Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος’

Εικόνες του Ναυπλίου από τον πόλεμο και την κατοχή


 

 Τα καταφύγια του Ναυπλίου το 1940 – Ο βομβαρδισμός των συμμαχικών πλοίων στην περιοχή Καραθώνας – Αληθινές πολεμικές ιστορίες – Η μάχη της Κρήτης δια μέσω του Ναυπλίου – Κατοχή, Χριστούγεννα στο Ναύπλιο – Η απελευθέρωση του Ναυπλίου την 14η Σεπτεμβρίου 1944 – Η είσοδος του ΕΛΑΣ στο Ναύπλιο.

 

Τα καταφύγια του Ναυπλίου το 1940

 

Παρότι έχουν περάσει έξι περίπου δεκαετίες πιστεύω πως ήσαν πρό­σφατα. Ήμουν παιδί στην τετάρτη Δημοτικού στην Πρόνοια. Δεν πέρναγε από το μυαλό μου ότι η Ελλάδα πήγαινε για πόλεμο. Οι εφημερίδες της εποχής έγραφαν για επιστρατεύσεις συγγενών και άλλα, που τα διάβαζαν οι γονείς μας. Στις 28 Οκτωβρίου 1940, ημέρα Δευτέρα στις 8 το πρωί που πήγαμε στο σχολείο, η διευθύντρια κ. Ιωάννα Βαρκάντζα μας ανακοίνωσε κλαίγο­ντας πως δεν θα κάναμε μάθημα για λίγες μέρες, γιατί μας κήρυξαν οι Ιτα­λοί τον πόλεμο. Αρχίσαμε εμείς τα μικρά παιδιά των 10 και 12 χρονών να ζητωκραυγάζουμε. Οι καμπάνες χτυπούσαν στις εκκλησίες της Αγίας Τριάδας, της Ευαγ­γελίστριας και της πόλης του Ναυπλίου. Ο λαός έβαλε τις εθνικές σημαίες στα μπαλκόνια. Όλοι το έλεγαν «η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο».

Ναύπλιο. Δρομόσκαλα στην Παλιά Πόλη. Δημοσιεύεται στο Γ. Ρούβαλης, Οι Πέτρες και οι Άνθρωποι. Μικροϊστορία του Ναυπλίου.

Την ίδια μέρα έφθασαν οι επίστρατοι στο Ναύπλιο, επίστρατοι από όλη την Πελοπόννησο. Εδώ ήταν η έδρα του 8ου Συντάγματος Πεζικού. Δι­οικητής ήταν ο Συνταγματάρχης Δημήτριος Μπασακίδης. Από εδώ που πα­ρουσιάστηκαν έφυγαν για το Αλβανικό μέτωπο. Το Ναύπλιο γέμισε με νέ­ους άντρες 25 έως και 45 χρονών. Οι κάτοικοι του Ναυπλίου βοηθούσαν πρόθυμα αυτούς που παρουσιάζονταν, όλα τα σημεία της πόλης είχαν γί­νει κέντρα παρουσίασης. Όπως οι αποθήκες του Καταγά και το παλαιό γυ­μναστήριο, που είχε κάτι ξύλινες αποθήκες για αποδυτήρια. Στον σιδηροδρομικό σταθμό μεγάλη κίνηση. Ο σταθμός ήταν στις δόξες του. Κάθε ώρα έφευγε μια αμαξοστοιχία για την Αθήνα και κατό­πιν προς βορράν.

Ο πόλεμος με τους Ιταλούς κράτησε πέντε μήνες. Για μας τους Έλληνες ήταν νικηφόρος. Στη περιοχή της Βορείου Ηπείρου ο στρατός μας έγραψε ιστορικές σελίδες δόξας και όλος ο κόσμος έμεινε έκπληκτος. Αλλά τον Απρίλιο του 1941 ενεπλάκησαν στον πόλεμο οι Γερ­μανοί κατά της Ελλάδος. Τότε κατέλαβαν οι Γερμανοί την Ελλάδα, μετά από σθεναρή αντίσταση του στρατού μας και άρχισε η Κατοχή της Ελλά­δας από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, με όλα τα φοβερά δεινά που προκάλεσε. Η Ελλάδα έπαιξε κύριο και αποφασιστικό ρόλο στην ιστορία του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Στις πρώτες μέρες, μετά την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία, στην πόλη μας, όπως και σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, ετέθη σε εφαρμογή το σχέδιο πολιτικής αεράμυνας. Δηλαδή της προφύλαξης του πληθυσμού κάθε πόλης από πιθανούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς, που δεν ήταν και λίγοι, όπως σε μεγάλες πόλεις, Πάτρα, Πειραιάς, Κέρκυρα και άλλες.

Για τον λόγο αυτό στο Ναύπλιο ετοποθετήθη σειρήνα στην ταράτσα του Δικαστικού Μεγάρου και καθορίστηκαν τα εξής καταφύγια: Προϋπήρχαν το καταφύγιο στον Αγιάννη, στη σπηλιά της κυρά-Καλλιόπης, όπως ξέραμε. Καταφύγιο στο υπόγειο της Εθνικής Τράπεζας. Στην ντάπια της Αρβανιτιάς στην υπόγεια σήραγγα, με είσοδο στη γωνία της στροφής του δρόμου προς την Ακροναυπλία, όπου είναι και σήμερα ορατή η είσοδος και έξοδος στο παλαιό γυμναστήριο, όπου τώρα το πάρκο του Σταϊκοπούλου. Και ως το τέλος Δεκεμβρίου 1940 έγινε και άλλη έξοδος, έργο εξόδου προς την οδό Συγγρού και τη Ζυγομαλά, στα παλιά χασάπικα. Επίσης για καταφύγιο εχρησιμοποιούντο η καμάρα στο δρόμο της Αρβανιτιάς, η σπηλιά κάτω από το βράχο του Παλαμηδιού, η σπηλιά στην Παναΐτσα, στη σπηλιά στο ύψωμα Ευαγγελιστρίας, τα λαγούμια όπως ξέ­ρουμε. Επίσης ένα μεγάλο καταφύγιο φυσικό ήταν στον Προφήτη Ηλία.

Με πρωτοβουλία της Στρατιωτικής διοίκησης Ναυπλίου σκάφτηκαν χαρακώ­ματα στα Πέντε Αδέλφια, στον Ψαρομαχαλά, βάθους ενάμισυ μέτρου και πλάτους ενός μέτρου. Στην πλατεία Συντάγματος σκάφτηκαν χαρακώματα κατά τρόπον τριγωνικό από την οδό Κωλέτη μέχρι την οικία Ρούσσου, στην επάνω γωνία της Εθνικής Τράπεζας. Κατά τον αυτό τρόπο έγιναν και στην πλατεία Τριών Ναυάρχων μπροστά στα σχολεία και στην πλατεία Εθνοσυνελεύσεως, στην Πρόνοια. Επίσης και στην πλατεία Αγίου Νικολά­ου είχε ανασκαφεί υπερυψωμένο παρόμοιο καταφύγιο. Για καταφύγια επί­σης χρησιμοποιούντο και σπίτια στους πρόποδες του Παλαμηδιού, όπου με το άκουσμα της σειρήνας γέμιζαν από κόσμο, των πιο κάτω συνοικιών.

Όπως είπαμε, στην ταράτσα του Δικαστικού μεγάρου είχε τοποθετη­θεί μεγάλη σειρήνα, ύψους τριών μέτρων, σε βάση με σιδερένια πλαίσια, ό­που με το άκουσμά της έτρεχε ο κόσμος στα προαναφερθέντα καταφύγια. Στο πολεμικό μουσείο Ναυπλίου σε μια αίθουσα, που έχει ειδικά δια­μορφωθεί, υπάρχουν το ονόματα των Ναυπλιωτών, που έπεσαν ηρωικά κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, όπως και ο χρόνος αλλά και ο τόπος που πέθαναν.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Τα Νέα της Αργολίδας», Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2001)

 

Ο βομβαρδισμός των συμμαχικών πλοίων στην περιοχή Καραθώνας

 

Μετά την εμπλοκή των Γερμανών στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και την κατάρρευση της αντίστασης των ελληνικών δυνάμεων, άρχισε η ραγδαία προέλαση των Γερμανών προς όλη την Ελληνική επικράτεια, καταλαμβά­νοντας τη μια πόλη μετά την άλλη, από τη βόρεια Ελλάδα προς το νότο. Στην ευρύτερη περιοχή της Πελοποννήσου, βρίσκονταν πολλές συμμα­χικές δυνάμεις, Άγγλοι, Νεοζηλανδοί κ.ά. με την εντολή να συγκεντρωθούν στο Ναύπλιο, προκειμένου ν’ αναχωρήσουν για τη Μέση Ανατολή και την Κρήτη, για να μην πέσουν στα χέρια των Γερμανών. Μετά τις 25 Απριλί­ου 1942, κατέπλευσαν στο Ναύπλιο, τρία μεγάλα συμμαχικά οπλιταγωγά, που αγκυροβόλησαν στ’ ανοικτά του Ναυπλιακού κόλπου προς την Καραθώνα, όπου μάλιστα το ένα κόλλησε στα αβαθή νερά της περιοχής.

«Ulster Prince», τον Απρίλιο του 1941, βυθίστηκε στον κόλπο του Ναυπλίου.

Οι Γερμανικές υπηρεσίες έμαθαν τις προθέσεις των συμμάχων και από τις 26 του μηνός κιόλας άρχισαν σφοδρές επιθέσεις με «Στούκας» προκειμένου να ματαιώσουν την αναχώρηση των συμμάχων. Τις μέρες εκείνες, πολλές ναυπλιώτικες οικογένειες κατέφυγαν στην Καραθώνα, όπου έζησαν στιγμές αγωνίας και είδαν το χάρο με τα μάτια τους. Θυμάμαι την οικογένεια του Βαγ. Χαραλάμπους ή Κουτσομύτη, του Σπυρ. Νίκα, Γεωρ. Μακρή και άλλων πολλών από την Πρόνοια. Στις 27 Απριλίου, ολοκληρώθηκαν οι βομβαρδισμοί και καταστράφη­καν τα τρία πλοία, αφού όμως πρώτα έπληξαν ένα γερμανικό «στούκας», που έπεσε στην περιοχή του Προφήτη Ηλία. Τις μέρες αυτές, στο Ναύπλιο είχαν συγκεντρωθεί Άγγλοι στρατιώτες, συγκεκριμένα στην περιοχή της Αγ. Παρασκευής, που μας εντυπωσίασαν με την ψυχραιμία που αντιμετώπιζαν τα γεγονότα.

Στο τέλος, για να μην πά­ρουν οι Γερμανοί λάφυρα τα πολλά στρατιωτικά αυτοκίνητα, έβαζαν μπρο­στά τις μηχανές και τα έριχναν από το ύψος της στροφής του Παλαμηδίου στο γκρεμό προς την Καραθώνα, και έτσι τα κατέστρεψαν. Μετά τον βομβαρδισμό των πλοίων, άρχισαν να βγαίνουν στην αμ­μουδιά της Καραθώνας άλογα άριστης ράτσας του Αγγλικού ιππικού και ανηφόριζαν προς τα βουνά. Πολλοί φτωχοί κάτοικοι συνέλεξαν κάποια απ’ αυτά, μόλις πληροφορήθηκαν το γεγονός. Στις γύρω αμμουδιές, από τον Αγ. Κωνσταντίνο μέχρι το τέλος, στο μώλο, είχαν εκβρασθεί πτώμα­τα Άγγλων και Νεοζηλανδών στρατιωτών, που είχαν σκοτωθεί κατά τους βομβαρδισμούς. Δυστυχώς αυτό το μακάβριο και φριχτό θέαμα το έζησαν όσοι είχαν καταφύγει στην Καραθώνα και μαζί μ’ αυτούς και η οι­κογένειά μου.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», 27-28 Απριλίου 1996)

 

Αληθινές πολεμικές ιστορίες

 

Αντίκρυ στην 28η Οκτωβρίου 1940 πυργώθηκε η 6η Απριλίου 1941, όταν η μεγάλη σύμμαχος των ηττημένων εχθρών μας εισέβαλε στην Ελλά­δα για να τους σώσει. Είναι πεπρωμένο ο μαρτυρικός αυτός τόπος να γί­νεται, όταν οι ώρες είναι κοσμοϊστορικές, οργισμένοι οι καιροί της Ιστο­ρίας, δοξασμένος Γολγοθάς και μαζί ο Ιερός Φάρος για τη διάλυση του πνιγηρού σκότους ολόκληρης της ανθρωπότητας. Μετά λοιπόν την εμπλο­κή των Γερμανών στον ελληνοϊταλικό πόλεμο στις αρχές Απριλίου 1941 και την καταφανή υπεροχή τους, ο ελληνικός στρατός αμυνόταν «επί πα­τρίου εδάφους» κατά τρόπο ηρωικό στην περιοχή του όρους Μπέλες, όπου βρίσκονταν τα περιβόητα οχυρά Μεταξά. Δόθηκαν σκληρές μάχες με σοβα­ρές απώλειες και από τις δυο πλευρές, τον ηρωισμό όμως των Ελλήνων παραδέχτηκαν οι Γερμανοί, αφού είχαν εμποδιστεί από τους ήρωες Έλληνες στρατιώτες.

Προέλαση των Γερμανικών στρατευμάτων προς το νότο. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

Στην προέλασή τους προς νότο, οι Γερμανοί κατέλαβαν πολλές πόλεις της Β. Ελλάδας, οδεύοντας προς την Αθήνα χωρίς σχεδόν καμιά αντίσταση απέναντι στη διαμορφούμενη κατάσταση. Η κυβέρνηση των Αθηνών υπό τον Εμ. Τσουδερό τότε, ο βασιλιάς Γεώργιος και τα υπό­λοιπα μέλη της βασιλικής οικογένειας αναχώρησαν στην Κρήτη, παίρνο­ντας μαζί και τον χρυσό από τα υπόγεια της Τράπεζας της Ελλάδας, που φορτώθηκε σε αντιτορπιλικό, για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού. Οι Γερμανοί έφθασαν στην Αθήνα στις 26 Απριλίου, όπου όρκισαν κυβέρνηση υπό τον στρατηγό Τσολάκογλου, που υπέγραφε ανακωχή με τους κατακτητές, προς μεγάλη απογοήτευση των Ελλήνων μαχητών.

Στο μεταξύ, οι πρώτες φήμες για κατάληψη της Αθήνας, κατόπιν των Μεγάρων και της Κορίνθου, αιφνιδίασαν τους κατοίκους του Ναυπλίου, αφού ήταν βέβαιο ότι σε δυο-τρεις μέρες θα ερχόταν και η σειρά της. Όπως σε άλλο κείμενο έχει σημειωθεί, ικανός αριθμός Άγγλων, Νεοζηλανδών, Καναδών στρατιωτών, είχε συγκεντρωθεί στην περιοχή με την ελπίδα μέσω θαλάσσης ν’ αναχωρήσουν από Ναύπλιο ή Τολό για Κρήτη και Αίγυπτο. Η επιχείρη­ση αυτή ματαιώθηκε, αφού τρία μεγάλα μεταγωγικά πλοία που ήταν ανοι­χτά του λιμανιού επλήγησαν από γερμανικά «Στούκας».

Στο Ναύπλιο εισέβαλαν οι Γερμανοί το απόγευμα της 28ης Απριλίου 1941. Στην είσοδο της πόλης, στη «Γλυκειά», υποδέχτηκαν αυτούς ομάδα συμπολιτών που απαρ­τιζόταν: από τον τότε νομάρχη Αργολιδοκορινθίας Αντ. Λεμπέση, τον ελληνογερμανό διερμηνέα Νικ. Λειβαδίτη, τον τότε διοικητή Χωροφυλακής Ζαμβράκη και τον γερμανόφιλο στρατιωτικό διοικητή Ραζή, τον οποίο αρ­γότερα οι Γερμανοί προώθησαν σε στρατιωτικό διοικητή Αθηνών. Ο τότε δήμαρχος Γ. Μηναίος δεν παρευρέθηκε, τον οποίον έπαυσαν αμέσως για τη στάση του.

 

Ναύπλιο. Το ξενοδοχείο «Νέον», δεκαετία 1930. Δημοσιεύεται στο Γ. Ρούβαλης, Ναύπλιον, Σπηλιάδου 1.

