Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Κρανίδι


 

Το Κρανίδι είναι πρωτεύουσα της επαρχίας Ερμιονίδας. Για πρώτη φορά αναφέρεται το 1530.  Επί Τουρκοκρατίας, ήταν γνωστό ως «Κάτω Ναχαγιέ», που σημαίνει Κάτω Επαρχία. Σύμφωνα με μια εκδοχή το σύγχρονο όνομά του προέρχεται από το κραναός = τραχύς. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή το όνομα οφείλεται σε παραφθορά της λέξης κορωνίδα, το όνομα παραπλήσιας νησίδας απέναντι από το χωριό Κοιλάδα. Ο πληθυσμός του είναι 4.006 κάτοικοι σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Απέχει περίπου 65 χλμ. από το Ναύπλιο. Είναι γνωστό για το ελαιόλαδο το οποίο έχει αναγνωριστεί ως ΠΟΠ (προστατευόμενη ονομασία προέλευσης).

 

Κρανίδι

 

Το Κρανίδι είναι κτισμένο αμφιθεατρικά στους λόφους της Αγίας Άννας και της Μπαρδούνιας με προσανατολισμό βορειοδυτικό. Δυτικά και ανατολικά από την πόλη η περιοχή χαρακτηρίζεται πετρώδης με χαμηλή βλάστηση ενώ στη νοτιοανατολική μεριά υπάρχει το πευκόδασος της Κορακιάς. Βόρεια βρίσκεται το βουνό του Προφήτη Ηλία ενώ βορειοδυτικά ο όρμος της Κοιλάδας με το ομώνυμο παραδοσιακό χωριό και το προϊστορικό σπήλαιο Φράγχθι σε απόσταση 6 χλμ. Ανατολικά σε απόσταση 10 χλμ. βρίσκεται η Ερμιόνη και νότια σε απόσταση 7 χλμ. το Πόρτο Χέλι. Το Σπήλαιο Φράγχθι, όπως φάνηκε από ανασκαφές, κατοικήθηκε από την παλαιολιθική ήδη εποχή (30.000 π.χ.)  από ανθρώπους που χρησιμοποιούσαν πέτρινα ή οστέινα εργαλεία, ήταν κυνηγοί, ήξεραν να ψαρεύουν και έθαβαν τους νεκρούς τους. Διαβάστε τη συνέχεια »

Δήμας Βασίλης (1960 – 2020)

 

 

Δήμας ΒασίληςΖωγράφος – Αγιογράφος. Γεννήθηκε στο Άργος το 1960. Παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής από τους ζωγράφους  Βασίλη Κορκόβελο και Τάσο Ρήγα. Ασχολήθηκε για αρκετά χρόνια με τη μελέτη της Βυζαντινής ζωγραφικής φιλοτεχνώντας πλήθος φορητών εικόνων, αλλά και ειδικότερα κάνοντας μια σημαντική έρευνα σε πολλά βυζαντινά μνημεία, ζωγραφίζοντας αντίγραφα και σχέδια για την μελέτη των εικονογραφικών προγραμμάτων και των λεπτομερειών των μνημειακών συνόλων.

Επίσης ασχολήθηκε επισταμένως με την έρευνα των νεοκλασικών και λαϊκών τοιχογραφιών οικιών.

Συνεργαζόταν από το 1988 με τον αγιογράφο Γεώργιο Αγγελή και ομάδα συνεργατών για την αγιογράφηση τοιχογραφιών Ιερών Ναών, φορητών εικόνων, καθώς επίσης και για τη ζωγραφική σύγχρονων τοιχογραφιών σε οικίες και επαγγελματικούς χώρους και για αποκαταστάσεις παλαιών τοιχογραφιών. Κατοικούσε στο Άργος και στην Αθήνα.

Την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2020, υπέστη ξαφνικά έμφραγμα του μυοκαρδίου (καρδιακή προσβολή)  και απεβίωσε σε ηλικία 60 ετών. Ετάφη στον Ιερό Ναό Αγίου Βασιλείου στο Άργος.

 

  

Κοινή  επαγγελματική  δραστηριότητα  των  συνεργαζομένων  αγιογράφων

 

     

Αγιογραφίες ( τοιχογραφίες )  των  κυριοτέρων  Ιερών  Ναών:

 

Ενοριακοί  Ιεροί  Ναοί  – Ιερές  Μονές

 

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου  Βασιλείου – Άργος

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου Ανδρέου – Λαύριο

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου Νικόλαου – Σπάτα

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου  Φανουρίου – Οικισμός Κάρελλα Κορωπί

Ενοριακός  Ι. Ν. Υπαπαντής – Αρτέμιδα ( λούτσα )

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου  Ραφαήλ – Φρέγκαινα Αργολίδος

Ιερό Ησυχαστήριο Κοιμήσεως της Θεοτόκου – Κορωπί

Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Μωυσέως – Δαλαμανάρα Αργολίδος

Ιερά Μονή Ευαγγελισμού – Αθίκια Κορινθίας

Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους

Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους

 

Ιδιωτικοί  Ιεροί  Ναοί

 

Ι. Ν. Αγίου Νικόλαου – Πορτοχέλι   ( Ιδιοκτησίας Μήνου Κυριακού )

Ι. Ν. Αγίου Νικόλαου – Εκάλη  ( Ιδιοκτησίας Νικόλαου Τσαβλίρη)

Ι. Ν. Παναγίας  Μυρτιδιωτίσσης – Χαλκίδα ( Ιδιοκτησίας Γιάννη Κυριακόπουλου)

Ι. Ν. Αγίου Κων/νου και Ελένης – Κερατέα ( Ιδιοκτησίας  Ζαχαρία Καπλανίδη)

Ι. Ν. Αγίου Ευσταθίου – Κερατέα ( Ιδιοκτησίας Τοπικού Συλλόγου)

 

Ιερός Ναός Αγίου Ανδρέου – Λαύριο

Ιερός Ναός Αγίου Ανδρέου – Λαύριο

Οροφογραφία εισόδου σε σύγχρονη κατοικία

Οροφογραφία εισόδου σε σύγχρονη κατοικία

Οροφογραφία σε αίθουσα δεξιώσεων αστικού οικήματος

Οροφογραφία σε αίθουσα δεξιώσεων αστικού οικήματος

Βασιλείου Αναστάσιος

 

