Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Το μαρτύριο του νεομάρτυρος Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (1655) και το εκκλησιαστικοπολιτικόν πλαίσιον της εποχής του – Άρχιμ. Γεωργίου Αθ. Χώρα († 4.8.2005)


 

Άγιος Αναστάσιος

Ο Άγιος Αναστάσιος, γέννημα και θρέμμα του Ναυπλίου, ήταν κατά το επάγγελμα ζωγράφος και μάλιστα «επιτήδειος εις την Τέχνην». Ήδη από τα προηγούμενα του Αναστάσιου χρόνια είναι γνωστοί οι επώνυμοι Ναυπλιώτες και Αργείοι  αγιογράφοι, οι οποίοι εργάζονται καλλιτεχνικώς ανά την Πελοπόννησον κατά τον 17ον και τον επόμενον αιώνα: Δημήτριος και Γεώργιος Μόσχος, Νατάλιος ο Αργείος, Μανουήλ ιερεύς Ανδρώνος, Γεώργιος Μάρκου και οι συγγενείς Ναυπλιώτες ζωγράφοι:  Δημήτριος, Θεοδόσιος, Θεόδουλος, και Μαρίνος Κακαβάς και ο καταγόμενος από την ευρύτερη του Ναυπλίου περιοχή, ο έξ Αδαμίου ιερομόναχος Ιερεμίας.

Ο Αναστάσιος με αναγνωρισμένη την καλλιτεχνική του ιδιότητα, δικαιούμεθα να υποστηρίξωμεν ότι μετέχει της αγιογραφικής αυτής παραδόσεως του Ναυπλίου αλλά και των λοιπών πνευματικών κύκλων της γενέτειράς του, περί των οποίων γνωρίζωμεν εξ’ άλλων, πέραν του συναξαρίου, πηγών:

Υπενθυμίζομεν ενδεικτικώς τους παλαιοτέρους του Αναστασίου λογίους της οικογένειας Μαλαξού και τους Ζυγομαλάδες τους λογίους και αντιγραφείς κωδικών όπως ο Μιχαήλ Σουλάνδρος, τους διακινούμενους μεταξύ Ναυπλίου και Βενετίας λογίους, εμπορευομένους και ναυτικούς με επώνυμα επιβατηγά πλοία τακτικού νηολογίου, τις υπάρχουσες περί αυτών μαρτυρίες και περί των καθολικών στο Ναύπλιο Σχολείων και μοναχικών  ταγμάτων, περί Εβραίων εμπορευομένων και άλλων ξένων, ακόμη και περί των Σιναϊτών και Αγιοταφιτών Πρωτοσύγκελλων, συνδέσμων των Μονών τους μετά των περί το Ναύπλιον μονών.

Ο Άγιος Αναστάσιος, με την ευαισθησία και πνευματική καλλιέργεια, την οποία  ως   καλλιτέχνης διέθετε, επωφελήθη έκ της καλής γειτονιάς μετά των κύκλων ως προαναφέραμε και ο ίδιος, ως χαρισματική ψυχή, εκαλλιέργησε ευατόν μέχρι του μαρτυρικού τέλους του, την 1η Φεβρουαρίου1655, μέσα στην γενέτειρα του πόλη, το Ναύπλιον.

Προηγουμένως είχε περιέλθει ο Αναστάσιος σε δύσκολη ψυχολογική κατάσταση, έξ αφορμής ατυχούς γεγονότος της συναισθηματικής προσωπικής του ζωής, το οποίον και κατονομάζεται και λεπτομερέστερα σχολιάζεται στο σωζόμενο συναξάριον του Αγίου, ως κατωτέρω δημοσιεύεται. Έκτοτε περιεπλάκη μέχρι σημείου να έλθη σε στενώτερη επικοινωνία με φανατικούς Οθωμανούς του κάστρου τ’ Αναπλιού, το «Ανάμπολιν», όπως έλεγαν οι Τούρκοι, κυρίαρχοι της περιοχής από το 1540, όταν η πόλη παρεχωρήθη από τους Βενετούς διά συνθήκης μετά των Τούρκων.

Ο Αναστάσιος πάντως, « εβγήκε», κατά το συναξάριον, «από τον νούν του και επεριπάτει ένθεν κακείθεν». «Ευρισκόμενος εν αναισθήτω κατάστασει», κατά τον χαρακτηρισμόν του Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου, εξισλαμίσθη υπό των Τούρκων.

Την συνέχεια μαθαίνουμε από το Συναξάρι: « ο Αναστάσιος ερχόμενος εις εαυτόν βλέπει ότι είναι Τούρκος  και εφόρει εις την κεφαλήν άσπρο σαρίκι˙ και παρευθύς το έρριψεν εις την γήν και ήρχισε να βοά με μεγάλην βοήν παρρησία μέσα εις το πλήθος των Τούρκων :’’Εγώ χριστιανός ήμουν και  χριστιανός είμαι και χριστιανός θέλω να είμαι’’».

Αυτά, λοιπόν, συνέβησαν  τον χειμώνα του έτους 1655 (Φεβρουαρίου πρώτη) μέσα στο καλά οχυρωμένο Ναύπλιον, το οποίον και συνεκδοχικώς «Φρούριον» απεκαλείτο. Και είχε συνεπίκουρα δύο ακόμη φρούρια από ξηράς, νότια μεν το ‘Ιτς-Καλέ, δηλαδή την Ακροναυπλία, ανατολικά δε το φοβερό Παλαμήδι ή όπως ένας περιηγητής το ονομάζει:  «το Γιβραλτάρ αυτό της Πελοποννήσου», από δε το βόρειο  μέρος πάλι υψηλό τείχος, κατά μήκος της θαλάσσης με το επιθαλάσσιο φρούριο «το Μπούρτζι». Μια δε αλυσίδα ασφάλιζε το φυσικό λιμάνι της πόλεως εις τον μυχόν του Αργολικού κόλπου από πειρατικά  ή άλλα ανεπιθύμητα πλοία.

Μέσα σ’ αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο ζωής, στο περιορισμένον άλλωστε χώρο του Ναυπλίου, το κράτος της εξουσίας ήταν  πολύ αισθητό. Ο δε Αναστάσιος, προφανώς στον χώρο της πλατείας, μπροστά στο λεγόμενο «μικρό» τζαμί, όπου  τα καφενεία, και ο χώρος  των δημοσίων εκδηλώσεων ομολόγησε τον Χριστόν, κατά το Συναξάριον, «μέσα εις το πλήθος των Τούρκων» και απεδοκίμασε το Ισλάμ. Μεγάλη, πράγματι, πρόκληση γενικώς, αλλά ιδιαίτερα διά το επικρατούν κοινωνικό κλίμα της εποχής.

 

Άγιος Αναστάσιος

 

Τοπικοί ιστορικοί υποστηρίζουν με επιχειρήματα, ότι η Τουρκική Διοίκηση της πρώτης Τουρκοκρατίας του Ναυπλίου (1540-1686), κατά την οποίαν έλαβε χώραν το μαρτύριον του Αγίου, ήταν ηπία. Αυτό δεν φαίνεται  να απέχει της πραγματικότητος. Διότι, ένα έτος μετά την παράδοσιν του Ναυπλίου, υπό των Βενετών εις τους Τούρκους ανασυνεστήθη η Μητρόπολη Άργους και Ναυπλίου, η οποία μέχρι τότε, επί Βενετοκρατίας, διοικείτο από πρωτοπαπάδες.

Επίσης εν μέσω Τουρκοκρατίας, της λεγομένης πρώτης, η δεύτερη (1715-1821). Διεδέχθη την Β’ Ενετοκρατία (1686-1715), παρέμενε σε λειτουργία το ιερόν παλλάδιον του Ναυπλίου, η Αγία Μονή Αρείας, ανατολικά σε οπτική απόσταση από της πόλεως και ήταν μάλιστα κέντρον λογίων ανδρών- αντιγραφέων κωδίκων, ιδρυμένη από το 1149 επί Κομνηνών Αυτοκρατόρων, υπό Λέοντος  του  Αντζά, επισκόπου Άργους και Ναυπλίου. Και της οποίας Μονής τα κανονικά δικαιώματα είχαν διαμφισβητηθεί επί της προηγούμενης Ά Βενετοκρατίας, επί δόγη fancisco Foscari, προς τον οποίον κατέφυγον οι ημέτεροι διά την διατήρησιν των κεκτημένων.

Το δε 1616 συνεστήθη η Μονή Καλαμίου, ανατολικά του Ασκληπιείου Επιδαύρου, ενώ διετηρείτο σε λειτουργία η Μονή Ταξιαρχών Επιδαύρου, (από του ΙΕ΄αιώνως), η γειτονική Μονή Αγνούντος και το ασκηταριό της Πολεμάρχας στην Β.Α. παραλία της Παλαιάς Επιδαύρου, πόλοι αυτή πνευματικής ζωής αλλά και ελληνικής παιδείας, σημάδια Ορθοδοξίας και Ελληνισμού.

Το Ναύπλιον είχε τότε 6.000 κατοίκους με πληθυσμών ημιαστικόν. Υπήρχαν και Εβραίοι εμπορευόμενοι και μερικοί ξένοι Γάλλοι και Ραγκουσαιοί (Φράγκοι όπως τους έλεγαν) και καπουκίνοι από το 1641, ιδρυτές μετέπειτα σχολείου όπου σύμφωνα με σωζόμενη έκθεση φοιτούσαν και Ναυπλιωτόπουλα για να μάθουν τα στοιχειώδη γράμματα.

Το έτος όμως του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου (1655) ήταν κρίσιμο, διότι το Ναύπλιον, ως επίκαιρη θέση  με λιμάνι στην γνωστή πορεία διακινήσεως πλοίων από της προηγουμένης  Βενετοκρατίας μεταξύ  Βενετιάς – Κέρκυρας – Μονεμβασίας – Κυθήρων -Ναυπλίου εμπλέκεται στον γνωστό ενετοτουρκικό πόλεμο (1645-1699). Ο πόλεμος αυτός διαρκεί τριαντατέσσερα ολόκληρα χρόνια και είχε θλιβερές επιπτώσεις και για τις δύο πλευρές και κόστισε, κατά μόνην την πολιορκία του Χάνδακος – Ηρακλείου Κρήτης, εις μεν την Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας 30.000 θύματα, εις δε την Οθωμανική τότε Αυτοκρατορίαν 100.000, εις δε το Ναύπλιον μας τον Άγιον Αναστάσιον και άλλα τινά.

Ο αγώνας ήταν για την κυριαρχία στην Μεσόγειο, με αντιπάλους τας δυνάμεις που προαναφέραμε. Το Ναύπλιον, στα χέρια των Τούρκων, διέθετε ενισχυμένη τουρκική φρουρά και είχε πυκνή και δυναμική παρουσία Τούρκων Αγάδων, βαθμοφόρων στρατιωτικών με διακίνησιν πολλών οπλιτών. Διετέλεσε διαμετακομιστικός σταθμός και κέντρο ανεφοδιασμού των κρατούντων Τούρκων και των μαχομένων κατά των Βενετών της Κρήτης. Όπως ο Κρητικός ποιητής Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής καθαρά το λέει: «Μ’ από τ’ Ανάπλι έβγαινε καθημερινό λεσκέρι,/ τση λόντρες κι εφορτόνασι στην Κρήτη να τούς φέρη».

Εντός, λοιπόν, της περιορισμένης γαιοφυσικής περιοχής του Ναυπλίου, συνωστίζοντο και διακινούντο καθημερινώς οπλοφόροι στρατιώτες και αξιωματούχοι με όλη εκείνη την γνωστή ψυχολογία του πολέμου και με την μέθη της κατακτητικής μανίας. Στόχος είπαμε ήταν η Κρήτη. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα επαυξάνεται η καχυποψία των Τούρκων κατά των χριστιανών, επομένως και εκείνων του Ναυπλίου, με αφορμή μάλιστα τις πολεμικές αποτυχίες των Τούρκων, διαρκούντος του πολέμου.

Χαρακτηριστικό είναι ένα πολεμικό επεισόδιο, που έγινε στο Ναύπλιον, τον Ιούνιον του 1647, δηλαδή οκτώ χρόνια πριν από το μαρτύριο του Αγίου, με θύμα πάλιν έναν, θα λέγαμε με σύγχρονη έκφραση, «αντιστασιακό» τολμηρό Ναυπλιώτη: Τότε ο ενετικός στόλος με ναύαρχο τον Ιωάννη– Βαπτιστή Grimani συνάντησε στην  ανοιχτή θάλασσα τον Οθωμανικό στόλο, που κατευθύνετο στην Κρήτη και τον κατεδίωξε μέχρις Ευβοίας, Βόλου, Χίου, Μυτιλήνης, από όπου τελικά κατέφυγε στο λιμάνι του Ναυπλίου. Εκεί τα τουρκικά τηλεβόλα από τα φρούρια της πόλεως, πού προαναφέραμε, απέκλεισαν τον καταδιωκτικό στόλο των Βενετών να εισέλθη στον μυχό του Αργολικού Κόλπου. Κατά την διάρκεια του αποκλεισμού αυτού ένας έλληνας Ναυπλιώτης είχε την τολμηρή ιδέα να πυρπόληση μία νύχτα τον τουρκικό στόλο. Συνελήφθη όμως κατά την εκτέλεση του εγχειρήματος του. Προσήχθη ενώπιον του Οθωμανού ναυάρχου, ωμολόγησε την πράξη του και εθανατώθη μετά από σκληρά βασανιστήρια. ‘Έτσι έγινε ο ηρωικώς αυτός Ναυπλιώτης πρόδρομος του Αγίου Αναστασίου, εθνομάρτυς.  Άλλωστε δεν δεχόμεθα ότι οι νεομάρτυρες είναι εν ταυτώ και εθνομάρτυρες;

Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτή την νευρικότητα των πολεμικών παρασκευών και επιχειρήσεων ο Αναστάσιος ύψωσε το ανάστημα του. Ήλθε ανοιχτά, δυναμικά και απότομα αντιμέτωπος με τον τουρκικόν όχλον, του οποίου προεκάλεσε τον φανατισμόν, αφού προσέβαλε το θρησκευτικό και εθνικό συναίσθημα των Οθωμανών. Ποιος; – Αυτός ο υποτελής, ο γκιαούρ (ο άπιστος).

Τα ανωτέρω προκύπτουν από το Συναξάρι του Αγίου: «οι δε Αγαρηνοί, ως τον είδον πώς μετενόησεν, έτρεξαν επάνω του με ορμήν και δέροντες και σπρώχνοντες τον έφεραν εις τον κριτήν, όστις έπασχε με τρόπους απατηλούς, πότε κολακεύοντας και πότε απειλούντας να τον χωρίση της πίστεως των χριστιανών, άλλ’ ο μάρτυς εις ουδέν ταύτα ελογίαζεν και έστηκε ακλόνητος…». Ο κριτής, μετά συνοπτική διαδικασία, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν, «αλλ’ οι Αγαρηνοί δεν τον ήκουσαν, αλλ΄ευθύς όταν τον έβγαλαν από το κριτήριον, ώρμησαν κατ΄ επάνω του, ώσποτε οι Ιουδαίοι εις τον πρωτομάρτυρα Στέφανον, και άλλοι με ξύλα, άλλοι με ξίφη, άλλοι με μαχαίρας, εκατατρυπούσαν το σώμα του μάρτυρος, έως ότου τον εκατέκοψαν εις λεπτά κομμάτια και ούτως ετελειώθη ο ευλογημένος Αναστάσιος…».    

Άρα, ο Άγιος Αναστάσιος αποτόλμησε, έξι ζών, ό,τι οι πολλοί απέφευγαν: έγινεν εκφραστής της χριστιανικής πίστεως. Η φωνή του (η ομολογία του) ήταν σαν κραυγή διαμαρτυρίας μέσα στην νύχτα της σκλαβιάς, σαν φως που έλαμψε και εφάνη το χάσμα, δηλαδή όλη η σιωπώσα μανία των κρατούντων εναντίον των υποτελών, τελούντων έστω, ως παραδίδεται, υπό ηπία διοίκηση, η οποία είναι μάλλον παραπλανητική, γιατί σε αποκοιμίζει. Επισημαίνουμε όμως ότι ο Άγιος παρέμεινε προ και κατά την διάρκεια της δίκης μόνος του, όπως παραπονείται ο Δαβίδ λέγων: « οι φίλοι μου και οι πλησίον μου εξ εναντίας μου ήγγισαν και έστησαν και οι έγγιστα μου από μακρόθεν έστησαν» (Ψαλμ. λζ’).

Το συναξάρι του Αγίου Αναστασίου δεν κάνει λόγο για κανένα συμπαραστάτη ή πνευματικό σύμβουλο ή και συγγενή του, ή για την επίσημη εκκλησιαστική Αρχή της περιοχής Ναυπλίου και Άργους.

 

O σύγχρονος του Αγίου, Μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους Θεοφάνης

 

Μητροπολίτης τότε Άργους και Ναυπλίου ήταν ο Θεοφάνης επί οικουμενικού πατριάρχου Παϊσίου (δευτέρα πατριαρχεία του: Μάρτιος 1645 – Μάρτιος 1655). ’Εξ άλλων πηγών γνωρίζουμε ότι από του προηγουμένου του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου έτους είχε παυθή τρεις μόλις μήνες προ του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου «με καθαίρεσιν τελείαν δι’ ωμοφορίου και επιτραχηλίου και είχεν εξωσθή του θρόνου και της Μητροπόλεως Ναυπλίου, Θεοφάνης μοναχός καλούμενος από του νύν…», διά συνοδικής πράξεως του μηνός Οκτωβρίου 1654, με την κατηγορία ότι δεν κατέβαλεν εις το ακέραιον την οφειλόμενη συνεισφορά του εις το κοινόν Ταμείον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, σε εποχή μάλιστα ανέχειας, όπως ρητώς σημειώνεται στην μνημονευθείσα συνοδική πράξη.

Εκεί διαβάζουμε: «…πάντων δε των αρχιερέων, μητροπολιτών φημί, αρχιεπισκόπων τε και επισκόπων, πληρούντων ευγνωμόνως και πειθηνίως και μετά χαράς, ει και τυχόν βαρείαν ούσαν και μικράν υπέρ δύναμιν αυτών, την πατριαρχικήν ζητείαν, κατά την περίληψιν του συνοδικού καταστίχου και της αποφάσεως της αρχιερατικής, μόνος ο Ναυπλίου Μητροπολίτης Θεοφάνης απεσκίρτησε και απεκόπη βουλήσει,  γνώμη και προαιρέσει της ομηγύρεως και σειράς των αρχιερέων, μήτε τη καθ’ ημάς του Χριστού μεγάλη εκκλησία υποταττόμενος, ο παχύς την ψυχήν και την καρδίαν, ο βαρβαρογένει τεθραμμένος, μήτε τοίς αρχιερεύσι και τη συνόδω συμφωνών, μήτε τοίς αδυνάτοις αδελφοίς σπλαχνιζόμενος, πλούτω βρύων ο ασυνείδητος και ανοία και αγροικία συζών, ουδέποτε γάρ έφθασε πληρώσαι το κατ’αναλογίαν της ζητείας αυτού μέρος…».

Στην χηρεύσασα θέση, μετά την κατά τα ανωτέρω καθαίρεση του Θεοφάνους, διωρίσθη ταυτόχρονα ο ιερομόναχος Μακάριος, επιλεγείς υπό της Ι. Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου εκ των τριών τότε προταθέντων υποψηφίων δια την Μητρόπολη Ναυπλίου και Άργους.

Δεν γνωρίζομε εάν εν τω μεταξύ ο Μακάριος είχε φθάσει στο Ναύπλιον και πότε ανέλαβε τα καθήκοντά του. Γεγονός είναι ότι το ίδιο έτος του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου, επί πατριαρχείας Ιωαννικίου (β’ πατριαρχεία 1655-1656), διαδόχου του Οικουμενικού Πατριάρχου Παϊσίου, με συνοδική πράξη του μηνός Νοεμβρίου 1655, δηλαδή μετά εξάμηνον από το μαρτύριον του Αγίου, ηθωώθη ο τιμωρηθείς το προηγούμενον έτος Ναυπλίου Θεοφάνης, διότι «…έλθων εν ευατώ ο διαληφθείς Θεοφάνης, οδόν ανίσας, ήλθεν είς Κωνσταντινούπολιν˙δις δε και τρίς παραστάς τη συνόδω επί παρουσία ιερωτάτων αρχιερέων κληρικών και αρχόντων ανήγγειλε τα αυτώ συνοίσοντα και ωφελούντα, αγωγήν κινήσας, δεόμενος της συνόδου έλεον χέαι κατ’ αυτού και αντιλαβέσθαι αυτόν, παιδευθέντα ές ικανόν…».