 

Εισερχόμενοι στη νεκρή πόλη με επικεφαλής μοτοσικλετιστές, ακολουθούμενοι από καμιόνια και τανκς, σταμάτησαν στο Δικαστικό Μέ­γαρο. Τότε ο επικεφαλής Γερμανός αξιωματικός, κοιτάζοντας τα σκαλιά του Παλαμηδιού, έδωσε σε ομάδα στρατιωτών τη Γερμανική σημαία και αυτοί ύψωσαν τη σβάστικα στον ιστό του ιστορικού φρουρίου. Κατόπιν, κατευθύνθηκαν στην παραλία, στα ξενοδοχεία Μ. Βρετανία και Νέον, Μπούρτζι και στο αρχοντικό του Μ. Μανουσάκη, που τα επίταξαν, μαζί με άλλα αξιόλογα κτίρια της πόλης μας. Αυτά όλα είχαν ως αποτέλεσμα την επικράτηση ενός κλίματος φοβίας και τρόμου απέναντι στους βάρβαρους κατακτητές. Άλλαξε ο τρόπος ζωής, η καθημερινότητα του Ναυπλίου, αφού οι Γερμανοί επέβαλλαν τους παρα­κάτω περιοριστικούς όρους: απαγόρευση κυκλοφορίας από τις 6:00 το βράδυ ως τις 7:00 το πρωί, απαγόρευση συγκέντρωσης ομάδων πολιτών πάνω των δυο ατόμων και ποινή τουφεκισμού για όσους πολίτες έκρυβαν Άγγλους στρατιώτες. Κατάσχεση οχημάτων, κατάληψη του Τηλεγραφείου στην Πλ. Συντάγματος, του Σιδηροδρομικού Σταθμού, κλπ. Έτσι περίπου έχει η κατάληψη του Ναυπλίου από τον στρατό κατο­χής, που κράτησε ως το τέλος του πολέμου, 1200 μέρες περίπου.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», 7 Μαΐου 1997)

 

Η μάχη της Κρήτης δια μέσω του Ναυπλίου

 

Για τη μάχη της Κρήτης, που άρχισε με τη Γερμανική αεροπορική επίθεση εναντίον του νησιού και υπήρξε ορόσημο του Β’ παγκοσμίου πο­λέμου, τις 20 Μαΐου 1941 έχουν γραφεί πολλά, έχουν εκδοθεί βιβλία, από ανθρώπους που είχαν λάβει μέρος στην όλη αυτή επιχείρηση, Γερμανούς, Άγγλους, Έλληνες, Νεοζηλανδούς κ.ά. και έχουν αναφερθεί λεπτομερώς στην καταγραφή των γεγονότων, τις μεγάλες απώλειες που είχαν οι Γερ­μανοί σε στρατό και αεροπλάνα, ως και οι συμμαχικές και ελληνικές δυ­νάμεις, όπως και μαχητές της Κρήτης. Για τη σπουδαιότητα που είχε για τον Χίτλερ η κατάκτηση της Κρήτης, αφού για το σκοπό αυτό έστειλε εκεί να πολεμήσουν, τους θαυμάσια εκπαιδευμένους και αφοσιωμένους αλεξιπτωτιστές της 7ης Αερομεταφερόμενης Γερμανικής Μεραρχίας, το Άνθος της Γερμανικής Νεολαίας, όπως την έλεγαν. Για τους διακριθέντες λοιπόν και πεσόντες κατά τη μάχη της Κρήτης ο Χίτλερ καθιέρωσε το ανώτατο παράσημο Ανδρείας με την επωνυμία «ΚΡΗΤΗ».

Τώρα ως προς τη συμμετοχή του Ναυπλίου στην όλη αυτή επιχείρη­ση, είμαι σε θέση να σας γνωρίσω τα πιο κάτω αναφερόμενα: Ως γνωστό αεροδρόμια από τα οποία απογειώνονταν τα μεταγωγικά Γιούνκερς με τους αλεξιπτωτιστές και μαχητικά Στούκας που βομβάρδιζαν, ήταν τα α­εροδρόμια Ελευσίνας, Μεγάρων, Χασανίου και του Άργους. Φυσικά όλη η ηπειρωτική Ελλάδα είχε καταληφθεί από τις 26 Απριλίου, από τους Γερμανούς, όπως και το Ναύπλιο στις 28 Απριλίου, όπου τμήματα αυτών έμειναν στα Ξενοδοχεία Μ. Βρετανίας, Νέον και άλλα παραδοσιακά κτί­ρια της πόλης μας. Οι Γερμανοί πιλότοι των αεροπλάνων που ήταν στο αεροδρόμιο Άργους, όλοι τους επίλεκτοι αξιωματικοί της Γερμανικής Αεροπορίας, έμε­ναν στο ξενοδοχείο τότε Μπούρτζι και κάθε πρωί ξεκινούσαν με στρατιω­τικά καμιόνια για το Άργος προκειμένου να ριχτούν στην κατά της Κρή­της μάχη.

 

Ναύπλιο, Μπούρτζι.

 

Τα βράδια που έμεναν στο Μπούρτζι οι Γερμανοί πιλότοι αξιω­ματικοί, επιδίδονταν σε χορευτικές βραδιές, τραγουδώντας το θρυλικό «Λιλή Μαρλέν» πίνοντας μπύρες, και άλλα ποτά, ώσπου την άλλη μέρα πε­τώντας από το Άργος για την Κρήτη περνούσαν σύριζα πάνω από το Μπούρτζι περνώντας την Ακροναυπλία και χάνονταν στο πέλαγος. Η παρέα λοιπόν των Γερμανών πιλότων αρχικά ήταν περίπου 30 άτομα, κά­θε μέρα όμως γινόντουσαν λιγότεροι λόγω των μεγάλων απωλειών που εί­χαν στο Νησί. Κάθε βράδυ στο Μπούρτζι αναρωτιώντουσαν που είναι ο Χάνς, ο Πίτερ, ο Φρίτς κ.λπ., ώσπου ως το τέλος Μαΐου που ολοκληρώ­θηκε η κατάληψη της Κρήτης, στην παρέα των επίλεκτων αυτών Γερμανών πιλότων είχαν μείνει καμία δεκαριά. Τα πιο πάνω σχετικά με το «Μπούρτζι» μου τα είχε διηγηθεί ο αείμνηστος Καπετάν Πάνος Βασιλείου ή Μπεντζένης, που ήταν από το 1938 έως το 1970 πλοηγός του καϊκιού μεταξύ Μπούρτζι και λιμανιού…

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», 5-6 Ιουνίου 1999)

 

Κατοχή, Χριστούγεννα στο Ναύπλιο

 

Τα Χριστούγεννα του 1941 στο Ναύπλιο ήταν τα πρώτα που έγιναν υπό την κατοχή των Γερμανών. Έχουν περάσει πέντε μήνες από την εί­σοδο των Γερμανών στην Ελλάδα και ο χειμώνας ήταν ιδιαίτερα δριμύς, είχε πέσει και χιόνι. Στο Ναύπλιο και την ευρύτερη περιοχή τα πράγμα­τα ήταν ελαφρώς καλύτερα από άλλες περιοχές της χώρας σ’ ότι αφορά την διαβίωση.

Στα χωριά της Ναυπλίας όλο και υπήρχε κάποια γαλοπούλα ή κοτό­πουλο ή αρνάκι βοσκής. Επίσης στις παρυφές της πόλης, στη Πρόνοια στους πρόποδες του Παλαμηδίου, την Ευαγγελίστρια, Αγία Παρασκευή, Πολύγωνο, σ’ όλες αυτές τις γειτονιές συνήθιζαν να έχουν κάποιες κότες ή γαλοπούλες. Θέλω να πω ότι οι συμπολίτες μας αυτοί ήταν από τους τυχερούς που είχαν ένα φαγητό για να χαρούν τα Χριστούγεννα. Στα μαγαζιά του Ναυπλίου δεν υπήρχαν τρόφιμα παρά ελάχιστα. Στα κρεοπωλεία αντί για κρέατα τις παραμονές των Χριστουγέννων έβλεπες να κρέμονται λαχανίδες. Τα κρεοπωλεία της Πρόνοιας ήταν γεμάτα από αυ­τές. Στου Ηλία Ξυλά, Αναστάσιου Κούτρη και Βαγγέλη Μπουρέκα γεμάτα λαχανίδες.

Αν είχαν κανένα χοντρό κρέας, αυτό πουλιόταν στη μαύρη α­γορά, όπως συνηθιζόταν τότε. Στα μπακάλικα της πόλης η ίδια κατάσταση. Άδεια ράφια. Ούτε ζάχαρη, ούτε αλεύρι, τίποτα. Ευτυχώς που υπήρχε ο Ερυθρός Σταυρός, που είχε πάρει τουλάχιστον μέτρα για τους απόρους. Στη Μητρόπολη λειτουργούσε υπηρεσία που τους βοηθούσε, με λίγο γάλα και ζάχαρη.

Στο παντοπωλείο του Κουλουρίδη στον Άγιο Σπυρίδωνα μοίραζαν με δελτίο από 100 δράμια ζάχαρη, μισή οκά αλεύρι, 100 δράμια μέλι για κά­θε άπορη οικογένεια, ενώ στον Δανιγγέλη στην Πρόνοια μοίραζαν 100 δρά­μια ρετσίνα. Στη παραλία, δίπλα στο τελωνείο, λειτουργούσαν συσσίτια για τους απόρους. Το μενού ήταν φασόλια χωρίς λάδι, ρεβύθια, φακές, μπουλουγούρι. Και εδώ την οργάνωση είχαν αναλάβει οι κυρίες του Ερυθρού Σταυ­ρού, οι οποίες εκτελούσαν έργο θεάρεστο. Μερικών δε θυμάμαι και σήμε­ρα τα ονόματα. Ήταν οι κυρίες Κατίνα Κωστούρου, Πόπη Παπαδάκη, Ολυμπίου, Παπαντωνίου, Χαρμαντά, Δέσποινα Κατσίκα. Μαγείρισσες ήταν η Λουκία Μπόμπου, η Φρόσω Καράγιωργα και η Ελένη Ρόζη από την Πρόνοια. Το θρησκευτικό αίσθημα των Ναυπλιωτών πάντως ήταν ακμαίο. Την Παραμονή των Χριστουγέννων κατά ομάδες ή μεμονωμένα έψαλλαν τα κά­λαντα σ’ όλη την πόλη. Οι εκκλησίες ήταν από νωρίς το πρωί κατάμεστες από κόσμο.

 

Η απελευθέρωση του Ναυπλίου την 14η Σεπτεμβρίου 1944

 

Ύστερα από την προώθηση των Γερμανικών Στρατιών στο ρωσικό μέτωπο οι μέρες παραμονής των κατακτητών στην Ελλάδα ήταν μετρη­μένες. Η απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία ήταν η «χαριστική βολή» για τους Γερμανούς, οι οποίοι άρχισαν σιγά-σιγά να αποσύρουν το στρα­τό τους από τα κράτη που είχαν καταλάβει, κατά τη διάρκεια του επεκτατικού τους πολέμου. Από την Ελλάδα άρχισαν να φεύγουν μετά από τέσσαρα χρόνια τριπλής κατοχής – αφού είχαν συμμάχους τους, τους Βουλγάρους και Ιταλούς –  τα πιο τραγικά ύστερα από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους. Η χώρα ήταν εξαθλιωμένη και οι φρικτές επιπτώσεις της Κατοχής θα έμεναν για πολλά χρόνια ανεξίτηλα τυπωμένες στις μνήμες όσων τις έζη­σαν: πείνα, στερήσεις, κακουχίες, βομβαρδισμοί, συλλήψεις, εκτελέσεις πα­τριωτών.

Στην περιφέρειά μας, ήταν ευρύτατα αισθητή η παρουσία του στρατού κατοχής, όπως από τις αρχές του 1944 διαφαινόταν πολύ έντονα η τάση φυγής των Γερμανών από την Ελλάδα. Αυτό άλλωστε επαληθευόταν από την αισθητή μείωση του αριθμού των στρατιωτικών τους δυνάμεων. Ειδικά στην πόλη μας, οι Γερμανοί φαίνεται πως ήθελαν να αφήσουν φεύγοντας τα σημάδια της τυρρανικής παρουσίας τους: είχαν λοιπόν αρχί­σει από τον Ιούνιο δήθεν οχυρωματικά έργα, σ’ όλο το μήκος της παρα­λίας από τον τότε βάλτο – κοντά στο σημερινό γήπεδο – μέχρι το φανάρι. Το έργο είχε ανατεθεί στον πολιτικό μηχανικό Δ. Ρουμελιώτη και το προ­σωπικό που θα απασχολιόταν εκεί ήταν Έλληνες εργάτες, υπό την επίβλε­ψη του τελευταίου τότε στρατιωτικού διοικητή Α. Μύλλερ.

Το έργο βέβαια αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά ένα σατανικό σχέδιο δολιοφθοράς: δηλα­δή, τοποθέτηση υπόγειων καλωδίων και εκρηκτικών υλών προκειμένου φεύγοντας οι Γερμανοί να ανατινάξουν μέρος του λιμανιού της πόλης.

Οι συμμετέχοντες τότε στο έργο Έλληνες, με επικεφαλής τον εργολά­βο σκέφτηκαν πατριωτικά: θα εκτελούσαν το έργο κατά ένα μέρος όμως. Δε θα έβαζαν δηλαδή την απαιτούμενη εκρηκτική ύλη για την καταστροφή του λιμανιού. Το σχέδιο του Γερμανού διοικητή το έμαθαν οι τότε τοπικοί παράγοντες, οι οποίοι με γρήγορη παρέμβασή τους προσπάθησαν να περι­σώσουν ότι μπορούσαν. Έτσι λοιπόν, χαράματα της 14ης Σεπτεμβρίου, ημέρας του Τιμίου Σταυρού, ακούστηκαν εκκωφαντικοί κρότοι από τις ανατινάξεις. Μια από αυτές έγινε και στο ιστορικό ρολόι της πόλης μας, στην Ακροναυπλία. Βέ­βαια στο λιμάνι, οι εκρήξεις ήταν απανωτές, ανά 15-20 μέτρα, ευτυχώς όχι με τα καταστρεπτικά αποτελέσματα στην έκταση που προέβλεπε το αρχικό σχέδιο των Γερμανών.

Από την 6η πρωινή, οι κατακτητές άρχισαν να αναχωρούν οδικώς μέσω Άργους και Κορίνθου προς την Αθήνα, αφού πρώτα υπέστειλαν την Γερμανική Σημαία από το Παλαμήδι και το Μπούρτζι. Ο τελευταίος Γερ­μανός αξιωματικός παρέδωσε την πόλη στον εκπρόσωπο του Τάγματος Ασφαλείας Ναυπλίου ισόβαθμο του τότε ανθυπασπιστή Παναγιώτη Κολιόπουλο. Οι κάτοικοι του Ναυπλίου, με ανάμεικτα συναισθήματα χαράς και λύ­πης για τις καταστροφές γιόρτασαν το γεγονός της αναχώρησης. Οι κα­μπάνες χτύπησαν χαρμόσυνα και ο ήχος τους διέσχιζε πέρα ως πέρα τον ελεύθερο πλέον Ναυπλιώτικο ουρανό. Έγινε δοξολογία στον Άγιο Γεώργιο, τα σπίτια σημαιοστολίστηκαν και οι κάτοικοι χαμογελούσαν με ανακούφι­ση. Μ’ αυτό τον τρόπο έλαβε τέλος η ιστορία της παραμονής του Γερμα­νικού Στρατού κατοχής στο Ναύπλιο.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 1997)

 

 Η είσοδος του ΕΛΑΣ στο Ναύπλιο

 

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από το Ναύπλιο περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του ’44, ύστερα από την διαγραφομένη συντριβή τους υπό των συμμάχων, στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και ώσπου να ορ­κιστεί η πρώτη Ελληνική Κυβέρνηση μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας υπό τον Γ. Παπανδρέου, όπως σε όλη την Ελλάδα έτσι και στο Ναύπλιο επικρατούσε αβεβαιότητα, αναταραχή, ως προς το ποιος θα διοικεί αυτήν την πόλη.