 

 

Βασιλείου Αναστάσιος

Βασιλείου Αναστάσιος

Αρχίατρος του ελληνικού στρατού, αδελφός του Ιωάννη Βασιλείου που έπεσε το 1867 κατά την Κρητική επανάσταση. Γεννήθηκε στο Κρανίδι το 1827. Από νωρίς πήγε στην Αθήνα όπου και ολοκλήρωσε τις βασικές σπουδές του, έχοντας ως δάσκαλο τον Γεννάδιο.* Μόλις είκοσι χρόνων τέλειωσε τις σπουδές του στην Ιατρική και ανακηρύχθηκε διδάκτωρ, ενώ παράλληλα προσελήφθη στον στρατό ως δόκιμος γιατρός, στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών.  Όλη του η ζωή συνοψίζεται σε τρεις απαράβατους κανόνες. Εργασία, μελέτη, καθήκον. Πέρα από τις ιατρικές του γνώσεις, ο Αναστάσιος Βασιλείου, υπήρξε άριστος φιλόλογος και γνώστης ευρύτατων εγκυκλοπαιδικών γνώσεων. Λόγω ακριβώς αυτών των γνώσεων αλλά και λόγω της ευφράδειας που τον χαρακτήριζε, του δόθηκε το προσωνύμιο φιλόσοφος ιατρός.  

Υπήρξε ευγενής και προσηνής προς τους ασθενείς του, τους οποίους φρόντιζε με πατρική αγάπη και φροντίδα. Ως γιατρός εργάστηκε ακούραστα και ενεργητικά. Φρόντιζε και προέβλεπε τις ανάγκες την υπηρεσίας προσφέροντας στους υφισταμένους του αγάπη και ενδιαφέρον. Οι συνεργάτες του, τον εκτιμούσαν και τον σέβονταν πολύ. Επεδίωκαν να μην εκτεθούν – επ᾽ ουδενί- απέναντί του για ολιγωρία, ανυπακοή ή κακή εκτέλεση των καθηκόντων τους. Πάντως, όσο καλή και ευγενική ήταν η συμπεριφορά του προς τους υφισταμένους του, τόσο αυστηρή γινόταν αν έπεφτε στην αντίληψη του κάποια παράβαση ή αδιαφορία προς τους ασθενείς.

 

Ο Αναστάσιος Βασιλείου, στα σαράντα χρόνια που υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό, ελάχιστο χρόνο έμεινε στην Αθήνα, γιατί ο χαρακτήρας του δεν του επέτρεπε πλάγιες συμπεριφορές ή παρασκηνιακές κινήσεις. Αυτό το προνόμιο είχαν όσοι ήταν αρεστοί στους πολιτικούς ή διέθεταν κάποια άλλα μέσα.

 

Μολονότι, ως επιστήμων υπήρξε άριστος, ως άνθρωπος ήταν μετριοπαθής και εγκρατής. Ήταν τόση η σεμνότητα του, ώστε όταν του προτάθηκε θέση Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών – και όχι μία φορά- αρνήθηκε ισχυριζόμενος ότι « Τοιαύτα αξιώματα δέον να ώσιν εμπεπιστευμένα μόνον εις τους υπερόχους  πρυτάνεις της επιστήμης».

 

Πέρα από την επιστημοσύνη του ο Αναστ. Βασιλείου και στην ιδιωτική του ζωή, έδειξε άπειρα χαρίσματα άμεμπτης συμπεριφοράς. Υπήρξε αγαθός, δίκαιος, φιλάνθρωπος και απολύτως  έντιμος. Πέθανε στην Αθήνα το 1889 σε ηλικία 62 ετών.

 

 

Υποσημειώση

 

 

* Ο Ηπειρώτης λόγιος και δάσκαλος Γεώργιος Γεννάδιος γεννήθηκε το 1786 στη Σηλυβρία της Θράκης. Εκεί είχαν καταφύγει οι γονείς του, ο ιερέας Αναστάσιος και η σύζυγός του Σωσάννα, εξαιτίας των πιέσεων που ασκούσαν οι Οθωμανοί κρατούντες των Δολιανών της Ηπείρου στους χριστιανούς της περιοχής. Μετά τη γέννηση του γιου της και το θάνατο του συζύγου της, η Σωσάννα επέστρεψε στην Ήπειρο, όπου ο Γεννάδιος έμαθε τα πρώτα του γράμματα.

 

Το 1797, σε ηλικία έντεκα ετών, ο Γεννάδιος στάλθηκε σε θείο του ηγούμενο σε μοναστήρι του Βουκουρεστίου και μαθήτευσε κοντά στο διάσημο δάσκαλο και λόγιο Λάμπρο Φωτιάδη (1752-1805). Το 1804 ξεκίνησε τις σπουδές του στη φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας κοντά στον Ερνέστο Ουέβερο (Wilhelm Ernst Weber) και, όταν τις ολοκλήρωσε το 1814, επέστρεψε στο Βουκουρέστι.


Το 1815 ο Νεόφυτος Δούκας (1760-1845), σχολάρχης στην Αυθεντική Σχολή του Βουκουρεστίου, προσκάλεσε το Γεννάδιο βοηθό του. Εκεί γνωρίστηκε και ανέπτυξε βαθιά φιλία με το Χριστόδουλο Κλωνάρη και τον Ιωάννη Μακρύ. Μαζί με τον τελευταίο, το 1817, αναχώρησε για την Οδησσό, ύστερα από πρόσκληση της εκεί ελληνικής κοινότητας και του Ιωάννη Καποδίστρια για την οργάνωση της ελληνεμπορικής σχολής.

Περί Χρεών του Ανθρώπου και συνεργάστηκε με το Γεώργιο Λασσάνη για τη συγγραφή της εξάτομης Στοιχειώδους Εγκυκλοπαίδειας των Παιδικών Μαθημάτων, η οποία χρησιμοποιήθηκε στη δεύτερη και τρίτη τάξη της σχολής. Τα τρία χρόνια που παρέμεινε στην Οδησσό, εργάστηκε σκληρά «τόσο διά την ευταξίαν των μαθητιών των, όσο και διά την εισαγωγήν της στοιχειώδους και συστηματικής παιδείας». Μετέφρασε από τα ιταλικά το έργο του Φραγκίσκου Σοαβίου (Francesco Soave)


Το 1820 ο Γεννάδιος επέστρεψε στο Βουκουρέστι, όταν ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Σούτσος τον κάλεσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο και το Γεώργιο Κλεόβουλο, για να προσφέρει τις γνώσεις και την εμπειρία του στην αναδιοργάνωση της Σχολής του Βουκουρεστίου. Ο Γεννάδιος πρέπει ήδη να είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και ως εκ τούτου επιδόθηκε με πολύ ζήλο όχι μόνο στη μόρφωση της ελληνικής νεολαίας αλλά και στην καλλιέργεια πατριωτικών αισθημάτων. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία του μαθητή του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892) ότι: «…και μας ωμίλησε περί της τύχης της Ελλάδος, ήτις ην άλλοτε η μήτηρ της δόξης και της ελευθερίας, επ’ εσχάτων δε κατέκειτο δούλη περιφρονουμένη, και ηυχήθη, μέχρις ου δάκρυα ανέβλησαν εις τους οφθαλμούς του…».
Πολλοί μαθητές του επηρεασμένοι από τις απόψεις του στελέχωσαν λίγο αργότερα τον Ιερό Λόχο. Ο ίδιος ο Γεννάδιος δεν έλαβε μέρος στη μάχη στο Δραγατσάνι, καθώς εκείνο το διάστημα βρισκόταν στην Τρανσυλβανία. Μετά την ήττα των Ιερολοχιτών, κατέφυγε αρχικά στην Οδησσό και στη συνέχεια στη Δρέσδη, όπου και εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος έως το 1824.


Η δράση του, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, υπήρξε πολυσχιδής. Κεντρικός άξονας παρέμενε πάντα η ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας και εκπαίδευσης. Παρά ταύτα, ακολουθώντας τον επιστήθιο φίλο του γάλλο φιλέλληνα και στρατιωτικό Φαβιέρο (Charles Fabvier), συμμετείχε στην ατυχή εκστρατεία στην Κάρυστο το 1826. Σημαντικότερη πάντως έχει κριθεί η συμβολή του στα γεγονότα του Ναυπλίου (Ιούνιος 1826), όταν με την παρέμβασή του αποσοβήθηκε ο κίνδυνος αναρχίας και ανυπακοής προς τις Αρχές από απλήρωτους Σουλιώτες και Ρουμελιώτες, δυσαρεστημένους στρατιώτες και καταπτοημένους αμάχους, στων οποίων τις ανάγκες αδυνατούσε να ανταποκριθεί το δημόσιο ταμείο. Την κατάσταση αποφόρτισε η ομιλία του Γενναδίου στην κεντρική πλατεία του Ναυπλίου, όπου παρότρυνε το συγκεντρωμένο πλήθος να βοηθήσει από το υστέρημά του και έδωσε πρώτος το παράδειγμα. Συμμετείχε δε ως εκπρόσωπος των Ηπειρωτών στη συνέλευση της Τροιζήνας. Η στενή του σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα του τον οδήγησε το 1854, την περίοδο δηλαδή του Κριμαϊκού πολέμου, να συμμετάσχει στο βραχύβιο επαναστατικό κίνημα των Ηπειρωτών ως πρόεδρος της επαναστατικής επιτροπής τους.


Όσον αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης, ήδη από το 1824 το βουλευτικό τον διόρισε δάσκαλο στο υπό σύσταση κεντρικό σχολείο του Άργους, προσπάθεια που δεν ευοδώθηκε. Ωστόσο, λίγα χρόνια αργότερα ο κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας επιστράτευσε το Γεννάδιο αναθέτοντάς του (μαζί με το Γρηγόριο Κωνσταντά και τον Ιωάννη Βένθυλο) τη σύνταξη γραμματικής και ανθολογίας των εγκύκλιων μαθημάτων της ελληνικής γλώσσας, όπως και τη διδασκαλία και οργάνωση της Κεντρικής Σχολής της Αίγινας (1829) και του Ορφανοτροφείου.

 

Ο Γεννάδιος ανέλαβε τη διδασκαλία στην Κεντρική Σχολή, αλλά φρόντισε παράλληλα και για την ίδρυση Δημόσιας Βιβλιοθήκης συγκεντρώνοντας βιβλία και έντυπο υλικό, έθεσε δε τις βάσεις και του Νομισματικού Μουσείου. Και τα δύο ιδρύματα μεταφέρθηκαν στην Αθήνα (1835) μαζί με την Κεντρική Σχολή, η οποία μετονομάσθηκε σε Γυμνάσιον, με διευθυντή το Γεννάδιο. Αν και το ενδιαφέρον του ήταν εστιασμένο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών γενική ιστορία. Σύντομα ωστόσο παραιτήθηκε προκειμένου να αναλάβει και να οργανώσει τη Ριζάρειο Σχολή. Υπήρξε από τους ενθερμότερους ιδρυτές της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και εργάστηκε ως διδάσκαλος στην Αρσάκειο. Ήταν επίσης και από τους θεμελιωτές και για ένα διάστημα αντιπρόεδρος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας. Τέλος, ο Γεννάδιος συνέβαλε ουσιαστικά και στην ολοκλήρωση της ανοικοδόμησης του ναού της Ζωοδόχου Πηγής στην Αθήνα.

 

  

 

Χριστοπούλου Μαριάννα

 

 

Πηγές

 

 

  • Ετήσιον Ημερολόγιον Χρονογραφικόν, Φιλολογικόν και Γελοιογραφικόν του έτους 1890. Κωνστ. Φ. Σκόκου. Εν Αθήναις, Εκ του Τυπογραφείου των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, 1890.    
  • Χριστοπούλου Μαριάννα, «Γεώργιος Γεννάδιος», 2007, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Εύξεινος Πόντος.

Μπόμπος Β. Αγγελής (1878-1928)

 

 

Μπόμπος Β. Αγγελής (1878-1928)

Μπόμπος Β. Αγγελής (1878-1928)

Έμπορος και δήμαρχος Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος, φοίτησε σε σχολεία του Άργους και Ναυπλίου και ασχολήθηκε με το γενικό εμπόριο και με εξαγωγές καπνών στην Αγγλία. Εκλέχτηκε δήμαρχος με την υποστήριξη όλων των κομμάτων και ήταν ο πρώτος δήμαρχος μετά την κοινοτική περίοδο της πόλης μας (1914-1925). Διετέλεσε δήμαρχος από 25-10-1925 έως 22-1-1928, χωρίς να εξαντλήσει τη θητεία του λόγω του πρόωρου θανάτου του.

 

 

Ο Κ. Ολύμπιος σημειώνει στην εφ. «Ασπίς» (φ. 9/18-12- 1932) πως ήταν εξαιρετικά δραστήριος παρά την έλλειψη επαρκούς μόρφωσης και πως το έργο του «παρέμεινεν ημιτελές και η πόλις υπέρ της οποίας τόσον εμερίμνησεν και ηργάσθη ηδικήθη λόγω του προώρου θανάτου του».

 

Στο βραχύ διάστημα της δημαρχίας του «κατασκευάστηκαν μικρές γέφυρες και νέοι δρόμοι, έγινε τοπογράφηση και σύνταξη πλήρους σχεδίου της πόλεως Άργους για την κατασκευή νέων οδών και πλατειών και αποξηράνθηκε βαλτώδης έκταση 7000 στρεμμάτων, που αποδόθηκαν στην καλλιέργεια». Μαρτυρία του εγγονού του Αγγελή Μπόμπου.

 

 

Πηγή

 

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Μαρίνος Ευστάθιος (1902-1990)


 

Μαρίνος Ευστάθιος (1902-1990)

Γιατρός και δήμαρχος Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος και καταγόταν από φτωχή οικογένεια. Σε ηλικία δύο ετών έμεινε ορφανός από πατέρα. Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο Άργους, σπούδασε ιατρική στην Αθήνα, αλλά το 1920 διέκοψε τις σπουδές και πολέμησε στη Μικρασία υπό τον Νικ. Πλαστήρα. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή περάτωσε τις σπουδές του. Απέκτησε την ειδικότητα παιδιάτρου και ελονοσιολόγου. Η Αργολίδα παλιότερα είχε έντονο πρόβλημα ελονοσίας. Κατά τις σπουδές του τον ενίσχυε οικονομικά από την Αμερική κάποιος θείος του.

Ως Δήμαρχος Άργους επί 13 συναπτά έτη (1951-1964) προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες και η προσφορά του κρίνεται πολύ αξιόλογη. Το σημαντικότερο έργο επί δημαρχίας του ήταν η κατασκευή υπόγειου δικτύου ύδρευσης μήκους 30 χιλ. περίπου και η μεταφορά άφθονου πόσιμου νερού με αγωγό από το κοντινό Κεφαλάρι. Σημειωτέον ότι μέχρι τότε οι Αργείτες υδρεύονταν από φρεάτια, το νερό των οποίων ήταν αμφίβολης ποιότητας. Επίσης, κατασκεύασε τα δημοτικά σφαγεία και έπαψε να χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό η δημοτική αγορά. Διαβάστε τη συνέχεια »

Βώκος Κωνσταντίνος

 

 

Δήμαρχος Άργους (1838-1841 και 1852-1855). Ήταν « προύχων – δηλ. πρόκριτος, προεστός– μέγας γαιοκτήμων και σύγγαμβρος του στρατηγού Τσώκρη*».

 

Ο στρατηγός Δημ. Τσώκρης είχε κατορθώσει να αναδείξει στο αξίωμα του δημάρχου τους σύγγαμβρούς του Κων/νο Βώκο και Κων/νο Ροδόπουλο (1848-1852), καθώς επίσης και τον αδελφό του Γεώργιο Τσώκρη (1841-1848) και για πολλά χρόνια, από το 1838 έως το 1855, ήλεγχε τα δημοτικά πράγματα της πόλης.**

 

Πληροφορίες για τη δημαρχιακή περίοδο του Κ. Βώκου δεν έχουν διασωθεί. Επίσης δε γνωρίζουμε την καταγωγή του, γιατί πιθανότατα δεν ήταν Αργείος.***

 

 

Υποσημειώσεις

 

 

* Αναστ. Τσακόπουλου, Οι κατά χρονολογικήν περίοδον διατελέσαντες Δήμαρχοι του Δήμου Αργείων 1835-1930, εφ. «Αγροτική Αργολίς», 6 Ιουλίου 1930.

 

**  Ο πεθερός του στρατηγού Αναγνώστης Μπόνης, ο οποίος καταγόταν από το Μπογιάτι της Αλέας, αλλά διέμενε από παλιά στο Άργος, και ο οποίος ως επαγγελόμενος τον εμπειρικό γιατρό είχε μετονομαστεί σε «Αναγνώστη Ιατρό» και ως άρχοντας φορούσε τζουμπέ όπως όλοι οι πρόκριτοι, είχε τέσσερεις κόρες:

 

• Τη Μαριγώ είχε παντρευτεί ο στρατηγός Δημ. Τσώκρης (1827).

• Τη Μαργαρίτα είχε παντρευτεί ο προεστός, ειρηνοδίκης και συμβολαιογράφος Νικ. Ζεγκίνης.

• Την Ευφροσύνη είχε παντρευτεί ο μεγαλοκτηματίας και δήμαρχος Άργους Κωνσταντίνος Ροδόπουλος.

• Τη Φωτεινή ο γαιοκτήμονας και δήμαρχος Άργους Κωνσταντίνος Βώκος.

 

(Δημ. Βαρδουνιώτη, Η καταστροφή του Δράμαλη,  σ. 254)

 

***  Το επώνυμο Βώκος απαντά στην Ύδρα. Στο λεξικό της Ελλ. Επανάστασης του Χρ. Στασινόπουλου (εκδ. «Δεδεμάδη») μνημονεύονται Βώκοι μόνο από την Ύδρα: ο Βώκος Ανδρέας ή Μιαούλης, ο γνωστός ναύαρχος, τέσσερεις πλοίαρχοι, ανάμεσα στους οποίους και ο γιος του ναυάρχου Βώκος Δημήτριος του Ανδρέα, και δύο πυρπολητές.

 

 

 

Πηγή

 

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Λαϊκή Ιατρική στο Κρανίδι Αργολίδας

 

 

Τις αρρώστιες τις έστελνε ο Θεός κι ανάβανε τα καντήλια, για να τους κάνει καλά. Και περνούσανε κατ’ απ’ τον Επιτάφιο οι άρρωστοι και τα μικρά, για υγεία. Παίρνανε και λουλούδια και κεριά απ’ τον Επιτάφιο. Τα κεριά τ’ ανάβανε όταν βρόνταγε και άστραφτε και στο καράβι, αν έχει τρικυμία. Τα λουλούδια τα καίγανε και λιβανίζανε τον ματιασμένο και το πρόσωπο, όταν πρηζότανε. Λέγανε τότε ότι είχε ανεμοπύρωμα, κι αυτό ήτανε αγερικό. Τ’ ανεμοπύρωμα το στέλνανε οι νεράιδες.

Παλιά, όσους είχανε ευλογιά, τους κλείνανε στα σπίτια και δεν αφήνανε κανένα να τους δει. Απ’ τα παράθυρα τους δίνανε ψωμί, φαΐ και μετά τους επήγανε στον Προφήτη Ελισσαίο, ένα ερημοκκλήσι έξω και τους κλείσανε μέσα. Κι ήσανε ‘κει οι συγγενείς και τους περιποιούσανε, αλλά για λίγο καιρό. Μετά είπανε ότι ο Προφήτης Ελισσαίος έδιωξε την αρρώστια.

Όταν ένα μωρό είχε σιδρωστιές από κάτω στον λαιμό, γιατί με το σήκωμα τ’ απότομο του ‘πεφταν οι σιδρωστιές κι έκλαιγε πολύ το παιδί, το ‘παιρνε μια πραχτική, του σταύρωνε τα χέρια πίσω, τα πόδια, και το κυλούσε στο κρεβάτι, το τύλιγε με φασκιά και γινότανε καλά.

Βότανα βράζουνε μέχρι τώρα. Είν’ ένας απ’ την Τσακωνιά που τα κάνει αυτά. Και χέρια, πόδια, που σπάζουνε, τα δένει με μαλλί άπλυτο, με χαρτόνι, δεν βάζει γύψο και πιάνει το κόκαλο. Πολλοί εδώ δεν θέλουνε τους γιατρούς. Να, η μάνα μου, που ‘σπασε το πόδι της και δεν ήθελε να πάει σε γιατρό. Πήγε σε πραχτικό. Κι αυτός βράζει διάφορα βότανα.

 

Παλιά, παθαίνανε πολύ κοιλιακά, δηλητηρίαση. Και πέθαιναν από τους πόνους στην κοιλιά. Και πίνανε πολύ χαμόμηλο τότε. Βράζανε και χαμομήλι με λάδι, το σουρώνανε και το είχανε για εντριβή, που πιανόντουσαν που σηκώνανε τα βαρέλια στην πλάτη και φέρνανε νερό. Όταν κρυολογούσανε, βάζανε καταπλάσματα από πίτουρο.

Στις αμυγδαλές, όταν αρρώσταινε κανένας, βάζανε ζάχαρη, σ’ ένα μαντίλι, του ανοίγανε το στόμα και βάζανε το μαντίλι εκεί μέσα, το πιέζανε με τα δάχτυλα, έσκαζαν οι αμυγδαλές κι έβγαινε το πύον. Ήσανε κάτι ειδικές γι’ αυτό, που ξέρανε. Όταν πρηζόντουσαν, φωνά­ζανε τον παπά για να τους περάσει ευχή και να ξορκίσει το κακό, γιατί το πρήξιμο το λέγανε δαιμονικό. Κι έψελνε ο παπάς ευχέλαιο, περ­νούσε ευχή κι ακουμπούσε τον σταυρό πάνω στο κεφάλι. Μάγια, ξόρκια δεν κάνανε.

Είχανε τα βότανα απ’ το βουνό· τη ρίγανη, ας πούμε, τη μολόχα. Παίρνανε απ’ την τριανταφυλλιά την απριλιάτικη τα φύλλα του λου­λουδιού, τα ξεραίνανε, τ’ ανακατεύανε με μολόχα κι όταν το ‘βραζες, αυτό ήτανε ευκοίλιο.

Τα φάρμακα τους, παλιά, ήσανε οινόπνευμα και καμιά πλακίτσα καμφορά.

Είχανε και βεντούζες. Ήσανε ποτήρια του κρασιού, ή, παλαιά, κάτι φούσκες και βάζαν’ ένα δίφραγκο· παλιά, το λέγανε δεκάρα. Κι είχανε πανί ψιλό, τουλουπάνι, βάζανε μέσα το δίφραγκο, το σουρώνανε και το δένανε με κλωστή κι απάνου αφήνανε μια φουντίτσα. Και το κόβανε κι αφήνανε τη φουντίτσα και την ανάβανε, το βά­ζανε στο κρέας του ανθρώπου, έσβηνε και σήκωνε τη φουσκάλα. Κάνανε και έμπλαστρα. Βάζανε χαρτί μπλε, έπαιρναν απ’ τον πεύκο ρετσίνι και το ραντίζανε με τουλπάνι και το κολλάγανε πάνω στο κρέας.

Όταν πονούσε η κοιλιά, λέγανε ότι είχε ξεστρίψει ο αφαλός, γι’ αυτό είχε μεγάλο πόνο. Και πήγαιναν κάποιοι ειδικοί και τον γυρίζανε με το δάχτυλο. Άμα γινότανε απόστεμα, δεν τ’ ανοίγανε μόνοι τους. Όλο με ζεστά, με καταπλάσματα, με λιναρόσπορο. Με τα ζε­στά, ή διέλυε ή άνοιγε και έβγαιναν κάτι ξερά, μαύρες τα λέγανε.

 

Όταν πρηζόντουσαν κάτω απ’ το λαιμό, βάζανε κατάπλασμα. Κρεμμύδι ψητό, το λιώνανε με αλάτι, βάζανε και λουκούμι, και άνοι­γε. Είχανε και τσιρέτο. Άμα βγάζανε το κακό σπυρί, πεθαίνανε. Άμα βγάζανε καλόγερο, βάζανε μαλαχτικα, ζεστά. Ζεστά πίνανε για τον βήχα. Για την ελονοσία, τις θέρμες που λέμε, είχανε κινίνο. Και μερικοί που ξέρανε, φτιάνανε ένα πράμα σαν μελάνι. Κι ο πατέρας μου είχε ελονοσία κι είχε πάρει τέτοιο μελάνι και του είχε γίνει μέσα το στόμα κατάμαυρο. Η επιληψία δεν έφευγε. Όταν τον έπιανε τον άνθρωπο, του τρίβανε τα χέρια, το κεφάλι. Για τη χρυσή, ήτανε μια ‘δω πέρα που ήξερε. Έκοβε ένα κομματά­κι κρέας από τα χείλη, από μέσα, και τους έδινε κάτι χαπάκια κίτρι­να, που τα ‘φτιανε μόνη της, και περνούσε η χρυσή. Όταν έπιανε η ιλαρά τα παιδιά, όλο γλυκά τους δίνανε. Στις μαγουλάδες βάζανε ‘κει που ‘χε πρηστεί ζεστά και μετά τ’ αλείφανε με κατράμι και το μαυρίζανε για να ψοφήσει ο πόνος. Όταν είχανε κοκκύτη, τους δίνανε ζεστά και τα πηγαίνανε στη θάλασσα για να φύγει. Κι άμα μπορούσανε και κάνανε ένα ταξιδάκι με καραβάκι, ακόμα καλύτερα.

Άμα πονούσε το αυτί, ρίχνανε μια σταγόνα λάδι απ’ το καντήλι ή κανένα κεροπάνι. Είναι πανί άσπρο, το βουτούσανε στο κερί, στέγνωνε, το κάνανε σαν χωνί και βάζανε το φαρδύ μέρος στο αυτί και ανάβανε τη μύτη του χωνιού. Κι από τη ζεστασιά, ή θα ‘σκαζε τ’ αυ­τί ή θα ξεθύμαινε και θα γινότανε καλά σιγά σιγά. Οι άρρωστοι τρώγανε καμιά σούπα, καμιά χυλοπίτα, γάλα απ’ τα ζωντανά· δεν είχανε και πολλά πράματα τότε. Στα μωρά, άμα δεν κοιμόντουσαν, πολλοί τους δίνανε κούπζες, δηλαδή αυτό τ’ αφιόνι από τις παπαρούνες· το βράζανε και τους το δίνανε με ζάχαρη. Αλλά και πολλοί φοβόντουσαν και δεν τους δίνα­νε.

 

Κτηνιατρική

 

 

Από ζώα, δώθε, πιο πολύ, είχανε άλογα. Κι όταν τα ‘πιανε η κοιλιά, τα φέρνανε στην εκκλησία απέξω και τα φέρνανε τρεις φορές γύ­ρω. Στον Άη Γιώργη, γιατ’ ήτανε κι αυτός καβαλάρης. Και τους βά­ζανε τηγάνια ζεστά στην κοιλιά ή τους ανάβανε φωτιά από κάτου. Κι όταν τα έπιανε ξεροσαγκαή ή αμυγδαλές, βράζανε κριθάρι, κι όπως ήτανε ζεστό, τους το βάζανε σ’ ένα ντορβά και τους το κρεμάγανε στο λαιμό και τους πήγαινε το άχνος, έσπαγαν οι αμυγδαλές κι έβγαζαν, όπως ο άνθρωπος, βρόμες. Κι όταν τους πονούσε η κοιλιά, τα τρέχα­νε.

Οι κότες, άμα δεν πίνανε νερό, βγάζανε την πιπίτα (=κόρυζα). Κι αυτό, όταν διψάνε πολύ οι άνθρωποι, το λένε: «Θα βγάλω την πιπί­τα». Και βγάζανε οι κότες ένα κοκαλάκι στη γλώσσα. Ήσανε κάτι ειδικοί και πηγαίνανε, τους ανοίγανε το στόμα και τους το βγάζανε.

Πιάνανε και ψείρες, τις κοτόψειρες, και ξυνόντουσαν, αλλά αυ­τές δεν έρχονται στον άνθρωπο. Παθαίνανε και τη χολέρα που λέμε και μαραζώνουν, μαυρίζει το λειρί και ψοφάνε. Αυτό είναι κολλητι­κό και μπορούσες να χάσεις σε μια βδομάδα, ξέρω ‘γω, τριάντα κό­τες, γιατί δε μπορούσες να κάνεις τίποτε. Βγάζανε τις άρρωστες απ’ το κοτέτσι και τις δένανε κάπου μακριά, για να μη μολύνουν τις άλ­λες.

Οι γίδες παθαίνανε κλαμπάτσα και πρηζόντουσαν οι κοιλιές τους.

 

Μαρτυρίες

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Ελένη Μανιάτη, ετών 84, απόφοιτη Τρίτης Δημοτικού.

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

 

 

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Σπηλιάδης Νικόλαος (Τρίπολη 1785 – Ναύπλιο 1862 ή 1867)


 

Νικόλαος Σπηλιάδης

Ο Νικόλαος Σπηλιάδης (1785 – 1862 ή 1867) υπήρξε φιλικός, αγωνιστής, πολιτικός, λόγιος και «απομνημονευματογράφος» του αγώνα του 21. Γεννήθηκε στην Τρίπολη. Σπούδασε στο Άργος και στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαζί με τον Αναγνωσταρά δούλεψε για ένα διάστημα στην επιχείρηση του φιλικού Π. Σέκερη. Στη συνέχεια εργάσθηκε υπάλληλος του μεγαλέμπορου Αλέξαδρου Μαύρου.

Το 1816 αυτός τον έστειλε στην Οδησσό, όπου μυήθηκε στη Φιλική εταιρία από το Σκουφά. Μάλιστα αναφέρεται ότι όταν ο Σκουφάς του πρότεινε να γίνει μέλος της Φ.Ε. δέχθηκε, αλλά κατά τη διάρκεια της μύησης άρχισε να έχει δισταγμούς, απορώντας κυρίως, πώς εμπιστεύθηκαν την σημαία μιας τόσο μεγάλης ιδέας στον Σκουφά, που αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες στην εργασία του. Ενώ είχε αρχίσει να γράφει το «Εφοδιαστικόν» (δηλαδή το έγγραφο που έπρεπε να συμπληρωθεί και να υπογραφεί από κάποιον που προσχωρούσε στην Φιλική Εταιρεία) και συγχρόνως ήταν σκεπτικός, ο Σκουφάς, βρίσκοντας κάποια πρόφαση του πήρε το έγγραφο και αποσύρθηκε για λίγο, για να εξαφανισθεί στη συνέχεια. Ο Σπηλιάδης δεν αναφέρθηκε ποτέ στο περιστατικό αυτό. Λίγο αργότερα, όταν έμαθε τις δολοφονίες των φιλικών Γαλάτη και Καμαρινού, θεώρησε ότι και αυτός καταδιώκεται, και αποφάσισε ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει. Στη συνέχεια όμως συμμετείχε ενεργά στις δραστηριότητες της Φιλικής Εταιρίας και επιδόθηκε στη μύηση Ελλήνων της Οδησσού.

Όταν κηρύχτηκε η Επανάσταση, ήλθε στην Ελλάδα για να πολεμήσει. Αφιερώθηκε όμως κύρια στα πολιτικά πράγματα. Το 1822 διορίστηκε αρχιγραμματέας της Πελοποννησιακής Γερουσίας και από τη θέση αυτή προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες, δείχνοντας πολιτική σύνεση. Μεταξύ άλλων, διατέλεσε γενικός γραμματέας του Εκτελεστικού Σώματος, αντικαθιστώντας τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Παράλληλα συνδέθηκε με τον Καποδίστρια του οποίου υπήρξε ένθερμος φίλος, οπαδός και συνεργάτης. Στις 5 Φεβρουαρίου 1829, μετά την αποχώρηση του Σπ. Τρικούπη, διορίσθηκε Γραμματέας Επικρατείας, θέση ανάλογη με του πρωθυπουργού. Παραμένοντας πάντοτε υποστηρικτής του Καποδίστρια, ήλθε και αυτός σε ρήξη με τους πολιτικούς του αντιπάλους, δηλώνοντας χαρακτηριστικά:

«Εξαιρέσει δ’ ολίγων οι διατελούντες εις την υπηρεσίαν του Καποδίστρια είναι τίμιοι άνθρωποι και, αποστρεφόμενοι το έγκλημα, δεν εκκαθάρισαν την Ελλάδα από τοιαύτα τέρατα και δια τούτον μόνον έβλαψαν την πατρίδαν».

Επί Βαυαροκρατίας, συνελήφθη και φυλακίστηκε με την κατηγορία της συμμετοχής σε συνομωσία κατά του Όθωνος, αλλά αθωώθηκε.

Προς το τέλος της ζωής του ασχολήθηκε με τη συγγραφή, ενώ μετέφρασε και μερικά γαλλικά κείμενα, όπως «Τα μυστικοσυμβούλια και ο λαός του Μπινιόν», «Περιήγησις εν Ελλάδι του Σατομπριάν», κ.ά. Μεταξύ των έργων του ξεχωρίζουν «τα Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσιν εις την Νέαν Ιστορίαν των Ελλήνων» που εκδόθηκε το 1857. Στο έργο αυτό αφηγείται την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, περιγράφοντας πολλά περαστικά και μάχες του απελευθερωτικού αγώνα. Τα «Απομνημονεύματα» αποτελούν σημαντική ιστορική πηγή για την επαναστατική και μετεπαναστατική περίοδο.

Στα 1838, ωστόσο, στη σκιά της απολυταρχίας του Όθωνα και στο απόγειο της εκστρατείας αποδόμησης της υστεροφημίας του Κυβερνήτη, ο Σπηλιάδης επιστράτευσε τη γραφίδα του για να αναιρέσει το αντικαποδιστριακό κατηγορητήριο που είχε εξαπολύσει ο επιφανέστερος ίσως πολέμιος της Ελληνικής Πολιτείας (1828-1832), ο Βαυαρός φιλέλληνας Friedrich Thiersch.

Το βιβλίο του Σπηλιάδη,  γραμμένο στα Γαλλικά, με τίτλο «Réfutation faite par un grec lan mil huit cent trent huit de louvrage intitulé “De l’état actuel de la Grèce et des moyens darriver à sa restauration”, publié par Mr. F. Thiersch lan, 1833», είχε σκοπό να αποκαταστήσει την υπόληψη του «μπαρ­μπα-Γιάννη», απαντώντας, μεταξύ άλλων, στις συκοφαντίες γύρω από τη διπλωματική στρατηγική του, η οποία συνδεόταν με το όραμα που είχε για την εδραίωση της ελληνικής κυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή· την ανταπόκρισή του στο αίτημα περί διανομής της εθνικής γης στους ακτή­μονες, το οποίο φαίνεται ότι συσχέτιζε με το φλέγον πολιτειακό ζήτημα· τις αντιλήψεις του σχετικά με τη θέση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς στη νεοελληνική ταυτότητα· τη στάση του απέναντι στην αντιπολίτευση και τα εγχώρια ολιγαρχικά συμφέροντα· καθώς και τις διαθέσεις του απέναντι στην προοπτική πολιτειακής συμβίωσης με τον Όθωνα.

Το παραπάνω  βιβλίο υπό τον τίτλο «Αναίρεσις» του Νικολάου Σπηλίαδη  κυκλοφόρησε  για πρώτη φορά στα ελληνικά το 2019, μεταφρασμένο από τον Αλέξανδρο Παπα­διαμάντη. Πέθανε στο Ναύπλιο το 1862.

 

Πηγή


 

Πρωτοπαπάς Αργυρός

 

 

 

Διδάκτωρ Αγγλικής Γλώσσας – Ποιητής. Ο Αργυρός Πρωτοπαπάς κατάγεται από το Κρανίδι Αργολίδας, από οικογένεια ναυτικών και καραβοκύρηδων του 19ου αιώνα, με παλαιότερες ρίζες στα νησιά του Αιγαίου.  Είναι  εκπαιδευτικός Αγγλικής Γλώσσας και Διδάκτωρ Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η διατριβή του είναι πάνω στο ποιητικό γλωσσικό ιδίωμα και τη γνωσιολογία (epistemology) του Άγγλου Ρομαντικού P.B. Shelley. Είναι επίσης κάτοχος του μεταπτυχιακού τίτλου Master of Arts του Πανεπιστημίου του Southampton (U.K.), με θέμα τη σχέση Ρομαντισμού, Μοντερνισμού και Μεταμοντερνισμού και τις μεταπολεμικές πολιτισμικές θεωρίες. Υπήρξε ερευνητής στον πολιτισμό και την ποιητική έκφραση της Ρομαντικής περιόδου με υποτροφία της Βρεταν. Ακαδημίας και Λέκτορας Αγγλικής Λογοτεχνίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο (1990-1996). Δίδαξε, κυρίως, τους Ρομαντικούς ποιητές και, παράλληλα, Shakespeare και T.S. Eliot.* Επίσης δίδαξε Ελληνική Γλώσσα και Πολιτισμό στο Πανεπιστήμιο Westminster, στο Λονδίνο. Έχει δημοσιεύσει μεταφράσεις και κριτικά δοκίμια σχετικά με το έργο των Shelley και Byron, W. B. Yeats και T. S Eliot, αλλά και προσωπικό ποιητικό έργο.

 

Η ποίηση του ανέβηκε επανειλημμένα, σε μουσική Rio Graebner, στο Turner Sims Conoert Hall, στο Southampton. Γράφει και στις δύο γλώσσες, με ποιητικές συλλογές που καλύπτουν διάφορες χρονικές περιόδους, όπως: Του Γλυκού Φλεβάρη (1966-76), Εγκλωβισμένοι (1969-79), Η Ερμηνεία των Ανοίξεων (1980-87), Φάος (1983-90), The Bassett Notebook of Occasional Verse (1988-95), Οδυσσεύς Άναξ (1995-99), Ελύμνια Σίβυλλα (1999-2003), To Απόλυτο κι Άφθαρτο (2004-07), ενώ δύο ακόμα ποιητικές συλλογές βρίσκονται σε εξέλιξη: Lost Arion (2004- ) και το Δάσος με τις Ζωγραφιές (2007-).

 

Τα ενδιαφέροντά του βρίσκονται, αφ’ ενός, στην περιοχή μεταξύ λογοτεχνίας και φιλοσοφίας και, αφ’ ετέρου, λογοτεχνίας, πολιτισμού και κοινωνικών επιστημών, αφού είναι επίσης πτυχιούχος της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το 2004-5 ανέλαβε τη θέση του Εθνικού Εκπροσώπου της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε θέματα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (CEDEFOP). Από το 2006 είναι αποσπασμένος, από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, στο Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου τα διδακτικά του αντικείμενα περιλαμβάνουν γλωσσικά θέματα, τη λογοτεχνική μετάφραση και την θεωρία και γνωσιολογία της ποιητικής σύνθεσης.

 

 

Υποσημείωση

* Eliot Thomas Stearns

 

Γεννήθηκε στον Άγιο Λουδοβίκο του Μισσούρι το 1888 από πουριτανή αριστοκρατική οικογένεια διαπρεπών επιστημόνων και ανατράφηκε με τις αρχές του παππού του που ήταν θεολόγος. Σπούδασε στην Ακαδημία Σμιθ της Μασσαχουσέτης, βραβεύτηκε με χρυσό μετάλιο στα λατινικά από την Milton Academy. Σπούδασε τέσσερις γλώσσες: ελληνικά, λατινικά, γαλλικά, γερμανικά και συνάμα μεσαιωνική ιστορία, συγκριτική φιλολογία και ιστορία νεώτερης φιλοσοφίας. Παρακολούθησε επίσης μαθήματα φιλοσοφίας στο Χάρβαρντ από τον Μπ. Ράσελ, το 1914 καθώς και σανσκριτική και νεώτερη ινδική φιλοσοφία. Γνώστης της γαλλικής φιλολογίας επιδόθηκε στην ποίηση. Το 1915 ο Έλιοτ εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο παραδίνοντας μαθήματα σε σχολεία και αργότερα διορίστηκε στη Lloyd’ s Bank του Λονδίνου όπου εργάστηκε οχτώ χρόνια. Η ποίηση του κατατάσσεται σε πέντε περιόδους. Η πρώτη περίοδος (1909-1919) περιλαμβάνει τα ποιήματα: «Το τραγούδι της αγάπης του Άλφρεντ Προύλφροκ», «Το πορτραίτο μιας κυρίας», «Πρελούδια», κ.ά. Η δεύτερη περίοδος (1920-1925) περιλαμβάνει τα ποιήματα: «Γερόντιον», «Ιπποπόταμος», «Η έρημη χώρα», κ.ά. Στην τρίτη περίοδο ανήκουν «Οι άδειοι άνθρωποι», ενώ στην τέταρτη περίοδο (1927-1934) περιλαμβάνονται τα ποιήματα: «Το ταξίδι των Μάγων», «Ένα τραγούδι για τον Συμεών», «Animula», «Βράχος», κ.ά. Στην πέμπτη περίοδο (1935-1942) ανήκουν τα «Τέσσερα κουαρτέτα». Τα θεατρικά του έργα είναι τα «Φονικό στην εκκλησιά» («Murder in the cathedral»), «Sweeny Agonistes», «Κοκτέιλ πάρτυ» κ.ά. Ως δημοσιογράφος και κριτικός έδωσε αξιόλογα δείγματα. Από το 1922 που ήταν εκδότης του περιοδικού «Κριτήριον» σκοπό είχε να δημιουργήσει μια θέση για τις νέες τάσεις της λογοτεχνίας και την κριτική. Στα δοκίμια και τις μελέτες ανήκουν: «Η παράδοση και το ατομικό ταλέντο», 1919, «Η χρήση της ποίησης και η χρήση της κριτικής», 1933, «Σημειώσεις για τον ορισμό της κουλτούρας», 1948, «Ποίηση και δράμα», 1951, κ.ά. Το 1948 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Πέθανε στις 4 Ιανουαρίου 1965.

 

 

Πηγή

 

  • Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.