Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Κλυταιμήστρα ή Κλυταιμνήστρα


 

Κλυταιμήστρα, και Κλυταιμνήστρα (ο πρώτος τύπος είναι ο αρχαιότερος, χρησιμοποιούμενος στις επιγραφές). Κόρη του Τυνδάρεω και της Λήδας. Αδέλφια της είναι οι Διόσκουροι κι’ οι αδελφές της η Φοίβη, η Φυλονόη (από άλλον πατέρα), η ωραία Ελένη κι’ η Τιμάνδρα. Οι δύο τελευταίες, όπως κι’ αυτή, απατούν τον άντρα τους – είναι μια κατάρα που βαραίνει τις Τυνδαρίδες. Πληρώνουν την οργή της Αφροδίτης εναντίον του πατέρα τους, που δεν πρόσφερε θυσία, όπως λέει ο Στησίχορος.

Η Κλυταιμνήστρα διστάζει πριν σκοτώσει τον Αγαμέμνονα, έργο του Pierre-Narcisse Guérin, 1817.

Αν και Σπαρτιάτισσα παίζει σπουδαίο ρόλο στην πολιτική ζωή των Μυκηνών. Ήταν γυναίκα του Αγαμέμνονα, με τον οποίο απέκτησε τη Χρυσόθεμη, την Ηλέκτρα, την Ιφιγένεια και τον Ορέστη. Στην «Ιλιάδα» (Α, 1/3) μνημονεύεται απλώς ως νόμιμη σύζυγος του Αγαμέμνονα (κουριδίη άλοχος)· στη δε «Οδύσσεια» εκτίθενται εκτενέστερα τα περί αυτής.

Ο Νέστορας διηγείται τα της Κλυταιμήστρας σαν να είναι παγκοσμίου φήμης γεγονός (γ 195 και εφ.). Η διήγηση του Νέστορα καλύπτει κατάτι την Κληταιμήστρα. Κατ’ αρχάς αρνιόταν, διότι είχε σκέψεις αγαθές, αλλά επί τέλους πείσθηκε με τους θελκτικούς λόγους του Αίγισθου. Ο Αγαμέμνονας φονεύεται στο σπίτι του Αίγισθου με την ανοχή της Κλυταιμήστρας.

Ο Αγαμέμνονας διηγείται (λ. 405 και εφ.) διαφορετικά τα της Κλυταιμήστρας, όταν τον συνάντησε ο Οδυσσέας στον Άδη.  

Είναι αυτή δόλια, αναίσχυντη και κακούργα. Λαμβάνει μέρος στο φόνο του συζύγου της και σκοτώνει η ίδια την Κασσάνδρα δίπλα στον Αγαμέμνονα· δε θέλει να κλείσει τα μάτια, του ενώπιόν της αποθνήσκοντος συζύγου της, ο οποίος αναφωνεί ότι «ουκ αινότερον και κύντερον άλλο γυναικός».

 «Διογέννητε του Λαέρτη γιέ, πολύτεχνε Οδυσσέα,
μήτε στα πλοία με ρήμαξε ο θεός ο Ποσειδώνας,
κακή φουρτούνα στέλνοντας μ’ ανάποδους ανέμους,
μήτε στη γης με χάλασαν οχτροί, παρά τη μοίρα
του Χάρου μου ‘φερε ο Αίγιστος με την καταραμένη

γυναίκα μου, και μ’ έκαψε· με κάλεσε σε δείπνο,
και μ’ έσφαξε όπως σφάζουνε μες στο παχνί το βόδι».

Το ήθος λοιπόν της Κλυταιμήστρας δεν παρουσιάζεται το ίδιο σε όλα τα χωρία της «Οδύσσειας», τα οποία όμως συμφωνούν σ’ αυτό, ότι ο φόνος έγινε στο σπίτι του Αίγισθου κατόπιν δείπνου.

Η Κλυταιμνήστρα μετά τον φόνο του Αγαμέμνονα, πίνακας του John Collier, 1882.

Επτά χρόνια βασίλευσε ο Αίγισθος και τον όγδοο σκοτώθηκε μαζί με την Κλυταιμήστρα από τον Ορέστη. Το τέλος τους όμως δε το διηγείται με σαφήνεια ο Όμηρος (γ 310).

Μετά τον Όμηρο ασχολήθηκαν με τη Κλυταιμήστρα οι τραγικοί. Ο Αισχύλος στην «Ορέστεια» παρουσιάζει την Κλυταιμήστρα να διηγείται στο χορό με αναισχυντία τα του φόνου του συζύγου της και προτρέπει το χορό να χαρεί και αυτός.

Στην απορία του χορού για την θρασύτητα και τους κομπαστικούς της λόγους επαναλαμβάνει ότι έπρεπε να το κάνει αδιαφορώντας για τους ψόγους του χορού. Ο δε Αίγισθος παρουσιάζεται ως τιμωρός του γένους του, διότι ο Ατρέας σκότωσε τον πατέρα του Θυέστη.

Και στο Σοφοκλή το ίδιο παρουσιάζεται η Κλυταιμνήστρα. Έχει μεν συνείδηση της κακή της πράξης αλλά δε μετανοεί και προσπαθεί, χωρίς ντροπή να εξηγήσει το φόνο του συζύγου της ως αντίποινα για τη θυσία της Ιφιγένειας.

Απ’ όλους τους αρχαίους μόνο ο Ευριπίδης προσπαθεί να δικαιολογήσει αυτή, παρουσιάζοντάς την ως εκδικούμενη και ότι την προέτρεψαν άλλοι. Ως δείγμα κακής γυναίκας ήταν κατάλληλη η Κλυταιμήστρα να γίνει υπόθεση και σε σοφιστικά εγκώμια. Ρητορικά μνημεία με αυτή την υπόθεση αναφέρονται του Ισοκράτους και του σοφιστού Πολυκράτους. Αλλά και η γλυπτική και η ζωγραφική ασχολήθηκαν με την Κλυταιμήστρα.

Πολλές παραστάσεις της υπάρχουν σε αγγεία, σαρκοφάγους, τεφροδόχους κάτοπτρα κτλ.

Ανάγλυφο σε σαρκοφάγο του μεγάρου Circi που βρίσκεται στη Ρώμη παριστάνει το φόνο του Αίγισθου και της Κλυταιμήστρας από τον Ορέστη. Σε πίνακα του Γάλλου ζωγράφου Guerin (1774-1883) που βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου, παρουσιάζεται ωθούμενη από τον Αίγισθο να πλησιάζει τον κοιμώμενο Αγαμέμνονα.

  

Πηγές


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  
  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος δέκατος τέταρτος, «Πυρσός», Αθήναι, 1930.
  • Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια, «Κόσμος», Θεόδωρος Γ. Κοντέος, Εκδοτικός Οργανισμός Θεσσαλονίκης, 1978.     

 

Ιερείς του Ναού Τιμίου Προδρόμου Καρυάς


 

Παλιά η ιστορία του πολιούχου αγίου του χωριού της Καρυάς Αργολίδας καθώς την συναντούμε από την εποχή της Ενετοκρατίας. Τα πρώτα στοιχεία έρχονται στην επιφάνεια το 1699 με την απογραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας δίνοντας την περιγραφή της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η εκκλησία, και τον πληθυσμό του χωριού. Παραμένει όμως άγνωστη η ταυτότητα του λειτουργού της .

Παπαχρήστος Λάμπας με τις φουστανέλες πριν γίνει παπάς και ο πατέρας του Γεώργιος.