Σ’ όλη την ορεινή Αργολίδα, απ’ το 1942 είχε φουντώσει το Αντάρ­τικο. Στη Μηδέα, Κέρμπεσι, Κουρτάκι, Μάνεσι, κυριαρχούσε ο ΕΛΑΣ. Αριθμούσε μερικές χιλιάδες άνδρες υπαγόμενους στο 8ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ με έδρα την Γκούρα Κορινθίας. Στο Ναύπλιο, την τήρηση της τάξεως, είχε αναλάβει ολιγομελής δύνα­μη χωροφυλακής υπό τον μοίραρχο Ορφανό, και δυο λόχοι ταγματασφαλιτών υπό τον ταγματάρχη Δημ. Μουστακόπουλο.

Στο διάστημα αυτό από την αποχώρηση των Γερμανών και την είσο­δο του ΕΛΑΣ δεν είχαμε σοβαρές αδελφοκτόνες συγκρούσεις εκτός από με­ρικές αψιμαχίες στην είσοδο της πόλης απ’ τη μεριά της Αρετούς, με εξαίρεση μια πρωινή συμπλοκή, αρχές Νοεμβρίου, μεταξύ τσολιάδων και ανταρτών, προερχομένων μάλιστα απ’ τα απέναντι του Ναυπλίου παράλια της Κυνουρίας, όπου έφτασαν εδώ με καΐκια του ΕΛΑΝ. Οι συγκρούσεις άρχισαν στα στενά της παραλίας Ναυπλίου, όπου εφονεύθησαν ο παντοπώλης Δ. Μόρφης έχων κατάστημα στην οδό Κωτσονοπούλου, με τον αδερφό του Γιάννη. Ο Μόρφης εφονεύθη από αδέσποτη σφαίρα, όπως διεδόθη, καθώς και δυο αθίγγανοι. Οι συμπλοκές έφτασαν ως την Πλατεία Συντάγματος, όπου τραυματίστηκε και η υπηρέτρια της οικίας Μελισινού.

 

Ναύπλιο. Μεγάλος Δρόμος, 1922. Δημοσιεύεται στο Γ. Ρούβαλης, Ναύπλιον, Σπηλιάδου 1.

 

Το ότι δεν υπήρξαν σοβαρές συγκρούσεις οφείλετε στην σωφροσύνη των αντιπάλων αρχηγών, κατά τα λεγόμενα της εποχής. Μετά από μακροήμερες και επίπονες συνεννοήσεις του ΕΛΑΣ που υπερτερούσαν αριθμητικά, επήλθε συμφωνία ν’ αποχωρήσουν οι ολιγάριθμες δυνάμεις των ταγμάτων ασφαλείας και χωροφυλακής (έφυγαν προς τις Σπέτσες με πλωτά μέσα). Αμέσως τις επόμενες μέρες οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εισήλθαν πανηγυρικά στο Ναύπλιο, με επικεφαλής έφιππο τον στρατηγό Π. Λούρη απ’ το Άργος, με επίσης έφιππους τους ταγματάρχες Σεφερλή και Καρατζαφέρη. Ακολούθησαν οι καπεταναίοι και άνδρες του ΕΛΑΣ με σταυρωτές αρμάδες και βαριά οπλισμένοι με Γερμανικά, Αγγλικά και Ιταλικά όπλα τραγουδώντας το γνωστό τραγούδι του ΕΛΑΣ «στ’ άρματα, στ’ άρματα». Μεταξύ αυτών και οι συμπολίτες Κ. Χαύτας, Δ. Ξύδης, Ν. Βαλασάκης, Χ. Σπυρόπουλος ή καπετάν Άνεμος και πολλοί άλλοι απ’ τα γύρω χωριά. Στην είσοδο της πόλης τους έγινε επίσημη υποδοχή από επιτροπή κα­τοίκων της πόλης με επικεφαλή τον τότε μεγαλέμπορο του Ναυπλίου Μ. Λάμπρου, τον γιο του οποίου Νίκο, είχαν κρεμάσει οι Γερμανοί στο Μ. Πεύκο, μαζί με άλλους πατριώτες, και ο οποίος μέχρι την συμφωνία της Βάρκιζας ήταν δήμαρχος του Ναυπλίου (ο επονομαζόμενος τότε δήμαρχος ΕΑΜ).

Πλαισιωμένος και από άλλους, όπως το γιατρό απ’ την Άρεια Γ. Οικονομόπουλο, τη δασκάλα I. Βαρκάτζα, τους δασκάλους I. Ζευγολατάκο, Παν. Ξύδη, τους δικηγόρους Δ. Μανιάτη, Σ. Θεοδωρόπουλο, τους αρχη­γούς της ΕΠΟΝ, με επικεφαλής τον φοιτητή Σπ. Δημόπουλο, την αδερφή του Άννα, την Α. Ξύδη (κόρη του δασκάλου) και πολλούς άλλους επονίτες Πρόνοιας και Ναυπλίου. Μετά την προσφώνηση απ’ τον Μ. Λάμπρου, η φάλαγγα κατευθύνθει στην Πλατεία Συντάγματος, όπου ο στρατηγός Λούρης, απ’ το μπαλκόνι της Εθνικής Τράπεζας, ανέπτυξε την δράση του ΕΛΑΣ κατά την περίοδο της Κατοχής και την συμβολή αυτού στην απελευθέρωση της πατρίδας. Επίσης, πύρινους λόγους για την αντίσταση εκφώνησε ο Σπ. Δημόπουλος, η αδελφή του Άννα και η Α. Ξύδη.

Μετά την τελετή της υποδοχής με πρώ­το τον στρατηγό Λούρη, όλοι έψαλαν τον Εθνικό Ύμνο. Κάπως έτσι τελείωσε η εορτή της εισόδου του ΕΛΑΣ στο Ναύπλιο, ενώ οι κάτοικοι του Ναυπλίου αμήχανοι παρακολουθούσαν τα γενόμενα. Αργότερα, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εγκαταστάθηκαν εκεί όπου ήταν η Αστυνομία, στο κτίριο της Οδού Βύρωνος, στα σκαλιά της Φραγκοκλησιάς, όπου ήταν η Ανωτέρα Δι­οίκηση Χωροφυλακής Πελοποννήσου, στις αποθήκες του Καταγά στην παρα­λία, όπου ήταν ιταλικοί καταυλισμοί και σε άλλα κτίρια της πόλης μας. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ έμειναν στην πόλη μόνο μέχρι την συμφωνία της Βάρκιζας, όταν ορκίσθηκε η πρώτη μεταπολεμική κυβέρνηση υπό τον Γ. Παπανδρέου. Τις όλες εικόνες της υποδοχής αποθανάτισε ο τότε φωτογράφος Κ. Καραχάλιος, μερικές απ’ τις οποίες υπάρχουν στα γραφεία της πρωτοβάθ­μιας Δημ. Εκπαίδευσης Αργολίδας.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», Νοέμβρης 1995)

 

Πηγή


  • Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός, «Εικόνες του Ναυπλίου από τον πόλεμο και την κατοχή», Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2004.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η Αργολίδα στα όπλα – Η μάχη στο χάνι Αχλαδοκάμπου 17-5-44


 

 Το κείμενο που παραθέτουμε, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Φείδων» στο φύλλο Ιανουαρίου- Φεβρουαρίου του 1984. Ο Κ. Κυριαζόπουλος περιγράφει με γλαφυρότητα όσα ο Ανθυπολοχαγός Γ. Αγγελίδης – ένας από τους πρωταγωνιστές  της συγκεκριμένης μάχης – του αφηγήθηκε.

 

Το 1944 είναι ο χρόνος των παθών για την Χιτλερική Γερμανία. Τα συμμαχικά στρατεύ­ματα προελαύνουν σε ό­λα τα μέτωπα και οι α­ντιστασιακές οργανώσεις στην κατεχόμενη Ευρώπη με καθημερινές πράξεις σαμποτάζ, με ενέδρες και φονικές μάχες καθιστούν τη θέση των στρατευμά­των κατοχής απελπιστι­κή. Εκείνο όμως που ιδιαίτε­ρα απασχολεί τη Γερμανική διοίκηση στην Ελλά­δα είναι η με πάση θυσία διατήρηση ανοιχτής της οδού διαφυγής των Γερμανικών στρατευμά­των απ’ το Μωριά προκειμένου έτσι ν’ αποφύγουν τον εγκλωβισμό τους από τις προελαύνουσες προς νότο Ρωσικές στρατιές. Για τον λόγο αυτόν οι Γερμανικές αρχές θα εξαπολύσουν αιματηρές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σ’ ολόκληρο το Μωριά την άνοιξη του ’44 με στόχο βασικό να κάμψουν το ηθικό του μαχόμενου για την ελευθερία του Ελληνικού λαού, και να αποδυναμώσουν έτσι την πολεμική δραστηριότητα των πατριωτικών δυνάμεων.

Έλληνες στρατιώτες.

Στο αιματηρό αυτό όργιο κατά του Ελληνικού λα­ού θα τους συμπαραστα­θούν ολόψυχα και οι Έλληνες συνεργάτες τους ά­τομα αυστηρά επιλεγμέ­να από το βούρκο του υ­ποκόσμου με ανεπάρκεια πνευματική και ανύπαρ­κτη εθνική συνείδηση. Αποκαλυπτική της απόγνωσης στην οποία έχουν περιέλθει οι δυνάμεις κα­τοχής στο Μωριά είναι και η πιο κάτω έκθεση απ’ τα μυστικά αρχεία του Γ. Ράϊχ της 25-5- 44 η οποία λέει: Έκθεσις της Γερμανι­κής υπηρεσίας πληροφοριών της αντικατασκοπείας Αϊνς Τσέ, εξ’ Ελλάδος της 25-5-44. Η κατάστασις εις Πελοπόννησον κατέ­στη τόσον σοβαρά από πολυπληθείς πράξεις σαμποτάζ στις μεταφορές μας, και επιθέσεις στρατηγι­κών θέσεων, ώστε απέβη αναγκαίον να χαρακτηρισθή ολόκληρος η περιο­χή ως πεδίον επιχειρήσεων.

Η ίδια αυτή Γερμανική υπηρεσία σε άλλη της έκ­θεση αναφέρει: Εις Πελοπόννησον η παρουσία του Αρχηγού των Ελλήνων ανταρτών Άρη Βελουχιώτη οδηγεί εις περαιτέρω έντασιν της δρα­στηριότητος των   ανταρτών… Υπό την καθοδήγησίν του οργανώθησαν επιθέσεις που εστοίχισαν πολλάς απώλειας εις τους αντάρτας… Συνεχείς ανα­τινάξεις επί των σιδηροδρομικών γραμμών και αιματηραί συμπλοκαί μεταξύ των ημετέρων κομάντος και Ταγμάτων Ασφαλείας.

Από τα πιο πάνω κείμενα βλέπει κανείς την έκταση  του ψυχολογικού αδιέξοδου στο  οποίο έ­χουν περιέλθει οι Γερμανοί κατακτητές και οι συνεργάτες   τους… Κι ακόμα την παραδοχή των αρχών κατοχής ότι (η κατάστασις στην Πελοπόννησο κατέστη τόσο σοβαρά από την πολεμική δραστη­ριότητα των Ελλήνων ώ­στε απέβη αναγκαίο να χαρακτηρισθεί ολόκληρη η περιοχή της Πελοποννήσου ως πεδίον επιχειρήσεων). Και την εφιαλτική αυτή κατάσταση της δραστηριότητας των Ελλή­νων ανταρτών θα την ζήσουν οι Γερμανοί στρατιώτες μέχρι την πλήρη απο­χώρησή τους από την Ελλάδα.

Μέσα λοιπόν σ’ αυ­τό το γενικό περίγραμμα της πολεμικής δραστηριότητας των Ελλήνων αντα­ρτών συγκαταλέγεται και η μάχη στο χάνι Αχλαδοκάμπου της 17-5-44 που σε γενικές  γραμμές και με πολύ συγκίνηση μου αφηγήθηκε πριν λί­γες μέρες ο Ανθυπολοχαγός Γ. Αγγελίδης από τους πρωταγωνιστές της μά­χης εκείνης.

Τον τελευταίο καιρό στην ορεινή ιδιαίτερα Αργολίδα, οι Γερμανοί και οι Έλληνες συνεργάτες τους στοχεύοντες στην καθυπόταξη του πληθυσμού της υπαίθρου είχαν επιδο­θεί σ’ ένα χωρίς προηγούμενο αιματηρό όργιο. Η οργάνωση του ΕΑΜ Άργους σ’ αυτήν την οργανωμένη αιματηρή επι­χείρηση αντιδρά με την είσοδο αντάρτικων ομά­δων κρούσης μέσα στην πόλη του Άργους, που τα χαράματα της 15ης Μαΐου συλλαμβάνουν έ­ναν Αργίτη συνεργάτη του εχθρού, και την επο­μένη πυροβολούν και τραυματίζουν έναν άλλον σε κεντρικό δρόμο της πόλης.

Οι Γερμανικές αρχές μπροστά στην παράτολμη αυτή ενέργεια των ανταρτών καταλαμβάνονται α­πό πανικό και επιβάλλουν περιορισμό της κυκλοφορίας του πληθυσμού της πόλης από της 6ης απο­γευματινής μέχρι της 6ης πρωινής. Δεν έφτανε όμως η τιμω­ρία των συνεργατών του εχθρού. Έπρεπε να υποστούν τις συνέπειες αυτού του αιματηρού οργίου κατά του λαού της υπαί­θρου, και οι ίδιοι οι Γερμανοί. Την αποστολή αυ­τή η οργάνωση του Άργους ανέθεσε στη διοίκη­ση του 6ου Συντάγματος.

Η Οργάνωση του ΕΑΜ της Τρίπολης πληροφορεί το Σύνταγμα ότι μεταξύ της 16ης και 20ης Μαΐου (χωρίς ν’ αναφέρεται η ώρα) θα κινηθεί από Τρίπολη προς Άργος φάλαγγα Γερμανικών φορτηγών αυτοκινήτων με 100 περίπου εφέδρους αξιωματικούς του πυροβολικού της 117 μεραρχίας (άλ­λες πληροφορίες έλεγαν ότι επρόκειτο για υπαξιωματικούς της τοπογραφι­κής υπηρεσίας).

Η εντολή για την εκτέλεση της επιχείρησης ανετέθη στο διοικητή του 6ου λόχου του 6 τάγματος μόνιμο υ­πολοχαγό Τούτουνα Τά­σο και στον επίσης μόνι­μο Ανθυπολοχαγό Άρχον Στέφανον, οι οποίοι δια προσωπικής αναγνώρισης και με την βοήθεια Εφεδροελασιτών των γύρω χωριών που γνώριζαν σ’ όλες τις λεπτομέρειες τη μορφολογία του εδάφους της περιοχής, καθόρισαν απ’ την παραμονή τις λε­πτομέρειες της μάχης που είχε επιλεγεί η θέση ΧΑ­ΝΙ και πιο συγκεκριμένα η θέση Ντούλια, μια τοποθεσία στο δημόσιο δρόμο Άργους – Τρίπολης και σε απόσταση 4 περίπου χιλιόμετρα από τον Αχλαδόκαμπο προς την πλευ­ρά του Άργους.

Ο λόχος που βρισκόταν στο χωριό Λαύκα, ξεκίνησε από κει στις 15 Μαΐου και πεζοπορώντας μέσω Καρυάς – Κρυάβρυσης φτάνει τη νύχτα στη θέση εκείνη που από την ιστο­ρία είχε επιλεγεί για να γραφτεί εκεί μια σελίδα ηρωισμού και δόξας για τα Ελληνικά όπλα. Η κύρια δύναμη του λόχου α­πό 80 περίπου άνδρες, ή­ταν πλαισιωμένη και από 8 – 10 Ιταλούς στρατιώ­τες από κείνους που προσχώρησαν στο αντάρτικο μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, τον Σεπτέμβρη του ’43. Ακόμα ο λόχος ενισχύ­θηκε και με καμιά τριανταριά εφεδροελασίτες της περιοχής που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες με τον ηρωισμό τους.

Εκτός από τον ατομικό τους οπλισμό οι Έλληνες πολεμιστές διέθεταν επτά οπλοπολυβόλα και αρκετές επιθετικές χειρο­βομβίδες. Το σχέδιο διά­ταξης της δύναμης, προέβλεπε την κάλυψη απ’ το μεγαλύτερο μέρος της, μιας έκτασης 200 περί­που μέτρων επί του δημο­σίου δρόμου και στην βορεινή πλευρά του. Δυο άλλες μικρές ομάδες από 10 περίπου άνδρες η κάθε μια θα ‘παιρναν  θέσεις, η μια προς την πλευρά της Τρίπολης και σε απόστα­ση500 μέτρων απ’ την ε­νέδρα, και η άλλη το ίδιο προς της πλευρά του Άργους. Αυτές οι δυο μικρές δυνάμεις ανέλαβαν τα καθή­κοντα του παρατηρητή και ακόμα την παρεμπό­διση γερμανικών ενισχύ­σεων στη διάρκεια της μάχης.