Κατά την συνοδικήν απόφασιν έγινε δεκτόν, «συγκαταθέσει και των ιερώτατων αρχιερέων…, ίνα ο ιερώτατος μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους κύρ Θεοφάνης και υπέρτιμος εν αγίω πνεύματι αγαπητός ημών αδελφός και συλλειτουργός είη εκτελών ακωλύτως άπαντα τα τοίς αρχιερεύσι προσήκοντα, ός λαβών τελείως την λύσιν της παιδείας και την συγχώρησιν, παρά πάντων τιμώμενος και αγαπώμενος και διευλαβούμενος, παρ’ ουδενός το παράπαν  εναντιούμενος ή εμποδιζόμενος ιερωμένου και λαϊκού, εν αργία ασυγγνώστω και αφορισμώ αλύτω ούτως απεφηνάμεθα…».

Μετά την κατά τα ανωτέρω αθώωσιν και αποκατάστασιν του Θεοφάνους εις τον θρόνον της Μητροπόλεως Ναυπλίου και Άργους, από τον οποίον είχε πρόσφατα εκπεσθή, είναι γνωστή η τύχη του διαδόχου του Μακαρίου. Ούτος ετοποθετήθη είς την Μητρόπολιν Μηθύμνης, είς αντικατάστασιν του γέροντος Μητροπολίτου Μηθύμνης Ανθίμου υπό την εξής μεθόδευσιν: Προηγήθη την 2αν Αυγούστου 1656 η παραίτησις του Ανθίμου «διά τα ανυπόφορα χρέη της επαρχίας του» υπέρ του Μητροπολίτου Ναυπλίου και Άργους Μακαρίου. Ο Μακάριος, όπως και γραπτώς είχεν υποσχεθή, θα ανελάμβανε τα χρέη της Μητροπόλεως Μηθύμνης και θα έδειδε στον παραιτηθέντα ‘Aνθιμον «τα σημφωνηθέντα»».

Με αυτούς τους όρους επηκολούθησεν η εκλογή σε Μητροπολίτη Μεθύμνης, κατά τον αυτόν μήνα Αύγουστον 1656, του πρώην Ναυπλίου και Άργους Μακαρίου. Έτσι ο Θεοφάνης παρέμεινεν αδιαφιλονίκητος Μητροπολίτης Ναυπλίου όχι όμως μέχρι τέλους.

Επισημαίνουμε ότι ο αυτός Θεοφάνης, ο αποκατασταθείς κατά τα ανωτέρω εις την Μητρόπολιν Ναυπλίου και Άργους, μετά δεκαετίαν ακριβώς από της κατά τα ανωτέρω αθωώσεως του κατεδικάσθη εκ νέου επί οικονομικού πατριάρχου Παρθενίου Δ’ (β΄ πατριαρχεία 1665-1667) πάλιν εις καθαίρεσιν «και εις το εξής έν τάξει διάγειν ιδιώτου και Θεοφάνην μοναχόν λέγεσθαι, αμέτοχον της τε τιμής των αρχιερέων και των εισοδημάτων της μητροπόλεως…τη δέ  ιερά  των αρχιερέων συνόδω δέδοται η άδεια, κατά την εκκλησιαστικήν διατύπωσιν, διά ψήφων κανονικών εκλέξαι τον αξίως προστησόμενον ταύτης της μητροπόλεως, χηρευούσης προστάτου, επί τω χειροτονηθήναι γνήσιον εν αυτή…».

Ο Θεοφάνης έχασε και πάλιν τον αρχιερατικόν θρόνον του Ναυπλίου, με το κατηγηρητήριον ότι  ήταν « εκ φύσεως ανεπιτηδειότητα κεκτημένος αλλά και εκ προαιρέσεως αχρείος … άτε βαρβαροήθης  και της κατά ποιμαντικήν παιδείας τελείως αμέτοχος, εστερημένος πάμπαν εφάνη του ουσιώδους τούτου και συστατικού της ποιμαντικής ιδιώματος, εβούλετο γάρ ποιμήν και μητροπολίτης λέγεσθε της Μητροπόλεως Ναυπλίου και Άργους, ου μην φροντίζειν της επισκέψεως των χριστιανών και της των ψυχών αυτών διοικήσεως …αλλά το μέν βαλάντιον ηύξε χρημάτων πεπληρωκώς… αυτός δε ουδόλως εξήρχετο, ουδέ περιέρχετο  την εμπιστευθείσαν αυτώ μητρόπολιν επισκεπτόμενος επί ψυχών σωτηρία, αλλά νυκτοκόρακος δίκην, έν παραβίστω που ήμενεν, μόλις κατά τινάς επισήμους ημέρας εφαίνετο και τούτο δι’ αισχροκέρδειαν ίσως…ήρξατο και τους κειμένους της Εκκλησίας νόμους αθετείν και υπέρ τα εσκαμμένα πηδάν, τετραγαμίας δηλονότι συγχωρείν και τους εν εβδόμω βαθμώ εξ αίματος συνάπτειν εν γνώσει και άλλα παμπόνηρα κατατολμάν, δι’ ανεβλάβειαν παντελή, ού ποιμένος αλλά σχήμα υποδυόμενος λύκους, εν προβάτου δορά τυχόν και διά γήρας υπερβάλλον σέσεισθαι τάς φρένας και διά τούτο χείρονα των εν τη νεότητι εργαζόμενος , ότε και παιδεία καθυπεβληθή πρός  σωφρονισμόν, είτα και συγχωρήσεως έτυχε διά μετανοίαν, αλλά το εκ φύσεως και προαιρέσεως συνημμένον κακκόν ούκ αφίσταται.’Οθεν αυτός μέν και χείρων εγένετο, οί δε έν τη επαρχία ταύτη ευρισκουμένοι κληρικοί, ιερείς τε και γέροντες, τοίς ατοπήμασι αυτού πυρούμενοι και αρχιερατικής επισκέψεως υστερούμενοι, τα μέν ανήκοντα ποιμένι δικαιώματα εκπληρούντες, ποιμένος δε ουδαμώς απολαύοντες, δι΄υπογεγγραμένων κοινώς παρά πάντων αναφορών, ταύτα ημίν προστήσαντο…».

Τις παραλήψεις, λοιπόν, του Θεοφάνους ανέφεραν εις το Πατριαρχείον, «δι’ υπογεγγραμένων κοινώς παρά πάντων αναφορών» οι τρομαγμένοι από το μαρτύριον του Αγίου και ταυτόχρονα απογοητευμένοι από την συμπεριφορά του ποιμένος τους «οι εν τη επαρχία ταύτη (Ναυπλία) κληρικοί, ιερείς και γέροντες».

Όπως είναι φανερόν, δεν υπήρχε τότε στο Ναύπλιον εκκλησιαστική ηγεσία, ικανή διά να μεριμνήση περί του Αναστασίου, τούτου έτι ζώντος  η μετά το μαρτυρικό τέλος του, πλέον του ότι «όλα τά ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκων’ η σκλαβιά». Έτσι δεν γνωρίζομε ούτε τον τάφον του ούτε την τύχη του λειψάνου του. Ίσως ερρίφθη εις την θάλλασαν.

Οι μετέπειτα όμως Μητροπολίται Αργολίδος ετίμησαν τον νεομάρτυρα Αναστάσιον τον Ναυπλιέα. Η μνήμη του εορτάζεται με λαμπρότητα στον ιστορικό ναό της Παναγίας Ναυπλίου, όπου στεγάζεται και η μεγάλη επάργυρη εικόνα του Αγίου Αναστασίου και εκεί η μνήμη του επιβιώνει.

Ο δε νύν Μητροπολίτης Αργολίδος κ. Ιάκωβος Παχής είναι εκείνος ο οποίος είχε την πρωτοβουλίαν εξοφλήσεως του προς τον Άγιον οφειλουμένου χρέους των Ναυπλιωτών: ανήγειρε σε συντομώτατο χρονικό διάστημα επιβλητικόν προς τιμήν του Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως ναόν, τον οποίον ονόμασε και προσκυνηματικόν. Εκεί ψάλλεται η Ακολουθία του Αγίου, σύνθεσις του εις Άγιον Όρος εφησυχάσοντος Μητροπολίτου πρώην Κάσου και Καρπάθου Νείλου Σμυρνιωτόπουλου, κατά παραγγελίαν του τότε «Αρχιεπισκόπου» Αργολίδος Νικάνδρου (1882-1912).

Υπάρχει και η Ακολουθία  του Αγίου, ποίημα Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, εκδοθείσα προνοία του Μητροπολίτου Αργολίδος (1945-1965), μετέπειτα Πειραιώς Χρυσοστόμου Ταλβαδωράκη (1965-1975) και επιμελεία Άρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Μητροπολίτου μετέπειτα και αυτού Αργολίδος (1965-1985).

Από δε του έτους 1935 με το Βασιλικό Διάταγμα της 14ης Νοεμβρίου 1935, υπογραφόμενον, εν ονόματι του Βασιλέως υπό του Γεωργίου Κονδύλη και επί Υπουργού Εργασίας Γεωργίου Καρτάλη, απεφασίσθη και διετάχθη, όπως  «κατά την 1ην Φεβρουαρίου, εορτήν του Αγίου Αναστασίου, τα παντοπωλεία, κουρεία, υποδηματοποιεία και σανδαλοποιεία, οινοπωλεία, αρτοποιεία, κρεοπωλεία, ιχθυοπωλεία, λαχανοπωλεία, ραφεία, φανοποιεία και υδραυλικά καταστήματα, φαρμακεία, εμπορικά καταστήματα, σιδηρουργεία και επιπλοποιεία της πόλεως Ναυπλίου παραμένουν κλειστά καθ’ όλην την ημέραν, καθιερουμένης της ως άνω τοπικής εορτής, ως  εορτασίμου ημέρας. Κατά την αυτήν ως άνω εορτάσιμον ημέραν τα  καφενεία, ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια της αυτής πόλεως παραμένουν  κλειστά μόνον κατά τας ώρας της περιφοράς της εικόνος…».

Η μνήμη του Αγίου Αναστασίου, νεομάρτυρος του Ναυπλιέως, εορτάζεται πανηγυρικά και στην Αθήνα μεταξύ των εν Αθήναις Ναυπλιωτών, με προτοβουλία του Συλλόγου των απανταχού Ναυπλιωτών  «Ο Ναύπλιος» στον Άγιο Γεώργιο Καρύτση, όπου έχομε από πεντηκοταετίας και φορητή εικόνα του Αγίου.

Εξ όσων γνωρίζω δεν διηγούνται στο Ναύπλιον για θαύματα του Αγίου Αναστασίου. Έν τούτοις η μνήμη του επιβιώνει επί τριακόσια και πλέον χρόνια και μας συγκινεί. Το μεγάλο Του θαύμα είναι η καλή αλλοίωση, που φέρνει στις ψυχές μας η ανάμνηση κάθε χρονιά του μαρτυρίου του, η θερμή πίστη και η αυταπάρνησή του. Η επικοινωνία με τον κόσμο  του Πνεύματος, που κάνει  ο καθένας μας, με μυστικόν συνομιλητήν μας τον  νέον εκείνον Ναυπλιώτη ζωγράφο, τον Άγιον Αναστάσιον του έτους 1655 μ.χ., ο οποίος από το ικρίωμα του μαρτυρίου του (σώζεται η εληά, που λέγεται ότι εκρεμάσθη ο Άγιος) πέρασε με την θυσία του στην αιωνιότητα, απ’ όπου μας στέλνει μηνύματα πίστεως και ομολογίας.

Τελειώνοντας επισημαίνομεν ότι το εκκλησιαστικοπολιτικόν πλαίσιον της εποχής του Αγίου, στο οποίο και ανεφέρθημεν, επιβεβαιώνει την αφελή διήγησιν του Συναξαρίου του.

Σημειωτέον ακόμη το ηθικόν δίδαγμα πού δίδει η αντιφατική εικόνα της εκκλησιαστικής διοικήσεως μέσα στο Τουρκοκρατούμενο Ναύπλιον, κατά την χρονική στιγμή του μαρτυρίου του Αγίου: Τον χειμώνα του 1655 ζουν μέσα στο ασφυκτικά οχυρωμένο Ναύπλιον δύο χριστιανικά πρόσωπα. Το ένα ηλικιωμένο με ανευθυνότητα και με χλιαρότητα, το άλλο πρόσωπο νέο και με πνευματικές αναζητήσεις, ενθουσιασμό και πίστη πολλή.

Το γεγονός θυμίζει την παραβολή περί της βασιλείας των ουρανών, ως σαγήνης (Ματθ.ιγ’,47). Εκεί καθαρά φαίνεται ότι ο Θεός είναι ο Μεγάλος Ψαράς που ζητεί να μας μαζέψη στην βασιλεία των ουρανών. Το δίχτυ του Αλιέως των ψυχών συλλαμβάνει και μικρά και μεγάλα ψάρια, ακόμη και φύκια και σαπρά. Το χρέος μας είναι να προσπαθήσουμε να εκκολαφθούμε πνευματικά μέσα στην σαγήνη του θεού, «όστις θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και είς επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Ιακώβου α’,26). Πολλοί δρόμοι οδηγούν στον Θεό, ο οποίος στέλνει πάντα τους ανθρώπους του, άλλοτε οδηγητές, άλλοτε τιμητές, άλλοτε μόνον σιωπηλούς συμπαραστάτες, διδάσκοντες μόνον με τα καλά  τους έργα. Και είδαμε πώς ο Άγιος Αναστάσιος επαρηγόρησε τους απογοητευμένους συμπατριώτες του και ποια μηνύματα πίστεως και πιστότητος στέλνει από την υψηλή του πνευματική περιωπή και θα συνεχίζει να εμπνέη τους «αναθεωρούντας την έκβασιν της ευατού αναστροφής».

Η παρούσα μελέτη αποτελεί, εις γραπτήν μορφήν, το κύκνειον άσμα του αειμνήστου συγγραφέως, ήτοι ανακοίνωσιν αναγνωσθείσαν την 12.11.2000 εν Ύδρα εις το διορθόδοξον επιστημονικόν συνέδριον με θέμα: «Κωνσταντίνος ο Υδραίος – Νεομάρτυρες προάγγελοι της αναστάσεως του Γένους», το διοργάνωθέν υπό της Ιεράς Μητροπόλεως Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης.

 

Διαβάστε ακόμη:

Άγιος Αναστάσιος ο Νεομάρτυρας ο Ναυπλιώτης

Αδελφοί Αντωνόπουλοι


 

Αντωνόπουλος Γεώργιος. Αρχείο Οικογένειας Δραγούμη. (Πανδέκτης)

Λαμπροί πατριώτες υπήρξαν οι αδελφοί Αντώνιος και Γεώργιος Μιχ. Αντωνόπουλοι, από την Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας. Ήταν πλουσιότατοι μεγαλέμποροι, εγκατεστημένοι στην Τεργέστη, προ της επαναστάσεως. Διέπρεψαν όμως για την φιλοπατρία που επέδειξαν. Όπως ιστορούν ο Φιλήμων και ο Φραντζής, οι Αντωνόπουλοι, από τους οποίους ο Αντώνιος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία από το 1819, απέστειλαν στον αγώνα χρήματα, όπλα, πυρίτιδα, μόλυβδο και λοιπά πολεμοφόδια και από τους οποίους και συντηρήθηκε η επανάσταση κατά το ξεκίνημά της. Ομοίως φρόντιζαν για τον εξοπλισμό των διερχόμενων την Τεργέστη Ελλήνων.

Μεγάλες συνδρομές παραχώρησαν και στον Δημήτριο Υψηλάντη τον Μάιο του 1821, ο οποίος κατάφθανε από τη Ρωσία στην Ελλάδα μέσω της Τεργέστης. Όταν γνώρισαν τον Υψηλάντη από τους μυημένους πατριώτες, αισθάνθηκαν μεγάλη πατριωτική συγκίνηση και ξέσπασαν σε δάκρυα και ακράτητο ενθουσιασμό, αμέσως δε του προσέφεραν πολλά χρήματα και πολεμοφόδια για τον αγώνα της πατρίδας. Ο δε Γεώργιος τον ακολούθησε στην Ελλάδα, εγκαταλείποντας το προσοδοφόρο εμπόριο και την ευμάρειά του στην Τεργέστη.

Ο Αντώνιος δε λησμόνησε την ιδιαίτερη πατρίδα του στην Ανδρίτσαινα. Το 1814 δώρισε σ’ αυτή μανουάλια και εκκλησιαστικά βιβλία για την εκκλησία της. Το 1831 δώρισε στον Άγιο Νικόλαο της Ανδρίτσαινας για τον ευπρεπισμό του μεγάλο κώδωνα, οριχάλκινο, ενισχύοντας με αυτές τις δωρεές το θρησκευτικό αίσθημα των συμπατριωτών του. Την 3η Μαΐου 1830 απέστειλε πολύτιμη δωρεά μέσω του αδελφού του Γεωργίου στο Ναύπλιο στον Κυβερνήτη Καποδίστρια, η οποία αποτελείτο από πέντε κιβώτια γεμάτα βιβλία Ελλήνων συγγραφέων, 1370 σε τόμους ή σώματα και 200 τάλληρα δίστηλα, για να διανεμηθούν στα σχολεία του έθνους, με την παράκληση να προτιμηθεί η πατρίδα του Ανδρίτσαινα. Αυτό για να υποστηρίξει τη δημόσια εκπαίδευση αυτής και του έθνους και να αναπτυχθεί η σπουδή των γραμμάτων.

Ο δε Κυβερνήτης, που είχε πράξει πολλά για τη δημόσια εκπαίδευση, καταχάρηκε και με το έγγραφό του της 8ης Μαΐου 1830 εξέφρασε επισήμως προς τον πατριώτη δωρητή «την ευγνωμοσύνη του και την οφειλόμενη προς τους χρηστούς πολίτες υπόληψη και τιμή, διαβεβαίωσε δε αυτόν, ότι για τη γη που τον γέννησε, την Ανδρίτσαινα, θα πράξει το καλύτερο, δημιουργώντας σε αυτήν σχολείο αλληλοδιδακτικό, πολύτιμο και κοινωφελέστατο τον καιρό εκείνο και θα διαθέσει μέσω αυτής και την προσφορά των 200 δίστηλων».

Ο δε Γεώργιος Μ. Αντωνόπουλος ήλθε στην Ελλάδα, συνοδευμένος από τον Δημήτριο Υψηλάντη, ως ταμίας, σύμβουλος και ένθερμος συναγωνιστής του. Ο Υψηλάντης, που τον εκτιμούσε εξαιρετικά, τον χαρακτήριζε και ονόμαζε «φιλογενέστατο και αξιόπιστο» στο πρώτο του έγγραφο, που απέστειλε στην Ύδρα προς τους εφόρους της Πελοποννήσου.

Στην Ελλάδα ο Γεώργιος Μ. Αντωνόπουλος έγινε επιφανής και ανήλθε στα ανώτατα αξιώματα της πολιτείας. Μετά την πτώση του Ναυπλίου (1822) εγκαταστάθηκε σε αυτή την πόλη και αναδείχθηκε ως ένας από τους πρώτους πολίτες της. Διετέλεσε αντιπρόσωπος της επαρχίας Ναυπλίου στην Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας το 1827, κατά την άφιξη του Κυβερνήτη δημογέρων Ναυπλίου και πληρεξούσιος της πόλης στις εθνικές συνελεύσεις του Άργους το 1829 και 1831, γερουσιαστής επί Καποδίστρια και επί Όθωνα, Σύμβουλος της Επικράτειας και από το 1837 έως το 1842 δήμαρχος Ναυπλιέων. Ως δήμαρχος το 1837 παραχώρησε μέρος του δημαρχικού μισθού του στο γυμνάσιο του Ναυπλίου για την αγορά γεωγραφικών σφαιρών, φυσικών εργαλείων και λοιπών,  ποσό που ξεπέρασε τις 2700 δραχμές, αποδεικνύοντας έτσι τα πατριωτικά και φιλεκπαιδευτικά αισθήματά του.

Δημιούργησε δε περίβλεπτη οικογένεια. Νυμφεύθηκε την επιφανή κόρη του προύχοντα του Άργους Σταματέλου Αντωνόπουλου, Ειρήνη, την ονομαζόμενη και Κυρά του Ναυπλίου. Απέκτησε τα εξής έξοχα παιδιά:

Τον Μιχαήλ, που διετέλεσε διπλωμάτης, βουλευτής Ναυπλίου και υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης το 1870.

Τον Αντώνιο, διπλωματικό υπάλληλο.