Η παράδοση και οι πληροφορίες που διαδόθηκαν από στόμα σε στόμα μας πληροφορούν για τον ιερέα παπά Προκόπη Καρώνη που σφαγιάσθηκε από τους Τούρκους στην επανάσταση του 1821, αρνούμενος να διακόψει την λειτουργία της εκκλησιάς στη μέση παρότι πληροφορήθηκε ότι τα στρατεύματα του Ιμπραήμ πασά είχαν φτάσει στο χωριό και κατέστρεφαν τον τόπο. Ήταν γαμπρός επ αδελφή του καπετάν Γιαννάκου Δαγρέ και καταγόταν από τα Τσιπιανά (Νεστάνη) του νομού Αρκαδίας.

Τα πρώτα γραπτά στοιχεία που εμφανίζονται για τον δεύτερο μαχόμενο υπέρ της πατρίδας ιερέα είναι το 1865 σε μια επιστολή των κατοίκων του χωριού και η  επιβεβαίωση του δημάρχου Λυρκείας Αναγνώστη Παπανικολάου, για τον ηρωικό θάνατο του πατρός Σταμάτιου Γεωργαντόπουλου τον Αύγουστο του 1821 στην μάχη της Γράνας μεταξύ Τσιπιανών και Λουκά της επαρχίας Τριπόλεως, και τον προβιβασμό του σε Υπαξιωματικό  Α τάξεως.

Το 1836 στον φάκελο του αγωνιστή Νικολάου Λάμπα (πρόγονο του γνωστού σε όλους παπά Χρήστου Λάμπα) λειτουργός του Αγιαννιού είναι ο Αθανάσιος Αναγνώστης Φλέσσας η Παπά- Θανασίου (1810-1878;) καταγόμενος από την Πολιανή Μεσσηνίας και απόγονος της μεγάλης οικογένειας των Φλεσσαίων.

Δύο χρόνια αργότερα το 1838 και από επιστολή* του ιδίου πληροφορούμαστε την χειροτονία του Γεωργίου η  Αναγνώστη Καραμούντζου σε ιερέα. Ένα ακόμη κληρικό που προσέφερε υπηρεσίες στην πατρίδα πλάι στον Γιαννάκο Δαγρέ και τον Δημήτρη Τσόκρη και τιμήθηκε με το ΣΙΔΗΡΟΥΝ ΑΡΙΣΤΕΙΟΝ στις 30 Μαΐου του 1841.

Ο γιός του προαναφερόμενου ιερέα Σταμάτιου Γεωργαντόπουλου Δημήτριος εμφανίζεται  το 1865 ως λειτουργός και υπογράφων ως Δημήτριος Παπά- Σταματίου.

Η μετονομασία των επιθέτων παρατηρείται έντονα εκείνη την εποχή διότι τα μικρά ονόματα των ιερέων έδιναν την θέση τους στα επίθετα των απογόνων τους και στη συνέχεια  πιστοποιούσαν την ταυτότητα τους. Ένας από τους απογόνους  του πατρός Γεωργίου Καραμούντζου ο πατέρας Σπυρίδωνας γεννήθηκε το 1830 περίπου, παντρεύτηκε την Κατερίνα Μούρτου και απέκτησαν 18 παιδιά.

Γεώργιος Καραμούντζος «Γερόπαπας» & Αλεξάνδρα Μαυροκορδοπούλου.

Από τα παιδιά του προέρχεται το επώνυμο Παπασπυρόπουλος. Είχε το παρατσούκλι «Μαυρουλάκης». Ο δεύτερος γιός Δημήτριος έγινε και εκείνος ιερέας και κάποια  από τα παιδιά του φέρουν το  επώνυμο Παπαδημητρίου. Ένας από τους γιούς του ο Γεώργιος ήταν ο τελευταίος Καραμούντζος παπάς. Είχε το προσωνύμιο «Γερόπαπας». Με την πρεσβυτέρα Αλεξάνδρα Δημ. Μαυροκορδοπούλου απέκτησαν τέσσερα κορίτσια. Μεταξύ αυτών και την πρώτη Καρυώτισα δασκάλα Ελένη Καραμούντζου ή Παπαγεωργίου συζ. Παναγιωτοπούλου. Η μεγάλη Καραμουντζαίικη  οικογένεια κυριάρχησε για 150 χρόνια περίπου στην διακονία του Αι Γιάννη.

Το 1866 η Καρυά απέκτησε τον πρώτο μη Καραμούντζο ιερέα τον  Σωτήριο Πασπαλιάρη. Έναν ιδιαίτερα θεοσεβούμενο γέροντα  που  κληροδότησε στους απογόνους του το επίθετο Παπασωτηρίου.

Εκείνη την εποχή η εκλογή του παπά μιας ενορίας γινόταν με ψηφοφορία και  δημοκρατικές διαδικασίες. Μαζευόταν το χωριό και ψήφιζε αυτόν που θεωρούσε καταλληλότερο για την θέση του ιερέα από τους υποψήφιους. Ο νικητής των εκλογών έπαιρνε τα αποτελέσματα και πήγαινε στον Μητροπολίτη. Εκείνος αξιολογούσε το ήθος, την προσωπικότητα του, τον εξομολογούσε και  αποφάσιζε εάν ήταν κατάλληλος για ιερέας. Εάν τον απέρριπτε την ίδια διαδικασία ακολουθούσε ο δεύτερος των εκλογών, ο τρίτος έως ότου βρισκόταν ο καταλληλότερος.

Από τους τελευταίους ιερείς ήταν ο πατέρας Χρήστος Γεωργίου Λάμπας που γεννήθηκε το 1899.Τον Απρίλιο του 1914 παντρεύετε την Γεωργία Αλεξάνδρου Μαυροκορδοπούλου με την οποία απέκτησε δέκα παιδιά. Λειτούργησε στην εκκλησία 52 χρόνια από το 1924 έως το 1976.  Απεβίωσε σε ηλικία ενενήντα ετών τον Αύγουστο του 1976.

 

Ο Παπαχρήστος Λάμπας με τη σύζυγό του Γεωργία Μαυροκορδοπούλου και τον εγγονό του Γιάννη Παπασωτηρίου (Μπουνάτσος).

 

Τέλος αξίζει να αναφερθούμε και στον τελευταίο ζώντα ιερέα τον πατέρα Παναγιώτη Φαρμάκη (1929-2019) που λειτουργεί τον Αι Γιάννη τα τελευταία τριάντα επτά χρόνια καθώς και στα χωριά Αγριλίτσα, Βρούστη, Μάζι και Μερκούρι. Μικρό χωριό η Καρυά αλλά με ιερείς μπροστάρηδες σε όλους τους αγώνες του έθνους για ελευθερία και που  σήμερα κατέχουν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά όλων μας.

Σημείωση βιβλιοθήκης: Σε ηλικία 90 ετών έφυγε από τη ζωή και ο ιερέας Παναγιώτης Φαρμάκης, για δεκαετίες εφημέριος στον ναό του Τιμίου Προδρόμου Καρυάς αλλά και στα υπόλοιπα χωριά της περιοχής. Η εξόδιος ακολουθία τελέστηκε  την Τρίτη 17 Δεκεμβρίου, στις 3 μμ στον Ιερό Ναό Ευαγγελισμού Θεοτόκου Αγριλίτσας.

Η Ιερά Μητρόπολη Αργολίδος αναφέρει για το θάνατό του:

Ο αοίδιμος Πρεσβύτερος Παναγιώτης Φαρμάκης γεννήθηκε στην Καρυά το 1929. Τα εγκύκλια γράμματα παρακολούθησε στη γενέτειρά του και αποφοίτησε από την Μέση Νυχτερινή Ιερατική Σχολή Αθηνών το 1973. Υπηρέτησε κατά τα έτη 1951-1953 την πατρίδα ως στρατιώτης του Πεζικού.

Νυμφεύθηκε την Λεμονιά Ταραντίλη με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Χειροτονήθηκε Διάκονος την 6η Αυγούστου 1973 και Πρεσβύτερος την 12ην Αυγούστου 1973 στον Ιερό Ναό Τιμίου Προδρόμου Καρυάς, υπό του μακαριστού Μητροπολίτου Αργολίδος Χρυσοστόμου του Β’ (Δεληγιαννοπούλου), συμμαρτυρούντος του μακαριστού επίσης Πρωτοπρεσβυτέρου Κων/νου Σχοινοχωρίτου.

Υπηρέτησε ως τακτικός Εφημέριος του Ιερού Ναού Τιμίου Προδρόμου Καρυάς επί 38 συναπτά έτη. Παράλληλα διηκόνησε την ενορία Αγίου Αθανασίου Βρουστίου και τους οικισμούς Αγριλίτσας, Μερκουρίου και Μαζίου.  Υπήρξε δόκιμος εργάτης του Ευαγγελίου του Χριστού και διηκόνησε το κατηχητικό έργο επί πολλά έτη.

Ο εκλιπών υπήρξε σεμνός Κληρικός, δόκιμος εργάτης του Ευαγγελίου του Χριστού, αφοσιωμένος στην αποστολή του, διακόνησε με ευσυνειδησία, συνέπεια και σύνεση πάντοτε με υπακοή προς την Εκκλησία.

 

Υποσημείωση 


 

* Προς την επί των Στρατιωτικών Β. Γραμματείαν της Επικρατίας.

Ο υποφαινόμενος οδεύων το 34 έτος της ηλικίας του μου, γεννημένος είς το χωρίον Καρυά του Δήμου Οινόης της Επαρχίας Άργους όπου και σταθερώς διαμένω, υπηρετήσας την Πατρίδα κατά το διάστημα του αγώνος, έδωσα κατά το 1835 & 1836 έτος τα υπέρ Πατρίδος των εκδουλεύσεων μου ενδεικτικά εις την των επί των Αριστείων Εξεταστικήν Επιτροπήν υπογεγραμμένα παρά του Αντισυνταγματάρχου κ. Δ. Τζιόκρη και υπό λοχαγού Ιωάννου Δαγρέ υπό των οποίων τας διαταγάς διέπρεψα κατά το διάστημα του πολέμου, και επερίμενα ανυπομόνως να λάβω το ανήκον μοι εθνόσημον.

Αλλ’ επειδή και μέχρι σήμερον δεν το έλαβον, κατά δυστυχίαν αγνοώ πως. Όθεν ήδη οδηγούμενος από την υπ’ αρ. 204 Δηλοποίησιν της Σ. ταύτης Γραμματείας, επαναλαμβάνω την αιτησίν μου δια το ως είρηται εθνόσημον. Και τολμώ να κάμω την παρατήρησιν εις την Σεβ. ταύτην Γραμματείαν, ότι όταν έδωσα την περί εθνοσήμου αναφοράν μου ονομαζόμουν ΓΕΩΡΓΙΟΣ ή ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΚΑΡΑΜΟΥΝΤΖΟΣ. Και επειδή ήδη χειροτονηθείς κατά το 1838 έτος Ιερεύς, υποσημειούμαι ήδη ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ιερεύς. Και παρακαλώ την Σ. ταύτην Γραμματείαν, ίνα ευαρεστηθή και διατάξη όπως μοι δοθή το ανήκον εθνόσημον, ως και εδόθη και είς τους ……….. συναγωνιστάς μου, πλήρης ελπίδων της αιτήσεώς μου ταύτης.

Υποσημειούμαι με σέβας (Τ.Υ) Γεώργιος Ιερεύς.

Εν Καρύα την 16 Νοεμβρίου 1839

Ελένη Φλέσσα

 

Πηγές


  •  Χ.Ε.Β  Αρχείο Αγωνιστών
  • ΓΑΚ Αριστεία
  • Κωνσταντίνος Δ. Κατσένης, «Καρυά 1810-2005», 2007.
  • Ημερολόγια 2007 & 2009. Προοδευτικού & Μορφωτικού Συλλόγου Καρυάς «ΤΟ ΑΡΤΕΜΙΣΙΟ».

Αβραμιώτης Διονύσιος (1770- 1835)


Αβραμιώτης Διονύσιος. Ιατρός, γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1770. Σπούδασε στην Πάδοβα της Ιταλίας. Εξάσκησε το ιατρικό επάγγελμα στο Άργος και στην Αθήνα. Κατά το 1817 εξέδωσε στα Ιταλικά ανακατασκευή του «Οδοιπορικού» του Σατωμπριάν.

Συνεργάστηκε για μεγάλο διάστημα με τους εν Ελλάδι Άγγλους αρχαιολόγους της εταιρείας των Διλεττάντι , υπήρξε από τα πρώτα μέλη της εταιρείας των Φιλομούσων  που ιδρύθηκε στην Αθήνα το 1814, της οποίας πρόεδρος  υπήρξε ο Ιωάννης Καποδίστριας και η οποία προπαρασκεύαζε εν πολλοίς το έδαφος για τη μετέπειτα Φιλική εταιρεία. Κατά το 1820 ο Αβραμιώτης διορίστηκε πρόξενος της Γαλλίας στην Αθήνα. Πέθανε το 1835.

 

Πηγή


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος πρώτος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  

 

Άξιον Εστί – Φεστιβάλ Άργους 2010

Το Άξιον Εστί στους Στρατώνες Καποδίστρια, Σάββατο 17 Ιουλίου, 9.00 μμ

 

  

Η χορωδία της πολιτιστικής Πρότασης, επιχειρεί με οδηγό της τον  Μαέστρο κ. Νόνη να σας ξεναγήσει στα υψίπεδα της ένθεης μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη και την μυροφόρο ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη.

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010. Βραδιά μέθεξης και νυχτερινής περιπλάνησης

στον κόσμο του Ελύτη. Αυτόν τον κόσμο τον μικρό, τον Μέγα.

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Αλκίνοος Ιωαννίδης και Absolute Ensemble στη Μικρή Επίδαυρο, 16 & 17 Ιουλίου


 

Το Absolute Ensemble της Νέας Υόρκης, υπό τη διεύθυνση του Κρίστιαν Γιάρβι, μετά τη δημιουργική «συνομιλία» του με τον Μπαχ στο Φεστιβάλ Αθηνών κατευθύνεται προς το μικρό θέατρο της Επιδαύρου για να συναντήσει δυο σπουδαίους Έλληνες μουσικούς: τον βιολιστή Μιλτιάδη Παπαστάμου, από τα ιδρυτικά μέλη του συγκροτήματος, και τον τραγουδοποιό Αλκίνοο Ιωαννίδη.  

Μέσα από τη χαρά της συνύπαρξης διαφορετικών κόσμων, θα παρουσιάσουν ένα ιδιαίτερο πρόγραμμα που, μακριά από κάθε σοβαροφάνεια, συνδυάζει την «κλασική» μουσική του 21ου αιώνα, την τζαζ, τη world music, τη ροκ, progressive και underground σκηνή, με το μεσαιωνικό κυπριακό και το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι, τον αυτοσχεδιασμό και τους νέους τρόπους γραφής.

Από το 1993, οι φανατικοί ακροατές του Absolute Ensemble του Κρίστιαν Γιάρβι έχουν γίνει μάρτυρες μιας αργής αλλά σταθερής μεταμόρφωσης. Στις απαρχές του, στη Νέα Υόρκη, υπήρξε ένα ακόμα σύνολο κλασικής μουσικής.

Όμως ο Γιάρβι δεν μπόρεσε ποτέ να μειώσει τον ενθουσιασμό του για κάθε είδος μουσικής έκφρασης. Γι’ αυτό και το «μουσικά παμφάγο» σύνολό του, όπως το αποκαλεί ο ίδιος χαϊδευτικά, δημιουργεί παραστάσεις ασυνήθιστες στο χώρο της κλασικής μουσικής. Τα μέλη του καλούνται συχνά όχι μόνο να αυτοσχεδιάσουν, αλλά και να διασκευάσουν και να συνθέσουν έργα. Με γνώμονα την ένωση και όχι το διαχωρισμό των μουσικών ειδών, το Σύνολο ενσωματώνει στην κλασική του παράδοση μουσικές κάθε είδους, από την τζαζ και τη ροκ έως τις μουσικές του κόσμου και το χιπ-χοπ. Αψηφώντας την κατηγοριοποίηση και δημιουργώντας έναν εντελώς καινούριο ήχο, φέρνει μια αναζωογονητική πνοή στο μέλλον της μουσικής.

Το περιοδικό American Record Guide το χαρακτήρισε «ίσως το πιο σαγηνευτικό και δεξιοτεχνικό σύνολο σύγχρονης μουσικής σήμερα». Με οκτώ ηχογραφήσεις στο ενεργητικό του, το Absolute Ensemble έχει κερδίσει πολλά βραβεία, μια υποψηφιότητα για Grammy και έχει κάνει περιοδείες σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Εθνικό Θέατρο – Λυσιστράτη,  Αριστοφάνης  στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου 16 & 17 Ιουλίου

 


 

 Δια της κωμωδίας ταύτης ο Αριστοφάνης εκτραγωδεί τα δεινά του Πελοποννησιακού πολέμου, παρουσιάζει δε τας γυναίκας μηχανευομένας την κατάλυσιν αυτού, δια της αποχής από της εκπληρώσεως των συζυγικών των υποχρεώσεων.

  Πολύβιος Δημητρακόπουλος (Pol Arcas)

 Εκδόσεις Φέξη, 1910                                                                               

 

Εθνικό Θέατρο, 1957. H πρώτη Λυσιστράτη της Επιδαύρου – αξέχαστη η Mαίρη Aρώνη.

Η Λυσιστράτη πείθει τις γυναίκες της Αθήνας να απέχουν από τα «συζυγικά καθήκοντά» τους για να αναγκάσουν τους άντρες να τερματίσουν τον Πελοποννησιακό πόλεμο και… ένας άλλος πόλεμος αρχίζει, ανάμεσα στα δύο φύλα! Μια παράσταση για τον έρωτα, τον πόλεμο και την συμφιλίωση από τον ανατρεπτικό Γιάννη Κακλέα.

Η Λυσιστράτη διδάχτηκε το 411 π.Χ.  Η Αθήνα μέτραγε ήδη είκοσι χρόνια  πολέμου (ο Πελοποννησιακός πόλεμος ξεκίνησε το 431 π.Χ.) και ο Αριστοφάνης, γνωρίζοντας από πρώτο χέρι τι σημαίνει πόλεμος, δίνει με ευφυή τρόπο το δικό του ειρηνικό στίγμα. Με όπλα του το εύρημα της σεξουαλικής απεργίας, την ανελέητη σάτιρα και μια γλώσσα ευρηματική όσο και αθυρόστομη, καταδικάζει τον πόλεμο και προβάλλει την ανάγκη για  πανελλήνια ενότητα. Ερωτικά τεχνάσματα, κωμικές παρεξηγήσεις και πληθωρική δράση συνθέτουν μια απολαυστική κωμωδία όπου η γυναικεία εξυπνάδα αναδεικνύεται η κινητήρια δύναμη που θα οδηγήσει στη συμφιλίωση.

Ο σκηνοθέτης της παράστασης Γιάννης Κακλέας σημειώνει:

Η Λυσιστράτη, γράφεται σε μια ιδιαίτερα πολυτάραχη περίοδο. Το 411 π.χ. η Αθήνα μετά  την καταστροφική ήττα της σικελικής εκστρατείας, έχοντας χάσει μεγάλο αριθμό στρατιωτών, βρίσκεται στον εικοστό χρόνο του πελοποννησιακού πολέμου που ακόμα συνεχίζεται. Ο πόλεμος, έχει απελευθερώσει την ανθρώπινη σκληρότητα, έχει εγκαταστήσει την παρακμή, έχει εξοστρακίσει τον έρωτα και  έχει αποχαλινώσει τη βία.  Οι ανθρώπινες σχέσεις – άρα και οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα- είναι κι αυτές ένας πόλεμος που διεξάγεται με διαφορετικά όπλα και άλλη στρατηγική.

Στην παράσταση, οι γυναικείοι ρόλοι ερμηνεύονται από άνδρες ηθοποιούς. Όχι σαν παρωδία της θηλυκότητας, και ειρωνική μίμηση των γυναικείων μηχανισμών έτσι όπως οι άνδρες τους φαντάζονται, αλλά ως επίκληση του θηλυκού στοιχείου που έχει τη δύναμη να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού. Το γυναικείο φύλο, δεν είναι μόνο το «άλλο» φύλο, δεν είναι απλά ο αντίθετος πόλος του αρσενικού. Είναι η  ίδια η ενέργεια του έρωτα που δημιουργεί, χωρίς να καταργεί τις αντιθέσεις. Η «συνωμοσία» των γυναικών για να σταματήσει ο πόλεμος,  είναι μια επανάσταση της ίδιας της ζωής ενάντια στον παραλογισμό και το θάνατο.

Μετάφραση: Κ. Χ. Μύρης
Σκηνοθεσία: Γιάννης Κακλέας
Σκηνικά: Μανώλης Παντελιδάκης
Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος
Χορογραφία: Κυριάκος Κοσμίδης
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Βίντεο: Πίνδαρος Ανδριόπουλος
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Διανομή:

Λυσιστράτη: Βασίλης Χαραλαμπόπουλος
Πρόβουλος: Χρήστος Χατζηπαναγιώτης
Μυρρίνη: Ελένη Κοκκίδου
Κλεονίκη: Γιώργος Χρυσοστόμου
Κινησίας / Μυρρίνη: Μάκης Παπαδημητρίου
Αθηναίος Πρύτανης: Θέμης Πάνου
Λαμπιτώ: Λαέρτης Μαλκότσης
Κήρυκας Λακεδαιμονίων: Σταύρος Μαυρίδης

Ερμηνεύουν: Άννα Αθανασιάδη, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Ιφιγένεια Αστεριάδη, Μιχάλης Θεοφάνους, Νίκος Καρδώνης, Φαίη Κοκκινοπούλου, Νίκη Λάμη, Κατερίνα Λυπηρίδου, Χρήστος Μαλάκης, Κωνσταντίνος Μαραβέλλιας, Σταύρος Μαυρίδης, Σοφία Μιχαήλ, Αγορίτσα Οικονόμου, Γιώργος Παπαγεωργίου, Δημήτρης Πασσάς, Γρηγόρης Ποιμενίδης, Αλάιν Ρομέρο, Μαριάνθη Σοντάκη, Ιωάννα Τριανταφυλλίδου, Αγγελική Τρομπούκη, Κωνσταντίνος Τσερκάκης, Μαρία Τσιμά, Βαγγέλης Χατζηνικολάου.

Πληροφορίες: Ελληνικό Φεστιβάλ, Χατζηχρήστου 23 και Μακρυγιάννη, Αθήνα.
Τηλ.: 210 3272000

Καραμάνος Γιώργος, Η γνωριμία μου και ο έρωτας με τ’ Ανάπλι.

Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV (2000). Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.   

Αποθήκευση Έγγραφου: Καραμάνος Γιώργος, Η γνωριμία μου και ο έρωτας με τ’ Ανάπλι.

Από την Ναυπλιακή ποίηση: Ποιήματα των Τάσου Βυζαντίου, Κατερίνας Γαρδικίωτη – Κοΐνη, Νίκου Καραγιάννη, Χρήστου Κατσιγιάννη, Θεοδόση Κωστούρου, Πάνου Λιαλιάτση, Νίκου Πρασσά, Μανώλη Τερζάκη, Γιάννη Φίλη, παπα – Ηλία Ψαρρολόγου.    

Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙV (2000). Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.   

Αποθήκευση Έγγραφου: Από την Ναυπλιακή ποίηση

Σατωμπριάν 1768-1848 – ( François-René de ChateaubriandΣατωβριάνδος) 


  

Ο  Φρανσουά ντε Σατωμπριάν, γνωστός και σαν Σατωβριάνδος  ένθερμος φιλέλληνας, περιηγητής και συγγραφέας – υπηρέτησε ως διπλωμάτης και Πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης, και χρημάτισε Υπουργός Εξωτερικών κατά την περίοδο 1823-1824. Υποστήριξε σθεναρά την Ελλάδα κατά την Επανάσταση του 1821.

 

Portrait of Francois Rene Vicomte de Chateaubriand, 1786.

Ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως αξιωματικός του γαλλικού στρατού και το 1791 ταξίδεψε στη Βόρειο Αμερική. Έναν χρόνο αργότερα, επέστρεψε στη Γαλλία για να καταταγεί στον στρατό των εξόριστων Γάλλων ευγενών και να υπερασπιστεί το βασιλικό καθεστώς. Ένας σοβαρός τραυματισμός τον ανάγκασε να καταφύγει στο Λονδίνο. Επέστρεψε στο Παρίσι τον Μάιο του 1800. Πολέμιος του Ναπολέοντα, κατά την Παλινόρθωση των Βουρβόνων υπηρέτησε ως πρέσβης της Γαλλίας σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ενώ την περίοδο 1823-1824 διατέλεσε υπουργός Εξωτερικών. Στα γαλλικά γράμματα αναδείχτηκε με το έργο Αταλά ή Οι έρωτες δυο αγρίων στην έρημο (1800).

Ταξίδεψε στην Ελλάδα και στην Μέση Ανατολή (1806-1807), και το 1811 δημοσίευσε το βιβλίο του «Οδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμ», στο οποίο αναφέρεται εκτενώς και στην Ελλάδα της εποχής εκείνης, δίνοντας εξαίσιες περιγραφές της φυσικής ομορφιάς της, των παραμελημένων ιστορικών μνημείων που μαρτυρούσαν το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού, αλλά και ρεαλιστικές εικόνες από τις απαίσιες συνθήκες ζωής των υπόδουλων Ελλήνων.

Κατά την προεπαναστατική περίοδο ο Σατωβριάνδος μπορεί να χαρακτηρισθεί ως απλός περιηγητής, και ως ρομαντικός λογοτέχνης, που μελαγχολεί βλέποντας τους απογόνους των αρχαίων Ελλήνων να ζουν σε ελεεινή κατάσταση, υπόδουλοι ενός άξεστου δυνάστη.
Όμως με το ξέσπασμα της Επανάστασης, βλέποντας την αγωνιστικότητα των Ελλήνων από τη μια, και την εχθρική στάση των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης προς το αγωνιζόμενο ελληνικό έθνος, ο Σατωβριάνδος μεταμορφώνεται σε ένθερμο φιλέλληνα, και τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων.

Τον τίτλο του φιλέλληνα τον οφείλει κυρίως στο περίφημο «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» (Note sur la Grėce, 1825), το οποίο κατά κάποιο τρόπο αποτέλεσε φιλελληνικό μανιφέστο κατά τη διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης.

Γεννήθηκε στο Σαιν-Μαλό της Βρετάνης στις 4 Σεπτεμβρίου 1768, τελευταίο από τα δέκα παιδιά του Ρενέ ντε Σατωμπριάν, τιτλούχου άρχοντα, που είχε αναγκαστεί να γίνει θαλασσινός για να ζήσει. Τολμηρός πλοίαρχος και έμπορος μαζί, σχημάτισε αρκετή περιουσία, που κατά μέγα μέρος την κληρονόμησε ο πρώτος γιος, όπως ήταν τότε τα έθιμα. Η πρώτη λοιπόν επαφή του Σατωβριάνδου ήταν με την τραχιά γη και την άγρια θάλασσα της Βρετάνης. Από τα 1777 ως τα 1779 σπουδάζει στα κολέγια της Ντολ, της Ρεν και της Ντινάν αποκαλύπτοντας στους δασκάλους του καταπληκτικά χαρίσματα μαθητή και τεράστια μνήμη, καθώς και ευκολία αφομοίωσης των κλασικών συγγραφέων.

Έχει κλίση και προς τη θάλασσα και προς τη θρησκεία, αλλά στα 1786 τον βρίσκουμε ανθυπολοχαγό στο Σύνταγμα της Ναβάρρας, που ήταν φρουρά στο Καμπραί. Στα 1789, τη χρονιά της Επανάστασης, θα είναι στο Παρίσι και θα συναναστρέφεται τους αναρίθμητους συγγραφείς του καιρού του, ανάμεσα στους οποίους είναι ο περίφημος Λα Αρπ, ο Σαμφόρ και ο Φοντάν. Τότε η λεγομένη φιλοσοφία του Διαφωτισμού, δηλαδή η φιλοσοφία των προοδευτικών ιδεών του Βολταίρου και του Ρουσσώ, αρχίζει να ασκεί απάνω του μεγάλη επίδραση μολονότι ήταν ένας ειλικρινής πιστός της μοναρχίας και ιδίως της συνταγματικής. Τα δύο πρώτα χρόνια της Γαλλικής Επανάστασης κυλούν μέσα σε μια αβεβαιότητα. Τα πάντα απειλούνται – και μέσα σ’ αυτή την αβεβαιότητα ο νεαρός και ρομαντικός Σατωβριάνδος, ανήσυχος, ονειροπόλος και διψώντας για καινούριες εμπειρίες, αποφασίζει να ταξιδέψει στην Αμερική για να γνωρίσει τη μεγάλη αυτή χώρα και να μελετήσει τους δημοκρατικούς θεσμούς της, αλλά και τη ζωή των Ερυθρόδερμων, που τους θεωρούσε φορείς μιας αληθινά ελεύθερης ζωής.

Σελεστίνη Μπουισσόν

Στις 8 Απριλίου λοιπόν του 1791, μέσα στη φωτιά της Επανάστασης, μπαρκάρει για την Αμερική, απ’ όπου φεύγει σε οκτώ μήνες για να υπερασπιστεί την απειλούμενη μοναρχία. Έχοντας εξαντλήσει στο ταξίδι αυτό και το τελευταίο του φράγκο από το κατάλοιπο της πατρικής κληρονομιάς, αναγκάζεται να παντρευτεί με συνοικέσιο της αδελφής του τη Σελεστίνη Μπουισσόν, μια γυναίκα που ποτέ δεν την αγάπησε. Αλλά ο Σατωβριάνδος, όπως και πολλοί άλλοι, έπεσε θύμα – καθώς και η αδελφή του, που έκαμε το συνοικέσιο – της ψεύτικης φήμης πως η Σελεστίνη ήταν πολύ πλούσια, ενώ στην πραγματικότητα είχε πολύ μικρή περιουσία.

Μετά τον γάμο του κατατάσσεται στη Στρατιά των Πριγκίπων και τραυματίζεται στην Τιονβίλ. Η τρομοκρατία του Ροβε­σπιέρου και της συντροφιάς του, που κυρίως ανέβαζε στην γκιλοτίνα κεφάλια αριστοκρατών, τον αναγκάζει να δραπετεύσει από το Παρίσι μεταμφιεσμένος και να καταφύγει εξόριστος στην Αγγλία, όπου χιλιάδες αριστοκράτες προσπαθούσαν να ζήσουν κάνοντας όλα τα επαγγέλματα και πιστεύοντας πως η Επανάσταση γρήγορα θα κατέρρεε.

Στο Λονδίνο μένει επτά ολόκληρα χρόνια, από το 1793 ως το 1800. Για να ζήσει, δίνει μαθήματα γαλλικής, αλλά περνάει περιόδους φρικτής δυστυχίας και πείνας. Στα 1797 δημοσιεύει στο Λονδίνο το πρώτο του έργο, ένα «Δοκίμιο για τις επαναστάσεις», όπου περνάει ολότελα απαρατήρητο. Στο δοκίμιο αυτό του δίνεται η ευκαιρία να εκφράσει τη δυσπιστία του για τη Γαλλική Επανάσταση. 

Στην Αγγλία ο Σατωβριάνδος, που κατά βάθος ήταν ένα πλέγμα θεοσεβούς δανδή και χριστιανού Καζανόβα, αφήνεται ν’ αγαπηθεί παράφορα από την κόρη ενός πάστορα. Στην κρίσιμη στιγμή των προτάσεων για γάμο από μέρους του πάστορα, ο Σατωβριάνδος, που ήταν κι αυτός ερωτευμένος, σαν πιστός καθολικός αποκαλύπτει στον μέλλοντα πεθερό του πως είναι παντρεμένος. Επακολουθούν σκηνές τραγικές, και ο πιστός στον δεσμό του γάμου καθολικός ξεκινά κι επιστρέφει στο Παρίσι τον Μάη του 1800, όπου ήδη είχε αρχίσει να επικρατεί κάποια τάξη κάτω από το άστρο του υπάτου Ναπολέοντα Βοναπάρτη.

Την ίδια χρονιά δημοσιεύει τη νουβέλα του «Αταλά», που είχε και τον δεύτερο τίτλο «Οι έρωτες δύο αγρίων μέσα στην έρημο». Ακολουθεί καταπληκτική επιτυχία γιατί, όπως είπε η κριτική, «η Γαλλία διψούσε για μεγάλη λογοτεχνία ύστερ’ από τόσες ταραχές και αναστατώσεις».

Ένα από τα κύρια έργα του, που άρχισε να γράφει πριν από την Αταλά, στα 1800, είναι το  «Το πνεύμα χριστιανισμού» που δίνει στη θρησκεία της αγάπης και της συγνώμης μια καινούρια θέρμη, που τόσο την αναζητούσε ο ταλαιπωρημένος Γάλλος του 1800.

François-René de Chateaubriand

Μετά το «Πνεύμα του χριστιανισμού» ο Σατωβριάνδος συλλαμβάνει το σχέδιο ενός άλλου έργου θρησκευτικού, των «Μαρτύρων», που θα ιδούν το φως της δημοσιότητας στα 1809. Μα, πριν γράψει τους «Μάρτυρες», αισθάνεται την ανάγκη – ανάγκη συγγραφική και ανθρώπινη μαζί – να επισκεφθεί την Αγία Γη, την Παλαιστίνη, και γενικά να γνωρίσει, να μυρίσει, να γευθεί, με τον τρόπο που αυτός ήξερε, τους τόπους όπου ρίζωσε και βλάστησε η νέα θρησκεία. Αποφασίζει λοιπόν αυτό το περιπετειώδες ταξίδι, αυτός ο μέγας φίλος των ταξιδιών, και συμπεριλαμβάνει σ’ αυτό και την Ελλάδα, τη χώρα που πρώτη δέχτηκε ολόψυχα το κήρυγμα του Χριστού μέσα από τα λόγια και τη θέρμη των Αποστόλων.

Άλλωστε η Ελλάδα δεν ήταν μόνο το πρώτο σκαλοπάτι του χριστιανισμού. Ήταν και η χώρα που τα χώματά της είχαν ζυμωθεί με τη δόξα της λαμπρότερης ιστορίας του κόσμου και που όσα ερείπια έμεναν ακόμα ορθά απάνω στα χώματα αυτά ακτινοβολούσαν κάτω από τον ίδιον ήλιο την ασύγκριτη και τη μοναδική αρχαία πνευματική και καλλιτεχνική αίγλη. Η φαντασία του, ερεθισμένη από τις κλασικές του σπουδές και ρομαντικά διαμορφωμένη, τον έκαμε κιόλας να φαντάζεται πως στην Ελλάδα θα μπορούσε να βρει κάτι από τη ζωντανή ύπαρξη του Λεωνίδα, του Λυκούργου, του Θεμιστοκλή και των άλλων ημίθεων της ιστορίας και του πνεύματος – πως ίσως ν’ άκουγε τα ονόματά τους να τα ψιθυρίζουν οι ελληνικοί άνεμοι, δίπλα σε ποτάμια με πικροδάφνες και μυρτιές και σε κρήνες όπου καλλίγραμμες και λευκοφόρες νέες θ’ αντλούσαν νερό γεμίζοντας αμφορείς εξαίσια τεχνουργημένους! Ο χορός των ποιητών, των βασιλέων, των στρατηγών, των ιστορικών έμοιαζε για τον Σατωβριάνδο με τα Τάγματα των χριστιανικών Αγγέλων, που η θερμή ευλάβεια μπορεί να σε κάνει να τα αισθανθείς να φτερουγίζουν ολόγυρά σου. Αναφέρεται κι άλλο ένα ακόμα κίνητρο για το ταξίδι αυτό προς τους αρχαίους και τους Αγίους Τόπους – ο φλογερός δεσμός του με μια ωραία κυρία, την κόμησσα ντε Νοάιγ, όχι βέβαια τη γνωστή μεγάλη ποιήτρια, που γεννήθηκε έναν αιώνα αργότερα. Υποστηρίζεται ότι το ταξίδι έγινε για να τελειώσει στην Ισπανία, όπου στην Ανδαλουσία είχε συμφωνηθεί να συναντήσει το ερωτικό του ίνδαλμα.

Ο Σατωβριάνδος ξεκινώντας για την Ελλάδα και τη Μέση Ανατολή και γυρίζοντας από κει μ’ ένα βιβλίο, καθιέρωσε σταθερά δύο μοντέρνους τύπους ζωής και δημιουργίας. Τον συγγραφέα που ταξιδεύει και το πεζογράφημα των λογοτεχνικών ταξιδιωτικών εντυπώσεων. Και το πρώτο μέρος του «Οδοιπορικού» του, που σχεδόν πιάνει και τον μισόν όγκο του βιβλίου, είναι θρεμμένο από την Ελλάδα του 1806.

Κι αν η αρχαία Ελλάδα, που με τόσο ρομαντικό πάθος την αναζήτησε ο Σατωβριάνδος στη Σπάρτη, την Ελευσίνα, το Άργος και την Αθήνα, ήταν ακόμα ολόκληρη σχεδόν θαμμένη κάτω από βαθιά στρώματα σκόνης που αγωνιζόταν από καιρό σε καιρό να τα ξεσκαλίσει μια πρωτόπειρη και ερασιτεχνική αρχαιολογία σποραδικών ξένων περιηγητών, η Ελλάδα η σύγχρονη του Σατωβριάνδου ήταν κι αυτή σα χαμένη, σαν αόρατη, σα να ήταν όλα τα έμψυχα όντα κάπου κρυμμένα και κουρνιασμένα, «γιατί τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά».

Πέρα από το καλαισθητικό ή οποιοδήποτε άλλο, αυτό είναι το πρώτο αίσθημα που νιώθει ανατριχιάζοντας ο σημερινός Έλληνας αναγνώστης καθώς βυθίζεται στα πρώτα κεφάλαια του «Οδοιπορικού». Κι ασφαλώς πρόκειται για ένα αίσθημα που σήμερα δεν μπορεί τόσο έντονα να το νιώσει παρά μόνο ένας Έλληνας ή το πολύ πολύ ένας ξένος βαθύτατα φίλος της χώρας μας. Όμως το «Οδοιπορικό» φαίνεται πως την εποχή εκείνη – δηλαδή από το 1807 κι έπειτα -, κυρίως στους κύκλους των διανοουμένων, κέντρισε το ενδιαφέρον για την υπόδουλη Ελλάδα, τους έκαμε να συγκινηθούν γι αυτόν τον λαό των ανέλπιδων σχεδόν σκλάβων.

Και θα πρέπει κανείς να θαυμάσει τη συγγραφική δύναμη του Σατωβριάνδου, κυρίως αυτή τη γοργή «απορροφητικότητα» που είχε ταξιδεύοντας. Γιατί τα σχετικά με την Ελλάδα κεφάλαια του «Οδοιπορικού» του μας δίνουν την εντύπωση πως ο ταξιδιώτης χριστιανός θα έμεινε πάρα πολύ καιρό στον τόπο μας, ενώ όλος αυτός ο τεράστιος για τις συγκοινωνιακές δυσκολίες της εποχής ταξιδιωτικός κύκλος άρχισε στο Παρίσι, όπου ο Σατωβριάνδος επέστρεψε στις 5 Ιουνίου 1807.

Οι κύριοι σταθμοί του ήταν Παρίσι, Μιλάνο, Βενετία, Μεθώνη, Τρίπολη, Μυστράς, Σπάρτη, ‘Αργος, Αθήνα, Σούνιο, Τζια, Χίος, Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη, Ρόδος, Ιερουσαλήμ, Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Καρχηδόνα, Κόρδοβα, Γρανάδα, Μαδρίτη. Απ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα κατανάλωσε μόνο πενήντα μέρες για την παραμονή του και τη διακίνησή του μέσα στον κυρίως ελληνικό χώρο – ας πούμε στον χώρο της Μεγάλης Ιδέας, που περιλαμβάνει την Πόλη, τη Σμύρνη και την Κύπρο. Αλλά οι διακινήσεις, επίπονες και αργές, με άλογα και μουλάρια που τριπόδιζαν σε δύσβατους και επισφαλείς δρόμους, με ιστιοφόρα που η ταχύτητά τους ήταν εξαρτημένη από τα καπρίτσια των ανέμων, έτρωγαν πιο πολύ καιρό από την παραμονή στα μέρη των ενδιαφερόντων του.

Για το περίφημο «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» στο οποίο οφείλει άλλωστε και τον τίτλο του φιλέλληνα, ο Κυριάκος Αμανατίδης στα «Επίκαιρα και Επίμαχα», Νέος Κόσμος – ομογενειακή ενημέρωση – γράφει:

 

Chateaubriand – Έργο του Γάλλου ζωγράφου Anne-Louis Girodet de Roussy-Trioson (1767- 1824) 1808.

Το Υπόμνημα του Σατωβριάνδου δυστυχώς δεν κυκλοφορεί σε μορφή βιβλίου. Στάθηκα τυχερός να το εντοπίσω στην ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κρήτης (κωδικός 122700), από όπου το εκτύπωσα. Είναι σε ελληνική μετάφραση από τα γαλλικά.

Στην δεύτερη παράγραφο του Υπομνήματος ο Σατωβριάνδος γράφει:

«Μήπως έμελλε ο αιώνας μας να δει πλήθη αγρίων ανθρώπων να καταπνίξουν τον αναγεννώμενο πολιτισμό στον τάφο ενός έθνους, το οποίο εξημέρωσε και εκπολίτισε την οικουμένη; Θα επιτρέψουν οι Χριστιανοί στους Τούρκους να σφάζουν ανεμπόδιστα τους Χριστιανούς; Και τα νόμιμα κράτη της Ευρώπης θα ανεχθούν χωρίς αγανάκτηση να δίνεται το ιερό όνομα της νομιμότητας σε ένα τυραννικό καθεστώς, το οποίο θα έκανε και αυτόν τον Τιβέριο να αισθάνεται ντροπή;».

Στην συνέχεια ο Σατωβριάνδος γράφει πως πρόθεσή του δεν είναι να αναφερθεί στην ιστορία του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, γιατί όπως λέει επί αυτού είχαν γραφεί πολλά συγγράμματα. Εκείνο που επιδιώκει να κάνει με το Υπόμνημά του είναι να ανασκευάσει τα επιχειρήματα των μεγάλων δυνάμεων της Ευρώπης, για την εχθρική τους στάση έναντι του αγωνιζόμενου ελληνικού λαού.

Οι ακόλουθοι τέσσερις λόγοι, γράφει, προβάλλονται για να δικαιολογήσουν αυτήν την στάση των Ευρωπαίων:

 
1. Επειδή η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνωρίσθηκε στη Συνέλευση της Βιέννης ως αναπόσπαστο μέρος της Ευρώπης.

2. Επειδή ο Σουλτάνος είναι νόμιμος κύριος των Ελλήνων, και ως εκ τούτου οι Έλληνες είναι αντάρτες.

3. Επειδή η παρέμβαση των Δυνάμεων θα μπορούσε να δημιουργήσει πολιτικές δυσκολίες.

4. Επειδή δεν συμφέρει να συσταθεί δημοκρατικό κράτος στην ανατολική Ευρώπη (εδώ εννοεί τα Βαλκάνια).

Ο Σατωβριάνδος, με τα δικά του επιχειρήματα, αναιρεί τους λόγους που πρόβαλαν οι Μεγάλες Δυνάμεις για τη μη παρέμβασή τους υπέρ της Ελλάδας.

Αναφορικά με τον πρώτο λόγο, ο Σατωβριάνδος αποδεικνύει το ανυπόστατο της αναγνώρισης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως αναπόσπαστου μέρους της Ευρώπης. Για το ότι ο Σουλτάνος αναγνωρίζεται από τις μεγάλες Δυνάμεις ως νόμιμος κύριος των Ελλήνων, ο Σατωβριάνδος παρατηρεί πως ο Σουλτάνος «βασιλεύει επ’ ονόματι του Κορανίου και της μαχαίρας».

Επιπρόσθετα, ο Σατωβριάνδος αναφέρεται στο γεγονός ότι οι υπήκοοι του Σουλτάνου είναι Μωαμεθανοί. Οι Έλληνες, ως Χριστιανοί, ούτε νόμιμοι υπήκοοί του είναι, ούτε παράνομοι, μάλλον «σκύλοι γεννημένοι διά να αποθνήσκουν κάτω από την ράβδον των Μουσουλμάνων, ήτοι των αληθώς πιστών».

Πιο κάτω συνεχίζει ως ακολούθως:

«Αλλ’ αφού τέλος πάντων κρέμασαν τους ιερείς του (εννοεί του ελληνικού έθνους), μόλυναν τους ναούς του̇ αφού έσφαξαν, έκαψαν, έπνιξαν χιλιάδες Ελλήνων̇ αφού διαπόμπευσαν τις γυναίκες τους, άρπαξαν τα παιδιά τους και τα πούλησαν ως ανδράποδα στις αγορές της Ασίας, τότε πλέον όσον αίμα έμενε ακόμη στην καρδιά τόσων δυστυχισμένων κόχλασε μέσα τους, και οι μέχρι τότε σιδηροδέσμιοι δούλοι ξεσηκώθηκαν και έκαναν όπλα τα δεσμά τους.

Ο Έλληνας, ο οποίος μέχρι πρότινος δεν ήταν υπήκοος σύμφωνα με το αστικό δίκαιο, ζητάει τώρα την ελευθερία του στο όνομα του φυσικού δικαίου, και απέσεισε τον ζυγό χωρίς να γίνει αντάρτης, χωρίς να παραβιάσει κανέναν νόμιμο δεσμό, γιατί δεν είχε συμφωνηθεί κανένας δεσμός με τον δυνάστη».

Αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν σε θέση να εξασφαλίσουν την ανεξαρτησία της Ελλάδας, ο Σατωβριάνδος γράφει:

«Μια σταθερή, γενναία και αφιλοκερδής πολιτική μπορεί να θέσει τέρμα στις τόσες σφαγές, να δώσει ένα νέο έθνος στον κόσμο, και να επαναφέρει την Ελλάδα στην Οικουμένη».

Ο Σατωβριάνδος κλείνει ως ακολούθως το Υπόμνημά του:

«Αλλά οποιεσδήποτε και αν είναι οι πολιτικές αποφάσεις, ο αγώνας των Ελλήνων έχει καταστεί κοινός αγώνας όλων των εθνών. Φαίνεται πως τα αθάνατα ονόματα των Σπαρτιατών και των Αθηναίων κέρδισαν τη συμπάθεια όλου του κόσμου. Σε όλα τα μέρη της Ευρώπης έχουν συσταθεί Επιτροπές για τη βοήθεια των Ελλήνων, οι συμφορές και τα ανδραγαθήματα των οποίων έστρεψαν την προσοχή όλων στην ελευθερία τους….».

Τα αποσπάσματα που παρέθεσα από το «Υπόμνημα περί της Ελλάδος» του Σατωβριάνδου, ο οποίος έζησε τα γεγονότα που περιγράφει από κοντά, δεν αφήνουν περιθώριο για αμφιβολία, αλλά ούτε και για σκεπτικισμό, αναφορικά με τη γνησιότητα του φιλελληνικού κινήματος, αλλά και τη νομιμότητα της Ελληνικής Επανάστασης.

Το γεγονός ότι το Υπόμνημα γράφτηκε από έναν επιφανή Γάλλο, που ως Υπουργός εξωτερικών της Γαλλίας ήταν πλήρως εξοικειωμένος με την κατάσταση, όπως αυτή επικρατούσε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, δίνει στις θέσεις που προβάλλει μεγαλύτερη βαρύτητα.

Ο  Φρανσουά ντε Σατωμπριάν πέθανε στο Παρίσι το 1848.

 
Πηγές 


  •  Σατωμπριάν, «Οδοιπορικό / Η Ελλάδα του 1806», Πρόλογος – Μετάφραση Αντρέα Καραντώνη,  Εκδόσεις Δωδώνη, 1979.
  •  Επτά Ημέρες, Καθημερινή, «Ο Φιλελληνισμός στην Ευρωπαϊκή λογοτεχνία», Κυριακή 17 Μαρτίου 2002.  
  •  Κυριάκος Αμανατίδης «Επίκαιρα και Επίμαχα», Νέος Κόσμος – ομογενειακή ενημέρωση από το 1957.

 

Διαβάστε ακόμη:

Η Λένα Πλάτωνος μελοποιεί Κωνσταντίνο Καβάφη – 9 & 10 Ιουλίου 2010, 21:30 / Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου


Καβάφης

Ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη μελοποιεί η Λένα Πλάτωνος στις δύο συναυλίες της στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου, στις 9 και 10 Ιουλίου. Τι κι αν είχε δηλώσει παλαιότερα ότι ο Κωνσταντίνος Καβάφης δεν μελοποιείται; Η ιδέα αυτή καρφώθηκε στο μυαλό της και αποφάσισε να την παρουσιάσει για πρώτη φορά αποκλειστικά για το Ελληνικό Φεστιβάλ στο μικρό θέατρο της Επιδαύρου.

Η συναυλία της Πλάτωνος στην Επίδαυρο χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο θα ερμηνεύσει επιλεγμένα κομμάτια από την προσωπική της δισκογραφία ενώ στο δεύτερο θα ακουστούν μελοποιημένα ποιήματα του αλεξανδρινού ποιητή.

Τα κομμάτια ερμηνεύουν η Σαβίνα Γιαννάτου και ο Γιάννης Παλαμίδας ενώ την ενορχήστρωση έχει αναλάβει η ίδια η Λένα Πλάτωνος με τον Στέργιο Τσιρλιάγκο.

Λένα Πλάτωνος

Η Λένα Πλάτωνος γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης. Με πατέρα πιανίστα, καθηγητή του Ελληνικού Ωδείου και συνθέτη (Γιώργος Πλάτων) ήταν λογικό να ακολουθήσει κι εκείνη τον ίδιο δρόμο. Σπούδασε με υποτροφία στο Ωδείο Αθηνών, πήρε δίπλωμα πιάνου και το Α΄ βραβείο το 1970, όταν έγραψε και τα πρώτα ανέκδοτα τραγούδια της σε αγγλικούς στίχους.

Συνέχισε τις σπουδές της στη Βιέννη και το Βερολίνο. Έδωσε ρεσιτάλ πιάνου, έπαιξε με ορχήστρες και το 1979 συνεργάστηκε ως συνθέτρια και πιανίστα στο Γ΄ Πρόγραμμα του Μάνου Χατζιδάκι. Εκεί συνέθεσε για το παιδικό πρόγραμμα «Εδώ Λιλιπούπολη», μελοποίησε μεγάλους Έλληνες ποιητές στην εκπομπή «Πεντάλεπτα της ποίησης» και έδωσε πολλά ρεσιτάλ. Το 1980 διακρίθηκε από τον Μάνο Χατζιδάκι και την ίδια χρονιά ξεκίνησε να συνθέτει με ηλεκτρονικούς ήχους, τους οποίους εισήγαγε σταδιακά στο έργο της.

Η δισκογραφική της καριέρα αρχίζει το 1980 με συμμετοχή στο δίσκο «Εδώ Λιλιπούπολη», υπό τη διεύθυνση του Χατζιδάκι και ακολουθούν πολλοί ακόμα δίσκοι τα επόμενα χρόνια.