Η διοίκηση του λόχου από 15 άνδρες και 4 Ιτα­λούς τραυματιοφορείς με καθήκοντα εφεδρικής δύ­ναμης θα ‘παιρνε θέση 50 -60 μέτρα μακριά από την ενέδρα. Στους άνδρες του λόχου δίνονται οι τελευταίες λε­πτομέρειες δράσης, και στο κάθε τμήμα χωριστά γίνεται η κατανομή των αποστολών τους. Αυστηρή εντολή… Απόλυ­τη σιωπή… Καμιά μετα­κίνηση… Ένα με το χώ­μα… Το σύνθημα της επί­θεσης θα δινόταν αποκλειστικά και μόνο από τον διοικητή του λόχου με έ­ναν πυροβολισμό και η α­ποχώρηση με μια πράσι­νη φωτοβολίδα,.. και οι ώρες μέσα στην ανοιξιάτικη νύχτα περνά­νε γεμάτες αγωνία και νευρικότητα… Παντού βασιλεύει μια απέραντη σιωπή… Μια σιωπή τόσο μο­νότονη, τόσο κουραστική, που τσακίζει τα νεύρα ό­λων εκείνων που ώρες τώρα ακίνητοι στις θέσεις τους και που έχουν γίνει ένα με το χώμα, καρτεράνε να ‘ρθη εκείνη η μεγάλη στιγμή…

Αχλαδόκαμπος

Η στιγμή εκείνη που οι κλαγγές των όπλων θα στείλουν στους αετούς του Ολύμπου για ν’ ακουστούν στα πέρατα της γης χαιρετισμό περήφανο απ’ τους αντρειωμένους του Μωριά. Παντού σιωπή… Το ίδιο σιωπηλή και η θά­λασσα εκεί κάτω στον Αργολικό έτσι όπως φαίνε­ται από ψηλά σαν ένα τε­ράστιο απλωμένο σεντόνι κεντημένο από χιλιάδες κίτρινα φαναράκια πού ‘ναι τ’ αστέρια τ’ ουρα­νού… Παντού σιωπή… Κάπου- κάπου ένα τριζόνι τα­ράζει την ησυχία της νύ­χτας και την  ακοή  των παλικαριών, που κάνει την προσοχή τους σαν αφηνιασμένο άλογο, αχαλί­νωτη να καλπάζει σε κιν­δύνους φανταστικούς, και την ματιά τους να ψαχου­λεύει τον εχθρό μέσα απ’ τα αδιαπέραστα σκοτά­δια του μακρινού τοπίου.  Άλλοτε πάλι η σκιά ε­νός αγγελιοφόρου που γλιστράει μέσα στη νύ­χτα για να φέρει κάποιο μήνυμα απ’ τη διοίκηση, αποσπά την προσοχή και χαλαρώνει τα νεύρα των ανδρών του αποσπάσματος απ’ την υπερένταση.

Και περνάνε οι ώρες και περνάνε οι στιγμές πού ‘ναι τόσο άδειες, τόσο ατέλειωτες και βασανιστι­κές…Και κάποτε θα ‘ρθει η χαραυγή… Ένα χρυσοκόκκινο φως εκεί προς την ανατολή… Μήνυμα πως σε λίγο θα φέξει… Σε λίγο.. Και το ξημέρωμα θα φέρει μαζί του εκείνο το παγωμένο ανοιξιάτικο αγιάζι, που θα κάνει τα κορμιά των ανδρών να τρέμουν από το κρύο… Και τα πουλιά από θάμνο σε θάμνο πετώντας παρακολουθούν σαστισμένα ε­κείνες τις περίεργες σι­λουέτες που ώρες τώρα στέκουν ακίνητες και σιωπηλές, και που έχουν γί­νει ένα με το χώμα…

Ώρα 6η πρωινή. Ο βόμ­βος μιας μηχανής ταρά­ζει την πρωινή ησυχία και κάνει τις ματιές όλων σαν φωτεινοί προβολείς ν’ ανιχνεύουν το θαμπό ορίζοντα. Ένα μαύρο πουλί που όσο πλησιάζει παίρνει τεράστιες διαστάσεις έτσι όπως περνάει ξυστά πάνω απ’ τους γύ­ρω λόφους και χάνεται πίσω τους, εκεί προς την πλευρά της Τρίπολης. Είναι ένα ανιχνευτικό αεροπλάνο που πριν από λίγο απογειώθηκε από τ’ αεροδρόμιο του Άργους για κάποια ποιος ξέρει απο­στολή. Ώρα 8.30 πρωινή. Απ’ τη πλευρά του Άργους έρ­χεται ένα γερμανικό αυτοκίνητο με κατεύθυνση την Τρίπολη. Σε λίγο έ­να άλλο αυτοκίνητο από Τρίπολη αυτή τη φορά προς Άργος. Και στις δυο περιπτώσεις τ’ αυτοκίνητα πέρασαν ανενόχλητα. Ώρα 9η πρωινή. Το παρατηρητήριο απ’ την πλευρά της Τρίπολης επι­σημαίνει φάλαγγα γερμανικών φορτηγών αυτοκινήτων που προηγούνται, μια μοτοσικλέτα και ένα μι­κρό κλειστό αυτοκίνητο. Η είδηση σαν αστραπή μεταφέρεται στους άνδρες του λόχου. Έτοιμοι σε θέση μάχης. Αγωνία και νευρικότητα…

Όλων οι ματιές είναι στραμμένες εκεί ψηλά στην τελευταία στροφή του δρόμου που σε λίγο θα φανεί η φάλαγγα των αυτοκινήτων. Έτοιμοι όλοι με το χέρι στη σκανδάλη. Και να τώρα, η μοτοσικλέτα που προηγείται της φάλαγγας κάνει την εμφάνισή της και πί­σω της μια κλειστή κούρ­σα που την ακολουθούν σ’ απόσταση σαράντα πε­ρίπου μέτρων τ’ άλλα αυτοκίνητα. Στρίβουν αριστερά στη στροφή, και πάλι δεξιά στην άλλη στροφή. Αλλά κάτι περίεργο συμβαίνει. Η φάλαγγα των αυτοκινήτων προχωράει ασυνήθιστα αργά. Τι να συμβαίνει άραγε… Μπορεί μήπως τ’ αεροπλάνο, ή κάποιο απ’ τ’ αυτοκίνητα που πέρασαν πριν από λίγο να διέκριναν κάτι το ύποπτο και να ειδοποίη­σαν τη φάλαγγα, ή μήπως πάλι αυτό μπορεί να οφείλεται σε κάποια μη­χανική βλάβη ενός αυτοκινήτου, ή μήπως αυτό είναι δημιούργημα της ταραγμένης τους φαντασίας από κάποιο συναίσθημα φόβου και πανικού. Είναι δυνατόν κάτι τέτοιο;.

Μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο σ’ αυτούς τους άν­δρες που ματωμένοι και νηστικοί, πήραν τα όπλα και διάβηκαν βουνοκορ­φές και λαγκάδια, κι ανέβασαν ψηλά στους ουρα­νούς τ’ όραμα της λευτε­ριάς και που για χάρη της στερήθηκαν τα πά­ντα, και που ποτέ δε ζή­τησαν γι’ αυτό ούτε δό­ξες ούτε τιμές. Είναι δυ­νατόν αυτοί οι σταυραε­τοί να δείλιασαν μπρο­στά στην ιδέα του θανά­του, αυτοί που χιλιάδες φορές έσφιξαν στις χού­φτες τους τ’ αστροπελέ­κια της καταιγίδας   και που χιλιάδες νύχτες ξά­πλωσαν κάτω στο χώμα να κοιμηθούν αγκαλιά με το θάνατο… Μπορεί να δείλιασαν οι αντρειωμένοι, που ο λαός σ’ αυτούς έ­χει εναποθέσει τις ελπίδες του για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά… Ή μή­πως πάλι ο φόβος της αποτυχίας στην αποστολή τους. Τα δευτερόλεπτα περ­νάνε τόσο αργά που οι λεπτοδείχτες των ρολογιών μοιάζουν να είναι καρφωμένοι στις θέσεις τους… Ακόμα και οι αναπνοές είναι σταματημένες σαν να υπάρχει κίνδυνος ν’ ακουστούν απ’ τον εχθρό…

Μονάχα οι καρδιές των παλικαριών χτυπάνε τόσο δυνατά λες και εί­ναι ξεκολλημένες απ’ τη θέση τους… Και οι ματιές ορθάνοιχτες παρακολου­θούν εκεί πάνω τον κινούμενο στόχο τους και που τις κάνει να δακρύζουν απ’ τον πόνο και τα δά­κρυα να γίνονται ένα με τον ιδρώτα που τρέχει στα φλογισμένα απ’ την αγωνία πρόσωπά τους. Και τεντωμένη η ακοή τους μήπως και χαθεί μέσα στον θόρυβο των αυ­τοκινήτων εκείνος ο πυροβολισμός πού ‘ναι το σύν­θημα για την επίθεση… Τώρα ολόκληρη η φάλα­γγα των αυτοκινήτων βρίσκεται μέσα στο στόχαστρο των ντουφεκιών… Σε λίγες στιγμές… Σε λίγα δευτερόλεπτα μονάχα.. Κι αυτές τις μεγάλες στιγμές της ανείπωτης αγωνίας, της νευρικότητας και της υπέρτατης από πατριωτικό παλμό ψυχι­κής ανάτασης, δυο ανύποπτοι χωρικοί της περιο­χής με φορτωμένα τα ζώ­α τους από ξύλα θα μπούνε μέσα στον κλοιό της ε­νέδρας. Ανάθεμά τους… Βλαστήμιες και κατάρες, ακούγονται… Να πάρει η ορ­γή… Τώρα τι θα γίνει.. Είναι δυνατόν να ματαιωθεί η επιχείρηση… Η φά­λαγγα προχωράει αργά, και να που τώρα η μοτοσικλέτα βγαίνει από την ενέδρα… Τώρα βγαίνει α­πό την ενέδρα και η κούρσα… Δεν απομένουν παρά μονάχα δέκα μέτρα για να βγει και ολόκληρη η φάλαγγα των αυτοκινή­των… Δέκα μέτρα μονάχα… εν­νέα… οχτώ.. επτά.. έξι.. πέντε… τέσσερα…

Γερμανοί στρατιώτες στην Ελλάδα, Απρίλιος 1941. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

Ένας ξερός πυροβολι­σμός ακούγεται, κι αμέ­σως μετά ομοβροντίες ό­πλων και πολυβόλων συγκλονίζουν τα βουνά και τις χαράδρες της περιο­χής και σηκώνουν σύννε­φα μαύρου καπνού που φτάνουν στους ουρανούς και φλόγες φωτιάς που ξεπηδάνε απ’ τα αυτοκίνητα που τινάζονται στον αέ­ρα από τις εκρήξεις των πυρομαχικών. Τ’ αυτοκίνητα αμέσως με τους πρώτους πυροβολι­σμούς ακινητοποιούνται και οι Έλληνες μα­χητές κατευθύνουν τώρα τα πυρά τους επί ακινή­του στόχου.

Οι Γερμανοί πανικόβλη­τοι από τον αιφνιδιασμό, παίρνουν θέσεις άμυνας κάτω απ’ τα καιόμενα αυ­τοκίνητα ή στην άκρη του δρόμου πλάι στα βράχια. Η μάχη διεξάγεται με τρομερό πείσμα και απίθανη γενναιότητα και απ’ τις δυο πλευρές. Χαρακτηριστική είναι και η περί­πτωση ενός Γερμανού που μάχεται ηρωικά με το ένα χέρι γιατί το άλλο κρέμεται φρικτά ακρωτηριασμένο από χειροβομβίδα… Και τη στιγμή που η μάχη βρίσκεται στο αποκορύφωμά της, ένα πολυβό­λο των Ελλήνων θα υπο­στεί εμπλοκή. Ο εχθρός εκμεταλλευόμενος αυτό το κενό θα εξαπολύσει σφοδρή αντεπίθεση.

Οι στιγμές είναι κρίσιμες λόγω της υπεροχής πυρός του εχθρού, και οι Έλληνες κάτω από το βάρος αυτής της υπεροχής αρχίζουν να κάμπτονται. Η διοίκηση μπροστά στον κίνδυνο ολοκληρωτικής καταστροφής, ρίχνεται και αυτή στις φλόγες και η σάλπιγγα δίνει το σύν­θημα δια της εφ’ όπλου λόγχης επίθεσης. Οι Έλληνες αφού πρώτα χρησιμοποιούν επιθετι­κές χειροβομβίδες μ’ α­στραφτερά σπαθιά που αυλακώνουν τον άνεμο σαν γίγαντες φτερωτοί ορμά­νε στις φλόγες κι έρχο­νται στα χέρια με τον εχθρό. Τώρα η μάχη διεξά­γεται σώμα με σώμα και η αγριότητά της παίρνει απίθανες διαστάσεις σφαγής που κάνει το αίμα να βάφει κόκκινη την άσφαλτο και να τρέχει ποτάμι κάτω στη χαράδρα… Τι φρίκη… Τι παραφροσύνη… Τι όργιο αίματος…Τι απαίσιο πράγμα ο πόλεμος… Το θέαμα είναι τόσο φρικιαστικό, τό­σο απάνθρωπο, που κα­μιά ανθρώπινη δύναμη δε θ’ άντεχε για να το περι­γράψει…

Μέσα σ’ αυτήν την τιτανομαχία, μέσα σ’ αυτό το όργιο της σφα­γής, τραυματίζεται βαριά ο ανθυπολοχαγός Α­γγελίδης και μεταφέρε­ται αιμόφυρτος από Ιτα­λούς τραυματιοφορείς μακριά απ’ αυτήν την κόλαση. Μια και πλέον ώρα κράτησε αυτή η ιστορική μάχη της 17ης Μαΐου του ’44 στο Χάνι Αχλαδοκάμπου.

Οι απώλειες του εχθρού ήσαν βαρύτατες… 67 νεκροί και τραυματίες και 6 αιχμάλωτοι. Λάφυρα, 4 μυδραλιοβόλα, 2 τη­λέφωνα, 2 ασύρματοι, 1 διόπτρα, 56 τουφέκια μάουζερ, 2 βαρείς όλμοι, 18 πιστόλια, 52 φωτοβολί­δες, 13 προσωπίδες και 5000 φυσίγγια. Οι απώλειες των Ελλήνων ήσαν 4 νεκροί και 9 τραυματίες. Έτσι τέλειωσε η ιστορική μάχη εκείνη, για να προστεθεί ακόμα μια σελίδα άφθαστου ηρωι­σμού, μεγαλείου και δό­ξας στους αιματοβαμμένους τόμους της Ελληνικής ι­στορίας. Μια μάχη γιγάντων… Μια μάχη υπεράν­θρωπη σε αγωνιστικότη­τα και δυναμισμό, το ίδιο μεγάλη, το ίδιο γενναία όπως και κάποια άλλη σε κάποιο άλλο χάνι, σε κάποιες άλλες εποχές, ε­κεί πάνω στη Γραβιά… Και που το τέλος αυτών των συντελεστών της νί­κης, αυτών των γενναίων παλικαριών και στις δυο αυτές περιπτώσεις ήταν (τι σύμπτωση) το ίδιο τραγικό, από τους ίδιους (τι σύμπτωση) άκαπνους προσκυνημένους δήθεν (ε­θνικόφρονες) …

Ο πατριωτισμός και η τιμιότητα εχάθησαν κι όποιος τα έχει  αυτά, τον κιντυνεύουν. Κι όθεν  προδότης, κλέ­φτης και κατεργάρης εκείνος έχει την τύχη του». Στρατηγός Μακρυγιάννης.

