε μέσον θεραπείας υπήρχεν. Οι Έλληνες χωρικοί εφοβούντο να τους πλησιάσουν, όχι δια να μη μολυνθούν και πάθωσι και αυτοί, αλλά κυρίως εκ της προλήψεως ότι οι προσβαλλόμενοι από την νόσον δαιμονίζονται.

Εν τούτοις πολλοί εκ των χωρικών, οίτινες είχον έλθη δια τα λάφυρα, επήραν τα παληόρρουχα τα μολυσμένα και έφερον την αρρώστιαν εις τα χωριάν των, από την οποίαν πολλοί απέθανον. Πολύ έβλαψεν η ώρα του έτους και η θέσις της πόλεως, διότι ήτο χειμών, και έβρεχε και η υγρασία ήτο πολύ μεγάλη. Πολλά τότε συνέβησαν αλλόκοτα και παράδοξα ένεκα της νόσου, αλλά το μάλλον περιεργότερον είναι το ακόλουθον.

Όπισθεν του ναού του Αγ. Γεωργίου υπήρχον καμάραι και ερείπια οικιών, αίτινες είχον νεωστί καταπέση, και ήσαν ξύλα πολλά, τα οποία οι Έλληνες μετεχειρίζοντο δια να καίωσι φωτιάν. Δύο αρρώστων η φαντασία εσυμφώνησε να υπάγουν να κλέψουν ξύλα από τον σωρόν των ερειπίων, και αφού επήγαν εκεί επιάσθηκαν μεταξύ των, και ο ένας εμπόδιζε τον άλλον. Ο ένας από αυτούς ήτο Χίος, Τζωρτζέτος Ράλλης ονομαζόμενος, ανεψιός του μισέ Θανάση γνωστού εις το Ναύπλιον. Αυτός έζησε, διότι τον εγνώρισα εις το Ταϊγανρόκ της Ρωσσίας κατά το 1817 και τον επεριποιήθην εις την αρρώστιαν του. Εγώ ήμην 28 ημέρας άρρωστος κλεισμένος εις ένα δωμάτιον. Ο Παναγιώτης Χρυσανθόπουλος, ο μετονομασθείς Κακλαμάνος, με επεριποιήθη προς καιρόν, αλλ’ ύστερον με παρήτησε και έφυγε κρύφα.

Είχαν καρφώση τα παράθυρα και την θύραν μήπως φύγω και κρημνισθώ, υπέφερα πολύ, ελαττώθη το μνημονικόν μου και η ακοή μου, και μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου πάλιν τα επανέκτησα. Τοιαύτη ήτον η λοιμική νόσος του Ναυπλίου εκ ταύτης δε, καθώς και εκ της προστεθείσης της Τριπολιτσάς, απέθανον περισσότεροι άνθρωποι, παρά εις τους μέχρι γενομένους πολέμους. Είπομεν ανωτέρω ότι πολλοί εκ των ευρεθέντων Γερμανών φιλελλήνων, και νεωστί ελθόντων απέθανον από την νόσον. Ούτοι σωθέντες μετά του Πέτα την ατυχή μάχην, έμειναν ως ζύμη του τακτικού, και εκείθεν ήλθαν εις το Λουτράκι και εις την Κόρινθον, έπειτα πάλιν, ως ενθυμούμαι, εβγήκαν κατά την Πιάδα και το Λιγουργιόν, και ύστερον ετοποθετήθησαν εις το Ξεροκάστελλον και εις το μοναστήριον του Αγίου Δημητρίου, και ούτω έλαβον μέρος και αυτοί εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου.

Αν και δεν ήσαν πολλοί, διότι δεν υπερέβαινον τους διακοσίους, όμως οι άνδρες αυτοί ανέλαβον τον αγώνα να φυλάττωσιν ως σκοποί νύκτα και ημέραν.  Εστάλαξαν οι πτωχοί εις τα πόδια των, και είναι άξιοι επαίνου δια την επί ένα περίπου μήνα τοιαύτην υπηρεσίαν των, διότι ωφέλησαν την πολιορκίαν, και μάλιστα αυτοί πρώτοι των άλλων Ελλήνων κατά την άλωσιν εμβήκαν μέσα εις το Παλαμήδιον. Δεν ενθυμούμαι τα ονόματά των δια να μνημονεύσω και να πλέξω στέφανον της καρτερίας των. Και όμως μέχρι τέλους αδικήθηκαν εις την διανομήν των λαφύρων, διότι τα επήραν οι άτακτοι.

Αν έβλεπέ τις τούτο το τακτικόν σώμα πως έγεινε τότε και πως ήτον ενδεδυμένον ποτέ, δεν θα το ελησμόνει, αλλ’ ούτε ημπορεί τις να το ζωγραφήση, διότι προς τούτο θέλει όλα του κόσμου τα χρώματα. Εφόρουν παραδείγματος χάριν μπινίσια τουρκικά διαφόρων χρωμάτων και της γούνες ανάποδα και μακρόθεν εφαίνοντο ωσεί αρκούδες ή καμήλες. Εις δε τας κεφαλάς των εφόρουν καβούκια τουρκικά. Άλλοι εξ’ αυτών ήσαν ξυπόλυτοι, και άλλοι πάλιν εφόρουν κόκκινα υποδήματα και κίτρινα και μέστια γυναικεία. Πολλοί δε άλλοι είχον αντί μανδύας, παπλώματα εις την ράχιν των. Οι δε σκοποί μακρόθεν δεν διεκρίνοντο αν ήσαν άνθρωποι. Έβλεπέ τις μόνον ένα πράγμα και εμαύριζε και μόνον από την ορθήν λόγχην του όπλου εγνωρίζοντο ότι ήσαν σκοποί.