Τον Αλέξανδρο, πρόξενο της Γαλλίας, βουλευτή Ναυπλίας επί τέσσερις βουλευτικές περιόδους και ήδη διευθυντή του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας στη Ζάκυνθο.

Την Ασπασία, σύζυγο του Ιω. Δαμιανού, διαπρεπούς νομικού, βουλευτή Ύδρας και υπουργού Δικαιοσύνης επί Όθωνα, σύζυγο από το δεύτερό της γάμο του Βασιλ. Κάββα*, γιου του διάσημου Αργείου Μιχαήλ Κάββα.**

Την Πηνελόπη σύζυγο Ευθύμιου Κεχαγιά, υποδιοικητή της Εθνικής Τράπεζας, βουλευτή Παρνασίδδος, και πολλές φορές υπουργού Οικονομικών.

Την Ελένη, σύζυγο Θεοδ. Ν. Γκίκα, βουλευτή Ύδρας.

Την Ευφροσύνη, σύζυγο Αποστόλου Αθανασιάδη, νομομαθούς, προέδρου Εφετών, προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, βουλευτή Γορτυνίας και υπουργού Οικονομικών και τη Χαρίκλεια Γ. Ιατρού, πολιτικού, βουλευτή Ναυπλίας και νομάρχη. Ο λαμπρός πατέρας των λαμπρών αυτών απόγονων και έγκριτος πατριώτης και πολιτευτής πέθανε κατά το έτος 1865.

  

Υποσημειώσεις


* Ο Βασίλειος Κάββας (Άργος, 1824 – Αθήνα, 1915) ήταν ο μικρότερος γιος του Μιχαήλ Κάββα. Υπήρξε Βασιλικός Επίτροπος σε διάφορες θέσεις και πρόεδρος της “Εταιρίας Μεταλλουργίων Λαυρίου” το  1915. Το 1871 παντρεύτηκε την Ασπασία Αντωνοπούλου, χήρα Ιωάννη Δαμιανού.

** Ο Μιχαήλ Κάββας (τέλη 19ου αι. – Τρίπολη, 1840) υπήρξε διακεκριμένος γιατρός επί τουρκοκρατίας και αγωνιστής της επανάστασης.

  

Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.

Οικογένεια Βλάσση


 

Γνωστός γενάρχης της ιστορικής και επιφανούς οικογένειας του Άργους είναι ο  Χρήστος Βλασσόπουλος ο οποίος καταγόταν από την κοντινή στη Σπάρτη κωμόπολη Κοτίτσα,* που άλλοτε άκμαζε και τώρα έχει ερημώσει. Μετά το 1770 μετοίκησε** αυτός  και τα παιδιά του στο Άργος και αναδείχθηκαν σε πλουσιότατους, δυνατούς και διάσημους προύχοντες.

Ο Άγγλος περιηγητής William Gell, που ήρθε τρεις φο­ρές στην Ελλάδα από το 1801 μέχρι το 1806, αναφερόμενος στο Άργος ση­μειώνει: «…Ελάχιστοι Τούρκοι ζούσαν στην πολιτεία. Ο ξένος μπορούσε να βρει κατάλυμα στο σπίτι του άρχοντα Βλασσόπουλου, πλούσιου εμπόρου, προ­στατευόμενου των Άγγλων. Υποδεχόταν τους ξένους με φιλοφροσύνη και συ­γκέντρωνε την εκτίμηση των συμπατριωτών του».***

Μνεία επίσης για το Βλασσόπουλο κάνει και η λαίδη Έλγιν (σύζυγος του λόρδου Έλγιν, πρεσβευ­τή στην Κωνσταντινούπολη), που ταξίδεψε στις αρχές Απριλίου του 1802 στην Ελλάδα: «Στο Άργος θα καταλύσουν στο αρχοντικό του κοτσάμπαση Βλασσόπουλου που ήταν μπαρατάριος (προστατευόμενος) των Άγγλων». Επίσης είναι γνωστό ότι ο Βλασσόπουλος «έκανε ανασκαφές στην περιοχή (Άργος) για λογαριασμό του Έλγιν. Επιστολή του επικεφαλής των συνεργείων της λεηλασίας Lusieri προς τον Έλγιν (4-7-1804) αναφέρει ότι πλήρωσε 655 γρόσια στο Βλασσόπου­λο για τις ανασκαφές στον τάφο του Αγαμέμνονα».****

Γιος του ήταν ο Θεοδωράκης Χρ. Βλάσσης, επιφανέστατος και μεγαλοκτήμων προεστός της Πελοποννήσου και έγκριτος πατριώτης. Μέλος της Φιλικής Εταιρίας και της Α’ Συνελεύσεως της Επιδαύρου, έγινε το 1822 ο πρώτος Μινίστρος (Υπουργός) του Δικαίου. Πέθανε τον Απρίλιο του 1822. Από τη σύζυγό του Ασημίνα κόρη Σταμ. Γιαννακόπουλου, από την Κοτίτσα, γεννήθηκαν 11 παιδιά:

Ο Χρήστος, μέλος της Φιλικής Εταιρίας, ο οποίος και ήταν παρών στην Α’ και Β’ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου, το 1822 ήταν μέλος της Προσωρινής Διοικήσεως, με την οποία συνεργάστηκε κατά τα Δραμαλικά, αλλά και της Βουλής. Το 1823 διετέλεσε έπαρχος Ναυπλίου, μέλος της Γ’ Εθνικής Συνέλευσης της Τροιζήνας, της Πρόνοιας το 1832 και στη συνέλευση του 1843 σύμβουλος της Επικράτειας. Επίσης υπήρξε 1ος δήμαρχος Άργους (1834) και γερουσιαστής (1844).

 

Η οικία του πρώτου Δημάρχου της πόλης του Άργους Χρήστου Βλάσση (1834-1838), νότια του Ιερού Ναού Αγίας Αικατερίνης.

 

Ο Ιωάννης, περίφημος ιατρός, με σπουδές στην Πατάβια της Ιταλίας, μέλος της Φιλανθρωπικής Εταιρίας του 1825, δήμαρχος Άργους το 1854 και βουλευτής το 1844, 1859 και 1861.

Ο Κωνσταντίνος, κτηματίας του Άργους, ο οποίος έγινε και δήμαρχος.

Ο Νικόλαος, κτηματίας του Άργους.

Η Αλεξάνδρα σύζυγος Σπ. Σπηλιωτόπουλου, του αγωνιστή από τη Δημητσάνα.

Η Μαρία σύζυγος Ιω. Ζωϊόπουλου, Κορίνθιου ευπατρίδη.

Η Ευδοκία σύζυγος Παναγ. Κοτήρα.

Η Ευφροσύνη σύζυγος Αλεξ. Πλατύκα.

Η Αικατερίνη σύζυγος Π. Πολυδώρου και

Η Φωτεινή σύζυγος Νικολ. Αν. Ιατρού.

Άλλα παιδιά του Χρήστου Βλασσόπουλου ήταν η Ελένη,  ο Γεώργιος, ο Νικήτας, ο Διονύσιος και μία κόρη, η οποία παντρεύτηκε τον Γ. Θεοδωρόπουλο ή Κουρούπη από την Κοτίτσα και απέκτησε με αυτόν μία κόρη, τη Μαρίτσα, σύζυγο του Δημητράκη Κάββα, γόνου της ομώνυμης μεγάλης οικογένειας του Άργους.

Ο Φωτάκος γράφει: Η πολυμελής αυτή οικογένεια των Βλάσιδων συνεισέφερεν εξ ιδίων εις τον αγώνα, και πολιτικώς υπηρέτησαν αυτόν. Ο δε Χρήστος υπήρξε πληρεξούσιος των Εθνικών Συνελεύσεων, βουλευτής και γερουσιαστής. 

 

Υποσημειώσεις


 

* Κοτίτσα. Στην είσοδο του Λογκανίκου από το δρόμο της Σπάρτης βρίσκεται ο ιστορικός οικισμός της Κοτίτζας ή Κοτίτσας. Ένας τόπος προικισμένος γεωλογικά με πανέμορφα μαγευτικά τοπία, θεωρείται από τα υγιεινότερα θέρετρα της περιοχής.

Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, ο συνοικισμός άκμασε μετά το 15ο αιώνα και κατοικήθηκε από γνωστές οικογένειες του βυζαντινού και μεταβυζαντινού Μυστρά. Ήταν πατρίδα αρχόντων και πραματευτάδων που πήραν ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1821. Το χωριό καταστράφηκε εντελώς από τους Τουρκαλβανούς μετά τα Ορλωφικά (1770).  Σώζονται μόνο ερείπια κτισμάτων και ναών της Βυζαντινής περιόδου, που μαρτυρούν την αρχοντιά της  Κοτίτσας.

** Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την Επανάσταση του 1770 φτά­νουν στο Άργος σημαντικοί μετέπειτα άρχοντες (Βλασσόπουλος, Αντωνό­πουλος). Το γεγονός αυτό θα πρέπει να συνδυαστεί με το ειδικό καθεστώς που ίσχυε για το βιλαέτι του Άργους, όπως αναφέρει ο περιηγητής Leake (1804-1810). Ο Κυριάκος Σιμόπουλος σημειώνει χαρακτηριστικά: «Το βιλαέτι του Άργους ήταν φέουδο μιας σουλτάνας και για πολλά χρόνια είχε απαλ­λαγεί από την υποχρέωση να προσφέρει καταλύματα στους ταξιδιώτες. Ακόμη και πασάδες που περνούσαν από τον κάμπο έπρεπε να σταθούν έξω από την πόλη για ν’ αλλάξουν τα άλογα τους. Τα προνόμια αυτά είχαν προσελκύσει στο Άργος πολλούς εύπορους Έλληνες».

*** Κυριάκου Σιμόπουλου, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τ. Γ1 (1800-1810), Αθήνα 1999, 122.

**** Κυριάκου Σιμόπουλου, ό.π, τ. Γ2 (1810-1821), Αθήνα 1999, 315-316.

  

Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
  • Βασίλης Τσιλιμίγκρας, «Ιστορική Γενεαλογία στην Τουρκοκρατία», Δαναός, Τόμος ΙΙΙ, Άργος, 2003.

 

 

 

 Ας είναι η χρονιά που

έρχεται

χρονιά πραγμάτωσης των

ονείρων

και  των προσδοκιών σας !

 

 

Χρόνια Πολλά 

Καλλέργη Σοφία (1803-1893) 


 

Η Σοφία Καλλέργη, υπήρξε διάσημη για την σπάνια ομορφιά της, την μόρφωσή της και τα πλούτη της. Ένεκα αυτών των προσόντων η Σοφία έγινε το μήλο της έριδας μεταξύ των σημαντικότερων νέων της περιοχής. Την ερωτεύτηκε παράφορα ο ήρωας του αγώνα και γιος του μεγιστάνα της Κορινθίας Σωτήρη Νοταρά, Ιωάννης Νοταράς. Ωραίος ως αρχαίος θεός, γενναίος, πλούσιος και με το αξίωμα του στρατηγού, γνωστός με τον χαρακτηριστικό τίτλο Αρχοντόπουλο, αποτελούσε τον ιδανικό σύζυγο για την χαριτόβρυτη κόρη του Θεοχαράκη Ρέντη. Όμως και άλλος Νοταράς, ο Παναγιωτάκης ερωτεύτηκε την Σοφία. Κι αυτός σημαντικός. Αντιστράτηγος κι αργότερα υπασπιστής του Όθωνα.

 

Σοφία Καλλέργη. Δημοσιεύεται σε άρθρο του Βασίλη Δωροβίνη, στο περιοδικό «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Η Σοφία Καλλέργη ήταν κόρη του προεστού Θεοχαράκη Ρέντη (1778-1825) από τα Τρίκαλα Κορινθίας. Ήταν τόση η ομορφιά της αρχοντοπούλας, που την αγάπησαν πολύ δυο πρωτοξάδερφα από τη μεγάλη και ξακουστή οικογένεια των Νοταράδων. Αποτέλεσμα αυτής της ερωτικής αντιζηλίας ήταν να ξεσπάσει σφοδρή διαμάχη ανάμεσα στους επίδοξους εραστές, να συγκρουσθούν με τα στρατεύματά τους και να υποστεί οικονομικό μαρασμό το Σοφικό Κορινθίας από την καταστροφή του παρακείμενου δάσους (1826).

Αν οι πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας ζούσαν σε μια πολύ παλιότερη εποχή, όπου οι θρύλοι και οι μύθοι επικαλύπτουν τα γεγονότα, ίσως να γεννιόταν ένα δεύτερο μεγάλο ηρωικό έπος, που θα αποτελούσε πηγή έμπνευσης για τους ποιητές, όπως το ηρωικό έπος του τρωικού πολέμου αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τον ανεπανάληπτο ραψωδό Όμηρο.

Ο ένας πρωταγωνιστής της ενδιαφέρουσας ιστορίας είναι ο Ιωάννης Νοταράς (1805-1827), το «αρχοντόπουλο», όπως έμεινε στην ιστορία, από τότε που ζούσε, για το ωραίο του παράστημα και την ομορφιά του. Αν και ήταν κατά δύο έτη μεγαλύτερή του η Σοφία (1803-1893), κατάφερε να την αρραβωνιαστεί, παραμερίζοντας τον ξάδερφό του Παναγιώτη Νοτα­ρά, που ήταν μεγαλύτερός του κατά επτά έτη. Όμως αυτά τα λαμπρά παλικάρια, που θα μπορούσαν ν’ αλληλοσφαγούν για μια γυναίκα, μετά τα θλιβερά γεγονότα του 1826, έτρεξαν να πολεμήσουν και πάλι για την ελευ­θερία της πατρίδας, αυτή τη φορά στο πλευρό του Καραϊσκάκη. Όμως φθονερή μοίρα το θέλη­σε να σκοτωθεί το αρχοντόπουλο στη μάχη του Αναλάτου (στο Φάληρο, 24 Απριλίου 1827).

Στη μάχη αυτή το ελληνικό στράτευμα αποδεκατίστηκε. Ο Καραϊσκάκης είχε πεθά­νει πριν από δύο μέρες από το βαρύ του τραύμα. Και ο αρχιναύαρχος του ελληνικού στόλου, ο Αγγλος Τ. Κόχραν, αντί να παρατάξει τους Έλληνες, τους διασκόρπισε στην πεδιάδα, για να αναμετρηθούν με το ιππικό του Κιουταχή πίσω από πρόχειρα οχυρώματα. Αποτέλεσμα της ήττας ήταν η κυριαρχία του Κιουταχή σ’ ολόκληρη τη Στερεά Ελλάδα. Φαίνεται πως οι Εγγλέζοι θέλανε ένα ελληνικό κράτος μικρό, που να περιλαμβάνει μόνο την Πελοπόννησο, μια και θα έσβηναν όλα τα επαναστατικά κινήματα στη Ρούμελη.

Ο Παναγιώτης Νοταράς συνέχισε τον αγώνα του στο βωμό της ελευθερίας, πήρε βαθ­μούς, έγινε στρατηγός. Υπήρξε πιστός στον Όθωνα και μετά την εκθρόνισή του, τον ακολού­θησε στη Βαβαρία, απ’ όπου επέστρεψε μετά το θάνατο του βασιλιά (1867). Πέθανε το 1873 σε ηλικία 75 ετών. Η άλλοτε αγαπημένη του Σοφία ζούσε τότε στο Άργος.

Άλλος ένας αγωνιστής, μια λαμπρή στρατιωτική και πολιτική προσωπικότητα, θα πρέπει να μνημονευθεί σ’ αυτό το σύντομο «ιστορικό σημείωμα», ο Δημήτριος Καλλέργης, γνωστός όχι μόνο για τους αγώνες του για την ελευθερία της πατρίδας, αλλά και για το κίνη­μα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που έκανε στην Αθήνα μαζί με το Μακρυγιάννη και το λαό, ζητώντας σύνταγμα από τον Όθωνα. Ο Καλλέργης, όπως και οι Νοταράδες, έλαβε μέρος στη μάχη του Αναλάτου και συνελήφθη αιχμάλωτος. Οι Τούρκοι σύντομα τον ελευθέρωσαν, αφού έλαβαν ως λύτρα 70.000 γρόσια, τα οποία συγκέντρωσαν οι συγγενείς του στη Ρωσία. Μόνο που του έκοψαν το ένα αφτί. Να όμως, που παρά την περιπέτεια και την ατυχία του, του χαμογέλασε η τύχη και παντρεύτηκε την πολυθρύλητη Σοφία Ρέντη.

Το «Καλλέργειο» λίγο πριν αρχίσουν οι εργασίες για το Μουσείο του Άργους.

Ο Καλλέργης το 1830 έκτισε ένα θαυμάσιο αρχοντικό στο Άργος, το γνωστό Καλλέργειο, όπου σήμερα στεγάζεται το μουσείο Άργους. Θέλησε μάλιστα να το παραχωρήσει στην κυβέρνηση, με αντάλλαγμα κάποια εθνικά κτήματα ίσης αξίας, που θα διέθετε για τους Κρητι­κούς πρόσφυγες. Γι’ αυτό και το μέγαρο ονομάστηκε «παλάτιον της κυβερνήσεως» και «παλάτιον του Καποδίστρια». Αλλά με τη δολοφονία του κυβερνήτη, μια και τα κτήματα δεν του είχαν παραχωρηθεί, ο Καλλέργης, ύστερα από συνεννόηση με τον αδελφό του Καποδίστρια Αυγουστίνο, πήρε πίσω το σπίτι του.

Και είναι βέβαιο ότι το 1833 έμενε σ’ αυτό η γυναίκα του, η πανέμορφη Σοφία, η οποία δεν επέτρεψε στο Γάλλο αξιωματικό Στοφέλ να εγκατασταθεί σ’ αυτό. Η Σοφία ήταν τότε 30 ετών. Την επόμενη χρονιά γέννησε ένα αγόρι, τον Εμμανουήλ. Ο συνταγματάρχης Στοφέλ, προερχόμενος από τη Μεσσηνία επικεφαλής στρατιωτι­κού σώματος, θέλησε να καταλύσει στο αρχοντικό του Καλλέργη. Αλλά οι άνδρες που το φρουρούσαν, τριάντα κρητικοί στρατιώτες με επικεφαλής τον Κερκυραίο υπολοχαγό Νικόλαο Καλοσγούρο, αρνήθηκαν να το παραδώσουν. Και τότε ο Στοφέλ διέταξε να καταληφθεί βιαί­ως.

Έσπασαν την πίσω πόρτα με τσεκούρια και ανύψωσαν τη γαλλική σημαία. Ο Καλοσγούρος συνελήφθη και εκτελέστηκε μετά τα επεισόδια της επόμενης ημέρας, κατά την οποία σκο­τώθηκαν 40 Γάλλοι και 300 Έλληνες αδιακρίτως φύλου ή ηλικίας. Η Σοφία Καλλέργη τότε, μετά τη βίαιη κατάληψη του σπιτιού της αναγκάστηκε να καταφύγει στο αρχοντικό του Δημη­τρίου Τσώκρη, που ήταν φίλος του άνδρα της.

Σ’ αυτό το όμορφο αρχοντικό εγκαταστάθηκε οριστικά η Σοφία Καλλέργη με τα παι­διά της το 1869, δύο χρόνια μετά το θάνατο του άνδρα της, ο οποίος ως στρατιωτικός, πολιτι­κός και διπλωμάτης δεν είχε μόνιμη διαμονή, αλλά ζούσε άλλοτε στην Αθήνα και άλλοτε στο Παρίσι, το Λονδίνο ή αλλού υπό διάφορες ιδιότητες. Η τελευταία πόλη που τον φιλοξένησε ήταν το Παρίσι. Εκεί αρρώστησε βαριά – έπαθε εγκεφαλική αιμορραγία – και μεταφέρθηκε στην Αθήνα όπου και πέθανε.

Ο Εμμανουήλ Καλλέργης (1834-1909) ήταν ο τελευταίος από τους Καλλέργηδες που το κατοίκησαν. Μετά το θάνατό του παραδίδεται στη φθορά του χρόνου, μέχρι που έγινε μουσείο το 1957.

Η Σοφία από το  1869 μέχρι το θάνατό της έζησε στο Άργος, στο αρχοντικό που έκτισε ο άνδρας της. Ήταν από τις σημαντικότερες προ­σωπικότητες του Άργους που ενέπνεε μεγάλη εκτίμηση και βαθύ σεβασμό, μία κυρία αριστο­κρατικής καταγωγής, που είχε την τύχη να παντρευτεί έναν αξιολογότατο άνδρα, τον κρητι­κής καταγωγής Δημήτριο Καλλέργη.

Σκαλίζοντας κανείς την ιστορία του Άργους, ανακαλύπτει αξιολογότατες γυναίκες, «εριτίμους κυρίας», που για διάφορους λόγους άφησαν όνομα λαμπρό να τις θυμόμαστε. Μία απ’ αυτές ήταν το στερνοπούλι του στρατηγού Τσώκρη, η Ελένη, την οποία παντρεύτηκε ο δήμαρχος Άργους, και βουλευτής Ανδρέας Καρατζάς. Μας έρχεται στο μυαλό η Ευδοκία Περούκα, που ο γάμος της με τον προεστό Κερπινής Καλαβρύτων Δημήτριο Ζαΐμη το 1796 έμεινε θρυλικός. Θυμόμαστε την κόρη της προηγούμενης Παρασκευή Ζαΐμη, η οποία, αν και κωφάλαλη από τα εφτά της χρόνια, ανέπτυξε εδώ στο Άργος πλούσια φιλανθρωπική δράση και πέθανε πάμφτωχη.

Εντοπίσαμε στην εφ. «Αγαμέμνων», (φ. 58/6-2-1893) την αγγελία θανάτου της Σοφίας Καλλέργη. Παραθέτουμε το δημοσίευμα:

Η χήρα του Στρατηγού Δημ. Καλλέργη και πενθερά του Μ. Αυλάρχου του Βασιλέως, η διάσημος διά την ιστορίαν της και το κάλλος της νεότητος Ελληνίς, απεβίωσεν ενταύθα χθες περί την πρωίαν υπέργηρως, εις ηλικίαν 90 περίπον ετών.

 Είναι γνωστή εις όλην την Ελλάδα η έξοχος γυνή και μνηστή τον ονομαστού Ιωάν. Νοταρά, του κλεινού στρατηγού Κορινθίας, του ηρωικότατα πεσόντος εις Φάληρον κατά τον Απρίλιο 1827, είτα δε ως σύζυγος του Στρατηγού Δημ. Καλλέργη.

Ο θάνατός της συνεκίνησε τους συμπολίτας μας, αναμνησθέντες της ιστορίας της διασήμου γυναικός.

Η κηδεία της, τη αξιεπαίνω μερίμνη του αξιοτίμου Δημάρχου ημών εγένετο μεγαλοπρεπέστατη και επιβάλλουσα, χοροστατούντος του Σ. Αρχιεπισκόπου Αργολίδος μεθ’ όλου του ιερού κλήρου της πόλεως και χωρίων και ακολουθήσαντος ολοκλήρου του λαού της πόλεως και των μαθητών απάντων των ενταύθα σχολείων και πλείστων εκ Ναυπλίου, ελθόντος ως και τον κ. Γ. Πλατούτσα σννταγματάρχου μετά πολλών αξιωματικών και μουσικής την μεταστάσαν μέχρι της τελευταίας της κατοικίας [;]*, τον έσχατον απονέμοντες αυτή φόρον τιμής.

Εκ των συγγενών της παρακολούθησαν μόνον ο υιός της κ. Εμμ. Καλλέργης και ο αδελφός της κ. Θ. Ρέντης εκ Κορίνθου ελθών, των λοιπών αξιοτίμων εξ Αθηνών συγγενών της μη προφθασάντων να έλθωσι σιδηροδρομικώς.

* Εκ τυπογραφικής παραδρομής ελλείπει κάποιο ρήμα.

  

Οδυσσέας Κουμαδωράκης.

Επιστημονική και Λογοτεχνική Έκδοση, «Αργειακή Γή», Πνευματικό Κέντρο Δήμου Άργους, Δεκέμβριος 2003.

Φωτογραφίες από το άρθρο του Βασίλη Δωροβίνη στο περιοδικό Αρχαιολογία & Τέχνες, με τίτλο:

Δωροβίνης Κ. Βασίλης, «Το Καλλέργειο (Παλάτιον της Κυβερνήσεως) στο Άργος / 160 χρόνια από την οικοδόμησή του», Περιοδικό: Αρχαιολογία & Τέχνες, τεύχος 36, Σεπτέμβριος 1990.

Κολοκοτρώνης Θ. Παναγιώτης (1836-1893)


 

Πάνος Κολοκοτρώνης. Περιοδικό «Το Άστυ», τεύχος 12, 1885.

Γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της Μαργαρίτας, θυγατέρας Αγγελή Βελισσάρη, γεννήθηκε το 1836 πιθανότατα  στην Αθήνα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κολοκοτρώνης τα πέρασε στην Αθήνα, συζώντας με την Μαργαρίτα, πρώην μοναχή, η οποία τον φρόντιζε κατά την φυλάκισή του στην Ύδρα. Η γνωριμία αυτή  κατέληξε σε έρωτα. Από αυτόν τον έρωτα απέχτησε ο Γέρος του Μοριά έναν ακόμη γιό, τον Παναγιώτη, στον οποίο έδωσε το όνομα του πρωτότοκου παιδιού του, του Πάνου, που σκοτώθηκε το 1824 στο δεύτερο εμφύλιο πόλεμο.

Τον Παναγιώτη, ο πατέρας του, αναγνώρισε επίσημα νόμιμο παιδί του με τη διαθήκη του στις 3 Μαΐου 1841.             

Κολοκοτρώνης Θ. Παναγιώτης, 1880.

[…] Ζητώ από τον Θεόν συγχώρησιν και από εχθρούς και από φίλους και από συγγενείς. Αποφασίζω και αφίνω κληρο­νόμους τα παιδιά μου τον Γενναίον και Κωνσταντίνον και Παναγιωτάκην και να λάβουν από όσην περιουσίαν και αν έχω κινητά και ακίνητα να γίνη εις τρία μερίδια, να λάβη εν μερίδιον ο Γενναίος, ένα μερίδιον ο Κωνσταντής και ένα μερίδιον να ήνε δι’ εμέ τον πατέρα τους αλλά όσον ζω εγώ όλη η περιουσία μου να ήνε εδική μου και όντας πεθάνω εγώ τότε να γίνη η μοιρασιά καθώς λέγω επάνω και αφ’ ου πεθάνω το ιδικόν μου μερίδιον να λάβη δύο μερίδια ο Γενναίος και ένα μερίδιον ο υιός μου Παναγιωτάκης, τον οποίον απέκτησα με την Μαργαρίταν θυγατέρα του Αγγελή Βελισσάρη από τα Χαλικιάνικα, τον οποίον Πα­ναγιωτάκην να έχουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος μέσα εις το σπίτι μας, να τον αναθρέψουν και να τον σπουδάσουν, ώστε να γενή είκοσι χρο­νών και τον οποίον Παναγιωτάκην τον κηρύττω και αναγνωρίζω ως υιόν μου και ως τοιούτον να τον γνωρίζουν και τα άλλα μου παιδιά και αφού γενή είκοσι χρονών τότε να λάβη το μερίδιόν του καθώς λέγω και ας ζήση με την μάνα του, ή όπως στοχασθή αυτός μόνος του, και αν πεθάνη ο Παναγιωτάκης, τότε το με­ρίδιον του, δηλαδή την κληρονομίαν όπου του δίδω, να την λάβουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος και της μητρός του να έχουν να τής δίδουν πέ­ντε χιλιάδες δραχμαίς δια τα γερατειά της και εν όσω ζη ο Παναγιωτάκης και γενή είκοσι χρόνων καθώς είπα να ήνε και η μάνα του μαζή εις το σπίτι μας και να συζή και τρέφεται με το παιδί της και η περιουσία μου, όση είνε και ορίζω κατ’ ευθείαν εις το όνομα μου και εις το όνομα του Γενναίου ακίνητα κτήματα, αυτοκίνητα, κινητά ήγουν τζεβαϊρικά ασημικά, άρματα σκεύη και έπιπλα του σπητιού να μοιρασθούν όλα κατά τον ανωτέρω τρόπον […]

 

Στολές της σχολής Ευελπίδων (1885), από τον Πάνο Αραβαντινό. Έφιππος εικονίζεται ο Πάνος Κολοκοτρώνης διοικητής της σχολής κατά την περίοδο 1881-1885.

 

Στα ανέκδοτα απομνημονεύματά του ο Δημήτριος Δημητρακάκης αναφέρει:

[…] Εν έτος προ του θανάτου του περιήλθε τα πλείστα των μερών της Πελοποννήσου, και ιδίως την πατρίδα του Καρύταιταν, εις τα οποία έζησε και επολιτεύθη.  Εκάλεσε πάντας μεθ’ ών είχεν έλθει εις ρήξιν ή άλλην ενόχλησιν ίνα λύσωσι τα μεταξύ των δια της χριστιανικής αλληλοσυγχωρήσεως.  Έφερε δε μαζί του επί των οπισθίων του ίππου, εφ’ ού ίππευεν , προσδεδεμένον με την ζώνην  εκ του σωματός του τον τελευταίον υιόν του Πάνον, παιδίον όντα, ίνα τον συστήση εις τον τόπον, εις τους φίλους του, ως γνήσιον υιόν του. […]

Ο Παναγιώτης ακολούθησε στρατιωτική καριέρα και διατέλεσε, όντας αντισυνταγματάρχης (ΠΒ), Διοικητής της σχολής Ευελπίδων κατά την περίοδο 1881-1885, οπότε και την αναδιοργάνωσε. Τότε ετέθησαν οι βάσεις για την συγκρότηση ισχυρού στρατού. Για πρώτη φορά καθιερώθηκε η υποχρεωτική θητεία, λειτούργησαν σχολεία ανώτερων και κατώτερων στελεχών και εστάλησαν αξιωματικοί στην Ευρώπη.

  

Πηγές


  • Δημήτρης Φωτιάδης, «Κολοκοτρώνης», εκδόσεις Δωρικός, έκδοση ένατη, Αθήνα, 1986.  
  • Τάκης Χ. Κανδηλώρος, «Η διαθήκη του Κολοκοτρώνη», Αρκαδική Επετηρίς 2, 1906.
  • Δημήτρης Δημητρόπουλος, «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Διαβάστε επίσης:

Η διαθήκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, 3 Μαΐου 1841

 


Ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ο κορυφαίος του μεγάλου Αγώνα και η συμβολή του στην υπόθεση της ελευθερίας μοναδική και ασύγκριτη. Πέθανε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 1843 σε ηλικία 73 ετών από συμφόρηση. Το Μάιο του 1841 ευρισκόμενος στο κτήμα του,  πέριξ του Ναυπλίου, κάλεσε το Συμβολαιογράφο Χαράλαμπο Παπαδόπουλο και συνέταξε τη διαθήκη του, την οποία ο ιστορικός Τάκης Κανδηλώρος* δημοσίευσε στην «Αρκαδική Επετηρίς» το 1906.       

 

(Αριθμός Συμβολαίου 12776, σελίς 567)

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, 1827.

Κατά το χιλιοστόν οκτακοσιοστόν τεσσαρακοστόν πρώτον έτος, την τρίτην του μηνός Μαΐου, ημέραν Σάββατον, ώραν εβδόμην πριν της μεσημβρίας, πα­ρουσιασθείς εν τω συμβολαιογραφικώ μας γραφείω και οικία μου υπ’ αριθ. 37 τριάκοντα επτά, τη κειμένη παρά τω ανακτορίω, ενώπιον εμού του υπογεγραμμένου Συμβολαιογράφου Ναυπλίας Χαραλάμπους Παπαδοπούλου, κα­τοίκου Ναυπλίου, ο κύριος Ιωάννης του ποτέ Γεωργίου Κουτζοπαπά από το χωρίον Αχούρια της Μαντινείας, γνωστός μας υπηρέτης προ πολλών ετών του αντιστρατήγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, ευρισκόμενος ήδη παρ’ αυτώ, μοι είπεν ότι απεστάλη πάρα του ειρημένου αντιστράτηγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, να με προσκαλέση δια να απέλθω εις την εκλαμπρότητά του, κάτοικον μεν εις Αθήνας, αλλ’ ήδη διαμένοντα προς το παρόν εις το πέριξ της Ναυ­πλίας κτήμα του ονομαζόμενον Κιουλουτεπέ.

Όθεν παραλαβών δύο μάρτυρας τους κυρίους τον Συνταγματάρχην Στρατιωτικόν Νομοεπιθεωρητήν Αργολιδοκορινθίας Αλέξιον Βλαχόπουλον και Νικόλαον Σπηλιάδην, κτηματίαν, κα­τοίκους Ναυπλίου κατά την ενορίαν της Παναγίας γνωστούς μας πολίτας Έλλη­νας και ασχέτους πάσης συγγενείας με την εκλαμπρότητά του και απήλθον εις το πέριξ της Ναυπλίας μνησθέν κτήμα του μετά των ειρημένων μαρτύρων, όπου εύρον την εκλαμπρότητά του τον γνωστόν μας αντιστράτηγον κύριον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην υγιαίνοντα και έχοντα τας φρένας του σώας, τον οποίον ερωτήσας διατί με προσεκάλεσεν, απεκρίθη και ενώπιον των μαρτύρων, ότι θέλω να μου γράψης την διαθήκην.

Όθεν προσεκάλεσα τους διαληφθέντας μάρτυρας να ορκισθώσιν δια να φυλάξωσι μυστικόν ό,τι ήθελον ακούσει εις την παρούσαν δια­θήκην του, μέχρι δηλαδή της αποβιώσεως του ειρημένου αντιστράτηγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, οίτινες επιθέσαντες τας χείρας των επί της εικόνος της Θεοτόκου ωρκίσθησαν ως εφεξής: «και ορκιζόμεθα να φυλάξωμεν μυστικόν ό,τι ήθελεν ακούσωμεν εις την παρούσαν διαθήκην του αντιστρατήγου κυρίου Θεο­δώρου Κολοκοτρώνη μέχρι της αποβιώσεώς του».

Μετά δε την ορκοδοσίαν των μαρτύρων ήρξατο ο μνησθείς διαθέτης, η εκλαμπρότης του ο αντιστράτηγος κύριος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, να ομολογή ιδίω του στόματι οικειοθελώς και απαραβιάστως ενώπιόν μου και των ειρημένων μαρτύρων, του οποίου τους λόγους γράφω εγώ ο υπογεγραμμένος συμβολαιογράφος  Ναυπλίας Χαράλαμπος Παπαδόπουλος εις την παρούσαν διαθήκην του απαραλλάκτως και αυτολεξεί, ως εφεξής :

«Ζητώ από τον Θεόν συγχώρησιν και από εχθρούς και από φίλους και από συγγενείς. Αποφασίζω και αφίνω κληρο­νόμους τα παιδιά μου τον Γενναίον και Κωνσταντίνον και Παναγιωτάκην και να λάβουν από όσην περιουσίαν και αν έχω κινητά και ακίνητα να γίνη εις τρία μερίδια, να λάβη εν μερίδιον ο Γενναίος, ένα μερίδιον ο Κωνσταντής και ένα μερίδιον να ήνε δι’ εμέ τον πατέρα τους αλλά όσον ζω εγώ όλη η περιουσία μου να ήνε εδική μου και όντας πεθάνω εγώ τότε να γίνη η μοιρασιά καθώς λέγω επάνω και αφ’ ου πεθάνω το ιδικόν μου μερίδιον να λάβη δύο μερίδια ο Γενναίος και ένα μερίδιον ο υιός μου Παναγιωτάκης, τον οποίον απέκτησα με την Μαργαρίταν θυγατέρα του Αγγελή Βελισσάρη από τα Χαλικιάνικα, τον οποίον Πα­ναγιωτάκην να έχουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος μέσα εις το σπίτι μας, να τον αναθρέψουν και να τον σπουδάσουν, ώστε να γενή είκοσι χρο­νών και τον οποίον Παναγιωτάκην τον κηρύττω και αναγνωρίζω ως υιόν μου και ως τοιούτον να τον γνωρίζουν και τα άλλα μου παιδιά και αφού γενή είκοσι χρονών τότε να λάβη το μερίδιόν του καθώς λέγω και ας ζήση με την μάνα του, ή όπως στοχασθή αυτός μόνος του, και αν πεθάνη ο Παναγιωτάκης, τότε το με­ρίδιον του, δηλαδή την κληρονομίαν όπου του δίδω, να την λάβουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος και της μητρός του να έχουν να τής δίδουν πέ­ντε χιλιάδες δραχμαίς δια τα γερατειά της και εν όσω ζη ο Παναγιωτάκης και γενή είκοσι χρόνων καθώς είπα να ήνε και η μάνα του μαζή εις το σπίτι μας και να συζή και τρέφεται με το παιδί της και η περιουσία μου, όση είνε και ορίζω κατ’ ευθείαν εις το όνομα μου και εις το όνομα του Γενναίου ακίνητα κτήματα, αυτοκίνητα, κινητά ήγουν τζεβαϊρικά ασημικά, άρματα σκεύη και έπιπλα του σπητιού να μοιρασθούν όλα κατά τον ανωτέρω τρόπον.

Με όλον ότι είνε εις όνο­μα του Γενναίου τα κτήματα και αυτός τα καλλιεργεί και ενεργεί όλας μας τας υποθέσεις, άλλα όλα αυτά αποκτήθησαν εν ονόματι του οσπητιού μας και δια της συνδρομής της εδικής μου και της πατρικής ενεργείας, τόσον με λόγον, κα­θώς και με έργον και με χρήματα αλλά όλη η περιουσία του οσπητιού μας, κα­θώς επάνω λέγω εις την παρούσαν μου διαθήκην να μοιρασθή καθώς διατάττω χωρίς να γίνη διαφορετικά.

Ο Γενναίος, επειδή είνε ο μεγαλήτερος των παιδιών μου, αυτός να εκτέλεση την διαθήκην μου και να μοιράση, καθώς λέγω, χωρίς να αδικηθή κανένα μου από τα παιδιά εις το παραμικρόν.

Τα ζαπράζια (: ασημένια κοσμήματα της πα­ραδοσιακής φορεσιάς), όπου έχω από τον πατέρα μου, να τα πάρη ο υιός μου Κωνσταντίνος γιατί του τα είχα προ καιρού χαρισμένα. Η Γεωργίτσα του Γεν­ναίου να προικισθή από μέσα το σπίτι μας δηλαδή από το κοινόν. Την εικόνα, όπου μου έχει χαρισμένην ο στρατηγός Ρεβελιώτης και το σπαθί μου όπου φορώ, να το λάβη ο υιός μου Παναγιωτάκης και να μην εμπούν σε μοίρασμα και ο Κωνσταντίνος ο υιός μου να παντρευθή μέσα από το σπίτι μας, δηλαδή όλα τα έξοδα. Την ταμπακέρα, όπου έχω από τον Κυβερνήτην, την χαρίζω του έγγονά μου του Κωνσταντάκη του Γενναίου. Αυτή η υστερνή μου θέλησις, και καθώς παραγγέλλω να εκτελεσθή η παρούσα μου διαθήκη, χωρίς καμμία φιλονεικία μεταξύ των παιδιών μου, εις τα οποία αφίνω την πατρικήν μου ευχήν, καθώς και εις όλους τους συγγενείς και φίλους μου και εχθρούς μου, αν είχα.

Η περιουσία μου συνίσταται εις σπίτια, αμπέλια, σταφίδες, περιβόλια, μύλους, δέντρα διάφορα, πρόβατα, ασημικά, τζεβαϊρικά (: κοσμήματα), άρματα, σκεύη διάφορα, τραπέζας και λοιπά και να μοιρασθή μετά τον θάνατον μου, καθώς διέ­ταξα».

Τον ερώτησα αν έχη ευχαρίστησιν να αφήση τινά βοήθειαν εις φιλανθρωπικά καταστήματα, απεκρίθη: «έκαμα ό,τι ημπόρεσα και θέλω κάμει όσον θα ζήσω».

Ταύτα ωμολόγησεν ενώπιον μου και των μαρτύρων ο διαθέτης κύριος Θεό­δωρος Κολοκοτρώνης οικειοθελώς ιδίω αυτού στόματι, και ταύτα πάντα έγρα­ψα εγώ ο υπογεγραμμένος Συμβολαιογράφος Ναυπλίας Χαράλαμπος Παπα­δόπουλος εις την παρούσαν του διαθήκην αυτολεξεί, ως εξεφράσθη, την οποίαν ταύτην διαθήκην του, αφ’ ου ανέγνωσα ευκρινώς ενώπιόν του και των ειρημέ­νων μαρτύρων και αφού παρετήρησαν αυτήν και οι μάρτυρες, ότι έγραφα απαραλλάκτως κατά τας διατάξεις του αυτού διαθέτου, υπεγράφη παρά της εκλαμπρότητός του ιδιοχείρως του, υπεγράφη παρά των μαρτύρων και παρ’ εμού του Συμβολαιογράφου Χαράλαμπους Παπαδοπούλου.

 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Αλέξιος Βλαχόπουλος μάρτυς

Νικόλαος Σπηλιάδης μάρτυς

Ο Συμβολαιογράφος

Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

  

Υποσημείωση

 


* Ο Τ. Χ. Κανδηλώρος [1874-1934] ήταν δικηγόρος στον Πύργο, έπειτα διορίστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ασχολήθηκε με ιστορικές και άλλες μελέτες. Έγραψε την «Ιστορία της Δημητσάνης» και την «Ιστορία της Γορυτνίας», τη «Βιογραφία του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε'», τη «Δίκη του Κολοκοτρώνη», τον «Αρματωλισμό της Πελοποννήσου» και άλλα βιβλία, ιστορικά, λαογραφικά κλπ. Το 1903 εξέδωσε την «Αρκαδική επετηρίδα», σε 2 τόμους [1903 και 1906]. Ο Κανδηλώρος υπήρξε πρωτοπόρος στην έρευνα της ιστορίας της Δημητσάνας, της Γορτυνίας και της Πελοποννήσου γενικότερα. Τα έργα του διαβάζονται με ενδιαφέρον και σήμερα, διότι περιέχουν αξιόλογες ιστορικές πληροφορίες.

 

Πηγές

 


  • Τάκης Χ. Κανδηλώρος, «Η διαθήκη του Κολοκοτρώνη», Αρκαδική Επετηρίς 2, 1906.
  • Δημήτρης Δημητρόπουλος, «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

Διομήδης  

 


  

 Ο Διομήδης, γιος του Τυδέα και σύζυγος της Αιγιάλειας, ανήκε στη γενιά των Επιγόνων μαζί με τον Σθένελο και τον Ευρύαλο. Οι τρεις τους έφτασαν στην Τροία με ογδόντα πλοία επανδρωμένα με άντρες από το Άργος.   

   

Διομήδης

Ο βασιλιάς του Άργους και άλλων αργολικών πόλεων είναι ο ευνοούμενος ήρωας του Ομήρου, ο οποίος αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της Ε’ ραψωδίας για να εξυμνήσει τα ηρωικά κατορθώματά του. Ως μνηστήρας της Ελένης, είχε χρέος μετά την απαγωγή της να είναι κι αυτός παρών, όπως είχε υποσχεθεί με όρκο στον πατέρα της.  Η μορφή του κυριαρχεί από την αρχή της Ιλιάδας και συναγωνίζεται σε ανδρεία τον Αχιλλέα και τον Αίαντα, μετά τους οποίους θεωρείται «ο ανδρειότατος καν στρατηγικότατος των πάντων».  

Στις μάχες εισορμούσε στις εχθρικές φάλαγγες χωρίς να νοιάζεται αν τον ακολουθεί ο στρατός του και τις διέτρεχε σκορπώντας το θάνατο και διασκορπίζοντάς τες. Απελπισμένος ο Έκτωρ παρακαλούσε την Αθηνά να τον πάρει μακριά από τις μάχες.[1]   

Ο Όμηρος για να εξάρει την ανδρεία του, σε κανένα μέρος της Ιλιάδας δεν βάζει τον Αχιλλέα και τον Διομήδη να πολεμούν μαζί. Όταν διαπρέπει ο ένας στο πεδίο της μάχης, ο άλλος απουσιάζει είτε γιατί έχει τραυματιστεί, είτε για κάποια άλλη αιτία.  

Για την γενναιότητα του είχε διακριθεί επίσης και στην «εκστρατεία των επτά επιγόνων» κατά των Θηβών, όπως μνημονεύει επίσης ο Όμηρος {Ιλ. Δ, 405}.  

Στον Τρωικό πόλεμο πήρε μέρος με 80 πλοία και άνδρες από όλη την επικράτειά του, που εκτός από το Άργος επεκτεινόταν στην Τίρυνθα, την Ασίνη, την Ερμιόνη, την Αίγινα, την Επίδαυρο, την Τροιζήνα και άλλες πολιτείες:  

 

 «Οι δ’ Άργος τ’ είχον Τίρυνθα τε τειχιόεσσαν,  

Ερμιόνην Ασίνην τε, βαθύν κατά κόλπον εχούσας,  

Τροιζήν’ Ηϊόνας τε καί αμπελόεντ’ Επίδαυρον,  

οί τ’ έχον Αίγιναν Μάσητά τε κούροι Αχαιών,  

των αύθ’ ηγεμόνευε βοήν αγαθός Διομήδης  

και Σθένελος, Καπανήος αγακλειτού φίλος υιός».[2]   

 

Ο Διομήδης πληγώνει την θεά Αφροδίτη.

Όταν γύρισε από την Τροία, βρήκε και αυτός τον οίκο του αλλοτριωμένο. Ο γιος του Ναυπλίου Οίαξ είχε ξεκινήσει από την Κλυταιμνήστρα και την Αιγιάλη σύζυγο του Διομήδη, το εκδικητικό έργο του πατέρα του για τον άδικο θάνατο του Παλαμήδη. Στο διάβημά του αυτό ο Οίαξ βρήκε σύμμαχό του την Αφροδίτη, που ήθελε κι αυτή την τιμωρία του Διομήδη, γιατί στη διάρκεια μιας μάχης στην Τροία την είχε τραυματίσει. (Ιλιάς Ε 335).  

Έτσι και με θεϊκή επέμβαση, η Αιγιάλη, αφού συνδέθηκε με πολλούς εραστές, κατέληξε στον γιο του Σθένελου Κομήτη, στον οποίο ο Διομήδης είχε εμπιστευθεί την φροντίδα του οίκου του. Ο Κομήτης και η Αιγιάλη είχαν αποφασίσει να τον εξοντώσουν, στήνοντάς του ενέδρα μόλις γύριζε στο Άργος.  

Η πολεμική πείρα έσωσε τον Διομήδη από την προδοσία, όταν χωρίς τους συντρόφους του ξεκίνησε μόνος και επιφυλακτικός για το παλάτι. Εκεί δέχτηκε την αιφνιδιαστική επίθεση του Κομήτη και των φρουρών του. Απέκρουσε με το ξίφος του την παγίδα και οπισθοχωρώντας πρόλαβε και κατέφυγε ικέτης στον βωμό της Αθηνάς, όπου δεν τόλμησε να τον πλησιάσει ο Κομήτης. Όταν νύχτωσε βγήκε κρυφά για να βρει τους συντρόφους του, που περίμεναν στα πλοία.  

Θα ήταν πολύ εύκολο για τον πορθητή των Επτάπυλων Θηβών και τους παλαίμαχους άνδρες του να πολιορκήσουν το Άργος και να το κυριεύσουν, για να τιμωρήσει όπως τους άξιζε την άπιστη Αιγιάλη και τον αγνώμονα σφετεριστή του θρόνου του Κομήτη. Δεν βαστούσε όμως η καρδιά του να αιματοκυλίσει την δοξασμένη πόλη, που ήταν άλλοτε το βασίλειό του.  

Έτσι την ίδια νύχτα παίρνοντας μαζί του στα Αργείτικα πλοία όσους συντρόφους θέλησαν να αφήσουν και αυτοί την πατρίδα τους και να τον ακολουθήσουν, έφυγε αναζητώντας μια νέα γη για να εγκατασταθεί και να ιδρύσει ένα νέο βασίλειο στη μακρινή Εσπερία.  

Για το τέλος του υπάρχουν διάφορες παραδόσεις.  

Ο Γλαύκος και ο Διομήδης ανταλλάσσουν τον οπλισμό τους. Αττική πελίκη του «Ζωγράφου του Hasselmann», περ. 420 π.Χ.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη παραλλαγή ο Διομήδης αποβιβάστηκε στην Απουλία, χώρα της Αδριατικής. Ο βασιλιάς της Δαύνος βρισκόταν σε πόλεμο με τους Μεσσάπιους και ζήτησε τις πολεμικές υπηρεσίες του. Σε αντάλλαγμα του υποσχέθηκε μέρος του βασιλείου του και την κόρη του Ευίππη για σύζυγο. Αφού έλαβε όμως τη βοήθεια, δεν τήρησε την υπόσχεση του.  

Τότε ο Διομήδης κυριεύει την χώρα μόνος του, σημαδεύοντας τα σύνορα του δυτικού βασιλείου του με πέτρες από τα τείχη της Τροίας, που τις είχε χρησιμοποιήσει για έρμα στα καράβια του. Εκεί ίδρυσε πόλεις και την πρώτη την ονόμασε Άργος Ίππιον, (Argirippa) τα δε κοντινά νησιά ονομάστηκαν Διομήδειαι νήσοι.  

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, η διαμάχη του με τον Δαύνο απέβη μοιραία, αφού ο τελευταίος κατάφερε με δόλο να τον σκοτώσει. Ο Διομήδης θάβεται σ’ ένα κοντινό νησί που πήρε το όνομά του. Στον τάφο του χάραξαν το εξής επίγραμμα: «Τον πάντεσι κράτιστον επιχθονίοις Διομήδην ήδ’ ιερά κατέχει νήσος επωνυμίη».[3]   

Η Αθηνά όμως του χάρισε την αθανασία, και οι σύντροφοί του επειδή θρηνούσαν απαρηγόρητοι, μεταμορφώθηκαν από την θεά σε ερωδιούς: «έν ή καί τόν Διομήδη μυθεύουσιν αφανισθήναι τίνες καί τούς εταίρους απορνιθωθήναι…[4]  

Την παράδοση αυτή μνημονεύει και ο Πίνδαρος, ο οποίος τον αποκαλεί πολέμοιο νέφος (αστραποσύννεφο πολέμου): τον Διομήδη η γλαυκομάτα ξανθιά θεά, θεό τον κάνει…[5]   

Τα πουλιά – σύντροφοι του Διομήδη – πετούσαν πάνω από τα γύρω νησιά, που γι’ αυτό ονομάστηκαν Διομήδειαι νήσοι. Κάθε φορά – λέει η παράδοση – που αγκυροβολούσαν η περνούσαν από εκεί Ελληνικά πλοία, τα πουλιά πετούσαν χαρούμενα γύρω τους, πλησίαζαν τους Έλληνες ναύτες και άφηναν να τα χαϊδεύουν και να τα ταΐζουν, ενώ απέφευγαν τα πληρώματα των βαρβαρικών πλοίων:  

(Υπάρχει ένα νησί που λέγεται Διομήδεια, και έχει πολλούς ερωδιούς. Αυτοί, λένε, πως τους βαρβάρους ούτε αποστρέφονται αλλά ούτε και τους πλησιάζουν. Εάν όμως φθάσει εκεί Έλληνας ταξιδιώτης, σαν από θεία χάρη τον πλησιάζουν και απλώνοντας τα φτερά τους σαν χέρια, τους καλωσορίζουν και τους αγκαλιάζουν. Και όταν οι Έλληνες τους χαϊδεύουν, δεν φεύγουν αλλά κουρνιάζουν άφοβα στην αγκαλιά τους σαν να υποδέχονται αγαπητούς καλεσμένους.   

Λέγεται λοιπόν ότι αυτοί είναι οι σύντροφοι του Διομήδη, που πήραν μαζί του μέρος στον πόλεμο της Τροίας, και μετά αλλάξανε την προηγούμενη φύση τους και γίνανε πουλιά, αλλά ακόμη και τώρα διαφύλαξαν το να είναι Έλληνες και Φιλέλληνες).[6]  

Στη χώρα που κατέφυγε, σε πολλά μέρη των ανατολικών ακτών της Ιταλίας, στη Βενετία, στη Σαλαμίνα της Κύπρου, στην Κέρκυρα καν σε άλλα μέρη της Ελλάδας, λατρεύτηκε σαν θεός.  

Υπάρχει ακόμη και μια παράδοση που συναντούμε σε λατίνους συγγραφείς (Pompeious Trogus, Siculus Flaccus), ότι οι Κέλτες θεωρούν τον Διομήδη πρόγονό τους και μυθικό αρχηγό τους κατά τις μεταναστεύσεις τους προς την Απουλία.  

Συγκεκριμένα ο S. Flaccus στο έργο του «De condicio nibus agrorum» (= Περί της καταστάσεως των χωρών μας) γράφει: «Συνέβη μετά πλήθη ανθρώπων να βρίσκονται σε συνεχή μεταναστευτική κίνηση, συχνά αλλάζοντας τόπο στην Ιταλία και στις επαρχίες, όπως οι Τρώες στο Lazio, όπως ο Διομήδης με τους Γαλάτες στην Απουλία».[7]   

   

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003.    

   

Υποσημειώσεις  


[1] Αθ. Σταγειρίτου, Ωγυγία. Βίβλος Β’ σελ 425.  

[2] Ιλιάς, Β 559-564.   

[3] Αθ. Σταγερίτου, Ωγυγία, Βίβλος Β’, σελ.430.  

[4] Στράβωνος, Γεωγραφικά, C, 284, βιβλ. ΣΤ’  

[5] Νέμεα 10,8, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Β. Τάσσου:  «Διομήδεα δ’ άμβροτον ξανθά ποτέ Γλαυκώπις έθηκε θεόν…»  

[6] Κλαυδίου Αιλιανού (2ος αι μ.Χ), «Περί Ζώων Ιδιότητος», ελεύθερη απόδοση.  

«Καλείται τις Διομήδεια νήσος, καί ερωδιούς έχει πολλούς. Ούτοι φασί τούς βαρβάρους ούτε αδικούσιν ούτε αυτοίς προσίασιν˙ εάν δε Έλλην κατάρη ξένος, οί δέ θεία τινί δωρεά προσιάσι πτέρυγας απλώσαντες οιονεί χείρας τινές ές δεξίωσιν τε καί περιπλοκάς. Καί απτομένων των Ελλήνων ούχ υποφεύγουσιν, αλλ’ ατρέμουσι καί ανέχονται, καί καθημένων ές τούς κόλπους καταπέτονται, ώσπερ ούν επί ξένια κληθέντες. Λέγονται ούν ούτοι Διομήδους εταίροι είναι καί σύν αυτώ των όπλων των επί τήν Ίλιον μετασχηκέναι, είτα τήν προτέραν φύσιν ές τό των ορνίθων μεταβαλλόντες είδος, όμως έτι καί νύν διαφυλάττειν τό είναι Έλληνες καί Φιλέλληνες.  

 [7] Μηνιαίο περιοδικό «Αναγέννηση», τεύχη 272- 275, 2001.   

 

Αργειακός Πολιτισμός


 

Αναδιφώντας σε μαρτυρίες αρχαίων ιστορικών και στις τοπικές παραδόσεις διαπιστώνουμε ότι στο Άργος πρωτοφεγγοβόλησε από τα πανάρχαια χρόνια η αυγή του πολιτισμού μας και αυτή η αρχαιότερη πόλη είναι το πρώτο φυτώριο και τόπος καταγωγής πολλών από τους γεννήτορες του ελληνικού πολιτισμού.

 

Τα επιτεύγματα του Αργειακού Πολιτισμού


 

Εκτός από ένα πλήθος σοφών επινοήσεων του ήρωα Παλαμήδη που η γενεαλογική ρίζα του αρχίζει από το Άργος, θα παραθέσουμε στην συνέχεια επιτεύγματα στα γράμματα, τις τέχνες, τις εφευρέσεις και ανακαλύψεις και τις άλλες πολιτισμικές εκφάνσεις, που είδαν το πρώτο φως στην Ιναχία γη.

Από Αργείο ποιητή γράφτηκε το αρχαιότερο έπος «Φορωνίς», που δυστυχώς χάθηκε, αλλά γίνεται λόγος γι’ αυτό από άλλους ιστορικούς. Παρόμοιο περιεχόμενο είχε και ένα ακόμη έπος με τίτλο «Αιγίμιος» που αποδιδόταν στον Ησίοδο, και αναφερόταν στην ίδρυση της βασιλικής και ηρωικής δυναστείας του Άργους.

Επίσης η αρχαιότερη τραγωδία του Ευριπίδη «Ικέτιδες«, έχει ως θέμα της τον ερχομό του Δαναού και των θυγατέρων του, στην προγονική τους γη. Στο Άργος, ως κοιτίδας των Πελασγών, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά η Πελασγική γραφή, που αναφέρει ο Διόδωρος: «ιδία δέ των Πελασγών πρώτων χρησαμένων τοις μετατεθείσι χαρακτήρσι, πελασγικά προσαγορευθήναι».[1]

Η πρώτη δε υπόμνηση για χρήση γραπτού λόγου με ανακοίνωση αισθημάτων και διανοημάτων, έχει αφετηρία το Άργος. Προηγουμένως οι πινακίδες της Γραμμικής Γραφής Β’ των ανακτορικών αρχείων, είχαν λογιστικό περιεχόμενο και αναφέρονταν σε δοσοληψίες και παραγωγή αγαθών. Ο βασιλιάς της Τίρυνθας Προίτος, δισέγγονος του Δαναού, έστειλε τον Βελλερεφόντη στη Λυκία, για να παραδώσει στον πενθερό του Ιοβάτη δίπτυχο πινάκιο με σήματα λυγρά, με γραπτή δηλαδή μυστική παραγγελία να θανάτωση τον κομιστή του: «και τον έστειλε στη Λυκία, και μέσα σε κλειστό πίνακα του έδωσε σημεία που χάραξε κακόβουλα, με νόημα θανάτου». [2]

Περισσότερο συγκεκριμένος ο Απολλόδωρος αναφέρει ότι ο Προίτος παρέδωσε στον Βελλερεφόντη γραπτές επιστολές:

«Ο Προίτος το πίστεψε και του δίνει γράμμα να το πάη στον Ιοβάτη. Μέσα στο γράμμα του έγραφε να θανατώση τον Βελλερεφόντη. Ο Ιοβάτης όταν το διάβασε, τον προστάζει να πάη να σκοτώση την Χίμαιρα…» [3]

Για πρώτη φορά αναφέρεται ως υλικό γραφής η δίπτυχη ξύλινη πινακίδα ο πτυκτός πίναξ, που ήταν επιστρωμένος εσωτερικά με λεπτό στρώμα κεριού ή ρητίνης, πάνω στο οποίο γινόταν η χάραξη μηνυμάτων.

Οι Αργείοι χρησιμοποιούσαν τοπικό αλφάβητο, το αργολικό, με διαφορές σε ορισμένα γράμματα από τα άλλα ελληνικά. Όμοιο με το αργειακό αλφάβητο ήταν και το παλαιότερο ροδιακό, λόγω εποικισμού της Ρόδου από Αργείους. Σε παραστάσεις που εικόνιζαν σκηνές του Τρωικού πολέμου στην ροδιακή πόλη Κάμιρο, τα ονόματα των ηρώων ήταν γραμμένα με αργειακά γράμματα.

Τα πρώτα σπέρματα δημοκρατίας τα συναντούμε στο αρχαίο Άργος. Όπως γράφει ο Παυσανίας«Οι Αργείοι όμως που από τα παλιά χρόνια αγαπούν την ανεξαρτησία της γνώμης, και την θέληση να αυτοδιοικούνται, περιόρισαν εις το ελάχιστο την βασιλική εξουσία».[4]

Ο γενάρχης βασιλιάς Πελασγός μιλάει σαν δημοκρατικός άρχοντας που υπολογίζει τη γνώμη του λαού: «Λόγο να δώσω μονάχος μου, πριν την γνώμη των πολιτών πάρω δεν πρέπει».[5]

Και λίγο πιο κάτω: «Είπα και πριν: Δεν παίρνω απόφαση χωρίς την γνώμη του λαού, κι ας έχω την εξουσία».[6]

Τα περίφημα πυραμιδοειδή κτίσματα του ελληνικού χώρου ανεγέρθηκαν στην Αργολίδα. Η πυραμίδα των Κεγχρεών (Ελληνικού) και η αναφερόμενη από τον Παυσανία μεταξύ Άργους και Τίρυνθας που ήταν διακοσμημένη με αργολικές ασπίδες, βρίσκονται σε ελάχιστη απόσταση από το Άργος:

«Όσοι έρχονται από το Άργος στην Επίδαυρο, θα βρουν στα δεξιά του δρόμου ένα οικοδόμημα που μοιάζει πολύ με πυραμίδα κι έχει ασπίδες που είναι φκιαγμένες κατά το σχήμα σαν τις Αργολικές».[7]

 

Otto Magnus von Stackelberg, «Ερείπιον πυραμίδος παρά το Άργος», 1834.

 

Σύμφωνα με το πόρισμα ομάδας της Ακαδημίας Αθηνών, που προέβη στην χρονολόγησή τους με την μέθοδο της οπτικής θερμοφωταύγειας και του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, οι πυραμίδες του Ελληνικού και της Λήσσης (Λυγουριού), προσδιορίζονται χρονικά στα τέλη της 4ης ή στις αρχές της 3ης χιλιετίας π.Χ. Συγκεκριμένα, για την πυραμίδα του Ελληνικού, η μέση ηλικία των μεγαλίθων υπολογίζεται από τα αποτελέσματα των μετρήσεων, στο 2720 (± 580, ± 1050 π.Χ). [8]

Στην αρχαία αμαξιτή οδό που ξεκινώντας από Άργος – Μυκήνες έφτανε στην Επίδαυρο, διασώζεται ακόμη σε άριστη κατάσταση Μυκηναϊκή γέφυρα από λαξευτούς ογκόλιθους, μία από τις αρχαιότερες της Ελλάδας ίσως η αρχαιότερη, κοντά στο χωριό Αρκαδικό, στη θέση Καζάρμα.

Ονομαστό ήταν επίσης το Αργείον Εργαστήριον, από όπου πρόβαλε η αυγή της τέχνης, αφού εκεί πρωτοδημιουργούσαν κάθε λογής καλλιτέχνες, ζωγράφοι, γλύπτες, χαράκτες ξυλουργοί, αγγειοπλάστες. Εκεί οι Αργείοι, τέχνας ειδότες έκ προτέρων όπως γράφει ο Παυσανίας (6,10,5), κατασκεύασαν τα πρώτα ξόανα (ξύλινα ομοιώματα) θεών. Σύμφωνα με την Αργεία παράδοση το αρχαιότερο ξόανο της Ήρας, σκαλισμένο σε ξύλο αχλαδιάς, κατασκευάστηκε στο Άργος και αφιερώθηκε στη θεά, από τον βασιλιά Πείρασο, γιο του Άργου.

Στο Άργος επίσης πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά η μετατροπή της ξοανοποιΐας σε μαρμαρογλυφία από τους γιους ή μαθητές του Δαιδάλου Δίποινο και Σκύλλη, που κατέφυγαν εκεί από την Κρήτη, καθώς μας λένε ο Πλίνιος (36,4) και ο Παυσανίας:

«Στο μέρος αυτό, – στις Κλεωνές – είναι ιερό της Αθηνάς, το δε άγαλμά της είναι της τεχνοτροπίας του Σκύλλη και του Διποίνου, αυτοί δε είναι μαθητές του Δαιδάλου υπάρχουν όμως άλλοι που λένε πως ο Δίποινος και ο Σκύλλης ήταν παιδιά του Δαιδάλου από μια γυναίκα που καταγόταν από τη Γορτυνία».[9]

Στο Αργείον εργαστήριον διέπρεψε ο περίφημος γλύπτης και χαλκοπλάστης Αγελάδας, κοντά στον οποίο μαθήτευσαν οι μετέπειτα μέγιστοι καλλιτέχνες Μύρων, Πολύκλειτος και Φειδίας, στον οποίο αναφέρεται και το εξής επίγραμμα: «Φειδίας ο περίθρυλος ο Αττικός ο πλάστης Ο γεγονώς και μαθητής Γελάδου του Αργείου»[10] 

Αργείος ήταν και ο διάσημος αρχιτέκτων Πολύκλειτος, του οποίου έργο είναι το περίφημο – από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα – για την ακουστική του, την αρμονία, το μέγεθος και την αρχιτεκτονική του, θέατρο της Επιδαύρου, καθώς και η αινιγματική θόλος.

 

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Επίσης ο Αργείος ιεροφάντης Τροχίλος κατασκεύασε το πρώτο άρμα, το οποίο αφιέρωσε κι αυτός στην Ήρα: «Ο Αργείος Τροχίλος είναι ο κατασκευαστής της άμαξας. Αυτό το έργο το αφιέρωσε στην πατρώα Ήρα».[11]

Ο κατασκευαστής του Δουρείου Ίππου Επειός (Οδυσσ. Θ, 492), ήταν γόνος Αργείων που είχαν αποικήσει την Φωκίδα.

Η πρώτη κατά τον Α. Σταγειρίτη μακρά ναυς Αργώ, με την οποία ο Ιάσων και οι Αργοναύτες του πραγματοποίησαν την αρχαιότερη υπερπόντια ναυτική επιχείρηση για το χρυσόμαλλον δέρας, ναυπηγήθηκε από τον Άργο, με την βοήθεια της Αθηνάς ή της Ήρας.[12]

Όπως μας πληροφορούν ο Απολλόδωρος και ο Παυσανίας, στο Άργος εφευρέθηκαν οι ασπίδες και εκεί χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τους δίδυμους γιους του βασιλιά Άβαντα Ακρίσιο και Προίτο και τον στρατό τους, στον μεταξύ τους πόλεμο για τον θρόνο του Άργους.

«Λένε πως τότε για πρώτη φορά κι αυτοί κι ο στρατός τους κατά τη μάχη που  έγινε ήταν οπλισμένοι με ασπίδες» [13]

Σύμφωνα με τον Απολλόδωρο, (Β,2,1) η διαμάχη τους είχε ξεκινήσει ενώ βρίσκονταν ακόμη στην κοιλιά της μητέρας τους, και όταν ανδρώθηκαν ήρθαν σε πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου πρωτοχρησιμοποιήθηκαν οι ασπίδες : «Ούτοι καί κατά γαστρός μέν έτι όντες εστασίαζον προς αλλήλους, ώς δέ ανετράφησαν, περί της βασιλείας επολέμουν, καί πολεμούντες εύρον ασπίδας πρώτοι».[14]

Γι’ αυτό οι Αργείοι αποκαλούνται από τον Αισχύλο «ασπιδηφόρος λεώς». Όταν μετά την μάχη οι αδελφοί συνθηκολόγησαν, επειδή κανένας δεν βγήκε νικητής, για να τιμήσουν αυτούς που έπεσαν στο πεδίο της μάχης, ανήγειραν στον ίδιο τόπο κοινό μεγαλοπρεπές μνημείο σε σχήμα πυραμίδας, σύμφωνα με την παράδοση του Παυσανία, το οποίο διακόσμησαν με ανάγλυφες παραστάσεις αργολικών ασπίδων.

Στα Ηραία, εορτή των Αργείων προς τιμήν της πολιούχου των Ήρας, τελούσαν αγώνες, με έπαθλο στον νικητή μια χάλκινη ασπίδα και στέφανο μυρτιάς.

Στην αρχαιότερη ακρόπολή τους, είχαν αναρτήσει μιαν ασπίδα ως σύμβολο της πόλης. Λόγω του σεβασμού των Αργείων προς αυτήν, είχε προέλθει η παροιμιώδης φράση «ώς τήν έν Άργει ασπίδα καθελών σεμνύνεται».[15]

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι).

Ο δε ιδρυτής και πρώτος βασιλιάς των Μυκηνών Περσεύς, εγγονός του Ακρίσιου, εφεύρε τον δίσκο και καθιέρωσε το αγώνισμα της δισκοβολίας: «Εκεί ο Περσεύς, νέος και γεμάτος σφρίγος, ,ένιωθε μεγάλη ευχαρίστηση να επιδεικνύη τα χαρίσματά του, και ιδιαίτερα να ρίχνει μπροστά στον πολύ κόσμο τον δίσκο, που ήταν δική του εφεύρεση».[16]

Στους αγώνες που διοργάνωναν μεταξύ τους οι αρχηγοί της Τρωικής εκστρατείας στην Αυλίδα, ο Διομήδης χαιρόταν με το αγώνισμα της δισκοβολίας:

«Είδα και τον Διομήδη ολόχαρο

από του δίσκου την απόλαψη

και πλάι του τον Μηριόνη…,

τον αντρειωμένο πολέμαρχο

που όλοι τον θαυμάζουν»[17]

Αλλά και σε όλους τους πολεμιστές ήταν το πιο προσφιλές άθλημα η δισκοβολία, όπως μαρτυρούν ο Όμηρος και ο Ευστάθιος:

«οι λαοί στην ακροθαλασσιά με δίσκους

ετέρποντο και με ακόντια που έριχναν και τόξα»[18]

Η Νιόβη κόρη του Φορωνέα και εγγονή του Ινάχου ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία έσμιξε ο Δίας. Από την ένωση τους γεννήθηκαν ο Άργος και ο Πελασγός, από αυτόν δε πρώτοι οι κάτοικοι της Πελοποννήσου πήραν το όνομα Πελασγοί:

«Ο Ζευς και η Νιόβη – ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία πλάγιασε ο Ζευς – γέννησαν τον Άργο, όπως δε λέγει ο Ακουσίλαος και τον Πελασγό, από τον οποίο οι κάτοικοι της Πελοποννήσου ονομάστηκαν Πελασγοί».[19]

Από τον Άργο πήρε το όνομά της και η πολιτεία που πριν λεγόταν Απία, όπως και όλη η Πελοπόννησος, από τον αδελφό της Νιόβης Άπι.

Στο Άργος πρωτοκαλλιεργήθηκε ο σίτος, γι’ αυτό από τον Όμηρο αποκα­λείται πολύπυρον (πυρός και σπυρός = σίτος) και οι αργείτικοι αγροί «άρουραι πυροφόροι» (Ιλιάς Ξ 121). Τον έφερε ο Άργος από την Λιβύη και δίδαξε στους Αργείτες την καλλιέργειά του (Πολέμων απόσπ. 44).

Οι Αργείοι μετά την Ήρα που κατείχε την πρώτη θέση στην λατρεία τους, τιμούσαν · ιδιαίτερα και την Δήμητρα, και την αποκαλούσαν Εύπυρον, Πυροφόρον, Φιλόπυρον και Λίβυσσαν. Λέγανε μάλιστα πως όταν η θεά ήρθε στο Άργος, την φιλοξένησε ο βασιλιάς Πελασγός.[20]

Ο Φείδων απόγονος του πρώτου Ηρακλείδη βασιλιά του Άργους Τήμενου, είναι ο πρώτος Έλληνας που έκοψε αργυρά και χάλκινα νομίσματα και ίδρυσε το πρώτο νομισματοκοπείο της Ευρωπαϊκής Ηπείρου στην Αίγινα, που ήταν Αργειακή αποικία και υπαγόταν στην εξουσία του Άργους: «Καί μέτρα εξεύρε τά Φειδώνια καλούμενα καί σταθμά καί νόμισμα κεχαραγμένον τό τέ άλλο καί τό αργυρούν»[21]

«Ο δε Έφορος λέγει ότι ο Φείδων έκοψε το πρώτο αργυρό νόμισμα στην Αίγινα».[22]

«άφ’ ου ό Φείδων ό Αργείος εδήμευσε τά μέτρα καί σταθμά, κατεσκεύασε καί νόμισμα αργυρούν έν  Αιγίνη… βασιλεύοντος Αθηνών Φερεκλέους».[23]

Τα πρώτα Αργείτικα νομίσματα εικόνιζαν δύο δελφίνια. Αργότερα αντικαταστάθηκαν από παράσταση λύκου, σύμβολο του Δαναού και της λατρείας του Λυκίου Απόλλωνα, στον ναό του οποίου φυλαγόταν το άσβεστο πυρ του Φορωνέως.[24]

Όπως μας πληροφορεί επίσης το Πάριον Χρονικόν, ο Φείδων όρισε τα μέτρα και τα σταθμά που επεκράτησαν σε όλη την Ελλάδα από τον 7ο  π.Χ. αιώνα. Εκτός από τα μέτρα και τα σταθμά, όρισε και τα μέτρα των υγρών. Καθιέρωσε ακόμη και τον πόδα, ελληνική μονάδα μετρήσεως του μήκους.[25]

Οι πρώτες ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν από Αργείους. Καμιά άλλη πόλη δεν ίδρυσε τόσες πολλές αποικίες και στους πλέον απόμακρους τόπους, από τον καιρό των Πελασγών. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, μας διασώζει μια παράδοση που δείχνει πόσο νωρίς οι Αργείοι ξεκίνησαν τις αποικιακές εξορμήσεις τους:

Όταν εξαφανίστηκε η βασιλοκόρη Ιώ, ο πατέρας της Ίναχος επάνδρωνε πλοία και τα έστελνε να την αναζητήσουν σε στεριές και θάλασσες, με την εντολή να μην επιστρέψουν αν δεν την φέρουν μαζί τους. Όταν οι έρευνες απέβαιναν άκαρπες, οι επικεφαλής των αποστολών αναγκάζονταν να παραμένουν σε ξένη γη και να κτίζουν νέες πόλεις, στις οποίες έδιναν συνήθως το όνομα της γενέτειράς τους. Στην ηπειρωτική Ελλάδα, σε πολλά νησιά του Αιγαίου, στην Κύπρο, στα Μικρασιατικά παράλια, στην Κάτω Ιταλία, υπήρχαν πόλεις με το όνομα Άργος. Στην Κρήτη τελούσαν εορτή τα «Ινάχεια».

Αλλά και η εξιστόρηση των περιπλανήσεων της ίδιας της Ιούς, θεωρείται ως μια εξερευνητική επιχείρηση των Αργείων κατά τους προϊστορικούς χρόνους με σκοπό τον αποικισμό, που κατέληξε στην Αίγυπτο:

Πολυάριθμες είναι οι πόλεις που το Άργος έχτισε και εποίκισε στην Αίγυπτο Με το χέρι του Επάφου.[26]

Και τέλος, κάτι επίσης πολύ σημαντικό, το Άργος υπήρξε η γενέτειρα της βασιλικής γενιάς των Μακεδόνων, εξ ου και Αργεία καταγωγή του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

  

Υποσημειώσεις


[1] Διοδώρου Σικελιώτου Ιστορική Βιβλιοθήκη, 3,67,1

[2] Ιλιάς Ζ,168. «πέμπε δε μιν Λυκίηνδε, πόρεν δ’ό γε σήματα λυγρά, γράψας έν πίνακι πτυκτώ θυμοφθόρα πολλά,»

[3] Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη Β’ ΙΙΙ, Ι Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Μετ. I. Χατζηφώτη.

«Προίτος δέ πιστεύσας έδωκεν επιστολάς αυτώ πρός Ιοβάτην κομίσαι, έν αίς ενεγέγραπτο Βελλερεφόντην αποκτείναι. Ιοβάτης δέ αναγνούς, επέταξεν αυτόν Χίμαιραν κτείναι…».

(Για να προσδιορισθεί χρονικά το περιστατικό, υπενθυμίζουμε ότι ο Αργείος Ταλαός που πήρε μέρος στην Αργοναυτική Εκστρατεία, ήταν εγγονός του Προίτου).

[4] Παυσανίου Κορινθιακά 19,2 Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. » Αργείοι δέ άτε ισηγορίαν καί τό αυτόνομον αγαπώντες έκ παλαιοτάτου, τά της εξουσίας των βασιλέων ές ελάχιστα προήγαγον».

[5] Αισχύλου Ικέτιδες, στιχ.368. «εγώ δ’αν ου κραίνοιμ’ ύπόσχεσιν πάρος αστοίς δε πάσι των δε κοινώσας πέρι».

[6] Αισχύλου Ικέτιδες, στ. 398 μετ. φιλολογική ομάδα ΚΑΚΤΟΥ. «Είπον δέ καί πρίν, ούκ άνευ δήμου τάδε πράξαιμ’ άν ουδέ πέρ κρατών…»

[7] Παυσανίου Κορινθιακά, 25, 7, εκδ. Ζαχαρ. Μετ. Γιάννη Κορδάτου.

«ερχόμενος δέ έξ Άργους ές τήν Επιδαυρίαν εσίν οικοδόμημα έν δεξιά πυραμίδι μάλιστα εικασμένον, έχει δέ ασπίδας σχήμα Αργολικάς επειργασμένας».

[8] Από σχετική ομιλία του καθηγητή Περικλή Σ. Θεοχάρη στο Ναύπλιο, 15/5/95, που περιέχεται στο βιβλίο του Χρήστου Δ. Λάζου «Πυραμίδες στην Ελλάδα» Εκδ. ΑΙΟΛΟΣ, σελ 183.

Ο Χρήστος I. Πιτερός αρχαιολόγος Δ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, σε μελέτη του με θέμα ΟΙ «ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ» ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ υποστηρίζει ότι οι «πυραμίδες» ήταν διώροφοι ή τριώροφοι οχυρωματικοί πύργοι και τους χρονολογεί στο β’ μισό του 4ου αι. π.Χ. (Βλ. πρακτικά του Ε’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμ. Γ’, σελ. 370. Άργος-Ναύπλιον 6-10 Σεπτεμβρίου 1995).

[9] Παυσανίου Κορινθιακά, 15,1 εκδ. Ζαχαρόπουλου μτ. Γιάννη Κορδάτου. » Ενταύθα έστιν ιερόν Αθηνάς, τό δέ άγαλμα Σκύλλιδος τέχνη καί Διποίνου μαθητάς  δέ είναι Δαιδάλου σφάς, οί δέ καί γυναίκα έκ Γόρτυνος εθέλουσι λαβείν Δαίδαλον,  καί τόν Δίποινον και Σκύλλον έκ της γυναικός οί ταύτης γενέσθαι».

[10] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, σελ. 251

[11] «Tertullien de spektae 9: Si vero Trohilos argivus auktor est currus patriae Iunoni id opus suum dedicavit». Τερτυλλιανός

[12] Α. Σταγειρίτη Ωγυγία, βιβλ. Θ ‘σελ.143. «Τό δέ σχήμα της Αργούς ήτο επίμηκες. «Οθεν ωνομάσθη μακρά ναύς. Καί πρώτη μακρά ναύς αυτή εφάνη εις τήν Ελλάδα επειδή μέχρι τότε μετεχειρίζοντο μικρά καί στρογγυλοειδή πλοία».

Και κατά τον Απολλώνιο «ταύτην λέγουσιν πρώτην ναύν γεγενήσθαι».

[13] Παυσανίου Κορινθιακά,25,7, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γ. Κορδάτου. «συμβαλείν δέ σφάς λέγουσιν ασπίσι πρώτον τότε καί αυτούς καί τό στράτευμα οπλισμένους».

[14] Σύμφωνα με ιστορικούς, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι και ο πρώτος εμφύλιος πόλεμος στην ελληνική ιστορία έχει την αφετηρία του στο Άργος και ξεκίνησε από τον Ακρίσιο και Προίτο απογόνους του Δαναού, από την κόρη του Υπερμνήστρα.

[15] Το Άργος είχε δύο ακροπόλεις: Η αρχαιότερη και σημαντικότερη σ’ όλες τις εποχές ήταν η Λάρισα, ένα τμήμα της οποίας ονομαζόταν στους ιστορικούς χρόνους Ασπίδα (2800- 1900 π.Χ.) ήταν η κύρια ακρόπολη και βορειότερα υπάρχει μια μικρότερη ακρόπολη της Δειράδας (προφήτης Ηλίας).

[16] Παυσανίου Κορινθιακά,25,3, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου.

«καί ό μέν Περσεύς οία ηλικία τε ακμάζων καί τού δίσκου χαίρων τω ευρήματι επεδείκνυτο   εις άπαντας…»

[17] Ευριπίδου Ιφιγένεια η εν Αυλίδι 200, εκδ. Πάπυρος, μετ. Α. Παπαχαρίση.

Διομήδεά θ’ ήδοναίς δίσκον κεχαρημένον, παρά δέ Μηριόνην, Άρεος όζον, θαύμα βροτοίσιν.

[18] Ιλιάς Β, 773 Μετ. Κ. Δούκα.

 λαοί δέ παρά ρηγμίνι θαλάσσης δίσκοισιν τέρποντο καί αιγανέησιν ίέντες τόξοισίν θ’.»

«Δίσκοι δέ ώς καί έν Οδυσσεία, λίθοι στρογγυλοί οις χειριζόμενοι ερρίπτουν εις μήκος οί γυμναζόμενοι. Ει δέ ήν έκ σιδήρου, σόλος τό τοιούτον ελέγετο. Τόν αγώνα τούτον κατ’εξοχήν ηγάπων οί Αχαιοί». [ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ]

[19] Απολλόδωρος Β, 1, εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων μετ. I. Χατζηφώτη.

«Νιόβης δέ καί Διός (ή πρώτη γυναικί Ζεύς θνητή εμίγη), παίς Άργος εγένετο, ώς δέ

Ακουσίλαος φησί, καί Πελασγός, άφ ου κληθήναι τούς τήν Πελοπόννησον οικούντας Πελασγούς».

[20] Παυσανίας 1,14,2: «Λέγεται ούν ώς Δήμητραν ές Άργος ελθούσαν Πελασγός δέξαιτο οίκω».

[21] Στράβων Η, 3,33.

[22] Στράβων Η, 375, 16. » Έφορος δ’ έν Αιγίνη άργυρον πρώτον κοπήναι φησίν υπό Φείδωνος «.

[23] Από το Πάριον Χρονικόν.