  

Κ. Κυριαζόπουλος

Εφημερίδα, «Φείδων», Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1984.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η Βόρεια  Ελλάδα υπό Βουλγαρική κατοχή 1941


 

Οι αλυτρωτικές βλέψεις της Βουλγαρίας για τη Μα­κεδονία χρονολογούνται ήδη από την εποχή της εθνογένεσής της και τη σταδιακή παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από τις αρχές του 20ού αι­ώνα μάλιστα, η σύγκρουσή της με την Ελλάδα για τον έλεγχο της περιοχής παίρνει τη μορφή ακήρυχτου πολέμου, με τον Μακεδονικό Αγώνα. Ωστόσο, οι προσπάθειες της Σόφιας αποδεικνύο­νται ατελέσφορες και καταλήγουν σε συντριπτικές ήττες στον Β’ Βαλκανικό και τον Α’ Παγκόσμιο Πό­λεμο. Δυο δεκαετίες αργότερα, η ήττα του ελληνικού στρατού από τις γερμανικές δυνάμεις φάνηκε να δίνει την ευκαιρία στη Βουλγαρία, η οποία είχε στο μεταξύ προσχωρήσει στο ναζιστικό στρατόπεδο, την ευκαιρία που τόσο επιζητούσε, καθώς η χώρα μας χωρίζεται σε τρεις ζώνες κατοχής – μία γερ­μανική, μία ιταλική και μία βουλγαρική. Το μεγα­λύτερο μέρος της Μακεδονίας τίθεται υπό βουλ­γαρική διοίκηση.

 

Τριπλή κατοχή. Χάρτης, Καθημερινή.

 

Από το 1941 έως και το 1944, οι Έλληνες, αλλά και οι Εβραίοι της Μακεδονίας υπέστησαν πρωτοφανείς διώξεις, η αγριότητα των οποίων ξεπερ­νούσε σε ορισμένες περιπτώσεις τη θηριωδία των Ναζί στην υπόλοιπη Ελλάδα. Σύμβολο του μαρτυ­ρίου έγινε το χωριό Δοξάτο και μάλιστα για δεύτερη φορά στην ιστορία του, καθώς είχε καταστραφεί από τους Βούλγαρους και κατά τη διάρκεια της υποχώρησής τους, στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο. Όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, οι μαζικές διώξεις υπο­νόμευσαν ηθικά, πολιτικά και ιδεολογικά όλα τα επιχειρήματα της βουλγαρικής πλευράς περί νόμι­μων διεκδικήσεων στη Μακεδονία. Εξ άλλου, η πο­ρεία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σύντομα επρό­κειτο να αλλάξει και η Σόφια θα βρισκόταν παγι­δευμένη στο «λάθος στρατόπεδο».

 

Οι επιδιώξεις των Βούλγαρων στη Μακεδονία

 

Μετά την ήττα του ελληνικού στρατού από τις ναζιστικές δυνάμεις, η περιοχή από τον Στρυμόνα έως τον Έβρο, μαζί με τα νησιά της Θάσου και της Σαμοθράκης παραχωρήθηκαν στη Βουλγαρία, ως ανταμοιβή για την προσχώρησή της στον Άξονα (εκτός από 3/4 του νομού Έβρου, έπειτα από σχετι­κή αξίωση της Τουρκίας). Έκτοτε, για τους κατακτητές ανήκαν διοικητικά στην «περιφέρεια Άσπρης Θάλασσας» ή «Αιγαίου» ή «Αιγαιίδα» (Μπελομόρε), η οποία συμπεριλαμβανόταν στην 4η περιοχή (Στάρα Ζαγκόρα – Πλόντιφ – Μπελομόρε) βουλγαρικής επικράτειας. Εδώ έγκειται και η διαφορά μεταξύ ιταλικής, γερμανικής και βουλγαρικής κατοχής. Οι Ιταλοί και οι Γερμανοί αναγνώριζαν ότι βρίσκονται σε μια ξέ­νη χώρα ως δύναμη κατοχής, ενώ οι Βούλγαροι προ­παγάνδιζαν ότι βρίσκονται σε «απελευθερωμένο βουλγαρικό έδαφος» και σκόπευαν να μείνουν ο­ριστικά.

 

Το όνειρο της «Μεγάλης Βουλγαρίας».

 

Η Βουλγαρία ισχυριζόταν πως δεν κατέλαβε, αλλά απελευθέρωσε περιοχές, οι οποίες ήταν βουλ­γαρικό εθνικό έδαφος με αδύναμο βουλγαρικό πλη­θυσμό, λόγω της προηγηθείσας πολιτικής εξελλη­νισμού του ελληνικού κράτους. Έτσι δικαιολογού­σε τα αποτελέσματα βουλγαρικής απογραφής της 31ης Μαΐου 1941 στην «περιφέρεια Άσπρης Θάλασσας», κατά την οποία καταγράφηκαν 13 πόλεις και 799 χωριά (συνολικά 812 οικισμοί) και απο­γράφηκαν 649.419 κά­τοικοι. Και συγκεκριμέ­να κατά εθνικότητα 43.761 Βούλγαροι, 6.138 Πομάκοι, 72.985 Τούρ­κοι, 514.426 Έλληνες και 12.019 άλλοι (Εβραίοι, Αρμένιοι κ.ά.).

Βουλγαρικό πυροβολικό στην Αδριανούπολη.

Η νέα βουλγαρική κα­τοχή υπήρξε βαρύτερη από τις προηγούμενες (η πρώτη στους Βαλκανικούς, 1912 -1913, κι η δεύτερη στον Α’ Πα­γκόσμιο, το 1916 -1919), καθώς ο ελληνισμός της «βουλγαροκρατούμενης ζώνης» (514.426 Έλληνες, κατά τους Βουλγάρους) βρέθη­κε αντιμέτωπος με έναν επιθετικό βουλγαρικό ε­πεκτατισμό, ανανεωμένο από τις νέες συνθήκες, λόγω της συνεργασίας του με τη Γερμανία, και α­ποφασισμένο με το τέλος του πολέμου να διεκδι­κήσει «αποκατάστασιν της εθνικής ενότητος της Βουλγαρίας».

Ο Βούλγαρος Βασιλιάς Βορίς Γ’ και ο Αδόλφος Χίτλερ.

Η μοναρχική εξουσία του Βόρη Γ’, με την «πρό­θυμη», κατά την προπαγάνδα της, συνεργασία και συμμετοχή της πολιτικής, εμποροβιομηχανικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής κοινότητας της Βουλγαρίας, επιχείρησε να ανατρέψει τα πληθυ­σμιακά δεδομένα και να (απο)δείξει την ενότητα της «Παλιάς Βουλγαρίας» με τα «νεο – απελευθερωμένα» εδάφη.

Προετοίμαζε την πολυπόθητη οριστική προ­σάρτησή τους με το να δημιουργήσει «εθνικά δίκαια» των «σκλαβωμένων για χρόνια Βουλγάρων α­δελφών» στις παραχωρημένες, από τους Γερμανούς, στη Βουλγαρία περιοχές: τα σερβικά εδάφη, τη Δομβρουτσά, επαρχία ρουμανική, αλλά και «την πε­ριφέρεια Άσπρης Θάλασσας», δηλαδή τον νομό Σερρών, εκτός της περιοχής της Νιγρίτας (δηλαδή εκτός του 1/5 του νομού Σερρών), τους νομούς Δράμας – Ξάνθης – Καβάλας – Ροδόπης και Έβρου, εκτός της ουδέτερης ζώνης (δηλα­δή εκτός των 3/4 του νομού Έβρου).

Παρά τις όποιες αρχικές υποσχέσεις προς τους κατοίκους για ασφάλεια, ευνομία, ζωή, τιμή και πε­ριουσία, όλα μαρτυρούν ότι εφαρμόσθηκε στα νε­οαποκτηθέντα για τη Βουλγαρία εδάφη ένα μελε­τημένο, και στις λεπτομέρειές του, πρόγραμμα εμ­φάνισης των υπό κατοχήν περιοχών με ό­ψη και χαρακτήρα βουλγαρικό.

 

Οι προσπάθειες αφελληνισμού του πληθυσμού

 

Καβάλα, 1943. Οι βουλγαρικές αρχές κατοχής καταγράφουν εβραίους, τους οποίους θα παραδώσουν στους Γερμανούς. Φωτογραφία από το βιβλίο του Μιχάλη Ν. Κατσίγερα, «Ελλάδα 20ος αιώνας: Οι φωτογραφίες».

Ο Ελληνισμός, ανεπιθύμητος στη βουλγαροκρατούμενη Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη υπέστη, κατά την τρίχρονη κατοχή (1941 -1944), μέτρα κατάργησης κάθε εθνικής και θρησκευτικής του ελευθερίας, αλλά και σκληρότατα μέτρα εξό­ντωσής του:

Κατάλυση του ελληνικού κράτους σε όλες του τις εκδηλώσεις (Διοίκηση, Εκκλησία, Παιδεία…).

Ανάληψη της δημόσιας και ιδιωτικής οικονο­μικής ζωής από το βουλγαρικό κράτος και από Βούλγαρους ιδιώτες (αναγκαστικός συνεταιρι­σμός, απαγόρευση άσκησης επαγγελμάτων…).

Αποδυνάμωση του ελληνικού στοιχείου με την απομάκρυνση των στηριγμάτων του, πνευματικών, κοινωνικών, ηθικών, τις απελά­σεις, τη στρατολογία και την απαγωγή των ανδρών μακριά από τις εστίες τους (ομηρία, «τάγ­ματα εργασίας»).

«Βουλγαροποίηση» του ελληνικού στοιχείου, με την υποχρέωση έκδοσης βουλγαρικής ταυ­τότητας, πίεση για δήλωση βουλγαρικής εθνικό­τητας, υποχρεωτική χρήση βουλγαρικής γλώσ­σας σε όλες τις εκδηλώσεις της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής κ.ά.

Οικονομική αφαίμαξη του ελληνικού στοιχείου με την επιβαλλόμενη ανεργία, τη βαριά φορο­λογία, τον αναγκαστικό δανεισμό από το βουλγαρικό Δημόσιο, τις αρπαγές κ.ά. Τρομοκράτηση, βιαιοπραγίες, απαγορεύσεις, εξαθλίωση των λαϊκών τάξεων, κυρίως με τους περιορισμούς στη διατροφή, το νερό, τον φωτι­σμό.

Δημογραφική αραίωση του τόπου, καθώς με τις διάφορες πιέσεις προωθούνταν η εκούσια ή ακούσια μετανάστευση των Ελλή­νων κατοίκων του.

Αλλοίωση της εθνολογικής σύνθεσης με τον εποικισμό με Βούλγαρους εθελοντές εποίκους.

Προπαγάνδα του βουλγαρικού ενδιαφέροντος με την οργάνωση συνεδρίων, διασκέψεων κ.ά., την κατασκευή τεχνικών έργων κ.ά. διαφημιζό­μενων με απροκάλυπτες τυμπανοκρουσίες από τον βουλγαρικό Τύπο.

Εμφάνιση μορφωτικού – καλλιτεχνικού – «εκ­πολιτιστικού» έργου με εκδηλώσεις στις κατεχόμενες περιοχές προς επίδειξη του βουλγαρικού χαρακτήρα της «Νέας Βουλ­γαρίας» (κοινής καταγωγής, θρησκείας, γλώσ­σας, ηθών και εθίμων).

 

Η εξέγερση της Δράμας και η σφαγή στο Δοξάτο

 

Η πρώτη ένοπλη αντίδραση στον αφόρητο ζυγό της βουλγαρικής κατοχής, η εξέγερση της Δράμας και της γύρω περιοχής της (28 προς 29 Σε­πτεμβρίου 1941), παραμένει σκοτεινή υπόθεση σε πολλά σημεία της. Φαίνεται πως η κομματική οργάνωση του ΚΚΕ Δράμας εκτίμησε εσφαλμένα την κατάσταση: Παρασύρθηκε, υπολογίζοντας σε γρήγορη νί­κη του «Κόκκινου Στρατού» και στη λαϊκή δυσαρέσκεια και τη λαχτάρα για αντίδραση στην καταπίεση. Έδωσε πίστη σε φήμες για κομμουνιστική εξέ­γερση στη Βουλγαρία κατά των Γερμανών και για επικεί­μενη προσχώρηση του βουλ­γαρικού στρατού κατοχής σ’ αυτήν (ενδεχομένου υποβολιμαίες από την Ασφάλεια των βουλγαρικών Αρχών κατοχής – Οχράνα. Δηλαδή δεν απο­κλείεται βουλγαρική «προβο­κάτσια» με σκοπό την εξό­ντωση του ελληνικού στοι­χείου).

Η εξέγερση, όμως, ήταν πρόωρη και η έλλειψη στρα­τιωτικών στελεχών και κα­τάλληλων μηχανισμών, αλλά και σχεδίου και στόχου, δεν ά­φηναν προοπτική επιτυχίας και οδήγησαν σε τραγωδία. Με το πρόσχημα της καταστολής της εξέγερσης, οι βουλγαρικές Αρχές προχώρησαν σε σκληρά αντίποινα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού στην ευρύτερη περιοχή της Δράμας: συλλήψεις, εκτελέσεις (3.000 στην πόλη της Δράμας και στο χωριό Δοξάτο μόνο), ανακρίσεις, ξυλοδαρμοί, λεηλασίες…

 

Οι κρεμασμένοι της Φλώρινας. Φωτογραφία: Εφημερίδα Καθημερινή.

 

Η συστηματική καταδίωξη των ανταρτών συ­νεχίσθηκε μέχρι τις 5 Νο­εμβρίου 1941. Οι βουλγαρικές δυνάμεις κατά­φεραν την εξόντωση των ενόπλων ανταρτικών ο­μάδων και τη σύλληψη και ε­κτέλεση ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ, ενώ, και μέχρι τα μέ­σα του 1942, οι ελάχιστοι διασωθέντες αντάρτες επιχειρού­σαν να διαφύγουν στη γερμανοκρατούμενη ζώνη. Τα «γεγονότα της Δράμας» συγκλόνισαν όλο τον υπόδουλο ελληνικό λαό.

Στην Ανατο­λική Μακεδονία και Θράκη οι συνέπειες ήταν καθοριστικές για το μέλλον: επικράτησε σύγ­χυση για τις συνθήκες εκδήλωσης «του κινήματος της Δράμας», το ΚΚΕ βρέθηκε χωρίς ηγεσία, εξαιρετικά δύσκο­λη ήταν πια η ανάπτυξη αξιό­λογου μαζικού ανταρτικού κινήματος, διότι προέκυψε δι­στακτικότητα και φόβος του πληθυσμού για την ένοπλη δράση, αλλά και καχυποψία και εχθρότητα κάποτε προς το ΚΚΕ, στο οποίο χρεώνονταν τα τρομερά αντίποινα των Βουλ­γάρων, με αποτέλεσμα να ευ­νοηθεί η εμφάνιση και η δράση αυτόνομων, κυρίως εθνικιστικών, α­ντιστασιακών ομάδων.

Συμπερασματικά, στη διάρκεια της κατοχής 1941 -1944, η Βουλγαρία, σε πλήρη αντίφαση με την επί­σημη ρητορική της «…περί τηρήσεως απολύτου ισότητος και δικαιοσύνης έναντι του πληθυσμού…», μέσω της αποδυνάμωσης, της απομάκρυνσης, της εξόντωσης, της «βουλγαροποίησης» του πλη­θυσμού και της τελικής αλλοί­ωσης της εθνολογικής του σύνθεσης προετοίμαζε την ε­πιθυμητή οριστική προσάρ­τηση της Ανατολικής Μακε­δονίας και Δυτικής Θράκης, για να εκπληρώσει επιτέλους, με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πο­λέμου, το όνειρο της «Μεγάλης Βουλγαρίας» και να επικρατήσει στη χερσόνησο του Αίμου.

  

Κατερίνα Τσέκου

Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.

 

 Πηγή


  • Καθημερινή, «Η Β. Ελλάδα υπό Βουλγαρική κατοχή», Κυριακή 1 Αυγούστου 2010.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940


 

Την επαύριο του τορπιλισμού της «Έλλης» η ελληνική κυβέρνηση αποσιώπησε ότι η επίθεση ήταν έργο των Ιταλών. Παρά τα α­διάσειστα στοιχεία και τις υποψίες του λαού για τους ενόχους, η Ελλάδα απέφυγε τη σύρραξη. Έτσι, ο Ιωάννης Μεταξάς κέρδιζε κι άλλον χρόνο προκειμένου να προετοιμάσει τη χώρα του ενάντια σε μια μεγάλη ιταλική εισβολή την οποία ανέμενε από καιρό. Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο πρεσβευτής της Ιταλίας στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι επέδωσε στον Μεταξά τελεσίγραφο της ιταλικής κυβέρνησης. Με αυτό, η Ρώμη ζητούσε να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρα­τευμάτων, τα οποία θα κατελάμβαναν απροσδιόριστα «στρατηγικά σημεία» εντός της ελληνικής επικράτειας.

Ιωάννης Μεταξάς

Ο Μεταξάς αρνήθηκε, απαντώντας στα γαλλικά: «Alors, c’ est la guerre» («Λοιπόν, έχουμε πόλεμο»). Με το «ΟΧΙ» άρχισε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος. Οι εντυπωσιακές νίκες των Ελλήνων κατά των Ιταλών θα έφερναν εν καιρώ τους Γερμανούς στην Ελλάδα, οι οποίοι θα έσπευδαν σε βοήθεια των συμμάχων τους που αποτύγχαναν στην επίθεσή τους από την Αλβανία. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η αναγκαστική γερμανική επέμβαση στα Βαλκάνια επηρέασε την έκβαση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς καθυστέρησε την Επιχείρη­ση Μπαρμπαρόσα στην ΕΣΣΔ. Άλλοι ιστορικοί διαφωνούν με αυτήν τη θέση. Το βέβαιο είναι πως η απόκρουση της ιταλικής εισβολής αποτέλεσε την πρώτη νίκη κατά μιας χώρας του Άξονα. Το ηθικό παράδειγμα από το «Έπος του ’40» τονιζόταν τότε στους διθυραμβικούς επαίνους για τη μικρή Ελλάδα. Όπως είχε πει και ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσόρτσιλ: «Εφεξής δεν θα λέμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες».

 

Η στροφή του Μεταξά προς τη Μεγάλη Βρετανία

 

«Δηλαδή θα έπρεπε δια ν’ αποφύγωμεν τον πόλεμον να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να πρόβλεψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος».

Ανακοίνωσις του Πρωθυπουργού Ι. Μεταξά προς τους ιδιοκτήτας και αρχισυντάκτας του Αθηναϊκού Τύπου εις το Γενικόν Στρατηγείον (ξενοδοχείον «Μεγάλη Βρεταννία»)

Τα παραπάνω λόγια αποτελούν απόσπασμα από ομιλία του Ιωάννη Μεταξά στους διευθυντές των αθη­ναϊκών εφημερίδων δυο μόνο ημέρες μετά την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, στις 30 Οκτωβρίου 1940. Η στάση του Μεταξά στη διάρκεια του πολέμου δεν αποτελούσε ευκαιριακή τοποθέτηση, αλλά υπήρξε φυσιολογικό επακόλουθο της συνεπούς διπλωματικής πορείας της χώρας, από τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του 1910, να συνεργάζεται με τη Βρετανία που αποτελούσε τη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη στον χώρο της Μεσογείου.

Τα σύννεφα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου πύκνωσαν στην Ευρώπη ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, όταν μια σειρά από ναζιστικά και φασιστικά καθεστώτα ανέλαβαν τον κυβερνητικό έλεγχο σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία. Την ίδια στιγμή στα Βαλκάνια οι ζυμώσεις για τη διαμόρφωση σφαιρών επιρροής άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Η περιοχή άλλωστε αποτελούσε προνομιακό χώρο, όπου τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων τέμνονταν προκαλώντας έτσι αναπόφευκτες εντάσεις, συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις.

Η Ιταλία και η Μεγάλη Βρετανία ήταν οι δυο χώρες που ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο της περιοχής και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να προωθήσουν τα ερείσμα­τά τους. Ο ανταγωνισμός αυτός προσείλκυσε αναπόφευκτα πολιτικούς από όλα τα Βαλκάνια, πολλοί από τους οποίους ανέλαβαν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες θέλοντας να εκμεταλλευτούν προς όφελος των ιδίων και των κρατών τους την αντιπαράθεση των ισχυρών.

Μουσολίνι και Χίτλερ

Στο πλαίσιο αυτό, παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ιωάννης Μεταξάς ανέλαβε πρωτοβουλίες, που τελικά ενίσχυσαν τα αγγλικά συμφέροντα στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, κατέφυγε σε αγγλικές τράπεζες για την παροχή δανείων, παρέδωσε τον αποκλειστικό έλεγχο των τηλεπικοινωνιών με το εξωτερικό για δεκαέξι χρόνια σε αγγλικές εταιρείες, ενώ διατήρησε το εργοστάσιο συναρμολόγησης αεροπλάνων υπό βρετανικό έλεγχο,

Η εκχώρηση των κρατικών υποδομών στους Βρετανούς διέλυσε, όπως ήταν λογικό, τους ενδοιασμούς του Λονδίνου για τις προθέσεις του Μεταξά. Στα τέλη του 1938 ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα βομβάρδιζε την υπηρεσία του με αναφορές εκθειάζοντας το καθεστώς Μεταξά, τη μόνη λύση στο πολιτικό χάος τα χώρας, όπως έλεγε. Η απροκάλυπτη αγγλική υποστήριξη εξώθησε τον Μεταξά σε ακόμη μεγαλύτερη προσχώρηση στη βρετανική συμμαχία.

«Αυτό που επιθυ­μώ», εκμυστηρευόταν στον Βρετανό πρεσβευτή στα τέλη του 1938, «είναι μια συμμαχία με τη Μεγάλη Βρετα­νία. Και γιατί όχι. Θα πρέπει να δεχτούμε ως δεδομένο ότι σε περίπτωση ευρωπαϊκού πολέμου, το ναυτικό και η αεροπορία της Μεγάλης Βρετανίας θα έχουν απόλυτη ανάγκη των ελληνικών νησιών και λιμα­νιών… Μια συμμαχία επομένως θα ήταν το φυσικότερο πράγμα, από την άποψη ότι δεν υπάρχει άνδρας ή γυναίκα ή παιδί στην Ελλάδα που να μην είναι ολόψυχα αφοσιωμένοι στη χώρα σας».

Οι προτάσεις Μεταξά οδήγησαν τον Waterlow στην άποψη ότι ο Έλληνας δικτάτορας ήταν πολύ καλύτερος από τους συνηθισμένους πολιτικούς και ότι «αν και γερμανόφιλος, οι σχέσεις μας με τον τωρινό πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου υπήρξαν φιλικότερες από τις σχέσεις μας με τους προκατόχους του». Οι επισημάνσεις του πρεσβευτή κλόνισαν τελικά τις επιφυλάξεις του Λονδίνου, παραμερίζονται και τους τελευταίους δισταγμούς του για τα οφέλη από μια πιθανή συμμαχία με την Ελλάδα.

Έτσι τον Απρίλιο του 1939, όταν ο Μου­σολίνι κατέλαβε στρατιωτικά την Αλβανία, η Αγγλία και η Γαλλία εγγυήθηκαν επίσημα την ανεξαρτησία της Ελλάδας και της Ρουμανίας σχηματοποιώντας έτσι τα στρατόπεδα που διαμορφώνονταν στην περιοχή. Αν και η παραπάνω εγγύηση δημιουργούσε περισσότερο μια ηθική υποχρέωση και δεν αποτελούσε σαφή δέσμευση από την πλευρά της Βρετανίας κήρυξης πολέμου για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας, έγινε δεκτή με ανακούφιση.

 

Σύγκλιση βασικής στρατηγικής με αποκλίσεις τακτικής

 

Ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄στο αλβανικό μέτωπο.

Από τη στιγμή εκείνη και έπειτα, ενάμιση, δηλαδή, χρόνο πριν από την επίσημη κήρυξη του πολέμου, οι ενέργειες του Μεταξά ήταν όλο και πιο εναρμονισμένες με την πολιτική του Λονδίνου. Έτσι, οι προσπάθειες της Ρώμης να προσεγγίσει την Αθήνα κοινοποιήθηκαν στο Λονδίνο και όπως ήταν φυσικό απορρί­φθηκαν. Την ίδια στιγμή το «φλερτ» της Βουλγαρίας με τις δυνάμεις του Άξονα μεγάλωνε την ανασφάλεια της Αθήνας για την τύχη της Μακεδονίας στην αγκαλιά της Βρετανίας.

Η οριστικοποίηση της ελληνοβρετανικής συνεργασίας επικυρώθηκε με την υπογραφή διμερούς εμπορικής συμφωνίας τον Ιανουάριο του 1940, που προέβλεπε περικοπή των ελληνικών εξαγωγών προς τη Γερμανία. Η Ελλάδα είχε καταστεί δέσμια των βρετανικών οικονομικών συμφερόντων, κάτι που βεβαίως έγινε αντιληπτό τόσο στο Βερολίνο όσο και στη Ρώμη. Ως εκ τούτου, το καθεστώς ουδετερότητας είχε πια τυπική μόνο σημασία, αφού κατ’ ουσίαν η Αθήνα είχε ήδη με τις ενέργειές τις επιλέξει τελεσίδικα το στρατόπεδο του Λονδίνου.

Θα πρέπει βεβαίως να επισημανθεί πως η πολιτική της Βρετανίας στα Βαλκάνια απέβλεπε κυρίως στην υπεράσπιση της Τουρκίας και των Στενών, σε αντίθεση με τους Γάλλους που προτιμούσαν την ανάληψη πιο ριζοσπαστικών πρωτοβουλιών, όπως την εγκατάσταση συμμαχικού προγεφυρώματος στη Θεσσαλονίκη. Όσον αφορά την Ελλάδα, η βρετα­νική θέση συνοψιζόταν πως σε περίπτωση ιταλικής εισβολής, βρετανικές δυνάμεις θα αποβιβάζονταν στην Κρήτη για να βοηθήσουν τους Έλληνες στην απόκρουση τα ιταλικής επίθεσης, ενώ ταυτόχρονα ο βρετανικός στόλος στο Αιγαίο θα κι­νητοποιούνταν για να διασφαλίσει τον έλεγχο των επικοινωνιών στην περιοχή. Η διασφάλιση δηλαδή τα εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας εξαρτάτο πολύ περισσότερο από την ικανότητα της Βρετανίας να νικήσει την Ιταλία σε έναν διμερή πόλεμο, παρά από τη δυνατότητα τα να προσφέρει στρατιωτική βοήθεια στην ηπειρωτική Ελλάδα.

 

Πορεία μεταγωγικών του στρατού στον ποταμό Δεβόλη. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

 

Οι ελληνικές πρωτοβουλίες δεν έμεναν φυσικά απαρατήρητες από το καθεστώς του Μουσολίνι προκαλώντας τη δυσαρέσκειά του. Από τις αρχές κιόλας του 1940 η ιταλική επιθετικότητα έναντι της χώρας κλιμακώθηκε, αφού η Ρώμη επιθυμούσε να δοκιμάσει τις αντοχές της Αθήνας στις παράλογες αξιώσεις της. Τον Αύγουστο μάλιστα σημειώθηκε συνδυασμένη επίθεση των ιταλικών εφημερίδων εναντίον της Ελλάδας, ενώ ελληνικά πλοία παρενοχλούνταν στο Αιγαίο από την ιταλική διοίκηση της Δωδεκανήσου.

Σύμφωνα με πρόσφατες αρχειακές μαρτυρίες από τα ιταλικά αρχεία, ο Μουσολίνι είχε αποφασίσει να κηρύξει τον πόλεμο στην Ελλάδα ήδη από το καλοκαίρι του 1940 με συμβολική κίνηση τον τορπιλισμό της «Έλλη», αλλά υποχρεώθηκε να αναβάλει για μερικούς μήνες τα σχέδιά του έπειτα από συμβουλές των Γερμανών. Αμέσως μετά τα γεγονότα του Δεκαπενταύγουστου ο Μεταξάς σε μια συγκινησιακά φορτισμένη συνάντησή του με τον Βρετανό πρε­σβευτή, του ζήτησε την αμέριστη βρετανική υποστήριξη δηλώνοντάς του κατηγορηματικά ότι είχε αποφασίσει να αντισταθεί σε κάθε επιβουλή του Άξονα εναντίον της Ελλάδα και ότι σε κάθε περίπτωση προτιμούσε την καταστροφή της χώρας του, από την ταπείνωσή της.

Η αποφασιστικότητα του Μεταξά προκάλεσε την αντίδραση του ίδιου του Τσόρτσιλ, ο οποίος σε μήνυμά του προς τον Έλληνα δικτάτορα, στις 25 Αυγούστου 1940, εξέφρασε τον θαυμασμό του για τον τρόπο με τον οποίο ο Μεταξάς είχε χειριστεί την κρίση και τον διαβεβαίωνε πως η θαρραλέα στάση των Ελλήνων, υπό την ηγεσία του, είχε κερδίσει τον θαυμασμό του αγγλικού λαού, που έβλεπε στη στάση των Ελλήνων το παράδειγμα των προγόνων τους μπροστά στον περσικό κίνδυνο.

Ωστόσο, ο Βρετανός πρωθυπουργός επανέλαβε και πάλι τη γνωστή θέση του Λονδίνου πως σε περίπτωση ελληνοϊταλικής σύρραξης η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να αναμένει βρετανική βοήθεια για την προστασία των ηπειρωτικών περιοχών της, αλλά να προσδοκά μόνο βρετανική αεροπορική επίθεση εναντίον της Ιταλίας καθώς και αποστολή δυνάμεων για την άμυνα της Κρήτης. Παρά τη βρετανική διστακτικότητα, όμως ο Μεταξάς δεν έδειξε να υπαναχωρεί από τις θέσεις του. «Απόφασίς μου εις αντίστασιν μέχρις εσχάτων» σημείωνε με αποφασιστικότητα στο «Ημερολόγιό» του. Η άρνησή του να αποδεχθεί το ιταλικό τελεσίγραφο τα χαράματα της 28ns Οκτωβρίου 1940 ήρθε απλώς να επισφραγίσει τις εκπεφρασμένες πεποιθήσεις του.

  

Οι λανθασμένες εκτιμήσεις των Ιταλών «πληρώθηκαν» στην κορυφογραμμή της Πίνδου

 

Ο Μουσολίνι και ο Καβαλλέρο προετοιμάζουν τη μεγάλη επίθεση, Μάρτιος 1941. Αρχείο: Ν. Σ. Μάργαρη.

Στις 15 Οκτωβρίου 1940 στο γραφείο του Μπενίτο Μουσολίνι στη Ρώμη πραγματοποιήθηκε κρίσιμη σύσκεψη, στην οποία ελήφθησαν οι τελικές αποφάσεις για τη διεξαγωγή επιθετικής στρατιωτικής επιχείρησης εναντίον της Ελλάδας. Παρόντες στη σύσκεψη ήταν, εκτός του Ιταλού δικτάτορα, ο υπουργός των Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο, ο αρχηγός και ο υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού καθώς και οι επικεφαλής των στρατευμάτων που βρίσκονταν στην Αλβανία. Μέσα σε κλίμα έκδηλου ενθουσιασμού ο Ντούτσε ανακοίνωσε την απόφασή του για την κήρυξη πολέμου εναντίον της Ελλάδας, απόφαση που, όπως είπε, είχε ωριμάσει μέσα του «επί πολύ καιρό». Ήταν η ομολογία μιας επιθυμίας που είχε χαραχθεί αρκετούς μήνες νωρίτερα και είχε σε αρχικό στάδιο εκ­φρασθεί με τον τορπιλισμό της «Έλλης» ανήμερα της Παναγίας, στις 15 Αυγούστου του 1940.

Οι επιθετικές διαθέσεις του Μουσο­λίνι ενισχύθηκαν από τις διαβεβαιώσεις της στρατιωτικής ηγεσίας πως οι Ιτα­λοί στρατιώτες ανυπομονούσαν να εμπλακούν στις πολεμικές συγκρούσεις σε αντίθεση με τους Έλληνες, που φαίνονταν απρόθυμοι αλλά και ανέτοιμοι να αντιπαραθέσουν αξιόλογη αντίσταση. Ωστόσο, παρά τις εισηγήσεις των Ιταλών στρατηγών τα δεδομένα παραμονές της ελληνοϊταλικής σύγκρουσης φαίνεται ότι ήταν αρκετά διαφορετικά.

Η Ελλάδα όχι μόνο δεν ήταν απροετοίμαστη αλλά είχε φροντίσει ήδη, έστω και καθυστερημένα, από τον Απρίλιο του 1939, όταν η Ιταλία κατέλαβε την Αλβανία, να αναθεωρήσει το αμυντικό της δόγμα που έως τότε βασιζόταν κυρίως στα οχυρωματικά έργα κατά μήκος των βορείων συνόρων της και να προετοιμασθεί για το ενδεχόμενο χερσαίας επίθεσης από την πλευρά της Ηπείρου. Από την άλλη, οι Έλληνες στρατιώτες μόνο απρόθυμα δεν αντιμετώπισαν την κήρυξη του πολέμου. Τέλος, το φρόνημα των Ιταλών στρατιωτών υπερτονιζόταν δυσανάλογα σε σχέση με τις πραγματικές διαθέσεις τους και τη νομιμοφροσύνη τους απέναντι στο φασιστικό καθεστώς.

  

Το «μαρτύριο» του πρεσβευτή

 

Προφανώς τέτοιου είδους αποθαρρυντικές πληροφορίες θα είχαν φθάσει στα αυτιά του Ιταλού πρεσβευτή στην Αθήνα, Εμμανουέλε Γκράτσι, ο οποίος δεν έκρυβε την αγωνία του για τις πρωτοβουλίες των πολιτικών του προϊσταμένων. «Φαντάζομαι ότι στο κελί του θανάτου οι καταδικασμένοι θα περνούν ώρες όχι πολύ διαφορετικές από αυτές που περνώ εγώ τώρα», σημείωνε, λίγο πριν την έναρξη των εχθροπραξιών. Το «μαρτύριο» του Ιταλού πρεσβευτή ολοκληρώθηκε τα χαράματα της 28ns Οκτωβρίου, όταν επέδωσε στον Ιωάννη Μεταξά το ιταλικό τελεσίγραφο. «Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα τη μεγαλύτερη απέχθεια για το επάγγελμά μου», εξομολογείται ο Ιταλός διπλωμάτης.

 

Έλληνες στρατιώτες στο αλβανικό μέτωπο. Φωτογραφία, Λάζαρος Ακερμανίδης.

 

Η είδηση της κήρυξης του πολέμου προκάλεσε παλλαϊκές εκδηλώσεις ενθουσιασμού στην Αθή­να. «Σιγά σιγά η Αθήνα παίρνει το ύφος των μεγάλων εθνικών εορτών, κάτι που θυμίζει λ.χ. Τα Εκατόχρονα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά πιο αυθόρμητα και πιο νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων, με στολές της EON ή με πολιτικά, έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους, με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. Κρατούν εικόνες του βασιλιά, του Μεταξά, του καταδρομικού Έλλη με την επιγραφή: Δεν λησμονούμε. Ο κόσμος συμμετέχει σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητω­κραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιο ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες στον αέρα, ένα φανατισμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που αισθάνομαι τέτοιαν ομόνοια να βασιλεύει στον τό­πο: Κανείς δεν σκέπτεται αυτή τη στιγμή ότι ο εχθρός είναι δέκα φορές ισχυρότερος, ότι ο θάνατος κρέμεται από πάνω μας μέσα σ’ αυτόν τον λαμπρό ουρανό», περιγράφει εκείνο το πρωινό του Οκτωβρίου ο Γιώργος Θεοτοκάς.

Δημήτριος Σιώτος, από τα Σταθέικα Άργους: Κληρωτός του 1936, έφυγε για το μέτωπο όπως χιλιάδες άλλοι πατριώτες με την επιστράτευση (28/10/1940). Φώτο από το βιβλίο του Γ. Κόνδη, «Τετράδιο Πολέμου 1940».

Αλλά και στην κορυφογραμμή της Πίνδου ο ελληνικός στρατός ήταν πιο αποφασισμένος από ποτέ. Εμψυχώνοντας τους άνδρες του ο διοικητής του Αποσπάσματος Πίνδου, Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης, σε ημερήσια διαταγή του αναφέρθηκε στο δίκαιο του ελληνικού αγώνα επικαλούμενος τα κατορθώματα των προγό­νων: «Οι Επαναστάται του ’21 με ξύλα και δρεπάνια αντιμε­τώπισαν Στρατόν της εποχής επιστημονικώς οπλισμένον χάρις εις το εξυψωμένον ηθικόν των… σήμερον εμείς με οπλισμόν σχεδόν ισάξιον του αντιπάλου θα υστερήσωμεν των προγόνων μας; Με το ανώτερον ηθικόν μας, με το δίκαιον του αγώνος μας, με τη δύναμιν του Θεού, θα εξέλθωμεν νικηφόροι της δοκιμασίας. Η πίστις μετακινεί όρη».

Οι ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις στο μέτωπο (Ήπειρος και Δυτική Μα­κεδονία) υπερτερούσαν αριθμητικά των αντίστοιχων ελληνικών, χωρίς όμως να υπολογίζονται οι ελληνικές εφεδρείες. Σύμφωνα με το σχέδιο του ι­ταλικού Γενικού Επιτελείου, θα εκδηλώνονταν δυο κύριες επιθετικές επιχειρήσεις, η πρώτη με στόχο την κατάληψη του Μετσόβου, όπου μάλιστα είχε διατεθεί και η περίφημη μεραρχία των Ιταλών Αλπινιστών «Τζούλια», και η δεύτερη με στόχο την Πρέβεζα για την εξασφάλιση βάσης για το ιταλικό πολεμικό ναυτικό. Αντίθετα, στο μέτωπο της Δυτικής Μακεδονίας το αρχικό ιταλικό σχέδιο ήταν αμυντικό. Ωστόσο, για διάφορους λόγους το ιτα­λικό επιτελικό σχέδιο δεν μπόρεσε τε­λικά να υλοποιηθεί.

 

Οι τρεις φάσεις του πολέμου

 

Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος χωρίζεται σε τρεις φάσεις. Στη φάση από τις 28 Οκτω­βρίου έως τις 13 Νοεμβρίου 1940, ο ελληνικός στρατός βρέθηκε σε θέση άμυνας και τελικά σταμάτησε την ιταλική προέλαση. Στη συνέχεια, οι Έλληνες στρατιώτες εισήλθαν στο έδαφος της Βορείου Ηπείρου πετυχαίνοντας για περίπου δυο μήνες μεγάλες στρατιωτικές νίκες σε βάρος των Ιταλών. Στην τρίτη φάση του πολέμου από τις 7 Ιανουαρίου έως τις 26 Μαρτίου 1941, αρχικά διακόπηκε η ελ­ληνική αντεπίθεση, ενώ αργότερα εκ­δηλώθηκε η εαρινή ιταλική επίθεση, χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα.

 

Αλέξανδρος Παπάγος. Ο Αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων στο Αλβανικό Μέτωπο. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

 

Κορυφαία στιγμή της τρίτης φάσης αποτελεί αναμφίβολα η πολύνεκρη μάχη που δό­θηκε γύρω από το «ύψωμα 731». Τόσο οι Έλληνες όσο και οι Ιταλοί στρατιώτες πολέμησαν με γενναιότητα, τιμώντας τον όρκο που είχαν δώσει προς την πατρίδα τους. Πληθώρα μαρτυριών της εποχής καταγράφουν τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις τους, τις στιγμές μεγαλείου αλλά και – όχι σπάνιες – σκηνές αβρότητας μεταξύ τους.

Κρίσιμος διαχωριστικός παράγοντας, πάντως, στάθηκε το αίσθημα του δικαίου που τόνωνε το φρόνημα των Ελλήνων στρατιωτών.

«Πόσες φορές δεν είδα Έλληνες στρατιώτες να δί­νουν τα τελευταία τσιγάρα τους, την πε­ριορισμένη μερίδα του ψωμιού τους σε Ιταλούς που είχαν αιχμαλωτισθεί. Γιατί ο Έλληνας, μολονότι περιέβαλλε με περιφρόνηση τον Ιταλό στρατιώτη, δεν αισθανόταν γι’ αυτόν, ανθρώπινο μίσος. Όλο το μίσος τους οι Έλληνες το επεφύλαξαν για τον Μουσολίνι και τον κόμητα Τσιάνο, για τους ανθρώπους που είχαν ρί­ξει τον ιταλικό στρατό στον πόλεμο. Και αυτό φαινόταν από τα τραγούδια που τραγουδούσαν, ενώ προήλαυναν», επεσήμαινε Άγγλος πολεμικός ανταποκριτής.

 

Ο βαρύς χειμώνας

 

Σφοδρός αντίπαλος και για τους δυο αντιμαχόμενους στάθηκε ο βαρύς χειμώνας. Οι πολικές καιρικές συνθήκες με τις συχνές χιονοθύελλες και τη χαμηλή ορατότητα, όπως καταγράφονται στα κινηματογραφικά επίκαιρα της εποχής, ευθύνονται για πλήθος από κρυοπαγήματα που οδήγησαν ακόμη και σε ακρωτηριασμούς. Επέφεραν έτσι πολλές δυσχέρειες στα πεζοπόρα τμήματα, ενώ επέτειναν τις δυσκολίες στον εφοδιασμό των μο­νάδων με τρόφιμα και πυρομαχικά.

 

Πορεία μεταγωγικών. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

 

Η παθιασμένη ελληνική αντίσταση και οι απρόσμενες, για πολλούς, επιτυχίες των Ελλήνων στρατιωτών υποχρέωσαν τους Βρετανούς να επανεξετάσουν τη στάση τους απέναντι στη «μάχη της Ελλάδας» και να δηλώσουν ετοιμότητα για προσφορά ουσιαστικότερης βοήθειας.

Από την άλλη, οι εξελίξεις στο μέτωπο προκάλεσαν βαθύτατη κρίση στους κόλπους της ιταλικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας οδηγώντας σε παραιτήσεις αλλά και ανακλήσεις Ιταλών στρατηγών από την Αλβανία, γεγονότα που τραυμάτισαν σοβαρά το γόητρο του Ιταλού δικτάτορα. Καθήλωσαν επίσης σημαντικές ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις που υπό άλλες συνθήκες θα είχαν διατεθεί σε άλλα μέτωπα, όπως εκείνο της Βόρειας Αφρικής. Υποχρέωσαν, τέλος, τη Γερμανία του Χίτλερ να επέμβει η ίδια στο ελληνικό μέτωπο προκειμένου να δώσει το αποφασιστικό χτύπημα.

 

Ιάκωβος Μιχαηλίδης

Επίκουρος καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ.

 

Πηγή


  • Καθημερινή, «Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος », Κυριακή 13 Ιουνίου 2010.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Βραχνός Βασίλειος (1887 – 1971)


 

Βραχνός Βασίλειος

Έλληνας στρατιωτικός. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1887. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πήρε μέρος σε όλους τους πολέμους από το 1912 μέχρι το 1922. Το 1940 έγινε υποστράτηγος και διορίστηκε διοικητής της 1ης Μεραρχίας Πεζικού. Μετά την έναρξη των επιχειρήσεων, έσπευσε σε βοήθεια του Αποσπάσματος Πίνδου και συνέβαλε στην ήττα της Μεραρχίας Αλπινιστών Τζούλια. Στη διάρκεια της Κατοχής ήταν ένας από τους ιδρυτές της αντιστασιακής οργάνωσης «Άγνωστος Μεραρχία». Συνελήφθη και εκτοπίστηκε πρώτα στην Ιταλία και μετά στη Γερμανία. Απελευθερώθηκε το 1945. Το 1946 προήχθη σε αντιστράτηγο και το 1948 αποστρατεύτηκε. Εξελέγη βουλευτής το 1951 και το 1952. Το 1954 ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος τον διόρισε υφυπουργό Εξωτερικών. Πέθανε στην Αθήνα το 1971.

 

Πηγή


  • National Geographic, «1940-41 Ελλάδα, η Πρώτη Νίκη», Αθήνα, 2000.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Παρουσίαση του Βιβλίου « Τετράδιο Πολέμου 1940 »


 

Λίγο πριν φτάσουν στο μέτωπο. Ο Δ. Σιώτος δεξιά.

Η Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Άργους-Μυκηνών (ΚΕΔΑΜ), οι Εκδόσεις « Εκ Προοιμίου» και η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, σας προσκαλούν στην παρουσίαση του Βιβλίου « Τετράδιο Πολέμου 1940 » του Γιώργου Κόνδη, που θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα εκδηλώσεων του Μπουσουλοπούλειου 1ου Γυμνασίου Άργους ( Δαναού 26) το Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011 και ώρα 8.00 μ.μ.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

Ο Αγαθοκλής Π. Παναγούλιας, Ιστορικός – Ερευνητής,

Ο Βασίλης Τσιλιμίγκρας, Φιλόλογος – Ιστορικός και ο Συγγραφέας.

Αποσπάσματα θα διαβάσει ο Σκηνοθέτης της Αργολικής Πολιτιστικής Πρότασης Νικόλας Ταρατόρης.

Η παρουσία σας θα μας δώσει ιδιαίτερη χαρά.

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο


 

Αλβανικό μέτωπο.

Το νέο βιβλίο του Κοινωνιολόγου – Εκπαιδευτικού « Τετράδιο Πολέμου 1940» έρχεται  να  προστεθεί  και  να  εμπλουτίσει την ήδη σημαντική σειρά των ερευνητικών βιβλίων, που αφορούν κυρίως στην τοπική ιστορία και παράδοση,  των εκδόσεων « Εκ προοιμίου».  Στις σελίδες ενός κιτρινισμένου και φθαρμένου τετραδίου που χρόνια κρατούσε κρυμμένο στο μπαούλο του ο Δημήτριος Ι. Σιώτος από τα Σταθέϊκα Άργους, είχε φυλαγμένες τις σκληρές αναμνήσεις μιας ολόκληρης εποχής. Κληρωτός του 1936, στην επιστράτευση του Οκτωβρίου 1940, εντάχθηκε στον 10ο Λόχο του 8ου Συντάγματος Πεζικού που είχε έδρα το Ναύπλιο.

« Στις 23/11/40 το βράδι εξεκίνησε όλο το σύνταγμα να φύγει πήραμε έναν ατραπό δρόμο ένας πίσω τον άλλον μέσα σε κάτι ρεματιές και σε κάτι δάση που δεν έβλεπες ούτες θεό από τις οξιές. Δο να μίνουμε κι να φθάσουμε που να μίνουμε άλος έπεφτε δόθε άλος γλίστραγε κίθε από τις λάσπες και την κακοτοπιά…».

Έτσι ξεκινάει η μακρά πορεία στο μέτωπο. Ο Δημήτριος Σιώτος με τα λιγοστά γράμματα της Δ΄ Δημοτικού καταγράφει το έπος της Αλβανίας με ένα πηγαίο λόγο, απλό και απέριττο. Η ιστορία του μπορεί να είναι η ιστορία κάθε στρατιώτη εκείνων των ημερών. Στις σελίδες του τετραδίου του, παρουσιάζονται οι κακουχίες και οι περιπέτειες ενός στρατού που κλήθηκε να υπερασπίσει την πατρίδα του σ’ έναν πόλεμο που κήρυξαν απροκάλυπτα οι δυνάμεις του άξονα.

 

Τετράδιο Πολέμου 1940

 

Περιγράφοντας την πεζοπορία προς το μέτωπο, ο Δημήτριος Σιώτος κατορθώνει με την αμεσότητα και την απλότητα της γλώσσας να μας δώσει εξαιρετικές εικόνες μιας δραματικής έντασης και ενός απίστευτου βαθμού δυσκολίας που ενισχύει στα μάτια μας την αίσθηση ηρωισμού των μαχητών αυτών.

Ελληνοαλβανικά σύνορα. Χαιρετιστήριο από εξάδελφο του Γ. Νανόπουλου.

Αυτό το τετράδιο – που μέσα του έκλεινε τη νιότη του- ο Δημήτριος Σιώτος εμπιστεύθηκε στον Κοινωνιολόγο και Εκπαιδευτικό Γιώργο Κόνδη. Αυτός το παρέλαβε με χαρά και σεβασμό. Το Τετράδιο Πολέμου ήταν ο πυρήνας μιας σπουδαίας έρευνας, που σήμερα ο συγγραφέας μας παραδίδει εμπλουτισμένη με συνεντεύξεις και αφηγήσεις κι άλλων μαχητών, όπως του Γεωργίου Δ. Νανόπουλου από την Πυργέλα.

Επιχειρεί στο βιβλίο του να καταγράψει άγνωστες λεπτομέρειες και προσωπικές εμπειρίες των μαχητών του ’40 αναζητώντας πληροφορίες σε αρχεία, σε παλιά έγγραφα, σε δημοσιεύματα εκείνης της περιόδου αλλά και επίσημα στοιχεία από τον Δήμο του Άργους. Αντιπαραβάλει σχετικά κείμενα σπουδαίων ποιητών και συγγραφέων όπως το « Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, οι συγκλονιστικές περιγραφές του Άγγελου Τερζάκη για τις μάχες που δόθηκαν για την κατάληψη της Κλεισούρας και Τεπελενίου κ.α.

« στην 1 η όρα κατέβηκα στο άργος και τόκοψα στα πόδια και το προΐ με τον ίλιο έφθασα στο χωριό …τέλος. Στης 27/4/41 έφθασα στο σπίτη».

28/10/1940 – 27/4/41. Μια συγκλονιστική ιστορία ενός απλού ανθρώπου, ενός απλού μαχητή, που χώρεσε σε 70 σελίδες ενός απλού τετραδίου.

 

Read Full Post »

Η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα 1941


 

Προέλαση των Γερμανικών στρατευμάτων προς το νότο. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

Τον χειμώνα του 1940 και ενώ σχεδόν ολόκληρη η Ευρώπη έχει υ­ποταχθεί στις δυνάμεις του ναζισμού, η Ελλάδα καταφέρνει να α­ποκρούσει με επιτυχία την εισβολή της Ιταλίας στην επικράτειά της, αναπτερώνοντας το ηθικό όσων κρατών απέμεναν ακόμη να αντιστέκονται. Θορυβημένος από την ήττα του Μουσολίνι στην Ήπειρο, ο Χίτλερ αποφασίζει να παρέμβει. Ο ήδη εξαντλημένος από τις πολύμηνες μάχες στην Πίνδο ελληνικός στρατός δεν ήταν σε θέση να αντιπαρατεθεί με τις αριθμητικά πολλαπλάσιες δυνάμεις της Ιταλίας, της Γερμανίας και της Βουλγαρίας, μο­λονότι 60.000 Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, Κύπριοι και Παλαιστίνιοι στρατιώτες προσέφεραν πολύτιμη βοήθεια. Πάντως, ο απελπισμένος αγώνας που δόθηκε μέχρι να σβήσει και η τελευταία εστία αντίστασης, στην Κρήτη, αποτέλεσε μια από τις συγκλονιστικότερες στιγμές του 20ού αιώ­να.

Από τους Έλληνες υπερασπιστές των οχυρών της γραμμής Μεταξά, που συνέχισαν να πολεμούν ακόμη και όταν όλα είχαν τελειώσει, μέχρι τους απαράμιλλης ανδρείας Νεοζηλανδούς, από τους οποίους ζητήθηκε να δώ­σουν και την τελευταία ρανίδα του αίματός τους, στον Πλαταμώνα, η μά­χη της Ελλάδας ανέδειξε τα όρια του ανθρώπινου θάρρους. Παρά τα λάθη, η Γερμανία χρειάστηκε περισσότερες ημέρες για να θέσει υπό τον έλεγχό της ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, απ’ ό,τι χρειάστηκε για να καταλάβει τη Γαλλία. Εντούτοις, απέδειξε – σε όσους ακόμη αμφέβαλλαν – ότι διαθέτει την αρτιότερη πολεμική μηχανή που είχε εμφανιστεί έως τότε στην ιστορία και θα χρειαζόταν χρόνια για να νικηθεί.

 

Άκαρποι διπλωματικοί ελιγμοί

 

Αλέξανδρος Παπάγος, αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων.

Η γερμανική εισβολή στη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα, στις 6 Απριλίου του 1941, σηματοδοτούσε την περιέλευση της Βαλκανικής υπό τον γερμανικό έ­λεγχο. Η χερσόνησος δεν αποτελούσε στο σύνολό της πεδίο προτεραιότητας για το Βερολίνο. Καθοριστικός για τον γερμανικό σχεδιασμό ήταν ο έλεγχος των πετρελαιοπηγών της Ρουμανίας. Το ενδιαφέρον της Γερμανίας για την Ελλάδα προέκυψε ως αποτέλεσμα της ιταλικής επίθεσης τον Οκτώβριο του 1940. Σε σχετική ιταλική βολιδοσκό­πηση, το Βερολίνο είχε απαντήσει αρ­νητικά, επικαλούμενο την ανάγκη αποφυγής εγκατάστασης των Βρετα­νών στο νότιο άκρο της χερσονήσου με συνέπεια να απειληθεί η ανεμπόδιστη χρήση των ρουμανικών πετρελαιοπη­γών, αφού η Ρουμανία θα βρισκόταν εντός του βεληνεκούς της βρετανικής αεροπορίας.

Η ιταλική εμπλοκή και κυρίως η ήτ­τα των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβα­νία έθετε την Ελλάδα στο επίκεντρο του γερμανικού στρατιωτικού σχεδιασμού. Τον Δεκέμβριο του 1940, ο Χίτλερ έδι­νε τη συγκατάθεσή του για το σχέδιο «Μαρίτα», που προέβλεπε την κατάληψη της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας προκειμένου να εξασφαλιστούν η νότια και ανατολική γερμανική πλευρά εν ό­ψει της εκστρατείας κατά της Σοβιετικής Ένωσης που επρόκειτο να αναλη­φθεί εντός του 1941. Πριν προσφύγει, όμως, τελικά στη στρατιωτική λύση, το Βερολίνο θα αναλάμβανε διπλωματική προσπάθεια για ανακωχή μεταξύ της Ιταλία και της Ελλάδας.

Οι προσπάθειες αυτές που εξελίχθηκαν από τον Δε­κέμβριο του 1940 έως και τον Φεβρου­άριο του 1941 απέβησαν άκαρπες, καθώς η Αθήνα δεν ήταν διατεθειμένη να εγκαταλείψει τη συμμαχία της με τη Βρε­τανία, αλλά μόνο να εξασφαλίσει τη δια­κοπή των εχθροπραξιών με την Ιταλία.

Αντίθετα, η προτεραιότητα για το Βερολίνο ήταν να εκδιώξει τους Βρετανούς από την Ελλάδα. Η τελευταία θα προ­σπαθούσε να τηρήσει ιδιαίτερα προ­σεκτική στάση, αποφεύγοντας να προκαλέσει τη γερμανική πλευρά. Ήδη, κα­τά τις συνομιλίες της με τους Βρετανούς, η Αθήνα είχε αρνηθεί να δεχθεί βρετανικές δυνάμεις στο έδαφός της, αφού η βρετανική ενίσχυση φαινόταν ανεπαρκής για την απώθηση γερμανικής εισβολής αλλά επαρκής για να προκα­λέσει το Βερολίνο.
 
 

Γερμανοί στρατιώτες στην Ελλάδα, Απρίλιος 1941. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

 

Όταν τελικά, προς το τέλος Φεβρουαρίου, η Αθήνα θα δεχό­ταν τη βρετανική ενίσχυση ήταν περί­που βέβαιο ότι οι γερμανικές δυνάμεις θα επενέβαιναν υπέρ των Ιταλών. Η είσοδος του γερμανικού στρατού στη Βουλγαρία ήταν η από μακρού αναμε­νόμενη επιβεβαίωση των γερμανικών προθέσεων.

Στον γερμανικό σχεδιασμό σημαντική θέση κατείχε και η Γιου­γκοσλαβία. Το Βελιγράδι αισθανόταν α­πό καιρό τη γερμανική πίεση και η θέ­ση του δεν ήταν αναμφισβήτητη στο πλευρό των δυτικών δυνάμεων. Στις 25 Μαρτίου, υπό την επίδραση του αντιβασιλέως Παύλου, η Γιουγκοσλαβία ε­πρόκειτο να προσχωρήσει στον Άξονα. Η εικόνα ανατράπηκε άρδην στις 27 Μαρτίου, όταν πραξικόπημα φιλοβρετανικών στοιχείων στον στρατό και στις υπηρεσίες ασφαλείας, με τη συνδρομή των βρετανικών υπηρεσιών, ανέτρεψε τον αντιβασιλέα και την κυβέρνησή του.

 

Η 6η Μεραρχία του Στρατού της Αυστραλίας περνά τον Αλιάκμονα στις 13 Απριλίου 1941. Φωτογραφία από το βιβλίο του Μιχάλη Ν. Κατσίγερα, «Ελλάδα 20ος αιώνας: Οι φωτογραφίες».

 

Ο νεαρός βασιλέας που ανέλαβε την άσκηση των βασιλικών του καθηκό­ντων χωρίς αντιβασιλεία διόρισε μια νέα κυβέρνηση που δεν συμμεριζόταν τον προσανατολισμό της γιουγκοσλαβικής πολιτικής προς τον Άξονα. Το πραξικόπημα στο Βελιγράδι θα αντιμετωπιζόταν από τη γερμανική πλευ­ρά με την προσφυγή στη στρατιωτική επιλογή. Αυτή είχε γίνει υποχρεωτική και για την Ελλάδα από την οπτική του Βερολίνου ήδη από τα μέσα Μαρτίου, αφού η εαρινή επίθεση των Ιταλών στην Αλβανία είχε αποκρουστεί από τις ελληνικές δυνάμεις και συνεπώς δεν δια­φαινόταν δυνατότητα ανατροπής της στρατιωτικής κατάστασης.

 

Η κεραυνοβόλος επιχείρηση «Μαρίτα» στα Βαλκάνια

 

Γερμανικά πολεμικά πάνω από τον Παρθενώνα.

Από στρατιωτική άποψη, οι γερμανικές δυνάμεις ήταν αναμφισβήτητα υπερέχουσες και η εξέλιξη των επι­χειρήσεων αποτελούσε μια βαλκανι­κή εκδοχή του κεραυνοβόλου πολέ­μου που είχαν εφαρμόσει με επιτυχία οι Γερμανοί στη δυτική Ευρώπη τον Μάιο του 1940. Οι Έλληνες είχαν ισχυρές οχυρώσεις στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο αλλά όχι στην ελληνογιουγκοσλαβική. Πέραν αυτού, ο ελληνοβρετανικός σχεδιασμός έπα­σχε, καθώς δεν ήταν σαφές αν θα ε­πιδιωκόταν η άμυνα σε προωθημένη γραμμή ή η εκκένωση της ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης ώστε να στηριχθεί αμυντικά μια γραμμή στον ποταμό Αλιάκμονα. Η εξέλιξη των ε­πιχειρήσεων κατέστησε μάλλον ακαδημαϊκές τις σχετικές συζητήσεις.

Οι Γερμανοί επιτέθηκαν ταυτόχρονα στην Ελλάδα και στη Γιουγκοσλαβία στις 6 Απριλίου. Η υπεροχή τους σε τεθωρακισμένα και στον αέρα ήταν σαφής, ενώ αντίθετα, οι βρετανικές, νεοζηλανδικές και αυστραλιανές δυ­νάμεις που είχαν εισέλθει στον ελ­ληνικό χώρο τον Μάρτιο δεν διέθεταν τα μηχανοκίνητα μέσα και την αε­ροπορική κάλυψη σε επάρκεια. Από ελληνικής πλευράς, ο κύριος όγκος των δυνάμεων ήταν δεσμευμένος στο μέτωπο της Αλβανίας. Τα οχυρά στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο α­ποδείχθηκαν αξιόπιστα ως προς τη δυ­νατότητά τους να καθυστερήσουν την προέλαση του επιτιθέμενου, δεν είχαν όμως πρακτική αξία από τη στιγμή που οι γερμανικές δυνάμεις έκαμψαν εύ­κολα τη γιουγκοσλαβική αντίσταση και εισήλθαν ταχύτατα στο ελληνικό έδαφος, μέσω της κοιλάδας του Αξι­ού και κατέλαβαν τελικά τη Θεσσα­λονίκη στις 9 Απριλίου.

Αλέξανδρος Κορυζής, πρωθυπουργός της Ελλάδας παραμονές της γερμανικής εισβολής.

Οποιαδήπο­τε περαιτέρω αντίσταση στα οχυρά δεν είχε νόημα. Η προέλαση ήταν τα­χεία και στη Γιουγκοσλαβία, το Βελι­γράδι καταλήφθηκε στις 17, ενώ η γραμμή των Θερμοπυλών ήταν προφανές τις ίδιες μέρες ότι δεν μπορούσε να αντέξει. Η ραγδαία γερμανική προέλαση απέκοψε και τις ελληνικές δυνάμεις που βρίσκονταν στο μέτω­πο της Αλβανίας. Η συντριπτική γερ­μανική υπεροχή άσκησε μεγάλη ψυ­χολογική και υλική πίεση στον ελλη­νικό στρατιωτικό μηχανισμό και στην πολιτική ηγεσία.

Ο διάδοχος του Με­ταξά στην πρωθυπουργία, Αλέξανδρος Κορυζής, αυτοκτόνησε στις 18 Απρι­λίου, ενώ διοικητές των μονάδων της στρατιάς Ηπείρου με επικεφαλής τον στρατηγό Τσολάκογλου, ενώπιον του αδιεξόδου στο οποίο βρίσκονταν, προχώρησαν σε συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς στις 20 Απριλίου, παρά τις αντίθετες διαταγές του βασιλιά Γεωργίου του Β’ και του αρχιστρα­τήγου Αλεξάνδρου Παπάγου, οι οποίοι κατανοούσαν την πολιτική, ψυχολο­γική σημασία, αλλά και τη στρατηγι­κή προοπτική της παραμονής τα Ελλάδας στο πλευρό των Βρετανών.

Ο στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου, πρώτος κατοχικός πρωθυπουργός.

Η συνθηκολόγηση δεν επηρέασε πάντως την προσπάθεια εκκένωσης των συμμαχικών δυνάμεων από την ηπειρωτική Ελλάδα. Η επιχείρηση εξελίχθηκε με επιτυχία και μεγάλο μέρος των δυνάμεων αυτών μεταφέρ­θηκαν στην Κρήτη, όπως άλλωστε ο βασιλιάς, η κυβέρνηση και υπολείμ­ματα των ελληνικών ενόπλων δυνά­μεων.

Οι γερμανικές δυνάμεις εισήλ­θαν στην Αθήνα στις 27 Απριλίου. Η ελληνική επικράτεια, με εξαίρεση την Κρήτη, βρισκόταν πλέον υπό την τριπλή, γερμανική, βουλγαρική και ι­ταλική κατοχή. Τα κίνητρα του Τσολάκογλου και των στρατηγών θεωρήθηκαν δια­βλητά όταν αυτοί ανέλαβαν να σχη­ματίσουν μια κυβέρνηση συνεργασίας με τις δυνάμεις Κατοχής, ευθύς μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθή­να. Την κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας ακολούθησε η κατάληψη της Κρήτης τον Μάιο του 1941.

 

Οι επιπτώσεις

 

Αν και η γερμανική επίθεση δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί από τους Έλληνες και τους Συμμάχους, προκάλεσε απώλειες σε επίλεκτες γερμανικές μονάδες και ενδεχομένως κάποια καθυστέρηση στην έναρξη της γερμανικής επίθεσης κατά της Σοβιετικής Ένωσης, που τελικά πραγ­ματοποιήθηκε στις 22 Ιουνίου.

 

Ξεσπιτωμένοι Έλληνες. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

 

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν κρίθηκε στα Βαλκάνια, η κλίμακα των δυνά­μεων στη γωνία αυτή της Ευρώπης δεν ήταν συγκρίσιμη με αυτή των άλλων μετώπων. Ούτε είναι βέβαιο ότι η γερμανική προέλαση στο σοβιετι­κό έδαφος καθυστέρησε καθοριστικά λόγω της βαλκανικής εκστρατείας. Αυ­τό που ανέδειξε όμως ο πόλεμος και η Κατοχή στα Βαλκάνια, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ήταν ότι η κυ­ριαρχία της ναζιστικής Γερμανίας εί­χε πολύ λίγους υποστηρικτές, η Γερ­μανία έπρεπε να επέμβει στρατιωτι­κά και να υποστεί το κόστος σε έμ­ψυχο και άψυχο δυναμικό μιας μακροχρόνιας επιβολής δια της βίας, εγ­χείρημα το οποίο τελικά υπερέβαινε τις δυνατότητες της Γερμανίας.

 

Σωτήρης Ριζάς

Διευθυντής Ερευνών

στο Κέντρο Έρευνας της Ιστορίας του Νεότερου Ελληνισμού

της Ακαδημίας Αθηνών.

 

 

Πηγή


  • Καθημερινή, «Η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα», Κυριακή 27 Ιουνίου 2010.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »