Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Προσωπίδα «του Αγαμέμνονα» – Ύστερη Εποχή του Χαλκού, 16ος αι. π.χ.

 

Προσωπίδα "του Αγαμέμνονα"

Προσωπίδα "του Αγαμέμνονα"

Η νεκρική προσωπίδα ανδρικής μορφής, γνωστή ως προσωπίδα »του Αγαμέμνονα», είναι, ίσως, το διασημότερο από τα ευρήματα του Σλήμαν  στους βασιλικούς τάφους των Μυκηνών. Έχει κατασκευασθεί από παχύ έλασμα που σφυρηλατήθηκε πιθανότατα σε ξύλινο πυρήνα, ενώ οι λεπτομέρειες προστέθηκαν σε δεύτερο στάδιο με αιχμηρό εργαλείο. Απεικονίζεται η επιβλητική μορφή ενός γενειοφόρου άνδρα με ωοειδές πρόσωπο, πλατύ μέτωπο, μακριά λεπτή μύτη και λεπτά χείλη, σφιχτά κλεισμένα. Τα φρύδια επάνω από τα κλειστά μάτια, το μουστάκι και η γενειάδα αποδίδονται με έκτυπες παράλληλες γραμμές. Στην περιοχή των αυτιών φέρει οπές για τη στερέωση στο πρόσωπο του νεκρού με τη βοήθεια νήματος. Είναι η ωραιότερη από τις πέντε συνολικά χρυσές προσωπίδες, που έχουν βρεθεί στον Ταφικό Κύκλο Α των Μυκηνών και φαίνεται ότι προορίζονταν για άνδρες ηγεμόνες. Η συγκεκριμένη είναι η μοναδική που απεικονίζει γενειοφόρο άνδρα, αλλά και η μοναδική με τόσο έντονη απόδοση των χαρακτηριστικών του προσώπου.

 

Ιστορικό

 

 Το 1876 ο Σλήμαν ανέσκαψε πέντε από τους έξι λακκοειδείς τάφους του Ταφικού Κύκλου Α’, φέρνοντας στο φως μια μοναδική σειρά χρυσών αντικειμένων που ζύγιζαν συνολικά δεκατέσσερα κιλά, ανακάλυψη που γνωστοποίησε στον Γεώργιο Α’ με το περίφημο τηλεγράφημα: «Στους τάφους βρήκα ανυπολόγιστους θησαυρούς: αρχαϊκά αντικείμενα από καθαρό χρυσό. Οι θησαυροί από μόνοι τους φθάνουν για να γεμίσουν ένα μεγάλο μουσείο, το οποίο θα είναι το πιο όμορφο στον κόσμο και στο πέρασμα των αιώνων θα προσελκύσει στην Ελλάδα χιλιάδες ξένους». Στα εξαιρετικά ευρήματα από χρυσό προστίθενται εκείνα από ελεφαντόδοντο και από πηλό, εξίσου εντυπωσιακά και σημαντικά. Τα πρόσωπα μερικών από τους νεκρούς, οι οποίοι αποτίθεντο απευθείας στο έδαφος του τάφου, καλύπτονταν από χρυσές προσωπίδες, που τις χαρακτήριζε μια αρχέγονη τρομερή ακινησία, τυπικά μυκηναϊκή. Επάνω στα σώματα τους υπήρχαν υφάσματα πλούσια διακοσμημένα με ρόδακες από χρυσά ελάσματα και γύρω τους άλλα εξαιρετικά αντικείμενα. Κάποια από τα ευρήματα είναι εγχώριας παραγωγής ενώ άλλα εισαγόμενα. Η σπουδαιότητα και η ομορφιά τους, όπως επίσης και η λατρεία, της οποίας αντικείμενο έγιναν οι ταφές στη συνέχεια, όταν στήθηκαν οι στήλες, αφότου π νεκρόπολη συμπεριλήφθηκε στα νέα τείχη της ακρόπολης, φανερώνουν πως μια βασιλική δυναστεία αντικατέστησε την προηγούμενη ολιγαρχία. Η ύπαρξη της τελευταίας τεκμηριώνεται από έναν άλλο ταφικό κύκλο, παλαιότερο αλλά λιγότερο πλούσιο: τον Ταφικό Κύκλο Β’.

 

 Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο – Μυκηναϊκή Συλλογή

 

Το μεγαλύτερο μέρος της Συλλογής Προϊστορικών Αρχαιοτήτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου αποτελούν τα ευρήματα, που χρονολογούνται στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, περίοδο του λαμπρού μυκηναϊκού πολιτισμού. Στην έκθεση παρουσιάζονται αντικείμενα κυρίως από τα μεγάλα κέντρα της Αργολίδας και ιδιαίτερα από τις Μυκήνες, από τη Μεσσηνία, τη Λακωνία, την Αττική και άλλες περιοχές της Ελλάδας. Πρόκειται για ευρήματα κάθε είδους, που προέρχονται κυρίως από τάφους και σπανιότερα από οικιστικά σύνολα, και χρονολογούνται από το 1600 π.Χ. έως το 1100 π.Χ. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή ενότητα αποτελεί το σημαντικό σύνολο των πολύτιμων κτερισμάτων των βασιλικών τάφων των Μυκηνών, που ανέσκαψε ο Ερρίκος Σλήμαν στο τέλος του 19ου αιώνα.

Η έκθεση καταλαμβάνει τη μεγάλη κεντρική αίθουσα 4 στο ισόγειο του μουσείου και τη μικρή παράπλευρη αίθουσα 3. Τα εκθέματα παρουσιάζονται τόσο χρονολογικά όσο και κατά τόπο προέλευσης. Ο επισκέπτης εισάγεται στο μυκηναϊκό πολιτισμό με το εποπτικό υλικό για τον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών και το ιστορικό των ανασκαφών των ταφικών περιβόλων, ενώ στη συνέχεια μπορεί να γνωρίσει την εξέλιξη του μυκηναϊκού πολιτισμού και τον τρόπο έκφρασής του στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας, τις σχέσεις των μυκηναϊκών κέντρων με άλλες περιοχές, την εμφάνιση της πρώτης γραφής. Το πλούσιο εποπτικό υλικό συμπληρώνουν τα δύο προπλάσματα των ακροπόλεων των Μυκηνών και της Τίρυνθας. (Ελένη Παπάζογλου- Μανιουδάκη, αρχαιολόγος).

 

 

Πηγές

  •  Υπουργείο Πολιτισμού
  • Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
  • Εκδοτική σειρά από το Έθνος της Κυριακής «Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο», τόμος 19, σελ. 39, Αθήνα, 2007.  

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

 

  • Blegen C.W., «Early Greek Portraits», AJA 66, (1962), pp. 245-247, fig. 62.6
  • Karo G., Die Schachtgraber von Mykenai, Munchen, 1930, 121, taf. LI
  • Δημακοπούλου Κ. (επιμ.), Τροία, Μυκήνες, Τίρυνς, Ορχομενός. Εκατό χρόνια από το θάνατο του Ερρίκου Σλήμαν, Αθήνα, 1990, σσ. 139-140, αρ. 1

Read Full Post »

Τρίγκας Βαγγέλης


 

«να αφήσουμε χώρο να αναδειχθεί το ένα μπουζούκι και να ξεφύγουμε από τη λογική ότι τα πάντα παίζονται με δύο μπουζούκια πρίμο σεκόντο, ισοπεδώνοντας και απονευρώνοντας θαυμάσιες εισαγωγές, κυρίως παλιών τραγουδιών, όπου το ένα μπουζούκι είχε την ελευθερία να αυτοσχεδιάζει. Έτσι μπορούμε να δώσουμε μια νέα πορεία στο μπουζούκι που αγαπάμε και να το κάνουμε ζωντανό και ελκυστικό!»

 

Ο Βαγγέλης Τρίγκας είναι σολίστας, συνθέτης, καθηγητής στο μπουζούκι και μελετητής της Ελληνικής λαϊκής μουσικής. Γεννήθηκε το 1960 στο Άργος. Στο περιβάλλον που έζησε υπήρχε έντονα το στοιχείο λαϊκού τραγουδιού. Άκουσε για πρώτη φορά τα μεταπολεμικά ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια από δίσκους που είχε ο πατέρας του. Η «Συννεφιασμένη Κυριακή» με τη Νίνου και τον Τσιτσάνη τον εντυπωσίασε πολύ κι ήταν για αυτόν το ξεκίνημα μιας μακροχρόνιας σχέσης με το λαϊκό τραγούδι και το μπουζούκι. Το σύγχρονο τραγούδι εκείνης της εποχής γύρω στο ’68 το μαθαίνανε από το ραδιόφωνο. Ήταν η εποχή που τις Κυριακές η ΚΟΛΟΥΜΠΙΑ παρουσίαζε τα τραγούδια της.

 

Βαγγέλης Τρίγκας

 

Με το μπουζούκι άρχισε να ασχολείται από τα χρόνια του δημοτικού σχολείου. Στα πρώτα βήματα πήρε μαθήματα από τον πατέρα του που έπαιζε ερασιτεχνικά, αλλά αυτό ήταν αρκετό για να τ ου δώσει το έναυσμα να ξεκινήσει, στη συνέχεια να το αγαπήσει και να αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του σ’ αυτό. Δεν πήγε σε δάσκαλο και είναι αυτοδίδακτος. Ωστόσο θεωρεί δάσκαλους του όλους αυτούς τους δεξιοτέχνες του μπουζουκιού που με μεγάλο ενδιαφέρον άκουγε από τους δίσκους, να παίζουν τόσο γοητευτικά. Στα 15 του, μαθητής στο γυμνάσιο, άρχισε να παίζει ημιεπαγγελματικά και μετά από 2 χρόνια επαγγελματικά, ενώ παράλληλα περιστασιακά με αρκετούς, επώνυμους και μη, τραγουδιστές. Σταθμός του, συνεργασία του με τη Μαίρη Λίντα το 1983.

 

Μουσικό σύνολο Βαγγέλης Τρίγκας.

 

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με τον Γιώργο Νταλάρα στο Θέατρο Παλλάς

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με τον Γιώργο Νταλάρα στο Θέατρο Παλλάς

Από το 1992 και µετά παίζει µόνο σε συναυλίες και ασχολείται αποκλειστικά µε τη διδασκαλία του οργάνου, παραδίδοντας µαθήµατα στις σχολές που έχει στο Άργος,  στο Ναύπλιο και στην Αθήνα, προσκεκλημένος από ωδεία, µμουσικές σχολές και συλλόγους. Κάνει επίσης σεµινάρια σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, µε κύριο αντικείμενο συζήτησης την τεχνική του οργάνου και µε θέµατα που αφορούν γενικότερα στο µπουζούκι. Σε λίγο καιρό, θα είναι έτοιµο ένα πρόγραµµα βιντεοσκοπηµένων µαθηµάτων, που θα γίνονται µέσω του διαδικτύου.

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με την Μαρία Φαραντούρη

Ο Βαγγέλης Τρίγκας με την Μαρία Φαραντούρη

Εκτός από κάποιες µικρές µουσικές σκηνές που κατά καιρούς εµφανίζεται, η συνεργασία του µε τη Μαρία Φαραντούρη τα τελευταία χρόνια του έδωσε τη δυνατότητα να παίξει σε συναυλίες, όχι µόνο στην Ελλάδα, αλλά κυρίως σε πολύ γνωστούς µουσικούς χώρους ευρωπαϊκών πόλεων, όπως τη Φιλαρµονική του Μονάχου, το Concert Haus της Βιέννης, τη Γλυπτοθήκη της Κοπεγχάγης, στο Παρίσι, στη Ζυρίχη και αλλού. Το Δεκέμβριο του 2004 κυκλοφόρησε ο πρώτος προσωπικός του δίσκος, µε τίτλο 12 οργανικά για τρίχορδο µπουζούκι (Καθρέφτης), που περιλαµβάνει δέκα δικές του συνθέσεις, αλλά και διασκευές στα τραγούδια Τρελλή που θέλεις να µε στεφανώσεις (Βασίλης Τσιτσάνης) και Μέρα Μαγιού (Μίκης Θεοδωράκης- Γιάννης Ρίτσος)

 

Βαγγέλης Τρίγκας – 12 Οργανικά Για Τρίχορδο Μπουζούκι

 

Κυκλοφορεί από τον ΚΑΘΡΕΦΤΗ ήχων αληθινών ένα νέο CD με πρωταγωνιστή το τρίχορδο μπουζούκι και ταυτόχρονα μας συστήνει τον Βαγγέλη Τρίγκα έναν πρωτοεμφανιζόμενο στη δισκογραφία σολίστα, με αρκετή όμως προϋπηρεσία και ενασχόληση με το αγαπημένο του όργανο. Το CD αυτό που, στα δέκα από τα δώδεκα κομμάτια του, περιέχει οι μουσικές είναι φτιαγμένες από τον ίδιο τον Βαγγέλη Τρίγκα, συμπληρώνεται με δύο τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη και του Μίκη Θεοδωράκη που παρουσιάζονται σε οργανική μορφή.