[24] Από τα Αιγινήτικα νομίσματα που εικόνιζαν θαλάσσια χελώνη, προήλθε ο στατήρας και από αυτόν το εθνικό ελληνικό νόμισμα η δραχμή. Αυτή υποδιαιρέθηκε σε έξι μέρη, τους οβολούς. Στο Ηραίο (ναό της Ήρας) του Άργους, είχαν αναρτηθεί δείγματα αυτών των αρχαίων μονάδων οι οβελίσκοι: «Πρώτος δέ πάντων Φείδων Αργείος νόμισμα έκοψεν έν Αιγίνη, καί διδούς τό νόμισμα, καί αναλαβών τούς οβελίκους, ανέθηκεν τή έν Άργει Ήρα. Επειδή τότε οι οβελίσκοι τήν χείρα επλήρουν, τουτέστι τήν δράκα, ημείς καίπερ μή πληρούντες τήν δράκα τοις έξ οβολοίς, δραχμήν αυτήν λέγομεν, παρά τό δράξασθαι».

(Ωρίων Ετυμολογικόν, – 5ος αι. μ.Χ. – 118,19, λήμμα οβολός).

[25] Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, σελ. 227.

[26] Πινδάρου 10ος Νεμεόνικος στιχ. 5-6, μετ. Β. Λαζανά.  Πολλά δ’Αιγύπτω καταοίκισεν άστη ταις Επάφου παλάμαις»

Παλαμήδης

 


 

 Ο Παλαμήδης ήταν ήρωας της Τρωικής εκστρατείας, εφευρέτης, συγγραφέας και δημιουργός. Ήταν γιος του Ναύπλιου και της Ησιόνης και ξεχώριζε για τη σοφία του.  

 Στον Παλαμήδη αποδίδονται η επινόηση των μέτρων και των σταθμών, η διαίρεση του έτους σε ώρες ημέρες και μήνες και η εφεύρεση διαφόρων παιχνιδιών (επιτραπέζιων και στρατηγημάτων) που ονομάζονται και του Παλαμήδους ή αθύρματα ή πεσσοί ή πεττοί.   

    

Το όνομα Παλαμήδης  

 


 

Όπως είναι γνωστό τα ονόματα που έδιναν οι πρόγονοί μας στα νεογέννητα παιδιά τους κατά την τελετουργία της ονοματοθεσίας τους, εξέφραζαν κατά κανόνα την επιθυμία τους για την πραγματοποίηση κάποιας ευχής των γονέων, που θα αφορούσε στα χαρίσματα και τις ιδιότητες που θα τα χαρακτήριζαν στην μετέπειτα ζωή τους ή για να διαπρέψουν στο επαγγελματικό στάδιο που θα ακολουθούσαν. 

Ο βασιλιάς Ναύπλιος όπως φαίνεται ήθελε ο πρωτότοκος γιος που θα τον διαδεχόταν να είναι προικισμένος με σοφία, επινοητικότητα, και πρακτικό νου. Γι’ αυτό του έδωσε το όνομα Παλαμήδης (παλάμη + μήδομαι).[1]  

Και όπως αποδείχθηκε ο Παλαμήδης ανταποκρίθηκε στις ευχές του ονοματοθέτη του, αφού τίμησε επάξια αυτό το τόσο αντιπροσωπευτικό γι’ αυτόν όνομα, στο οποίο πρόσωπο και δράση ταυτίζονται. Και ήταν ο πρώτος αλλά και ο μοναδικός στην Ιστορία που είχε αυτό το όνομα, από τα πανάρχαια χρόνια.  

Το όνομα λοιπόν Παλαμήδης συνδυάζει την πρακτική (παλάμη) με την πνευματική (μήδης) σοφία.  

Από την προηγούμενη ανάλυση προκύπτει επομένως η εικόνα μιας ηγεμονικής μορφής που εμπνέει σεβασμό και επιβάλλεται στους άλλους χάρη στις ικανότητές της να απλουστεύει και τα πιο δυσεπίλυτα προβλήματα, δίνοντας σοφές πρακτικές λύσεις.[2]  

    

Εφηβικά χρόνια  

   

Παλαμήδης

Ο Ναύπλιος, καθώς προόριζε τον πρωτότοκο γιο του για διάδοχό του στον θρόνο, φρόντισε να του δώσει όλα τα εφόδια που θα τον έκαναν ηγέτη αντάξιο της θεογέννητης προγονικής κληρονομιάς και του τόπου του. Γι’ αυτό, όπως ήταν συνήθεια των τότε ηγεμόνων, όταν ο Παλαμήδης έφτασε στο στάδιο της εφηβείας, τον έστειλε στον Κένταυρο Χείρωνα, τον σοφό παιδαγωγό του Πηλίου, κοντά στον οποίο μαθήτευαν όλες οι γενιές των ηρώων, που το όνομα τους έμεινε αθάνατο. 

 «Το γεγονός ότι περιλαμβάνεται στον κατάλογο των διάσημων μαθητών του Χείρωνα, δείχνει ότι ο ήρωας είχε καταξιωθεί ως ισότιμος με τους πιο γνωστούς ήρωες της ελληνικής μυθολογίας».  [3]  

Ο Φιλόστρατος στον Ηρωικό (IX, 1) τον παρουσιάζει όμοιο με άνθρωπο (ανθρώπω όμοιον) που τον διέκρινε σοφία στα λόγια και στα έργα. Είχε ποικίλες κυνηγετικές γνώσεις, δίδασκε τις τέχνες του πολέμου, εκπαίδευε γιατρούς και μουσικούς και διαμόρφωνε δίκαιους χαρακτήρες. Εκεί συναντήθηκε με τους άλλους βασιλικούς γόνους των Αργοναυτών και κατοπινούς αρχηγούς των Αχαιών, που μαζί πρωταγωνίστησαν στην Τροία.  

Κοντά στον Χείρωνα ο Παλαμήδης διδάχτηκε την τέχνη του πολέμου μαζί με τον Αχιλλέα, τον Νέστορα, τον Οδυσσέα τον Διομήδη, τον Αντίλοχο τον Αινεία, τον Πάτροκλο, τον Πρωτεσίλαο και τους Αίαντες, και την ιατρική, με συντροφιά τους γιους του Ασκληπιού Μαχάονα και Ποδαλείριο, αλλά και τον Αχιλλέα. Εκτός από την χειρουργική διδάχτηκαν την χρήση των βοτάνων του βουνού, για να καταπραΰνουν τους πόνους και να γιατρεύουν τις πληγές. Τους δίδαξε ακόμη ο Χείρων την αστρονομία, τη μουσική, τη μαντική και κυνηγετική τέχνη.  

Επιστρέφοντας στο Ναύπλιον μετά την μαθητεία του κοντά στον σοφό δάσκαλο, άρχισε να δείχνει τα μοναδικά χαρίσματα με τα οποία ήταν προικισμένος. Μιλούσαν με θαυμασμό γι’ αυτόν και γρήγορα η φήμη του ως «πεπαιδευμένου καί λογίου σοφού», εφευρετικού νου και ετοιμοπόλεμου, πέρασε τα σύνορα της Ναυπλίας.  

   

Πως ήταν ο Παλαμήδης  

 


  

 Ο Φιλόστρατος[4] και ο Α. Σταγειρίτης, μας δίνουν μια περιγραφή του Παλαμήδη, όπως την αφηγήθηκε ο πρώτος νεκρός του Τρωικού πολέμου Πρωτεσίλαος:  

«Το ύψος του ήταν σχεδόν σαν του μεγάλου Αίαντα και η ομορφιά του εφάμιλλη με του Αχιλλέα, του Αντιλόχου, του Πρωτεσίλαου, – όπως λέει ο ίδιος- και του Τρωαδίτη Εύφορβου.  

Είχε γένια απαλά που σχημάτιζαν σιγά σιγά βοστρύχους, μαλλιά κοντά και τα φρύδια έδιναν ευγένεια στη μορφή του, ήταν ευθύγραμμα και έσμιγαν πάνω από τη συμμετρική και καλοσχηματισμένη μύτη του. Το βλέμμα του στις μάχες ήταν σταθερά προσηλωμένο και φοβερό, στην ανάπαυλα της μάχης φιλικό και οι ματιές γεμάτες καλοσύνη˙ λένε μάλιστα πως είχε τα μεγαλύτερα μάτια απ’ όλους τους ανθρώπους.  

Λέει ακόμα ότι ο Παλαμήδης γυμνός ήταν κάτι ανάμεσα σε βαρύ και ελαφρύ αθλητή και το κεφάλι του ήταν πιο ωραίο από τους χρυσούς πλοκάμους του Ευφόρβου. Είχε ρυπαρή κόμη και αυτό οφειλόταν στο ότι κοιμόταν όπου τύχαινε, γιατί παραμελώντας τελείως τον εαυτό του, έστρεφε όλη την φροντίδα του σε πολέμους φάλαγγες και την σωτηρία του στρατού. Πολλές φορές μάλιστα σε περιόδους ανακωχής, κατασκήνωνε στην κορυφή της Ίδης, διότι οι σοφοί από τις κορυφές μπορούν να μελετούν και να κατανοούν τα ουράνια φαινόμενα.  

Δεν είχε ακόλουθο ούτε κάποια δούλα ούτε Τέκμησσα ή Ίφη[5] για να τον λούζει ή να του στρώνει το κρεβάτι, αλλά όλα τα έκανε μόνος του και χωρίς τα απαραίτητα σκεύη.  

Όταν κάποτε του είπε ο Αχιλλέας «Παλαμήδη, ο κόσμος θα σε θεωρήσει αγροίκο επειδή δεν έχεις κάποιον να σε υπηρετεί», απάντησε: «Κι αυτά Αχιλλέα τι είναι;» απλώνοντας του τα δυο του χέρια».  

Επίσης και ο Αθαν. Σταγειρίτης (Ωγυγία Βίβλος Γ’σελ.460 ), γράφει:  

«Ο Παλαμήδης ήτο μακρόσωμος, λευκός, ξανθοκόμης και πιναροχαίτης (με ρυπαρή κόμη), επειδή δεν εφρόντιζε περί καλλωπισμού, αλλά περί πολέμου και φαλαγγών και σωτηρίας των στρατιωτών».  

Στη Λέσχη των Κνιδίων που υπήρχε στους Δελφούς, ο Παλαμήδης ήταν ο μοναδικός ήρωας του Τρωικού πολέμου που εικονιζόταν χωρίς γενειάδα:  

«Πάνω απ’ την Κασοτίδα είναι ένα κτίριο με τοιχογραφίες του Πολυγνώτου.  Είναι αφιέρωμα των Κνιδίων και ονομάζεται από τους κατοίκους των Δελφών Λέσχη, επειδή τα παλιά χρόνια σ’ αυτό το κτίριο συνήθιζαν να συχνάζουν και να συζητούν για τα σοβαρότερα θέματα για τις μυθικές ιστορίες… Μέσα σ’ αυτό το οίκημα, ολόκληρη η ζωγραφιά προς τα δεξιά, παριστάνει την άλωση της Τροίας και τον απόπλου των Ελλήνων. Όλοι αυτοί εκτός του Παλαμήδη εικονίζονται με γενειάδα.»  [6]  

   

Τρωικός Πόλεμος  

 


  
 

Παλαμήδης - Η ανωτέρω προμετωπίδα δημιουργήθηκε από τον F. Bleys Wijck (1671-1746).

Όπως μας πληροφορεί ο Δίκτυς, στην Αυλίδα θεωρήθηκε ο πλέον άξιος να αντικαταστήσει τον Αγαμέμνονα, ιδιαίτερα χάρη στα πνευματικά και ηγετικά του προσόντα. Όταν τα πλοία με τα αχαϊκά στρατεύματα αναχωρούσαν για την Τροία, οι αρχηγοί της στήριξαν τις περισσότερες ελπίδες τους για νικηφόρα έκβαση της επιχείρησης στην σύνεση και ιδιοφυΐα του Παλαμήδη.  

Με την αποβίβαση των Αχαιών στα Τρωικά παράλια και από τις πρώτες εχθροπραξίες, ο εφευρετικός νους, η οργανωτική και στρατηγική μεγαλοφυΐα του Παλαμήδη, κυριάρχησαν, επισκιάζοντας τους άλλους ηγέτες. Φροντίζει για το στόλο, για τα οχυρωματικά του έργα, επιθεωρεί τις φρουρές.  

Πρώτη του φροντίδα ήταν η κατασκευή ενός ισχυρού αμυντικού τείχους, που θα αναχαίτιζε τις επιθέσεις των Τρώων και θα εμπόδισε την πρόσβασή τους προς το μέρος που είχαν αγκυροβολήσει τα αχαϊκά πλοία.  

Πριν από κάθε μάχη εκπονούσε το σχέδιο διεξαγωγής της και τον τρόπο παρατάξεως των στρατευμάτων, για να εξασφαλίσει την νικηφόρα και με τις λιγότερες απώλειες έκβαση της. Όπως γράφουν ο Φιλόστρατος στον «Ηρωικό» και ο Αθ. Σταγειρίτης στην «Ωγυγία», παραμελούσε τελείως τον εαυτό του, και το μόνο που τον απασχολούσε, κυρίως στις παραμονές των μαχών, ήταν ο σχεδιασμός της, ώστε να έχει αίσια έκβαση και η σωτηρία των ανδρών.  

Ως πολεμικός αρχηγός παρατάσσει και ενθαρρύνει τον ναυπλιακό στρατό για τη μάχη, πολεμά με γενναιότητα αλλά και σύνεση. Γι’ αυτό ακόμη και ο Αχιλλεύς επιζητούσε να τον έχει κοντά του στις μάχες και στις εκστρατείες κατά των νησιών και των παραθαλασσίων πόλεων και χαιρόταν όταν πολεμούσαν ο ένας πλάι στον άλλον.  

Ανάμεσα στον Παλαμήδη και τον πιο γενναίο ήρωα του Τρωικού πολέμου είχε αναπτυχθεί μια στενή φιλική σχέση και συνεργασία. Είχαν αναλάβει τις εκστρατείες που πραγματοποιούσαν οι Αχαιοί στα περίχωρα της Τροίας και σύμφωνα με τον Όμηρο (Ιλ. I, 328-9) – που παραλείπει όπως πάντα τη συμμετοχή του Παλαμήδη – είχαν εκπορθήσει 23 πόλεις:  

«Όταν ο Αχιλλεύς ετοίμαζε την εκστρατεία κατά των νησιών και των παραθαλασσίων πόλεων, ζήτησε να εκστρατεύσουν οι Αχαιοί μαζί με τον Παλαμήδη. Ο Παλαμήδης πολεμούσε με γενναιότητα και σύνεση, ενώ ο Αχιλλέας ήταν ασυγκράτητος και η υπερβολική ορμή του τον οδηγούσε σε αταξία. Γι’ αυτό χαιρόταν όταν πολεμούσε μαζί του ο Παλαμήδης, διότι συγκρατούσε την ορμητικότητά του και του υποδείκνυε πως πρέπει να πολεμά.  

Έμοιαζε με θηριοδαμαστή που μπορεί να ηρεμεί και να ξεσηκώνει γενναίο λιοντάρι και όλα αυτά τα έκανε χωρίς να αφήνει τη θέση του, αλλά τοξεύοντας ταυτόχρονα και προφυλασσόμενος από τα βέλη, αποκρούοντας με την ασπίδα του και καταδιώκοντας τα στίφη των εχθρών».[7]  

Με τις ιατρικές του γνώσεις αντιμετώπισε αποτελεσματικά μια θανατηφόρα επιδημία λοιμού που μάστιζε την γύρω περιοχή και απειλούσε με αφανισμό τον αχαϊκό στρατό. Με την επινόηση των φρυκτωριών εγκατέστησε ένα πρωτοποριακό για την εποχή του δίκτυο επικοινωνίας με τις Μυκήνες και αναδείχθηκε ο πρόδρομος των τηλεπικοινωνιών.  

Παράλληλα ο Παλαμήδης συνέχισε να έχει την επιμελητεία, την ευθύνη δηλαδή του επισιτισμού όλου του στρατεύματος, που ήταν μία ακόμη αιτία της σύγκρουσης του με τον Οδυσσέα.  

Με τις διάφορες εφευρέσεις του, απαυγάσματα της «εντέχνου σοφίας» του, πρόσφερε παραμυθία, ψυχαγωγία και ειρηνική απασχόληση στους πολεμιστές, όταν δεν βρίσκονταν στα πεδία των μαχών, απομακρύνοντας τα δυσάρεστα επακόλουθα των επιδημιών που ενέσκηπταν στο στρατόπεδο και της απραξίας: Έριδες, κρούσματα απειθαρχίας, κρίσεις νοσταλγίας της πατρικής γης.  

Ο Παλαμήδης ήταν «ο από μηχανής θεός», η προσωποποίηση της ευρηματικότητας με μοναδική ικανότητα να δίνει την ιδανικότερη λύση και στην πιο δύσκολη κατάσταση, τόσο στο πεδίο της μάχης όσο και εκτός του πολέμου. Κάθε φορά που οι Αχαιοί συναντούσαν κάποιο δύσκολο εμπόδιο που τους έφερνε σε αδιέξοδο και άλλοτε σε απόγνωση, πρόστρεχαν στον Παλαμήδη. Και αυτός απλούστευε και το πιο δύσκολο πρόβλημα με τον δικό του ιδιοφυή τρόπο που άλλος δεν μπορούσε: Με την επινόηση μιας νέας εφευρέσεως, γέννημα της ιδιοφυίας του, που είχε χαρακτηριστικό της την σφραγίδα της τελειότητας.  

Και όταν οι έγνοιες του πολέμου του άφηναν για λίγο ελεύθερο τον σοφό νου, τότε έστρεφε το πρόσωπό του ψηλά στον έναστρο ουρανό, από όπου «τήν κατάληψιν των μετεώρων εντεύθεν από των υψηλοτάτων οί σοφοί ποιού­νται…», Άλλοτε πάλι αποθανάτιζε τις ηρωικές πράξεις που ζούσε σε έπη με συντροφιά τον μαθητή του Κόριννο, ή σκυμμένος στους άβακες, στοχαζόταν και σχεδίαζε γράμματα, αριθμούς, πεσσούς, για να κάνει καλύτερη την ζωή των ανθρώπων.  

Με τις τόσες υπηρεσίες που προσέφερε, είχε κερδίσει την αγάπη και τον σεβασμό όλων των ανδρών. Ο Αχιλλεύς και ο Αίας τον τιμούσαν ως ίσο τους και είχαν συνδεθεί με στενή φιλία μαζί του.  

Προκάλεσε όμως το μίσος του Οδυσσέα όταν αποκάλυψε ότι η παραφροσύνη του ήταν τέχνασμα για να αποφύγει τον πόλεμο αλλά και τον φθόνο του, καθώς ο Οδυσσεύς ένιωθε μειωμένος μπροστά στη σοφία και την στρατηγική ιδιοφυία του Παλαμήδη στη διάρκεια του Τρωικού πολέμου:  

   

«τά δέ Παλαμήδους ούκ ακήκοας πάθη;  

Τούτον γάρ δή πάντες υμνούσιν  

ώς διά σοφίας φθονηθείς υπό Οδυσσέως απόλλυται». [8]   

   

Για τα παθήματα του Παλαμήδη δεν έχεις ακούσει;  

Γιατί γι’ αυτόν όλοι συνέθεσαν ύμνους,  

ότι χάθηκε, επειδή φθονήθηκε από τον Οδυσσέα για τη σοφία του.  

(ελεύθερη απόδοση)  

   

Χρησιμοποιώντας ο Οδυσσεύς τις προσφιλείς του μεθόδους της δολοπλο­κίας και της διαβολής, κατόρθωσε να τον παρουσιάσει ένοχο εσχάτης προδοσίας, με αποτέλεσμα τον ατιμωτικό και μαρτυρικό θάνατο του σοφού παλικαριού.  

  

 Ο θάνατος του Παλαμήδη  

 


 

 Η αρχή της αιτίας που προκάλεσε τον άδικο και ατιμωτικό θάνατο του Παλαμήδη, ξεκινά από το αδυσώπητο μίσος του φθορέα ηρώων και εχθρού των αρίστων Οδυσσέα, στο οποίο προστέθηκε στη συνέχεια και ο φθόνος. Η ευκαιρία που αναζητούσε ο Οδυσσέας για να εξολοθρεύσει τον Παλαμήδη με δολοπλοκίες δεν άργησε να του δοθεί.  

Κάποτε ο Οδυσσέας αιχμαλώτισε ένα δούλο που έφερνε χρυσάφι στο σύμμαχο των Τρώων, Σαρπηδόνα, τον αρχηγό των Λυκίων. Υποχρέωσε τότε το δούλο να γράψει στη γλώσσα του ένα γράμμα, στο οποίο ο Πρίαμος απευθυνόμενος στον Παλαμήδη έλεγε πως είχε στείλει όσα είχαν συμφωνήσει και πως τον ευχαριστούσε που είχε βοηθήσει τους Τρώες. Άφησε το δούλο να φύγει, αλλά έστειλε κάποιον που τον σκότωσε πριν προλάβει να απομακρυνθεί πολύ.  

