Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Μπιτζής Εμμανουήλ (1921-1998) 


 

Μπιτζής Εμμανουήλ (1921-1998)

Ο Μπιτζής Εμμανουήλ του Κωνσταντίνου και της Αθηνάς, γενικός χειρουργός που για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα συνέδεσε τ’ όνομά του με την ύπαρξη του Νοσοκομείου Άργους, γεννήθηκε στο Κουτσοπόδι Αργολίδας το 1921. Το 1938 μπήκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Διέκοψε τις σπουδές το 1940, με την κήρυξη του Ελληνο–Ιταλικού Πολέμου. Υπηρέτησε (23-11– 42 έως 15 -07-46) στην β’ Χειρουργική κλινική Νοσοκομείου “Αγία Όλγα” σαν “άμισθος υποβοηθός” και στη συνέχεια (16–07–46 έως 27–04-49) σαν “ημερομίσθιος βοηθός” στην  Α’  Χειρουργική  κλινική του ίδιου νοσοκομείου. 

Εν τω μεταξύ ολοκλήρωσε τις πανεπιστημιακές σπουδές ( Πτυχίο Ιατρικής 30 Μαΐου 1946) και το Μάρτιο του 1949 κλήθηκε να υπηρετήσει τη θητεία του. Υπηρέτησε 4 χρόνια σε στρατιωτικά νοσοκομεία: 428 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Φλώρινας ( ως οπλίτης ιατρός από 07 – 06 -49 έως 24 – 11-49), 404 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Λάρισας (ως έφεδρος ανθυπίατρος από 18–06-50 έως 24–12-51),  401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών ( ως έφεδρος ανθυπίατρος από 27–12– 51 έως 23-09- 52 στη χειρουργική κλινική).  Έλαβε τον τίτλο της ιατρικής ειδικότητας του χειρουργού στις 07-08-52. 

Όταν επιτέλους απολύθηκε από το στρατό (23 – 11 – 52), εργάστηκε στην Ορθοπαιδική Κλινική του Ν. Παίδων “Αγία Σοφία”, στο Ριζάρειο Νοσοκομείο, Αθηνών “Ο Άγιος Γεράσιμος ” (Δαφνί), 29 -11- 52 έως 11 –07 – 53 “ ως ημερομίσθιος ιατρός του Ν.329/ 1945” βοηθός “Χειρουργικού Ιατρείου”, όπου μυήθηκε στις χειρουργικές επεμβάσεις επί  του εγκεφάλου

Παντρεύτηκε τη Παναγιώτα Μπαμπέ από το Μαντούδι της Εύβοιας και απέκτησε δυο κόρες , τη Θένια (Αθήνα) που σπούδασε Οδοντιατρική και εργάζεται με επιτυχία στην Αθήνα και τη Μαρία που σπούδασε οικονομίκα και διοίκηση επιχειρήσεων και κάνει καριέρα  σαν ανώτερο διοικητικό στέλεχος μεγάλης επιχείρησης. 

Στιγμές ανάπαυλας στο μπαλκόνι της κλινικής

Το 1953 εγκαταστάθηκε στο Άργος. Σαν ιδιώτης ίδρυσε τη χειρουργική κλινική “Γαληνός” σε οίκημα ιδιοκτησίας Αργυράκη και εργάσθηκε σ’ αυτή μέχρι το 1960, όταν εγκαταστάθηκε στο ιδιόκτητο κτίριο της μικτής χειρουργικής – Μαιευτικής Γυναικολογικής Κλινικής Άγιοι Ανάργυροι”, μαζί με το Μαιευτήρα Σαράντο Δαυρόπουλο. Στο χειρουργικό τμήμα της κλινικής αρχικά συνεργάστηκε με το χειρουργό Ανδρέα Ντρούλια μέχρι που ο Δημήτριος Λίτσας εγκαταστάθηκε σαν μόνιμος συνεργάτης, εγκαταλείποντας τη δική του χειρουργική κλινική. 

Στην Κλινική “Άγιοι Ανάργυροι” εργάστηκαν σαν συνεργάτες πολλοί χειρουργοί διαφόρων ειδικοτήτων. Αναφέρω μερικούς, όπως ο οφθαλμίατρος Δημήτριος Καρκούλης, ο Ωτορινολαρυγγολόγος Νίκος Μουσούρος, ο Ουρολόγος Αλέξανδρος Ντούτσιας, ο Αγγειοχειρουργός Πέτρος Αποστολόπουλος , οι Γενικοί Χειρουργοί Δημήτριος Μελιγκώνης και Ανδρέας Πραξιτέλους, οι Μαιευτήρες Πάνος Ηλιακόπουλος, Γιώργος Ηλιόπουλος και ο Αθανάσιος Λυκάκης, ο οποίος υπήρξε και ο τελευταίος Διευθυντής του  Μ– Γ Τμήματος. 

Στις 18 Μαΐου  1957 ανέλαβε τη Χειρουργική κλινική του Νοσοκομείου  Άργους , όταν αυτό στεγαζόταν ακόμη στο Κωνσταντοπούλειο Μέγαρο. 

Η κλινική «Άγιοι Ανάργυροι»

Από το 1957  μέχρι και το 1963 είναι ο μόνος ιατρός της χειρουργικής κλινικής. Το νοσοκομείο διαθέτει ένα μόνο  “εσωτερικό βοηθό” ιατρό για όλα  τα τμήματα. Χειρουργεί και αντιμετωπίζει μόνος 1733 ασθενείς, 300 περίπου χειρουργικές επεμβάσεις το χρόνο. Όλες αυτές χωρίς παρουσία ειδικού Αναισθησιολόγου. Ταυτόχρονα βλέπει 2000 περίπου ασθενείς κάθε χρόνο στα εξωτερικά ιατρεία, σε 24ωρη βάση λειτουργίας. 

Την 5η Μαΐου 1965 του απενεμήθη από το Νοσοκομείο Άργους “ εύφημος μνεία λόγω εξαιρετικών προς το ίδρυμα προσφερθεισών υπηρεσιών”. 

Το 1985 ξεκίνησε η εφαρμογή του ΕΣΥ. Στις 31 – 01- 1986 αποχώρησε από την  υπηρεσία στο δημόσιο, “απολύθηκε λόγω κατάργησης της θέσης” σύμφωνα με την τότε νομική ορολογία. Συνέχισε να εργάζεται σαν ιδιώτης χειρούργος για μικρό χρονικό διάστημα. 

Ταλαιπωρήθηκε περισσότερα από 10 χρόνια από βασανιστική νευραλγία του τριδύμου. Τέλος τον  Οκτώβριο του 1998 έχασε τη ζωή του από μετεγχειρητική επιπλοκή, όταν υποβλήθηκε σε ενδοκρανιακή έγχυση για καταστολή της δραστηριότητας του Γασερείου Γαγγλίου. 

Αναφέρονται οι επιστημονικές ανακοινώσεις γιατί από αυτές αναδεικνύονται τα ιατρικά προβλήματα που απασχολούσαν τους συναδέλφους στα χρόνια 1951 – 1958: αιμοφιλία, αδενοπάθεια, τέτανος, γρίπη. 

  

  1. Αυρηλιώνης Διον. και Μπιτζής Εμ. Περίπτωσις Αιμοφιλίας χειρουργηθείσα δις επιτυχώς. Νοσοκομειακά Χρονικά. 11 (3) , 1951.
  2. Ντρούλιας Α. και Μπιτζής Εμ. Πρωτοπαθής μεσεντέριος αδενοπάθεια υποδυόμενη ενδοκοιλιακόν όγκον. Α’ Χειρουργική κλινική Νοσοκομείου “Αγία Όλγα”, 1958.
  3. Ντρούλιας Α. και Μπιτζής Εμ. Αι νεώτεραι αντιλήψεις περί τετάνου σήμερον. Α’ Χειρουργική κλινική Νοσοκομείου “Αγία Όλγα”, 1958.
  4. Μπιτζής Εμ. Η επιπλοΐτις ως ιδία νοσηρά οντότης. Ιατροχειρουργική Εταιρία  Αθηνών, συνεδρίασις 28 – 03 – 56.
  5. Μπιτζής Εμ. Τα υποτροπιάζοντα κατά την επιδημίαν της γρίπης γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη και αι σημειωθείσαι επιπλωκαί τούτων. Ιατροχειρουργική Εταιρία Αθηνών, συνεδρίασις 05 – 02- 58.

Παραθέτω την προσωπική μου άποψη και εμπειρία από τη συνεργασία μαζί του. Η δήλωση αυτή κρίνεται απαραίτητη, γιατί κάποιοι συνάδελφοι τον γνώρισαν  κάτω από διαφορετικές συνθήκες και έχουν διαφορετική γνώμη από αυτή που εδώ εκφράζεται. 

Συναντήθηκα πρώτη φορά μαζί του τον Αύγουστο του 1979, όταν τον επισκέφτηκα στην κλινική, να ζητήσω τη συνεργασία του. Μου εξήγησε τις συνθήκες εργασίας, με λεπτομέρειες που αποδείχτηκαν απολύτως ακριβείς. Η σαφήνεια και η ειλικρίνεια χαρακτήριζαν πάντα τη συμπεριφορά του. Ειλικρίνεια  αφοπλιστική και για πολλούς ενοχλητική. 

 Η αρχή της συνεργασίας μας ήταν δύσκολη. Δεν είχε εμπειρία γενικής αναισθησίας με μυοχάλαση. Έτσι τις πρώτες φορές που την είδε θορυβήθηκε. Ειδικά την πρώτη φορά πίστεψε πως ο ασθενής  έπαθε κάτι ανεπανόρθωτο. Όταν του εξήγησα μου δήλωσε: “Εγώ θέλω τον άρρωστο να σείεται, να αντιδράει, να τον καταλαβαίνω”. Γρήγορα προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα  της Αναισθησιολογίας, αν και πολλές φορές, όταν αντιμετωπίζαμε προβλήματα δήλωνε: “Προτιμάω να φωνάζει ο άρρωστος, παρά εγώ”. 

 Η προσωπική μας σχέση ήταν πολύ καλή. Είχα  την υποστήριξη του κάθε φορά που τη χρειάστηκα. Ακόμη και οι πολιτικοί καυγάδες  μας ήταν σχεδόν προσποιητοί. Το προσωπικό του νοσοκομείου που τον γνώριζε από παλιά, δήλωνε με έμφαση, πως ο ψυχισμός και η συμπεριφορά του άλλαξε από τότε που απέκτησε συνεργάτη αναισθησιολόγο. Φαίνεται πως το άγχος, η ευθύνη και ο εκνευρισμός που του δημιουργούσε η χειρουργική επέμβαση χωρίς ειδική αναισθησία, αλλοίωνε συνολικά τη διάθεση  και το χαρακτήρα του. Η ηρεμία στο χειρουργείο ανέδειξε μια προσωπικότητα ευχάριστη με σκωπτική διάθεση και καυστικό και ιδιότυπο χιούμορ. 

Κύριος, με όλες τις έννοιες του όρου, απόλυτα έντιμος συνεργάτης, πρόθυμος αρωγός των νέων γιατρών σε κάθε επίκληση. Οι ελάχιστοι γιατροί που εφημερεύαμε  στο Νοσοκομείο μέχρι το 1985, σ’ αυτόν βρίσκαμε αμέριστη βοήθεια, οποιαδήποτε ώρα της μέρας και της νύχτας, για περιστατικά κάθε ειδικότητας. Πάντα πρόθυμος και αποτελεσματικός, δεν δυσανασχέτησε ποτέ στα βίαια νυχτερινά ξυπνήματα. Βοηθός όλων των άλλων χειρουργικών ειδικοτήτων, του Ουρολόγου, του Ορθοπαιδικού και του Μαιευτήρα. Στη διάρκεια της θητείας του δεν έγινε καμία καισαρική τομή χωρίς  τη βοήθεια του. 

Τελειώνοντας θέλω να τονίσω πως υπήρξε δάσκαλος της χειρουργικής τεχνικής και της επιστήμης για τους νεώτερους συναδέλφους, χωρίς την ιδιαίτερη έμφαση που συνηθίζεται στις μέρες μας. Τους μετέφερε την πολύχρονη πείρα του και τους δίδαξε την επιλογή της ελάχιστης επέμβασης που θα έδινε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Σε μια φουρνιά νέων χειρουργών που με ενθουσιασμό επιθυμούσαν το μέγιστο αποτέλεσμα, έδειξε με τον τρόπο του τη συντηρητικότερη επιλογή. Κι αν αυτή η προσφορά του δεν αναγνωρίστηκε αμέσως, μπορώ από τη σκοπιά του αναισθησιολόγου να βεβαιώσω, πως μετά από χρόνια, οι ίδιοι τότε νέοι  χειρούργοι εφαρμόζουν τις αρχές που από  το Μανώλη Μπιτζή διδάχτηκαν. 

Τσελφές Παναγιώτης  

Αναισθησιολόγος Γενικού Νοσοκομείου Άργους  

Περιοδικό, «Μελάμπους / Αργειακά Ιατρικά Χρονικά», έκδοση Γενικού Νοσοκομείου Άργους, τεύχος 5, Μάρτιος 2005.

Φίλης  Α. Γιάννης  (Καθηγητής – Ποιητής & πεζογράφος)


  

Ο Γιάννης Α. Φίλης γεννήθηκε στην Ασίνη Ναυπλίου το 1950. Έλαβε το δίπλωμα ηλεκτρολόγου – μηχανολόγου από το Ε. Μ. Πολυτεχνείο το 1973. Μεταξύ 1973-1975 υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό ως έφεδρος ανθυπολοχαγός. Έλαβε M.S. (1978), Engineer Degree (1979), και Ph.D. (1980) στην επιστήμη συστημάτων από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες (UCLA).

Από το 1980 έως το 1986 ήταν επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης (Boston University), Η.Π.Α. Από το 1986 εργάζεται στο Τμήμα Μηχανικών Παραγωγής και Διοίκησης του Πολυτεχνείου Κρήτης, όπου είναι καθηγητής και διευθυντής του Εργαστηρίου Βιομηχανικής Παραγωγής με Υπολογιστές (CAM). Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα είναι ο στοχαστικός έλεγχος, τα συστήματα διακεκριμένων γεγονότων και εφαρμογές σε συστήματα παραγωγής και περιβαλλοντικά συστήματα.

Ο Γ. Φίλης έχει βραβευθεί ως ποιητής και πεζογράφος. Έχει δημοσιεύσει 5 ποιητικές συλλογές μία εκ των οποίων στα Αγγλικά, 3 μυθιστορήματα και 2 δημοφιλή περιβαλλοντικά βιβλία, ένα εκ των οποίων δημοσιεύθηκε και στα Ιταλικά. Έχει βραβευθεί επανειλημμένως για το λογοτεχνικό του έργο στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ.

 

Μερικές από τις διακρίσεις του είναι:

• Πρώτο βραβείο ποίησης από το Υπουργείο Πολιτισμού και Επιστημών το 1976.
• Βραβείο Καλύτερου Βιβλίου της χρονιάς 1985 για την ποιητική συλλογή «O Ζαρατούστρα και οι Πέντε Εσπερινοί» από την Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών.
• Λογοτεχνικό Βραβείο Harry Kurnitz στο UCLA δύο φορές το 1979 και 1980.
• «Outstanding Professor of the Year 1986″ Boston University.
• Χρυσό Μετάλλιο, Ναυτικό Μουσείο Κρήτης, 2004.
• Χρυσό Μετάλλιο, Λέσχη Φιλελευθέρων, Αθήνα 2005.
• Βραβείο Δήμου Χανίων «Για την πολύπλευρη και μακροχρόνια προσφορά του στην πόλη των Χανίων», 2005.
• Αναγόρευση σε “Εταίρο”, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος”, Χανιά, 2006.
• Tau Beta Pi, μέλος.
• Sigma Xi, μέλος.

Ήταν προεδρεύων των:

• 5th Int. Conf. on Advances in Communication and Control, Rethymno, Greece, 1995
• 3rd and 5th Int. Conf. Management of Technological Change, Chania, Greece, 2003 and 2005

Διετέλεσε Πρόεδρος του Συνεδρίου Πρυτάνεων Ελληνικών Πανεπιστημίων το 1996 και το 2001.

Επίσης υπήρξε μέλος των ακόλουθων επιτροπών εκδόσεων:

• Αρχισυντάκτης τόμου για την κατάσταση του περιβάλλοντος στην Ελλάδα, Συνέδριο Πρυτάνεων Ελληνικών Πανεπιστημίων, 1996.
• Επίτιμο μέλος εκδοτικής επιτροπής για την Encyclopedia of Life Support Systems, International Foundation for Water Science and Technology.
• Μέλος συμβουλευτικής επιτροπής του περιοδικού Environmental Engineering and Management, 2002- σήμερα.
• Μέλος εκδοτικής επιτροπής του περιοδικού IEEE Robotics and Automation Magazine, 1998-2001.
• Μέλος συμβουλευτικής επιτροπής του περιοδικού IEEE Systems Journal, 2007- σήμερα.
• Εκδότης του περιοδικού Journal of Intelligent and Robotic Systems, 2006 – σήμερα.

Υπήρξε πρύτανης του Πολυτεχνείου Κρήτης για 10 έτη έως το 2005

  

Λογοτεχνικό έργο


Ο Γιάννης Α. Φίλης έχει δημοσιεύσει πἐντε ποιητικές συλλογές: 

«Ο Zαρατούστρα και οι Πέντε Εσπερινοί», Εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1985.
«Σίσυφος», Εξάντας, Αθήνα, 1998.
«Αρχάριος Οδυσσέας», Μεταίχμιο, Αθήνα, 2004. 
“ Novice Odysseus”, Salonica Press, New York, 2005, η ίδια ποιητική συλλογή Αγγλικά.
“Ελπήνωρ – Ένας Χαρτογράφος χωρίς Μνήμη”, Κάκτος, 2005.

«Δυτικά του Ομήρου«,  Εκδόσεις Μελάνι, 2009.

τρία μυθιστορήματα:

•    «Πέραν των Συμπληγάδων», Εξάντας, Αθήνα, 1991.
•    «Το Στρατόπεδο», Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2000.
•    “Μια Σταγόνα στο Χείμαρρο”, Seaburn Publications, Νέα Υόρκη, 2006.

δύο γνωστά περιβαλλοντικά βιβλία:

•    «Η Τελευταία Πνοή του Πλανήτη Γή», Εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1984. Ένα βιβλίο για τα οικολογικά προβλήματα του πλανήτη μας και τον αγώνα των εξοπλισμών.
•    «Το Λυκόφως του Ανθρώπινου Είδους», Εξάντας, Αθήνα, 1994. Οικολογικό βιβλίο. Το ίδιο βιβλίο εκδόθηκε επίσης και στα Ιταλικά από τον οίκο BIOS το 1996.

Έχει δημοσιεύσει ποιήματα σε Ελληνικά και Αμερικάνικα περιοδικά. Μεταφράσεις των ποιημάτων του κυκλοφορούν στα Γαλλικά και Γερμανικά. Έχει λάβει πολλά βραβεία στην Ελλάδα για το λογοτεχνικό του έργο καθώς και το βραβείο Harry Kurnitz Literary Award δύο φορές στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Άντζελες (UCLA). Είναι μέλος του Ελληνικού ομίλου PEN Club and του Poets and Writers στις ΗΠΑ.

Πηγή


  •  Πολυτεχνείο Κρήτης, Τμήμα Μηχανικών Παραγωγής & Διοίκησης.

Δυτικά του Ομήρου (Βιβλιοπαρουσίαση)


Η τελευταία ποιητική συλλογή του Γιάννη Α. Φίλη, «Δυτικά του Ομήρου» που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μελάνι (2009), είναι μια αναζήτηση του αρχέγονου πάθους της ζωής που οδηγεί τον άνθρωπο μέσα από τις ιδιοτροπίες του χρόνου, σχεδόν με βιολογική αναγκαιότητα. Αυτό το πρωτογενές πάθος ξεδιπλώνεται στις δύο ενότητες που έχει το βιβλίο και σε τόπους που ο ποιητής έχει ζήσει: την Ασίνη, το Ναύπλιο, τα Χανιά, την Κεντρική και Βόρεια Αμερική.

  

Η ποιητική γεωγραφία του Γιάννη Φίλη. 

Πάνος Λιαλιάτσης


 

Η ποίηση σήμερα στην Ελλάδα καλλιεργείται από εκατοντάδες ποιητές που εκδίδουν συνεχώς συλλογές, με δικά τους έξοδα, χωρίς το ευρύ κοινό που τις παρακολουθούσε πριν από μερικές δεκαετίες. Οι ποιητές είναι περισσότεροι των αναγνωστών! Γιατί η ποίηση, με τη διάδοση του σουρεαλισμού και της “αυτόματης γραφής”, έγινε εύκολη μανιέρα, μέσα στη “θολούρα” των μοντέρνων εραστών της, που ανακοινώνουν τα βιώματά τους κρυπτικά μέσα σε πελάγη μυστικών στίχων χωρίς τη ραχοκοκαλιά του συγκεκριμένου.

Ο αναγνώστης μάταια προσπαθεί να προσεγγίσει τον ποιητή, να ενστερνιστεί κάποιο μήνυμά του και τελικά πετάει τη συλλογή οργισμένος και απογοητευμένος. Ωστόσο, μερικοί ποιητές ξεχωρίζουν μέσα στο πλήθος των ομοτέχνων τους, γιατί η έμπνευσή τους έχει λυρικό έρμα και εκφράζει κάποιο προσπελάσιμο νόημα. Αλλά και αυτοί έχουν ανάγκη τον ερμηνευτή τους, που θα τους πλησιάσει με κάποια ειδικά “κλειδιά”, για να αποκρυπτογραφήσει τους στίχους τους.

Είναι η περίπτωση του Γιάννη Φίλη, ενός ποιητή που πρόσφατα κυκλοφόρησε την πέμπτη συλλογή του “Δυτικά του Ομήρου” (σελ. 76, εκδόσεις “Μελάνι”), του οποίου θα προσπαθήσω να ερμηνεύσω μερικά ποιήματά του. Ο Γιάννης Φίλης κινείται στον ομηρικό κύκλο της Οδύσσειας και προϋποθέτει, δομικά, το γνωστό ποίημα του Γιώργου Σεφέρη “Ο βασιλιάς της Ασίνης”, τίτλος με τον οποίο ο νομπελίστας ποιητής μας έγινε γνωστός στην Ευρώπη με τη μετάφραση στα Αγγλικά των ποιημάτων του (Λονδίνο, 1948). Σημειώνω δύο σχετικούς τίτλους ποιητικών συλλογών του Γιάννη Φίλη: “Αρχάριος Οδυσσέας” (Μεταίχμιο, 2004) και “Ελπήνωρ – ένας χορτοφάγος χωρίς μνήμη” (Kάκτος, 2005).

Η αρχαία Ασίνη έγινε αρχικά γνωστή από τις ανασκαφές των Σουηδών στη δεκαετία του 1920, ακολούθησαν τα ποιήματα του Γ. Σεφέρη και του Ν. Καρούζου (“Στην Ασίνη οι πορτοκαλιές”) και το 1976 η “Aρκτική ζώνη” του Γιάννη Φίλη. Έτσι πλουτίστηκε το ομηρικό “Ασίνην τε”, που έγινε ευρύτερο ποιητικό σύμβολο.

Ο Γιάννης Φίλης γεννήθηκε στην Ασίνη το 1950 και σπούδασε στο Ε.Μ. Πολυτεχνείο ηλεκτρολόγος μηχανικός και ύστερα στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας UCLA, όπου πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα και δίδαξε αρχικά. Είναι σήμερα καθηγητής στο πολυτεχνείο Κρήτης, του οποίου διετέλεσε επί δεκαετία πρύτανης. Διδάσκει “Eπιστήμη των Συστημάτων”, που προϋποθέτει εφημορσμένα Μαθηματικά. Επιδίδεται στη σχετική ανάλυση και παράλληλα στην Οικολογία, για την οποία πέρσι βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Ποίηση, λοιπόν, και Μαθηματικά, δύο αγάπες αξεχώριστες, σύμφωνα με την πλατωνική επίκληση. Τις πρώτες του αναμνήσεις από τη γενέτειρά του μας τις έδωσε με το αφήγημά του “Μια σταγόνα στο χείμαρρο” (2007), που εξεδόθη στη Νέα Υόρκη.

Το βιβλίο του Γιάννη Φίλη “Δυτικά του Ομήρου”, που θυμίζει –τυχαία- το γνωστό στίχο του Οδυσσέα Ελύτη “δυτικά της λύπης”, αναφέρεται στο κάστρο της Αρχαίας Ασίνης, δυτικά του ανατολίτη Ομήρου, και στη γύρω περιοχή, όπου πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια.

Το πρώτο μέρος, “Λέξεις φυτρωμένες στις Πέτρες”, αναπαριστά τα πρώτα βιώματα και σκιρτήματά του. Είναι η παραλιακή ζώνη από το κάστρο έως τη Σπηλιά –ανατολικά- του Δρεπάνου, γνωστή ως “Πλάκα”. Μπροστά ανοίγεται το πέλαγος, όπου βλέπεις τρία ξερονήσια: την Πλατιά, την Ψηλή και τη Ρόβη, απέναντι από το Τολό.

Κοντά στο κάστρο, όπου κατασκήνωσαν στην Κατοχή οι Ιταλοί που μαζί με τους Γερμανούς ναρκοθέτησαν όλη την Πλάκα για τον κίνδυνο της συμμαχικής απόβασης, υπάρχει μια μικρή λίμνη, ο Γλυφός, όπου καταλήγει ο Δαφνοπόταμος, χείμαρρος που κατεβαίνει από το Αραχναίο. Στα χρόνια της Κατοχής, οι Ασιναίοι έβγαζαν νάρκες και πωλούσαν το δυναμίτη. Πολλοί σκοτώθηκαν σ’ αυτή την προσπάθειά τους. Στην Πλάκα σήμερα έχουν αναπτυχθεί πολλά κάμπινγκ που έχουν αλλοιώσει την παραλία.

Κοντά σ’ αυτήν, υπήρχε το εργοστάσιο κονσερβών “Πεταλούδα” του Τάσου Φίλη, πατέρα του ποιητή, που μνημονεύεται συχνά στους στίχους του. Τούτο το περιβάλλον μνημειώνει ο ποιητής στη δεκαετία του 1950. Δίνει ονόματα αρχαιοπρεπή σε όσους ανθρώπους σχετίζονται με την Ασίνη, επηρεασμένος από τους ποιητές που την εξύμνησαν. Έτσι ο πατέρας του παίρνει το όνομα Οδυσσέας, ο θείος του Κώστας, Μενέλαος κλπ.

Ο ποιητής εξομολογείται: “Η ζωή μου σε άνεμο ανείπωτο/ όταν την Πρώτη θάλασσα άκουσα./ Ήταν τότε που οι πανταχόθεν λέξεις/ εξηγούσαν των ανθρώπων τα έργα αλάθητα/ και χώρος για αμφβιβολία δε μου δόθηκε (…) Με σχημάτισαν η θάλασσα/ και οι πέτρες –Ασίνην τε.”

Ο σεφερικός Ελπήνωρ επανέρχεται: “Στα μέρη αυτά έτσι φτιάχνουμε σκαριά/ λέει ο Ελπήνωρ/ ένοικος στο κάμπινγκ στο Γλυφό δίπλα/ αφού με προσοχή σκότωσε τα στάχυα και τις πέτρες/ και οι τουρίστριες τον φωτογραφίζουν” (…) “Ο υγρότοπος που σκότωσαν του Ελπήνορα οι σύντροφοι/ (Γλυφό τον λέγανε)/ ο σπάρος που διάβαζε με προσοχή την άμμο/ και η φωνή που μ’ έσυρε απ’ το πρώτο φως/ που ο ήλιος βύθιζε στη λήθη τ’ άστρα/ ως την ημέρα που είδα τον τυφλό Πολύφημο/ να γράφει την Ιστορία της φυλής ίδια και απαράλλαχτα:/ Ασίνην τε”. (Η πρώτη θάλασσα).

Ξαναγυρίζει ο ποιητής στην κατοχική Ασίνη, που την συμπλέκει με την Ομηρική και αφηγείται την ιστορία του χωριού του: “O Έκτορας το ‘41 έβγαζε νάρκες στην αρχαία ακτή./ Οι Γερμανοί τον δίκασαν μπροστά σ’ όλο το χωριό/ τον έστησαν στις σκελετωμένες αμυγδαλιές/ -ο πατέρας του στην πρώτη σειρά./ (…) Τον δέσανε για να ‘ναι όρθιος./ Με το χτύπημα των ντουφεκιών/ σωριάστηκε με την ευκολία που σωριάστηκαν οι επιθυμίες του”.

Είναι η πικρή ιστορία μερικών αντιστασιακών της Ασίνης (Πάνος Δαμιανός, αδελφοί Παπαλιάκηδες κ.α.) που “παραδειγματικά” εκτέλεσαν οι Γερμανοί κοντά στο δημοτικό σχολείο.

Στο ποίημα “Iστορίες” αφηγείται, στον απόηχο του “Βασιλιά της Ασίνης”: “Καθίσαμε προς το απόγευμα στου λόφου τα σκαλιά/ σχεδόν ακουμπώντας των θεών την πατούσα (“αγγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την αφή του πάνω στις πέτρες”). “Οι πορτοκαλιές (απόηχος του Ν. Καρούζου) αργό ποτάμι χυνόταν στον Αργολικό”.

Ήταν παιδί όταν ο πατέρας του του ιστορούσε τον εμφύλιο: “Η αλήθεια με το μέρος μας! φώναζαν οι από δω/. Η  αλήθεια με το μέρος μας! φώναζαν οι από κει. “Η επιθυμία στη δεκαετία του ΄50/ γράφτηκε με πυρρή λεπίδα”. O θείος του “Μενέλαος” του μιλούσε για αντάρτες και δωσίλογους δίπλα στο κάστρο (“Η Ακρόπολη, Ποσειδώνας ηλιόλουστος”). “Και χάθηκαν πολλοί στα έγκατα της νύχτας/ και οι νικητές σέρναν με τ’ άρματά τους νικημένους/ και δείχναν τα λάφυρα με υπερηφάνεια/ στους ξένους πάτρωνες/ γιατί οι ανθρώποι είχαν λησμονήσει από πού έρχονταν (…) και η χώρα είχε μόνο νικημένους/ που υψώνανε τείχη ανάμεσά τους”.

Στα επόμενα ποιήματα της συλλογής “Δυτικά του Ομήρου” o Γ. Φίλης αφηγείται με αυτό τον παραβολικό τρόπο τις αναμνήσεις του πατέρα του από την καταστροφή της Μικράς Ασίας, από το λυρικό του ξεκίνημα στ’ Ανάπλι, από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, από την ανήσυχη στρατιωτική του θητεία και την μετέπειτα κατάσταση στην Ελλάδα. Είναι μια ποίηση αρρενωπή, αγωνιστική και διάφανη, μια υπόσχεση και μια ελπίδα για τα ελληνικά Γράμματα.

  

Πηγή


  •  Εφημερίδα, «Τα Αργολικά», Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010.

  

Τσουκαντάς Α. Γιώργος (1904-1973)


  

Μολονότι όλη η δημιουργικότητα του Τσουκαντά τελικά στράφηκε στο επιστημονικό του έργο, εν τούτοις έγραψε αξιόλογα ποιήματα. Η ποίησή του, πηγαία και απέριττη, αγνή και ειλικρινής, εξωτερικεύει τα αισθήματα και βιώματα του με απλό και αυθόρμητο τρόπο και μεταρσιώνεται σε γόνιμη ψυχική έξαρση. Μια ρομαντική και νοσταλγική διάθεση – χωρίς να λείπει και ο ανθρώπινος απαισιόδοξος και αισιόδοξος στοχασμός – επιζητεί να τονίσει λυτρωτική έφεση. Πολλοί στίχοι του είναι εμπνευσμένοι από τα τοπία και την φύση της Αργολίδας, του τόπου που θεωρεί πραγματική του πατρίδα.

 

Γιώργος Τσουκαντάς

Ο Γιώργος Τσουκαντάς, γιατρός & λογοτέχνης, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1904 και απεβίωσε το 1973.  Σπούδασε ιατρική και από το  1927 εγκαταστάθηκε στη Λύρκεια της Αργολίδος, για λόγους υγείας. Εκεί έμεινε μέχρι το 1943 ασκώντας το επάγγελμα του γιατρού. Ο πατέρας του ήταν από την Αθήνα και η μητέρα του από την Λυρκεία. Γι» αυτό την αγαπούσε σαν δεύτερη πατρίδα του. Από το 1943 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου ασκούσε το επάγγελμα του γιατρού ως ιδιώτης και ως ελεγκτής του Ι.Κ.Α. Στα 1935 παντρεύτηκε τη φαρμακοποιό Ελένη Παπανικολάου από τη Λυρκεία με την οποία έκανε δύο γιούς, το Θάνο που σπούδασε γιατρός και το Σπύρο που σπούδασε πολ. Μηχανικός. Στα 1942 φυλακίστηκε από τους Ιταλούς για εθνική δράση.

Υπήρξε σύμβουλος της Εθνικής Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, Γενικός Γραμματέας, Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρίας Γιατρών Λογοτεχνών.

Φοιτητής εξέδωσε το λογοτεχνικό περιοδικό «Όρθρος» (Αθήνα 1923-24). Από το 1973 έως τo 1941 εξέδωσε το περιοδικό «Ηραία» στο Άργος σε συνεργασία με το λογοτέχνη Γ. Ξ. Λογοθέτη. Το έργο του Τσουκάντα είναι πολύπλευρο, ιστορικό, λογοτεχνικό, επιστημονικό, μυθολογικό, ποιητικό.

Σε φιλολογική εκδήλωση. Από αριστερά: Κ. Μεραναίος, Στρατής Μυριβήλης και Γ. Τσουκαντάς.

Ποιήματα δημοσίευσε σε περιοδικά της Αθήνας και της επαρχίας. Το 1947 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Πέστροφες». Το 1967 κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή «Αμφιλύκη»„ με ποίηση μεστή και αξιόλογη, στην οποία περιέρχεται και το αριστουργηματικό του ποίημα «Πέταξες». Αυτό και μόνο φτάνει για να τον καθιερώσει σαν ποιητή. Η τελευταία του ποιητική συλλογή  ο «Αμφίστομος λόγος»,  εκδόθηκε το 1971. Είναι μια στροφή προς τον ελεύθερο στίχο χωρίς να καταστρέφει το λυρισμό και τη φιλοσοφία του: «Κοιτάω κατάματα το θάνατο, τις πλάτες εμπιστεύομαι στον Φοίβο», εξομολογείται στο «Παράπονο». Η ποίηση του είναι πηγαία, απέριττη, ειλικρινής. Εξωτερικεύει τα αισθήματα και τα βιώματα του με απλό και αυθόρμητο τρόπο, που μεταρσιώνεται σε γόνιμη ψυχική έξαρση.

Μία πλούσια εξωτερική απόκριση είναι ολόκληρη η ζωή του. Ποιητής στην ιδέα, στη φράση, στην απαγγελία και στους τρόπους ακόμα της ζωής. Παράλληλα με την ποίηση καλλιεργεί και την επιστήμη. Δημοσίευσε αξιόλογες εργασίες, επιστημονικές – ιστορικές, που φέρουν τη σφραγίδα της έρευνας του και προβάλλουν τον άνθρωπο με τις ανησυχίες και τη δίψα για πνευματικά επιτεύγματα.

  

Ενδεικτικά έργα του:


 

Στα 1923 , δηλαδή μόλις 19 ετών εκδίδει το λογοτεχνικό περιοδικό » Όρθρος » ενώ ήταν ακόμα φοιτητής της Ιατρικής Σχολής. 

Την περίοδο 1934-1940 δημοσιεύεται η πρώτη σειρά με θέματα μυθολογίας & ιστορίας , ανάμεσά τους καταγράφονται τα ακόλουθα :

– Μυθολογία της αρχαίας Λυρκείας (1934)

– Γενεαλογία των Δαναών (1940)

– Γενεαλογία των Ατρειδών (1940)

– Άργος και Δωδώνη , οι ρίζες της φυλής μας (1940)

– Η Ωραία Ελένη και ο Τρωικός πόλεμος (1940)

– Ο Αργείος ήρως Μελάμπους , πρώτος ψυχαναλυτής (1940)

Το 1947 εκδίδεται η πρώτη ποιητική του συλλογή » Πέστροφες »

Το 1948 σε συνεργασία με τον Γ. Ξ. Λογοθέτη , συνεκδότη του περιοδικού » Ηραία » , εκδίδει την ανθολογία » Ποιηταί της Αργολίδας «. 

Το 1955 δημοσιεύει τις έρευνες:  » Ο Μελάμπους πρώτος μύστης » & » Ο ιατρομάντης Μελάμπους και το ψυχοσύμπλεγμα του Ιφίκλου». 

Το 1958 δημοσιεύει  το » Άλκαθος , ο τραγικός βασιλιάς των Μεγάρων «, και την ποιητική ανθολογία » Αναπλιώτες «.

Το 1958 έως 1961 δημοσιεύει ιστορικά άρθρα & μελέτες , όπως :

– Περίανδρος (1958)

– Οι μυθολογικές ρίζες της Ελληνικής ιστορίας (1960)

– Αίγισθος (1960)

– Η τραγική γενιά των Τανταλιδών (1961)

Το 1961 δημοσιεύεται στο περιοδικό » Κασταλία » , το άρθρο του » Η Ελληνική γραφή στις μυθικές μας παραδόσεις » και στην συνέχεια ακολουθούν τα μελετήματα :

– Η αρχαία Σπάρτη και η δυναστεία των Τυνδαριδών (1962)

– Η αρχαία Αρκαδία και η δυναστεία των Πελασγών (1963)

– Μυθολογικά μελετήματα (1965)

Το 1967 θα εκδώσει την δεύτερη ποιητική συλλογή , με τίτλο » Αμφιλύκη »   (η λέξη αμφιλύκη δηλώνει το τελευταίο μέρος της νύχτας) .

Το 1970 δημοσιεύει στην » Κασταλία «, το δοκίμιό του με τίτλο » Στρατής Μυριβήλης . Ο άνθρωπος «. 

Η τελευταία του ποιητική συλλογή  ο «Αμφίστομος λόγος»,  εκδόθηκε το 1971.

 

Πηγές


Περιοδικό, «Μελάμπους / Αργειακά Ιατρικά Χρονικά», έκδοση Γενικού Νοσοκομείου Άργους, τεύχος 3, Απρίλιος 2004.

Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας 1798 – 1957», Αθήνα 1958.

Σπηλιωτόπουλου Αδελφοί


Δημητσάνα

 

Πολύ μεγάλη ιστορική αξία έχει η κωμόπολη της Γορτυνίας Δημητσάνα. Το όνομά της πρωτοσυναντάται το 963π.Χ. Άκμαζε επί Τουρκοκρατίας, κατοικούμενη από 1500 κατοίκους και έχοντας σουλτανικά προνόμια. Μεγάλη δόξα γνώρισε και από την ίδρυση της περίφημης Σχολής της το 1764, στην οποία συνέρρεε η νεολαία της Ελλάδας στο σύνολό της και η οποία λόγω της πλουσιότατης βιβλιοθήκης της μετατράπηκε σε λαμπρό πνευματικό φυτώριο του υποδουλωμένου Έθνους. Υπήρξε κοιτίδα πολλών μεγάλων ανδρών, ανάμεσα στους οποίους και 6 πατριάρχες, 70 αρχιερείς, ο εθνομάρτυρας πατριάρχης Γρηγόριος Ε’, οι Καράκαλοι, ο περίφημος μητροπολίτης Λακεδαίμονας Ανανίας Λαμπάρδης και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός.

Η Δημητσάνα διευκόλυνε με έξοχο τρόπο τον Ιερό Αγώνα, αποτελώντας το πολεμικό του εργοστάσιο. Η γη της ήταν πλούσια στην παραγωγή νίτρου, από το οποίο κατασκευάζεται η πυρίτιδα. Το φυσικό αυτό πλεονέκτημα της χώρας αυτής είχαν εκτιμήσει οι Τούρκοι και οι Βενετοί. Οι Τούρκοι της ΙΖ’ εκατονταετηρίδας είχαν εγκαταστήσει εκεί δημόσιο πυριτιδοποιείο. Αλλά και οι ντόπιοι ασχολούνταν κατ’ οίκον με την τέχνη αυτή και βαθμιαία εξελίχθηκαν σε καλούς πυριτιδοποιούς. Ο μητροπολίτης Ανανίας έκτισε εκεί, γύρω στα μέσα του ΙΗ’ αιώνα, δύο πυριτιδόμυλους, τους οποίους όμως κατέστρεψαν οι Τούρκοι το 1767.

Ανάμεσα στους θαυμαστούς γόνους της Δημητσάνας συγκαταλέγονται και οι αδελφοί Νικόλαος και Σπυρίδων Σπηλιωτόπουλος, λαμπροί αστέρες της Επανάστασης, αγνοί και ανεκτίμητοι πατριώτες. Πριν το 1821 ήταν εγκατεστημένοι ως έμποροι στην Ύδρα. Ωστόσο, από το 1818, μετά την κατήχηση από τον Αναγνωσταρά, έγιναν μέλη της Φιλικής Εταιρείας και αναδείχθηκαν σε θερμότατους επαναστάτες, στο έπακρο του σωβινισμού (υπερβολικού και αλαζονικού πατριωτισμού) και παρείχαν τεράστιες εξυπηρετήσεις και θυσίες στην πατρίδα.

Πρωτίστως είχαν την πατριωτική ιδέα να αναστήσουν το πυριτιδοποιείο της Δημητσάνας, χάριν της επανάστασης, αναλαμβάνοντας και αναπτύσσοντας το κατεστραμμένο έργο του μητροπολίτη Ανανία ή, όπως λέει ο Μιχαήλ Οικονόμου, μετατρέποντας την περιουσία τους σε νίτρο και θείο. Για τον σκοπό αυτό διέλυσαν το εμπορικό κατάστημά τους στην Ύδρα και έφυγαν για τη Δημητσάνα. Με τη συνδρομή των ίδιων και άλλων Φιλικών Εταίρων ανοικοδομήθηκαν οι ερειπωμένοι πυριτιδόμυλοι του Ανανία. Με τον ίδιο τρόπο μεταποίησαν και άλλους υδρόμυλους της κωμόπολης και τους εμπλούτισαν με μεγάλη ποσότητα απαιτούμενων υλικών για την παραγωγή πυρίτιδας. Στους απορημένους δε Τούρκους δικαιολογούνταν, λέγοντας πως εργάζονται για το εμπόριο πυρίτιδας στα νησιά.

Έτσι τον Φεβρουάριο του 1821, παραμονές της Επανάστασης, εργάζονταν δραστήρια στη Δημητσάνα πέντε πυριτιδόμυλοι, αποταμιευόταν δε πυρίτιδα σε μοναστήρια, απρόσιτα σπήλαια, απομακρυσμένους ληνούς και διάφορα υπόγεια. Η εργασία αυτή δεν ήταν εντελώς ακίνδυνη, όμως η ευφυΐα και ο πατριωτισμός των Δημητσανιτών έκαναν τα πάντα πραγματοποιήσιμα. Συνέβη να προδοθεί η εργασία αυτή στην εξουσία και να καταγγελθεί ότι κατασκευαζόταν πυρίτιδα για τον αποστάτη Αλή πασά των Ιωαννίνων, με συνέπεια να αποσταλεί από την Τρίπολη μπουμπασίρης (ανακριτής) για εξέταση της υπόθεσης. Ωστόσο εκείνος επέστρεψε άπρακτος, διαψεύδοντας την καταγγελία, η οποία απέβη άγονη, διότι οι Σπηλιωτόπουλοι εξαγόρασαν αδρώς την εύνοια και σιωπή του ανακριτή και του καϊμακάμη (τοποτηρητή) του απόντα τότε βαλή του Μωρηά στην Τρίπολη.

Μετά την έκρηξη της επανάστασης οι πυριτιδόμυλοι αυτοί αυξήθηκαν σε 14 και παρήγαγαν, με αδιάκοπη εργασία, μεγάλη ποσότητα πυρίτιδας, με την οποία τροφοδοτούσαν τα στρατεύματα της επανάστασης. Υπολογίσθηκε δε η καθημερινή αυτή παραγωγή σε 150 οκάδες άριστης πυρίτιδας σε κάποιους και 300-500 σε άλλους. Το εργοστάσιο αυτό χορήγησε πολεμοφόδια κατά τον αγώνα σε Πελοπόννησο, Στερεά, Θεσσαλία, Κρήτη, Κασσάνδρα και Άθω.

Εντός του έτους 1821 οι αδελφοί Νικόλαος και Σπυρίδων Σπηλιωτόπουλος προσέφεραν δωρεά στην Πελοπόννησο μόνο, ανερχόμενη σε 13.106 οκάδες πυρίτιδας, 3.510 οκάδες σφαιρών και 804.320 φυσίγγια, όπως επιβεβαιώνουν οι ιστορικοί.

Οι Σπηλιωτόπουλοι εντούτοις δεν περιορίσθηκαν μόνο στην πυριτιδοποιία, αν και μόνο από αυτή θα μπορούσαν να αναδειχθούν σε μεγάλους ευεργέτες του Έθνους. Αλλά αμέσως μετά την έκρηξη της επανάστασης, γύρω στα τέλη Μαρτίου, μετέβησαν σε μέρη ευρύτερης δράσης.

Πρώτος ο Νικόλαος κατευθύνθηκε στο Άργος, όπου με τον Παπαφλέσσα και τους προκρίτους συνέστησαν την επαναστατική τοπική διοίκηση υπό το όνομα Καγγελαρία και ξεκίνησαν την πολιορκία του Ναυπλίου. Τόσο ενθουσιώδης ήταν ο Νικόλαος ώστε εκπαίδευε κάθε μέρα τους Αργείους στα όπλα, χωρίς να έχει ο ίδιος καμία γνώση της τακτικής, όπως λέει ο Σπηλιάδης.

Από το Άργος έφυγε για την Ύδρα και συνεργάστηκε με τον φίλο του αρχιεπαναστάτη Αντώνιο Οικονόμου για την εξέγερσή της, η οποία πραγματοποιήθηκε τη 16η Απριλίου. Από εκεί επανήλθε στο Άργος και κατόπιν μετέβη στους Καλτεζούς, όπου την 26η Μαΐου συμμετείχε στην πρώτη Εθνική Συνέλευση που συγκροτήθηκε εκεί και τον Ιούνιο στο στρατόπεδο των Βερβαίνων.

Ο δε Σπύρος, αφού τακτοποίησε τις εργασίες του πυριτιδοποιείου, στρατολόγησε σώμα αποτελούμενο από Δημητσανίτες και θέτοντας τον εαυτό του επικεφαλής τους, έφυγε με προορισμό τον Κολοκοτρώνη, υπό τις εντολές του οποίου αγωνίστηκε έκτοτε, εκτελώντας μάλιστα την εμπιστευτική υπηρεσία του υπασπιστή του. Σύντομα προστέθηκε σε αυτή την ομάδα και ο Νικόλαος.

Την 14η Ιουνίου οι Σπηλιωτόπουλοι έγραψαν από τα Τρίκορφα στην Ύδρα προς τον προσφάτως αφιχθέντα Υψηλάντη θερμότατο γράμμα με πατριωτικούς χαιρετισμούς και συγχαρητήρια για την αίσια άφιξή του, αποκαλώντας τον άλλο Μωυσή και λαμπρότατο προστάτη του ελληνικού γένους και έγραφαν συν τοις άλλοις ότι «η Πελοπόννησος αναπνέει τώρα τον ζωογόνο αέρα της χρηστής ελπίδας και παρηγοριά της». Ο δε Υψηλάντης απάντησε με ωραία επιστολή, γράφοντας ότι είναι ευτυχής, ότι έζησε για να αγωνισθεί υπέρ της φίλτατης πατρίδας και είναι ακόμα ευτυχέστερος που βρήκε τέτοιους συναγωνιστές.

Οι Σπηλιωτόπουλοι αγωνίσθηκαν με ενθουσιασμό σε όλους τους Δραμαλικούς πολέμους. Κατά τη διάρκεια αυτών ο Σπύρος εκτελούσε χρέη υπασπιστή του Αρχηγού, διορίσθηκε όμως επισήμως τον Σεπτέμβριο του 1822 με το εξής έγγραφο:

Ο αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου.

Με την παρούσα διορίζω τον κ. Σπύρο Σπηλιωτόπουλο αγιουτάντε μου και τον διατάσω να φροντίζει να καταμετρά όσα στρατεύματα καταφθάνουν ή κατευθύνονται προς το γενικό στρατόπεδο ή οποιαδήποτε άλλη περίσταση να τα αναφέρει με ραπόρτο του προς τη Σεβαστή Γερουσία και προς εμένα. Ομοίως να εκτελεί και κάθε άλλη υπουργική αρμοδιότητα, που ήθελε να του αναθέτω. Όλοι οι καπεταναίοι και στρατιώτες γνωρίζοντας τον πρέπει να ακολουθείτε την καταμέτρησή του και τις οδηγίες του, γιατί κατά την καταμέτρησή του θα δίδονται τα ταΐνια.

Την 25η Σεπτεμβρίου 1822 στην Τριπολιτσά

(Τ.Σ.) θεοδορίς κολοκοτρώνης

Οι πατριώτες αδελφοί, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, θυσίασαν για την πατρίδα, σύμφωνα με υπολογισμούς, περισσότερα από 300.000 γρόσια.

Ο δε Σπύρος σημείωσε και πολιτική δράση. Διετέλεσε πληρεξούσιος Ναυπλίου στην Γ’ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου του 1826 και της Πρόνοιας του 1832.

Κατά την έλευση του Κυβερνήτη το 1828 ήταν δημογέροντας Ναυπλίου. Αλλά τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1831 στο Ναύπλιο, καταδιώχθηκε με πολλούς άλλους, λόγω της αντίθεσής του προς τον Κυβερνήτη, συνελήφθη ως ύποπτος συνωμότης, φυλακίσθηκε στο φρούριο Μπούρτζι, από όπου όμως δραπέτευσε με λέμβο και κατέφυγε στην Ύδρα, την εστία των αντικαποδιστριακών.

Οι Σπηλιωτόπουλοι είχαν και αδελφή, ονόματι Ελεούσα, η οποία παντρεύτηκε τον Αργείο κτηματία Νικόλ. Παναγόπουλο.

Από τους δύο αδελφούς ο μεγαλύτερος, ο Νικόλαος, παντρεύτηκε στην Ύδρα, πέθανε δε κατά τα πρώτα έτη της επανάστασης ή κατ’ άλλους τον Ιούλιο του 1828 στο Ναύπλιο.

Και  ο Σπύρος, στην αρχή του αγώνα, παντρεύτηκε την Κατήγκω, κόρη του προκρίτου συμπολίτη του Αθαν. Αντωνόπουλου, έχοντας παράνυμφο τον Θεόδ. Κολοκοτρώνη, ύστερα όμως, αφού πέθανε η σύζυγός του, πραγματοποίησε δεύτερο γάμο το 1828 με την Αλεξάνδρα, κόρη του επιφανέστατου Αργείου Θεοδωράκη Βλάσση, έχοντας παράνυμφο τον Κανέλλο Δεληγιάννη.

Με αυτήν απέκτησε τρία παιδιά, τον Τιμολέοντα, πρωτοδίκη και εισαγγελέα, την Αβροκόμη και την Χαρίκλεια σύζυγο του διαπρεπούς Αθηναίου Πέτρου Πανταζή, εφέτη και δικηγόρου στο Ναύπλιο. Ο Σπύρος, μετά τον νέο του γάμο, εγκαταστάθηκε στο Άργος, αργότερα δε το 1841 στο Ναύπλιο, όπου απολάμβανε τη μέγιστη υπόληψή του. Δημιούργησε αρκετά μεγάλη περιουσία, ιδίως στη Σικυώνα, το Άργος και το Ναύπλιο, όπου είχε δύο κατοικίες, στη μία από τις οποίες δημιουργήθηκε η πρώτη δημοτική λέσχη την 8η Απριλίου 1834, βρίσκονταν δε και οι δύο στη μεγαλύτερη οδό της πόλης, που οδηγούσε από τα ανάκτορα στην πλατεία Συντάγματος και προς τον νότον, η μία στο σημερινό δημαρχείο (1913), η άλλη στην πλατεία των ανακτόρων, όπου κατόπιν ήταν το φαρμακείο του Βονιφάτιου Βοναφίν.

Τέλος ο Σπύρος πέθανε την 5η Αυγούστου 1841 στο Ναύπλιο από κακοήθη πυρετό, ακριβώς την ημέρα κατά την οποία διορίσθηκε δήμαρχος Ναυπλίου, η δε σύζυγός του τον ακολούθησε κατά το έτος 1875.

  

Το αρχοντικό των αδελφών Σπηλιωτόπουλων


  

Το αρχοντικό των αδελφών Σπηλιωτόπουλων στη Δημητσάνα, είναι συνδεδεμένο με πολλά σημαντικά γεγονότα κατά την Τουρκοκρατία και την Επανάσταση.

Στους ευρύτερους χώρους του, θόλους και υπόγεια, είχαν αποθηκεύσει μεγάλες ποσότητες πρώτων υλών αναγκαίων για την κατασκευή πυρίτιδας, όταν εγκαταστάθηκαν στη Δημητσάνα το 1819 χάριν του Αγώνα, μετά το κλείσιμο της μεγάλης εμπορικής επιχείρησής τους στην Ύδρα. Επίσης, σε αυτό το σπίτι αποθήκευαν και κατεργασμένη πυρίτιδα, όταν άρχισαν να επισκευάζουν τους κατεστραμμένους μπαρουτόμυλους και εκείνους που οι ίδιοι με φροντίδα τους δημιούργησαν πριν από την εξέγερση, για να τους κάνουν δεκατέσσερις μετά  το ξέσπασμα της Εθνεγερσίας.

Στην αυλή του σπιτιού τους λειτουργούσε φούρνος που παρασκεύαζε ψωμί για την τροφοδοσία των μαχόμενων Ελλήνων και στα υπόγεια του λειτουργούσε χυτήριο που μετέβαλλε τα μεταλλικά σκεύη σε βόλια.

Το σπίτι αυτό ήταν ο δέκτης μηνυμάτων για την πορεία του Αγώνα. Ακόμα ήταν ο δέκτης παραγγελιών που έστελναν οι αρχηγοί των στρατοπέδων, των μαχόμενων τμημάτων των εξεγερθέντων Ελλήνων και οι Εκπρόσωποι της Προσωρινής Κυβέρνησης για τον εφοδιασμό τους με πολεμικά εφόδια, τρόφιμα και άλλα είδη.

Ο συγγραφέας Επ. Σπηλιωτόπουλος αναφέρει ότι  σε αυτό το σπίτι οι προγονοί του Αδελφοί Σπηλιωτόπουλοι «εφιλοξένησαν πολλάκις τον Κολοκοτρώνην, τον Ανδρούτσον, τον Καραϊσκάκην, τους Μαυρομιχαλαίους και τον συγγενήν των Σταϊκόπουλον κ.λπ. αγωνιστάς, αι προσωπογραφίαι των οποίων παρά διασήμου ζωγράφου εκόσμουν αίθουσάς των, διατηρηθείσαι μέχρι σήμερον (1972) εις χείρας μου και είδον ημέρας σπανιωτάτης ευκλείας και τιμής».*

  

Οι μπαρουτόμυλοι


 

Ερείπιο μπαρουτόμυλου

«Πολλοί Δημητσανίτες εφτιάνανε μπαρούτι. Στον Αγώνα του Εικοσιένα η Δημητσάνα ήτανε “μπαρουταποθήκη”. Τότε, οι αδελφοί Σπηλιωτόπουλοι, που ήσαντε Δημητσανίτες, ήρθανε από την Ύδρα κι εφτιάσανε  στη Δημητσάνα αρκετούς μπαρουτόμυλους. Μόλις άρχισε η επανάσταση, οι μύλοι εγινήκανε πιο πολλοί και, μάλιστα, λένε πως μπαρούτι εφτιάνανε και στα σπίτια τους ακόμα πολλοί Δημητσανίτες, εκτός από τους μπαρουξήδες που εδουλεύανε στους μύλους, και το κοπανάγανε στα χαβάνια που είχανε στο σπίτι.

Λένε πως τους δυο πρώτους μπαρουτόμυλους στη Δημητσάνα τους έφτιασε πριν από το 1770 ο μητροπολίτης Λακαιδεμόνιος Ανανίας Λαμπάρδης. Υπήρχανε πολλοί μπαρουξήδες (μπαρουτοποιοί) στη Δημητσάνα, που είχε βγει και επώνυμο Μπαρουξής.

Το υλικό για το μπαρούτι ήτανε το κάρβουνο, το νίτρο και το θειάφι. Το κάρβουνο εγινότανε από κλίματα, σπαρτά, αλλά το καλύτερο υλικό ήταν η ασφάκα (σφάκα). Το νίτρο μαζευότανε δύσκολα. Το επαίρνανε από τις ακαθαρσίες των ζώων. Το νίτρο το ονομάζανε “βοτάνι” και γι’ αυτό εκείνοι που το μαζεύανε ελεγόσαντε βοτανιαραίοι. Εμαζεύανε τη κοπριά των γιδοπροβάτων, αλλά ήτανε πολύ καλό υλικό οι κοτσιλιές από τα πουλιά και ιδίως από τα αγριοπερίστερα. Μετά από αυτή τη λεπτομέρεια να ειπούμε ότι τις ακαθαρσίες τις ερίνανε σε καζάνια κι ανάβανε και φωτιά και  με νερό αυτό έβραζε και το νίτρο έβγαινε πάνω – πάνω.

Πολλοί εμαζώχνανε το νίτρο. Μόλις το ετοιμάζανε, το παραδίνανε στην εκκλησία, για να πάρουνε την αμοιβή τους. Από την εκκλησία επηγαίνανε το νίτρο στους μπαρουτόμυλους. Το τειάφι (θειάφι) οι Δημητσανίτες το επέρνανε από τι εμπόριο. Αυτά τα τρία υλικά το νίτρο, το τειάφι και το κάρβουνο, τα εκοπανάγανε στα ξύλινα χαβάνια.

Κάθε μπαρουτόμυλος είχε το σύστημα αυτό που κοπανιότανε το μπαρούτι, δηλαδή τα χαβάνια, τα κοπάνα και τη φτερωτή.

Μουσείο Υδροκίνησης

Πάνω στη φτερωτή πέφτει το νερό με ορμή και κινάει το μύλο και έτσι ανεβοκατεβαίνουνε τα ξύλινα κόπανα και κοπανάνε τα τρία υλικά. Δηλαδή, τα κόπανα συνδέονται με ένα κεντρικό άξονα και αυτός με τη φτερωτή. Εκεί υπάρχει ένα “χωνί” (ξύλινο κωνικό βαρέλι, που η διάμετρος του στο σημείο εκροής στενεύει συστηματικά για να αυξάνεται η ταχύτητα του νερού), που μέσα σε αυτό έπεφτε με δύναμη το νερό από ψηλά κι εκίναγε τη φτερωτή. Έτσι “επέρνανε  μπρος” και τα κόπανα και ανεβοκατεβαίνανε και “εζυμώνανε” το υλικό. Κάθε μπαρουτόμυλος είχε μέχρι δεκατέσσερα γουδιά (κόπανα με τα χαβάνια). Το κάθε χαβάνι εχώραγε δέκα οκάδες. Τα χαβάνια ήσαντε στερεωμένα μέσα στο έδαφος. Οι μπαρουτόμυλοι (κόπανα, φτερωτή, άξονας κ.λπ.) εφτιαχνόσαντε με ξύλο. Στον ίδιο τόπο, εκτός από το μπαροτόμυλο, υπήρχε μια χαμωκέλα που  εβάνανε πρωτύτερα τα υλικά, μια αποθήκη που εβάνανε το μπαρούτι  μόλις εγινότανε και πιο μακρύτερα οι μπαρουξήδες είχανε το μαγειρείο τους και την τραπεζαρία τους. Εκεί εξεκουραζόσαντε.

Με τον καιρό αλλάξανε οι μπαρουτόμυλοι και το μπαρούτι έβγαινε αλλιώτικα. Είχανε πια ένα λιθάρι που γυρνάει γύρω – γύρω και λιώνει το υλικό του μπαρουτιού. Το λιθάρι εκινιότανε πάλι με τη φτερωτή κι απάνω της ερχότανε με πίεση το  νερό. Εφτιάνανε δυο λογιώνε μπαρούτι. Το ένα  ήτανε μπαρούτι κυνηγιού και το άλλο ήτανε μπαρούτι για υπονόμους (φουρνέλα).

Οι μπαρουξήδες είχανε ένα καντάρι που εζυγιάζανε τα υλικά, μεγάλες σκάφες  που εζημώνανε το μπαρούτι και κοσκινά, για να ξεχωρίζουνε ποιο μπαρούτι ήτανε για το κυνήγι και ποιο για τα φουρνέλα. Για το ξεχαβάνιασμα είχανε ξύλινες κουτάλες. Είχανε ακόμα φτυάρια, για να ανακατώνουνε το υλικό και κάτι βούρτσες, για να σκουπίζουνε το υλικό που έβγαινε έξω από τα χαβάνια και να το ξαναρίνουνε μέσα.

Το κοπανισμένο μπαρούτι μετά το λιάζανε  στις “λιάστρες” (λινά πανιά) και μετά το κοσκινάγανε οι μπαρουξήδες το εγυαλίζανε σκέτο και αργότερα με γραφίτη  (δηλαδή αρχικά βάζανε το μπαρούτι μέσα σε βαρέλι προορισμένο στον οριζόντιο άξονα της φτερωτής. Aπό τη συνεχή τριβή των κόκκων του μπαρουτιού μεταξύ τους και με την επιφάνεια του βαρελιού επιτυγχάνεται το γυάλισμα. Αργότερα μαζί με το μπαρούτι ρίχνανε στο περιστρεφόμενο βαρέλι και γραφίτη). Το μπαρούτι πια είναι έτοιμο».**

  

Υποσημειώσεις


 * Α. Καρδάσης, Δημητσάνα, μια δοξασμένη πόλη, Αθήνα, 1988, σελ. 386-7.

** Μαρτυρία Σπύρου Σεργόπουλου, συμπληρωμένη με στοιχεία από το Μουσείο Υδροκίνησης.  

 

Πηγές


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    
  • Δήμητρα Αγγελοπούλου, «Δημητσάνα, Λαογραφώντας τη μνήμη», εκδόσεις ergo, Αθήνα, 2006.

 

  

O Μακρυγιάννης στο Άργος


Το Άργος, μετά την Αθήνα, είναι η πολιτεία εκείνη που συνδέθηκε περισσότερο στενά με το Ρουμελιώτη αγωνιστή της Παλιγγενεσίας Γιάννη Μακρυγιάννη, κι αυτό όχι τόσο  εξαιτίας των δεσμών του μαζί της – ο αλαφροΐσκιωτος αυτός επαναστάτης μάλλον έμεινε στο περιθώριο της κοινωνικής και όχι μόνον ζωής του τόπου – όσο εξαιτίας του γεγονότος ότι στο Άργος παρέμεινε αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και εκεί άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του, ένα έργο που όχι άδικα έφθασε να γίνει το ευαγγέλιο του νέου ελληνισμού.

 

«Από τα ’26, που έπεσαν στα χέρια μου τα «Απομνημονεύματα», ως τα σήμερα» – δηλαδή στα 1943 – «δεν πέρασε μήνας χωρίς να ξαναδιαβάσω λίγες σελίδες τους, δεν πέρασε εβδομάδα χωρίς να συλλογιστώ αυτή την τόσο ζωντανή έκφραση», μας εξομολογείται ο Γιώργος Σεφέρης στο γνωστό κείμενό του που δημοσιεύτηκε στον πρώτο τόμο των Δοκιμίων του.[1]

Ιωάννης Μακρυγιάννης, ξυλογραφία του Α. Τάσσου.

Το ποιος ήταν ο Μακρυγιάννης δε θα είχε ιδιαίτερη σημασία, αν κάποια στοιχεία απ’ τη ζωή του δε μας επέτρεπαν να εκτιμήσουμε σφαιρικότερα το έργο του. Ήταν ένας απλός αλλ’ αντιπροσωπευτικός άνθρωπος του λαού στα ύστερα χρόνια της Τουρκοκρατίας και σαν τέτοιο θα πρέπει να τον αντιμετωπίζουμε, για λόγους που θα επιχειρήσουμε να εξηγήσουμε στη συνέχεια. Όχι ότι δεν ήταν χαρισματική προσωπικότητα. Ήταν, όπως ήταν και πάρα πολλές άλλες στα δύσκολα εκείνα χρόνια του ελληνισμού.

Γιος του αρματολού Δημήτρη Τριανταφύλλου, γεννήθηκε στα 1797 κάτω από δύσκολες συνθήκες, σε ένα μικρό χωριό, το Αβορίτι του Λιδωρικού, και λόγω ύψους πήρε το παρωνύμιο «Μακρυγιάννης», με το οποίο πέρασε στην ιστορία. Ο πατέρας του χάθηκε  στα 1804, κατά το μεγάλο διωγμό της κλεφτουργιάς, και η οικογένεια χάρη στην αυταπάρνηση της μάνας κατόρθωσε να καταφύγει στη Λειβαδιά. Εκεί τον έβαλαν υπηρέτη σ’ ένα σπίτι. Τα αφεντικά  όμως, γράφει ο ίδιος, «ήθελαν να κάνω κι άλλες δουλειές ταπεινές του σπιτιού και να περιποιώμαι τα παιδιά. Τότε αυτό ήταν ο θάνατός μου».[2]

Στα δεκατέσσερά του οι δικοί του τον έστειλαν στην Άρτα, υπηρέτη στο σπίτι του Θανάση Λιδωρίκη, ενός από τους γραμματικούς του Αλή. Εκεί ασχολήθηκε με το εμπόριο, έμπορας και δανειστής, με αποτέλεσμα στις παραμονές της επανάστασης να έχει αποκτήσει σημαντική περιουσία και συνείδηση μικροαστού.

Καταδιώχθηκε από τα σουλτανικά στρατεύματα, που πολιορκούσαν το Σατράπη των Ιωαννίνων και κατέφυγε στον παλιό αρματολό Γώγο Μπακόλα, τον οποίο και ακολούθησε στις πρώτες φάσεις της επανάστασης. Ο Μπακόλας, παρ’ ότι τελικά κατέφυγε στους Τούρκους, υπήρξε ο μοναδικός οπλαρχηγός που όχι μόνο ξέφυγε από τον ψόγο του Μακρυγιάννη αλλά απέσπασε τα εγκώμιά του.[3]

Τον Απρίλη του 1822, επικεφαλής τεσσάρων χωριών των Σαλώνων, έφθασε στην Ανατολική Ελλάδα και έλαβε μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις, για να καταλήξει τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου στη Αθήνα. Εκεί θα τεθεί υπό τις διαταγές του Οδυσσέα Ανδρούτσου και θα συνεργασθεί με τον Γιάννη Γκούρα. Όμως, είτε  γιατί απογοητεύτηκε από την τυραννική   συμπεριφορά των πρώην αρματολών είτε γιατί δίπλα τους  δεν υπήρχαν περιθώρια διάκρισης και ικανοποίησης των φιλοδοξιών του – κι ο Μακρυγιάννης ήταν φιλόδοξος όσο κι αν προσπαθεί να το διαψεύσει στο κείμενό του – πήρε το δρόμο για την Πιάδα κι από εκεί  θα φθάσει στις 25 Οκτωβρίου 1823 στο Άργος.

Έκτοτε, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, με κάποιες ενδιάμεσες διακοπές ως το Δεκέμβρη του 1831, το Άργος και ο κάμπος του θα είναι ο χώρος της δράσης του. Εκεί αργότερα θα αρχίσει να γραφεί τα Απομνημονεύματά του.

«1829. Φλεβαρίου 26, Άργος. Είμαι διορισμένος», γράφει, «από την κυβέρνηση του Κυβερνήτη Καποδίστρια Γενικός Αρχηγός της Εκτελεστικής δύναμης της Πελοπόννησος και Σπάρτης. Ο σταθμός είναι εδώ εις Άργος κάθομαι και αγρικιώμαι με την κυβέρνηση και παντού εις τις επαρχίες μ’ αρχές κι’ αξιωματικούς… και εξακολουθώ τα χρέη μου καθήμενος τον περισσότερον καιρόν εδώ. Και για να μην τρέχω εις τους καφενέδες και σε άλλα τοιαύτα και δεν τα συνηθώ… εφαντάστηκα να γράψω τον βίον μου… και να τα γλέπουν οι νεότεροι και οι μεταγενέστεροι νάχουν περισσότερη αρετή και πατριωτισμόν. Η πατρίδα του κάθε ανθρώπου και η θρησκεία είναι το παν…».[4]

Για το έργο αυτό του Μακρυγιάννη έχει γίνει λόγος πολύς, προεξαρχόντων του Γιώργου Θεοτοκά (1941) και του Γιώργου Σεφέρη (1943). Ο πρώτος τοποθετεί τα Απομνημονεύματα στο κέντρο της συζήτησης γύρω από τους στόχους της λογοτεχνικής γενιάς του ΄30, ενώ ο δεύτερος δε θα διστάσει να μας πει πως ο «Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας ελληνικής λογοτεχνίας, αν όχι ο πιο μεγάλος, γιατί έχουμε τον Παπαδιαμάντη».

Πράγματι πρόκειται για μια γνήσια λαϊκή έκφραση, η οποία όμως είχε τα προηγούμενά της. Κι αυτά τα βρίσκουμε σε σειρά κειμένων λαϊκής επιστολογραφίας των χρόνων της τουρκοκρατίας, στα οποία, ατυχώς, δε δόθηκε η πρέπουσα σημασία. Για παράδειγμα: «Ένα τουφέκι όρισες και τόδωκα˙ μ’ ας είναι καλά οπού θα μου το φτιάσουν ασημένιο˙ και α δε μου αξίζει το φιλεύω», γράφει κάποιος άσημος Έλληνας του ΙΗ΄ αιώνα.[5]

Δίπλα όμως στο έργο του Μακρυγιάννη στέκονται και οι πίνακές του. Εδώ η εικόνα ζωντανεύει τη γραφή, όπως η αγιογραφία έδινε ψυχή στα παλιά συναξάρια και έκανε τους τοίχους της εκκλησιάς να μιλούνε για τα πάθη του Χριστού και τα μαρτύρια των αγίων. Με αυτόν, τον ίδιο αφηγηματικό τρόπο της μεταβυζαντινής αγιογραφίας, θα μας δώσει ο Παναγιώτης Ζωγράφος το στοχασμό του ρουμελιώτη στρατηγού.[6]

Εμείς όμως  δε θα σταθούμε – είναι εξάλλου πέρα από τις δυνατότητές μας – στη λογοτεχνική αξία των Απομνημονευμάτων  του Μακρυγιάννη. Μας ενδιαφέρει η καθαρά ιστορική τους πλευρά. Και εδώ, χωρίς να αμφισβητήσουμε την πρόθεση του αφηγητή να σημειώσει «γυμνή την αλήθεια και χωρίς πάθος»,[7] είμαστε εντούτοις υποχρεωμένοι να σταθούμε κριτικά απέναντι στο κείμενό του.

 

Το Άργος, τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση. Εδώ εγκαταστάθηκε, το 1828, ο Μακρυγιάννης ως γενικός αρχηγός της εκτελεστικής δυνάμεως της Πελοποννήσου και έναν χρόνο αργότερα άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του. (Λιθογραφία του H. Belle).

 

Ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο εκδότης  των Απομνημονευμάτων, υποστήριξε τη φιλαλήθεια και την ειλικρίνεια του Μακρυγιάννη. Αρετές όμως που τις διαχώρισε από την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία. Και πράγματι έτσι είναι. Ο ρουμελιώτης αγωνιστής καταθέτει – έτσι πιστεύει πως κάνει – την αλήθεια. Όμως πρόκειται για τη δική του αλήθεια, μια αλήθεια κάθε άλλο παρά απαλλαγμένη από το πάθος.[8] Στην αφήγησή του δε θα βρει κανείς ούτε ίχνος συμπάθειας ή κατανόησης για πρόσωπα με τα οποία συγκρούστηκε, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που θα δώσει μισή την αλήθεια, για να μην πιστωθούν τη δόξα οι αντίπαλοί του. Εύγλωττη απόδειξη η περίπτωση της εισβολής του Δράμαλη στο Μοριά ή η ταύτιση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνημε τονΚιαμίλμπεη της Κορίνθου.[9]

Είναι αναγκαίο επίσης να αναφερθούμε και στους ιδεολογικούς άξονες του Μακρυγιάννη. Η πατρίδα και η θρησκεία κατέχουν κυρίαρχη θέση στη σκέψη και στο έργο του. Η πατρίδα όμως είναι ταυτισμένη με τους νόμους και την τάξη. Τότε μονάχα υπάρχει πατρίδα, όταν υπάρχουν νόμοι καλοί.  Η ευταξία ήταν γι’ αυτόν το παν. Γι’ αυτό αναδέχεται  με προθυμία καθήκοντα αστυνομικά[10], γι’ αυτό και διαμορφώνει μια σχέση μεταφυσική με το «Σύνταγμα». Εδώ εντοπίζεται η μικροαστική  του συνείδηση, συνείδηση διαμορφωμένη μέσα στα πλαίσια της προεπαναστατικής εμπορικής του δραστηριότητας, και η αντίθεσή του με την αυταρχική έκφραση του αρματολισμού.

«Κι αυτά τα καπετανλίκια», γράφει, «ήταν κλέφτικα πράγματα, όταν ήταν οι Τούρκοι στην πατρίδα μας αφεντάδες»[11]. Αυτός προσβλέπει μόνο στους νοικοκυραίους, που τους θεωρεί ραχοκοκαλιά του έθνους. Επίσης κύριο ρόλο στην ψυχοσύνθεση του Μακρυγιάννη παίζει η αίσθηση της αδικίας. Η βία των κατακτητών σημάδεψε τα παιδικά του χρόνια. Οι Τούρκοι θα χαθούν, γιατί αδίκησαν το ραγιά. Ο Αρβανίτης Σμαήλμπεης Κόνιτζα λέει σε μια συγκέντρωση στην Άρτα: «Πασάδες και μπέηδες…θα χαθούμε!Αδικήσαμε το ραγιά και από πλούτη και από τιμή  και τον αφανίσαμε˙ και μαύρισαν τα μάτια του και μας σήκωσε ντουφέκι»[12].

Με ιδιαίτερη μάλιστα αυστηρότητα κρίνει τις αδικίες των Ελλήνων κι αυτό θα τον φέρει σε αντίθεση με τον Ανδρούτσο, το Γκούρα και το Μαμούρη. Συνεχίζει ο ρουμελιώτης αγωνιστής  μια πανάρχαιη ελληνική αντίληψη που πρωτοσυναντιέται στους Πέρσες του Αισχύλου. Η «ύβρις» στην περίπτωση του Ξέρξη, οι «αμαρτίες» των βυζαντινών αργότερα και οι αδικίες τέλος των Τούρκων θα επιφέρουν την καταστροφή τους. Τέλος ιδιαίτερα στενή και άμεση είναι η σχέση του με τη θρησκεία. Από το πανηγύρι τ’ Αγιαννιού στη Δεσφίνα, σε ηλικία δεκατεσσάρων χρόνων, όπου πρωτόκανε συμφωνίες με τον άγιο[13], και στη συνέχεια η σχέση του Μακρυγιάννη με την Παναγία και τους Αγίους είναι καθημερινή και προσωπική, για να κορυφωθεί στο τέλος της ζωής του, στο θρησκευτικό παραλήρημα των Οραμάτων και θαμάτων του[14]. Εξάλλου δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι στη θεία παρέμβαση για τη νεκρανάσταση της Ελλάδας αφιέρωσε το πρώτο από τα κάδρα του.

Παρ’ όλο που ο Μακρυγιάννης φθάνει στην Αργολίδα μετά από ένα χρόνο, εντούτοις η πρώτη του αναφορά στον τόπο γίνεται με την καταγραφή της εισβολής του Δράμαλη. Πρόκειται για ένα κομβικό σημείο του έργου του, που έχει άμεση σχέση με την αντικειμενικότητα και την αξιοπιστία του. Κατ’ αυτόν η καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη οφείλετο αποκλειστικά στον έλεγχο των Μεγάλων Δερβενιών από τους Ρουμελιώτες. «Τους σκότωναν αυτούς εις τα στενά», γράφει, «και δεν πήγαν οι ζαϊρέδες εις την Πελοπόννησο και χαθή ο Δράμαλης. Αν είχε ζαϊρέ, τι λόγο θα είχε να χαθή;».[15]

Αναμφίβολα ο Οδυσσέας, οι Βιλιώτες και οι Περαχωρίτες, αν και δε κατάφεραν να εμποδίσουν την κάθοδο του Δράμαλη στο Μοριά – και σ’ αυτό συνετέλεσαν οι ραδιουργίες του Αρείου Πάγου – εντούτοις στη συνέχεια παρεμπόδισαν αποτελεσματικά τις αποστολές εφοδίων από την Κεντρική Ελλάδα. Όμως, η καταστροφή της τουρκικής στρατιάς υπήρξε αποτέλεσμα της στρατιωτικής ιδιοφυΐας του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη αλλά και της απροθυμίας του Χορσέφ πασά, επικεφαλής του οθωμανικού στόλου, να σπεύσει σε βοήθειά της. Αν και στα Απομνημονεύματα δε δίνει την οφειλόμενη σημασία στη μεγάλη αυτή νίκη, αφιερώνει εντούτοις μια από τις εικόνες του στις μάχες εκείνων των ημερών.

Πρόκειται για μια θαυμάσια άποψη του αργολικού πεδίου, όπου η ποιητική άδεια δεν αλλοιώνει την τοπογραφία της περιοχής. Στο υπόμνημα όμως του πίνακα υποτιμάται προκλητικά η συμβολή του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και η άμυνα του φρουρίου του Άργους, ενώ η ιδέα του αποκλεισμού των στενών αποδίδεται στο Νικηταρά, στο μοναδικό από τους Πελοποννήσιους οπλαρχηγούς που ο Μακρυγιάννης είχε κάποια συμπάθεια, περισσότερο εξαιτίας των πολλών εξόδων του στη Ρούμελη.

Εδώ θα πρέπει να τονιστεί η αντίθεση Ρουμελιωτών και Μοραϊτών προκρίτων και οπλαρχηγών, αντίθεση που κορυφώθηκε το δεύτερο εξάμηνο του 1824, όταν κατά τον εμφύλιο πόλεμο τα ρουμελιώτικα στρατεύματα που έφερε η κυβέρνηση στο Μοριά, για να καταστείλει την αντίσταση των Πελοποννησίων – και σ’ αυτό ο Μακρυγιάννης έπαιξε καθοριστικό ρόλο – λειτούργησαν σαν στρατός κατοχής. Το ίδιο έγινε και κατά την αναρχία, που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια. Οι Μοραΐτες κατηγορούσαν τους Ρουμελιώτες για τη λεηλασία του τόπου τους και ότι πολέμησαν πάντα με μισθό, ενώ αντίθετα οι Ρουμελιώτες τους Πελλοπονήσιους ότι τους ήθελαν για είλωτες και πως δεν ενδιαφέρονταν για την απελευθέρωση της Ρούμελης.

Ο Μακρυγιάννης μάλιστα με τη γνωστή αφέλειά του αποδίδει την κατηγορία αυτή και στον Καποδίστρια. Ενώ ήταν γνωστές, και όφειλε και ο ίδιος να τις γνωρίζει, οι προσπάθειες του άτυχου Κυβερνήτη για την απελευθέρωση της Στερεάς Ελλάδας και για το ζήτημα των συνόρων. Το σημαντικό, όμως, στην αντιπαλότητα αυτή είναι ότι δεν εστιάζεται στις σχέσεις  των μεγάλων καπεταναίων της εποχής, Κολοκοτρώνη, Οδυσσέα, και Καραϊσκάκη, οι οποίοι είχαν πολύ καλές σχέσεις, ίσως γιατί ένιωθαν ότι τους απειλούσαν κοινοί κίνδυνοι, αλλά σε οπλαρχηγούς δεύτερης και τρίτης τάξης, στους πρόκριτους και στους πολιτικούς. Και σε αυτή τη κατηγορία άνηκε και ο Μακρυγιάννης.

Η παραμονή του Μακρυγιάννη στη περιοχή του Άργους διακρίνεται σε δύο περιόδους. Η πρώτη αρχίζει τον Οκτώβριο του 1823, όταν πρωτοφτάνει στο Άργος, και τελειώνει με τη μετάβασή του στην Αθήνα για να γιατρευτεί από τις πληγές του τον Ιούλιο του 1825, μετά τη μάχη των Μύλων. Εκεί στα τέλη του 1825 θα παντρευτεί την Αικατερίνη, θυγατέρα του Αθηναίου προύχοντα Χατζηγεωργαντά Σκουζέ. Κατά την περίοδο αυτή ο ρουμελιώτης αγωνιστής θα εμπλακεί στον εμφύλιο, στο πλευρό των κυβερνητικών, και μετά την επικράτησή τους θα πολεμήσει κατά του Ιμπραήμ στο Νιόκαστρο και στους Μύλους[16].

Η δεύτερη  περίοδος ταυτίζεται με την άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα και διαρκεί ως το Μάιο του 1833, οπότε φεύγει για την Αθήνα. Κατά τη δεύτερη περίοδο θα εγκατασταθεί οικογενειακώς στην πόλη του Άργους, όπου θα παραμείνει ως τη ρήξη του Δεκεμβρίου 1831, οπότε στα δραματικά γεγονότα εκείνης της εποχής μόλις θα κατορθώσει να στείλει την οικογένειά του στο Ναύπλιο, ενώ η περιουσία του – «όλο μου το πράμα» καθώς γράφει – αν δε διαγουμίστηκε απ’ τους αντιπάλους του έγινε παρανάλωμα του πυρός. Μετά τη ρήξη του Άργους ακολούθησε τους Συνταγματικούς στην Περαχώρα και επέστρεψε μαζί τους, στο Ναύπλιον πλέον, στα τέλη Μαρτίου του 1832.

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιόδου ο Μακρυγιάννης με έδρα το Άργος θα είναι αρχηγός της Εκτελεστικής δύναμης της Πελοποννήσου μέχρι και το Μάιο του 1830, οπότε θα αντικατασταθεί από το Νικηταρά, και στη συνέχεια – από 1 Ιανουαρίου 1831 – θα διοριστεί, πάλι με έδρα το Άργος, μέλος του Αναθεωρητικού [Στρατιωτικού] Δικαστηρίου. Εκεί, από τις 26 Φεβρουαρίου 1829 μέχρι και το φθινόπωρο του 1831, γράφηκε και το πρώτο βιβλίο και το δεύτερο κεφάλαιο του δεύτερου βιβλίου των Απομνημονευμάτων του, δηλαδή ως τη δολοφονία του Καποδίστρια. Στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο – τα μετά θάνατο του Καποδίστρια – όλες οι αναφορές στα γεγονότα γίνονται σε χρόνο αόριστο, γεγονός που μας επιτρέπει να υποθέσουμε  ότι γράφτηκε στο Ναύπλιο  μετά την επιστροφή του Μακρυγιάννη και την ανάρρωσή του από τις κακουχίες του χειμώνα του 1831 προς 1832.

Όταν ο Μακρυγιάννης έφθασε στο Άργος (Οκτώβριος 1823) το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό βρίσκονταν στα πρόθυρα της ρήξης. Ήδη το πρώτο είχε κινήσει τη διαδικασία για την ανατροπή του δεύτερου, διαδικασία που κατά τρόπο αναμφισβήτητα παράνομο ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Ήδη όλο το δεύτερο εξάμηνο του 1823 είχε σημαδευτεί από την αντίθεσή τους. Τα δυο Σώματα μετακινούνταν συνεχώς. Τελευταία το Εκτελεστικό από τις 26.9.1823 βρισκόταν στο Ναύπλιο, το οποίο κρατούσε ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ενώ το Βουλευτικό από 17.10.1823 στο Άργος.

Το Βουλευτικό υπό την καθοδήγηση του Μαυροκορδάτου εξέφραζε τους πρόκριτους των νησιών, τους ισχυρούς πρόκριτους της Πελοποννήσου  Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λόντο αλλά και άλλους σημαντικούς τοπικούς παράγοντες, ενώ το Εκτελεστικό με βασικό του έρεισμα τον Θ. Κολοκοτρώνη εξέφραζε ένα κράμα μοραΐτικου τοπικισμού και στρατιωτικού πνεύματος.

«Ήρθα εδώ», γράφει ο Μακρυγιάννης. «Ήταν το βουλευτικόν σώμα. Στάθηκα κάμποσες ημέρες˙ παρουσιάστηκα και τους είπα˙  δεν μεταθέλουμε όλοι όσοι ήρθαμε να ξέρουμε από καπεταναίους˙  ό,τι διαταγές είναι από την κυβέρνησιν, εκείνο είμαστε πρόθυμοι να κάμωμε, να πάμε ομπρός»[17].

Διατέθηκε στη δύναμη του Κολοκοτρώνη, ο οποίος τον διέταξε να «σταθεί με τον Γενναίον τον υγιόν του» γράφει ο Μακρυγιάννης φανερά ενοχλημένος από το νεαρό της ηλικίας του Γενναίου[18]. Τους χώρισαν 8 χρόνια, παρά ταύτα αρχικά τα ταίργιασαν. Παρόλο όμως που ανήκε στη δύναμη του Εκτελεστικού, ο Μακρυγιάννης από την αρχή στάθηκε με το μέρος του Βουλευτικού. «Με το Βουλευτικόν», γράφει, «ήταν το δίκαιον και η πατρίδα»[19]. Δε γνώριζε ο Μακρυγιάννης ποιός είχε το δίκιο; Αναμφίβολα ναι. Όμως «δεν ήταν με το πνεύμα των καπεταναίων», όπως ο Οδυσσέας είχε προειδοποιήσει έγκαιρα τον Κολοκοτρώνη.

Έτσι η πρώτη του δράση ήταν, κατ’ αυτόν, η προστασία των αρχείων του Βουλευτικού. «…με έκραξε», σημειώνει, «το Βουλευτικόν και μου είπε όλα τα αίτια και πως οι άλλοι θέλαν να τους πάρουν τ’ αρχεία…Μου ζήτησε βοήθεια. Τότε μιλάμε με τον καλόν πατριώτη Θοδωρή Ζαχαρόπουλον και συμφώνως και οι δυο μας παίρνουμε τ’ αρχεία  όλα του Βουλευτικού και τα κρύψαμε, και δεν τα πήραν οι άλλοι…»[20].

Η πραγματικότητα όμως δε συμφωνεί με το ρουμελιώτη αγωνιστή. Σε μια προσπάθεια συνδιαλλαγής, μετά την παράνομη καθαίρεση των 2 μελών του Εκτελεστικού, του Ανδρέα Μεταξά και του Χαραλάμπη Περρούκα, στις 26.11.1823 οι Πάνος Κολοκοτρώνης, Νικηταράς και Τσόκρηςεμφανίστηκαν ενώπιον του Βουλευτικού στο Άργος και, όταν απέτυχαν να πείσουν τα μέλη του, τους αφαίρεσαν τα αρχεία και τη σφραγίδα, τα οποία όμως στη συνέχεια κατάφερε με απάτη να τα παραλάβει και να τα επιστρέψει ο πολιτάρχης του Άργους  Θ. Ζαχαρόπουλος.

Οι βουλευτές τη νύχτα της 30.11.1823 πήγαν για λόγους ασφαλείας στοΚρανίδι, όπου διόρισαν νέο Εκτελεστικό, στο πλευρό του οποίου τάχθηκε αμέσως – στην αρχή κρυφά και  στη συνέχεια φανερά – ο Μακρυγιάννης για να προκαλέσει την οργή των Κολοκοτρωναίων για την παρασπονδία του. «Οι Κολοκοτρωναίγοι φοβέριζαν εμένα, αν με πιάσουνε θα με γδάρουνε ζωντανόν», γράφει[21]. Καθ’ όλη τη διάρκεια του πρώτου εμφυλίου, το πρώτο εξάμηνο του 1824, ο Μακρυγιάννης θα πολεμήσει κατά των «αντικυβερνητικών» και στον κάμπο του Άργους θα κερδίσει τις πρώτες του στρατιωτικές δάφνες.

Ήδη στις 6.3.1824 τα κυβερνητικά στρατεύματα καταλαμβάνουν τους Μύλους, όπου εγκαθίσταται, το νέο Εκτελεστικό, και στις 13.3.1824 το Άργος, οι κάτοικοι του οποίου – ή σημαντικό τουλάχιστον μέρος τους – διέκειντο φιλικά προς τη νέα Διοίκηση. Το Μ. Σάββατο φθάνει ο Μακρυγιάννης νικητής από τη Τρίπολη στο Άργος, όπου είναι συγκεντρωμένο όλο το Βουλευτικό και αναλαμβάνει την ευθύνη της φρουράς του γιατί «οι καπεταναίοι της Ρούμελης ήταν όλοι ενωμένοι με τον Κολοκοτρώνη και η συντροφιά τους να γένη σύστημα καθώς το θέλαν αυτήνοι, κι ετοιμάζονταν να μπούνε μέσα. Έφθασε  ο Δυσσέας εις το Κουτζοπόδι κι ένα σώμα του Καραϊσκάκη, κι όταν έμαθαν οπού παραδόθη η Τριπολιζτά ενέκρωσαν»[22].

Τότε θα επιτύχει με την επίδειξη των λιρών να αποσπάσει τους στρατιώτες από τους καπεταναίους τους. «Μήνα είναι εδώ ο Δυσσσέας», τους λέει «ο Γκούρας, ο Καραϊσκάκης, να μην σας πληρώνουν ποτές; Εδώ είναι Κουντουριώτης, οπούφερε ένα καράβι γιομάτο τάλαρα. Νόμους θέλει καλούς να γένουν δια την πατρίδα και χρήματα ξοδιάζει όσα θέλει κάθε Έλληνας»[23]. Τα επιχειρήματά του ήταν πειστικότατα. Όλοι έσπευσαν να στηρίξουν τους «καλούς νόμους» του Κουντουριώτη.

Τα κυβερνητικά στρατεύματα, συνεχώς πλέον ενισχυόμενα, άρχισαν να πολιορκούν το Ναύπλιον, που κρατούσε ο Πάνος Κολοκοτρώνης. Μια προσπάθεια διάσπασης της πολιορκίας και ενίσχυσης του φρουρίου με εφόδια από τους Νικηταρά, Γενναίο Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα και Απ. Κολοκοτρώνη το πρώτο δεκαήμερο του Μάη αποτυγχάνει. Και ο Μακρυγιάννης από τους βασικούς συντελεστές της αποτυχίας. Οι μάχες κράτησαν από τις 8 ως της 12 Μάη του 1824 με επίκεντρο τους οδικούς άξονες Κουτσοπόδι – Δαλαμανάρα – Ναύπλιο και Μπέρπακα – Κούτσι – Ναύπλιο και συνετέλεσαν αποφασιστικά στην παράδοση του Ναυπλίου.

Από το Κουτσοπόδι κινήθηκαν οι Νικηταράς και Πλαπούτας και από το Ναύπλιο οι Π. Κολοκοτρώνης και Δ. Τσόκρης, οι οποίοι συναντήθηκαν στη Δαλαμανάρα. Εκεί δέχτηκαν την επίθεση των κυβερνητικών στρατευμάτων υπό τον Κ. Σκούρτη και του ιππικού υπό τον Χατζηχρήστο και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Ανάλογη απόπειρα της επόμενης μέρας οδήγησε σε σύγκρουση κοντά στο Κούτσι. Και πάλι κυβερνητικά στρατεύματα αναδείχθησαν νικηφόρα. Οι μάχες συνεχιστήκαν με αποτέλεσμα τον  τραυματισμό του Τσόκρη, και την παρ’ ολίγο σύλληψη του Νικηταρά.

«Σε δυο μέρες μας πλάκωσαν όλοι»,  διηγείτε ο Μακρυγιάννης.

«Πολεμήσαμε˙ αυτήνοι ήθελαν να πιάσουνε την κούλια της Νταλαμανάρας˙ βαρεθήκανε εκεί από μας, σκοτωθήκανε καμπόσοι. Έπιασα την κούλια μαζί με τον Χατζηχρήστο, την βαστήξαμε ένα μερόνυχτον˙ πολεμούσαμε νύχτα και ημέρα… Τότε έβαλα ένα πάτερον στην κούλιαν και κολλήσαμε απάνου, ότι δεν είχε πάτωμα˙ και κολλώντας απάνου τους βαρούγαμε είς το κρέας˙ κι άφησαν το χωριόν˙ ότ’ ήθελαν να το βαστούνε, νάχουν την είσοδο από το Κούτζι εις τ’ Ανάπλι να μπάζουνε ζωοτροφές των δικώνε τους. Σαν τους χτυπήσαμε, άφησαν το χωριόν την Νταλαμανάραν εις την εξουσίαν μας κι αυτήνοι όλοι πήγαν εις το Μπέρμπακα και σ’ εκείνα τα χωριά ολόγυρα…Κινήθηκαν τότε αυτήνοι με τον ζαϊρέ να μπούνε εις τ’ Ανάπλι. Πήγε ο Χατζηχρήστος αναντίον τους, τον μπλόκαραν. Σηκώθηκα να πάγω ένα μιντάτι του Χατζηχρήστου˙ εις τον δρόμον οπούνε το χωριόν του Χατζηχρήστου, το Μπολάτι, τόχε πιασμένο ο φίλος μου ο Νικήτας να μας βαρέση. Τους ριχτήκαμε απάνου τους και τους τζακίσαμε και τους πήγαμε κυνηγώντας κοντά εις το Μπέρμπακα˙ κοντέψαμε να φάμε το βράδυ ψωμί με τον αδελφό μου Νικήτα˙ παρά τρίχα γλύτωσε»[24].

Οι μάχες του κάμπου υπήρξαν καταλυτικές για την τύχη του Ναυπλίου, το οποίο παραδόθηκε από τον Π. Κολοκοτρώνη, και στις 12 Ιουνίου το «άτι του Μοριά» όπως το έλεγε ο Θ. Κολοκοτρώνης, βρισκόταν στα χέρια Κουντουριώτη. Ο Μακρυγιάννης έγινε αντιστράτηγος και η Διοίκηση του χάρισε ένα άλογο για τη συμβολή του στη επικράτησή της. Στην περίπτωση αυτή της πρώτης φάσης του εμφυλίου επιδείχθηκε μακροθυμία και στις 2.7.1824 δόθηκε γενική αμνηστία. Δεν άργησε όμως να ξεσπάσει νέος εμφύλιος.

Το Εκτελεστικό υπό την επιρροή πλέον του Ιωάννη Κωλέτη προέβη σε όλες τις «αναγκαίες» για την επίσπευσή του ενέργειες. Και σ’ αυτή τη φάση ο Μακρυγιάννης θα παίξει το ρόλο του και θα συντελέσει στην είσοδο ρουμελιώτικων στρατευμάτων στο Μοριά υπό τον Γκούρα και άλλους καπεταναίους. Τα στρατεύματα αυτά, ακόμη και οι άνδρες του Μακρυγιάννη, αντιμετώπισαν την Πελοπόννησο ως κατεχόμενη χώρα, γεγονός που προκάλεσε το μίσος των Πελοποννησίων αλλά και την αγανάκτηση του ίδιου του ρουμελιώτη αγωνιστή[25], ο οποίος περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τις λεηλασίες και συμφορές που ακολούθησαν.

«Είπα της κυβέρνησης ότι εγώ σε εφύλιον πόλεμον, και νόμους φκιάνοντας, δεν ματαμπαίνω˙  μπεζέρισα˙ να μου δώσουνε μίαν διαταγή να πάγω εις Ρούμελη ν’ αγωνιστώ δια τους Τούρκους, ειδέ να διαλύσω το σώμα μου… Μου είπαν να λάβουν σκέψη δι’ αυτό˙ και το σώμα μου να το τοποθετήσω εις τα χωριά, εις τ’ Άργος», γράφει στα Απομνημονεύματά του αναφερόμενος στο Γενάρη του 1825[26].

 

Ιωάννης Μακρυγιάννης, σχέδιο Benjamin Mary, 30 Απριλίου 1840.

 

Στο Άργοςδεν έμεινε πολύ, γιατί το Φεβρουάριο διατάχθηκε να μεταβεί στην Αρκαδία  για την αποκατάσταση της τάξης. Πριν όμως φτάσει εκεί, αποβιβάστηκε ο Ιμπραήμ – 11 και 12 Φεβρουαρίου – στη Μεθώνη. Τα αρχικά σχέδια ανατράπηκαν, ακολούθησε η τραγελαφική εκστρατεία  του Κουντουριώτη και η ήττα των Ελλήνων στο Κρεμμύδι.

Οι Έλληνες κλείστηκαν στα κάστρα – Νιόκαστρο και Παλιοναβαρίνο – κι ανάμεσά τους ο Μακρυγιάννης και ο Τσόκρης. Ο πρώτος θα μείνει στο Νιόκαστρο ώς το τέλος, ενώ ο άλλος θα βγει στο «νησί», στη Σφακτηρία, και μετά την τραγική κατάληξη της 26ης Απριλίου – της φαρμακερής εκείνης μέρας για την πατρίδα – θα μπει στο Παλιοναβαρίνο, όπου και θα αναλάβει της διαπραγματεύσεις με τον Ιμπραήμ για την παράδοσή του στις 30 Απριλίου. Το ίδιο θα κάνει λίγο αργότερα, στις 11 Μαΐου, και ο Μακρυγιάννης για το Νιόκαστρο. Ο Μακρυγιάννης θα επιστρέψει στο Ναύπλιο και, όταν ο Κολοκοτρώνης θα προσπαθήσει να κρατήσει τον Αιγύπτιο ηγέτη στην Τραμπάλα (5-7 Ιουνίου), αυτός θα βρίσκεται στον Αχλαδόκαμπο με τον Υπουργό πολέμου σε ρόλο επιμελητείας.

Και σ’ αυτή την περίπτωση δε χάνει την ευκαιρία να διαστρεβλώσει κατά τρόπο εξόφθαλμα άδικο την αλήθεια, για να κατηγορήσει τον Κολοκοτρώνη και τους άνδρες του. «Ευτύς οπού τον είδαν μπροστά τους», γράφει, «άφησαν τις θέσες τους και πήραν τα βουνά. Και πέρασε ο Μπραΐμης εις τα Ντερβένια απολέμιστος. Εφύλιους πολέμους και φατρίες ΄πιτηδεύεται ο Αρχηγός να κάνη, Τούρκους δεν έχει κώλο να πλησιάζη κοντά τους»[27].

Εδώ, όσο κι αν φαίνεται από πρώτη άποψη απλό, είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς αν πρόκειται για την «αλήθεια του Μακρυγιάννη» ή για σκόπιμη συκοφαντία. Φαίνεται όμως πως ο ρουμελιώτης αγωνιστής είχε μια ιδιότυπη, παράξενη σχέση με την πραγματικότητα.

Τελικά θα αποσυρθεί στους Μύλους, όπου θα προετοιμάσει την άμυνά τους για ενδεχόμενη επίθεση των Αιγυπτίων. Ο Ιμπραήμ με μια ταχύτατη προέλαση θα μπει τα ξημερώματα τις 11ης Ιουνίου στην Τριπολιτσά και την επομένη θα βρεθεί στον αργολικό κάμπο. Το απόγευμα τις 13ης οι Αιγύπτιοι θα επιτεθούν στην ελληνική φρουρά των Μύλων, η οποία θα ανταπεξέλθει νικηφόρα με ελάχιστες απώλειες.

Αναμφίβολα ο Μακρυγιάννης υπήρξε ο κύριος συντελεστής της πρώτης ελληνικής νίκης, μιας νίκης όμως που, αν ιδωθεί με καθαρά στρατιωτικούς όρους, δεν έχει τις διαστάσεις που συνήθως της αποδίδουμε. Είναι απολύτως πλέον βέβαιο πως η κατάληψη των Μύλων δεν υπήρξε βασικός στόχος του Ιμπραήμ. Η αποτελεσματική όμως άμυνα των Ελλήνων τους πρόσφερε την αναγκαία ηθική επικουρία, την πεποίθηση ότι οι Αιγύπτιοι δεν ήταν αήττητοι.

 

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας. Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος).

Ο Μακρυγιάννης διηγείται με τρόπο εύγλωττο και συναρπαστικό τα προ, τα κατά και τα μετά τη μάχη. Περισσότερο όμως  συναρπαστικός είναι ο σχετικός  πίνακάς του. Εδώ ο στοχασμός του αγωνιστή και το χέρι του Παναγιώτη Ζωγράφου ξαναζωντανεύουν με χρώματα δυνατά το χώρο και τη μάχη. Προκαλούν μάλιστα τον ερευνητή σε μια απόπειρα σύγκρισης της τότε με τη σημερινή τοπογραφία του κρίσιμου χώρου.

Παρόλο που έκτοτε έχουν μεσολαβήσει σημαντικές αλλαγές, όπως η κατασκευή του σιδηροδρομικού σταθμού, υδρευτικά και εγγειοβελτιωτικά έργα, εντούτοις πιστεύουμε πως υπάρχει δυνατότητα για μια τέτοια απόπειρα. Και το ζήτημα επείγει, αφού οι τελευταίες μνήμες κινδυνεύουν να σβήσουν για πάντα. Ο Μακρυγιάννης δεν ενδιαφέρεται ειδικότερα για τις κινήσεις του Αιγύπτιου ηγέτη στον αργολικό κάμπο, δεν προβληματίζεται για την αιφνιδιαστική κάθοδό του σ’ αυτόν, ούτε ακολουθεί κάποια χρονολογική τάξη στη βραχεία σχετική αναφορά του. «Την ίδια βραδυά», γράφει, «έφυγε από κει ο Μπραΐμης δια νυχτός. Αφάνισε και σκλάβωσε όλα τα χωριά. Και το Άργος το έκαψε και σκλάβωσε πολλούς, ότι οι αρχηγοί τ’ Άργους, ο Τζόκρης κι οι άλλοι, πήραν τις σπηλιές. Από εκεί πήγε ο Μπραΐμης απ’ όξω τ’ Ανάπλι˙ έκαμαν ολίγον ακροβολισμόν κι έφυγαν και πήγαν εις την Τριπολιτζά»[28].

Τα πράγματα όμως εξελίχτηκαν κάπως διαφορετικά. Ο Ιμπραήμ το βράδυ της μάχης διανυκτέρευσε στο Κεφαλάρι, το πρωινό της επομένης έστειλε ανιχνευτές προς Κουτσοπόδι και Ναύπλιο και την αυγή της 15ης Ιουλίου βρέθηκε στον Προφήτη Ηλία, στη Γλυκιά. Οι ιππείς του αποπειράθηκαν ανεπιτυχώς να κόψουν το νερό της πόλης και αφού απωθήθηκαν υπό την πίεση των πολυβόλων του Παλαμηδιού, επέστρεψε στο Άργος, το οποίο παρέδωσε στις φλόγες πριν αναχώρησει την ίδια ημέρα για την Τριπολιτσά.

Ο Μακρυγιάννης εδώ αναφέρεται ευθέως υποτιμητικά στον Τσόκρη, ότι πήρε τις σπηλιές, υπαινισσόμενος την οχύρωση εκ μέρος του Αργείτη οπλαρχηγού των σπηλαίων της Ανάληψης και της Αγίας Ιερουσαλήμ, γεγονός που λειτούργησε σωτήρια για τους κατοίκους της περιοχής τόσο κατά την περίοδο της παρουσίας του Ιμπραήμ στο Μοριά όσο και κατά τον εμφύλιο που ακολούθησε τη δολοφονία του Καποδίστρια. Ο Μακρυγιάννης αδικεί κατάφορα τον Αργείτη οπλαρχηγό, συμπολεμιστή του στο Νιόκαστρο, παρόλο που γνώριζε πολύ καλά τη συμβολή του στην υπεράσπιση της Σφακτηρίας και του Παλιοναβαρίνου υπό ακραία τραγικές συνθήκες[29].

Λίγο αργότερα ο Μακρυγιάννης θα αναχωρήσει στην Αθήνα, για να θεραπεύσει το τραύμα του χεριού του από τη μάχη των Μύλων, ενώ ο Τσόκρης θα παραμείνει στην περιοχή, φυλάσσοντας τα περάσματα από τον κάμπο της Τριπολιτσάς σε εκείνον του Άργους. Ταυτόχρονα θα επισκευάσει το φρούριο της πόλης και θα την προστατέψει από τις αυθαιρεσίες των μετακινουμένων, ρουμελιώτικων κυρίως, στρατευμάτων ως την άφιξη του Καποδίστρια. Τα ρουμελιώτικα στρατεύματα είχαν εξελιχθεί σε πραγματική μάστιγα στην Αργολίδα καθ ̉ όλη τη διάρκεια του 1827. Στο Ναύπλιο ο Γρίβας και ο Φωτομάρας, ελέγχοντας το Παλαμήδι και το Ιτς Καλέ αντίστοιχα, μετέβαλαν την πόλη σε πεδίο μάχης.

Η απελπισία των χωρικών οδήγησε σε ένοπλες ρήξεις, όπως στις «Σκηνές της Δαλαμανάρας» τον Αύγουστο του 1827, όταν οι αγανακτισμένοι χωρικοί σκότωσαν δύο ρουμελιώτες άτακτους, και στη σύγκρουση στο Μπουγιάτι το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, όταν οι Αργείτες επιτέθηκαν εναντίον των ανδρών του οπλαρχηγού Ι. Στράτου που ζητούσαν να πάρουν 100 σφαχτά. Η άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα ομαλοποίησε αμέσως την κατάσταση. Οι κάτοικοι μετά από χρόνια άρχισαν να βλέπουν μέρες καλύτερες. Ο Κυβερνήτης προσπάθησε να ενεργοποιήσει όλες τις δυνάμεις του επαναστατημένου έθνους.

Στα πλαίσια αυτά διόρισε το Μακρυγιάννη αρχηγό της Εκτελεστικής δύναμης Πελοποννήσου, ένα είδος Χωροφυλακής, με έδρα το Άργος[30]. Ο ρουμελιώτης αγωνιστής ήταν ο πλέον κατάλληλος για τα καθήκοντα αυτά, αφού όλη του τη ζωή, μετά την πατρίδα και τη θρησκεία, θέλησε να υπηρετήσει τους «νόμους»[31].

Για το Άργος της εποχής εκείνης, που έσφυζε από ζωή, ο Μακρυγιάννης δεν μας δίνει πολλές πληροφορίες. Κάποια στιγμή μόνον μιλάει για Μεσολογγίτισσες που ζητιάνευαν στην πόλη. Φαίνεται πως ήταν αποκομμένος από την κοινωνική ζωή του τόπου και οι συναναστροφές του περιορίζονταν σε κάποιους συμπατριώτες του. Τον πρώτο καιρό υπηρέτησε πιστά τον Κυβερνήτη. Διετέλεσε πληρεξούσιος των Αρτινών στην Δ’ Εθνική Συνέλευσηστα 1829 και φαίνεται ενοχλημένος που η φρουρά της ανατέθηκε στο Νικηταρά. Το πρώτο όμως εξάμηνο του 1830 προσχώρησε στην αντιπολίτευση, γεγονός που ανάγκασε τον Καποδίστρια να τον αντικαταστήσει με το Νικηταρά και να επιχειρήσει να τον στείλει αρχηγό της Εκτελεστικής δύναμης στα νησιά. Τελικά θα παραμείνει στο Άργος, αλλά τόσο αυτός όσο και άλλοι ρουμελιώτες θα έλθει σε αντίθεση όχι μόνο με την κυβέρνηση αλλά και με τους ντόπιους.

«Εδώ εις τ’ Άργος», σημειώνει την άνοιξη του 1831, «ο Τζόκρης, ο Καλλέργης, οι άλλοι όλοι ήταν ένα˙ είπαν κι έκαναν μίαν μυστική συνέλεψη οι Αργίτες να διώξουν από τ’ Ανάπλι κι από δω όλους τους αναντίους κι εμένα»[32].

Θα παρουσιαστεί όμως στον Καποδίστρια και θα αποτρέψει την προοπτική αυτή. Στο εξής η καταφορά του κατά του Κυβερνήτη, κυρίως όμως εναντίον των αδελφών του και του Κολοκοτρώνη, θα είναι χωρίς έλεος και θα φθάσει στα όρια τις μονομανίας. Θα καταθέσει μάλιστα μέσω του Μιαούλη στην αντιπολίτευση της Ύδρας την πρόταση κατάληψης του Παλαμηδιού, για να εκβιάσουν τον Καποδίστρια να συγκαλέσει νέα, πατριωτική, Εθνική Συνέλευση. Φαίνεται όμως ότι ως ένα σημείο είχε κάποιο δίκιο.

 «Σας λέγω ως τίμιος άνθρωπος», γράφει αναφερόμενος στον κυβερνήτη, «ποτέ δεν θέλησα να είμαι αναντίος του, ότι μπεζερίσαμεν από τις ακαταστασίες. Αλλά οι Κολοκοτρωναίγοι και η συντροφιά τους με κατάτρεχαν δια μέσον του Κυβερνήτη κι αδελφών του».[33]

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, το Άργος θα γίνει και πάλι θέατρο δραματικών σκηνών. Τις ταραγμένες εκείνες μέρες του Νοεμβρίου του 1831 άρχισαν να φτάνουν στην πόλη για τη συγκρότηση της Ε’ Εθνικής Συνέλευσης πληρεξούσιοι άγνωστου αριθμού και προέλευσης και ασαφούς νομιμότητας. Οι κυβερνητικοί που προωθούσαν την εκλογή του Αυγουστίνου ως νέου κυβερνήτη άρχισαν με το πρόσχημα της τήρησης της τάξης να μεταφέρουν στρατεύματα στο Άργος. «Από τ’ Ανάπλι, οπού το είχαν δικοί τους», σημειώνει ο Μακρυγιάννης, «κρυφά δια νυκτός κουβαλούσαν κανόνια, πολεμοφόδια και τάβαναν εις την καζάρμα όπου ήταν το ιππικό. Αρχηγός του ιππικού ήταν ο Καλλέργης. Κι όλο ετοιμαζόταν.

Κι εμείς κοιμόμαστε»[34].

Κανείς όμως δεν κοιμόταν. Το Άργος στις αρχές του Δεκεμβρίου, όπως γράφει ο Λασάνης, «επαράσταινε μάλλον στρατόπεδο παρά τόπον εθνικής συνελεύσεως». Τότε θα εκδηλωθεί και απόπειρα δολοφονίας κατά του Μακρυγιάννη. «Τότε κυρίως πιάσαν ένα σπίτι και το τρύπησαν, και την νύχτα οπού θα διαβώ, οπού ήμουν εις τους φίλους, να ρίξουν να με σκοτώσουν» γράφει[35]. Ειδοποιήθηκε όμως έγκαιρα και σώθηκε.

Οι εργασίες της Εθνικής Συνέλευσης άρχισαν στις 5 Δεκεμβρίου. Οι κυβερνητικοί συνεδρίαζαν στο καποδιστριακό σχολείο, ενώ οι συνταγματικοί σε άλλο, άγνωστο οίκημα. Η αναμενόμενη ρήξη επήλθε αμέσως μετά την εκλογή του «μπεκρή και παραλυμένου» κατά τον Μακρυγιάννη, Αυγουστίνου ως Προέδρου της Ελληνικής Κυβερνήσεως.

Το πρωινό της 9ης Δεκεμβρίου οι κάτοικοι της πόλης πανικοβλημένοι άρχισαν να παίρνουν το δρόμο προς το Ναύπλιο και τον κάμπο. «Ούτε από την Τριπολιτσάν του Ιβραΐμ πασά», γράφει ο Κασομούλης, «δεν έφευγεν ούτως ο κόσμος…». Στις 2 το μεσημέρι άρχισαν οι συγκρούσεις.

Να πως περιγράφει ο Μακρυγιάννης τις δραματικές εκείνες στιγμές:

«Διατάζει ο νέος Κυβερνήτης τον αρχηγόν της καβαλαρίας μ’ όλο το σώμα του και το πεζικόν της γραμμής και κανόνια κι άταχτον και ρίχνονται άξαφνα εις το σπίτι μου. Έκαμεν ο θεός και ήταν καμπόσοι αξιωματικοί εκεί γύρα την γειτονιά και είχαν ανθρώπους. Πιάστη το ντουφέκι˙ βαρούγαν το σπίτι μου με κανόνια. Συγχρόνως βάρεσε κι ο γενναίος Τζαβέλας  εις το παζάρι όπου ήμαστε…Εκεί οπού πολεμούσαμεν εις το παζάρι, όπου μας βάρεσαν άξαφνα, ήρθαν και μου είπαν βαρούνε το σπίτι μου. Τότε πήγα εκεί. Αρχίσαμεν και πολεμούσαμεν – και βαρούσαν με τα κανόνια. Τους χαλάσαμεν ένα δύο φορές. Πολέμησαν ώς το βράδυ. Σαν είδαν οπού δεν μπόρεσαν να κάμουν τον σκοπόν τους (ότι τους είχε διαταμένους ο νέος κυβερνήτης εμένα να βαρέσουνε διότι γύρισα τους πληρεξούσιους και την φρουρά του), αφού δεν έκαμαν τίποτας εις το σπίτι μου, τζακίστηκαν και πάνε στην κατάρα του θεού˙ μεγάλη χάρη χρεωστούμεν οι στρατιωτικοί και πολιτικοί εις τους αγαθούς Έλληνες οπού ήταν με τα τάματα και τους είπαν να μας βαρέσουν και δεν θέλησαν. Τους είπανε. “Δεν βαρούμεν τους πληρεξουσίους της πατρίδος μας και αρχηγούς μας”. Τότε γύρισαν με τ’ εμάς όπου δεν είχαμεν τελείως δύναμιν. Από το μισό παζάρι κι απάνου, όλο εκείνο το μέρος το βαστούσαν εκείνοι ώς το κάστρο. Από το παζάρι το μισό και κάτου το βαστούσαμεν εμείς. Αυτήνοι γύμνωσαν όλο το μέρος οπούταν   μ’αυτούς και φεύγαν οι φαμελιές με το βιον τους και έρχοταν σ΄εμάς˙ μίαν τρίχαν δεν έχασαν. Τέτοια ευλογία ήταν. Το ντουφέκι δούλεψε τόσα μερόνυχτα. Σκοτώθηκαν από τόνα μέρος κι από τ’ άλλο περίπου από τρακόσοι πενήντα, όλο τ’ άνθος…»[36]

Οι συνταγματικοί, όμως, δεν άντεχαν την πίεση τον κυβερνητικών στρατευμάτων και πρότειναν στον Αυγουστίνο να τους επιτρέψει να φύγουν ασφαλείς στη Στερεά. Η πρόταση, παρά την αντίθετη γνώμη κάποιων ακραίων στοιχείων του κυβερνητικού στρατοπέδου, έγινε δεκτή και στις 12 Δεκεμβρίου οι πολιορκούμενοι συνταγματικοί αναχώρησαν. Δυο φάλλαγες 2.000 περίπου ανδρών – στη μέση οι πληρεξούσιοι κι ο Κωλέτης – πήραν το δρόμο για την Κόρινθο. Στο Άργος επανήλθε πρόσκαιρα η ησυχία, το σπίτι όμως του Μακρυγιάννη φαίνεται πως καταστράφηκε. «…ο Καλλέργης εις τ’ Άργος», γράφει λίγο αργότερα, « κι οι σύντροφοί του δεν μ’ άφησαν ούτε στάχτη εις το σπίτι μου[37]. Και μας καταδίκασαν όλους εις θάνατον, διατί δεν σταθήκαμεν εις τ’ Άργος να μας σκοτώσει ο Αυγουστίνος Καποδίστριας»[38].

«Μακρυγιάννης» του Γιώργου Αγγελόπουλου, χαλκογραφία με καλέμι.

Ο Μακρυγιάννης θα επιστρέψει στο Άργος με τα στρατεύματα των συνταγματικών στις 26 Μαρτίου 1832. Οι κάτοικοι βγήκαν και τους «καρτέρεσαν με δάφνες»[39]. Δεν είχαν άλλη επιλογή. Παρά όμως την κυβερνητική αλλαγή στο Ναύπλιο, τα πράγματα δε βελτιωθήκαν. Οι γαλλικές λόγχες, που έφερε ο Κωλέτης εξασφάλιζαν την τάξη στην πόλη, η συμπεριφορά τους, όμως, απέναντι στους Έλληνες ήταν προκλητικά περιφρονητική. Ήταν φανερό ότι δεν εγγυώντο πλέον την τάξη, αλλά ασκούσαν πολιτική. Έξω από τα τείχη της πόλης βασίλευε η αυθαιρεσία των στρατιωτικών. Το Άργος είχε παραδοθεί στη διάκριση του φοβερού Θεοδωράκη Γρίβα, ο οποίος νεμόταν τις προσόδους του.

 Μέσα σ’ αυτή τη γενική αναρχία το Σεπτέμβριο του 1832 συστήθηκε στο Άργος μια Στρατιωτική Επιτροπή, για να κατανείμει τα συγκεντρωμένα στην Αργολίδα στρατεύματα στις διάφορες επαρχίες, αφενός για να τηρήσουν την τάξη και αφετέρου για να συντηρηθούν.

 «…πήγαμεν εις Άργος και συστήσαμεν μίαν στρατιωτική επιτροπή δια να κονομήση τ΄ αναγκαία των ανθρώπων και να βάλη τα σώματα εις χωριά. Διορίσαμεν τον Κολοκοτρώνη, τον Νότη, τον Κριτζώτη, τον Τζόκρη, τον Στράτον, τον Τζαβέλα, τον Χατζηχρήστον και μέρασαν το κάθε σώμα εις χωριά. Διόρισαν κι εμένα εις τα χωριά της Κόρθος», σημειώνει ο Μακρυγιάννης[40].

Η στάση των γαλλικών στρατευμάτων είχε εξοργίσει όλους τους στρατιωτικούς, εκτός από τον Μακρυγιάννη, ο οποίος φανατικός οπαδός της τάξης – ή μάλλον της τάξης του Κωλέτη εκείνη την εποχή – είχε ταχθεί αναφανδόν στο πλευρό τους παρά τη γενική κατακραυγή εναντίον τους.

«Τ ̉Ανάπλι», γράφει, «πρέπει να ευγνωμονή εις τον Κωλέτη, ό,τι θα πάθαιναν ό,τι έπαθαν και τ’ άλλα μέρη της πατρίδας. Αυτήνοι οι γενναίγοι άντρες οι Γάλλοι βάσταξαν την ησυχίαν. Χάριτες τους χρωστάγει η πατρίδα αυτηνών των γενναίων αντρών, και γκενεραλαίων κι αξιωματικών, γκενεράλ Γκενώ και γκενεράλ Κορβέ κι αλλουνών»[41].

Στα τέλη του 1832 στο Άργος, εν αναμονή της άφιξης του βασιλιά, είχε συγκεντρωθεί πλήθος άτακτων στρατευμάτων. Ο Κωλέτης με τη συνδρομή των αντιπρέσβεων των Μεγάλων Δυνάμεων έστειλε στο Άργος 4 λόχους του 21ου Γαλλικού Συντάγματος Πεζικού με 2 κανόνια με τη δικαιολογία ότι έπρεπε να εκκενωθούν χώροι για την υποδοχή βαυαρικών στρατευμάτων. Στην πραγματικότητα όμως η μεταφορά αποσκοπούσε στην επέκταση του κυβερνητικού ελέγχου. Για το σκοπό αυτό μεταφέρθηκαν και άλλοι 4 γαλλικοί λόχοι από τη Μεσσηνία  με επικεφαλής  το συνταγματάρχη Stoffel.

Η κατάσταση στην πόλη του Άργους ήταν εκρηκτική και το μίσος κατά των Γάλλων αβυσσαλέο. Η αφορμή δεν άργησε να δοθεί από τους άτακτους του Τσόκρη και του Κριεζιώτη. Έτσι η 4η Ιανουαρίου του 1833 εξελίχτηκε στην πλέον αποφράδα ημέρα για το Άργος. Τριακόσιοι περίπου άνθρωποι – αθώοι άμαχοι, κυρίως  γυναικόπαιδα – υπήρξαν τα θύματα της γαλλικής αντίδρασης[42].

Ο Μακρυγιάννης, που την ημέρα εκείνη βρισκόταν στο Ναύπλιο, υπερβάλλει και πάλι το ρόλο του.

«Σε λίγες μέρες», γράφει, «ανταίνει ο Κριτζώτης κι ο Τζόκρης εις τ’ Άργος και είχαν ένα σώμα μεγάλο – και οι Φρατζέζοι ολίγοι. Και τους δίνουν αιτίαν των Φρατζέζων – και βάνουν τα κανόνια και ντουφέκια και σκοτώνονται άντρες και γυναικόπαιδα περίπου από τριακόσιοι. Τότε μου είπε η Διοίκηση και πήρα τον Ντεληγιώργη και Δανήλη Πανά και πήγαμεν κι ανταμώσαμεν  τους γκενεραλαίους κι άλλους αξιωματικούς και τους μιλήσαμεν την μεγάλη λύπη οπού δοκίμασαν όλα τα μέλη της κυβερνήσεως και οι πληρεξούσιοι κι όλοι οι κάτοικοιτ’ Αναπλιού δι’ αυτό το τρελό κίνημα αυτηνών των ανόητων, όπου πάντοτες ταράττουν την ησυχίαν, και ήμαστε βοηθοί τους όλοι μας. Τότε ησύχασαν˙ και ήρθαμεν όλοι μαζί εις το Ανάπλι – και αν κάμη χρεία να τους χτυπήσωμεν όλοι. Όμως εκείνοι οι γενναίγοι ήρωες διαλύθηκαν κακώς κακού…»[43].

Όμως  τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά και όλα δείχνουν – μόνο ο Μακρυγιάννης ίσως δεν το είδε – ότι οι Γάλλοι περίμεναν την αφορμή των ατάκτων για να την αξιοποιήσουν κατάλληλα. Και μόνον όταν η γαλλική φρουρά του Ναυπλίου τον αφόπλισε άρχισε να κατανοεί κάπως την κατάσταση, αλλά και τότε η οργή του εντοπίζεται μόνον στον αφοπλισμό των οπλαρχηγών. «Ποίον βάρβαρον έθνος», λέγει διαμαρτυρόμενος στον κομαντάτη της πιάτζας, «έκαμε όσα κάνει το γαλλικόν έθνος σ’ εμάς τους Έλληνες; Όλους μας έκαμαν άτιμους και άναντρους και μας ξαρματώνουν με την δύναμή τους και μας κάνουν γυναίκες…»[44].

Ο εύπιστος ρουμελιώτης αγωνιστής ενθουσιάζεται με την άφιξη του βασιλιά.

«Σήμερα ξαναγεννιέται η πατρίδα κι ανασταίνεται, οπού ήταν τόσον καιρό χαμένη και σβημένη», γράφει εν είδει ημερολογίου στα Απομνημονεύματά του. «Σήμερα ανασταίνονται οι αγωνισταί, πολιτικοί, θρησκευτικοί και στρατιωτικοί, ότι ήρθε ο Βασιλέας μας, οπού αποχτήσαμεν με την δύναμη του θεού. Δόξα νάχη το πανάγαθό σου όνομα, Κύριε, παντοδύναμε πολυέλαιγε, πολυέσπλαχνε! Τα 1833 Γενάρη 18 άραξε εις τ’ Ανάπλι…»[45].

Η απογοήτευση όμως δε θα αργήσει να’ρθει. Του πρότειναν να μπει στη Χωροφυλακή υπό την αρχηγία του Γάλλου σαινσιμονιστή Graillard και να βάλει τα «στενά». «Ούτε εις την οδηγίαν του Γραλλιάρη μπαίνω”, τους είπα ʺούτε τα φορέματά μου βγάζω”. Τότε σαν δεν θέλησα να μπώ εις αυτήνη την ΄πηρεσία, πήρα την άδεια και με την φαμελιά μου πέρασα εις την Αθήνα, ότι είδα ότι του κάκου κοπιάζαμεν. Και η  δυστυχία εμάς και της πατρίδα μας»[46].

Ήταν τέλη Μαΐου του 1833. Ο Μακρυγιάννης δεν θα ξαναγυρίσει πλέον στον αργολικό κάμπο. Μπροστά του ανοίγονται νέοι ορίζοντες , νέοι αγώνες για την πατρίδα και τη θρησκεία.

Οι συνεχείς αναφορές στις εμφύλιες συγκρούσεις είναι πράγματι απογοητευτικές. Όμως αυτή ήταν η πραγματικότητα στην ταραγμένη περίοδο 1823- 1833 και φαίνεται πως τα πράγματα, κάτω από την πίεση συγκεκριμένων αναγκών και συμφερόντων, δεν μπορούσαν να εξελιχτούν διαφορετικά. Οι ισχυροί πρόκριτοι του Μοριά κυρίως και δευτερευόντως της Ρούμελης φιλοδοξούσαν να πάρουν τη θέση του απερχόμενου Τούρκου τιμαριούχου και υπό αυτήν την προοπτική ήταν φυσικό να νιώθουν ως άμεση απειλή τη λαϊκή απαίτηση για διανομή των εθνικών γαιών.

Οι στρατιωτικοί ηγέτες διεκδικούσαν μεγαλύτερο ρόλο στη διεύθυνση των υποθέσεων της εξεγερμένης πατρίδας από εκείνο που ήταν σε θέση να διεκπεραιώσουν. Οι πλούσιοι προύχοντες των ναυτικών νησιών με δοσμένη την αγγλική οικονομική και πολιτική υποστήριξη απαιτούσαν τον πρώτο λόγο στη διακυβέρνηση της χώρας, ενώ οι πολιτικοί, σχεδόν όλοι ετερόχθονες, προσπαθούσαν να επικρατήσουν κτίζοντας διαρκώς νέες συμμαχίες και ισορροπίες. Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα του ανταγωνισμού και των παθών δεν έμενε χώρος για αγίους και είναι σφάλμα να εξιδανικεύουμε πρωταγωνιστικές μορφές του αγώνα, είτε ο Ιωάννης Καποδίστριας είναι αυτός είτε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Μακρυγιάννης ή οποιοσδήποτε άλλος.

Αντίθετα, όπως απαιτεί ο ποιητής, το έθνος θα πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό. Ίσως τότε μόνον μπορέσει κι η ιστορία να επιτελέσει το σκοπό της, δηλαδή να διδάξει. Και το Άργος κομβικό γεωπολιτικά σημείο της επαναστατημένης Ελλάδας, ήταν φυσικό να γνωρίσει τις συνέπειες της επανάστασης και του εμφυλίου σπαραγμού. Τις καταστροφές του Καχαγιάμπεη, του Δράμαλη και του Ιμπραήμ ήλθαν να συμπληρώσουν οι λεηλασίες των Μανιατών και των άταχτων, ρουμελιώτικων κυρίως, στρατευμάτων. Παρά όμως τις συνεχείς συμφορές είναι αξιοσημείωτη η πίστη των κατοίκων σε ένα καλύτερο αύριο και η ευκολία με την οποία ξανάκτιζαν τη ζωή, πριν ακόμη πάψουν τα ερείπια να καπνίζουν.

Κώστας Δανούσης

«Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 3, Δεκέμβριος 2005.

Υποσημειώσεις


[1] Γεωργίου Σεφέρη, «Ένας Έλληνας – Ο Μακρυγιάννης» στο Δοκιμές, εκδ. Ίκαρος, τ. Α’, Αθήνα 1984, σελ. 228-263 και ειδικότερα 228.

 [2] Βασική έκδοση των απομνημονευμάτων του είναι: Αρχεία Νεωτέρας Ελληνικής Ιστορίας. Εκδίδονται επιμέλεια Ιωάννου Βλαχογιάννη. Β’, Αρχείον του Στρατηγού Ιωάννου Μακρυγιάννη, εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Σ. Κ. Βλαστού, 1907. Έκτοτε το έργο είδε πολλές επανεκδόσεις. Στην περίπτωσή μας χρησιμοποιείται η έκδοση Α. Καραβία, Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα. Εισαγωγή – σχόλια Σπύρου Ι. Ασδραχά (χ.τ.χ.), σελ. 16. Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί η εξαίρετη εισαγωγή του νεαρού τότε ιστορικού Σπύρου Ι. Ασδραχά (σ.θ’-λζ’).

[3] «Ήτανε πολλά άξιος και γενναίος ο Γώγος…», ό.π., σ. 32-5,39.

[4] Ό.π., σ. 11.

[5] Σπύρου Ασδραχά, «Δύο μαρτυρίες από την Τουρκοκρατία», Επιθεώρηση Τέχνης, 5 (1957), και ό.π., σ. κδ’.

[6] Μαρίνας Λαμπράκη – Πλάκα, Στοχασμός Μακρυγιάννη, χειρ. Παναγιώτη Ζωγράφου, Εικονογραφία του Εικοσιένα, εκδ. Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήναι 1976, και της ίδιας «Εικονογραφία του Αγώνα», στο Ιωάννης Μακρυγιάννης. Ο πολεμιστής και συγγραφέας. Καθημερινή. Επτά ημέρες, 8.6. 1997, σ. 16 – 21.

[7] Ό.π., σ. 13.

[8] Κυριάκου Σιμόπουλου, Ιδεολογία και αξιοπιστία του Μακρυγιάννη, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1986, και Γιώργου Γιαννακόπουλου, Διαβάζοντας τον Μακρυγιάννη. Η κατασκευή ενός μύθου από τον Βλαχογιάννη, τον Θεοτοκά, τον Σεφέρη και τον Λορεντζάτο, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2003.

[9] «Ήταν ο Κιαμίλμπεγης εδώ εις την Πελοπόννησο και οι άλλοι οι Τούρκοι πλουσιώτατοι, έγινε ο Κολοκοτρώνης και οι άλλοι συγγενείς και φίλοι πλούσιοι από γες, εργαστήρια, μύλους, σπίτια, σταφίδες και άλλα πλούτη των Τούρκων», ό.π., σ. 13-14. Εδώ, βέβαια, τίθεται και το ζήτημα της περιουσίας του Μακρυγιάννη στην Αθήνα.

[10] Κώστα Δανούση – Γεωργίου Καραβίτη, Ιστορία της Ελληνικής Αστυνομίας, Αθήνα 1997,σ.26

[11] Ό.π., σ. 94.

[12] Ό.π., σ. 30-31.

[13] Ό.π., σ. 16.

[14] Στρατηγού Μακρυγιάννη, Οράματα και θάματα. Εισαγωγή, κείμενο, σημειώσεις Άγγελου Παπακώστα. Πρόλογος Λίνου Πολίτη, έκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1983. Βλέπετε επίσης Αθανασόπουλου, «Τα νυχτερινά απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη», στον τόμο Πράματα και οράματα στρατηγού Μακρυγιάννη, σειρά Τετράδια «Ευθύνης», αρ. 30, Αθήνα 1994, σ. 11- 43.

[15] Ό.π., σελ. 67.

[16] Ό.π., σ. 191, 204 επόμ. Επίσης Ελευθερίου Πρεβελάκη, Η εκστρατεία του Ιμπραήμ πασά στην Αργολίδα, εκδ. Αετός.

[17] Ό.π., σ. 133.

[18] Ό.π., σ. 133.

[19] Ό.π., σ. 134.

[20] Ό.π., σ. 135.

[21] Ό.π., σ. 143,158.

[22] Ό.π., σ. 144.

[23] Ό.π., σ. 144.

[24] Ό.π., σ. 147.

[25] «Την επανάστασίν μας θα την καταντήσουμε ληστεία και η πατρίς κατάντησε η παλιόψαθα των ατίμων». Ό.π., σ. 175.

[26] Ό.π., σ. 180.

[27] Ό.π., σ. 204.

[28] Ό.π., σ. 216.

[29] Ό.π., σ. 216, 304.

[30] Ό.π., σ. 285.

[31] «Είκοσι έξι μήνες έκαμα σ’ αυτήνη την ΄πηρεσίαν…» Ό.π., σ. 302.

[32] Ό.π., σ. 304.

[33] Ό.π., σ. 307.

[34] Ό.π., σ. 313.

[35] Ό.π., σ. 314.

[36] Ό.π., σ. 315 – 316.

[37] Για το σπίτι του Μακρυγιάννη κατά τη διαμονή του στο Άργος υποστηρίχθηκε ότι ήταν ανατολικά από το ναό του Αγίου Ιωάννου και το αντίστοιχο κτίριο κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο. Βλέπετε Β. Δωροβίνη, «Το σπίτι του Μακρυγιάννη», Οικολογία και Περιβάλλον, Φεβρουάριος 1984, σ. 19, και του ίδιου «Το σπίτι του Μακρυγιάννη στο Άργος», Νέα Εστία, τχ. 1448 (1.11.1987), σ. 1439-1440. Το ζήτημα, όμως, παραμένει ανοιχτό για παραπέρα έρευνα και συζήτηση.

[38] Ό.π., σ. 320.

[39] Ό.π., σ. 319.

[40] Ό.π., σ. 328.

[41] Ό.π., σ. 323.

[42] Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτη, «Η εν Άργει σφαγή κατά το 1833», Παρνασσός, 14 (1891), σ. 37 επόμ. Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, Το Άργος διαμέσου των αιώνων, Αθήναι 1996, σ. 297 – 301, και Κώστα Δανούση, «Η σφαγή του Άργους (1833). Η απολογία της Στρατιωτικής Επιτροπής». Δελτίον Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, 50 (1992), σ. 196 – 200.

[43] Ό.π., σ. 329 – 330.

[44] Ό.π., σ. 331.

[45] Ό.π., σ. 339.

[46] Ό.π., σ. 352.

Διαβάστε επίσης:

 


Ο Ιωάννης Κ. Κοφινιώτης και η Ιστορία του Άργους


  

Ένα νέο βιβλίο από τις εκδόσεις «Εκ Προοιμίου», με τίτλο « Ο Ιωάννης Κ. Κοφινιώτης και η «Ιστορία του Άργους».  Βιογραφικά – γύρω από την έκδοση – συλλογή άρθρων του. Αργείοι λόγιοι και ιστορική μνήμη», έρχεται να προστεθεί στη βιβλιογραφία του Άργους. Το περιεχόμενο του βιβλίου είναι το αποτέλεσμα της ερευνητικής δουλειάς του δικηγόρου – ιστορικού Βασίλη Δωροβίνη  και στόχο έχει να διαλευκάνει τον τρόπο και τις συνθήκες  συγγραφής της «Ιστορίας του Άργους» αφ ενός και αφετέρου να ρίξει φως στη ζωή, την προσωπικότητα και το συνολικό έργο του συγγραφέα.

 

Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων Χρόνων Μέρχις Ημών. 

 

Το έτος 1892,  ο φιλόλογος Ιωάννης Κοφινιώτης, παρέδιδε στον Αργειακὸ λαὸ την ιστορία του. Το έργο αυτό αποτελούσε και αποτελεί σημαντική πρόδρομη εργασία για την  ιστορία και τοπογραφία του αρχαίου Άργους. Κι΄ αυτό ακριβώς μαρτυρά την ευθύνη και τον μόχθο του Ιωάννη Κοφινιώτη, να συγγράψει μία τεκμηριωμένη αλλά και γλαφυρή λεπτομερή ιστορία της πόλης.

«Πέραν τοῦ Ἄργους οὐδὲν δεικνύει τὸ ἱστορικὸν τηλεσκόπιον. Ἐκ τῆς μεγαλοπρεποῦς ἀκροπόλεως τοῦ ἀγλαοθρόνου Δαναοῦ ἀνέτειλεν ἡ Ἠώς τοῦ πολιτισμοῦ καὶ περεσκευάσθη ἡ κολυμβήθρα, ἐν ᾗ ἐτελέσθη τὸ μυστήριον τῆς ἀπαλλαγῆς καὶ ἀπολυτρώσεως τῆς ἀνθρωπότητας ἐκ τοῦ σκότους τῆς ἀμαθίας καὶ  τοῦ πρότερον ἀγροίκου βίου». Με αυτὴν την μεστὴ πρόταση μάς εισάγει στην ιστορία του ὁ σπουδαίος αυτός δάσκαλος.

Η «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων Χρόνων Μέρχις Ημών», το σπουδαίο αυτό  βιβλίο  επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις «Εκ Προοιμίου» το 2008,  όπως ακριβώς κατετέθη στην Ελληνική γραμματολογία από τον συγγραφέα του, πριν από 116 χρόνια.

Όμως ο αναγνώστης του βιβλίου σε κάποια στιγμή νοιώθει μετέωρος αφού ανακαλύπτει ότι μόνο μέχρι τους χρόνους της Ρωμαϊκής κατοχής τον « ξεναγεί» ο συγγραφέας.  Σαφώς και γνωρίζει ότι πρόκειται για τον Α΄τόμο. Το αίσθημα όμως του κενού και της έλλειψης της συνέχειας υπάρχει. Τι έγινε; Τι συνέβη; Πότε θα εκδοθεί ο Β΄τόμος; Αλλά και ερωτήματα σχετικά με τον συγγραφέα αναφύονται στην πορεία. Ποιος ήταν ο Κοφινιώτης; Τι τελικά γνωρίζουμε γι’ αυτόν;

 

Ο Ιωάννης Κ. Κοφινιώτης και η «Ιστορία του Άργους».

 

Αυτή η ανάγκη απαντήσεων λοιπόν, οδήγησε τις εκδόσεις «Εκ Προοιμίου» στη συγγραφή και έκδοση ενός «επίτομου πονήματος», που βάζει τα πράγματα στην θέση τους, αλλά και στην επέκταση του σε ορισμένους άλλους Αργείους λογίους, εν πολλοίς ξεχασμένους σήμερα, ορισμένους με ακτινοβολία όσο έζησαν, πέρα από το Άργος, που συνέβαλαν ώστε να κρατηθεί ζωντανά η ιστορική μνήμη της πόλης.  

Οδήγησε στην συγγραφή και  έκδοση του βιβλίου,  Ο Ιωάννης Κ. Κοφινιώτης και η «Ιστορία του Άργους».  Βιογραφικά – γύρω από την έκδοση – συλλογή άρθρων του.  Αργείοι λόγιοι και ιστορική μνήμη, από τον ερευνητή της ιστορίας και  διακεκριμένο δικηγόρο, Βασίλη Δωροβίνη.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου αναλύεται  το ιστορικό της γραφής της Ιστορίας του Άργους από τον Κοφινιώτη, ενώ στο  τέλος  παρατίθεται  παράρτημα  με κείμενα προδρομικά της «Ιστορίας», εργογραφία  του  Κοφινιώτη  και  τις  θέσεις  του για το « γλωσσικό ζήτημα» της εποχής. Στο δεύτερο μέρος ακολουθεί μια σύντομη  μελέτη για λογίους του Άργους που, από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι και  μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ασχολήθηκαν με την ιστορία του Άργους, άλλοι ως ιστορικοί και άλλοι ως ιστοριοδίφες.

Το βιβλίο 104 σελίδων σχήματος (17 Χ 24), τιμάται 10 ευρώ και βρίσκεται σε όλα τα ενημερωμένα  βιβλιοπωλεία. Η κεντρική διάθεση γίνεται από τις εκδόσεις «Εκ Προοιμίου» στο Άργος  ( τηλ. 27510  20419 ).

 

 

Η σχολή Ικάρων στο αεροδρόμιο του Άργους στον πόλεμο του 1940


 

Fairey Battle

Το αεροδρόμιο του Άργους, όπως αναφέρεται στην πολεμική ιστοριογραφία στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, συνέβαλε τα μέγιστα στη διατήρηση της ελληνικής αεροπορίας ως πολεμικής μηχανής, ωστόσο αποτελεί βαρύνουσα ιστορική και πολιτικής αξία, ιδωμένο μέσα από το  πρίσμα της ηθικής αναπτέρωσης και τόνωσης των νέων ικάρων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο αεροδρόμιο του Άργους στο νέο εκπαιδευτικό κέντρο ιπταμένων, όπου συνέχισαν την εκπαίδευσή τους πυρετωδώς, για να αναδειχτούν ολοκληρωμένοι  και πλήρως  εκπαιδευμένοι ιπτάμενοι αξιωματικοί.

Το κείμενο που ακολουθεί αποτυπώνει με ακρίβεια και στερεή τεκμηρίωση την ιστορική περίοδο, κατά την οποία επιτυγχάνεται η απήχηση της αποδοχής των Αργείων στους νέους ικάρους, οι οποίοι με τα αεροπλάνα τους κατέκλυσαν τον αργολικό ουρανό.

Το πρώτο αεροδρόμιο του Άργους (νότια του Κουτσοποδίου) υπήρξε το 1916-1917 το επίκεντρο χρήσης των πρώτων Ελλήνων αεροπόρων των Καμπέρου και Μητούση, όπου εκτελέστηκαν οι πρώτες πτήσεις με μαθητές που φοίτησαν στη Σχολή Καμπέρου.

Στον πόλεμο του 1940 επιλέγεται από το Υπουργείο των Στρατιωτικών ως καταλληλότερο για την εκπαίδευση των ικάρων. Το αεροδρόμιο ευρίσκετο σε ομαλή πεδιάδα, κλεισμένη από βόρεια με βουνά, όπου υπάρχουν χαρακτηριστικά ανοίγματα κατάλληλα για την προσέγγιση των αεροσκαφών. Οι νότιοι άνεμοι είναι χαμηλής έντασης δίχως βίαιους πλάγιους ανέμους ή κάθετους , ώστε  να εμποδίζουν ή να καθιστούν επικίνδυνες τις προσγειώσεις ή απογειώσεις αεροσκαφών. Λόγω του ανοίγματος της πεδιάδας προς τη θάλασσα, οι νότιοι ή οι βόρειοι άνεμοι παρασύρουν τις χαμηλές  νεφώσεις.

Έτσι, η ευρύτερη περιοχή καθίσταται κατάλληλος χώρος πτήσεως δίχως εμπόδια στην ορατότητα. Γενικά, το αεροδρόμιο δεν έκρυβε κινδύνους για τους νέους αεροπόρους. Βεβαίως, υπήρχαν ελλείψεις και ο έλεγχος  της εναέριας κυκλοφορίας είχε υποτυπώδη οργάνωση. Ως στρατηγικό δε σημείο της Νότιας Ελλάδας το Αεροδρόμιο αποτέλεσε σημείο αναφοράς και οργάνωσης των αεροπορικών δυνάμεων.

 

Η σχολή Ικάρων στο Άργος στον πόλεμο του 1940

 

Συμπληρώθηκε περίπου ένας μήνας από την εισαγωγή των μαθητών της 10ης σειράς των Ικάρων από τις 15 Σεπτεμβρίου του 1940 και πριν ξεκινήσουν τις πρώτες πτήσεις, η φασιστική Ιταλία άρχισε κατά της Ελλάδας απειλές, παραβιάζοντας συνεχώς κατά τρόπο προκλητικό τον εναέριο χώρο της.

Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία αναγκάσθηκε να λάβει μέτρα άμυνας και πολεμικής προετοιμασίας. Έτσι, διέταξε την αραίωση των αεροπλάνων της διά της μετακινήσεώς των στα προβλεπόμενα αεροδρόμια, από τα οποία θα ήταν δυνατή η δράση αλλά και η εξασφάλιση μιας ενδεχόμενης αιφνιδιαστικής προσβολής.

Potez 633

Στα πλαίσια αυτά επιβαλλόταν η προετοιμασία μετακίνησης της Σχολής Ικάρων σε άλλο αεροδρόμιο. Ως τέτοιο αεροδρόμιο ορίστηκε, από τα υπάρχοντα σχέδια, το αεροδρόμιο του Άργους. Η φοίτηση στη Σχολή ήταν τριετής. Οι τελειόφοιτοι της όγδοης σειράς είχαν σχεδόν ολοκληρώσει την πτητική τους εκπαίδευση και στα μέσα Νοεμβρίου ονομάζονταν Ανθυποσμηναγοί, έτοιμοι να επανδρώσουν τις Μοίρες καταδιωκτικών αεροσκαφών Ρ.Ζ.L. P 24 G και βομβαρδιστικών POTEZ-63, BLENHEIMS, FAIREY-BATTLE, ώστε να τιμήσουν τις υποχρεώσεις τους, κατά τον καλύτερο τρόπο, σε όλους τους εθνικούς αγώνες. Οι δευτεροετείς – ένατη σειρά – απαιτούνταν να συνεχίσουν την εκπαίδευσή τους και βεβαίως δεν ήταν έτοιμοι να δώσουν τον υπέρ πάντων αγώνα, διότι αντιλαμβάνονταν ότι η εκπαίδευση τους δεν ήταν επαρκής, για να λάβουν δράση σε πολεμικές επιχειρήσεις. Έτσι, περίμεναν τη μεταφορά της  στο Άργος όπως τους το ανακοίνωσαν, για να ολοκληρωθεί η εκπαίδευσή τους και  να γίνουν ετοιμοπόλεμοι αεροπόροι. Οι δε πρωτοετείς – δέκατη σειρά – δύσκολα μπορούσαν να εκτιμήσουν τις συνέπειες και τη μετακίνηση της Σχολής σε άλλο αεροδρόμιο με τα τεράστια προβλήματα μιας τέτοιας επιλογής.

Η μεταφορά της Σχολής στο Άργος έγινε με όλα τα μέσα συγκοινωνίας. Η εγκατάσταση του προσωπικού, γραφείων, υπηρεσιών, συνεργείων, αποθηκών έγινε σε σχολεία, σπίτια, δημόσια κτίρια. Το Διοικητήριο εγκαταστάθηκε στο 2ο δημοτικό σχολείο Άργους, γνωστό ως σχολείο Πειρούνη. Η γύρω περιοχή κατακλύστηκε από τα υλικά της Σχολής, αναγκαία για την εκπαίδευση.

Θυμάται ο αντιπτέραρχος ε.α. Γεώργιος Τσιτσόγλου της 10ης σειράς Σχολής Ικάρων:

«Ως πρωτοετής μπήκα στη Σχολή Ικάρων-Σχολή Αεροπορίας- το Σεπτέμβριο του ΄40 και πριν οι Ιταλοί χτυπήσουν το αεροδρόμιο του Τατοΐου, μετακινηθήκαμε στο αεροδρόμιο του Άργους. Εκεί κατακλύσαμε διάφορα κτίρια της γύρω περιοχής. Αρχίσαμε τις πτήσεις ως μαθητές πρωτοετείς κάτω από δύσκολες συνθήκες. Όταν κατέρρευσε το Μέτωπο, φύγαμε για την Κρήτη. Σχεδόν είχαμε ολοκληρώσει την πτητική μας εκπαίδευση.

Στις 21 και 22 Μαΐου- δε θυμάμαι καλά- μπήκαμε σ’ ένα βαπόρι εγγλέζικο και φύγαμε για το Πορτ Σαντ. Οι Γερμανοί  μας χτυπήσανε  στο δρόμο ανεπιτυχώς. Εμείς ήμασταν με τα σωσίβια πάνω στο κατάστρωμα, έτοιμοι να πέσομε στη θάλασσα, αλλά ευτυχώς δεν χρειάστηκε. Δεν προλάβαμε την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης  δευτέρου και τρίτου έτους, πήγαμε στη Νότια Ροδεσία, τη σημερινή Ζιμπάμπουε. Ξεκινήσαμε εκπαίδευση με Τiger Moth και μετά με τα Harrard. Όταν τελειώσαμε με αυτά, πήγαμε στην προκεχωρημένη ζώνη να γίνουμε πλέον μάχιμοι. Άλλοι πήγανε στα Oxford κι άλλοι στα Hurricane, τα καταδιωκτικά».

Διοικητής του εκπαιδευτικού Κέντρου ιπταμένων ήταν ο Σμήναρχος Γ. Φαλκονάκης. Οι πτήσεις άρχιζαν εντατικά περί το τέλος Νοεμβρίου, σ΄ ένα αεροδρόμιο με μεγάλες ελλείψεις. Ουσιαστικά, ήταν ένα ισοπεδωμένο χωράφι. Η βελτίωση των εγκαταστάσεων ήταν δύσκολη, είτε γιατί δεν υπήρχαν κατάλληλοι δρόμοι, είτε γιατί έλειπαν μεταφορικά μέσα. Μακριά από ανέσεις και ευκολίες η νέα εγκατάσταση έφερνε μεγάλες δυσκολίες και οι ελλείψεις οι οποίες  ήταν φυσικές , επηρέαζαν εν μέρει τη ζωή και την εκπαίδευση των νέων αεροπόρων.

Όμως, το ηθικό και η αντοχή των μαθητών και των εκπαιδευτών υπερκάλυπτε τα κενά και τις ελλείψεις που δημιούργησε η νέα εγκατάστασή τους. Η εκπαίδευση- πτητική και θεωρητική- προχώρησε με γοργούς ρυθμούς και προς το τέλος Μαρτίου ολοκληρώθηκε  η εκπαίδευση μεγάλου αριθμού εκπαιδευομένων.

Το επιτελούμενο έργο για την παραγωγή νέων αεροπόρων ήταν τεράστιο και ποιοτικό. Ο φόρτος εργασίας δεν πτοούσε κανέναν, αν και οι εκπαιδευτές ήταν λίγοι και οι μαθητές πολλοί. Τα αεροπλάνα «αβρο-γιούτορ» πετούσαν συνεχώς. Ο κάθε εκπαιδευτής είχε χρεωθεί έναν αριθμό μαθητών και όφειλε να τους ετοιμάσει, να τους μάθει την πτητική τέχνη με όλες τις ασκήσεις.

Farman III

Ο ουρανός της Αργολικής γης έσφυζε κυριολεκτικά από τα εκπαιδευτικά αεροπλάνα και η ευρύτερη περιοχή δονούνταν από το θόρυβο των κινητήρων. Επρόκειτο για πυκνή αεροπορική δραστηριότητα των νέων αεροπόρων, οι οποίοι στο βάθος χρόνου έθεταν τα θεμέλια της νέας αεροπορίας σ’ ένα χώρο κατάλληλο για πτητική δραστηριότητα. Στον ίδιο χώρο το 1917 οι πρώτοι Έλληνες αεροπόροι δοκίμαζαν τα «ΦΑΡΜΑΝ» , ανοίγοντας ελπίδες στους ελληνικούς ουρανούς, θέτοντας τα θεμέλια για την έναρξη της χρησιμότητας των αεροπλάνων ως μέσου προστασίας και διαφύλαξης του πάτριου εδάφους. Η Αργολική γη άνοιξε τις πύλες στους πρώτους αεροπόρους των «ΦΑΡΜΑΝ», από τα οποία κτίστηκε στα επόμενα χρόνια  η νέα αεροπορία.  Το δεύτερο μήνα λειτουργίας του εκπαιδευτικοί κέντρου ιπταμένων, τοποθετήθηκαν στο Άργος νέοι αξιωματικοί έμπειροι ιπτάμενοι, αφού έκλεισαν τον κύκλο τους σε προκεχωρημένες μονάδες στα POTEZ-63  (31η Μοίρα βομβαρδισμού). Οι νέοι εκπαιδευτές ήταν αξιωματικοί ικανοί και δυναμικοί και άρχισαν αμέσως την οργάνωση και τη συγκέντρωση  των διάσπαρτων επιστασιών, αφού από την αρχή της εγκατάστασής τους είχαν απλωθεί διάσπαρτα σχεδόν  σ’ όλη την πεδιάδα. Συγκέντρωσαν αρχικά τα καταλύματα  κοντά στο αεροδρόμιο και στη συνέχεια, αφού περιόρισαν το πρόβλημα της διασποράς του προσωπικού που είχε απλωθεί στα Φίχτια, στις Μυκήνες, στο Κουτσοπόδι και στο Άργος, συγκέντρωσαν τα διάφορα υποστηρικτικά υλικά σε κτίρια προσβάσιμα. Έτσι, διευκολύνθηκε κατά κάποιο τρόπο  το επιτελούμενο εκπαιδευτικό έργο τους.

Henschel Hs 126K-6

Το νέο αεροδρόμιο του Άργους σχεδόν ήταν τετράγωνο. Παρ’ ότι δεν είχε όλες τις διευκολύνσεις, υπήρξε το καταλληλότερο για τους μαθητές της εποχής. Οι νέοι αεροπόροι μαθητές  είχαν την ευκαιρία να ασκηθούν στην πτήση στην ευρύτερη νότια περιοχή προς τη θάλασσα και τη ΒΑ πλευρά. Τα αναγνωρίσιμα σημεία επιστροφής ήταν ορατά, χρήσιμα για κάθε μαθητή, κυρίως στο αρχικό στάδιο πτήσης. Εύκολος προσανατολισμός, ευρύτητα επίπεδης περιοχής. Έτσι, οι εκπαιδευτές μπορούσαν να παρακολουθήσουν βήμα προς βήμα την πρόοδο των νεοσσών αεροπόρων.

Οι εκπαιδευτές παρακολουθούσαν από κοντά την πτήση του κάθε μαθητή. Γνώρισαν βεβαίως τις δυσκολίες και τους κινδύνους και ήταν αμετακίνητοι στο θέμα  της εφαρμογής των κανόνων πτήσης. Ζούσαν την αγωνία και τη συγκίνηση του μαθητή, αφού οι περιστάσεις το απαιτούσαν. Γενικά, το νέο αεροδρόμιο δεν έκρυβε πολλούς κινδύνους, παρ’ ότι υπήρχαν σοβαρές ελλείψεις σε βοηθήματα. Ο έλεγχος της εναέριας κυκλοφορίας είχε υποτυπώδη οργάνωση. Ένα ανεμούριο καθόριζε  τη χρήση του διαδρόμου και βεβαίως ήταν εύκολο να δημιουργηθούν συνθήκες σύγχυσης, κατά την απογείωση, ή προσγείωση των αεροπλάνων.

Αν ληφθεί υπόψη η κόπωση των εκπαιδευτών και μαθητών, σε συνδυασμό με τη σκόνη που σηκωνόταν κατά την απογείωση πολύ εύκολα θα μπορούσε να συμβεί το λάθος. Γι ̉αυτό οι εκπαιδευτές, λόγω αυτών των συνθηκών, εμψύχωναν και συμμερίζονταν την αγωνία των μαθητών, κυρίως όταν πετούσαν μόνοι τους. Μέχρι το τελικό σταμάτημα μετά την προσγείωση ήταν χρόνος δύσκολος για κάθε μαθητή σε ένα καινούριο αεροδρόμιο.

Και τα ατυχήματα στο αεροδρόμιο του Άργους δεν έλειπαν, αλλά υπήρχαν σχετικά ανώδυνα. Τα δυο πιο σοβαρά ατυχήματα  προκλήθηκαν από  «παράβαση» των κανόνων πτήσεως.

Ο. Ν. Παπαποστόλου, αρχηγός  της όγδοης σειράς, θυμάται: «…Σε μια διατεταγμένη πτήση, για εξάσκηση στα ρολλς (βραδεία περιστροφή περί τον άξονα της πτήσης) έχασα την ταχύτητά μου και λόγω του χαμηλού ύψους δεν μπόρεσα να ανακτήσω άνωση, πέφτοντας καρφωτός κοντά στον Πασσά, 2 χιλιόμετρα ΝΑ του αεροδρομίου. Είχα παρασυρθεί σε συνεχόμενα ρολλς και έχασα ύψος,  που αυτό ήταν η αιτία του δυστυχήματος. Το αεροπλάνο καταστράφηκε και εγώ τραυματίστηκα σοβαρά. Βρέθηκα στο Β’ στρατιωτικό νοσοκομείο Αθηνών, ξαναβρίσκοντας τις αισθήσεις μου μετά από 48 ώρες…»

Στη δεύτερη περίπτωση ένας δόκιμος υπαξιωματικός, σε ένα από τα πρώτα του «σόλο» με ελάχιστη πείρα, απομακρύνθηκε από την περιοχή πτήσεων περί το αεροδρόμιο του Άργους και πήγε στη Νεμέα όπου το χωριό του, και κάνοντας χαμηλές  διελεύσεις  για επίδειξη, χτύπησε  πάνω σε ένα δέντρο, με αποτέλεσμα να καταστρέψει το αεροπλάνο και να βρεθεί  ο ίδιος κρεμασμένος από τις ζώνες του αλεξιπτώτου πάνω στα κλαδιά του δέντρου. Με κατάγματα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του Ναυπλίου. Αυτές οι επιπολαιότητες – κλασικές παραβάσεις κανόνων πτήσεων, έβαλαν τέλος στις φιλοδοξίες των δύο χειριστών, για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στη πατρίδα.

Το θεαματικότερο, όμως, ατύχημα και ασφαλώς το μοναδικό στο είδος του, είναι εκείνο που έγινε σε μία εκπαίδευση ακροβατικών με έναν μαθητή και τον εκπαιδευτή Α. Αθανασούλα.

 «…Πετούσα στη μπροστινή θέση και ο δάσκαλος μου επισμηναγός Α. Αθανασούλας μου έκανε έλεγχο στα ακροβατικά. Κάναμε όλη τη σειρά των ακροβατικών. Σε όλα έμεινε ικανοποιημένος εκτός από τα ρολλ που κατά την ανάστροφη θέση έπεφτε η κεφαλή του αεροπλάνου κάτω από τον ορίζοντα.

Είναι αλήθεια ότι είχα αυτή την αδυναμία. Το ρολλ ποτέ δεν το κατάφερα πολύ καλά, το έκανα βεβιασμένα. Σε μια στιγμή θέλησε να μου δείξει τη σωστή διόρθωση. Δικό μου το αεροπλάνο – μου είπε στο φωναγωγό – και άφησα το χειριστήριο.

Χώρος πτήσης πάνω στο Άργος. Άρχισε την περιστροφή (ρολλ) και μόλις φθάσαμε ανάποδα το αεροπλάνο άρχισε να βυθίζετε και έβλεπα το έδαφος να πλησιάζει με ταχύτητα. Τότε ασυνείδητα έπιασα το χειριστήριο και το έβγαλα από την ανάστροφη βύθιση. Βρισκόμενο σε στροφή γύρισα πίσω αλλά η θέση ήταν άδεια. Σκέφθηκα μήπως ο δάσκαλός μου ήταν σκυμμένος αλλά ξαφνικά είδα ένα λευκό όγκο που έπεφτε και κατάλαβα τι είχε γίνει.

Παρακολούθησα το αλεξίπτωτο και είδα που έπεσε σε ένα λόφο (Άγιος Ηλίας) κοντά σε μία εκκλησία  (προφανώς εννοεί την Παναγία Κατακεκρυμμένη) λίγο έξω από το Άργος. Γύρισα στο αεροδρόμιο ταραγμένος. Έσβησα τη μηχανή και πήγα αμέσως στο Διοικητή Αντισμήναρχο Ξ. Οικονόμου, που παρακολουθούσε τις πτήσεις. Έχασα τον εκπαιδευτή  μου κύριε Διοικητά, έπεσε σε ένα λόφο πού βρίσκεται λίγο έξω από το Άργος. Αφού του έδωσα περισσότερες πληροφορίες για το ατύχημα, πείσθηκε ότι κάτι ασυνήθιστο είχε συμβεί. Διέθεσε το αυτοκίνητο του και πήγε να βρει τον αεροπόρο. Εκείνος, αφού μάζεψε το αλεξίπτωτό του, δέχθηκε τη βοήθεια κάποιου πολίτη της περιοχής, ο οποίος τον ανέβασε πάνω σε μία αγροτική «σούστα» και τον οδήγησε προς το αεροδρόμιο. Η αγωνία του ήταν μεγάλη, αφού δεν γνώριζε την τύχη του μαθητή του. Ψάχνοντας με το αυτοκίνητό του συναντήθηκαν σε κάποιο σημείο επιστροφής. Το συμβάν αυτό έδωσε ένα μάθημα για εκπαιδευτές με μεγάλη  πείρα».

Στα μέσα Μαρτίου συμπληρώνεται στο αεροδρόμιο του Άργους η βασική εκπαίδευση της ένατης σειράς των Ικάρων. Η κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς τον Απρίλιο του 1939 έδωσε μια μικρή πίστωση χρόνου στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις  να προετοιμαστούν για τον επικείμενο πόλεμο. Η εκδηλωθείσα  Ιταλική επίθεση δεν αιφνιδίασε την ελληνική αεροπορία ούτε και τη σχολή Αεροπορίας, που τη βρήκε κάπως προετοιμασμένη, πλην όμως υπήρχε τεράστια αριθμητική διαφορά σε αεροπλάνα και δυναμικό. Συζητήθηκε δε η εκδοχή συνέχισης του πολέμου εκτός Ελλάδος στο πλευρό της Αγγλικής αεροπορίας με πιλότους που φοιτούσαν στο εκπαιδευτικό κέντρο ιπταμένων του αεροδρομίου Άργους, το οποίο ήταν υπολογίσιμα δυναμικό.

PZL P.24

«Την 6η Απριλίου 1941, γράφει ο τότε υφυπουργός Αεροπορίας Πέτρος Οικονομάκος, έκαναν έναρξη της εισβολής τους οι Γερμανοί».  Ο ουρανός της Ελλάδος άρχισε να σκοτεινιάζει  από τα φτερά της ανίκητης μέχρι τότε «Λουφτβάφφε». Η μέχρις εκείνη τη στιγμή δράση της Ελληνικής Αεροπορίας υπήρξε μεγάλη συμβολή  στο νικηφόρο  αγώνα κατά της Ιταλίας, με αποκορύφωμα το ηρωικό κατόρθωμα αεροπόρου, μοναδικού στα αεροπορικά κατορθώματα Έλληνα πιλότου, χειριστή καταδιωκτικών Ρ.Ζ.L. ο οποίος αφού απέμεινε από πυρομαχικά, εμβόλισε εκουσίως το εχθρικό αεροπλάνο και το κατέρριψε.

Όμως, από το σημείο αυτό της γερμανικής επέμβασης δεν ήταν δυνατό να αμυνθούμε αποτελεσματικά με τα αεροσκάφη που διαθέταμε. Οι Έλληνες αεροπόροι αναδιπλωμένοι  αντιμετώπισαν τη συντριπτικά υπερέχουσα «Λουφτβάφφε». Το Υπουργείο Αεροπορίας προβαίνει σε μία επιβαλλόμενη από τα πράγματα λύση και βγάζει  την από 13-4-1941 Α.Π. Γενική Διαταγή.

 «Λαβόντες υπ ̉όψιν την δημιουργηθείσαν κατάστασιν, εντελλόμεθα τα κάτωθι: Αι Αεροπορικαί μονάδες, υπηρεσίαι και καταστήματα παραλήπται της παρούσης να μεριμνώσι διά την εν καιρώ αχρήστευσιν παντός υλικού και εφοδίων, να καταστρέψωσιν τα μη μετακινούμενα αεροσκάφη. Άπαντες οι Αξιωματικοί ιπτάμενοι και μηχανικοί υπαξιωματικοί πλην των ορισθησομένων υπό των Διοικητών και Διευθυντών θα αναχωρήσωσι δι’ Εκπαιδευτικόν Κέντρον Ιπταμένων Αεροδρόμιο Άργους…»

  Ο Πρόεδρος Κυβερνήσεως

Και Υπουργός Αεροπορίας  

ΑΛΕΞ. ΚΟΥΡΟΥΤΗΣ

Με βάση αυτή τη διαταγή άρχισε η σύμπτυξη των αεροπορικών Μονάδων, που κάτω από τα σφυροκοπήματα  της Γερμανικής Αεροπορίας άρχισε να μετακινείται προς το  αεροδρόμιο του Άργους. Τα εναπομείναντα ελληνικά καταδιωκτικά  εξακολουθούσαν το έργο τους, σε μια καταδικασμένη προσπάθεια να αναχαιτίσουν τη γερμανική «Λουφτβάφφε». Αυτή ήταν η φοβερή Γερμανική Πολεμική Αεροπορία αποτελούμενη από μονάδες βομβαρδισμού «ΓΙΟΥΝΚΕΡΣ 88», «ΧΕΝΚΕΛ 111» καθέτου εφορμήσεως «94-87 (SΤUKAS)»  και διώξεως «109» και «110» καθώς και από μονάδες μεταφορών «Ju 52», συνολικού αριθμού 1000 αεροσκαφών, συγχρονισμένων τύπων, η οποία  ενεργούσε κατά μάζας  επιδρομές απανταχού της χώρας. Έναντι τούτων, η Ελληνική Αεροπορία διέθετε μικρό αριθμό αεροσκαφών  και με τα αεροσκάφη αυτά οι αεροπόροι μας εξακολουθούσαν να μάχονται με αμείωτο ηθικό και δεν σταμάτησαν να μάχονται οι τελευταίοι αυτοί πολεμιστές του έπους της Αλβανίας, παρά μόνο αφού έδωσαν την αερομαχία των Τρικάλων έναντι των Γερμανικών «ΜΕ-109» στις 15 Απριλίου. Φτάνουν με κάθε μέσο τμήμα Μονάδων και αυτόματα μπαίνουν κάτω από τη Διοίκηση του Σμηνάρχου Φίλιππα:

  Αρ. πρωτ.2953/16-4-41

  ΔΙΑΤΑΓΗ

  Τίθημι υπό τας διαταγάς υμών άπαντας τους μετακινουμένους βάσει της υπ ̉αριθ. 2952/Δ/γης Υ.Α.

Οι ανωτέρω και άπαν το προσωπικόν του υφ ̉υμάς κέντρου  θέλουσι επιβιβασθεί  εις Ναύπλιον  προς μεταφοράν.

Διά την επιβίβασαν ταύτην θέλετε διατάξει και ενεργήσει τα δέοντα συνεννοούμενοι προς τούτο μετά των υπό του Υπουργείου των Ναυτικών εντεταλμένων αξιωματικών εις τρόπον ώστε να συντελεσθεί αυτή κατά το ταχύτερον και ασφαλέστερον τρόπον.

Εν περιπτώσει μη υπάρξεως επαρκών πλωτών μέσων , καθορίζω ως κατωτέρω την σειράν προτεραιότητος κατά την επιβίβασιν. α) Αξιωματικοί β) Μαθηταί γ) Μηχανοσυνθέται δ) λοιπαί ειδικότητες ε) λοιπόν προσωπικόν.

αποδέκται: Εκπαιδευτικόν Κέντρον.

Ο ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ

Π. ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΟΣ

Υποστράτηγος

Hawker Hurricane

Hawker Hurricane

Η τελευταία αυτή διαταγή που καθόριζε τις προτεραιότητες, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε ανησυχίες και ταραχές, ιδιαίτερα γιατί υπήρχαν άγνοια και αμφιβολίες για τις δυνατότητες μεταφοράς των πλωτών μέσων. Η  πειθαρχία διασαλεύτηκε σοβαρά, ιδιαιτέρα γιατί πέραν από τις ανησυχίες, προθέσεις σκέψεις και αποφάσεις που είχαν αφορμές ή ελατήρια υπηρεσιακά ή ατομικά συμφέροντα, επέδρασαν και άλλοι παράγοντες αντικαθεστωτικών. Ιδιαίτερα κρίσιμη ήταν η κατάσταση, όταν διαδόθηκε στο Άργος ότι η κυβέρνηση με το βασιλιά είχαν φύγει στο εξωτερικό.

Λίγες ημέρες πριν ολοκληρωθεί η Γερμανική κατοχή στην Ηπειρωτική Ελλάδα, το εκπαιδευτικό κέντρο ιπταμένων στο Άργος προετοιμάζεται για την μεταφορά του στην Κρήτη με δύο πλοία, που βρίσκονταν στο Ναύπλιο. Τα εκπαιδευτικά αεροπλάνα «Αβρό-621» και Μπρεγκέ καταστράφηκαν, αφού τα καύσιμα δεν επαρκούσαν να φθάσουν στην Κρήτη. Αυτή ήταν μια σκληρή πραγματικότητα και οι Ίκαροι δεν μπορούσαν να το καταλάβουν, μια και πετούσαν με τα «Μπρεγκέ» στους ουρανούς της Αργολικής γης.

Ο Σμήναρχος ε.α. Χάρης Παρασκάκης, σε μια από τις μαρτυρίες του στη ταραγμένη περίοδο  της μαζικής φυγής της Αεροπορίας, περιγράφει τη φυγή ως ακολούθως:

«Το Αλβανικό με βρήκε δόκιμο Αξιωματικό στη Σχολή Αεροπορίας. Μετακομίσαμε από το Τατόι στο Άργος και αφού ολοκληρώσαμε την εκπαίδευση στο μεγαλύτερο μέρος της, τη Μεγάλη Πέμπτη του ̉41 φύγαμε από το Ναύπλιο για την Κρήτη. Η Αεροπορία και η Σχολή χωριστά από τον Στρατό. Σε άλλα πλοία. Μόλις φθάσαμε στη Σούδα  δεχόμεθα ισχυρό βομβαρδισμό από τα Stukas. Εκεί ο διοικητής μας είπε: «ο σώζων ευατόν σωθήτω!» Εγώ πήγα και χώθηκα  κάτω από έναν βράχο. Την άλλη μέρα μετέδωσαν τα ραδιόφωνα ότι τα Stukas βύθισαν το πλοίο που μετέφερε τους αεροπόρους από το Άργος. Στην πραγματικότητα χτύπησαν το πλοίο που μετέφερε το Στρατό. Έκτοτε οι γονείς μου διαρκούσης της κατοχής, έπαιρναν επίδομα ως θύματα πολέμου. Εγώ δεν μπορούσα να τους ειδοποιήσω. Με διαταγή πήγαμε στη Μέση Ανατολή στην Έρημο του Κασασίν και στη συνέχεια στη Ροδεσία. Εκεί συνεχίσαμε την εκπαίδευση, αφού στο Άργος δεν την ολοκληρώσαμε. Εκεί κάναμε στοιχειώδη εκπαίδευση τεχνικής φύσεως. Ήταν πολύ δύσκολα, όμως μας άρεσε. Αγαπούσαμε το αεροπλάνο».

Την όλη επιχείρηση συγκέντρωσης των μαθητών και άλλων αεροπόρων την είχε αναλάβει ο Σμήναρχος Στ. Φίλιππας. Το Άργος υπήρξε σημείο εκκίνησης για τη μεγάλη φυγή προς τη Μέση Ανατολή. Η μονάδα της Αεροπορίας είχε δοθεί εντολή να διαλυθεί και να γίνει διανομή του υλικού  στους κατοίκους της περιοχής. Όλα τα υλικά, κρεβάτια, στρώματα, ιματισμό και ό,τι στρατιωτικό υλικό υπήρχε σε χρόνο ρεκόρ! μοιράστηκαν στους Αργείτες. Στην απόφαση αυτή οδηγήθηκε ο φρούραρχος της περιοχής να τα μοιραστούν καλύτερα οι Αργείτες παρά να τα κατασχέσουν και να τα χρησιμοποιήσουν οι Γερμανοί.

Η σχολή πολυβολητών  ασυρματιστών στο αεροδρόμιο του Άργους

Avro 626

Για την ικανοποίηση των αναγκών της Πολεμικής Αεροπορίας σε πλήρωμα, λειτούργησε η Σχολή Πολυβολητών – Ασυρματιστών, με έδρα το Ελληνικό (Χασάνι). Με την είσοδο, όμως , των Γερμανών και τη ραγδαία κατάρρευση της ελληνικής αμυντικής προσπάθειας, η παρουσία των εκπαιδευτικών αεροπλάνων «ΑΒΡΟ» στο Ελληνικό δεν είχε κανένα πρακτικό σκοπό, αντίθετα αποτελούσαν με τα άλλα αεροπλάνα της RAF  ελκυστικό στόχο των Γερμανών.

Έτσι, σε εφαρμογή διαταγής  του Υπουργείου Αεροπορίας, ο Διοικητής της Μοίρας Σμηναγός Λουκίδης διέταξε την μεταφορά των έξι εκπαιδευτικών αεροσκαφών στο Αεροδρόμιο του Άργους, όπου εκεί είχε μεταφερθεί και η Σχολή του Κέντρου Εκπαίδευσης Ιπταμένων. Για τη μεταφορά αυτή ανταποκρίθηκαν πέντε υπαξιωματικοί πιλότοι, οι Γαλανόπουλος Δ., Φράγκος Ν., Καβουρίνος Ν., Πολυμέρης Δ. και Παναγουλάκης Ηλ., και ο έφεδρος επισμηνίας Αδοσίδης.

Πέταξαν Μεγάλη Πέμπτη, την ώρα που σε άλλους χώρους του αεροδρομίου καταστρέφονταν και καίγονταν υλικά από αποθήκες που δεν έπρεπε να πέσουν στα χέρια του εχθρού. Όταν προσγειώθηκαν στο αεροδρόμιο του Άργους, πληροφορηθήκαν ότι υπήρχε εντολή να καούν όσα αεροπλάνα και υλικά δεν μπορούσαν να μεταφερθούν. Η είδηση αυτή γέμισε πικρία  τους έξι πιλότους, που τα είχαν μεταφέρει στο Άργος και είχαν αποφασίσει να τα διασώσουν, μεταφέροντας τα στην Κρήτη.

Χαράλαμπος Μαυρίδης

Αξιωματικός Πολεμικής Αεροπορίας

«Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 3, Δεκέμβριος 2005.

 

Βιβλιογραφία 

Ηλία Δ. Καρταλαμάκη,  Η αεροπορία στον πόλεμο του 1940, Αθήνα 1990.

Έκθεσις της πολεμικής ιστορίας των Ελλήνων.

Εφ. «Καθημερινή» Επτά ημέρες,  «Πολεμική Αεροπορία 1951-1944»,  14 Νοεμβρίου 2004.

Στρατιωτική Ναυτική – Αεροπορική Εγκυκλοπαίδεια.

Οικογένεια Τσόκρη ή Τσώκρη


 

 

Δημήτριος Τσόκρης  Εξέχουσα πολεμική και πολιτική φυσιογνωμία του Αγώνα υπήρξε ο στρατηγός του Άργους Δημήτριος Τσόκρης. Η οικογένειά του ήταν από τις παλαιότερες στο Άργος. Ο πατέρας του Πανάγος Τσόκρης εμφανίζεται από τα μέσα περίπου της ΙΗ’ εκατονταετηρίδας. Είναι γνωστοί δε και άλλοι με το ίδιο επώνυμο, όπως ο Νικολός Τσόκρης πιθανώς παππούς του στρατηγού, Αναγνώστης, ο γιος του Γιάννης, Κυριακός ή Τσιράκος και Ανδριανός, Αντρανός ή Ντάνος Τσόκρης (1761-1828). Ο Πανάγος Τσόκρης είχε τρεις γιους, τον Γεώργιο, τον Αναστάσιο ή Τάσο και τον Δημήτριο. Από αυτούς ο πρώτος έφυγε από παιδί για την Κωνσταντινούπολη, όπου πλούτισε ως έμπορος και επανήλθε στο Άργος το 1817. Ο Τάσος έμεινε  στο Άργος και μετά την έκρηξη της επανάστασης έγινε στρατιωτικός και αγωνιστής. Ο δε Δημήτριος, ο νεότερος όλων διέπρεψε.

Ο Δημήτριος από παιδί μετέβη στη Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη και Ρωσία, όπου και αυτός επιδόθηκε στο εμπόριο. Κατά την τοπική παράδοση, σε εφηβική ηλικία, έζησε κάποια χρόνια και ασκήθηκε στα πολεμικά σε καταδρομικά ελληνικά πλοία, τα οποία πριν την επανάσταση διατηρούσαν τη σημαία και το πνεύμα της ελευθερίας, ως αρματωλοί της θάλασσας. Με την έκρηξη δε της επανάστασης ήρθε στην Ύδρα, έμπειρος ως προς τα πολεμικά. Ήταν συνάμα πνευματώδης, ρέκτης, φιλελεύθερος και φιλόπατρις. Έσπευσε από την Ύδρα στο Άργος γύρω στα μέσα Απριλίου 1821. Με τη συμβολή των συγγενών του και ιδίως του πλουσιότατου αδελφού του Γεωργίου στρατολόγησε αμέσως σώμα Αργείων και έθεσε τον εαυτό του επικεφαλής αυτών.

Οι Αργείοι εκτίμησαν τον άνδρα και τον ανέδειξαν. Η οικογένεια Περρούκα μόνο ήταν σε θέση να τους επισκιάσει, όμως απουσίαζε από το Άργος, ενώ ο μόνος που βρισκόταν εκεί, ο Χαραλάμπης, δυσφημιζόταν από τους επαναστάτες ως δήθεν φιλότουρκος. Γι’ αυτόν τον λόγο οι προύχοντες, με πρωτοστάτες τους αδελφούς Θεοφανοπούλου, τον περιστοίχισαν ενθουσιωδώς. Οι δε μικροί αλλά ανδρείοι καπετάνιοι του Άργους, από τους οποίους διακρινόταν ο Μήτρος Μεντής, ο περίφημος ιππέας, όπως λέγεται, είχε προσφάτως ασκηθεί στην ιππασία καθώς υπηρέτησε στο Ρωσικό Ιππικό και είχε τη δυνατότητα να ιππεύει χωρίς χαλινάρια και να τιθασεύει τα αγριότερα άλογα και να περιστρέφεται γύρω από την κοιλιά τους, καλπάζοντας πολύ γρήγορα. Ο Κωνσταντίνος Κακάνης, ο Γεώργιος Μπεκιάρης από τα Μπούντια Άργους, ο Τάσος Νέζος από το Κουτσοπόδι των Μυκηνών και ο Αναστάσιος Τσόκρης (αδελφός του) τάχθηκαν στο πλευρό του και ανακήρυξαν αυτόν με τη σύμφωνη γνώμη όλων αρχηγό των όπλων της επαρχίας και αγωνίσθηκαν μαζί αχώριστοι και αφοσιωμένοι μέχρι το τέλος.*

Ο Δημήτριος Τσόκρης ήταν τότε σε ηλικία 25 ετών και ήταν εύσωμος, ανδρείος, εμπειροπόλεμος, συνετός και επιβλητικός. Συμμετείχε άμεσα στις πολεμικές εργασίες της επανάστασης, ως οπλαρχηγός των Αργείων και προσέφερε πολύτιμη βοήθεια μέχρι το τέλος του Αγώνα, έγινε δε η επιφανέστερη στρατιωτική δόξα του Άργους.

Τον αναγνώρισε επίσημα η Καγγελαρία (τοπική διοίκηση) του Άργους ως οπλαρχηγό των Αργείων και συγχρόνως τον διόρισε διευθυντή της από την 4η Απριλίου 1821 πολιορκίας του Ναυπλίου. Ο Τσόκρης τακτοποίησε την πολιορκία πάραυτα. Συμμετείχε δε με τους άλλους πολιορκητές στην αντίσταση του Άργους τον ίδιο μήνα, στην εισβολή του Κεχαγιάμπεη, στην οποία διέσωσε πάμπολλα γυναικόπαιδα και κατάλαβε τους Μύλους.

Αργότερα και η Πελοποννησιακή Γερουσία τον κατέστησε αρχηγό της πολιορκίας του Ναυπλίου και των επικουρικών στρατευμάτων. Η δε Διοίκηση τον διόρισε χιλίαρχο.

Από τον Μάιο του ίδιου έτους και αφού απομακρύνθηκε ο Κεχαγιάμπεης από την Αργολίδα,  πραγματοποιήθηκε ξανά πολιορκία από τους Νικηταρά, Στάικο, Τσόκρη και Παπαρσένη Κρέστα, ενώ ο Τσόκρης διέπρεψε σε ανδρεία και στρατιωτική αρετή.

Οι πολιορκημένοι Τούρκοι, που υπέφεραν από τον αποκλεισμό, πραγματοποιούσαν πολλές εξόδους από το φρούριο και επιθέσεις εναντίον των Ελλήνων, ώστε να τους αναγκάσουν να λύσουν την πολιορκία. Σε μία από αυτές τις εξόδους αρίστευσε ο Τσόκρης. Με εξήντα επίλεκτους οπλίτες του κατέλαβε τον Πύργο του Κατώγλη κοντά στο Ναύπλιο και τον προάσπισε πολεμώντας ηρωικά επί επτά συνεχείς ώρες απέναντι σε πολλαπλάσιους Τούρκους, τους οποίους ανάγκασε να επανέλθουν στο κτίριο.  

Κατά τα τέλη Μαΐου 1821 οι Τούρκοι του Ναυπλίου επιτέθηκαν με όλο τους τον στρατό κατά των πολιορκητών για να θερίσουν και να συγκεντρώσουν από τα χωράφια δημητριακά για τη διατροφή τους. Όμως ο Τσόκρης, μαζί με τους άλλους πολιορκητές, όχι μόνο τους απέκρουσε μέχρι τα τείχη του φρουρίου, αλλά είχε και την ευφυΐα να κάψει όλα τα σπαρτά που υπήρχαν κοντά στο Ναύπλιο, όσα δεν είχαν θεριστεί και όσα υπήρχαν στα αλώνια, με τρόπο τέτοιο ώστε οι Τούρκοι να μην καταφέρουν να τα συγκεντρώσουν προς όφελός τους και να πεινάσουν. Το ίδιο επανέλαβε με επιτυχία και στο Άργος, κατά την εισβολή του Δράμαλη.

Κατά την Εθνική Συνέλευση του Άργους την 1η Δεκεμβρίου 1821 ο Τσόκρης ήταν γενικός αρχηγός των αρμάτων όλης της επαρχίας Άργους και πολιτάρχης της. Εξακολουθούσε εν τούτοις να αγωνίζεται στην πολιορκία του Ναυπλίου μέχρι την εισβολή του Δράμαλη. Επειδή δε ένεκα αυτής διακόπηκε και πάλι η πολιορκία, κατέφθασε με στράτευμά του στο ελληνικό στρατόπεδο των Μύλων και συμμετείχε στο Δραμαλικό πόλεμο του Άργους και των Δερβενακίων.

Το 1823 προβιβάσθηκε από τη Διοίκηση σε αντιστράτηγο και το 1825 σε στρατηγό. Κατά δε το 1824-1825 εξελέγη από όλους τους δημογέροντες και προκρίτους της μητρόπολης και των χωριών της επαρχίας Ναυπλίου γενικός αρχηγός των αρμάτων της.

Εκτός από τα Δραμαλικά, ο Τσόκρης συμμετείχε και σε διάφορες άλλες εκστρατείες και μάχες, όπως στα Μεγάλα Δερβένια, Αθήνα, Αμπλιανή, Ναύπακτο και στους πολέμους κατά του Ιμπραήμ πασά στο Κρομμύδι, Νεόκαστρο, Σφακτηρία, Ναυαρίνο, Μιστρά, Δερβένι Λεονταρίου, Δραμπάλα, Καρύταινα, Τρίπολη, Μαντζαγρά, Δαβιά, Τρίκορφα, Στενό, Τσιπιανά, Βέρβαινα και στην επαρχία Κυνουρία και προστάτευσε τις Σπέτσες από κάθε επιδρομή των Αράβων.

Στους εμφύλιους πολέμους ακολούθησε τον Κολοκοτρώνη, με τον οποίο τον συνέδεε στενή και ειλικρινής φιλία και ο οποίος τον εκτιμούσε και τον αγαπούσε σε τέτοιο βαθμό που στις επιστολές του τον αποκαλούσε παιδί του και υπέγραφε ως πατέρας του. Τέτοια ήταν η δράση του στρατηγού Τσόκρη στον Ιερό Αγώνα, φιλότιμη και πατριωτική.**

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας τον εκτιμούσε και τον υπεραγαπούσε. Ως εκ τούτου, κάθε φορά που ερχόταν στο Άργος έμενε στην οικία του, στην οποία του είχε παραχωρηθεί ιδιαίτερη και μόνιμη αίθουσα, η νοτιοδυτική και όπου σώζεται μικρό γραφείο του Κυβερνήτη ως πολύτιμο κειμήλιο της οικογένειας.

Ο αοίδιμος Κυβερνήτης, ως γνωστόν, κατήργησε όλους τους βαθμούς των στρατηγών του Αγώνα, εκτός του Θ. Κολοκοτρώνη. Ως εκ τούτου, διόρισε τον τέως στρατηγό Τσόκρη χιλίαρχο εν ενεργεία και αρχηγό της πολιτικής φρουράς Πελοποννήσου. Τον Ιούνιο του 1831 τον διόρισε μέλος του Πελοποννησιακού Στρατιωτικού Δικαστηρίου ή Συμβουλίου των Ελαφρών και αντιπρόεδρο αυτού. Ο Τσόκρης προέδρευσε σε διάσημες δίκες, ανάμεσα στις οποίες και αυτή των δολοφόνων του Καποδίστρια και διαφύλαξε τη δημόσια τάξη στο Άργος κατά την πολύ δύσκολη εκείνη εποχή.

Στον τομέα της πολιτικής αναδείχθηκε επιφανέστατος και πανίσχυρος στην επαρχία του. Διετέλεσε πληρεξούσιος της επαρχίας Άργους στις Εθνικές Συνελεύσεις, στην Δ’ του Άργους (1829) και την Ε’ του Ναυπλίου (1831).

Όταν κατά το πολύ δύσκολο έτος 1832 η Πελοπόννησος δεινοπαθούσε από το κόμμα των Συνταγματικών στο Ναύπλιο και η Αργολίδα βασανιζόταν από το διαβόητο στράτευμα του Θεοδ. Γρίβα από τη Στερεά Ελλάδα, ο Κολοκοτρώνης ενεργώντας ως Γενικός Αρχηγός της Πελοποννήσου, για να την προστατεύσει, συνέστησε τον Σεπτέμβριο του 1832 τη Στρατιωτική Επιτροπή που έδρασε έως την έλευση του Όθωνα. Στην επιτροπή αυτή συμμετείχε και ο Τσόκρης, ως μέλος του Γ’ Τμήματος, που σχηματίσθηκε από αυτόν και τους στρατηγούς Ν. Κριεζώτη και Ι. Στράτο με γραμματέα των Ι. Φιλήμονα. Προστάτευσε μεν τη δημόσια τάξη στο Άργος από την εισβολή των Ρουμελιωτών, δεν κατάφερε δε να τη σώσει και από αυτή των Γάλλων, που αποτέλεσαν ανύποπτους και απροσδόκητους εχθρούς. Και αυτό γιατί είχε τη θλιβερή ατυχία να δει τους συμπολίτες του την 4η Ιανουαρίου 1833 μανιωδώς και χωρίς αιτία σφαγμένους από τον Γαλλικό στρατό του Μαίζωνα, αποτέλεσμα των ραδιουργιών και μηχανορραφιών των Συνταγματικών του Ναυπλίου και ιδίως του πασίγνωστου Ι. Κωλέττη.

Τον Αύγουστο του 1834 ο Τσόκρης καταδιώχθηκε μαζί με τον Νικηταρά και άλλους οπαδούς του Κολοκοτρώνη από την Αντιβασιλεία για τη Μεσσηνιακή επανάσταση του Γκρίτζαλη και Τζαμαλή και φυλακίστηκε κατηγορούμενος ως συνένοχός τους. Ωστόσο τον Νοέμβριο του 1834 απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες από το στρατοδικείο της Πύλου.

Στην κορυφή της πολιτικής ισχύος του ανυψώθηκε μετά το 1834. Ασφαλώς μπορεί κανείς να πει πως έγινε ο πολιτικός και δημοφιλής αρχηγός της επαρχίας Άργους μέχρι τον θάνατό του, αν και ήταν επικεφαλής αυτής από το 1821, όπως είδαμε. Έτσι άκμασε στο Άργος για όλη του τη ζωή, επί μισό αιώνα και παραπάνω, ο υπέροχος αυτός πολιτικός άνδρας, ο οποίος είχε την επιρροή και δύναμη, όχι μόνο να θεωρείται νικητής στους πολιτικούς αγώνες, αλλά και να αναδεικνύει συγγενείς και λοιπούς και να είναι η πολιτική Πυθία της επαρχίας του και ασυναγώνιστος κομματάρχης.

Διετέλεσε βουλευτής της επαρχίας Άργους σε όλες τις επί Όθωνα βουλευτικές περιόδους, πλην δύο, αυτή του 1847 και 1861, όπως και σε αυτές του 1865 και 1874-1875 επί Γεωργίου Α’. Κατά το 1868 αναδείχθηκε βουλευτής ο γιος του Νικόλαος (ο οποίος ήταν πληρεξούσιος Άργους στη Β’ Εθνική Συνέλευση της Αθήνας το 1863) και παρέμεινε επί πέντε συνεχείς περιόδους, μέχρι τον θάνατό του. Κατά την περίοδο δε 1875-1885 εκλεγόταν συνεχώς ο άλλος γιους του, Γεώργιος, και αυτός μέχρι τον θάνατό του. Ο Τσόκρης προώθησε επίσης ως δήμαρχο τον σύγαμπρό του Κωνστ. Βόκο (1838-1841 και 1852-1855), τον αδελφό του Γεώργιο (1841-1848), που έγινε και βουλευτής, αλλά και τον άλλο σύγαμπρό του Κωνστ. Ροδόπουλου (1848-1852), έχοντας με αυτό τον τρόπο και τη δημοτική αρχή του τόπου από το 1838 έως και το 1855 στα χέρια του.

Ο Τσόκρης είχε τιμηθεί και με άλλα αξιώματα. Εκτός του ότι έφερε και τα παράσημα του αργυρού και χρυσού σταυρού του Σωτήρος και των Ταξιαρχών, έγινε το 1844 συνταγματάρχης, στις 25 Ιανουαρίου 1847 υποστράτηγος της ενεργού φάλαγγας και στις 17 Δεκεμβρίου 1864 επίτιμος υπασπιστής του βασιλέως Γεωργίου Α’.

Υπήρξε μέλος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας της Αθήνας (1837), της Εταιρίας Ωραίων Τεχνών της Αθήνας (1845), του Συστήματος της Αφρικής (εταιρίας που είχε σκοπό τον αποικισμό της Αφρικής και την αναγέννηση της αφρικανικής φυλής, μέσω της κατάργησης της σωματεμπορίας και της δουλείας, 1847) και της Αρχαιολογικής Εταιρίας της Αθήνας (1858), ενώ το 1841 διετέλεσε πρόεδρος του Επαρχιακού Συμβουλίου Άργους, κ.λ.π.

Τέλος, κατά τη Ναυπλιακή επανάσταση της 1ης Φεβρουαρίου 1862 υπήρξε από τους πρώτους επαναστάτες και γι’ αυτό πρώτος εξαιρέθηκε της αμνηστίας από τον βασιλιά Όθωνα και εξορίστηκε στη Σμύρνη και από εκεί στη Μεσσήνη της Σικελίας. Δυστυχώς όμως στην επανάσταση εκείνη παρεξηγήθηκε και αδικήθηκε από τους άλλους επαναστάτες, ως μη ειλικρινής απέναντί τους, διότι δεν ανταπεξήλθε ενάντια στους χιλιάδες του Βασ. Στρατού, χωρίς να έχει ούτε ένα στρατιώτη. Αργότερα όμως δικαιώθηκε από τους ίδιους επαναστάτες, όταν τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, μετά την έξωσή του από τον Όθωνα, επέστρεψε από την εξορία στο Ναύπλιο και στο Άργος, όπου τον τίμησαν με μεγαλοπρεπή και πανηγυρική υποδοχή.

Ο στρατηγός Τσόκρης παντρεύτηκε τον Ιανουάριο του 1827 την αρχοντοπούλα Μαριγώ, κόρη του Αναγνώστη Ιατρού και απέκτησε πολυμελή οικογένεια. Ο πεθερός του καταγόταν από το Μπουγιάτι της Αλέας του Άργους, αλλά ήταν εγκατεστημένος στο Άργος από πολλά χρόνια, όπου είχε διακριθεί ως προύχοντας, φορώντας μάλιστα τζουμπέ, που ήταν το διακριτικό ένδυμα των κοτζαμπάσηδων. Ονομαζόταν δε Αναγνώστης Μπόνης, αλλά επειδή ήταν εμπειρικός γιατρός, μετονομάσθηκε Αναγνώστης Ιατρός. Είχε ένα γιο, τον Νικόλαο, ο οποίος υπήρξε βουλευτής Άργους επί τρεις βουλευτικές περιόδους (1847-1850 και 1853-1859) και σπούδασε ιατρική στο περιβόητο πανεπιστήμιο της Βονωνίας (Βολωνίας) της Ιταλίας, διότι, όπως έλεγαν εκείνη την εποχή «είναι αδύνατο να γίνει κάποιος τέλειος γιατρός, εάν δεν πάει στη Μπολώνια».

Ως εκ τούτου, στον Νικόλαο δόθηκε το προσωνύμιο Μπολώνιας, που διατήρησε σε όλη του τη ζωή στο Άργος. Παντρεύτηκε τη Φωτεινή Θ. Βλάσση, του πρώτου μινίστρου του Δικαίου και μετά τον θάνατό της (1837), την Αικατερίνη, κόρη του στρατηγού Δ. Πλαπούτα. Τέλος ο Αναγν. Ιατρός είχε τέσσερεις κόρες, τη Μαριγώ, Μαργαρίτα, Ευφροσύνη και Φωτεινή. Από αυτές παντρεύτηκε τη Μαριγώ ο στρατηγός Δ. Τσόκρης, τη Μαργαρίτα ο Νικόλ. Ζεγκίνης, ταμίας (σενδίκ εμίνης) επί Τουρκοκρατίας και μετά από αυτήν δημογέροντας, ειρηνοδίκης και συμβολαιογράφος, ο οποίος είχε τη φήμη του πνευματώδη και απαράμιλλου είρωνα, την Ευφροσύνη ο Κωνστ. Ροδόπουλος, έγκριτος Βυτιναίος, ανιψιός του κατά την επανάσταση επιφανούς μητροπολίτη Κορίνθου Κυρίλλου και μεγαλοκτηματίας, που διατέλεσε και δήμαρχος Άργους και τη Φωτεινή ο Αργείος προύχοντας Κωνστ. Βώκος, γαιοκτήμονας που διετέλεσε και δήμαρχος Άργους.

Ο Τσόκρης απέκτησε πολλά παιδία, έξι γιους και τρεις κόρες, από τις οποίες όλες, εκτός από μία, πέθαναν πρόωρα στην ακμή της ζωής τους και σχεδόν όλες ανύπαντρες. Εκτός από δύο γιους, στους οποίους έδωσε το όνομα του πατέρα του και που πέθαναν σε βρεφική ηλικία, απέκτησε τον Νικόλαον, που διετέλεσε πληρεξούσιος και βουλευτής Άργους (†1874), τον Χρήστο (†1869), τον Γεώργιο, που υπήρξε και βουλευτής Άργους (†1885), τον Κωνσταντίνο (†1898), την Πηνελόπη, που παντρεύτηκε τον επιφανή πολιτευτή Γορτυνίας και δικηγόρο Ιωάννη Ν. Ταμπακόπουλο και πέθανε, χωρίς να αποκτήσει παιδιά, το 1859 και την Αγγελική, διαπρεπή Αργεία, που πέθανε το 1903. Η νεότερη θυγατέρα του Ελένη ήταν πρόεδρος του Συλλόγου των Κυριών Άργους και σύζυγος του Ανδρέα Καρατζά. 

Τέλος, ο στρατηγός Τσόκρης, αφού έθαψε και τη σύζυγό του, που πέθανε το 1867, μετά τον γεμάτο δράση και δόξα, αλλά και ταλαιπωρία από τις πολλές περιπέτειες, συμφορές και θλίψεις, μακρύ βίο του, κοιμήθηκε ειρηνικά τον αιώνιο ύπνο, σε μεγάλη ηλικία, την 3η Απριλίου 1875. Κηδεύτηκε στο Άργος και η σορός του ετάφη στα ανατολικά του περιβόλου του ναού του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου, σε τάφο που αναπαύονται και τα οστά όλων των μελών της οικογένειάς του.

  

Υποσημειώσεις


 

* Από αυτούς ο Μεντής πληγώθηκε βαριά στην πολιορκία του Ναυπλίου, στη θέση Γλυκειά, σε αψιμαχία τον Αύγουστο του 1822 και πέθανε μετά από μερικές ημέρες στους Μύλους, όπου τον μετέφερε ο Τσόκρης για να θεραπευτεί. Ο Κακάνης πολέμησε και κατά του Ιμπραήμ πασά και έπεσε με τον Παπαφλέσσα στο Μανιάκι την 20η Μαΐου 1825. Ο Μπεκιάρης μετέβη τον Μάρτιο του 1827 στην Αττική επικεφαλής 180 Αργείων, όπου και έπεσε στη μάχη του Φαληρικού πεδίου μαζί με τον Γ. Καραϊσκάκη. Ο Νέζος διακρίθηκε για την πολεμική του ανδρεία και γι’ αυτό η Διοίκηση το 1823 τον προήγαγε σε υποχιλίαρχο (†1859). Ο δε Αναστ. Τσόκρης για τον ίδιο λόγο έγινε λοχαγός της φάλαγγας το 1845 (†1849).

** Από την οικογένειά του σώθηκε τουρκική παραξιφίδα (γιαταγάνι), λάφυρο του Αγώνα. Έχει μήκος 0,78 και πλάτος 0,03 του μέτρου. Η λαβή είναι από ελέφαντα και άργυρο, έως και την επάργυρη θήκη, η οποία έχει στο κάτω άκρο κεφάλι δράκου. Η λαβή φέρει και στις δύο πλευρές τουρκικές επιγραφές. Η μία από αυτές λέει «Μουσταφά Μεχμέτ, ο δούλος του Θεού, κατασκεύασεν», ενώ η άλλη «Ευλόγησον, Ύψιστε, την μαχαίραν ταύτην και κραταίωσον τον φέροντα αυτήν».

  

Πηγή


  •  Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    

Το μαρτύριο του νεομάρτυρος Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (1655) και το εκκλησιαστικοπολιτικόν πλαίσιον της εποχής του – Άρχιμ. Γεωργίου Αθ. Χώρα († 4.8.2005)


 

Άγιος Αναστάσιος

Ο Άγιος Αναστάσιος, γέννημα και θρέμμα του Ναυπλίου, ήταν κατά το επάγγελμα ζωγράφος και μάλιστα «επιτήδειος εις την Τέχνην». Ήδη από τα προηγούμενα του Αναστάσιου χρόνια είναι γνωστοί οι επώνυμοι Ναυπλιώτες και Αργείοι  αγιογράφοι, οι οποίοι εργάζονται καλλιτεχνικώς ανά την Πελοπόννησον κατά τον 17ον και τον επόμενον αιώνα: Δημήτριος και Γεώργιος Μόσχος, Νατάλιος ο Αργείος, Μανουήλ ιερεύς Ανδρώνος, Γεώργιος Μάρκου και οι συγγενείς Ναυπλιώτες ζωγράφοι:  Δημήτριος, Θεοδόσιος, Θεόδουλος, και Μαρίνος Κακαβάς και ο καταγόμενος από την ευρύτερη του Ναυπλίου περιοχή, ο έξ Αδαμίου ιερομόναχος Ιερεμίας.

Ο Αναστάσιος με αναγνωρισμένη την καλλιτεχνική του ιδιότητα, δικαιούμεθα να υποστηρίξωμεν ότι μετέχει της αγιογραφικής αυτής παραδόσεως του Ναυπλίου αλλά και των λοιπών πνευματικών κύκλων της γενέτειράς του, περί των οποίων γνωρίζωμεν εξ’ άλλων, πέραν του συναξαρίου, πηγών:

Υπενθυμίζομεν ενδεικτικώς τους παλαιοτέρους του Αναστασίου λογίους της οικογένειας Μαλαξού και τους Ζυγομαλάδες τους λογίους και αντιγραφείς κωδικών όπως ο Μιχαήλ Σουλάνδρος, τους διακινούμενους μεταξύ Ναυπλίου και Βενετίας λογίους, εμπορευομένους και ναυτικούς με επώνυμα επιβατηγά πλοία τακτικού νηολογίου, τις υπάρχουσες περί αυτών μαρτυρίες και περί των καθολικών στο Ναύπλιο Σχολείων και μοναχικών  ταγμάτων, περί Εβραίων εμπορευομένων και άλλων ξένων, ακόμη και περί των Σιναϊτών και Αγιοταφιτών Πρωτοσύγκελλων, συνδέσμων των Μονών τους μετά των περί το Ναύπλιον μονών.

Ο Άγιος Αναστάσιος, με την ευαισθησία και πνευματική καλλιέργεια, την οποία  ως   καλλιτέχνης διέθετε, επωφελήθη έκ της καλής γειτονιάς μετά των κύκλων ως προαναφέραμε και ο ίδιος, ως χαρισματική ψυχή, εκαλλιέργησε ευατόν μέχρι του μαρτυρικού τέλους του, την 1η Φεβρουαρίου1655, μέσα στην γενέτειρα του πόλη, το Ναύπλιον.

Προηγουμένως είχε περιέλθει ο Αναστάσιος σε δύσκολη ψυχολογική κατάσταση, έξ αφορμής ατυχούς γεγονότος της συναισθηματικής προσωπικής του ζωής, το οποίον και κατονομάζεται και λεπτομερέστερα σχολιάζεται στο σωζόμενο συναξάριον του Αγίου, ως κατωτέρω δημοσιεύεται. Έκτοτε περιεπλάκη μέχρι σημείου να έλθη σε στενώτερη επικοινωνία με φανατικούς Οθωμανούς του κάστρου τ’ Αναπλιού, το «Ανάμπολιν», όπως έλεγαν οι Τούρκοι, κυρίαρχοι της περιοχής από το 1540, όταν η πόλη παρεχωρήθη από τους Βενετούς διά συνθήκης μετά των Τούρκων.

Ο Αναστάσιος πάντως, « εβγήκε», κατά το συναξάριον, «από τον νούν του και επεριπάτει ένθεν κακείθεν». «Ευρισκόμενος εν αναισθήτω κατάστασει», κατά τον χαρακτηρισμόν του Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου, εξισλαμίσθη υπό των Τούρκων.

Την συνέχεια μαθαίνουμε από το Συναξάρι: « ο Αναστάσιος ερχόμενος εις εαυτόν βλέπει ότι είναι Τούρκος  και εφόρει εις την κεφαλήν άσπρο σαρίκι˙ και παρευθύς το έρριψεν εις την γήν και ήρχισε να βοά με μεγάλην βοήν παρρησία μέσα εις το πλήθος των Τούρκων :’’Εγώ χριστιανός ήμουν και  χριστιανός είμαι και χριστιανός θέλω να είμαι’’».

Αυτά, λοιπόν, συνέβησαν  τον χειμώνα του έτους 1655 (Φεβρουαρίου πρώτη) μέσα στο καλά οχυρωμένο Ναύπλιον, το οποίον και συνεκδοχικώς «Φρούριον» απεκαλείτο. Και είχε συνεπίκουρα δύο ακόμη φρούρια από ξηράς, νότια μεν το ‘Ιτς-Καλέ, δηλαδή την Ακροναυπλία, ανατολικά δε το φοβερό Παλαμήδι ή όπως ένας περιηγητής το ονομάζει:  «το Γιβραλτάρ αυτό της Πελοποννήσου», από δε το βόρειο  μέρος πάλι υψηλό τείχος, κατά μήκος της θαλάσσης με το επιθαλάσσιο φρούριο «το Μπούρτζι». Μια δε αλυσίδα ασφάλιζε το φυσικό λιμάνι της πόλεως εις τον μυχόν του Αργολικού κόλπου από πειρατικά  ή άλλα ανεπιθύμητα πλοία.

Μέσα σ’ αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο ζωής, στο περιορισμένον άλλωστε χώρο του Ναυπλίου, το κράτος της εξουσίας ήταν  πολύ αισθητό. Ο δε Αναστάσιος, προφανώς στον χώρο της πλατείας, μπροστά στο λεγόμενο «μικρό» τζαμί, όπου  τα καφενεία, και ο χώρος  των δημοσίων εκδηλώσεων ομολόγησε τον Χριστόν, κατά το Συναξάριον, «μέσα εις το πλήθος των Τούρκων» και απεδοκίμασε το Ισλάμ. Μεγάλη, πράγματι, πρόκληση γενικώς, αλλά ιδιαίτερα διά το επικρατούν κοινωνικό κλίμα της εποχής.

 

Άγιος Αναστάσιος

 

Τοπικοί ιστορικοί υποστηρίζουν με επιχειρήματα, ότι η Τουρκική Διοίκηση της πρώτης Τουρκοκρατίας του Ναυπλίου (1540-1686), κατά την οποίαν έλαβε χώραν το μαρτύριον του Αγίου, ήταν ηπία. Αυτό δεν φαίνεται  να απέχει της πραγματικότητος. Διότι, ένα έτος μετά την παράδοσιν του Ναυπλίου, υπό των Βενετών εις τους Τούρκους ανασυνεστήθη η Μητρόπολη Άργους και Ναυπλίου, η οποία μέχρι τότε, επί Βενετοκρατίας, διοικείτο από πρωτοπαπάδες.

Επίσης εν μέσω Τουρκοκρατίας, της λεγομένης πρώτης, η δεύτερη (1715-1821). Διεδέχθη την Β’ Ενετοκρατία (1686-1715), παρέμενε σε λειτουργία το ιερόν παλλάδιον του Ναυπλίου, η Αγία Μονή Αρείας, ανατολικά σε οπτική απόσταση από της πόλεως και ήταν μάλιστα κέντρον λογίων ανδρών- αντιγραφέων κωδίκων, ιδρυμένη από το 1149 επί Κομνηνών Αυτοκρατόρων, υπό Λέοντος  του  Αντζά, επισκόπου Άργους και Ναυπλίου. Και της οποίας Μονής τα κανονικά δικαιώματα είχαν διαμφισβητηθεί επί της προηγούμενης Ά Βενετοκρατίας, επί δόγη fancisco Foscari, προς τον οποίον κατέφυγον οι ημέτεροι διά την διατήρησιν των κεκτημένων.

Το δε 1616 συνεστήθη η Μονή Καλαμίου, ανατολικά του Ασκληπιείου Επιδαύρου, ενώ διετηρείτο σε λειτουργία η Μονή Ταξιαρχών Επιδαύρου, (από του ΙΕ΄αιώνως), η γειτονική Μονή Αγνούντος και το ασκηταριό της Πολεμάρχας στην Β.Α. παραλία της Παλαιάς Επιδαύρου, πόλοι αυτή πνευματικής ζωής αλλά και ελληνικής παιδείας, σημάδια Ορθοδοξίας και Ελληνισμού.

Το Ναύπλιον είχε τότε 6.000 κατοίκους με πληθυσμών ημιαστικόν. Υπήρχαν και Εβραίοι εμπορευόμενοι και μερικοί ξένοι Γάλλοι και Ραγκουσαιοί (Φράγκοι όπως τους έλεγαν) και καπουκίνοι από το 1641, ιδρυτές μετέπειτα σχολείου όπου σύμφωνα με σωζόμενη έκθεση φοιτούσαν και Ναυπλιωτόπουλα για να μάθουν τα στοιχειώδη γράμματα.

Το έτος όμως του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου (1655) ήταν κρίσιμο, διότι το Ναύπλιον, ως επίκαιρη θέση  με λιμάνι στην γνωστή πορεία διακινήσεως πλοίων από της προηγουμένης  Βενετοκρατίας μεταξύ  Βενετιάς – Κέρκυρας – Μονεμβασίας – Κυθήρων -Ναυπλίου εμπλέκεται στον γνωστό ενετοτουρκικό πόλεμο (1645-1699). Ο πόλεμος αυτός διαρκεί τριαντατέσσερα ολόκληρα χρόνια και είχε θλιβερές επιπτώσεις και για τις δύο πλευρές και κόστισε, κατά μόνην την πολιορκία του Χάνδακος – Ηρακλείου Κρήτης, εις μεν την Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας 30.000 θύματα, εις δε την Οθωμανική τότε Αυτοκρατορίαν 100.000, εις δε το Ναύπλιον μας τον Άγιον Αναστάσιον και άλλα τινά.

Ο αγώνας ήταν για την κυριαρχία στην Μεσόγειο, με αντιπάλους τας δυνάμεις που προαναφέραμε. Το Ναύπλιον, στα χέρια των Τούρκων, διέθετε ενισχυμένη τουρκική φρουρά και είχε πυκνή και δυναμική παρουσία Τούρκων Αγάδων, βαθμοφόρων στρατιωτικών με διακίνησιν πολλών οπλιτών. Διετέλεσε διαμετακομιστικός σταθμός και κέντρο ανεφοδιασμού των κρατούντων Τούρκων και των μαχομένων κατά των Βενετών της Κρήτης. Όπως ο Κρητικός ποιητής Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής καθαρά το λέει: «Μ’ από τ’ Ανάπλι έβγαινε καθημερινό λεσκέρι,/ τση λόντρες κι εφορτόνασι στην Κρήτη να τούς φέρη».

Εντός, λοιπόν, της περιορισμένης γαιοφυσικής περιοχής του Ναυπλίου, συνωστίζοντο και διακινούντο καθημερινώς οπλοφόροι στρατιώτες και αξιωματούχοι με όλη εκείνη την γνωστή ψυχολογία του πολέμου και με την μέθη της κατακτητικής μανίας. Στόχος είπαμε ήταν η Κρήτη. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα επαυξάνεται η καχυποψία των Τούρκων κατά των χριστιανών, επομένως και εκείνων του Ναυπλίου, με αφορμή μάλιστα τις πολεμικές αποτυχίες των Τούρκων, διαρκούντος του πολέμου.

Χαρακτηριστικό είναι ένα πολεμικό επεισόδιο, που έγινε στο Ναύπλιον, τον Ιούνιον του 1647, δηλαδή οκτώ χρόνια πριν από το μαρτύριο του Αγίου, με θύμα πάλιν έναν, θα λέγαμε με σύγχρονη έκφραση, «αντιστασιακό» τολμηρό Ναυπλιώτη: Τότε ο ενετικός στόλος με ναύαρχο τον Ιωάννη– Βαπτιστή Grimani συνάντησε στην  ανοιχτή θάλασσα τον Οθωμανικό στόλο, που κατευθύνετο στην Κρήτη και τον κατεδίωξε μέχρις Ευβοίας, Βόλου, Χίου, Μυτιλήνης, από όπου τελικά κατέφυγε στο λιμάνι του Ναυπλίου. Εκεί τα τουρκικά τηλεβόλα από τα φρούρια της πόλεως, πού προαναφέραμε, απέκλεισαν τον καταδιωκτικό στόλο των Βενετών να εισέλθη στον μυχό του Αργολικού Κόλπου. Κατά την διάρκεια του αποκλεισμού αυτού ένας έλληνας Ναυπλιώτης είχε την τολμηρή ιδέα να πυρπόληση μία νύχτα τον τουρκικό στόλο. Συνελήφθη όμως κατά την εκτέλεση του εγχειρήματος του. Προσήχθη ενώπιον του Οθωμανού ναυάρχου, ωμολόγησε την πράξη του και εθανατώθη μετά από σκληρά βασανιστήρια. ‘Έτσι έγινε ο ηρωικώς αυτός Ναυπλιώτης πρόδρομος του Αγίου Αναστασίου, εθνομάρτυς.  Άλλωστε δεν δεχόμεθα ότι οι νεομάρτυρες είναι εν ταυτώ και εθνομάρτυρες;

Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτή την νευρικότητα των πολεμικών παρασκευών και επιχειρήσεων ο Αναστάσιος ύψωσε το ανάστημα του. Ήλθε ανοιχτά, δυναμικά και απότομα αντιμέτωπος με τον τουρκικόν όχλον, του οποίου προεκάλεσε τον φανατισμόν, αφού προσέβαλε το θρησκευτικό και εθνικό συναίσθημα των Οθωμανών. Ποιος; – Αυτός ο υποτελής, ο γκιαούρ (ο άπιστος).

Τα ανωτέρω προκύπτουν από το Συναξάρι του Αγίου: «οι δε Αγαρηνοί, ως τον είδον πώς μετενόησεν, έτρεξαν επάνω του με ορμήν και δέροντες και σπρώχνοντες τον έφεραν εις τον κριτήν, όστις έπασχε με τρόπους απατηλούς, πότε κολακεύοντας και πότε απειλούντας να τον χωρίση της πίστεως των χριστιανών, άλλ’ ο μάρτυς εις ουδέν ταύτα ελογίαζεν και έστηκε ακλόνητος…». Ο κριτής, μετά συνοπτική διαδικασία, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν, «αλλ’ οι Αγαρηνοί δεν τον ήκουσαν, αλλ΄ευθύς όταν τον έβγαλαν από το κριτήριον, ώρμησαν κατ΄ επάνω του, ώσποτε οι Ιουδαίοι εις τον πρωτομάρτυρα Στέφανον, και άλλοι με ξύλα, άλλοι με ξίφη, άλλοι με μαχαίρας, εκατατρυπούσαν το σώμα του μάρτυρος, έως ότου τον εκατέκοψαν εις λεπτά κομμάτια και ούτως ετελειώθη ο ευλογημένος Αναστάσιος…».    

Άρα, ο Άγιος Αναστάσιος αποτόλμησε, έξι ζών, ό,τι οι πολλοί απέφευγαν: έγινεν εκφραστής της χριστιανικής πίστεως. Η φωνή του (η ομολογία του) ήταν σαν κραυγή διαμαρτυρίας μέσα στην νύχτα της σκλαβιάς, σαν φως που έλαμψε και εφάνη το χάσμα, δηλαδή όλη η σιωπώσα μανία των κρατούντων εναντίον των υποτελών, τελούντων έστω, ως παραδίδεται, υπό ηπία διοίκηση, η οποία είναι μάλλον παραπλανητική, γιατί σε αποκοιμίζει. Επισημαίνουμε όμως ότι ο Άγιος παρέμεινε προ και κατά την διάρκεια της δίκης μόνος του, όπως παραπονείται ο Δαβίδ λέγων: « οι φίλοι μου και οι πλησίον μου εξ εναντίας μου ήγγισαν και έστησαν και οι έγγιστα μου από μακρόθεν έστησαν» (Ψαλμ. λζ’).

Το συναξάρι του Αγίου Αναστασίου δεν κάνει λόγο για κανένα συμπαραστάτη ή πνευματικό σύμβουλο ή και συγγενή του, ή για την επίσημη εκκλησιαστική Αρχή της περιοχής Ναυπλίου και Άργους.

 

O σύγχρονος του Αγίου, Μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους Θεοφάνης

 

Μητροπολίτης τότε Άργους και Ναυπλίου ήταν ο Θεοφάνης επί οικουμενικού πατριάρχου Παϊσίου (δευτέρα πατριαρχεία του: Μάρτιος 1645 – Μάρτιος 1655). ’Εξ άλλων πηγών γνωρίζουμε ότι από του προηγουμένου του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου έτους είχε παυθή τρεις μόλις μήνες προ του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου «με καθαίρεσιν τελείαν δι’ ωμοφορίου και επιτραχηλίου και είχεν εξωσθή του θρόνου και της Μητροπόλεως Ναυπλίου, Θεοφάνης μοναχός καλούμενος από του νύν…», διά συνοδικής πράξεως του μηνός Οκτωβρίου 1654, με την κατηγορία ότι δεν κατέβαλεν εις το ακέραιον την οφειλόμενη συνεισφορά του εις το κοινόν Ταμείον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, σε εποχή μάλιστα ανέχειας, όπως ρητώς σημειώνεται στην μνημονευθείσα συνοδική πράξη.

Εκεί διαβάζουμε: «…πάντων δε των αρχιερέων, μητροπολιτών φημί, αρχιεπισκόπων τε και επισκόπων, πληρούντων ευγνωμόνως και πειθηνίως και μετά χαράς, ει και τυχόν βαρείαν ούσαν και μικράν υπέρ δύναμιν αυτών, την πατριαρχικήν ζητείαν, κατά την περίληψιν του συνοδικού καταστίχου και της αποφάσεως της αρχιερατικής, μόνος ο Ναυπλίου Μητροπολίτης Θεοφάνης απεσκίρτησε και απεκόπη βουλήσει,  γνώμη και προαιρέσει της ομηγύρεως και σειράς των αρχιερέων, μήτε τη καθ’ ημάς του Χριστού μεγάλη εκκλησία υποταττόμενος, ο παχύς την ψυχήν και την καρδίαν, ο βαρβαρογένει τεθραμμένος, μήτε τοίς αρχιερεύσι και τη συνόδω συμφωνών, μήτε τοίς αδυνάτοις αδελφοίς σπλαχνιζόμενος, πλούτω βρύων ο ασυνείδητος και ανοία και αγροικία συζών, ουδέποτε γάρ έφθασε πληρώσαι το κατ’αναλογίαν της ζητείας αυτού μέρος…».

Στην χηρεύσασα θέση, μετά την κατά τα ανωτέρω καθαίρεση του Θεοφάνους, διωρίσθη ταυτόχρονα ο ιερομόναχος Μακάριος, επιλεγείς υπό της Ι. Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου εκ των τριών τότε προταθέντων υποψηφίων δια την Μητρόπολη Ναυπλίου και Άργους.

Δεν γνωρίζομε εάν εν τω μεταξύ ο Μακάριος είχε φθάσει στο Ναύπλιον και πότε ανέλαβε τα καθήκοντά του. Γεγονός είναι ότι το ίδιο έτος του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου, επί πατριαρχείας Ιωαννικίου (β’ πατριαρχεία 1655-1656), διαδόχου του Οικουμενικού Πατριάρχου Παϊσίου, με συνοδική πράξη του μηνός Νοεμβρίου 1655, δηλαδή μετά εξάμηνον από το μαρτύριον του Αγίου, ηθωώθη ο τιμωρηθείς το προηγούμενον έτος Ναυπλίου Θεοφάνης, διότι «…έλθων εν ευατώ ο διαληφθείς Θεοφάνης, οδόν ανίσας, ήλθεν είς Κωνσταντινούπολιν˙δις δε και τρίς παραστάς τη συνόδω επί παρουσία ιερωτάτων αρχιερέων κληρικών και αρχόντων ανήγγειλε τα αυτώ συνοίσοντα και ωφελούντα, αγωγήν κινήσας, δεόμενος της συνόδου έλεον χέαι κατ’ αυτού και αντιλαβέσθαι αυτόν, παιδευθέντα ές ικανόν…».

Κατά την συνοδικήν απόφασιν έγινε δεκτόν, «συγκαταθέσει και των ιερώτατων αρχιερέων…, ίνα ο ιερώτατος μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους κύρ Θεοφάνης και υπέρτιμος εν αγίω πνεύματι αγαπητός ημών αδελφός και συλλειτουργός είη εκτελών ακωλύτως άπαντα τα τοίς αρχιερεύσι προσήκοντα, ός λαβών τελείως την λύσιν της παιδείας και την συγχώρησιν, παρά πάντων τιμώμενος και αγαπώμενος και διευλαβούμενος, παρ’ ουδενός το παράπαν  εναντιούμενος ή εμποδιζόμενος ιερωμένου και λαϊκού, εν αργία ασυγγνώστω και αφορισμώ αλύτω ούτως απεφηνάμεθα…».

Μετά την κατά τα ανωτέρω αθώωσιν και αποκατάστασιν του Θεοφάνους εις τον θρόνον της Μητροπόλεως Ναυπλίου και Άργους, από τον οποίον είχε πρόσφατα εκπεσθή, είναι γνωστή η τύχη του διαδόχου του Μακαρίου. Ούτος ετοποθετήθη είς την Μητρόπολιν Μηθύμνης, είς αντικατάστασιν του γέροντος Μητροπολίτου Μηθύμνης Ανθίμου υπό την εξής μεθόδευσιν: Προηγήθη την 2αν Αυγούστου 1656 η παραίτησις του Ανθίμου «διά τα ανυπόφορα χρέη της επαρχίας του» υπέρ του Μητροπολίτου Ναυπλίου και Άργους Μακαρίου. Ο Μακάριος, όπως και γραπτώς είχεν υποσχεθή, θα ανελάμβανε τα χρέη της Μητροπόλεως Μηθύμνης και θα έδειδε στον παραιτηθέντα ‘Aνθιμον «τα σημφωνηθέντα»».

Με αυτούς τους όρους επηκολούθησεν η εκλογή σε Μητροπολίτη Μεθύμνης, κατά τον αυτόν μήνα Αύγουστον 1656, του πρώην Ναυπλίου και Άργους Μακαρίου. Έτσι ο Θεοφάνης παρέμεινεν αδιαφιλονίκητος Μητροπολίτης Ναυπλίου όχι όμως μέχρι τέλους.

Επισημαίνουμε ότι ο αυτός Θεοφάνης, ο αποκατασταθείς κατά τα ανωτέρω εις την Μητρόπολιν Ναυπλίου και Άργους, μετά δεκαετίαν ακριβώς από της κατά τα ανωτέρω αθωώσεως του κατεδικάσθη εκ νέου επί οικονομικού πατριάρχου Παρθενίου Δ’ (β΄ πατριαρχεία 1665-1667) πάλιν εις καθαίρεσιν «και εις το εξής έν τάξει διάγειν ιδιώτου και Θεοφάνην μοναχόν λέγεσθαι, αμέτοχον της τε τιμής των αρχιερέων και των εισοδημάτων της μητροπόλεως…τη δέ  ιερά  των αρχιερέων συνόδω δέδοται η άδεια, κατά την εκκλησιαστικήν διατύπωσιν, διά ψήφων κανονικών εκλέξαι τον αξίως προστησόμενον ταύτης της μητροπόλεως, χηρευούσης προστάτου, επί τω χειροτονηθήναι γνήσιον εν αυτή…».

Ο Θεοφάνης έχασε και πάλιν τον αρχιερατικόν θρόνον του Ναυπλίου, με το κατηγηρητήριον ότι  ήταν « εκ φύσεως ανεπιτηδειότητα κεκτημένος αλλά και εκ προαιρέσεως αχρείος … άτε βαρβαροήθης  και της κατά ποιμαντικήν παιδείας τελείως αμέτοχος, εστερημένος πάμπαν εφάνη του ουσιώδους τούτου και συστατικού της ποιμαντικής ιδιώματος, εβούλετο γάρ ποιμήν και μητροπολίτης λέγεσθε της Μητροπόλεως Ναυπλίου και Άργους, ου μην φροντίζειν της επισκέψεως των χριστιανών και της των ψυχών αυτών διοικήσεως …αλλά το μέν βαλάντιον ηύξε χρημάτων πεπληρωκώς… αυτός δε ουδόλως εξήρχετο, ουδέ περιέρχετο  την εμπιστευθείσαν αυτώ μητρόπολιν επισκεπτόμενος επί ψυχών σωτηρία, αλλά νυκτοκόρακος δίκην, έν παραβίστω που ήμενεν, μόλις κατά τινάς επισήμους ημέρας εφαίνετο και τούτο δι’ αισχροκέρδειαν ίσως…ήρξατο και τους κειμένους της Εκκλησίας νόμους αθετείν και υπέρ τα εσκαμμένα πηδάν, τετραγαμίας δηλονότι συγχωρείν και τους εν εβδόμω βαθμώ εξ αίματος συνάπτειν εν γνώσει και άλλα παμπόνηρα κατατολμάν, δι’ ανεβλάβειαν παντελή, ού ποιμένος αλλά σχήμα υποδυόμενος λύκους, εν προβάτου δορά τυχόν και διά γήρας υπερβάλλον σέσεισθαι τάς φρένας και διά τούτο χείρονα των εν τη νεότητι εργαζόμενος , ότε και παιδεία καθυπεβληθή πρός  σωφρονισμόν, είτα και συγχωρήσεως έτυχε διά μετανοίαν, αλλά το εκ φύσεως και προαιρέσεως συνημμένον κακκόν ούκ αφίσταται.’Οθεν αυτός μέν και χείρων εγένετο, οί δε έν τη επαρχία ταύτη ευρισκουμένοι κληρικοί, ιερείς τε και γέροντες, τοίς ατοπήμασι αυτού πυρούμενοι και αρχιερατικής επισκέψεως υστερούμενοι, τα μέν ανήκοντα ποιμένι δικαιώματα εκπληρούντες, ποιμένος δε ουδαμώς απολαύοντες, δι΄υπογεγγραμένων κοινώς παρά πάντων αναφορών, ταύτα ημίν προστήσαντο…».

Τις παραλήψεις, λοιπόν, του Θεοφάνους ανέφεραν εις το Πατριαρχείον, «δι’ υπογεγγραμένων κοινώς παρά πάντων αναφορών» οι τρομαγμένοι από το μαρτύριον του Αγίου και ταυτόχρονα απογοητευμένοι από την συμπεριφορά του ποιμένος τους «οι εν τη επαρχία ταύτη (Ναυπλία) κληρικοί, ιερείς και γέροντες».

Όπως είναι φανερόν, δεν υπήρχε τότε στο Ναύπλιον εκκλησιαστική ηγεσία, ικανή διά να μεριμνήση περί του Αναστασίου, τούτου έτι ζώντος  η μετά το μαρτυρικό τέλος του, πλέον του ότι «όλα τά ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκων’ η σκλαβιά». Έτσι δεν γνωρίζομε ούτε τον τάφον του ούτε την τύχη του λειψάνου του. Ίσως ερρίφθη εις την θάλλασαν.

Οι μετέπειτα όμως Μητροπολίται Αργολίδος ετίμησαν τον νεομάρτυρα Αναστάσιον τον Ναυπλιέα. Η μνήμη του εορτάζεται με λαμπρότητα στον ιστορικό ναό της Παναγίας Ναυπλίου, όπου στεγάζεται και η μεγάλη επάργυρη εικόνα του Αγίου Αναστασίου και εκεί η μνήμη του επιβιώνει.

Ο δε νύν Μητροπολίτης Αργολίδος κ. Ιάκωβος Παχής είναι εκείνος ο οποίος είχε την πρωτοβουλίαν εξοφλήσεως του προς τον Άγιον οφειλουμένου χρέους των Ναυπλιωτών: ανήγειρε σε συντομώτατο χρονικό διάστημα επιβλητικόν προς τιμήν του Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως ναόν, τον οποίον ονόμασε και προσκυνηματικόν. Εκεί ψάλλεται η Ακολουθία του Αγίου, σύνθεσις του εις Άγιον Όρος εφησυχάσοντος Μητροπολίτου πρώην Κάσου και Καρπάθου Νείλου Σμυρνιωτόπουλου, κατά παραγγελίαν του τότε «Αρχιεπισκόπου» Αργολίδος Νικάνδρου (1882-1912).

Υπάρχει και η Ακολουθία  του Αγίου, ποίημα Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, εκδοθείσα προνοία του Μητροπολίτου Αργολίδος (1945-1965), μετέπειτα Πειραιώς Χρυσοστόμου Ταλβαδωράκη (1965-1975) και επιμελεία Άρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Μητροπολίτου μετέπειτα και αυτού Αργολίδος (1965-1985).

Από δε του έτους 1935 με το Βασιλικό Διάταγμα της 14ης Νοεμβρίου 1935, υπογραφόμενον, εν ονόματι του Βασιλέως υπό του Γεωργίου Κονδύλη και επί Υπουργού Εργασίας Γεωργίου Καρτάλη, απεφασίσθη και διετάχθη, όπως  «κατά την 1ην Φεβρουαρίου, εορτήν του Αγίου Αναστασίου, τα παντοπωλεία, κουρεία, υποδηματοποιεία και σανδαλοποιεία, οινοπωλεία, αρτοποιεία, κρεοπωλεία, ιχθυοπωλεία, λαχανοπωλεία, ραφεία, φανοποιεία και υδραυλικά καταστήματα, φαρμακεία, εμπορικά καταστήματα, σιδηρουργεία και επιπλοποιεία της πόλεως Ναυπλίου παραμένουν κλειστά καθ’ όλην την ημέραν, καθιερουμένης της ως άνω τοπικής εορτής, ως  εορτασίμου ημέρας. Κατά την αυτήν ως άνω εορτάσιμον ημέραν τα  καφενεία, ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια της αυτής πόλεως παραμένουν  κλειστά μόνον κατά τας ώρας της περιφοράς της εικόνος…».

Η μνήμη του Αγίου Αναστασίου, νεομάρτυρος του Ναυπλιέως, εορτάζεται πανηγυρικά και στην Αθήνα μεταξύ των εν Αθήναις Ναυπλιωτών, με προτοβουλία του Συλλόγου των απανταχού Ναυπλιωτών  «Ο Ναύπλιος» στον Άγιο Γεώργιο Καρύτση, όπου έχομε από πεντηκοταετίας και φορητή εικόνα του Αγίου.

Εξ όσων γνωρίζω δεν διηγούνται στο Ναύπλιον για θαύματα του Αγίου Αναστασίου. Έν τούτοις η μνήμη του επιβιώνει επί τριακόσια και πλέον χρόνια και μας συγκινεί. Το μεγάλο Του θαύμα είναι η καλή αλλοίωση, που φέρνει στις ψυχές μας η ανάμνηση κάθε χρονιά του μαρτυρίου του, η θερμή πίστη και η αυταπάρνησή του. Η επικοινωνία με τον κόσμο  του Πνεύματος, που κάνει  ο καθένας μας, με μυστικόν συνομιλητήν μας τον  νέον εκείνον Ναυπλιώτη ζωγράφο, τον Άγιον Αναστάσιον του έτους 1655 μ.χ., ο οποίος από το ικρίωμα του μαρτυρίου του (σώζεται η εληά, που λέγεται ότι εκρεμάσθη ο Άγιος) πέρασε με την θυσία του στην αιωνιότητα, απ’ όπου μας στέλνει μηνύματα πίστεως και ομολογίας.

Τελειώνοντας επισημαίνομεν ότι το εκκλησιαστικοπολιτικόν πλαίσιον της εποχής του Αγίου, στο οποίο και ανεφέρθημεν, επιβεβαιώνει την αφελή διήγησιν του Συναξαρίου του.

Σημειωτέον ακόμη το ηθικόν δίδαγμα πού δίδει η αντιφατική εικόνα της εκκλησιαστικής διοικήσεως μέσα στο Τουρκοκρατούμενο Ναύπλιον, κατά την χρονική στιγμή του μαρτυρίου του Αγίου: Τον χειμώνα του 1655 ζουν μέσα στο ασφυκτικά οχυρωμένο Ναύπλιον δύο χριστιανικά πρόσωπα. Το ένα ηλικιωμένο με ανευθυνότητα και με χλιαρότητα, το άλλο πρόσωπο νέο και με πνευματικές αναζητήσεις, ενθουσιασμό και πίστη πολλή.

Το γεγονός θυμίζει την παραβολή περί της βασιλείας των ουρανών, ως σαγήνης (Ματθ.ιγ’,47). Εκεί καθαρά φαίνεται ότι ο Θεός είναι ο Μεγάλος Ψαράς που ζητεί να μας μαζέψη στην βασιλεία των ουρανών. Το δίχτυ του Αλιέως των ψυχών συλλαμβάνει και μικρά και μεγάλα ψάρια, ακόμη και φύκια και σαπρά. Το χρέος μας είναι να προσπαθήσουμε να εκκολαφθούμε πνευματικά μέσα στην σαγήνη του θεού, «όστις θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και είς επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Ιακώβου α’,26). Πολλοί δρόμοι οδηγούν στον Θεό, ο οποίος στέλνει πάντα τους ανθρώπους του, άλλοτε οδηγητές, άλλοτε τιμητές, άλλοτε μόνον σιωπηλούς συμπαραστάτες, διδάσκοντες μόνον με τα καλά  τους έργα. Και είδαμε πώς ο Άγιος Αναστάσιος επαρηγόρησε τους απογοητευμένους συμπατριώτες του και ποια μηνύματα πίστεως και πιστότητος στέλνει από την υψηλή του πνευματική περιωπή και θα συνεχίζει να εμπνέη τους «αναθεωρούντας την έκβασιν της ευατού αναστροφής».

Η παρούσα μελέτη αποτελεί, εις γραπτήν μορφήν, το κύκνειον άσμα του αειμνήστου συγγραφέως, ήτοι ανακοίνωσιν αναγνωσθείσαν την 12.11.2000 εν Ύδρα εις το διορθόδοξον επιστημονικόν συνέδριον με θέμα: «Κωνσταντίνος ο Υδραίος – Νεομάρτυρες προάγγελοι της αναστάσεως του Γένους», το διοργάνωθέν υπό της Ιεράς Μητροπόλεως Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης.

 

Διαβάστε ακόμη:

Άγιος Αναστάσιος ο Νεομάρτυρας ο Ναυπλιώτης