 

Βαγγέλης Τρίγκας – 12 Οργανικά Για Τρίχορδο Μπουζούκι

 

Τα οργανικά παρουσιάζονται με την κλασσική συνοδεία: κιθάρα, μπάσσο πιάνο και μπαγλαμά από συγκρότημα μουσικών που συνοδεύει τον Βαγγέλη Τρίγκα που στα περισσότερα παίζει με ένα μπουζούκι αφού όπως λέει και ο ίδιος στο σημείωμά του στο φυλλάδιο που συνοδεύει τον δίσκο : « να αφήσουμε χώρο να αναδειχθεί το ένα μπουζούκι και να ξεφύγουμε από τη λογική ότι τα πάντα παίζονται με δύο μπουζούκια πρίμο σεκόντο, ισοπεδώνοντας και απονευρώνοντας θαυμάσιες εισαγωγές, κυρίως παλιών τραγουδιών, όπου το ένα μπουζούκι είχε την ελευθερία να αυτοσχεδιάζει. Έτσι μπορούμε να δώσουμε μια νέα πορεία στο μπουζούκι που αγαπάμε και να το κάνουμε ζωντανό και ελκυστικό!»

12 Οργανικά Για Τρίχορδο Μπουζούκι

1. Χασάπικο μινόρε 4.26
2. Νοσταλγία 3.14
3. Αργό χασάπικο χιτζάζ 3.02
4. Ταξίμι μινόρε και αλλέγκρο 3.51
5. Αυτοσχεδιασμός 2.26
6. Χασαποσέρβικο 2.20
7. Βαρύ ζεϊμπέκικο 4.20
8. Χόρα 3.58
9. Ζεϊμπέκικο Χιτζάζ 2.58
10. Εναλλαγή 3.59
11. Τρελλή που θέλεις να με στεφανώσεις 4.19
(Βασίλη Τσιτσάνη)
12. Μέρα μαγιού 3.31
(Μίκη Θεοδωράκη – Γιάννη Ρίτσου)

Πηγή

  •  Ένωση Μουσικοσυνθετών Στιχουργών Ελλάδος (ΕΜΣΕ)

Read Full Post »

Γάμος στο Κρανίδι (Λαογραφία)

 

Για να παντρευτεί μια κοπέλα, γινότανε προξενιό. Κι η κοπέλα έπρεπε να ήτανε καλή, αν δεν ήτανε καλή, δεν την παίρνανε. Φρόντιζε ο πατέρας γι’ αυτό ή του κοριτσιού ή του παιδιού. Με τον γείτονα, με τον συγγενή, πηγαίνανε, βρίσκανε το κατάλληλο κορίτσι, πηγαίνανε, λέγανε μερικές φορές, άλλοτε συμφωνούσανε, άλλοτε δεν συμφωνούσανε. Κι όταν συμφωνούσανε, κανονίζανε την προίκα. Χτήματα είχανε τότες, είχαν και λεφτά, αλλά πιο πολύ είχανε χτήματα. Κι όλ’ αυτά τα κανονίζανε, τα συζητάγανε στο σπίτι, σ’ αυτόνε που αρχινούσε το προξενιό. Κι ήτανε κάτι επιτήδειοι, που ξέρανε για προξενιά, οι προξενητάδες. Κι οι συγγενείς όμως. Εδώ είναι ο Σό­λων, ο Γκίκιζας, η Μαρία η Κουτσοτάσαινα, που ‘καμε και το δικό μου προξενιό. Και σαν τελείωνε το προξενιό, κανονίζανε οι συγγενείς να γνωριστούν ο γαμπρός κι η νύφη. Ή την ήξερε ο γαμπρός τη νύφη ή θα περνούσε έξω από ένα καφενείο και θα την έβλεπε ο γαμπρός κι εκείνη θα ‘βλεπε πάλι τον γαμπρό. Κι όταν θέλανε και τα δυο μέρη, συμφωνούσανε και στην προίκα και σ’ όλα, και μετά παγαίνανε στο σπίτι, για να περάσουν το σημάδι στη νύφη. Πηγαίνανε οι γονείς, αδέρφια, αν είχε ο γαμπρός, αδερφές, πηγαίνανε στο σπίτι της νύφης και της φορούσανε ένα πρόχειρο δαχτυλίδι. Βράδυ πηγαίνανε κι είχανε μεζέδες, το γλυκό… Και μετά κανονίζανε μια μέρα, θα περνούσαν τις βέρες. Τραγούδια, χοροί, βιολιά, πιάνανε τους χορούς μέσα στο σπίτι. Σηκωνότανε ο πατέρας του γαμπρού και φορούσε της νύφης και ο πατέρας της νύφης φορούσε του γαμπρού. Και τους ευχόντουσαν για τη στέψη. Τη μια Κυριακή περνούσανε τις βέρες, την άλλη φτιάνανε γλυκά, δίπλες, αμυγδαλωτά, κουραμπιέδες, τα βάζανε σε πιατέλες, τις βάζανε σε δίσκο νικέλινο με χεράκια κι από πάνω ρίχνανε μεταξωτή πετσέτα. Πηγαίνανε δέκα πιατέλες στη σειρά. Κι όταν πηγαίνανε τα γλυκά του γαμπρού στη νύφη, τότε ξεκινούσανε απ’ τη νύφη στο γαμπρό. Τα λέγανε απλάδες και τα πηγαίνανε παιδάκια. Αλλάζανε τα γλυκά.

 

Γάμος στο Κρανίδι 1958

Γάμος στο Κρανίδι 1958

Οι αρραβωνιασμένοι όλον αυτόν τον καιρό, βλεπόντουσαν. Η νύφη πήγαινε στου γαμπρού, ο γαμπρός στης νύφης, βγαίνανε κι οι δύο μόνοι τους και πηγαίνανε επισκέψεις. Αλλ’ άμα ήταν να κάνουνε μεγάλο ταξίδι, να πάνε, ας πούμε στον Πειραιά, έπρεπε να πάει κάποιος μαζί τους. Ο αρραβώνας κρατούσε και μήνα και έξι μήνες και χρόνο, ανάλογα. Αν ήσαν έτοιμοι, παντρευόντουσαν γρήγορα, αλλιώς αργούσανε. Τα προικοσύμφωνα τα κάνανε σε συμβολαιογραφείο και γράφα­νε την προίκα στ’ όνομα του γαμπρού ή στο όνομα και των δύο μαζί. Μετά τις απλάδες, ψωνίζανε και μετά γινότανε ο γάμος. Φτιάνα­νε τη στοίβα με τα ρούχα. Καζάνια, ταψιά, ρούχα, παπλώματα, κουρελούνες, μαρούλες, κιλίμια, τσέργες, όλα. Για έπιπλα, δίνανε κομό, κασέλα, τραπέζι. Τα παλιά χρόνια δεν είχανε ούτε κρεβάτια. Τα φτιάνανε με στρίποδα και με σανίδια και βάζανε ‘κει ένα στρώμα. Το φτιάνανε μόνοι τους από βαμπάκι. Και πηγαίνανε και τα ραίνανε με κουφέτες κι αν θα ‘μεναν σ’ άλλο σπίτι, τα βάζανε σ’ ένα κάρο με άλογα και τα πηγαίνανε στο σπίτι και τα ραίνανε με κουφέτες κι αμύ­γδαλα.

 

Προσκαλούσανε τους συγγενείς, αλλά τότες δεν είχανε προσκλητήρια. Πήγαινε ο πατέρας του κοριτσιού και καλούσε τους συγγενείς τους κι ο πατέρας του παιδιού πάλι τους δικούς τους. Και λέγανε, στις τάδε του μηνός θα γίνει ο γάμος! Σας προσκαλώ να ‘ρθείτε! Και πηγαίνανε στον γάμο. Άλλοι πηγαίνανε δώρα, άλλοι δεν πηγαίνανε. Καμιά πιατέλα, ύφασμα, τέτοια πράματα. Κουμπάρος γινότανε ο νουνός του κοριτσιού ή του γαμπρού. Κι αν είχε πεθάνει, άλλος, ξέ­νος. Παράνυφοι γινόντουσαν μικρά παιδιά, αλλά δεν τα ντύνανε όπως τώρα. Με τα ρούχα τους. Πιο πολύ, του κουμπάρου τα παιδιά.

Τα ψωμιά του γάμου τα φτιάνανε την προπαραμονή. Πιάνανε μπροζύμι και ρίχνανε και λεφτά, καλούσανε τους γειτόνους και πιά­νανε ένα παιδί αρσενικό και του βουτάγανε το κεφάλι μέσα στη σκά­φη, στο αλεύρι. Τα ψωμιά τα κάνανε προσφορές μεγάλες και τα σκαλίζανε γύρω γύρω με το πηρόνι και τα κάνανε σαν μύλους, σαν τα πανιά του μύλου. Οι βλάχοι (=Βαλτιτσιώτες) είχαν ένα συνήθειο και στο ψήσιμο φέρνανε ένα ψωμί κι ένα αρνί. Εδώ όμως δεν είχαμε τέ­τοια. Το ζυμάρι του ψωμιού το ζύμων’ η μάνα του κοριτσιού. Και μετά προετοιμάζανε το γάμο. Είχανε τα σφαχτά, τα ψήνανε, βράζανε μακαρόνια στο καζάνι, είχανε και φρούτα, όχι πολλά, γιατί δεν υπήρχανε τότες πολλά. Η στέψη γινόταν περσότερο στο σπίτι της νύ­φης, και στην εκκλησία, αλλά πιο πολύ στο σπίτι της νύφης.

Την ημέρα του γάμου πλενότανε η νύφη στη σκάφη και την ντύ­νανε. Τραγουδούσανε τότες τη νυφούλα:

 

Νυφούλα, τα στολίδια σου και τα διαμαντικά σου,

με γεια σου, με χαρά σου!

Ας είν’ η ώρα η καλή κι η ώρα ευλογημένη,

που την ευλόγησ’ ο παπάς με το δεξί τον χέρι.

Σήμερα λάμπει ο ουρανός, σήμερα λάμπ’ η μέρα,

σήμερα στεφανώνεται ο αϊτός την περιστέρα.

Γαμπρέ μου, σε παρακαλώ,

το κρίνο που σου δίνουμε,

να μη μας το μαράνεις!

Να ζήσ’ η νύφη κι ο γαμπρός,

να ζήσει κι ο κουμπάρος!

Χρόνους πολλούς να χαίρεσαι,

με γεια σου, με χαρά σου,

και τα πεθερικά σου!

 

Της φορούσανε το νυφικό. Παλιά, είχανε ζακέτα μεσάτη, μπεζ, όλο καστίσματα κι είχανε άσπρα κάτω τα μανίκια και άσπρα στο στήθος κι από μέσα άσπρο όρθιο γιακά. Κι είχανε το τσεμπέρι το νυφικό, άσπρο. Άλλες είχανε πέπλο, αλλά πιο πολύ είχανε τσεμπέρι. Ήταν χρυσοκεντημένο. Κεντημένο με χρυσοκλωστή πίσω απ’ τ’ αυ­τιά και πίσω απ’ το κεφάλι, που ένωναν οι δύο μύτες του τσεμπεριού με άλλη καρφίτσα-χεράκι. Και μπροστά πέντε καρφίτσες και κά­τω τη μάρκα, δηλαδή καρφίτσα με τ’ όνομα αυτής που το φόραγε. Κι ήσανε χρυσά και φορούσανε και σταυρό χρυσό. Κι εκείνα πο ‘χανε πίσω από τ’ αυτιά, χρυσά ήσανε. Αυτά τα είχε πάει ο αρραβωνιαστικός στον αρραβώνα, δώρο στη νύφη μαζί με το νυφικό, δηλαδή το σα­κάκι και τη φούστα τη φαρδιά και το τσεμπέρι το νυφικό. Στις νύφες κάνανε δώρο και πολλά δαχτυλίδια. Αν είχε πολλά αδέρφια ο γα­μπρός, ο καθένας έκανε δώρο στη νύφη από ένα δαχτυλίδι. Γι’ αυτό φορούσανε πολλά δαχτυλίδια παλιά, και στα τέσσερα δάχτυλα και στα δύο χέρια. Γιατί αυτά τα φορούσαν και μετά τον γάμο. Και το τσεμπέρι το χρυσό το είχανε για καλό και το φορούσανε στις γιορτές. Κι όταν παγαίνανε στην εκκλησία, ήτανε όλες με τα τσεμπέρια τα χρυσά.

Άμα ο γαμπρός έκανε δώρο στη νύφη το χρυσό τσεμπέρι, έπρεπε η νύφη να φοράει τσεμπέρι πάντοτε. Γιατί, στα πιο νέα χρόνια, ο γα­μπρός πήγαινε στη νύφη καμιά φορά, αντί για τσεμπέρι, καπέλο και γάντια. Και τότε η νύφη, θα έπρεπε να φοράει πάντα καπέλο, όχι τσεμπέρι. Αλλά αυτό το κάνανε μερικοί πλούσιοι. Οι πιο πολλοί, στέλνανε τσεμπέρι. Και τη ντύνανε τη νύφη κοπέλες γειτόνισσες κι ήταν ένα παιδί (=αγόρι) που της φόραγε τα παπούτσια. Κι έπρεπε να έχει και τους δυο γονιούς του.

 

Ο γαμπρός φορούσε φουφούλα, γελέκο, φέσι, ζωνάρι στη μέση και μπότες από δέρμα. Η νύφη έκανε δώρο στον γαμπρό παντόφλες κεντητές, πουκάμισα, κάλτσες και πετσέτα. Όταν γινότανε ο γάμος, παίρνανε τον γαμπρό και τον κουμπάρο από το σπίτι με τα όργανα. Μπροστά πηγαίνανε οι οργανοπαίχτες. Λαούτα, βιολιά, σαντούρια. Πίσω πήγαινε ο δίσκος με τις λαμπάδες, την κουλούρα και τα κουφέτα, με το ποτήρι και τις μποτίλιες με το κρασί. Τα όργανα τα παίρνανε απ’ τον κουμπάρο. Μετά περνούσανε και παίρνανε το γαμπρό. Μετά πηγαίνανε στης νύφης και γινότανε η στέψη. Μόλις φτάνανε εκεί, ο γαμπρός καθότανε έξω. Ο πατέρας του γαμπρού έμπαινε μέσα. Η νύφη αποχαιρετούσε τους γονείς της κι έκλαιγε. Καθότανε στην καρέκλα κι ο πεθερός της της έδινε μια λίρα και της την έβαζε μέσα στο παπούτσι και τη σήκωνε απ’ την καρέκλα. Κι εκείνη του φίλαγε το χέρι του πεθερού. Κι όταν τη σήκων’ απ’ την καρέκλα, είχανε ένα ποτήρι μ’ αλατόνερο κι ο πατέρας της τη ράντι­ζε μ’ αυτό κι έλεγε: «νερό κι αλάτι ό,τι είπαμε». Κι έπειτα η μάνα της, τη ράντιζε κι εκείνη. Κι η νύφη έκανε μετάνοιες και φίλαγε το χέρι του πατέρα και της μάνας της. Κι ο πεθερός της την πήγαινε έξω, που την περίμενε ο γαμπρός. Και ο γαμπρός σταύρωνε την πόρτα με τη λίρα που έδωσε στη νύφη ο πεθερός της που τη σήκων’ απ’ την καρέ­κλα. Κι άμα η στέψη γινότανε στην εκκλησία, πήγαιναν μπροστά ο κου­μπάρος με τον γαμπρό κι η νύφη από πίσω με τους δικούς της. Μετά την παίρνανε οι συγγενείς του γαμπρού, όταν γινότανε η στέψη.

Άμα γινότανε η στέψη στο σπίτι της νύφης, μπαίνανε μέσα, και η μάνα της νύφης έδινε από μια κουταλιά γλυκό στον γαμπρό και στη νύφη. Τον κουμπάρο τον… γελούσε. Πήγαινε να του δώσει γλυκό, του τό ‘παιρνε, πήγαινε του δώσει, του τό ‘παιρνε, την τρίτη φορά, τό ‘βαζε αυτή στο στόμα. Και πιάνανε τα γέλια.

Μετά τη στέψη, πηγαίνανε το ζευγάρι στο σπίτι του. Κι η μάνα του γαμπρού τους έπιανε και τους δύο μαζί μ’ ένα άσπρο μαντίλι και τους πήγαινε και τους έβαζε στον καναπέ. Κι εκεί χωρίζανε οι συγγενείς. Οι συγγενείς της νύφης πηγαίνανε στο σπίτι της νύφης και τρώ­γανε. Και του γαμπρού, μένανε στο σπίτι του γαμπρού και χορεύανε όλοι μαζί μέχρι το πρωί. Και μετά παίρνουν τον κουμπάρο και τον πηγαίνουν στο σπίτι του. Και μετά μένουν οι συμπεθέροι και χορεύ­ουν όσο θέλουν. Το ζευγάρι έμενε σπίτι του, δεν το παίρνανε. Οι συ­μπεθέροι χορεύανε με τη σειρά τον γαμπρό και τη νύφη στο καινούργιο σπίτι και μετά φεύγανε και τους αφήνανε. Βγαίνανε σε τρεις μέρες, γιατί δεν έκανε να βγουν πιο νωρίς, γιατί φυλάγανε το στεφάνι. Το γλέντι δεν κρατούσε πολύ, μια μέρα, δύο το πολύ. Και γάμοι γινόντουσαν απόκριες, Πάσχα, Χριστούγεννα, καλοκαίρι. Τη Μεγάλη Σαρακοστή δεν έκανε.

Η στέψη γινότανε πάντα στο χωριό της νύφης. Άμα ο γαμπρός ήταν από άλλο χωριό, ερχότανε μ’ ένα άλογο. Έριχνε κι ένα μπετενί κόκκινο με φούντες στο σαμάρι, γιατ’ ήτανε, βλέπεις, γαμπρός. Κι όλοι οι συγγενείς του, πάνω σε ζώα.

Τα στέφανα και τότες τα φτιάνανε από συρματάκι, ντυμένο με άσπρο και κάτι λουλουδάκια. Είχανε δύο λαμπάδες άσπρες που τις κρατούσανε ένα κορίτσι κι ένα παιδί (=αγόρι). Ο παπάς έριχνε στο ποτήρι κουμανταρία κι έδινε στον γαμπρό τρεις φορές και μετά πάλι τρεις φορές και μετά πάλι τρεις φορές στη νύφη και μετά του κου­μπάρου· κι έπειτα αυτός το ‘δινε πίσω, στους συγγενείς, κι όποιος προλάβαινε, το ‘παιρνε κι έπινε. Και το ψωμί το μοιράζανε. Κι όταν γυρίζανε γύρω γύρω, τους ραίνανε με κουφέτες, με ρύζι, με δεκάρες. Και το ποτήρι με το κρασί, όποιος προλάβαινε, το ‘κλεβε και το πή­γαινε σπίτι του. Τα κουφέτα του δίσκου τα μοιράζανε και τα βάζανε κάτω απ’ το μαξιλάρι κι έβλεπαν όνειρο οι ανύπαντρες, και λέγανε «αυτόν θα πάρω».

Μετά τη στέψη, η νύφη πήγαινε μπροστά, μαζί με τους συγγενείς του γαμπρού, και πίσω οι συγγενείς της νύφης. Όταν μπαίνανε σπίτι η νύφη κι ο γαμπρός, δίνανε μια κότα. Της δένανε κι ένα φιόγκο στον λαιμό και λέγανε στους γονείς της νύφης: «Η την κότα ή την Κατίνα», ας πούμε, «ή την κότα ή την Κατίνα»· σαν ν’ άξιζε η κοπέλα μια κότα. Και την παίρνανε την κότα οι γονείς του κοριτσιού και την τρώγανε την άλλη μέρα. Σπάζανε και ρόδι στην πόρτα κι έμπαινε η νύφη με το δεξί πόδι. Στο γλέντι, έπαιρνε ο πατέρας του γαμπρού το γαμπρό και τη νύ­φη και τους χόρευε. Κι έπειτα τους χορεύανε όλοι οι συγγενείς του γαμπρού, και της νύφης οι συμπεθέροι. Κι ύστερα χορεύανε τον κουμπάρο. Ο κουμπάρος καθότανε δίπλα στον γαμπρό, τρώγανε και μετά τραγουδούσανε και χορεύανε καλαματιανούς, συρτούς, τσάμικους, και στο τέλος πια, αν κανένας ήθελε, χόρευε και ζεϊμπέκικο.

Το ζευγάρι, όπως είπαμε, έβγαινε μετά το γάμο, ύστερα από τρεις ημέρες. Το πρώτο Σάββατο μετά το γάμο, η μάνα της νύφης έκανε το πρώτο τραπέζι στο ζευγάρι. Και πήγαιναν οι αδερφές της, τ’ αδέρφια του γαμπρού. Και τους έφτιανε και παστίτσιο και ψητό και μακαρό­νια και πουπέκι (=γαλακτομπούρεκο) ενώ στον γάμο δε φτιάνανε γλυκά, δεν τρώγανε, δεν χορεύανε· αλλά κανά τραγούδι, ε, το λέγανε:

 

πουλιά, και παγώνια και κανερίνια μου,

μην την εξυπνάτε την πάπια χήνα μου.

Είσαι ένας ήλιος, φεγγάρι λαμπερό.

Θάμπωσες το φως μου και δεν μπορώ να ιδώ.

 

Μετά οι νιόπαντροι βγαίνανε μαζί κανονικά πηγαίνανε στην εκκλησία και αρχίζανε τις επισκέψεις σ’ όσους είχανε πάει στο γάμο. Την Κυριακή γινότανε αυτό. Κι η νύφη έκανε δώρο στην οικογένεια του γαμπρού παντόφλες κεντητές στο τελάρο. Στον πεθερό, την πεθερά, στα κουνιάδια. Στα χρόνια μου, δεν είχα ακούσει να κοιτάζουν τα σεντόνια· Χρι­στός και Παναγία! Βλάχοι (=Βαλτιτσιώτες) τα κοιτάζανε και κάνανε σημαία και τραγουδάγανε. Κι άμα η νύφη δεν ήτανε εντάξει, τη διώχνανε. Εγώ όμως δεν είχα ακούσει τέτοιο πράμα. Τη δεύτερη Κυριακή μετά τον γάμο, πήγαινε το ζευγάρι η μάνα του γαμπρού στην εκκλησία, κι έβαζε τη νύφη στη θέση που καθότανε η ίδια. Αν δεν ζούσε, τους πήγαινε κάποιος άλλος από το σόι όμως του γαμπρού πάλι. Για ένα χρόνο μετά τον γάμο, δεν έπρεπε να πάνε σ’ άλλο γάμο ή κηδεία.

 

Μαρτυρίες

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Ε’ τάξης Δημοτικού.

 

Πηγή

  •  Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.

Read Full Post »

Köllnberger Ludwig (1811-1892)

Γεννήθηκε στο Salzburg την 3η Ιουλίου 1811 πέθανε στο Aschau, κοντά στο Murnau της Βαυαρίας, την 4η Δεκεμβρίου 1892. Το 1829 κατατάχθηκε ως εύελπις εθελοντής στο 8ο βαυαρικό σύνταγμα πεζικού και τον ίδιο χρόνο, προάχθηκε σε υποδεκανέα και δεκανέα. Το 1833 μετετάχθηκε στην Βασιλική Ελληνική υπηρεσία και υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός του 6ου Ελληνικού Τάγματος πεζικού. Το 1838 απολύθηκε μετά από αίτηση του και κατατάχθηκε πάλι ως δεκανέας και εύελπις στο 5ο σύνταγμα πεζικού της Νυρεμβέργης.

Το 1839 προάχθηκε σε λοχία, το 1840 σε σημαιοφόρο και ανθυπολοχαγό, το 1848 σε υπολοχαγό, το 1859 σε λοχαγό πρώτης τάξεως και αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του ταγματάρχη. Στον γαλλογερμανικό πόλεμο ανέλαβε την διοίκηση του 9ου τάγματος κυνηγών στο Passau. Τιμήθηκε με διάφορα αναμνηστικά μετάλλια μεταξύ των οποίων και το ελληνικό βασιλικό μετάλλιο των εθελοντών.

Μέχρι τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο, στη συλλογή εικόνων του πολεμικού τμήματος των Γενικών Βαυαρικών Αρχείων, υπήρχαν δυο τόμοι με τον τίτλο «ΕΛΛΑΣ» που περιείχαν υδατογραφίες του, διαστάσεων 0,25 x 0,20 εκ. ή και μικρότερες. Το 1909 ολόκληρη η συλλογή με εντολή και έξοδα της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, αντιγράφηκαν από τον ζωγράφο Hans Hanke από το Μόναχο και 41 από τα συγκεκριμένα αντίγραφα υπάρχουν στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και εκτίθενται στην Η΄αίθουσα. Κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, χάθηκε ο πρώτος τόμος και μαζί του όσα έργα είχαν περιληφθεί σε αυτόν.

Στις υδατογραφίες που παραθέτουμε, εικονίζονται “ Tο Άργος”,  “ Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος”, και “ Το Φρούριον Παλαμήδι, εν Ναυπλίω, 1838”.

Tο Άργος 1938

Tο Άργος 1838

 

Γενικά, ο Köllnberger ζωγράφισε ελληνικές πόλεις, φρούρια και τοπία καθώς και σκηνές από την στρατιωτική ζωή. Ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική αξία τους, τα έργα του, μας δίνουν μια σαφή ιδέα της Ελλάδας, κυρίως για τα πέντε πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα καθώς και του περιβόητου “ εθελοντικού” βαυαρικού σώματος, που το μεγαλύτερο μέρος του απάρτιζαν στρατιώτες- μαζέματα από διάφορες περιοχές της Ευρώπης, που είχαν έρθει στην Ελλάδα για να οργανώσουν τάχα τον ελληνικό στρατό σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και να διδάξουν την πολεμική τέχνη.

Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος

Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος

 

 

Ειδικά στον πίνακα “ Το ελαφρόν ελληνικόν Πεζικόν” παρατηρούμε πως ακριβώς ήσαν οι στολές των ευζώνων και των αξιωματικών στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα. Η φουστανέλλα που ήταν στην αρχή κάτω από το γόνατο, κατέληξε να γίνει πολύ κοντή και το μεγαλοπρεπές ψηλό φέσι που έδινε ύψος, ύφος και λεβεντιά να περιοριστεί υπερβολικά. Τα τζουσλούκια καταργήθηκαν. Ο ντουλαμάς απλουστεύθηκε. Και τέλος, στα απλά παπούτσια που ταίριαζαν με την στολή, προστέθηκαν φούντες.

Το Φρούριον Παλαμήδι , εν Ναυπλίω 1938

Το Φρούριον Παλαμήδι , εν Ναυπλίω 1838

 

 

Εκείνο που δεν μπόρεσαν να αλλάξουν με τις άστοχες και κακές μεταρρυθμίσεις, ήταν να μεταβάλουν την μαχητική ικανότητα του υπέροχου αυτού σώματος, που διατήρησε την παράδοση του 1821 και αναδείχτηκε παντού και πάντα σε όλους τους πολεμικούς αγώνες του Έθνους.

Πηγή

Ιωάννης Α. Μελετόπουλος. Τα πρώτα έτη της Οθωνικής Εποχής εις τας Υδατογραφίας του Köllnberger. «Του παρόντος Λευκώματος εξετυπώθησαν χίλια αντίτυπα τα οποία εδωρήθησαν εις την Ιστορικήν και Εθνολογικήν Εταιρείαν, εξετυπώθησαν δε και πεντακόσια εκτός εμπορίου υπό αριθμούς 1- 500. Αθήναι 1976».

Read Full Post »

Παγανέλης Σπυρίδων (1852-1933)

 

Πέραν του Ισθμού

Πέραν του Ισθμού

Ο Σπυρίδων Παγανέλης γεννήθηκε στη Μύκονο εγκαταστάθηκε όμως από νεαρή ηλικία και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα μαζί με τις αδελφές του, ενώ παράλληλα πραγματοποίησε ταξίδια ανά την Ελλάδα. Από την επαγγελματική του δραστηριότητα σημειώνεται πως διετέλεσε βουλευτής, έλληνας πρόξενος στη Φιλιππούπολη και έφορος στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, συνεργαζόμενος με εφημερίδες όπως οι: Εστία, Εφημερίς, Ακρόπολις, Κλειώ, Σκριπ, Αθήναι, Νέα Ημέρα, Νεολόγος Κωνσταντινουπόλεως και περιοδικά όπως τα Εστία και Εβδομάς καθώς και ημερολόγια (Νέα Ελλάς, Κρητικόν Ημερολόγιον, Μεσσηνιακόν, Πανελλήνιον , Ηπειρωτικόν κ.α.). Πέθανε σε οίκο ευγηρίας. Την πρώτη του επίσημη εμφάνιση στο χώρο των γραμμάτων πραγματοποίησε το 1882 με την έκδοση του τόμου Οδοιπορικαί σημειώσεις. Το σύνολο του έργου του περιλαμβάνει άρθρα πολιτικού και οικονομικού προβληματισμού, κριτικά δοκίμια, χρονογραφήματα, ιστορικά μελετήματα, ταξιδιωτικά κείμενα και διηγήματα. Ο Σπυρίδων Παγανέλης τοποθετείται χρονικά στην πεζογραφία της γενιάς του 1880, γενιά που σημαδεύτηκε από το γλωσσικό ζήτημα και το ρεύμα της ηθογραφίας, ωστόσο αποτελεί μια μοναχική περίπτωση ανάμεσα στους άλλους λογοτέχνες, τόσο λόγω ιδιοσυγκρασίας, όσο και λόγω της συντηρητικής κοσμοθεωρίας του που τον έστρεψε ενάντια στις εξελίξεις. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του καλύπτουν τα ταξιδιωτικά κείμενα, στα οποία κυριαρχεί η νοσταλγία του ένδοξου αρχαιοελληνικού παρελθόντος και η διάθεση φυγής από την πραγματικότητα, στοιχεία που συναντώνται και στο υπόλοιπο έργο του. Ιδιαίτερα για τα διηγήματά του πρέπει να σημειωθεί η εμμονή του συγγραφέα στην έκφραση του αισθήματος της ματαιότητας και δυστυχίας που συνοδεύει τα ανθρώπινα.

Στο βιβλίο του, «Πέραν του Ισθμού· Πελοποννησιακαί εντυπώσεις και αναμνήσεις», το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα το 1891, στις σελίδες 289-335 κάνει εκτεταμένη αναφορά στην Αργολίδα και ιδιαίτερα, στο Άργος, το Ναύπλιο, την Τίρυνθα, τον Ερασίνο, την Λέρνη   και την Επίδαυρο. Σε επόμενα άρθρα μας θα γράψουμε αναλυτικά τι αναφέρει ο περιηγητής, ξεχωριστά για τον κάθε τόπο.  

Εργογραφία

(πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)

• Οδοιπορικές σημειώσειςΑ΄. Οι σεισμοί της Χίου. Αθήνα, τυπ. της Ενώσεως, 1882.
• Οδοιπορικές σημειώσεις Β΄. Η στρατιωτική κατάληψις Άρτης και Θεσσαλίας. Αθήνα, τυπ. της Ενώσεως, 1882.
• Η αδελφή Μάρθα. Αθήνα, 1886.
• Ο αγωνιστής του 1821. Αθήνα, 1886.
• Ο μύθος του Προμηθέως. Αθήνα, τυπ. Θρ.Παπαλεξανδρή και Αλ. Παπαγεωργίου, 1886.
• Αθηναϊκαί Νύκτες. Αθήνα, τυπ. Εφημερίδος, 1888.
• Ραγήπ· Διήγημα. Αθήνα, τυπ. Εφημερίδος, 1889.
• Ευρύαλος. Αθήνα, τυπ. Εφημερίδος, 1890.
• Πέραν του Ισθμού· Πελοποννησιακαί εντυπώσεις και αναμνήσεις. Αθήνα, Γ.Κασδόνης, 1891.
• Παραισθήσεις. Αθήνα, 1893.
• Εις την μνήμην της αδελφής μου Σοφίας. Αθήνα, τυπ. Π.Δ.Σακελλαρίου, 1902.
• Ο Επιτάφιος εν τω νεκροταφείω. Αθήνα, τυπ. Νομικής Λ.Χ.Βεργιανίτου, 1903.
• Η τριλογία του μυστηρίου· Η γέννησις – Ο θάνατος – Η ανάστασις. Αθήνα, τυπ. Μιχ. Σαλίβερου, 1905.
• Πάρεργα φύλλα· Από του Σαρωνικού εις τον Αμπρακικόν ·Η Άρτα · Τα Τσουμέρκα. Αθήνα, Ι.Δ.Κολλάρος, 1905.
• Αθηναϊκαί Ημέραι. Αθήνα, Ι.Δ.Κολλάρος, 1907.
• Από της Ακροπόλεως εις την Άλτιν. Νέα Υόρκη, τυπ. Ατλαντίδος, 1908.
• Δελφοί. Αθήνα, τυπ. της εφημερίδας Αθήναι, 1909.
• Ο Επιτάφιος εν τω Πτωχοκομείω. Αθήνα, τυπ. της εφημερίδας Αθήναι, 1909.
• Νύκτες Φθινοπώρου. Αθήνα, τυπ. της εφημερίδας Αθήναι, 1911.
• Ο Επιτάφιος από της Ακροπόλεως. Αθήνα, τυπ. Παρασκευά Λεώνη, 1912.
• Ο απόστολος Παύλος. Αθήνα, τυπ. Αλ. Βιτσικουνάκη, 1924.
• Λογοτεχνήματα · Απανθισθέντα εκ των έργων τουΑ΄. Αθήνα, Ηλ. Ν. Δικαίος, 1928.

 

Πηγή

 Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία
• Γιάκος Δημ. – Φουριώτης Άγγελος (επιμέλεια), Δημ.Βικέλας, Εμ. Λυκούδης, Δ. Καμπούρογλους και άλλοι. Αθήνα, Αετός, 1954 (στη σειρά Βασική Βιβλιοθήκη, τ.21).
• Γιάκος Δημήτρης, «Παγανέλης Σπυρίδων», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας11. Αθήνα, Χάρη – Πάτση, χ.χ.
• Μποέμ [ = Δημ. Χατζόπουλος], «Σύγχρονοι έλληνες συγγραφείς· Σπυρίδων Παγανέλης», Το Άστυ, 30-31/3/1893.
• Ξενόπουλος Γρηγόριος, «Πάρεργα Φύλλα, Η Τριλογία του μυστηρίου, υπό Σπ.Παγανέλη», ΠαναθήναιαΙ΄, 15/5/1905, ετ.Ε΄, σ.86.
• Ξενόπουλος Γρηγόριος, «Σπυρίδων Παγανέλης», Νέα ΕστίαΙΔ΄, 1η/8/1933, αρ.159, σ.834-835.
• Πατσίου Βίκυ, «Σπυρίδων Παγανέλης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας· Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΖ΄ (1880-1900), σ.206-216. Αθήνα, Σοκόλης, 1997.
• Στεργιόπουλος Κώστας, «Επέτειοι του 1973 στη λογοτεχνία μας», Χρονικό ’73, σ.50. Αθήνα, έκδοση του Καλλιτεχνικού και Πνευματικού κέντρου Ώρα, 1973.

Read Full Post »

 

Αντωνόπουλος Άγγελος, «ο Μάρξ στο Σόχο».

 

 ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ , «ΜΠΟΥΣΟΥΛΟΠΟΥΛΕΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΑΡΓΟΥΣ», Τρίτη  5 / 05 / 2009,  9.00 μ.μ.

ΜΑΡΞ 

 

 

 

 

 

 

Μετά από τρία χρόνια επιτυχίας, η παράσταση του έργου του Χάουαρντ ΖΙΝ «Ο ΜΑΡΞ ΣΤΟ ΣΟΧΟ» με πρωταγωνιστή τον Άγγελο Αντωνόπουλο, έρχεται και στην Αργολίδα. Ο Μαρξ ζητάει από τις αρμόδιες αρχές του άλλου κόσμου να κατέβει για λίγο στη Γη, για να «αποκαταστήσει το όνομα του», όπως λέει. Από λάθος, αντί να επιστρέψει στο Σόχο του Λονδίνου, όπου έζησε και πέθανε, βρίσκεται στο Σόχο της Νέας Υόρκης. Έχει μία ώρα. Με χιούμορ και άλλοτε με παράπονο, ο Μαρξ μιλάει για τη ζωή του, «ξεκαθαρίζει» τις περίφημες ρήσεις του, νοσταλγεί τους άλλους μεγάλους της εποχής (Ένγκελς, Μπακούνιν), και τελικά διαπιστώνει πως τίποτα δεν άλλαξε στον κόσμο τα τελευταία εκατό χρόνια. «Και λένε πως οι ιδέες μου έχουν πεθάνει». Με αυτό το μονόλογο, ο Ζιν, ένας από τους μεγαλύτερους αριστερούς διανοούμενους της εποχής μας, κατορθώνει, με απλότητα και σαρκασμό, να συγκινήσει ακόμα και τη νεότερη – αδιάφορη πολιτικά – γενιά.