Έστειλε μήνυμα κατόπιν στον Αγαμέμνονα πως είχε δει σημαδιακό όνειρο που του υποδείκνυε να μετακινηθεί όλος ο στρατός από τις μόνιμες εγκαταστάσεις του σε άλλη θέση για στρατιωτικές ασκήσεις. Στο διάστημα που έλειπε ο στρατός, ο Οδυσσέας έβαλε κάποιον να θάψει το χρυσάφι που πήρε από το δούλο στη σκηνή του Παλαμήδη. Όταν βρέθηκε το πτώμα του δούλου και διαβάστηκε η επιστολή που ήταν γραμμένη στη γλώσσα του, κινήθηκαν, όπως ήταν φυσικό, υποψίες εναντίον του Παλαμήδη.  

Για να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα, διέταξε ο Αγαμέμνονας, με υπόδειξη φυσικά του Οδυσσέα, να γίνει έρευνα στη σκηνή του Παλαμήδη. Το χρυσάφι που βρέθηκε θαμμένο εκεί αποτελούσε αδιάσειστη απόδειξη της ενοχής του ήρωα.  

Συγκροτήθηκε αμέσως δικαστήριο που τον κήρυξε ένοχο προδοσίας και τον καταδίκασε σε θάνατο δια λιθοβολισμού, χωρίς να του επιτρέψουν το στοιχειώδες δικαίωμα να υπερασπισθεί την αθωότητα του.  

Έτσι αναπολόγητος ο αθώος σοφός ήρωας, μετά από τις τόσες υπηρεσίες που πρόσφερε σε ηγεμόνες και στρατό, οδηγήθηκε στον τόπο του θανάτου, σπιλωμένος από την επαχθή κηλίδα του προδότη.       

Μόνο ο στρατός του Αγαμέμνονα και του Οδυσσέα παρατάχτηκε για τον λιθοβολισμό του Παλαμήδη. Οι άλλοι άνδρες αρνήθηκαν να πάρουν μέρος και παρακολουθούσαν με την ψυχή πλημμυρισμένη από οργή και θλίψη για την ανόσια πράξη.   

Η άκρατη φιλαρχία του Αγαμέμνονα και ο φόβος απώλειας της εξουσίας, το σκοτάδι της ψυχής, η πανουργία και η προσφιλής συνήθεια του Οδυσσέα να εξυφαίνει υποχθόνια τεχνάσματα για να εξοντώνει τους καλύτερούς του, με συνεργό το φθονερό Διομήδη, σε μια ανίερη συμμαχία, είχαν υπερισχύσει  μπροστά στην αρετή, την πνευματική υπεροχή και την καθαρότητα της σοφίας του Παλαμήδη.    

   

 Η εκδίκηση του Ναυπλίου  

 


  

Το δεύτερο πιο τραγικό πρόσωπο της σκευωρίας, ήταν ο αδελφός του Παλαμήδη Οίαξ. Γνωρίζοντας καλύτερα από κάθε άλλον ότι ο αδελφός του έπεσε θύμα άθλιας πλεκτάνης, ζητούσε να πάρει εκδίκηση, αλλά ήταν ανήμπορος, μπροστά στους πανίσχυρους συνωμότες. Τον ναυπλιακό στρατό διοικούσε τώρα ο Διομήδης, ύστερα από εντολή του Αγαμέμνονα. Η μόνη του ελπίδα ήταν να βρει τρόπο να πληροφορήσει τον πατέρα του Ναύπλιο, για τον φρικτό θάνατο του αθώου Παλαμήδη.  

Ο γερο θαλασσοπόρος και παλιός πειρατής,[9] θα εύρισκε τον τρόπο να εκδικηθεί και να πάρει πίσω το αίμα του παιδιού του. Κατά τραγική ειρωνεία, ο μόνος τρόπος που μπορούσε να επικοινωνήσει με την μακρινή πατρίδα ήταν οι φρυκτωρίες, που είχε εφεύρει ο σοφός αδελφός του. Έπρεπε όμως να έχει την άδεια του Αγαμέμνονα, που τώρα ήταν ο χειρότερος εχθρός του.  

Καθώς τριγυρνούσε περιφρονημένος και αποξενωμένος στην παραλία γύρω από τα ναυπλιώτικα πλοία, το αδελφικό δαιμόνιο μίλησε μέσα του! Μάζεψε μερικά κουπιά και έπιασε να χαράζει με το ξίφος του στο πλατύ μέρος τους την θλιβερή είδηση . Έπειτα τα έριχνε ένα ένα στη θάλασσα, με την ελπίδα ότι κάποιο θα έφτανε στα χέρια του βασιλιά πατέρα τους.  

Πράγματι ένα κουπί έφτασε μέχρι τις ακτές της Εύβοιας όπου βρισκόταν ο Ναύπλιος. Διαβάζοντας το χαραγμένο οδυνηρό μήνυμα, επιβιβάστηκε σ’ ένα πλοίο και ξεκίνησε για την Τροία. Εκεί παρουσιάστηκε στους υπαίτιους και απαίτησε να αποκαταστήσουν την τιμή του παιδιού του. Συνάντησε όμως την σκαιή συμπεριφορά του Αγαμέμνονα και των συνενόχων του. Όσο για τους άλλους ηγεμόνες, κανένας δεν τολμούσε να εναντιωθεί στον βασιλιά αρχιστράτηγο και να αγνοήσει τις διαταγές του.  

Ο Αχιλλεύς και ο Αίας ήταν νεκροί.  

Έχοντας πειστεί ο Ναύπλιος για την αθωότητα του παιδιού του, πήρε τον Οίακα και έφυγε, αφού έδωσε όρκο ότι θα τιμωρήσει σκληρά τους συνωμότες προκαλώντας τους όσο πιο πολύ κακό μπορούσε.  

Φτάνοντας στην πατρίδα έβαλε αμέσως σε εφαρμογή τα εκδικητικά του σχέδια. Η πρώτη του ενέργεια ήταν να περιέρχεται τα παλάτια των ενόχων βασιλιάδων που πολεμούσαν στην Τροία, και να τους κατηγορεί παντού, και πρώτα στις γυναίκες τους, τις οποίες παρακινούσε να απιστήσουν, φανερώνοντας τους ότι οι άνδρες τους είχαν συνάψει σχέσεις με άλλες γυναίκες και παλλακίδες, τις οποίες μάλιστα θα έφερναν μαζί τους όταν θα επέστρεφαν.  

Το ίδιο έκανε και ο Οίαξ, αρχίζοντας από την Κλυταιμνήστρα. Τα αποτελέσματα αυτών των διαβημάτων ήταν ολέθρια για τους ένοχους ηγεμόνες…  

Όταν τελείωσε ο πόλεμος και γύριζαν οι Αχαιοί στις πατρίδες τους νικητές, έβαλε τους άνδρες. του να ανάβουν μεγάλες φωτιές στις βραχώδεις και απόκρημνες ακτές του Καφηρέα, που ήξερε ότι ήταν ο θαλασσινός δρόμος της επιστροφής τους.  

Αυτές οι φωτιές ήταν παγίδες που παραπλανούσαν τα πλοία που περνούσαν. Οι κυβερνήτες οδηγούσαν προς το μέρος τους τα πλοία, πιστεύοντας ότι είναι υπήνεμοι όρμοι, με αποτέλεσμα να συντρίβονται πάνω στους κοφτερούς βράχους. Όσοι ναυαγοί γλίτωναν και τα κύματα τους έβγαζαν στη στεριά, έβρισκαν πιο φρικτό θάνατο. Οι άνδρες του Ναυπλίου τους κομμάτιαζαν με τα ξίφη τους.  

Από τότε έμεινε παροιμιώδης η φράση «Ναυπλίου Ευβοϊκά πυρπολήματα», που συνήθιζαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας όταν τις νύχτες έβλεπαν φωτιές στις παραλίες.  

Ανεβασμένος σ’ έναν ψηλό βράχο ο Ναύπλιος «ώς θαλάσσιος δαίμων»[10] όπως τον χαρακτήρισαν όσοι γνώρισαν την κακή πλευρά του, παρακολουθούσε με άγρια ικανοποίηση τον χαλασμό των καραβιών και τον εξολοθρεμό των ανδρών.  

Ανάμεσα στα λίγα πλοία που γλίτωσαν από την εκδικητική μανία του Ναυπλίου ήταν και του Οδυσσέα, αυτό που ήθελε να συντριβεί όσο κανένα άλλο. Την τελευταία στιγμή απομακρύνθηκε, παρασυρμένο από αντίθετο άνεμο.  

Όταν είδε ο Ναύπλιος ότι ο κύριος υπεύθυνος για τον θάνατο του παιδιού του σώθηκε, κυριευμένος από απελπισία ρίχτηκε στη θάλασσα, για να βρει το ίδιο τέλος με τα θύματά του. Όσο για τον Οδυσσέα, βρήκε την τιμωρία που του άξιζε από τον Ποσειδώνα.  

Ο θεός της θάλασσας οργισμένος όχι εξαιτίας του ανθρωποφάγου Πολύφημου που θέλει ο Όμηρος, αλλά για τις δολοπλοκίες που είχε εξυφάνει σε βάρος του Παλαμήδη, που όπως είδαμε ήταν απόγονός του, αφού τον καταδίκασε να θαλασσοδέρνεται δέκα ολόκληρα χρόνια, του έστειλε τέλος μέσα από το θαλασσινό βασίλειό του τον θάνατο.  

Η ιστορία του Ναυπλίου, του τραγικού πατέρα, που τόσο σκληρά τον χτύπησε η μοίρα ενώ πλησίαζε στη δύση της ζωής του, δεν άφησε ασυγκίνητους τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές μας. Τα έργα όμως που έγραψαν γι’ αυτόν, είχαν την ίδια τύχη με αυτά που είχαν θέμα τον Παλαμήδη, εκτός από ελάχιστα αποσπάσματα.    

     

Οι εφευρέσεις του Παλαμήδη  

 


  

Τον σοφό γιο του Ναυπλίου και τραγικό ήρωα του Τρωικού πολέμου Παλαμήδη, εκτός από την ενασχόλησή του με τις επιστήμες και την επική ποίηση, του αποδίδεται και ένας μεγάλος αριθμός σπουδαίων εφευρέσεων, προϊόντων της εντέχνου σοφίας του, με χαρακτηριστικό τους την άμεση πρακτική εφαρμογή.  

Οι εφευρέσεις του αυτές τον έχουν κατατάξει μεταξύ των πρώτων ευρετών όπως ονομάστηκαν μυθικά αλλά και ιστορικά πρόσωπα, θεοί και ήρωες, στους οποίους αποδόθηκαν διάφορες εφευρέσεις, όπως ο Απόλλων, ο Ήφαιστος, ο Ερμής, η Εργάνη Αθηνά, ο Λίνος, ο Δαίδαλος, ο Προμηθεύς, ο Φορωνεύς κ. ά.  

Υπήρξε ιατρός, αστρονόμος και άριστος εποποιός, αλλά όπως μας πληροφορεί το λεξικό Σουίδα και η αρχαία παράδοση, τα έπη του εξαφανίστηκαν από τους απογόνους του Αγαμέμνονος δια βασκανίαν δηλ. από ζηλοφθονία.  

Εφεύρε ακόμη την αλφαβητική γραφή, και τους αριθμούς, τους πεσσούς και τους κύβους, τα μέτρα και τα σταθμά, επινόησε τις φρυκτωρίες, τον άβακα, τα νομίσματα και την υποδιαίρεση του χρόνου.  

   

 Το τέλος μιας ένδοξης γενιάς   

 


  

Μετά τον τραγικό χαμό του Παλαμήδη και του βασιλιά πατέρα του, στο Ναύπλιο κυβερνούσαν τα παιδιά που είχαν απομείνει, ο Οίαξ και ο Ναυσιμέδων. Αλλά η κακοδαιμονία που μάστιζε τον Ναυπλιακό οίκο δεν έλεγε να τελειώσει. Ο Ορέστης θεωρούσε τον βασιλιά Ναύπλιο και τον Οίακα υπεύθυνους για τον θάνατο του πατέρα του, επειδή είχαν ξελογιάσει την μητέρα του και την είχαν παρακινήσει στην απιστία. Αφού γύρισε στις Μυκήνες και τιμώρησε τον φονιά του πατέρα του, θέλησε να αποτελειώσει το εκδικητικό έργο του, ξεκληρίζοντας και αυτήν την εχθρική του γενιά.  

Ένας ακόμη λόγος ήταν ότι τα αδέλφια είχαν συμμαχήσει με τον Αίγισθο. Μία παλαιότερη τραγωδία του Στησιχόρου που λίγα αποσπάσματά της έχουν διασωθεί, ανέφερε ότι ο Οίαξ είχε πάρει γυναίκα του την κόρη του Αίγισθου και της Κλυταιμνήστρας Ηριγόνη. Η ευκαιρία του δόθηκε όταν στις μάχες που ακολούθησαν, τα αδέλφια παρατάχθηκαν στο πλευρό του Αίγισθου. Εκεί έπεσαν πολεμώντας από το σπαθί του Πυλάδη.  

Στην Πινακοθήκη της Ακρόπολης των Αθηνών, υπήρχε μια ζωγραφική σύνθεση, που εικονίζε τον Ορέστη να θανατώνει τον Αίγισθο και τον Πυλάδη τους γιους του Ναυπλίου:  

 «Υπάρχει επίσης αριστερά των Προπυλαίων κτίριο με ζωγραφιές… εδώ ανάμεσα στις ζωγραφιές, είναι και αυτή που παριστά τον Ορέστη να φονεύει τον Αίγισθο και τον Πυλάδη να σκοτώνει τα παιδιά του Ναυπλίου, που ήλθαν σε βοήθεια του Αιγίσθου».[11]  

Η θεογέννητη Ναυπλιώτικη δυναστεία που είχε ξεκινήσει από τον γιο του Ωκεανού Ίναχο, πρόγονο της Αμυμώνης και αυτή με τον Ποσειδώνα γέννησε τον πρώτο Ναύπλιο, βρήκε αυτό το οικτρό και άδοξο τέλος, από τον δολοπλόκο Οδυσσέα που έκανε την αρχή, για να συνεχίσει η μισητή απ’ τους θεούς γενιά των Ατρειδών.  

     

Πηγή   

 


  
  • Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003.   

   

Υποσημειώσεις   


 [1] Παλάμη: η εσωτερική επιφάνεια του χεριού \ έργο της χειρός \ ευφυΐα \ τέχνη \ επινόημα \  

 σχέδιο \ τέχνασμα \ έργο τέχνης.  

«παλάμαι αί χείρες καί αί τέχναι επεί δι’αυτών πολλά μαιόμεθα»  

 (επιζητούμε, κατασκευάζουμε) Ησύχιος.  

«θεού σύν παλάμα» ( τέχνασμα θεού). Σοφοκλής.  

«ώ παλάμαι (έργα, επινοήματα) θεών» Πίνδαρος.  

«τέκτονος έν παλάμησι δαήμονος, ός ρα τε πάσης εύ ειδή σοφίης…» (Ιλ. Ο, 412)   

(στις παλάμες ειδήμονα τέκτονα που καλά γνωρίζει κάθε σοφία…)   

«…συλλέξας έλεγε σφιν ώς δοκέοι έχειν παλάμην, τή ελπίζοι των βασιλέος  

συμμάχων αποστήσειν τους αρίστους» (συγκέντρωσε – ο Θεμιστοκλής – τους στρατηγούς και τους είπε ότι έχει ένα σίγουρο σχέδιο να υποκινήσει την λιποταξία των καλύτερων συμμάχων του βασιλιά), (των Περσών).    

Η λέξη παλάμη σημαίνει επομένως την επιδεξιότητα των χεριών, την επινοητικότητα αλλά και την ευφυΐα και τη σοφία, ιδιαίτερα την πρακτική σοφία. Αντίστοιχα η λέξη σοφία σημαίνει και εμπειρία, επιδεξιότητα.  

Παλάμημα: επινόημα, σχέδιο, τέχνασμα.  

παλαμάομαι: εκτελώ, μηχανώμαι.  

μέδομαι, μήδομαι: άρχω, φροντίζω, σκέπτομαι, προστατεύω, μηχανεύομαι, επινοώ.  

[2] Στα άλλα παιδιά του ο Ναύπλιος έδωσε τα ονόματα Οίαξ (πηδάλιο πλοίου αλλά και πηδαλιούχος). Ναυσιμέδων = ο κυβερνήτης του πλοίου (ναύς (πλοίο) + μέδω, μέδομαι = κυβερνώ, προστατεύω, φροντίζω). Δαμάστωρ (δαμαστής \ εξημερωτής).  

[3] Από την διδακτορική διατριβή της Γερασ. Ζωγράφου-Λύρα.   

[4] Ηρωικός, 715, 9 μετ. φιλολογική ομάδα Κάκτου.  

 [5] Η Τέκμησσα ήταν σκλάβα και γυναίκα του Τελαμώνιου Αίαντα, που τον συνόδευσε στην Τροία.  

Η Ίφις ήταν σύντροφος του Πατρόκλου στην Τροία, σκλάβα που του έδωσε ο Αχιλλέας από τα λάφυρα της Σκύρου.   

 [6] Παυσανίου Φωκικά 25,1 και 31,3 Βιβλιοθήκη των Ελλήνων μετ. Α Παπανδρέου:  

«Υπέρ δέ τήν Κασσοτίδα εστίν οίκημα γραφάς έχον του Πολυγνώτου, Ανάθημα μέν Κνιδίων, καλείται δέ ύπό Δελφών Λέσχη, ότι ενταύθα συνιόντες το αρχαίον τά τε σπουδαιότερα διελέγοντο καί οπόσα μυθώδη… Ές τούτο ούν εισελθόντι τό οίκημα το μέν σύμπαν τό έν δεξιά της γραφής Ιλιός τε εστίν εαλωκυία καί απόπλους ό Ελλήνων…τούτοις πλήν τω Παλαμήδει γενειά έστι τοις άλλοις».  

[7] Φιλοστράτου, Ηρωικός Χ, 5, μετ. φιλολογική ομάδα Κάκτου:  

«τον Αχιλλέα στρατεύονται επί τάς νήσους καί τάς ακταίας πόλεις αιτήσαι τους Αχαιούς ξύν Παλαμήδει στρατεύσαι. Εμάχοντο δέ ό μέν Παλαμήδης γενναίως καί σωφρόνως, ό δέ Αχιλλεύς ου καθεκτώς, ό γάρ θυμός εξαίρων αυτόν ες άταξίαν ήγεν όθεν έχαιρε τω Παλαμήδει ξυνασπίζοντι καί ακάγοντι μέν αυτόν της φοράς, υποτιθεμένω δέ, ως χρή μάχεσθαι καί γάρ δή καί εώκει λεοντοκόμω λέοντα γενναϊον πραύνοντι και εγείροντι, καί ουδέ εκκλίνων ταύτα έπραττεν, αλλά καί βάλλων καί φυλασσόμενος βέλη καί ασπίδα αντερείδων καί διώκων στίφος».  

[8] Ο Σωκράτης στον Ευθύδημο. Ξενοφώντος Απομνημονεύματα, Δ,33.  

[9] Η πειρατεία εκείνα τα χρόνια δεν είχε τίποτα το επιλήψιμο και εξομοιωνόταν με την αλιεία και το κυνήγι. Ήταν μάλιστα η πιο επίζηλη επαγγελματική επιλογή των αρίστων, που ήθελαν να αποκτήσουν φήμη σπουδαίου άνδρα.  

[10] Η φήμη της θανάσιμης οργής και της άγριας εκδίκησης του Ναυπλίου, έγινε αιτία να θεωρηθεί θαλάσσιος δαίμων και πειρατής και όταν οι ναυτικοί κινδύνευαν, έκαναν θυσίες για να τον εξευμενίσουν.  

[11] Παυσανίου Αττικά, 22, 6 εκδ. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Α. Γεωργιάδου:   

«…έστι δέ έν αριστερά των Προπυλαίων οίκημα έχον γραφάς… ενταύθα έν ταις γραφαίς Ορέστης εστίν Αίγισθον φονεύων καί Πυλάδης τούς παίδας Ναυπλίου, βοηθούς ελθόντας Αιγίσθω». Πάντως άδοξο ήταν και το τέλος του Ορέστη. Ενώ βρισκόταν στην Αρκαδία, τον δάγκωσε ένα φίδι και πέθανε. (Απολλοδώρου «Επιτομή», VI, 28)