Ο δε καιρός ήτο χειμώνας και έκαμνε κρύο πολύ, και δια τούτο υπέφερον οι πτωχοί. Ο αρχηγός των και οι λοχαγοί έδειξαν μεγάλην γενναιότητα και καρτερίαν αμίμητον, και όπως η μητέρα τρέφει και περιποιείται τα παιδιά της, έτσι και αυτοί επιμελούντο τους στρατιώτας των. Είχον δε ούτοι και ολημέρα πόλεμον με την έλλειψιν των αναγκαίων μέσων, διότι έως να εύρουν το ένα, τους έλειπε το άλλο, και δια ταύτα τα αίτια και άλλα ακόμα, ποτέ εις την Ελλάδα δεν ηδυνήθη να πήξη αυτό το σώμα των τακτικών. Όλοι δε οι Γερμανοί υπήρξαν οι ειλικρινέστεροι και αφιλοκερδότατοι φίλοι της Ελλάδος, και δια τας τοιαύτας αρετάς εμάκρυνα τον λόγον περί αυτών».

   

Υποσημειώσεις

 


  

* Ο παρ’ ημίν Αρειοπαγίτης κ. Σ. Ανδρόπουλος, κάτοχος, ως γνωστόν, των πολυτίμων ανεκδότων χειρογράφων του Φωτάκου, του διατελέσαντος γραμματέως του αειμνήστου Κολοκοτρώνη, ευηρεστήθη να χορηγήση ημίν προς δημοσίευσιν το υπ’ όψιν απόσπασμα, εν ω ζωηρώς εξεικονίζεται μια θλιβερά σελίς του Εθνικού Αγώνος.

** Εις τα προεκδοθέντα απομνημονεύματά μου εντράπην ν’ αναφέρω ότι εγώ επήρα τα κλειδιά του Ναυπλίου από τον Πασάν. Αλλ’ επειδή είδον πολλούς άλλους λέγοντας ότι αυτοί τα έλαβον, και να φορτώνονται τόσα βάρη, δια τούτο και εγώ επεφάσισα να φορτωθώ ότι έπραξα κατά διαταγήν του αρχηγού μου.

 

Πηγή

 
  • Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, « Εθνικόν Ημερολόγιον του Έτους 1893»,  Εν Αθήναις 1893.

 


  

  

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού στην Ελληνική Τηλεόραση (ΕΤ 1)

 

   

Το Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011, στις 2.15 το μεσημέρι θα μεταδοθεί από την ΕΤ1 η τρίτη εκπομπή, με την οποία κλείνει το αφιέρωμα της στην Αργολίδα, η επιτυχημένη εκπομπή «Φωτόσφαιρα» που επιμελείται και παρουσιάζει η καταξιωμένη στο χώρο της δημοσιογράφος Χαρά Φράγκου.

Το Άργος που μαζί με την Θήβα είναι οι αρχαιότερες πόλεις της Ελλάδας, διαθέτει μια πολιτιστική κληρονομιά που ελάχιστα είναι γνωστή στο κοινό! Η ενδιαφέρουσα αυτή κληρονομιά αποτυπώνεται στα απομεινάρια του παρελθόντος, μνημεία και κατοικίες, τα οποία είναι η ίδια η ιστορία της πόλης αλλά και της Ελλάδας.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Πολίτες του Άργους δημιούργησαν την Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη της πόλης αλλά και ολόκληρου του Νομού Αργολίδας, μέσα από την οποία αποκαλύπτονται κορυφαίες στιγμές της ιστορίας αλλά και σημαντικά γεγονότα του ιστορικού παρασκηνίου.

Η Φωτόσφαιρα ακολούθησε τις σελίδες της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης   και περιπλανήθηκε στην πόλη και στις εξοχές του Άργους αλλά και του Ναυπλίου.

 

Η δημοσιογράφος Χαρά Φράγκου με τον Α. Τσάγκο στα γραφεία της Βιβλιοθήκης.

 

Μια άλλη Αργολίδα αναδύεται μέσα από τις άριστα επιμελημένες σελίδες της ηλεκτρονικής βιβλιοθήκης που φτάνει στις οθόνες των χρηστών του διαδικτύου σε ολόκληρο τον κόσμο. Μια λαμπρή ιστορία που μέχρι χθες έμοιαζε να υποχωρεί εμφανίζεται και αποκαλύπτεται μπροστά στα μάτια των επιστημόνων  ερευνητών, των φοιτητών, των μαθητών και των πολιτών που θα επιχειρήσουν να μπουν στην ιστοσελίδα.

Η Φωτόσφαιρα στο οδοιπορικό της στην Αργολίδα καταγράφει την ιστορία και παρουσιάζει αυτή την αξιόλογη προσπάθεια της ομάδας, που με τόσο σεβασμό πέρασε την ιστορία της πόλης στο διαδίκτυο.

 

Ναύπλιο, υδατογραφία, πρώτο μισό 19ου αιώνα

 

Την ηλεκτρονική βιβλιοθήκη ίδρυσαν οι Γιώργος Γιαννούσης, Τάσος Τσάγκος και Τάκης  Ουλής. Για την λειτουργία και τον συνεχή εμπλουτισμό της εργάζεται με επιμονή και μεράκι ένα επιτελείο συνεργατών, ενώ πολλοί επιστήμονες και λογοτέχνες την υποστηρίζουν με κείμενα, άρθρα και πρωτότυπες εργασίες.    

Η έρευνα και η παρουσίαση της εκπομπής είναι της Χαράς Φράγκου, η σκηνοθεσία του  Χρίστου Ακρίδα και το μοντάζ της Αναστασίας Φραγκούλη.

Ομιλία στο Δαναό « Κίνδυνοι για την υγεία που μπορούν να αντιμετωπισθούν»


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  16  Ιανουαρίου 2011   και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» θα μιλήσει:

 

ο  κ. Πάρις Δ. Χριστακόπουλος

Αμ. Επ. Καθηγητής Παθολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα:

« Κίνδυνοι για την υγεία που μπορούν να αντιμετωπισθούν».

Θα ακολουθήσει συζήτηση. Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.

 

Πάρις Δ. Χριστακόπουλος

 

Γεννήθηκε στη Μεσσήνη Μεσσηνίας. Το 1937 εγκαταστάθηκε στο Άργος, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε στο Γυμνάσιο ως καθηγητής μαθηματικών. Μαθήτευσε στο Γ΄ Δημοτικό Σχολείο Άργους και στο Γυμνάσιο Άργους. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ειδικεύτηκε στην Παθολογία στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», όπου υπηρέτησε στη συνέχεια ως βοηθός και επιμελητής. Εκπόνησε Διδακτορική διατριβή και ανεκηρύχθει Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1965.

Μετεκπαιδεύτηκε στο Σακχαρώδη Διαβήτη στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Harvard ( Βοστώνη Η.Π.Α.) όπου διετέλεσε και επιμελητής καθώς και ερευνητής μεταξύ 1970-1973.

Υπηρέτησε ως επιμελητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο Ιπποκράτειο Νοσ. Αθηνών και στη συνέχεια ως Υφηγητής Παθολογίας μετά την εκπόνηση διατριβής και Υφηγεσίας το 1979.

Από το 1981 ως άμισθος Καθηγητής Παθολογίας ανέλαβε ως Διευθυντής την Α΄  Παθολογική Κλινική του Νοσοκομείου «Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός» όπου παρέμεινε ως Διευθυντής μέχρι το 2002 οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.

Έκτοτε και μέχρι σήμερα συνεχίζει τη διδακτική του δραστηριότητα στον τομέα μετεκπαίδευσης των ιατρών στο Σακχαρώδη Διαβήτη. Έχει συμμετάσχει στην εκπόνηση άνω των 300 επιστημονικών εργασιών, έχει συγγράψει και μετέσχε στη συγγραφή δεκάδων επιστημονικών  βιβλίων. Έλαβε μέρος ως πρόεδρος ή ομιλητής σε περισσότερα από 700 επιστημονικά συνέδρια, σεμινάρια, ημερίδες ή μεμονωμένες ομιλίες.

 

Ομιλία του καθηγητή κ. Μιλτιάδη Χατζόπουλου στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard


 

Διάλεξη θα πραγματοποιήσει την Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011 και ώρα 19.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), ο καθηγητής κ. Μιλτιάδης Χατζόπουλος, Διευθυντής του Ινστιτούτου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος και Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. 

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011” του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard, είναι: «Η ταφή των νεκρών ή η συνεχιζόμενη διένεξη περί την ταυτότητα των νεκρών του Τάφου ΙΙ στην Βεργίνα».

 

Ποιος είναι ο ομιλητής  

  

Μιλτιάδης Χατζόπουλος

O Μιλτιάδης Χατζόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1944. Αποφοίτησε από το Κολλέγιο Αθηνών το 1962 και έλαβε το πτυχίο Κλασικών Γραμμάτων της Σορβόννης το 1967. Μελέτησε Μυκηναϊκή Φιλολογία και την αρχαία ελληνική κοινωνία και θρησκεία στην Εcole Ρratique des Ηautes Εtudes (Παρίσι) και έλαβε τον τίτλο του διδάκτορος από το Πανεπιστήμιο Ρaris Ι (Πάνθεον Σορβόννη) το 1971 και του υφηγητή από το Πανεπιστήμιο Ρaris ΙV (Σορβόννη) το 1988.

Εργάστηκε ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης αλλά και ως καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Νanterre (Παρίσι). Από το 1979 είναι ερευνητής στο Κέντρο Ελληνορωμαϊκής Αρχαιότητας του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, το οποίο διευθύνει από το 1992. Εχει δημοσιεύσει πολλές εργασίες και έχει τιμηθεί με το Χάλκινο Μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών.

 

Καραργύρης Γιάννης (ΟΡΝΕΑΤΗΣ) – (1935 – 1999)


 

Γιάννης Β. Καραργύρης

Ο Γιάννης Β. Καραργύρης γεννήθηκε το 1935 στο Γυμνό Αργολίδας. Τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο της γενέτειράς του, το οχτατάξιο Γυμνάσιο Νεμέας και φοίτησε στη Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Μετά το διορισμό του στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση, εξασφάλισε διετή υποτροφία στο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης, όπου παρακολούθησε μαθήματα Ψυχολογίας, Κοινωνιολογίας, Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Διδακτικής κ.ά. Υπηρέτησε επί σειρά ετών ως διευθυντής στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ χρημάτισε μέλος επιτροπής κρίσεως των διδακτικών βιβλίων του Δημοτικού Σχολείου στο Υπουργείο Παιδείας.

Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε από τα εφηβικά του χρόνια. Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και περιοδικά και ασχολήθηκε συστηματικά με την κριτική βιβλίων και τη διάσωση του λαϊκού πολιτισμού. Έργα του έχουν περιληφθεί σε πολλές ανθολογίες, όπως «Μεγάλη Πελοποννησιακή Λογοτεχνία», «Σύγχρονοι Έλληνες Λογοτέχνες», «Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» κ.ά. Έχει τιμηθεί με σαράντα δύο λογοτεχνικά βραβεία ποίησης και πεζογραφίας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Διετέλεσε για πολλά χρόνια πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, μόνιμο μέλος της Αεροπορικής Ακαδημίας Ελλάδος, τακτικό μέλος της Academie Internationale De Lutece Paris και αρχισυντάκτης και συνεργάτης του περιοδικού «Λογοτεχνική Δημιουργία». Πέθανε το 1999 στην Αθήνα.

Τα ποιήματά του εντάσσονται στο χώρο της παραδοσιακής ποίησης, ενώ η διηγηματογραφία του είναι ηθογραφική. Έργα του που έχουν δημοσιευτεί είναι:

Ποιητικές Συλλογές: «Στ’ αγνάντεμα της χαραυγής» (1991), «Στα σύννεφα του χρόνου» (1992), «Από τον Ευαγγελισμό στην Ανάσταση – Πορεία θριάμβου» (Ορατόριο, 1993), «Στου ήλιου την απλοχωριά» (1995).

Διηγήματα: «Στης ζωής τα κύματα» (1992), «Καράβια αταξίδευτα» (1997).

Μυθιστόρημα: «Παπα – Οικονόμος και Κιαμήλ – Μπέης» (1977).

Ιστορικές Μελέτες: «Φλόγες και αίμα στα Καλάβρυτα» (1993), «Το μοναστήρι της Παναγίας του Φαρμακά – Ο Φαρμακάς ως ιστορικός χώρος» (1995), «Ταξιδεύοντας στο παρελθόν» (1999).

Δοκίμια: «Πνευματική οδοιπορία» (1998).

Σχολικά: «Οι εκθέσεις μου» (1976), «Αριθμητική πρώτης δημοτικού» (1979).

Νέος Ερμής ο Λόγιος – Τεύχος 1 (Ιανουάριος – Απρίλιος 2011)


 

Ένας νέος «Λόγιος Ερμής» σε αντιπαράθεση με τον «Λόγιο Ερμή», που ξεκίνησε να εκδίδεται στην Βιέννη, το 1811, με διευθυντή το λόγιο Αρχιμανδρίτη Άνθιμο Γαζή και αργότερα το 1816, τον κληρικό Θεόκλητο  Φαρμακίδη και τον Χίο λόγιο Κωνσταντίνο Κοκκινάκη.

Η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του νέου επιστημονικού περιοδικού «νέος Ερμής ο Λόγιος». Πρόκειται για μια τετραμηνιαία έκδοση με αντικείμενο την ιστορία, τις ανθρωπιστικές επιστήμες και την τέχνη. Το πρώτο τεύχος ανοίγει με ένα εισαγωγικό κείμενο της Εταιρείας Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού, όπου δηλώνονται οι ιδεολογικές κατευθύνσεις της και ο χαρακτήρας του περιοδικού.

 

Ο Ερμής ο Λόγιος – πιο γνωστός ως Λόγιος Ερμής – ήταν δεκαπενθήμερο περιοδικό που εκδιδόταν στη Βιέννη, με εμπνευστές τον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας, που ίδρυσε την «Φιλολογική Εταιρεία Βουκουρεστίου», η οποία και τον εξέδιδε, καθώς και τον Αδαμάντιο Κοραή. Πρώτος διευθυντής του περιοδικού υπήρξε ο λόγιος Αρχιμανδρίτης Άνθιμος Γαζής. Η κυκλοφορία του άρχισε την 1η Ιανουαρίου 1811 και εκδιδόταν – με μια διακοπή το 1815 – μέχρι την 1η Μαΐου 1821, οπότε και σφραγίστηκε από την αυστριακή αστυνομία. Μετά τον Άνθιμο Γαζή – που επέστρεψε στις Μηλιές για να οργανώσει την περίφημη Σχολή-, ανέλαβαν την διεύθυνση του περιοδικού, το 1816, ο επίσης κληρικός λόγιος Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο Χίος λόγιος, Κωνσταντίνος Κοκκινάκης. Ο Λόγιος Ερμής υπήρξε το σημαντικότερο προεπαναστατικό έντυπο του ελληνικού κόσμου και έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πνευματική αναγέννηση του ελληνισμού και την ιδεολογική προετοιμασία της παλιγγενεσίας.

 

Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει κείμενα ενδεικτικά των αντιλήψεων της συντακτικής ομάδας και των συνεργατών του περιοδικού. Ο Μιχάλης Μερακλής γράφει για τις ανθρωπιστικές σπουδές, ο Δημήτρης Μαυρίδης για την συνέχεια του ελληνισμού, ο Σπύρος Βρυώνης παραθέτει τις αντιλήψεις που επικρατούν στις κοινωνικές επιστήμες γύρω από το έθνος και τον εθνικισμό, ενώ ο Ερατοσθένης Καψωμένος αναφέρεται στην νεοελληνική κουλτούρα και το μεσογειακό πολιτισμικό πρότυπο.

 

Νέος Ερμής ο Λόγιος - Τεύχος 1

 

Ακολουθεί ένα αφιέρωμα στην ελληνική Αναγέννηση, που προηγείται της ελληνικής επανάστασης του 1821. Περιλαμβάνονται 6 κείμενα: του Γιώργου Καραμπελιά (Η ελληνική Αναγέννηση), του Απόστολου Διαμαντή (Έθνος και λόγιοι στην Τουρκοκρατία), του Δημήτρη Καραμπερόπουλου (Το γνωστικό επίπεδο των ιατρικών γνώσεων κατά τη Νεοελληνική Αναγέννηση), του Στέφανου Μπεκατώρου (Ιωάννης Πρίγκος, εραστής των βιβλίων), του Αλέξανδρου Παπαδερού (Μετακένωσις) και του Τάσου Χατζηαναστασίου (Κοινοί τόποι στη βαλκανική λογοτεχνία της Τουρκοκρατίας).

Λόγιος Ερμής

Στο τρίτο μέρος υπάρχει μία ποικιλία κειμένων και θεματικών, ενδεικτικών των προθέσεων και των κατευθύνσεών του περιοδικού. Ο Γιώργος Κοντογιώργης γράφει για την γνωσιολογία των συλλογικών ταυτοτήτων, η Παναγιώτα Βάσση αναλύει την θεώρηση της Ουτοπίας στο έργο του Κ. Παπαϊωάννου, ο Χρίστος Δάλκος γράφει για την ανάγκη υπέρβασης της νεωτερικής και μετανεωτερικής αντίληψης για την γλώσσα και την διδασκαλία της, ενώ ο Νίκος Βαρβατάκος αναφέρεται στον θεσμό των οικογενειακών επισκέψεων στην ελληνική σωφρονιστική νομοθεσία και την κοινωνική επανένταξη των κρατουμένων.

Το περιοδικό κλείνει με δύο βιβλιοκριτικές του Δημήτρη Μπαλτά, (Χριστιανισμός και Αναρχία του Ζακ Ελύλ και Το καλό και το κακό στην τέχνη και το Δίκαιο του Βασίλη Μαρκεζίνη), μία εκτενή παρουσίαση του βιβλίου του Α. Νταβούτογλου Το στρατηγικό βάθος: η θέση της Τουρκίας από τον Σπύρο Κουτρούλη και μία συζήτηση του Γιώργου Καραμπελιά με τον Βασίλη Καραποστόλη, γύρω από την ελληνική ιδιοπροσωπία, με αφορμή το βιβλίο του τελευταίου Διχασμός και Εξιλέωση.

Πηγή: Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού

Αφιέρωμα στο Νίκο Καρούζο – Λογοτεχνικό περιοδικό “Το Δέντρο”


 

Νίκος Καρούζος

Ο Νίκος Καρούζος του Δημήτρη και της Κωνσταντίνας, το γένος Πιτσάκη, γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος στρατευμένος στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, διώχτηκε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και εξορίστηκε μετά τη συνθηκολόγηση της Βάρκιζας. Η μητέρα του ήταν κόρη ιερωμένου και δασκάλου. Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε το 1926 στο Ναύπλιο και πέθανε το 1990 στην Αθήνα, σε ηλικία 65 ετών. Ξεκίνησε σπουδές νομικών και πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες όμως δεν ολοκλήρωσε, καθώς τον κέρδισε τελικά η ποίηση. Το  λογοτεχνικό περιοδικό “Το Δέντρο”, τεύχος 177-178 που κυκλοφορεί,  είναι  αφιερωμένο στο μεγαλύτερο μέρος του  στον ποιητή  Νίκο  Καρούζο.

Έγραψα ποίηση· μ’ άλλα λόγια συνεργάστηκα με το μηδέν.

Ο αφιερωματικός λόγος του εισαγωγικού εκδοτικού σημειώματος μας προετοιμάζει ως αρκεί: στην περίπτωση του Νίκου Καρούζου (1926-1990) ο αναγνώστης εισέρχεται σε μια μεγάλη αναγνωστική περιπέτεια, προσκαλούμενος στην εμπειρία μιας παράδοξης ανάφλεξης· στο κέντρο ενός λόγου σχεδόν εκστατικού, λίγο πριν από τη σιωπή. Το παρόν του Καρούζου είναι φτιαγμένο σύμφωνα με μια πολύ εκλεπτυσμένη τεχνολογία θανάτου, που αυτόματα καταργεί και παρελθόν και μέλλον και τα μετατρέπει όλα σε απόλυτο παρόν. Είναι το παρόν που είναι δυναστικό, όχι ο χρόνος, γράφει η εκ των δικαίων συνδαιτυμόνων του Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ και ακόμα αιωρούνται τα δικά του λόγια: Αυτό που ονομάζουμε “χρόνο” είναι μια ανάγκη της σκέψης για να επιβάλει στα φαινόμενα μια οργάνωση. Είναι ένα μέσο. Τίποτ’ άλλο.

Το μέλλον είναι μια μορφή ταλαιπωρίας του παρόντος.

Ο Μάνος Στεφανίδης τον θυμάται συνεχώς αγχωμένο – αγχωτικό, να μασουλάει μια περίεργη λέξη στο στόμα, σαν συμβολικό πασατέμπο (ψυχόλεθρος, λυπομανία, εαροκρατία…), έναν έμφοβο της ύπαρξης, εντέλει συμφιλιωμένο με το κενό και με το τίποτα, που γνώριζε πως η ποίηση ορίζεται σαν το διάκενο ανάμεσα στον στοχασμό και την παράνοια.

(Σ’) ένα έπος χωρίς ήρωες, με τον ποιητή σπαρασσόμενο και κατακαιόμενο όχι όπως ο Μαλόι αλλά σαν ένας Μωυσής ξεχασμένος στην πλατεία Μαβίλη, που του δόθηκαν μεν οι εντολές αλλά εκείνος τα έχασε (Ή, τις πετάξει στα σκουπίδια, οι βιογράφοι διίστανται).

Αφιέρωμα στο Νίκο Καρούζο - “Το Δέντρο”

Ο Γ. Ι. Μπαμπασάκης ομολογεί την αρχική του λαχτάρα να βρει στο πρόσωπο του Καρούζου έναν Έλληνα μπητνίκο, έναν Γκίνσμπεργκ, έναν Κέρουακ – έστω μια εικόνα και ομοίωση των φαντασμάτων που τους στοίχειωναν στα κοινά τους μπαρ – ποτοσχολαστήρια (όπως τα έλεγε). Αργότερα, καθώς εκείνος ο Τελετάρχης των Αντοχών βεβαίωνε με γέλια ομηρικά πως το χιούμορ του είναι φερμένο από την τραγωδία και γύρευε την δέουσα λέξη, αληθινός ακροβάτης στο σχοινί πάνω απ’ την άβυσσο του χρόνου, είδε την διαφορά. «Η διαλεκτική του…μια σχεδόν ολέθρια ένταση για το τι μας περιμένει και πώς θα μπορούσαμε να το αντιμετωπίσουμε, να εναλλάσσεται με μια πολύτιμη, λυτρωτική αταραξία, αποκτημένη ύστερα από διαλεχτά διαβάσματα και στοχασμούς σχετικά με το πώς θανατώνεις, νυχθημερόν, το θάνατο» .

Καταλήγω πως η μια αλήθεια είναι το χιούμορ της άλλης. Αυτό το χιούμορ στην ποίησή του σκιτσάρει ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, εκείνη την συνειδητή του προσπάθεια να την αποφορτίσει από την απόγνωση που γεννάει η ύπαρξη. Πόσο μάλλον όταν Όλα είναι τραγικά πλην του τράγου, πόσο μάλλον όταν Είμαστε ακόμη στην προϊστορία του χιούμορ.

Αναπάντεχο κομμάτι, μια εκτενής συζήτηση μεταξύ του ποιητή και του τουμπίστα και πεζογράφου Γ. Ζουγανέλη το 1986 (κάποια στιγμή ο ποιητής, μανιώδης των δώρων, του χαρίζει την Ιστορία της Τζαζ, του Τζον Τσίλτον) ενώ νωρίτερα μας έχει κάπως ησυχάσει: Η αλαζονεία ενός καλλιτέχνη θα βγει στο έργο, θα τιμωρηθεί μέσα στο έργο. Μαρία Αρμύρα, Ανδρέας Βεργιόπουλος, Τάσος Γουδέλης, Γιάννης Ευσταθιάδης, Νίκος Κουφάκης, Μαίρη Μεϊμαράκη, Νίκος Αλ. Μηλιώνης, Σάββας Μιχαήλ, Εύα Μπέη, Αθηνά Παπαδάκη, Μανόλης Πρατικάκης, Πάνος Σταθογιάννης, Σταύρος Στρατηγάκος, Κώστας Δ. Υφαντής, Θέμος Χαραμής, Κώστας Χατζηαντωνίου και Βαγγέλης Χατζηβασιλείου οι έτεροι αφιερωτές.

Θεοφάνεια στο Κρανίδι Αργολίδας


 

«Εν Ιορδάνη Βαπτιζομένου Σου Κύριε…»

Μεγάλη εορτή του Χριστιανισμού, σε ανάμνηση της Βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (ή Βαπτιστή). Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 6 Ιανουαρίου και είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου, που ξεκινά με τα Χριστούγεννα. Λέγεται, επίσης, Επιφάνεια και Φώτα.

 

Η Βάπτιση του Ιησού Χριστού

Την παραμονή των Φώτων λένε τα κάλαντα και τους δίνουνε μαζέδες σαρακοστιανούς, γιατί δεν τρώνε την παραμονή των Φώτων, για να πιουν αγιασμό. Και τους δίνανε βέβαια την κότα* με τον φιόγκο στον λαιμό. Και μετά τις γιορτές μαζευόντουσαν όλοι ή έξω στα περιβόλια ή σ’ ένα σπίτι και τις τρώγανε και γλεντάγανε.

*[ Τα κάλαντα τα λέγανε όλη την ημέρα τα παιδιά. Το βραδάκι πηγαίνανε τα νέα ανδρόγυνα, στα σπίτια, και τα λέγανε, και τους δίδανε άρα (=καρύδια), λεφτοκάρα (=φουντούκια), ρεμπεμπλιά (=στραγάλια αφράτα). Τους δίνανε παλιά και από μια κότα, με κόκκινο φιόγκο στο λαιμό].      

 

Σήμερις τα Φώτα κι ο φωτισμός

και χαρά μεγάλη τ’ αφέντη μας

(και τον Ιησού μας ο βαφτισμός).

Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό

είν’ η Παναγία η Δέσποινα

με τα θυμιατούρια στα δάχτυλα

και τον Άγιο Γιάννη παρακαλεί:

Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε,

δύνασαι να βαφτίσεις Θεού παιδί;

Δύναμαι και θέλω και προσκυνώ

και τον Κύριό μας παρακαλώ)!

Καλημέρα, καλημέρα

Και πάντα καλημέρα, φωνάζανε από γύρω.

***

Σήμερον τα Φώτα κι ο φωτισμός

και χαρά μεγάλη τ’ αφέντη μας!

Καλημέρα, καλημέρα

και πάντα καλημέρα!

Σήμερα βαπτίζεται ο Χριστός

εις τον Ιορδάνη τον ποταμό.

Καλημέρα, καλημέρα

και πάντα καλημέρα!

 

Ο αγιασμός άρχιζε από τις τέσσερις το πρωί. Έχει πολλά ευαγγέλια. Και μετά γυρίζει ο παπάς στα σπίτια κι αγιάζει. Έρχεται με δυο παιδιά, με τον σταυρό και το βασιλικό στο χέρι. Το ένα παιδί κρατά­ει την κανάτα με το νερό, το άλλο κρατάει ταγάρι και του ρίχνουνε πορτοκάλια, μανταρίνια και του δίνουνε και λεφτά. Ο κάθε παπάς πάει στην ενορία του, αλλά πάνε και σ’ άλλες.

Οι καλικάτζαροι φεύγουν την παραμονή που έρχεται ο παπάς με την αγιαστούρα και πάνε στα βουνά. Φεύγουν από την καμινάδα, αφού ο παπάς τους διώχνει. Και παίρνανε ένα ξύλο μακρύ και δένανε πάνω μια ντ(ο)ροβάτα (=θάμνος αγκαθωτός, που χρησιμοποιείται σαν σκούπα) και σκουπίζαμε την καμινάδα και λέγαμε:

 

Ντάλιεν καλκτσάρετ ντ λ-μνν

ε δε θόινν

κάκε γιαμ, κάκε μαθόννε

μαρ μπουκν πρτ τ’ ινιζόνε

(= Βγαίνουν οι καλικάτζαροι στ’ αλώνια

και λένε, τόσο είμαι, τόσο με λένε,

παίρνω ψωμί, για το Θεό).

 

Των Φώτων είναι που βαφτίζεται ο Χριστός. Εκείνη την ημέρα ρίχνουνε τον σταυρό στην κολυμπήθρα. Όποιος ήθελε να δει που τον ρίχνανε στη θάλασσα, πήγαινε ή στο Χέλι ή στην Κοιλάδα κι εκεί πέφτανε στη θάλασσα και πιάνανε τον σταυρό. Και μετά, αυτοί που τον πιάνανε, τον γυρνούσανε στο χωριό, στα σπίτια, και τους δίνανε λεφτά. Τα βάζανε στον δίσκο. Αλλά δώθε, που δεν έχει θάλασσα κοντά τον ρίχνανε στην κολυμπήθρα.

Με τον αγιασμό ραντίζανε τα χωράφια και το σπίτι, όποιος ήθελε. Γιατί παίρνανε αγιασμό από την εκκλησία σε μποτιλίτσες.  Αλλά δεν έκανε να ρίξεις απ’ αυτό στη στέρνα, γιατ’ είναι μεγάλος αγια­σμός. Μια φορά ένας είχε ρίξει και την άδειασε όλη. Ή θα τον αφήσεις όλο το χρόνο στην εικόνα, με το καντήλι ακοίμητο ή θα τον χύσεις σ’ ένα μέρος που να μην πατιέται.

Την άλλη μέρα πάλι, είναι γιορτή. Γιορτάζει ο νουνός του Χρι­στού και γίνεται στην εκκλησία πανήγυρις.

Του Αγίου Τρύφωνος ραντίζουνε με αγιασμό τ’ αμπέλια. Ρίχνου­νε και στα βαρέλια. Και κείνη την ημέρα κλαδεύουνε τ’ αμπέλια. Της Υπαπαντής, στις 2 Φεβρουαρίου, άλλοτε ήτανε η γιορτή της μητέρας. Και γιορτάζανε κι οι μπακάληδες. Κάνανε μεγάλη αρτο­κλασία και μέχρι τώρα. Άλλα χρόνια γυρνούσανε και γλεντούσανε με βιολιά. Πιστεύανε ότι ο Άγιος Χαράλαμπος έδιωξε την ακρίδα. Και υπάρχει εκκλησία του Αγίου και την ημέρα της γιορτής μαζευότανε κόσμος και γινότανε πανηγύρι.

 

 Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγονλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

Πηγή


  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

Συναυλία Κλασικής Μουσικής


  

O Σύλλογος Αργείων « Ο ΔΑΝΑΟΣ » διοργανώνει συναυλία κλασικής μουσικής την Κυριακή  9  Ιανουαρίου  2011 και ώρα 6.30΄ μ.μ.  στο μέγαρό του, στο Άργος,  με την συμμετοχή των βραβευμένων νέων σολίστ, Κατερίνας Μακρή, υψιφώνου, Πέτρου Στεργιόπουλου, φλάουτου, Γεωργίας Λαζαρίδου, πιανίστα, Στέφανου Τασκάρη, πιανίστα.

 Χαιρετισμός του κ. Κωνσταντίνου  Π. Καράμπελα – Σγούρδα, Μουσικολόγου- Κριτικού Μουσικής, Προέδρου του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου Gina Bachauer, Μέλους της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών, Μέλους της Διεθνούς Ένωσης Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών, Ιδρυτή και Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Διεθνούς Διαγωνισμού Πιάνου Μαρίας Χαιρογιώργου – Σιγάρα και επιτίμου μέλους του « ΔΑΝΑΟΥ». Η συναυλία γίνεται σε συνεργασία με το Διεθνές Μουσικό Σωματείο Gina Bachauer.

Πριν την έναρξη του προγράμματος, θα κοπεί η πρωτοχρονιάτικη  πίτα του Συλλόγου.

 

Πρόγραμμα:

 

  • Domenico Cimarosa

(1749-1801)

Σονάτα για πιάνο αρ. 5

  •       Johann Sebastian Bach

(1685-1750)

Πρελούδιο και Φούγκα σε ρε ελάσσονα (Τεύχος Ι)

  •      Alla turca….Jazz!

Γεωργία Λαζαρίδου, πιάνο

  •       Maurice Ravel

(1875-1937)

Sonatine

Modéré/Mouvement de Menuet/Animé

  •          Frédéric Chopin

(1810-1849)

Πολωνέζα, Op. 53

Στέφανος Τασκάρης, πιάνο

  •         Andre Traeg

(1748-?)

Φαντασία, Οp.2

Πέτρος  Στεργιόπουλος, φλάουτο

  •       Giuseppe Verdi

(1813-1901)

Stride la vampa (άρια της Azucena από την όπερα “Ιl Trovatore”)

  •       Johann Strauss

(1825-1899)

Chacun à son goût” (άρια του Πρίγκιπα Orlofsky από την όπερα “Η Νυχτερίδα”)

  •        Georges Bizet

(1838-1875)

“Habanera” (άρια της Carmen από την όπερα “Carmen” )

  •       Μίκης Θεοδωράκης

(1925)

Όμορφη πόλη (στίχοι Γ. Θεοδωράκη

  •       Μάνος Χατζιδάκις

(1925-1994)

Η μπαλάντα του Ουρί (στίχοι Ν. Γκάτσου)

Μην τον ρωτάς τον ουρανό (στίχοι Γ. Ιωαννίδη)

Κατερίνα Μακρή, υψίφωνος

Στέφανος Τασκάρης, πιάνο

 

Πρωτοχρονιά στο Κρανίδι Αργολίδας


 

Ψαράδικο καΐκι 1944.

Τότες, παλιά, τη βασιλόπιτα τη φτιάνανε σαν ψωμί. Και στο ζυ­μάρι ρίχνανε λίγη μαστιχούλα ποτό, λίγο λαδάκι μέσα και γινότανε αφράτο το ψωμί. Και κάνανε με το πηρόνι τις φέτες κι όταν ερχό­ντουσαν από την εκκλησία, τ’ Αγιού Βασιλειού, πήγαινε ο νοικοκύ­ρης του σπιτιού και την έκοβε πριν απ’ το φαγητό.

Και μελετούσε πρώτα πρώτα: της εικόνας, μετά, του χωραφιού, μετά, του αφεντι­κού, δηλαδή του ίδιου, μετά εμένα, της γυναίκας, μετά των παιδιών, στη σειρά, με την ηλικία, κι έπαιρν’ ο καθένας το κομμάτι του κι έψα­χνε να βρει τον παρά. Κι όποιος τον εύρισκε, ήτανε τυχερός και ου χαρά, πο ‘βρισκε τον παρά!

Και τον τυλίγανε τον παρά, έτσι όπως ήτανε, χωρίς να τον καθαρίσουνε, σ’ ένα βαμπάκι άσπρο, και τον βάζανε στην εικόνα. Τον άλλο χρόνο, τον βάζανε πάλι στην πίτα. Ο πα­ράς ήτανε ασημένιος. Το βράδυ της παραμονής τρώγανε μελομακάρονα, φούσκζες (=λουκουμάδες) και μεζέδες. Τηγανίζανε χοιρινό, κεφτεδάκια. Κι όλη την ημέρα πάλι λέγανε τα κάλαντα. Το πρωί τα παιδιά, το βράδυ τ’ αντρόγενα. Και τους δίνανε πάλι τα ίδια, όπως τα Χριστούγεννα, και στ’ αντρόγενα τις κότες:

 

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,

ψιλή μου δεντρολιβανιά

κι αρχή καλός μας χρόνος,

εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος.

 

Αρχή που βγήκε ο Χριστός,

Άγιος και πνευματικός,

στη γη να περπατήσει

και να μας καλοκαρδίσει.

 

Άγιος Βασίλης έρχεται,

άρχοντες τον κατέχετε

(και δεν μας καταδέχεται)

από την Καισαρεία,

συ’ σ’ αρχόντισσα κυρία.

 

Βαστά εικόνα και χαρτί

ζαχαροκάντιο, ζυμωτή,

χαρτί και καλαμάρι,

δες κι εμέ το παλικάρι!

 

Το καλαμάρι έγραφε,

η μοίρα μου τι μ’ έγραφε

(τη μοίρα μου την ξέγραφε)

και το χαρτί ομίλει (ομίλειε),

άσπρε μου, χρυσέ μου ήλιε.

 

Άγιε μου καλέ Βασίλη,

άσπρε μου, χρυσέ μου ήλιε!

 

Βασίλη, πόθεν έρχεσαι

και δε μας καταδέχεσαι;

Και πόθεν κατεβαίνεις

και δε μας απαντυχαίνεις;

 

Από τη μάνα μ ‘ έρχομαι

κι εγώ σας καταδέχομαι

και στο σχολειό μου πάγω,

δε μου λέτε τι να κάμω;

 

Κάτσε να φας, κάτσε να πιεις,

κάτσε τον πόνο σου να πεις,

κάτσε να τραγουδήσεις

και να μας καλοκαρδίσεις.

 

Εγώ γράμματα (ε)μάθαινα

και να σας πω τι πάθαινα:

τραγούδια δεν ηξεύρω,

αντικρύ μου να σε εύρω.

 

Και σαν ηξεύρεις γράμματα,

πόσες φορές με κλάματα,

πες μας την αλφαβήτα,

πώς τα πέρασες τη νύχτα.

 

Χλωρό ραβδί, ξηρό ραβδί,

πότε στη πόρτα της να βγεί;

χλωρά βλαστάρια πέτα,

ροδοκόκκινη βιολέτα.

 

Κι απάνω στα βλαστάρια της

και στα περικλωνάρια της

πέρδικες κελαιδούσαν,

μάτια μου δεν της μηνούσαν.

 

Δεν ήταν μόνο πέρδικες,

γαρουφαλιές λεβέντικες,

μόν’ και περιστεράκια,

μαύρα μου, γλυκά ματάκια.

 

Και του χρόνου!

 

Το βράδυ της παραμονής παίζανε χαρτάκια και το στρόπι (=κότσι). Είναι ένα κόκαλο από αρνί, στρογγυλό ήτανε, και το πετούσανε και ξέρανε αυτοί από ποια μεριά ήτανε η ευτυχία κι από πού η δυ­στυχία. Το πετούσανε, κι απ’ όπου γύριζε. Παίζανε και την κορόνα. Πιο πολύ την κορόνα παλιά, όχι τόσο τα χαρτιά. Και την άλλη μέρα, τ’ Αγιού Βασιλειού, ποιος θα ‘κανε ποδαρι­κό. Ποιος θα ‘μπαίνε κ-μπ-μπάρδης, δηλαδή ασπροπόδαρος. Κι όποιος έμπαινε του βάζανε ένα κομμάτι βαμπάκι στο παπούτσι και παρά, διπλό, δίφραγκο, ό,τι ήτανε.

Βέβαια, θέλαμε τον καλύτερο να ‘ρχότανε, γιατί, μας φαινότανε, θα ‘φερνε πλούτη. Και λέγανε, αυτός είναι τυχερός, θα πάμε καλά φέτος! Άμα τους τυχαίνανε αναποδιές, τον λέγανε γρουσούζη. Αλλά σε μένα μια χρονιά ήρθε κ-μπ-μπάρδης ένας ζητιάνος. Κουρελιασμένος, πολύ ζητιάνος. Και μου είπανε, άσ’ τον, διώχτ’ τον! Αλλά εγώ του ‘βαλα βαμπάκι και παρά το παπούτσι και την ευτυχία που ‘χαμε κείνη τη χρονιά!… Και στον ελαιώνα το λάδι, και τ’ αμπέλι! Ας ήτανε ζητιάνος, ήτανε τυχερός.

Το ποδαρικό το ‘κανε όποιος έμπαινε πρώτο στο σπίτι. Ξένος όμως. Όχι να ‘βγαινε ένας από το σπίτι έξω και να ξανάμπαινε! Κι όποιος έμπαινε, τον λέγανε κ-μπ-μπάρδη, ασπροπόδαρο. Μέχρι τώ­ρα το κάνουν αυτό. Το βράδυ πηγαίνανε επισκέψεις, έτσι, σε σπίτια συγγενικά, κι ας μην είχανε γιορτές, και κερνούσανε μελομακάρονα, κουραμπιέδες, αμυγδαλωτά, ό,τι είχανε για κείνη τη μέρα. Αλλά φτιάνανε δύο βασι­λόπιτες. Τη μία την κόβανε την ημέρα τ’ Αγιού Βασιλειού, κανονικά, μετά την εκκλησία. Την άλλη την κόβανε το βράδυ, που ερχότανε ο καινούριος χρόνος.

  

Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγονλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

Πηγή


  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.