ΑντωνόπουλοςΟ Καρλ Μαρξ βρήκε τον ιδανικό ερμηνευτή στο πρόσωπο του Άγγελου Αντωνόπουλου,του σημαντικού Έλληνα ηθοποιού που κατόρθωσε για τρία συνεχόμενα χρόνια να επικοινωνήσει με ένα πολυπληθές κοινό όλων των πολιτικών αποχρώσεων, να ταράξει και να συγκινήσει όλους τους θεατές. Η ερμηνεία του Αντωνόπουλου απέσπασε ύμνους από κριτικούς και κοινό και επέτυχε να προσελκύσει την πολιτική ηγεσία της χώρας όλων των παρατάξεων. Η πορεία του Αντωνόπουλου ως Μαρξ επεκτάθηκε σε όλη την Ελλάδα, με προσκλήσεις από πολλές πόλεις και μεγάλα θέατρα και έχει τη δύναμη να συνεχιστεί για πολύ καιρό ακόμα, όσο το κοινό νιώθει την ανάγκη να ακούσει και να σκεφτεί ανώτερες ανθρωπιστικές αξίες μέσα από ένα λόγο καθημερινό, απλό, χιουμοριστικό και καθόλου διδακτικό ή προσηλυτιστικό.

* Τα δικαιώματα παραχώρησε αποκλειστικά ο ίδιος ο Χάουαρντ Ζιν για αυτό το πρώτο ανέβασμα του έργου στην Ελλάδα.

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ :
Μετάφραση: Άρης Λασκαράτος Σκηνοθεσία: Αθανασία Καραγιαννοπούλου

Σκηνικά – Κοστούμια : Γιώργος Ασημακόπουλος
Δ/νση Παραγωγής:

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΛΑΣΚΟΒΙΤΗΣ

 Διοργάνωση: ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

 ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ

ΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

 «ΜΠΟΥΣΟΥΛΟΠΟΥΛΕΙΟ ΘΕΑΤΡΟ», Τρίτη  5 / 05 / 2009,  9.00μ.μ

 Προπώληση εισιτηρίων: βιβλιοπωλείο ΕΚ ΠΡΟΟΙΜΙΟΥ Νικηταρά 15, τηλ. 27510 20419,  Άργος.

 

Read Full Post »

Σταυροπούλου Νταίζη (1912-1994)


 

Σταυροπούλου Νταίζη

Γεννημένη στις αρχές της δεκαετίας του 1910, στο Άργος, βρίσκεται στα 1933 στην Αθήνα όπου μέσω ενός εξαδέλφου της γνωρίζεται με το Μήτσο Καρυδάκη ή Καρυδάκια, – ερασιτέχνης μπουζουξής, «αφανές» μέλος της παρέας του Πειραιώτικου ρεμπέτικου και πολύ καλός φίλος του Ανέστη Δελιά. Μέσω του Καρυδάκια, γνωρίζεται με τον Ανέστη Δελιά, όταν η ξακουστή «Τετράς του Πειραιά» εμφανιζόταν στη μάντρα του Σαραντόπουλου.

Αφηγείται η ίδια σε συνέντευξή της στον Κώστα Χατζηδουλή:

«…μου είπανε να είμαι πολύ προσεκτική, όταν θα μπαίναμε στο μαγαζί. Να μην κοιτάω ούτε δεξιά ούτε αριστερά, παρά μόνο μπροστά κατευθείαν στο πάλκο, γιατί οι άντρες που πήγαιναν εκεί ήταν ζόρικοι, πολύ σκληροί και ψόφαγαν για παρεξήγηση. … Με κοίταζε ο Ανέστης, τον κοίταζα κι εγώ…Και τότε ερωτευθήκαμε ο ένας τον άλλο…». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μπελίντα Καίτη – (Αικατερίνη Πολιτοπούλου, 1923-1978)


 

Μπελίντα Καίτη

Μπελίντα Καίτη

Αικατερίνη Πολιτοπούλου  (1923-1978). Δημοφιλής μεταπολεμική τραγουδίστρια του ελαφρολαϊκού τραγουδιού και της επιθεώρησης καθώς και ηθοποιός. Γεννήθηκε στο Άργος και μεγάλωσε στην Καλλιθέα. Σπούδασε στο Ωδείο Καλλιθέας και εργάστηκε σε χοροδιδασκαλείο. Υπήρξε σύζυγος του Γιάννη Βέλλα (παντρεύτηκαν την Κατοχή). Κατόπιν καθιερώθηκε στον ελαφρό μουσικό Χώρο από τον θεατρικό επιχειρηματία Βασίλη Μπουρνέλλη.  Πρωτοδισκογράφησε ως «δεύτερη φωνή» στον Τ. Μαρούδα. Πρώτη σκηνική εμφάνιση: «Σκάνδαλα γυναικών» («Ακροπόλ», 1950. Τότε ερμήνευσε «Το τραγούδι που σού έγραψα» του Μ. Σουγιούλ ως αντικαταστάτρια της Κούλας Νικολαϊδου). Το 1951 ήταν η «πρώτη διδάξασα» το περίφημο «αρχοντορεμπέτικο» τραγούδι του Γ. Μουζάκη «Ταμπακιέρα». Από τότε τραγούδησε και έπαιξε κύριους ρόλους σε διάφορα επιθεωρησιακά θεάματα. Συγκρότησε θίασο με τους Ν. Σταυρίδη και Μαρ. Νέζερ (1958).

 

Μπελίντα Καίτη – (Αικατερίνη Πολιτοπούλου, 1923-1978)

 

Προηγουμένως, τραγουδούσε στο «πάλκο» του Τσιτσάνη, δίπλα στη Δούκισσα και τη Σεβάς Χανούμ. Στο «Ακροπόλ» (1959): «30 κότες κι’ ένας κόκορας». Στο «Πάρκ» (1960): «Φέρρυ μπώτ». Στο «Καλουτά» (1961): «Της φυλακής τα σίδερα». Στο «Ακροπόλ» (1963-65): «Κόκκινα τριαντάφυλλα», «Γυναίκες και λουλούδια», «Είκοσι θέατρα μαζί», «Η δημοκρατία χορεύει». Στο «Μπουρνέλλη» (1966): «Σήκω χόρεψε συρτάκι». Στο «`Αλφα» (1966): «Επιχείρησις…Ασπίδα», κ.λπ. Πρωταγωνίστησε και σε ταινίες: «Φυντανάκι», «Η φτώχεια θέλει καλοπέραση», «Τζίτζικας και μέρμηγκας», κ.λπ.

Ο Τώνης Μαρούδας με την Καίτη Μπελίντα, που έκανε το ξεκίνημά της στο πλευρό του.

Ο Τώνης Μαρούδας με την Καίτη Μπελίντα, που έκανε το ξεκίνημά της στο πλευρό του.

Το 1962 πήρε το Α΄ βραβείο του 1ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης* με το τραγούδι «Αλυσίδες» του Κ. Γιαννίδη. Το 1965 μετέτρεψε σε κοσμικό Κέντρο στο Φάληρο ένα παροπλισμένο πλοίο, όμως η επιχείρηση δεν ευωδόθηκε. Το 1967 πήρε το Β΄ βραβείο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης  με το τραγούδι του Γ. Μουζάκη «Κτύπα καρδιά μου». Την άνοιξη του 1968 έκανε 2μηνη περιοδεία στον Καναδά. Εμφανίστηκε και σε ονομαστά κοσμικά Κέντρα» (στο «Πλακιώτικο Σαλόνι» το 1959 με μαέστρο τον Γ. Κατσαρό, στη «Νεράιδα» με μαέστρο τον Κ. Κλάββα, κ.λπ.). Η καλλιτεχνική της σταδιοδρομία έκλεισε το 1969 στη «Νεράιδα». Παρ’ όλα αυτά το 1976 εμφανίστηκε για λίγο (ως «ρετρό») στο «Δελφινάριο» καθώς και στο χειμερινό «Νοτούρνο».

Πέθανε από την επάρατη (21.9.1978). Αναφέρεται ότι στην κηδεία της εκατοντάδες απαρηγόρητοι θαυμαστές τραγουδούσαν το τραγούδι του Μ. Θεοφανίδη  «Κόσμος πάει κι έρχεται», που υπήρξε μεγάλη επιτυχία της. Στους «αναβιωμένους» LP δίσκους της: «Μπελίντα» (1969, 1976) και «Μπελίντα» (1979). Ακούγεται επίσης στους δίσκους: «Μεγάλες επιτυχίες» (1969), «Περασμένα και όχι ξεχασμένα» (1984), «Μουσικό πορτραίτο» (1988) καθώς και στα LP-CD «Καλησπέρα κε `Εντισον, Νο 4» και «Νο 6» (1990).

 

Υποσημείωση


* Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης 1962.

Στις 15 Σεπτεμβρίου του 1962 στο ανοιχτό γήπεδο της Χ.Α.Ν.Θ. έλαβε χώρα το πρώτο «Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού» της Θεσσαλονίκης με διοργανώτρια τη Διεθνή Έκθεση, σε συνεργασία με την Ελληνική Μουσική Εταιρεία. Τιμή εισιτηρίου; Μόλις 25 δραχμές! Είχαν προηγηθεί τα τρία «Ελληνικά Φεστιβάλ Τραγουδιού» στην Αθήνα που είχαν «σφραγίσει» ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης κατακτώντας τα πρώτα βραβεία (δύο κι ένα αντιστοίχως). Παράλληλα με την έναρξη του Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, κάνει την εμφάνισή του ο άνθρωπος που θα αφήσει ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στην παρουσίασή του: Ο αείμνηστος Άλκης Στέας, ο κύριος «ευτυχείτε» που θα κρατήσει τη θέση του μέχρι και το 1980, με εξαίρεση το 1975 που θα το παρουσιάσουν οι γνωστοί ηθοποιοί Γιώργος Τζώρτζης και Τόνια Καζιάνη. Μια φωνή που συνδέθηκε άρρηκτα με το θεσμό και που παρά τις καλές προσπάθειες που ακολούθησαν την αποχώρησή του, δε βρέθηκε ισάξιος διάδοχός του…

Το «παρθενικό» πρώτο βραβείο του Φεστιβάλ 1962 κέρδισε η αξέχαστη Καίτη Μπελίντα με τις «Αλυσίδες» του Κώστα Γιαννίδη με στίχους του Στέλιου Χριστοφίδη. Τη δεύτερη θέση πήρε η Νάντια Κωνσταντοπούλου με τις «Χαρές της ζωής» του συζύγου της Τάκη Μωράκη και την τρίτη η Γιοβάννα με το «Κι όμως υπάρχει χαρά» του Σπήλιου Μεντή (πατέρα της ηθοποιού Νένας) και του Μίμη Πλέσσα. Την επόμενη χρονιά, ο γνωστός κονφερανσιέ της εποχής Γιώργος Οικονομίδης (αξέχαστη η ατάκα του «Φίλοι μου αγαπημένοι») βρήκε ένα πρωτότυπο τρόπο να προωθήσει το τραγούδι «Πιο πάνω από τα σύννεφα», του οποίου είχε γράψει τους στίχους: Πέταξε διαφημιστικά φέιγ βολάν στο χώρο της εκδήλωσης και φαίνεται ότι το «κόλπο» έπιασε, αφού κέρδισε το δεύτερο βραβείο με ερμηνευτή τον «πολυνίκη» του θεσμού Γιάννη Βογιατζή.

Βραβεία

Α’ βραβείο: «Οι αλυσίδες» (Καίτη Μπελίντα / Κώστας Γιαννίδης – Στέλιος Χριστοφίδης).
Β’ βραβείο: «Οι χαρές της ζωής» (Νάντια Κωνσταντοπούλου / Νάντια Κωνσταντοπούλου – Τάκης Μωράκης).
Γ’ βραβείο: «Κι όμως υπάρχει χαρά» (Γιοβάννα (Φάσου) / Σπήλιος Μεντής – Μίμης Πλέσσας).
Δ’ βραβείο: «Ξέρω ένα δρόμο» (Νάντια Κωνσταντοπούλου / Γιώργος Οικονομίδης – Τάκης Μωράκης).
Βραβεία ενορχήστρωσης: Κώστας Γιαννίδης – Μίμης Πλέσσας – Ζακ Ιακωβίδης – Τάκης Μωράκης.

 

Πηγές


  • «Λεξικό της Ελληνικής Μουσικής», Τ. Καλογερόπουλου,  εκδόσεις Γιαλλελή,  2001.
  • Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης.

Read Full Post »

Θεο­φίλου Χρήστος ( Τζίμ Λόντος)

 

 

Σε εποχές σαν τη σημερινή που το αθλητικό ιδεώδες δοκιμάζεται ποικιλότροπα και ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά τον αθλητισμού είναι η έντονη εμπορευματοποίηση του, η ιστορία του Χρήστου Θεο­φίλου (Τζίμ Λόντου) από το Κουτσοπόδι Άργους, ηχεί σαν παραμύθι, ένας μύθος που διήρκεσε μισό περίπου αιώνα και συνεχίζει να γοητεύει έως και σήμερα…

 

Ο μικρόσωμος αυτός Κουτσοποδιώτης που το όνομα του έγινε συνώνυμο της σωματικής δύναμης και λεβεντιάς, έχει καταγραφεί πλέον με έντονα γράμματα στη νεώτερη ελληνική-και ιδιαίτερα τη τοπική- αθλητική ιστορία. Τα κατορθώματα του Τζίμ Λόντου επι ισχυρών ξένων αντιπάλων, οι διαδοχικές του νίκες στις παλαίστρες και των πέντε ηπείρων, σε εποχές κατά τις οποίες οι ελληνικές διακρίσεις σε διεθνείς στίβους ήταν ακόμη περιορισμένες, ενσάρκωναν κρυφούς πόθους του απλού λαϊκού ανθρώπου, του πρώτου μισού του προηγούμενου αιώνα, ταυτίστηκαν με το εθνικό μας γόητρο, τη λαϊκή συνείδηση. Ο Τζίμ Λόντος έχει καταγραφεί ως το σύμβολο της ρώμης, του προσέδιδαν υπερφυσικές ικανότητες και αρετές, ήταν ο Ρωμιός με τη λαϊκή καταγωγή που έγινε ξακουστός σ’ όλη την οικουμένη, ενώ ο τύπος της εποχής τον χαρακτήριζε υπεράνθρωπο, νέο Ηρακλή, και Άδωνη, τον θεωρούσε ως άξιο συνεχιστή των φημισμένων αρχαίων Αργείων οι οποίοι διακρίνονταν στο αγώνισμα της πάλης, ή τον συνέκριναν με τον Δαυίδ αφού νικούσε πανίσχυρους αντιπάλους που υπερίσχυαν κατά πολύ της σωματικής του διάπλασης.

 

Τα πρώτα χρόνια

 

 

 

Χρήστος Θεοφίλου (Jim Londos)

Χρήστος Θεοφίλου (Jim Londos)

Ο Χρήστος Θεοφίλου ήταν ένα από τα 13 παιδιά της εύπορης σχετικά οικογένειας του Θεόφιλου και της Παναγιώτας Θεοφίλου από το Κουτσοπόδι Άργους και γεννήθηκε κατά άλλους το 1896 – χρονιά αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων γι’ αυτό και χαρισματικός όπως έγραφε κάποια από τις εφημερίδες – κατά άλλους γεννήθηκε το 1897. Σε ηλικία 13 ετών, μη αντέχοντας την αυστηρή κηδεμονία του πατέρα του εγκατέλειψε – μαζί με τον Χρήστο Τζέκα- το Κουτσοπόδι και αποφάσισε να αναζητήσει τη τύχη του στη Γη της Επαγγελίας, όπως χιλιάδες άλλοι Έλληνες μετανάστες. Τα πρώτα του χρήματα ο έφηβος Χρήστος τα κέρδισε δουλεύοντας ως υπάλληλος – για άλλους ως αρτίστας – στον ιππόδρομο κάνοντας ακροβατικές φιγούρες επάνω σε άλογα. 

Στη συνέχεια, με βάση δημοσιεύματα της εποχής, τον συναντάμε να ποζάρει ως μοντέλο για τους σπουδαστές της Σχολής Καλών Τεχνών του Μπέρκλεϊ. Ήταν η εποχή που αποφασίζει να μάθει κάποια τέχνη για να επιβιώσει. Γράφεται λοιπόν στη Χριστιανική Αδελφότητα Νέων (ΧΑΝ) της οποίας τμήματα λειτουργούσαν οι ομογενείς μας σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες. (Σημειώνουμε ότι την εποχή εκείνη- το 1906- όλη η Ελλάδα αλλά και οι απανταχού ομογενείς μας, μαζί τους και ο μικρός Χρήστος, συγκλονίζονται από την Ολυμπιακή νίκη του επίσης Πελοποννήσιου Δημήτρη Τόφαλου στην άρση βα­ρών. Ο Τόφαλος μετά από λίγα χρόνια μεταπηδά στην ελεύθερη πάλη και έμελλε να γίνει ο προπονητής του Τζίμ Λόντου). Ο μικρός Χρήστος παράλληλα με τις σπουδές του και συνειδητοποιώντας έγκαιρα τη μυϊκή του δύναμη εγγράφεται στο αθλητικό τμήμα της ΧΑΝ και αφού έμαθε τα πρώτα μυστικά της παλαιστικής τέχνης, σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα κατακτά το εσωτερικό πρωτάθλημα της Αδελφότητας στη περιοχή και μετά από 4-5 χρόνια το εσωτερικό πρωτάθλημα σ’ όλη τη χώρα. Η φήμη του τότε άρχισε να εξαπλώνεται αφού ο τύπος άρχισε ν’ ασχολείται μαζί του. Ο Χρήστος τότε στέλνει κάποια αποκόμματα εφημερίδων από αγώνες του σε θέατρα στο πατέρα του στο Κουτσοπόδι του οποίου οι γνώσεις για τη πάλη περιορίζονταν στους μπεχλιβάνηδες (παλαιστές) των πανηγυριών. Θυμωμένος απαντά στο γυιό του: «Αν είναι να καταντήσεις μπαχλιβάνης εκεί που πήγες, τότε φρόντισε πρώτα ν’ αλλάξεις τ’ όνομά σου».

 

Πρώτοι τίτλοι

 

 

 

Jim Londos (right) in a ring with professional boxer Jack Dempsey.

Jim Londos (right) in a ring with professional boxer Jack Dempsey.

Στα 20 του χρόνια ο Χρήστος Θεοφίλου έχει ήδη κατακτήσει τον τίτλο του πρωτοπαλαιστή ελεύθερης πάλης της Καλιφόρνια. Το όνομα του κυριαρχεί πλέον στην αθλητική επικαιρότητα αν και η ραγδαία άνοδος ενός Έλληνα μετανάστη δεν άρεσε στους Αμερικανούς. Ωστόσο ο Χρήστος συνεχίζει τη νικηφόρα του πορεία και το 1922 αναδεικνύεται πρωταθλητής στο λεγόμενο «Ερασιτεχνικό Πρωτάθλημα του Ειρηνικού». Οι Αμερικάνοι έμπειροι σε αγώνες του είδους, διέβλεψαν την εξέλιξη του και επένδυσαν βέβαια στον ταλαντούχο νεαρό. Η επόμενη χρονιά, βρίσκει τον Χρήστο Θεοφίλου ως επαγγελματία παλαιστή ν’ αντιμετωπίζει αναγνωρισμένους αντιπάλους. Μια από τις πρώτες νίκες του ήταν αυτή επί του Ελληνοαμερικανού Μπιλ Ντέμετρας, νίκη που του χαρίζει τον τίτλο του πρωταθλητή Ελλάδας. Οι διαδοχικές νίκες του την επόμενη πενταετία είναι τέτοιες, που απασχολούν πιο συστηματικά τον ελληνικό τύπο, ο οποίος αφιερώνει εγκώμια στον διάσημο πλέον Έλληνα που κυριαρχεί στα διεθνή ρινγκ κατατροπώνοντας τους αντιπάλους του.

 

 

 

Πίσω στην πατρίδα

 

Τον Δεκέμβριο του 1928, και ενώ η δημοτικότητα του τόσο στην Αμερική όσο και στην Ελλάδα βρίσκεται στα ύψη, αποφασίζει να έλθει, για πρώτη φορά στη πατρίδα του, συνοδευόμενος από τον Δημή­τρη Τόφαλο που είναι πλέον προπονητής του. Ενώπιον λοιπόν ελληνικού κοινού ο Τζιμ Λόντος αντιμετωπίζει τον διάσιμο τότε αμερικανοπολωνό γίγαντα Καρλ Σιμπίσκο. Τόσο στη πρωτεύουσα όσο και στην υπόλοιπη  χώρα επικρατούσε  αναβρασμός. Όλοι ήθελαν να δουν από κοντά τον θρυλικό Έλληνα. Φθάνει η ημέρα του αγώνα και ο Τζιμ Λόντος επευφημούμενος απο τα πλήθη το κατάμε­στου Παναθηναϊκού Σταδίου καταφέρνει περιφανή νίκη επί του αντιπάλου του μέσα σε κλίμα πανζουρλισμού.

 

Γράφει ο Νικηφόρος Χάραδρος τότε στο Αργειακό Ημερολόγιο: «…Χωρίς ενδοιασμούς και με την αυτοπεποίθηση για τη νίκη ο Λό­ντος έπειτα από μια γιγαντομαχία στο στίβο του ενδόξου ελληνικού σταδίου, υψώνει υπερήφανο το τρόπαιο τη νίκης και τρόπαιο της φυλής του. Η Αργολίς ας στρέφει πάντοτε με ευλάβεια και σεβασμό σ’ αυτήν και η μνήμη της ας αποθέτει το θερμότερο φιλί της ευγνωμοσύνης…».

 

Μετά τη νίκη του αυτή και ενώ ακόμη η πρωτεύουσα αλλοφρονούσε από ενθουσιασμό, ο Τζίμ Λόντος αποφασίζει να επισκεφτεί τη γεννέτειρά του. Φθάνει στο Κουτσοπόδι όπου βέβαια του επιφυλάχτηκε υποδοχή ήρωα. Εν τω μεταξύ τόσο στο Άργος όσο και τα περίχωρα του κυκλοφορούν φεϊγ-βολάν όπου καλούνταν οι κόσμος στο αρχαίο θέατρο για τη μεγάλη παλαιστική επίδειξη μεταξύ του συμπατριώτη και παγκόσμιου πρωταθλητή Τζίμ Λόντου και του Ολυμπιονίκη Τόφαλου επίδειξη της οποίας τα έσοδα θα διατίθενται υπέρ των αθλητικών συλλόγων της πόλης. Έγραφαν τα φεϊγ-βολάν: «Μοναδική ευκαιρία να γνωρίσωμεν και να θαυμάσωμεν τους δύο κολοσσούς τους εξυμώσαντας το εθνικό μας γόητρον. Η παρουσία παντός Έλληνος εκεί είναι ζήτημα τιμής, εθνικής υπερηφάνειας και ευγνωμοσύνης προς αμφότερους τους αθλητές μας». Οι Αργείοι ανταποκρίνονται μαζικά και θερμά, ζουν ξεχωριστές στιγμές.

 

 

Παγκόσμιος πρωταθλητής

 

 

 

Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος με τον Τζιμ Λόντο και τον Δημήτριο Τόφαλο.

Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος με τον Τζιμ Λόντο και τον Δημήτριο Τόφαλο.

Η επόμενη χρονιά, το 1929, είναι χρονιά δοκιμασίας για τον Τζίμ Λόντο, αφού με το μεγάλο οικονομικό κραχ χάνει, σχεδόν όλη την περιουσία του. (Δημοσιεύματα της εποχής τον θέλουν να διαθέτει τρεις φάρμες στο Εσκοντότο της Καλιφόρνια, μετοχές στους σιδηροδρόμους, ενώ φέρεται ως ο πρώτος καλλιεργητής αβοκάντος στις Ηνωμένες Πολιτείες). Ενώ έξω από τα ρινγκ αντιμετωπίζει αυτά τα προβλήματα, δεν πτοείται, απεναντίας το 1930 κερδίζει για πρώτη φορά τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή ελεύθερης πάλης, νικώντας στη Φιλαδέλφεια τον ως τότε κάτοχο του τίτλου Ντικ Σίκας. Τίτλο που διατήρησε έως το 1935 οπότε ηττήθηκε από τον Ντιν Ο’Μαχόνεΐ, για να το ξανακερδίσει μετά από δυο χρόνια και να τον διατηρήσει ως το 1947. Ουσιαστικά ο Λόντος υπήρξε επί 16 χρόνια παγκόσμιος πρωταθλητής στην ελεύθερη πάλη.

Σημειώνουμε ότι από το 1933 καθιερώνεται η χρυσή ζώνη, κυριολεκτικά χρυσή, αφού ήταν κατασκευασμένη απο πλάκες χρυσού συνδεδεμένες και διακοσμημένες με πολύτιμα πετράδια. Οι Εφημερίδες της εποχής ανέβαζαν το κόστος της σε 100.000 δολάρια. Όρος για την απόκτηση της ζώνης ήταν η διατήρηση επί 5ετία του παγκόσμιου τίτλου , κάτι, που ο Λόντος κατέκτησε.

 

«Ποδολαβές και χειρολαβές»

 

 

Η απήχηση που είχε τότε ο Λόντος σε κάθε του εμφάνιση στα διεθνή ρινγκ αλλά ιδιαίτερα στη χώρα του, τον φέρνει και πάλι στο Παναθηναϊκό στο Στάδιο- το 1933 – όπου αντιμετώπισε τον θηριώδους αναστήματος και υπερβολικού βάρους Κόλα Κβαριάνιν. Εξήντα χιλιάδες θεατές παραληρούν με το τέλος του αγώνα που έληξε νικηφόρα για τον παγκόσμιο πρωταθλητή. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και τρία χρόνια αργότερα – το 1936 – όταν οι αντζέντηδές του οργανώνουν νέο αγώνα, πάλι στο Παναθηναϊκό Στάδιο, αυτή τη φορά με τον Τούρκο Ντεναρλί. Ας δούμε εδώ πώς περιγράφει, με αρκετή δόση σαρκασμού, τον αγώνα αλλά και το κλίμα που επικράτησε, ο Δημήτρης Ψαθάς, την επόμενη ημέρα στα «ΝΕΑ»:

 

«Η Ελληνοτουρκική φιλία επέρασε χθες στιγμάς σκληρός δοκιμασίας εις το Στάδιον. Υπέστη χειρολαβάς και ποδολαβάς, κεφαλοκλειδώματα, ψαλιδοκλειδώματα και αεροπλανικά κόλπα τόσον άγρια, ώστε επί μιαν ώραν να ξεχαστούν τα σύμφωνα και να αναζήσει επί του ρινγκ, ολόκληρον το παλαιόν φυλετικόν μίσος και αι προαιώνιαι διαφοραί μεταξύ των δύο λαών. Η αγωνία του έθνους δια την έκβασιν της φοβέρας «γιγαντομα­χίας» εγέμισεν ασφυκτικώς τις κερκίδες του Στα­δίου, σ’ ενα συναγερμόν ενδιαφέροντος. Ενεφανίσθη ο Τζίμης. Δεν ήταν ενθουσιασμός εκείνος που τον υπεδέχθη. Ήταν εθνικό παραλήρημα. Αλλοφροσύνη. Πανζουρλισμός…».

 

Το 1939 ο Λόντος παντρεύεται την σουηδο-γερμανικής καταγωγής αθλήτρια Αρβα Ρουχονάιτ, πρωταθλήτρια ανεμοπορίας από την οποία αποκτά τρία κορίτσια, ενώ ο πόλεμος τον απομακρύνει από τις παλαίστρες, εξ άλλου κοντεύει τα 50 του. Λίγο πριν το 1950 και ενώ κατέχει τον παγκόσμιο τίτλο σταματά την επαγγελματική του καριέρα στους επίσημους αγώνες ελεύθερης πάλης, συνεχίζει όμως να συμμετέχει σ ανεπίσημες παλαιστικές επιδείξεις.

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50, και ενώ αγγίζει πλέον τα 60 του χρόνια αποφασίζει να τερματίσει την ένδοξη πορεία του. Τον τελευταίο του αγώνα, φιλικού χαρακτήρα, αποφασίζει να τον δώσει στην πατρίδα του. Είναι το 1956, με αντίπαλο τον Ιρλανδό Ράιτ. Είναι η εποχή κατά την οποία το Κυπριακό ζήτημα διέρχεται μια ακόμη κρίση εξ’ αιτίας της παρουσίας των Άγγλων στο νησί. Τόσο ο Τζίμ Λόντος όσο και ο Ιρλανδός αντίπαλος του στο ρινγκ – παραιτούνται των οικονομικών τους δικαιωμάτων από τον αγώνα,· χρήματα που τα αφιερώνουν για την ενίσχυση της Επιτροπής Κυπριακού Αγώνα αφού έχουν απέναντι τους τον κοινό εχθρό, τους Άγγλους αποικιοκράτες. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα μεγάφωνα του Σταδίου εκείνη την ημέρα μετέδιδαν συνεχώς το σύνθημα «Κύπρος – Λόντος: δυο θρύλοι σε μια προσπάθεια».

 

 

Ο Λόντος στο Άργος

 

 

 

Δημαρχείον Άργους 1928

Δημαρχείον Άργους 1928

Τη παρουσία του Λόντου στην Ελλάδα οι Αργείοι δεν την άφησαν να πάει χαμένη. Απεναντίας, το δ.σ. του Παναργειακού δια του τότε προέδρου του-  και μετέπειτα δημάρχου – Γιώργου Θωμόπου­λου του απευθύνει πρόσκληση για μια παλαιστική επίδειξη στο αρχαίο θέατρο της πόλης. Ο Λόντος την αποδέχεται ευχαρίστως και ως ημερομηνία ορίζεται η 7η Οκτωβρίου. Προσφέρει μάλιστα το σύνολο των εισπράξεων για κοινωφελείς σκοπούς. 

Το  60% να χρησιμοποιηθεί για την αγορά χώρου προκειμένου ν’ ανεγερθεί νέο γυμναστήριο το οποίο το διαθέτει στην κοινότητα Κουτσοποδίου «δια την ικανοποιήσιν μονίμων, αυτοτελών, γενι­κών και κοινοφελών αναγκών κατά προτεραιότη­τα σχολικών, οδικών, υγιεινής, μορφωτικών, εξω­ραϊστικών και άλλων», όπως αναφέρονται σε σχετική του επιστολή προς το κοινοτικό συμβούλιο. Η επανεμφάνιση του θρυλικού πλέον Λόντου, με­τά από τρεις δεκαετίες, στο Άργος θέτει σε συναγερμό τη πόλη και τα γύρω χωρία, παίρνει το χαρακτήρα λαϊκού πανηγυριού. Ο παγκόσμιος πρωταθλητής φθάνει πριν το μεσημέρι στον σιδηροδρομικό σταθμό όπου τον υποδέχονται ενθουσιωδώς τα πλήθη ενώ παιανίζει η Φιλαρμονική των φυλακών Τίρυνθας. Εν μέσω ζητωκραυγών και επευφημιών φθάνει με αυτοκίνητο στο Δημαρχείο όπου τον περιμένει ο δήμαρχος και το δημοτικό συμβούλιο, εκπρόσωποι των τοπικών αρχών ανάμεσα τους και εκπρόσωποι της Ένωσης Ποδοσφαιρικών Σωματείων Αργολιδοκορινθίας.

 

Στις 3 το απόγευμα στο αρχαίο θέατρο υπάρχουν 12.000 θεατές. Έγραφε η Ασπίδα τότε:

 

«Εις 8 χιλιάδας ανήλθον τα κοπτέντα εισιτήρια, εις πλέον ων 12 χιλιάδων υπολογίζονται κατά τους μετριώτερους υπολογισμούς οι θεαταί, αφού πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν αι προσκλήσεις οι δικαιούμενοι ατέλειας και οι παντός είδους τζαμπατζήδες που λόγω του απερίφρακτου του θεάτρου  εύρισκον τρόπον εκ διαφόρων κατευθύνσεων να φθάνουν εις αυτό χωρίς να πληρώ­σουν. Τοιούτην κοσμοσυρροήν ασφαλώς θα τη ζήλευε το θέατρον της Επιδαύρου…».

 

 

«Αεροπλανικό κόλπο»

 

 

Ο Λόντος βέβαια προσφέρει μοναδικό θέαμα στους πολυπληθείς συμπατριώτες του, και με το περίφημο αεροπλανικό του κόλπο που εφαρμόζει αυτή τη φορά στον αντίπαλο του Πανάγο ξεσηκώνει το κόσμο. ‘Έπι πολλήν ώραν το Αρχαίον Θέα­τρον του Άργους μεγαλειώδεις εμφάνισην εδονείτο απο το ατελεύτητο χειροκρότημα για το τιμημένο τέκνο της Αργολίδος τον Τζίμ Λόντον» σημειώ­νει η εφημερίδα Ασπίς.

 

Το λεγόμενο αεροπλανικό κόλπο, η λαβή αυτή που έκανε διάσημο τον Λόντο ήταν δικό του δημιούργημα. Ευέλικτος, ταχύς αλλά και δυνατός ο Λόντος, με άρτια τεχνική, αφού αρχικά προσπαθούσε να κουράσει τον αντίπαλο του, έσκυβε ξαφνικά έπιανε τον αντίπαλο με το ένα χέρι, τα πόδια, ενώ το άλλο χέρι τοποθετούσε στο λαιμό του αντιπάλου. Τον σήκωνε ψηλά, τον στριφογύριζε κάμποσες φορές και στη συνέχεια τον έριχνε βαρύ στο καναβάτσο. Ήταν μια λαβή δικής του έμπνευσης και συνήθως αποτελούσε και τη κορύφωση κάθε αγώνα του. Το αεροπλανικό κόλπο προσπάθησαν να το εφαρμόσουν και άλλοι παλαιστές στη συνέχεια, όχι πάντα με επιτυχία.

 

Τέλος καριέρας

 

 

Jim Londos showing a move to his young fans

Jim Londos showing a move to his young fans

Τη μοναδική του τεχνική και την εμπειρία από τη επιτυχημένη πορεία του στα ρινγκ ο Τζἰμ Λόντος προσπαθεί εκεί λίγο από το 1970 να τη μεταφέρει στους νέους αθλητές. Είναι πλέον η εποχή που αναλαμβάνει σχετικές τηλεοπτικές εκπομπές στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν και έχει στη πλάτη του 8 περίπου 10ετίες, ακούραστος, προσπαθεί να συντηρήσει την επαφή του με την πάλη. Ο Λόντος πέθανε το Σεπτέμβριο του 1975 από ανακοπή της καρδιάς σε ηλικία 80 ετών. Εν τω μεταξύ η αίγλη του Λόντου αλλά και του Καρπόζηλου, του Λαμπράκη, του Καμπαφλή και άλλων πρωτοπαλαιστών συνεχίζει να εμπνέει τους νεώτερους, αφού με τη δύση της καριέρας τους, εκεί λίγο πριν το 1970 ξεφυτρώνουν σ’ όλη τη χώρα αυτοσχέδιοι παλαιστικοί αγώνες.

Πολλοί θυμόμαστε τις περιβόητες «συγκρούσεις γιγάντων» τους «θρυλικούς «αγώνες κατς, αγώνες » μέχρι τελικής εξοντώσεως», όπως διαφημίζονταν από τις αφίσες την εποχή εκείνη. Τόσο στα ποδοσφαιρικά γήπεδα του κέντρου, στου Παναθηναϊκού και της ΑΕΚ όσο και σε αυτά της επαρχίας αλλά και σε κινηματογράφους – θυμίζω την Αριζόνα στο Αργός και την Αίγλη στο Ναύπλιο, στήνονταν πρόχειρα ρινγκ με μαινόμενους δήθεν παλαιστές έτοιμους να κατασπαράξουν τον αντίπαλο. Αγώνες κατά κανόνα σικέ με πρωταγωνιστές τον Παπαλαζάρου, τον Μπουράνη, τον Δουρβετάκη, τον υιό Καρπόζηλο και βέβαια τον Μεγαρίτη, οι οποίοι ουδέποτε εξοντώθηκαν από τους αιμοσταγείς , αιμοβόρους Αττίλιο, Κοριένκο κ.α. που εμφανίζονταν πότε με ουρά, πότε με μάσκες, με φόρμες και ό,τι άλλο σκαρφίζονταν τότε οι πονηροί ατζέντηδες προκειμένου να προσελκύσουν θεατές. Βρισκόμαστε στην εποχή όπου η ελεύθερη πάλη, το κατς, έχει πλέον εκφυλιστεί πλήρως γι αυτό η διάκρειά του είναι βραχύβια και σβήνει. Δεν υποστηρίζει βέβαια κανείς και δεν υπεραμύνεται της γνησιότητας των παλαιστικών αγώνων της εποχής του Λόντου, αφού οι Αμερικάνοι οργανωτές αγώνων, οι διάφοροι ατζέντηδες έμποροι του θεάματος γνώριζαν πολύ καλά το κερδοφόρο παιχνίδι τόσο της ελεύθερης πάλης, της πυγμαχίας κ.λ.π. την εποχή εκείνη, αλλά και αργότερα. Παρ’ όλα αυτά, ο Λόντος με τους διαδοχικούς θριάμβους του στις παλαίστρες και των πέντε ηπείρων, με τη παγκόσμια φήμη του,  την κατοχή του παγκόσμιου τίτλου και της χρυσής ζώνης επ χρόνια, τις ευεργεσίες του (αγώνες για τις ελληνικές παροικίες σε Αμερική, Νότια Αφρική, Αυστραλία, σεισμοπαθείς Επτανήσου  κ.α.),  με την  απόκτηση  φήμης  και χρήματος, τις επαφές του με αρχηγούς κρατών (είχε φιλοξενηθεί στη Τουρκία από τον Κεμάλ, τον είχε τιμήσει ο Νίξον για το φιλανθρωπικό του έργο), αλλά πρωτίστως με τα τεράστια μυϊκή του δύναμη, όλα αυτά έδιναν λαβή στη λαϊκή φαντασία να πλάσει μύθους γι’ αυτόν, τού έδωσαν θρυλική, μυθιστορηματική διάσταση.

 

Για τη περιοχή μας ο απόηχος όλων αυτών είναι ακόμη πιο έντονος λόγω της καταγωγής του από το Κουτσοπόδι, το οποίο τίμησε, τον διάσημο χωριανό του με εκδήλωση που οργάνωσε ο δήμος το 1995, ένα αφιέρωμα στο ίδιο αλλά και το αγώνισμα της πάλης, με την συμμετοχή Ελλήνων πρωταθλητών και Ολυμπιονικών.

 

Γιώργος Αντωνίου.

Εφημερίδα Αργολίδα, ένθετο «Αργολίδα σελίδες», Χριστούγεννα 2004.

Read Full Post »

Otto Magnus von Stackelberg – (Όττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ)

 

Ο κόμης ‘Οττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ (Ταλίν, 25 Ιουλίου 1786 – Αγία Πετρούπολη, 27 Μαρτίου 1837) υπήρξε ένας από τους πρώτους αρχαιολόγους καθώς επίσης και συγγραφέας, ζωγράφος και ιστορικός της τέχνης. Περιηγήθηκε την Ελλάδα και την Ιταλία και αποτύπωσε την αντίληψη της εποχής για τα μνημεία και τις σύγχρονες ανθρώπινες μορφές, για τις οποίες αποσκοπούσε να παραδώσει την πιο παραστατική εικόνα της πραγματικότητας: την ιστορική στιγμή που θα χαθεί. Εμπεριστατωμένα σχόλια συνόδευαν τις χαλκογραφίες του. Δημοσίευσε εντυπωσιακά έργα, κυρίως με τοπία και ανθρώπινους τύπους. Τα σχέδιά του, που είχαν μεγάλη απήχηση, αντιγράφηκαν και επανεκδόθηκαν επανειλημμένως προκειμένου να κοσμήσουν άλλα περιηγητικά έργα.

 

Η ζωή του – Νεανικά χρόνια

 

Otto Magnus von Stackelberg Γεννήθηκε στο Ταλίν της Εσθονίας από τον Όττο Κρίστιαν Ένγκελμπρεχτ Φον Στάκελμπεργκ και την Άννα Γκερτρούδα Ντούκερ. Ο πατέρας του ο οποίος υπήρξε Όμπερστ (Συνταγματάρχης) στο Ρωσικό Αυτοκρατορικό Σώμα πέθανε έξι χρόνια μετά τη γέννηση του γιού του το 1792. Ο νεαρός τότε Όττο έδειξε από νωρίς την κλίση του προς την μουσική, σε αντίθεση με τους αδερφούς του οι οποίοι ακολουθώντας την μόδα της εποχής έδειχναν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την ιππασία, την πάλη και το κυνήγι. Η μητέρα του αναγνωρίζοντας το ταλέντο στα σχέδια του μικρού τότε Όττο κάλεσε το Γερμανό ζωγράφο Reus να έρθει στο πατρικό τους στη Fahna και να του παραδώσει μαθήματα ζωγραφικής. Αρχικά προοριζόταν για το διπλωματικό σώμα και γι’ αυτό ξεκίνησε τις σπουδές του στο GeorgAugust University του Gottingen το 1803. Αργότερα τον ίδιο χρόνο ταξίδεψε στη Ζυρίχη με δύο από τους αδελφούς του. Το ταξίδι αυτό επρόκειτο να ασκήσει μεγάλη επίδραση στη ζωή του. Εκεί είδε έργα από τον Johann Caspar Lavater  και τον Salomon Geßner και επισκέφτηκε τον Johann Heinrich Pestalozzi. Αφού πέρασε το χειμώνα στη Γενεύη, συνέχισε με τον αδελφό του Κarl στην Ιταλία όπου αποφάσισε να ακολουθήσει την αρχική του σκέψη να αφιερώσει τη ζωή του στις τέχνες. Το 1804 έμεινε στη Δρέσδη για να σπουδάσει ζωγραφική αλλά τον επόμενο χρόνο συνέχισε τις διπλωματικές σπουδές του στη Μόσχα. Η μητέρα του είχε πια συνειδητοποιήσει ότι ο γιος της δεν ήταν φτιαγμένος  για το διπλωματικό σώμα και από εκείνη τη στιγμή ο Στάκελμπεργκ αφιερώθηκε στην τέχνη και σιγά σιγά στην αρχαιολογία.

 

 

Tαξίδι στην Ελλάδα

 

Η πεδιάδα του Άργους και των Μυκηνών. Λεπτομέρεια λιθογραφίας που σχεδίασε ο Stackelberg και χάραξε  ο Brulloff.

Η πεδιάδα του Άργους και των Μυκηνών. Λεπτομέρεια λιθογραφίας που σχεδίασε ο Stackelberg και χάραξε ο Brulloff.

Ακολούθησε μια δεύτερη περίοδος σπουδών στο Gottingen και μεταξύ 1806 και 1808, εργάστηκε σε μια γκαλερί  στη Δρέσδη. Το φθινόπωρο του 1808, ξεκίνησε για ένα δεύτερο ταξίδι στην Ιταλία, αυτή τη φορά συνοδευόμενος από τον Ernst Heinrich Tolken. Στο ταξίδι τους προς την Ιταλία, συνάντησαν τον Jean Paul  στο Bayreuth και επισκέφτηκαν την γκαλερί Schleiβheimer στο Μόναχο. Έφτασαν στη Ρώμη το 1809. Εκεί γνώρισαν και δημιούργησαν φιλικούς δεσμούς με τον αρχαιολόγο και ιστορικό της τέχνης Carl Haller von Hallerstein, τους Δανούς αρχαιολόγους και φιλολόγους Peter Oluf Brondsted και Georg Koes, τον Γερμανό ζωγράφο Jakob Linckh και έπειτα τον Αυστριακό ύπατο στην Ελλάδα George Christian Gropius. Οι  Brondsted και Koes έπεισαν τον  Stackelberg να τους συνοδέψει στο ταξίδι τους στην Ελλάδα. Σκόπευαν με την επιστροφή τους  να ασχοληθούν με μια αρχαιολογική  έκδοση  για την οποία ο  Stackelberg θα συνεισέφερε με τα τοπία του.

Το ταξίδι στην Ελλάδα ήταν μακρύ και γεμάτο περιπέτειες. Ξεκίνησαν από τη Νάπολη τον Ιούλιο του 1810 και έφτασαν στον Πειραιά τον Σεπτέμβρη. Στην Αθήνα, συνοδεύτηκαν από τους Βρετανούς αρχιτέκτονες και αρχαιολόγους  John Foster Charles και  Robert Cockerell. Η ομάδα πραγματοποίησε ανασκαφές σε διαφορές περιοχές της Ελλάδας. Tο 1811 στο Ναό της Αφαίας στην Αίγινα  μετακίνησαν τα πεσμένα θραύσματα των γλυπτών του αετώματος. Μάλιστα, με πρόταση του von Hallerstein, τα  έστειλαν με πλοίο στο εξωτερικό και τα πούλησαν τον επόμενο χρόνο στον πρίγκηπα Λουδοβίκο της Βαυαρίας.  Το 1812, εξέθεσαν τμήματα του ναού του Απόλλωνα στις (Bassae), Βάσσες* ( το διάζωμα που βρέθηκε βρίσκεται τώρα στο Βρετανικό Μουσείο) και το Ναό που έχτισε ο Αιακός προς τιμήν του  Ελλάνιου Δία στην Αίγινα. 

 

Ρώμη και Ιταλία

 

Το φθινόπωρο του 1814, ο  Stackelberg επέστρεψε από την Ελλάδα στην οικογένεια του στα Βαλτικά κράτη. Ταξίδεψε στην Ιταλία ξανά το 1816 ερευνώντας την αρχαιότητα και το μεσαίωνα ως ιστορικός  της τέχνης. Επίσης έγινε συνιδρυτής του “Instituto Archeologico Germanico” στη Ρώμη. Μαζί με τους Eduard Gerhard, August Kestner και Theodor Panofka, ίδρυσε  το 1824 μια ομάδα, τον «Υπερβορέα» ( Romischen Hyperboraeer) , που αποτελείτο από βορειοευρωπαίους λόγιους οι οποίοι μελετούσαν τις κλασσικές αρχαιότητες. Και οι δυο ομάδες υπήρξαν οι πρόδρομοι του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου. Το 1826, η αρχαιολογική δουλειά του  Stackelberg δημοσιεύτηκε ως “Der Apollotempel zu Bassae in Arcadien und die daselbest ausgegrabenen Bildwerke” ( Ο ναός του Απόλλωνα στις Βάσσες Αρκαδίας και οι ανασκαφές τοιχογραφιών στην περιοχή) , για τη οποία έφτιαξε επίσης  τα σχέδια.  Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Ρώμη, ο Stackelberg πραγματοποίησε ταξίδια στην Ελλάδα, στην Τουρκία και στην Ιταλία. Στην Ετρουρία το 1827, ανακάλυψε τον Ετρουσκικό ναό και το hypogaeum στην Ταρκίνια ( το σημερινό Κορνέτο).

 

 

Τα τελευταία χρόνια και ο θάνατος

 

Το 1827, ο Stackelberg άφησε  τη Ρώμη και την Ιταλία για τελευταία φορά. Από το 1829 έως το 1833, έζησε για άλλη μια φορά στη Γερμανία, συναντώντας εκεί ανάμεσα σε άλλες προσωπικότητες και τον Johann Wolfgang von Goethe. Επίσης ταξίδεψε στην Αγγλία, τη Γαλλία και την Ολλανδία. Από το 1835 μέχρι το τέλος της ζωής του έζησε στη Ρίγα Λεττονίας.

 

 

Έργα για τον ίδιο και εντυπώσεις

 

Η κόρη του Natalie von Stackelberg  δημοσίευσε μια βιογραφία του το 1882, βασιζόμενη στο ημερολόγιο και τις επιστολές του πατέρα της. Στη βιογραφία του για τον von Stackelberg, ο Gerhart Rodenwaldt  τον χαρακτήρισε ως «αυτόν που ανακάλυψε το [αρχαίο] ελληνικό τοπίο».

 

Έργα

 

  • Costumes et usages des peuples de la Grece moderne”/ “Trachen und Gebrauche der Neugriechen” (Ενδυμασία και έθιμα των λαών της νεότερης Ελλάδας). Ρώμη 1825.
  • Der Apollotempel zu Bassae in Arcadien und die daselbst ausgegrabenen Bildwerke”. (Ο ναός του Απόλλωνα στις Βάσσες Αρκαδίας και οι τοιχογραφίες που ανακαλύφθηκαν εκεί). Ρώμη 1826.
  • “La Grece. Vues pittoresques et topographiques, dessinus par O.M baron de Stackelberg”. ( Ελλάδα – γραφικά τοπία και τοπογραφικά τοπία, δημιουργίες του Otto Magnus, βαρώνου του Stackelberg). Παρίσι 1834.
  • Die Graber der Hellenen in Bildwerken und Vasengemalden”. (Οι τάφοι των Ελλήνων στις τοιχογραφίες και στα σχέδια των αγγείων). Βερολίνο 1837.

   

Πίνακές του

   

Αρχόντισσα

Αρχόντισσα

 

 

 

 

 

 

        

 

 

 

 

 

 

 

Έλληνας έμπορος

Έλληνας έμπορος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μεσολογγίτισσα

Μεσολογγίτισσα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ναύπλιο, επιχρωματισμένη  λιθογραφία 1834. “La Grece. Vues pittoresques et topographiques, dessinus par  O. M baron de Stackelberg”.

Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία 1834. “La Grece. Vues pittoresques et topographiques, dessinus par O. M baron de Stackelberg”.

Σημείωση επιμελήτριας

 * Βάσσες  = Τοποθεσία κοντά στην Ανδρίτσαινα, σημαίνει μικρά πλατώματα σε βράχους.

 Μετάφραση – Επιμέλεια: Κατερίνα Κυριακοπούλου 

  

Πηγές

  

 

 

Βιβλιογραφία

  

  • Gerhart Rodenwaldt, “Otto Magnus von Stackelberg. Der Entdecker der griechischen Landschaft 1786-1837”, Deutcher Kunstverlag, Berlin-Munchen 1957.
  • STACKELBERG, Otto Magnus von. Costumes et Usages des Peubles de la Grece Moderne dessines sur les lieux… (Παρίσι, Senefelder & Formentin pour Marino, c. 1828).

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »